Πόσο αληθείς είναι οι λόγοι των νεοΕθνικών για την ελληνική προέλευση του θεού Διονύσου; Πόσο αληθεύει ως οι Χριστιανοί αντέγραψαν τον Ορφέα εσταυρωμένο; Ποια η σχέση του Διονύσου με την Π.Δ. και τον θεό Βάαλ;
|
Αριστερά: Δήλος, Μνημείο Καρυστίου (περ. 300
π.Χ.). Στην ανάγλυφη παράσταση της νότιας όψης, βλέπουμε τον «ένδοξο θεό»
Διόνυσο, ο οποίος δεν μπορεί να βαδίσει όρθιος απ’ το μεθύσι και υποβαστάζεται
από μια μαινάδα. Δίπλα ένας χαρούμενος σάτυρος κηρύττει το μήνυμα της «θεϊκής»
μέθης, ανηθικότητας, παραλογισμού και της καταστροφής της υγείας εντελώς
αντίθετης με το αθλητικό, υγιεινό
και ιατρικό ιδεώδες. Πάνω από τον θεό Διόνυσο βλέπουμε το
σήμα κατατεθέν της «ιερής» και «σεβάσμιας» λατρείας των Εθνικών προγόνων μας,
ανδρικό γεννητικό μόριο σε στύση. Η μέθη από την βαριά χρήση αλκοόλ μέχρι πλήρης
απώλειας του ελέγχου δια μέσω της παρεμπόδισης της λειτουργίας του
Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και
Δεξιά: Ο θεός - πέος «Τύχων» και η θεά τύχη. Ο Τύχων ήταν θεότητα της Ορφικο-Διονυσιακής Θρησκείας. Μαρμάρινο ανάγλυφο της Ακυλείας. (Πηγή: περιοδικό «Δαυλός» Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2001)
ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΙ & «ΑΠΟΔΟΧΗ» ΗΘΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ«τοὺς δὲ Εἴλωτας (οἰκετῶν ὄνομά εἰσιν οἱ Εἴλωτες) οἱ Λακεδαιμόνιοι μεθύειν ἀναγκάζοντες ἐδείκνυον σφίσιν αὐτοῖς τῆς μέθης τὰ ἔργα σωφρονοῦσιν ἐν θεραπείας καὶ διορθώσεως μέρει. Παραφυλάττοντες δ’ οὖν τὴν ἐκείνων ἀσχημοσύνην, ὡς μὴ περιπέσοιεν αὐτοὶ ταῖς ὁμοίαις καταγνώσεσιν, ἐπαιδεύοντο τῷ ἐπονειδίστῳ τῶν μεθυόντων εἰς τὸ ἐαυτῶν ἀναμάρτητον ὠφελούμενοι» [Μτφρ: Εξ άλλου αναγκάζοντας οι Λακεδαιμόνιοι τους Είλωτες (οι Είλωτες είναι όνομα δούλων) να μεθούν(5) έδειχναν στους εαυτούς των, που έμεναν νηφάλιοι, τα αποτελέσματα της μέθης σαν μέθοδο θεραπείας και διορθώσεως. Παρατηρώντας λοιπόν την ασχημοσύνη εκείνων, ώστε να μη περιπέσουν σε παρόμοια παραπτώματα, επαιδεύονταν με την επονείδιστη διαγωγή των μεθυσμένων, ωφελούμενοι στην διατήρηση της αναμαρτησίας των][Σημ. πρωτ.: 1. Λακεδαιμονίων Επιτηδεύματα 239 Α] (Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Κλήμεντος Αλεξανδρέως Άπαντα τα Έργα 2, Παιδαγωγός, Λόγος Γ΄ 41,5-42,1 Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Επόπτης Παναγιώτης Κ. Χρήστου Καθηγητής Πανεπιστημίου - Επιμελητής Εκδόσεως Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχος Θεολογίας, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερίου Μερετάκη «Το Βυζάντιον», σσ. 306-307).
ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΕΣ
«Μετά δε Στύμφαλόν εστιν Αλέα, συνεδρίου μεν του Αργολικού μετέχουσα και αύτη, ʼλεον δε τον Αφείδαντος γενέσθαι σφίσιν αποφαίνουσιν οικιστήν. Θεών δε ιερά αυτόθι Αρτέμιδός εστιν Εφεσίας και Αθηνάς Αλέας, και Διονύσου ναός και άγαλμα. Τούτω παρά έτος Σκιέρεια εορτήν άγουσι, και εν Διονύσου τη εορτή κατά μάντευμα εκ Δελφών μαστιγούνται αι γυναίκες, καθά και οι Σπαρτιατών έφηβοι παρά τη Ορθία.» (Μτφρ: «Μετά τη Στύμφαλο είναι η Αλέα (χωριό Αλέα πρώην Μπουγιάτι), που και αυτή μετέχει στην αργολική ομοσπονδία. Εδώ υπάρχουν τα ιερά της Εφεσίας Αρτέμιδος, της Αλέας Αθηνάς και του Διονύσου, με άγαλμα του θεού. Κάθε χρόνο τελούν προς τιμήν του τα Σκιέρεια, όπου, σύμφωνα με χρησμό του μαντείου των Δελφών, μαστιγώνονται οι γυναίκες, όπως και οι έφηβοι των Σπαρτιατών στη γιορτή της Ορθίας»] (Πηγή: Περιηγήσεις Παυσανία από την Αργολίδα στην Αρκαδία, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, Νο 249. 19 Αυγούστου 2004 σελ. 13,14). «Εκ των πολλαπλών δε εορτών του [Διονύσου] άξιες μνείας είναι ιδίως τα υπό των Θυιάδων τελούμενα όργια του Διονύσου ανά διετία μεν εις την κορυφή του Παρνασσού και ανά τριετία (τριετηρικά) στα στενά του Κιθαιρώνα, τα εν Αλέα της Αρκαδίας «Συφέρεια», κατά την τέλεση των όποιων μαστιγώνονταν οι γυναίκες (λείψανο ανθρωποθυσίας)» «Ήταν δε η λατρεία του [Διονύσου] όχι πανελλήνιος μόνον, αλλά παγκόσμιος και αρχαιότατη, ως μαρτυρεί η εν Βοιωτία, ένθα πλάστηκε και ο πρώτος περί αυτού ελληνικός μύθος, λατρεία αυτού ως Διονύσου Ενδένδρου, η οποία υπενθυμίζει τους αρχαιότατους χρόνους της δενδρολατρείας, ως Διονύσου Στύλου και ως Διονύσου Περικιονίου (στην Θήβα), και τα ίχνη της σε αυτόν ανθρωποθυσίες στην Ποτνία, όπου λατρεύονταν ως Αιγοβόλος, διότι ο ίδιος ο θεός αντικατέστησε με αίγα το ωραίο παιδί, το οποίο θυσιάζονταν στον βωμό του κατά χρησμό του μαντείου των Δελφών.» (Πηγή: Γεράσιμος Δ. Καψάλης, Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σσ. 407 - 411)
|
Και επειδή τα «Ορφικά» παραθέτονται εις τον Εθνικό τύπο ως αποκλειστικώς Ελληνικά, πατροπαράδοτα, αρχαιότατα και αποδεκτά από όλο τον ελληνικό κόσμο ας δούμε και τα κάτωθι

Ο Ορφέας κατά τον μύθο έζησε προ του Τρωϊκού πολέμου γεννηθείς εκ του Οίαγρου, βασιλέως της Θράκης και της Μούσας Καλλιόπης. Την ύπαρξή του αμφισβητεί ο Ηρόδοτος και αποκρούει ο Αριστοτέλης. Τα «Ορφικά» κατάγονται σε χρόνια μεταγενέστερα του Ομήρου. Κατά τον Απολλόδωρο «εύρω Ορφεύς τα Διονύσου μυστήρια», «διό και τας υπό Διονύσου γενομένας τελετάς Ορφικάς προσαγορεύεσθαι». Ο Ηρόδοτος συνονομάζει τα Ορφικά και τα Βακχικά μυστήρια. Η Ορφική διδασκαλία οι πολυθεϊκές μορφές παρίστανται πλέον ως εκδηλώσεις του ενός και μόνου θεού Διός «Ζευ κεφαλή, Ζευς μέσσα, Διός δ’ ένα πάντα τέτυκαι». Τα Ορφικά διδάγματα ομιλούν περί μετεμψυχώσεων και άλλαξαν τις μέχρι τότε θρησκευτικές διδασκαλίες στην Ελλάδα.
Το γνωστότερο για το Ορφέα είναι η κατάβασή του εις τον Άδη για χάρη της γυναίκας του Ευρυδίκης. Η αποτυχία αυτής της καταβάσεως καθιστά αυτόν περιαλγή να περιπλανάται βαρύθυμος επί της γης, αποφεύγοντας πάσα σχέση με τις γυναίκες.

Χάλκινη κεφαλή Διονύσου από την βασιλική πυραμίδα του Βόρειου νεκροταφείου της Μερόης (150 π.Χ. - 50 μ.Χ.).Αρχαιολογικό Μουσείο Χαρτούμ
Ο θεός της δημιουργού δυνάμεως που γονιμοποιεί την φύση, υπό την επίδραση της λατρείας του οποίου το ελληνικό πνεύμα υπήρξε γονιμότατο εις παραγωγή πνευματικών και καλλιτεχνικών προϊόντων.
Κατά τον Ηρόδοτο (Β΄52) το όνομα του θεού Διονύσου άκουσαν πολύ αργότερα από τα ονόματα των άλλων Θεών οι αρχαιότατοι της Ελλάδος κάτοικοι (οι Πελασγοί) οι οποίοι τελούσαν θυσίες στους θεούς στην Δωδώνη, ανώνυμα στην αρχή και με ονόματα αργότερα όταν άρχισαν να κάνουν χρήση των ονομάτων που έλαβαν από τους Αιγύπτιους, κατόπιν αδείας του αρχαιότατου και μοναδικού της εποχής μαντείου της Δωδώνης. Σε ενίσχυση της μαρτυρίας του Ηρόδοτου έρχεται αφ’ ενός μεν η εν Μηθύμνη της Λέσβου παράδοση κατά την οποία οι αλιείς της πόλεως βρήκαν εις την θάλασσα το εξ ελιάς ξόανο του οποίου η μορφή δεν έμοιαζε με τις ελληνικές θεότητες (Παυσ. Χ 19.3) και αφ’ ετέρου η αρχαιότατη και πρώτη αναφορά στον Διόνυσο από τον Όμηρο (Ιλ. Ζ΄ 130 κ. εξ.) εις την οποία φαίνεται ότι ο θεός ή ήρως Διόνυσος τον οποίο καταδιώκει ο υιός του Δρυάντος και βασιλεύς των Ηδωνών Λυκούργος είναι ξένος ακόμη εις την Ελλάδα. Ούτε αχαϊκή θεότητα φαίνεται να ήταν ο θεός Διόνυσος . Στην Ελλάδα η λατρεία του διαδόθηκε από την Θράκη όπου και πρώτα λατρεύτηκε από τις Θρακικές φυλές οι οποίες πρώτα κατοίκησαν εις την Πιερία (της Μακεδονίας) και την Θεσσαλία, και εις τις κοιλάδες του Παρνασσού και Ελικώνος έπειτα. Από τις φυλές αυτές διαδόθηκε η λατρεία του Διονύσου και οι περί αυτού μύθοι εις τις χώρες των αιολικών φύλων, τα οποία υιοθέτησαν αυτούς, μεταμορφώνοντάς τους κατά το δικό τους πνεύμα. Από τις αιολικές παραδόσεις δημιουργήθηκε η θηβαϊκή περί της γεννήσεως του Διονύσου παράδοση, η οποία είναι ο κατ’ εξοχήν περί αυτού γνήσιος ελληνικός μύθος. Θρακοφρυγικής άλλωστε εισαγωγής πιστεύεται ότι είναι και το από τους τραγικούς άλλο όνομα που επικράτησε το «Βάκχος», που προέρχεται από το επίθετο του θεού Σαβαζίου «Βαγαῖος».

Η γέννηση του Διονύσου από το μηρό του Διός. Μικρογραφία από το έργο «Συναγωγή και εξήγησης Ιστοριών» του Αγίου Γρηγορίου. Κωδ. 14 (συλλογή Παναγίου Τάφου), φ. 311α, 11ος αιώνας. Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Ιεροσολύμων. (Πηγή: Τα αρχεία της χαμένης Γνώσης, Παναγιώτης Α. Τουλάτος, εικ. 77)
Κατά την παράδοση αυτή η κόρη του Κάδμου Σεμέλη, ερωμένη του θεού του ουρανού Διός, έγκυος γινόμενη υπ’ αυτού, αξίωσε, πεισθείσα υπό της ζηλότυπης αυτήν Ήρας, να εμφανισθεί ενώπιον της με όλο το μεγαλείο της δόξης του. Ο εραστής ικανοποίησε, αφού δεν μπόρεσε να την μεταπείσει, την επιθυμία της Σεμέλης και εμφανίσθηκε φέρων τον κεραυνό εν μέσω αστραπών των οποίων οι φλόγες κατέκαψαν αυτήν. Αποθνήσκουσα η Σεμέλη άφηκε να εξέλθει από τα σπλάγχνα της ο καρπός των ερώτων της, ο Διόνυσος, ο οποίος θα καταφλέγονταν όπως και η μητέρα του, αν δεν προστάτευε αυτόν η θεά Γαία περιβάλλοντας τους κίονες των ανακτόρων του Κάδμου με χλοερούς κλώνους πυκνού κισσού. Ο Ζευς έκλεισε έπειτα τον άωρο Διόνυσο εντός του μηρού του, έως ότου συμπληρωθεί ο χρόνος της κυήσεως του, δεν εξήλθε εκ του μηρού του πατρός του ένεκα δε του τρόπου αυτού της γεννήσεως του πιστεύονταν ότι καλούνταν διμήτωρ και διθύραμβος (ως εκ δύο θυρών, εξερχόμενος), και Εἰραφιώτης (εκ του ἐρράφθαι) και μηρορραφὴς και μηροτραφής, Μόλις γεννήθηκε ο Διόνυσος παραδόθηκε δια του Ερμή εις τις νύμφες της Νύσης (κατά μεταγενέστερη παραλλαγή του μύθου στην νύμφη Νύσα), όρος με αναρίθμητες πηγές και πυκνά δάση, εις τις κλυτές του οποίου μεγάλωσε ο θεός κατά την παιδική ηλικία του (κατά τον Φερεκύδη τροφοί του Διονύσου υπήρξαν οι νύμφες της Δωδώνης Υάδες -βροχερές νύμφες- και κατ’ άλλη παράδοση την μέριμνα της Ανατροφής του είχε αναλάβει η αδελφή της Σεμέλης Ινώ). Εντός σπηλαίου του «ἡγαθέου Νυσηΐου», όπως ο πατήρ του στο σπήλαιο της Ίδης, ξαπλωμένος νωθρώς συνηύξανε ο Διόνυσος μετά της καλυπτούσης τον θόλο αυτού χλοερός αμπέλου. Όταν μεγάλωσε, γεύθηκε τον καρπό της αμπέλου του σπηλαίου της Νύσης και μέθυσε εκ του χυμού αυτού, ως και οι γευθείσαι αυτού τροφοί του και οι δαίμονες των δασών του όρους, και συγκινημένοι όλοι και παράφοροι από την νέα ηδονή, με θορυβώδεις εκρήξεις χαράς, εστεμμένοι με κισσό και δάφνη, άρχισαν, κατά την παρεχομένη εκ της περιγραφής ομηρικού τίνος ύμνου εικόνα, μία περιπετειώδη πορεία, αναρριχώμενοι εις απόκρημνους βράχους, κατερχόμενοι εις τα βάθη των χαραδρών και εισδύοντες εις τα πυκνά δάση, τα οποία αντηχούν από τον θόρυβο τους. Εκ της θορυβώδους αυτής πορείας τους καλείτο Βρόμιος και Εὔϊος. Κατά την πορεία του (πορεία της διαδόσεως της λατρείας του και της καλλιέργειας της άμπελο») ο Διόνυσος συνάντησε και φίλους και εχθρούς. Και εις μεν τους φίλους του έδωκε το γλυκύ δώρο του οίνου, το οποίο εύφραινε τις ψυχές αυτών και έλυνε από τις μέριμνες και λύπες (διά τούτο και Λυαῖος λέγονταν), εις δε τους εχθρούς του ενέπνευσε αγρία μανία και επέβαλε σκληρότατες ποινές. Ακράτητος δε στην ορμή του επεξέτεινε τις κατακτήσεις του σε όλο τον αρχαίο κόσμο, ακολουθούμενος από Σατύρους, Σιληνούς, Νύμφες, Βάκχους, ακροβάτες.

Ο θρίαμβος του Βάκχου ως καταχτητή της Βακτριανής. [Αγγείο του Δ΄ π.Χ. αιώνα] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 408)
Από της Βοιωτίας, ήτις, ως προελέχθει, υπήρξε η κοιτίδα
του πρώτου περί αυτού ελληνικού μύθου, διαδόθηκε η λατρεία του
στην Αττική και ιδίως τις πόλεις Ελευθεράς παρά τα όρια της Βοιωτίας κειμένη και
Ικαρία, εκατέρα των οποίων είχε και
την παράδοση της, ότι αυτή πρώτη φιλοξένησε τον θεό και δέχθηκε το θείο δώρο
του. Έτσι οι μεν κάτοικοι των Ελευθερών ισχυρίζονταν ότι εις την πόλη τους
εισάχθηκε πρώτα η λατρεία του και γι’ αυτό αποκαλούνταν ο Διόνυσος
Ἐλευθερεὺς και Ἐλευθέριος, οι
δε της Ικαρίας, ότι ο Διόνυσος κατά την οδοιπορία του διήλθε εκ της πόλης τους
και ότι φιλοξενήθηκε στην οικεία του βασιλέως της πόλεως Ικαρ
ίας, ευχαριστημένος
δε δια την φιλοξενία δίδαξε τον Ικάριο, προ της αναχωρήσεως του, την καλλιέργεια
της αμπέλου, δωρίζοντας σε αυτόν ένα κλήμα, και την εκ σταφυλιών κατασκευή οίνου.
Ο Ικάριος, κατά
την παράδοση αυτή, καλλιέργησε άμπελο και
γεύθηκε τον καρπό αυτής ως και του χυμού το
καρπού, μη θέλοντας δε να απόλαυση αυτός μόνος τα ευεργετήματα του Θεού, πλήρωσε μερικούς
ασκούς οίνου και διατρέξας τα χωρία και τους
αγρούς της χώρας του έδωσε εις τους γεωργούς
και ποιμένες αυτής να πιούν από το γλυκό ποτό, οι ίδιοι δε, πίνοντας εξ αυτού χωρίς μέτρο,
μέθυσαν και νομίζοντας ότι δηλητηριάσθηκαν από τον Ικάριο φόνευσαν
στην μανία της μέθης αυτόν και τον έθαψαν όταν συνήλθαν εκ της μέθης των.
Γέννηση του Διονύσου. Κάτοπτρο ετρουσκικό εκ Νεαπόλεως. (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 408)
Ένεκα της εκ του οίκου το απουσίας του Ικαρίου, η κόρη του Ηριγόνη, υποπτευόμενη κάποιο κακό, έτρεξε κλαίγοντας και οδύροντας προς αναζήτηση του, βρήκε δε τον τάφο του διά των γαυγισμάτων του σκυλιού Μαίρας, ήτις, πιστή εις την κυρία της, συνόδευε αυτή. Η Ηριγόνη κρεμάστηκε τότε από την λύπη της εκ του δένδρου, εις την ρίζα του οποίου ήταν ο τάφος του πατρός της. Εκτός της παραδόσεως της Ικαρίας της Αττικής, άξιες λόγου εκ των άλλων ελληνικών περί Διονύσου παραδόσεων είναι η της Χίου και η της Νάξου. Κατά την παράδοση της Χίου, ήτις πλάστηκε από την σύμπτωση της ανατολής εις τον ορίζοντα του αστερισμού Ορίωνος περί το μεσονύκτιο με την εποχή του τρυγητού, ο Ωρίωνας είχε μεταβεί στο νησί προς συνάντηση του Οινοποίωνα, υιού του Διονύσου και της Αριάδνης, κατά δεν την οίκου αυτού φιλοξενία του μεθυσμένος εκ του νέου οίνου επιχείρησε να ατιμάσει την σύζυγο του φιλοξενούντα.

Ο Διόνυσος εμπιστευόμενος εις την νύμφη Νύσα. (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 408)
Αγανακτισμένος ο Οινοποίων δια την διαγωγή του Ωρίωνα τύφλωσε αυτόν ενώ κοιμόταν και έριξε έπειτα εις την πλησίον της κατοικίας του ακτή. Αυτός όμως οδηγημένος από τον κρότο των εν της Λήμνου χαλκείων του Ηφαίστου έφθασε εκεί βαδίζων ψηλαφητά εντός της θαλάσσης και αφού άρπαξε ένα παιδί έθεσε αυτόν επί των ώμων του και διέταξε να οδηγεί πάντοτε προς την ανατολή όπου όταν έφθασε θεραπεύθηκε από τις ισχυρές ηλιακές ακτίνες. Μετά την θεραπεία του έσπευσε να τιμωρήσει τον Οινοπίωνα, αλλ’ αυτός απεκρύβετο υπό του Ποσειδώνα εις μία υπόγεια κατοικία και έτσι διέφυγε την οργή του Ωρίωνα. Εις την Νάξο οδήγησε τον Διόνυσο ο πόθος του να νυμφευθεί την εγκαταλειμμένη υπό του Θησέα εις τις ακτές της νήσου αυτής Αριάδνη. Αυτήν, ακολουθούμενος υπό Σατύρους και Βάκχους, βρήκε ο Διόνυσος κοιμώμενη ημίγυμνη επί της ακτής και μόλις έριξε τα θεία βλέμματα του επί του ωραίου σώματος της έμεινε έκθαμβος, καταληφθείς από θαυμασμό και ηδονή, την ίδια αυτήν δε συγκίνηση δοκίμασε και η ακολουθία του. Παρηγορηθείσα η Αριάδνη μετά την αφύπνισή της υπό του Διονύσου διά την εγκατάλειψή της συνεζεύχθει, ευγνωμονούσα, τον θεό, ο οποίος κρατώντας θύρσον και ακολουθούμενος από Βάκχους, Σατύρους, τον Πάνα, του Σιληνού, αυτής της Αφροδίτης και των υιών της, Έρωτα και Υμεναίου, οδήγησε αυτή υπό μέγα κλήμα, υπό την σκιάν του οποίου προσέφερε σε αυτή εντός θαυμασίου κυπέλλου το θείον ποτό του δια να ευφρανθεί εξ αυτού. Εκ του μετά της Αριάδνης γάμου του απέκτησε δύο υιούς, τον Οινοπίωνα και τον Στάφυλο, και μία κόρη, την Ευάνθη. Έκτος όμως της Αριάδνης αγάπησε και πλήθος άλλων γυναικών, θνητών και αθανάτων, ο Διόνυσος, ως την Αφροδίτη, την Δήμητρα, την Αλεξιρρόη, την Νίκαια, την Αλφεσίβοια κ. ά., εκ των οποίων γεννήθηκαν σε αυτόν πολλά τέκνα, ως, εκτός των προειρημένων, ο Πρίαμος, ο Φάνης, ο Ίακχος, η Μέθη, η Χάρις, ο Εύανδρος, ο Χάρμων, ή Δηιάνειρα κ. ά.. Εις την Νάξο ή σε κάποιο άλλο νησί του Αιγαίου πλάστηκε το πρώτον και η θαυμασιότερη των περί Διονύσου παραδόσεων, η της αρπαγής αυτού από Τυρρηνούς πειρατές, ήτις διασώθηκε εις ένα των ομηρικών ύμνων και την οποίαν περίγραψε ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του (βιβλ. III) και ο Νόννος στα «Διονυσιακά» του (Χ1.ν 105-168), και αποθανάτισε στο διάζωμα του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτους υπέροχος καλλιτέχνης των μέσων του Δ΄ π. Χ. αιώνα. Κατά την παράδοση αυτή ο Διόνυσος, ωραίος νεανίας με θαυμάσιους πλοκάμους τριχών της κεφαλής και πορφυρούν «φᾶρος» περί τους ώμους, βρίσκονταν σε κάποια ακτή, όταν προσέγγισε σε αυτή πλοίο Τυρρηνών πειρατών. Μόλις είδαν αυτόν τούτοι συνεννοηθήκαν μεταξύ των και ωθώντας το πλοίο προς την ξηρά πήδησαν επ’ αυτής, συνέλαβαν αυτόν αμέσως και χαίροντες, διότι πίστευαν ότι θα ήταν κάποιος βασιλόπαις, απήγαγαν επί του πλοίου των. Θέλησαν έπειτα να δέσουν τα χέρια, τα πόδια του, αλλά τα πόδια έπεφταν και ο θεός φιλομειδής προσέβλεπε τους πειρατές. Ο κυβερνήτης κατενόησε τότε, ότι ο απαχθείς νεανίας, ήταν κάποιος θεός και συμβούλευσε ν’ αφήσουν αυτόν μήπως εξεγείρει σφοδρή τρικυμία και χάσει αυτούς, αντιστάθηκε όμως στην πρότασή του ο αρχηγός των πειρατών. Με έκπληξη των τότε οι πειρατές παρατήρησαν, ότι φύτρωσαν στο πλοίο κλήματα αμπέλου με βότρυς, ότι περιελίχτηκε στον ιστό του πλοίου κισσός και ότι περιβληθήκαν οι σκαλμοί με στεφάνους (κατά μεταγενέστερο μύθο τον ιστό και τα κουπιά μετέβαλε σε φίδια ο θεός). Έντρομοι από το θαύμα εκείνο οι πειρατές διέταξαν τον κυβερνήτη να οδηγήσει το πλοίο προς την ξηρά, εν τω μεταξύ όμως ο θεός μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και εξέβαλλε δυνατούς βρυχηθμούς, εις το μέσο δε του πλοίου εμφανίσθηκε δασύτριχη άρκτος. Πλήρεις φόβου οι πειρατές έτρεξαν τότε προς την πρύμνη, έχοντας εις το μέσο τους τον σώφρονα κυβερνήτη, όταν δε εφόρμησε υπό την μορφή του λέοντα ο θεός συνέλαβε τον αρχηγό τους, πήδησαν αυτοί στην θάλασσα και έγιναν δελφίνια. Μετά από αυτά τα θαύματα αποκάλυψε την θεότητά του ο Διόνυσος εις τον κυβερνήτη, τον οποίο κατέστησε άνθρωπο ευτυχισμένο.
Η τιμωρία των πειρατών είναι ο πρώτος θρίαμβος του Διονύσου. Θεός όμως τοσούτο ισχυρός ήταν άξιος μεγαλύτερος διαφημίσεως και η ελληνική ποίηση και μυθογραφία ανέλαβε το έργο αυτό. Κατέστησαν αυτόν ισάξιο εις δύναμη και τόλμη προς τον Ηρακλή. Μετέχει και αυτός στα Φλεγραία πεδία συναφθείσης γιγαντομαχίας και διά της γενναιότητας του συντελεί εις την νίκη των Ολυμπίων. Κατέρχεται ως ο Ηρακλής εις τον Άδη και νικώντας στα υπόγεια σκότη δυνάμεις του θανάτου ανάγει εις το ουράνιο φως την μητέρα του Σεμέλη, ήτις μετονομασθείσα Θεώνη καθίσταται του λοιπού η αχώριστος σύντροφος του υιού της. Στην Τανάγρα καταβάλλει τον Τρίτωνα, θαλάσσιο τέρας, το οποίο εμπόδισε τις Ταναγραίες να καθαριστούν στην θάλασσαν προ της τελέσεως των εορτών του (κατ’ άλλον μύθο ο Τρίτων, ο οποίος επετίθετο κατά των αλιέων και των ποιμνίων, τα οποία βοσκούσαν παρά την παραλία, φονεύθηκε από τους Ταναγραίους αφού μέθυσε πρότερα υπ’ αυτών δι’ οίνου, τον οποίον είχαν θέσει εντός κρατήρα πλησίον της παραλίας). Στην Θήβα τιμωρεί τον βασιλέα αυτών Πενθέα (ο οποίος εμπόδιζε τις Βάκχες να τελούν τα εν τω Κιθαιρώνι προς τιμήν του όργια), κατασπαραγμένος από της Βάκχης μητρός του Αγαύης, η οποία τον νόμισε άγριο θηρίο, όταν ως κατάσκοπος είχε μεταβεί στον Κιθαιρώνα. Και αυτοί μεν είναι οι κυριότεροι των καθ’ αυτό ελληνικών περί Διονύσου παραδόσεων, πλείστες δε είναι οι πλασμένοι εξ επιδράσεως μύθοι περί θεού των ασιατικών, ιδίως, χωρών συγγενών προς τον Διόνυσο.

Ο θίασος του Διονύσου. (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 408)
Πρώτες από τις χώρες αυτές, από τον Στ΄ αιώνα π.Χ. επίδρασαν επί των μύθων και την λατρεία του Διονύσου η Λυδία και η Φρυγία όπου οι θεοί Βασσαρεύς και Σαβάζιος ταυτιστήκαν με τον Διόνυσο, όταν συμπληρώθηκε και μεταρρυθμίστηκε και η περί τιμωρίας του Λυκούργου ομηρική παράδοση. Υπήρξε δε η τιμωρία του, κατά την μεταρρυθμισμένη αυτή παράδοση, και σκληρή και διπλή. Κατελήφθησαν πρώτα από μανία, αυτός φόνευσε το παιδί του Δρύαντα, νομίζοντας ότι κόβει κλήμα αμπέλου, συνήλθε δε στα λογικά του όταν ακρωτηρίασε τον γιό του. Μετά από αυτό τιμωρήθηκε ο ίδιος σκληρά, αφού κατασπαράχθηκε από άγρια άλογα, που τον βρήκαν δεμένο σε δέντρο του Παγγαίου, διότι είχε δοθεί χρησμός στους Ηδωνούς, ότι τότε θα καρποφορήσει η άκαρπος γη, όταν θανατωθεί ο Λυκούργος. Υπό την επίδραση της λατρείας και των μύθων των ασιατικών χωρών ο πλήρης σφρίγους και ρώμης θεός της αμπέλου υφίσταται πολλές αλλαγές. Αλλάζει ο ίδιος ασχολίες και μορφή και αλλάζει και ο τρόπος λατρείας του. Γίνεται νεανίας με αγένειους παρειάς, έχει μορφή παρθένου πλαισιωμένη με πλοκάμια κυματιζόντων ξανθών μαλλιών, φοράει μακριά εσθήτα και έχει βάδισμα νωθρό και συρτό. Από θεό των εύθυμων αμπελουργών της Αττικής μεταβάλλεται εις θεό των γυναικών. Η λατρεία του γίνεται οργιαστική. Παράφορες γυναίκες με εξημμένη την φαντασία και διεγερμένα τα νεύρα πλανώνται σε απόκρημνους βράχους και πυκνά δάση, κρατώντας θυρσούς και λαμπάδες στα χέρια, και ακολουθούν τον αόρατο οδηγό τον θεό. Έχουν την ψυχή πλήρη ενθουσιασμού εκβάλλοντας άγριες κραυγές κατά τις νυχτερινές πορείες τους, τα νυχτάλια, αντί ήρεμης προσευχής, και έχουν άτακτες κινήσεις. Οι μυστηριώδεις εντυπώσεις της νύχτας, της οποίας την σιγή διακόπτουν οι κραυγές τους, οι διάφοροι ήχοι των χάλκινων οργάνων και οι οξείς φθόγγοι του αυλού και τα φανταστικά σχήματα των φωτιζόμενων υπό των πυρσών βράχων και δέντρων προκαλούν την έξαρση των γυναικείων ψυχών μέχρι παραληρήματος, το οποίο διαδέχονται κατά διαλλείματα κόπωσης των φυσικών δυνάμεων και μια άφωνη νάρκωση.
Από αυτήν την λατρεία προέρχεται ο Διονυσιακός μυστικισμός, ο οποίος κήρυττε όπως όλοι την περιφρόνηση προς το λογικό και την υπακοή του ανθρώπου εις τους παλμούς της καρδιάς του και το παραλήρημα του εγκεφάλου του. Εις αντάλλαγμα αυτής της υποταγής των πιστών του ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές τους (των μυημένων) και δια της ενώσεως αυτής, της εκστάσεως πίστευαν αυτοί, ότι γίνονταν καλύτεροι, και ότι η ψυχή τους αποκαθαιρόμενη έφθανε εις την μακαριότητα και εις την τελειότητα. Αλλά δια του ειρημένου τρόπου της λατρείας του ο Διόνυσος υπέστη και άλλη αλλοίωση της πρότερης φύσεώς του: από θεό της ευθυμίας έγινε ο πάσχων θεός, εις τον οποίον ήταν αφιερωμένοι οι τρεις μήνες της χειμερινής εποχής στους Δελφούς, κατά τους οποίους αυτός εξαφανίζονταν κατερχόμενος εις τα υπό της γης σκότη και εις τον κόσμο του θανάτου, οπότε και έρχονταν ξανά εις την ζωή την άνοιξη, όπου οι Βάκχες των Δελφών, οι Θυιάδες, ανέβαιναν στην κορυφή του Παρνασσού για να τον χαιρετήσουν που επανήλθε εις την ζωή.

Συνάντηση Σεμέλης και Διονύσου (Ετρουσκικό κάτοπτρο) (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 409)
Η Ιδέα της εκ του θανάτου εις την ζωή επανόδου του Διόνυσου είναι η βάση του μύθου του Ζαγραίου Διονύσου. Ο μύθος πλάστηκε μεν διά της συγχωνεύσεως εγχωρίων στοιχείων των περί Διονύσου μύθων μετά στοιχείων ληφθέντων εκ Φρυγίας και Κρήτης, αναπτύχθηκε όμως υπό των Ορφικών. Κατά τον νεότερο αυτό μύθο ο Διόνυσος δεν ήταν πλέον ο Θηβαίος θεός, ο υιός της Σεμέλης, αλλ’ ήταν ο υιός του Διός, συνελθόντος υπό μορφή δράκοντος μετά της Δηούς, μιας των δύο χθονίων δηλαδή θεοτήτων, οι οποίες στα έγκατα της γης προστάτευαν την βλάστηση, αλλά και επέφεραν τον θάνατο. Τον Διόνυσο αυτό, όταν ήταν ακόμη παιδί, συλλαβόντες οι αδελφοί του Τιτάνες τεμάχισαν και έβρασαν εντός λέβητα. Του βρασμένου όμως σώματος του Διονύσου ξέφυγε της προσοχής των Τιτάνων κάποιο τεμάχιο περιλαμβάνον την καρδιά του θεού. Αυτή πάλλουσα ακόμη έφερε η Αθηνά εις τον Δία και αυτός αναδημιούργησε τον θεό, είτε καταπιών την καρδιά του, είτε τοποθετώντας αυτής εντός του σκισμένου και ραμμένου έπειτα μηρού του. Εκ των άλλων λειψάνων του πλαστήκαν οι αγαθοί άνθρωποι, εκ δε της τέφρας των κεραυνωθέντων από τον Δία Τιτάνων οι κακοί. Αυτές είναι οι κυριότερες μεταμορφώσεις του μύθου του Διονύσου θεού, απελθούσες εκ της επί των αρχικών περί αυτού μύθων επιδράσεως ασιατικών θεοτήτων προ των χρόνων του Μ. Αλεξάνδρου. Ο μεγαλύτερος όμως συμφυρμός των μύθων του Διονύσου ως και η ευρύτατη αυτών διάδοση είναι έργο των Αλεξανδροκολάκων, οι οποίοι παραβάλλοντας τον Αλέξανδρο προς τους μυθικούς κατακτητές έπλασαν τον μύθο (Ιδίως ο περιηγητής Μεγασθένης), ότι προ του Αλεξάνδρου είχε κατακτήσει τις Ινδίες ο θεός Διόνυσος, ο οποίος και πρώτος γεφύρωσε τον Ευφράτη ποταμό. Κατά τον Παυσανία μάλιστα (Χ. 29.4) σώζονταν μέχρι των χρόνων του ο κάλως «ἀμπελίνοις ὁμοῦ πεπλεγμένος καὶ κισσοῦ κλήμασι», δια του οποίου έζευξε τον Ευφράτη ο Διόνυσος. Τις παραδόσεις αυτές καλλιέργησαν βραδύτερον και οι Ρωμαίοι, οι οποίοι τον θρίαμβο του Βάκχου θεωρούσαν ως εικόνα ιδεώδη του θριάμβου της Ρώμης κατά των ασιατικών λαών. Άλλωστε, ως ταυτίστηκε προς τον Διόνυσο ο Σαβάζιος της Φρυγίας και ο Όσιρις βραδύτερα της Αιγύπτου, ταυτίσθηκε προς αυτόν και ο Liber Pater των Ρωμαίων.

Ο Διόνυσος στο Ικάριο. Ανάγλυφη παράσταση (Ανάγλυπτη παράσταση). (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 409)
Ουδενός των αρχαίων θεών η λατρεία ήταν τόσο διαδεδομένη, όσο η του Διονύσου. Την διάδοση δε αυτής μαρτυρεί το πλήθος των περί αυτού μύθων, το όποιον ανάγκασε τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους, προς αποφυγήν της συγχύσεως, να δέχονται πολλούς Διονύσους ή Βάκχους ο Διόδωρος δέχονταν 3, ο Κικέρων 5 και άλλοι 7, το πλήθος των επιθέτων αυτού (ανέρχονται εις 140 περίπου), το πλήθος των Ιερών και βωμών του (στην Αθήνα είχε 14 βωμούς σε ανάμνηση ότι 14 ήσαν τα τεμάχια στα οποία διαμελίσθηκε, ή 14 οι διαμελίσαντες -7 Τιτάνες και 7 Τιτανίδες-) και το πλήθος των εορτών του. Ήταν δε η λατρεία του όχι πανελλήνιος μόνον, αλλά παγκόσμιος και αρχαιότατη, ως μαρτυρεί η εν Βοιωτία, ένθα πλάστηκε και ο πρώτος περί αυτού ελληνικός μύθος, λατρεία αυτού ως Διονύσου Ενδένδρου, η οποία υπενθυμίζει τους αρχαιότατους χρόνους της δενδρολατρείας, ως Διονύσου Στύλου και ως Διονύσου Περικιονίου (στην Θήβα), και τα ίχνη της σε αυτόν ανθρωποθυσίες στην Ποτνία, όπου λατρεύονταν ως Αιγοβόλος, διότι ο ίδιος ο θεός αντικατέστησε με αίγα το ωραίο παιδί, το οποίο θυσιάζονταν στον βωμό του κατά χρησμό του μαντείου των Δελφών. Εκ των πολλαπλών δε εορτών του άξιες μνείας είναι ιδίως τα υπό των Θυιάδων τελούμενα όργια του Διονύσου ανά διετία μεν εις την κορυφή του Παρνασσού και ανά τριετία (τριετηρικά) στα στενά του Κιθαιρώνα, τα εν Αλέα της Αρκαδίας «Συφέρεια», κατά την τέλεση των όποιων μαστιγώνονταν οι γυναίκες (λείψανο ανθρωποθυσίας), τα στην Πελλήνη «Λαμπτήρια», κατά την τέλεση των οποίων τοποθετούσαν ανά τις οδούς της πόλεως κρατήρες πλήρες οίνου, τα εν Ήλιδα «Θύϊα», μυστική τις τελετή κατά το έαρ τελούμενη στα όρη της πόλεως Γυθείου Λαρυσίας, ο εν Σπάρτη άγων των Διονυσιάδων, και προ πάντων στην Αττική τελούμενες εορτές αυτού «Κατ᾽ ἀγροὺς» ή Μικρά Διονύσια», κοινό όνομα της στα χωριά της Αττικής εορτής του Διονύσου, ήτις κατά τόπους είχε και ίδια ονόματα (τα εν Πειραιά, Αγριώνεια, Άλωα, Ασκώλια κλπ.) και ήταν η αρχαιότατη πασών, συνδεδεμένη και με την περί του βασιλέως Ικαρίου παράδοση, «Λήναια», «Μεγάλα» ή «ἐν ἄστει Διονύσια», «Ἀνθεστήρια», ήτις υπό πολλών ταυτίζεται με τα «Λήναια» και θεωρείται η αρχαιότερα πασών, «Ὡσχοφόρια», κατά τα οποία μία πομπή από νεανίες κρατώντας κλήματα αμπέλου με σταφύλια (ώσχους) μετέβαινε από το Λήναιο εις το Ιερόν της Σκιράδος Αθηνάς στο Φάληρο και «Ἐλευσίνια μυστήρια», διότι και στην εορτή αυτή είχε το μέρος του ο σφετεριστής αυτός θεός υπό το όνομα Ίακχος (εκ του ιαχή ίσως). Κατά την έκτη μέρα της εορτής αυτή, η οποία ήταν και η ιερότερη όλων, μεταφέρονταν το άγαλμα του Ίακχου, υιού της Δήμητρας ή της Κόρης, κατά τους μύθους της εορτής αυτής, στεφανωμένο με μύρτον και κρατούσε λαμπάδα εις το χέρι από την Αθήνα εις την Ελευσίνα δια της ιερής οδού συνοδευμένο υπό απείρου πλήθους προσκυνητών (30 χιλιάδων), εκπέμποντας χαρμόσυνους επιφωνήσεις και ψάλλοντος ύμνους. Εξαιρετικώς ετιμάτο ο Διόνυσος και στους Δελφούς, όπου δεικνύονταν και ο τάφος του κοντά στον Ομφαλό και κοσμούσε δια της εικόνας του και των εικόνων των ακολούθων του τα αετώματα του ναού, οιονεί συνιδιοκτήτης ων μετά του Απόλλωνος. Πλην των ειρημένων εορτών πλείστες ήσαν και οι άλλες εορτές αυτού στην αρχαία Ελλάδα, όπου λατρεύονταν με τα επώνυμα Αἰγοβόλος, Ἀκρατοφόρος, Αἰσυμνήτης, Ἀνθεύς, Ἄνθιος, Ἀροεύς, Αὐξίτης, Βάκχιος, Βούκερως, Δασύλλιος, Ἐλευθερεύς, Κάδμιος, Καλυδώνιος, Κισσός, Κολωνάτας, Κρήσιος, Λαμπιήρ, Λευκυανίτης, Λάσιος, Μελάναιγις, Μελπόμενος, Μεσαλεύς, Μύστης, Νυκτέλιος, Πατρῷος, Πολίτης, Σαώτης, Ταυρόκερως, Ταυρομέτωπος, Ταυρόμορφος, Φαλήν, Ψίλαξ, Ὠμηστής κ. ά., στην αρχαία Ρώμη, όπου από τις αρχές του Ε΄ αιώνα είχε κοινό ναό μετά της Δήμητρας και Περσεφόνης και τελούνταν προς τιμήν του τα «Βαχανάλια» και «Λιμπεράλια», στα όρη Τμώλω της Λυδίας, και αλλού. Ιερά ζώα του Διονύσου ήσαν όσα ιδίως διακρίνονταν δια την ισχύ τους και την ακινησία τους, ως ο λέων, η τίγρης, ο ταύρος, η αίγα, ο τράγος, ο όνος, το δελφίνι κ. ά. και εκ των φυτών η άμπελος, ο κισσός. Κατά την τέλεση των οργίων των Διονυσίων και πάσης του Διονύσου εορτής προηγούνταν ο φέρων τον φαλλό, σύμβολο της παραγωγικής δυνάμεως της φύσεως, εορταστής μετά των αυλητών και τυμπανοκρουστών, χορεύονταν ο άσεμνος χορός κόρδαξ και ήδοντο κώμοι και φαλλικά άσματα.

Η τιμωρία των Τυρρηνών πειρατών υπό του Διονύσου. [Μνημείο του Λυσικράτη Αθήνα] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 410)
Όπως εις την ερμηνεία πάντων των πολύπλοκων μύθων, έτσι και στην ερμηνεία των μύθων του Διονύσου αφετηρία υπήρξε η πρώτη μορφή του περί Διονύσου μύθου, όπως παραδόθηκε αυτή από τον Όμηρο. Ο κρυμμένος λοιπόν εκ φόβου στην θάλασσα Διόνυσος (Διώνυσσος βοιωτ., Διώνυσος επικ., Δεύνυσος Ιων., Ζέννυσος αιολ.), θεός της φανταστικής κοιλάδας Νύσης (ή του όρους Νυσηΐου)- όπου τοποθετείται στην Βοιωτία, Θράκη, Θεσσαλία, Εύβοια, Νάξο, και ακόμη στην Καρία, Λυδία, Καππαδοκία, Αραβία, Ινδία και γενικά σε κάθε χώρα, στην οποία λατρεύονταν ο Διόνυσος-, κατά τους αρχαίους μυθογράφους και ερμηνευτές (εκ της ετυμολογικής παρερμηνείας της λέξης Διόνυσος πλάσανε την φανταστική κοιλάδα), ή Διός κούρος (νύσα =νύμφη, κόρη), κατά την επικρατέστερη νεότερη ερμηνεία, καταδιωχθείς υπό του απειλήσαντος να φυλακίσει αυτόν Λυκούργου (λύκος = φώς, εἵργνυμι), του υιού του Δρύαντος (δρυμός, δάσος), είναι ο ήλιος, τον οποίον φυλακίζει με τα νέφη του ο βαρύς χειμώνας. Γεννήθηκε εκ του Διός (ουρανού) εν μέσω αστραπών και βροντών και κεραυνών, οι οποίοι φέρνουν μεν τον όλεθρο στα πλάσματα της γης, γίνονται όμως και αίτιοι, δια των ευεργετικών βροχών, οι οποίες επακολουθούν τα φυσικά αυτά φαινόμενα, να δημιουργηθεί νέα βλάστηση, νέα ζωή, και της Σεμέλης, προσωποποιήσεως της οργώσεως της βλάστησης κατά το έαρ γης. Τροφοί του είναι οι Νύμφες, δηλαδή οι ζωογονούσες την νέα βλάστηση πηγές. Εξ όλων των φυτών όμως διακρίνεται, ως ευεργετικότερο δια τον άνθρωπο, το κλήμα της αμπέλου, της οποίας ο καρπός είναι το εκλεκτότερο δώρο της μητρός Φύσεως. Τον εξαιρετικό αυτόν καρπό θεοποίησαν στον Διόνυσο, τον όποιον με στοργή φυλάττει το κλήμα με τα φύλλα του από τις φλογερές ακτίνες του ηλίου. Οι περιπετειώδεις πορείες του θεού είναι η διάδοση της καλλιέργειας της αμπέλου. Η ευθυμία και η χαρά τις οποίες δοκιμάζει κατά την πορεία του, ο θρίαμβος και τα πάθη του κατ’ αυτήν, ως και ο θάνατος και η αναβίωση του, είναι το φυσικό φαινόμενο του χρόνου με τις εποχές του, την άνοιξη η οποία σκορπίζει την ευθυμία και την χαρά, το θέρος το φιλοδωρούν τα ευλογημένα δώρα του, το φθινόπωρο με τους πρώτους διωγμούς του και το χειμώνα, ο οποίος φέρει τον θάνατον στην φύση. Η καρδιά του, η οποία μόνη έμεινε ζωντανή κατά τον διαμελισμό του υπό των γιγαντόσωμων και τερατόμορφων θεών του σκότους (των Γιγάντων), είναι ο πυρήνας του καρπού του φυτού ο διαφυλαχθείς στην γη δια να επαναγάγει στη ζωή το φυτό εκ του οποίου παρήχθη. Εις την περί του Διονύσου εν Ικαρία της Αττικής παράδοση, η κρεμασθείσα Ηριγόνη (ἤρι-ἔαρ-γεν) είναι η κρεμασμένη εκ του κλήματος της αμπέλου σταφυλή. Στον μύθο του Διονύσου και της Αριάδνης η εγκαταλειμμένη ερωμένη του Θησέα (ηλιακής θεότητας) σύζυγος του Διονύσου και μητέρα του Σταφύλου, είναι η θηλυκή προσωποποίηση της βλαστήσεως. Κοιμάται και ξυπνά, αποθνήσκει και αναζητά και αυτή, όπως ο Διόνυσος, έχει δηλαδή τις ίδιες περιπέτειες με τον σύζυγό της. Ειδικότερα όμως οι περιπέτειες και τα παθήματα του Διονύσου είναι οι περιπέτειες και τα παθήματα του κλήματος της αμπέλου: ο φλογερός ήλιος καίει αυτό, ο βαρύς χειμώνας καθιστά νεκρό (ξηρό) και ο άνθρωπος ακρωτηριάζει. Την δε σταφύλη του, ήτις κρύπτεται δια να διαφύγει τους κινδύνους, καταπατεί και συνθλίβει ο άνθρωπος στο ληνό. Εκ πασών λοιποί των ερμηνειών των επί μέρους μύθων του Διονύσου προκύπτει, ότι ο θεός αυτός ήταν η προσωποποίηση του ηλίου εν αρχή και της αναγεννώμενης δια των ζωογόνων ηλιακών ακτίνων φύσεως έπειτα. Οι δε περιπέτειες του βίου του είναι οι ετήσιες καιρικές μεταβολές (εποχές του έτους) και οι κατά την διάρκεια του έτους μεταμορφώσεις της βλαστήσεως και ειδικότερα του κλήματος της αμπέλου και της σταφυλής. Επειδή δε εξ όλων των σπόρων, οι οποίοι είναι τα σύμβολα της νεκραναστάσεως της φύσεως, ο ιερότερος και ευεργετικότερος δια τον άνθρωπο είναι ο κόκκος του σίτου, ιερού φυτού της Δήμητρας (προσωποποίησης της γης μητρός), δια τούτο η λατρεία του Διονύσου, θεού συγγενούς, αναμίχθηκε μετά της λατρείας της Δήμητρας και όπως η εξαφανιζόμενη από την γη, διά της αρπαγής της υπό του Πλούτωνα, και επανερχόμενη σε αυτήν Περσεφόνη ή Κόρη είναι ή θήλεια προσωποποίηση της νεκρούμενης και αναγεννημένης φύσεως, έτσι και ο Ίακχος Διόνυσος, τέκνο και αυτός της Γης μητρός, ή αρσενική προσωποποίηση αυτής. Όπως δε ως συγγενής θεότητα προς τις θεότητες των Ελευσίνιων μυστηρίων Δήμητρα και Κόρη έλαβε την θέση του ο Διόνυσος στη μυστηριώδη εκείνη λατρεία των μεγάλων του κόσμου νόμων, της ζωής και του θανάτου, έτσι έλαβε την κυρίαρχο θέση του και στα μυστήρια, των Ορφικών, τα οποία, όπως πάντα τα μυστήρια συνδέονταν με την λατρεία των θεοτήτων της γης, τα οποία κατέχουν το μυστικό της ζωής και του θανάτου, ταυτίστηκε προς τον Ζαγραίο, ο οποίος ήταν η προσωποποίηση του φαινόμενου του θανάτου και της επιστροφής στη ζωή. Έτσι δια της εξελίξεως την οποίαν έλαβε ο αρχικός πυρήνας των μύθων του Διονύσου, ο θεός αυτός έγινε η γόνιμη και άφθονη της γης παραγωγικότητα, η επί πάσα την γη κυκλοφορούσα ζωή, ήτις είναι αιωνία, διότι το φαινόμενο του εξαφανισμού και το φαινόμενο του θανάτου σε αυτή είναι μόνον στους μετασχηματισμός των πλασμάτων της φύσεως, η δε λατρεία του, κατά την οποίαν γίνονταν και ωμοφαγία (σαρκών ταύρου) μέχρι των χρόνων του Θεμιστοκλέους, διότι οι εορτάζοντες πίστευαν ότι έτρωγαν σάρκα και έπιναν αντί αυτού του θεού και λάμβαναν έτσι θεία δύναμη, έγινε μυστικισμός, ο οποίος ήταν μία έκσταση, μυστηριώδη επικοινωνία με τον Διόνυσο, επικοινωνία ήτις ήταν καθαρμός της ψυχής και εξαγνισμός της ζωής και παρείχε χρηστές ελπίδες δια την μέλλουσα ζωή.

Ο Βάκχος στηρίζεται επί του Αμπέλου μεταμορφούμενου εις το ομώνυμο φυτό (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 411)
Διά των μύθων του, της λατρείας του και των εορτών του, ο θεός Διόνυσος υπήρξε από του ΣΤ΄ π. Χ. αιώνα ο κύριος εμψυχωτής της αρχαίας θρησκείας και της αρχαίας ελληνικής ποιήσεως και καλλιτεχνίας. Ενέπνευσε τον διθύραμβο, ο οποίος ήταν ύμνος προς τον Διόνυσο, λυρικό άσμα με περιεχόμενο τις περιπέτειες του ολβιόδωρου θεού. Ζωογόνησε τις αρχαίες εορτές και διά της ελευθερίας η οποία επικράτησε στις δικές του εορτές ενέπνευσε στους ποιητές του διθυράμβου τους νεωτερισμούς εκείνους, δια των οποίων ήλθε εις φως εκ των σπλάγχνων του διθυράμβου η αθάνατη αττική τραγωδία. Δια της λατρείας του Διονύσου έλαβε νέα ζωή η μουσική και ο χορός, και κίνηση η γλυπτική και ζωγραφική. Εκτός των διθυράμβων, των οποίων το περιεχόμενο ήταν οι περιπέτειες του Διονύσου, άπειρες είναι στον αριθμό οι αρχαίες τραγωδίες, οι οποίες θέμα είχαν τους μύθους του Διονύσου, ως οι «Ἠδωνοί», «Βασσάραι», «Νεανίσκοι» και «Λυκοῦργος», συναποτελούν την τετραλογία «Λυκούργειαν», «Πενθεύς», «Ξάντριαι», «Σεμέλη» (ή «Ὑδροφόροι») και «Διονύσου τροφός», συναποτελούν ετέρα τετραλογία, του Αισχύλουυ, η «Ἡριγόνη» του Φρυνίχου και η «Ἡριγόνη» του Σοφοκλέους, ή «Λυκούργεια» (τριλογία) του Πολυφράδμονος, υιού του Φρυνίχου, οι «Βάκχαι» του Ευριπίδη, στις οποίες ο χορός αποτελείται από τις πλασθείσες υπό της φαντασίας του ποιητή Βάκχες, οι οποίες κατασκεύαζαν στεφάνια από όφεις, θήλαζαν λυκιδείς, κτυπούσαν με τους θύρσους τους βράχους δια ν’ αναβλύσουν εξ αυτών πηγές γάλακτος και χείμαρροι οίνου, καταξέσχιζαν άγρια θηρία και καταβρόχθιζαν ασπαιρούσας τις σάρκες τους, οι «Βάκχαι» του Ξενοκλέους. Οι μύθοι του Διονύσου είναι το περιεχόμενο των «Διονυσιακῶν» του Νόννου και εκλεκτών στίχων του Οβιδίου στις «Μεταμορφώσεις» του (βιβλ. Γ΄), διακοσμούν δε πλείστα άλλα έργα αρχαίων ποιητών. Όπως δε οι ποιητές όχι μόνο εμπνεύστηκαν από τους αρχαίους μύθους του Διονύσου, αλλά και με ελευθερία μεταρρύθμισαν αυτούς, έτσι και οι αρχαίοι καλλιτέχνες. Αρχαιότατες εικόνες του Διονύσου ήσαν πάσσαλοι βυθισμένοι εντός της γης ή κορμοί δένδρου (ως ο εύδενδρος Διόνυσος της Βοιωτίας), οι οποίοι κατά τις εορτάσιμες ημέρες κοσμούνταν κληματίδες και κισσό, ενδύονταν πολυτελώς και καλύπτονταν στη κορυφή με προσωπίδα η οποία προσέδιδε στον κορμό ανθρώπινη μορφή. Εικόνα τέτοιου αρχαϊκού ειδώλου διασώθηκε σε ένα αγγείο του μουσείου της Νεαπόλεως. Στα ειδώλια αυτά προσθέτονταν πολλές φορές και το σύμβολο της γονιμοποιού και παραγώγου δυνάμεως του Διονύσου, ο φαλλός, τοιούτο δε ξόανο ήταν στην Μηθύμνη της Λέσβου λατρευόμενο υπό την επωνυμία Διόνυσος Φαλλήν (Παυσ. Χ 19.3), του οποίου εξέλιξη ήταν ο με χαρακτηριστικά ιθυφαλλικού Ερμή απεικονιζόμενος στα νομίσματα της Μυτιλήνης Διόνυσος. Μετά τον ειρημένο τύπο του Διονύσου επικράτησε ό τύπος του ανδρικού και γενειοφόρου θεού, μετ’ αυτόν δε ο τύπος του θεού με την αιωνία εν ακμή νεότητα. Ο αρχαϊκός τύπος, ο του πωγωνέτου ή καταπώγωνος Διονύσου, διασώθηκε στα νομίσματα της Θάσου και της Νάξου και σε μερικά μελανόμορφα αγγεία, στα όποια παρίσταται ο Διόνυσος με σφηνοειδή πώγωνα στεφανωμένος με κισσό και φορών μακρύ χιτώνα. Κατά τον αιώνα του Περικλή ο Διόνυσος εκθηλύνεται υπό την επίδραση των ασιατικών θεοτήτων. Αντί μακρύ χιτώνα φέρει την γυναικεία εσθήτα βασσάρα και επ’ αυτής τον άνευ χειρίδων βραχύ κροκωτό χιτώνα και αντί στεφάνου εκ κληματίδων κισσού κρήδεμνο (η τοιαύτη μορφή του διασώθηκε επί ανάγλυφου μαρμάρινου κρατήρα, αποκειμένου στο μουσείο της Νεαπόλεως). Από των χρόνων του Πραξιτέλους ο Βάκχος παρίσταται ως νεανίας με ελκυστικό κάλλος και ευτραφή τα μέλη, με πλούσια κόμη, ήτις ή κυματίζει στους ώμους του ή είναι προσδεμένη με ταινία. Είναι εντελώς γυμνός ή φέρει νεβρίδα επί των ώμων ή περί την οσφύν, και το νεανικό, αβρό και λεπτοφυές εν γένει σώμα τον ομοιάζει περισσότερο με σώμα παρθένου ή νευρώδους εφήβου του γυμναστηρίου. Αλλά και υπό μορφή ζώου πολλές φορές απεικονίσθηκε ο Διόνυσος, ιδίως ταύρου (διασώθηκε δε ανάγλυφη αυτού εικόνα τέτοια σε δακτυλιόλιθο, ένθα μεταξύ των κεράτων του ταύρου απεικονίζονται οι τρεις χάριτες). Εκ των ανοκοδομηθέντων προς τιμήν του Διονύσου κατά τους αρχαίους χρόνους ιερών και ναών και των αγαλμάτων και ανάγλυφων ή γραπτών εικόνων του (ζωγραφιών) φημίζονταν ιδίως τα εξής έργα: ο μεγαλοπρεπής εν Αθήνα ναός του, ο προ του θεάτρου του Διονύσου (υπήρχε και έτερος ναός του θεού εντός του αυτού περιβόλου), ο οποίος είχε μήκος 22 μέτρων και πλάτος 10,50, το αφιερωμένο σε αυτόν θέατρο, το άριστο των ελληνικών θεάτρων, και το εν τω σήκω του ναού χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού, θαυμάσιο έργο του Αλκαμένους (και άγαλμα του θεού έτερο, Διονύσου του Ελευθερέως, υπήρχε, του οποίου ο Ιερεύς είχε και τον τον καλύτερο στο θέατρο θρόνο). Φημισμένες ήσαν και οι ζωγραφιές του ναού, των οποίων θέματα ήσαν η ανάβαση στον ουρανό του Ηφαίστου, παραπεισθέντος υπό του Διονύσου, η τιμωρία του Πενθέα και του Λυκούργου, ο απόπλους του Θησέα ενώ κοιμάται η Αριάδνη και η κατά την ώρα εκείνη άφιξη εις Νάξο του Διονύσου. Εκ των αρίστων από των μύθων του Διονύσου (του μύθου των Τυρρηνών πειρατών) εμπνευσμένων έργων είναι η ανάγλυπτη σύνθεση του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτη, στην οποίαν παρίσταται ο Διόνυσος καθήμενος ήρεμος και παίζοντας με λέοντα, στον οποίο προσφέρει κύπελο, τέσσερις Σάτυροι εκ των οποίων δεξιά και αριστερά του θεού ανά ένας αναπαύεται και δύο άλλοι αντλούν εντός αμφορέα. Άλλοι Σάτυροι μάχονται κατά των πειρατών με θύρσους και φλεγόμενους πυρσούς. Εξ αυτών άλλους κτυπούν, άλλους φονεύουν και άλλους ρίπτουν στην θάλασσαν, όπου είναι καταφανές δια της δεξιότητας του γλύπτη ότι μεταμορφώνονται σε δελφίνια. Εκ των άξιων λόγου αγαλμάτων του Διονύσου ήταν και το εν ωδείο των Αθηνών. Πλην όμως των Αθηνών και του Πειραιά όπου, υπό ιδιώτες είχαν ανεγερθεί ναοί προς τιμήν του Διονύσου, υπήρχαν και στη λοιπή Αττική ναοί και βωμοί αυτού, όπως στην Φλυούντα, Αχαρνές, όπου λέγονταν ότι το πρώτο φύτρωσε το ιερό φυτό του, ο κισσός, στα Μέγαρα όπου λατρεύονταν ως Νυκτέλιος, στις Ελευθερές, όπου κομίσθηκε και το πρώτο στην Αθήνα ξόανο αυτού. Και αλλού της τε ηπειρωτικής Ελλάδος (όπως στην Αργολίδα, όπου στην παρά την Λέρνην Αλκυονία λίμνη, δια της οποίας κατήλθε στον Άδη, τελούνταν και μυστική νυκτερινή τελετή), στην Πάτρα, όπου καλούνταν Καλυδώνιος, Αρσεύς, Άνθιος και Μεσαλεύς, και των αποικιών υπήρχαν και ξόανα και αγάλματα και ιερά και θέατρα παρ’ αυτά του δημοφιλέστατου τούτου θεού. Εις πλείστες δε των πόλεων, εκτός των ιερών αυτού (ως εν Πειραιά, Ρόδο, Τέα, Τανάγρα και αλλού), υπήρχαν και θίασοι, ιεροί δηλαδή σύλλογοι, «Διονυσιασταὶ» καλούμενοι, οι οποίοι επιμελούνταν της λατρείας του θεού αυτού, ως και σύλλογοι των περί τον Διόνυσο τεχνιτών (στην Αθήνα, στην Κόρινθο, όπου ονομάζονταν «τὸ κοινὸν τῶν περὶ τον Δοόνυσον τεχνιτών τῶν ἐξ Ἰσθμοῦ καὶ Νεμέας», στην Μ. Ασία, Τέα διατελών υπό την προστασία των Αττάλων), των προγόνων δηλαδή των σημερινών ηθοποιών και σκηνοθετών.
Εκ των διασωθέντων αρχαίων μνημείων τέχνης, τα οποία οι δημιουργοί του εμπνευστήκαν εκ των μύθων του Διονύσου, τα καλύτερα είναι η ανάγλυφη παράσταση του θριάμβου του κατά των Τυρρηνών πειρατών στο χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη, η στο ετρουσκικό κάτοπτρο αποκειμένη στο μουσείο της Νεαπόλεως παράσταση της γεννήσεως του, η παράδοση αυτού στην νύμφη Νύσα επί μαρμάρινου κρατήρα του μουσείου Νεαπόλεως, ο Θίασος του Διονύσου επί αγγείου ευρισκομένου στη Βιέννη, ο Θρίαμβος του Διονύσου ως κατακτητή της Βακτριανής, ο Διόνυσος στο Ικάριο (ανάγλυφη παράσταση), ο Λυκούργος διαμελίζων τον υιό του επί σαρκοφάγου της Βίλλας Αλμπάνι, η τρυφερά περίπτυξη Διονύσου και μητρός του επί ετρουσκικού κατόπτρου και ταύρος διονυσιακός. Έκτος όμως των ειρημένων και πλείστα άλλα αγάλματα αυτού πληρούν τα μουσεία των ευρωπαϊκών κρατών. Παρίσταται δε εις αυτά ο θεός είτε μόνος κατά διαφόρους ηλικίας και καταστάσεις (ως παιδί στην Δρέσδη, σε ανάπαυση σε τρία αγάλματά του στο Λούβρο, κατακεκλιμένος επί δέρματος πάνθηρα, ομοίως στο Λούβρο, πίνων εκ κυπέλλου κ.ο.κ.), είτε σε σύμπλεγμα με άλλους (ως σε μέθη στηριζόμενος υπό του Ακράτου και του Σταφύλου, σε σύμπλεγμα με το Αμπέλι, σε σύμπλεγμα μετά Βακχών, σε σύμπλεγμα μετά του Σιληνού, ο οποίος κρατεί αυτόν, βρέφος όντα, και προσβλέπει μετά πολλής στοργής, σε σύμπλεγμα μετά της Λευκοθόης, όπερ είναι εκ των καλλίστων και απόκειται στην γλυπτοθήκη του Μονάχου κ.ο.κ.). Ω δε ενέπνευσε με τους περί αυτού μύθους τους αρχαίους ποιητές και καλλιτέχνες, ο Διόνυσος ο οποίος υπήρξε το ιδεώδες του Μ. Αλεξάνδρου, το υπόδειγμα του βίου του Δημήτριου του Πολιορκητή και ο προσφιλής θεός του Πόντου του Μιθριδάτη, ο οποίος και επωνομάζονταν από αυτόν Διόνυσος και Εύιος, έτσι ενέπνευσε και νεώτερους ποιητές και καλλιτέχνες. Ο Redi έγραψε τον διθύραμβό του «Bacco in Toscana» σως ύμνο του οίνου. Ο Ν. Πουσέν επνεύστηκε στον εν μουσείο του Μομπελλιέ πίνακά του, ο Μιχ. Άγγελος εκείνον στην Φλωρεντία, ο Γκουΐντο εκείνον στην δρέσδη και ο γλύπτης Περρώ ελάξευσε την εικόνα του αρχαίου θεού σε μάρμαρο.
Βιβλιογραφία.
1. Τα ειδικά περί της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας συγγράμματα και ιδίως η μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας του P. Decharme (μετάφρ. Α. Αδαμαντίου) και Griech. Myth. του Preller.
2. Μυθολογικό λεξικό του Roscher
3. Το ειδικά περί αρχαιοτήτων λεξικά (όπως του Daremberg et Saglio)
4. Τα εγκυκλοπαιδικά λεξικά (ιδίως του Pauly-Wissova)
5. Mittelhaus, De Bacco Attico
6. Maury. Hist. des religions de la Grece
7. J. Girard, LE sentiment religieux en Grece
8. Οι αρχαίοι Έλληνες και λατίνοι μυθογράφοι, ποιητές και συγγραφείς και ιδίως ο Όμηρος αποσπ. ομ. ύμνων, ο Ευριπίδης, ο Ηρόδοτος, ο Παυσανίας, ο Διόδωρος, ο Πλούταρχος, ο Απολλόδωρος, ο Νόννος, ο Οβίδιος κ.λ.π.
9. Τα διασωθέντα αρχαία μνημεία των μύθων του Διονύσου (μνημείο Λυσικράτη, αγγεία κ.τ.λ.)
Πηγή: Γεράσιμος Δ. Καψάλης, Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σσ. 407 - 411
«Ο Διόνυσος έριξε τη μανία στο Λυκούργο. Αυτός λοιπόν στην τρέλα του επάνω δίνει μια τσεκουριά και σκοτώνει το γιο του Δρύαντα. Κι επειδή η γή έμεινε άκαρπη ο θεός χρησμοδότησε ότι θα ξανακαρπίσει όταν θανατωθεί ο Λυκούργος. Μόλις τ άκουσαν οι Ηδωνοί τον έσυραν στο Παγγαίο όρος όπου σύμφωνα με την επιθυμία του Διόνυσου πέθανε από τις κλωτσιές των αλόγων. Αφού ο Διόνυσος πέρασε τη Θράκη ήρθε στη Θήβα και ανάγκασε τις γυναίκες να αφήσουν τα σπίτια τους και να επιδίδονται σε βακχικά όργια στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθεύς, βασιλιάς της Θήβας εμπόδιζε να γίνονται όλα αυτά. Όταν όμως πήγε στον Κιθαιρώνα να κατασκοπεύσει τις Βάκχες, έγινε κομματάκια από την ίδια του τη μάνα την Αγαυή. Κι αφού έδειξε στους Θηβαίους ο Διόνυσος ότι είναι θεός, ήρθε στο Άργος. Κι εκεί, επειδή δεν τον τιμούσαν, έκανε τις γυναίκες μαινάδες να παίρνουν τα βουνά με τα μωρά στο βυζί και να τρέφονται από τις σάρκες των ίδιων των μωρών τους. (..) Έτσι οι άνθρωποι πίστεψαν ότι είναι θεός και τον τιμούσαν.» (ΠΗΓΗ: Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, εκδ. Αφών Τολίδη).
Επίσης στο έργο του «Βάκχες» ( στ. 1345 - 1350) ο Ευριπίδης αφού μας εξιστορεί πως ο Διόνυσος έκανε τις Γυναίκες μαινάδες, μας μιλά για τον Κάδμο, ο οποίος ζητά συγχώρεση για την φρικτή τιμωρία που του έχει επιβληθεί, μόνο και μόνο, για να συναντήσει την κακότητα και την μνησικακακία του αιμοδιψούς Διονύσου.
Μια άλλη μαρτυρία της μη ελληνικότητας και τόσο αρχαίας καταγωγής του Διονύσου βρίσκουμε στον Παυσανία 12, 5, Σχ. Εσι Αριστοφ. Αχαρ. Στ. 243 όπου αναφέρει τον Πήγασο, ιερέα του Διόνυσου εξ ελευθέρων της Βοιωτίας ο οποίος πήγε στην Αθήνα το άγαλμα του θεού θέλοντας να εισαγάγει την λατρεία του. Οι Αθηναίοι δεν ήταν πρόθυμοι γι’ αυτό ο Διόνυσος προσέβαλε τα αιδοία των Αθηναίων ανδρών με νόσο την οποία δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν, εξαναγκάζοντάς τους να τον λατρεύσουν φτιάχνοντας φαλλούς προς την χάρη του.
Οι Τιμωρίες στις οποίες επέβαλε ο Διόνυσος τους Ανθρώπους, επειδή αρνήθηκαν να τον λατρεύσουν...Από την τραγωδία ΒΑΚΧΕΣ του Ευριπίδη, σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ορίζουν οι θεοί και δίκια κρίνουν! Ο θεός ο Διόνυσος, Θηβαίοι, μιλάει που απ' της Σεμέλης και του Αία το γάμο γεννήθηκε στη χώρα σας· ωστόσο, εσείς τον αψηφούσατε! Και πρώτος εστάθη ο βασιλιάς σας στην ασέβεια, που από θυμό και φθόνο κινημένος τον ευεργέτη του με λόγους κ' έργα τον πρόσβαλε· για τούτο κ' έχει λάβει θάνατο ντροπιασμένο απ' τους δικούς του. Αμή και σας, Θηβαίοι, σας περιμένουν πολλά δεινά, που δε θα τ' αποκρύψω: στην εξορία θα σύρετε μιά μέρα και δε θα ξαναδείτε την πατρίδα. Όσο για την Αγαύη και τις κόρες του Κάδμου, θα μισέψουν απ' τη Θήβα, γιατί 'ναι μολεμένες απ' το φόνο. Και, Κάδμο εσύ, πολλά μέλλεις να πάθεις.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Στον Κάδμο):
1330 Μορφή θ' αλλάξεις και θα γενείς Φίδι, κ' η θυγατέρα του Άρη, η Αρμονία, πού, αν και θνητός, γυναίκα σου την πήρες, όψη θεριού θα λάβει και θα μοιάσει φιδιού κι αυτή. Σε βοδαμάξι απάνω, καθώς το λέγει ένας χρησμός του Δία, με τη γυναίκα σου μαζί θα τρέχεις, σε στρατόν αρχηγεύοντας βαρβάρων.
1335 Πολιτείες πολλές θα να πατήσεις με αρίφνητο φουσάτο· το μαντείο, ωστόσο, του Λοξία σα διαγουμίσουν, θα πάρουν μαύρους δρόμους να γυρίσουν. Αλλά την Αρμονία κ' εσένα ο Άρης θα σας γλιτώσει, θα σας πάει στη χώρα των μακάρων, να δείτε καλό τέλος.
1340 Εγώ τα λέγω, ο Διόνυσος, του Δία κι όχι θνητού το τέκνο· φρονιμάδα αν εδείχνατε, αντί να την αρνιέστε, θά 'χατε σύμμαχο το γιο του Δία και θάν ήσασταν τώρα ευτυχισμένοι.
ΚΑΔΜΟΣ: Διόνυσε, σ' αδικήσαμε, έλεος κάμε !
ΔΙΟΝΥΣΟΣ:
1345 Τώρα είν' αργά· ποιός μ' ήξερε όταν έπρεπε;
ΚΑΔΜΟΣ: Αχ, ναί· μα η τιμωρία σου παραπήγε.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Μ' αψηφούσατε δα, θεός κι ας ήμουν !
ΚΑΔΜΟΣ: Δεν πρέπει σα θνητοί οι θεοί ν' αγριεύουν.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Παλιόθε τα όρισε έτσι ο Δίας ο κύρης μου.
ΑΓΑΥΗ:
1350 Αχ, γέρο, μαύρη ξενιτιά μπροστά μας!
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ό,τι είναι να γενεί, τί να χρονίζει;
ΚΑΔΜΟΣ: Σε δυστυχία φριχτή βουλιάξαμε όλοι, η άμοιρη εσύ, κ' εγώ, κ' οι αδερφές σου· ξένος θα σύρω ο γέρος σ' άλλους τόπους,
1355 κ' είναι γραφτό να φέρω στην Ελλάδα σμιγαδερό φουσάτο από βαρβάρους. Και του Άρη τη σπορά, την Αρμονία, τη σύζυγο μου, που την άγριαν όψη του φιδιού όπως εγώ θά 'χει και κείνη, σε βωμούς θα τη φέρω και σε τάφους ελληνικούς με αρματωμένο ασκέρι· 1360 και τα δεινά μου τελειωμό δε θα 'χουν· μηδ' όταν τον Αχέροντα περάσω τον υποχθόνιο, θά 'βρω τη γαλήνη.
ΑΓΑΥΗ: Πατέρα, δίχως σου κ' εγώ θα φύγω.
ΚΑΔΜΟΣ:
1365 Τί ήρθες κοντά μου, δόλια θυγατέρα, σαν άπλερο πουλί σε γέρο κύκνο;
ΑΓΑΥΗ: Πού να σύρω διωγμένη απ' την πατρίδα;
ΚΑΔΜΟΣ: Δεν ξέρω, κόρη· λίγη η δύναμη μου.
ΑΓΑΥΗ: Σπίτι, σου αφήνω τώρα γεια, και πολιτεία μου πατρική, μισεύω μες στη συφορά,
1370 διωγμένη από τα μέρη μου.
ΚΑΔΜΟΣ: Κόρη μου, σύρε τώρα στου Αρισταίου...
ΑΓΑΥΗ: Θρηνώ για σε, πατέρα.
ΚΑΔΜΟΣ: Κ' εγώ κλαίγω για σένα και τις άλλες σου αδερφάδες.
ΑΓΑΥΗ: Αληθεία, μαύρη συφορά 1375 ο αφέντης μας ο Διόνυσος έριξε μες στα σπίτια σου !
ΚΑΔΜΟΣ: Φριχτά δα του φερθήκατε, στη Θήβα να μην το προσκυνάτε τ' όνομά του.
ΑΓΑΥΗ: Ώρα καλή, πατέρα.
ΚΑΔΜΟΣ: Ώρα καλή σου
1380 εσένα, κόρη δύστυχη, κι ας είναι δύσκολο να γνωρίσεις καλήν ώρα.
Λίγοι γνωρίζουν πως η ονομασία Ίακχος-Βάκχος του Διονύσου, προέρχεται από το όνομα του αιμοδιψούς Σημιτικού Βαάλ (σημαίνει: Κύριος, Δεσπότης), ο οποίος ήταν ο θρηνούμενος ειδωλολατρικός «θεός». Στην Αρχαία Ελλάδα είχε και το όνομα Υάκινθος (Βάκινθος/Βάκχος) ενώ στην Αίγυπτο ονομαζόταν Όσιρις . Στην Παλαιστίνη ο Θεός αυτός (Βαάλ) ονομαζόταν και Θαμμούζ (σημαίνει: Ιούνιος) και ο θρήνος του γινόταν τον Ιούνιο. Ο μήνας Ιούνιος ονομαζόταν Υάκινθος στην Αρχαία Ελλάδα. Από το Υάκινθος / Βάκινθος προήλθε το Ίακχος-Βάκχος. Αν αφαιρεθούν οι καταλήξεις -ος και -ινθος μας μένει το «υάχ», το οποίο είναι θρηνητικό επιφώνημα των θρηνούντων Ιερέων του «θεού», οι οποίοι ονομαζόντουσαν «Βάκχοι». Άρα ο Βάκχος/Διόνυσος, είναι πιθανότατα μία Σημιτική θεότητα, που καμία σχέση δεν είχε με τους Έλληνες, αλλά επεκράτησε (όπως είδαμε από τα προηγούμενα κείμενα) με την βία, στον Ελληνικό χώρο. Είτε αυτό συνέβη μετά από βιαιότητες Ιερέων/πιστών του, είτε μετά από πολεμική εκστρατεία κάποιου βασιλέα «Διόνυσου» (ο οποίος μπορεί να ήταν και πραγματικό πρόσωπο), ο οποίος ύστερα θεοποιήθηκε.( με αυτό θα συμφωνούσε και ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) ο οποίος αποκήρυξε την θρησκεία της εποχής του γιατί θεωρούσε πως οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! [Cicero de Nat. Deor. I,II, 13] ) . Όπως και να έχει το θέμα, ο Διόνυσος/Βακχος ήταν ένας ξένος που έγινε θεός των Ελλήνων με την βία



Αριστερά: Τελετή στην οποία μαστιγώνεται μια γονατιστή γυναίκα προς τιμήν του θεού Διονύσου. (Πομπηία, Βίλλα των Μυστηρίων)
Μέσο: Ο θεός Διόνυσος (Πομπηία, Βίλλα των Μυστηρίων)
Δεξιά: Σάτυρος του Διονύσου (Πομπηία, Βίλλα των Μυστηρίων)
Είναι καθολικά δεκτό ότι οι τοιχογραφίες της Βίλλας των Μυστηρίων δείχνουν σκηνές της Μυστηριακής λατρείας του Διονύσου.
«Μετά δε Στύμφαλόν εστιν Αλέα, συνεδρίου μεν του Αργολικού μετέχουσα και αύτη, ʼλεον δε τον Αφείδαντος γενέσθαι σφίσιν αποφαίνουσιν οικιστήν. Θεών δε ιερά αυτόθι Αρτέμιδός εστιν Εφεσίας και Αθηνάς Αλέας, και Διονύσου ναός και άγαλμα. Τούτω παρά έτος Σκιέρεια εορτήν άγουσι, και εν Διονύσου τη εορτή κατά μάντευμα εκ Δελφών μαστιγούνται αι γυναίκες, καθά και οι Σπαρτιατών έφηβοι παρά τη Ορθία.» (Μτφρ: «Μετά τη Στύμφαλο είναι η Αλέα (χωριό Αλέα πρώην Μπουγιάτι), που και αυτή μετέχει στην αργολική ομοσπονδία. Εδώ υπάρχουν τα ιερά της Εφεσίας Αρτέμιδος, της Αλέας Αθηνάς και του Διονύσου, με άγαλμα του θεού. Κάθε χρόνο τελούν προς τιμήν του τα Σκιέρεια, όπου, σύμφωνα με χρησμό του μαντείου των Δελφών, μαστιγώνονται οι γυναίκες, όπως και οι έφηβοι των Σπαρτιατών στη γιορτή της Ορθίας»] (Πηγή: Περιηγήσεις Παυσανία από την Αργολίδα στην Αρκαδία, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, Νο 249. 19 Αυγούστου 2004 σελ. 13,14).



Πηγή: Euripides Bacchae, edited with Introduction and Commentary by Ε. R. Dodds, Second edition, Oxford, At the Clarendon Press [1960] Μετ. ΛΙΝΑΣ ΚΑΣΔΑΓΛΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΑΘΗΝΑ 1977
Ι. Διόνυσος
1. Η φύση της διονυσιακής θρησκείας
2. Η διονυσιακή θρησκεία στην Αθήνα
II. Παραδοσιακά στοιχεία στις Βάκχες
2. Μαρτυρίες από παλαιότερα διονυσιακά έργα
3. Μαρτυρίες από αγγειογραφίες
III. Οι Βάκχες μέσα στο έργο του Ευριπίδη
Αντίθετα από τις περισσότερες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, οι Βάκχες έχουν για θέμα ένα ιστορικό γεγονόςτην εισαγωγή μιας νέας θρησκείας στην Ελλάδα (1). Όταν έγραφε ο Ευριπίδης, το γεγονός άνηκε πια στο απώτερο παρελθόν, και μόνο η θύμηση του επιζούσε, σε μυθική μορφή· η νέα θρησκεία είχε από καιρό εγκλιματισθεί και είχε γίνει αποδεκτή σαν μέρος της ελληνικής ζωής. Αλλά έμενε πάντα η έκφραση μιας θρησκευτικής στάσης και η ανάμνηση μιας θρησκευτικής εμπειρίας διαφορετικής από οτιδήποτε ανήκε στη λατρεία των πατροπαράδοτων Ολυμπίων θεών και οι δυνάμεις που είχαν απελευθερωθεί και ενσαρκωθεί από την αρχική κίνηση δρούσαν ακόμα με άλλες μορφές στην Αθήνα του Ευριπίδη. Αν πρόκειται να κατανοήσουμε τούτο το έργο, πρέπει πρώτα να γνωρίσουμε μερικά πράγματα σχετικά με τη διονυσιακή θρησκείατην έννοια ορισμένων από τις ιεροτελεστίες της, τη σημασία μερικών από τους μύθους της και τα σχήματα που είχε πάρει στον καιρό του Ευριπίδη. Οι διαφωνίες των κριτικών του 19ου αιώνα θα έπρεπε να μας προειδοποιήσουν ότι, αν προσπαθήσουμε να συλλάβουμε τη σκέψη του ποιητή με μια κατά μέτωπον επίθεση, παραβλέποντας το υπόστρωμα της εποχής του, θα βρεθούμε στο έλεος των προκαταλήψεων των δικών μας είτε των άλλων.
Για τους Έλληνες των κλασικών χρόνων, ο Διόνυσος δεν ήταν μόνον, ούτε καν κυρίως, ο θεός του κρασιού. Ο Πλούταρχος μας το λέει, και το επιβεβαιώνει με ένα χωρίο του Πινδάρου (3), και οι λατρευτικοί τίτλοι του θεού το επιβεβαιώνουν επίσης: είναι Δενδρίτης ή Ένδενδρος, η Δύναμη που ενυπάρχει στο δέντρο· είναι Άνθιος, ο φορέας της άνθησης, Κάρπιος, ο φορέας των καρπών, Φλεύς ή Φλέως, η πλησμονή της ζωής. Περιοχή του είναι, όπως λέει ο Πλούταρχος, ολόκληρη η υγρά φύσιςόχι μόνο η ρευστή φωτιά του σταφυλιού, αλλά και ο χυμός που ανεβαίνει στο νέο δέντρο, το αίμα που χτυπάει στις φλέβες του νεαρού ζώου, όλα τα μυστηριώδη και ανεξέλεγκτα ρεύματα, η πλημμυρίδα και η άμπωτη μέσα στη ζωή της φύσης. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε, ο Όμηρος, πουθενά δεν τον αναφέρει ρητά για θεό του κρασιού (4), και πιθανότατα ο συσχετισμός του με ορισμένα άγρια φυτά, όπως το πεύκο και ο κισσός, και με ορισμένα αγρίμια, είναι πιο παλιές από το συσχετισμό του με το αμπέλι. Κυρίως οι Αλεξανδρινοί, και ακόμα περισσότερο οι Ρωμαίοι --με τη μανία τους να κατατάσσουν τα πάντα και με την πρόσχαρη χοντροκεφαλιά τους στα πνευματικά ζητήματακαταχώρισαν το Διόνυσο κάτω από τον τίτλο «ο εύθυμος Βάκχος», ο θεός του κρασιού, με την ακόλαστη συνοδεία του, νύμφες και σατύρους (5). Με τούτη τη μορφή τον πήραν από τους Ρωμαίους οι ζωγράφοι και οι ποιητές της Αναγέννησης· κι αυτοί πάλι, με τη σειρά τους, διαμόρφωσαν την εικόνα με την οποία τον παριστάνει ο σύγχρονος κόσμος. Αν πρόκειται να καταλάβουμε τις Βάκχες, πρέπει πρώτα πρώτα να τα βγάλουμε όλα αυτά από το νου μας, να ξεχάσουμε τους πίνακες του Τισιανού και του Ρούμπενς, να ξεχάσουμε τον Keats με το «θεό των ποτηριών που κατεβάζεις μονορούφι και των κεφάτων τραγουδιών», να θυμηθούμε ότι τα όργια δεν είχαν τη σημερινή έννοια αλλά ήταν πράξεις ευλάβειας (πρβλ. Βάκχες, 34 σημ.*) και ότι βακχεύειν δε σημαίνει «γλεντώ», αλλά «αποκτώ μια ιδιαίτερη θρησκευτική εμπειρία» την εμπειρία της κοινωνίας με το Θεό, που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε βάκχο ή βάκχη (πρβλ. στ. 115 σημ.).
Σ' αυτή την εμπειρία οι αρχαίοι Έλληνες, όπως και πολλοί άλλοι λαοί (6), πίστευαν ότι το κρασί πολλές φορές βοηθάει. Η μέθη, καθώς παρατήρησε ο William James, «διαστέλλει, ενώνει και καταφάσκει: οδηγεί τον πιστό της από την ψυχρή περιφέρεια των πραγμάτων στο ακτινοβόλο τους επίκεντρο· τον κάνει για μια στιγμή ένα με την αλήθεια» (7). Έτσι το κρασί αποκτά θρησκευτική αξία: αυτός που πίνει γίνεται ένθεος έχει πιει τη θεότητα. Αλλά το κρασί δεν ήταν το μόνο ούτε το πιο σημαντικό μέσο κοινωνίας. Οι μαινάδες, στο έργο τούτο, δεν είναι μεθυσμένες· ο Πενθέας νόμιζε ότι ήταν (στ. 260 κέ.), αλλά μας λέει ρητά ότι έκανε λάθος (στ. 686 κέ. )· μερικές προτιμούσαν να πίνουν νερό ή και γάλα (στ. 704 κέ.). Σ' αυτό το σημείο ο Ευριπίδης τα λέει πιθανώς σωστά από την τελετουργική άποψη: γιατί οι υπόλοιπες πράξεις των μαινάδων του ανήκουν σε χειμωνιάτικες τελετές, που φαίνεται πώς δε θα είχαν σχέση με τις γιορτές του κρασιού, και φυσικά δε θα μπορούσαν να έχουν (8). Κατάλληλη εποχή για την ιερή μέθη είναι η άνοιξη, όταν ανοίγουν τα κρασιά· και τότε ακριβώς τη συναντούμε, π.χ. στους αθηναϊκούς «Χόες», που αποτελούσαν μέρος των Ανθεστηρίων.
Υπήρχαν όμως και άλλοι τρόποι για να γίνεις ένθεος. Η παράδοξη ορειβασία, χορός στο βουνό που περιγράφεται στην Πάροδο των Βακχών, και πάλι στον πρώτο λόγο του Μαντατοφόρου, δεν είναι έργο φαντασίας του ποιητή, αλλά αντικαθρέφτισμα ενός τυπικού που το τελούσαν συντροφιές γυναικών στους Δελφούς ως τον καιρό του Πλουτάρχου και για το οποίο έχουμε επιγραφικές μαρτυρίες από διάφορα σημεία του ελληνικού χώρου (9). Η τελετή γινόταν το μεσοχείμωνο, χρόνο παρά χρόνο (από κει το όνομα τριετηρίς, Βάκχες, 133). Θα πρέπει να δημιουργούσε σημαντικές δυσκολίες, ακόμα και κινδύνους· ο Παυσανίας λέει ότι στους Δελφούς οι γυναίκες ανέβαιναν ως την κορφή του Παρνασσού (πάνω από 2.500 μ. ύψος), και ο Πλούταρχος περιγράφει μια περίπτωση, προφανώς στον καιρό το δικό του, όπου βρέθηκαν αποκομμένες από μια χιονοθύελλα και χρειάστηκε ν' ανεβεί μια ομάδα σωτηρίας για να τις γλιτώσει (10).
Ποιο ήταν το αντικείμενο αυτής της άσκησης; Πολλοί λαοί χορεύουν στο ύπαιθρο για να κάνουν τα σπαρτά τους να φυτρώσουν με την ομοιοπαθητική μαγεία. Αλλά τέτοιοι χοροί, αλλού, γίνονται κάθε χρόνο, σαν τα σπαρτά, όχι χρόνο παρά χρόνο, όπως η ορειβασία. Εποχή τους είναι ή άνοιξη, όχι το μεσοχείμωνο, και τόπος τους τα σπαρμένα χωράφια, όχι οι γυμνές βουνοκορφές. Στα τελευταία χρόνια της αρχαιότητας, Έλληνες συγγραφείς θεώρησαν τους χορούς των Δελφών αναμνηστικούς: «Χορεύουν» λέει ο Διόδωρος (4. 3) «για να μιμηθούν τις μαινάδες, που λένε ότι είχαν σχέση με το θεό τον παλιό καιρό». Έχει πιθανώς δίκιο για την εποχή του (ή για την εποχή της πηγής απ' όπου παίρνει τις πληροφορίες του)· αλλά η τελετουργία είναι συνήθως πιο παλιά από το μύθο με τον οποίο την ερμηνεύουν οι άνθρωποι, κ' έχει πιο βαθιές ψυχολογικές ρίζες, θα πρέπει κάποια εποχή οι μαινάδες ή θυιάδες ή βάκχες να γίνονταν για λίγες ώρες ή μέρες ό,τι υπονοεί τ' όνομά τους γυναίκες έξαλλες, που η ανθρώπινη προσωπικότητα τους είχε προσωρινά αντικατασταθεί από μιαν άλλη. Αν αυτό συνέβαινε και στις ήμερες του Ευριπίδη, δεν έχουμε ασφαλές μέσο να το μάθουμε· μια δελφική παράδοση που καταγράφει ο Πλούταρχος (11) υποβάλλει την ιδέα ότι ακόμα και τον 4ο αιώνα π.Χ. η τελετή αυτή προκαλούσε καμιά φορά αληθινή διαταραχή της προσωπικότητας, αλλά η ένδειξη είναι ισχνή.
Υπάρχουν εν τούτοις παράλληλα φαινόμενα σε άλλους πολιτισμούς, που θα μας βοηθούσαν ίσως να καταλάβουμε την Πάροδο των Βακχών και την τιμωρία της Αγαύης. Σε πολλές κοινωνίες, ίσως σε όλες τις κοινωνίες, υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους «οι τελετουργικοί χοροί προκαλούν μια θρησκευτική εμπειρία που φαίνεται πιο ικανοποιητική και πιο πειστική από οποιαδήποτε άλλη... με το μυϊκό τους σύστημα αποκτούν πιο εύκολα τη γνώση του θείου» (12). Τα γνωστότερα παραδείγματα είναι οι Μωαμεθανοί δερβίσηδες, οι Αμερικανοί Shakers («Τρέμοντες»), οι Ιουδαίοι Χασιντίμ και οι σαμάν της Σιβηρίας, Συχνά ο χορός οδηγεί το χορευτή στην αίσθηση ότι κατέχεται από μια ξένη προσωπικότητα. Τέτοιοι χοροί είναι εξαιρετικά μεταδοτικοί· απλώνονται «σαν τη φωτιά που κόρωσε» (Βάκχες, 778), και εύκολα γίνονται μια ισχυρή έμμονη ιδέα που κυριεύει ακόμα και σκεπτικιστές (σαν την Αγαύη), χωρίς τη συγκατάθεση του συνειδητού. Αυτό συνέβαινε με την εξωφρενική χορευτική μανία που κυρίευε περιοδικά την Ευρώπη από τον 14ο ως τον 17ο αιώνα (13), όταν οι άνθρωποι χόρευαν ώσπου να πέσουν αναίσθητοι (πρβλ. Βάκχες, 136 και σημ.)· στη Λιέγη π.χ., το 1374, «πολλούς που έμοιαζαν να έχουν γερό και το μυαλό και το σώμα τους κυρίευαν ξαφνικά τα δαιμόνια» κι άφηναν το σπιτικό τους για να πάρουν τους δρόμους μαζί με τους χορευτές· ο Κάδμος κι ο Τειρεσίας είχαν το αντίστοιχό τους στην Ιταλία του 17ου αιώνα, όπου ακόμα και «γέροι ενενήντα χρονών πετούσαν τα δεκανίκια τους με τους ήχους της ταραντέλας, και σαν κάποιο μαγικό πιοτό που ξανανιώνει να κυλούσε μες στις φλέβες τους, ακολουθούσαν τους ξέφρενους χορευτές». Πολλοί υποστήριζαν ότι η χορευτική μανία μπορούσε να πιάσει τους ανθρώπους από κάποια κατάρα, καθώς όταν καταράστηκε ο Διόνυσος τις θυγατέρες του Κάδμου. Σε μερικές περιπτώσεις, η έμμονη ιδέα ξαναπαρουσιαζόταν σε ταχτικά διαστήματα, με αυξανόμενη ένταση, ως την ήμερα του Αι-Γιάννη ή του Αγίου Βίτου, οπότε τα θύματα έφταναν στον παροξυσμό και μετά ξαναγύριζαν στη φυσιολογική τους κατάσταση· έτσι αναπτύχθηκαν οι εποχιακές «θεραπείες» αρρώστων με τη μουσική και τον εκστατικό χορό, που σε ορισμένα μέρη αποκρυσταλλώνονταν σε ετήσια πανηγύρια (14).

Κάτοικοι του χωριού Γκαλλιτσάνο χορεύουν ταραντέλλα. Η φημισμένη ταραντέλλα είναι παραδοσιακός χορός όλης της Μεγάλης Ελλάδας. Έχει τις ρίζες της στον λεγόμενο ταραντινισμό και την συνήθεια των γεωργών του Τάραντα, οι οποίο μετά το επώδυνο τσίμπημα μιας μεγάλης αράχνης της περιοχής (ταράντα) επιδίδονταν επί μέρες σε ξέφρενα χοροπηδητά μέχρι να γιατρευτούν. Τα σημερινά εθιμικά δρώμενα με όσους γίνονται εθελοντικά «ταρανταίοι» στην εορτή του Αγίου Παύλου θυμίζουν χορό μαινάδων στις Ορφικές και Διονυσιακές λατρείες της αρχαιότητας.
Τούτο το τελευταίο μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η τελετουργική ορειβασία σε ορισμένη ημερομηνία μπορεί αρχικά να αναπτύχθηκε, στην Ελλάδα, από αυθόρμητες κρίσεις ομαδικής υστερίας (15). Διοχετεύοντας μια τέτοια υστερία στα πλαίσια ενός οργανωμένου τυπικού, μια φορά στα δυο χρόνια, η διονυσιακή θρησκεία την κράτησε μέσα σε όρια και της έδωσε μια σχετικά ανώδυνη διέξοδο. Αυτό που περιγράφει η Πάροδος των Βακχών είναι υστερία υποταγμένη στην υπηρεσία της θρησκείας· τα δρώμενα στον Κιθαιρώνα είναι εκδηλώσεις υστερίας μέσα στη γυμνή, την παρορμητική μανία που κυριεύει τον άπιστο. Ο Διόνυσος ενεργεί διπλά: όπως ο Αϊ-Γιάννης ή ο Άγιος Βίτος, είναι και η αιτία της τρέλας και ο λυτρωτής από την τρέλα, Βάκχος και Λύσιος (16), «θεός δεινότατος, ανθρώποισι δ' ηπιώτατος »(Βάκχες, 860). Πρέπει να κρατήσουμε στο νου μας αυτή την αμφιλογία, αν πρόκειται να καταλάβουμε σωστά το έργο. Να αντιστέκεσαι στο Διόνυσο, σημαίνει να καταπνίγεις τον στοιχειακό πυρήνα μέσα στη φύση σου· η τιμωρία είναι η απότομη και τέλεια κατάρρευση των εσωτερικών φραγμών που γκρεμίζονται δια της βίας από τον στοιχειακό πυρήνα, και τότε ο πολιτισμός εξαφανίζεται.
Η πράξη που αποκορύφωνε τον χειμωνιάτικο διονυσιακό χορό ήταν ο σπαραγμός και η ωμοφαγία κάποιου ζώου. Αναφέρεται στους κανονισμούς της διονυσιακής λατρείας στη Μίλητο (276 π.Χ.) (17) και μαρτυρείται από τον Πλούταρχο και άλλους. Στις Βάκχες, ο σπαραγμός πρώτα του θηβαϊκού κοπαδιού (στ. 734 κέ.) κ' έπειτα του Πενθέα (στ. 1125 κέ.) περιγράφεται με μιαν απόλαυση που δυσκολεύεται να τη συμμεριστεί ο σύγχρονος αναγνώστης. μια λεπτομερειακή περιγραφή της ωμοφαγίας θα ήταν ίσως υπερβολικά βαριά, ακόμα και για το στομάχι ενός αθηναϊκού κοινού. Ο Ευριπίδης μιλάει γι' αυτήν δυο φορές (Βάκχες, 138 και Κρήτες, απόσπ. 472), αλλά κάθε φορά την προσπερνάει γρήγορα και διακριτικά. Είναι δύσκολο να μαντέψεις την ψυχολογική κατάσταση που περιγράφει με τις δυο λέξεις «ωμοφάγον χάριν». Αξίζει όμως να προσέξουμε ότι οι μέρες που ορίζονταν για την ωμοφαγία ήταν «ημέραι αποφράδες και σκυθρωπαί» (18), και φαίνεται ότι όσοι τελούν ένα παρόμοιο τυπικό στην εποχή μας δοκιμάζουν ένα μείγμα υπέρτατης έξαρσης και υπέρτατης αποστροφής· είναι συγχρόνως ιερό και φρικτό, πλήρωση και άγος, θρησκευτικό μυστήριο και ρύπανση η ίδια βίαιη σύγκρουση των συγκινησιακών τάσεων που διατρέχει πέρα για πέρα τις Βάκχες, και βρίσκεται στη ρίζα κάθε θρησκείας διονυσιακού τύπου (19). Μεταγενέστεροι συγγραφείς εξήγησαν την ωμοφαγία όπως και το χορό: θεώρησαν ότι γινόταν σε ανάμνηση της ημέρας όπου το νήπιο Διόνυσος κατασπαράχτηκε και καταβροχθίστηκε (20). Αλλά α) δύσκολα μπορούμε να αποσυσχετίσουμε την τελετουργία από την πολύ διαδεδομένη πίστη σ' αυτό που ο Frazer ονόμαζε «ομοιοπαθητικές επιδράσεις της κρεωφαγίας» (21)”: αν κατασπαράξεις κάτι και το φας ζεστό και ματωμένο, προσθέτεις τις ζωτικές του δυνάμεις στις δικές σου, γιατί «το αίμα είναι η ζωή», β) πιθανότατα θεωρούσαν ότι το θύμα ενσάρκωνε τις ζωτικές δυνάμεις του ίδιου του θεού, που με την πράξη της ωμοφαγίας μεταβιβάζονταν στους λάτρεις του. Το πιο συνηθισμένο θύμα ήταν ένας ταύρος γι' αυτό ο Αριστοφάνης μιλάει για τις «βακχικές τελετές του ταυροφάγου Κρατίνου» (22). Ακούμε επίσης για ωμοφαγίες με αγριοκάτσικα και μικρά ελάφια και για σπαραγμό φιδιών (23), ενώ οι γυναίκες που ξεσκίζουν τον Πενθέα πίστευαν ότι ήταν λιοντάρι (24). Σε πολλά από αυτά τα πλάσματα θα μπορούσαμε ν' αναγνωρίσουμε ενσαρκώσεις του θεού σε ζώο: πρβλ. Βάκχες, 1017-19, όπου οι πιστές του φωνάζουν να παρουσιαστεί σαν ταύρος, φίδι είτε λιοντάρι. Για λαούς βουκολικούς, όπως της Βοιωτίας ή της Ήλιδας, δεν υπάρχει πιο έκπαγλο σύμβολο της κραταιής φύσης από τον ταύρο. Με θωριά ταύρου, «να χιμάει με πόδι βοδιού», επικαλούνται τον Διόνυσο οι γυναίκες της Ήλιδας στον αρχαίο ύμνο (25), όπως και με θωριά ταύρου ξεγελάει ο θεός τον διώκτη του στις Βάκχες (στ. 618), και οι γλύπτες τον δείχνουν καμιά φορά, καθώς τον είδε ο Πενθέας σε δράμα (Βάκχες, 922), σαν άνθρωπο κερασφόρο (26). Στον Ομηρικό Ύμνο (7. 44) φανερώνεται σαν λιοντάρι, κι αυτή θα είναι ίσως η αρχαιότερη από τις μορφές ζώου που πήρε (27).
Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε την ωμοφαγία σα μια τελετή όπου ο θεός είναι κατά κάποια έννοια παρών μέσα στο ζώο που παίρνει για φορέα του και μ' αυτή τη θωριά κατασπαράζεται και τρώγεται από το λαό του (28). Παραδέχτηκε άραγε ποτέ η θρησκεία καθώς υποβάλλει η ιστορία του Πενθέα μιαν ισχυρότερη, επειδή είναι και πιο τρομερή, μορφή κοινωνίας το διαμελισμό, και μάλιστα το διαμελισμό και μαζί το φάγωμα του θεού με ανθρώπινη μορφή; Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, και μερικοί φιλόλογοι το αρνούνται. Υπάρχουν, ωστόσο, σκόρπιες ενδείξεις που μας οδηγούν σ' αυτόν το δρόμο (29).Ο Θεόφραστος (παρά Πορφυρίω, De abstinentia, 2. 8) αναφέρει την των ανθρωποθυσιών βακχείαν, και προσθέτει ότι οι Βασσάρες (μαινάδες της Θράκης) ασκούν επίσης τον κανιβαλισμό. Ο Παυσανίας (9. 8. 2) είχε ακούσει ότι στις Πότνιες, κοντά στη Θήβα, θυσιαζόταν κάποτε στο Διόνυσο ένα αγόρι, ώσπου οι Δελφοί επέτρεψαν να χρησιμοποιηθεί τράγος για υποκατάστατο. Εξηγεί την τελετή σαν εξιλασμό· αλλά υπάρχουν άλλες ενδείξεις που ίσως μας κάνουν ν' αμφιβάλλουμε γι' αυτό. Ο Εύελπις της Καρύστου (παρά Πορφυρίω, De abstinentia, 2. 55) ξέρει ότι σε δυο νησιά του Αιγαίου, τη Χίο και την Τένεδο, γινόταν κάποτε σπαραγμός με ανθρώπινο θύμα, προς τιμήν του Διονύσου Ομαδίου, θεού της ωμοφαγίας και ο Κλήμης (Προτρεπτικός, 3. 42) ανθολόγησε από μια ελληνιστική ιστορία της Κρήτης ανάλογη παράδοση για τη Λέσβο. Φαίνεται ότι στην Τένεδο, όπως στις Πότνιες, το θύμα αντικαταστάθηκε αργότερα με ζώο, αλλά το τυπικό διατήρησε περίεργα και χαρακτηριστικά στοιχεία. Ο Αιλιανός (Περί ζώων ιδιότητος, 12.34) μας λέει ότι διαλέγουν μια αγελάδα ετοιμόγεννη και τη μεταχειρίζονται σαν να ήταν γυναίκα με παιδί· όταν γεννηθεί το μοσχάρι, του βάζουν κοθόρνους κ' έπειτα το θυσιάζουν στο Διόνυσο Ανθρωπορραίστην, “πού συντρίβει τους ανθρώπους”· “αλλά εκείνος που χτύπησε το μοσχάρι με το πελέκι λιθοβολείται από το λαό, ώσπου φεύγει να γλιτώσει στην ακρογιαλιά” (δηλαδή είναι μολυσμένος και πρέπει να κάνει ότι τάχα φεύγει από τη χώρα, όπως η Αγαύη στο τέλος των Βακχών). Σ' αυτή τη μαρτυρία μπορούμε να προσθέσουμε: την επαναλαμβανόμενη παρουσία μιας παιδοφονίας και το σπαραγμό ανθρώπων στους διονυσιακούς μύθους (βλ. παρακάτω)· το γεγονός ότι η ανθρωποθυσία που υποστηρίζεται πώς έγινε πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας λέγεται ότι προσφέρθηκε στο Διόνυσο Ωμηστή (30) · και την αναφορά τελετουργικού φόνου σε σχέση με το διονυσιακό κίνημα στην Ιταλία, που καταργήθηκε το 186 π.Χ (31).
Όπως και νά 'ναι, η ωμοφαγία και οι ενσαρκώσεις σε ζώα δείχνουν το Διόνυσο σαν κάποιον πολύ πιο σημαντικό και πολύ πιο επίφοβο από ένα θεό του κρασιού. Είναι η αρχή της κτηνώδικης ζωής, ταύρος και ταυροφάγος (32), το θήραμα και ο κυνηγόςη αχαλίνωτη δύναμη που ζηλεύει ο άνθρωπος στα ζώα και που ζητάει να την αφομοιώσει. Η λατρεία του ήταν αρχικά μια απόπειρα των ανθρώπων να επιτύχουν την ένωση με αυτή τη δύναμη. Το ψυχολογικό αποτέλεσμα ήταν να απελευθερωθεί στον άνθρωπο η ζωή του ενστίκτου από τα δεσμά που της επιβάλλει η λογική και η κοινωνική συνήθεια· ο λατρευτής αποκτούσε συνείδηση μιας παράξενης καινούριας ζωτικότητας, που την απέδιδε στην παρουσία του θεού μέσα του (πρβλ. Βάκχες, 187 κέ., 194, 945-6 και σημειώσεις). Ο Ευριπίδης μοιάζει να υπαινίσσεται επίσης ένα πιο μακρινό αποτέλεσμα, μιαν απορρόφηση της ατομικής συνείδησης μέσα σε μιαν ομαδική συνείδηση: ο λατρευτής «θιασεύεται ψυχάν» (Βάκχες, 75), γίνεται ένα, όχι μόνο με τον Κύριο της Ζωής, άλλα και με τους συντρόφους του στη λατρεία· και γίνεται επίσης ένα με τη ζωή της γης (Βάκχες, 726-7 και σημ.).
Οι Έλληνες θεωρούσαν, χωρίς άλλο σωστά, ότι αυτές οι περίεργες τελετές δεν ήταν γεννημένες στην Ελλάδα: ο Ηρόδοτος τις ονομάζει νεωστί εσηγμένα (2.49, όπου το νεωστί μοιάζει να αναφέρεται στον καιρό του Μελάμποδος, πριν από τον Τρωικό πόλεμο) και ο Ευριπίδης παριστάνει τη διονυσιακή λατρεία σαν είδος “παγκόσμιας θρησκείας”, που τη μετέφεραν “ιεραπόστολοι” (όπως δεν είχε γίνει ποτέ με καμιά ελληνική λατρεία) από τη μια χώρα στην άλλη. Κατά τη γνώμη του, αρχική της έδρα ήταν τα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας (Βάκχες, 13, 55, 86 κτλ.), άποψη που ενισχύεται από τη σύγχρονη ανακάλυψη ότι Βάκχος είναι το λυδικό αντίστοιχο του Διονύσου (33). Αλλού ο Διόνυσος παριστάνεται πολύ συχνά Θρακιώτης· ο Όμηρος τον συσχετίζει με το Θρακιώτη Λυκούργο (Ιλιάς, Ζ 130 κέ., πρβλ. Σοφοκλέους Αντιγόνη, 955), και τον 5ο αιώνα Έλληνες ταξιδιώτες είχαν γνωρίσει τη διονυσιακή λατρεία στα όρη Παγγαίον και Ροδόπη (34). Και αυτό επίσης μπορούμε να το αποδεχτούμε: τα ορεινά της Θράκης και της Μικρασίας είχαν λαούς συγγενικούς στο αίμα και στον πολιτισμό (Ηρόδοτος, 7. 73). Οι μύθοι μας υποβάλλουν την ιδέα ότι ο νέος θεός έφτασε πιθανώς στην ηπειρωτική Ελλάδα από δυο ανεξάρτητους δρόμουςέναν υπερπόντιο από την ασιατική ακτή, περνώντας από την Κω, τη Νάξο, τη Δήλο και την Εύβοια, στην Αττική, και έναν χερσαίο, από τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Βοιωτία ως τους Δελφούς(35). Ο ερχομός του δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια, αλλά θα πρέπει, νομίζω, να έγινε πολύ νωρίτερα από όσο υπέθετε π.χ. ο Wilamowitz (πού ήταν έτοιμος να τον τοποθετήσει γύρω στα 700 π.Χ.): όχι μόνον η Σεμέλη είναι κιόλας βασιλοπούλα της Θήβας για τον ποιητή της Διός απάτης (Ιλιάς, Ξ 323 κέ.), αλλά και οι μύθοι της εισαγωγής του θεού συνδέονται με πολύ πρώιμες συνθήκες τη μοναρχία στην Αθήνα, την κυριαρχία των Μινυών στον Ορχομενό, των Προιτιδών και των Περσειδών στο Άργος, και την Καδμεία περίοδο στη Θήβα(36).
Μέσα στους αιώνες που χωρίζουν την πρώτη εμφάνιση της στην Ελλάδα από την εποχή του Ευριπίδη, η διονυσιακή λατρεία μπήκε κάτω από τον κρατικό έλεγχο και έχασε μεγάλο μέρος από τον αρχικό της χαρακτήρα, τουλάχιστο στην Αττική. Οι Αθηναίοι στον καιρό του Ευριπίδη δεν είχαν χειμωνιάτικες τελετές χρόνο παρά χρόνο, ούτε χορούς στα βουνά, ούτε ωμοφαγίες(37) · τους έφτανε να στέλνουν μια πρεσβεία γυναικών για να τους αντιπροσωπεύσει στη διονυσιακή τριετηρίδα. Όσο ξέρουμε, τα δικά τους διονυσιακά πανηγύρια ήταν πολύ διαφορετικά: ευκαιρίες για κάτι παλαιικές αγροτικές γητειές, όπως στα “κατ' αγρούς Διονύσια”· είτε για ευλαβικό και φαιδρό μεθύσι, όπως στους “Χόες”· είτε για επίδειξη του πολιτικού και πολιτιστικού μεγαλείου της Αθήνας, όπως στα “εv άστει Διονύσια”. Μόνο τα Λήναια κρατούσαν ίσως κάτι από το αρχικό θρησκευτικό πάθος που φανερώνει τ' όνομά τους και που μπορούμε να το αναγνωρίσουμε σε μερικά από τα λεγόμενα “ληναϊκά αγγεία”(38). Ο λειτουργικός σκοπός αυτών των κεφάτων αττικών πανηγυριών ήταν, κατά τα λόγια του Περικλή (39), αι ανάπαυλαι των πόνων: η αξία τους, περισσότερο κοινωνική παρά θρησκευτική. Αυτή η πλευρά της διονυσιακής λατρείας δεν αγνοείται στις Βάκχες: ο Ευριπίδης την έχει ωραία εκφράσει στο πρώτο Στάσιμο, 370 κέ. (βλ. Σχόλια στις Βάκχες, έκδ. Οξφόρδης). Αλλά δεν υπήρχε τίποτα ή σχεδόν τίποτα στην επίσημη αθηναϊκή λατρεία που θα μπορούσε να εμπνεύσει τις ωμές περιγραφές που συναντούμε στην Πάροδο και στους λόγους των Μαντατοφόρων ή να συσχετιστεί πραγματικά, κατά οποιονδήποτε τρόπο, με την άγρια και πρωτόγονη ιστορία της τιμωρίας του Πενθέα.
Ένα μεγάλο μέρος από την πρωτόγονη θρησκευτική χροιά του έργου είναι αναμφιβόλως παραδοσιακό, όπως και το ίδιο το θέμα (δες παρακάτω). Η ασυνήθιστη ζωντάνια του οφείλεται, ως ένα σημείο, σε πράγματα που ο ποιητής είδε και άκουσε στη Μακεδονία, όπου γράφτηκε το έργο γιατί στη Μακεδονία αν πιστέψουμε τον Πλούταρχο, η διονυσιακή λατρεία ήταν ακόμα, τον 4ο αιώνα, αρκετά πρωτόγονη ώστε να περικλείνει λειτουργικούς τύπους όπως ο χειρισμός φιδιών (40). Αλλά έχω πει αλλού (41) ότι το ενδιαφέρον του Ευριπίδη για το θέμα ίσως να ξύπνησε και από πράγματα που γίνονταν πιο κοντά στον τόπο του. Στην Αθήνα, ο Διόνυσος είχε εξημερωθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διονυσιακή ψυχική διάθεση είχε εξαφανιστεί, και υπάρχουν ορισμένως πλήθος ενδείξεις ότι τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου αποτέλεσμα, προφανώς, των κοινωνικών εντάσεων που γέννησε η οργιαστικής μορφής λατρεία άρχισε να βγαίνει πάλι στην επιφάνεια με άλλα ονόματα. Η Αθήνα πλημμύρισε από πλήθος θεούς ξενικούς: τούτο τον καιρό ακριβώς αρχίζει η αττική λογοτεχνία να γεμίζει με αναφορές σε ανατολικούς και βορινούς μυστηριακούς θεούς Κυβέλη και Βενδίς, Άδωνις και Σαβάζιος(42). Σχετικά με τις Βάκχες, ο τελευταίος της παραπάνω σειράς παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι το ανατολίτικο αντίστοιχο του Διονύσου ενός ανελλήνιστου Διονύσου που η λατρεία του διατήρησε την πρωτόγονη έλξη και μεγάλο μέρος από το πρωτόγονο τυπικό που ο αττικός Διόνυσος είχε χάσει προ πολλού. Ο Σαβάζιος υποσχόταν ακόμα στους μύστες του αυτό που ο Διόνυσος είχε κάποτε υποσχεθεί την ταύτιση με τη θεότητα (43). Και γι' αυτό το σκοπό τους πρότεινε τα παλαιά μέσα μιά εκστασιακή νυχτερινή ιεροτελεστία που ξετυλιγόταν με τη μουσική του αυλού και του τυμπάνου (44). Πολλά από τα παλαιά τελετουργικά στοιχεία που αναφέρονται στην Πάροδο των Βακχών οι καθαρμοί, τα τύμπανα, ο χειρισμός φιδιών, τα λαφοτόμαρα, ο λατρευτικός τίτλος έξαρχος μαρτυριούνται από τον Δημοσθένη ως στοιχεία της λατρείας του Σαβάζιου, που την ασκούσαν στην Αθήνα τον 4ο αιώνα (45).
Το παρελθόν είχε πραγματικά ξαναγυρίσει ή προσπαθούσε να ξαναγυρίσει. Και έφερνε μαζί του μιαν αντιδικία παρόμοια στη φύση της με τη λογομαχία Πενθέα και Τειρεσία στις Βάκχες. Αντίλαλοι αυτής της αντιδικίας επιζούν σε αποσπάσματα της Αρχαίας Κωμωδίας, στους ρήτορες και στον Πλάτωνα. Ή μάλλον αντίλαλοι από μια πλευρά της· γιατί τυχαίνει όλες οι μαρτυρίες που έχουμε να είναι εχθρικές στη νέα θρησκευτική κίνηση. Ο Αριστοφάνης έγραψε ένα έργο, τις Ώρες, όπου “Ο Σαβάζιος και μερικοί άλλοι ξένοι θεοί” εισάγονται σε δίκη και καταδικάζονται σε εξορία από την Αθήνα· το παράπονο, όπως και το παράπονο του Πενθέα εναντίον του Διονύσου, μοιάζει να αφορά κυρίως την τέλεση της γυναικείας λατρείας στα σκοτεινά, “nocturnae pervigilationes” (“νυκτερινές αγρυπνίες”) (46). Και δεν ήταν αυτό μια μεμονωμένη επίθεση εναντίον των νέων θρησκειών: οι θεοί ξενικοί σατιρίζονται από τον Απολλοφάνη στους Κρήτες του, από τον Εύπολι στους Βάπτες, από τον κωμωδιογράφο Πλάτωνα στον Άδωνί του. Τον 4ο αιώνα, ο Δημοσθένης ζητάει να αμαυρώσει το χαρακτήρα του αντιπάλου του με αλλεπάλληλες αναφορές στις σχέσεις του με τις κακόφημες τελετές του Σαβάζιου· η Φρύνη κατηγορείται ότι έφερε ένα “νέο θεό” διονυσιακού τύπου, τον Ισοδαίτη, και ότι συγκρότησε απαγορευμένους θιάσους (47) · ενώ ο Πλάτων παίρνει τόσο στα σοβαρά τους ηθικούς κινδύνους αυτής της κίνησης, ώστε θα επέβαλλε αυστηρές ποινές σε οποιονδήποτε βρισκόταν “να τελεί ιδιωτικά οργιαστικές τελετές”(48).
Η αθηναϊκή κοινή γνώμη είναι επομένως, όσο τυχαίνει να ξέρουμε, με το μέρος του νόμου και της τάξης. Τί είδους συγκινησιακές δυνάμεις είχαν ενταχθεί στην αντίθετη παράταξη, μπορούμε να το μαντέψουμε εν μέρει από τα χορικά των Βακχών (49), και ο λόγος του Τειρεσία μπορεί ίσως να μας βοηθήσει να αναπλάσουμε τα διανοητικά στοιχεία για την υπεράσπιση που έγινε σε ορισμένους κύκλους. Αντίστοιχα, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα μερικά μέρη του έργου, αν τα συσχετίσουμε με αυτό το σύγχρονο του υπόστρωμα. Δεν υποβάλλω την ιδέα ότι ο ποιητής χρησιμοποίησε τον ερχομό του Διονύσου στη Θήβα σαν αλληγορία για τον ερχομό στην Αθήνα του Σαβάζιου και των ομοίων του: ακόμα και αν επιθυμούσε να το κάμει, το περίγραμμα της ιστορίας ήταν τόσο στερεά καθορισμένο από την παράδοση ώστε δεν μπορούσε να υποβληθεί σε τέτοια μεταχείριση. Αλλά φαίνεται πιθανό ότι η σύγχρονη του κατάσταση ξύπνησε το ενδιαφέρον του Ευριπίδη για τη μυθική εποχή· και ότι γράφοντας ορισμένα χωρία των Βακχώνιδίως τη σκηνή Πενθέα-Τειρεσία (50) είχε στο νου του, και περίμενε να τον έχει και το κοινό του, τον παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο εποχές.
Η ιστορία του Πενθέα και της Αγαύης ανήκει σε μια σειρά θρησκευτικών θρύλων που περιγράφουν την τιμωρία των παράτολμων εκείνων θνητών που αρνιόνταν να παραδεχτούν τη θρησκεία του Διονύσου. Ο πρώτος από αυτούς τους θρύλους που εμφανίστηκε στη λογοτεχνία είναι η ιστορία του Λυκούργου από τη Θράκη, για τον οποίο ο Όμηρος αναφέρει (Ιλιάς, Ζ 130 κέ.) ότι στο ιερό όρος Νύσα κυνήγησε τον Διόνυσο και τις “τροφούς” του, τους έριξε στη θάλασσα και για τιμωρία του τυφλώθηκε. Μεταγενέστεροι συγγραφείς (και αγγειογραφίες (51)) μας λένε ότι τιμωρήθηκε με παραφροσύνη και μέσα στην τρέλα του σκότωσε τον ίδιο του το γιό ([Απολλόδωρος ] 3. 5. 7, Υγίνου Fabulae, 132). Το τέλος του περιγράφεται με διάφορους τρόπους: θάφτηκε σε μια σπηλιά (Σοφοκλέους Αντιγόνη, 955 κέ.), κατασπαράχτηκε από άλογα ([Απολλόδωρος]) ή πάνθηρες (Υγίνος) ή έκοψε τα ίδια του τα πόδια (Σέρβιος, Σχόλια στην Αινειάδα, 3. 14). μια πολύ συγγενική μορφή είναι ο Θρακιώτης Βούτης, που κυνήγησε τις μαινάδες της Φθιώτιδας και τις έριξε στη θάλασσα, κ' έπειτα τρελάθηκε και πνίγηκε σ' ένα πηγάδι (Διόδωρος, 5. 50). μια άλλη ομάδα μύθων μιλάει για γυναίκες που τις τρέλανε ο θεός τις τρεις κόρες του Μινύα στον Ορχομενό, που σκότωσαν και καταβρόχθισαν το μικρό Ίππασο (Πλούταρχος, Αίτια Ελληνικά, 38)· τις τρεις κόρες του Προίτου, που έπεισαν τις γυναίκες του Άργους να σκοτώσουν τα παιδιά τους και να πάρουν τα βουνά ([Απολλόδωρος] 2. 2. 2, από τον Ησίοδο κτλ.)· τις κόρες του Ελευθήρος στις Ελευθερές, που η τρέλα τους ήταν η τιμωρία τους επειδή περιφρόνησαν ένα όραμα του θεού (Σουίδας, στη λέξη Μέλαν).
Αυτοί οι θρύλοι σχετίζονται οπωσδήποτε με το θηβαϊκό μύθο για την παραφροσύνη των τριών θυγατέρων του Κάδμου και για το θάνατο του Πενθέα στα χέρια τους. Πολλοί συγγραφείς (52) βρίσκουν σ' αυτούς απλώς μιαν αντανάκλαση ιστορικών γεγονότωνμία παράδοση από διαδοχικές τοπικές συγκρούσεις ανάμεσα στους φανατικούς οπαδούς της νέας θρησκείας και στους αντιπροσώπους του νόμου και της τάξης, τις κεφαλές των μεγάλων οικογενειών. Ότι συνέβαιναν τέτοιες συγκρούσεις είναι καθ' εαυτό πιθανό· ότι το μίασμα του χορού βουνά μπορεί ξαφνικά να κυριέψει τους άπιστους είναι ψυχολογικά κατανοητό και έχει, όπως είδαμε, τα αντίστοιχά του σε άλλους πνευματικούς πολιτισμούς· ότι ο θεός θα έβρισκε τους πρώτους του προσηλύτους ανάμεσα στις γυναίκες είναι φυσικό αν λογαριάσουμε πόσο στενά όρια είχε και πόσο καταπιεσμένη ήταν η ζωή που έκαναν συνήθως οι Ελληνίδες. Αλλά ενώ δε χρειάζεται να απορρίψουμε αυτή την άποψη, δε μας προσφέρει, νομίζω, από μόνη της, μια πλήρη εξήγηση των μύθων: α) Δεν ταιριάζει με την ιστορία του Λυκούργου, που εντοπίζεται στη θρακική πατρίδα του θεού. β) Δεν εξηγεί την παράξενη ακαμψία του πλαισίου που παρουσιάζει η άλλη ομάδα: πάντα οι κόρες του βασιλιά τρελαίνονται· πάντοτε είναι τρεις (αντίστοιχες με τους τρεις θιάσους των μαινάδων που υπήρχαν στη Θήβα και άλλου, στους Ιστορικούς χρόνους, πρβλ. Βάκχες, 680 σημ.)· κατά κανόνα σκοτώνουν τα παιδιά τους ή το παιδί της μιας τους, όπως ο Λυκούργος το γιο του και όπως η Πρόκνη σκότωσε τον Ίτυ στην τριετηρίδα, πάνω στο όρος Ροδόπη (Οβιδίου Μεταμορφώσεις, 6. 587 κέ.). Η ιστορία χωρίς άλλο επαναλαμβάνεται· αλλά μόνο το τυπικό των θρησκευτικών τελετών επαναλαμβάνεται ακριβώς, γ) Η αφήγηση για τις Μινυάδες συσχετίζεται από τον Πλούταρχο με μια τελετουργική καταδίωξη των “μαινάδων” από τον ιερέα του Διονύσου, που γινόταν ακόμα, τον καιρό του, στον Ορχομενό μιά καταδίωξη που μπορούσε να τελειώσει (και σε ορισμένες περιπτώσεις τελείωνε) μ' έναν τελετουργικό φόνο. Αν αποδεχτούμε τη μαρτυρία του Πλουτάρχου, είναι δύσκολο να αποφύγουμε το συμπέρασμα ότι η καταδίωξη των Αργείων μαινάδων από τον ιερέα Μελάμποδα και η καταδίωξη των “τροφών” του θεού από το Λυκούργο και το Βούτη αντανακλούν ένα παρόμοιο τυπικό. (53)
Αυτές οι σκέψεις μας οδηγούν στην ιδέα ότι ο Πενθέας ίσως να είναι μια μορφή σύνθετη από ιστορικά και θρησκευτικά στοιχεία ιστορικός αντίπαλος του θεού και συγχρόνως το τελετουργικά ταμένο θύμα του. Ο Ευριπίδης του έχει δώσει ένα χαρακτήρα που ταιριάζει με τον πρώτο ρόλο·: είναι ο συντηρητικός Έλληνας αριστοκράτης, που περιφρονεί τη νέα θρησκεία σαν βάρβαρον, τη μισεί γιατί εξαφανίζει τις σεξουαλικές και τις ταξικές διακρίσεις και τη φοβάται σαν απειλή για την κοινωνική ευταξία και για τη δημόσια ηθική. Αλλά υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά σ' αυτήν την ιστορία, καθώς την παρουσιάζει το έργο, που μοιάζουν παραδοσιακά στοιχεία προερχόμενα από το τελετουργικό τυπικό και που δεν εξηγούνται εύκολα με οποιαδήποτε άλλη υποθέση. (54) Τέτοιο είναι το σκαρφάλωμα του Πενθέα στο ιερό έλατο (στ. 1058-75 σημ.), ο ραβδισμός του με κλαδιά ελάτου και βελανιδιάς (στ. 1096-8 σημ.) και η αυταπάτη της Αγαύης ότι κρατάει το κομμένο κεφάλι μιας από τις ενσαρκώσεις του θεού σε ζώο, μοσχάρι είτε λιοντάρι, όταν καλεί το χορό να το γιορτάσει μαζί της (στ. 1184-7 σημειώσεις). Κι αν τα αποδεχτούμε αυτά σαν αντανάκλαση ενός πρωτόγονου τυπικού θυσίας, μπορούμε λογικά να συσχετίσουμε με το ίδιο τυπικό και επομένως να τα αναγνωρίσουμε σαν κατ' ουσία παραδοσιακά δυο από τα κυριότερα επεισόδια της ιστορίας, το γήτεμα του δαιμονισμένου Πενθέα και το ντύσιμο του με το τελετουργικό ένδυμα. Αν είναι να γίνει ο Πενθέας θύμα του θεού, πρέπει να γίνει και φορέας του θεού (αυτή είναι η διονυσιακή θεωρία της θυσίας): ο Διόνυσος πρέπει να μπει μέσα του και να τον τρελάνει όχι με πιοτό ή με φάρμακα ή με υπνωτισμό, όπως προτείνει με υπερβολική ευκολία ο σύγχρονος ορθολογισμός, αλλά με μια υπερφυσική κατακυρίευση της προσωπικότητας του ανθρώπου (πρβλ. εισαγωγική σημείωση στη σκηνή 3c, Βάκχες, έκδ. Οξφόρδης). Επίσης, προτού διαμελισθεί το θύμα, πρέπει να καθιερωθεί με μια τελετή χειροτονίας, όπως το μοσχάρι στην Τένεδο φορούσε τον κόθορνο του θεού, έτσι κι ο Πενθέας πρέπει να φορέσει τη μίτρα του θεού (στ. 831-3 σημ., 854-5 σημ.). Μπορούμε να πούμε με κάποια ασφάλεια ότι ούτε η σκηνή του δαιμονισμού ούτε η σκηνή του ντυσίματος είναι, στο κύριο περιεχόμενο τους, ευρήματα του ποιητή (ή κάποιου ποιητή), όπως υποστηρίχτηκε, αν και από αυτά τα παραδοσιακά στοιχεία δημιούργησε ο ποιητής κάτι μοναδικό σε ιδιοτυπία και σε δύναμη υποβολής. Το ίδιο ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου λόγου του Μαντατοφόρου (βλ. Σχόλια, Βάκχες, έκδ. Οξφόρδης).
Τα πάθη του Διονύσου, θεού που προστάτευε το δράμα, είναι πιθανώς το παλαιότερο απ' όλα τα θεατρικά θέματα. Για μας οι Βάκχες είναι μοναδικό δείγμα έργου με διονυσιακά πάθη, αλλά για το πρώτο του ακροατήριο ήταν ένας καινούριος χειρισμός θέματος γνωστού από καιρό σε γενεές Αθηναίων θεατρόφιλων. Η απόδοση ενός Πενθέα στο Θέσπι είναι πιθανώς φανταστική, άλλα εκτός από τις δύο διονυσιακές τετραλογίες του Αισχύλου, έχει ακουστεί μια τετραλογία, με θέμα το Λυκούργο, από τον Πολυφράδμονα, που παίχτηκε το 467· μια τραγωδία Βάκχαι του Ξενοκλή, από τετραλογία που πήρε το πρώτο βραβείο το 415· Βάκχαι ή Πενθεύς του Ιοφώντα, γιου του Σοφοκλή· Σεμέλη κεραυνουμένη του Σπινθάρου (τέλος 5ου αιώνα)· Βάκχαι του Κλεοφώντα (χρονολογία ακαθόριστη ). Στο Σοφοκλή δεν αποδίδονται διονυσιακές τραγωδίες, εκτός αν οι Υδροφόροι του είχαν για θέμα, όπως η Σεμέλη ή Υδροφόροι του Αισχύλου, τη γέννηση του Διονύσου (πού ξέρουμε ότι μνημονεύεται στο έργο, απόσπ. 674). Ο Διόνυσος του Χαιρήμονα (όπου φαίνεται ότι ένα από τα πρόσωπα ήταν ο Πενθέας), η Σεμέλη του Καρκίνου και η Σεμέλη του Διογένη ανήκουν στον 4ο αιώνα· ένα σωζόμενο απόσπασμα της τελευταίας, αρκετά μακρύ, μαρτυρεί το αδιάκοπο ενδιαφέρον του αθηναϊκού κοινού για τις εξωτικές οργιαστικές λατρείες. Για κανένα από αυτά τα έργα δεν ξέρουμε πολλά πράγματα πέρα από τον τίτλο η μεγάλη δημοτικότητα των Βακχών (55) στο τέλος των αρχαίων χρόνων τα έθαψε χωρίς άλλο. Ακόμα και για του Αισχύλου τα διονυσιακά έργα οι γνώσεις μας είναι αξιοθρήνητα περιορισμένες (56). Τη Λυκούργειά του την αποτελούσαν Ηδωνοί, Βασσάραι (ή Βασσαρίδες), Νεανίσκοι και το σατυρικό δράμα Λυκούργος (Σχόλια στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, 134). Όσο για τα έργα που αποτελούσαν την (υποτιθέμενη) θηβαϊκή τετραλογία του, έχουν πολύ συζητηθεί. Ο Μεδικαίος Κατάλογος μας παρουσιάζει τα εξής: Βάκχαι, Ξάντριαι, Πενθεύς, Σεμέλη ή Υδροφόροι, Τροφοί (=Διονύσου Τροφοί, υπόθεση της Μήδειας του Ευριπίδη). Έτσι περισσεύει ένα: η πιθανότερη υπόθεση είναι ίσως ότι το Βάκχαι ήταν εναλλακτικός τίτλος του Βασσάραι (57).' Η Σεμέλη πρέπει να ήταν το πρώτο έργο: είχε για θέμα τη μυστηριώδη εγκυμοσύνη της Σεμέλης και την αρχή της διονυσιακής κυριαρχίας στη Θήβα (Σχόλια στον Απολλώνιο το Ρόδιο, 1.636) και προφανώς τελείωνε με το θάνατο της και τον υποθετικό θάνατο του παιδιού της (58). Ο Χορός είναι γυναίκες που έχουν φέρει νερό για το τελετουργικό λούσιμο του νιογέννητου (59). Η Ήρα πρέπει να μπήκε στη μέση για να οδηγήσει τη Σεμέλη στην καταστροφή (πρβλ. Βάκχες, 9), όπως κάνει σε μεταγενέστερες εκδοχές της ιστορίας. Τα οξυρρυγχιανά αποσπάσματα, εν τούτοις, όπου παρουσιάζεται η Ήρα, ανήκουν, αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τον Ασκληπιάδη, (60) όχι σ' αυτό το έργο, αλλά στο Ξάντριαι. Στο κυριότερο απόσπασμα, ένας Χορός (προφανώς οι “γυναίκες που ξαίνουν μαλλί” του τίτλου) υπερασπίζει την υπόληψη της Σεμέλης εναντία στη ζήλια και στις διαβολές για την ένωση της με το Δία (πρβλ. Βάκχες, 26 κέ. ) (61). Μπαίνει τότε η Ήρα, μεταμφιεσμένη σε ιέρεια που ζητιανεύει: ο σκοπός της είναι, δίχως άλλο, να υποκινήσει την αντίθεση ενάντια στο γιο της Σεμέλης (πρβλ. Βάκχες, 98, 294)· θεωρώ ότι είναι το πρόσωπο που αναφέρεται αλλού στο έργο σαν των δε βούλευτις πόνων (απόσπ. 172). (Είναι ενδιαφέρον ότι ο Ευριπίδης απορρίπτει την υπερφυσική αυτή επέμβαση, κάνοντας την αντίθεση καθαρά ανθρώπινη και στηρίζοντας την σε πολύ ανθρώπινα κίνητρα.) Η απόκριση του Διονύσου στην πλεκτάνη της Ήρας είναι να στείλει τη Λύσσα να τρελάνει τους άπιστους (απόσπ. 169). (Παρατηρήστε ότι, ενώ ο Αισχύλος έφερνε την ίδια τη Λύσσα στη σκηνή, ο Ευριπίδης αρκείται σε έναν υπαινιγμό και περνάει παρακάτω [ στ. 977]· την είχε χρησιμοποιήσει στον Ηρακλή, αλλά εδώ δεν υπάρχει θέση για μια τόσο καθαρά συμβολική μορφή.) Στις Ξάντριες, υποψιάζομαι ότι ο Διόνυσος δεν παρουσιαζόταν αυτοπρόσωπος, αλλά ενεργούσε με το όργανό του, τη Λύσσα· ο ίδιος ο θεός έμενε κατά μέρος για το τρίτο έργο. Οι Ξάντριες ίσως να τελείωναν εκεί όπου αρχίζουν οι Βάκχες του Ευριπίδη, με την αποχώρηση των γυναικών της Θήβας στον Κιθαιρώνα, που ξέρουμε ότι αναφερόταν εκεί (62), και με την απειλή του Πενθέα να τις καταδιώξει. Το τρίτο έργο, ο Πενθεύς, θα κάλυπτε λοιπόν τον ίδιο χώρο με το έργο του Ευριπίδη, κι αυτό συμφωνεί με τη δήλωση του Αριστοφάνη του Βυζαντίου στην υπόθεση του τελευταίου αυτού έργου (63). Το εξοργιστικό είναι πώς μόνον ένας στίχος του διατηρήθηκε (απόσπ. 183), μηδ' αίματος πέμφιγα προς πέδω βάλης προτροπή που θυμίζει τις Βάκχες, 837, και που ίσως έγινε σε παρόμοιες περιστάσεις. Από το έργο Διονύσου Τροφοί ξέρουμε μόνον ότι παίρνει για θέμα, ή τουλάχιστον αναφέρει, το ξανάνιωμα των Τροφών και των συζύγων τους από τη Μήδεια (απόσπ. 50). Αυτή η ανταμοιβή των πιστών θα ταίριαζε σε σατυρικό δράμα, γιατί παρουσιάζει φανερά ευθυμογραφικές δυνατότητες.
Τα αποσπάσματα από τη Λυκούργεια του Αισχύλου μας προσφέρουν μερικούς ενδιαφέροντες παραλληλισμούς με τις Βάκχες, α) Στο έργο Ηδωνοί, όπως και σε τούτο το έργο, το Διόνυσο τον φυλάκιζαν (Σχόλια στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, 135),τον ρωτούσαν που γεννήθηκε, αγνοώντας φανερά την ταυτότητα του (απόσπ. 61, πρβλ. Βάκχες, 460 κέ.) και τον περίπαιζαν για το θηλυπρεπές παρουσιαστικό και τη φορεσιά του (απόσπ. 61 και πιθανώς 59, 60, 62, πρβλ. Βάκχες, 453-9 σημ., 831-3 σημ.). Μοιάζει σαν η πρώτη σκηνή ανάμεσα στον Πενθέα και στο Διόνυσο, στις Βάκχες, να έχει ακολουθήσει από πολύ κοντά το πρότυπο του παλαιότερου ποιητή, β) Κάπου στην τετραλογία έχουμε μια θεοφάνεια, εμφάνιση του θεού με την αληθινή του φύση, και την επίδραση της πάνω στο παλάτι του Λυκούργου, που περιγραφόταν στο στίχο ενθουσιά δη δώμα· βακχεύει στέγη (απόσπ. 58). Μπορούμε να συμπεράνουμε με κάποια βεβαιότητα ότι στα “θαύματα του παλατιού”, στις Βάκχες, ο Ευριπίδης ακολούθησε την παράδοση, αν και οι λέξεις που διατηρήθηκαν δεν είναι απαραίτητο να σημαίνουν έναν πραγματικό σεισμό. (Πρβλ. Naevius, Lucurgus, απόσπ. 20, 23 που παραθέτω πιο κάτω, σ. 55, υποσ. 66.) γ) Από δύο αποσπάσματα του έργου Βασσάραι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Αισχύλοςόπως κι ο Ευριπίδης μιλούσε για την επικίνδυνη ταυρίσια θωριά του θεού (απόσπ. 23, πρβλ. Βάκχες, 618, 920, 1017) και τον παρίστανε (αν το αστραπής είναι βέβαιο) σαν Κύριο της Αστραπής (Mette, Supplementa Aeschyli, απόσπ. 31=απόσπ. 12 Weir Smyth [Loeb] αστραπής πευκάεν σέλας πάνω στο όρος Παγγαίον, πρβλ. Βάκχες 594-5 σημ., 1082-3 σημ.).
Τρεις ακόμα εικασίες μπορούν να προστεθούν: α) Κάποιο πρόσωπο του Αισχύλου (ο Λυκούργος ή ο Πενθέας) χρησιμοποιεί τον υβριστικό όρο χαλιμίαι ή χαλιμάδες για τις βάκχες (απόσπ. 448), κι αυτό δείχνει πώς οι υπαινιγμοί για ανηθικότητα που βάζει ο Ευριπίδης στο στόμα του Πενθέα είναι παραδοσιακές κατηγορίες, β) Η φυλάκιση και η θαυματουργική απόδραση των βακχών, που περιγράφονται σύντομα στο έργο τούτο (443-8) υπάρχουν στην περίληψη της Ιστορίας του Λυκούργου από τον “Απολλόδωρο” (Βιβλιοθήκη, 3. 5. 1 Βάκχαι δε εγένοντο αιχμάλωτοι... αύθις δε αι Βάκχαι ελύθησαν εξαίφνης) και ίσως υπάρχουν και στο έργο Lucurgus (Λυκούργος) του Ναίβιου (απόσπ. 6, πρβλ. Ribberk, Romische Tragodie, 59 κέξ.) Ο “Απολλόδωρος” δεν ακολουθεί τον Ευριπίδη, γιατί βάζει το Λυκούργο να φυλακίζει και τους σατύρους. Πρέπει να υποθέσουμε ότι εκείνος και ο Ευριπίδης (και ο Ναίβιος;) αντλούν εδώ από μια κοινή πηγή, κατά πάσαν πιθανότητα τη Λυκούργεια του Αισχύλου (64). γ) Ο Ναίβιος χρησιμοποιεί επίσης την ανάκριση του αιχμάλωτου θεού (απόσπ. 11-14) και την περιγραφή της γυναικωτής φορεσιάς του (65), που ασφαλώς ανάγεται στον Αισχύλο· και την πυρπόληση του παλατιού (66), που ίσως κι αυτή ανάγεται σ' εκείνον. Επομένως μπορεί πολύ καλά να πήραν από την ίδια πηγή, αυτός και ο Ευριπίδης, τη σύγκριση των μαινάδων με πουλιά και τον απολογισμό της επιδρομής τους στα υποστατικά του κάμπου (απόσπ. 7 και 3, και Βάκχες, 748-50). Η εντύπωση που αφήνουν στο σύνολο τους τα αποσπάσματα του Λυκούργου είναι ότι ο Ναίβιος δεν δανείστηκε από τις Βάκχες, άλλα χρησιμοποίησε ένα αρχικό κείμενο πολύ όμοιο με αυτές και στον γενικό τόνο και στην πλοκή. Και πιθανότατα το αρχικό αυτό κείμενο ήταν οι Ηδωνοί του Αισχύλου (67).
Από τις ρωμαϊκές τραγωδίες που γράφτηκαν πάνω στην Ιστορία του Πενθέα, ο Pentheus του Πακούβιου βασίζεται στον Ευριπίδη, αν πιστέψουμε τον Σέρβιο (Σχόλια στην Αινειάδα, 4. 469)· αλλά και κάποια άλλη πηγή χρησιμοποιήθηκε επίσης, γιατί ο φυλακισμένος του Πενθέα ονομαζόταν Ακοίτης, όπως στον Οβίδιο, Μεταμορφώσεις, 3. 574 κέ. (όπου η αφήγηση από άλλες απόψεις διαφέρει πολύ από του Ευριπίδη). Η τραγωδία Bacchae του Ακκίου φαίνεται από τα αποσπάσματα ότι ήταν μια πολύ πιστή προσαρμογή του έργου του Ευριπίδη.
Ο θάνατος του Πενθέα στάθηκε, όπως και άλλα σχετικά με τον Διόνυσο, θέμα προσφιλέστατο στους αγγειογράφους· και από τον τρόπο με τον οποίο το πραγματεύονται, έγινε προσπάθεια να βγουν συμπεράσματα ως προς το χειρισμό του θέματος από τον Αισχύλο και τις καινοτομίες που αποδίδονται σ' αυτόν ή στον Ευριπίδη.
1. Η πρωιμότερη από τις σωζόμενες παραστάσεις της σκηνής εμφανίζεται σ' ένα ψυκτήρα που βρίσκεται στη Βοστώνη (και στο Φρειβούργο), ζωγραφισμένον γύρω στο 520 π.Χ. με τον τρόπο του Ευφρονίου (Arch. Jhb. VII [ 1892], πίν. 5, Philippart, πίν. 12, αρ. 150, Beazley, Attic Red-Figure Vase-Painters, σ'. 19.5). Tο μεγαλύτερο κομμάτι δείχνει τον Πενθέα (αναγνωρίζεται από το όνομα) να τον ξεσκίζουν δυο μαινάδες, που η μια τους ονομάζεται Γαλήνη· (69) το όνομα της άλλης λείπει. Διατυπώθηκε η εικασία ότι, στην παλαιότερη μορφή του μύθου, φόνισσες δεν ήταν η Αγαύη και οι αδερφές της, αλλά οι ακόλουθες του Διονύσου, και ότι είτε ο Αισχύλος είτε ο Ευριπίδης ήταν ο πρώτος που έκαμε φόνισσα την Αγαύη (70). Αυτό δεν είναι αδύνατο, αλλά νομίζω ότι οι παράλληλοι μύθοι των Μινυαδών και των Προιτιδών παρουσιάζονται αντίθετοι σ' αυτή την υποθέση· και η κύλιξ της Villa Giulia (βλ. παρακάτω) μας κάνει να μην παραδεχόμαστε τον Ευριπίδη για καινοτόμο.
2. Άλλα προευριπίδεια αγγεία δεν παρουσιάζουν τίποτα που να έρχεται σε αντίθεση με την αφήγηση του Ευριπίδη. Ότι το φρικαλέο παιχνίδι με τα σπαραγμένα μέλη (Βάκχες, 1133 κέ.) δεν είναι εύρημα ούτε του Ευριπίδη ούτε του Αισχύλου φαίνεται από δύο πρώιμα έργα: την κύλικα G 69 του Λούβρου (Arch. Jhb.), όπ.π., σ. 162, Philippart,, πίν. 13 α, αρ. 151), που ανήκει στην τελευταία δεκαετία του 6ου αιώνα: (71) και τη στάμνο, από το ζωγράφο του Βερολίνου, στην Οξφόρδη (Beazley, Attic Red-Figure Vase-Painters, 138. 112, Journal of Hellenic Studies, London, XXXI[1911], 282, πίν. 17), ζωγραφισμένη στην πρώτη δεκαετία του 5ου αιώνα. Ο θριαμβευτικός χορός, που τον σέρνει μια μαινάδα κρατώντας το κεφάλι του Πενθέα, παριστάνεται σε κομμάτια μιας κύλικος από τη Villa Giulia της Ρώμης (Corpus Vasorum Antiquorum, Villa Giulia, τεύχος 2, III. i.c, πίν. 37), που ζωγραφίστηκε στις αρχές του τελευταίου τετάρτου του 5ου αιώνα π.Χ. Εδώ το κεντρικό πρόσωπο στέκει ξέχωρα από τ' άλλα, και θα ήταν λογικό να το ονομάσουμε Αγαύη, αν και δεν μπορούμε να είμαστε εντελώς βέβαιοι.
3. Σύγχρονη περίπου (το νωρίτερο) με το έργο του Ευριπίδη είναι η πυξίδα της Χαϊδελβέργης (Curtius, Abb. 2-6, Philippart, αρ. 132, πίν. VII b), που δείχνει τον Πενθέα να ξεκινάει από το παλάτι του με δίχτυα και ακόντια κυνηγετικά, προφανώς για να καταδιώξει τις μαινάδες (πρβλ. το παραστατικό κυνήγι του νεβρού, Βάκχες, 868 κέ.). Ούτε εδώ ούτε αλλού στην ελληνική τέχνη υπάρχει ένδειξη ότι ο Πενθέας είναι μεταμφιεσμένος. Αυτό ίσως οφείλεται απλώς στη δυσκολία να γίνει ένας μεταμφιεσμένος Πενθέας εύκολα αναγνωρίσιμος (Huddilston, Greek Tragedy in the Light of Vase-paintings, 16). Και οπωσδήποτε είναι απερισκεψία να συμπεράνουμε, όπως κάνουν μερικοί, ότι ο Ευριπίδης εφεύρε τη μεταμφίεση (πρβλ. παραπάνω, σ. 26): πολλές από τις εκδοχές για το τέλος του Πενθέα θα κυκλοφορούσαν ήδη προτού γράψει εκείνος.
4. μια ιταλιωτική κάλπις (Μόναχο 3267, Sandys, αρ. 1, Curtius, Abb. 14, Philippart, αρ. 137, πίν. VIIa), περίπου σύγχρονη με την πρώτη παράσταση των Βακχών, δείχνει έναν οπλισμένο Πενθέα που τον ανακαλύπτουν κρυμμένο ανάμεσα σε δυο δέντρα· και μια σειρά από άλλα αγγεία, με ίδια χρονολογία και προέλευση (72), τον δείχνουν σε ένοπλη σύγκρουση με τις μαινάδες. Αυτή η αντίληψη θεωρήθηκε ότι ανάγεται στον Αισχύλο (73), με βάση τις Ευμενίδες, 25 κέ. Βάκχαις εστρατήγησεν θεός,/ λαγώ δίκην Πενθεί καταρράψας μόρον, που θεωρείται ότι σημαίνει πώς ο Διόνυσος οδήγησε τις γυναίκες του σε κανονική μάχη με τον Πενθέα και τον κατατρόπωσε (πρβλ. Βάκχες, 52, 798 κέ., που θα μπορούσαν να αναφέρονται σ' αυτή την εκδοχή). Ο συνδυασμός θα ήταν πιο πειστικός, αν τα λόγια του Αισχύλου ήταν πιο ρητά, και αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε την καλλιτεχνική παράδοση ως μια χρονολογία πιο κοντινή στον καιρό του Αισχύλου.
Θεωρίες αυτού του τύπου είναι κατ' ανάγκην παράτολμες. Αυτό που βγαίνει, εν τούτοις, από τη μελέτη των αγγειογραφιών του 5ου αιώνα με διονυσιακά θέματα είναι ότι μερικοί τουλάχιστον από τους αγγειογράφους είχαν δει γυναίκες σε θρησκευτική έκσταση (ίσως στα Λήναια) (74). Κι αυτό που έβλεπαν εκείνοι, μπορούσε να το δει και ο Ευριπίδης, χωρίς να πάει στη Μακεδονία γι' αυτό το σκοπό. Αλλά η αντίληψη των αγγειογράφων για τις μαινάδες άλλαζε, όσο προχωρούσε ο 5ος αιώνας. Αυτές που ζωγράφισαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες της εποχής των περσικών πολέμων (75) πετάνε φλόγες. Στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα δημιουργούνται ακόμα αρχοντικές μαινάδες, π.χ. στα ανάγλυφα που αντικαθρεφτίζονται σ' έναν ελληνικό χάλκινο κρατήρα (76) και σε νεοαττικά μαρμάρινα αντίγραφα (77), ή στη ληναϊκή στάμνο που βρίσκεται στη Νεάπολη (78). Εδώ δε λείπει η σεμνότης, αλλά το ένστικτο του ζώου και η άγρια έκσταση της παλαιότερης εποχής έχουν καταλαγιάσει το αχάλινον και το βάρος έχουν αντικατασταθεί από ένα ιδανικό ημερωμένης μελωδικής ομορφιάς. Οι παλαιότερες εικόνες είναι που δείχνουν καλύτερα το πνεύμα του ευριπίδειου έργου.
Ως τώρα ασχοληθήκαμε μόνο με το περιεχόμενο των Βακχών. Όταν εξετάζουμε τη μορφή τους, μας κάνει αμέσως εντύπωση η αρχαϊκή όψη που παρουσιάζει αυτό το έργο, από τα τελευταία του Ευριπίδη. Δεν είναι άλλωστε το μοναδικό: μια κάποια αρχαΐζουσα τάση εμφανίζεται εδώ κ' εκεί, σε όλο το έργο του της τελευταίας περιόδου (79). Αλλά στις Βάκχες ο αρχαϊσμός πάει πιο μακριά απ' όλα τ' άλλα έργα του· ο Murray μάλιστα τις ονομάζει “το κατ' εξοχήν αρχέτυπο ελληνικό έργο που γνωρίζουμε” (80).
Ως ένα σημείο, αυτό υπαγορεύεται από την υπόθεση. Εδώ επιτέλους είχε ο Ευριπίδης ένα Χορό, που η παρουσία του δε χρειαζόταν δικαιολογίες και που η προσωπική του τύχη ήταν στενά δεμένη με τη δράση· μπορεί έτσι να συναγωνίζεται κι αυτός με τον τρόπο που επιδοκιμάζει ο Αριστοτέλης (Ποιητική, 1456a25) και σε μια έκταση ασυνήθιστη και στον Ευριπίδη και στα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή. Επομένως δεν ήταν ανάγκη να συντμηθεί ο ρόλος του ή να αντικατασταθούν μερικά από τα τραγούδια του με μονωδίες (81) του ηθοποιού. Επιπλέον, η παρουσίαση ενός έργου με θαύματα, εκτός αν ο παραγωγός έχει τα σημερινά τεχνικά μέσα, επιβάλλει εκτεταμένη χρήση της αφήγησης. Ο ποιητής έχει βάλει ένα ψυχολογικό θαύμα στο κέντρο της σκηνικής δράσης (82) · αλλά τα φυσικά θαύματα πρέπει να εξιστορηθούν. Έτσι οι Βάκχες επιστρέφουν στο πιο παλιό δραματικό πρότυπο: όχι μόνον υπάρχουν δυο τυπικοί μονόλογοι Μαντατοφόρων, ο καθένας πάνω από εκατό στίχους, αλλά έχουμε ακόμα τις αφηγήσεις του Ακολούθου (στ. 434-50) και του Ξένου (στ. 616-37) και τα τέσσερα αυτά περιγράφουν θαυματουργά περιστατικά που δε θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στη σκηνή.
Αλλά έχει σημασία ότι και στο λόγο και στο ύφος, το έργο ξαναγυρίζει σε παλαιότερη τεχνοτροπία. Τελευταία ένας ερευνητής από την Κεντρική Ευρώπη βρήκε περισσότερους αρχαϊκούς τύπους στις Βάκχες παρά σε οποιοδήποτε άλλο έργο του Ευριπίδη, και λιγότερους τύπους της καθημερινής γλώσσας ή του πεζού λόγου παρά σε οτιδήποτε είχε γράψει μετά τις Τρωάδες (83). Υπάρχει, αλήθεια, μια ασυνήθιστη αναλογία από “νέες” λέξεις, δηλαδή λέξεις που δε βρίσκονται σε κανένα προγενέστερο συγγραφέα (84). Λίγες όμως από αυτές φαίνονται παρμένες από την καθημερινή κουβέντα: μερικές ανήκουν στη γλώσσα της διονυσιακής θρησκείας, όπως θιασώτης ή καταβακχιούσθαι· άλλες είναι εκλεπτυσμοί του ποιητικού λόγου, όπως χρυσορόης ή σκιαρόκομος. Υπάρχει σημαντικό αισχύλειο στοιχείο στο λεξιλόγιο (85) και παρατηρήθηκαν μερικοί ασύνειδοι αντίλαλοι από αισχύλειες φράσεις (86) (ίσως θα βρίσκαμε περισσότερους, αν σώζονταν τα διονυσιακά έργα του Αισχύλου). Το αυστηρό μισολειτουργικό ύφος που κυριαρχεί στα χορικά θυμίζει συχνά τον Αισχύλο· ελάχιστα συναντούμε τη μπαρόκ εκζήτηση και την ενασχόληση με το διακοσμητικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τα περισσότερα από τα μεταγενέστερα λυρικά μέρη του Ευριπίδη. Συνταιριασμένη μ' αυτόν τον τόνο είναι η εκλογή των ρυθμών, που συνδέονται με πραγματικούς λατρευτικούς ύμνους (Σχόλια στις Βάκχες, έκδ. Οξφόρδης, σ. 183), και κυρίως η εκτεταμένη χρήση των ιονικών ποδών (αυτ. σ. 72). Το ίδιο και η εισαγωγή των επωδών (στ. 876 κέ., 991 κέ.), που ανήκουν στην παράδοση του θρησκευτικού ύμνου· αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αισχύλος τις χρησιμοποιεί συχνά, ο Σοφοκλής καθόλου, ο Ευριπίδης, αλλού, μόνο στον ύμνο του Ίωνα προς τον Απόλλωνα και στο τραγούδι της Ηλέκτρας που κουβαλάει νερό. Οι ιαμβικοί τρίμετροι φανερώνουν τη χρονολογία του έργου με την υψηλή αναλογία των αναλυμένων ποδών (ένας κάθε 2-3 τριμέτρους, συχνότητα που ξεπεράστηκε μόνο στον Oρέστη)· αλλά ο διάλογος έχει ωστόσο κάποια αρχαϊκή ακαμψία, αν τον συγκρίνουμε, π. χ., με τη σύγχρονη του Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Χαρακτηριστική, γενικά, είναι η σπανιότητα, στο διάλογο, της αvτιλαβής (μοίρασμα ενός στίχου σε δυο ομιλητές). Σε άλλα έργα των τελευταίων χρόνων του Ευριπίδη αυτό είναι συνηθισμένο του (87) επινόημα για να υποβάλει το κοφτό πάρε-δώσε της ζωηρής συζήτησης, ιδίως στις τροχαϊκές σκηνές· στις Βάκχες, οι ιαμβικοί τρίμετροι μ