ΔΙΩΞΕΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ & ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ

Μια εν τάχη παρουσίαση Ελλήνων σοφών και μη φιλοσόφων που ταλαιπωρήθηκαν στην αρχαιότητα από εκείνους που πρέσβευαν την αρχαία θρησκεία, εκείνη που σήμερα διάφοροι αδαείς κύκλοι παρουσιάζουν ως την καθαρώς επιστημονική, Ελληνική, σπουδαία θεολογικά και ανεξίθρησκη.

 

 

1.

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ & ΑΛΛΟΥΣ

 

 

2.

 

ΤΙ ΕΛΕΓΑΝ ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

 

 

3.

 

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΑΝ

 

 

4.

 

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

 

 

5.

 

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

 

 

6.

 

 

«ΑΣΕΒΕΙΑΣ ΓΡΑΦΗ» ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

 

7.

 

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΣΕΒΟΝΤΟ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΑ ΕΤΕΡΟΔΟΞΑ

(Επαμεινώνδας Παντελεμίδης, άρθρο στο περιοδικό Ιχώρ)

 

ΉΠΙΑ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

(Παναγιώτης Μαρίνης, τηλεοπτικός σταθμός Alter)

 

Η Β΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ & ΠΑΓΑΝΙΣΜΟ

(Κρεββατάς Δημήτριος, Βυζάντιο & ο διωγμός του ελληνισμού, σελ. 148)

 

 

8.

 

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

9.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ & ΑΛΛΩΝ

 

 

Πρωταγόρας: «διὰ ταύτην δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ συγγράμματος ἐξεβλήθη πρὸς Ἀθηναίων· καὶ τὰ βιβλία αὐτοῦ κατέκαυσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, ὑπὸ κήρυκι ἀναλεξάμενοι παρ' ἑκάστου τῶν κεκτημένων» [Μτφρ: Εξαιτίας της δήλωσης του Πρωταγόρα στο βιβλίο του Περί θεών ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί, οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από την πόλη και ΕΚΑΨΑΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ στην Αγορά, αφού πρώτα έβγαλαν κήρυκα και ΤΑ ΜΑΖΕΨΑΝ ΕΝΑ-ΕΝΑ από όσους είχαν αντίτυπα] (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων βίοι, IX 52, Το αυτό λένε και οι: Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστών, I 10, 3˙ Ησύχιος, Ονοματολόγος˙ Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς, IX 55). «Κι ο Πρωταγόρας ως γνωστόν εξορίστηκε» (Πηγές: Πλούταρχου, Νικίας, 23· Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστών, I 10, 3·  Ησύχιος, Ονοματολόγος· Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς, IX 55.)

Αναξαγόρας: «12 Σωτίων μὲν γάρ φησιν ἐν τῇ Διαδοχῇ τῶν φιλοσόφων ὑπὸ Κλέωνος αὐτὸν ἀσεβείας κριθῆναι, διότι τὸν ἥλιον μύδρον ἔλεγε διάπυρον· ἀπολογησαμένου δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ Περικλέους τοῦ μαθητοῦ, πέντε ταλάντοις ζημιωθῆναι καὶ φυγαδευθῆναι. Σάτυρος δ' ἐν τοῖς Βίοις (FHG iii. 163) ὑπὸ Θουκυδίδου φησὶν εἰσαχθῆναι τὴν δίκην, ἀντιπολιτευομένου τῷ Περικλεῖ· καὶ οὐ μόνον ἀσεβείας ἀλλὰ καὶ μηδισμοῦ· καὶ 13 ἀπόντα καταδικασθῆναι θανάτῳ» [Μτφρ: Ο Αναξαγόρας μηνύθηκε για ασέβεια επειδή διακήρυσσε ότι ο ήλιος είναι μια διάπυρη μεταλλική μάζα, και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 35 ταλάντων και εξορία. Κατά άλλους καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο] (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων Βίοι, II, 12-13 )

«Ο Πρόδικος ο Κείος, φιλόσοφος και σοφιστής, σύγχρονος του Δημοκρίτου, μαθητής του Πρωταγόρα, πέθανε στην Αθήνα, αφού του έδωσαν να πιει κώνειο, με το αιτιολογικό ότι διέφθειρε τους νέους.» (Πηγή: Σούδας). Σχετικά πρβ. Αριστοφάνης, απ. 490:«τοῦτον τὸν ἄνδρ’ ἢ βυβλίον διέφθορεν ἢ Πρόδικος ἢ τῶν ἀδολεσχῶν εἷς γέ τις». Ο Πλάτων στο διάλογο Ερυξίας 399a λέει πως κάποτε οι Αθηναίοι έδιωξαν τον Πρόδικο από το Λύκειο, γιατί δίδασκε στους νέους πράγματα που δεν έκανε.

Θεόδωρος ο Κυρηναίος, έζησε το α΄ μισό του 3ου π.Χ. αιώνα: «Ὁ δ' οὖν Θεόδωρος προσκαθίσας ποτὲ Εὐρυκλείδῃ τῷ ἱεροφάντῃ, "λέγε μοι," ἔφη, "Εὐρυκλείδη, τίνες εἰσὶν οἱ ἀσεβοῦντες περὶ τὰ μυστήρια;" εἰπόντος δ' ἐκείνου, "οἱ τοῖς ἀμυήτοις αὐτὰ ἐκφέροντες," "ἀσεβεῖς ἄρα," ἔφη, "καὶ σύ, τοῖς ἀμυήτοις διηγούμενος." καὶ μέντοι παρ' ὀλίγον ἐκινδύνευσεν εἰς Ἄρειον ἀχθῆναι πάγον, εἰ μὴ Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς αὐτὸν ἐρρύσατο. Ἀμφικράτης δ' ἐν τῷ Περὶ ἐνδόξων ἀνδρῶν φησι κώνειον αὐτὸν πιεῖν καταδικασθέντα (FHG iv. 300). Διατρίβων δὲ παρὰ Πτολεμαίῳ τῷ Λάγου ἀπεστάλη ποθ' ὑπ' αὐτοῦ πρὸς Λυσίμαχον πρεσβευτής. ὅτε καὶ παρρησιαζομένου φησὶν ὁ Λυσίμαχος, "λέγε μοι, Θεόδωρε, οὐ σὺ εἶ ὁ ἐκπεσὼν Ἀθήνηθεν;" καὶ ὅς, "ὀρθῶς ἀκήκοας· ἡ γὰρ τῶν Ἀθηναίων πόλις οὐ δυναμένη με φέρειν, ὥσπερ ἡ Σεμέλη τὸν Διόνυσον, ἐξέβαλε...ἔνθεν τὸ πρῶτον ἐκβαλλόμενος λέγεται χάριέν τι εἰπεῖν· φησὶ γάρ, "καλῶς ποιεῖτε, ἄνδρες Κυρηναῖοι, ἐκ τῆς Λιβύης εἰς τὴν Ἑλλάδα με ἐξορίζοντες» [Μτφρ: Κάποτε που ο Θεόδωρος είχε καθίσει πλάι στον ιεροφάντη Ευρυκλείδη, τον ρώτησε: "δε μου λες, Ευρυκλείδη, ποιοι είναι οι ασεβείς προς τα μυστήρια;". Και αφού αυτός του απάντησε "εκείνοι που τα αποκαλύπτουν στους αμύητους", "κι εσύ", του είπε, "είσαι ασεβής, αφού τα εξηγείς στους αμύητους". Παρά λίγο να προσαχθεί στον Άρειο Πάγο, αν δεν τον γλίτωνε ο Δημήτριος ο Φαληρεάς. Ο Αμφικράτης όμως, στο Περί ενδόξων ανδρών βιβλίο του, λέει ότι καταδικάστηκε να πιει το κώνειο. (...) "Δεν μου λες, Θεόδωρε", του είπε, "εσύ δεν είσαι που σ’ έδιωξαν από την Αθήνα;". "Σωστά είσαι πληροφορημένος", του είπε˙ "πράγματι η πόλη των Αθηναίων, επειδή δεν μπορούσε να με υποφέρει, με πέταξε, όπως η Σέμελη τον Διόνυσο". (...) Την πρώτη φορά που τον εξόρισαν είπε τούτο: "καλά κάνετε, άνδρες Κυρηναίοι, που με εξορίζετε από τη Λιβύη στην Ελλάδα"» (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, 2, 101-102).  Ο φιλόσοφος Θεόδωρος ο Κυρηναίος έκανε ένα αστειάκι με τον ειδωλολάτρη ιεροφάντη κι αμέσως η Ιερά Εξέταση της Ειδωλολατρίας τον εξόρισε.

Ο Διαγόρας ο άθεος ο Μήλιος υποστήριζε ότι οι θεοί του Ολύμπου είναι ανύπαρκτοι.  Εξορίστηκε από τους Αθηναίους. «Τὰ δὲ μυστήρια [ὁ Διαγόρας] οὕτως ηὐτέλιζεν ὡς πολλοὺς ἐκτρέπειν τῆς τελετῆς. τοῦτο οὖν ἐκήρυξαν κατ’ αὐτοῦ Ἀθηναῖοι, καὶ ἐν χαλκῇ στήλῃ ἔγραψαν τῷ μὲν ἀποκτείναντι τάλαντον λαμβάνειν, τῷ δὲ ἄγοντι δύο» [Μτφρ: Επειδή διακωμωδούσε τα απόκρυφα των μυστηρίων, τον καταδίκασαν σε θάνατο, επικηρύσσοντας το κεφάλι του με ανταμοιβή ένα τάλαντο] (Πηγή: Σούδα, Λυσίας 6.17). «Ο Διαγόρας, που επονομάστηκε άθεος, επειδή συκοφαντήθηκε για ασέβεια και φοβήθηκε την απόφαση του δήμου, έφυγε από την Αττική. Οι Αθηναίοι τον επικηρύξανε και όρισαν ένα τάλαντο αμοιβή για το κεφάλι του Διαγόρα» (Διόδωρος Σικελιώτης, 13, 6, 7). «Σήμερα κι όλας φέρνουμε πρώτη-πρώτη εμπρός σας την προκήρυξη που λέει: "Αν κάποιος από σας σκοτώσει τον Διαγόρα τον Μήλιο, να παίρνει αμοιβή ένα τάλαντο"..» (Πηγή: Αριστοφάνη, Όρνιθες, στ. 1071-1073,  Σούδα)

Ο Στίλπων ο Μεγαρεύς δικάστηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια προς τα μνημεία των θεών, και η ποινή ήταν εξορία. «τοῦτόν φασιν περὶ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς τοῦ Φειδίου τοιοῦτόν τινα λόγον ἐρωτῆσαι· "ἆρά γε ἡ τοῦ Διὸς Ἀθηνᾶ θεός ἐστι;" φήσαντος δέ, "ναί," "αὕτη δέ γε," εἶπεν, "οὐκ ἔστι Διός, ἀλλὰ Φειδίου·" συγχωρουμένου δέ, "οὐκ ἄρα," εἶπε, "θεός ἐστιν." ἐν ᾧ καὶ εἰς Ἄρειον πάγον προσκληθέντα μὴ ἀρνήσασθαι, φάσκειν δ' ὀρθῶς διειλέχθαι· μὴ γὰρ εἶναι αὐτὴν θεόν, ἀλλὰ θεάν· θεοὺς δὲ εἶναι τοὺς ἄρρενας. καὶ μέντοι τοὺς Ἀρεοπαγίτας εὐθέως αὐτὸν κελεῦσαι τῆς πόλεως ἐξελθεῖν. ὅτε καὶ Θεόδωρον τὸν ἐπίκλην θεὸν ἐπισκώπτοντα εἰπεῖν, "πόθεν δὲ τοῦτ' ᾔδει Στίλπων; ἢ ἀνασύρας αὐτῆς τὸν κῆπον ἐθεάσατο;" ἦν δ' ἀληθῶς οὗτος μὲν θρασύτατος· Στίλπων δὲ κομψότατος.» [Μτφρ: Αυτός, λένε, ρώτησε κάποτε έτσι για το άγαλμα της Αθηνάς που είχε φτιάξει ο Φειδίας: "Είναι θεός η Αθηνά, η κόρη του Δία;", και σαν του είπαν "ναι", "μα αυτή δεν είναι του Δία, είναι του Φειδία", αποκρίθηκε. Και καθώς συμφωνούσαν, συμπέρανε: "άρα δεν είναι θεός". Αλλά για την κουβέντα του αυτή προσήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δεν αρνήθηκε ότι τα είπε, αλλά υποστήριξε ότι σωστά μίλησε: "γιατί πράγματι δεν είναι θεός, αλλά θεά, αφού μόνον οι άρρενες είναι θεοί". Πλην όμως οι Αρεοπαγίτες τον διέταξαν να φύγει αμέσως από την πόλη. Τότε και ο Θεόδωρος τον ρώτησε κοροϊδευτικά: "Κι από πού το ξέρεις αυτό, Στίλπωνα; Μήπως της σήκωσες το φουστάνι και είδες; ήταν αυτός στα αλήθεια θρασύτατος· ο Στίλπων δε υπέροχος"] (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, II, 116).

Η Ασπασία κατηγορήθηκε επί ασέβεια προς τον Παγανισμό από τον Κλέωνα (Πηγή: Πλούταρχου Περικλής, 32). 

Ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε για ασέβεια προς την Ειδωλολατρία από τον Κλέωνα (Πηγή: Σάτυρου, Βίος Ευριπίδου, απ. 39· Αριστοτέλη, Ρητορική, 1416a· Πλούταρχου, Περί ποιημ. ακούειν, 19· Σένεκας, επιστολή 116).

Ο Αριστοτέλης. «Ὁ δ' οὖν Ἀριστοτέλης ἐλθὼν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τρία πρὸς τοῖς δέκα τῆς σχολῆς ἀφηγησάμενος ἔτη ὑπεξῆλθεν εἰς Χαλκίδα, Εὐρυμέδοντος αὐτὸν τοῦ ἱεροφάντου δίκην ἀσεβείας γραψαμένου ἢ Δημοφίλου ὥς φησι Φαβωρῖνος ἐν Παντοδαπῇ ἱστορίᾳ (FHG iii. 581), ἐπειδήπερ τὸν ὕμνον ἐποίησεν εἰς τὸν προειρημένον Ἑρμίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπίγραμμα ἐπὶ τοῦ ἐν Δελφοῖς ἀνδριάντος τοιοῦτον (Ar. fg. 3 Diehl)·» [Μτφρ: «Ο Αριστοτέλης όταν ήλθε στην Αθήνα και δίδαξε στην σχολή.... κατάφυγε στην Χαλκίδα επειδή κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδοντα τον ιεροφάντη για ασέβεια, ή, σύμφωνα με τον Φαβωρίνο στην Παντοδαπή ιστορία του, από τον Δημόφιλο, επειδή συνέγραψε ύμνο εις τον [φίλο του] Ερμία, αλλά και επίγραμμα στον ανδριάντα αυτού στους Δελφούς» (Πηγή: Διογένης Λαέρτιος, V, 5).

Ο Αισχύλος κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή αποκάλυψε μερικά από τα μυστικά των Μυστηρίων σε κάποιο από τα έργα του. (Πηγή: Αριστ. Ηθικά Νικομάχεια 1111a 9-10· βλ. και Αιλιανού Ποικίλη Ιστορία, 5, 19).

Οι Επικούρειοι διώχτηκαν κακήν κακώς από τη πολυθεϊστική Ρώμη και από τους πολυθεϊστές Μεσσήνιους. (Πηγή: Αιλιανού Αποσπάσματα 39- Αθηναίος XII, 547ab)

«Στην Κρήτη, οι Λύκτιοι έδιωξαν μερικούς από τους Επικούρειους που ήταν εκεί, και ψηφίστηκε νόμος στην τοπική διάλεκτο για αυτούς που επινόησαν την θηλυκή και αγενή και αισχρή σοφία και έχουν  κηρυχθεί δημόσια εχθροί των θεών της Λύκτου. Και αν κάποιος έφτανε έχοντας θράσος και δεν έδινε καμιά σημασία σε όσα έλεγε ο νόμος, έπρεπε αυτός να δεθεί στο ζυγό κοντά στο βουλευτήριο (διοικητήριο) για είκοσι ημέρες αφού είχε αλειφθεί γυμνός με γάλα και μέλι, ώστε να γίνει δείπνο για τις μέλισσες και τις μύγες και να τον σκοτώσουν στο χρόνο που αναφέρθηκε. Κι αν αφού είχε περάσει αυτός ο χρόνος ζούσε ακόμα έπρεπε να τον ρίξουν στον γκρεμό αφού τον έντυναν με γυναικείο ένδυμα» (Πηγή: Αιλιανού Αποσπάσματα 39).

Το 83 μ.Χ. ο Πολυθεϊστής αυτοκράτορας Δομιτιανός εξόρισε από τη Ρώμη όλους τους φιλοσόφους, μέσα στους οποίους ήταν και ο Επίκτητος (Πηγή: Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 469), καθώς και τους  μαθηματικούς και τους αστρολόγους.

«Η μεγάλη εποχή της ελληνικής Διανόησης ήταν επίσης μια εποχή Διωγμών - δίωξη των διανοουμένων, παρωπίδες στη σκέψη, και ακόμη κάψιμο βιβλίων» (Πηγή: E.R. Doods, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 124).

 

 

 

 

Ο Πλούταρχος, λοιπόν σε μορφή διαλόγου με τον Λεύκιο λέει: 

 

Και ο Λεύκιος γελώντας είπε «μόνο πρόσεξε, αγαπητέ μου, μην μας μπλέξεις σε κατηγορία για ασέβεια, όπως νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει ο Κλεάνθης [αυτός κατηγόρησε* τον Αρίσταρχο για ασέβεια] για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο, μηνύοντας αυτόν στους Έλληνες [Αθηναίους] για ασέβεια, επειδή νίκησε την εστία του κόσμου [την Γη], διδάσκοντας ότι η ουράνια σφαίρα μένει ακίνητη και ότι η Γη περιφέρεται σε λοξό κύκλο [την εκλειπτική], ενώ συγχρόνως περιφέρεται γύρω από τον άξονά της».  

 

*Κατηγορία του Κλεάνθη :

«ὡς κινῶν τὴν τοῦ κόσμου ἑστίαν καὶ ταράσσων τὴν τῶν Ὀλυμπίων (θεῶν) ἠρεμίαν…»

 (Πηγή Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 30, άρθρο «Οικειοποίηση της αρχαίας Ελληνικής επιστήμης», Αθανάσιος Β. Κοβάτσης, Δρ. Ιατρός και Δρ Χημικός, Καθηγητής ΑΠΘ, σελίδες 52, 54)

 

 

Πώς θα δικαιολογήσουν οι νεοπαγανιστές αυτούς τους διωγμούς εναντίον των Ελλήνων Φιλοσόφων; Μήπως θα πουν ότι ήταν προϊόν πολιτικών παιχνιδιών; Και καλά να δεχτώ πως τον φίλο του Περικλή Αναξαγόρα ή τον Σωκράτη οι Παγανιστές τους εδίωξαν λόγω πολιτικών συμφερόντων. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, το ότι η επίσημη πρόφαση του διωγμού ήταν η θρησκεία, αυτό σημαίνει πολλά για την ύπαρξη παγανιστικού φανατισμού του όχλου τον 5ο π.Χ. αι., ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πολιτικά παιχνίδια. Οι υπόλοιποι φιλόσοφοι όμως, που (επίσης) αντιτίθεντο στις παγανιστικές αντιλήψεις; Ήταν κι αυτοί θύματα «πολιτικών σκοπιμοτήτων»; Ήταν, θα μας πουν οι Νεοπαγανιστές. Α, έτσι ε; Ενώ οι διωγμοί κατά των Παγανιστών αξιωματούχων τον 4ο μ.Χ. αιώνα δεν έγιναν λόγω «πολιτικών σκοπιμοτήτων», αλλά λόγω «θρησκευτικού φανατισμού»; Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν έχουν οι Νεοπαγανιστές; Όποτε τους συμφέρει οι διώξεις είναι προϊόν πολιτικών σκοπιμοτήτων, κι όποτε δεν τους συμφέρει είναι προϊόν θρησκευτικού φανατισμού;

Παρ’ όλο που είναι άγνωστο στους περισσότερους, τον 5ο αι. π.Χ. ψηφίστηκε από τους Παγανιστές νόμος στην Αρχαία Αθήνα κατά εκείνων (=φιλοσόφων) που «τὰ θεῖα μὴ νομίζειν καὶ λόγους περὶ τῶν ματαρσίων (οὐρανίων) διδάσκειν».Βάσει αυτού του νόμου (κι όχι αυθαίρετα ή παράνομα) καταδικάστηκαν οι παραπάνω φιλόσοφοι και ο Σωκράτης.

Όταν ο εκδότης του Δαυλού, Δημήτρης Λάμπρου, γράφει (τεύχος 199, Ιούλιος 1998): «οι Έλληνες ουδέποτε έκαψαν ή κατέστρεψαν τους άλλα φρονούντες και τα έργα τους», μάλλον δεν θα άνοιξε ποτέ στη ζωή του τον Διογένη Λαέρτη, ή τον Λυσία. Παράδοξο αρχαιολάτρης να μη διαβάζει αρχαίους. Μάλλον γι’ αυτόν τον λόγο δεν γνωρίζει τις διώξεις κατά των «άλλων φρονούντων» στον δημοκρατική Αθήνα του «Χρυσού Αιώνα», για να μην τού αναφέρουμε και την φρικτή μοίρα των άλλων, εκτός Αθηνών, φιλοσόφων (Πυθαγόρας, Ίππασος, Ανάξαρχος). Του το συγχωρούμε όμως, γιατί το περιοδικό, το οποίο αυτός εκδίδει, έχει αποδείξει ότι «τα ονόματα των γραμμάτων του αλφαβήτου είναι Ελληνικά και Σέξυ» (βάζοντας την φράση αυτή στο εξώφυλλο ενός τεύχους) και ότι «ο Θεός είναι εξισώσεις».(!)

 

Βλέπε και σελίδα περί λογίων.

 

 

ΤΙ ΕΛΕΓΑΝ ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

 

Διογένης ο Κυνικός έλεγε για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα˙ «θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί, είχαν κάνει αφιερώσεις» (Διογένης Λαέρτιος 6.59)

-Όταν ο Επίκουρος έγραφε πως δεν συμπαθεί την λατρεία και τις αντιλήψεις των Ελλήνων περί θεών, είναι η φιλοσοφία του ελληνικός πολιτισμός ή όχι; Ο Επίκουρος γράφει: «εγώ όσα πράγματα γνωρίζω, το πλήθος τα αποδοκιμάζει, κι όσα το πλήθος επιδοκιμάζει, εγώ δεν τα γνωρίζω καθόλου» (Σένεκας, Epist. 29.10)

-Όταν ο Ηράκλειτος αποδοκιμάζει έντονα τους πιστούς στον αρχαίο θεό Διόνυσο, αυτό είναι απόρροια της παγανιστικής θρησκείας; Όταν επίσης ο Ηράκλειτος γράφει «εξαγνίζονται μάταια όταν λερώνονται με αίμα» αναφερόμενος σε όσους κάνουν θυσίες, και αποκαλώντας τους «ανόητους», μήπως είναι «ανθέλλην» που διαφωνεί με τον Ιουλιανό ο οποίος λουζόταν στο αίμα θυσιασμένων στον ξένο θεό Μίθρα ταύρων; Ο Ηράκλειτος διακηρύσσει επίσης ότι ο Όμηρος είναι άξιος να εκβάλλεται από τους αγώνες και να ραπίζεται. Τα λέει αυτά ένας Έλληνας φιλόσοφος για τον συγγραφέα των κυριοτέρων έργων της κλασσικής αρχαίας θρησκείας.

-Όταν ο Αριστοτέλης ξεκάθαρα λέει ότι «επειδή έτσι τα είπαν οι παλιότεροι δε σημαίνει πως είναι κι έτσι», και ράφει: «Όσους όμως σοφίστηκαν μυθολογικές εξηγήσεις, δεν αξίζει να τους μελετάμε σοβαρά» μήπως οφείλεται η σκέψη του στην αρχαία θρησκεία; (Αριστοτέλης, «Μετά τα Φυσικά», Β΄ 1000a 18-19)

-Όταν ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία 379a) «Δεν πρέπει να δώσουμε πίστη στον Όμηρο, ούτε σε κανένα άλλο ποιητή όταν ανόητα ξεστομίζει αυτή τη βλαστήμια για τους θεούς, πως τάχα υπάρχουν δύο πιθάρια στου Δία το κατώφλι γεμάτα το ένα με καλές, και το άλλο με κακές μοίρες (Ιλιάδα Ω 527)», και (Πολιτεία 380c) «Να μη δώσουμε άδεια ποτέ σε κανέναν ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε να ακούν τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους», και (Πολιτεία 383c) «όταν κανείς ποιητής μας λέει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσουμε τις πλάτες και δε θα του δώσουμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψουμε να τα μεταχειρίζονται για την ανατροφή των παιδιών», και (Πολιτεία 607b) «από παλαιά χρόνια υπάρχει μια διένεξη ανάμεσα στην ποίηση και στη φιλοσοφία», μήπως τα έργα του δεν είναι προϊόν του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού; («πάσα μεν η ποίησις του Ομήρου αρετής εστιν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει» ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) (Πηγές: Πλάτωνας, Πολιτεία 379a, 383a)

-Από νωρίς οι Σοφιστές [που οι παγανιστές τους δίκαζαν με τις περίφημες «δίκες αθεΐας» του 5ου αιώνα π.Χ. ] έλεγαν ότι «άνθρωπος μέτρο πάντων πραγμάτων».

-Οι διωχθέντες από τους Παγανιστές φιλόσοφοι: Αναξαγόρας, Πρωταγόρας, Διογένης, Πρόδικος, Στίλπων ο Μεγαρεύς, Θεόδωρος ο άθεος, κι ο μέγας Σωκράτης, αποτελούν απόδειξη της ταύτισης «ελληνικής φιλοσοφίας» και αρχαίου παγανισμού, ΝΑΙ ή ΌΧΙ;

-Όταν ένας εκπρόσωπος της επίσημης αρχαίας θρησκείας στην εκκλησία του Δήμου του 5ου π.Χ. πέτυχε να ψηφιστεί νόμος εναντίον που «τὰ θεῖα μὴ νομίζειν καὶ λόγους περὶ τῶν ματαρσίων (οὐρανίων) διδάσκειν», δηλαδή κατά των φιλοσόφων, ΡΩΤΑΜΕ, μήπως αυτό είναι απόδειξη της ταύτισης του «ελληνικού πολιτισμού» και της «ελληνικής φιλοσοφίας» με την ΑρχαιοΕλληνική θρησκεία;

-Ο Πρωταγόρας που έλεγε ότι δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί, και γι’ αυτό οι Παγανιστές τον εξόρισαν, βάσιζε τον ελληνικό πολιτισμό του στην παγανιστική θρησκεία, ναι ή όχι;

Ξενοφάνης απορρίπτει την ιδέα ότι οι θεοί γεννιούνται, κεντρική ιδέα της Θεογονίας και του Ομήρου, δηλαδή της λαϊκής παγανιστικής θρησκείας. Ο Ξενοφάνης είναι επίσης ο φιλόσοφος που αρνήθηκε κάθε εγκυρότητα της μαντικής (Ξενοφάνης, Α 52, Αέτιος 5.1.1.)

-Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε από τους Παγανιστές ότι ερευνούσε πράγματα κάτω από τη γη και πάνω από τον ουρανό Η περίπτωσή του συνδέθηκε και με τη σοφιστική, γιατί κατηγορήθηκε και ότι τον «ήττω λόγον κρείττω εποίει». Αποτελεί ο Σωκράτης απόδειξη ότι ο Παγανισμός ήταν η αιτία της φιλοσοφίας του, ναι ή όχι;

-Ο Έλληνας φιλόσοφος Εμπεδοκλής (494-434 π.Χ.) ισχυρίζεται πως δεν είναι θνητός, αλλά θεός,

-Σε ένα απόσπασμα από τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη «Βελλερεφόντης», κάποιος λέει: «λένε πως υπάρχουν στον ουρανό θεοί. Δεν υπάρχουν, όχι, δεν υπάρχουν». Ο Ευριπίδης, όπως προανέφερα, δικάστηκε από τους Παγανιστές για «ασέβεια». Είναι ο Ευριπίδης και η ποίησή του τμήμα του «ελληνικού πολιτισμού», ναι, ή όχι; Είναι το έργο του προϊόν της παγανιστικής σκέψης, ναι ή όχι;

 

 Οι Αρχαίοι Έλληνες Προγονοί μας, μας έδωσαν την πανέμορφη φιλοσοφία τους, αλλά απέρριψαν την Θρησκεία τους και μερικοί από αυτούς, Υιοθέτησαν τον Χριστιανισμό, αναγνωρίζοντας το λάθος τους και διορθώνοντας το (ως φωτεινά μυαλά που ήταν)

 
 

 

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΑΝ ή ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΑΝ

 

Ο Ξενοφάνης εξορίστηκε, ο Πυθαγόρας έγινε σκλάβος στην Βαβυλώνα, δικάστηκε για αθεΐα και διαφθορά των νέων, αργότερα εξορίστηκε και οι οπαδοί του κάηκαν μέσα στην σχολή τους ζωντανοί, ο Ίππασος εκδιώχθηκε επειδή κοινοποίησε τα απόρρητα της Πυθαγόρειας σχολής και θανατώθηκε με πνιγμό από τους ιερείς και συμπολίτες του, ο Διογένης ο Απολλωνιάτης εκδιώχθηκε στην Αθήνα με την κατηγορία της αθεΐας [ο Φαληρεύς ( Παρ. Διογ. Λαερτ. IX57) μας λέει ότι ο Διογένης κινδύνευσε να διωχθεί στην Αθήνα, διότι θεωρούσε τον αέρα αρχή του παντός, αυτός όμως ο αέρας ήταν πνευματική δύναμη κατ΄ αυτόν που τον ταύτιζε με τον Θεό (Diels. Frg. 51 B 5 - ει του περί φύσεως βλ. 51 Α 8). Ο αέρας του Διογένη είχε νόηση (Αριστο. Ρητορ. 11, 16, σ. 1391 Α’ 10)], ο Ζήνωνας ο Ελεάτης καταδικάστηκε σε θάνατο από τον τύραννο της πατρίδας του, ο Σωκράτης καταδικάστηκε δια ασέβεια διότι κατά την κατηγορία δίδασκε νέες θεότητες στην πόλη της Αθήνας, ο Πλάτωνας αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα μετά τον θάνατο του Σωκράτη εφόσον το κλίμα ήταν βαρύ ενώ πουλήθηκε και ως σκλάβος από τους Σπαρτιάτες, ο Φιλόλαος εκδιώχθηκε μαζί με άλλους Πυθαγόρειους της Μεγάλης Ελλάδας κατά τον διωγμό τους το 430 π.Χ., ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης θανατώθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο, ο Διογένης ο Κυνικός εξορίστηκε και πουλήθηκε ως δούλος, ο Σπεύσιππος χαρακτηρίστηκε άθεος, ο Αριστοτέλης έφυγε από την Αθήνα διότι κινδύνεψε να κατηγορηθεί για ασέβεια, ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος θανατώθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο ως συνωμότης,  ο Μενέδημος ο Ερετριεύς εξορίστηκε ως ύποπτος για προδοσία, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος κατηγορήθηκε για ασέβεια επειδή υποστήριξε το ηλιοκεντρικό σύστημα, ο Ηγησίας εκδιώχθηκε από την Αλεξάνδρεια διότι η διδασκαλία του είχε ολέθρια επίδραση στους νέους, ο Βίων ο Βορυσθενίτης πουλήθηκε ως σκλάβος, Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ο Φίγουλος Πόπλιος Νιγίδιος εξορίστηκε, ο φιλόσοφος Άτταλος διδάσκαλος του Σενέκα εξορίστηκε, ενώ ο διδάσκαλός του κατηγορήθηκε για το ήθος του και εξαναγκάστηκε σε αυτοκτονία, ο Δημήτριος ο Κυνικός εξορίστηκε ένεκα της εχθρικής του στάσης ενάντια στο αυτοκρατορικό καθεστώς, ο Μουσώνιος Ρούφος εξορίστηκε στην Γυάρο και μετά εξαναγκάστηκε σε καταναγκαστική εργασία κατά την προσπάθεια ανοίγματος της διώρυγας της Κορίνθου,  ο Επίκτητος πουλήθηκε ως δούλος στην ρώμη και αφού απελευθερώθηκε εξορίστηκε μαζί με άλλους σοφούς από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό, ο σοφιστής Θεόδοτος ο Σάμιος θανατώθηκε από τον Βρούτο, ο νεοπλατωνιστής Κλήμης ο Αλεξανδρεύς εκδιώχθηκε από τον Σεπτήμο Σεβήρο μαζί με άλλους χριστιανούς το θρήσκευμα, Ο πλατωνιστής χριστιανός Ωριγένης , αφού ο πατέρας του πέθανε κατά τον διωγμό του Σεπτίμου Σεβήρου, διώκεται και ο ίδιος, φυλακίζεται κατά τον διωγμό του Δεκίου και βασανίζεται ενώ αργότερα πεθαίνει από αυτές τις κακουχίες, ,ο χριστιανός Πάμφιλος , οπαδός του νεοπλατωνικού Ωριγένη φυλακίσθηκε και θανατώθηκε και τέλος ο Λογγίνος ο Κάσσιος, νεοπλατωνικός φιλόσοφος θανατώθηκε άγρια και με αδυσώπητη βαναυσότητα.

 

 

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

 

Αριστερά: «Δαυίδ, Ο Σωκράτης πίνει το Κώνειο» (Πηγή Φώτο: Περιοδικό Strange, τεύχος 64, άρθρο «Η αλήθεια για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 37)

Δεξιά: Η δια ποδοκάκης βάσανος (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Στ΄,  σελίδα 745)

(«Εις μερικές τέλος περιπτώσεις, οι σωματικές βάσανοι εφαρμόζονταν και ως πρόσθετη ποινή της ποινής του θανάτου» … «Συνδυασμός δε ποδοκάκης και κλοιού των βραχιόνων και τού λαιμού… Με αυτό το εργαλείο βασανίσθηκε και ο Σωκράτης προς της θανατώσεώς του»)

 

Για τα βασανιστήρια που επικρατούσαν στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη, βλέπε σελίδα περί των δούλων και της δουλείας.

 

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

Σειρά άρθρων του περιοδικού «Strange», τεύχη 63,64, 65 20, του Παντελή Γιαννουλάκη. Ο πίνακας περιεχομένων είναι του Ανώνυμου Απολογητή και τοποθετείται για την γρήγορη πλοήγηση των επισκεπτών της σελίδας.

 

Α΄

Εισαγωγή

Β΄

Ο Θαλής και η ψυχή του κόσμου 

Γ΄

Το τραγούδι του Αναξίμανδρου

Δ΄

Ο Πυθαγόρας: ένας φίλος από μακριά

Ε΄

Ο Ξενοφάνης, οι ανθρωπόμορφοι θεοί και η γλώσσα του Ζήνωνα

Στ΄

Η φωτιά του Ηράκλειτου

Ζ΄

Πρωταγόρας: Το μήνυμα και ο φόνος της πάνσοφου αηδόνας

Η΄

Αναξαγόρας:ο σοφός που επισκέπτονταν τους ουρανούς

Θ΄

Λεύκιππος: ο άνθρωπος που δεν υπήρξε

Ι΄

Δημόκριτος: Ο μεγαλύτερος των φιλοσόφων που κανείς δεν γνώρισε

Ια΄

Το δάχτυλο του Κρατύλου

Ιβ΄

Ο Σωκράτης: Ο Μάρτυρας της Φιλοσοφίας

Ιγ΄

Ο Αντισθένης και το φανάρι του Διογένη

Ιδ΄

Ο Πλάτωνας και η Ουτοπία

 

 

 

 

 

Οι Παράξενες Ιστορίες των Σοφών

 

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ &

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΙΕΡΑΤΕΙΩΝ, ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ &

ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

 

Η επανάσταση των φιλοσόφων ενάντιας τους θεούς, στους ιερείς, στην κοινωνία και στους θεσμούς

 

Το ταπεινό αυτό άρθρο αφιερώνεται στη μνήμη του Διογένη Λαέρτιου, στον οποίο οφείλουμε τα περισσότερα που γνωρίζουμε για τους βίους των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων και διατηρούμε τη μνήμη τους.

 

 

Θέλησα να γράψω αυτό το μακροσκελές άρθρο (η συγγραφή του οποίου οφείλεται στους ανά τους καιρούς μελετητές της ελληνικής φιλοσοφίας και όχι σε εμένα) βλέποντας γύρω μου να θεριεύει μία μεγάλη -ίσως επιτηδευμένη- παρεξήγηση. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχει συμβεί μια άνευ προηγουμένου υποτιθέμενη αναβίωση ίου «αρχαίου ελληνικού πνεύματος», και την οποία παραδόξως ταυτίζονται οι αρχαίες ελληνικές θρησκείες, δοξασίες και μυθολογίες, αλλά και η αρχαία Πολιτεία, ·με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στοχασμό και επιστήμη. Στον ημιμαθή ή κακώς εμπνευσμένο νου των επίδοξων μελετητών και συγγραφέων, πάρα πολλών αναγνωστών και κυρίως των νέων ανθρώπων, όλα τα αρχαία ανακατεύονται πρόχειρα και ασύστολα, βαδίζουν χέρι-χέρι οι αρχαίοι θεοί και οι ιερείς με τους φιλόσοφους, οι μύθοι με τους επιστημονικούς στοχασμούς, οι αρχαίοι πολιτικοί με τους διανοούμενους. Γι’ αυτούς, ο Δίας κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον Αναξαγόρα ή με τον Σωκράτη, ο Ησίοδος είναι ίδιος με τον Θαλή και τον Ηράκλειτο, ο Απόλλωνας συμβαδίζει με τους ήρωες της φιλοσοφίας, η αργοναυτική εκστρατεία είναι ταυτόσημη με την αναζήτηση του μυστηρίου του σύμπαντος, οι ιερείς και οι μάντεις συζητούνται μαζί με τους φιλόσοφους, οι αρχαίες ελληνικές πολιτείες υπάρχουν μόνο για τους πρωτοποριακούς διανοητές, η φιλοσοφία και η επιστήμη είναι επίσημο προϊόν του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού γενικώς. Συνθέτουν με όλα αυτά τα τελείως ετερόκλητα στοιχεία, μία ψευδή εικόνα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, ονομάζοντάς την «αρχαίο ελληνικό πνεύμα» σε εθνικό επίπεδο, και συχνά ανακατεύουν στο μίγμα και ένα μεγάλο ποσοστό επιστημονικής φαντασίας, μεταμοντέρνων μυστικισμών, θεοσοφικών αντιλήψεων, νεομυθολογίας, και, φυσικά, άκρατου εθνικισμού (που καμία βάση δεν έχει στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, πόσο μάλλον στη φιλοσοφία).

Θέλω, λοιπόν, με το άρθρο αυτό, να καταδείξω -όσο μπορώ- πέντε πράγματα, τα οποία φαίνεται ότι διαφεύγουν τελείως από όσους γράφουν ή διαβάζουν ή συζητούν ολόγυρα μου για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους:

1) Ουδεμία σχέση δεν είχε η αρχαία ελληνική θρησκεία και τα ιερατεία της και οι θεοί τους και οι μύθοι τους με τους περισσότερους από τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους. Αντιθέτως μάλιστα, οι περισσότεροι από τους φιλόσοφους κυνηγήθηκαν από τα ιερατεία, συνήθως καταδικάζονταν ως άθεοι ή ασεβείς ή αιρετικοί από την αρχαία ελληνική «Ιερά Εξέταση» (που ήταν το ίδιο στυγνή και παράλογη όσο και η χριστιανική), δεν πίστευαν στην αρχαία ελληνικές θρησκείες, και ακόμη και όταν αυτοί θεολογούσαν, δήλωναν ότι υπάρχει ένας θεός και όχι πολλοί, ο Θεός του Σύμπαντος, το Ένα πίσω από τα πάντα. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι επέκριναν τις θρησκευτικές αντιλήψεις των υπολοίπων Ελλήνων ως αφελείς και μυθολογικές, πολεμούσαν τους ιερείς, τις δεισιδαιμονίες, απέρριπταν τις αντιλήψείς της εποχής τους, όλοι οι φιλόσοφοι εξαρχής αναζητούσαν την ουσία των πραγμάτων, δεν τους κάλυπτε η θρησκεία, και άρα την ακυρώνουν μέσα από το έργο τους. Οι περισσότεροι ήταν επιστήμονες όπως οι σύγχρονοι επιστήμονες, και φιλόσοφοι και διανοούμενοι όπως οι σύγχρονοι φιλόσοφοι και διανοούμενοι, και όχι ακόλουθοι θρησκειών και λαϊκών δοξασιών. (Η αρχαία ελληνική θρησκεία καταστράφηκε από τους Έλληνες φιλόσοφους, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους χριστιανούς αυτοκράτορες, και μάλιστα οι Έλληνες κατέληξαν να πάψουν να πολεμούν για τους θεούς, γι' αυτό και τους νίκησαν οι Ρωμαίοι που πίστευαν ακόμη στους θεούς και πολεμούσαν γι' αυτούς με πάθος).

2) Συνήθως οι φιλόσοφοι δεν είχαν καμία στενή σχέση με την επίσημη Πολιτεία, συχνά την αποστρέφονταν ή επαναστατούσαν εναντίον της, και ακόμη πιο συχνά η επίσημη Πολιτεία τους συλλάμβανε, τους δίκαζε, τους καταδίκαζε, τους εξόριζε, τους φυλάκιζε, τους σκότωνε, τους απομόνωνε, ή τους ανεχόταν για πολιτικούς λόγους.

 

Θαλής ο Μιλήσιος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 21)

 

3) Ουδεμία σχέση είχαν οι φιλόσοφοι με τους περισσότερους από τους συμπολίτες τους και με τον απλό λαό, ο οποίοι συνήθως βρισκόταν σε χαμηλότατο ή μέτριο πνευματικό επίπεδο, δεν τους καταλάβαινε καθόλου, συχνά οι άνθρωποι τους κορόιδευαν, τους χλεύαζαν, δεν τους αποδέχονταν, ή ακόμη και τους φοβούνταν ή ένιωθαν δέος μπροστά τους. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι ήταν αντικοινωνικοί, μοναχικοί τύποι, που συναναστρέφονται μόνο τους ομοίους τους και τους πιστούς μαθητές τους, έφτιαχναν δικές τους κλίκες (τις «σχολές»), μακριά από τα αυτιά και τα μάτια των ανόητων. Και, φυσικά, δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με τον μέσο άνθρωπο της αρχαίας ελληνικής πραγματικότητας, που καμία απολύτως σχέση δεν είχε με αυτό τον εξαιρετικό τύπο ανθρώπων. (Κάποιοι απ' αυτούς δέχονταν να μισθωθούν για να διδάξουν κάποιους νέους των καλών οικογενειών, κι αυτό ήταν όλο). Η επιρροή τους στην κοινωνία, εκδηλώθηκε κυρίως στην ύστερη αρχαιότητα.

4) Οι περισσότεροι φιλόσοφοι δεν ήταν Αθηναίοι, ούτε εξελίχθηκαν ως φιλόσοφοι εξαιτίας της ζωής τους στην Αθήνα. Η φιλοσοφία ούτε γεννήθηκε στην Αθήνα ούτε πέθανε στην Αθήνα. Ήταν μερικές φορές περαστική από την Αθήνα, στο ταξίδι της προς την εξερεύνηση του γνωστού κόσμου. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι ταξίδεψαν σε όλον τον αρχαίο κόσμο, συλλέγοντας τις γνώσεις τους από παντού, και επέστρεφαν για να διδάξουν τους Έλληνες με τα συμπεράσματα τους, τις γνώσεις και τις εμπνεύσεις που αποκόμισαν από τις έρευνες, τις θεωρίες και τις εξερευνήσεις τους. Οι συντοπίτες τους σπανίως τους αναγνώριζαν ως σοφούς, κ έτσι αναγνωρίζονταν σε άλλους τόπους. (Τότε, όπως και τώρα, κυβερνούσε στην Ελλάδα η μισαλλοδοξία). Οι περισσότεροι φιλόσοφοι δεν γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο κυρίως σώμα της Ελλάδας, αλλά στη Μικρά Ασία, στην Ιωνία και στη «Μεγάλη Ελλάδα» και στις αποικίες. Οι περισσότεροι φιλόσοφοι κατέφευγαν στις αποικίες, επειδή τους κυνηγούσαν, προτιμούσαν τις κοινωνίες των νέων πολιτειών και αποικιών όπου άκμαζαν οι νέες ιδέες, κυρίως στην Κάτω Ιταλία, στη Σικελία, κλπ. Συνήθως δεν συμβάδιζαν με το αθηναϊκό ή το σπαρτιατικό κράτος.

5) Όλοι ανεξαιρέτως οι αρχαίοι  Έλληνες φιλόσοφοι ήταν πάρα πολύ παράξενοι άνθρωποι, τελείως strange, τύποι, εκκεντρικοί, πολυσχιδείς και πολυμαθείς ιδιότροποι, παρεξηγημένοι μεγαλοφυΐες, απόλυτα πρωτοποριακοί και μεγάλοι επαναστάτες, στη θεωρία ή στην πράξη. Αν κυκλοφορούσαν σήμερα ανάμεσα μας, όλοι θα τους θεωρούσαν είτε τρελούς, είτε γραφικούς, είτε μυστηριώδες, είτε επικίνδυνους αιρετικούς, είτε ανατρεπτικούς, είτε τελείως ακατανόητους τύπους, μάγους, μυστικιστές, τρελούς επιστήμονες, ευφάνταστους συγγραφείς, ονειροπαρμένους και τελείως φευγάτους καλλιτέχνες. Κανένας δεν θα τους παραδεχόταν αν ήταν σύγχρονοι μας, όπως τους παραδέχονται τώρα που είναι αρχαίοι και κλασικοί. Πίστευαν σε πολύ παράξενα πράγματα, είχαν τελείως παράδοξες ιδέες, απαράδεκτες για την εποχή τους (συχνά και για τη δική μας), οι περισσότεροι ήταν κοσμοπολίτες, εξόριστοι ή αυτοεξόριστοι, περιηγητές, παράξενοι διανοητές, ήταν εναντίον της κοινωνίας στη μορφή που ξέρουμε, της θρησκείας, των λαϊκών και των δημοφιλών πεποιθήσεων, πίστευαν σε ουτοπίες και σε δικές τους επινόησης κοινωνικά, πολιτικά και φιλοσοφικά συστήματα .Ήταν αληθινοί άνθρωποι, ενώ όλοι γύρω τους ήταν ανθρωπάρια. Δεν συνέθεσαν το έργο τους βάσει κάποιου επίσημου ελληνικού πολιτισμού ή επηρεασμένοι από το κύριο σώμα του, αλλά από προσωπική έμπνευση και έρευνα και εξερεύνηση, αμφισβήτηση και περιέργεια, ατομικό στοχασμό και μαθητεία μόνο δίπλα σε προγενέστερους ομοίους τους.

Αυτά τα πέντε πράγματα θέλω να καταδείξω, που θα έπρεπε να είναι πασίγνωστα, αλλά παραδόξως δεν είναι, ή δεν τα βλέπω εγώ να είναι πασίγνωστα γύρω μου. Επίσης, πρέπει να επισημάνω ότι μιλώντας για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, δεν μιλάμε για κανένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που στήριζε σε κάποια εποχή τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά για καμιά εκατοσταριά ιδιαίτερα άτομα (για να μην πω πενηνταριά) στην πάροδο περίπου δέκα αιώνων, που έδρασαν μάλλον παρασιτικά ή πειρατικά. Πρόκειται για μια μυστική φιλοσοφική σκυταλοδρομία, μέσα από ατυχίες και αντιξοότητες, βάσανα και κόπους. Οι καρποί της μαζεύτηκαν δικαιωμένοι μόνο κατά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, πολλούς αιώνες αργότερα.

Η ελληνική φιλοσοφία δεν υπήρχε πριν το 600 π.Χ. και τελείωσε ανεπιστρεπτί γύρω στον 4ο αιώνα μ.Χ. (αναμιγμένη με τη ρωμαϊκή φιλοσοφία). Αυτά ήταν τα χίλια χρόνια της φιλοσοφίας. Τα πάντα έχουν ειπωθεί από το 600 π.Χ. ως το 400 μ.Χ., χίλια χρόνια φιλοσοφίας ήταν αρκετά για την ανθρωπότητα. Τελικά η ανθρωπότητα απέρριψε όλες ανεξαιρέτως τις προτάσεις των φιλοσόφων. Γι αυτό και δεν έχουν γίνει ακόμη όλοι οι άνθρωποι σοφοί, και ο σοφός άνθρωπος συνεχίζει να είναι το πιο σπάνιο πράγμα στον κόσμο.

  

 

Ο ΘΑΛΗΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

Ο Θαλής (624-546 π.Χ.), ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος και ένας από τους «Επτά Σοφούς της αρχαιότητας», προσπαθούσε να διδάξει στους συμπολίτες του στη Μίλητο τον τρόπο να συλλογίζονται ορθά, και πρέπει να ήταν ένας ήρεμος και καλοκάγαθος άνθρωπος αφού δεν οργιζόταν όταν εκείνοι δεν καταλάβαιναν το παραμικρό από τα παράξενα πράγματα που τους έλεγε ή όταν τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Και πρέπει να αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη γι' αυτούς όταν οι άλλοι Έλληνες τον συμπεριέλαβαν στους Επτά Σοφούς δίπλα στον Σόλωνα. Βλέπετε, ήταν έτοιμοι πάντοτε να τον χλευάσουν ή και να τον κατηγορήσουν άδικα, λόγω της αμάθειάς τους. Πα παράδειγμα, όταν ο Θαλής προέβλεψε την έκλειψη ηλίου στις 28 Μαΐου του 585 π.Χ., και η έκλειψη όντως έγινε την ημέρα και την ώρα που είχε προβλέψει, οι συμπολίτες του αντί να τον θαυμάσουν, τον κατηγόρησαν για μάγο...

 

Θαλής ο Μιλήσιος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 22)

 

Από παιδί είχε τη φήμη του αφηρημένου και πολλοί τον κατηγορούσαν για τεμπέλη, επειδή τον έβλεπαν να είναι πάντα βυθισμένος στις σκέψεις του και σε περισυλλογή. Τόσο πολύ χανόταν στις σκέψεις του, που συχνά δεν έβλεπε που βάδιζε, και μια μέρα, έτσι αφηρημένος όπως ήταν, έπεσε μέσα σε έναν λάκκο και χτύπησε, προκαλώντας τα γέλια των συμπατριωτών του, που από τότε έλεγαν πως ο Θαλής ήταν ανίκανος ακόμη και να βαδίσει, τόσο άχρηστος ήταν, έλεγαν, που έπεφτε μέσα σε όποιον λάκκο βρισκόταν μπροστά του. Και όλα αυτά, παραδόξως, γινόντουσαν στη Μίλητο, που την κυβερνούσε ο πανέξυπνος δικτάτορας Θρασύβουλος, πρωτεύουσα της βιοτεχνίας του Αιγαίου, της υφαντουργίας, του εμπορίου, της φιλοξενίας, αλλά και της τέχνης, της λογοτεχνίας και της μελέτης. Μια πόλη τόσο ακμάζουσα που είχε ιδρύσει και άλλες ογδόντα δικές της αποικίες στις ακτές της Μικρά Ασίας, και οι πληροφορίες που έφτασαν μέχρι εμάς λένε πως όλες οι ελληνικές πόλεις ζήλευαν τον πλούτο, την ελευθερία, την πολυτέλεια και τη μόρφωση που απολάμβαναν οι Μιλήσιοι οι πιο γενναίοι ναυτικοί, οι πιο πονηροί έμποροι, οι πιο εκλεπτυσμένες γυναίκες, οι πιο προοδευμένοι σπουδαστές. Οι σπουδές εκεί είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο του ιερατείου, που παντού είχε ακόμη πλήρες μονοπώλιο, ενώ εκεί κυριαρχούσε η ελεύθερη σκέψη. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κορόιδευαν τον Θαλή.

Κι ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα η επιστήμη δεν είχε ξεχωρίσει ακόμη από τη μυθολογία, και οι άνθρωποι ακόμη πίστευαν αυστηρά μόνο αυτά που έλεγαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος και κανένας άλλος, στη Μίλητο υπήρχε ένας μεγάλος σοφός που είχε διαγράψει τους θεούς και τους μύθους τους, και είχε ιδρύσει την πρώτη ελληνική φιλοσοφική σχολή, το πρώτο πειραματικό εργαστήριο, και τη φυσιοκρατική θεώρηση του κόσμου: ο Θαλής, κατά τους συμπατριώτες του: ένας αιθεροβάμονας που δεν έβλεπε πού βάδιζε. Είχε αποφασίσει πως θα έδειχνε σε όλους τους χλευαστές του πως μπορούσε ο ίδιος να κυβερνήσει τη ζωή του, χρησιμοποιώντας όλα εκείνα για τα οποία τον κορόιδευαν. Πήρε ένα δάνειο και αγόρασε όλα τα ελαιοτριβεία της περιοχής, με σκοπό να γίνει παραγωγός λαδιού: ήταν ένας βαρύς χειμώνας και οι τιμές τους είχαν πέσει γιατί δεν υπήρχε ζήτηση. Ο Θαλής, μελετημένος στην αστρονομία καθώς ήταν, και στη μετεωρολογία, είχε προβλέψει πως η χρονιά που θα ακολουθούσε θα είχε πολύ ευνοϊκές καιρικές συνθήκες με καλή σοδειά για κάποιον που θα είχε ελιές, κι αυτό θα έκανε πολύτιμα τα λιοτρίβια του. Και, πραγματικά, επιβεβαιώθηκε απόλυτα. Το φθινόπωρο, έχοντας μονοπώλιο σία ελαιουργεία, επέβαλε στους πελάτες του τις υψηλές τιμές που ζητούσε. Κι έτσι εκδικήθηκε όσους τον κορόιδευαν ως άχρηστο, συγκέντρωσε μία μεγάλη περιουσία, δώρισε και στην Πολιτεία για να τους αποστομώσει, έγινε εισοδηματίας και μπόρεσε να αφιερώσει πλήρως τον χρόνο του στις μελέτες και στα ταξίδια.

Ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να διδαχθεί τις εξελίξεις στη μαθηματική επιστήμη, αλλά ανακάλυψε ότι οι Αιγύπτιοι ήταν αρκετά αφελείς ώστε να σχεδιάζουν να κατασκευάσουν κάτι περίτεχνες πανύψηλες κατασκευές για να μετρήσουν το ύψος των πυραμίδων που κανείς δεν το ήξερε μέχρι τότε. Κέρδισε αμέσως την εκτίμηση όλων των σοφών της Αιγύπτου, με το απλό αυτό κόλπο: τους είπε ότι μπορούσε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων την ίδια εκείνη μέρα με μεγάλη ευκολία: δεν είχε παρά να μετρήσει την σκιά των πυραμίδων πάνω στην άμμο τη στιγμή ακριβώς που η δική του σκιά είχε μήκος ίσο με το ύψος του, κάνοντας την αναλογία: Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, και η φήμη του ταξίδεψε σε χρόνο μηδέν σε όλη την Αίγυπτο, όπου βρέθηκε να συναναστρέφεται με τους πιο μυημένους ανθρώπους, ανταλλάσσοντας όλων των ειδών τις γνώσεις. Στα καράβια που τον μετέφεραν από το ένα λιμάνι της Μεσογείου στο άλλο, μελετούσε τις νύχτες τον ουρανό προσπαθώντας να ανακαλύψει μία τάξη και μία λογική υπό το φως των όσων είχε μάθει στη Βαβυλώνα, όπου είχε μαθητεύσει στους μεγαλύτερους αστρονόμους της εποχής. Ο άνθρωπος αυτός, δυόμισιχιλιάδες χρόνια πριν τη διατύπωση της Θεωρίας της εξέλιξης, υπολόγισε ότι η ζωή στη Γη προήλθε από το νερό, και πως όλα όσα αποτελούν τον κόσμο έχουν μια κοινή συνδυαστική αρχή, όσο διαφορετικά και αν φαίνονται. Ο Θαλής φαντάστηκε τη ζωή σαν μια αθάνατη ψυχή, που τα στοιχεία της ενσαρκώνονται εφήμερα, κάποτε σε ένα φυτό, κάποτε σε ένα ζώο ή σε ένα ορυκτό. Τα βουνά, τα ψάρια, τα άστρα, οι πάπυροι και οι άνθρωποι, δεν είναι παρά κομμάτια αυτής της αθάνατης ψυχής του κόσμου, θάνατος δεν υπάρχει, φαινομενικά πεθαίνουν μόνο οι εφήμερες ενσαρκώσεις της αιώνιας ψυχής που απλά παίρνει για λίγο το σχήμα τους, και τους δανείζει ζωική δύναμη. Διατύπωσε την ιδέα ότι ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά. Οι είρωνες τον ρωτούσαν γιατί τότε προτιμούσε τη ζωή από τον θάνατο και δεν πέθαινε, κι ο Θαλής τους απαντούσε: «Μα, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει διαφορά...»

 

Θαλής ο Μιλήσιος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 22)

 

Προκαλούσε την οργή των ιερέων όταν τον ρωτούσαν τι ήταν οι θεοί, κι εκείνος απαντούσε: «Εδώ δεν ξέρετε τι είναι οι πέτρες, θέλετε να μάθετε τι είναι οι θεοί; Όλα, και πέτρες και θεοί, είναι κομμάτια της αιώνιας ψυχής του κόσμου, στην οποία δεν χρειάζεται να κάνετε θυσίες ή να απευθύνετε προσευχές, διότι είστε και εσείς οι ίδιοι μέρη της...» Υποπτεύονταν ότι ίσως ήταν ένας βλάσφημος άνθρωπος, και θα τον είχαν σίγουρα σκοτώσει αν δεν ήταν τόσο φιλήσυχος, καλοκάγαθος, τελικά συμπαθής και νομοταγής, αλλά κατά βάθος μπερδεύονταν με τις απαντήσεις του και κάπως καθησυχάζονταν όταν τελικά τους απαντούσε απλοϊκά στην ερώτηση τι ήταν ο θεός, λέγοντας: «Ενταξει, θεός είναι αυτό που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος» (που ακόμη και μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια παραμένει ο πιο ψύχραιμος ορίσμός). Όταν τον ρωτούσαν ποιο ήταν κατά τη γνώμη του το δυσκολότερο πρόβλημα για τον άνθρωπο, έλεγε: «Να γνωρίσει τον εαυτό του». Τον ρωτούσαν ποια θα έπρεπε να είναι η δικαιοσύνη για έναν ενάρετο άνθρωπο, κι εκείνος απαντούσε: «Να μην κάνει στους άλλους αυτό που δεν θέλει να του κάνουν» (εξακόσια χρόνια πριν το πει ο 1ησούς ο Ναζωραίος). Τον ρωτούσαν ποιο ήταν το πιο σπάνιο πράγμα που είχε δει, κάτι το πρωτοφανές, και ο Θαλής απαντούσε: «Γέροντα Τύραννον» (εννοώντας ότι οι τύραννοι σχεδόν ποτέ δεν ζουν τόσο πολύ ώστε να γεράσουν). Έλεγε ότι για τρία πράγματα όφειλε ευγνωμοσύνη στην Τύχη: «Πρώτον διότι γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, δεύτερον διότι γεννήθηκα άνδρας και όχι γυναίκα, και τρίτον διότι γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος...» Και οι αφελείς που τον άκουγαν ήταν ευχαριστημένοι ακούγοντάς το αυτό, γιατί κι εκείνοι ήταν άνθρωποι, άνδρες και Έλληνες, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι το έλεγε για να καταγγείλει ότι οι άνθρωποι δεν φέρονται σωστά στα ζώα, ότι οι άνδρες δεν φέρονται σωστά στις γυναίκες, και ότι οι Έλληνες δεν φέρονται σωστά στους βάρβαρους. Δεν καταλάβαιναν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ενσαρκώσεις της αιώνιας αθάνατης ψυχής, και ότι καμία ουσιαστική διαφορά δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν κατάλαβαν ούτε καν τη σπάνια ψυχή του παππούλη μας του Θαλή, που επέστρεψε πίσω στην αιώνια ψυχή του κόσμου, σε μεγάλη ηρεμία και σοφία και σε βαθιά γεράματα, καθώς παρακολουθούσε τα θεάματα σε ένα στάδιο, καθότι φίλαθλος. Δεν διασώθηκε κανένα έργο του Θαλή, και γι' αυτό λένε ότι δεν έγραψε κανένα σύγγραμμα, πράγμα για το οποίο κάθε νοήμων άνθρωπος έχει δικαίωμα να αμφιβάλει.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΥ

 

Δεν υπήρχαν φιλόσοφοι πριν από τον Θαλή. Ο Θαλής άφησε έναν μόνο μαθητή, τον Αναξίμανδρο, για τη ζωή του οποίου δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, πέρα από κάποιες αμφίβολες πληροφορίες του Κικέρωνα και από ένα ανέκδοτο που αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος: Ο Αναξίμανδρος τραγουδούσε, και με το άσμα του προκαλούσε το γέλιο των παιδιών που τον κορόιδευαν, και εκείνος έλεγε: «Πρέπει, εξαιτίας των παιδιών, να καταβάλλουμε προσπάθεια για να τραγουδάμε καλύτερα» (βέλτιον ουν ημίν αστέον δια τα παιδάρια).

 

Αναξίμανδρος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 23)

 

Ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος  Έλληνας φιλόσοφος που τόλμησε να εκδώσει ένα σύγγραμμα «Περί φύσεως» (γύρω στο 550 π.Χ., και, από τότε, σχεδόν κάθε Έλληνας φιλόσοφος, και όχι μόνο, έχει γράψει και από ένα σύγγραμμα «περί φύσεως», που έγινε το αγαπημένο θέμα των αρχαίων λογίων). Ήταν η πρώτη γνωστή συγγραφή με την οποία επιχειρούταν η εξήγηση του σύμπαντος με βάση επιστημονικές αρχές, και αποτελούσε σοβαρά επικίνδυνο τόλμημα, αν λάμβανε κανείς υπ' όψιν του τις  θεοκρατικές αντιλήψεις της εποχής, αφού οποιοδήποτε παρόμοιο εγχείρημα έπρεπε να συμβαδίζει με τη θεογονία του Ησίοδου και με τις γενεαλογίες του Δία. Το πρώτο αυτό επιστημονικό σύγγραμμα δεν πρέπει να γνώρισε καθόλου θερμή υποδοχή, αφού ήταν εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και κατά την αρχαιότητα, και είναι αμφίβολο ακόμη και αν ο Αριστοτέλης (που ήταν μανιώδης συλλέκτης με τεράστια βιβλιοθήκη) το είχε αντικρίσει ολόκληρο ποτέ. Ο Απολλόδωρος, όπως καταθέτει ο Διογένης Λαέρτιος, θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο τυχερό άνθρωπο του κόσμου διότι είχε επιτύχει το ανέλπιστο κατόρθωμα να αποκτήσει μία πολύ μικρή περίληψη του συγγράμματος του Αναξίμανδρου. Ο σχολιαστής του Αριστοτέλη, Σιμπλίκιος, διέσωσε μόνον μία μικρή πρόταση από το σύγγραμμα αυτό, (που κι αυτή η πρόταση είναι χαμένη κάπου μέσα στη χαοτική μάζα της αρχαίας σημειολογίας, κι έτσι δεν ήταν εύκολο να την εντοπίσω).Ήταν ένα τόσο παράτολμο εγχείρημα για την εποχή, η συγγραφή ενός τέτοιου συγγράμματος, που επιβίωσε από αυτό μόνο μια μικρή περίληψη που την είχε μόνο ένας άνθρωπος, κι έπειτα δεν έμεινε παρά μία μόνο μικρή γραμμούλα... Τόσο σημαντική ήταν για τους Έλληνες του 550 π.Χ. η επιστημονική εξήγηση του Σύμπαντος…

 

 

Ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ: ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ

 

Ο νεαρός Πυθαγόρας (γεννημένος στη Σάμο το 580 π.Χ.) έγινε μαθητής του φιλόσοφου Φερεκύδη στη Λέσβο, του Ερμοδάμαντα στη Σάμο, και του μεγάλου Θαλή και του Αναξίμανδρου στη Μίλητο. Ο τύραννος της Σάμου Πολυκράτης του έδωσε συστατικές επιστολές για τον Φαραώ Άμαση και ο Πυθαγόρας ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου έγινε δεκτός από τους αρχιερείς της Μέμφιδος και της Ηλιούπολης. Λέγεται ότι μυήθηκε σε όλα τα αιγυπτιακά μυστήρια και ότι έμεινε στην Αίγυπτο είκοσι ολόκληρα χρόνια, περνώντας πλέον για Αιγύπτιος, ώσπου ο Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης κατέλαβε τη χώρα, διέλυσε τη δυναστεία των Φαραώ, και ο Πυθαγόρας αιχμαλωτίστηκε μαζί με άλλους Αιγυπτίους λόγιους, και μεταφέρθηκε ως σκλάβος στη Βαβυλώνα. Εκεί κατάφερε να διακριθεί και να επιζητούν συναναστροφές μαζί του Πέρσες Μάγοι και σοφοί Χαλδαίοι, για ανταλλαγές γνώσεων και διδασκαλιών, και έπειτα από δώδεκα χρόνια διαμονής στη Βαβυλώνα (όπου οι γνώσεις του είχαν χαρακτηριστεί αρκετά σημαντικές για να κυκλοφορούν ελεύθερες). Ο προσωπικός γιατρός του Πέρση βασιλιά, ο Έλληνας  Δημοκείδης, μεσολάβησε και κατάφερε επιτέλους να αφεθεί ελεύθερος ο Πυθαγόρας, με τον όρο να επιστρέψει στην πατρίδα του τη Σάμο και όχι στην Αίγυπτο.

Αυτός όμως μόλις απέκτησε την ελευθερία του ταξίδεψε σε όλη την Εγγύς Ανατολή, και λένε ότι έφτασε μέχρι και την Ινδία, πάντοτε αναζητώντας σπάνιες γνώσεις και σπάνιους ανθρώπους. Ήταν εκ πεποιθήσεως «τουρίστας», περιηγητής. Ταξίδεψε επίσης σε διάσημους «ιερούς τόπους» της Ελλάδας, για να εξερευνήσει τα μυστήρια αυτών των τόπων, στη Δήλο, στο Ιδαίον Άντρον της Κρήτης, στους Δελφούς (όπου λέγεται ότι συνδέθηκε ερωτικά με την ιέρεια θεμιστοκλεία και έμεινε μαζί της για έναν χρόνο, όπου έμαθε πολλά μυστικά των Δελφών, μάλλον απομυθοποιητικά για το μαντείο). Όπου και αν πήγε, ανακάλυψε ότι κανείς δεν ήταν έτοιμος να δεχθεί τις πρωτοποριακές του απόψεις, και ότι ακόμη και οι σοφοί είχαν μόνο τη δική τους σοφία και όχι τη σοφία και τις γνώσεις των άλλων σοφών, γνώσεις στις οποίες ο ίδιος είχε καταλήξει να έχει ευρεία εποπτεία, έχοντας γνωρίσει τόσο πολλούς σοφούς ανθρώπους. Οι επαφές του και τα ταξίδια του τον είχαν μετατρέψει σε έναν σπάνιο ανθολόγο των γνώσεων του τότε κόσμου. Σε ηλικία περίπου πενήντα ετών κατάλαβε ότι ήταν απαραίτητο να ιδρύσει μία σχολή για να διδάξει τις γνώσεις, τις μελέτες και τα συμπεράσματα του, και σκέφτηκε να ιδρύσει αυτή τη σχολή στην πατρίδα του τη Σάμο (μη λογαριάζοντας, φαίνεται, το περιβόητο γεγονός ότι «ουδείς προφήτης στον τόπο του»).

Επιστρέφοντας στη Σάμο, τη βρήκε να υποφέρει από τον -λίαν παρανοϊκό- τύραννο Πολυκράτη, ο οποίος είχε μάλλον καταλήξει να μη συμπαθεί τους περιπλανώμενους φιλόσοφους, και ο Πυθαγόρας κατάλαβε ότι η ίδρυση μιας σχολής εκεί θα συναντούσε ανυπέρβλητα εμπόδια. Τότε άκουσε κάποιες θαυμαστές ιστορίες για τον Κρότωνα στην Κάτω Ιταλία, για πρωτοποριακές ιδέες, τέχνες, ευτυχισμένους πολίτες, και αποφάσισε πως όλα έδειχναν ότι σε εκείνη την ευτυχισμένη και ανθούσα αποικία θα μπορούσε να ιδρύσει τη σχολή του. Φτάνοντας στον Κρότωνα, ίδρυσε τελικά τη σχολή του εκεί. Οι φήμες όμως για τον Κρότωνα δεν ήταν όλες αληθινές, αφού η πόλη είχε ενστερνισθεί όλη τη φήμη της ευτυχισμένης και εξαφανισμένης πια γειτονικής Σύβαρης (που οι Κροτωνιάτες είχαν καταστρέψει), και η πόλη είχε κρατήσει πολλά από τον παλιό συντηρητισμό της και το ιερατείο ήταν ακόμη ισχυρό.

 

Πυθαγόρας (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 24)

 

Έπειτα από την πάροδο ενός χρόνου, γεμάτου επαφές, συνεδριάσεις, διδασκαλίες και δραστηριότητες της Πυθαγόρειας Σχολής, ο Πυθαγόρας συνελήφθη και βρέθηκε στα δικαστήρια, κατηγορούμενος -φυσικά- για αθεΐα και διαφθορά των νέων (όπως άλλωστε θα συνέβαινε και σε οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη αν ίδρυε τη σχολή του). Το δικαστήριο αποτελούνταν από χίλιους δικαστές (!) και η απολογία του Πυθαγόρα ήταν τόσο γοητευτική και εντυπωσιακή, που τελικά απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες και του επιτράπηκε να συνεχίσει να διδάσκει. Αυτό δεν έγινε επειδή υπήρχαν εκεί περισσότερες νεωτεριστικές τάσεις απ' ότι συντηρητικές, κάθε άλλο, απλώς η φιλοσοφία έτεινε να γίνει μόδα στις αποικίες, και η πόλη θα έδειχνε κακό πρόσωπο αν εξόριζε ή σκότωνε έναν φιλόσοφο, θα αποκτούσε φήμη οπισθοδρομικής κοινότητας, κάτι που οι έμποροι και οι σνομπ πλούσιοι δεν το ήθελαν, όσο και αν επέμεναν οι ιερείς και οι πολιτικοί. Ο Πυθαγόρας, έφτασε μάλιστα στο σημείο να ιδρύσει παραρτήματα της σχολής του σε πολλές πόλεις της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας.  

Η σχολή του Πυθαγόρα στον Κρότωνα έγινε τόσο φημισμένη για τις γνώσεις και την πρωτοπορία της, που άρχισαν να έρχονται εκεί νέοι από όλες τις πόλεις της Ελλάδας, κάνοντας ένα μεγάλο ταξίδι και ρισκάροντας πολλά για εκείνη, την εποχή. Ήταν γνωστό ότι η σχολή δίδασκε τους «αριθμούς», τη «θανατολογία» (προφανώς την διδασκαλεία περί μετεμψύχωσης), και την «τερατοποιία» του Φερεκύδη (κοντολογίς, πολύ παράξενα πράγματα).

Ο Πυθαγόρας ήταν ένας πολύ αινιγματικός και πολύ παράξενος άνθρωπος, εκκεντρικός και μυστηριώδης, ουσιαστικά ήταν ένας αποκρυφιστής, ίσως ο πιο αποκρυφιστής των φιλοσόφων που θα ακολουθούσαν (με εξαίρεση ίσως τον Εμπεδοκλή). Διέβλεπε στους αριθμούς στα πάντα. Προέβλεπε το μέλλον σε πολλές περιστάσεις, γοήτευε τα φίδια (λένε μάλιστα ότι κάποτε είχε ο ίδιος δαγκώσει έναν «θανατηφόρο όφη» που ήταν η μάστιγα των κατοίκων της Τυρρηνίας, ο όφης του επιτέθηκε, ο Πυθαγόρας τον δάγκωσε, ο όφης πέθανε). Κάποτε, εμφανίστηκε να συνομιλεί με τους μαθητές του ταυτόχρονα στον Κρότωνα και στο Μεταπόντο (ήταν κάτοχος, δηλαδή, του μυστικού της «πολυστασίας»). Άλλοτε, καθόταν σε ένα θέατρο και σηκώθηκε και έδειξε στους θεατές το πόδι του που ξαφνικά είχε γίνει χρυσό! Μαζί με άλλους ταξίδευε με πλεούμενο τον ποταμό Κάσα, και άρχισαν να ακούγονται φωνές μέσα από το ποτάμι που φώναζαν «Πυθαγόρα Χαίρε!», ενώ όλοι οι συνοδοί του είχαν καταληφθεί από μεγάλο τρόμο. Κατά τον Ιάμβλιχο, ο Αριστοτέλης έγραψε μια πραγματεία «Περί Πυθαγόρειας φιλοσοφίας» όπου λέει ότι του «λογικού ζώου το μεν είναι θεός, το δε άνθρωπου, το δε ως ο Πυθαγόρας».

Δεν είναι ευρέως γνωστό, πως οτιδήποτε σχετίζεται με τον Πυθαγόρα, τη ζωή και το έργο του, αποτέλεσε μεγάλο μυστικό ανά τους αιώνες. Όλα δείχνουν ότι για πολλά χρόνια ή και αιώνες, ήταν απαγορευμένο να συζητά κανείς ή να γράφει για τον Πυθαγόρα και το έργο του. Οι περισσότερες από τις λιγοστές πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή και το έργο του προέρχονται από Έλληνες συγγραφείς πολύ μεταγενέστερων χρόνων, όπως ο Διογένης Λαέρτιος, ο Πορφύριος και ο μαθητής του ο Ιάμβλιχος. Ο Πυθαγόρας έζησε το 580-490 π.Χ., ενώ ο Πορφύριος και ο Ιάμβλίχος έζησαν γύρω στο 300 μ.Χ., οκτακόσια χρόνια αργότερα. Αυτοί υποτίθεται ότι εξάγουν  πληροφορίες τους για το βίο του Πυθαγόρα από τις πραγματείες του Αριστοξένη και του Δικαιάρχου, μαθητών του Αριστοτέλη, οι οποίοι και αυτοί έγραψαν διακόσια χρόνια μετά το θάνατο του Πυθαγόρα. Από την ημέρα του θανάτου του και για εκατό χρόνια, δεν γράφτηκε απολύτως τίποτα για τον Πυθαγόρα. Η διδασκαλία στη Σχολή του ήταν αποκλειστικά προφορική, τηρούμενη με όρκο, αυστηρά μυστική. Η ίδια η διδασκαλία του και ο τρόπος που αυτή γινόταν, χαρακτηρίζεται τελείως απόλυτα από τον όρο «μυστικισμός», διότι αυτό ήταν. Όλες ανεξαιρέτως οι πληροφορίες που έχουμε για τον Πυθαγόρα, τη ζωή και το έργο του, είναι τελείως αμφίβολες. Η προσωπικότητα και η διδασκαλία του τυλίχθηκαν, από την πρώτη στιγμή με ένα πέπλο μεγάλου μυστηρίου και ένα πέπλο περίτεχνου θρύλου, πέπλα που δεν έχασε ποτέ στην πάροδο των αιώνων. Αλλά, από τους ειδικούς, θεωρείτο βέβαιο ότι ο Πυθαγόρας επηρέασε όλους τους φιλόσοφους, λίγο ή πολύ, και άσκησε μεγάλη επίδραση για την ανάπτυξη των επιστημών στον ελληνικό κόσμο και γενικά της φιλοσοφίας. (Βέβαια, δεν έχω δει κανέναν απ' αυτούς τους ειδικούς που το θεωρούν βέβαιο αυτό, να αναρωτιέται πώς άραγε ο Πυθαγόρας άσκησε αυτή την τόσο μεγάλη και καθοριστική επίδραση, τη στιγμή που όλα γίνονταν με τόσο μεγάλη μυστικότητα...) Πολλούς αιώνες αργότερα, άνθρωποι που προφανώς κατείχαν μυστικά που είχαν ταξιδέψει στους αιώνες από στόμα σε στόμα, μας διηγούνται ότι ο Πυθαγόρας δίδασκε τη «Μετεμψύχωση» (Μετ-εν-ψύχωση). Πίστευε, δηλαδή, ότι μετά το θάνατο η ψυχή του ανθρώπου, αν είναι «τέλεια», μεταβαίνει και ενώνεται με τον θεό, ενώ αν ο άνθρωπος έχει διαπράξει αμαρτήματα κατά τη ζωή του, επιστρέφει με τη μορφή φυτού ή ζώου, για τιμωρία και εξαγνισμό. Όλα τα φυτά και ζώα που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι παρά άνθρωποι αμαρτωλοί, που έχουν σταλεί εδώ σε αυτή τη μορφή -από ένα αόρατο και ακατανόητο σύστημα- για να «εξαγνιστούν». Οι διάφορες αυτές ζωές της ψυχής ενός ανθρώπου, διαρκούν έως και 3.000 χρόνια. Η ουσία, όμως, όλων των όντων είναι οι αριθμοί. Το Σύμπαν προήλθε «από το Χάος δια της μορφής», δηλαδή σχηματίστηκε από μέτρο και αρμονία, σε χρήση ενός συμπαντικού νου. Είναι η περιβόητη «Τάξις», δημοφιλής από τότε σε όλους τους φιλοσόφους. Ο Πυθαγόρας υποτίθεται ότι πρώτος ονόμασε αυτό το «μόρφωμα» του Σύμπαντος, «Κόσμον», εξαιτίας της αρμονίας και της ομορφιάς που επικρατούν σε αυτό.

 

Πυθαγόρας (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 25)

 

Ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι, δίδασκαν ότι απέναντι από τη Γη κείται η Αντίχθων, συνδεδεμένη όμως προς τη Γη, (ας πούμε, μία Γη-2, ένας παράλληλος κόσμος αντίστοιχος του δικού μας). Η Γη και η Αντίχθων κινούνται «γύρω από το ήρεμο κεντρικό πυρ». (Την κίνηση της Γης γύρω από τον ήλιο και γύρω από τον άξονα της, ως διδασκαλία του Πυθαγόρα, τη φανέρωσε σε φιλοσοφικούς κύκλους πρώτος ο Πυθαγόρειος Ικέτας, και έπειτα ο Πυθαγόρειος Έκφαντος και ο μαθητής του Πλάτωνα Ηρακλείδης ο Ποντικός. Από αυτούς επηρεάστηκε αργότερα -κατά το 280 π.Χ.- ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, μαθητής του μαθητή του Αριστοτέλη, Στράτωνα, αλλά ο Αρίσταρχος που πρώτος τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά για όλα αυτά στους «πολιτισμένους» συνανθρώπους του, καταδιώχθηκε για αθεΐα (και μάλιστα πρωτοστατούντος του στωικού «φιλόσοφου» Κλεάνθη ο οποίος ζητούσε τη θανάτωση ή εξορία του Αρίσταρχου. Από αυτήν τη σκυταλοδρομία γνώσης, συμπεραίνουμε ότι τη θεωρία της κίνησης της Γης γύρω από τον ήλιο και γύρω από τον εαυτό της, θα την είχαν διατυπώσει πρώτοι ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του, οι οποίοι όμως, για αυτόν ακριβώς τον φόβο τέτοιων διώξεων, χρησιμοποιούσαν κώδικες και αλληγορίες και σύμβολα κατά τη διδασκαλία, και εξασκούσαν τους μαθητές τους στο «νόμο της σιγής». Τρόποι αντίστοιχοι με εκείνους των Αλχημιστών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης).

Οι σελίδες αυτού του άρθρου δεν θα επαρκούσαν για να διηγηθώ έστω περιληπτικά της παράξενες πεποιθήσεις των Πυθαγορείων για τους αριθμούς και τα γεωμετρικά σχήματα, τις δονήσεις και τη μουσική, αν και μερικές από αυτές είναι σχετικά γνωστές. Μέσω των παράξενων αυτών διδαχών περί αριθμών, το πνεύμα των μαθητών τους άρχιζε σταδιακά να ανιχνεύει τον τύπο μιας αόρατης τάξης επί της ορατής πραγματικότητας. Μέσα από τα αριθμητικά σύμβολα και τις μαθηματικές έννοιες, που γι' αυτούς είχαν σαφώς και μαγικό χαρακτήρα εκτός από επιστημονικό (δηλαδή ερευνητικό), άρχιζαν να παρακολουθούν έναν αόρατο κόσμο που έστεκε ανάμεσα από τον κόσμο μας, ο οποίος είχε απόλυτο νόημα και ερμηνεία, σε αντίθεση με τον ορατό κόσμο των φαινομένων. Περιορίζομαι στο να αναφέρω ένα χαρακτηριστικό δείγμα, παραθέτοντας κάτι που γράφει ο Αριστοτέλης για τις μαθηματικές έρευνες του Πυθαγόρα και τις μεταφυσικές δοξασίες που εξήγαγε από αυτές: «Από τις βαθιές τους μαθηματικές γνώσεις, δημιουργήθηκε από τους Πυθαγόρειους η θεωρία ότι οι Αρχές των μαθηματικών είναι επίσης και οι Αρχές του Όντος. Επειδή δε στα μαθηματικά οι αριθμοί είναι εκ φύσεως το πρώτο πράγμα το οποίο συναντά κανείς, οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι έβλεπαν στους αριθμούς μεγάλη ομοιότητα προς το Είναι και το Γίγνεσθαι, μεγαλύτερη ή προς το Πυρ, τη Γη και το Ύδωρ, και ονόμαζαν αυτοί την τάδε μεταβολή των αριθμών, δικαιοσύνη, την τάδε μεταβολή των αριθμών, ψυχή και νου, την τάδε, χρόνο, κλπ. Εκτός από αυτά, έβλεπαν αυτοί στους αριθμούς τις ιδιότητες και τις σχέσεις της Αρμονίας, και πίστευαν ότι τα πάντα στη φύση είναι ομοιώματα των αριθμών, ότι τα στοιχεία των αριθμών είναι στοιχεία των όντων και ότι ολόκληρος ο ουρανός είναι αριθμός...» (Μετά τα φυσικά, 985 Β).

Όλα αυτά και πολλά άλλα, φυσικά, αποτελούσαν μεταφυσικές και μυστικιστικές πεποιθήσεις, φιλοσοφικής πρόθεσης, που καμία άμεση σχέση δεν είχαν με τα μαθηματικά και τη γεωμετρία όπως την ξέρουμε, παρ' όλο που τα μαθηματικά και η γεωμετρία όπως την ξέρουμε προέρχεται από αυτές τις παράξενες, έρευνες και μυστικιστικές πεποιθήσεις. (Άλλωστε, όλα αυτά αποτελούν ένα ζήτημα για το οποίο όλοι οι λόγιοι όλων των αιώνων, ατέρμονα συζητούν και αναρωτιούνται, και έτσι έχει απειράριθμες προεκτάσεις). Ακόμη, όλα αυτά, δεν ήταν παρά ένα μικρό δείγμα από τα απίστευτα και πρωτάκουστα πράγματα για τα οποία συζητούσαν ο Πυθαγόρας και οι φίλοι του, ερευνούσαν, δίδασκαν, αλληγορούσαν. Και το πρώτο πράγμα που ανακάλυψε ο Πυθαγόρας ήταν ότι δεν μπορείς να μιλήσεις στον καθένα για αυτά τα πράγματα, διότι είτε δεν θα καταλάβει τίποτε απολύτως, είτε θα σε κάνει να χάσεις τον χρόνο σου σε άκαρπες συζητήσεις, είτε απλώς θα προσπαθήσει μισαλλόδοξα να αποδείξει ότι είναι πιο έξυπνος από εσένα που τα λες όλα αυτά, αφού οι άνθρωποι, ακόμη και οι πιο ανόητοι, έχουν μια πάγια διαμορφωμένη άποψη για τα πάντα, ή έτσι νομίζουν. Ο Πυθαγόρας συμπέρανε ότι το να συζητάς για όλα αυτά με τον καθένα, ήταν το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορούσες να κάνεις. Και φυσικά, επειδή μέσα από όλα αυτά οι Πυθαγόρειοι εξήγαγαν μεγάλη κοσμοθεωρία και ερμηνεία του κόσμου, ο Πυθαγόρας ήξερε ότι ερχόντουσαν σε αντιπαράθεση με τη συγκεκριμένη μυθολογική-θεοκρατική ερμηνεία του κόσμου που επικρατούσε εκείνες τις εποχές μέσω των ιερατείων και των αρχόντων των πολιτειών.

 

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 26)

 

Έτσι, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει κανείς δεκτός στη Σχολή των Πυθαγορείων, και ακόμη και όταν γινόταν δεκτός , κανείς απαιτούνταν πλήρη μυστικότητα για τα πάντα όσα-άκουγε ή έβλεπε εκεί μέσα (όσα άκουγε ή έβλεπε μόνο, διότι του απαγορευόταν να μιλάει εκεί, να πει έστω και την παραμικρή λέξη, για αρκετά χρόνια). Ο υποψήφιος μαθητής καλούταν στο Γυμναστήριο της Σχολής, όπου συμμετείχε σε ασκήσεις μαζί με τους άλλους μαθητές. Η πάλη απαγορευόταν από τον Πυθαγόρα, διότι έλεγε ότι εκείνοι που προορίζονται για την άσκηση της αρετής, δεν έπρεπε να κυλιούνται στο χώμα σαν τα ζώα. Ακολουθούσε συμπόσιο κατά το οποίο ο υποψήφιος δεχόταν όλων των ειδών τις παράξενες ερωτήσεις, στις οποίες έπρεπε να απαντήσει αβίαστα και ελεύθερα. Ο Πυθαγόρας και οι συνεργάτες του παρακολουθούσαν με προσοχή τους μορφασμούς, τις όψεις και το γέλιο του υποψήφιου, βγάζοντας συμπεράσματα για την προσωπικότητα του, τον «φυσιογνωμούσαν» όπως έλεγαν. Αργότερα, ο υποψήφιος καλούταν σε ένα σπήλαιο, στο οποίο οι θρύλοι έλεγαν ότι υπήρχαν φαντάσματα και κακά πνεύματα, και του ζητούσαν να περάσει μία νύχτα μόνος του μέσα στο σπήλαιο αυτό. Αυτός που δεν τα κατάφερνε να παραμείνει εκεί, απορριπτόταν ως ασθενής και επιπόλαιος χαρακτήρας. Αν ο υποψήφιος περνούσε επιτυχώς αυτές και άλλες άγνωστες δοκιμασίες, γινόταν δεκτός στην πρώτη τάξη της Σχολής, όπου η φοίτηση του διαρκούσε πέντε ολόκληρα χρόνια. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, υπέρτατος νόμος ήταν η απόλυτη σιγή. Ο μαθητής ήταν υποχρεωμένος μόνο να ακούει και να μη ρωτά τίποτε, να μη σχολίαζε: τίποτε, να μη μιλάει σε κανέναν, (στην είσοδο της Σχολής υπήρχε η επιγραφή «Εκάς Βέβηλοι», δηλαδή μακριά οι βέβηλοι από εδώ, οι «αμύητοι», δηλαδή -από το «μύω»- αυτοί που δεν μπορούν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό -και όχι κάποιοι «βέβηλοι» με τη θρησκευτική έννοια του όρου, δηλαδή ιερόσυλοι ή κάτι τέτοιο. Το μόνο δόγμα ήταν το «Αυτός Έφα» (που σήμαινε, αυτό το είπε ο Πυθαγόρας, και άρα είναι ορθό και άρα δεν σηκώνει αμφισβήτηση). Οι μαθητές και μαθήτριες αυτής της πρώτης τάξης, ονομαζόντουσαν «ακουσματικοί», και αποτελούσαν το «Ομακόειον» (δηλαδή αυτούς που ακούνε όμοια), που ήταν κοινόβιο, και συντηρούταν από κοινό ταμείο στο οποίο οι μαθητές είχαν καταθέσει όλη την περιουσία τους. Τα πρώτα μαθήματα ήταν πολύπλοκες διδαχές ηθικής και φιλοσοφίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των πέντε ετών, ο μαθητής δεν συναντούσε ποτέ τον ίδιο τον Πυθαγόρα αλλά τους συνεργάτες του (που αναφέρονταν σε αυτόν λέγοντας «Αυτός» και όχι λέγοντας «ο Πυθαγόρας»), και με κάποιους εκλεκτούς ο Πυθαγόρας επικοινωνούσε με ραβασάκια, όπου τους έγραφε διάφορα αινιγματικά μηνύματα.

Η μεγαλύτερη αρετή, κατά τον Πυθαγόρα, ήταν η φιλία, και ίσως γι' αυτό έπρεπε να αποδείξει ότι είχε μεγάλες αρετές για να γίνεις φίλος του. Η φιλία για τους Πυθαγόρειους ήταν «εναρμόνιος ισότης» (μια κωδική φράση που ουσιαστικά σήμαινε ότι πρέπει να κάνεις φίλους μόνο τους ίσους σου). Όταν ρωτούσαν τον Πυθαγόρα τι εννοούσε με τη λέξη «φίλος» (γνωρίζοντας ότι άλλα έλεγε και άλλα εννοούσε), ο Πυθαγόρας απαντούσε: «άλλος εγώ». (Στα συμπόσια, μερικοί γνωρίζοντας πόσο καλός ήταν στη φυσιογνωμική, τον ρωτούσαν να τους πει για τον χαρακτήρα τους κρίνοντας τη φυσιογνωμία τους, κι εκείνοε απλά έλεγε το περιβόητο: «Υπάρχει πιο εύκολος τρόπος: δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι...»). Μετά τα πέντε χρόνια, αν ο Πυθαγόρας έκρινε ότι ο μαθητής ήταν άξιος «προαγωγής», τον ανακήρυττε «εσωτερικό μαθητή» και τον δεχόταν στην αληθινή Σχολή. Τότε άρχιζε να μαθαίνει για τους αριθμούς και τα γεωμετρικά σχήματα και τη μουσική, και ότι ξέρουμε γι' αυτά δεν ήταν παρά τα πρώτα εσωτερικά μαθήματα, ενώ για τα υπόλοιπα έχουμε γνώση θολή και αμφίβολη. (Είναι φανερό ότι η Σχολή του Πυθαγόρα αποτέλεσε πρότυπο για τη δομή και τη λειτουργία των μετέπειτα λεγόμενων εσωτερικών ταγμάτων και μυστικών αδελφοτήτων και εταιριών). Στο ιδιότυπο αυτό «μοναστήρι» (γιατί κάτι τέτοιο ήταν) μπορούσαν να φοιτήσουν και άνδρες και γυναίκες, αλλά πρώτα έπρεπε να δώσουν όρκο πλήρους αγνότητας και να μάθουν να τηρούν μία αυστηρή δίαιτα που απαγόρευε το κρασί, το κρέας, τα αυγά και τα κουκιά. Για κάποιον παράξενο λόγο ο Πυθαγόρας μισούσε τα κουκιά, και απαγόρευε να τα τρώνε ακόμη και τα βόδια. Όλοι έπρεπε να ντύνονται με μακρύς Χιτώνες σκούρων χρωμάτων, ήταν απαγορευμένο να γελάνε και κάθε νύχτα πριν κοιμηθούν έπρεπε να κάνουν την αυτοκριτική τους. Ο παράξενος αυτός άνθρωπος, ο Πυθαγόρας, διηγούταν στους μαθητές του ότι θυμόταν θαυμάσια και ξεκάθαρα πως στην προηγούμενη ζωή του ο ίδιος ήταν μία κυρία ελαφρών ηθών, μια εταίρα, και σε μια άλλη περασμένη ζωή του ήταν ο Αρχαίος ήρωας Εύφορος του Τρωικού Πολέμου, και μάλιστα, όταν πήγε στο Άργος, αναγνώρισε στον ναό την πανοπλία που ο ίδιος είχε φέρει ως λάφυρο από την Τροία.

Ήταν ένας παράδοξος και αντιφατικός άνθρωπος, ένας φιλελεύθερος που είχε φύγει από τη Σάμο γιατί δεν άντεχε τη δικτατορία, και στη συνέχεια εγκατέστησε στη Σχολή στον Κρότωνα την πιο σκληρή προσωπική δικτατορία, που θα τη ζήλευε ακόμη και ο ίδιος ο Χίτλερ ή ο Στάλιν. Ήταν ο Μεγάλος Αδελφός ή, μάλλον, ο Μεγάλος φίλος. Δίδασκε την αρετή και την ταπεινότητα και τη σεμνότητα, αλλά ο ίδιος είχε προσωπικές σχέσεις μόνο με εκείνους που του εκδήλωναν συμπεριφορές λατρείας μεσιακής προς το άτομο του. Ήταν μια μεγαλοφυΐα, ένας μυστηριώδης τύπος, ένας ξεχωριστός άνθρωπος, αργότερα πολλοί τον πίστευαν για ημίθεο, σίγουρα ήταν ένας από τους πρώτους μεγάλους επιστήμονες αλλά ακόμη πιο σίγουρα ήταν ο απόλυτος «γκουρού», τους τρόπους του οποίου μυήθηκαν με ακρίβεια αμέτρητοι «δάσκαλοι» και «μύστες» στην ιστορία της ανθρωπότητας, λιγότερο θαυμαστοί από αυτόν...

Η παράξενη κάστα των Πυθαγορείων, πεισμένη πως αποτελούσε μία τάξη εκλεκτών,  που είχαν εντεταλμένη αποστολή από τον θεό (τον θεό του Σύμπαντος, τον Κοσμικό Νου, αφού ο Πυθαγόρας συνήθως μιλούσε για έναν θεό, τον «Δημιουργό», και όχι για πολλούς θεούς να βάλουν τάξη και να δώσουν γνώση στον χαοτικό όχλο των ανόητων ανθρώπων, αποφάσισε να διεισδύσει κρυφά στην κρατική εξουσία με σκοπό να ιδρύσει σταδιακά στον Κρότωνα την τέλεια δημοκρατία που θα βασίζεται στις αλήθειες που είχε ανακαλύψει ο μεγάλος δάσκαλος. (Φαντάζομαι μια πεφωτισμένη αριστοκρατία, με τον Πυθαγόρα θεϊκό ηγεμόνα ελέω αριθμών, που θα απαγόρευε τα κουκιά, το κρέας, τα αυγά, τον έρωτα και το γέλιο, και θα, υποχρέωνε τους πολίτες σε ολονύκτίες αυτοκριτικές). Ίσως ξεκίνησε έτσι μία συνωμοσία, ίσως και όχι, δεν ήμαστε σίγουροι, πάντως πολλά διοικητικά πόστα του Κρότωνα είχαν καταληφθεί από αυστηρούς Πυθαγόρειους, κρυψίνοες, ειδικευμένους σε γνώσεις που κανείς δεν είχε ξανακούσει, κι ίσως αυτό να προκάλεσε την καχυποψία των πολιτών απέναντι στη Σχολή. (Θα έλεγε κανείς ότι οι Πυθαγόρειοι θα μπορούσαν κάλλιστα να ήταν οι πρώτο: Μασόνοι). Ο Πυθαγόρας, σαν να είχε δει το τέλος να πλησιάζει, είχε, εμπιστευτεί το σύγγραμμα του με τίτλο Σχόλια στη κόρη του Δαμώ, που ήταν ίσως η πιο πιστή μαθήτρια του, για να το διασώσει μετά τον θάνατο του... Ένας οργισμένος όχλος Κροτωνιστών φονταμενταλιστών της εποχής, (κατά άλλους, μέλη του ρεύματος των «δημοκρατικών» υπό τον Κύλωνα), περικύκλωσε τη Σχολή, και όλοι μαζί εισέβαλαν, κατέστρεψαν και έκαψαν ότι βρήκαν εκεί μέσα, έβγαλαν έξω όλους τους ενοίκους και τους έσφαξαν. Ο ίδιος ο Πυθαγόρας κατάφερε να δραπετεύσει μέσα στη νύχτα, αλλά ο όχλος τον κυνήγησε με πυρσούς, ώσπου τα βήματα του τον οδήγησαν από μια ειρωνεία της μοίρας σε ένα χωράφι με κουκιά. Μισούσε τόσο πολύ τα κουκιά που δεν καταδέχθηκε να ξαπλώσει ανάμεσα τους για να κρυφτεί, κι έτσι οι διώκτες του τον εντόπισαν και τον σκότωσαν επί τόπου. (Αργότερα, ο λαός παρέφρασε την απέχθεια του Πυθαγόρα για τα κουκιά, σε απέχθεια για τα πράσα, και απέδιδε σε αυτό το μοιραίο γεγονός της σύλληψής του την καταγωγή της φράσης «τον πιάσανε στα πράσα»). Εκείνη τη νύχτα πρέπει να σφαγιάστηκαν εκατοντάδες ιδιαίτεροι άνθρωποι, κάτοχοι ποιος ξέρει πόσων μυστικών γνώσεων. Σώθηκαν σαν από θαύμα μονάχα δύο μαθητές του Πυθαγόρα, ο Άρχιππος και ο Λύσις (απ' αυτούς, ο Λύσις διέφυγε τελικά στη Θήβα, όπου πήρε ως μαθητή του τον Επαμεινώνδα).

Ο Φιλόλαος, ο πρώτος Πυθαγόρειος συγγραφέας, λέει -σε ένα απόσπασμα που από θαύμα δεν το έκαψαν αργότερα κι αυτό οι συμπολίτες του- για τις πεποιθήσεις των Πυθαγορείων περί ψυχής: «Μαρτυρούν δε ακόμη και οι παλαιοί θεολόγοι και μάντεις, ότι η ψυχή έχει συνδεθεί με το σώμα ως τιμωρία για τις αμαρτίες αυτής, και ότι είναι εντός του σώματος σαν να ευρίσκεται εις τον τάφον...» Όταν η ψυχή του Πυθαγόρα απελευθερώθηκε βιαίως από το σώμα του, ο ίδιος ήταν ογδόντα ετών. Δεν έχει τάφο.

 

 

Ο ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ, ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΟΙ ΘΕΟΙ

ΚΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ

 

Ο Ξενοφάνης (570-480 π.Χ.) ο Κολοφώνιος, φιλόσοφος και ποιητής, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Κολοφώνα της Μικράς Ασίας. Θαύμαζε τον Θαλή και ήταν μαθητής του Αναξίμανδρου. Όταν ο τόπος υποτάχθηκε στους Πέρσες, ο Ξενοφάνης στην ηλικία των εικοσιπέντε ετών έφυγε από την πατρίδα του, μην μπορώντας να ανεχθεί τον περσικό ζυγό, «την στυγεράν τυραννίαν» όπως την αναφέρει ο ίδιος. Ο ίδιος, επίσης, λέει ότι από τότε «αφιέρωσε τη ζωή του σε περιπλανήσεις». Ταξίδεψε στη Μάλτα, στις ακτές της Δαλματίας, στη νήσο φάρο, στις Συρακούσες, και αλλού. Κατοίκησε τελικά σε διάφορα μέρη της Σικελίας και στην Ελέα στην Κάτω Ιταλία.

 

Ζήνων (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 27)

 

Ο Ξενοφάνης ήταν ένας περιπλανώμενος βάρδος, ποιητής και ραψωδός. Στα μέρη όπου πήγαινε τραγουδούσε τα έπη του Ομήρου και του Ησίοδου, όπως απαιτούνταν από το έθιμο, αλλά και πολλά δικά του ποιήματα (από τα οποία δυστυχώς έχουν σωθεί μόνο μερικά μικρά αποσπάσματα). Ο Πρόκλος αναφέρει ότι ο Ξενοφάνης είχε γράψει μεγάλο ποίημα με τον τίτλο Σίλλοι, στο οποίο κατέκρινε σθεναρά τους ποιητές και τους φιλόσοφους, για τον δογματισμό τους, τη μισαλλοδοξία τους, τον εγωισμό τους ,τις αντιφάσεις τους. Επίσης, ο Ξενοφάνης είναι ένας χαρακτήρας πάνω στον οποίο διαφαίνεται η απαρχή της διακοπής της ηρωικής παράδοσης και της μυθολογίας (από κάποιον που ήταν ειδικός σε αυτήν). Όλα δείχνουν ότι η υποταγή του μικρασιατικού ελληνικού πολιτισμού στους Πέρσες, προκάλεσε μια ανεπανόρθωτη κρίση σε ολόκληρη τη μυθική παράδοση, την οποία εκείνη την εποχή εκπροσωπούσε αποκλειστικά ο Όμηρος. (Οι Έλληνες περίμεναν ότι οι θεοί δεν θα επέτρεπαν στους Πέρσες να κατακτήσουν τα εδάφη τους). Για πρώτη φορά άρχισε να εξετάζεται με κριτικό πνεύμα το παρελθόν και να επικρίνεται από ηθικής άποψης. Ο Ξενοφάνης και ο Πυθαγόρας είναι μάλλον οι πρώτοι στοχαστές που αρχίζουν να επικρίνουν σφοδρότατα τον Όμηρο και τον Ησίοδο (που ως ονόματα αντιπροσώπευαν την «παλιά φρουρά», μυθοποιητική και ιερατική, που επιχειρούνταν τώρα να αντικατασταθεί από τους φιλοσόφους). Ο Ξενοφάνης επικρίνει τους μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του, λέγοντας ότι οι πάντες άντλησαν τη μόρφωση τους αποκλειστικά από τον Όμηρο, και δεν γνωρίζουν τίποτε άλλο. Αλλά ο Όμηρος και ο Ησίοδος, λέει ο Ξενοφάνης, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να χρησιμοποιούν δραματικά τις ανθρώπινες κακίες και φαυλότητες και να τις  αποδίδουν στους θεούς. «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος όλα τα απέδιδαν στους θεούς, όλα όσα είναι κατά την κρίση του ανθρώπου άξια ονειδισμού και επίκρησης, τις κλοπές, τις μοιχείες, τις μικρότητες, τη μισαλλοδοξία, τις αμοιβαίες απάτες...» Με την κριτική του ο Ξενοφάνης έφτασε να κατακρίνει ανοιχτά τα ιερατεία, τις πεποιθήσεις τους και τους χειρισμούς ανθρώπων που έκαναν, και να επιτεθεί κατά όλων των τότε θρησκευτικών και κοινωνικών δοξασιών, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο ελληνικό Διαφωτισμό.

 

Ζήνων (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 28)

 

Ο Ξενοφάνης κατακρίνει τον Όμηρο και τον Ησίοδο λέγοντα ότι εισήγαγαν στην αντίληψη των ανθρώπων τον ανθρωπομορφισμό των θεών (μια παρατήρηση 2.500 χρόνια πριν τη διατυπώσουν οι σύγχρονοι ιστορικοί και ανθρωπολογικοί αναλυτές της αρχαιότητας), και ότι οι θεοί ουσιαστικά παρουσιάζονται ως κακέκτυπα των ανθρώπων, και όχι το αντίστροφο -όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ο Ξενοφάνης διδάσκει ότι «ο Θεός στο σύνολο του είναι όραση, ακοή και νόηση», δηλαδή βλέπει, νοεί και ακούει απ' ευθείας, χωρίς να έχει ανάγκη αισθητηρίων οργάνων. Είναι ο Κοσμικός Νους. Δεν διοικεί το Σύμπαν με κάποια ανώτερη υλική δύναμη, όπως δίδασκαν για τους θεούς ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αλλά το κυβερνά «δια της νοήσεως» και «χωρίς να καταβάλλει σωματικό κόπο, θέτει τα πάντα σε κίνηση με τη δύναμη της θεϊκής σκέψης». Ο Ξενοφάνης επέκρινε τους ανθρώπους που φαντάζονται τους θεούς ως ανθρωποειδεί και ως μετακινούμενους από τόπο σε τόπο. Η αλήθεια, έλεγε, είναι ότι ο Θεός μένει ακίνητος στον τόπο του: «Πάντοτε μένει εις τον αυτόν τόπον, και δεν ταιριάζει σ' αυτόν να αλλάζει τόπο και να είναι άλλοτε εδώ και άλλοτε εκεί...» Παρατηρούσε επίσης: «Μόνον ένας Θεός μέγιστος υπάρχει μεταξύ των θεών και των ανθρώπων, και δεν μοιάζει καθόλου με τους θνητούς ούτε κατά το σώμα ούτε κατά την ψυχή». «Το Εν είναι η Θεότης». Θεωρούσε τις ανθρωπομορφικές ιστορίες των θεών ως κωμικές και αφελείς. «Οι άνθρωποι νομίζουν ότι οι θεοί γεννιούνται και ότι έχουν την ενδυμασία, τη φωνή και τη μορφή ανθρώπων...» Έλεγε ότι ο καθένας φαντάζεται τους θεούς όπως είναι ο ίδιος: «οι Αιθίοπες θέλουν τους θεούς μαύρους και σιμούς, οι θράκες γλαυκούς και ξανθούς. Αν οι βόες και οι ίπποι και οι λέοντες είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα παρίσταναν τους θεούς όμοιους με τους εαυτούς τους, οι βόες ως βους, οι ίπποι ως ίππους, και ούτω καθεξής. Αλλά, αν δεχθούμε ότι ο Θεός είναι το κρουστό και τελειότατο όλων των όντων, δεν μπορεί παρά να είναι ένας και όχι πολλοί. Διότι  η έννοια της τέλειας θεότητας είναι συνδεδεμένη με την έννοια του κρατείν και άρχειν, που είναι νοητή μόνον ως ιδιότητα ενός και όχι πολλών...» «Εν είναι το Παν». Κατηγορούσε ακόμη και την εμμονή των Ελλήνων για τον αθλητισμό και τη σωματική ρώμη, υποστηρίζοντας ότι η σοφία είναι ανώτερη τις σωματικής ρώμης (πράγμα ανήκουστο μέχρι εκείνη την εποχή): «Οι αγροίκοι νικητές της Ολυμπίας στο δρόμο και στους άλλους ιππικούς και γυμνικούς αγώνες, δεν αξίζουν όσο εγώ. Δεν είναι δίκαιο να προκρίνεται η ρώμη έναντι της αγαθής σοφίας. Ο πραγματικός αγώνας γίνεται όχι για ιδρώτα και δυνατούς μύες, αλλά για την απόκτηση ιστοριίης (πολυμάθειας) και σοφίας δια ποικίλων γνώσεων, με τις οποίες ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα ζώα...» Αλλά ο Ξενοφάνης αμφέβαλε ακόμη και για την εγκυρότητα της ανθρώπινης γνώσης: «Κανείς άνθρωπος δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει, που να γνωρίζει την αλήθεια σε σχέση με τους θεούς και σε σχέση με όσα λέγω περί του Σύμπαντος. Διότι, και αν ακόμη υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να επιτύχει να πει εκείνο το οποίο υπάρχει στην πραγματικότητα, ο ίδιος δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει, διότι σε σχέση με όλα τα πράγματα ανεξαιρέτως υπάρχει η φαινομενικότητα...»

Ο Ξενοφάνης, περιπλανώμενος, κυνηγήθηκε για τις θέσεις του αυτές από όλους τους τόπους που επισκέφτηκε, αντιπαθής από όλους, και κατέληξε να είναι ένας άνθρωπος σοφός και μελαγχολικός, πικραμένος διότι οι άνθρωποι δεν τον καταλάβαιναν, ένας εραστής της ελευθερίας που είχε ανακαλύψει ότι «όλοι αγαπούν την ελευθερία, αλλά κανείς τους ελεύθερους ανθρώπους». Ο Ξενοφάνης ήταν ο ιδρυτής της Ελεατικής φιλοσοφίας (από την πόλη Ελέα της Κάτω 1ταλίας, η οποία τελικά τον δέχτηκε να παραμείνει εκεί -στην Ελέα γεννήθηκε ο Ιδεαλισμός και ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου φιλόσοφου Παρμενίδη, που κι εκείνος με τη σειρά του ήταν ο δάσκαλος του μεγάλου παραδοξολόγου φιλόσοφου Ζήνωνα. Η παράδοση λέει ότι ο Παρμενίδης και ο Ζήνωνας κατείχαν το μόνο διασωθέν αντίτυπο του αποκαλυπτικού συγγράμματος που έγραψε ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Ίππασος, στο οποίο αποκάλυψε ότι η σφαίρα συντίθεται από δώδεκα πεντάγωνα, προφανώς μία γνώση με μυστικιστικές προεκτάσεις, γι' αυτό και οι ιερείς και οι συμπολίτες του τον έπνιξαν στη θάλασσα για αυτό του το ασέβημα.

 

Παρμενίδης (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 28)

 

Ο Ζήνωνας, ο οποίος έψαχνε όλα τα παράξενα και παράδοξα πράγματα κάνοντας συγκλονιστικά ενδιαφέρουσες και εκπληκτικές επισημάνσεις όπως το ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κίνηση! (οι οποίες δυστυχώς θα απαιτούσαν ένα ολόκληρο άρθρο για να περιγραφούν εδώ), με αυτά ανατρέπει ολόκληρο το οικοδόμημα των μαθηματικών και τοποθετεί την ανθρώπινη γνώση σε τελείως περιορισμένο πλαίσιο. «Κάθε ανθρώπινη γνώση στηρίζεται σε κάποια υπόθεση, που δεν δύναται να ελεγχθεί». «Όλα είναι σχετικά». Τα συγκλονιστικά συμπεράσματα και οι επισημάνσεις του Ζήνωνα έχουν παραβλεφθεί επίτηδες από τους επιστήμονες, από τότε μέχρι σήμερα, διότι είναι προβλήματα άλυτα που αναιρούν την ίδια την επιστήμη τους, και γι' αυτό τον λόγο όλοι έχουν αρκεστεί σε μία -καθόλου μα καθόλου, ικανοποιητική- προσπάθεια του Αριστοτέλη να απορρίψει τα επιχειρήματα του Ζήνωνα, ξεγελώντας τον εαυτό τους και τους άλλους ότι ο Αριστοτέλης το κατάφερε και άρα το ζήτημα έχει κλείσει. Λένε πως ο Σωκράτης μιμήθηκε τη στρεψόδικη διαλεκτική του Ζήνωνα (και αναφέρεται ότι ο Ζήνων ήταν ένας από τους δασκάλους του Περικλή). Στην Αθήνα δεν βρέθηκε κανένας να κατηγορήσει τον Ζήνωνα γιατί μονάχα λίγοι ήταν εκείνοι που καταλάβαιναν τι ακριβώς έλεγε, όπως διηγείται ο Πλάτωνας.

Όπως και ο Ξενοφάνης έτσι και ο Ζήνωνας ήταν άνθρωπος εξαιρετικά φιλελεύθερος, πολέμιος των ιερέων και των τυράννων, έτοιμος να πεθάνει αν χρειαστεί στον αγώνα για την ελευθερία του ατόμου και για την ελεύθερη σκέψη. Όταν στην πατρίδα του ο Τύραννος Νέαρχος εγκατέστησε την πιο στυγνή δικτατορία της εποχής με τη συγκατάθεση του ιερατείου, ο Ζήνωνας έτρεξε αμέσως να συμμετάσχει στη συνωμοσία για την ανατροπή του Νέαρχου και στο κίνημα της επανάστασης. Το κίνημα απέτυχε κάτω από τραγικές περιστάσεις, ο Ζήνωνας συνελήφθη και υπέστη μία μεγάλη σειρά βασανιστηρίων κατά τα οποία ο Νέαρχος του ζητούσε να κατονομάσει τους συντρόφους του. Ο μεγάλος φιλόσοφος Ζήνωνας, ο επινοητής της διαλεκτικής, δεν άνοιξε το στόμα του για να πει ούτε μία λέξη, για να μην προδώσει τους συντρόφους του στον αγώνα για την ελευθερία, υπομένοντας σε μαρτυρικά τα πιο φριχτά βασανιστήρια για πολλές μέρες. Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός αναφέρει ότι στο τέλος, καθώς ανέκριναν και βασάνιζαν τον Ζήνωνα, εκείνος ζήτησε να πει κάτι στον Τύραννο που κανείς άλλοτε δεν έπρεπε να το ακούσει. Ο Τύραννος έσκυψε πάνω από τον Ζήνωνα για να του πει στο αυτί, νομίζοντας ότι επιτέλους ομολογούσε: ο Ζήνωνας του δάγκωσε δυνατά το αυτί και του το ξερίζωσε, κι έπειτα αμέσως οι δεσμοφύλακες του τον θανάτωσαν. Ο Σουίδας, ο Έρμιπος, και ο Αντισθένης, διαφωνούν με αυτήν την εκδοχή, και όλοι τους αναφέρουν ότι το περιστατικό έγινε κάπως αλλιώς: καθώς βασάνιζαν τον Ζήνωνα για πολλοστή ημέρα, ο Νέαρχος του ζήτησε να μιλήσει επιτέλους για να δώσει τέλος στο μαρτύριό του, κι εκείνος του ένευσε να πλησιάσει για να του πει κάτι, ο Τύραννος πλησίασε, και τότε ο Ζήνωνας έκοψε την ίδια του τη γλώσσα με τα δόντια του και την έφτυσε στο πρόσωπο του Τυράννου. Έπειτα τον σκότωσαν.

 

 

Η ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

 

Στην Έφεσο έζησε και έγραψε ο «γλυκός και μελαγχολικός» ποιητής Καλλίνος, (ίσως ο Καρυωτάκης της εποχής), στον οποίο οφείλονται οι πρώτες Ελεγείες της ελληνικής λογοτεχνίας, και μια ματιά διαφορετική απέναντι στην πραγματικότητα, ματιά που οι συμπολίτες του τη θεωρούσαν διεισδυτική μεν, επιβλαβή για τους νέους δε. Στην Έφεσο έζησε και ο μεγάλος ποιητής  Ιππόνακτας, στον οποίο οφείλονται οι πρώτες σάτιρες, αφού φαίνεται ότι αυτός επινόησε (αν και είχαν τελείως άλλον χαρακτήρα από τον μετέπειτα λαϊκό σατυρικό χαρακτήρα του Αριστοφάνη και των συναφών). Ο Ιππόνακτας ήταν κουτσός, καμπούρης και κακάσχημος, οι συμπολίτες του τον κορόιδευαν και τον θεωρούσαν τέρας,, κι εκείνος με τη σειρά του κορόιδεψε και ειρωνεύτηκε όλους τους συμπολίτες του, επώνυμους και ανώνυμους, κατέδειξε τη γελοιότητα τους, την αφελή πίστη τους στους θεούς, την πονηριά τους και τον εγωισμό τους και τη μισαλλοδοξία τους, χαρακτήριζε την κοινωνία τους «σάπια», και έλεγε ότι ζούσε «εξόριστος ανάμεσα τους».Όλοι τον μισούσαν, γιατί έβγαζε τα άπλυτά τους στη φόρα, και στο τέλος τους αντάμειψε όταν αυτοκτόνησε μέσα σε μια γενική ευχαρίστηση για τον θάνατό του. Ζούσαν πολλά εκκεντρικά πρόσωπα στην Έφεσο, αλλά ο πιο παράξενος και εκκεντρικός απ' όλους ήταν ο Ηράκλειτος, αν κρίνουμε από τα ελάχιστα πράγματα που ξέρουμε για τη ζωή του και από τα 130 αποσπάσματα από το παράξενο έργο του, τα οποία βρήκαμε σπαρμένα από δω κι από κει σε αναφορές σε μερικά βιβλία άλλων αρχαίων συγγραφέων. Ο Ηράκλειτος, ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών και ο λιγότερο κατανοητός απ' όλους, γεννήθηκε περίπου το 545 π.Χ. (δεν ξέρουμε πότε πέθανε διότι δεν είχε επαφή με τους άλλους ανθρώπους) στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, από βασιλική γενιά, αλλά παραχώρησε τα οικογενειακά δικαιώματα στον αδελφό του. Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι οι συμπολίτες του τον παρακάλεσαν να γράψει νόμους για την πολιτεία τους, αλλά εκείνος απέρριψε τις  παρακλήσεις τους διότι είδε ότι στην πόλη «επικρατούσε η πονηρία». «Αποχωρήσας δε στο προαύλιο του ιερού της Αρτέμιδος, έπαιζε αστραγάλους (ζάρια) μαζί με τα μικρά παιδιά. Αφού δε εστάθησαν γύρω του οι Εφέσιοι, τους είπε: Γιατί παραξενεύεστε, ω κάκιστοι; δεν είναι καλύτερο να παίζω με τα παιδιά παρά να ζω ως πολίτης μαζί σας ...» (Σκέφτομαι ότι ίσως γι’ αυτό αργότερα έγραψε το θρυλικό «Αιών παις έστι παίζων, πεττεύων, παιδός η βασιληίη»: «Ο Αιώνας είναι παιδί που παίζει με πεσσούε, η βασιλεία ανήκει στο παιδί...» το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει παρερμηνευτεί από τους μεταγενέστερους και εννοεί κάτι τελείως διαφορετικό απ' αυτό που νομίζουν).

 

Ηράκλειτος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 29)

 

Ο Διογένης Λαέρτιος λέει ότι ο Ηράκλειτος καταλήφθηκε από μισσαθρωπία, δεν ήθελε να ζει μαζί με τους ανθρώπους, κατέφυγε στα όρη και στα άγρια βουνά, όπου ζούσε ολομόναχος τρώγοντας ρίζες και βότανα. «Υπήρξε δε άξιος θαυμασμού και από την παιδική του ηλικία, κατά την οποίαν, μικρό παιδί ακόμη, έλεγε όχι δεν γνώριζε τίποτε απολύτως, όταν όμως μεγάλωσε, έλεγε ότι τα είχε γνωρίσει όλα. Δεν υπήρξε δε ουδενός μαθητής, αλλά είπε όχι ερώτησε τον εαυτόν του και έμαθε τα πάντα από τον εαυτόν ίου...» Ο Ηράκλειτος έκανε την προσωπική του επανάσταση ενάντια στο περιβάλλον του, στους γονείς του, στην οικογένεια του, στην παράδοση, στην πολιτεία, στο κράτος, στους θεούς, στους άνδρες και στις γυναίκες, στην πολιτική, στα ήθη και στα έθιμα. Τα πάντα του προκαλούσαν αποστροφή και το μόνο καταφύγιο που έβρισκε ήταν στη φιλοσοφία. Παράτησε την οικογένεια του, την κοινωνική του θέση, όλων των ειδών τις φιλοδοξίες, πολιτικές και κοίνωνικές, ακόμη και τις ανέσεις του πολιτισμού, και αποσύρθηκε στο βουνό για να ζήσει ως ερημίτης, όπου δεν θα έβλεπε ποτέ κανέναν άνθρωπο και όπου κανένας άνθρωπος δεν θα τον έβλεπε, αναζητώντας εκείνη την ιδέα που κυβερνά τα πάντα, τον άνθρωπο, τη φύση, τον κόσμο και το σύμπαν. Τους χρόνιους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του τα κατέγραψε σε ένα ογκώδες βιβλίο με τον τίτλο -φυσικά- «Περί φύσεως».Ίσως τελικά να νοιαζόταν για την ανθρωπότητα, αφού θέλησε να της δωρίσει αυτόν τον συγγραφικό άθλο, κατέβηκε από το βουνό του, και πήγε και κατέθεσε το σύγγραμμα του στον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο. Αυτή η κίνηση δεν φανερώνει κάποιο σεβασμό προς τη θεά ή τον ναό, όπως έχουν υποθέσει πολλοί, αλλά απλά στόχευε να διασώσει ίο σύγγραμμα αφού βιβλιοθήκες δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή, και ο Ηράκλειτος δεν είχε φίλους ούτε επαφές με τους συνανθρώπους του. Λέγεται όχι το σύγγραμμα αυτό περιείχε την απόκρυφη αλήθεια για το μυστήριο του κόσμου και του ανθρώπου, με όλες τις λεπτομέρείες, γραμμένο από έναν άνθρωπο που ξεπέρασε τον κόσμο και τον άνθρωπο, ο οποίος τα «είχε γνωρίσει όλα». Τα περισσότερα από τα λιγοστά αποσπάσματα του που έχουν διασωθεί, είναι σχεδόν ακατανόητα για τον μέσο αναγνώστη τους, και γι' αυτό λένε ότι του δόθηκε ο χαρακτηρισμός «Ηράκλειτος ο Σκοτεινός».

Πολλοί έχουν πει όχι η περιφρόνηση του Ηράκλειτου για το ανθρώπινο είδος ήταν τέτοια που θέλησε να γράψει με τρόπο που δεν θα ήταν κατανοητός παρά μόνο από ελάχιστους. Ο Ηράκλειτος υποστήριζε ότι η ανθρωπότητα είναι ένα τεράστιο κτήνος, ανόητα ή αμετανόητα υποκριτικό  σκληρό και αδυσώπητο, ένα κτήνος επικίνδυνο και ηλίθιο, στο οποίο δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσει κανείς να διδάξει οτιδήποτε.

Και ο Εμπεδοκλής (495-435 π.Χ.) έλεγε θλιμμένος: «Από τέτοια ύψη, από τέτοια δόξα, ξέπεσα σ' αυτή τη δυστυχισμένη γη, και συμφύρομαι μ' αυτά τα χυδαία δίποδα...»

 

Ηράκλειτος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 30)

 

Εκτός από τις γνωστές του ρήσεις («Τα πάντα ρεί», «Πόλεμος πατήρ Πάντων», κλπ), που φανερώνουν μία σοφή εξέταση του κόσμου, οι πεποιθήσεις του Ηράκλειτου περιστρέφονται γύρω από το εξής: ο κόσμος μοιάζει να ποικίλει και να αποτελείται από πολλά ετερόκλητα στοιχεία, μόνο όμως στα μάτια των ανίδεων, γιατί στην πραγματικότητα εκείνο που ποικίλει είναι μόνον τα σχήματα ενός και μόνο στοιχείου: της φωτιάς (ή αλλιώς, της ενέργειας). Κατά τα άλλα, τίποτε δεν «είναι», αλλά τα πάντα «ρει». Επίσης, τα πάντα προϋποθέτουν την ύπαρξη του αντιθέτου τους, όλα εναλλάσσονται αλλά στο βάθος είναι το ίδιο πράγμα. Η μεταλλαγή των αντιθέτων δημιουργεί τη ζωή και της δίνει τη σημασία της, κι αυτή η σημασία είναι η αιώνια πάλη μεταξύ των αντιθέτων. Αν οι αναλήψεις αυτές επεκταθούν στο θρησκευτικό ή θεολογικό επίπεδο, οδηγούν στον ολοκληρωτικό αθεϊσμό. Η εξουσία των θεών δεν υπάρχει, αφού τα πάντα αλλάζουν, κι αφού τα πάντα μεταλλάσσονται και πολεμούν και υπάρχουν χάριν σ' αυτόν τον πόλεμο, τότε- και οι θεοί δεν υφίστανται ως άρχοντες της μοίρας των ανθρώπων και του κόσμου. Η φωτιά μονοπωλεί τις  ιδιότητες και τις εξουσίες τους. Οι θεοί δεν υπάρχουν, και τα αγάλματα τους δεν είναι τίποτε άλλο από απλά κομμάτια πέτρας, με τα οποία ειναί ανώφελη οποιαδήποτε συνομιλία ή προσευχή, και η θυσία ζώων είναι σκληρότητα και χάσιμο χρόνου. Κατά τη γνώμη μου, ο Ηράκλειτος έκανε λάθος να τα καταθέσει όλα αυτά γραμμένα στο ναό της Αρτέμιδος, δηλαδή τελικά στα χέρια των ιερέων, νομίζοντας ότι εκεί θα είχαν πρόσβαση σε αυτά όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Το έργο του δεν διασώθηκε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, διότι δεν το διέσωσαν εκείνοι στους οποίους ανατέθηκε από τον ίδιο να το διασώσουν. Το γιατί, είναι εύκολο κανείς να το φανταστεί. (Τα αποσπάσματα που διασώθηκαν είναι όντως «σκοτεινά», όχι διότι είναι ακατάληπτα ή βαθυστόχαστα σε βαθμό απρόσιτο, όπως λένε οι ανόητοι μελετητές του, αλλά διότι α) πολλά από αυτά είναι γραμμένα σε μυστικιστικό κώδικα (στη λεγόμενη «μυστική γλώσσα των πουλιών»), συχνά κωδικοποιημένα όχι από τον ίδιο αλλά από τους μεταγενέστερους που τα χρησιμοποίησαν -κυρίως οι Πλωτίνος, Πορφύριος, Πρόκλος, Ευσέβιος, κ.ά., β) έχει χαθεί η αληθινή σημασία κάποιων λέξεων που χρησιμοποιεί, σε πολλά από αυτά, καθώς και η αρχαϊκή στίξη που χρησιμοποιεί, η οποία έχει υποστεί διαστρεβλωτική επέμβαση -κάτι το οποίο σχολιάζει και ο Αριστοτέλης, γ) βασικά, θα ήταν πιο κατανοητά αν είχαμε τα συμφραζόμενα, δηλαδή το υπόλοιπο σύγγραμμα). Κανείς δεν έγραψε σχεδόν τίποτε για τον Ηράκλειτο, και αν δεν έγραφε γι' αυτόν μερικές γραμμές ο Διογένης Λαέρτιος, και αν δεν αναφέρονταν σε κάποια αποσπάσματα του έργου του μια χούφτα όμοιοι του φιλόσοφοι μέσα στους αιώνες, δεν θα ξέραμε όχι μόνο τίποτε για τη σκέψη του, αλλά δεν θα ξέραμε ούτε καν ότι υπήρξε ποτέ ένας τέτοιος σοφός άνθρωπος. Αντίθετα, ξέρουμε με όλες τις λεπτομέρείες τα πάντα για τις ερωτικές περιπέτειες του Δία, ή για το πώς σκότωναν ο ένας τον άλλον σε ατέρμονες μάχες οι αρχαίοι μας πρόγονοι.

Η αποκλειστικά φυτική διατροφή του στα άγρια βουνά, προκάλεσε στον Ηράκλειτο υδρωπικία, δηλαδή ο οργανισμός του γέμισε νερό και φούσκωσε. Προσπαθώντας να γιατρευτεί, σκέφτηκε ότι έπρεπε να προκαλέσει μεγάλη θερμότητα στο σώμα του για να εξατμιστεί η εσωτερική υγρασία Έτσι, πήγε σε μία στάνη και θάφτηκε μέσα σε κοπριές βοδιών, αλλά δεν κατάφερε τίποτε και πέθανε με φριχτούς πόνους. Έχοντας μετατραπεί σε έναν γιγάντιο σβώλο από κοπριά, του επιτέθηκαν τα σκυλιά και τον κατασπάραξαν. Η φιλοσοφία ρεί και δεν μένει, όπως τα πάντα, έτσι η φιλοσοφία μεταλλάχθηκε σε κοπριά βοδιών και τροφή για τους σκύλους, σκορπώντας σκοτεινά αποσπάσματα για να βασανίζουν τις επόμενες γενεές... Ο φιλόσοφος Γοργίας έγραφε: «Ουδέν υπάρχει. Και αν υπάρχη τι, δεν δύναται να ννωσθή. Και αν ακόμη ννωσθή δεν δύναται να μεταδοθεί δια του λόγου». Ο Ηράκλειτος κατάφερε να το μεταδώσει με τον γραπτό λόγο, οπότε στη ρήση του Γοργία θα πρέπει να προστεθεί: «Αν μεταδοθεί δια του λόγου, δεν δύναται να διασωθεί δια τις επόμενες γενεές...»

 

 

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ: ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΚΑΙ Ο ΦΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΣΟΦΟΥ ΑΗΔΟΝΑΣ

 

Η Αθήνα έγινε κοιτίδα της φιλοσοφίας για τέσσερις ή πέντε γενιές, όχι εξαιτίας κάποιας φυσικής κλίσης των πολιτών της, αλλά εξαιτίας του κυριαρχικού και κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, που την έκανε αρκετά δεκτική ή ανεκτική στις νέες ιδέες, και σαφώς πιο φιλομαθή από τις άλλες ελληνικές πόλεις. (Μέχρι την εποχή του Σωκράτη, τη φιλοσοφία την έφερναν στην Αθήνα οι μετανάστες, και, έπειτα από τον Σωκράτη, άρχισε να χαρακτηρίζεται και από κάποιους αυτόχθονες). Η Αθήνα, κατά τη διάρκεια εκείνων των «χρυσών» χρόνων, δέχτηκε τους φιλόσοφους στην αγορά και στα σαλόνια της, υποδέχθηκε τη φιλοσοφία με ενθουσιασμό και περιέργεια (ενώ η Σπάρτη την απαγόρευε), έθρεψε αρκετούς φιλόσοφους και μερικούς τους τίμησε με την ανώτατη τιμητική διάκριση: τους πρόσφερε την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη (με την οποία ήταν εξαιρετικά φειδωλή). Για τους φιλόσοφους αυτό δεν ήταν και τόσο σημαντικό, αλλά προείδαν ότι η Αθήνα θα τους επέτρεπε να επιβιώσουν στη μνήμη των μεταγενέστερων, που, στο όνομα της Αθήνας, τελικά είδαν να συνοψίζεται η ανθολογία του πνεύματος της αρχαίας Ελλάδας.

Οι Αθηναίοι, όμως, τελικά δεν ήταν διατεθειμένοι να παραμερίσουν τις δεδομένες αξίες τους για χάρη της φιλοσοφίας, και έτσι την άφηναν να ακροβατεί μεταξύ «πολυμάθειας» και «ασεβείας», αλλά μόλις εμφανιζόταν ακόμη και η ελάχιστη υποψία ότι περνούσε το όριο, την καταδίκαζαν, την εξόριζαν ή τη δολοφονούσαν.

 

Μεσαιωνική απεικόνιση του Παρμενίδη (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 31)

 

Η «φιλοσοφική επιδημία» -όπως τη χαρακτήριζαν οι ιερείς  στην Αθήνα ξεκίνησε με τους Σοφιστές (μια λέξη που οι θεοκρατικοί επικριτές τους και αρνητές της φιλοσοφίας τής απέδωσαν κακή σημασία, ενώ αρχικά σήμαινε «δάσκαλοι της σοφίας»). Τη «Σοφιστεία» την καθιέρωσε ο φιλόσοφος Πρωταγόρας (485-415 π.Χ.), όταν ήρθε από την πατρίδα του, τα Άβδηρα (πατρίδα επίσης του Δημόκριτου), στην Αθήνα για να ιδρύσει την πρώτη σχολή, που σύντομα το να συμμετέχει κανείς σε αυτήν έγινε πολύ της μόδας στην Αθήνα. (Αργότερα, λέγεται πως οι νέοι, για να γίνουν δεκτοί στη σχολή των Σοφιστών, έπρεπε να πληρώσουν για «δίδακτρα» δέκα χιλιάδες δραχμές, ένα τεράστιο ποσό για εκείνη την εποχή, εκτός αν ήταν φτωχοί, οπότε γινόντουσαν δεκτοί δωρεάν). Ο Πλάτωνας, που πρόλαβε να γνωρίσει τον Πρωταγόρα και κατέγραψε κάποιους διαλόγους του με τον Σωκράτη, αναφέρει ότι μεταξύ των δύο σοφών ο Πρωταγόρας ήταν εκείνος που μιλούσε με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και μέτρο, ενώ ο Σωκράτης συχνά κατέφευγε σε σοφίσματα, και ο Διογένης Λαέρτιος επισημαίνει πως παραδόξως ο Πρωταγόρας ήταν εκείνος που ανακάλυψε την περιβόητη «σωκρατική μέθοδο». Έτσι, οφείλουμε στον Πρωταγόρα τη φιλοσοφία πάνω στο πρόβλημα της γνώσης. Μέχρι τότε, όλοι ασχολούνταν με το πρόβλημα της Αρχής, της προέλευσης των όντων, και με το θρυλικό «Περί φύσεως» ζήτημα, δηλαδή με την αναζήτηση του πώς ήταν φτιαγμένος ο κόσμος και ποιοι νόμοι τον κυβερνούσαν. Ο Πρωταγόρας, αντίθετα, πρότεινε να ερευνηθεί με ποιον τρόπο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και μέχρι σε ποιο σημείο μπορεί να τη γνωρίσει. Έφτασε μάλιστα στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να περιμένει πολλά από τις πέντε αισθήσεις, που ήταν ανεπαρκή και απατηλά μέσα για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Μέχρι τότε, οι σοφοί και οι ιερείς της εποχής, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, μιλούσαν για τις «αιώνιες αλήθειες», προφανώς έγκυρες για κάθε στιγμή και σε κάθε περίσταση. Τώρα, ο Πρωταγόρας ανάγκαζε τον επίδοξο στοχαστή να αρκεστεί στην αλήθεια που ίσχυε γι' αυτόν τον ίδιο, εκείνη τη στιγμή, και σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίσταση, αλλά και να παραδεχθεί πως η δική του αλήθεια μπορούσε να μην ισχύει για κάποιον άλλον, αλλά ακόμη και για τον ίδιο σε κάποια άλλη στιγμή ή περίσταση.

Αυτές οι διδαχές (πρωτοποριακές, παραδόξως, ακόμη και σήμερα), ενώ πυροδότησαν ενθουσιασμό στους κύκλους κάποιων διανοούμενων της Αθήνας, δημιούργησαν μεγάλο σκάνδαλο και προβληματισμό στους δειλούς ανθρώπους που ήταν έρμαια των εθίμων και των αξιών, αλλά και στις ιεραρχίες του κατεστημένου. Έφεραν σεισμό στις κλίκες των αριστοκρατών στις οποίες στηριζόταν η κοινωνία της Αθήνας, και προκάλεσαν συζητήσεις με ανεπιθύμητα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η επίμαχη ερώτηση: Το καλό και το κακό, η αρετή και η αμαρτία, οι θεοί οι ίδιοι, λοιπόν, άραγε δεν ήταν παρά αλήθειες σχετικές και υποκειμενικές, το ίδιο και οι κοινωνικές αξίες και όλα τα άλλα, στις οποίες σχετικές και υποκειμενικές αλήθειες μπορούσε ο καθένας αυτόβουλα να αντιτάξει τις εντελώς αντίθετες δικές του; Και σε μια δημόσια συζήτηση, (στην οποία ήταν παρών και ο νεαρός Ευριπίδης, που δεν θα την ξεχνούσε ποτέ), ο Πρωταγόρας απάντησε γενναία στην ερώτηση, καταφατικά: ΝΑΙ. Αμέσως κατηγορήθηκε για άθεος και έγινε εναντίον του καταγγελία «επί ασεβεία». (Επίσης, ο Πρωταγόρας είπε τότε ότι η ύπαρξη των θεών είναι αμφίβολη και σχετική, ένα άλυτο πρόβλημα, διφορούμενο και θεωρητικό: «Από οποιοδήποτε ζήτημα ο σοφός μπορεί να δημιουργήσει έναν αγώνα διπλών λόγων, αν έχει ασκηθεί στην τέχνη του λόγου... Περί των θεών, δεν δύνομαι να γνωρίζω ούτε που υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν, διότι υπάρχουν πολλά που εμποδίζουν την ακριβή γνώση, η έλλειψη σαφών ενδείξεων και η μικρά διάρκεια της ανθρώπινης ζωής...» Επισημάνσεις σωστές, λογικές, αξιόλογες επιστημονικές, έντιμες και αξιοπρεπείς, κι όμως σχεδόν κανείς από τους λογικούς και πολιτισμένους Αθηναίους δεν τις δέχτηκε ως τέτοιες, αντιθέτως μάλιστα. Τόσο παράλογοι, παρωπιδικοί και θρησκομανείς ήταν. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που σκότωσαν τον Σωκράτη. Η κυβέρνηση τον έδιωξε, κατάσχεσε όλα τα βιβλία του και τα έκαψε (γι' αυτό και έχουν διασωθεί ελάχιστα αποσπάσματα του. Έπειτα άρχισαν να τον κυνηγούν για να τον συλλάβουν και να τον καταδικάσουν σε θάνατο, όπως το ήθελαν οι ιερείς και οι αριστοκράτες. Πα να ξεφύγει, ο δάσκαλος μπάρκαρε -για πού αλλού;- για τη Σικελία, με ένα μικρό πλοιάριο, προσπαθώντας να διαφύγει την επιτήρηση των αθηναϊκών πολεμικών πλοίων που τον καταζητούσαν. Δένε ότι τελικά, στην προσπάθεια του αυτή, ναυάγησε σε άγνωστα νερά και βρήκε τον θάνατο στη θάλασσα, αλλά το πιθανότερο είναι ότι τον εντόπισαν και βύθισαν το πλοίο του αφήνοντάς τον να πνιγεί. Ο μεγάλος Ευριπίδης, που ήταν μαθητής του (όπως ήταν και ο Περικλής και ο Γοργίας), σε μια τραγωδία του (Παλαμήδης) θρηνεί για τη δολοφονία του Πρωταγόρα κραυγάζοντας: «Εφονεύσατε, εφονεύσατε, ω Δαναοί, την πάνσοφον αηδόνα των μουσών, η οποία ουδένα ελυπησε!»

 

«Δαυίδ: Ο Σωκράτης πίνει το Κώνειο» (Πηγή Φώτο: Περιοδικό Strange, τεύχος 64, άρθρο «Η αλήθεια για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 37)

 

Ο Πρωταγόρας, το πάνσοφο αηδόνι των μουσών, ο αοιδός της σοφίας, δεν λύπησε ποτέ κανέναν, παρά μονάχα έφερνε τη χαρά του ατομικού στοχασμού στους ελεύθερους ανθρώπους, φέρνοντάς τους το μήνυμα ότι η πραγματικότητα είναι αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ως πραγματικότητα, άρα η μία μοναδική και πάγια πραγματικότητα είναι σόφισμα που τους έχει επιβληθεί, και άρα μπορούν να την καταρρίψουν αν πάψουν να τη βλέπουν ως τέτοια. Το αηδόνι χάθηκε, αλλά το μήνυμα ταξιδεύει ακόμη, και αυτές συνεχίζουν να είναι επικίνδυνες σκέψεις, από τότε μέχρι σήμερα.

 

 

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ: Ο ΣΟΦΟΣ ΠΟΥ ΕΠΣΚΕΠΤΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

 

Ο Αναξαγόρας (500-420 π.Χ.) έλεγε ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι η θεωρία και η ελευθερία που πηγάζει από αυτήν. Ο Αναξαγόρας υπήρξε το πρότυπο του σοφού ανθρώπου, που αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα και στην ανακάλυψη της αλήθειας.

 

ANAXAGORAS CLAZOMENIVS PHILOSOPHVS (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 32)

 

Ο Αναξαγόρας γεννήθηκε στις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας, από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Σε πολύ νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στις φιλοσοφικές σπουδές με υπέρμετρο ζήλο και αγώνα, παραμελώντας τελείως την εποπτεία της περίουσίας του. Ουσιαστικά, έχασε την περιουσία του για χάρη της φιλοσοφίας και της αναζήτησης της αλήθειας. Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι δάσκαλοι του (όχι τυχαία, όπως θα δούμε παρακάτω). Ασχολήθηκε πολύ όχι μόνο με τη φιλοσοφία, αλλά και με τη γεωμετρία και με την αστρονομία, και θεωρείται ο αστέρας της αστρονομίας. Ο Φιλόστρατος μαρτυρεί ότι ο Αναξαγόρας τις νύχτες έκανε αστρονομικές παρατηρήσεις από την κορυφή του μικρασιατικού όρους Μίμαντος, απέναντι από τη Χίο, και από την κορυφή εκείνου του βουνού «επισκεπτόταν τα ουράνια»: «Κλαζομένιον Αναξαγόραν από του κατά την Ιωνίαν Μίμαντος επεσκέφθαι τα εν τω ουρανώ...». Ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στις σκιές της Μικράς Ασίας, και έφτασε στην Αθήνα σε ηλικία 44 ετών, καλεσμένος από τον στρατηγό Ξάνθιππο, πατέρα του Περικλή, για να αναλάβει τη διδασκαλία του γιου του. Ο Περικλής έμαθε από τον Αναξαγόρα ότι ήξερε. Από τότε, οι δυο τους ήταν οι καλύτεροι φίλοι, ο Αναξαγόρας ήταν ο σύμβουλος , του Περικλή, κι ο Περικλής αγαπούσε με πάθος τον δάσκαλο του και τον τιμούσε σε όλη του τη ζωή.

Μπορεί ο Αναξαγόρας να ήταν ο μεγαλύτερος αστρονόμος και -κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο- ο πατέρας της επιστημονικής φαντασίας, αλλά στην ακμάζουσα και πολιτισμένη και «φιλοσοφημένη» Αθήνα του «χρυσού αιώνα», η αστρονομία ήταν απαγορευμένη με ποινή θανάτου! Εκεί βασίλευε ακόμη η δεισιδαιμονία, την οποία οι Αθηναίοι εξόρκιζαν μόνο στα λόγια και όχι στην πράξη. Η αστρονομία ήταν εχθρός της θρησκείας, απασχόληση των ασεβών και των άθεων, επικίνδυνη για την κοινωνική τάξη και τον δημόσιο βίο! Το ίδιο ίσχυε στις περισσότερες πολιτείες της αρχαιότητας, όπως το είχε επίβαλει το ιερατείο. Στην Αθήνα, ο συγκεκριμένος νόμος ψήφισμα όριζε ότι αποτελεί αφορμή καταγγελίας και διάπραξη μεγάλου δημόσιου αδικήματος η διδασκαλία αθεϊστικών δοξασιών και η ανάπτυξη θεωριών αναφερόμενων στα άστρα και στα αστρονομικά φαινόμενα. Στην αρχαία Ελλάδα, η αρχή και οι νόμοι του κόσμου και η «γένεση των όντων» ανακατεύονταν ακόμη και στα γενεαλογικά δέντρα των απλών ανθρώπων, αποκαλύπτοντας δεσμούς με κάποιον θεό ή θεά. Βέβαια, στη Θήβα, ο Φιλόλαος, μαθητής του Πυθαγόρα, μπορούσε να κηρύττει πως η Γη δεν ήταν το κέντρο του σύμπαντος αλλά μόνο ένας πλανήτης που μεταξύ πολλών άλλων περιστρεφόταν γύρω από μια «κεντρική φωτιά», αλλά στη Θήβα δεν υπήρχε κανείς που να καταλαβαίνει τι έλεγε ο Φιλόλαος, τον οποίο γενικά είχαν για τρελό, κι ούτε οι ιερείς δεν του έδιναν σημασία. Αλλά στην Αθήνα, σε μια παρόμοια συζήτηση όλοι θα είχαν αντιληφθεί ότι ενδεχόμενες επιπλοκές και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις και θα ρωτούσαν τον δάσκαλο μιας τέτοιας ιδέας, με ποιον τρόπο όλα αυτά ταίριαζαν με τον Δία και την κοσμογονία που καταγόταν από αυτόν. Ούτε ο Περικλής τόλμησε να καταργήσει τον νόμο που απαγόρευε την αστρονομία ως εχθρό της θρησκείας και του λαού.

 

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 32)

 

Ο Αναξαγόρας ήταν ένας ονειροπόλος αιθεροβάμονας, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τα επουράνια απ' ό,τι για τα επίγεια, και ταξιδεύοντας και συζητώντας είχε συλλέξει όλες τις μυστικές νέες ιδέες που, αντιστασιακά, μέσα στη μαυρίλα του ιερατείου που επικρατούσε παντού, προσπαθούσαν να φωτίσουν τον νου των σοφών ώστε να αποκαλύψουν στους ανθρώπους τη φύση του σύμπαντος. Ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα έλεγε ότι ο γαλαξίας δεν ήταν τίποτε άλλο από αστρική σκόνη, ο Εμπεδοκλής στον Ακράγαντα έλεγε ότι το φως των αστέρων χρειάζεται κάποιο χρόνο για να φτάσει στη γη και άρα ίσως να μη βλέπουμε την αληθινή εικόνα του ουρανού, ενώ ο Παρμενίδης ο Ελεάτης αμφέβαλλε ότι η γη είναι επίπεδη και πίστευε παως μάλλον είναι σφαιρική, και ο Ενωπίδης στη Χίο είχε υπολογίσει τη γωνία που σχηματίζει η ελλειπτική τροχιά της Γης με τον ουράνιο ισημερινό, και ο Ικέτας στις Συρακούσες είχε ήδη διακηρύξει ότι η Γη κινείται γύρω από τον εαυτό της.

Ο Αναξαγόρας ήταν ένας παράξενος άνθρωπος, ονειροπόλος και καλοκάγαθος, που παραμέλησε την περιουσία του για το κυνήγι των άστρων και την εξήγηση των μυστηρίων του κόσμου. Έλεγε ότι δεν χρειάζεται να επικαλεσθεί κανείς το υπερφυσικό για να εξηγήσει κάτι το φυσικό. Έλεγε ότι η Γη περιστρέφεται και είναι τυλιγμένη από περίβλημα σέρα, του οποίου οι πυκνώσεις και αραιώσεις οφείλονται στην ηλιακή θερμότητα και είναι η αιτία των ανέμων (2.200 χρόνια πριν η νεότερη επιστήμη το επιβεβαιώσει). Εξηγούσε τη δημιουργία του σύμπαντος (από το χάος, ώσπου μια ουράνια δίνη με τη φυγόκεντρο δύναμη της αποχώρισε τα τέσσερα στοιχεία, από τους συνδυασμούς των οποίων τελικά δημιουργήθηκαν οι οργανικές μορφές), την πτώση των μετεωριτών (μάλιστα κάποτε προέβλεψε πότε και πού θα πέσει ένας μετεωρίτης), τις εκλείψεις του ήλιου (που έλεγε ότι δημιουργούνταν από τη σελήνη, που ήταν υλικό σώμα, πέτρινο, το οποίο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στη Γη και στον ήλιο και προκαλούσε το φαινόμενο της έκλειψης, ενώ έλεγε ότι η σελήνη δεν είχε δικό της φως αλλά κατόπτριζε το φως του ήλιου), και άλλα πάρα πολλά. Επίσης έλεγε και πολλά ακόμη πιο παράξενα πράγματα, όπως το ότι υπήρχαν και άλλοι κόσμοι εκτός από τη Γη, πλανήτες στον ουρανό, όπου κατοικούσαν άνθρωποι εξωγήινοι, πού είχαν πολιτισμούς όπως και οι γήινοι, και περιέγραφε τα σπίτια τους και τις ενδυμασίες τους και τις συνήθειές τους... Σύμφωνα με τους νόμους της Αθήνας όλα αυτά είχαν ένα βασικό ελάττωμα: ο Αναξαγόρας δεν ανέφερε καθόλου τον Δία, λες και αυτός δεν είχε λάβει μέρος σε τίποτε από όλα αυτά, δηλαδή δεν υπήρχε. Που ήταν οι θεοί σε όλα αυτά; Ο Αναξαγόρας έλεγε ότι υπήρχε μόνο ένα υπέρτατο ον, που το ονόμαζε «ο Νους». Αυτός ήταν ο πατέρας της κοσμικής δίνης, απ' αυτόν καταγόταν το ανθρώπινο πνεύμα, αυτός βρισκόταν πίσω από τα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος, αυτός ο Κοσμικός Νους ένωνε όλα τα πράγματα. Αυτόν τον «Νου» ο Αναξαγόρας τον ανέφερε και τον επικαλούνταν τόσο συχνά, που οι Αθηναίοι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν και να τον φωνάζουν «Νου», όταν περνούσε στο δρόμο έλεγαν «να ο Νους!» και όταν κάποιος έλεγε κάτι παράξενο, έλεγαν «να ρωτήσουμε τον Νου να μας πει τι είναι». Κορόιδευαν τον σοφότερο των ανθρώπων την εποχή τους.

 

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 33)

 

Είναι προφανές ότι συχνά ο Αναξαγόρας επικαλούνταν αυτόν τον «Νου», ως άλλοθι για να ξεγλιστρά από την κατηγορία της αθεΐας, αφού πολλοί μην καταλαβαίνοντας τι ακριβώς εννοούσε νόμιζαν ότι ίσως εννοούσε τον Δία. Αλλά ίσως και όχι, οπότε τον υποπτευόντουσαν έτσι κι αλλιώς. Ώσπου μια μέρα σιγουρεύτηκαν: στη διάρκεια μιας,  θυσίας προς τους θεούς, βρέθηκε ένα κριάρι με ένα μόνο κέρατο. Οι ιερείς που ήταν στην τελετή το ερμήνευσαν αυτό ως υπερφυσικό σημάδι από τους Θεούς. Τότε ο Αναξαγόρας, που δεν πίστευε σε υπερφυσικά φαινόμενα και θεϊκούς οιωνούς, τους κατέκρινε δημόσια κόβοντας το κεφάλι του ζώου, κάνοντας ανατομία του κρανίου του κριού και δείχνοντάς τους πως το μοναδικό κέρατο ήταν ένα φαινόμενο που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας μιας ανώμαλης ανάπτυξης του εγκεφάλου, ο οποίος είχε συγκεντρωθεί σε οξεία γωνία στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ζώου, κι έτσ