ΘΕΟΣ ΑΔΗΣ ή ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ, ΤΑΦΗ & ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ & ΡΩΜΗ

 Ενότητα προορισμένη να φανερώσει για πολλοστή φορά την τεχνητή ένταση μεταξύ Χριστιανισμού [Ορθοδοξίας] και του σύγχρονου Ελληνικού Εθνισμού, που δημιουργείται από περίεργους κύκλους των τελευταίων, οι οποίοι φαίνεται ως να μην γνωρίζουν, εσκεμμένα ή όχι, πλήρως την ιστορία και την θρησκεία της αρχαίας μας πατρίδας και που απώτερο στόχο σκοπό έχουν όχι τόσο, όπως νομίζει κανείς, την ανάδειξη της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας αυτής καθ’ εαυτής ή την εν σημερινών ημερών εφαρμογή της, αλλά την υπογράμμιση όλων εκείνων μονάχα των στοιχείων που έρχονται σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Παράδοση λ.χ. καύση νεκρών αντί για ενταφιασμό, ώστε η αρχαία Ελλάδα να φαντάζει πλήρως ανεξάρτητη ως προς τις συνήθεις και τα θρησκευτικά έθιμα με την σημερινή. Επίσης πολύ χρήσιμη ενότητα για τις δοξασίες των προγόνων μας περί της μεταθανάτιας ζωής των καθώς και για την απαλοιφή των νέο-Εθνικών κατηγοριών για την «χριστιανική κόλαση» του Δάντη και των τριγμό των οδόντων των Ευαγγελίων.

 

 

 

Ο Θάνατος και ο Ύπνος με τον Ερμή μεταφέρουν νεκρή γυναίκα στον Άδη [επί αττικού αγγείου] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 8, σελίδα 817)

 

Είναι απολύτως λάθος οι εξηγήσεις τω νεοΕθνικών περί του θεού Πλούτωνα - Άδη. Ο θεός Πλούτωνας - Άδης δεν είναι ο θάνατος. Αυτή η άποψη είναι «Χριστιανίζουσα». Ο θάνατος είναι δαίμονας στην αρχαία «Ελληνική» θρησκεία και ο Άδης θεός.

 

Επίσης η ταρίχευση στις παγανιστικές θρησκείες, πέρα του ότι είναι μια τεχνητή μουμιοποίηση, έχει καθαρά δική της θεολογική αιτιολόγηση η οποία ανάγεται στην φόβο της εξόδου της ψυχής από το σώμα (βλ. ανιμισμός) και την απειλή αυτής προς τους γύρω της από την μετά τον θάνατο ελευθερία της. ’λλωστε κατά αυτόν τον τρόπο αιτιολογείται και η καύση των νεκρών, όπου το σώμα με την ψυχή καίγονται για να αφανιστεί η τελευταία ως απειλή για τους γύρω. Καύση νεκρών που σήμερα οι νεοπαγανιστές ηγήτορες  προωθούν  στο πανελλήνιο μη αποσαφηνίζοντας τα θεολογικά αυτά πρώτα αίτια στο ευρύ κοινό, επειδή πέμπουν σε νοοτροπίες που ίσως ακόμη και οι πιστοί τους θα αδυνατούσαν να αποδεχτούν. Ακόμη και η «περιβόητη» μετεμψύχωση ανάγεται στην ανάγκη να «δεσμευτεί» η ψυχή του τεθνεώτος σε  κάποιο άλλο σώμα, και μιας και ο νεκρός δεν έχει πλέον τέτοιο εφόσον σαπίζει, αναζητείται άλλος «φορέας» της κάποιο ζώο, πέτρα ή δένδρο προς «ησυχασμό» των έτι ζώντων πιστών του ανιμισμού, της πηγής του πανθεϊσμού, από τις απειλές που εν δυνάμει μπορεί να φέρει αυτή εις τις πολύτιμες ζωές τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

1.

 

Ο ΘΕΟΣ ΑΔΗΣ ή ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ

 

Μύθοι

Λατρεία Άδη στους Έλληνες

Λατρεία Άδη στους Ρωμαίους

Άδης και Τέχνη

Μεταθανάτιος διαμονή στον Άδη

Ο Άδης των άλλων λαών 

Ο Άδης και ο Χριστιανισμός 

 

 

 

 

2.

 

ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ, ΑΙΑΚΟΣ & ΜΙΝΩΣ

 

Ραδάμανθυς

Μίνως

Αιακός

 

 

 

 

3.

 

ΤΑΝΤΑΛΟΣ, ΣΙΣΥΦΟΣ & ΤΙΤΥΟΣ

 

Τάνταλος

 Σίσυφος

Τιτυός

 

 

4.

 

ΤΑ ΠΛΟΥΤΩΝΕΙΑ ή ΧΑΡΩΝΕΙΑ

 

 

 

5.

 

Ο ΧΑΡΩΝ

 

Βιβλιογραφία: Χάρων

 

 

6.

 

ΗΛΥΣΙΑ ΠΕΔΙΑ

 

 

7.

 

ΤΑΡΤΑΡΟΣ

 

 

8.

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΜΟΝΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 

 

 

 

 

9.

 

 

ΤΑΦΗ & ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ & ΡΩΜΗ

 

Η εξέλιξη των τάφων και των ταφικών μνημείων στην Ελλάδα

Ταφικά Έθιμα

Η εξέλιξη των ταφών και των ταφικών εθίμων στη Ρώμη

Ταφικά έθιμα στη Ρώμη

Βιβλιογραφία: Ταφικών Εθίμων

 

 

10.

 

Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΚΟΠΙΑ

 

11.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

(Κίμων Ελευθερίου, Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 282, σελ. 18889)

(Ηράκλειτος, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος)

 

 

12.

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

 

13.

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

 

 

 

Ο ΘΕΟΣ ΑΔΗΣ ή ΠΛΟΥΤΩΝΑΣ

 

Μύθοι

Ο Άδης είναι ο μονάρχης του κάτω κόσμου και θεός των αποθανόντων κατά τους αρχαίους Έλληνες. Καλούνταν και Αΐδης, Αϊδωνεύς, Άις, δωριστί δε Αΐδας. Ήταν υιός του Κρόνου και της Ρέας και Ισοβάθμιος των αδελφών του Διός και Ποσειδώνα, ενώ διαμοιράστηκε με αυτούς την κυριαρχία του σύμπαντος. Η λέξη είναι σύνθετη από το στερητικό α και την ρίζα Fιδ-, ά-ίδης = ο μη φαινόμενος, ο αόρατος. Απίθανη φαίνεται ή κατά τον Πλάτωνα ετυμολογία: Λέει στην «Πολιτεία» του ότι η ψυχή στον άλλον κόσμο κατανοεί το θείο και ως εκ τούτου η λέξη προέρχεται από το ειδέναι = γνωρίζει, κατανοεί.

 

Ο Άδης (Villa Borghese, Ρώμη) (Πηγή Φώτο: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελίδα 590)

 

Ο πρωτόγονος όμως άνθρωπος, ο ελάχιστα γνωρίζων περί της ψυχής και των λειτουργιών της και ολίγο καιρό διαθέτοντας για την εξέτασή τους, ονόμασε Άδη τον σκοτεινό και μυστηριώδη εκείνον θεό ο οποίος αρπάζει τους αγαπητούς του και τον οποίον ουδείς εκ των ζώντων είδε ποτέ, εκτός ολίγων εξαιρέσεων. Μετά την τιτανομαχία, στην οποίαν έλαβε μέρος φέροντας επί της κεφαλής την «κυνήν» (περικεφαλαία από δέρμα κυνός, ή οποία τον καθίστα αόρατο), ο Άδης απεσύρθη στα βασίλεια του και εκεί καθήμενος επί χρυσού θρόνου υποδέχεται τους νεκρούς και αποφασίζει την τύχη τους, δικάζοντας αυτούς μετά του Αιακού, του Μίνωα και του Ραδάμανθυ. Για μερικό χρόνο ήταν ο μόνος άρχοντας αλλά ήλθε όμως εποχή κατά την οποία τα ερέβη του κράτους του, του φάνηκαν ζοφερότερα και η μονοτονία της ζωής του απεχθεστέρα. Ο βασιλεύς λοιπόν του σκότους ζήτησε γυναίκα να συμμεριστεί τον θρόνο του και να ελάττωση την πλήξη του. Ποια όμως θα κατέρχονταν εκουσίως, έστω και ως βασίλισσα, υπό την γη; Ο Άδης το γνώριζε, και για τούτο απεφάσισε να αρπάξει την Κόρη, την νεαρά και περικαλλή θυγατέρα της θεάς Δήμητρας.

Κάποια μέρα της ανοίξεως, η Κόρη με την φίλη της Ωκεανίδα συνέλεγε άνθη σε μίαν κοιλάδα της Σικελίας. Η Κόρη απομακρύνθηκε των συντρόφων της και είδε κάτι περίεργό: μπρος από τα πόδια της η γη σχίσθηκε λίγο και ένα φυτό βλάστησε και αναπτύχθηκε τάχιστα σε ωραιότατο νάρκισσο. Έσπευσε ή νέα να τον δρέψει άλλα μόλις τα δάκτυλα της άγγιξαν το άνθος, η γη άνοιξε και παρουσιάσθηκε ο Άδης επί άρματος συρομένου υπό τεσσάρων, μελανών όπως η νύκτα, κελήτων. Άρπαξε την Κόρη και έστρεψε τις κεφαλές των ίππων προς τα βασίλεια του. Πριν όμως κλείσει η γη πίσω τους, η νέα άφησε διαπεραστική κραυγή καλώντας σε βοήθεια τους επί της γης. Κανείς εκτός του Ηλίου δεν υπήρξε μάρτυρας της αρπαγής, η φωνή όμως της νέας έφτασε στον Όλυμπο όπου κάθονταν μετά των άλλων θεών η Δήμητρα, η θεά της ευφορίας. Έσπευσε αλλόφρων η μήτηρ σε αναζήτηση της θυγατέρας της και μετά πολλές προσπάθειας και παρακλήσεις στον Δία κατόρθωσε να τον καταπείσει να της αποδώσει την θυγατέρα της, διότι, κατά τον Ήλιο, ο οποίος και κατέδειξε αυτής τον άρπαγα, η απαγωγή είχε γίνει με επινεύσει του πατρός των θεών. Ο Ζευς συγκινήθηκε από τα δάκρυα της θεάς και της υποσχέθηκε ότι θα της αποδοθεί η θυγατέρα της αν κατά την διαμονή της υπό της γης δεν είχε φάγει κάτι. Η Κόρη ανήλθε στην μητέρα της άλλά είχε φάγει ολίγους κόκκους ροιάς (το σύμβολο του γάμου) και για το ότι υποχρεώθηκε να μείνει ένα τέταρτο έκαστου έτους παρά τον σύζυγό της, ως βασίλισσα του σκότους, με το όνομα Περσεφόνη. Με τον γάμο του ο Άδης δεν απέκτησε τέκνα. Εκείνος που περιείχε εν αυτώ την ιδέα του θανάτου δεν ήταν δυνατό να δημιουργήσει ζωή.

Ο Σέρβιος ο σχολιαστής του Βιργιλίου λέει ως θυγατέρες του τις Ερινύες, αλλά αυτό πλάστηκε σε μεταγενέστερους χρόνους, όταν ο Άδης είχε χάσει την αυστηρή του αρχική σημασία και ήταν μόνο θεός τιμωρός των πεθαμένων. Καθισμένος πάνω στον χρυσό του θρόνο περιστοιχίζονταν από τους ακόλουθούς του και τους βοηθούς του. Εκεί ήταν και οι Ερινύες, θεότητες των τύψεων του συνειδότος, που έσειαν τα μαστίγιά τους από σκορπιό. Εκεί ήταν και η Άτη, η θεά της βλάβης, η Νέμεση η εκδικήτρια των αδικουμένων, οι Μοίρες, οι Κήρες. Η μυθολογία δεν ασχολήθηκε δια μακρόν με τον Άδη. Ο Ησίοδος (Ασπίς. Ηρ.) λέει μερικά περί αυτού. Στον Ομηρικό ύμνο προς την Δήμητρα περιγράφεται η αρπαγή της Περσεφόνης. Υπάρχει δε και μύθος περί πληγής την οποία έλαβε παρά του Ηρακλέους, και της υπό του Παιήονα στην θεραπεία στον Όλυμπο.

 

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη. Τοιχογραφία από το Μακεδονικό Τάφο της Βεργίνας. (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 7, άρθρο «Οι τρεις μεγάλοι κατακλυσμοί της Ελληνικής Προϊστορίας», Αναστάσιος Δ. Στάμου, σελίδα 4)

 

Μνεία της Περσεφόνης μικρή γίνεται, και ταύτης ως χθόνιας θεάς, συζύγου του Άδη. Περί δε της αρπαγής της δεν αναφέρεται τίποτε. Καλείται «ἐπαινή Περσεφόνεια» ( Ίλ. Ι, 456, 569), δηλ. η φοβερή, η δεινή (κατ' άλλους επαινετή, κατ' ευφημισμόν). Η δευτέρα θεωρία λοιπόν (ότι ο Άδης λατρεύτηκε το πρώτον ως ο άναξ ενέρων) είναι η πιθανότερη. Οι περιστοιχίζονται αυτόν μορφές είναι προσωποποιήσεις αυτού του Άδη στις διάφορες εκφάνσεις του. Δια τούτο δεν υπάρχουν μύθοι δι' αυτόν τον Άδη, διότι οι ενέργειές του ευρίσκονται στους μύθους των ακολούθων του. Οι Ερινύες ήσαν γνωστοί και στην εποχή της Ιλιάδας. Είναι θυγατέρες της Νυκτός ή του Ουρανού εκ του αίματος του που έπεσε επί της Γης όταν ακρωτηριάστηκε από τον υιό του Κρόνο, είναι δε αποσπασμένες στην υπηρεσία των καταχθόνιων βασιλέων. Το έργο τους ήταν το να επαναφέρουν τους παρεκτρεπόμενους από τους νόμους της φύσεως στην κανονική οδό. Έτσι όταν ο ίππος του Αχιλλέα Ξάνθος, έλαβε το χάρισμα της φωνής από την Ήρα, προφήτεψε στον κύριό του τον προσεχή θάνατο του, έσπευσαν οι Ερινύες, μόλις έπαυσε να ομιλεί, να του αφαιρέσουν την φωνή διότι είχε συμβεί παρά τον κανόνα (Ίλ. Υ, 404-418). Είναι δε και θεότητες προστάτιδες των θεσμών της οικογενείας και εκδικήτριες του φόνου. Οι δύο δε ιδιότητες τους παρουσιάζονται ενωμένες στην περί της γεννήσεως τους παράδοση, κατά την οποία οι Ερινύες γεννήθηκαν εκ σταγόνων αίματος του Ουρανού. Αυτές δε επικαλούνται οι αδικούμενοι ως εκδικήτριες (Ίλ. 464) ή επικαλούνταν τον «Ἀΐδην καί ἐπαινήν Περσεφόνειαν», οι οποίοι έπεμπαν «την ἡεροφοῖτιν ἐρινύν» (Ίλ. 669, 671).

Ο Άδης είχε πολλά ονόματα απονεμόμενα σ’ αυτόν ανάλογα με τις διάφορες ενέργειες. Αυτός λέγονταν Μέλας, Κρατερός, Πελώριος, Πελώριος, Στυγερός, Αμείλιχτος, Ίφθιμος, Αδάμας, Αδάμαντος, Άδμητος, Αγησίλαος (άγων τους λαούς), Πολυδεύγμων (πολλούς δεχόμενος), Πολυδέκτης, Ζαγρεύς (ο συλλαμβάνων), Πυλάρτης (φύλακας των Πυλών του Άδη), Παγκοίτης, Κλύμενος, Εύβουλος, Πλουτεύς, Πλούτων. Τα τελευταία αυτά επίθετα αποδόθηκαν για την έκφανση του ως θεού της εφορίας και των θησαυρών της Γης.

 

Το μαρτύριο του Ιξίων [καταδικάστηκε από το δικαστήριο του Άδη διότι προσπάθησε να βιάσει την Ήρα]. Κατά την μυθολογία, ο Ζευς για να τιμωρήσει τον Ιξίων, επειδή πόθησε την Ήρα, τον παρέδωσε στον Τάρταρο, ο οποίος τον πρόσδεσε σε τροχό περιστρεφόμενο αενάως υπεράνω φλογών. (Πηγή Φώτο: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελίδα 591)

 

 Οι Ερινύες ήσαν επιφορτισμένες να εκτελούν τις τιμωρίες που επέβαλλε ο Άδης και το τριμερές δικαστήριό του. Οι Μοίρες θυγατέρες της Νυκτός (Ησίοδος Θεογονία 217) ή του Δία και της Θέμιδος (στ. 904) ήσαν επίσης σε μερικές εποχές θεραπαινίδες του Άδη. Οι Κήρες είναι κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικές του ζοφερού Άδη. Είναι παρθένες με ενδύματα αιμοσταγή, με δόντια και νύχια άγριου θηρίου, με οφθαλμούς που λάμπουν από την δίψα του αίματος. Ορμώντας στα πεδία των μαχών κατασπαράζουν και πίνουν το αίμα τους (Ησίοδος. Ασπίς Ηρακλέους 249 - 258). Είναι οι θεότητες του θανάτου, οι οποίες ξαποστέλνουν ψυχές στον Άδη, με αυτές δε ταυτίζεται και η Μοίρα υπό την μορφής της τεμνούσης το νήμα της ζωής των ανθρώπων. Και οι Κήρες ήσαν θυγατέρες της Νυκτός (θεογονία. 211). Ο θάνατος, αδελφός των, και η Νέμεσις είναι άλλοι ακόλουθοι του Άδη. Η τελευταία, αυτή, η προσωποποίηση των τύψεων του συνειδότος, είναι και τιμωρός πάσης αλαζονείας και ασεβείας των θνητών. Είναι ο φθόνος των αθανάτων προς τους αναπτυσσόμενους θνητούς, η τιμωρός των επί της γης διαπραχθέντων εγκλημάτων αλαζονείας, ανηθικότητας, αναίδειας.

Πολλοί ταυτίζουν τον Άδη (μεταξύ των οποίων και ο Amaury) με την βεδική θεότητα Aditi ή Aditya. Εκτός όμως της ηχητικής ομοιότητας των ονομάτων οι δύο θεότητες δεν φαίνονται να παρουσιάζουν άλλο κοινό γνώρισμα. Ο ορισμός της Aditi κατά κάποιο βεδικό ποιητή είναι: «Αδίτι είναι ο ουρανός, Αδίτι είναι ο αήρ. Άδίτι είναι πατήρ, μήτηρ, υίοί· πάντες οι θεοί είναι Αδίτι και οι πέντε φυλές. Αδίτι είναι το γεγενημένο. Αδίτι είναι το μέλλον να γεννηθεί». Από τον ορισμό αυτό καταφαίνεται το χάσμα το οποίο πρέπει να γεφυρωθεί προς ταύτιση αυτών των δύο θεοτήτων.

 

 

Λατρεία

Ο Άδης λατρεύονταν στην αρχαιότητα από δύο διάφορες μορφές. Ως θεός του υποχθόνιου κόσμου, του θανάτου, των νεκρών, και ως θεός της γης, και των κρυμμένων θησαυρών της, σχετιζόμενος με την Δήμητρα και την λατρεία της. Ως θεός της φύσεως λατρεύονταν στην Ελλάδα από τούς αρχαιότατους χρόνους. Συγκεκριμένα ο Παυσανίας αναφέρει ότι οι Ερμιονείς στις θρησκευτικές τους τελετές έδιναν σύζυγο στον Κλύμενο ή Κλυμένη την Χθονία. Κλυμένης όμως ήταν επώνυμο του Άδη (ο ένδοξος), Χθονία δε (γήινη) καλούνταν αυτή η Δήμητρα. Επίσης κατά τον Στράβωνα, στην Τριφυλία της Ήλιδος η λατρεία του Άδη ήταν στενά συνδεδεμένη με την λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Ποία από τις δύο τούτες μορφές ενεφανίσθη πρώτη στην θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων; Οι γνώμες διίστανται. Τινές θέλουν την θεότητα της φύσεως στην εποχή της πρωτογόνου θρησκείας. Ο απολίτιστος άνθρωπος έβλεπε να εξέρχονται από τους κόλπους της γης όλοι οι θησαυροί του: σιτάρι, καρποί, δένδρα, φυτά. Κατ΄ ορισμένες όμως εποχές η φύση φαίνονταν νεκρή. Υπέθεσαν ότι κάτω από την γη ζούσε κάποια θεότητα η οποία διοικούσε τα της βλαστήσεως, όπως και επί της γης η Δήμητρα. Ένωσαν λοιπόν την λατρεία των δύο τούτων. Εν τούτοις άλλοι σοφοί δεν διαβλέπουν την θεότητα αυτή εις το αρχαιότατο σωζόμενο ποίημα, την Ιλιάδα του Όμηρου. Εκεί ο θεός είναι ο τρομερός και αποτρόπαιος Άδης, ο θεός των νεκρών. (Ιλ. 0, 188, 191). Είναι ο καταχθόνιος Ζευς (Ίλ. Ι 467), ο βασιλεύς του υπογείου κόσμου (Ιλ. Υ 61).

 Η λατρεία του Άδη διέφερε της των άλλων των ουρανίων θεών. Θυσιάζονταν σε αυτόν μέλανα ζώα, (μέλανες ταύροι, κριοί, κτλ.) μόνον κατά την νύκτα ή σε σκοτεινό χώρο. Τα σχοινιά με τα οποία τα θύματα ήσαν δεμένα ήταν πάντοτε μαύρα. Η θυσία γίνονταν με μαχαίρια με λαβή από έβενο, ανοίγονταν δε η κοιλιά του θύματος. Η κεφαλή του θύματος έπρεπε να είναι πάντοτε στραμμένη προς την γη. Το θύμα καίγονταν ολόκληρο. Ιερό δένδρο του Άδη ήταν το κυπαρίσσι δια το άκαμπτο της εμφανίσεως και το σκοτεινό χρώμα της. Φυτό του ήταν το πολύτριχο και άνθος του ο νάρκισσος. Λατρεύονταν ιδιαιτέρως στην Νύση, στον Οπούντα, στην Τροιζήνα και στην Ήλιδα. Στην τελευταία χώρα υπήρχε ναός του, οι πύλες του οποίου ανοίγονταν μία φορά κατ’ έτος και μόνο και μόνο στους Ιερείς επιτρέπονταν η είσοδος.

 

 

Λατρεία στους Ρωμαίους

Η λατρεία του Άδη στους Ρωμαίους ήταν παραπλήσια της ελληνικής. Ο υποχθόνιος θεός τούτων ήταν ο Dis ή ο Όρκος. Ημέρα εορτασμού του ήταν η δωδέκατη των καλάνδων του Ιουλίου (20 Ιουνίου) και μόνο ο ναός του ήταν ανοιχτός. Ο αριθμός των θυσιασμένων ζώων ήταν πάντοτε άρτιος, ενώ ο των άλλων θεών ήταν πάντοτε περιττός, (deus impare numero gaudet). Τα θύματα καίγονταν ολόκληρα εντός βαθύτατης σιγής, και θεωρούνταν ιεροσυλία να διακόψει κάποιος. Επίσης στον Άδη αφιερώνονταν οι κατάδικοι πριν θυσιαστούν. Στην Αίγυπτο ο Άδης ήταν μια από τις μορφές του Σάραπη.

 

Ο Ηρακλής φέρων τον τρικέφαλο Κέρβερο στον έντρομο Ευρυσθέα. Παράσταση σε υδρία του 530-525 π.Χ. (Πηγή Φώτο: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελίδα 590)

 

Άδης και Τέχνη

Ο Άδης συνήθως παρίσταται καθήμενος, θρόνου και έχοντας παρά τους πόδας του τον Κέρβερο. Φέρει μακριά κόμη, σπανίως δε είναι αγένειος. Το εξωτερικό του σκυθρωπό και σκοτεινό εμπνέει τρόμο και σεβασμό. Στην δεξιά του φέρει σκήπτρο ή κλείδα, σύμβολο του φύλακα των πυλών του Άδη. Σπανιότατο μετάλλιο του Αδριανού φέρει παράσταση του Άδη με τρίαινα και αετό και παρά τους πόδες του Κέρβερο. Είναι η τριάς θεότητα διότι ο αετός είναι σύμβολο του Δία, η τρίαινα του Ποσειδώνα και ο Κέρβερος τρικέφαλος ή μονοκέφαλος, του Άδη. Ο Άδης είχε πολλά αγάλματα στα περίχωρα των Μυκηνών.

Ο Επιμενίδης είχε ιδρύσει άγαλμά του στο ιερό των Ερινύων στην Αθήνα, στην Κορωνεία δε του Ελικώνα δίπλα από το άγαλμα της Αθηνάς υπήρχε άλλο του Άδη. Το 1812 βρέθηκε μαρμάρινο άγαλμα του Άδη εντός των ερειπίων των θερμών του θερμών του Τίτου (μουσείο του Καπιτωλείου). Άλλο βρέθηκε στην Pouzzoles εντός των ερειπίων του ναού του Σέραπη, (μουσείο της Νάπολης). Η τέχνη δεν ασχολήθηκε πολύ με το πρόσωπο του Άδη. Ίσως γιατί η περικεφαλαία του, η Κυνή, η οποία τον καθιστούσε αόρατο ήταν και δηλωτικό της άγνοιας της εξωτερικής του εμφάνισης. Εξ’ άλλου και το πένθιμο και το σκυθρωπό του θέματος δεν θα προκαλούσε μεγάλη ευχαρίστηση. Όπως λέχθηκε και ανώτερα, οι διάφορες ενέργειες του κατ’ εξοχήν μυστηριώδη αυτού θεού προσωποποιούνταν με τις Ερινύες, Κήρες κ.λ.π., οι δε καλλιτέχνες ασχολούνταν με τις μορφές αυτές περισσότερο παρά με το ακαθόριστο, ή με το μάλλον πολύ γενικό πρόσωπο του Άδη.

 

Ο Θησέας και ο Πειρίνθος στον Άδη. [Ο Θησέας και Πειρίνθος κατέβηκαν στον Άδη για να φέρουν την Περσεφόνη, αλλά δέθηκαν από τον Άδη και ο μεν Θησέας κατάφερε να το σκάσει ενώ ο Πειρίνθος όχι](Πηγή Φώτο: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελίδα 591)

  

 

Ο ΑΔΗΣ. ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗ

Εκ του βασιλέως ονομάστηκε βασίλειο. Άδης κλήθηκε και το βασίλειο του Άδη, το μέρος όπου μετέβαιναν οι άνθρωποι μετά θάνατον. Κατά την Ιλιάδα ο Άδης ήταν κάτω από την γη, αλλά κατά την Οδύσσεια βρίσκονταν πέραν του Ωκεανού, εκεί όπου ήσαν οι Κιμμέριοι «η πόλη είναι και ο λαός εκεί των Κιμμερίων νέφος πυκνό και σκοτεινό ολούθε τον σκεπάζει ουδέποτε κοιτάζει αυτούς ο ακτινοβόλος Ήλιος» (Οδύσσεια Λ. 14 - 16) (δες Κιμμέριους). Επικράτησε όμως η θεωρία του υπογείου Άδη. Η κατάβαση σε αυτόν γίνονταν δια βαθέων ανοιγμάτων στην γη όπου πολλές φορές έπεφταν και εξαφανίζονταν τα ύδατα κάποιου πόταμου. Οι νεκροί οδηγούνταν δια των ζοφερών διόδων στις πύλες του Άδη από τον ψυχοπομπό Ερμή όστις τους παρέδιδε στον Χάρωνα. Αυτή ήταν η αρχική μορφή του ταξιδιού. Αργότερα όμως το ύδωρ, της Στυγός, που εξαφανίζονταν εντός των βράχων ή των χιονών, ο Αχέρωντας που σχημάτιζε την τελματώδη και πλήρη ελωδών αναθυμιάσεων Αχερουσία, περιγράφονται στην Οδύσσεια ως ποταμοί που χωρίζουν τον Άδη από την γη των ζώντων και υιοθετήθηκαν και από τους μεταγενεστέρους στη μυθολογία τους καθώς και άλλοι δύο ποταμοί, ο Κωκυιός, ρέων τα δάκρυα των θρήνων των στον Άδη, και ο Πυριφλεγέθων. Η Στύξ αναφέρεται στην Ιλιάδα. Στα νερά της ορκίζονταν οι θεοί. Οι άλλοι όμως τρεις αναφέρονται πρώτα στην Οδύσσεια «ἒνθα μέν εἰς Ἀχἐροντα Πυριφλεγέθων τε ρέων Κωκυτός θ᾽ ὃς δή Στυγός ὓδατος ἐστίν ἀπορρώξ» (Οδύσσεια Κ, 512).

Ο Λουκιανός αναφέρει και πέμπτο ποταμό, την Λήθη, το ύδωρ της οποίας έπιναν οι σκιές για να λησμονήσουν την γη και τις απολαύσεις της. Κατ' αρχάς ο Άδης ήταν απλώς ο τόπος όπου μετέβαιναν οι νεκροί. Αργότερα όμως, περί τις αρχές του 5ου αιώνα π. Χ. άρχισε να γίνεται διάκριση μεταξύ της ηθικής ποιότητος των εκεί μεταβαινόντων. Συστάθηκε λοιπόν δικαστήριο αποτελούμενο από τους τρεις αρίστους που έζησαν επί γης, τον Μίνωα, τον Αιακό και τον Ραδάμανθυ με επί κεφαλής τον θεό Άδη. Το δικαστήριο αυτό απεφάσιζε την θέση των νεκρών στον Άδη ανάλογα με την επί της γης ζωής τους. Είναι αξιοσημείωτο το ότι δεν τιμωρούνταν τόσο αυστηρά τα κατ' ανθρώπων εγκλήματα όσο οι ιεροσυλίες και οι θρησκευτικοί παραβάτες. Ούτως ο γίγας Τιτυός που βίασε την Λητώ. Ο Τάνταλος που θέλησε να κλέψει από το τραπέζι των θεών νέκταρ και αμβροσία, ο Σίσυφος που κατέδωσε στον Ασωπό τον άρπαγα της κόρης του Αιγίνης Δία, ο Ιξίων που ευεργετήθηκε από τον Δία και αντί πάσης άλλης ευγνωμοσύνης προσπάθησε να βιάση την Ήρα, οι Δαναΐδες που σκότωσαν τους συζύγους τους την πρώτη νύκτα του γάμου τους, υφίστανται εκεί τα μαρτύρια στα όποια καταδικάστηκαν από το δικαστήριο. Αυτοί που έζησαν επί της γης σύμφωνα με την θέληση των θεών μεταβαίνουν στον Άδη στα Ηλύσια πεδία. Αυτά απαντώνται πρώτα στην Οδύσσεια και όπως και οι Κιμμέριοι ευρίσκονται και αυτά πέρα του Ωκεανού. Εκεί μετατίθενται οι ήρωες χωρίς να πεθαίνουν και υπό τη βασιλεία του Ραδάμανθυ ζουν εκεί βίο αμέριμνο. Τα νησιά των Μακάρων του Ησιόδου (Έργα και Ημέρες, 168) και του Πινδάρου (Ολ. ΙΙ). Όταν αργότερα συστάθηκε το δικαστήριο στον Άδη στα Ηλύσια μετέβαιναν μετά θάνατον οι δίκαιοι, οι δε ασεβείς ρίπτονταν στον Τάρταρο. Άλλα και τα Ηλύσια και οι απολαύσεις τους δεν μπορούν να συγκριθούν με την επί της γης ευδαιμονία. Η ζωή ήταν πάντοτε αγαπητή στους Έλληνες και το φως του ήλιου απαραίτητο για την ευτυχία τους. Δεν μπορούσαν να φανταστούν μακάρια ζωή χωρίς αυτόν. Η διαμονή στα Ηλύσια ήταν παθητική. Έλλειψη τιμωριών αλλά μήτε παροχή απολαύσεων. Οι νεκροί ήσαν είδωλα, σκιές, χωρίς δύναμη και ζωή. Όταν δε ήθελαν να λάβουν δύναμη και φωνή, έπιναν αίμα και έδρατταν κάθε ευκαιρία για να δραπετεύσουν στον πάνω κόσμο. Γι’ αυτό και διατάχθηκε άγρυπνος φρουρός ο τρικέφαλος σκύλος Κέρβερος ο οποίος υποδέχεται τις σκιές, σείοντας τα αυτιά και την ουρά, αλλά τις κατασπαράσσει όταν ήθελαν να φύγουν:

 

«...ἐς μέν ἰόντας

σαίνει ὁμῶς οὐρῇ τε καί οὒασιν ἀμφότεροισιν,

ἐξελθεῖν δ᾽ οὐκ αὖτις ἐᾷ φύγουν»

 (Ησιοδ. Θεογ. 311, 769 και εξ.)

 

Οι πεθαμένοι έφταναν στις όχθες της μεγάλης λίμνης, ή των ποταμών οι οποίοι χώριζαν την γη των ζώντων από το ενδιαίτημα των νεκρών. Στην όχθη ανέμενε ο Χάρων με το ελεεινό ακάτιό του και τους διαπόρθμευε στο αντίπερα λαμβάνων ως αμοιβή τον οβολό, τον οποίο έπρεπε να φέρουν μαζί τους οι νεκροί, αλλιώς οι σκιές τους θα περιπλανιόνταν επί εκατό έτη στις τελματώδεις και ζοφερές όχθες κλαίγοντας. Την σκηνή αυτή της διαπορθμεύσεως εκμεταλλεύτηκαν οι ποιητές. Ο Λουκιανός, σε ένα των Νεκρικών του διαλόγων, φέρει τον κυνικό Μένιππο ήρωα άνευ οβολού. Ο Χάρων «Ἀποδός, ὦ κατάρατε, τά πορθμεῖα!» Και ο φιλόσοφος απαντά το φιλοσοφικώτατο, το πάντα επίκαιρο : «Οὐκ ἂν λάβοις παρά τοῦ μή ἒχοντος». Σε άλλο νεκρικό διάλογο πάλιν ο Μένιππος έρχεται επίκουρος στον εν αμηχανία Χάρωνα. Υπό του πλήθος των νεκρών το μικρό και σαθρό του πλοιάριο κινδύνευε να βυθισθεί. Ο Μένιππος κάθεται στην πρύμνη, επιθεωρεί τους εισερχόμενους και τους διατάσσει να εκδυθούν παν ό,τι φέρουν δια να είναι ελαφρότεροι: κάλλος, ρώμη, οίηση, ψεύδος, κακολογία, σοφία κτλ. Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του, φέρει τον θεό Διόνυσο, να κωπηλατεί ενώ ο Χάρων δίδει το κέλευσμα:

 

Ὀώπ ὂπ, ὀώπ ὂπ.»

με συνοδεία πολύ μουσικών βατράχων:

Βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ»

και ασχάλλοντας διότι οι παλάμες του γδάρθηκαν από την κωπηλασία.

 

Οι αρχαίοι πίστευαν ότι και ζωντανοί μπορούσαν να κατέλθουν στον Άδη. Είσοδοι αυτού ήσαν βαθιά σπήλαια που ανάδιδαν δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις, όπως το νυν «Σπήλαιο του κυνός» παρά την Νεάπολη της Ιταλίας, ή λίμνες και ποταμοί που σχημάτιζαν μιασματώδη τέλματα, όπως ο Αχέρωντας και η Αχερουσία στην Θεσπρωτία, σπήλαιο στην Ερμιόνη πίσω από το ιερό της Χθονίας, η Αχερουσία άκρα παρά την Ποντοηράκλεια, το Ταίναρο της Πελοποννήσου, η Άορνος λίμνη στην Θεσπρωτία (πιθανώς η ίδια με την Αχερουσία) και η Άορνος (Αβέρνη) στην Καμπάνια κοντά στην Κύμη. Δίπλα στις εισόδους αυτές του Άδη βρίσκονταν να νεκρομαντεία συνήθως, όπου οι ζωντανοί μπορούσαν να έλθουν σε επαφή με τους νεκρούς δια μέσου των Πυθιών και των χρησμών. Αρκετοί θνητοί και δύο ημίθεοι αναφέρονται ότι κατήλθαν ζώντες στον Άδη. Ο Ορφέας δια να ζήτηση την Ευρυδίκη, ο Ηρακλής, κατερχόμενος δια του Ταινάρου δια να φέρει τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, εκπληρώνοντας έτσι τον δωδέκατο άθλο του, ο Θησέας για να βοηθήσει τον Πειρύθον να απαγάγει την Περσεφόνη και ο Οδυσσέας, ο οποίος όμως δεν έφθασε μέχρι τα Ηλύσια αλλά συνομίλησε με τους ήρωες καλώντας αυτούς εκτός αυτών. Τελευταίο όλων κατέβασε εκεί ο Αριστοφάνης εν τη κωμωδία του «Βάτραχοι» τον θεό Διόνυσο με τον υπηρέτη του Ξάνθιο και με ένα γάιδαρο για να επαναφέρουν στην γη τον Αισχύλο ή τον Ευριπίδη προς αναζωογόνηση του ψυχορραγογημένου πλέον δραματικού θεάτρου του οποίου ο Βάκχος ήταν προστάτης.

Δεν υπήρχε σαφής γνώση της ζωής στον Άδη. Οι περιγραφές της αφήνονταν στην φαντασία των ποιητών οι οποίοι ανάλογα της εύθυμης ή σοβαρής διαθέσεως τους έβλεπαν τους νεκρούς να κυνηγάνε ή διαιτωμένους υπό την σκιάν πλουσίων δένδρων, ή να πενθούν και να διηγούνται σε αλλήλους τα επί της γης μαρτύρια και κακοδαιμονίας τους. Ούτε σταθεροί είναι οι περί Άδη δοξασίες αλλά διαμορφώνονταν πάντοτε αναλόγως της αναπτύξεως, της διανοητικής και πολιτικής, των αρχαίων Ελλήνων.

Μετά τον Όμηρο η λέξη Άδης κατάντησε όνομα προσηγορικό σημαίνοντας τον τάφο ή τον θάνατον: «Λαχόντες ἀΐδαν» - τυχόντες ταφής (Πινδ. Πυθ. 5,130) και «ᾃδης πόντιος» θάνατος στην θάλασσα (Αισχ. Αγαμ. 667).

 

 

 

Ο ΑΔΗΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΛΑΩΝ

Οι βάρβαροι, οι λαοί της Ασίας, είχαν άλλη έννοια του Άδη από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Χώριζαν τον άλλο κόσμο σε δύο απομεμακρυσμένα αλλήλων μέρη. Μερικοί λαοί θεωρούσαν τον Άδη ως τόπο προσωρινής διαμονής, διότι πιστεύουν οι μεν στην μετεμψύχωση οι δε στην νεκρανάσταση. Οι Εβραίοι, οι Πέρσες του Ζωροάστρη, οι Μουσουλμάνοι είχαν διακεκριμένες την χώρα της μεταθανάτιου ευδαιμονίας και των αιώνιων βασανιστηρίων. Οι Εβραίοι όριζαν τον Παράδεισο, οι Μουσουλμάνοι το Τζεχενέμ, οι Πάρσοι το Γκοροτμάν ως τόπον των ευτυχών. Η Γέεννα, το Τζεχενέμ ή Έλ Σακάρ, το Ντουζάχ, ήταν η χώρα των βασάνων. Η εβραϊκή θρησκεία αρχικά δεν χώριζε τους τόπους αυτούς. Είχαν το Σιεόλ όπου οι καλοί και οι κακοί ζούσαν αδιακρίτως μαζί. Οι θρησκευτικοί των όμως συγγραφείς αργότερα όρισαν ακριβέστερα τις λεπτομέρειες της ζωής αυτής, οι οποίες διαδόθηκαν ταχέως και επιβλήθηκαν στην εβραϊκή θρησκεία. Οι Εβραίοι και οι Πάρσοι μετά θάνατον οδηγούνται ενώπιον δικαστηρίου και κρίνονται εκεί αναλόγως των πράξεων τους. Οι Βραχμάνοι και οι Βουδιστές πίστευαν στην μετεμψύχωση και γι’ αυτό ο Άδης τους, αν και πλήρης βασάνων και φρικιαστικότατων, ανέκφραστων μαρτυρίων δια τους ασεβείς, εν τούτοις είναι μόνον προσωρινός. Οι Κινέζοι δεν έχουν ιδιαίτερο Άδη. Ο Κομφουκιανισμός και ο Ταοϊσμός διδάσκουν οι μεν κακοί τιμωρούνται δια της λήθης και της ανυπαρξίας, οι δε αγαθοί δια της εξακολουθήσεως της ζωής στην ατμόσφαιρα, πέριξ των τόπων όπου έζησαν προηγουμένως. Οι Βουδιστές Κινέζοι έχουν τις περί Άδη θεωρίας των Βουδιστών Ινδών. Στην Σκανδιναβική Μυθολογία υπήρχαν 9 διαφορετικοί τόποι όπου μετέβαιναν οι θνητοί μετά θάνατον. Στην Χέλ μετέβαιναν οι αποθνήσκοντες εξ ασθενείας ή γήρατος. Ο ένατος και τρομερότερος τόπος ήταν προορισμένος δια τους κακούργους και τις μάγισσες. Οι πεθαμένοι στο πεδίο της μάχης μετέβαιναν στην Βαλχάλλα όπου ήταν και ο Οντίν και έμεναν εκεί έτοιμοι πάντοτε να βοηθήσουν τον θεό, όταν θα έρχονταν η τελευταία μάχη ενάντια στο κακό. Οι Σκανδιναβοί πίστευαν ότι μετά από αυτά ο κόσμος θα αναγεννιόταν.

 

 Πηγή:  Σιδηροπούλου Εφρ., Φιλόλογος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σσ. 590 - 592 

 

 

 

ΑΔΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

 

Οι πρώτοι Χριστιανοί συγγραφείς υιοθέτησαν το όνομα Άδης για να δηλώσουν τον τόπο όπου θα μετέβαιναν μετά θάνατο οι αμαρτωλοί. Η λέξη συναντάται 11 φορές στην Καινή διαθήκη με τις εξής σημασίες:

 

1. κοίλο και υπόγειο μέρος όπου διατρίβουν οι ψυχές των πεθαμένων

2. ο τόπος της παραμονής μέχρι την κοινή ανάσταση των μη εις Χριστό πιστευσάντων

3. ο θεός του Άδη, ο διάβολος, ο οποίος άρχει επί των νεκρών «οὐκ ἐγκαταλείψεις τήν ψυχήν μου εἰς ᾃδου» Πράξεις β’ 27 (δεν θα αφήσεις την ψυχή μου στην κατοικία, εις την εξουσία του Διαβόλου)

4. ο θάνατος και ιδίως όταν βρίσκεται μαζί με την λέξη πύλες «Και πύλαι ᾃδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» = θάνατος (Ματθ. ΙΣΤ’ 18). Ο Σωτήρας δια του σταυρικού θανάτου του κατασύντριψε το κράτος και την ισχύ του Άδη, κατερχόμενος σε αυτόν προς της εκ νεκρών αναστάσεως, κήρυξε προς τα φυλακισμένα πνεύματα και όσοι πίστεψαν σε Αυτόν έλαβαν αιώνια κατοικία στους Ουρανούς, δηλαδή την μετ’ αυτού αιώνια μακαριότητα, και εκείνοι που δεν πίστεψαν την αιώνια κόλαση. Οι Ο’ μεταφράζοντας με την λέξη Άδης την αντίστοιχη εβραϊκή Σεόλ διακρίνουν τον Άδη ως αποτελούμενο από δύο μέρη, του κόλπου του Αβραάμ ή Παραδείσου, του τόπου της παραμονής των αγαθών και των δίκαιων, και της Γεέννης του πυρός ή της Κολάσεως, όπου τιμωρούνται οι αμαρτωλοί, αλλά προσωρινά μέχρι την έλευση του Μεσσία.

5. εικονικά σημαίνει το βαθύτατο εκείνο μέρος της γης «έως ᾃδου καταβιβάζεσθαι», που σημαίνει να πέφτει κανείς σε μεγάλη δυστυχία, σε πνευματικό όλεθρο

6. ο τόπος της τιμωρίας, των βασάνων.

 

Ο Άδης έχει τα εξής συνώνυμα: κάμινος πυρός, πυρ το εξώτερον, σκότος το εξώτερον, πυρ το αιώνιο, άβυσσος κ.λ.π.

 

 Πηγή:  Π.Ε.Σ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σσ. 590 - 592 

 

 

ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ, ΑΙΑΚΟΣ & ΜΙΝΩΣ

 

 

Ο Ραδάμανθυς, ο Μίνως και ο Αιακός ως κριτές του Άδη. [Παράσταση επί αγγείου της Κανώπης](Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΖ΄, σελίδα 242)

 

ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ

Κατά τις μυθολογικές παραδόσεις του Ομήρου, είναι υιός του Δία από την αρπαγμένη θυγατέρα Ευρώπη, του βασιλιά της, Φοίνικα (ή Αγήνορα) της Φοινίκης, με την οποία γέννησε τον Μίνωα και τον Σαρπηδόνα. Κατά τους νεώτερους μύθους λέγεται υιός του Αστερίων ή Αστερία, συζύγου της Ευρώπης στην Γόρτυνα, όπου την εγκατέλειψε αυτή ο θείος εραστής. Άλλος μύθος παραδίδει τον Αστερίων άτεκνο να υιοθετεί τους τρεις υιούς του Δία, εις τους οποίους αφήνει την βασιλεία. Κατά τον Έφορο (Στραβ. 476) υπήρξε Ραδάμανθυς προγενέστερος του ομώνυμου αδελφού του Μίνωα «δικαιότατος ἀνήρ, ὃς δοκεῖ τήν νῆσον (Κρήτη) ἐξημερῶσαι νομίμοις καί συνοικισμοῖς πόλεων καί πολιτείαις», αυτό δε, πρώτο συστηματικό νομοθέτη, κατά τον Αριστοτέλη, μιμήθηκε ο Μίνωας. Ο Ραδάμανθυς εξορίστηκε από τον αδελφό του Μίνωα και ίδρυσε αποικία κοντά σε νησιά, όπου βασίλεψε και εγκατέστησε ηγεμόνες. Έτσι έγινε ο αρχηγός των πολλών κατόπιν κρητικών αποικιών στα παράλια των ελληνικών χωρών. Αυτός δε αποκαταστάθηκε στην Βοιωτία, όπου νυμφεύθηκε στην Θήβα την χήρα του Αμφιτρύωνα Αλκμήνη και έγινε διδάσκαλος του υιού της Ηρακλή. Όταν πέθανε μεταφέρθηκε από τον Δία στα Ηλύσια πεδία, φυλάγοντάς τα. Ως εκ τούτου νεώτεροι μύθοι αναφέρουν αυτόν, βασιλιά στα νησιά των Μακάρων, όπου λέγεται πως τελέσθηκε ο γάμος του, και δικαστή στον Άδη με τους αδελφούς του Μίνωα και Αιακό. Οι μύθοι, οι ποιητές και οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο Ραδάμανθυς υπήρξε από όλους τους ανθρώπους ο πιο δίκαιος. Από όσα γενικά παραδίδονται γι’ αυτόν, εξάγεται ότι θεωρούνταν το ιδανικό της απόδοσης της δικαιοσύνης. Ο Παυσανίας (7, 3, 7) αναφέρει τον υιό του Ερυθρό, οικιστή της εν Μικρά Ασίας Ερυθραίας, και Γόρτυνα (8, 53, 4), οικιστή της Κρητικής Γόρτυνας. Ο Επιμενίδης, κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο (Ι, 122) έγραψε έπος 4.000 στίχων «Περί Μίνω καί Ραδάμανθυος» και ο Ευριπίδης Δράμα «Ραδάμανθυν»

 

 Πηγή:  Γενεράλις Εμμανουήλ, Γυμνασιάρχης, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΑ, σελίδες 7 -8

 

 

 

ΜΙΝΩΣ

 

Όπως ο Μωυσής ανέβηκε στο όρος για να λάβει τις 10 εντολές, έτσι και ο Μίνωας, στην Κρήτη, ανέβαινε κάθε 1 ή 2 χρόνια στο ιερό βουνό κλαι παρέμενε επί 3μηνο η 6μηνο όπου και νομοθετούσε (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 14, άρθρο «Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια, Μύθοι και Χριστιανισμός», Βασίλης Χλέτσος, σελίδα 15)

Απολογητής: 2. Ο Μίνωας εθεωρείτο και μέγιστος νομοθέτης. Λέγονταν πως τους νόμους, τους λάμβανε κάθε 9 έτη (αυτό ερμηνεύεται έτσι: «ἐννεώρος βασίλευε») σε σπήλαιο της Ίδης από τον Δία. Σε αυτόν αποδίδονταν η δωρική νομοθεσία. Έτσι λοιπόν ενώ οι νεοΕθνικοί απορούν και δεν δέχονται πως ο ίδιος Θεός (ο Ων = Γιαχβέ) «32 Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός τοῦ Ἀβραάμ και ὁ Θεός τοῦ Ἰσαάκ και ὁ Θεός τοῦ Ἰακώβ; Δεν εἶναι ὁ Θεός Θεός νεκρῶν, ἀλλά ζώντων. » κατά Ματθαίον ΚΒ΄32, είναι αδύνατον να έδωσε την «Παλαιά Διαθήκη» και μετά να την άλλαξε με την «Νέα Διαθήκη», ανάλογα με την ηθική πρόοδο των ανθρώπων,  «16 Καί οὐδείς βάλλει ἐπίρραμμα ἀγνάφου πανίου ἐπί ἱμάτιον παλαιόν· διότι ἀφαιρεῖ τό ἀναπλήρωμα αὐτοῦ ἀπό τοῦἱματίου, καί γίνεται σχίσμα χειρότερον. 17 Οὐδέ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκούς παλαιούς· εἰ δέ μή, σχίζονται οἱ ἀσκοί, καί ὁ οἷνος ἐκχέεται καί οἱ ἀσκοί φθείρονται· ἀλλά βάλλουσιν οἷνον νέον είς ἀσκούς νέους, καί ἀμφὀτερα διατηροῦνται.» κατά Μάρκον Β’ 22 , εντούτοις δεχόμενοι την αρχαία θρησκεία οφείλουν να παραδεχτούν πως την νομοθεσία που έδωσε και έδιδε ο Ζευς προς τον Μίνωα μέσα σε ένα σπήλαιο, που ήταν και υιός του, την άλλαξε όχι μόνο μια φορά, αλλά συνεχώς κάθε 9 (κατά τον κ. Χλέτσο κάθε 1 ή 2 ) χρόνια!

 

 

Βασιλιάς της Κρήτης, υιός του Δία και της Ευρώπης. Την αρχή την έλαβε απ’ ευθείας από τον Δία, κατ’ άλλους όμως από τον Αστερίωνα, στον οποίο ο Ζευς έδωσε ως σύζυγο την Ευρώπη. Ο Αστερίων αυτός ίσως είναι ο Αστέριος ή Αστερίων Ζευς. Ο Μίνως είχε αδελφούς από τον Δία, τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. Από αυτούς ο τελευταίος νικήθηκε από τον Μίνωα, ο οποίος δια θαύματος απέδειξε την υπεροχή του, και έφυγε στην Μ. Ασία. Ο Μίνως είχε πολλά τέκνα, των οποίων τα περισσότερα εκ της νομίμου συζύγου του Πασιφάης (τον Κατρέα, Δευκαλίωνα, Γλαύκο, Ανδρόγεων, Αχακαλλίδα, Αριάδνη, Φαίδρα, Ξενοδίκη), αλλά και εξ άλλων, όπως των νυμφών Παρίας, Δεξιθέας και Φρονίας, και ήταν εραστής της Βριτομάρτιας και της Εριβοίας. Οι απιστίες του Μίνωα προς την σύζυγο ανάγκασαν αυτήν να μεταχειρισθεί μαγικό μέσον, με το οποίο πέθαιναν όσες πλησίαζαν στην αγκαλιά του και γεννούσαν μόνο Έχιδνας, σκορπιούς και παρόμοια τέρατα. Εκ του κάκου τούτου τον απήλλαξε η Πρόκρις δια τεχνάσματος. Ο Μίνωας θεωρείτο και ως εισηγητής των παιδικών ερώτων εν Κρήτη, δια του ερωτά του προς τον Μίλητο και τον Θησέα, που του έδωκε την Φαίδρα. Έζησε 3 γενεάς προ των τρωικών, αφού ήταν πάππους του Ιδομενέα, υιού του Δευκαλίωνα. η γέννηση του Μινώταυρου από την γυναίκα του ήταν αποτέλεσμα εκδικήσεως του Ποσειδώνα, διότι δεν θυσίασε τον ωραίο ταύρο, τον οποίο έλαβε από αυτόν με επίκληση, αλλά άλλον αντί αυτού. Ο Ποσειδώνας ενέπνευσε αθέμιτο έρωτα στην Πασιφάη προς τον ταύρο, τον οποίο είχε καταλάβει μανία, και εκ τούτου προήλθε ο Μινώταυρος. Ο Μίνως κυριάρχησε στην Κρήτη ολόκληρη, ήτις ήταν εκατόμπολι, έχοντας ως έδρα την Κνωσό. Κατά τον Ησίοδο «Βασιλεύτατος γένοιτο θνητῶν βασιλήων, ἀνθρώπων Ζηνός ἒχων σκῆπτρον». Ίδρυσε πολλές πόλεις, μεταξύ των Οποίων την Κνωσό, Φαίστο και Κυδωνία, και κυριάρχησε και εκτός της Κρήτης (τα νησιά των Κυκλάδων ήταν υπό την εξουσία των υιών του καλούνταν Μινωΐδες), λέγονταν εφευρέτης ελαφρού πλοιαρίου, της επακτηρίδας, και καθάρισε την θάλασσαν από τους πειρατές. Η Αθήνα (την οποία προσέβαλε, διότι υπήρξε αίτια του φόνου του υιού του Ανδρόγεω, τον όποιον είχε αποστείλει κατά του ταύρου του Μαραθώνα) ήσαν υποτελείς σε αυτόν. Επίσης προσέβαλε τα Μέγαρα, τα όποια κατέλαβε δια προδοσίας της κόρης του βασιλέως Νίσου, Σκύλλα, η οποία έγινε ερωμένη του. Ο Μίνως εθεωρείτο και μέγιστος νομοθέτης. Λέγονταν πως τους νόμου τους λάμβανε κατά 9 έτη (αυτό ερμηνεύεται έτσι: «ἐννεώρος βασίλευε») σε σπήλαιο της Ίδης από τον Δία. Σε αυτόν αποδίδονταν η δωρική νομοθεσία. Η διοίκηση του ολόκληρη ήταν ήπια και εις άκρον δικαία, διό θεωρήθηκε ως ένας από τους 3 κριτές του Άδη με τους του Ραδάμανθυ και του Αιακού.

Οι σχέσεις του προς τον Δαίδαλο, τον καλλιτέχνη, τον οποίο οι Αθηναίοι θεώρησαν Αθηναίο που πήγε στην Κρήτη, συνδέονται με την εκπολιτιστική του επίδραση. Ο Δαίδαλος κατασκεύασε δι' αυτόν τον λαβύρινθο, για να εγκλειστεί εκεί μέσα ο Μινώταυρος. Αλλ' όταν ο Μίνως έμαθε ότι ο καλλιτέχνης βοηθούσε τους αθέμιτους έρωτες της γυναίκας του Πασιφάης προς τον ταύρο, κατασκεύασε ομοίωμα χάλκινο δαμάλι, εντός του οποίου κλείσθηκε η Πασιφάη, και έκλεισε αυτόν στον λαβύρινθο, από όπου αυτός απόδρασε με τον υιό του Ίκαρο δια τεχνιτών πτερύγων. Με τον μύθο αυτό του Δαίδαλου, συνδέεται και το τέλος του Μίνωα. Καταδιώκοντας με τα πλοία του τον Δαίδαλο, που έφυγε στην Σικελία, φιλοξενήθηκε από τον εκεί βασιλιά Κωκάλαο. Αυτός αντί να παραδώσει τον Δαίδαλο, έριξε τον φιλοξενούμενο Μίνωα σε ζεστό λουτρό παρασκευασμένο από τις θυγατέρες του και τον θανάτωσε. Οι οπαδοί του δεν μπόρεσαν να φύγουν από την Σικελία και τα πλοία τους κάηκαν υπό του Κωκάλου, και ίδρυσαν εκεί πόλη με το όνομα Μινώα προς τιμήν του βασιλέα τους, τον όποιον έθαψαν εκεί. Ο τάφος ούτος του Μίνωα λέγονταν ότι καταστράφηκε κατά την ίδρυση του Ακράγαντα και ότι τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Κρήτη, όπου αργότερα ο τάφος του θεωρήθηκε ως τάφος του Δία.

Νωρίς επικράτησε η γνώμη ότι υπήρξαν δύο βασιλείς με το όνομα Μίνως. Ο δεύτερος Μίνως θεωρήθηκε ως υιός του Λυκάστου, υιού του Μίνωα και την Ιτώνης. Η διάκριση έγινε, διότι υπήρχαν γεγονότα μη συμβιβαζόμενα με τον χαρακτήρα του αγαθού Μίνωα, όστις και κριτής των νεκρών δια την δικαιοσύνη έγινε. Γι’ αυτό ως Θαλασσοκράτορας και ως καταφέρνοντας να υποτάξει τους Αθηναίους θεωρήθηκε ο δεύτερος Μίνωας. Άλλος λόγος του διχασμού αυτού ήταν η επιθυμία των Δωριέων της Κρήτης να αναγάγουν την γενεαλογία τους μέχρι του Μίνωα, πράγμα όχι δυνατόν με τον ένα Μίνωα, αφού ούτε οι δύο δεν αρκούν για να καλύψουν όλο τον χρόνο. Εξ άλλου ο Δαίδαλος είναι γνωστόν ότι άκμασε τον Ζ' αιώνα, ενώ ο Μίνως τρεις γενεάς προ τα τρωικά.

Η Ιστορική αλήθεια, που κρύβεται πίσω από τον Μινωικό μύθο, είναι φανερά πολύ δε εναργεστέρα έγινε με την ανακάλυψη το μινωικού πολιτισμού. Ως ιστορικό πρόσωπον θεωρούσε τον Μίνωα και ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης. Οι μυθολόγοι αναζητούν φυσική εξήγηση των μύθων, δεχόμενοι τον Μίνωα ως εκπρόσωπο του Ηλίου ή της Σελήνης, άλλοι θεωρούν τον Μίνωα ως μορφή ταυροκεφάλου θεότητας ταυτίζοντας αυτόν προς τον Μινώταυρο. Μετά τις νεώτερες ανακαλύψεις ουδέν τούτων θεωρείται πιθανόν, ούτε η συσχέτιση του Μίνωα με τον Manu των Ινδιών. Μίνως μπορεί πολύ καλά να είναι τίτλος των βασιλέων - ιερέων της Κνωσού, αποδοθείς κυρίως εις ένα αυτών των μεταγενέστερων (όπως ο τίτλος Φαραώ στην Πάλαια Διαθήκη), στον οποίο απεδόθησαν γεγονότα άλλων φερόντων τον αυτό τίτλο. Η σχέση του Μίνωα με Ιερά πρόσωπα (Πασιφάη, Αριάδνη (=πανίερος) Ζευς στον τάφο του υπήρχε ιερό της Αφροδίτης κατά την παράδοση) είναι σύμφωνη προς τον θρησκευτικό χαρακτήρα των βασιλέων της Κνωσού. Η επέκταση της κυριαρχίας δια του ναυτικού επί Μίνωα θεωρείται τώρα ιστορικό γεγονός, αφού την μινωική επίδραση συναντούμε μέχρι την Ιβηρία. Το ότι είχε δικαστική εξουσία προερχομένη εξ αυτής της Ιερατικής του ιδιότητος ήταν αρκετόν δια να γεννήσει την ιδέα του κριτή του Άδη και η νομοθεσία του δεν φαίνεται απίθανη κατόπιν της ευρέσεως του επί πήλινων πινακίδων λογιστικού (ως φαίνεται) αρχείου της Κνωσού. Οι περί σκληρότητας αυτού μύθοι βεβαίως προήλθαν από ζηλοφθονίες των Αθηναίων και του σωβινισμού τους, λόγω του οποίου δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την κυριαρχία του Μίνωα. Η εκστρατεία του στην Σικελία δεν στερείται ιστορικής βάσεως, δεδομένου ότι πολλά σχετικά με τον μινωικό πολιτισμό ευρέθησαν εκεί. Η εισαγωγή κασσιτέρου και λιπαρίτη στην Κρήτη και οι σχέσεις με την Αίγυπτο δείχνουν την θαλασσοκρατορία του Μίνωα. Ο W. Ridgeway υποστήριξε την περίεργη θεωρία ότι ο Μίνως ως Αχαιός (αφού και ο Ιδομενεύς είναι Αχαιός) είναι όχι ο ιδρυτής άλλ' ο καταστροφέας του λεγομένου μινωικού πολιτισμού, ερχόμενος από την Παλαιστίνη. Οι περί του Μίνωα μύθοι χρησίμευσαν ως αντικείμενο λογοτεχνικών έργων και απεικονίσεων. Ο Επιμενίδης έγραψε ποίημα περί του Μίνωα και Ραδάμανθυ, ο Ιππόστρατος επίσης. Στον Πλάτωνα αποδόθηκε διάλογος «Μίνως». Οι τραγικοί μεταχειρίσθηκαν επίσης τους μύθους περί του Μίνωα. Έτσι ο Αισχύλος έγραψε: «Κρήσσας», ο Σοφοκλής «Μάντεις ἢ Πολύϊδον», «Δαίδαλον», «Καμικίους» ο Ευριπίδης «Κρῆτας». Οι κωμικοί ποιητές επίσης, ο Αριστοφάνης έγραψε «Κώκαλον» και «Δαίδαλον» και οι άλλοι ως ο Αλέξις, ο Αντιφάνης, ο Πλάτων, ο Εύβουλος, ο Νικοχάρης, ο Αναξίλας, ο Απολλοφάνης, έγραψαν δράματα με υπόθεση σχετική με τον Μίνωα. Από τους Λατίνους ο Accius έγραψε «Minos» ή «Minotaurus». Παραστάσεις του Μίνωα υπάρχουν στα νομίσματα της Κνωσού, Γόρτυνας, Ιεραπύτνης, και Φαίστου. Ως κριτής παρίσταται σε αγγείο της Κανώπης, ενώ με τον Θησέα και τον Μινώταυρο παρίσταται σε ανάγλυφα σαρκοφαγων.

 

Πλάτων. Ν. Ε., Φιλόλογος, Μεγάλη Ελληνική εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΖ΄, σελίδες 241 -242

 

ΑΙΑΚΟΣ

 Όπως και τόσοι άλλοι θεοί και ήρωες (Απόλλων, Διόνυσος, Ηρακλής, Διόσκουροι κ.λ.π.) ο Αιακός ήταν καρπός ων ερώτων του Δία με θνητή γυναίκα, είναι υιός του Δία και της Αιγίνης (κατά άλλης παράδοση της Ευρώπης) μιας από τις 20 θυγατέρες του ποταμού Ασώπου, ο οποίος ρέει δίπλα στην Φλία της Αργολίδας. Η Αιγίνη αρπάχθηκε από τον Δία που είχε μεταμορφωθεί σε αετό, και δια μέσω του αιθέρα μεταφέρθηκε στο νησί Οινώνη, όπου από αυτήν μετονομάσθηκε Αίγινα, ο δε πατέρας της, αν και έμαθε στην Κόρινθο από τον Σίσυφο ότι ο άρπαγας είναι ο Ζευς, επέμεινε στην καταδίωξή του και κεραυνώθηκε και αναγκάστηκε να γυρίσει στα ρειθρά του και από τότε έφερε, κατά την παράδοση, σε αυτά άνθρακες (Απολ. 111, 12, 6). Η Αίγινα αργότερα συνεζεύχθη τον Άκτορα εκ του οποίου γέννησε τον Μενοίτιο, πατέρα του Πάτροκλου.

Και στον μύθο αυτό έχουμε μια παραλλαγή του αυτού φυσικού φαινομένου, εκ του οποίου προήλθαν πάντες οι μύθοι των ερώτων του Δία με τις θνητές, ιδίως τις γυναίκες: της ευφορίας του εδάφους δια της γονιμοποιητικής υγρασίας του ουρανού. Η ηρωίδα φέρνει το όνομα της νήσου, η οποία χρησίμευσε ως η πρώτη μητέρα της φυλής, η οποία τράφηκε στο έδαφός της. Ο μύθος ικανοποιεί και την φιλοδοξία του υπερήφανου γένους των Αιακιδών, του οποίου κλάδος είχε απλωθεί στην Ήπειρο, Μακεδονία εκ θηλυγονίας, Αθήνα, Κύπρο και Φωκίδα και ήταν απήχηση του αποικισμού Αργείων (Αχαιών) στην Αίγινα. Η ισχύς του Αιακού και η προς αυτόν αγάπη του πατρός ήταν τόση, ώστε μπόρεσε να γίνει αυτός μέγας προστάτης και της Ελλάδας όλης και της ιδιαίτερής του πατρίδας. Αυτό το νησί, όταν η Ήρα εκ μίσους προς την μητέρα του δηλητηρίασε τα ύδατα με φίδι και πέθαναν όλοι οι κάτοικοι που ήπιαν από αυτά, κατόρθωσε να επανοικίσει με τις παρακλήσεις του προς τον πατέρα του Δία, ο οποίος μεταμόρφωσε σε ανθρώπους τα μυρμήγκια που βρίσκονταν στην κουφάλα ενός Δρυ. Αυτοί οι άνθρωποι κλήθηκαν Μυρμιδόνες και κατοίκησαν αργότερα με τον υιό του Αιακού, Πηλέα, την Φθία και την Ελλάδα και εκεί εκστράτευσαν αυτοί και οι υιοί τους υπό της διαταγές του Πηλείδου Αχιλλέα κατά της Τροίας (Ομ. Ιλ. Α΄ 180). Την Ελλάδα όλη έσωσε ο Αιακός, όταν με τις ικεσίες του προς τον πατέρα απήλλαξε αυτήν από την θεομηνία της ξηρασίας, η οποία κατέστρεφε τα δένδρα και εξαφάνιζε ανθρώπους και ζώα με τον λιμό που προκαλούσε. Οι άρχοντες της Αίγινας και οι προεστώτες των Ελληνίδων πόλεων είχαν προσφέρει τότε, ευγνωμονώντας για την σωτηρία, θείες τιμές προς τον ήρωα, ανέγειραν δε πανελλήνιο ιερό προς τιμή του Διός, στον τόπο όπου έγινε η ευχή και επέτυχε την σωτηρία τους. Η παράδοση αυτή είναι απήχηση της διαδόσεως της λατρείας του Δία του Πανελληνίου, του Δωδωναίου, εις τον οποίο κατ’ άλλη παράδοση είχε ανεγείρει ναό ο Αιακός επί του Πανελληνίου όρους.

Η σοφία του ήρωα και η δικαιοσύνη του είχαν καταστεί πολυθρύλητοι, δια αυτό και όταν κατέβηκε στον Άδη, τιμήθηκε για την δικαιοσύνη πολύ από τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, γενόμενος ως ένας από τους τρεις κριτές των ψυχών των πεθαμένων και κλειδούχος του Άδη. Η Αττική λογοτεχνία κολακεύοντας το γένος των Αιακιδών στην Αθήνα, είχε καταστήσει περίδοξο το όνομα του ήρωα. Ο ίδιος ο Πλάτωνας (Γοργ. 526ε) μακαρίζει δια του Σωκράτη, τους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν υγιέστατοι ψυχή απέχοντας από την νόσο της αδικίας και θα εμφανιστούν στον υιό της Αίγινας και αυτός θα τους στείλει στο νησί των Μακάρων (Αριστ. Βατραχ. 465 και εξής).

Ο Αιακός είχε παντρευτεί την νύμφη Ενδηίδα, θυγατέρα του Χείρωνα, από την οποία είχε αποκτήσει δύο υιούς, τον Πηλέα και τον Τελαμώνα (κατά τον Φερεκύδη ο Τελαμώνας δεν ήταν αδελφός αλλά φίλος του Πηλέα), είχε μιγή όμως και την κόρη του Νηρέα Ψαμμάθη σε «φύκην ἠλαγμένῃ» (μεταμορφωμένη σε φύκια) ώστε να «μή βούλεσθαι συνελθεῖν», εκ της οποίας είχε αποκτήσει υιό, τον Φώκο. Ως πατέρας ο Αιακός δοκίμασε μεγάλη πίκρα, διότι οι υιοί του από την Ενδηίδα, Πηλέας και Τελαμών, ζηλεύοντας τον ομοπάτριο αδελφό Φώκο, ο οποίος του υπερέβαλλε στους αγώνες, τον σκότωσαν, ρίχνοντας ο Τελαμώνας στο κεφάλι του τον δίσκο, κατά την διάρκεια αγωνίσματος. Μετά την αποκάλυψη του εγκλήματος, οι δύο αδελφοκτόνοι αδελφοί εκδιώχθηκαν από τον πατέρα τους και ο μεν Πηλέας κατέφυγε, όπως προελέχθηκε, στην Φθία προς τον Ευρυτιώνα, ο οποίος αφού καθάρισε αυτόν του αίματος, τον νύμφευσε με την κόρη του Αντιγόνη, δίδοντας  ως προίκα «τῆς χώρας την τρίτην μοῖραν», ο δε Τελαμώνας στη Σαλαμίνα, όπου νυμφεύθηκε την κόρη του βασιλιά Κιχρέα και έγινε και βασιλεύς μετά τον θάνατο του πεθερού του, άνευ άρρενος απογόνου. Κατά τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, ο φόνος του Φώκου ήταν ακούσιος. Ο Πίνδαρος δε, που καθάρισε τους μύθους από κάθε ρύπο, μόλις και κάνει υπαινιγμό για τον φόνο του Φώκου. Γι’ αυτόν η Αίγινα είναι χώρος ιερός της πανελληνίου ομονοίας  (βλ. και Ολυμπ. VII τον οποίο ποίησε προς δόξα παιδιού από την Αίγινα).

Κατά κάποιο μύθο αναφερόμενο από τον Πίνδαρο, ο Αιακός με τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα έκτισαν τα τείχη της Τροίας, τα οποία μπόρεσαν να υπερβούν, μόνο από το μέρος που έκτισε ο Αιακός, οι τρεις εφορμήσαντες κατ΄ αυτών δράκοντες. Αυτό ήταν προμήνυμα του προφητεύοντος Απόλλωνα, ότι μόνο οι απόγονοι του Αιακού θα κυρίευαν τα τείχη της Τροίας (Πινδ. Ολ. VII στ. 84).

Από τον ναό του Αιακού αποσπάσθηκαν βίαια οι ρήτορες Υπερείδης, Ιμεραίος και οι μετ’ αυτόν από τον υποκριτή Αρχία, τον Θούριο, τον επονομαζόμενο φυγαδοθύρα και οδηγήθηκαν προς τον Αντίπατρο στους Κλεωνάς, όπου και θανατώθησαν.

Επί Αιγηνιτικού νομίσματος ο Αιακός παρίσταται καθισμένος επί θρόνου και κρατώντας στα χέρια του σκήπτρο, προ αυτού δε ίσταται όρθιος ένας νεκρός προ επιτάφιας στήλης. Επί ενός αμφορέα που βρίσκεται στο Μουσείο Μονάχου, εικονίζονται και οι τρεις του Άδη κριτές, Μίνως, Αιακός και Ραδάμανθυς. Άλλη απεικόνιση του Αιακού σώζεται επί έτερου αγγείου, όπου δίπλα στο κεφάλι του ήρωα αναγράφεται και το όνομά του.

Η σχέση της ρίζας της λέξης Αιακός με την λέξη Αία (γη), όπως και της λέξης Ενδηίς, υποδεικνύει πως ο Αιακός ήταν χθόνια θεότητα, δηλαδή ήρωας με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως.

[Βλ. Απολ. ΙΙΙ, ΧΙΙΙ, 6 - 7. Στρ. 8, 6, 16, και 9, 5, 9. Οβιδ. Μεταμ. 7, 622. Πλουτ. Θησ. Μυθολ. Descharmes. Αδαμ. 44, 418, 486, 488 και 586]

 

 Πηγή:  Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Β, σελίδα 365

  

 

 

 ΤΑΝΤΑΛΟΣ, ΣΙΣΥΦΟΣ & ΤΙΤΥΟΣ

 

ΤΑΝΤΑΛΟΣ

Μυθικός βασιλεύς, ισχυρός και βαθύπλουτος, με έδρα την πόλη Σίπυλο (ή Τανταλίδα) ή Άργός ή Κόρινθος κατ’ άλλους μύθους, κειμένη επί του ομώνυμου μεταλλοβριθούς όρους της Μικρά Ασίας. Λέγονταν βασιλεύς της Φρυγίας, διότι η περί το Σίπυλο χώρα ονομάζονταν και Φρυγία, ή Λυδία ή Παφλαγονία, υιός του Διός ή Τμώλου (προσωποποίηση του ομωνύμου όρους) και της Πλουτούς (προσωποποίηση του παροιμιώδους πλούτου του), σύζυγος της Εύρυανάσσης, θυγατέρας του χρυσορρόα Πακτωλού, ή της Ατλαντίδος Ταϋγέτης, ή της Υάδος Διώνης, και πατέρας του Πέλοπα, της Νιόβης και του Βροτέα ή και μόνο των δύο πρώτων. Και ο ολόκληρος μύθος του Ταντάλου και οι λεπτομέρειες τούτου πλάσθηκαν προς εξήγηση της φρικώδους τιμωρίας του στον Άδη, γνωστής εκ της Νεκυίας της Οδύσσειας (λ' 582 κ. έξ.). Στον Όμηρο εμφανίζεται αυτός βυθισμένος σε μία λίμνη, στις όχθες της οποίας υψώνονται καρποφόρα δένδρα με ωραίους και άφθονους καρπούς, αλλ' ο πίνων και ο δίψων βασιλεύς ούτε να φάει είναι δυνατόν ούτε να πιει, διότι όταν τείνει τα χέρια για να κόψει από τα δένδρα καρπούς οι κλάδοι αυτών ανυψώνονται και όταν δε σκύβει για να πιει τα ύδατα αποσύρονται από τα χείλια του. Κατ’ άλλους ποιητές (τον Πίνδαρο και τον Ευριπίδη), ένας υπερμεγέθης λίθος κρέμεται πάνω από το κεφάλι του διαρκώς, απειλώντας να την συντρίψει. Ο ζωγράφος Πολύγνωτος συνδύασε επιτυχώς αμφότερες τις τιμωρίες αυτές σ’ ένα πίνακα του. Ενώ όμως τα βασανιστήρια του Ταντάλου στον Άδη περιορίσθηκαν σε αυτές τις δύο προρρηθείσες τιμωρίες, ποικιλότατες είναι οι παραδόσεις περί των αιτίων, οι οποίες προκάλεσαν την τιμωρία του. Κατά τους πλείστους ο όλβιος της Τανταλίδας βασιλέας, ο φίλος και ομοτράπεζος πολλάκις των θεών, έκαμε κατάχρηση της τιμής αυτής του Διός και υπέκλεψε αμβροσία και νέκταρ εκ της θείας τραπέζης, απεκάλυψε δε και τα μυστικά του πατρός των θεών στους ανθρώπους (έγκλημα που αποδόθηκε και σε άλλους μυθικούς ήρωας, τον Σίσυφο, τον Προμηθέα). Κατ’ άλλους διέπραξε φρικωδέστερο ακόμη έγκλημα. Δια να δοκιμάσει, κατά τούτους, την πανσοφία των αθανάτων, κάλεσε αυτούς σε γεύμα και παρέθεσε στο τραπέζι ως φαγητό τα μέλη του υπ’ αυτού σφαγμένου υιού του Πέλοπος, που τα έβρασε σε λέβητα. Οι άλλοι θεοί μετά φρίκης απέφυγαν να αγγίξουν το φαγητό, η Δήμητρα όμως, απορροφημένη εκ της λύπης της δια την απώλεια της Περσεφόνης, έφαγε μέρος του ώμου του Πέλοπος. Δια τούτο, όταν συνετέθησαν τα μέλη του υπό του Έρμου κατά διαταγή του Διός και επανήλθε ο διαμελισμένος υπό του πατρός του ήρωας στην ζωή, ο Ζευς αντικατέστησε το μέρος αυτό με ελεφαντοστό. Και κατά τρίτη ομάδα μυθογράφων τιμωρήθηκε, διότι, λαβών παρά του Πανδάρου ένα σκύλο, αρνήθηκε να τον αποδώσει και ορκίστηκε ότι δεν τον έλαβε.

Επί του Σιπύλου έδειχναν τον τάφο του Ταντάλου, ως και ο θρόνος (φυσική σκοπιά επί του όρους) του υιού του Πέλοπα κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ο βασανιζόμενος Τάνταλος είχε απεικονισθεί στην Λέσχη των Κνιδίων (στη τοιχογραφία της Νεκυίας στους Δελφούς από τον Πολυγνώτο, διεσώθη δε η εικόνα του (γλυπτή) επί σαρκοφάγου του μουσείου του Βατικανού (συμπαρίστανται σε αυτήν, βασανιζόμενοι επίσης, και ο Σίσυφος μετά του Ιξίωνα) και επί αγγείου (γραπτή) του μουσείου του Μονάχου σε παράσταση του Άδη.

Πλην του προρρηθέντος μυθικού Ταντάλου μνημονεύονται με το αυτό όνομα υπό μεν των αρχαίων μυθογράφων οι εξής: 1) Ο υιός του Θυέστη, πιθανώς ο ίδιος με τον επόμενο, που σκοτώθηκε από τον Ατρέα. 2) ο υιός του Θυέστη (ή Βροτέου), όστις υπήρξε ο πρώτος σύζυγος της Κλυταιμήστρας (πριν νυμφευθεί αυτή τον Αγαμέμνονα) και φονεύθηκε από τον Ατρέα), και ενταφιάστηκε στο Άργος (Ευριπ. Ιφιγ. εν Αυλ. 1137) και 3) Ο υιός του Αμφίονος και της Νιόβης, που γεννήθηκε εν Θυρέα και τοξεύθηκε με τους αδελφούς του από τον Απόλλωνα στον Κιθαίρωνα, όπου κυνηγούσε (Απολλ. ΙΙΙ, 5, 6), υπό τους ιστορικούς συγγραφείς δε, αναφέρεται Σπαρτιάτης, ο οποίος αιχμαλωτίσθηκε στην Θήρα κατά το 425 π.Χ. με τους Αιγηνίτες, τους οποίους είχαν εγκαταστήσει εκεί οι Λακεδαιμόνιοι, φυλακίστηκε στην Αθήνα μαζί με τους άλλους αιχμαλωτισμένους της Σφακτηρίας.

 

  Πηγή: Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΒ΄ σελίδες 788

Παράσταση του Σίσυφου από ανάγλυφο (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, σελίδα 876)

 

ΣΙΣΥΦΟΣ

Περιώνυμος, για την τιμωρία του στον Άδη, μυθικός ήρωας, δια τον όποιον υπήρχαν κατά την αρχαιότητα αντιφατικότατες μεταξύ των παραδόσεις. Ήταν υιός του Αίολου (δια του ονομάζονταν και Αιολίδης) και της Ενάρετης και αδελφός του Κρηθέα, του Αθάμαντη, του Σαλμωνέα, του Δηϊόνη, τού Μάγνητα, του Περιήρη, της Κανάκη, της Αλκυόνης, της Πεισιδίκης, της Καλύκης και της Περιμήδης. Νυμφευθείς την Μερόπη, θυγατέρα του Άτλαντα (η μία των Πλειάδων), έγινε εξ αυτής πατήρ του Γλαύκου, του Ορνυτίωνα, του Θερσάνδρη και του Άλμου, κτίζοντας δε την Εφύρα (την οποία αργότερα μετονόμασε σε Κόρινθο), βασίλεψε σε αυτή. Λέγονταν όμως και ότι διαδέχτηκε τον Κρέοντα στην βασιλεία της Κορίνθου ή ότι έλαβε την αρχή παρά της Μηδείας, όταν αυτή εγκατέλειψε την Κόρινθο (Πανόσ. II. 3, 11). Ως βασιλεύς της Εφύρας, προήγαγε την ναυτιλία και το εμπόριό της και ίδρυσε στον Ισθμό τον αγώνα των Ίσθμιων προς τιμήν του Μελικέρτη, του οποίου τον νεκρό είχε μεταφέρει εκεί δελφίνι. Μετά τον θάνατο του καταδικάστηκε, όπως μνημονεύει ο Όμηρος (Οδυσ. λ, 593 κ.έξ.), όστις εν τη Ιλιάδα χαρακτηρίζει αυτόν ως «κέρδιστον ἀνδρῶν», να κυλάει με το κεφάλι και τα χέρια υπερμεγέθη λίθο προς την κορυφή όρους, όστις όμως ακαταπαύστως γκρεμίζονταν προτού να τον φέρει αυτός στην κορυφή, και έτσι ήταν αναγκασμένος διαρκώς ν' ασχολείται στον Άδη με το επίμοχθο αυτό έργο (έπαυσε τούτο προς στιγμήν μόνον, όταν κατήλθε στον Άδη ο Ορφέας και κρούοντας την λύρα του ζήτησε την Ευρυδίκη από τον Πλούτωνα). Οι στίχοι αυτοί του Ομήρου, οι οποίοι από μερικούς θεωρούνται παρένθετοι, έγιναν, φαίνεται, αφορμή να πλασθούν ποικίλες παραδόσεις περί της αιτίας της τιμωρίας του και να διαβοηθεί ως πανούργος, δόλιος, κλέφτης, ασεβής και άπληστος σε κέρδος από τους μεταγενέστερους ποιητές, ενώ ο Σωκράτης πεθαίνοντας (399 π.Χ.) μνημονεύει και τον Σίσυφο μεταξύ των σοφών ανδρών, τους οποίους θα είχε την ευχαρίστηση να συναντήσει στον Άδη. Σε ουδεμία αρχαία παράδοση γίνεται λόγος για το έγκλημα του, ένεκα του οποίου τιμωρήθηκε, ενώ στις παραδόσεις των μεταγενεστέρων ποιητών και μυθογράφων λέγεται ότι τιμωρήθηκε διότι ανακοίνωσε στον Ασωπό ότι ο άρπαξ της θυγατέρας του Αιγίνης ήταν ο Ζευς (προσθέτονταν μάλιστα ότι ο Ασωπός έδωσε σε αμοιβή το φρέαρ στην Ακροκόρινθο) ή διότι αναίτια είχε λεηλατήσει την Αττική (προσθέτονταν μάλιστα και ότι φονεύθηκε τότε υπό του ήρωα Θησέα) ή διότι τειχίζοντας τον Ισθμό ζήτησε από τους διερχόμενους μικρά πύλη του τείχους υπέρογκα διόδια ή και λήστευε αυτούς ή διότι δια της πανουργίας του κατόρθωσε να δέση τον θάνατο, όταν μετέβη να τον οδήγηση στον Άδη, αναγκάζοντας τους θεούς, επειδή έπαυσαν οι άνθρωποι ν' αποθνήσκουν, να στείλουν τον Άρη προς λύτρωσή του ή διότι ανακαλύπτοντας δια της πανουργίας του τα μυστικά σχέδια των θεών ανακοίνωνε ταύτα στους ανθρώπους. Η ομιλία αυτή των ποιητών να εξεύρουν την αιτία της τιμωρίας, ώθησε αυτούς να καταστήσουν τον Σίσυφο ένοχο και πολλών άλλων εγκλημάτων. Έτσι, δια να ερμηνευθεί ως κληρονομική ή πανουργία του Οδυσσέως, πλάσθηκε ο μύθος ότι η μητέρα του γέννησε τούτον εκ του Σίσυφου, ο οποίος την είχε απαγάγει προ του μετά του Λαέρτου γάμου της. Δια τον ίδιο λόγο πλάσθηκε και πατέρας του κακούργου Σίνωνας και μοιχός της ανεψιάς του και συζύγου του αδελφού του Τύρη. Δημιουργήθηκε ακόμη η παράδοση ότι είχε αφήσει εντολή στην σύζυγό του να μη τον θάψει όταν πεθάνει. Όταν δε απέθανε και η σύζυγος του τον άφησε, σύμφωνα με την εντολή του, άταφο, ο Σίσυφος παραπονεθείς στον Πλούτωνα επέτυχε να επιτραπεί σε αυτόν να επανέλθει στην ζωή για να τιμωρήσει την σύζυγό του, αλλ’ αφού την τιμώρησε αρνούνταν να επιστρέψει στον Άδη και απήχθηκε σε αυτόν δια της βίας υπό του Ερμή. Στα αίτια δε της του Άδη τιμωρίας του προσθέτονταν και ή ανυπακοή του αυτή. Επί του Ισθμού κατά τους χρόνους του Παυσανία έδείχναν τον τάφο του, και ο Στράβων (Ο, 379) και ο Διόδωρος κάμνουν μνεία των ερειπίων του επί του Ακροκορίνθου ανακτόρου του, του Σισυφείου, οικοδομήματος απέραντου στην έκταση. Η σημασία της τιμωρίας του Σίσυφου, ήτις υπήρξε εκ των θεμάτων των τοιχογραφιών του Πολυγνώτου στην Λέσχη στους Δελφούς Λέσχης (Παυσ. Χ. 31.10) και πολλών αγγειογραφιών, στις οποίες πολλάκις παρίσταται και Ερινύς κρατούσα μάστιγα που αναγκάζει αυτόν να κυλάει διαρκώς και ακατάπαυστα τον λίθο, απασχόλησε πολλούς ερμηνευτές των αρχαίων μύθων, εκ των οποίων ο S. Reinachι (Cultes, Mythes et Religions II’ p. 172) φρονεί ότι η αλλοίωση του αρχικού μύθου του Σίσυφου δια της προσθήκης της εν του Άδη τιμωρίας του θα προήλθε εξ αρχαϊκής αγγειογραφίας, στην οποία θα παρίστατο ο Σίσυφος αναβιβάζοντας ογκολίθους στον Ακροκόρινθο προς ανοικοδόμηση του Σισυφείου. Ο βράχος του Σίσυφου έγινε το έμβλημα κάθε φιλόδοξου, ο οποίος κυλάει στην διάνοιά του σχέδια ανεκτέλεστα, πόθους ανεκπλήρωτους, ή επιχειρεί έργο απραγματοποίητο, σε όλες τις λογοτεχνίας, αρχαίες και νεωτέρες, οι οποίες βρίθουν υπαινιγμών σε αυτόν. Ποιήθηκε μάλιστα και δράμα πεντάπρακτο υπό την επιγραφή «Le rocher de Sisyphe» υπό του E. Didier

 

  Πηγή: Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚA΄ σελίδα 876

 

 

ΤΙΤΥΟΣ

 Ήταν ένας Γίγαντας, για την γέννηση του οποίου υπήρχαν δύο αρχαιότατες παραδόσεις, η του Ομήρου και του Ησίοδου. Κατά την πρώτη ήταν υιός της Γαίας και κατά την δεύτερη της Ελάρας. Οι δύο αυτές παραδόσεις, συμπτύχθηκαν αργότερα σε μία, σε εκείνη του Απολλόδωρου (Ι. 4, 1). Κατά αυτήν ο Ζευς ήταν εραστής της ωραίας θυγατέρας του βασιλιά Ορχομενού Ελάρας, την οποία έκρυψε εντός της Γης, όταν την εγκατέστησε έγκυο, φοβούμενος της ζηλοτυπία της Ήρας. Όταν πέθανε η Ελάρα, η Γαία έφερε στο φως τον Τιτυό, ο οποίος γι’ αυτό θεωρήθηκε υιός της. Μεταβαίνοντας ο Τιτυός κάποτε στους Δελφούς, συνάντησε καθ’ οδών την Λυτώ και καταληφθείς από σαρκικό πόθο προσπάθησε να την βιάσει. Αυτή όμως επικαλέσθηκε σε βοήθειά της τα παιδιά της και ο Απόλλωνας εκτόξευσε αυτόν. Για την ασεβή του πράξη τιμωρήθηκε ο Τιτυός και μετά θάνατο, αφού γκρεμίστηκε στο Τάρταρο, όπου βασανίζονταν οι μεγάλοι κακούργοι. Εκεί καθηλωμένος ο πελώριος αυτός γίγαντας, βασανίζονταν από δύο γύπες, οι οποίο καταβρόχθιζαν το ακατάπαυστα αναγεννημένο ήπαρ του. Ο μύθος του Τιτυού υπήρξε προσφιλές θέμα της αρχαίας καλλιτεχνίας. Έτσι απεικονίστηκε από τον γλύπτη Βαθυκλέα να έχει κτυπηθεί με βέλη από τον Απόλλωνα και την Άρτεμη στον περίφημο θρόνο του Αμυκλαίου Απόλλωνα, από τον ζωγράφο Πολύγνωτο στην Λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς εξαντλημένος μετά την μεταθανάτια τιμωρία, από κάποιον άλλο γλύπτη στο αφιερωμένο σύμπλεγμα των Κνιδίων στους Δελφούς (Παυσ. Χ. 11. 1) και από πλείστους αγγειογράφους τοξευόμενος από τον Απόλλωνα ως υβριστής της τιμής της μητέρας του ή βασανιζόμενος ως Προμηθέας στον Άδη.

 

 Πηγή:  Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΓ΄ σελίδες 74 - 75

 

 

ΤΑ ΠΛΟΥΤΩΝΕΙΑ ή ΧΑΡΩΝΕΙΑ

 

Άνδρα του Πλούτωνα ή του Άδη. Από τους αρχαίους καλούνταν βάραθρα ή άνδρα (σπήλαια) και θεωρούνταν ιερά του Χάροντος ή Πλούτωνα, θεοτήτων του Άδη. Δια αυτών πιστεύονταν ότι ήταν δυνατή η κατάβαση στον Άδη. Τα πιο γνωστά από αυτά ήσαν τα εξής:

 

1. Δύο μικρά σπήλαια στην Ελευσίνα, προς τα δεξιά των μικρών προπυλαίων. Το μεγαλύτερο από αυτά θεωρούνταν η είσοδος του Άδη και είχε στο εσωτερικό του οπή, η οποία καλούνταν από τους αρχαίους Έλληνες «Καταβάσιον», διότι από αυτήν πίστευαν ότι κατέβηκε στον Άδη η Περσεφόνη όταν αρπάχθηκε από τον Πλούτωνα. Δίπλα στα σπήλαια αυτά βρέθηκε προτομή του θεού Εύβουλου που βρίσκεται στο Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο.

2. Το βρισκόμενο στην Καμπάνια της Ιταλίας, δίπλα στον κόλπο του Αόρνου, κοντά στο οποίο πιστεύονταν ότι βρίσκονταν το νεκυομαντείο στο οποίο πήγε ο Οδυσσέας

3. το άντρο καλούμενο, και σήμερα άντρο του κυνός (Grotta del cane) κοντά στην Νεάπολη, πολύ΄γνωστό για τις επιβλαβείς αναθυμιάσεις του

4. Τα της Φρυγίας, που ονομάζονταν και Χαρώνια, (στην Ιεράπολη, στο Αχαράκη της Νισαΐδος και το περί της Μαγνησίας της επί Μαιάνδρου και Πριήνης) που έχουν ολέθριες αναφορές. Στο Αχαράκη, όχι μακριά από τους Τράλλεις, το οποίο περιβάλλονταν από θαυμάσιο άλσος και στο οποίο υπήρχε ναός του Πλούτωνα και της Κόρης, φοιτούσε πλήθος νοσούντων, οι οποίοι νοσηλεύονταν ακολουθώντας την θεραπεία διαίτης την οποία επέβαλλαν σε αυτούς έμπειροι ιερείς κατά τα όνειρα είτε των νοσηλευομένων είτε ακόμη αυτών των ιερέων, μετά από επίκλησή τους προς τους ιατρούς θεούς (Στράβων C. 649).

 

 Πηγή: Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΔ΄ σελίδα 520 & τόμος Κ σελίδα 367

 

 

 

Ο ΧΑΡΩΝ

 

Ήταν ο πορθμέας του Άδη, ο οποίος μετέφερε τις σκιές των νεκρών από την μια όχθη του Αχέροντα, ή και των άλλων ποταμών του Άδη, Κωκυτού και Πυριφλεγέθοντος, στην άλλη, κατά την αρχαία ελληνική μυθολογία. Ο Όμηρος, αγνοεί την ύπαρξή του. Κατ’ αυτόν οι νεκροί μεταβαίνουν στον Άδη μόνοι τους ή συνοδευόμενοι υπό του ψυχοπομπού Ερμή. Ωσαύτως αγνοεί τον Χάροντα και ο Ησίοδος. Τούτου μνεία γίνεται πρώτα κατά τον ΣΤ' π. Χ. αιώνα στο απωλεσθέν έπος «Μινυάς» το οποίο αποδίδεται στον ποιητή Πρόδικο τον Φωκαέα. Από αυτή την παρεμβλημένης σκηνής του Άδη εμπνεύσθηκε ο Πολύγνωτος, και ζωγράφισε επί κάποιου τοίχου της Λέσχης των Δελφών τον Χάρωντα ως γέροντα πορθμέα, να μεταφέρει τις ψυχές του εφήβου Τέλλιδος και της παρθένας Κλεοβοίας εκ της μιας όχθης του Αχέροντα στην άλλη. Από την σκηνή αυτή φαίνεται δε να πήγασαν και οι μυθικές παραδόσεις και οι εμπνεύσεις των καλλιτεχνών περί Χάρωνος των αρχαίων Ελλήνων. Από τότε άρχισε να μνημονεύεται αυτός από ποιητές, τραγικούς και κωμικούς (όπως του Αισχύλου και του Αριστοφάνη), μυθογράφους και άλλους συγγραφείς (ως του Λουκιανού), Ελλήνων και Λατίνων (π. χ. του Βιργιλίου στην Αινειάδα του, στο επεισόδιο της καταβάσεως του Αινεία στον Άδη.

 

Ο Χάρων στο πορθμείο του και ιπτάμενες οι ψυχές των νεκρών ιπτάμενες (είδωλα των νεκρών) (Πηγή Φώτο: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΔ, σελίδα 520)

 

Είναι, κατά τις παραδόσεις των μύθων, ο εκ του Ερέβους και της Νυκτός γεννηθείς εύρωστος λευκόθριξ γέροντας με την αποκρουστική φυσιογνωμία και τους σπινθηροβόλους οφθαλμούς περιβεβλημένος ρυπαρό χιτώνα πορθμέας των τελματωδών και βορβορωδών του Άδη ποταμών, ο οποίος οδηγεί την λέμβο του στην όχθη Αχέροντα προς παραλαβή των σκιών των νεκρών, οι οποίες συνωθούνται εκεί και πέφτουν εκ του άνω κόσμου, πολυάριθμοι ως ξηρά φύλλα στα δάση του φθινοπώρου. Εκ τούτων εκλέγει με αγροίκα συμπεριφορά εκείνες, των οποίων οι νεκροί ετάφησαν καθ' όλους τους θρησκευτικούς κανόνες και που το στόμα τους εφοδιάστηκε με θρησκευτική ευλάβεια με ένα οβολό για την πληρωμή των πορθμείων, απωθεί δε τις υπόλοιπες τι οποίες με πολλές παρακλήσεις, καμπτόμενος, συναινεί να μεταφέρει άνευ πληρωμής. Συν το χρόνο ο Χάρων, επικράτησε όλων των άλλων μυθικών του Κάτω κόσμου όντων, ταυτίσθηκε με τον θάνατο, άλλη μορφή του Άδη στην αρχή και έγινε προσωποποίηση του θανάτου, ως στη νεωτέρα Ελληνική μυθολογία είναι ο Χάρος ή Χάροντας. Πολύ ηπιότερη είναι η μορφή του Χάροντα στην αρχαία ελληνική καλλιτεχνία, στα έργα της οποίας απεικονίζεται με χαρακτηριστικά γλυκέα κα φυσιογνωμία εν γένει υπομονετική και μελαγχολική. Δεν είναι σε αυτά το κακοποιών του θανάτου πνεύμα, αλλά συμπονετικός φίλος των νεκρών. Στα ανάγλυφα και τις νεκρικές ληκύθους τη αττικής τέχνης απεικονίζεται επί της λέμβου του γενειοφόρος γέροντας με φυσιογνωμία σκεπτική και αξιοπρεπή. Σπανιότατα αυτή είναι σκληρή και εξαγγέλλει οργή. Φοράει χιτώνα βραχύ, σφιγμένο στο σώμα του, και σκούφο με γύρους ανεστραμμένους, κρατάει δε με το ένα χέρι το κουπί και με το άλλο βοηθάει συνήθως την σκιά του νεκρού να επιβιβαστεί στην λέμβο του. Αντιθέτως όμως στα έργα της, ετρουσκικής (τυρρηνικής) τέχνης είναι το βασανιστικό πνεύμα του θανάτου. Απεικονίζεται με οξέα αυτιά όπως του λύκου, στόμα μεγάλο, μειδίαμα σαρκαστικό και άγρια και αιμοδιψή γενικά όψη (όπως γενικά είναι και η θρησκεία των Ετρούσκων), κρατάει δε στα χέρια του μια σφύρα, η οποία είναι όπλο και όργανο τιμωρίας, διότι στους Ετρούσκους ο Χάροντας δεν είναι μόνο ο ψυχοπομπός πορθμέας αλλά και ο αχώριστος του Άδη σφαγέας στις μάχες και δολοφόνος στις ενέδρες. Ο καταχθόνιος ολοκληρωτικά δήμιος, όστις απεικόνιζε ο πλησίον εκείνων, τους οποίους έμελλε να εξολοθρεύσει. Δια τούτο και στις εν Ρώμη (η οποία υπέστη τις ετρουσκικές επιρροές) παλαίστρες των ξιφομάχων ο δήμιος, ο οποίος αποτελείωνε τους βαριά εξ αυτών πληγωμένων, έφερε προσωπίδα Χάρωνα. Στα έργα τέχνης όμως οι Ρωμαίοι δεν υπέστησαν μόνον την ετρουσκική, άλλα και την ελληνική επίδραση. Δια αυτό και συνήθως ο Χάρων απεικονίζεται στις ρωμαϊκές σαρκοφάγους ως σκυθρωπός γέρων. Από τις διάφορες παραστάσεις των Χάροντα από διάφορες ληκύθους καλύτερη είναι η λήκυθος του Εθνικού Μουσείου, κατά την οποία απεικονίζεται ως γέρων ναύτης του αρχαίου ναυτικού όχλου του Πειραιά, προς την λέμβο του οποίου ο Έρμης οδηγεί μια νεκρή. Γύρω από το πλοίο πετούν στον αέρα πολλές μικρές πτερωτές μορφές. Είναι αυτές οι ψυχές των νεκρών, τα είδωλά τους.

 

Βιβλιογραφία

01. C. Gruger, «Charon und Thanatos»

02. Wasser, «Charon, Charun, Charos»

03. Rocco, «Il mito di Caronte»

04. Ambrosch, «De Charone Etrusco»

05. Ν. Πολίτη, «Παραδόσεις» κ.λ.π. Α΄ β΄ 1874

06. Σ. Κυριακίδου, «Ελληνική λαογραφία»

 

Πηγή: Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΔ΄ σελίδα 520

 

 

ΗΛΥΣΙΑ ΠΕΔΙΑ

 

«Ἠλύσιον Πεδίον» Ονομάζονταν φανταστικός τόπος στην δυτική εσχατιά της γης (όπως την φαντάζονταν οι αρχαίοι), όπου ζούσαν ζωή τερπνή και ευδαίμονη οι ήρωες, Τόπος άβατος λόγω της ιερότητάς του.

Μυθ: Η ονομασία Ηλύσια συναντάται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια. Στην Δ’ ραψωδία ο Πρωτεύς προλέγει τον Μενέλαο, ότι δεν πρόκειται να πεθάνει στο Άργος, αλλά ότι οι αθάνατοι θεοί θα τον στείλουν στο Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γης, όπου βρίσκεται ο ξανθός Ραδάμανθυς, όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς πόνο σε διαρκή ευτυχία. Εκεί δεν υπάρχει χιόνι, ούτε θύελλα, ούτε βροχή, αλλά ο Ζέφυρος πάντα στέλνει την δροσερή πνοή του για να δροσίζει τους ανθρώπους. Το Ηλύσιο κατά τον Όμηρο δεν είναι μέρος του Άδη, αλλά χώρα στην επιφάνεια της Γης και μάλιστα στο έσχατο μέρος του κόσμου, καθορισμένο, για την διαμονή, όχι ψυχών χωρισμένων από τα σώματα, αλλά ανθρώπων.

Κατά τους επικούς ποιητές, τους μεταγενέστερους του Ομήρου και μάλιστα στον Πίνδαρο, τα «Ἠλύσια ἣ αἱ νήσοι τῶν Μακάρων» είναι προνομιούχος διαμονή που επιφυλάσσεται για τα τέκνα των θεών και τους ένδοξους ήρωες, στους οποίους τρεις φορές κάθε έτος η γη προσφέρει γλυκούς καρπούς. Η Θέτις αρπάζει από την πυρά τον υιό της Αχιλλέα, που φονεύθηκε από τον Πάρη και τον Απόλλωνα, για να τον πάει στον νησί Λευκή, δηλαδή στην φωτεινή χώρα, η οποία αποτελεί αντίθεση προς τον σκοτεινό Άδη και πετύχαινε περί αυτού την Αθανασία. Το βασίλειο αυτό του Κρόνου και του Ραδάμανθυ ήταν επίσης ανοικτό στον Πηλέα, τον Διομήδη, τον Κάδμο, και στους ήρωες του Τρωικού και του Θηβαϊκού πολέμου. Αλλά μόνο η εύνοια των θεών παρείχε την ευδαιμονία αυτή στους εκλεκτούς αυτούς ευγενής γενεάς. Το στενό και αριστοκρατικό αυτό δόγμα άρχισε να ευρύνεται με την επιρροή των Μυστηρίων. Όταν το ιερό της Ελευσίνας έγινε προσιτό σε όλους, η ευτυχία των Ηλυσίων δεν ανήκε πλέον αποκλειστικά σε μια επίλεκτη τάξη της ανθρωπότητας αλλά μεταδόθηκε σε όλους εκείνους τους οποίους είχαν λάβει μέρος στις ιερές τελετές. Μετά από λίγο την υποσχέθηκαν και οι ποιητές, όχι μόνο σε μυημένους αλλά σε όλους εκείνους, οι οποίοι έζησαν επί της γης και έπραξαν το αγαθό και το δίκαιο. Ενώ οι ασεβείς μεταβαίνουν στο Τάρταρο, τον τόπο της Τιμωρίας.

Μετά από αυτά πιστεύονταν ότι τα νησιά των Μακάρων είναι δυο νησιά στον Ατλαντικό ωκεανό, που απείχαν από την Αφρικανική ακτή 10.000 στάδια, και ίσως να είναι οι Κανάριες νήσοι. Προς δυτικά λοιπόν, όπου η γλυκειά πνοή του Ζέφυρου βασιλεύει, στο τέρμα της Γης, αναζητείται το Ηλύσιο πεδίο και στα νησιά δυτικά της Αφρικής οι νήσοι των Μακάρων.

 

 Πηγή:  Μισυρλής Δ.Μ., Γυμνασιάρχης Εκπαιδευτικός Σύμβουλος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΒ΄, σελίδα 263

 

 

ΤΑΡΤΑΡΟΣ

 

Χώρα του Άδη όπου βασανίζονται οι μοχθηροί άνθρωποι μετά τον θάνατο για όσα εγκλήματα έπραξαν στην ζωή, στον Άνω Κόσμο. Η περί του Τάρταρου αντίληψη ως αντίστοιχη της Χριστιανικής Κόλασης διαμορφώθηκε βαθμηδόν. Στον Όμηρο (Οδύσ. Λ 582 κ. εξ.) τρεις είναι οι γνωστοί βασανιζόμενοι στον Άδη για τα εγκλήματά τους, ο Τιτυός, ο Τάνταλος και ο Σίσυφος. Στον Ησίοδο είναι ο Τάρταρος η ειρκτή του Κρόνου και των άλλων Τιτάνων, περιβαλλόμενη από χάλκινα τείχη, στην οποία φυλάσσονται αυτοί από τους σύμμαχους του Διός, τους τρεις εκατόγχειρες (Κότου, Βριάρεος, και Γύη). Χάλκινος άκμονας αν ριφθεί από την γη έφθανε στα Τάρταρα μετά από εννέα μέρες και εννέα νύχτες (Ισίοδος, Θεογονία, 722 κ. εξ.). Τόσο ήταν το βάθος και η απόστασή του από την Γη. Αλλά ο Τάρτατος, που για τους δύο αυτούς ποιητές στέγαζε ορισμένα μυθολογικά πρόσωπα, με τα διδάγματα των Ορφικών έγινε η ειρκτή και ο τόπος της τιμωρίας όλων των μοχθηρών, η λαϊκή δε και η ποιητική φαντασία έπλασε τότε όλο το οικοδόμημά του. Έτσι ο Πολύγνωτος στην λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς, παρέστησε στην τοιχογραφία Νέκυια της «Οδύσσειας» μεταξύ των άλλων προσώπων που βασανίζονται και ένα πατροκτόνο και ένα ιερόσυλο (Παυσ. Χ. 28.5). Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του περιγράφει τον τόπο αυτό «Τάρταρα» ως βασανιστήριο των πατροκτόνων, των επιόρκων, των προδοτών της πατρίδας, των παραβατών του άσυλου της φιλοξενίας κ.λ.π. ως σκοτεινός και δυσώδες έλος. Ο Πλούταρχος στο «Περί τῶν ὑπό τοῦ θείου βραδέως τιμωρουμένων» απαριθμεί πλείστα είδη τιμωριών, όπως και ο Λουκιανός σε διάφορους διάλογους του. Η περισσότερο όμως ενδιαφέρουσα περιγραφή του Ταρτάρου είναι εκείνη που έγινε από τον Βιργίλιο στην «Αινειάδα» του (βιβλ. VI, 535 - 636 & VII 563 κ. εξ.), κατά την οποία ο ανήλιος τούτος τόπος περιβάλλεται από τριπλά χάλκινα τείχη με σιδερένιο Πύργο, έργο των Κυκλώπων, σφυρήλατο, ειρκτές στα τρίσβαθα της Γης, και την Ερινύα Αληκτώ στην είσοδό του. Ως είσοδο του Τάρταρου και γενικά του Άδη στην Γη, μερικοί δέχονται άλλοι μεν μερικά σπήλαια της Κιλικίας, άλλοι το σπήλαιο στο ακρωτήριο Ταίναρο (ή και άλλα μέρη της Ελλάδας), και άλλοι στην Καμπάνια λίμνη Αβέρνο (Avernus lacus). Ο Τάρτατος είχε προσωποποιηθεί ως θεότητα του Άδη και λέγονταν πως ήταν αρχαιότατος θεός, γενόμενος υιός του Αιθέρα ή του Χάους και της Γαίας, πατέρας δε εκ αυτής του Τύφωνα (λέγονταν ακόμη και πατέρας του Κέρβερου), κυρίως όμως ήταν, κατ’ αντίθεση με τον Όλυμπο, χώρα του φωτός, η χώρα του σκότους, στην οποία απειλούσε να κατακρημνίσει ο Ζευς τους απειθείς θεούς. Περί της προελεύσεως της λέξης Τάρταρος υποστήριξαν μερικοί ότι προήλθε από την Αιγυπτιακή λέξη dordorot ή dardarot, που σημαίνει την αιώνια κατοικία, τον τάφο.

Από τα έργα της τέχνης με θέμα τον Τάρταρο, άξια λόγου ήταν κατά τα αρχαία χρόνια η τοιχογραφία του Πολύγνωτου. Από τους νεώτερους, στην πινακοθήκη του Μονάχου τοιχογραφία του Γερμανού ζωγράφου Cornelius («Tartarus»)

 

  Πηγή: Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΚΒ΄ σελίδα 814

 

 

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΜΟΝΕΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

Το Κεφάλιο VI, του βιβλίου «Η ΣΙΒΥΛΛΑ, τρία δοκίμια για την αρχαία θρησκεία και τον Χριστιανισμό», του Θαδαίου Ζελίνσκι, εκδόσεις Εκάτη, Ιούλιος 2000, Αθήνα

 

Δεν θα μιλήσω εδώ για άλλες ουσιαστικές πλευρές του χριστιανισμού, όπως είναι το βάπτισμα ή η ευχαριστία. Μολονότι θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλές «ειδωλολατρικές» αναλογίες και για το ένα και για τ' άλλο, δεν λείπουν καθόλου και οι ιουδαϊκές. Ας επιστρέψουμε στην αφετηρία μας: το αρχαίο δόγμα, το οποίο διακηρύσσει ότι όλες οι ψυχές είναι αθάνατες, και ότι οι ψυχές των καλών και των γενναίων είναι θεϊκές. Εξετάσαμε το δεύτερο ήμισυ του για να το ξανασυναντήσουμε ολόκληρο στο χριστιανισμό· ας εξετάσουμε τώρα το πρώτο μέρος.

Η αθανασία, στην ακριβή έννοια της λέξης, είναι μια φιλοσοφική διδασκαλία. Η Λαϊκή θρησκεία αρκούνταν σε μια επιβίωση απροσδιόριστης διάρκειας, ενώ ταυτόχρονα η ψυχή η οποία επιζούσε κρατιόταν κοντά στον τάφο του σώματος, πότε αδύνατη, πότε δυνατή, αλλά και στις δύο αυτές περιπτώσεις σε αδιάκοπη επικοινωνία με τους ζωντανούς.

Η ομηρική εσχατολογία προσπάθησε να σπάσει αυτό το δεσμό, δημιουργώντας την ιδέα ενός κοινού Άδη που βρισκόταν στην απώτατη δύση. Δεν σημαίνει, όμως, ότι ένας διφορούμενος συμβιβασμός, ο οποίος τοποθέτησε τον Άδη στους υπόγειους χώρους και συνεπώς γειτονικούς με τους τάφους των πεθαμένων, ότι αποκατέστησε έτσι τις σχέσεις των ψυχών με τον κόσμο των ζωντανών. Αυτός ο Άδης έπρεπε να 'ναι ο ίδιος για όλους, για τον Αχιλλέα και για τον Θερσίτη· η έκδηλη όμως αδικία μιας παρόμοιας ισότητας έκανε ώστε σύντομα να δεχθούν εξαιρέσεις. Τούτο υπήρξε μια αποφασιστική και πλούσια σε συνέπειες πράξη: η ιδέα της δικαιοσύνης κυριάρχησε στην εσχατολογία.

Δεν ήταν, ωστόσο, η δικαιοσύνη η οποία προκάλεσε τη σύγκρουση. Αν, σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Τάνταλος, ο Σίσυφος και κυρίως οι επίορκοι υποφέρουν ατέλειωτα βάσανα στον άλλο κόσμο, είναι γιατί προσέβαλαν τους θεούς. Η τιμωρία τους μαρτυρούσε τη δύναμη μάλλον των θεών παρά τη δικαιοσύνη τους. Από την άλλη πλευρά, ο Μενέλαος, ο Ραδάμανθυς και άλλοι, αφού πέρασαν τη ζωή τους, έγιναν δεκτοί ανάμεσα στους μακάριους των Ηλυσίων Πεδίων, και αυτό δεν έγινε για τις αρετές τους, αλλά μάλλον γιατί ήταν παιδιά ή γαμπροί των θεών.

Ακόμα και τα ίδια τα Ελευσίνια μυστήρια δεν εισήλθαν αμέσως στην οδό την οποία υπέδειξε η δικαιοσύνη: η ευδαιμονία, την οποία υπόσχονταν, προοριζόταν για τους μυημένους και όχι για τους ενάρετους. Το ηθικό όμως στοιχείο δεν άργησε να ενωθεί με το ιερατικό.

Την εποχή του Αριστοφάνη, έχουμε ήδη στη θρησκεία της Δήμητρας έναν παράδεισο, που προοριζόταν για εκείνους οι οποίοι, αφού μυήθηκαν, είχαν δείξει μια ευλαβική διαγωγή απέναντι στους ξένους και στους ταπεινούς. Από την άλλη πλευρά, συναντάμε μια κόλαση -είναι «τα σκοτάδια και ο αιώνιος βόρβορος»- διαμονή για όσους είχαν αθετήσει τις τρεις μεγάλες εντολές της ελληνικής θρησκευτικής ηθικής: το νόμο της ευλάβειας προς τους θεούς, τους γονείς και τους ξένους. Ανάμεσα σ' αυτά τα δύο έμεινε ο παλιός Άδης, διαμονή των αναίσθητων ψύχουν, που ούτε χαρά ούτε πόνο δοκιμάζουν: σ' αυτόν περιόριζαν όσους στη ζωή τους δεν ήταν ούτε καλοί ούτε κακοί.

Ιδού λοιπόν οι παραστάσεις για τον άλλο κόσμο, ευρέως προσδιορισμένες από την ιδέα της θριαμβεύουσας δικαιοσύνης· κανείς δεν θα μπορούσε να μεγαλοποιήσει τον εξαιρετικά παιδαγωγικό ρόλο των Ελευσίνιων μυστηρίων.

Δεν σταμάτησαν ωστόσο εδώ. Δεν θα μιλήσω τώρα για τις μεταβολές, που οφείλονται στις ιδέες της προΰπαρξης και της μετεμψύχωσης. Το ψυχολογικό όμως πρόβλημα του κακού οδήγησε σε μεταγενέστερες διακρίσεις, που τις υπέβαλε η αναλογία τους με τις ασθένειες του σώματος. Φαίνεται ότι πρώτα τα Ορφικά μυστήρια ασχολήθηκαν με αυτή την ιδέα. Ένα σώμα ουσιαστικά υγιές υπόκειται βέβαια σε παροδικές και «θεραπεύσιμες» ασθένειες. Η περίπτωση αυτή ξεχωρίζει εντελώς από εκείνη, όπου ένα σώμα έχει προσβληθεί από μια «αγιάτρευτη» ασθένεια, και γι' αυτό το λόγο είναι καταδικασμένο σε θάνατο. Και η ίδια η ιδέα της δικαιοσύνης, που είχε οδηγήσει στην τριπλή διαφοροποίηση της παραμονής των νεκρών, εισήγαγε την εν λόγω μεταγενέστερη μεταβολή. Δεν είναι δίκαιο να περιβάλλουμε με το ίδιο μίσος τις ουσιαστικά καλές ψυχές, που όμως έχουν προσβληθεί από παροδική και θεραπεύσιμη ασθένεια, και εκείνες που στην ουσία είναι αθεράπευτα κακές. Και εφόσον οι θεοί απονέμουν τη δικαιοσύνη, πρέπει μάλιστα να δεχθούμε ότι στις απέραντες εκτάσεις του άλλου κόσμου έχουν ορίσει μια προσωρινή παραμονή για τις πρόσκαιρα ένοχες ψυχές, ώστε να μπορέσουν εκεί να εξιλεωθούν για τα λάθη τους. Οι ψυχές αυτές λοιπόν θα δρασκελίσουν, αργά ή γρήγορα, τις πύλες του παραδείσου, είτε αφού υποστούν σ' όλη της την αυστηρότητα τη μετάνοια, την οποία τους επέβαλε η θεία δικαιοσύνη, είτε αφού λάβουν συγχώρεση εκείνων που είχαν προσβάλει. Ενώπιον αυτού του καθαρτηρίου, που προήλθε από την ηθική αντίληψη για τον άλλο κόσμο, ο χλωμός και αδιάφορος Άδης του Ομήρου δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Δεν καταργήθηκε (η αρχαία θρησκεία δεν διέθετε τα αναγκαία μέσα για να καταργήσει ένα δόγμα), έχασε όμως την παλαιά του σημασία.

Όπως βλέπουμε, αυτή η ηθική, όσο και λογική αντίληψη για τον άλλο κόσμο οδηγούσε κατ' ανάγκην σε μια τριμερή διαίρεση: τον παράδεισο για τους καλούς, την κόλαση για τους κακούς, τον Άδη ή, μάλλον, το καθαρτήριο για εκείνους οι οποίοι σ' έναν προχωρημένο βαθμό δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η ιδέα του χωρισμού σε δύο μόνο μέρη -παράδεισος ή κόλαση- η οποία προϋποθέτει μια αμετάβλητη και οριστική γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό, θα είχε εξεγείρει την ηθική συνείδηση της αρχαίας ψυχής, καθώς και το λογικό της αίσθημα.

Δεν είμαστε ακόμα στο τέλος. Η ιδέα ή, μάλλον, το αίσθημα μιας σχέσης συμπάθειας ανάμεσα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους, την οποία μάταια πολέμησε ο Όμηρος, προσπάθησε να προσαρμοσθεί με τις νέες αποκαλύψεις του Ορφισμού. Οι όροι όμως έγιναν πιο πολύπλοκοι. Δεδομένου της τριήμερης παραμονής στον άλλο κόσμο, ποιες μπορούσαν να 'ναι οι σχέσεις μας μ' εκείνους;

Για τους καταδικασμένους, δεν γίνεται λόγος: βαθιά και αιώνια λήθη είναι η μοίρα που τους αξίζει. Οι δίκαιοι δεν έχουν ανάγκη από την ευτελή μας βοήθεια· εμείς μάλλον πρέπει να επικαλούμαστε τη βοήθεια τους σε περίπτωση κινδύνου. Το αληθινό αντικείμενο της θερμής μας ευλάβειας, είναι οι ψυχές του καθαρτηρίου. Η ίδια αγάπη -και είναι η αγάπη, ας μην το λησμονούμε, που κυριαρχεί στην αρχαία εσχατολογία, κυρίως εκείνης η οποία στηριζόταν στον Ορφέα και την Ευρυδίκη- η ίδια αγάπη, που στους απόμακρους και αφελείς καιρούς είχε κάνει τους επιζώντες να τρέφουν και να διασκεδάζουν τις στερημένες και θλιμμένες ψυχές των «αγαπημένων» νεκρών τους, τους υποχρέωνε τώρα να έρθουν να βοηθήσουν τις ψυχές των νεκρών που υπέφεραν. Η δικαιοσύνη δεν είχε αντίρρηση σ' αυτό, το αντίθετο μάλιστα. Αξίζει ν' αφήνουμε ανθρώπους πάνω στη γη που να μας αγαπούν. Ας έρθει λοιπόν αυτή η αρετή να αντισταθμίσει εν μέρει τα αμαρτήματα μας και, συνεπώς, να συντομεύσει το χρόνο και την αυστηρότητα της μετάνοιας μας.

Η διαφθορά του ισχυρότερου είναι η χειρότερη, είπε πολύ σωστά ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης. Ότι δυσάρεστες καταχρήσεις διέφθειραν την όμορφη και μεγάλη ιδέα, για την οποία μιλάμε εδώ, ποιος θα τολμούσε να το αρνηθεί; Ούτε ήταν ήρωες αρετής και σοφίας, πάνω απ' όλα, οι «ορφεοτελεστές», που, αναστατώνοντας τα χωριά και την ύπαιθρο, προσηλύτιζαν τους απλούς ανθρώπους στα μυστήρια του μεγάλου μύστη. Το θεωρούσαν θεμιτό να τρομάζουν τους απλούς ανθρώπους με τις τρομερές εικόνες των τιμωριών του άλλου κόσμου· ήταν επίσης θεμιτό να προσφέρουν γενναιόδωρα τη μεσολάβηση τους -με το αζημίωτο, εννοείται-για να βοηθήσουν τον πατέρα, το αφεντικό, ένα φίλο που πέθανε. Αυτό το βεβαιώνει και ο Πλάτων, και δεν επιτρέπεται να αμφιβάλλουμε. Τι αποδεικνύει όμως αυτό; Είναι κοινή μοίρα των μεγάλων και ωραίων ιδεών να τις καταχρώνται ηλίθιοι και αισχροί άνθρωποι. Δεν παύουν, γι’ αυτό το λόγο, να 'ναι μεγάλες και ωραίες.

Εξάλλου, κάθε απολογία είναι ανώφελη. Αυτό το οποίο θέλησα να δείξω, είναι ότι για τον τομέα για τον οποίο μιλάμε, ο χριστιανισμός -ο αληθινός χριστιανισμός, όπως τον ορίσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο- βρήκε τις ψυχές ολότελα προετοιμασμένες από την αρχαία θρησκεία.

 

 

ΤΑΦΗ & ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ & ΡΩΜΗ

Η μελέτη των ταφικών μνημείων και τους περιεχόμενους τους, συχνά σε συνδυασμό με τα γραπτά κείμενα (όποτε αυτά υπάρχουν), προσφέρει ένα σημαντικό μέσο προσέγγισης για τη γνώση των δοξασιών των αρχαίων σχετικά με τον θάνατο, αφού τα ταφικά μνημεία, είτε είναι απλοί λάκκοι είτε μνημειώδη υπέργεια οικοδομήματα, διατηρούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους οικισμούς και πολλές φορές διαφεύγουν από την προσοχή των συλητών. Πολύ συχνά οι εκτεταμένες νεκροπόλεις, αποτελούν εικόνα και ομοίωση του τρόπου ζωής των ζωντανών, καθώς μέσα στους τάφους τοποθετούντο μαζί με την σορό του νεκρού κοσμήματα, όπλα, εδώδιμα, αρώματα, έπιπλα, κ.λ.π., για να εξυπηρετούν τις ανάγκες του, όταν ζούσε. Οι πρακτικές αυτές μαρτυρούν επίσης έθιμα και δοξασίες για την μεταθανάτιο ζωή, την λατρεία των νεκρών και τις σχέσεις τους με τους ζωντανούς.

 

 

 Εγχυτρισμός των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ.. Εγχυτρισμός ονομαζόταν η ταφή νεογέννητων βρεφών σε μεταχειρισμένους αμφορείς οίνου. Τις ταφές αυτές συνόδευαν ως κτερίσματα μικρά αγγεία σε σχήμα ζώων και παιχνίδια. Η συγκεκριμένη ταφή ανακαλύφτηκε στον Κεραμεικό, στις παρυφές της Ιεράς Οδού. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 90)

 

Τα ίδια τα ταφικά μνημεία, εκτός από τις τεχνικές γνώσεις που παρέχουν, απεικονίζουν τη δομή της κοινωνίας η οποία τα δημιούργησε, την ιεραρχία και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ βασιλέων, πλούσιων ιδιωτών και απλών ανθρώπων. Οι γνώσεις μας για πολλές αρχαίες κοινωνίες και πολιτισμούς έχουν εμπλουτισθεί σε μεγάλο βαθμό από τη μελέτη των τάφων και είναι ευνόητο ότι καμιά από αυτές δεν μπορεί να κατανοηθεί στο σύνολο της αν αγνοηθούν τα δεδομένα που παρέχονται από τους τάφους.

 

 

 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΤΑΦΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΑΦΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο αρχαίος κόσμος χρησιμοποίησε δύο μορφές ταφής σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς: τον ενταφιασμό και την καύση. Στην Ελλάδα εφαρμόσθηκαν και οι δύο τύποι, άλλοτε παράλληλα και άλλοτε κατ' αποκλειστικότητα.

Η καύση των νεκρών αποτελούσε κοινή πρακτική κατά τους τελευταίους μυκηναϊκούς χρόνους. Στους πρωτογεωμετρικούς και τους γεωμετρικούς χρόνους συνεχίσθηκε η εφαρμογή της. Ιδίως για τους ενήλικες, ενώ τα παιδιά εξακολούθησαν να ενταφιάζονται. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά νεκροταφεία των μεταβατικών χρόνων ανασκάφτηκε στην Ξηρόπολη, στο Λευκαντί (1000 - 850 π.Χ.). Σ’ ένα επιβλητικό ταφικό μνημείο του 10ου αιώνα βρέθηκαν τρεις ή τέσσερις σκελετοί αλόγων μαζί με μια ανδρική καύση και μια γυναικεία ταφή. Στην Αθήνα το σπουδαιότερο νεκροταφείο των γεωμετρικών χρόνων εκτεινόταν γύρω από την Ακρόπολη, στην περιοχή της Αγοράς και του Δίπυλου και κυρίως στον Κεραμεικό.

Οι συνηθέστεροι τύποι των τάφων που χρησιμοποιούντο ήταν οι λακκοειδείς που καλύπτονταν με πλάκες ή ξύλινα δοκάρια. Οι τάφοι που περιέκλειαν τα αγγεία με την τέφρα των νεκρών και τα κτερίσματα (τα οποία, με την πάροδο του χρόνου, αυξήθηκαν σε ποιότητα και ποσότητα), καλύπτονταν συνήθως με τύμβο, επάνω στον οποίο στηνόταν μια στήλη ή ένα μεγάλο αγγείο ως επιτύμβιο. Αυτό τον σκοπό εξυπηρετούσαν τα μεγάλα αγγεία του Δίπυλου. Από τις παραστάσεις των αγγείων αυτών συνάγουμε σημαντικά συμπεράσματα για τα έθιμα ταφής τα οποία αποκρυσταλλώθηκαν κατά τους επόμενους χρόνους.

 

Ο εντυπωσιακός τάφος στο Λευκάδια αποτελεί χαρακτηριστικό τύπο μακεδονικού τάφου, με ναόμορφη πρόσοψη και πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 91)

 

Την ίδια εποχή σε πολλά μέρη της Ελλάδας διαμορφώθηκαν τα νεκροταφεία των τύμβων, λαμπρά παραδείγματα των οποίων σώζονται κυρίως στην Ήπειρο και τη Μακεδονία. Κάθε τύμβος περιελάμβανε πολλές ταφές, γεγονός που υποδηλώνει ότι ανήκε σε μια οικογένεια, όπως συνέβαινε παλαιότερα με τους μυκηναϊκούς θολωτούς και θαλαμωτούς τάφους. Οι καύσεις ήταν σπάνιες και οι νεκροί θάβονταν σε απλούς λάκκους ή πιθάρια και συνοδεύονταν από κτερίσματα (όπλα για τους άνδρες, κοσμήματα και αγγεία για τις γυναίκες). Το γεγονός ότι επρόκειτο για συστάδες τάφων δηλώνει ότι η κοινωνία στην οποία ανήκαν οι τάφοι ήταν αριστοκρατική, οργανωμένη κατά γένη.

 

 Πήλινη σαρκοφάγος κλαζομενιακού τύπου από το νεκροταφείο των τύμβων στα Άβδηρα, Η γραπτή διακόσμηση στο άνω μέρος απεικονίζει τον μύθο του Τρωίλου, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια κοσμείται με φυτικά θέματα (Μουσείο Αβδήρων, αρ. 6472) (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 92)

 

Από την αρχαϊκή εποχή και μέχρι το τέλος της αρχαιότητας άρχισε να υπερισχύει και πάλι ο ενταφιασμός έναντι της καύσης, αν και το τελευταίο αυτό έθιμο δεν έπαψε ποτέ να τηρείται. Οι νεκροί τοποθετούντο μέσα σε λακκοειδείς τάφους, σε πολλούς από τους οποίους βρέθηκαν ίχνη από ξύλινες σαρκοφάγους. Πολύ διαδεδομένη έγινε η χρήση πήλινης σαρκοφάγου με πλούσια γραπτή διακόσμηση (οι πιο γνωστές είναι οι κλαζομένιες). Στον ελληνικό χώρο ωραιότατες παρόμοιες σαρκοφάγοι έχουν βρεθεί στα νεκροταφεία θρακικών πόλεων, όπως τα Άβδηρα και η Μεσημβρία. Ταυτόχρονα, αλλά κυρίως από την κλασική εποχή, οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας έθαβαν τους νεκρούς τους σε μεγάλες πήλινες σαρκοφάγους με ωραιότατη γραπτή διακόσμηση, επηρεασμένοι ίσως από τα παλαιότερα ετρουσκικά πρότυπα. Τα καλύτερα δείγματα τέτοιων τάφων βρέθηκαν στην Ποσειδώνια (Paestum).

Τα οργανωμένα νεκροταφεία της αρχαϊκής εποχής δημιουργούντο πλέον έξω από τους οικισμούς και τις πόλεις, λόγω έλλειψης χώρου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, λόγου χάρη. τα νεκροταφεία της Σίνδου και της Αθήνας (Εξω Κεραμεικός). Οι τάφοι ανοίγονταν κοντά στις πύλες και ακολουθούσαν τις κύριες οδικές αρτηρίες, καθιστώντας έτσι ευκολότερη τη μεταφορά του νεκρού. Μερικά από τα πολύ γνωστά ταφικά μνημεία του αθηναϊκού άστεως έχουν βρεθεί κατά μήκος της Ιεράς Οδού (νεκροταφείο του Ηριδανού), κοντά στις πύλες Διοχάρους (πλατεία Συντάγματος), τις Ήριες πύλες (πλατεία Ελευθερίας) και τις Διόμειες πύλες (στην αρχή της οδού Βουλιαγμένης). Στους αττικούς δήμους ταφικά μνημεία είχαν στηθεί από πλούσιους γαιοκτήμονες σε ιδιωτικά νεκροταφεία ή κατά μήκος των οδών οι οποίες ένωναν την πόλη με κάποιο ιερό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης είναι τα ταφικά μνημεία του Ραμνούντα, τα οποία διευθετήθηκαν κατά μήκος της οδού που ένωνε την πόλη με το ιερό της Νέμεσις και συνεχιζόταν προς τα νότια.

Οι λακκοειδείς τάφοι είχαν συχνά επενδεδυμένα τοιχώματα, ενώ σύντομα επικράτησαν οι κεραμοσκεπείς τάφοι, ένα είδος κιβωτίου από κεραμίδια. Ο νεκρός τοποθετείτο είτε κατευθείαν στο έδαφος είτε επάνω σε μια στρώση από χαλίκια ή κεραμίδια (ας σημειωθεί ότι τα αρχαία κεραμίδια ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα σύγχρονα και πιο επίπεδα, με συνήθεις διαστάσεις 70 χ 90 εκ.). Οι παιδικές ταφές γίνονταν μέσα σε πήλινες λάρνακες ή λίθινες σαρκοφάγους, ακόμη και μέσα σε αγγεία. Τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούντο τριγύρω. Επάνω από τον τάφο κατασκευαζόταν ένας τύμβος, η βάση του οποίου οριζόταν από μια σειρά λίθων και σπανιότερα από κτιστό χαμηλό τοίχο. Παράλληλα υπήρχαν και κτιστοί υπέργειοι τάφοι και τύμβοι, ενώ στο τέλος του 5ου αιώνα εμφανίσθηκε ο ταφικός περίβολος, δηλαδή μια ομάδα τάφων που ανήκαν στην ίδια οικογένεια, περικλείονταν από περίβολο και κοσμούντο με πολλά επιτύμβία μνημεία ποικίλων τύπων. Κοντά σε αυτά είχαν διανοιχτεί αύλακες, μέσα στις οποίες οι συγγενείς τοποθετούσαν στους τιμώμενους νεκρούς τις προσφορές τους κατά τη διάρκεια των επικήδειων και των επιμνημόσυνων τελετών.

 

Αριστερά: Η χρυσή λάρνακα από τον Τάφο II της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα περιέκλειε τα οστά του νεκρού, τυλιγμένα μ' ένα πορφυρό ύφασμα και συνοδευόμενα από ένα χρυσό στεφάνι βελανιδιάς μοναδικής τέχνης. Οι ενδελεχείς μελέτες των οστών χρονολογούν τον νεκρό στο β' ήμισυ του 4ου αιώνα π.Χ., ενισχύοντας καθοριστικά την άποψη ότι πρόκειται όντως για τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 93)

Μέσο: Πήλινη πινακίδα από τον Κεραμεικό, περί το 510 π.Χ. Απεικονίζεται σκηνή πρόθεσης με θρηνωδούς (Μουσείο Κεραμεικού). (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 94)

 Δεξιά: Από τάφο του Κεραμεικού προέρχονται ένα χρυσό στεφάνι μυρτιάς, ένα δακτυλίδι και ένα νόμισμα, ο περίφημος άβολος του Χάροντα τον οποίο τοπο9ετούσαν στο στόμα του νεκρού (Μουσείο Κεραμεικού, προθήκη 39) (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 94)

 

 Στην κορυφή του ταφικού μνημείου (λάκκου, τύμβου, περιβόλου) στηνόταν το σήμα. Συνηθέστερα σήματα (δηλαδή ορόσημα) των τάφων ήταν αρχικά τα μεγάλων διαστάσεων αγγεία, κυρίως αμφορείς και κρατήρες. Στην αρχαϊκή εποχή τον ρόλο αυτό διαδραμάτιζαν οι κούροι, οι κόρες και οι στήλες με επίστεψη σφίγγας, ανθεμίου ή αετώματος. Στην κλασική εποχή οι στήλες έγιναν πιο σύνθετες, με μία ή περισσότερες μορφές που συνήθως εικονίζονται σε στάση «δεξίωσης», μια χειρονομία που υποδηλώνει την ενότητα και την επικοινωνία του νεκρού με τους ζωντανούς συγγενείς του, παρά το γεγονός του θανάτου. Εξίσου συχνά χρησιμοποιούντο οι μεγάλες λουτροφόροι και τα ναόσχημα κτίρια, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν τη μνημειακή εξέλιξη της επιτύμβιας στήλης. Στην ελληνιστική εποχή τα σήματα ήταν πιο απλά, ως συνέπεια του νόμου τον οποίο εξέδωσε ο Δημήτριος ο Φαληρέας (το 314 ή 304 π.χ.) και με τον οποίο καταργούντο τα πολυτελή επιτύμβια μνημεία, για να περιορισθούν οι άσκοπες σπατάλες και η τάση επίδειξης των πλούσιων πολιτών. Έτσι, τα σήματα περιορίστηκαν σε απλούς ακόσμητους κιονίσκους ή στήλες και ληκύθους μικρών διαστάσεων. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους μαζί με το όνομα του νεκρού ή των νεκρών αναγραφόταν και η ευχή ΧΑΙΡΕ ή ΧΑΙΡΕΤΕ, προφανώς για να δηλώσει τον αποχαιρετισμό του νεκρού από τους συγγενείς του, όπως συνέβαινε παλαιότερα με τη σκηνή της «δεξίωσης».

Αριστερά: Από έναν χώρο προσφορών νότια της Ιεράς Οδού προέρχονται πολλά μελανόμορφα αγγεία, μεταξύ αυτών και μια υδρία - λουτροφόρος με πλούσια διακόσμηση. Στον υψηλό λαιμό της ζωγραφίστηκαν γυναίκες θρηνωδοί, ενώ ένα ειδώλιο θρηνωδού κοσμεί και το χείλος της (Μουσείο Κεραμεικού, προθήκη 20). (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 95)

Δεξιά: Σύμφωνα με τις δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων, ο Χάρων οδηγούσε τις ψυχές των νεκρών μ' ένα πλοιάριο η ταξίδευε στη λίμνη Αχερουσία και μετέφερε τους νεκρό στον Κάτω Κόσμο. Η μορφή του Χάροντα απεικονίζεται μια αττική λευκή λήκυθο του 5ου αιώνα π.Χ. (Ε Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. 1927) (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 96)

 

Ιδιαίτερος λόγος πρέπει να γίνει για μια κατηγορία μνημειωδών τάφων του 4ου αιώνα που έγιναν γνωστοί ως «μακεδόνικοι», αφού ο τύπος αυτός επιχωριάζει στη Μακεδονία, αλλά συναντάται και σε περιοχές όπου η μακεδονική παρουσία υπήρξε έντονη, για παράδειγμα στην Ερέτρια. Οι τάφοι αυτοί χαρακτηρίζονται από τον υπόγειο θολωτό θάλαμο και τον προθάλαμο, οι οποίοι στεγάζονται με κυλινδρική καμάρα. Η ναόσχημη πρόσοψη τους κοσμείται με γραπτές ή ανάγλυφες ζωφόρους δωρικού ή ιωνικού ρυθμού, μεγάλα μαρμάρινα θυρόφυλλα με διακοσμητικές εφηλίδες (δηλαδή κεφάλια καρφιών), καθώς και με γραπτές παραστάσεις. Στο εσωτερικό των τάφων, που συχνά έφεραν και γραπτή διακόσμηση, τοποθετούντο η νεκρική κλίνη, ένας μαρμάρινος θρόνος και πολλά κτερίσματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσεγμένης αρχιτεκτονικής πρόσοψης των μακεδονικών τάφων είναι ο τάφος της Κρίσεως στα Λευκάδια. Οι πιο πλούσιοι σε ταφικό εξοπλισμό, όμως, ήταν οι διάσημοι Τάφοι II και III της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα, που είχαν την τύχη να βρεθούν ασύλητοι, σε αντίθεση με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους μακεδόνικους τάφους.

 

 

 

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ

Τα ομηρικά έπη αναφέρουν πολλές λεπτομέρειες για ταφές και ταφικά έθιμα, που συνδέονται με τους πρώτους ιστορικούς χρόνους: θρήνους πριν από την καύση του νεκρού, πλύσιμο των οστών και εναπόθεση τους σε αγγείο, ίδρυση τύμβου πάνω από τον τάφο, τέλεση επιτάφιων αγώνων και προσφορά γευμάτων.

 

Αριστερά: Ταφικό μνημείο του Προκελίδη και της οικογένειάς του, από τον Κεραμεικό (4ος αιώνας π.Χ.). Απεικονίζεται η σκηνή της «δεξίωσης», δηλαδή η στιγμή κατά την οποία ο νεκρός αποχαιρετά τους ζώντες συγγενείς του (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. 737) (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 97)

Δεξιά: Στους τάφους των νεκρών οι συγγενείς άφηναν προσφορές σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στην ταφή του Διονυσίου από τον Κολλυτό υπήρχε ένας λάκκος προσφορών ο οποίος περιείχε περί τα 100 αγγεία, ενώ περισσότερες από 80 χάλκινες αιχμές βελών, η σημασία των οποίων παραμένει ασαφής. Οι προσφορές χρονολογούνται στην εποχή του θανάτου του Διονυσίου, περίπου μεταξύ του 345 και του 338 π.Χ. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 98)

 

 

Οι Έλληνες πίστευαν ότι οι ψυχές των νεκρών κατέβαιναν στο βασίλειο του θεού Άδη ή Πλούτωνα. Οδηγός του νεκρού στο στερνό του ταξίδι ήταν ο Ερμής Ψυχοπομπός. Αυτός οδηγούσε την ψυχή και την άφηνε στην όχθη του ποταμού Αχέροντα. Εκεί την παρελάμβανε ο Χάροντας για να την περάσει στην απέναντι όχθη με αντίτιμο το νόμισμα που είχαν τοποθετήσει οι συγγενείς στο στόμα του νεκρού. Αν οι συγγενείς δεν τοποθετούσαν το νόμισμα, τότε η ψυχή του νεκρού περιπλανιόταν δυστυχισμένη, χωρίς να μπορεί να μπει στον Άδη. Ακολουθούσε η κρίση της ψυχής από τους τρεις κριτές του Άδη, τον Αιακό, τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυ. Αν ο νεκρός είχε ζήσει μια ενάρετη ζωή - και ιδίως αν είχε μυηθεί σε μια μυστηριακή λατρεία - μετέβαινε στα Ηλύσια Πεδία, έναν ηλιόλουστο τόπο γεμάτο ευτυχία και χαρά. Αν, αντίθετα, η ζωή του ήταν κακή, ριχνόταν στα Τάρταρα, όπου υποβαλλόταν σε φοβερά βασανιστήρια. Αν, τέλος, η ζωή του δεν ήταν ούτε καλή αλλά ούτε και κακή, η ψυχή του οδηγείτο σ' έναν ομιχλώδη τόπο, που ονομαζόταν «Κήπος των Ασφοδέλων». Μόνη της ελπίδα πλέον ήταν οι θυσίες που έκαναν οι συγγενείς του νεκρού και δρόσιζαν την ψυχή του. Τότε όχι μόνο θυμόταν τα περασμένα, αλλά μπορούσε και να κάνει προβλέψεις για το μέλλον.

 Για τα ταφικά έθιμα της κλασικής αρχαιότητας, από τη Γεωμετρική μέχρι τη Ρωμαϊκή Εποχή, υπάρχουν πολλές αναφορές στις φιλολογικές πηγές, πληρέστερη από τις οποίες είναι η περιγραφή από τον Θουκυδίδη της ταφής των νεκρών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου, κατά την οποία ο Περικλής φέρεται ότι εκφώνησε τον περίφημο «Επιτάφιο» λόγο του. Ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τους Έλληνες να ταφούν στη γενέτειρα τους και μια από τις μεγαλύτερες τιμωρίες ήταν η άρνηση της ταφής στον τόπο τους ή η απότιση των τελευταίων φροντίδων στον νεκρό από ξένους. Γι' αυτό ο βασιλιάς Αγησίπολις μεταφέρθηκε από τη Χαλκιδική στη Σπάρτη συντηρημένος μέσα σε μέλι και ο Αγησίλαος Β' από τη βόρεια Αφρική μέσα σε κερί. Παραδόξως, ο κανόνας αυτός δεν ίσχυσε για τον Αλέξανδρο τον Μέγα, αν και στην περίπτωση του έπαιξαν ρόλο πολιτικές σκοπιμότητες των διαδόχων. Βασικά στοιχεία μιας ταφής ήταν η πρόθεση (δηλαδή η εναπόθεση του νεκρού σε νεκροκρέβατο μέσα στην οικία του), ο θρήνος (από τους, συγγενείς, τους φίλους, αλλά και επαγγελματίες γυναίκες θρηνωδούς) και η εκφορά (δηλαδή η μεταφορά του νεκρού στην τελευταία του κατοικία).

Τον νεκρό περιποιούντο γυναίκες του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος, που είχαν περάσει την ηλικία των 60 ετών. Σε ένδειξη πένθους έκοβαν τα μαλλιά τους και φορούσαν μαύρα ή γκρίζα ρούχα, όπως και οι υπόλοιποι συγγενείς. Οι γυναίκες έπλεναν το σώμα του νεκρού, το άλειφαν με λάδι, το έντυναν, το στόλιζαν με άνθη και κορδέλες και το τοποθετούσαν στην κλίνη. Η συνήθεια, την οποία αναφέρουν μεταγενέστερες πηγές, να τοποθετούν στο στόμα του νεκρού έναν οβολό για τον Χάροντα, έχει τεκμηριωθεί ανασκαφικά, σε τάφους πόλεων της Θράκης. Η πρόθεση διαρκούσε μία ημέρα (την επομένη του θανάτου) και κατά τη διάρκεια της οι συγγενείς και οι φίλοι μοιρολογούσαν τον νεκρό με «γόους».

 

Αριστερά: Πενθούντες συγγενείς εναποθέτουν προσφορές στο επιτύμβιο μνημείο του νεκρού τους. Η παράσταση κοσμεί μια αττική λευκή λήκυθο από το 430 π.Χ. περίπου (Μουσείο Κεραμεικού, προθήκη 28). (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 98)

Δεξιά: Δύο όψεις μιας αττικής λευκής ληκύθου από την Ερέτρια, ζωγραφισμένες από τον λεγόμενο «Ζωγράφο του Bonsaquet». Ο νεαρός οπλίτης ατενίζει την επιτύμβια στήλη του, στην οποία μια συγγενής προσέρχεται για να εναποθέσει προσφορές μέσα σε κάνιστρο. (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. 1935). (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 99)

 

Την τρίτη ημέρα μετά τον θάνατο μετέφεραν τη σορό με άμαξα, την οποία ακολουθούσαν όλοι οι παριστάμενοι. Η πορεία προς το νεκροταφείο γινόταν σιωπηλά, τα χαράματα. Στην κεφαλή της πορείας βρισκόταν το φέρετρο ή η κλίνη με τον νεκρό (που είχε ακάλυπτο μόνο το κεφάλι του), ακολουθούσαν οι συγγενείς και οι φίλοι, πρώτα οι άνδρες και μετά οι γυναίκες. Όταν η συνοδεία έφθανε στον τάφο, όπου στέκονταν οι μοιρολογίστρες, κατέβαζαν το φορείο στο όρυγμα ή τοποθετούσαν το αγγείο με την τέφρα του νεκρού που είχε καεί εκεί κοντά, έριχναν επάνω χώμα και καρπούς και προσέφεραν «αιμακορίες» (δηλαδή προσφορές αίματος μέσω μιας οπής στο έδαφος, που θεωρείτο ότι έφθανε μέχρι τον τιμώμενο νεκρό), «εναγισμούς» (δηλαδή αιματηρές θυσίες προς τιμήν των νεκρών) και «χοές» (δηλαδή αναίμακτες σπονδές προς τιμήν των νεκρών). Όταν η κηδεία αφορούσε νεκρούς πολέμου, τότε οριζόταν από τον δήμο κάποιος για να εκφωνήσει τον επικήδειο λόγο (όπως π.χ. ο Περικλής). Την ταφή ακολουθούσε επιτάφιο γεύμα. Τις τελετές αυτές οι πηγές τις ονομάζουν «τρίτα», επειδή πραγματοποιούντο τρεις ημέρες μετά τον θάνατο, όπως τα σημερινά τρίμερα.

Εννέα ημέρες μετά την ταφή γίνονταν τα «έν(ν)ατα» και στο πλαίσιο τους προσφερόταν το «περίδειπνον», κοινό γεύμα στη μνήμη του νεκρού. Μετά από 30 ημέρες τελούντα τα «τριακόστια» ή «τριακάς». Η ομοιότητα αυτών των τελετών με τα σημερινά εννιάμερα και σαραντάμερα μνημόσυνα αντίστοιχα είναι προφανής. Με αυτά ολοκληρώνονταν τα «νομιζόμενα», δηλαδή οι οφειλόμενες προς τον νεκρό τελετές και ολοκληρωνόταν η περίοδος του πένθους.

Τελετές προς τιμήν του νεκρού πραγματοποιούντο και «κατ' ενιαυτών», δηλαδή κάθε χρόνο. Αν και δεν είναι απολύτως σαφές τι ακριβώς περιελάμβαναν, μπορούμε να υποθέσουμε ότι γίνονταν επισκέψεις στον τάφο συνοδευόμενες από προσευχές και προσφορές καρπών και λουλουδιών, αντίστοιχες προς τα σημερινά ετήσια μνημόσυνα, αλλά και τελετές στην ίδια την οικία του νεκρού. Οι πηγές τις αναφέρουν με διάφορα ονόματα: «Γενέσια» (πένθιμη γιορτή με θυσία στη θεά Γη, στη μνήμη των προγόνων), «Ενιαύσια», «Επιτάφια», «Νεκύσια», «Νεμέσια» κ.ά

 

Αριστερά: Σε τύμβους των αρχαϊκών χρόνων συναντάμε αύλακες, στις οποίες οι συγγενείς τοποθετούσαν τις προσφορές για τους νεκρούς. Μια παρόμοια αύλακα μήκους 10 μ. ανακαλύφτηκε κάτω από τον τύμβο 15 και χρονολογείται στο α' ήμισυ του 7ου αιώνα π.Χ. Εκτός από τις άλλες πλούσιες προσφορές, εκεί βρέθηκε ένα μοναδικό πήλινο θυμιατήρι σε μορφή σφίγγας. (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 100)

Δεξιά: Ο μεγάλος επιτύμβιος κρατήρας από το Δίπυλο χρονολογείται στους γεωμετρικούς χρόνους. Στην κύρια ζώνη του απεικονίστηκε σκηνή εκφοράς του νεκρού με τη συνοδεία των συγγενών (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρ. 990). (Πηγή: Περιοδικό «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αντουανέττα Καλλέγια, Αρχαιολόγος, σελίδα 101)

 

Στους νεκρούς ήταν αφιερωμένες ορισμένες συγκεκριμένες ημέρες κατά τη διάρκεια μεγάλων εορτών. Αυτό συνέβαινε, λόγου χάρη, με την τελευταία ημέρα των Ελευσίνιων μυστηρίων (την 22η Βοηδρομιώνος), που ονομαζόταν «Πλημμοχόες» (λόγω του ειδικού αγγείου που χρησιμοποιούσαν οι πιστοί για τις προσφορές), την τρίτη ημέρα των Ανθεστηρίων (τη 13η Ανθεστηριώνος), που ονομαζόταν «Χύτροι» και ήταν αφιερωμένη στις ψυχές των νεκρών, τους Κήρες κ.ά.

Μια καλή ανασύσταση μιας ταφής και των συναφών εθίμων της κλασικής αρχαιότητας αποτελεί η ανάπλαση της ταφής του βασιλιά Φιλίππου Β' της Μακεδονίας από τον Μανόλη Ανδρόνικο. Όταν η νεκρική πυρά ήταν έτοιμη, τοποθέτησαν επάνω τον βασιλιά ντυμένο με την πανοπλία του. Γύρω του έριξαν όπλα και σκεύη και είναι σχεδόν βέβαιο ότι έκαναν θυσία αλόγων. Όταν το σώμα κάηκε, συνέλεξαν με πολλή προσοχή τα οστά, τα έπλυναν με κρασί, άπλωσαν στον πυθμένα της λάρνακας ένα πορφυρό ύφασμα και επάνω του τοποθέτησαν τα οστά, πρώτα των ποδιών, κατόπιν του κορμού και στη συνέχεια του κρανίου. Τα τύλιξαν με το ύφασμα, έβαλαν μέσα το χρυσό στεφάνι και έκλεισαν τη λάρνακα μέσα στη σαρκοφάγο. Μπροστά της τοποθέτησαν μια ξύλινη κλίνη και μια τράπεζα με τον οπλισμό και πολλά σκεύη, τακτοποίησαν και τα υπόλοιπα κτερίσματα και έκλεισαν ερμητικά τον τάφο.

 

 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΤΑΦΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΑΦΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν αρχικά την καύση των νεκρών τους, επηρεασμένοι προφανώς από τους Ετρούσκους γείτονες τους. Αυτό φανερώνουν τα τεφροδόχα αγγεία σε σχήμα καλύβας που βρέθηκαν στον Παλατινό και στον χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας μεγάλες οικογένειες όπως οι Σκιπίωνες άρχισαν να κατασκευάζουν μεγαλοπρεπή υπόγεια ταφικά μνημεία, που δέχονταν είτε τα τεφροδόχα αγγεί