Αυτή η ενότητα έχει σκοπό να παρουσιάσει τις αντιλήψεις των αρχαίων για τα δαιμόνια, διότι τα τελευταία τυγχάνουν διάφορης, ποικίλης και ωφελιμιστικής παρουσίασης από τους φίλους Εθνικούς οι οποίοι ως επί το πλείστον τα παρουσιάζουν ως κακό συνεπακολούθημα του Χριστιανισμού (βλέπε και διάβολον). Έτσι λόγου χάρη, άλλοτε υποστηρίζεται ότι στην αρχαιότητα δεν υπάρχει κακός δαίμονας (αναφέρεται το παράδειγμα του Σωκράτη) παρά μόνο αγαθοοντότητες, άλλοτε γίνεται προσπάθεια να δοθεί μια δογματική άποψη περί δαιμονίων στην αρχαιότητα (προσπάθεια παρουσίασης ομοιόμορφης θρησκείας), άλλοτε συνστρατεύονται κάποιοι φιλόσοφοι για να αποδειχθεί του λόγου το αληθές (μόνο που υπάρχουν και φιλόσοφοι που τους αντικρούουν ως προς το αγαθό των δαιμόνων), άλλοτε υποστηρίζεται ότι στην αρχαιότητα δεν υπάρχει τιμωρία μεταφυσική των «αμαρτωλών», ανάλογη με του Χριστιανισμού (βλέπε Κόλαση), άλλοτε παρουσιάζεται η αρχαία θρησκεία σαν ο κατ΄ εξοχήν επιστημονισμός και τα φώτα, άλλοτε ότι όλοι οι αρχαίοι θεοί είναι προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων, άλλοτε ότι όλοι οι Έλληνες στην αρχαιότητα είναι σύμφωνοι ως προς τις τοποθετήσεις τους και ιδίως με τον Ησίοδο κ.α. . Η παρούσα ενότητα είναι επίσης αξιόλογη για την εξήγηση της στάσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι της Αστρολογίας και της Δαιμονολογίας όσο επίσης και για να γίνει φανερό πως η αρχαιότητα «κυβερνάται» από πολυπληθέστατο μεταφυσικό «θίασο» που συμμετέχει και αυτός σε αποθεώσεις.
48 ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· Οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς ὅτι Σαμαρείτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις; 49 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἐγὼ δαιμόνιον οὐκ ἔχω, ἀλλὰ τιμῶ τὸν πατέρα μου, καὶ ὑμεῖς ἀτιμάζετέ με.
Κατά Ιωάννη Κεφ. Η΄
|

Δαίμονας κρατώντας όργανα βασανιστηρίων των ψυχών [επί τάφου των Ταρκυνίων] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, σελίδα 817)

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 23 -24, άρθρο «Πλούταρχος, θεοί, δαίμονες και η τεχνική της μαντείας», Σταύρος Γκριγκένης, σελίδα 48)
Δαίμων = όρος αρχαιότερος των θεών. Υπήρξε πόλεμος μεταξύ δαιμόνων και θεών όπου οι δεύτεροι νίκησαν μετατρέποντας τους πρώτους σε υποτελείς
Κατά τους αρχαίους υπήρχε δαίμονας αγαθός και δαίμονας πονηρός ή κακός ή αλάστωρ θεός ή θεότης ο διευθύνων τα του κόσμου και τρέποντας τα πράγματα κατά τις εαυτού βουλές. Η καθ’ έκαστο άνθρωπο δύναμη στην ψυχή που τον προστάτευε και τον καθοδηγούσε. Στην εκκλησιαστική γλώσσα είναι ο πονηρός δαίμων ο παρασύροντας τον άνθρωπο εις την αμαρτία, η αντίθετος έννοια του Χριστού. Παροιμία: «μηδὲ τὸ δαίμονα νὰ ἰδῇς μηδὲ τὸ σταυρό σου νὰ κάμῃς» δηλαδή προτιμότερο να αποφεύγουμε όλες τις μορφές σύγκρουσης με τους πονηρούς έστω και αν είμαστε βέβαιοι ότι θα τους νικήσουμε.

Ο Θάνατος και ο Ύπνος με τον Ερμή μεταφέρουν νεκρή γυναίκα στον Άδη [επί αττικού αγγείου] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, σελίδα 817)
Απολογητής: Είναι απολύτως εσφαλμένες οι εξηγήσεις τω νεοΕθνικών περί του θεού Πλούτωνα - Άδη. Ο θεός Πλούτωνας - Άδης δεν είναι ο θάνατος. Αυτή η άποψη είναι «Χριστιανίζουσα». Ο θάνατος είναι δαίμονας στην αρχαία «Ελληνική» θρησκεία και ο Άδης θεός.
Κατά τους αρχαίους η έννοια της λέξεως «δαίμων» ποικίλει με τις εποχές περιβάλλουσα και συστήματα θεογονικά ή φιλοσοφικά. Ετυμολογείται δε η λέξη από την ρίζα δα- («δαίω, δαίνυμι», dare) και σημαίνει τον διανέμοντα, αυτόν που ορίζει τις τύχες των ανθρώπων. Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο ταυτίζει την λέξη με προς τον «δαήμονα» = γνώστη κ.λ.π.. Στον Όμηρο η λέξη «δαίμων» σημαίνει την αόριστον θεία δύναμη, την ασκούσα αγαθή ή κακή ενέργεια επί των ανθρώπων, εν αντιθέσει με την λέξη θεός η οποία είναι προσωποποίηση της δυνάμεως αυτής που νοείται κατά εικόνα του ανθρώπου. Έτσι η φράση «σὺν δαίμονι» σημαίνει «με την βοήθεια του θεού» άνευ όμως ποιου θεού. Εκ της έννοιας αυτής προήλθε η έννοια της «τύχης» κυρίως της κακής όπου «δαίμων κακός, -χαλεπός, -στυγερός». Και τέλος η λέξη δαίμων τίθεται όχι σπάνια αντί της έννοιας θεός, ιδίως εις τον πληθυντικό, εκ των συμφραζόμενων δε δύναται να νοηθεί ο περί ου πρόκειται προσωποποιημένος θεός. Στον Ησίοδο οι «δαίμονες» είναι θεότητες διάμεσες μεταξύ των θεών και των ανθρώπων εκτελώντας έργα τα οποία κατά στον Όμηρο εκτελούνται μόνο από τους θεούς. Οι «δαίμονες» αυτοί ή είναι τέκνα θεών και ανθρώπων ή θνητοί ως οι του «χρυσοῦ γένους», οι οποίοι με την θέληση του Δία θεοποιήθηκαν μετά θάνατον και μετεβλήθησαν εις προστάτες των ζώντων. Ομοίως οι του «ἀργυροῦ γένους» αποθανόντες γίνονται υποχθόνια υπερφυσικά όντα. Οι «δαίμονες» αυτοί είναι προσωποποιήσεις των κοσμικών δυνάμεων ή αφηρημένων ηθικών εννοιών όπως η «Θέμις», ο «Θάνατος», η «Ἔρις», η «Νίκη», η «Νέμεσις» κ.λ.π. Υπό τους δαίμονες κείνται οι ήρωες και οι ημίθεοι, θεοποιηθέντες άνθρωποι κατά την μεταξύ των μυθολογικών και ιστορικών χρόνων εποχή.
Οι Δαίμονες στην αρχαία εποχή είναι διάφορων κατηγοριών σπουδαιότεροι οι «πρόπολοι». Αυτοί ήσαν εκείνοι που τελούσαν έργα βοηθού ή υπηρέτη των θεών «οἱ ἑπόμενοι θεοῖς δαίμονες» (Πλατ. Νομ. 8, 848 D), όπως ο Φαέθωνας της Αφροδίτης. Οι «πρόπολοι» αυτοί ήσαν πολλοί, διότι η φαντασία των Ελλήνων αγαπώντας να δίνει μορφή εις τις αφηρημένες έννοιες ή θεολογικές έννοιες πολλαπλασίαζε αυτούς συνεχώς διότι πίστευαν ότι οι θεοί λόγω της πτώσεως των ανθρώπων απομακρυθέντες από τους αυτούς έπαψαν να επεμβαίνουν προσωπικά στις τύχες τους. Οι «πρόπολοι» ως επί το πολύ προσωποποιήσεις των επιθέτων των θεών, θεωρηθέντων ως ιδίων δαιμόνων όπως οι Παιάν, Αιγαίων, Θέμις, Μοίρα, Χάριτες, Μούσαι, Ειλείθυια κ.τ.λ. Το πρωτότυπο των «προπόλων» δαιμόνων ήταν ο θεός Ερμής. Ο Διόνυσος, η Δήμητρα ο Άδης, είχαν πλήθος εξ αυτών (πρβλ δαίμονες «καθάρσιοι», «φύξιοι», «ἁγνῖται», «ἀποπόμπειοι», «ἐπιχθόνιοι φύλακες», «ὑποχθόνιοι μάκαρες» κ.λ.π.). Ο «Δαίμων», δύναμη που επιδρά επί των ανθρώπινων πεπρωμένων προσωποποιήθηκε ως Μοίρα και Τύχη. Ο Όμηρος αγνοεί την λέξη τύχη που εμφανίζεται πρώτα εις τον Ησίοδο. Είναι δύναμη ασυναγώνιστη την οποία οι τραγικοί εκμεταλλεύτηκαν εξαιρετικά. Αυτή κυβερνά τα πεπρωμένα των λαών, βασιλέων και οίκων, εκδικείται τους απογόνους για τα αμαρτήματα των προγόνων ιδίως στον Αισχύλο («δαίμων γέννας» ή «ἀλλάστωρ»). Στον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη κάθε ήρωας έχει τον δικό του «δαίμονα» (Μοίρα) Έτσι ο χορός στον «Οἰδίποδι Τυράννῳ» (στιχ 1192) λέγει: «τὸν σόν τοι παράδειγμ’ ἒχων, τὸν σόν δαίμονα» (στιχ 1156) κ .τ.λ. αναφωνεί η ηρωίς «ὁ δυστηχὴς δαίμων ὁ σός τε κἀμός».
Βαθμηδόν γεννήθηκε η άποψη ότι κάθε άνθρωπος γεννάται με δικό του δαίμονα «δαίμων γεννέθλιος», αγαθός ή φαύλος. Οι Έλληνες φιλόσοφοι μεταχειρίσθηκαν την λέξη «δαίμων» προς δήλωση της ψυχής του σύμπαντός από όπου απορρέουν οι ψυχές των ανθρώπων (Θαλής, Ηράκλειτος, Δημόκριτος, Εμπεδοκλής). Οι δαίμονες των φιλοσόφων είναι μεταφυσικές οντότητες και διαφέρουν από αυτές του Ησίοδου καθ’ ότι στερούνται προσωπικής ύπαρξης. Κατά τους οπαδούς της μετεμψυχώσεως οι ψυχές αφού ζήσουν διάφορες υπάρξεις μεταβαίνουν εις τον Άδη προς καθαρμό ή καθαρμένες κατοικούν στα άστρα. Ο Φερεκύδης εκ Σύρου ο διδάσκαλος του Πυθαγόρα εξέφρασε αυτήν την γνώμη. Οι Αλεξανδρινοί και οι ρωμαίοι ποιητές εκμεταλλεύτηκαν την δοξασία αυτήν εις τους «καταστερισμοὺς» αυτών δηλαδή στις αποθεώσεις των βασιλέων, των οποίων τις ψυχές μεταβάλλουν σε αστέρες. Πολλοί των φιλοσόφων δέχτηκαν την λαϊκή δοξασία ότι στον άνθρωπο κατοικούν δαίμονες αγαθοί ή κακοί το δε «δαιμόνιον» του Σωκράτη είναι η ονομαστότερη περίπτωση.
Ο genius της ρωμαϊκής μυθολογίας προσομοιάζεται προς τον γενέθλιο δαίμονα των Ελλήνων Είναι προσωποποίησης της ψυχής και της ζωικής αρχής και του πνεύματος κάθε ανθρώπου. Ο Genius υπαγορεύει τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων. Η λαϊκή φαντασία προς ερμηνεία του προβλήματος του καλού και του κακού παραδέχθηκε στους ανθρώπους σε 2 δαίμονες, τον καλό και τον κακό, οι οποίοι παλεύουν για να κερδίσουν αυτόν στον οποίο ανήκουν. Ο Βρούτος και ο Κάσιος είδαν τον κακό τους δαίμονα αναγγέλλοντας τον όλεθρό τους. Οι δαίμονες των γυναικών καλούνταν (junones). Πλην των ατομικών γενεθλίων δαιμόνων (genius natalis) υπήρχαν και οικογενειακοί (genius generis) και τόπων (genius loci) και πόλεων, ως και της ρώμης. Οι αυτοκράτορες συχνά παριστάνονταν υπό μορφή genius και τύγχαναν ειδικής λατρείας. Ο Genius παρίσταται συνήθως υπό μορφή ανδρός φέροντας εις την αριστερά το «κέρας της ἀφθονίας» και στην δεξιά φιάλη. Μετά τον θάνατο του ανθρώπου ο genius αφού επιζούσε και από της απόψεως αυτής συγχέονταν όχι σπάνια προς τους Λάρητες και τους Manes (ψυχές των νεκρών)
Οι «δαίμονες» είχαν τόση μεγάλη θέση εις την αρχαία λογοτεχνία και φιλοσοφία αλλά κατείχαν πολύ μικρότερη εις την λατρεία και στην τέχνη. Πλην των «προπόλων» και των τοπικών «ἀπιχωρίων» δαιμόνων, οι πρώτοι συγχέονται με τους θεούς οι δε δεύτεροι με τους προς τους τοπικούς ήρωες ουδεμία ιδία λατρεία υπήρχε των απειράριθμων δαιμόνιων. Ο Παυσανίας αναφέρει «Δίκην» γεγλυμένη επί λάρνακα του Κυψελλού. Ο Πραξιτέλης παρέστησε την «Χλωρίδα» σε σύμπλεγμα αυτού, ο Απελλής την «Βροντήν», την «Ἀστραπὴν» κ.λ.π. Ο Πολύγνωτος τον «Εὐρύνομον» δηλαδή τον χθόνιο δαίμονα που τρώει τις σάρκες των νεκρών. Στον τάφο των Ταρκυνίων βρέθηκαν παραστάσεις δαιμόνων που συνόδευαν τις ψυχές, λευκών και μαύρων, των δευτέρων κρατούντων όργανα βασανιστήρια.

Η Δίκη καταβάλλει την αδικία [επί αρχαίου αγγείου] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, σελίδα 817)
Ο όρος «δαίμων» στην ελληνική γλώσσα δεν είναι βεβαίως ισοδύναμος, προς τον όρο θεός, δεν απέχει όμως πολύ από αυτόν και είναι σύγχρονος όρος αρχαιότερος, όπως και οι δαίμονες είναι αρχαιότεροι των θεών. Με τις νεότερες ιδέες περί δαιμόνων, αυτοί έγιναν πονηροί από την στιγμή που εκτελούσαν τα αντίθετα με τους θεούς, οι οποίοι με τον καιρό αποβάλλουν το δαιμονικό και φοβερό και γίνονται ηθικά όντα. Από αυτή την αντίθεση γεννήθηκαν οι πολλαπλοί μύθοι περί της μεταξύ των θεών και δαιμόνων πάλης κατά την οποία νικητές αναδεικνύθηκαν οι θεοί και οι δαίμονες έγιναν υποτελείς τους. Ως τέτοιοι πιστεύονται ως όντα μεσάζοντα μεταξύ θεών και ανθρώπων, όπως φαίνεται και στις ανώτερες θρησκείες, των οποίων τους θεούς εξύψωσαν θεολόγοι και ποιητές. Στην μονοθεϊστική θρησκεία, όπου εξαίρεται το μεγαλείο και η παντοδυναμία του Θεού, οι δαίμονες εκπίπτουν ακόμη περισσότερο, καθιστάμενοι ολωσδιόλου πονηρά όντα και ταυτιζόμενοι με τους ψευδείς θεούς της ειδωλολατρίας, τους οποίους οι θρησκείες αυτές δεν αρνούνται εντελώς. Υπό την έννοια αυτή καλούνται και δαιμόνια.
Σε δαίμονες, πνεύματα και αγγέλους, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε, ακόμη και στον Χριστιανισμό, αγαθά όντα, αλλά και ηθικώς αδιάφορα και αντίθετα πολλές φορές, πίστευαν όλοι οι λαοί της αρχαιότητας και δημιουργείται γύρω τους πλούσια και λίαν εκτεταμένη μυθολογία. Μετά την αιχμαλωσία του Ιουδαϊσμού, ιδίως από τα μακαβαϊκά χρόνια, αποκτούν εξαιρετική δύναμη επί της θρησκευτικής συνειδήσεως, αποβαίνουν άρχοντες του κόσμου, κοσμοκράτορες, επίτροποι των λαών, προ πάντως κύριοι των αστρικών κόσμων, βεβαίως όχι χωρίς και την επίδραση της βαβυλωνιακής και περσικής θρησκείας, αλλά πρώτα από εσωτερικούς λόγους. Στους Πέρσες είναι γνωστή η σημασία του Αμεσάς Σπέντας, δια των οποίων κυβερνά τον κόσμο ο Ωριμάσδης, και αποτελεί σύστημα τάξεων και όντων αρχηγών των Γιατσατάς, οι οποίοι πάλι είναι επόπτες των τεσσάρων στοιχείων, όπως και των ημερών, των μηνών και των ωρών. Στην στρατιά αυτή των αγαθών δαιμόνων αντιτίθεται σμήνος πονηρών δαιμόνων των Αρειμάν, του θεού του σκότους, και ο αγώνας μεταξύ των δύο στρατιών αντικατροπτίζεται και επί της γης, όπου οι άνθρωποι του σκότους αγωνίζονται προς του φωτός. Στους Έλληνες η δαιμονολογία, αποτελεί τμήμα της φιλοσοφίας στα συστήματα της παρακμής που έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα.
Ιδιαίτερα με τους δαίμονες ασχολήθηκαν οι στωικοί, από τον Χρύσιππο μέχρι του Ποσειδωνίου ως και οι εκλεκτικοί και οι νέοι πυθαγόρειοι . Ο Χρύσιππος δεν δέχονταν μόνο αγαθούς δαίμονες αλλά και πονηρούς, που ήταν οι κολαστές επί των ανόσιων και αδίκων ανθρώπων. Η θεωρία δε του Ποσειδωνίου είχε μεγάλη επιρροή στους επόμενους αιώνες. Εκ του Οκέλλου μαθαίνουμε ότι στον Ουρανό κατοικούν οι θεοί, στην γη οι άνθρωποι και στον μεταξύ χώρο (μετάρσιο) οι δαίμονες. Ο Τιμαίος ο Λοκρός νομίζει ότι εις τους δαίμονες, παλαμναίους και χθονίους έχει τεθεί η διοίκηση του κόσμου. Αυτοί θεωρούνται κηδεμόνες του κάθε άνθρωπου, πόλεων και ολόκληρων ανδρών, το οποίο βεβαιώνεται από τον νεοπλατωνικό Πορφύριο στον γνωστό του σύγγραμμα «Ποιμάνδρης» που αποτελεί μέρος της γραμματείας του Ερμή του Τρισμέγιστου. Σε αυτό μεταξύ άλλων διαβάζουμε «Ὁ δημιουργὸς ἐδημιούργησε διοικητάς τινας ἑπτά, ἐν κύκλοις περιέχοντας τὸν αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἡ διοίκησις αὐτῶν εἱμαρμένη καλεῖται». Το χωρίο αυτό βεβαιώνει και την επήρεια σαφώς της αστρολογία που κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους συνεπέφερε και την διάδοση ότι οι πλανήτες είναι έμψυχα όντα πίστεως, αρχή της οποίας βρίσκει κανείς στην ελληνική φιλοσοφία και ιδίως στον Πλάτωνα. Με αυτήν την πίστη συνδυάζεται και η άλλη πεποίθηση ότι δηλαδή η τύχη του ανθρώπου ορίζεται από τις συνόδους των πλανητών ιδίως προς την θέση τους με το ζωδιακό κύκλο, και στηρίζεται στην συμπάθεια των μερών του κόσμου προς άλληλα ένεκα της εσωτερικής τους συγγένειας. Η δαιμονολογική αυτή δοξασία ριζώνει τόσο βαθιά στους ψυχές των ανθρώπων ώστε ο Χριστός τον Β' αιώνα μ.Χ. να θεωρείται ως λυτρωτής από την ειμαρμένη, δηλαδή ως λυτρωτής από την δουλεία αυτών των κοσμοκρατόρων δαιμονίων. Κατάλοιπα αυτής της πίστεως βρίσκονται εις τον Καζαμία και σε παραμύθια όπου βρίσκουμε το «στοιχειὸ» και το «τελώνιον»
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες υποστηρίχτηκε ότι η δαιμονολογία είναι γέννημα θρέμμα της ψυχολογικής υπόστασης του ανθρώπου. Κατά τα πορίσματα έρευνας αυτές οι παραστάσεις οφείλονται σε βιώματα εις την φύση, σε εντυπώσεις, τα όνειρα (εφιάλτης ενύπνια), της ασθένειας της παραφροσύνης και της εκστάσεως. Έτσι εξηγήθηκαν οι σκανδιναβικοί Τρόλλ, οι βαβυλωνιακοί Ουτουκκού, οι μωαμεθανικοί Δσινναι, ο Daemon meridianus η Έμπουσα, η Λαμία, εν γένει το φαινόμενο του πολυδαιμονισμού της πληρώσεως των πάντων υπό δαιμόνων.
Βιβλιογραφία
1. Cumont, Les Anges du paganisme στο «Revue de l’ histoire des religions», τ. 36 1915
2. Wundt, Volker psychologie, τ. 4 (γ΄, έκδ. 1920),
3. Ν. Λούβαρι, Η εις πνεύματα πίστις κατά τους περί Χριστόν Χρόνους
Πηγή: Ν.Ι. Λούβαρης, Καθηγητής της Εισαγωγής και της Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, σ.σ. 816 -818
Θαλάσσιος δαίμονας που ανήκε στον κύκλο της Αφροδίτης. Αυτός ήταν κακόμορφος και αποτρόπαιος γέροντας, εξασκούσε στην Λέσβο το επάγγελμα του λεμβούχου και διαπόρθμευε επιβάτες εςι την απέναντι αιολική ακτή. Εκ της συμπεριφοράς και προθυμίας την οποία επέδειξε προς την Αφροδίτη, μεταγάγοντας αυτή από την Λέσβο εις την Μικρά Ασία, έλαβε από την θεά ως αμοιβή την αιώνια νεότητα και το άφθαστο κάλλος.
Το Φάωνα ως μυθικό πρόσωπο εξύμνησε εις τις ωδές της η Σαπφώ, παρουσιάζοντας αυτόν ως αγαπημένο έμμονα από κόρη, η οποία τον ακολουθούσε καθώς έφευγε, αλλά επειδή δεν την αγαπούσε αυτός, αυτοκτόνησε ριφθήσα από τον Λευκάτα, βράχο της Λευκάδας, εις την θάλασσα. Εκ των ποιημάτων αυτών της Σαπφούς, κατά παρανόηση και παρερμηνεία, έλαβε αφορμή η νέα αττική κωμωδία να πλάσει τα μυθεύματα ότι ο Φάων είναι πραγματικό πρόσωπο και ότι ο μυθολογικός και ποιητικός, κοινός και σε άλλους λυρικούς, τόπος του Φάωνος αναφέρεται σε ερωτικές περιπέτειες της Σαπφούς.
Πηγή: Γ.Μ. Βαλλέτας, βιβλιοφύλακας του Φοιτητικού Αναγνωστηρίου της Πανεπιστημιακής σχολής, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κγ΄, σελ. 872
Δαιμονιζόμενος ονομάζεται εκείνος που κατέχεται από δαιμόνιο.
Οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι υπάρχουν αγαθοί και πονηροί δαίμονες και στους τελευταίους απέδιδαν πάσα νόσο και γενικά κάθε κακοτυχία ή καταστροφή. Στην Αίγυπτο μάλιστα επικράτησε η πεποίθηση, ότι οι δαίμονες δεν εισέρχονται μόνο στα σώματα των ζώντων αλλά και στα σώματα των νεκρών. Γι’ αυτό εκτελούσαν ορισμένους εξορκισμούς, για να απομακρύνουν από την σορό το πονηρό πνεύμα.
Στην Ελλάδα και στην Ρώμη υπήρχε διαφορετική αντίληψη σε σχέση με την υπό πνευμάτων κατοχή. Ο ιερέας ή η ιέρεια, κατεχόμενοι από την θεότητα, συνταυτίζονταν προς αυτήν και είχαν την πεποίθηση πως εκτελούσαν κάποια θεία αποστολή. Αυτό βέβαια δεν συνέβαινε μόνο κατά την μαντεία αλλά και κατά την λατρεία του Διονύσου, της Δήμητρας και άλλων θεών, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δυνάμεις της φύσης, η διακατοχή των οποίων θεωρείτο ευεργετική για τους ανθρώπους. Γι αυτό ακριβώς οι κατεχόμενοι από υπερφυσικής δύναμης καλούνταν στην Ελλάδα «ἒνθεοι» και «θεόληπτοι», ενώ η λέξη ενθουσιασμός κατά την πρωταρχική της έκδοση, εκδηλώνει ένθεα κατάσταση της ψυχής. Προς την ιδέα της εις τον εμπνευσμένο άνθρωπο κατασκηνώσεως κάποια υπερφυσικής δυνάμεως ανταποκρίνεται η ιδέα της απολυτρώσεως ή χειραφετήσεως της ψυχής από του σώματος, που θεωρούνταν ως δεσμωτήριο. Η απολύτρωση αυτή καλούνταν έκσταση στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους.
Πηγή: Α. Γ Δαλέζιος, Δρ. Φιλοσοφίας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, σελίδα 816
Η θεουργία αποτελεί είδος μαγείας δια της οποίας οι μεμυημένοι ισχυρίζονταν ότι έρχονταν εις σχέση με αγαθοποιών θεοτήτων. Η θεουργία καλούνταν και η επιστήμη του θαυμαστού, η τέχνη του ποιεί θαύματα και στους πλατωνικούς σήμαινε την τέχνη της κατάβασης του θείου εις την ψυχή των ανθρώπων θέτοντάς της εις εκστατική κατάσταση. Η θεουργία όπως και όλες οι μυστικιστικές αντιλήψεις γεννήθηκαν στην Ανατολή. Ασκούνταν από ειδικούς ιερείς οι οποίοι εφόσον ασκούνταν στις πιο σκληρές ασκήσεις εγκράτειας και αγνότητας, αποκτούσαν την δύναμη να κάνουν θαύματα με την βοήθεια των ευεργετικών θεοτήτων. Έτσι πιστεύονταν ότι με την θεουργία ο Ηρακλής, ο Ιάσονας, ο Θησέας, ο Κάστωρ, ο Πολυδεύκης και όλοι οι άλλοι ήρωες της αρχαιότητας είχαν πετύχει τους θαυμαστούς άθλους τους. Επινοητής της θεουργίας θεωρούνταν ο Ορφέας. Αυτός δίδαξε τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των θεών, του κατευνασμού της οργής των, του εξαγνισμού των εγκλημάτων και της θεραπείας των ασθενειών.

Κατά τον Ιάμβλιχο οι θεουργικές επικλήσεις είχαν συντεθεί εν αρχής την Χαλδαϊκή ή την Αιγυπτιακή γλώσσα. Κατόπιν όμως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι που τις χρησιμοποίησαν διατηρώντας πολλές λέξεις των ξένων γλωσσών, παρενέβαλλαν και Ελληνικές και λατινικές και κατασκεύασαν μια γλώσσα βάρβαρη και ακατανόητη στους ανθρώπους, αλλά ακριβώς δια αυτό πολύ ευνόητη για τους θεούς
Απολογητής: Εισηγήσεις και εξηγήσεις των Χαλδαϊκών λόγων έχει πράξει και ο Παναγιώτης Μαρίνης που ανήκει στην επιτροπή δια την αναγνώριση της Ελληνικής θρησκείας του 12θεου. Ας έχει υπ’ όψη του ο αναγνώστης, πως αν και από την μια, η Βίβλος ή η Καινή Διαθήκη από τους νεοΕθνικούς αποβάλλονται ως «Ιουδαϊκά» συγγράμματα, από την άλλη γίνονται δεκτά τα Λόγια ή η Χρησμοί των Χαλδαίων, εις τους οποίους (Αβραάμ) αποδίδεται η «κατασκευή» της Βίβλου.
Εκ των ιστορικών προσώπων κυριότεροι θεουργοί ήσαν ο Απολλώνιος ο Τυανέας, ο Απουλήϊος, ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Ιουλιανός. Κατά τον Ιάμβλιχο οι θεουργικές επικλήσεις είχαν συντεθεί εν αρχής την Χαλδαϊκή ή την Αιγυπτιακή γλώσσα. Κατόπιν όμως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι που τις χρησιμοποίησαν διατηρώντας πολλές λέξεις των ξένων γλωσσών, παρενέβαλλαν και Ελληνικές και λατινικές και κατασκεύασαν μια γλώσσα βάρβαρη και ακατανόητη στους ανθρώπους, αλλά ακριβώς δια αυτό πολύ ευνόητη για τους θεούς. Οι επικλήσεις αυτές έπρεπε να απαγγέλλονται με απόλυτη ακρίβεια για να φέρουν αποτέλεσμα. Και το παραμικρό λάθος προφοράς καθιστούσε ανίσχυρη την επίκληση. Η θεουργία εξυπηρετεί κυρίως την ιατρική, που δημιούργησε τον ιατρικό μυστικισμό ο οποίος με διάφορα επιβλητικά μέσα, μη στερούμενα αγυρτείας, έξαπτε την φαντασία του ασθενούς, τόνωνε το ηθικό αυτού και πολλές φορές δια της αυθυποβολής έφερνε πραγματικά αποτελέσματα. Εις τα πολλαχού της Ελλάδος Ασκληπιεία και κυρίως σε εκείνο της Επιδαύρου και της Κω, η θεουργία αποτελούσε επικουρικό μέσο θεραπείας όταν δεν ήταν το μοναδικό. Οι ασθενείς προετοιμάζονταν κατάλληλα από τους ιερείς με νηστείες, προσευχές κ.λ.π. και κατόπιν δια κάποιας ιατρικής αγυρτείας νόμιζαν ότι έβλεπαν τον θεό ή σημεία που πρόδιδαν την παρουσία του και αυθυποβαλλόμενοι αποκτούσαν ορισμένες φορές την υγεία τους. Στην Γαλατία η θεουργία εκπροσωπούνταν από τους Δρυίδες ιερείς οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αγαθά την ευεργετική δύναμη των υπερφυσικών όντων.

«Μα δεν βλέπω τίποτα», είπε ο Τίμαρχος, «παρά μόνον αστέρια που πάλλονται γύρω από το χάσμα, άλλα που βυθίζονται σε αυτό και άλλα πού πηδούν προς τα πάνω». «Βλέπεις επομένως», είπε η φωνή, «τους ίδιους τους δαίμονες, αλλά δεν το ξέρεις» (Πολιτεία Πλάτωνος).
«Πολλοί σήκωναν ένα ποτήρι προς τιμή του Αγαθού Δαίμονος, άλλοι προς τιμή του Δία σωτήρα, άλλοι προς τιμή της Υγείας και άλλοι επέλεγαν άλλους θεούς». (Αθήναιος).
«Από παλιά να προσφέρεται σε όλους μετά το φαγητό μικρή ποσότητα ανέρωτου κρασιού, τόσο για τη γεύση όσο και για ένδειξη της δύναμης του Αγαθού Δαίμονος Διονύσου» (Φιλόχωρος).
Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση του πολύ σημαντικού άλλα και συνάμα
δύσκολου αυτού θέματος, θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να ξεκαθαρίσουμε: Ό όρος
δαίμων ουδεμία σχέση έχει με την διαστρεβλωτική ερμηνεία του όρου πού κατά
κόρον στις παραδόσεις των μονοθεϊστικών θρησκειών αναφέρεται. Δαίμων στην
αρχαία γλώσσα μας σημαίνει συνετός, όπως δηλαδή τους χαρακτήριζε ο Ησίοδος ως
δαήμονες = σοφούς, συνετούς.
Στην αρχαία Ελλάδα οι επιφανείς νεκροί και οι ήρωες λατρεύονταν με την μορφή γενειοφόρου όφεως. Με παρόμοιο τρόπο παριστάνονταν και οι θεοί.
Ο Σατανισμός και οι παρόμοιες εκδηλώσεις τους έχουν ως βάση την Εβραϊκή θρησκευτική παράδοση και όχι την Ελληνική και ενεργεί ως αντίπαλο δέος, και πάλι έτσι ουδεμία σχέση έχει με τους αγαθοδαίμονες, τις σοφές και φωτεινές οντότητες της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής αντίληψης ούτε πουθενά σχετίζονται ή συναντιόνται αυτά τα δυο.
Κάνουμε αυτές τις απαραίτητες διευκρινήσεις, γιατί μέσα από την λάσπη τόσων αιώνων δογματικής εξουσίας και καταπίεσης, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ή σημασία του παρόντος άρθρου και ακόμα πιο δύσκολα θα μπορούσε να προσεγγισθεί το θέμα χωρίς καχυποψία και σκεπτικισμό. Οι Σατανάδες, οι Βελζεβούληδες και οι Μπαφομέτ δεν ανήκουν στην θρησκευτική παράδοση του Ελληνικού λαού, και ας μείνουν άλλου, καταδικασμένοι στο σκότος, εκεί πού άλλωστε ανήκουν.
Οι θείες και άγιες οντότητες μιας Ιερής λατρείας συχνά
περιγράφονται σαν αλάστορες (εκδικητικοί) δαίμονες σε μιαν άλλη, αντίπαλη
θρησκεία. Το καλύτερο παράδειγμα είναι αυτό των προχριστιανικών πολυθεϊστικών
λατρειών, των οποίων οι θεοί, οι δαίμονες και οι ήρωες έγιναν κακά στοιχειά και
σατανάδες στις παραδόσεις των μονοθεϊστικών θρησκειών. Ό Βαάλ για παράδειγμα
των Ελληνογενών Φιλισταίων
γίνεται Βαλζεβούλ - Βελζεβούλ στους Εβραίους. Ό Πάνας
γίνεται Μπαφομέτ και Σατανάς στους Χριστιανούς. Την Αφροδίτη (Εωσφόρο), θεά
του έρωτα, πού το άστρο της εμφανίζεται με το φως της αυγής («Ἕως»), το γνωστό μας
λυκαυγές, αλλά και στο σούρουπο σαν άστρο του λυκόφωτος, την διαπλέκουν με
τον αρχηγό των εκπεσόντων αγγέλων. Τους Σιληνούς, τους χαρούμενους ερωτιάρηδες
ακόλουθους του Διονύσου, τους μετατρέπουν σε χυδαίους δαίμονες, γνωστούς σαν
Incubus. Ό μύθος του Σειληνού πού επισκέπτεται ερωτικά στον ύπνο της την Εστία,
από ένα μυθολογικό ερεθιστικό παιχνίδισμα, μετατρέπεται από τα μυαλά των
ανέραστων δογματικών του μονοθεϊσμού σε εγκληματική σεξουαλική διαστροφή
διαβολικών ονειρώξεων και όχι μόνον. Οι Σιληνοί έρχονται σαν λάγνα Incubus στον
ύπνο «αγνών» θεοσεβούμενων γυναικών και ασελγούν πάνω τους. Από την άλλη, με
τους ερωτολάγνους θηλυκούς δαίμονες Succubus οι δογματικοί θεοφοβούμενοι
προχωρούν στον εκχυδαϊσμό της γλυκιάς Νύμφης του ύπνου Βριζούς. Η Βρίζω πρόλεγε
τα μέλλοντα μπαίνοντας στα όνειρα των ανθρώπων, προστάτευε επίσης τους
θαλασσοπόρους συζύγους των καρτερικών Ελληνίδων γυναικών και αυτές της
πρόσφεραν εδέσματα σε αγγεία με σχήμα πλοίου, ενώ θεωρούσαν τόπο της το νησί
του φωτός, την Δήλο.
Είναι δεκάδες τα παραδείγματα πού αποδεικνύουν πώς το Ιερό μιας θρησκείας γίνεται διαβολικό και κακοδαιμονικό στην άλλη. Το ουσιαστικό όμως ερώτημα είναι: «Τι θα άξιζε να επιλέξουμε σαν ψυχοπνευματικό μονοπάτι, αν νοιώθαμε την ανάγκη να κάνουμε κάτι τέτοιο;». Ποιους Άγιους, ποιους θεούς και ποιους Δαίμονες θα άξιζε να επικαλεσθούμε;
Νομίζω ότι ο άνθρωπος για κάθε σημαντική επιλογή στην ζωή του πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχει διαμορφώσει μέσα από την παιδεία του και τις εμπειρίες του το απαραίτητο κριτήριο αλήθειας και δικαίου. Εδώ ας μου επιτροπή να παραφράσω τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό πού έλεγε «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό», και να πω ότι Ιερό είναι ό,τι είναι αληθινό». Και ή αλήθεια είναι πώς αν ο θεός δεν ήθελε να έχουμε ερωτικές επιθυμίες πέραν από αυτές πού είναι δέλεαρ για την τεκνοποιία, θα είχε φροντίσει να νοιώθουμε ηδονή αυστηρά και μόνον όταν θα επρόκειτο να τεκνοποιήσουμε. Συνεπώς ο "Έρωτας είναι ιερός έτσι όπως είναι και όχι όπως οι δογματικοί της θρησκείας θέλουν να τον κάνουν. Τώρα αν σκεφθούμε ότι οι άνθρωποι πού συμπεριφέρονται με μία ελευθερία ψυχής στα ερωτικά, στοχάζονται και ελεύθερα, είναι εύκολο να κατανόηση κανείς, γιατί οι θρησκείες πού εξυπηρετούν σκληροπυρηνικές εξουσιαστικές δομές κτυπούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον έρωτα και τον ερωτισμό αποδίδοντας του κακοδαιμονικές και διαβολικές επιρροές.
Επίσης τα ότι οι Δαίμονες πού στις μονοθεϊστικές θρησκείες παρουσιάζονται ισοπεδωτικά σαν κακές αιμοδιψείς οντότητες, ενώ στην αρχαία Ελληνική γραμματεία περιγράφονται, ως επί το πλείστον, σαν αγαθά θεία όντα, πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις.
Ό Πορφύριος π.χ. μιλά στα κείμενα του για «θείους αγγέλους και καλούς δαίμονες». Όμως τις πια σπουδαίες αναφορές τις βρίσκουμε στα κείμενα του Πλάτωνα.
Γράφει Ο Πλάτων στον Κρατύλο:
ΣΩΚΡΑΤΗ: Αλήθεια, Ερμογένη. Τι να σημαίνει άραγε το όνομα «δαίμονες»; Πρόσεξε αν σου φανώ ότι λέω κάτι σπουδαίο.
ΕΡΜ. Λέγε.
ΣΩ, Γνωρίζεις ποιοι, κατά τον Ησίοδο, είναι οι δαίμονες;
ΕΡΜ. Δεν γνωρίζω.
ΣΩ. Δεν γνωρίζεις ούτε για το χρυσό γένος των ανθρώπων, πού λέει ότι υπήρξε πρώτο;
ΕΡΜ, Αυτό το ξέρω.
ΣΩ. Λέει λοιπόν γι' αυτό: Μόλις το γένος τούτο χωρίστηκε σε μέρη, οι δαίμονες αγνοί καΐ γήινοι ονομάζονται, λαμπροί, προστάτες από το κακό, φύλακες των ανθρώπων.
ΕΡΜ. Δηλαδή τι εννοείς;
ΣΩ. Νομίζω πώς λέγοντας χρυσό γένος δεν εννοεί φτιαγμένο από χρυσάφι, άλλα καλό και ωραίο. Απόδειξη θεωρώ το γεγονός, ότι για μας λέει πώς είμαστε σιδερένιο γένος.
ΕΡΜ. Έχεις δίκιο.
ΣΩ. Πιστεύεις λοιπόν ότι, και αν κάποιος από τους σύγχρονους μας είναι καλός, θα μπορούσε να πει πώς ανήκει στο χρυσό γένος;
ΕΡΜ. Βέβαια.
ΣΩ. Οι καλοί όμως είναι συνετοί ή τίποτε άλλο;
ΕΡΜ. Συνετοί.
ΣΩ. Κατά τη γνώμη μου, αυτό περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τους δαίμονες· επειδή ήταν συνετοί και «δαήμονες» (σοφοί), τους ονόμασε (ο Ησίοδος) «δαίμονες». Και στην αρχαία γλώσσα μας το όνομα αυτό αντιστοιχεί αυτό ίδιο. Σωστά λοιπόν και αυτός και άλλοι ποιητές λένε ότι, αν πεθάνει κάποιος ενάρετος, μεγάλη τύχη και τιμές αποκτάει και γίνεται δαίμονας, σύμφωνα με την ονομασία της φρόνησης. Έτσι και εγώ λοιπόν αντιλαμβάνομαι τον «δαήμονα», δηλαδή κάθε άνθρωπο, θεϊκό όσο ζει και αφότου πεθάνει, και νομίζω ότι σωστά ονομάζεται «δαίμων».
Υπάρχουν φυσικά και άλλες ετυμολογικές ερμηνείες για την λέξη δαίμων, όπως αυτές πού μας παραθέτει ο καθηγητής Βάλτερ Μπάρκετ στο πολύ σημαντικό έργο του «Αρχαία Ελληνική θρησκεία», οπού γράφει: «η ρίζα δαι- έχει πολλές σημασίες, ή συνηθέστερη ερμηνεία είναι «αυτός πού διανέμει». Προσκρούει στην δυσκολία όμως ότι δαίω σημαίνει χωρίζω, διαμελίζω και όχι απονέμω, διανέμω. Επίσης είναι δυνατόν να σημαίνει «αυτός πού φωτίζει».
Ανεξάρτητα όμως του τι ακριβώς σημαίνει ή λέξη Δαίμων (συνήθως περιλαμβάνει όπως και όλες οι φορτισμένες με ενέργεια λέξεις όλες τις ερμηνείες σε ένα σύστημα πολυσημαντικής), το βέβαιον είναι ότι δεν σήμαινε στην αρχαία Ελλάδα αυτό πού του αποδίδει σήμερα ο μονοθεϊστικός κόσμος. Ό Πλάτων ξανά και ξανά δίνει μέσα από τα κείμενα του αυτή την αγαθή υπόσταση των δαιμόνων. Διαβάσαμε ήδη λίγο πιο πάνω στον Κρατύλο τα σχετικά. Οι απόψεις του πάνω στο θέμα των δαιμόνων αναπτύσσονται πάντα κάτω από την ίδια καλοκάγαθη οπτική.
Γράφει στον Πολιτικό αλλά και στον Φαιδρό:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Γιατί τότε τον πρώτο λόγο στην φροντίδα όλης της κυκλικής πορείας είχε Ο θεός, όπως και κατά τόπους συνέβαινε πάλι τα ίδιο, όλα δηλαδή τα μέρη του κόσμου ήταν κατανεμημένα υπό την εξουσία των θεών. Μάλιστα θείοι δαίμονες είχαν μοιράσει μεταξύ τους, σαν ποιμένες, τα ζώα σε γένη και αγέλες, και ο καθένας κάλυπτε επαρκώς όλες τις ανάγκες των υπηκόων του, ώστε ούτε ήταν άγρια ούτε αλληλοτρώγονταν, και υπήρχε ούτε πόλεμος ούτε και καθόλου φιλονικίες.
Και συνεχίζει στον Φαιδρό:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ο μέγας Δίας λοιπόν, ηγεμόνας του ουρανού, πού διευθύνει άρμα φτερωτό, πρώτος προχωρεί, διευθύνοντας τα πάντα και φροντίζοντας για τα πάντα. Εκείνον τον ακολουθεί στρατιά θεοτήτων και δαιμόνων, διαιρεμένη σε ένδεκα τμήματα, παραμένει δηλαδή μόνη της ή Εστία στον οίκο των θεών, οι υπόλοιποι μάλιστα, όσοι συμπεριλαμβάνονται στον αριθμό δώδεκα και θεωρούνται άρχοντες, παρατάσσονται σύμφωνα με την τάξη, στην οποία ο καθένας τοποθετήθηκε. Πολλά θεάματα, επομένως και ευχάριστα, και διέξοδοι υπάρχουν στα εσώτερα του ουρανού, τις οποίες περιδιαβαίνει η γενιά των ευτυχισμένων θεών, εκτελώντας ο καθένας την δική του ιδιαίτερη λειτουργία, ακολουθεί μάλιστα την πομπή όποιος πάντα θέλει και μπορεί ν' ακολουθήσει, γιατί ο φθόνος στέκεται μακριά από την θεϊκή ακολουθία.
Αξίζει όμως να παραθέσουμε ένα ακόμη σημείο, αυτή την φορά από τους «Νόμους» του Πλάτωνα, πού αναφέρεται στους δαίμονες.
«Ό Κρόνος με την σκέψη αυτή, όρισε για βασιλιάδες και κυβερνήτες στις πολιτείες μας όχι ανθρώπους άλλα πλάσματα από ανώτερο και πιο θεϊκό γένος, τους δαίμονες. Ό Κρόνος πού αγαπούσε τους ανθρώπους μας έβαλε κάτω από την εποπτεία των δαιμόνων, πού ήταν ανώτεροι από μας, για να μας φροντίζουν. Και αυτοί με μεγάλη ευκολία, τόσο για το δικό τους όσο και για το δικό μας καλό, έδωσαν ειρήνη, σεβασμό προς τους άλλους, καλούς νόμους, δικαιοσύνη, ευτυχία και ομόνοια ανάμεσα σε όλες τις φυλές του κόσμου». Την εποχή των δαιμόνων «δεν υπήρχε πόλεμος ούτε και καθόλου φιλονικίες». Οι δαίμονες «ήταν ανώτεροι από μας και έδωσαν ειρήνη δικαιοσύνη ευτυχία και ομόνοια σε όλες τις φυλές», «ο φθόνος στεκόταν μακριά από την θεϊκή, δηλαδή την δαιμονική ακολουθία», μας λέει ο Πλάτων, τονίζοντας με έμφαση την καλοσύνη των δαιμόνων. Στην ουσία υιοθετεί τις σοφές απόψεις του μεγάλου ποιητή Ησίοδου, πού ήταν από τους πρώτους πού είχε αναφερθεί στο χρυσό γένος και τους καλούς Δαίμονες εκείνης της εποχής.
Γράφει Ο Ησίοδος στο «Έργα και Ημέραι»:
«Από τον καιρό πού σκέπασε η γη αυτό το γένος (όταν πέθαναν δηλαδή οι άνθρωποι του χρυσού γένους), τούτοι είναι (οι δαίμονες - οι ψυχές του χρυσού γένους), με την θέληση του Διός, τα καλά πνεύματα που γυρίζουν στον κόσμο και είναι φύλακες των ανθρώπων και τούτοι παρακολουθούν τις δίκες και τα εγκλήματα, γυρίζοντας σαν ομίχλη παντού στην γη και χαρίζουν πλούτη». Για να συμπλήρωση παρακάτω ο ποιητής: «Αλήθεια τριάντα χιλιάδες (δαίμονες) υπάρχουν από τον Δία, φύλακες αθάνατοι των θνητών ανθρώπων επάνω στην πολύκαρπη γη κα»ι τούτοι παρακολουθούν τις δίκες και τα εγκλήματα γυρίζοντας αχνοντυμένοι παντού στην γη». Από μία άλλη οπτική ο θείος Όμηρος ταυτίζει τους Δαίμονες με τους θεούς, βοηθώντας μας έτσι να δούμε μέσα από τα «σκοτεινά» του μάτια μια ακόμη αλήθεια της ελληνικής μυθολογίας:
ΙΛΙΑΣ: Με το δυνατό του χέρι [ο Αχιλλέας] κράτησε την ασημένια λαβή και μέσα στην θήκη έσπρωξε το μακρύ του ξίφος, υπακούοντας στην Αθηνά. Αυτή έφευγε για τον Όλυμπο, στο παλάτι του ασπιδοφόρου Δία, ν' αντάμωση τους άλλους θεούς (δαίμονες)» [«μετὰ δαίμονας ἄλλους» στο αρχαίο κείμενο]... Η Ελένη, του Δία κόρη, ησύχασε. Τύλιξε γύρω της το άσπρο διάφανο πέπλο της και έφυγε, χωρίς να πει λέξη. Ούτε μια απ’ τις Τρωάδες δεν την είδε να φεύγει δίπλα της προχωρούσε η θεά (δαίμων)», [«ἦρχε δὲ δαίμων» στο αρχαίο κείμενο]. Στην πορεία της Ελληνικής αγαθοδαιμονολατρείας, σ' ένα κομμάτι της εμφανίζονται μεταξύ των δαιμόνων και κακά όντα με ακόρεστη απληστία για αίμα, ηδονή και λαγνεία. «Ομως αυτοί οι "δαίμονες" δεν είναι συνήθως τίποτε άλλο από ανήσυχες ψυχές νεκρών που είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις άγριο ή βίαιο θάνατο. Στα κείμενα του Πλατωνικού Ξενοκράτους άλλα και του Πλουτάρχου γίνονται αναφορές σε τέτοιου είδους δαίμονες. Φυσικά δαίμονες τιμωρούς ή εκδικητικούς βρίσκουμε και στα ανώτερα πεδία, άλλα αυτό δεν είναι ο κανόνας. Π.χ. στις Ερινύες έδιναν μεταξύ των άλλων τα επίθετα «ἠεροφοῖται», αυτές δηλαδή πού κατοικούν στο Έρεβος, ή «ἀλάστορες», δηλ. εκδικητικές- τιμωροί, ή «βροντοσκόποι», αυτές πού κατασκοπεύουν τους θνητούς.
Και τώρα μπαίνουν τα μεγάλα ερωτήματα: «Αν υποθέσουμε ότι οι Δαίμονες είναι πράγματι υπαρκτές οντότητες, ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους και οι ιδιότητες τους, σύμφωνα τουλάχιστον με την αρχαιοελληνική παράδοση; Γιατί χάθηκαν; Ή μήπως δεν χάθηκαν; Σε τι σχέση βρίσκονται με το φυσικό περιβάλλον και τους ανθρώπους; Ποιο κομμάτι από την ανθρώπινη κοινωνία έχει την μεγαλύτερη πίστη στους Δαίμονες, στων οποίων την βοήθεια προσδοκεί;
Για διάφορες αίτιες, με κυρίαρχη αυτή πού διαιωνίζει την εξουσία του κατεστημένου, η πραγματική μορφή της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας έχει φθάσει πολύ διαστρεβλωμένη στις μέρες μας. Βλέπουμε ξανά και ξανά μονοθεϊστές θρησκειολόγους να προσπαθούν να ερευνήσουν κάτι πού στην ουσία δεν τους ενθουσιάζει. Από την άλλη οι ευνοϊκά προσκείμενοι προς τον πολυθεϊσμό ερευνητές και ιστορικοί έχουν μια μόνιμη τάση να ωραιοποιούν, να εξωραΐζουν οτιδήποτε είναι αρχαίο, κάτι πού είναι τροχοπέδη για μια τίμια και αντικειμενική μελέτη. Τελικά είτε έτσι είτε αλλιώς, ή εικόνα για την Ελληνική θρησκεία, κυρίως από τους πρώτους και πολύ λιγότερο από τους δεύτερους, έχει παραμορφωθεί. Όπως και να έχει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επικράτησε ή άποψη ότι ή θρησκεία του δωδεκαθέου ήταν ή κυρίαρχη θρησκευτική λατρεία στην αρχαία Ελλάδα. Το σωστό θα ήταν όμως να πούμε ότι το δωδεκάθεο σαν επίσημη θρησκευτική λατρευτική παράδοση των αρχαίων Ελλήνων κυριαρχούσε στα εξωτερικά λατρευτικά δόγματα. Η ανάγκη όμως για κάλυψη της βαθιάς ανθρώπινης ψυχικής εσωτερικότητας ερχόταν κυρίως από τις «συμπληρωματικές» λατρείες, όπως ήταν π.χ. (τουλάχιστον μετά τον 6ο π.Χ. αιώνα) Ο Όρφικοδιονυσιασμός, η θεουργία αλλά και η Μαγεία. Αυτές οι «συμπληρωματικές» λατρείες των αρχαίων στην ουσία εξέφραζαν και κατά κάποιο τρόπο κάλυπταν τις ανάγκες των λιγότερο προνομιούχων λαϊκών μαζών, όπως και διάφορων περιθωριακών ομάδων, καθώς και των γυναικών. Όλοι μαζί αποτελούσαν και τότε την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.

Οι Δαίμονες είχαν την τάση να βοηθούν τους πιο αδύναμους και τους λιγότερο προνομιούχους, μια πού από ό,τι φαίνεται και αυτοί όπως και οι θεοί αντλούν την δύναμη τους με κάποιο μεταφυσικό τρόπο από το συλλογικό ή φυλετικό ασυνείδητο. Για να είναι ισχυροί, χρειάζονται μια κρίσιμη «ποσότητα» δύναμης, πού την παίρνουν από τις συντονισμένες μέσω της πίστης ψυχές των πιστών τους.
Ίσως να μην είναι καθόλου συμπτωματικό ότι άπα το μητροκεντρικό ιερατείο της Ελευσίνας και το σεβαστό γένος των Ιεροφαντών Ευμολπιδών κατάγεται ο Κλεισθένης, ο θεμελιωτής της δημοκρατίας στην Αθήνα, πού μ' όλες τις αδυναμίες της είναι πολύ κοντά σε ό,τι καλύτερο μπορούσαν να δημιουργήσουν από πολίτευμα οι Έλληνες την εποχή εκείνη. Παρ' όλη την κρυπτοελιτίστικη δομή της ή κοινωνία της αρχαίας Ελληνικής Δημοκρατίας έδινε πολύ περισσότερες ευκαιρίες στους πολίτες από οποιοδήποτε άλλο σύστημα με εξαίρεση κάποιες πλευρές του συστήματος της Σπάρτης, όπου εκεί ειδικά οι γυναίκες απολάμβαναν σίγουρα μεγαλύτερη ελευθερία από τις Αθηναίες. Όμως και στην Σπάρτη οι συμπιεσμένες από τα βαριά καθήκοντα ψυχές των ανθρώπων εύρισκαν διέξοδο, όπως και σε όλη την Ελλάδα, στις συμπληρωματικές δαιμονοκεντρικές λατρείες. Το γεγονός ότι υπάρχει μια παράδοση σχετικά με το όνομα Λακεδαίμων και Λακεδαιμόνια, ότι δηλαδή Λακεδαίμων είναι ο Λάκων Δαίμων, η οποία μπορεί να μην είναι απλά μια παραετυμολογική ερμηνεία, αλλά μια βαθύτερη εκδήλωση του συλλογικού ασυνειδήτου των Λακώνων, ίσως δείχνει πώς μπορεί ή ελληνική λαϊκή ψυχή να εκφράζει βαθιές μνήμες μέσω της λεξιπλασίας.
Οι Δαίμονες λοιπόν ξεκίνησαν να αγκαλιάζουν τους ανθρώπους σαν θεοί και αυτή την θεία και αγαθή τους υπόσταση την κράτησαν μέχρι τους Ελληνιστικούς χρόνους. Οι Δαίμονες είχαν την τάση να βοηθούν τους πιο αδύναμους και τους λιγότερο προνομιούχους, μια πού από ό,τι φαίνεται και αυτοί όπως και οι θεοί αντλούν την δύναμη τους με κάποιο μεταφυσικό τρόπο από το συλλογικό ή φυλετικό ασυνείδητο. Για να είναι ισχυροί, χρειάζονται μια κρίσιμη «ποσότητα» δύναμης, πού την παίρνουν από τις συντονισμένες μέσω της πίστης ψυχές των πιστών τους. Όσο πιο ισχυρή είναι η καταπίεση στους «κάτω» της κοινωνίας, τόσο πιο δυνατή γίνεται η πίστη τους στους Δαίμονες. Ταυτόχρονα όσο πιο φορτισμένο είναι το ασυνείδητο των «κάτω», όσο πιο έντονες οι επικλήσεις τους, τόσο πιο ισχυροί και δυνατοί γίνονται οι προστάτες τους, Δαίμονες και θεοί τους. Αν κάποιοι νομίζουν ότι οι πιστοί εμπρός στο τείχος των δακρύων, στην Μέκκα, στον Γάγγη ποταμό ή στην Παναγία της Τήνου είναι απλώς ένα γραφικά φαινόμενο κάνουν κατά την γνώμη μου μεγάλο λάθος.
Ο Ανατόλ Φρανς λέει σχετικά με αυτό: «Οι αθάνατοι οφείλουν περισσότερα από όσο νομίζετε σε αυτούς πού τους λατρεύουν. Τους οφείλουν την ζωή. Οι θεοί παίρνουν την τροφή τους από τους ανθρώπους. Τρέφονται από τον καπνό πού ανεβαίνει από το αίμα των θυσιών τους. Ξέρετε ότι αυτό σημαίνει πώς η ουσία τους αποτελείται από όλες τις σκέψεις και από όλα τα αισθήματα των ανθρώπων. Οι σπονδές των αγαθών ανθρώπων τρέφουν τους αγαθούς θεούς. Οι μαύρες θυσίες της άγνοιας και του μίσους παχαίνουν τους αγροίκους θεούς»
Όσοι γνωρίζουν τι μπορεί να σημαίνει υλοποιήσεις ανωτέρων οντοτήτων, κατανοούν το πόσο σημαντικές είναι οι δυνατές οσμές πού κυρίως αναδύονται από τις θυσίες, όπως και οι συντονισμένες εκστασιασμένες ψυχές των πιστών, για την ολοκλήρωση των υλοποιήσεων. Η ανάγκη του καταπιεσμένου πληθυσμού να νοιώσει την παρουσία μιας θείας οντότητας πού θα τον βοηθήσει να αποσπασθεί από την μιζέρια του, έστω και για λίγο, μετατρέπεται σε μια φοβερή δύναμη επίκλησης προς τα ανώτερα οντά που ρουφούν με ευχαρίστηση αυτό το ψυχικό δυναμικό.
Φαίνεται λοιπόν να 'χει πολύ δίκιο ο Νίτσε, όταν στο έργο του «Ή Γέννηση της Τραγωδίας» περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο αυτόν τον ανταγωνισμό των δυνάμεων της εξουσιαστικής κάστας από την μία, πού εκφράζεται με την επίσημη θρησκεία και τον Ολύμπιο-Απολλώνιο τρόπο, και από την άλλη αυτής των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων, πού εκφράζονται με τις γήινες (χθόνιες) θεότητες και κυρίως με τον Διόνυσο. Όμως και ο Βάλτερ Μπάρκερτ στα βιβλίο του «Αρχαία Ελληνική θρησκεία» αφιερώνει ειδικά κεφάλαιο για τους «άνω» θεούς του ουρανού και τους «κάτω», χθόνιους θεούς του κόσμου των νεκρών, των νεκρών πού μπορούμε να τους δούμε, σε ένα συμβολικό επίπεδο, και σαν άψυχους ανθρώπους, εξ αιτίας της έλλειψης πρόσβασης στις ομορφιές και στην ανάσα της ζωής. Οι ουράνιοι και χθόνιοι θεοί και για τον Μπάρκερτ, πού υιοθετεί κατά κάποιο τρόπο τις σχετικές με αυτό το θέμα απόψεις του Νίτσε, αφήνουν το στίγμα τους πάνω στις κοινωνικο-θρησκευτικο-πολιτικές δραστηριότητες των ανθρώπων, με την εξουσία να εκφράζει με τους άνω ουράνιους θεούς την δύναμη των ισχυρών και τους κάτω χθόνιους θεούς και δαίμονες να γίνονται ενσαρκώσεις του πόθου των μη προνομιούχων για δικαίωμα συμμετοχής σε μια αξιοπρεπή ζωή. Δεν είναι συμπτωματικό ότι ο Διόνυσος σαν δαίμων Ίακχος, συνοδός της Δήμητρας, κυριαρχεί στην μητροκεντρική λατρεία της Ελευσίνας, πού έχει άμεση σχέση και με τον κάτω κόσμο, αλλά και με τα εσώψυχα του Ελληνικού λαού, καθώς επίσης και με την Δημοκρατία, όπως θα δούμε πιο κάτω. Ούτε είναι συμπτωματικά ότι ο Διόνυσος ταυτίζεται σε αρκετές περιπτώσεις στην Ελληνική Μυθολογία με τον Πλούτωνα, τον άρχοντα του κάτω κόσμου. Ο Κερένυι στην «Μυθολογία» του μας μεταφέρει τις απόψεις των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων περί Διονύσου και Κάτω Κόσμου. «Ο Διόνυσος εθεωρείτο ο κύριος του υπό της γης κόσμου. Άδης και Διόνυσος ταυτίζονται». Βαθυστόχαστες αναλύσεις πάνω σ' αυτό το θέμα κάνει και ο Έλληνας θεολόγος Μέγας Φαράντος στο βιβλίο του «Η φιλοσοφία του Άνω και Κάτω - Η Δύναμης και οι μεταμορφώσεις της».

Όσοι γνωρίζουν τι μπορεί να σημαίνει υλοποιήσεις ανωτέρων οντοτήτων, κατανοούν το πόσο σημαντικές είναι οι δυνατές οσμές που κυρίως αναδύονται από τις θυσίες, όπως και οι συντονισμένες εκστασιασμένες ψυχές των πιστών, για την ολοκλήρωση των υλοποιήσεων.
Απολογητής: Άλλες φορές ο νέο-Εθνισμός διδάσκει υλισμό, άλλες φορές διδάσκει ανώτερα «δαιμόνια», άλλες φορές σκέψη και άλλες φορές «πίστη». Αυτός και αν είναι νέο-ελληνικός νέο-εποχίτικος «αχταρμάς». Μέγιστη προσοχή απαιτείται ως προς τις επιδιώξεις τέτοιων άρθρων.
Ας δούμε όμως τι έχει να μας πει ο Μπάρκετ:
«Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού πολιτισμού έγκειται στον ριζικό και αποτελεσματικό τρόπο, με τον όποιο διαμορφώνεται η αντίθεση μεταξύ της επικράτειας των θεών και της επικράτειας των νεκρών. Οι θεοί είναι αθάνατοι, το επίθετο γίνεται ορισμός. Οι άνθρωποι αντιθέτως ως θνητοί, βροτοί, είναι προορισμένοι να πεθάνουν... Αυτή η αντίθεση σαφώς έγινε έντονη και ολοκληρώθηκε κατά τους Ιστορικούς χρόνους, σ' αυτό έπαιξε ρόλο η αρχόμενη συνειδητή θεολογία. Στην λογοτεχνία η αντίθεση μεταξύ των «άνω» και των «κάτω» θεών εμφανίζεται με σαφή τρόπο στα δράματα του Αισχύλου, ενώ με πολύ μεγάλη συνέπεια προσπαθεί αργότερα να την εφαρμόσει ο Πλάτων με τους Νόμους του... Η αντίθεση του Ολυμπίου και του χθονίου στοιχείου δημιουργεί μια πολικότητα, κατά την οποία το ένα δεν μπορεί να ύπαρξη χωρίς το άλλο και κάθε φορά αποκτά το πλήρες νόημα του από το άλλο. Στην Κόρινθο συνυπάρχουν αγάλματα του «Διός» (απλά), του «Διός Χθονίου» και του «Διός Ύψιστου», δεν υπάρχει ανατολή του ηλίου, αν δεν έχει προηγηθεί Νύκτα. Κατά τον ίδιο τρόπο ή χθόνια και ή ολύμπια τελετουργία είναι συνεχώς αλληλένδετες».
Συνεχίζει όμως και αλλού ο Μπάρκερτ, τονίζοντας αυτήν την φορά και την πολιτικοκοινωνική πλευρά του θρησκευτικού φαινομένου και ιδιαίτερα του Απολλώνιου (Ολύμπιου) και Διονυσιακού, στηριζόμενος αρκετά σε θέσεις του Νίτσε. Γράφει:
«Το πώς ακριβώς τα δύο στοιχεία, το «Απολλώνιο» και το «Διονυσιακό», συμβαδίζουν, όπως οι πόλοι μιας αντιθέσεως, είναι ζήτημα της ψυχολογίας του πολιτισμού, το οποίο έθεσε με εμπνευσμένο και πεισματικό τρόπο ο Φρείντριχ Νίτσε... Σ' αυτήν την αντίθεση ο Νίτσε πίστεψε ότι ανακάλυψε τρόπον τινά το κλειδί της ιστορίας του ελληνικού πνεύματος και της ουσίας της τέχνης. Αυτά τα σύμβολα (Απόλλων-Διόνυσος) απέκτησαν την δική τους ιδιαίτερη σημαία και την δική τους ιδιαίτερη ζωή και έτσι σχεδόν ανεξαρτητοποιήθηκαν από την προέλευση τους, από την ελληνική θρησκεία... Κατά τον 4ο π.Χ, αιώνα ισχυρίζονταν ότι ο Διόνυσος είχε ταφή στον ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς, δίπλα στον ιερό τρίποδα και τον ομφαλό. Εδώ φαίνεται ότι ο Διόνυσος έγινε ο σκοτεινός, «χθόνιος» πόλος του Απόλλωνος. Από την άποψη της ιστορίας της θρησκείας πρέπει αυτήν την συνύπαρξη να την αποδώσουμε σε ενέργεια του ιερατείου των Δελφών, το οποίο κατά την αρχαϊκή εποχή αποδέχθηκε το Διονυσιακό κίνημα, το νομιμοποίησε και ταυτοχρόνως το περιόρισε».
Ειδικά στα τελευταία λόγια του Μπάρκερτ διακρίνουμε τις σαφέστατες αιχμές του για τις κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις του Απολλώνιου-Διονυσιακού θρησκευτικού φαινομένου. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι μεταξύ των αθανάτων θεών πού έχουν απέναντι τους οι τρομαγμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον χάρο θνητοί άνθρωποι, επιτέλους εμφανίζεται ένας θεός πού μπαίνει και αυτός στην ίδια ανθρώπινη αγωνία, του να ζήση και να πεθάνει και μέσα από μία υπέρβαση να αναστηθεί. Αυτός ο θεός είναι ο Διόνυσος, ο θεός της θυσίας, ο θνήσκων, όπως και οί άνθρωποι, θεός. Ένας τέτοιος θεός πού καταδέχεται να ζήση και να υποφέρει ότι και οι άνθρωποι δεν μπορεί παρά να είναι ο πολυαγαπημένος θεός των ανθρώπων. Γι αυτό και οι δαίμονες πού περιτριγυρίζουν τον Διόνυσο, οι Πάνες, οι Έρωτες, οι Σάτυροι και οι Σιληνοί είναι κατ' εξοχήν δαίμονες της ευθυμίας, του έρωτα και του κεφιού, πού μεθούν με την χαρά της ζωής τους ανθρώπους, για να ξεχνούν τον θάνατο. Οι θεοί πού δεν σκέπτονται τον θάνατο των δημιουργημάτων τους είναι σκληροί θεοί. Οι δαίμονες, αν και ανώτερα όντα, σαν «ενδιάμεσοι» μεταξύ θεών και ανθρώπων βρίσκονται σίγουρα συχνότερα κοντά στις επιθυμίες, τους καημούς και τις προσδοκίες των πιστών και κατανοούν τα ανθρώπινα πάθη, από την άλλη φυσικά έχουν και αυτοί τις ιεραρχίες τους.
Ο Ευσέβιος στην «Ευαγγελική προπαρασκευή» του χωρίζει τον κόσμο σε τέσσερις κατηγορίες ανωτέρων όντων. Σε θεούς, Δαίμονες, Ήρωες και Ψυχές. «Η υποσελήνια σφαίρα είναι η περιοχή των Δαιμόνων». Ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίος ο θρύλος πού κυκλοφορούσε στην αρχαιότητα και πού ήθελε τον μέγα μύστη των εσωτερικών παραδόσεων Πυθαγόρα μεταξύ των άλλων να είναι Δαίμων της Σελήνης.
Όμως και ο Σωκράτης έχει πράγματα να μας πει πάνω σε αυτό:
«Στις περιοχές του κόσμου κρατούν τα κλειδιά οι θυγατέρες της Ανάγκης, στον πρώτο ή Άτροπος, στον δεύτερο η Κλώθω, σε εκείνον στην περιοχή της σελήνης η Λάχεσις και γύρω απ' αυτήν γίνεται η καμπή της γένεσης. Τα άλλα νησιά κατέχουν θεοί, ενώ η σελήνη, πού ανήκει στους γήινους δαίμονες, αποφεύγει την Στύγα, περνώντας ελαφρώς από πάνω της. Όταν η Στύγα πλησιάζει, οι ψυχές φωνάζουν από τον τρόμο τους, διότι ο Άδης αρπάζει πολλές που γλιστρούν, ενώ άλλες τραβάει από κάτω προς τα πάνω η σελήνη, καθώς την πλησιάζουν κολυμπώντας, σε όσες το τέλος της γένεσης συνέπεσε την κατάλληλη στιγμή, έκτος βέβαια απ' όσες είναι μιαρές και ακάθαρτες. Αυτές (η σελήνη), με αστραπές και φοβερά μουγκρητά, δεν αφήνει να πλησιάσουν, οπότε, θρηνώντας για τη μοίρα τους και απογοητευμένες, φέρονται προς τα κάτω πάλι και προχωρούν σε άλλη γένεση».
Αυτά περιγράφει ο Σωκράτης, αλλά για την ηγετική θέση της δημοκρατούμενης Σελήνης πάνω στα γήινα πράγματα μας μιλά μεταξύ των άλλων σοφών και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός. Ας δούμε όμως τι έχει να μας πει ακόμη ο Εύσέβιος: «Οι θεοί γενικά ελέγχουν τους Δαίμονες, όμως υπάρχουν επωδές με τις όποιες ένας ανώνυμος Δαίμονας μπορεί να χρησιμοποιηθώ, για να απειλήσει τους θεούς».

Μεταξύ των αθανάτων θεών που έχουν απέναντί τους οι τρομαγμένοι και ταλαιπωρημένοι από τον χάρο θνητοί άνθρωποι, επιτέλους εμφανίζεται ένας θεός που μπαίνει και αυτός στην ίδια ανθρώπινη αγωνία, του να ζήση και να πεθάνει και μέσα από μια υπέρβαση να αναστηθεί. Αυτός ο θεός είναι ο Διόνυσος, ο θεός της θυσίας, ο θνήσκων, όπως και οι άνθρωποι, θεός. Ένας τέτοιος θεός που καταδέχεται να ζήσει και να υποφέρει ότι και οι άνθρωποι δεν μπορεί παρά να είναι ο πολυαγαπημένος θεός των ανθρώπων.
Αυτή ή διαμάχη των άνω και κάτω δυνάμεων, όπως και για το πώς μπορούν να απειληθούν ακόμα και θεοί από τους δαίμονες, περιγράφεται με εντυπωσιακό τρόπο από τον Λατίνο συγγραφέα Λουκανό, ό όποιος γράφει για τα δρώμενα των μαγισσών της Θεσσαλίας:
«Επιπλέον η γη της Θεσσαλίας παράγει δηλητηριώδη βότανα στα βουνά, και τα βράχια το καταλαβαίνουν όταν οι μάγοι τραγουδούν τα θανατερά τραγούδια τους. Πολλά φυτά, πού μπορούν να εξαναγκάσουν τους θεούς, φυτρώνουν εκεί, και η γυναίκα πού ήρθε από την Κολχίδα (ή Μήδεια) μάζεψε στη Θεσσαλία πολλά βότανα πού δεν είχε φέρει μαζί της. Οι ασεβείς μαγικές επωδές μιας φρικτής ράτσας τραβούν την προσοχή των θεών, πού κάνουν τον κουφό απέναντι σε τόσα έθνη, σε τόσους λαούς. Η φωνή της μάγισσας φτάνει στις απομακρυσμένες περιοχές του στερεώματος και λέει εξαναγκαστικά λόγια ακόμη και σε μια διστακτική θεότητα, μια θεότητα πού δεν νοιάζεται τόσο για τον ουρανό και το περιστρεφόμενο στερέωμα. Μια θεσσαλή μάγισσα μπορεί να φτάσει με την απεχθή φλυαρία της στα άστρα και εκεί μπορεί να απομακρύνει τους θεούς από κάθε βωμό έκτος από τον δικό της, ακόμη κι αν άνοιγαν όλους τους ναούς των αρχαίων μάγων τους ή περσική Βαβυλώνα και η γεμάτη μυστήριο Μέμφις. Μέσω του τραγουδιού μιας θεσσαλής μάγισσας, ένας έρωτας πού δεν τον θέλει η μοίρα μπαίνει σε μια αναίσθητη καρδιά, και αυστηροί γέροντες φλέγονται από απαγορευμένα πάθη. Γιατί οι θεοί μπαίνουν στον κόπο να υπακούουν σ' αυτά τα ξόρκια; Γιατί φοβούνται να τα αγνοήσουν; Ποια αμοιβαία συμφωνία ασκεί πίεση στους θεούς; Πρέπει να υπακούουν ή ευχαριστιούνται να υπακούουν; Προκαλείται αύτη ή υποταγή οπό κάποια σκοτεινή θρησκεία ή την επιβάλλουν οι μάγισσες με σιωπηλές απειλές; Έχουν δύναμη πάνω σ' όλους τους θεούς οι μάγισσες ή είναι αποτελεσματικές οι επωδές τους μόνο σε κάποιον μεμονωμένο θεό;».
Είναι σαφές ότι ο κόσμος των «κάτω» κυριαρχείται από τις δυνάμεις των δαιμόνων, με τους οποίους σε άμεση επαφή βρίσκονται οι βαθιά μυημένες ιατροφιλόσοφοι, ιατροφαρμακεύτριες μάγισσες.
Κάποιοι κατώτεροι δαίμονες παρουσιάζονται πολλές
φορές πολύ πιο εντυπωσιακοί απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Άπλες
ταραγμένες και ανήσυχες ψυχές νεκρών πού δεν έχουν ησυχάσει, μπορούν να
εμφανισθούν σαν «ανώτερες θείες οντότητες». Αυτό όμως μπορεί να ανιχνευθεί από
έμπειρους θεουργούς ή μάγους. ο Ευνάπιος γράφει για ένα Αιγύπτιο μάγο, ο όποιος
έλεγε ότι καλούσε τον Απόλλωνα, τον ξεσκέπασε όμως ο Ιάμβλιχος αποδεικνύοντας
ότι ο δήθεν Απόλλων δεν ήταν παρά το φάντασμα ένας μονομάχου, θα πείτε, και
αυτά λίγο είναι; Όπως και να‘χει, άλλο πράγμα είναι η υλοποίηση ενός θεού. Μια
τέτοια
άκρως εντυπωσιακή περίπτωση επίκλησης και υλοποίησης θεού
πού έγινε από τον μεγάλο φιλόσοφο Πλωτίνο μας περιγράφει ο Πορφύριος.
Και εδώ καλό θα είναι να προσέξουμε αυτό το συμβάν, για να κατανοήσουμε ότι τα
πράγματα αυτά μπορεί να είναι πολύ πιο σοβαρά από όσο θέλουμε να νομίζουμε ότι
είναι.
Ο Πορφύριος γράφει:
«Ἕνας Αἰγύπτιος ἱερεύς, ἐλθὼν εἰς τὴν ‘Ρώμην, ἔκαμε τὴν γνωριμίαν του (μὲ τὸν Πλωτῖνο) τῇ παρεμβάσει ἑνὸς φίλου του. Ὀ ἱερεὺς οὖτος, διὰ νὰ ἐπιδείξῃ τήν σοφίαν του, ἠθέλησεν, ὃπως ὁ Πλωτῖνος παραστῇ εἰς τὴν θέαν τοῦ δαίμονος ποὺ τὸν ἐπροστάτευε, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπεκαλέσθη. Ὁ Πλωτῖνος ἐδέχθη καὶ ἡ ἐπίκλησις ἐγένετο εἰς τὸ Ἰσεῖον (Ναὸς τῆς Ἲσιδος), διότι μόνον τὸν τόπον τοῦτον εὖρεν ἐν‘Ρώμῃ καθαρόν. Πράγματι ἐκλήθη ὁ δαίμων, ἂλλ’ ἐνεφανίσθη ἒνας θεός, μὴ ἀνήκων εἰς τὸ γένος τῶν δαιμόνων. Τότε ὁ Αἰγύπτιος ἰερεὺς ἠνεφώνησεν: ”Εἶσαι μακάριος, διότι ἒχεις προστάτην θεὸν καὶ ὃχι κατώτερα ὄντα” Δὲν ἡδυνήθησαν ν’ ἀπευθύνουν ἐρωτήματα πρὸς τὸν δαίμονα, οὒτε νὰ τὸν κρατήσουν ἐπὶ μακρὸν θεατὸν είς τοὺς ὀφθαλμούς των, διότι ἓνας τῶν φίλων τοῦ Πλωτίνου, ὃστις παρευρέθη εἰς τὴν σκηνῆν καὶ εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον ἐμπιστευθῆ τὰ πτηνὰ ποὺ τὰ ἐκράτει εἰς τὰς χείρας του, τὰ ἒπνιξεν ἐκ φόβου. Ὂθεν ὁ Πλωτῖνος ἐπροστατεύετο ἀπὸ ἓναν δαίμονα συγγενεύοντα μὲ τοὺς θεούς, διαρκῶς δὲ κατηύθυνε πρὸς αὐτὸν τὸ θεῖον του ὂμμα. Διὰ τοῦτο ἒγραψε καὶ βιβλίον, ”Περὶ τοῦ δαίμονος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐμοιράσθη διὰ κλήρου”, ὃπου ζητεῖ νά ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς διαφορᾶς μεταξῦ τῶν ὄντων, τῶν προστατευόντων τόν ἂνθρωπον»
Απολογητής: Μια μεταφυσική εμφάνιση της Ίσιδας στην σύγχρονη Ελλάδα και λεπτομέρειες σε βίντεο μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην σελίδα με τα περίεργα της αρχαίας Ελλάδας και των Αιρετικών.
Το πόσο σημαντική είναι αυτή η περιγραφή γίνεται κατανοητό, αν σκεφθούμε εκτός από την αξία του Πλωτίνου και του Πορφυρίου πού θεωρούνται από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους όλων των εποχών, το γεγονός ότι ένας από τους φίλους του Πλωτίνου έπνιξε από τον φόβο του τα περιστέρια της θυσίας, κατά την γνώμη μου είναι από τις πιο σοβαρές περιπτώσεις υλοποίησης και τις πιο ακριβείς περιγραφές πάνω σε τέτοιου είδους φαινόμενα. Ο θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, ο υλιστής φιλόσοφος Δημόκριτος, ο μυημένος στα μυστήρια της Φύσης άπα τον Πέρση Μάγο Οσθάνη, στα έργα του κάνει συχνά αναφορές στην φύση των δαιμόνων. Ο Δημόκριτος φαντάζεται τα πύρινα αυτά όντα, τους Δαίμονες, σαν ένα είδος τεράστιων ειδώλων (εικόνες, Ομοιώματα) και τοποθετεί την κατοικία τους στον αέρα. Όπως όλα τα άλλα δημιουργήματα της ύλης, έτσι και οι Δαίμονες είναι κατά τον Δημόκριτο όντα φθαρτά και όχι άφθαρτα ή σύμφωνα με την ορολογία του, είναι όντα δύσφθαρτα, ζουν δηλαδή περισσότερο από τους ανθρώπους κι απ΄ όλα τα άλλα έμβια όντα, αλλά τελικά πεθαίνουν, υπακούοντας κι αυτά στον νόμο πού διέπει όλους τους σύνθετους σχηματισμούς της κινούμενης ύλης (τις ποικιλόμορφες ενώσεις των ατόμων της ύλης), σύμφωνα με τον όποιο κάθε δημιούργημα της ύλης αργά ή γρήγορα καταστρέφεται και μετατρέπεται σε άλλο δημιούργημα της ύλης ή αποσυντίθεται στα πρωταρχικά συστατικά του στοιχεία (άτομα και κενό). Ο Πλούταρχος έχει και αυτός πολλά σημαντικά να μας πει γι' αυτό το θέμα. Γράφει:
«Όσον άφορα λοιπόν τις μυστηριακές τελετές, μέσα στις όποιες μπορεί να βρει κανείς τα πιο τρανά σημάδια πού φανερώνουν και αφήνουν να διαφαίνεται η αλήθεια σχετικά με τους δαίμονες, "από ευλάβεια ας μη μιλήσω", όπως λέει και ο Ηρόδοτος. Προσωπικά όμως έχω την εντύπωση πώς περισσότερα και μεγαλύτερα προβλήματα έλυσαν εκείνοι πού εντόπισαν το γένος των δαιμόνων, το μεταξύ θεών και ανθρώπων, πού συνδέει κατά κάποιο τρόπο και ενοποιεί την κοινωνία μας. Στους Έλληνες, ο Όμηρος φαίνεται να χρησιμοποιεί ακόμη από κοινού και τα δύο ονόματα και υπάρχουν περιπτώσεις, όπου αποκαλεί τους θεούς δαίμονες. Ο Ησίοδος είναι ο πρώτος πού ξεκάθαρα προσδιόρισε τέσσερα γένη των πλασμάτων με «λογικό»: τους θεούς, έπειτα τους δαίμονες, στην συνέχεια τους ήρωες, τελευταίους τους ανθρώπους και, με βάση την διάκριση τούτη, φαίνεται να δέχεται την μεταβολή του χρυσού γένους σε δαίμονες πολλούς και αγαθούς, ενώ οι ημίθεοι πέρασαν στην κατηγορία των ηρώων. Άλλοι πάλι δέχονται όμοια μεταβολή στα σώματα και στις ψυχές. Πράγματι, όπως ακριβώς βλέπει κανείς από γη να προκύπτει νερό, από νερό αέρας, από αέρα φωτιά, εφόσον ή ουσία φέρεται προς τα πάνω, έτσι και οι καλύτερες ψυχές μεταβάλλονται από ανθρώπους σε ήρωες και από ήρωες σε δαίμονες, από δαίμονες πάλι, λίγες μόνο, σε μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού καθαρίστηκαν εντελώς μέσω της αρετής, μπόρεσαν να συμμετάσχουν στην θεϊκή φύση. Με μερικές ψυχές όμως συμβαίνει να μην κυριαρχούν πάνω στον εαυτό τους, να υποβιβάζονται, να περιβάλλονται πάλι με σώματα θνητά και να ζουν ζωή αχνή σαν αναθυμίαση και χωρίς λάμψη...»
Ο Ησίοδος θεωρεί πώς και οι δαίμονες πεθαίνουν μετά από συγκεκριμένα γυρίσματα του χρόνου. Το άθροισμα των χρόνων πού ζουν οι δαίμονες είναι εννιά χιλιάδες επτακόσια είκοσι χρόνια, μικρότερο απ’ αυτό πού πιστεύουν οι περισσότεροι μαθηματικοί, μεγαλύτερο όμως απ’ αυτό πού έχει αναφέρει ο Πίνδαρος, λέγοντας πώς οι νύμφες ζουν και τους έχει λάχει τέρμα ζωής 'ίδιο με των δέντρων. Είτε περισσότερος είτε λιγότερος είναι ο χρόνος, είτε τακτό είτε όχι το χρονικό διάστημα πού αλλάζει τρόπο ζωής ή ψυχή του δαίμονος ή του ήρωα, θα έχει αποδειχθεί αυτό πού θέλει με μαρτυρίες ξεκάθαρες και παλιές, το ότι δηλαδή ορισμένες φύσεις βρίσκονται στη μεθόριο περιοχή μεταξύ θεών και ανθρώπων, υπόκεινται στα πάθη των θνητών και υφίστανται τις μεταβολές πού προκαλεί η ανάγκη, τους οποίους σωστό είναι, σύμφωνα με την πατροπαράδοτη συνήθεια, θεωρώντας τους και αποκαλώντας τους δαίμονες, να τους δείχνουμε σεβασμό. «Από ευλάβεια ας μην μιλήσω», μας λέει λοιπόν ο Πλούταρχος και μας περιγράφει όλα αυτά τα εντυπωσιακά πράγματα. Φανταστείτε να αποφάσιζε να μιλήσει κιόλας γι' αυτά πού δεν πρέπει να μιλήσει.
Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Πλούταρχος ήταν μέγας μύστης μυημένος στα πιο βαθιά μυστήρια του Διονύσου και για πάρα πολλά χρόνια αρχιερέας των Δελφών, όπως επίσης και πολυγραφότατος πνευματικός άνθρωπος.
Όμως μια άλλη βαθιά μυημένη, η Ιέρεια Διοτίμα, μας λέει δια στόματος Σωκράτη τα παρακάτω πολύ ενδιαφέροντα για τους δαίμονες:
«Αλλά τότε», είπα, «τι να είναι ο Έρως; θνητός;» «Κάθε άλλο». «Μα τότε τι;» «Όπως και τα προηγούμενα παραδείγματα», είπε, «κάτι μεταξύ θνητού και αθανάτου». «Δηλαδή, Διοτίμα, τι;» «Δαίμων μέγας, Σωκράτη. Άλλωστε κάθε τι δαιμονικό ευρίσκεται μεταξύ θεού και θνητού». «Και ποία είναι», είπα εγώ, «η δράσης του;» «Να μεταφράζει και να μεταβιβάζει εις τους θεούς τα προερχόμενα εκ των ανθρώπων και εις τους ανθρώπους τα εκ των θεών, εκείνων μεν τις προσευχές και τις θυσίες, τούτων δε τις προσταγές και τις ανταποδόσεις. Εις το μέσον δε και των δύο, όπως ευρίσκεται, γεμίζει το κενόν, ώστε το σύμπαν να έχει συνοχή εσωτερική. Δια μέσου τούτου προβαίνει εις το έργον της και η μαντική ολόκληρος και των ιερέων η τέχνη η σχετική με τις θυσίες και τις μυσταγωγίες και τις επωδές, και γενικώς με την μαγεία και την γοητεία. Το θείον με τους ανθρώπους δεν έρχεται εις άμεσο συγχρωτισμό, αλλά δια της μεσολαβήσεως τούτου συντελείται οιαδήποτε επικοινωνία και συνομιλία θεών και ανθρώπων, είτε κατά την εγρήγορση είτε εις τον ύπνο τους. Όστις εις αυτά τα ζητήματα είναι έμπειρος, είναι ένας άνθρωπος δαιμόνιος. Ενώ όστις είναι εις άλλα πράγματα σοφός, εις επιστήμη π.χ. ή χειρωνακτική εργασία, είναι ένας βάναυσος. Οι δαίμονες λοιπόν αυτοί είναι πολυάριθμοι και διαφόρων ειδών, ένας εξ αυτών είναι και ο Έρως». Αυτά πληροφορούμαστε για τους δαίμονες από το Συμπόσιο του Πλάτωνα.
Περί της φύσεως των δαιμόνων πολλά σημαντικά έχει να μας πει και ο Μπάρκερτ.
«Οι θεοί ήσαν πολύμορφοι και αναρίθμητοι. Και όμως ο χαρακτηρισμός «θεός» δεν επαρκεί, για να κατανοήσουμε τους «ισχυρότερους». Παραλλήλως υπάρχει από την εποχή του Όμηρου μια άλλη λέξη, η οποία έκανε εκπληκτική σταδιοδρομία και μέχρι σήμερα είναι ζωντανή στις ευρωπαϊκές γλώσσες: Δαίμων, η δαιμονική ύπαρξη. Η έννοια έχει αποδειχθεί τόσο χρήσιμη, ώστε μέχρι σήμερα δεν είναι δυνατόν να φαντασθούμε την περιγραφή της λαϊκής πίστεως και των πρωτόγονων θρησκειών χωρίς αυτήν και αν στην θρησκεία γίνεται αποδεκτή μία εξέλιξη από το κατώτερο στο ανώτερο επίπεδο, πρέπει η πίστη στους δαίμονες να είναι παλαιότερη από την πίστη στους θεούς. Δαίμων είναι αδιευκρίνιστη δύναμη, κάτι πού ωθεί τον άνθρωπο, χωρίς να είναι δυνατόν να κατονομασθεί ο πρωταίτιος. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι άλλοτε, σαν να τον σπρώχνει μια δύναμη, ενεργεί «σὺν δαίμονι», και άλλοτε τα πάντα στρέφονται εναντίον του, βρίσκεται «απέναντι στον δαίμονα», «προς δαίμονα», ιδίως όταν ένας «θεός» ευνοεί τον αντίπαλο. Μια ασθένεια μπορεί να περιγραφή ως «μισητός δαίμων» πού «επιτίθεται» εναντίον του ανθρώπου. Οι θεοί είναι αυτοί πού κατόπιν τον σώζουν. Κάθε θεός μπορεί να ενεργή σαν δαίμων, άλλα ο θεός δεν αποκαλύπτεται σε κάθε ενέργεια του. Ο δαίμων είναι η καλυμμένη έκφραση της θεϊκής ενέργειας. Έτσι ο δαίμων είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της «ομηρικής» αντιλήψεως περί των θεών ως όντων με ατομικά, προσωπικά χαρακτηριστικά. Σε μια εξαιρετική περίπτωση ο δαίμων εμφανίζεται στην λατρεία και στην τέχνη: ως «Ἀγαθὸς Δαίμων». Η πρώτη σπονδή, κατά την οινοποσία γενικώς και στο Ιερό του Διονύσου ιδιαιτέρως, γινόταν προς τιμήν του και απεικονιζόταν ως ερπετό».
Ο Αγαθός Δαίμονας, σύμφωνα με αναφορές του Αθηναίου, του Φιλόχορου, του Ευριπίδη άλλα και άλλων συγγραφέων των οποίων έχουμε αποσπάσματα, ταυτίζεται με τον Διόνυσο. Η συγγένεια δε του Αγαθού Δαίμονος με τον Δία και Διόνυσο Μειλίχιο, πού και αυτοί με την σειρά τους έχουν άμεση σχέση με τον θεό του Ελέους, μας φέρνει μέσα από αυτήν την διαδικασία θρησκευτικού συγκρητισμού μπροστά στην μία αγαθή και ελεήμονα οντότητα, πού είναι ο πυρήνας όλης της θρησκευτικότητας των «κάτω. Ο αγαθός Δαίμων, η αγαθή Τύχη και ο θείος Δαίμων, ο θεός του Ελέους, μέσα από τον θεό της θυσίας Διόνυσο και την Ορφικοδιονυσιακή, όπως και την Ορθόδοξη παράδοση φτάνει μέχρι τις μέρες μας σαν ο Άγιος πού πάντα ελεεί σαν Άγιος Παντελεήμων ή σαν Παναγιά Ελεούσα.
Και ο Ησίοδος όμως είναι από τους πρώτους πού μας έδωσε πολλές πληροφορίες για τους Δαίμονες, τους παρεχώρησε επακριβή θέση σαν «φύλακες» των ανθρώπων, περιγράφοντας παράλληλα μεταξύ των άλλων και μια πολύ σπουδαία ιδιότητα τους, πού είναι ότι μπορούν να παραμένουν αόρατοι. Γράφει: «Παραμένουν όμως αόρατοι και μόνο από τις πράξεις τους είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν».
Ιδιαίτερη γνώση για τους δαίμονες καυχιόνταν ότι είχαν και οι Πυθαγόρειοι. Έλεγαν ότι μπορούσαν να τους ακούν και να τους βλέπουν και απορούσαν πώς δεν συνέβαινε αυτό και με τους άλλους ανθρώπους! Το γνωστό λίγο-πολύ σε όλους Πυθαγόρειο θεώρημα των Ορθογωνίων τριγώνων μας υπενθυμίζει έναν άλλο δυνατά νοητικό τρόπο πού χρησιμοποιούσαν οι Πυθαγόρειοι, για να προσεγγίσουν τους ανώτερους κόσμους και τα θεία όντα. Επίσης η αναγκαιότητα γνώσης μαθηματικών και γεωμετρίας, για να παρακολούθησης τις διδασκαλίες στην Πλατωνική Ακαδημία δείχνει ότι και οι Πλατωνικοί ακολουθούσαν το ίδιο μαθηματικό- νοητικό μονοπάτι.
Ο Ξενοκράτης, ο μαθητής του Πλάτωνα, εύρισκε γεωμετρικές αντιστοιχίες στον κόσμο των θεών και των δαιμόνων και τις αναλογίες τους στα τρίγωνα, παραβάλλοντας το ισόπλευρο με το θείο, το σκαληνό με το θνητό και τό ισοσκελές με το δαιμόνιο στοιχείο, εκ των οποίων το ένα είναι ίσο από κάθε πλευρά, το άλλο άνισο από κάθε πλευρά, ενώ το τρίτο έχει πλευρές εν μέρει ίσες και εν μέρει άνισες, όπως ή φύση του δαίμονος διαθέτει και τα πάθη του θνητού και την δύναμη του θεού.
Ο δαίμων είναι επίσης κάτι σαν την «μοίρα», κάποιο ον το όποιο σχεδιάζει και δίνει εντολές, χωρίς όμως να είναι ορατό. Άλλωστε είδαμε ήδη πριν τους δαίμονες να περιγράφονται σαν «αχνοντυμένα όντα», σαν «διαφανή ή Ομιχλώδη».
Είναι άκρως εντυπωσιακή ή περιγραφή του Πλάτωνα στο έργο του «΄Ἐπινομίς», για τους θεούς και τους δαίμονες. Αναφέρει εκεί:
«Όσον αφορά τους θεούς, δηλαδή τον Δία, την Ήρα και όλους τους άλλους, ο καθένας ας τους τοποθετεί όπου θέλει, σύμφωνα με τον προσωπικό του νόμο, πού θα μένη σταθερός. Από τους Ορατούς θεούς όμως, τους πιο μεγάλους και πιο σεβαστούς, πού βλέπουν πάρα πολύ καθαρά παντού, πρέπει να πούμε πρώτα την φύση των άστρων και όσα πράγματα καταλαβαίνουμε μαζί με τούτα. Έπειτα, και κάτω από εκείνους, πρέπει να βάλουμε στην σειρά τους δαίμονες. "Όσον αφορά τώρα το αέριο γένος, πού είναι τρίτο στην σειρά και βρίσκεται στην μέση ασχολούμενο με το καθήκον της ερμηνείας, πρέπει να το τιμούμε με προσευχές πολλές ως αναγνώριση της καλής πορείας. Από τα δύο τούτα ζωντανά, εκείνο πού είναι από τον αιθέρα κι εκείνο πού ακολουθεί και προέρχεται από τον αέρα, ας πούμε πώς το καθένα είναι διαφανές, αφού, όταν μας πλησιάζουν και βρίσκονται δίπλα μας, δεν μπορούμε να τα δούμε. Ας πούμε επίσης πώς έχουν και τα δύο θαυμαστή εξυπνάδα, ανήκουν σε γένος πού μαθαίνει πολύ εύκολα κι έχει δυνατή μνήμη, γνωρίζουν όλη την σκέψη μας και αγαπούν μοναδικά όποιον ανάμεσα μας είναι καλός και σωστός, ενώ μισούν τον πολύ κακό, όπως ήδη συμμετέχουν και στην λύπη».
Αόρατοι λοιπόν και αγαθοί, αν και όχι πάντα. Γενικά είναι καλό κανείς να διατηρεί μαζί τους φιλικές σχέσεις. Έχουν φθάσει σε μας μέχρι σήμερα φράσεις των αρχαίων Ελλήνων πού δείχνουν την σχέση τους προς τους δαίμονες. Φράσεις όπως: «Τον δαίμονα πού με περιβάλλει πάντοτε συνειδητά θα τον τιμώ, υπηρετώντας τον με τα μέσα πού διαθέτω». Χρησιμοποιούσαν επίσης συχνά την επίκληση «Ὦ, δαίμων». Πίστευαν δε ότι ο «μεγάλος νους του Διός κυβερνά τον δαίμονα των ανθρώπων πού αγαπά». Ό Ηράκλειτος έλεγε: «Ο χαρακτήρας είναι για τον άνθρωπο ο δαίμων του».
Οι δαίμονες σύμφωνα με τον Ησίοδο είναι οι τιμημένοι μακάριοι νεκροί του χρυσού γένους των ανθρώπων. Ό δολοφονημένος Ρήσος γίνεται ένας ανθρωποδαίμων προφήτης. Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι οι ηρωικά πεσόντες στον πόλεμο θα έπρεπε να τιμώνται σαν δαίμονες. Του Πλάτωνα λόγια είναι άλλωστε κι αυτά στον «Φαίδωνα», όπου αναφέρει:
«Και κατά πώς λέγεται, μόλις πεθάνει κάθε άνθρωπος, Ο δαίμων του καθενός, αυτό ακριβώς πού του είχε λάχει όσο ζούσε, αναλαμβάνει να τον μεταφέρει σε έναν τόπο, όπου πρέπει να συγκεντρωθούν όλοι, για να περάσουν από δίκη και έπειτα να πορευθούν προς τον Άδη, με Οδηγό εκείνον πού έχει ταχθεί να τους πέραση από 'δώ προς τα εκεί». Αργότερα στην ελληνιστική εποχή, σε διάφορες επιγραφές ο χαρακτηρισμός των νεκρών ως δαιμόνων γίνεται συνηθισμένος. Η σχέση νεκρών και δαιμόνων είναι αμφίδρομη. Όπως ή ψυχή ενός ανθρώπου μπορεί να δαιμονοποιηθή, αντίστοιχα μπορεί ένας δαίμων να καταλάβει το σώμα ενός ανθρώπου, νεκρού ή ζωντανού. Ιδιαίτερα το δεύτερο αποτελούσε ύβρη στις παραδόσεις της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Ο Δίας τιμωρεί τον Ασκληπιό, επειδή ανασταίνει νεκρούς. Και για τον ίδιο λόγο δεν γίνεται δεκτός στα Ελευσίνια Μυστήρια ο Απολλώνιος ο Τυανέας, επειδή εξ αίτιας αυτών των ικανοτήτων του θεωρείτο μάγος. Στους μάγους απαγορευόταν ή μύηση στην Ελευσίνα.

Στην εικόνα ή θεά Αφροδίτη με τον φτερωτό γιο της, Έρωτα
Αξίζει εδώ να αναφέρουμε κάποια εκπληκτικά γεγονότα που συνέβησαν στον Απολλώνιο Τυανέα και πού μας τα περιγράφει ο Φιλόστρατος. Το πρώτο περιστατικό είναι ή περίπτωση ενός εξορκισμού:
«Στην διάρκεια αυτής της κουβέντας παρουσιάστηκε στους σοφούς ο αγγελιαφόρος, οδηγώντας τους Ινδούς πού είχαν ανάγκη σωτηρίας. Παρουσίασε μπροστά τους μια γυναίκα πού παρακαλούσε νια το παιδί της. Έλεγε ότι είχε γίνει δεκαέξι χρονών και δύο χρόνια ήταν δαιμονισμένο. Τα χαρακτηριστικά του δαίμονα ήταν η ειρωνεία και η ψευτιά. Όταν κάποιος από τους σοφούς ρώτησε από που βγάζει αυτό το συμπέρασμα, είπε: «Ο δαίμονας δείχνει προτίμηση στην όψη αυτού του παιδιού, επειδή είναι όμορφο και δεν το αφήνει να βρει τα λογικά του. Ούτε σε δάσκαλο το αφήνει να πάει ούτε να μάθη να τοξεύει ούτε να μένη στο σπίτι. Το οδηγεί σε περιοχές έρημες κι έχει χάσει το παιδί την χροιά της φωνής του και μιλάει βαριά και βαθιά, όπως οι άνδρες. Μάλλον βλέπει με αλλά μάτια παρά με τα δικά του. Για όλα αυτά εγώ κλαίω και χτυπιέμαι και συμβουλεύω τον γιο μου όσο μπορώ. Όμως αυτός δεν με αναγνωρίζει. Όταν αποφάσισα να έρθω εδώ - πέρυσι έκανα αύτη τη σκέψη - ο δαίμονας αποκάλυψε τον εαυτό του χρησιμοποιώντας το παιδί μου ως προσωπείο. Μου έλεγε λοιπόν ότι είναι είδωλο ενός άνδρα πού κάποτε πέθανε στον πόλεμο επιθυμώντας την γυναίκα του. Επειδή όμως η γυναίκα του τρεις μέρες μετά τον θάνατο του παντρεύτηκε με άλλον, προσβάλλοντας το κρεβάτι τους, μίσησε από τότε τις σχέσεις με γυναίκες και μεταπήδησε στο σώμα αυτού του παιδιού. Μου υποσχέθηκε να δώσει στο παιδί πολλά και καλά, αν δεν τον πρόδιδα σε σας. Εγώ επηρεάστηκα από αυτές τις υποσχέσεις κι έτσι τώρα εδώ και καιρό κυβερνάει μόνος του το σπίτι μου, χωρίς να σχεδιάζει τίποτα έντιμο και αληθινό. Ό σοφός ρώτησε πάλι, αν ήταν μαζί της το παιδί κι αύτη του είπε όχι, αν και του είχε τάξει πολλά για να έρθει, Ο δαίμονας με απείλησε με γκρεμούς και βάραθρα και ότι θα σκοτώσει το παιδί μου, αν τον έφερνα εδώ να δικαστή», είπε. «Κάνε κουράγιο», είπε ο σοφός. Δεν θα το σκοτώσει, αν διάβαση αυτά». Έβγαλε από τον κόρφο του μια επιστολή και την έδωσε στην γυναίκα. Η επιστολή απευθυνόταν στο είδωλο, για να το απειλήσει και να το τρομάξει».
Πράγματι ο δαίμονας εξήλθε από το παιδί, το όποιο απέκτησε και πάλι την ψυχική του ισορροπία. Βλέπουμε για μια ακόμη φορά ότι τέτοια φαινόμενα συνέβαιναν περισσότερο με ανήσυχες ψυχές νεκρών, παρά με ανώτερες οντότητες' πραγματικών δαιμόνων.
Η δεύτερη περίπτωση άφορα στην ανάσταση μιας νεκρής από τον Απολλώνιο Τυανέα:
«Μια κοπέλα είχε πεθάνει την ώρα του γάμου της και ο γαμπρός ακολουθούσε το φέρετρο θρηνώντας για τον ανολοκλήρωτο γάμο. Μαζί του θρηνούσε και όλη ή Ρώμη, γιατί ή κοπέλα ήταν από οικογένεια υπάτων. Ο Απολλώνιος έτυχε να βρίσκεται εκεί όταν συνέβη το θλιβερό γεγονός και είπε πλησιάζοντας την πομπή: «Ακουμπήστε κάτω το φέρετρο, θα σταματήσω τα δάκρυα πού χύνετε γι' αυτήν την κοπέλα». Αμέσως μετά ρώτησε ποιο ήταν το όνομα της. Οι περισσότεροι νόμισαν ότι θα εκφώνηση έναν από τους επικήδειους πού ξεσηκώνουν τον θρήνο. Άλλα εκείνος δεν έκανε κάτι τέτοιο. Απλώς άγγιξε την κοπέλα και είπε κάτι άπα πάνω της πού δεν ακούσθηκε, και την ξύπνησε από αυτό πού φαινόταν σαν θάνατος. Η νέα άφησε μια κραυγή και γύρισε στο σπίτι του πατέρα της».
Είναι πολλές οι περιπτώσεις πού τα θαύματα του Απολλώνιου Τυανέως περνάνε σε σφαίρες πού ακόμη και ένα ανοικτό μυαλό δεν μπορεί να ακολουθήσει. Ακριβώς όμως αυτός είναι ο κόσμος της θεουργίας και της μαγείας. Όλα αυτά τα θαύματα του Απολλώνιου Τυανέα έκαναν κάποιους συγγραφείς, και σσως δικαιολογημένα, να πιστέψουν ότι ο Απολλώνιος ήταν ο Χριστός και ότι όσα έχουν αναφέρει στα Ευαγγέλια είναι διασκευές του δικού του βίου. Τα φαινόμενα δαιμονοποίησης ψυχών, δαιμονοκατάληψης ή ανάστασης νεκρών είναι αρκετά συχνά ιδιαίτερα στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Αναφέρονται σε διάφορα κείμενα μέχρι και φαινόμενα πού μας θυμίζουν τα ζόμπι των νήσων της Καραϊβικής. Ίσως να ξενίσει κάποιους αναγνώστες, αν ακούσουν ότι ακόμα και ο Σωκράτης είχε σχέση με την μαγεία. Ωστόσο αυτή είναι μια αλήθεια πού μας την διασώζει ο Πλάτων στο έργο του «Χαρμίδης». Σ' αυτό το έργο του Πλάτωνος ο Σωκράτης διηγείται το πώς ένας Θρακιώτης θεουργός μύησε τον Σωκράτη στην θεουργία και την μαγεία.
Λέγει ο Σωκράτης στον Χαρμίδη:
«Τώρα θα σου μιλήσω πιο ελεύθερα για τα ξόρκια, τι είδους είναι. Πριν οπό λίγο δεν ήξερα με ποιον τρόπο να σου δείξω την δύναμη τους. Τα ξόρκια λοιπόν, Χαρμίδη, είναι τέτοια, ώστε δεν θεραπεύουν μόνο τον πονοκέφαλο, άλλα όπως ακριβώς και οι καλοί γιατροί και όπως και εσύ ίσως έχεις ήδη ακούσει, όταν τους επισκεφθεί κάποιος με πονόματο, του λένε πώς δεν μπορούν να επιχειρήσουν να του γιατρέψουν μόνο τα μάτια ....και λένε επίσης ότι το να νομίζει κάποιος πώς είναι δυνατόν να θεραπευθεί χωριστά το κεφάλι, χωρίς να θεραπευθεί μαζί ολόκληρο το σώμα, είναι μεγάλη ανοησία. Κάτι παρόμοιο λοιπόν συμβαίνει με τα ξόρκια, Χαρμίδη. Τα έμαθα στον στρατό από κάποιον από τους Θρακιώτες γιατρούς, οπαδούς του Ζαλμόξιδος (νομοθέτης και θρησκευτικός μεταρρυθμιστής του θρακικού φύλου των Γετών, υπηρέτης και αργότερα καλός φίλος του Πυθαγόρα), οι οποίοι λέγεται ότι μπορούν να εξασφαλίσουν την αθανασία.... Η ψυχή θεραπεύεται, μου έλεγε καλέ μου, με ορισμένα μαγικά ξόρκια και αυτά τα ξόρκια είναι οι καλοί λόγοι. Από τέτοιους λόγους γεννιέται στην ψυχή σωφροσύνη, η οποία μόλις γεννηθεί και βρεθεί μέσα στην ψυχή, είναι πια εύκολο να εξασφάλιση την υγεία και στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα. Μαθαίνοντας μου λοιπόν το φάρμακο και τα ξόρκια, μου είπε «Πρόσεξε μήπως κάποιος σε πείσει να θεραπεύσεις με το φάρμακο αυτό το κεφάλι του, χωρίς προηγουμένως να σου παραδώσει για θεραπεία την ψυχή του με τα ξόρκια πού ξέρεις». ΧΑΡΜΙΔΗΣ: Πιστεύω ακράδαντα Σωκράτη ότι χρειάζομαι τα ξόρκια πολύ».
Σήμερα πού οι γνώσεις για την μαγεία και την δαιμονολογία έχουν περάσει και αξιολογούνται και ερμηνεύονται σε ειδικά ερευνητικά προγράμματα στα πανεπιστήμια από σοβαρούς καθηγητές, έχει έλθει ή ώρα, το όλο θέμα να επανεξεταστεί όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα. Είναι αλήθεια ότι πριν μερικές δεκαετίες όλα αυτά θα ακούγονταν σαν δεισιδαιμονίες. Στο 2000 όμως φαίνεται ότι πολλά αρχίζουν να αλλάζουν. Έγραφε ο Ιωάννης Συκουτρής στα σχόλια του, στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, στα μέσα της δεκαετίας του 70 ότι η αρχαιοελληνική δαιμονολογία «γίνεται για τους άμεσους διαδόχους του Πλάτωνος (Ξενοκράτη, Φίλιππον τον Οπούντιον, κ.λπ.) αντικείμενο κοσμοσοφικών θεωρημάτων συγκεχυμένων και σκοτεινών, για να κατάληξη «εἰς τὴν καθαρὰν δεισιδαιμονίαν τῶν Νεοπλατωνικῶν». Μ' όλον τον απέραντο σεβασμό πού πρέπει να έχουμε στον Ιωάννη Συκουτρή, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν είναι μόνο οι άμεσοι διάδοχοι του Πλάτωνα στην Ακαδημία, όπως και οι Νεοπλατωνικοί πού βλέπουν τον κόσμο των δαιμόνων σαν μια πραγματικότητα, είναι και ο Δημόκριτος, είναι και ο ίδιος ο Πλάτων, ακόμη και ο ίδιος ο Σωκράτης. Ένας Πλωτίνος, ένας Πορφύριος, ένας Ξενοκράτης, με τον όγκο και την βαρύτητα του πνεύματος πού διαθέτουν δεν μπορούν να ξεπεραστούν με ετικέτες του τύπου «δεισιδαίμονες». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στα Ευαγγέλια, αλλά και στην Αποκάλυψη του Ιωάννου γίνονται αρκετές αναφορές στους δαίμονες. Γιατί λοιπόν είναι δεισιδαιμονία, όταν φιλόσοφοι αναφέρονται σε δαιμονοοντότητες και δεν είναι δεισιδαιμονία, όταν αναφέρονται σ' αυτές οι ευαγγελιστές και άλλοι χριστιανοί πατέρες;
Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να συνεχίσω μια προηγούμενη σκέψη μου σχετικά με έρευνες σε πανεπιστήμια. Πρέπει να τονίσω ότι πολλοί ερευνητές πλέον βλέπουν σχέσεις Δαιμόνων με υπεργήινες ή εξωγήινες οντότητες. Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία πού ασχολείται με την διασύνδεση δαιμόνων και εξωγήινων είναι το βιβλίο του Αλεν Γκρέι-φιλντ «Άγνωστα Ιπτάμενα αντικείμενα και το Απόκρυφο -μυστική κρυπτογραφία». Σ' αυτό το βιβλίο αποκαλύπτονται και αποκωδικοποιούνται μύθοι, σύμβολα, μυστήρια και παραδόσεις, όπου με έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο ερευνάται ο κόσμος του απόκρυφου και ανακαλύπτονται οι μυστικές διασυνδέσεις του με όντα άλλων κόσμων. Απλώς εδώ θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε μια περίπτωση πού μας περιγράφει ο Πλούταρχος:
«Ενώ βάδιζαν ήδη προς την σύγκρουση, χωρίς να συμβεί καμιά φανερή μεταβολή, άνοιξε ο αέρας και φάνηκε να κατεβαίνει με ορμή ανάμεσα στα στρατόπεδα ένα μεγάλο σώμα σαν φλόγα, πού έμοιαζε πολύ με πιθάρι στο σχήμα και με πυρακτωμένο ασήμι στο χρώμα, κι οι δυο στρατοί φοβισμένοι από το όραμα αποσύρθηκαν. Λένε λοιπόν πώς αυτό έγινε στην Φρυγία, κοντά στις λεγόμενες Οτρύες».
Σίγουρα θα άξιζε ένα ειδικό άρθρο αυτό το θέμα. Όπως και να χει, ο τρισδιάστατος καθημερινός μας κόσμος της τρέχουσας πραγματικότητας έχει τους δικούς του δαίμονες. Η ανάγκη του ανθρώπου για επαφή με τους ανώτερους κόσμους είναι ένας μυστικός πυρήνας στα βάθη της ψυχής του πού κυριαρχεί σ' όλο του τον βίο. Όταν συμβεί εκλεκτές ψυχές να συντονισθούν με τους ανώτερους κόσμους, τότε οι υπάρξεις των αγαθοδαιμόνων φέγγουν και λάμπουν στην ζωή των ανθρώπων. Είναι οι άνθρωποι αυτοί πού μοιάζουν να κατέχονται από ένα δαιμόνιο σαν το δαιμόνιο του Σωκράτους.
Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 9, άρθρο «Η λαϊκή λατρεία των αρχαίων Ελλήνων και οι αγαθοοντότητες», Γεώργιος Τσαγκρινός, σσ. 16 - 35
Για να έχουμε πλήρη εικόνα του κοσμοειδώλου πού παρέδωσε η κλασσική Ελλάδα στον ελληνιστικό και ρωμαϊκό κόσμο, εκτός του κοσμολογικού συστήματος του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, πρέπει να εξετάσουμε και την πορεία της θρησκευτικής σκέψης και της δαιμονολογίας από τα χρόνια του Όμηρου μέχρι την ύστερη αρχαιότητα.
Αν και οι ποιητές Όμηρος και Ησίοδος προσπάθησαν με το Δωδεκάθεο να «βάλουν τάξη» στον λαϊκό πολυθεϊσμό των χθόνιων τελετουργιών γονιμότητας και εξιλασμού, ωστόσο οι τοπικές λατρείες παρέμειναν πάντα ο κεντρικός πυρήνας της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Έχουμε αναφέρει άλλου ότι το βασικό χαρακτηριστικό πού ξεχωρίζει κατά κανόνα το Δωδεκάθεο από την προ-ομηρική θρησκεία είναι ο ΤΡΟΠΟΣ λατρείας1. Στους ολύμπιους θεούς οι πιστοί «θύουν» ζώα η καρπούς πάνω σε βωμούς και μετά τη θυσία τρώνε το πρέπον τμήμα του προσφερομένου σφαγίου. Στους προ-ομηρικούς χθόνιους θεούς οι πιστοί προσφέρουν, όπως έχουμε πει. «εναγισμούς»· δηλ. ολοκαυτώματα σε χαμηλές εσχάρες επί χασμάτων η τάφρων («μέγαρα»).
Ο Όμηρος έπλασε το Δωδεκάθεο κατ' αντιστοιχία της κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής: όπως επικεφαλής της Πόλεως ήταν η βασιλική οικογένεια, έτσι και ο Κόσμος είχε επικεφαλής έναν δυνατό βασιλέα, τη σύζυγο του, τους δύο αδελφούς του, τα επτά παιδιά του και την αδελφή του. Το πλήθος των άλλων θεών πού λάτρευαν οι Έλληνες στις ποικίλες τοπικές λατρείες τους έπρεπε ή να ταυτιστεί με το Δωδεκάθεο ή να τεθεί στην υπηρεσία των μελών της θείας βασιλικής οικογενείας του Ολύμπου· στην πορεία συνέβησαν και τα δύο. Ο τρόπος με τον όποιο ο Ζευς ελάμβανε τις αποφάσεις, προδίδει το χρόνο κατά τον όποιο πλάστηκαν τα ομηρικά έπη και η Ολυμπιακή θρησκεία. Πρόκειται για την εποχή πού οι βασιλείς των ελληνικών πόλεων συνήθιζαν να καλούν στο ανάκτορο τους και να συμβουλεύονται τους ευγενείς, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τη θέληση της πλειονοψηφίας (10ος-8ος αι. π.Χ.).
Το Δωδεκάθεο έλαβε «κρατική» υπόσταση όταν άρχισαν να δημιουργούνται σιγά-σιγά στην Ελλάδα οι Πόλεις-Κράτη. Κάθε πολιτεία θεώρησε καλό να βάλει τάξη στο χάος των τοπικών λατρειών δημιουργώντας μία δημόσια λατρεία βασισμένη στο ομηρικό Δωδεκάθεο ως συνεκτικό δεσμό της Πόλεως-Κράτους. Πράγματι, οι αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη δεν επέτρεπαν σε κανένα να βρίσκεται έξω από την κρατική οργάνωση της λατρείας. Ωστόσο η πλειονότητα των κατοίκων πού δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα (μέτοικοι, δούλοι κ.λπ.) συνέχισε να τηρεί τις παλιές, χθόνιες λατρείες και αργότερα αποτέλεσαν τους πολυπληθείς πιστούς της νέας θρησκείας του Διονύσου, όπως την είχε «μεταρρυθμίσει» ο Ορφισμός. η κύρια «θρησκευτική» ενασχόληση αυτής της πλειονότητας ήταν σαφώς η ΜΑΓΕΙΑ, όπως δείχνει με ιδιαίτερη ενάργεια η πληθώρα των μαγικών φυλακτών και καταδέσμων από τις ανασκαφές. Η Μαγεία άλλωστε ήταν και η μόνη διέξοδος της μεγάλης πληθώρας των αποκλήρων της ζωής στην αρχαία εποχή σε έναν κόσμο ανασφαλή, άδικο και εχθρικό.
Ο Ορφισμός, ωστόσο, δεν απαίτησε ποτέ τα χαρακτηριστικά μιας ΙΕΡΑΤΙΚΗΣ θρησκείας και εξουσίας. Ο ορθολογισμός των Ιώνων φιλοσόφων διέσωσε την Ελλάδα από την τυραννία μιας θρησκείας πού ερμηνευόταν από ιερείς. η αρχαία ελληνική θρησκεία (είτε ως χθόνιες προ-ομηρικές λατρείες είτε ως Δωδεκάθεο είτε ως Διονυσιακή λατρεία) παρέμεινε για πάντα ένα διαυγές παράδειγμα μιας ΜΗ ιερατικής θρησκείας. Μιας ΛΑΪΚΗΣ λατρείας χωρίς προφήτες, ιερατείο. Μεσσίες, αποκαλύψεις και ιερά βιβλία· χωρίς δόγματα, και κατά συνέπεια χωρίς αιρέσεις· χωρίς εκκλησίες και συνόδους, χωρίς σύμβολα πίστεως, προπατορικά αμαρτήματα και διαβόλους...
Ωστόσο, όσον κι αν ακούγεται αυτό αντιφατικό, το τέλος του Δωδεκάθεου -αλλά και όλης της αρχαίας ελληνικής θρησκείας- είχε αρχίσει με τον Όμηρο...
Ο ανθρωπομορφισμός του Όμηρου ήταν μια χειροβομβίδα στα χέρια της θρησκείας. Όσο πιο πολύ εξανθρωπίζονταν οι θεοί τόσο πιο πολύ απασφαλιζόταν η χειροβομβίδα του Ορθολογισμού. Η σύνδεση των ανθρωπόμορφων θεών με τους ανθρώπους πήρε τη μορφή του ΦΘΟΝΟΥ των Ολυμπίων προς τους θνητούς, για να εξηγήσει τα ακατανόητα συμβαίνοντα της ζωής. Η πίστη στη Μοίρα, το τυφλό πεπρωμένο πού συμπλήρωνε το Δωδεκάθεο, υπεραναπτύχθηκε και γκρέμισε σιγά-σιγά τους θεούς από τους θρόνους τους. Ο ανθρωπομορφισμός του Όμηρου εκφράζει τον ελληνικό ορθολογισμό και πιθανώς προήλθε από την ανάγκη για κάποια ΟΠΤΙΚΗ αναπαράσταση των θεών. Απετέλεσε ουσιαστικά την πρώτη κριτική της θρησκείας και είχε σαν αποτέλεσμα την ελευθερία του πνεύματος.
Το αιώνια αναπάντητο ερώτημα του θρησκεύοντος ανθρώπου αναφέρεται στα αίτια της ασυμφωνίας μεταξύ του ανθρώπινου ιδεώδους της δικαιοσύνης και της πραγματικής τάξεως του κόσμου. Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα και όλες οι θρησκείες έμμεσα η άμεσα, συνειδητά η ασυνείδητα, γύρω από αυτό το ερώτημα τυρβάζουν και όσες απαντήσεις σ οποιαδήποτε ερωτήματα δίνουν, αυτή την πρωταρχική απορία προϋποθέτουν και αύτη προσπαθούν πρωταρχικά να επιλύσουν. Όσον ο άνθρωπος βρισκόταν στο θρησκευτικό στάδιο της Μαγείας και πίστευε ότι απρόσωπες η τερατόμορφες δυνάμεις καθόριζαν τη ζωή του, το ερώτημα περί θείας δικαιοσύνης ήταν ανενεργό. Η απρόσωπη δύναμη της φύσης δεν είχε καμία υποχρέωση η ανάγκη να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί να συμβαίνει αυτό;» ακριβώς γιατί ήταν απρόσωπη. Στην περιοχή της Μαγείας οι προσευχές δεν υπάρχουν, παρά μόνον οι ευχές και οι κατάρες. ο μαγικός άνθρωπος δεν προσπαθεί να θέσει ερωτήματα στους απρόσωπους θεούς του· προσπαθεί να εκμαιεύσει με ποικίλους τρόπους τη συμπαράσταση τους. Στις πρωτόγονες, μάλιστα, μαγικές τελετουργίες ο σκοπός είναι ένας : η αποτροπή των υπερκόσμιων δυνάμεων. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της μαγείας δεν αφήνει περιθώρια για ερωτήματα και απορίες περί θείας δικαιοσύνης. Τέτοιου είδους ερωτήματα αρχίζουν να διατυπώνονται όταν αρχίζει και ο ανθρωπομορφισμός των θεών. Ο Όμηρος προσπαθώντας να εκφράσει σαν λαϊκό θρύλο και «παραμύθι» τη συμμετοχή των θεών στο συγκλονιστικό Τρωικό Πόλεμο παρουσιάζει τις δώδεκα από τις κυριότερες προ-ομηρικές θεότητες με πλήρη ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά. η «οργάνωση» αυτή του πολυθεϊσμού σε δωδεκάθεο πού πέτυχε ο Όμηρος στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. ποιητική αδεία, εξέφραζε μεν το πολιτιστικό και πνευματικό επίπεδο των Ελλήνων και κατ' εξοχήν των Ιώνων στα γεωμετρικά χρόνια, ωστόσο επρόκειτο να γεννήσει και ορισμένα, φιλοσοφικής φύσεως, ερωτήματα περί θεών πού δεν επρόκειτο να βρουν ποτέ τη λύση τους. Το πλέον μοιραίο χαρακτηριστικό του Ομηρικού Δωδεκάθεου ήταν η έλλειψη κάθε σχέσεως των Ολύμπιων θεών με την Ηθική. Η βροχή πέφτει με τον ίδιο τρόπο επί δικαίων και αδίκων και η φωτιά μαζί με το δάσος μπορεί να κάψει και ανήμπορα μωρά η γριούλες. Επόμενο ήταν ο Ζευς πού στέλνει τη βροχή η ο Ήφαιστος, προσωποποίηση της φωτιάς και των ηφαιστείων, να έχουν τόση σχέση με την Ηθική όση και τα αντίστοιχα φυσικά στοιχεία. (Το επόμενο βήμα ήταν να ζητά ο Αυτόλυκος (2) να μάθει -και να μαθαίνει!-από τον Έρμη πώς να ξεπερνά όλους τους ανθρώπους στην κλεψιά και την ψευδορκία!) Έκτοτε όλες οι πράξεις και οι παραλείψεις των Ομηρικών θεών έχουν σχέσεις περισσότερο με... προσωπικά κίνητρα παρά με τις επιταγές της Ηθικής. Η προσωποποίηση των δυνάμεων της Φύσεως ανθρωποποίησε τους θεούς αλλά υπονόμευσε τη θεία δικαιοσύνη. Το μίσος της Ήρας για τους Τρώες, ο θυμός του Ποσειδώνα για τον Οδυσσέα, ο κατατρεγμός του Οινέα από την Άρτεμη κ.λπ. έχουν όλα προσωπικά κίνητρα, όπου «ή πληγωμένη τιμή και ματαιοδοξία δεν παίζουν το λιγότερο σπουδαίο ρόλο» (3)
Με το να γίνουν οι θεοί ανθρώπινοι, άρχισαν να δέχονται και τις απαιτήσεις πού προϋπέθετε η άνθρωπο μορφική τους κατάσταση. Οι άνθρωποι ζητούσαν από τους Ολύμπιους θεούς Ηθική, Δικαιοσύνη και Έλεος, αλλά, θεοί πού είχαν προέλθει από προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων, τέτοιες απαιτήσεις δεν μπορούσαν να τις εκπληρώσουν. Κι αυτό κατέστη η αρχή του Τέλους τους.
Στην αρχή οι Έλληνες προσπαθώντας να ηθικοποιήσουν τις δυνάμεις της Φύσεως έθεσαν τα πλαίσια των «καθηκόντων» προς τους θεούς μέσα στα παλιά, περιγράμματα των χθόνιων προ-ομηρικών τελετουργιών τους. Οι παλιές χθόνιες θεότητες με το εξαγνιστικό τελετουργικό μετασχηματίστηκαν σε ολύμπιες προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων μεταφέροντας το αίτημα περί θείας δικαιοσύνης στο μαγικό κόσμο των «εναγισμών», των taboo και των τελετών γονιμότητας και εξιλασμού. Ποτέ όμως νέα ερωτήματα δεν απαντώνται με παλιές απαντήσεις. Και το ερώτημα περί θείας δικαιοσύνης (προϊόν του ανθρωπομορφισμού του Όμηρου) δεν μπορούσε ν' απαντηθεί με το παρωχημένο λεξιλόγιο της μαγείας. Η προσπάθεια για τέτοιου είδους απαντήσεις κράτησε όσο καιρό ήταν ισχυρή η Πόλη-Κράτος πού προστάτευε την Ολυμπιακή, κρατική πια, θρησκεία. Όταν όμως ο θεσμός της Πόλης-Κράτους άρχισε να παραπαίει, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και μετά απ’ αυτόν, οι μαγικές απαντήσεις στο αίτημα της θείας δικαιοσύνης έχασαν κάθε αποτελεσματικότητα. Το τελικό χτύπημα το έδωσαν οι Σοφιστές με το ερώτημα τους αν η θρησκεία βασίζεται στη Φύση η στο νόμο («φύσει ἢ νόμῳ»). Ο Πρωταγόρας πρώτος παρουσιάζει την ύπαρξη των θεών σαν θέμα προς συζήτηση. Αυτό καμία θρησκεία δεν μπορεί να το ανεχθεί χωρίς να εγκαταλείψει το σημαντικότερο της αξίωμα. Γι' αυτό και ο Πρωταγόρας εδιώχθη επί αθεΐα. Η πορεία όμως πού χάραξαν οι Σοφιστές δεν μπορούσε πια να σταματήσει. Οι διαφορές ανάμεσα στις λατρείες και στους θεούς των διαφόρων εθνών αποκάλυψαν ότι η θρησκεία δεν ήταν «φύσει» αλλά «νόμῳ» δημιουργία και συνεπώς οι θρησκείες και οι θεοί είναι έργο της ανθρωπινής διανοίας. Από αυτό το συμπέρασμα των Σοφιστών η θρησκεία, φιλοσοφικώς ανετράπη. Ο Κριτίας μάλιστα προχώρησε πιο πέρα κάνοντας λόγο για την ωφελιμιστική ανάγκη δημιουργίας θρησκειών με σκοπό να μην αδικούν στα κρυφά οι άνθρωποι (4). Στη συνέχεια οι Ξενοφάνης και Αντισθένης θα μιλήσουν περί ενός απεικονίσου θεού, πού τείνει να γίνει μάλλον φιλοσοφική αρχή παρά «θρησκευτικός» θεός. «Εἷς θεός, ἐν τε θεοῖσι καί ἀνθρώποισι μέγιστος, οὒτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίοις οὐδέ νόημα» (Diels, 23, Ξενοφάνης). [Μετάφραση: Ένας θεός υπάρχει μέσα στους θεούς και στους ανθρώπους μέγιστος, πού δε μοιάζει ούτε στη μορφή ούτε στη σκέψη με τους ανθρώπους.]
Οι πόλεις-κράτη, και κυρίως η δημοκρατική Αθήνα βλέποντας ότι η κριτική για τους θεούς ξεκινά από τους Σοφιστές και τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις θεώρησε ότι βρίσκεται μπροστά σε μια ύπουλη επίθεση των Λακωνιζόντων, κατά του Δήμου και γι' αυτό ψήφισε το 432 π.Χ. το περίφημο «Ψήφισμα του ΔΙΟΠΕΙΘΗ», επαγγελματία μάντη, εναντίον όσων «τά θεῖα μή νομίζειν καί λόγους περί τῶν ματαρίσων (= ουρανίων) διδάσκειν» (ΠΛΟΥΤ. Περικ. 32) με ποινές την εξορία, το θάνατο και το κάψιμο των συγγραμμάτων (5).
Τέτοιου είδους αντιδράσεις όμως δεν ήταν δυνατόν να ανακόψουν την πορεία αμφισβήτησης των Ολύμπιων θεών, η οποία δε βασιζόταν τόσο στη φιλοσοφική κριτική των Σοφιστών όσο στο έλλειμμα ηθικής του Δωδεκαθεϊσμού. Όταν ο Ευριπίδης λέει ότι «οι θεοί πού κάνουν αισχρές πράξεις δεν είναι θεοί» (Βελλερεφόντης. fr. 292. 7) βάζει το δάκτυλο στον τύπο των ήλων της ουσίας του Δωδεκαθεϊσμού και κάθε ανθρωπομορφικής θρησκείας: Μόλις οι θεοί λάβουν ανθρώπινη μορφή βρίσκονται αντιμέτωποι με το ερώτημα περί της Ηθικής της ζωής -και σ' αυτό ειδικά το ερώτημα κάθε προσπάθεια φιλοσοφικής απάντησης είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη, εκτός αν παραπέμπει την αλήθεια της σε μεταφυσικά αξιώματα τύπου μετενσάρκωσης, μέλλουσας κρίσης κ.λπ.
Όλα όσα αναφέραμε παραπάνω περί της έλλειψης Ηθικής στο Δωδεκάθεο μας οδηγούν επίσης στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αποδοθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο του μεταχριστιανικού όρου «θεός» στην έννοια «θεός» των αρχαίων Ελλήνων. Ο Μεταχριστιανικός θεός της Παντοδυναμίας, Πα-ναγιότητος, Πανταχού Παρουσίας, Παντογνωσίας κ.λπ. καμία σχέση δεν έχει με τους θεούς των αρχαίων Ελλήνων οι όποιοι θεωρούνταν από τους ίδιους τους λάτρες τους ως μεγαλοδύναμοι μεν, αλλά όχι πανάγαθοι, παντογνώστες ή παντοδύναμοι. Εξ ου και όροι όπως «ντεϊσμός», «θεϊσμός». «πανθεϊσμός», «αθεϊσμός», πού δημιουργήθηκαν καθοριζόμενοι από το εννοιολογικό περιεχόμενο του θεού του Χριστιανισμού, δεν πρέπει ν' αποδίδονται σε προχριστιανικούς συγγραφείς γιατί συνιστούν ανεπίτρεπτο και ανακριβή αναχρονισμό πού δεν αποδίδει την πραγματικότητα.
Εκείνος πού προσδιόρισε με σαφήνεια το εννοιολογικό περιεχόμενο των όρων «θεός» και «Δαίμων», δημιουργώντας μια συνεπή θεωρία περί αυτών, ήταν ο Πλάτων. Αυτός πρώτος στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος έβαλε στον θρόνο του θεού τον ΟΡΘΟ ΛΟΓΟ. Ο θεός κατά τον Πλάτωνα είναι η ίδια η Κίνηση, η ΕΛΛΟΓΗ κίνηση, πού ως ΨΥΧΗ κινεί τα σύμπαντα. Έκτοτε, ως τις μέρες μας, όποιος αναφέρεται σε προσωπικό-δημιουργό θεό έχει κατά νου τις νοηματοδοτήσεις του Πλάτωνα περί θεού - πλην μιας: ο θεός του Πλάτωνα ΔΕΝ είναι παντοδύναμος. Η παντοδυναμία του περιορίζεται -όπως έχουμε αναφέρει αλλού- από την ατέλεια των μαθηματικών (άρρητοι αριθμοί) και του κενού χώρου του διαστήματος (6).
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα κάθε θεολογίας αναφέρεται στον τρόπο ΣΥΝΔΕΣΗΣ του θεού και του κόσμου. Πώς είναι δυνατόν ο θεός να είναι Πανταχού Παρών στο Σύμπαν, ενώ η Ουσία του να μένει έξω από αυτό; Ποιος είναι ο σύνδεσμος του Αιώνιου θεού με τα Φθαρτά Όντα;
Την απάντηση την έδωσε ο Πλάτων στο «Συμπόσιον» θέτοντας τα φιλοσοφικά θεμέλια της αρχαίας ελληνικής δαιμονολογίας. Εκεί, δια του στόματος της Διοτίμας, παρουσιάζει ο Πλάτων τη θεωρία των «δαιμόνων» ως ΜΕΣΑΖΟΝΤΩΝ μεταξύ Αιώνιου Θεού και «γεννητών» όντων, νοητών και αισθητών, θεών και ανθρώπων. Η σοφή Διοτίμα διακήρυξε στον Σωκράτη ότι «πᾶν τό δαιμόνιον μεταξύ ἐστι θεοῦ τε καί θνητοῦ» (7) επειδή ακριβώς «θεός ἀνθρώπων οὐ μείγνυται» (8). Μιλώντας ο Πλάτων για τους δαίμονες ως μεσάζοντες μεταξύ θεών και θνητών έθεσε τα θεμέλια, άθελα του. για τη δαιμονοποίηση ολόκληρου του Δωδεκάθεου. Ας θυμηθούμε εδώ ότι στον «Τίμαιο» ο Πλάτων αντιδιαστέλλει τον Δημιουργό-θεό από τους «γεννητούς» θεούς-αστέρες (τους λεγόμενους «ὁρατούς θεούς»
Επειδή οι δεύτεροι δημιούργησαν κάποτε και δεν είναι άναρχοι, είναι «χάριτι» και όχι φύσει αθάνατοι: «ἐπείπερ γεγένησθε, ἀθάνατοι μέν οὐκ ἐστέ… οὐδέ τεύξεσθε θανάτου μοίρας, τῆς ἐμῆς βουλήσεως…» (9). [Μετάφραση: επειδή έχετε δημιουργηθεί κάποτε, γι' αυτό δεν είστε αθάνατοι (ωστόσο) δεν θα έχετε τη μοίρα του θανάτου, χάρη τη δική μου βούληση (= μιλά ο δημιουργός θεός προς τους θεούς - αστέρες).] Σ' αυτό ακριβώς το σημείο της «γενέσεως ἐν χρόνῳ» έγκειται κατά τον Πλάτωνα η πηγή της ατέλειας των θεών και δαιμόνων και τελικά η πηγή του Κακού.
Την πλατωνική θεωρία των δαιμόνων, πού παρουσίασε ο Πλάτων στο «Συμπόσιον». καθώς και τη θεωρία περί «Κακών Ψυχών», πού αναπτύσσεται στους «Νόμους», την επεξεργάστηκε περισσότερο ο Ξενοκράτης κάνοντας λόγο περί «πονηρών δαιμόνων». Έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο κεφάλαιο, ότι ο Πλάτων απέδιδε τις άτακτες κινήσεις των ουρανίων σωμάτων στο σύμπαν σε «πονηρές ψυχές» (10). Συνεπώς, μια πληθώρα «αρνητικών» φαινομένων της ζωής -έκτος των ανάδρομων κινήσεων των πλανητών-μπορούσαν ν' αποδοθούν σε «κακούς δαίμονες», ήδη από την εποχή του Πλάτωνα. Ο Αθηναίος σοφός μάλιστα απεδείχθη ο θεωρητικός της δαιμονολογίας για όλη την ελληνική αρχαιότητα και η πλατωνική ακαδημία υπήρξε το κέντρο δαιμονολογικών «ερευνών» από τα χρόνια του Πλάτωνα μέχρι το κλείσιμο της ακαδημίας από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ., δηλ. για όλη την περίοδο της χιλιετούς διάρκειας της ζωής της!
Έτσι μετά τον Πλάτωνα όλες οι παγανιστικές θεότητες (Δωδεκάθεο, Άστρα, χθόνια πνεύματα κ.λπ.) -εκτός του Δημιουργού θεού!- έλαβαν χαρακτηριστικά δαιμόνων, καλών η κακών, δηλ. ΜΕΣΑΖΟΝΤΩΝ μεταξύ αιώνιου θεού και γεννητών όντων.
Μ' αυτόν τον τρόπο βέβαια ο Πλάτων είχε πετύχει να εξορίσει το Κακό από την θεότητα και να το περιορίσει στο χώρο των δαιμόνων, διασώζοντας έτσι την πίστη στην ύπαρξη θεού και τη θεία δικαιοσύνη, οι οποίες είχαν ήδη κλονιστεί βαριά από το κήρυγμα των σοφιστών και τις φρικαλεότητες του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ταυτόχρονα, όμως ο Πλάτων καταβαράθρωνε, χωρίς βέβαια να το επιδιώκει, την ηθική αξία του δωδεκάθεου με φιλοσοφικό και οριστικό πλέον τρόπο και μάλιστα, τρεις αιώνες πριν τον Χριστό. Αργότερα βέβαια, ο Πλάτων με την θεωρία των Αριθμών (ως όρων ακολουθίας) προσπάθησε να εξηγήσει πώς ο Απρόσιτος θεός επενεργεί στην Ύλη, δηλ. πώς η θεία Ουσία δημιούργησε ένα Σύμπαν, το οποίο δεν έχει καμία συνάφεια μ' αυτήν. Έτσι ο Πλάτων προσέγραψε στα διάφορα «γεννητά» όντα μια μειωμένη πραγματικότητα (σε σχέση με το θεό) ανάλογα με την απόσταση πού τα χωρίζει στη σειρά των αριθμών από τη μονάδα.
Το έδαφος έτσι όπως το είχε οργανώσει ο Πλατωνισμός απεδείχθη εξαιρετικά πρόσφορο για τη Στωική «ανοικοδόμηση». Ο Στωικισμός ενέταξε τους «ενδιαμέσους» σε ένα ολοκληρωμένο και «κλειστό» σύστημα. Στο στωικό σύμπαν έχει θέση και ο Δημιουργός-θεός του «Τίμαιου» και το Πρώτον Κινούν Ακίνητον του Αριστοτέλη. Μαζί με τους Δαίμονες του «Συμποσίου» η τους Νόες των «Φυσικών» του Σταγειρίτη σοφού. Η Ακαδημία μετά το θάνατο του Πλάτωνα προσπάθησε να αναπτύξει τις θεωρίες των «Νόμων» περί Κακών Ψυχών και ο Ξενοκράτης έγινε ο εισηγητής της θεωρίας. Η ακαδημαϊκή δαιμονολογία συνεχίστηκε να επεξεργάζεται από τους διαδόχους του Ξενοκράτη (11), ενώ ταυτόχρονα ο Σκεπτικισμός υπονόμευε -με κέντρο την Πλατωνική Ακαδημία (Αρκεσίλαος, Καρνεάδης)- κάθε επιστημονική γνώση και φιλοσοφική θεωρία. Κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο του 2ου και 1ου π.Χ. αιώνα ο Εκλεκτισμός έχει υποκαταστήσει κάθε φιλοσοφική ενασχόληση κάνοντας σαφές στους ανθρώπους ότι χωρίς τη θεία Βοήθεια (διάβαζε: αποκάλυψη) είναι αδύνατη κάθε επιστημονική γνώση.
Κατά το δεύτερο μισό του 2ου αι. π.Χ. και το πρώτο μισό του 1ου (135-50 π.Χ.) έζησε ο στωικός ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ, ένας πανεπιστήμων της εποχής, ο όποιος θεωρείται ο πατέρας της φιλοσοφικής και «επιστημονικής» δαιμονολογίας (12). Η ανακάλυψη που έκανε στην αμμουδιά των Γαδείρων, πώς η περιοδική κίνηση της θάλασσας σε άμπωτη και παλίρροια προέρχεται από την επίδραση της σελήνης, του άνοιξε τα μάτια για την κυρίαρχη στο σύμπαν «Συμπάθεία» (13) και σ' αυτή βρήκε το κλειδί για την ερμηνεία του κόσμου. Το σύμπαν αποδείχτηκε έτσι σαν ένα διαβαθμισμένο, ιεραρχημένο οικοδόμημα από τα ανόργανα ως τους αστέρες. Στο σύγγραμμα του «Περί Ἡρώων καί Δαιμόνων» υποστήριξε πώς από τον ήλιο πηγάζει κάθε ζωή και περνώντας από τη σελήνη φτάνει τη γη. Παρόμοια και οι Ψυχές ορμώμενες απ’ τον ήλιο έρχονται να κατοικήσουν στην υποσελήνια περιοχή και σαν φωτεινά και πύρινα όντα πρώτα γίνονται δαίμονες, έπειτα σαν αέρινα όντα, ήρωες. Ο αέρας είναι λοιπόν γεμάτος απ’ αυτά τα δαιμονικά όντα και μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μ' αυτά. Με τη θεωρία Περί Συμπάθειας ο Ποσειδώνιος εξηγούσε «επιστημονικά» κάθε Μαγεία. Αστρολογία και Μαντική. Όλη η δεισιδαιμονία της εποχής -πού σαν υπόγειο ρεύμα έφτασε από τα προομηρικά χρόνια δια μέσου των χθόνιων τελετουργιών- βρήκε στον Ποσειδώνιο την επιστημονική της δικαίωση! Και η δικαίωση αυτή είχε τόσο βαθιά θεμέλια όση ήταν και η πολυμάθεια του Ποσειδωνίου. Γεωγραφία, ωκεανογραφία, ηφαιστειολογία, αστρονομία, μετεωρολογία, εθνογραφία -όλα αυτά υπήρξαν αντικείμενα της μελέτης, των ταξιδιών και των συγγραφών του. Δίκαια θεωρείται ο καθολικότερος νους της αρχαιότητας μετά τον Αριστοτέλη. Αλλά και η Ψυχολογία χρωστά πολλά στον Ποσειδώνιο· θεώρησε ότι πέρα από το Λογικό η ανθρώπινη ψυχή διαθέτει και μιαν «άλογη» πλευρά, πού προκαλεί τα πάθη μας και λειτουργεί στη ζωή μας ως πηγή των κακών προαιρέσεων (14). Η «δαιμονοληψία» των ρωμαϊκών χρόνων στα έργα του Ποσειδωνίου βρίσκει την «επιστημονική» αφετηρία και αναφορά της.
Όλες οι τάσεις της ελληνιστικής Φιλοσοφίας αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα: «Πώς θα ξανασυσχετισθεί η θεότητα με τον αισθητό κόσμο από τον όποιο είχε απομακρυνθεί, έτσι όπως το απαιτούσε η θρησκευτική ανάγκη;» (15). Ας θυμηθούμε εδώ ότι το όλο αυτό πρόβλημα ανάγεται στην κοσμοθεωρία του Πλάτωνα η οποία ξεχώριζε το νοητό (υπεραισθητό) από το υλικό (αισθητό) και αξιολογούσε το ένα ως θεϊκή τελειότητα και το άλλο ως γήινη «θνητότητα» και φθορά. Κι ας θυμηθούμε επίσης ότι η πλατωνική μεταφυσική με το σαφή δυϊστικό της χαρακτήρα επεδίωκε να διασώσει την ηθική των θεών εξορθολογίζοντας και πνευματικοποιώντας τη θεότητα.
Παράλληλα με τη Μέση Στοά, την ίδια περίπου εποχή στην Αλεξάνδρεια εμφανίζεται το «πρώτο ρεύμα» της ελληνιστικής φιλοσοφίας ο Νεοπυθαγορισμός (16), ο όποιος συμβάλλει αποφασιστικά στη θρησκευτική διαμόρφωση του πλατωνισμού. Ο νεοπυθαγορισμός αποτελεί μια μείξη ορφικών, πυθαγόρειων δοξασιών με την πλατωνική μεταφυσική και υπήρξε η αφετηρία της διανόησης πού υστέρα από 3 αιώνες καταστάλαξε στον Νεοπλατωνισμό.
Αφετηρία των νεοπυθαγορείων υπήρξε η θεωρία των Ιδεατών αριθμών του Πλάτωνα (Εν, Αόριστος, Δυάς), όπως μας την παρουσιάζει στα «Μεταφυσικά» του ο Αριστοτέλης (17). Οι «ἒσχατοι λόγοι» του κόσμου είναι το «Ἒν», πού άλλοτε θεωρείται ως Θεός ή Πνεύμα, άλλοτε ως πρότυπο αίτιο της δημιουργίας* (πλατωνικές Ιδέες) και η «ἀόριστος δυάς» πού νοείται ως η ύλη, η αιτία της ατέλειας και του Κακού (18).
Ωστόσο, αν θεωρηθεί η Ύλη ως η αιτία ή η πηγή του Κακού στον Κόσμο, πάλι τίθεται το ερώτημα για τη συνάφεια θεού και Ύλης και για το από πού πηγάζει η δύναμη του Κακού στη Γη.
Κατά τον 1ο προχριστιανικό αιώνα η ελληνιστική θρησκεία και φιλοσοφία με τη βοήθεια της μαθηματικής σκέψης, όπως την εννόησαν οι νεοπυθαγόρειοι, έχει καταφέρει να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ Θεού και Κόσμου χάρη στη δαιμονολογία της Μέσης Στοάς (Ποσειδώνιος). Η νεοπυθαγόρεια Αριθμητική και η στωική δαιμονολογία έχουν καταφέρει να ενώσουν την πραγματικότητα πού χώρισε ο πλατωνισμός. Ο Θεός παραμένει ως Πνεύμα και Όρθός Λόγος, όπως όρισε ο Πλάτων, και ο Κόσμος θεωρείται ως «ἐκπόρευση» η «ἀπορροή» του Πνεύματος (19). «Η τελική άποψη της αρχαίας φιλοσοφίας είναι ο μονισμός του Πνεύματος» (20).
Ωστόσο, κι αν γεφυρώθηκε το χάσμα μεταξύ θεού και Κόσμου -με μια τιτάνια προσπάθεια πού ξεκίνησε από τους Στωικούς και τους νεοπυθαγόρειους και κατέληξε στο νεοπλατωνισμό- η οριοθέτηση της ουσίας του Κακού παρέμεινε ασαφής και αδιαμόρφωτη.
Ή απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα πού υπονομεύει κάθε θεολογία. ακολούθησε δύο κατευθύνσεις· για την κατεύθυνση του νεοπλατωνισμού πού θεώρησε ως Κακό το μη ον δηλ. την απουσία του Καλού, δεν θα κάνουμε λόγο σ' αυτό το βιβλίο γιατί ξεφεύγει από τα χρονικά όρια πού αναφέρεται η παρούσα εργασία. Η άλλη κατεύθυνση ήταν αυτή πού διαμορφώθηκε από τον Ποσειδώνιο και τη Μέση Στοά. Έτσι αρκετά αργότερα ο πλατωνικός Πλούταρχος κάνει λόγο για ιδιαίτερη Δύναμη του Κακού, που δεν ταυτίζεται με την Ύλη, αλλά που παλεύει αντίθετα προς την αγαθή θεότητα για τη μορφοποίηση της Ύλης; (21)
(Άλλωστε πρώτος ο Πλάτων είχε μιλήσει για «κακή εγκόσμια ψυχή» ως πηγή των «άτακτων» κινήσεων του ουρανού (22))
Αργότερα, ο Νουμήνιος, που ανέπτυξε περισσότερο τη θεωρία αυτή του Πλουτάρχου υποστήριξε ότι και στον άνθρωπο όπως και στο σύμπαν υπάρχουν δύο ψυχές, μια καλή και μια κακή, πού αντιμάχονται η μια την άλλη (23).
Έτσι στα ρωμαϊκά χρόνια η Μαγεία, ανάλογα με το πού
αναφέρεται, λαμβάνει δύο διαστάσεις· λευκή και μαύρη, και δεν είναι λίγες οι
φορές πού τα όρια των δύο ειδών μαγείας δεν είναι ευκρινή και ευδιάκριτα. η
Αστρολογία εξ άλλου της Ελληνιστικής περιόδου θεμελιωμένη θεωρητικά στην Πλατωνική
Κοσμολογία (αστέρες-θεοί) και στην Αριστοτελική Φυσική (Νόες) αναγνώριζε ένα
Ον πού κυβερνούσε τους ουρανούς περιβάλλοντας όλες τις ουράνιες σφαίρες του
αριστοτελικού γεωκεντρικού αστρονομικού μοντέλου. Πρόκειται για τον «Ουράνιο
Δράκοντα» (Draco Caelestis) (24), ο όποιος ως Ουροβόρος Όφις ήταν
κουλουριασμένος στην 9η ουράνια σφαίρα πέρα από το ζωδιακό και τους πλανήτες
και θεωρείτο ως η αιτία των ηλιακών και σεληνιακών εκλείψεων (25). «Εἰς τήν ἐνάτην σφαῖραν
τοῦ οὐρανοῦ ἐστί ὁ ἀστήρ ὁ
δρακοντοειδής και ὀφιομίμητος»5. Για τους νεο-ορφικούς των
Ελληνιστικών χρόνων ο Δράκων αυτός ήταν ο «παλαιός τῶν ἡμερῶν» Φάνης-Ήλιος, ο
Invictus Sol (=ανίκητος Ήλιος) των Μιθραϊστών. Κάτω από τον Ήλιο και τη Σελήνη
κατοικούν οι δαίμονες, δηλ. εκείνες οι «αισχρές» ψυχές των «Νόμων» του Πλάτωνα,
στις οποίες οφείλονται όλες οι μη-κυκλικές κινήσεις στον 1ο ουρανό του
υποσελήνιου χώρου. Αν ο «ενοθεϊσμός» υπήρξε η μία συνέπεια της Στωικής Φιλοσοφίας,
η άλλη υπήρξε το να θεωρηθούν τα φυσικά στοιχεία του υποσελήνιου χώρου ως
(κακοί) δαίμονες. Έτσι οι πάλαι ποτέ σύνδεσμοι θεών και θνητών (26). Έγιναν η
πηγή του Κακού στον Κόσμο. Ο Ξενοκράτης, διάδοχος του Πλάτωνα, εξήγησε ότι το Κακό
δεν μπορεί να οφείλεται στους θεούς του ουρανού γιατί αυτοί δεν
έρχονται σε
άμεση επικοινωνία με τους ανθρώπους, άλλα δρουν δια μέσου των δαιμόνων. Οι
δαίμονες -όπως πρώτος τόνισε ο Πλάτων! (27) -στέκονται ανάμεσα στη θεία τελειότητα
και την ανθρώπινη ατέλεια. Έτσι στους δαίμονες φορτώθηκαν όλα τα κακά του
κόσμου ενώ ο Ζευς των Στωικών και γενικά ο ηλιακός θεός του ελληνιστικού
«ενοθεϊσμού» κατάντησε μια «παγωμένη» φιλοσοφική αρχή του Καλού και του Ορθού
Λόγου, μακριά από το ανθρώπινο δάκρυ, τον πόνο και το θάνατο. Ο Πλάτων και οι
Στωικοί ενώ γκρέμισαν τους θεούς της λαϊκής λατρείας απ' το θρόνο τους
βάζοντας στη θέση τους τον Ορθό Λόγο, τελικά τους ξανάφεραν από το παράθυρο στη
λαϊκή πίστη τώρα πια ως δαίμονες και «πράκτορες» του Κάκου. Γι' αυτό είδαμε στα
ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια να ανθεί πλάι στην «υψηλή» φιλοσοφία του
Στωικισμού, η πιο πρωτόγονη μαγεία και τελετουργική (28), βασισμένη στην επιστημονική
αστρονομία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
Ο Ζευς εντός του Ζωδιακού κύκλου, υπαινισσόμενος ον Ήλιο. Ο Αετός στην κορυφή απεικονίζει τον αόρατο Ήλιο της Εμπύρειας περιοχής.
Η κοινή γνώμη των ρωμαϊκών χρόνων έχει ενστερνιστεί ως θέσφατες αλήθειες τις απόψεις του Πλάτωνα, του Ευδόξου, του Αριστοτέλη και των Στωικών. Έτσι τους πρώτους μετα-χριστιανικούς αιώνες είναι κοινά αποδεκτή η πίστη σ' έναν θεό Τέλειο, Αγαθό και πηγή του Ορθού Λόγου (όπως δίδαξε ο Πλάτων) καθώς και σε μικρότερους θεούς - δαίμονες, άλλους καλούς και άλλους κακούς, ενσαρκωμένους στα ουράνια σώματα, όπως δίδαξε ο Ποσειδώνιος αλλά και ο Αριστοτέλης.
Οπωσδήποτε κάποιες επικαλύψεις και ασάφειες υπήρχαν όσον αφορά στη σχέση του Μέγιστου Δημιουργού - Θεού με τους θεούς - αστέρες, αλλά αυτό το ζήτημα πού είχε τεθεί στον πλατωνικό «Τίμαιο» (29) και τους Στωικούς. επιλύθηκε οριστικά από το Χριστιανισμό, ο όποιος, βοηθούμενος από την Αστρολογία, θεώρησε όλους τους (πλατωνικούς) θεούς - αστέρες ως κακοποιούς δαίμονες (30).
Εκείνο πού έμενε να βρει λύση ήταν το αίτημα της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά των δαιμόνων, πού είχαν χαλκεύσει σιγά-σιγά ο Πλατωνισμός, ο Στωικισμός και η Αστρολογία. Η απάντηση επρόκειτο να δοθεί από τη Χριστιανική Εκκλησία με το κήρυγμα περί του σωτήριου έργου του Ιησού Χριστού (31) ένα κήρυγμα πού θα ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την πίστη στους Δαίμονες, όπως την είχε αναπτύξει ο Στωικισμός και χωρίς το αστρονομικό μοντέλο του Ευδόξου πού είχε προδιαγράψει η Πλατωνική Κοσμολογία και η Αριστοτελική Φυσική.
Οι δαίμονες, ως μεσάζοντες, επικοινωνούσαν με τους ανθρώπους· αλλά και οι άνθρωποι μπορούσαν. Όταν ήθελαν. να έλθουν σ' επαφή με τους δαίμονες, με ποικίλους τρόπους. Η Μαντική δια των Αριθμών (= αριθμοσοφία), η Εποπτεία (= όραση) των Μυστηρίων και η θεουργία ήσαν μερικοί απ' αυτούς τους τρόπους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο «δαίμων» αποδείκνυε την παρουσία του οπτικώς ως «ωοειδές περίβλημα» φωτός, κατά την ορολογία του Πρόκλου (32). Μια τέτοια οπτική παρουσία «θείου φάσματος» ήταν και το Όραμα της Περσεφόνης στα Ελευσίνια Μυστήρια.
Σημειώσεις
1. «Τῷ μέν ἀθανάτῳ Ὀλυμπίῳ δε ἐπωνυμίην θύουσι, τῷ δ’ ἑτέρῳ ὡς ἣρωϊ ἐναγίτουσι» (Ηρόδ. ΙΙ, 43)
2. Πρόκειται για τον πατέρα της μητέρας του Οδυσσέα Αντίκελιας (Οδ. τ. 395) υιό του Ερμή
3. M. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1993, μετφρ. Α. Παπαθωμοπούλου, σελ. 167
4. Nauck, Fragm. Trag. Gracc., 2η έκδ., σελ. 771
5. Διογ. ΛΑερτ. 9, 52
6. Πλάτ., Τίμαιος 48 e κ. εξ.
7. Πλάτ., Συμπόσιον, 202 d
8. ό.π, 203 a
9. Πλάτων, Τίμαιος 47b
10. Πλάτ. Νόμοι, 896 e - 898 d
11. W. Wiendelband - H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, Α΄τόμ., μτφρ. Ν. Σκουτερόπουλος, Μ. Ι. Ε. Τ. Αθήνα 1991, σελ. 141 κ. εξ.
12. M. Lafframque, Poseidonios d’ Apamee, Paris 1964
13. M. Peinhardt, Kosmos und Sympathie, Μόναχο 1926
14. Fr. 148, 146 (Cam. Univ. Press)
15. W. Wiendelband - H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, Α’ τομ., μτφρ. Ν. Σλουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1991, σελ. 277
16. W. Wiendelband - H. Heimsoeth, Εγχειρίδιο Ιστορίας