ΕΛΛΗΝΑΣ - ΕΛΛΑΔΑ - ΡΩΜΙΟΣ - ΓΡΑΙΚΟΣ

 Θα γίνει αναφορά εν ολίγοις στους όρους «Ελλάς» - «Έλληνας» ώστε να γίνει κατανοητή η «αλλαγή» του όρου υπό το βλέμμα της ιστορίας, η μη ελληνικότητα όλων ανεξαρτήτων των φυλών της μεσογειακής λεκάνης καθώς και ο σφετερισμός του Βυζαντινού όρου εις στα σημερινά δεδομένα από την επιχειρηματολογία των Εθνικών. Επίσης θα αναφερθεί η εθνική ταύτιση των όρων « Έλληνας» και «Ρωμιός» στο Βυζαντινό κράτος. Σημαντικό είναι να δοθεί προσοχή στον διαχωρισμό Πελασγών - Ελλήνων που κάνουν κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς και που προσπαθούν να αναιρέσουν οι σημερινοί Εθνικοί, διότι η αλήθεια είναι ότι ακόμη δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητός ο λόγος για τον οποίο οι τελευταίοι προσπαθούν να ταυτίσουν όλες τις φυλές του Ελλαδικού πρωτογενή χώρου εις μία και μόνη ως προελληνική. Μήπως για να αποδείξουν το μεγαλείο των γονιδίων των Ελλήνων; ή με πλάγιο τρόπο να φέρουν υπό τα όμματά των Ελλήνων πολιτών την άποψη ότι οι αρχαίοι θεοί δεν είναι κληρονομιά από άλλους λαούς και ξένους προς τον Ελληνικό, αλλά αποτελούν αυτούσιο αποτέλεσμα του πολιτισμού των τελευταίων;

  

 

 

 Ο ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ & Ο ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ ΕΜΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

 

Αριστερά: Αργυρός στατήρ Κνωσσού, περίπου 425 - 2ο τέταρτο 4ου αιώνα π.Χ., εμπροσθότυπος: Μινώταυρος, οπισθότυπος: Λαβύρινθος, το έμβλημα της πόλης, Παρίσι, Bibliotheque Nationale - Cabinet des Medailles

Δεξιά: Αργυρός στατήρ Κνωσσού, περ. μετά το 425 - 2ο τέταρτο 4ου αιώνα π.Χ., εμπροσθότυπος: Μινώταυρος, οπισθότυπος: Λαβύρινθος, το έμβλημα της πόλης.

 

«Η Ιστορία των νεότερων εθνικιστικών κινήσεων συνδέεται προς την γένεση του νεότερου εθνικού πνεύματος στην Ευρώπη. Το ότι το νεότερο εθνικό πνεύμα διαφέρει εκείνου όπερ πληρούσε την συνείδηση των λαών της αρχαιότητας και των μέσων αιώνων, τούτο οφείλεται σε ποικίλους λόγους.» (Περισσότερα)

Αυτή η «λεπτομέρεια» περί της εθνικής αστικής ιδεολογίας είναι το σημείο «κλειδί» πάνω εις το οποίο στηρίζεται το μεγαλύτερο μέρος της πολεμικής των νεοπαγανιστών, τόσο κατά του Βυζαντίου όσο κατά της Ορθοδοξίας, γύρω από το ζήτημα «Ελληνικό Έθνος». Διότι η νεοπαγανιστική προπαγάνδα εκμεταλλεύεται την άγνοια των ανθρώπων γύρω από τις μεταβολές των λεκτικών όρων στο πέρασμα του χρόνου. Άγνοια που δεν αφορά μόνο τους αναγνώστες της, αλλά πολλές φορές και τους ίδιους τους παραγωγούς της, που άλλοτε υποστηρίζουν ότι η «αγάπη» υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Δεν διευκρινίζουν όμως ότι υπήρχε ως όρος λεκτικός και όχι ως όρος νοηματικός ταυτόσημος με εκείνη την Χριστιανική. Η κακή ή πονηρή ταύτιση ενός λεκτικού όρου με ένα νοηματικό είναι ότι χειρότερο. Άλλο «συκοφάντης» στην αρχαία Ελλάδα και άλλο στην νεότερη.

 

 Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ι΄ «38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. 39 ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν.40 Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με.»

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιστ΄ «26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; »

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Κβ ΄ «36 Διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ; 37 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου· 38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. 39 δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.»

 

 

 

 

1.

 

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

 

01. Πολιτισμός

02. Φυλή

03. Έθνος

04. Γένος

05. Εθνικισμός

 

 

2.

 

 

ΝΕΟΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΕΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΕΛΛΗΝ

 

 

3.

 

 

ΟΙ ΠΕΛΑΣΓΟΙ

 

Οι Πελασγοί και οι νεοΕθνικοί

 

 

 

 

 

 

 

4.

 

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ & ΟΙ ΡΩΜΙΟΙ

 

Έλληνας -μυθολογία

Εγκυκλοπαιδικά περί Έλλην

Ελλάς, Έλλην, Ελληνισμός

Ρωμιός 

Η αλλαγή του όρου Έλληνας στο πέρασμα του χρόνου

Θρησκεία

Ευαγγέλια

Όμηρος

Εκκλησία

Παναγιώτης Μαρίνης

Έλληνες και Ελληνοφωνία

  

 

5.

 

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ & ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

 

 

6.

 

ΟΙ ΚΑΛΑΣ, ΟΙ ΚΑΦΙΡ, ΟΙ ΡΩΜΙΟΙ & ΟΙ ΙΘΑΓΕΝΕΙΣ

 

Οι Ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας 

Οι Ιθαγενείς Έλληνες

 

 

7.

 

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ (ΩΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ)

 

 

8.

 

ΕΘΝΟΣ & ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

 

 

9.

 

ΤΟ ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ

 

 

10.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΠΑΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

(Παντελής Κοντογιάννης, π. Ιχώρ, τεύχος 59, σελ. 36)

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΗΥΧΟΝΤΟ

(Αναστασάκης Ραδάμανθυς, Η αναβίωση της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, σελ. 20)

 

«ΕΘΝΙΚΗ ΕΟΡΤΗ» ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ

(Ελευθέριος Κίμων, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 281, σελίδα 18838)

 

ΟΙ ΓΡΑΙΚΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

(Ευάγγελος Μπεξής, περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 29, σελίδα 2)

 

ΙΗΣΟΥΣ: ΚΗΡΥΚΑΣ ΜΙΣΟΥΣ, ΔΙΧΑΣΜΟΥ & ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

(Ίων Δημόφιλος,  περιοδικό Δαυλός, τεύχος 272 - 273, σελ.. 17909)

 

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΝΟΘΕΥΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΛΗ

(Παναγιώτης Μαρίνης, Πολεμικό Μουσείο, 23-24/01/1999)

 

ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ: ΕΙΜΑΙ «ΕΛΛΗΝΑΣ»

(Μάριος Βερέττας, Βιβλίο η Αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, σσ. 64 - 66)

 

Η ΑΡΧΑΙΑ [ΕΛΛΗΝΙΚΗ] ΨΥΧΗ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ (DNA) ΑΘΕΛΗΤΑ ΚΡΥΜΜΕΝΗ

(Περιοδικό Απολλώνειο Φως, τεύχος 40, εξώφυλλο)

(Μιχάλης Μιχελής, τεύχος 27, σσ. 47-48)

(Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 174, εξώφυλλο)

 

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΦΥΛΗ, ΓΕΝΟΣ... ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΟΣ

(Ιωάννης Φουράκης, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εξωγήινες αϋπνίες - Χειμώνας 2003)

(Γεώργιος Καπορδίνης, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter,  Χειμώνας 2003)

(Αποστόλης Αντωνάκης, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Χειμώνας 2003)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟ DNA ΥΨΗΛΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

(Γεώργιος Πάλμος, Ερευνητής,  Εξωγήινες αϋπνίες - Χειμώνας 2003)

 

ΙΣΧΥΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ DNA ΚΟΥΒΑΛΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

(Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 63-64, Δια-δικτυακά, σσ. 6 -7)

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ & ΟΙ ΜΕΤΡΙΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ

(Δημήτριος Ιατρόπουλος, περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 52, λόγου χάριν, σελίδα 28)

 

ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΣΥΓΚΡΙΤΟΙ «ΣΕ ΟΛΑ», ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΕΣ

(Γεώργιος Τσαγκρινός, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Οι πύλες του Ανεξήγητου, 18/02/2006)

 

ΔΡΥΪΔΕΣ & ΚΕΛΤΕΣ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ (ΕΛΛΗΝΑ) ΗΡΑΚΛΗ

(Μάριος Δημόπουλος, Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 7, σελ.26)

(Αθανάσιος Αγγελόπουλος, Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 22, σελ. 28)

 

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ .... ΕΘΝΙΚΟΙ

(Βλάσης Ρασσιάς, «Πόσο Έλληνες είμαστε;» Συνέδριο «Η Αρχαιοελληνική Παράδοση Στην 3η Χιλιετία», Αθήναι, Αίθουσα Εκδηλώσεων Πολεμικού Μουσείου, 24. 1. 1999, http://www.rassias.gr/9005.html)

(ΥΣΕΕ)

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΘΕΟΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΕΚΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

(Τρύφων Ολύμπιος, Ελληνισμός - Χριστιανισμός στο Βυζάντιο, εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις, σσ. 37-38)

(Π. Μαρίνης, π. Τρίτο Μάτι, τ. 109, ένθ. «Θα αναγνωρισθεί επίσημα η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία;»)

 

«ΚΑΘΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ» ΝΑ ΑΦΟΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΙΣΗΤΑΙ

(Νικόλαος Τσίτσος, Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 274, σελ. 18081-18082)

(Παναγιώτης Μαρίνης, περ. Τρίτο Μάτι, τ.109, ένθετο, σελ.7)

 

ΤΟ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΠΑΣΧΑ

(Κίμων Ελευθερίου, π. Δαυλός, τεύχος 280, σσ.18657-18665)

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ & ΦΥΛΑΜΕ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

(Απανταχού Έλληνες νεοπαγανιστές)

 

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΔΡΑΣ & ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ, ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΥΝΑ

(Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, περ. Απολλώνειο Φως, τεύχος 50,  σσ. 34 -37)

 

Η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΗΤΑΝ ΟΜΟΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ

(Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 174, εξώφυλλο)

 

 

 

11.

 

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Η Ελληνική σημαία

Ο παγανισμός ως παλαιός και νέος νοθευτής του ελληνισμού

Οι «αντιπατριωτικές» απόψεις & ο εθνικισμός

Είπαν... οι νεοπαγανιστές «ηγέτες» για τους Έλληνες

Κεμαλικός Εθνικισμός

Ελληνικό Πανεπιστήμιο για Εθνικισμό

«Ινδοελληνισμός» ή «άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα αλλιώς»

Οι αποφάσεις για την εσωτερικότητα του άλλου βάση της εξωτερικότητας

 

 

12.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

 

 

 

«Ορισμένοι για να επικρατήσουν διαστρέφουν ακόμη και το νόημα των λέξεων»

Θουκυδίδης Β:15

 

 

 

 

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 

Α. Πολιτισμός είναι όσα ο άνθρωπος δημιούργησε και τον βοήθησε να ανέβει από την κατηγορία του ζώου, στο επίπεδο του «έλλογου όντος». Όλα όσα είναι πέρα από τη μέριμνα για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του είδους. Ο πολιτισμός είναι προϊόν της νόησης και του συναισθήματος. Είναι το οργανικό σύνολο που περιλαμβάνει τις γνώσεις, τις δοξασίες, την τεχνική, την τέχνη, τους θεσμούς, τα ήθη, τα έθιμα. Είναι η συσσωρεμένη δημιουργία του ανθρώπου.

Τα ανθρώπινα δημιουργήματα, οι κοινωνιολόγοι τα κατέταξαν σε ομοιογενείς ομάδες που τις ονόμασαν «αξίες».

Οι αξίες αυτές: Υλικές, βιολογικές, ηθικές, θεωρητικές, καλλιτεχνικές, θρησκευτικές…

Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες εντάσσονται στις αξίες. Ο πολιτισμός είναι η σύνθεσή τους. Ο κάθε πολιτισμός χαρακτηρίζεται από τον τρόπο της σύνθεσης των αξιών και την περισσότερο ή λιγότερο συμμετοχής μιας ή περισσοτέρων αξιών. Όλες όμως συμμετέχουν. Ανισομερώς, αλλά συμμετέχουν. (1)

Β. πολιτισμός ο [politizmós] O17 : 1. το σύνολο των υλικών, πνευματικών, τεχνικών επιτευγμάτων και επιδόσεων, που είναι αποτέλεσμα των δημιουργικών δυνάμεων και των ικανοτήτων του ανθρώπου και που εκφράζεται ιστορικά στους τύπους και στις μορφές οργάνωσης και δράσης της κοινωνίας καθώς και στη δημιουργία (υλικών και πνευματικών) αξιών: H γέννηση / δημιουργία / πρόοδος / εξέλιξη / άνθηση / ακμή / κρίση / παρακμή / καταστροφή του πολιτισμού. Aνώτερο / κατώτερο επίπεδο πολιτισμού. Iστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ένας ενδεχόμενος πυρηνικός πόλεμος είναι απειλή για τον πολιτισμό του πλανήτη μας. α. το σύνολο των υλικών συνθηκών της ζωής του ανθρώπου, που διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν μέσο της τεχνικής και της επιστημονικής προόδου, τεχνικός πολιτισμός: O σύγχρονος ~ εξαρτάται άμεσα από την τεχνολογία. H κατανάλωση ρεύματος είναι δείκτης πολιτισμού. β. το σύνολο των πνευματικών και καλλιτεχνικών επιδόσεων και επιτευγμάτων του ανθρώπου (τέχνες, επιστήμες, θεσμοί, δίκαιο, θρησκεία, έθιμα κτλ.), πνευματικός πολιτισμός, κουλτούρα: H καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί στίγμα για τον πολιτισμό μας. H ανάγνωση και η γρα φή υπήρξαν ένα τεράστιο βήμα του ανθρώπου στον πολιτισμό. 2. ο πολιτισμός1 ενός συγκεκριμένου τόπου ή χρόνου: Δυτικός / ανατολικός / αιγαιακός / μεσαιωνικός / βυζαντινός ~. Aστικός / λαϊκός / πρωτόγονος / σύγχρονος ~. O ~ των αρχαίων Eλλήνων / των Aιγυπτίων / της Aναγέννησης στην Iταλία. Xαμένοι πολιτισμοί. H Aθήνα και η Pώμη έβαλαν τα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού. 3. επίπεδο, τρόπος ζωής και συμπεριφοράς, που αποκτιέται μέσο της παιδείας και της εκπαίδευσης. ANT βαρβαρότητα, αγριότητα: H ευγένεια / ο σεβασμός στον άλλο / η καθαριότητα είναι ~. 4α. χώρες, περιοχές της γης με υψηλό επίπεδο πολιτισμικής και τεχνολογικής ανάπτυξης: Ύστερα από το ταξίδι στα βάθη της Aφρικής, γύρισαν στην Eυρώπη και στον πολιτισμό. β. κατοικημένες περιοχές με οργανωμένη ζωή: Aφού περιπλανήθηκε μέρες στην έρημο, επέστρεψε τελικά στον πολιτισμό. γ. οι συνθήκες ζωής και ανέσεων στις πόλεις: Kαλές οι διακοπές στην εξοχή αλλά είναι ευχάριστο να επιστρέφεις στον πολιτισμό και στο ζεστό νερό της μπανιέρας. 5. ο πολιτισμός (κυρ. στη σημ. 1β) ως τομέας κρατικής ή ευρύτερα κοινωνικής δραστηριότητας: Yπουργείο Πολιτισμού. Tα κονδύλια του προϋπολογισμού για τον πολιτισμό είναι φέτος αυξημένα. Σωματεία / σύλλογοι που ασχολούνται με τον πολιτισμό. [λόγ. < ελνστ. πολιτισμός `διοίκηση των δημόσιων υποθέσεων΄ (< αρχ. πολίτης) σημδ. γαλλ. civilisation] (2)

 

ΦΥΛΗ

 

Φυλή: Η φυλή αποτελεί κοινωνικό σχηματισμό. Τα κοινά στοιχεία που συνδέουν τα μέλη της είναι η συνείδηση της κοινής τους καταγωγής, οι κοινές παραδόσεις, η κοινότητα τύχης στην διαδρομή των αιώνων και η κοινότητα πολιτισμού τους, η γλώσσα, η λαϊκή τέχνη, η δημώδης ποίηση, οι χοροί κ.α. Ως φυλές μ’ αυτά τα γνωρίσματα σήμερα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι Βάσκοι της Ισπανίας, οι Βουσμάνοι κ.α.

Οι αρχαίες ελληνικές φυλές είναι τυπικές μορφές κοινωνικών σχηματισμών. Οι Αχαιοί, οι Ίωνες, οι Αιολείς και οι Δωριείς είχαν κατά την μυθολογία επώνυμους προγόνους με κοινό αρχηγέτη πρόγονο τον Έλληνα. Με κοινές θρησκευτικές πεποιθήσεις και θεούς, παραπλήσια ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα διαφοροποιημένη σε γλωσσικές διαλέκτους και θεσμούς μεταξύ τους. (1)

φυλή η [filí] O29 : 1. (ανθρωπολ.) μεγάλη και (γεωγραφικά) ενιαία ομάδα ανθρώπων με ορισμένα κοινά ή παρόμοια κληρονομικά χαρακτηριστικά (χρώμα δέρματος, μαλλιά, σχήμα κεφαλιού κτλ.): Λευκή / κίτρινη / μαύρη ~. Σπάνια / άγρια / πρωτόγονη ~. Άρια* ~. 2. έθνος, εθνότητα: Tα πεπρωμένα της ελληνικής φυλής. (έκφρ.) το δαιμόνιο* της φυλής. 3. (βιολ.) υποδιαίρεση είδους: Oι ανθρώπινες φυλές. [λόγ. < αρχ. φυλή «γενιά, ομάδα ατόμων με κοινό τόπο διαμονής» σημδ. γαλλ. race & αγγλ. race, tribe

ΕΘΝΟΣ

 

Το έθνος είναι η ανώτερη μορφή κοινωνικού σχηματισμού. Τα συστατικά του στοιχεία είναι ο κοινός ιστορικός βίος των μελών του, ο κοινός πολιτισμός και η ομόθυμη θέληση να συνεχιστεί η κοινή πολιτιστική πορεία. Ακόμη οι κοινές αναμνήσεις και παραδόσεις, οι κοινές θυσίες, οι ένδοξες πράξεις αλλά και οι συμφορές που έπληξαν το εθνικό σώμα. Ιδιαίτερα οι δοκιμασίες και οι συμφορές είναι που σφυρηλατούν ακατάλυτους θεσμούς ενότητας. Τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων και των ζωντανών μελών, μεγάλες πολιτιστικές δημιουργίες καλλιεργούν αισθήματα περηφάνιας, που ενισχύουν την διάθεση γι’ ασυνέπεια και συνέχεια δημιουργικής πορείας στο μέλλον. Αυτά είναι βάση και θεμέλιο του έθνους· ουσία του είναι οι ψυχικοί δεσμοί των μελών του. Το έθνος είναι ενότητα ψυχής και πνεύματος.

Η γλώσσα, η θρησκεία, η φυλή, η ενιαία διοίκηση, τα κοινά συμφέροντα, είναι γνωρίσματα δευτερεύοντα και όχι συστατικά της ενότητας του έθνους. Συχνά λείπουν ένα ή περισσότερα χωρίς να διαταράσσεται η ενότητα του έθνους. Πάνω και πρώτα απ’ όλα μετράει το φρόνημα· η πίστη του κάθε μέλους ότι ανήκει στο έθνος και η θέληση του ν’ ανήκει σε αυτό.

Η εθνική ενότητα της Ελβετίας είναι άρρηκτη παρότι ο λαός της μιλάει τρεις γλώσσες και υπάρχουν χριστιανικά δόγματα. Αντίστροφα, Γερμανοί και Αυστριακοί είναι ομόγλωσσοι αλλά ανήκουν σε διαφορετικά έθνη. Οι βαλκανικοί λαοί είναι ορθόδοξοι, αλλά δεν έχουν πάντοτε τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους. η κοινή διοίκηση των γνωστών αυτοκρατοριών (Ρωμαϊκή, Οθωμανική, Αυστροουγγαρίας, Σοβιετική) δεν κατόρθωσε ν’ εξομοιώσει τους λαούς που αυτές περιλάμβαναν· και όταν διαλύθηκαν ξέσπασε ένας ακραίος εθνικισμός. Δεν πρέπει να συγχέονται οι έννοιες έθνος και κράτος. Υπάρχουν κράτη πολυεθνικά (Γιουγκοσλαβία) και εθνικότητες χωρίς κρατική υπόσταση (Κούρδοι). Οι Εβραίοι έζησαν δύο χιλιετίες στην διασπορά χωρίς να εκλείψει η εθνική τους συνείδηση· η πίστη και η θέληση τη διατήρησε ζωντανή.

Το ίδιο συνέβη και με το ελληνικό έθνος. Αιώνες ολόκληροι κάτω από ξένους κυρίαρχους (Ρωμαίους, Τούρκους) διατήρησε τα εθνικά του χαρακτηριστικά. Ακόμη και σήμερα τα εκατομμύρια των απόδημων Ελλήνων ανήκουν συνειδητά στο έθνος μας. Η ανώτατη μορφή κοινωνικής συμβίωσης είναι η οργάνωση του έθνους σε αυτοτελή πολιτεία. Εκεί ασκούνται οι εθνικές αξίες. Η ιδιαιτερότητα του κάθε έθνους εκφράζεται στα ιδανικά του. Για τους αρχαίους Έλληνες «λόγος» με την φιλοσοφική του έννοια και το «μέτρον» ως κοινωνική αξία ήταν η στάση τους απέναντι στις πνευματικές τους αναζητήσεις και στην καθημερινή τους συμπεριφορά. Ιδανικός ανθρώπινος τύπος «ο καλός και αγαθός», το ωραίο σώμα και η γενναία ψυχή, τύπος που επέζησε διαχρονικά και εκφράζεται στα ακριτικά έπη και τη νεότερη δημώδη μας ποίηση….

Η συνείδηση της ελληνικότητας των αρχαίων φυλών (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς), παρά τους κάποιους ιδιωματισμούς στις διαλέκτους τους, μαρτυριέται από την αυγή της ιστορίας. Ο Όμηρος μιλάει για «Πανέλληνες», το ίδιο ο Ησίοδος, ο Αρχίλοχος, ο Στράβων. Ο Ευριπίδης για «των πανελλήνων νόμου σώζων» και «νόμους τε κοινής Ελλάδος». Ο όρος «πανελλήνιος» αναφέρεται από πολλούς αρχαίους συγγραφείς. Αλλά και στην επιτύμβια στήλη των μαραθωνομάχων, έγραψαν:

«ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΜΑΧΟΥΝΤΕΣ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΜΑΡΑΘΩΝΙ ΧΡΥΣΟΦΟΡΩΝ ΜΗΔΩΝ ΕΣΤΟΡΗΣΑΝ ΔΥΝΑΜΙΝ»

Τον 15ο αιώνα στο Μυστρά, ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός θα αναφωνήσει: «Έλληνες εσμέν». Και ο Κολοκοτρώνης όταν μιλούσε στους αγωνιστές, τους προσφωνούσε: Έλληνες!

Μέσα στο έθνος το κάθε άτομο διαμορφώνει το δικό του τύπο, με χωριστό ύφος και ήθος. Αυτός ο τύπος τον διακρίνει από μέλη άλλων εθνών. Τα μέλη του κάθε έθνους διακρίνονται κυρίως από τον τρόπο που σκέπτονται, μιλούν, συμπεριφέρνονται. Οι διαφορές είναι πολιτισμικές.

(Πηγή: Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, σσ. 20 - 21)

ΕΘΝΟΣ

Το έθνος μπορεί να οριστεί ως η ευρύτερη κοινωνία ανθρώπων, τους οποίους ενώνουν κοινές πολιτιστικές αντιλήψεις-κουλτούρα και κοινή συνειδητότητα . Το έθνος καταλαμβάνει μια κοινή εδαφική περιοχή, γι’ αυτό και τα μέλη που το απαρτίζουν έχουν κοινά συμφέροντα χώρου και εδάφους. Ωστόσο, η αποφασιστική συνδετική δύναμη του έθνους προέρχεται κατά ποικίλους τρόπους από μια έντονη αίσθηση της δικής του ιστορίας, της ιδιαίτερης θρησκείας ή της μοναδικής κουλτούρας του, στην οποία περιλαμβάνεται και η γλώσσα…

Η τελική όμως σύνθεση, αυτή που χαρακτηρίζει το έθνος, πραγματοποιείται με την αυτοσυνειδησία, η οποία προκύπτει από κάποια υπερβατική ιδέα, όπως είναι η μοναδικότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς, η θρησκεία, η ελευθερία ή η ανεξαρτησία. (Πηγή: Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, σσ. 44 - 45)

 

έθνος το [éθnos] O46 : σύνολο ανθρώπων που διακρίνεται και θέλει να διακρίνεται ως τέτοιο με βάση μια μακρόχρονη συνοίκηση στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, μια κοινή ιστορική και πολιτιστική εξέλιξη, μια (υποθετική ή πραγματική) φυλετική ομοιογένεια· (πρβ. εθνότητα, λαός, γένος, φυλή): Γαλλικό / γερμανικό / αμερικανικό ~. Tο ~ των Eλλήνων. H ιστορία / οι παραδόσεις / η γλώσσα / ο πολιτισμός / το παρελθόν / το μέλλον ενός έθνους. Tα ιδεώδη / τα ιδανικά / τα οράματα ενός έθνους. H ελευθερία / η ανεξαρτησία / οι αγώνες ενός έθνους. H πνευματική / η πολιτική ηγεσία του έθνους. Oργανισμός Hνωμένων Eθνών (OHE). [λόγ. < αρχ. ἔθνος `κοπάδι, ομάδα ανθρώπων, έθνος΄ (ελνστ. ἔθνη `οι μη Ιουδαίοι (σημ. από τα αραμ.), οι μη Χριστιανοί΄) & σημδ. γαλλ. nation]

 

ΓΕΝΟΣ

 

γένος το [jénos] O46 : I1α. (λογ.) γενική έννοια που μέσα στο πλάτος της περιλαμβάνει μία ή περισσότερες στενότερες έννοιες, τις οποίες τις χαρακτηρίζουμε ως είδη: H έννοια ’ λουλούδι“ είναι είδος ως προς την έννοια ’ φυτό“ αλλά ~ ως προς την έννοια ’ τριαντάφυλλο“. (λόγ. έκφρ.) εν* γένει. β. (ζωολ., βοτ.) μονάδα κατάταξης των ζώων και των φυτών που περιλαμβάνει συγγενή είδη, τα οποία εμφανίζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, και αποτελεί υποδιαίρεση της οικογένειας. 2α. μορφολογική κατάταξη των ονομάτων μιας γλώσσας: Στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν τρία γένη: αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο. β. διάκριση ανδρών και γυναικών: Aρσενικό / θηλυκό ~. Tο φυσικό ~ στηρίζεται στη διάκριση του φύλου και πολύ συχνά δεν αντιστοιχεί με το γραμματικό ~. II1. σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή· γενιά: Tο ~ των Aλκμεωνιδών. Kατάγεται από μεγάλο ~. H οργάνωση των πρώτων κοινωνιών βασιζόταν στο ~. || η οικογένεια από την οποία κατάγεται κάποιος, ειδικότερα το επώνυμο της πατρικής οικογένειας μιας παντρεμένης γυναίκας: Eλένη Παπαδοπούλου, το ~ Aντωνιάδη. 2. φυλή, έθνος: Tο ελληνικό ~. Eυεργέτης του γένους. H Mεγάλη του Γένους Σχολή. || Tο ~ των ανθρώπων, η ανθρωπότητα. [λόγ. < αρχ. γένος]

 

Σημειώσεις

1. Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, σελ. 24

2. http://www.komvos.edu.gr/dictionaries/dictonline/DictOnLineTri.htm

3. Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, σελ. 19

 

 

 

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ (ΩΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ)

 

 

Κλικ εδώ

 

 

ΝΕΟΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΕΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΕΛΛΗΝ

Οι νεοΕθνικοί ανάμεσα σε άλλες μεθόδους σύγχυσης του νέο-Ελληνικού λαού, χρησιμοποιούν και την κατά το δοκούν χρήση του όρου «Έλληνας» με συνέπεια πότε ο Έλληνας να είναι εκείνος κατά το θρήσκευμα, πότε κατά τα γονίδια, πότε κατά τον πολιτισμό, πότε κατά την Εθνική ταυτότητα και πότε κατά τον πατριωτισμό. Μια φορά Έλληνας δεν είναι ποτέ ο Ορθόδοξος. Εξαρτάται πάντοτε από τον τελικό σκοπό της προπαγάνδας τους…

  

Περιοδικό «Δαυλός», τεύχος 102, εξώφυλλο, κάτω επικεφαλίδα «Έλληνες Μουσουλμάνοι και τουρκική πολιτική»

Αν εκείνοι οι Μουσουλμάνοι ήσαν το θρήσκευμα Χριστιανοί Ορθόδοξοι, θα ήσαν «Ιουδαιο-Χριστιανοί», και όχι Έλληνες, κατά τους νεοπαγανιστές, εφόσον πραγματικός «Έλληνας», είναι μόνο εκείνος ο οποίος δεν είναι Ορθόδοξος αλλά όλα τα άλλα.

  

 

Ελληνική Θρησκεία, Εκκλησία των Ελλήνων στο Θρήσκευμα (Πηγή Φώτο:  http://www.hellenicreligion.gr 27/11/2003)

 

Ακόμη και ο πιο ο εκ των φανατικών νεοΕθνικών αναφέρει και παρουσιάζει ξεκάθαρα στην διαφήμισή του, αυτό που δεν έχει εννοήσει ο νεοελληνικός λαός: «Ελλήνων στο Θρήσκευμα».

 

 

ΠΕΛΑΣΓΟΙ

 

 

  

Αχιλλέας:

«Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε Πελασγικέ, τηλόθι ναίων Δωδώνης μ δέον δυσχειμέρου∙ ἀμφὶ δε Σελλοὶ σοι ναίουσι ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι»

Ομήρου Ηλίαδα ΙΙ 233

 

Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι νεοΕθνικοί προσπαθούν ποικιλοτρόπως και μανιωδώς να ταυτίσουν απολύτως Πελασγούς και Έλληνες, προσπάθεια βέβαια που συνοδεύεται με την ταύτιση Χριστού και Ιουδαϊσμού (βλέπε «Ιουδαιοχριστιανισμός»). Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα 2 είναι τα σίγουρα:

1. Ο Ζευς των Πελασγών δεν είναι ο μυθολογικός Ελληνικός Ζευς

2. Ο μυθολογικός ελληνικός Ζευς δεν είναι ο Ζευς των φιλοσόφων όπου αυτός εμφανίζεται

Αν όλοι όλες οι αναφορές προς τον «Ζευ», αφορούν το αυτό πρόσωπο, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι οι πρόγονοί μας ήταν τρελοί ή δεν ήξεραν τι τους γίνεται.

 

 

Οι Πελασγοί θεωρούνται τμήματα της Άριας φυλής και δηλαδή υπάρχουν Ιταλοπελασγοί, Ιλλυριοπελασγοί, θρακοπελασγοί, Φρυγοπελασγοί, Αρμενοπελασγοί. Υπάρχουν απίθανες και παράδοξες απόψεις π.χ. υπό Πολωνούς, Τσέχους και Ρώσους ελέχθει ότι οι Πελασγοί ήταν κλάδος της σλαβικής ομοφυλίας (Denkovsky - Adam - Mickiewicz) και άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν πρόδρομοι των σημερινών αλβανών (Dochan - Georg, von Hahn) και ακόμη ότι ήταν πρωτοσημιτικά και πρωτολιβυκά φύλα όλως ξένα προς τις Άριες φυλές.

Όταν τα ελληνικά φύλλα υπέταξαν τους Πελασγούς (κατά τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα ο Δευκαλίων νίκησε τους Πελασγούς και άλλους ανάγκασε να φύγουν στην Ιταλία, άλλους δε τους υποδούλωσε ή αφομοίωσε τα Πελασγικά φύλλα) δέχθηκαν υπό αυτούς ως μάλλον προηγμένοι τον πολιτισμό τους και την θρησκεία τους (την λατρεία των δυνάμεων της φύσεως ή του ουρανού και της γης) και τα ονόματα των θεών των τα οποία (κατά τον Ηρόδοτο και τον Πλάτωνα) είχαν λάβει από τους Αιγυπτίους, διότι στην αρχή λάτρευαν τους θεούς όπως ακριβώς και τα φύλλα της Άριας φυλής, δηλαδή άνευ ναού και ειδώλου.

Ο Λυκάων, υιός του Πελασγού και της Ωκεανίδας Μελιβόης, είναι ο πρώτος που θυσίασε βρέφος ανθρώπου επί του βωμού του Διός. Οι υιοί του αργότερα φιλοξενώντας τον Δία που είχε πάρει την μορφή ανθρώπου, παρέθεσαν κρέατα ανθρώπινα μαζί με κρέατα ζώων αλλά τιμωρήθηκαν για ασέβεια. Αυτό αντιπροσωπεύει τον μύθου μέσω του οποίου φαίνεται η διαφορά Ελλήνων - Πελασγών.

Ο Στράβων θεωρεί ότι το Δωδωνικό μαντείο είναι κτίσμα των Πελασγών Σελλών, λαού βάρβαρου και ρυπαρού, ο οποίος όμως είχε το χρίσμα να επικοινωνεί με τον Δία και να χρησμοδοτεί (27 και Θ1). Προς αυτό συμφωνεί και ο Όμηρος ο οποίος χαρακτηρίζει τους Σελλούς «ανυπτόποδες κοιμωμένους κατά γην και υποφήτας» (Π 235). Αλλά και ο Ηρόδοτος διαχωρίζει Έλληνες και Πελασγούς (Α57, 585, 136-140, 294-95, Η44 και σημ. 4). Οι Πελασγοί σίγουρα ήταν διασκορπισμένοι μέσα στον Ελλαδικό χώρο αλλά έτσι ονομάζονται όλοι οι προέλληνες κάτοικοι και δηλαδή οι Κρήτες, Κάρες, Λέλεγες εις Κυκλάδες, Λυδοί, Φρύγιοι, Λύκιοι εις Μικράν Ασία) Απόδειξη ότι οι Πελασγοί είναι εξαπλωμένοι εις όλο τον ελλαδικό χώρο είναι οι πλείστες μνημειακές επιγραφές εις γλώσσα μη ελληνική.

 

 

ΠΕΛΑΣΓΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΕΘΝΙΚΟΙ

 

Κάποιοι «επιστήμονες» - «ιερείς» μιας παλιάς θρησκείας γυρίζουν την ιστορία ανάποδα… άξιο προσοχής είναι ότι οι αρχαίοι θεοί είναι θεοί των πελασγών οι οποίοι στην αρχή ήταν τερατόμορφοι. Όταν δε υιοθετήθηκαν από τους Έλληνες μετατράπηκαν από τους τελευταίους σε ανθρωπόμορφους. Το σίγουρο είναι ότι οι Έλληνες εξευγένισαν επιφανειακά όπου μπόρεσαν αυτές τις θεότητες, με το κάλλος της τέχνης τους όσο και με την πνευματική τους ανωτερότητα.

 

 

Πελασγοί - Έλληνες, η Εθνολογική και  Γλωσσική ταυτοσημεία (Πηγή: Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 29, Σ. ΔΩΡΙΚΟΣ - Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, σελίδα 84)

Ελληνοπελασγική, η πρόγονος και μόνη ομογλωσσία (Πηγή: Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 29, Σ. ΔΩΡΙΚΟΣ - Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, σελίδα 85)

Στον Ηρόδοτο βεβαιώνεται ότι οι Ίωνες και οι Αιολείς, με κλάδο τους, τους Αχαιούς και τους Δωριείς, ήσαν Πελασγοί και η αναφορά αυτή και μόνη δείχνει την άμεση καταγωγή και ταυτότητα όλων των ιστορικών Ελληνικών φυλών από τους Πελασγούς, με τους οποίους βεβαίως συνδέονται και οι Αρκάδες, με τον Λυκάονα και τον υιό του Πελασγό. Η ταυτότητα αυτή εξηγεί και την σημασία που αποδίδει ο Ηρόδοτος στο γεγονός της μετάστασης των Πελασγών σε Έλληνες και την εκμάθηση της γλώσσας των τελευταίων με φυσικό και αβίαστο τρόπο: της συγκατοίκησης ομοφύλων που εξοικειώνονται με τα ελληνικά ιδιώματα ταχέως και ευχερώς. (Πηγή: Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 29, άρθρο «Πελασγοί - Έλληνες, η εθνολογική και γλωσσική ταυτοσημεία»,  Σ. ΔΩΡΙΚΟΣ - Κ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, σελίδα 86)

Είναι γνωστές οι προσπάθειες νέο-Εθνικών, να συνταυτιστούν οι Πελασγοί με τους Έλληνες δια μέσω ή του έθνους ή της γλώσσας αλλά ποτέ όμως του Πολιτισμού, ώστε θρησκευτικά δρώμενα των Πελασγών να γίνουν αποδεκτά ως «Ελληνικά». Εντούτοις αν και σε αυτές τις προσπάθειες εντάσσεται κυρίως η απόδειξη της γλωσσικής συνέχειας ως στοιχεία συνταύτισης Πελασγών - Ελλήνων, εντούτοις ουδεμία τέτοια προσπάθεια γίνεται ή ουδέποτε αυτό το στοιχείο εκλαμβάνεται από τους νέο-Εθνικούς, ως προς την συνταύτιση Ρωμιών - Ελλήνων. Στην τελευταία περίπτωση χρησιμοποιείται κυρίως η θρησκεία ως στοιχεία διαφοροποιήσεως των. Έτσι

1. Οι Έλληνες και οι Ρωμιοί γιατί δεν είναι της ίδιας και της αυτής Εθνολογικής ταυτοσημείας;

2. Οι Έλληνες και οι Ρωμιοί γιατί δεν είναι της ίδιας και της αυτής ομογλωσσίας;

3. Οι Έλληνες και οι Ρωμιοί εν τέλει σε τι διαφέρουν πέραν της θρησκείας και του πολιτισμού περισσότερο από ότι οι Έλληνες με τους Πελασγούς;

Στο ίδιο Περιοδικό, στο ίδιο τεύχος αναφέρει:

«…τους Έλληνες, όχι τους ρωμιούς, όχι του Γραικούς ή τους Greeks, αλλά τους Έλληνες…» (Πηγή: Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 29, άρθρο «Εκδοτικό Σημείωμα», Ευάγγελος Γ. Μπεξής, αρχαιολόγος - εκδότης, σελίδα 2)

 

 

ΕΛΛΗΝΕΣ -ΡΩΜΙΟΙ

 

ΕΛΛΗΝΑΣ - ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

 

Ο μυθικός επώνυμος και γενάρχης του ελληνικού έθνους, περί του οποίου πολλές και ποικίλες παραδόσεις εφέρονταν στους αρχαίους Έλληνες. Έτσι ονομάζονταν υιός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτύωνα και της Πρωτογένειας, εκ της νύμφης Ορσηΐδας και πατέρας του Αιόλου, Δώρου και Ξόθου, του πατέρα του Αχαιού και του Ίωνα. Η παράδοση αυτή ήταν η περισσότερο διαδεδομένη και διότι δια της μυθολογικής γενεαλογίας ερμήνευε την καταφανή μεταξύ των ελληνικών φυλών συγγένεια, των οποίων οι επώνυμοι γίνονταν υιοί (Αίολος, Δώρος) και εγγονοί (Αχαιός, Ίων) του Έλληνα και διότι δια της συγγένειας Έλληνα και Αμφικτύωνα, συμβολικών αντιπροσώπων του έθνους και της αμφικτιονικής συναδέλφωσης των διαφόρων λαών του, υποδηλώνονταν ότι ακριβώς πιστεύεται σήμερα, πως δηλαδή Έλληνες ονομάστηκαν οι αμφικτιονικοί λαοί του Έθνους σε αντίθεση με τους μη αμφικτιονικούς λαούς του. Δεύτερη παράδοση έφερε τον Έλληνα υιό του Δία και της Πύρρας και έτσι οι απόγονοι αυτού, ως «διογενεῖς», έγιναν έθνος ευγενές. Τρίτη παράδοση τον ήθελε υιό του Προμηθέα και αδελφό του Δευκαλίωνα. Άλλη υιό του Διός και της Δορίππης κ.ο.κ. Από τους πρώτους συγγραφείς πρώτος ο βαθύς ιστορικός Θουκυδίδης διείδε πως η εξάπλωση του ονόματος Έλληνες προήλθε από την κατισχύσεως των κατοίκων της Φθοιώτιδας, οι οποίοι από τον καιρό του Ομήρου μνημονεύονταν ως μία από τις τρεις φυλές του βασιλείου του Αχιλλέα, επί των άλλων συγγενικών λαών, οι οποίοι ζητούσαν την βοήθειά τους (Θουκ. Α’ γ΄). Και δηλαδή κατά την αντίληψη του μεγάλου ιστορικού Έλληνες ονομάστηκαν πρώτα οι σύμμαχοι των Ελλήνων της Φθοιώτιδας, η οποία δεν απέχει και πολύ από την αντίληψη των νεώτερων, ότι Έλληνες ονομάστηκαν, πρώτα οι αμφικτιονικοί λαοί της αρχαίας Ελλάδας. Του Έλληνα αυτού, του υιού του μυθικού Δευκαλίωνα και ισχυρότατου (κατά τον Θουκυδίδη) βασιλέα της Φθιώτιδας, ο οποίος είχε δώσει το όνομά του σε μία από τις φυλές της χώρας και θα άκμαζε προ του Τρωϊκού πολέμου, αφού προϋπήρχε αυτού φυλή Ελλήνων στην Φθιώτιδα. Πλην του ειρημένου Έλληνα μνημονεύονταν από τους αρχαίους και άλλος Έλληνας, ο οποίος ελέγονταν τρισέγγονος αυτού και υιός του Φθίου, υιού του Αχαιού και εγγονού του Ξούθου, υιού του πρώτου Έλληνα.

Ενώ δε οι αρχαίοι Έλληνες προς ερμηνεία του εθνικού ονόματος τους έπλασαν τους περί του μυθικού τους γενάρχη μύθους, ο νεώτερος ελληνικός λαός, εκ της δοξασίας, η οποία είναι κοινό κτήμα όλων των λαών, ότι το παρελθόν είναι καλύτερο του παρόντος και οι προγενέστεροι άνθρωποι ανώτεροι των σημερινών, έπλασαν εκ θαυμασμού για τα διασωθέντα έργα των προγόνων του διάφορες παραδόσεις (βλ. Ν. Πολίτου, Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του Ελληνικού λαού τ. Α΄ αρ. 89, 90, 100, 101, 105 και 106) κατά τις οποίες οι παλιοί Έλληνες ήσαν «ψηλοί σαν τις ψηλότερες λεύκες» και δυνατό τόσο, ώστε «λύγιζαν και σίδερα» και ο «Έλληνας» και η «Ελλήνισσα», ο ήρωας και η ηρωΐς, στους οποίους προσωποποιείται ο αρχαίος ελληνικός λαός, τόσο πελώριοι και δυαντοί, ώστε το μνήμα του Έλληνα στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είναι «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμιση πλάτος» και η Ελλήνισα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου στο κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» τον μονόλιθον (μήκους 6 μέτρων), ο οποίος χρησίμευε ως υπέρθυρον της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης.

 

 

ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΑ ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝ

 

Το όνομα Έλλην ως δηλωτικό των κατοίκων της Ελλάδας χρησιμοποιείται από το 1000 π.Χ. περίπου. Προ της εποχής αυτής, στον Όμηρο, το όνομα χρησιμοποιούνταν προς δήλωση των κατοίκων τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, ιδίως αυτών στην πόλη Ελλάδα, η οποία κείτονταν πλησίον της σημερινής Φαρσάλου, ενώ οι κάτοικοι της Ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών καλούνταν Αχαιοί, Αργείοι, Δαναοί. Από την στενή αυτή περιοχή, άγνωστο πως, επεκτάθηκε συν τω χρόνω επί των κατοίκων ολόκληρης της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, κατ΄ αρχάς και μετά σε όλη την νότια κείμενη χώρα Στερεάς και Πελοποννήσου, και προς Α. και Δ. μέχρι την Κρήτη, τα Ιόνια νησιά και τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους και διατηρήθηκε έτσι μέχρι τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες. Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού και ιδίως από την στιγμή που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε το σύγγραμμα «κατά Ειδώλων», το όνομα των Ελλήνων καταχλευάζονταν από τον άμβωνα και στα εκκλησιαστικά συγγράμματα, γινόμενο συνώνυμο του ειδωλολάτρη ή αιρετικού, και προστιθέμενο ενίοτε προς δυσφήμιση και προς άλλα εθνικά ονόματα. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες τολμούσε να φέρει το καταδικασμένο όνομα, εκ φόβου μη επισύρει καθ’ εαυτού αναθέματα της Εκκλησίας. Συνέβη τότε να επανέλθουν σε κοινή χρήση παλιά και ξεχασμένα εθνικά ονόματα των Ελλήνων. Έκτοτε πιθανώς ονομάστηκαν Ελλαδικοί, με επίθετο που βρίσκει κανείς και στον Ξενοφώντα (Στ΄ π.Χ. αιώνα), οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας. Μείζονα τότε διάδοση εξέλαβε το παλαιότατο όνομα των Ελλήνων, Γραικός, πλεονεκτώντας των άλλων, και με αυτό δήλωναν τους Έλληνες και οι δυτικοί. Η οργάνωση του Βυζαντινού κράτους ως Ρωμαΐικου, η διατήρηση εν αυτώ των διοικητικών μορφών του Ρωμαϊκού κράτους και η προσηγορία των Ρωμαίων, την οποία έφεραν οι υπήκοοι, συντέλεσαν στην διάδοση του ονόματος Ρωμαίοι (Ρωμιοί) στους Έλληνες, το οποίο ουδέποτε επικράτησε ολοσχερώς.

Από τις λίγες σωζόμενες μαρτυρίες συνάγεται πως οι Έλληνες το γένος, υπήκοοι του Βυζαντινού κράτους, διατηρούσαν παράλληλα και το παλιό τους εθνικό όνομα. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους, το όνομα των Ρωμιών, μισητό γενόμενο, άρχισε να παραγκωνίζεται και να αναφέρεται συχνότερο και με πολύ αγάπη εκείνο των Ελλήνων, το οποίο αρχίζει να ανακτά την παλιά του διασταλτική από κάθε βαρβαρικού δύναμη. Όταν το έθνος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, η Εκκλησία έκρινε ως πιο συμφέρον το όνομα των Ρωμαίων. Ο κατακτητής αναγνώρισε τον Πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων «Ρούμ πατριγκί» και στην δικαιοδοσία του υπήγαγε όλους τους Ρωμαίους (Ρουμ μιλέτι) , όλους δηλαδή τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, οι οποίοι νωρίτερα υπάγονταν στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου (αυτοκράτορα των Ρωμαίων), στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και μη Έλληνες. Όσες φορές χρειάζονταν να διαχωριστούν οι αλλόγλωσσοι από τους ελληνόγλωσσους, Έλληνες τους καλούσε η Εκκλησία ενώ χρησιμοποιούσε τον όρο Γραικοί για να διακρίνει μεταξύ ελληνόγλωσσων Ορθοδόξων και τον λατινοδόξων οπαδών του πάπα Ρώμης. Στα δημοτικά άσματα από τον ΙΣΤ΄ αιώνα και μετά χρησιμοποιείται κατά προτίμηση ως εθνικό το όνομα Έλλην, το οποίο υιοθετήθηκε και από τους αγωνιστές της εθνικής ανεξαρτησίας από τα πρώτα της βήματα επιβλήθηκε τέλος και επίσημα από την απελευθέρωση.

(Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΑ΄, σσ. 7-8)

 

 

ΕΛΛΑΣ, ΕΛΛΗΝ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

 

Η ετυμολογία της λέξεως «Ἑλλὰς» δεν έχει διευκρινιστεί. Κατά τον Γ. Κούρτιο έχει σχέση με τα ονόματα «σέλας», «σελήνη», «ἑλάνη(=λαμπάς)», κατά δεν τον Wilamowitz είναι συγγενές προς τα «ψελίζω», «σελλίζω», «ἐλλός», «ἔλλοψ», και τους «Σελλοὺς» ή «Ἑλλοὺς» της Δωδώνης. Ίσως η λέξη συγγενεύει με την «Ἑλλοπία», όπου απαντά ως ονομασία διάφορων ελληνικών χώρων και όπου είναι δυνατόν να παράγεται από τον «ἕλλα» (λακωνιστί = καθέδρα, καθ’ Ησύχιο) ή του «ἕλος». Πάντως καμιά από τις προταθείσες ετυμολογίες είναι αποχρώντως πειστική. Ως προς την χρήση των λέξεων «Ἑλλὰς» και «Ἕλληνες» παρατηρούμε ότι αυτές μάλλον οψέ δήλωσαν ολόκληρο το Ελληνικό έθνος. Στα Ομηρικά έπη ο όρος «Ἑλλὰς» σήμαινε απλώς κάποια χώρα που ανήκε στο κράτος του Πηλέα και οικουμένη υπό των Μυρμηδόνων, πατρίδα του Αμύντορα, πατέρα του Φοίνικα (Ι΄ 447 - 448, 478). Συναντάται στον Όμηρο και ως πόλη (στον κατάλογο των νέων, Β 683 - 684). Κατά τον Στράβωνα (Θ΄ 431 - 432), οι μεν πίστευαν ότι η Ομηρική Ελλάδα είναι η Φθία (πρβλ. και Θουκυδίδη Α΄ 3 «τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἔλληνες ἦσαν») και αποτελεί το νότιο μέρος της Θεσσαλίας, οι δε ότι ήταν διάφορος της Φθίας χώρα ή πόλη. Θεωρείται όμως ως λίαν απίθανο να υπήρξε ποτέ πόλη της Ελλάδας που να ονομάζονταν «Ἑλλὰς». Κατά τον Busolt η Ομηρική χώρα Ελλάς ήταν από Ενιπέα, του Απιδανού και άλλων παραποτάμων του Πηνειού διαρρεομένη  Θεσσαλιώτιδα. Στα νεώτερα χωρία της Οδύσσειας το όνομα «Ἑλλὰς» αποκτά μέγιστη έκταση γιατί σε αυτήν βρίσκουμε «καθ’ ην (ἢ ἀν΄) Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἀργος», όπου  «Ἑλλὰς» καλείται η στερεά Ελλάδα και «Ἄργος» η Πελοπόννησος.

Οι Έλληνες στα Ομηρικά έπη καλούνται «Δαναοὶ» («φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες») και «Ἀργεῖοι» και «Ἀχαιοί» και η λέξη «Ἕλληνες» αναφέρεται μόνο στον κατάλογο των νέων (Β΄ 684), και δηλαδή με την στενή έννοια, σήμαινε τους κατοίκους του κράτους του Πηλέα της Θεσσαλικής Ελλάδος. Εμφανίζεται η λέξη «Πανέλληνες» (Β530) που προφανώς σημαίνει το σύνολο των Ελλήνων. Η λέξη Πανέλληνες που δηλώνει όλο το Ελληνικό γένος συναντάται πρώτη φορά στον Ησίοδο τον Ζ’ π.Χ. αιώνα (Έργα 528) και στον Αρχίλοχο (απ. 52). Κατά τις αρχές του ΣΤ΄ αιώνα υπήρχε ο όρος Έλληνες σε κοινή χρήση σημαίνοντας το σύνολο των Ελλήνων εφόσον προτού του 580 είχε επικρατήσει η λέξη «Ἑλλανοδῖκαι» που δήλωνε τους κριτές των Ολυμπιακών αγώνων.

Πρώτος ο Αριστοτέλης μετέθεσε την παλαιότατη Ελλάδα από την Θεσσαλία στην Ήπειρο και κυρίως στην περιοχή της Δωδώνης και του Αχελώου «(ὁ κατακλυσμὸς) περὶ τὸν ἑλληνικὸν ἐγένετο μάλιστα τόπον· καὶ τούτου περὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀρχαίαν. Αὔτη δ’ ἐστὶν ἡ περὶ Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῷον· οὖτος γὰρ πολλαχοῦ τὸ ρεῦμα μεταβέβληκεν· ᾤκουν γὰρ οἱ Σελλοὶ ἐνταῦθα καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δ’ Ἒλληνες» (Μετεωρ. 352α). Μάλλον η γνώμη αυτή του Αριστοτέλη κατά την οποία η Ελλάδα βρίσκονταν στην Δωδώνη να πηγάζει από έναν μύθο που διαδόθηκε τον Δ΄ αιώνα π.Χ. από τους Μολοσσούς, στην περιοχή των οποίων βρίσκονταν τότε η Δωδώνη. Ο μύθος αυτός για να εμπεδώσει την ελληνική καταγωγή του βασιλικού οίκου των Μολοσσών, παρίστανε τον Δευκαλίωνα ιδρυτή του ιερού της Δωδώνης. Ο Αριστοτέλης ασπάσθηκε τον μολοσσικό μύθο πρόθυμα, τόσο περισσότερο όσο κατά την Ηλιάδα (Π΄ 233 -235) στην Δωδώνη διαμένουν οι Σελλοί,  των οποίων το όνομα μπορεί να θεωρηθεί ότι συγγενεύει με εκείνο των Ελλήνων. Πάντως η Δωδώνη πρέπει να θεωρηθεί ως μια από τις κοιτίδες του ελληνικού έθνους.

Το όνομα «Ἑλλὰς» από την στενή σημασία του Ομήρου επεκτάθηκε και σήμαινε πρώτα την Στερεά Ελλάδα χωρίς όμως την Πελοπόννησο (πρβλ «τὴν Ἑλλάδα καὶ Πελοπόννησον» Δημοσθ. 19, 303) και της Θεσσαλίας και έπειτα όλες τις από Έλληνες κατοικημένες χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου και ακόμη και της Μ. Ασίας (Ηροδ. 1, 92, Ξενοφ. Αναβ. 6, 5, 23), στην οποία αντιτίθεται «ἡ παρ’ ἡμῖν Ἑλλὰς» (Ξενοφ., Ελλ. 3, 4, 5.)

Κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους μετά την ευρεία εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας στην Ανατολή, «Ἕλληνες» και «ἑλληνίζοντες» και «ἑλληνισταὶ» ονομάζονταν όλοι αυτοί που μιλούσαν ελληνικά. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού οι λέξεις αυτές σήμαιναν τους Εθνικούς - ειδωλολάτρες και ο «ἑλληνισμὸς» σήμαινε τον Εθνισμό και την Ειδωλολατρία. Στα μέσα του Ε’ αιώνα ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Θεοδώρητος ο Κύρρος ονομάζει τους ιερείς του Βάαλ «ἱερεῖς τῶν Ἑλλήνων».

Το όνομα Ελλάς επέζησε κατά τους μέσους χρόνους, τουλάχιστον στην επίσημη γλώσσα της διοικήσεως του κράτους. Έτσι νωρίτερα από το 535 και επί Ιουστινιανού δημοσιευθέν σύγγραμμα του Ιεροκλέους «Συνέκδημος», η υπό ανθυπάτου διοικούμενη «ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος» περιλαμβάνει την Στερεά, την Πελοπόννησο, την Εύβοια και διάφορα άλλα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους. Αυτή η επαρχία, περιέχει 79 πόλεις και μητρόπολη είναι η Κόρινθος. Οψιαίτερο το «θέμα Ἑλλάδος» κατά το «Περὶ τῶν θεμάτων» σύγγραμμα του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, αποτελείται από την Αττική, Βοιωτία, Φωκίδα, Λοκρίδα, Εύβοια, Κυκλάδες και την μέχρι του Πηνειού Θεσσαλία. Πρωτεύουσα αυτού του θέματος είναι η Θήβα. Κατά τον ΙΑ΄ και ΙΒ΄ αιώνα τα δύο θέματα Ελλάδας και Πελοποννήσου συναντώνται ενωμένα σε ένα θέμα με πρωτεύουσα συνήθως την Κόρινθο. Του θέματος Ελλάδος οι κάτοικοι ονομάζονται ελλαδικοί.

Μετά από την άλωση της Κων/πολης από τους Λατίνους το 1204, το όνομα Ελλάς εξαφανίζεται ως δηλωτικό διοικητικής περιφέρειας αλλά τουναντίον από τους ίδιους χρόνους καθίσταται συχνότερη η χρήση των λέξεων Έλληνες και Ελλάς με την ευρύτερη εθνολογική και πολιτιστική σημασία. Ο Ιωάννης ο Γ΄ Δούκας ο Βατάτζης, ο αυτοκράτορας της Νικαίας (1222- 1255) σε επιστολή του προς τον Πάπα Γρηγόριον τον Θ΄  («Άθήναιον», τ. Α΄ σ. 373 -378) γράφει «ὅτι τε ἐν τῷ γένει τῶν Ἑλλήνων ἡμῶν ἡ σοφία βασιλεύει» και μετά «ὅτι μὲν οὖν ἀπὸ τοῦ ἡμετέρου γένους ἡ σοφία καὶ τὸ ταύτης ἤνθησεν ἀγαθόν». Ο σουλτάνος της Αιγύπτου και Συρίας Νασίρ Νασρεδδίν Μοχάμεδ, γράφει προς τον Ανδρόνικο Γ΄ τον Παλαιολόγο (1328-1341) προσαγορεύοντας τον «κληρονόμο τῆς βασιλείας τῶν Ρωμαίων» και τον αποκαλεί «σπάθην τοῦ βασιλέως τῶν Μακεδόνων» και «ἀνδρειότητα τῆς βασιλείας τῶν Ἑλλήνων». Ο διάδοχος του Σουλτάνου Νασίρ Νασρεδδίν Χασάν, το 1348, σε επιστολή προς τον Ιωάννη ζ΄ τον Κατακουζηνό (εκδ. Βόννης σ. 94 - 99) ονομάζει αυτόν «σπάθη τῶν Μακεδόνων» και «βασιλέα τῶν Ἑλλήνων». Ο Νικηφόρος Γρηγοράς , κατά τους ίδιους περίπου χρόνους, λέει για τον Πατριάρχη Γρηγόριο του Κυπρίου που έζησε τον ΙΓ΄ αιώνα, «διαβόητος ἐν τοῖς τότε γενόμενος Ἕλλησιν». Ο Ιωάννης ο Αργυρόπουλος προσφωνεί τον Ιωάννη Η΄ τον Παλαιολόγο (1425-1448) «ὦ τῆς Ἑλλάδος ἥλιε βασιλεῦ» (Σάθα, Momuments τ. Α΄ σ. ΧΙΙ). Ο δε τελευταίος στην Κων/πολη Χριστιανός βασιλιάς Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος, που και αυτός, όπως και οι προκάτοχοί του, έφερε τον τίτλο του «βασιλέως καὶ αὐτοκρότορος Ρωμαίων», στην προσλαλιά του κατά την προτεραία της αλώσεως, αποκαλεί την Κωνσταντινούπολη «ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων».

Μετά την άλωση της Κων/πολης από τους Τούρκους, καθόσον ολοένα το Ελληνικό έθνος θα αποκτά ζωηρότερη συνείδηση του εαυτού του, το όνομα Έλληνας και Ελλάδα περιβάλλονται υπό αυτού με μείζονα αίγλη και καθίσταται εις αυτό αεί προσφιλέστερο. Ο ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης γράφει «Ἑλλήνων πράγματα», «Ἑλλήνων βασίλειον», «Ἑλλήνων βασιλεύς» και με τους Έλληνες εννοούσε τους Βυζαντινούς. Ο Αντώνιος ο Έπαρχος μόνο με τις λέξεις «Ἕλληνες» και «Ἑλλὰς» σημαίνει τους ομοεθνείς και την πατρίδα του. Κατά την επανάσταση του 1821 το έθνος αγωνίζεται για την ελευθερία των Ελλήνων και της Ελλάδος. Η συνέλευση της Επιδαύρου που συνέταξε το «Προσωρινὸν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος» εξέδωσε την 1η Ιανουαρίου 1822 κύρηγμα, με το οποίο το «τὸ ἑλληνικόν ἔθνος, τὸ ὑπὸ τὴν φρικώδη ὀθωμανικὴν δυναστείαν… κυρύττει σήμερον διὰ τῶν νομίμων παραστατῶν του, εἰς ἐθνικὴν συντεταγμένων συνέλευσιν… τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν». Έτσι το έθνος, άμα την έναρξη του μακριού απελευθερωτικού αγώνα, απέβαλε επίσημα εις το νέο κράτος το ελληνικό όνομα «Ἑἑλληνικὴ Ἐπικράτεια, Ἑλληνικὴ Πολιτεία, Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, Ἑλληνικὴ Δημοκρατία»

 

Βιβλιογραφία

1. Busolt G., Griechische Geschichte I2 (σελ. 196 - 200)

2. Paully - Wissowa, Realencyclipeadie der klassichen Altertumswissenschaft στα άρθρα Hellas, Hellen, Grai

3. Θερειανού Δ., Ο ελληνισμός κατά λεκτική και πραγματική έννοια στο «Φιλοσοφικές υποτυπώσεσι» (Τεργέστη 1885)

4. Πολίτου Ν. Γ. Έλληνες ή Ρωμιοί;(Αθήνα 1901. Ανετυπώθη στο «Λαογραφικοίς Συμμείκτοις», τ. Α΄, Αθήνα 1920, σελ. 120 - 133)

5. Μυστακίδου Β. Α. Οι λέξεις Έλλην, Γραικός (Γραικύλος), Βυζαντινός (Τυβίγγη 1920)

6. Α. Ν. Χατζή, Έλλη - Ελλάς, Έλλην (Αθήναι 1935)

(Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ι΄, Ελλάς σσ. 1-2)

 

 

 

 

 

Ισοκράτης, Ολυμπιακοί Αγώνες 380 π.Χ.,

 πρώτος ιστορικός λόγος περί πολιτικής ένωσης των Ελλήνων

 

«…Έλληνες εκείνους που μετέχουν της παιδείας(ελληνικής) παρά εκείνους που τη φύσεως ανήκουν στο λαό μας.»

 

Το Βυζάντιο όπως και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετέχουν της ελληνικής παιδείας αναμφισβήτητα έστω και αν υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις. (Μην ξεχνά κανείς ότι και στην αρχαιότητα υπήρξαν εξορισμοί φιλοσόφων από τις γενέτειρές τους). Αυτό το παράδειγμα είναι επίσης άκρως κατατοπιστικό για τις παρελάσεις αλλοδαπών, ελληνοποιήσεις κ.λ.π. Κι ας μην μπερδεύεται κανείς σήμερα που κάποιοι επιτήδειοι προσπαθούν να εξομοιώσουν την ελληνική παιδεία αποκλειστικά με τον Εθνισμό, πράγμα απαράδεκτο.

  

 

 

ΡΩΜΙΟΙ

 

Αφού ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων, Κωνσταντίνος ο Μέγας μετακόμισε την πρωτεύουσα του κράτους του στο Βυζάντιο (330) , ιδίως δε αφού το δυτικό κράτος καταλύθηκε (476), το όνομα «Ρωμαῖοι», έχασε την εθνολογική του σημασία, και σήμαινε τους υπηκόους του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, και δη, μετά τον εξελληνισμό του, το κατ’ εξοχή σπουδαιότερο στοιχείο του, αυτούς δηλαδή μου ομιλούσαν τα ελληνικά. Το όνομα παρέμεινε μέχρι και τις μέρες μας στην δημοτική γλώσσα με τον τύπο «Ρωμιὸς» («Ρωμιά, Ρωμιοποὺλα, Ρωμιόπουλο, ρωμαίικος, -η, -ο, τὸ ρωμαίικο, ἡ ρωμιοσύνη» κ.λ.π.). Το κράτος αυτό τότε ονομάσθηκε «Ρωμανία».

 

 

(ΝΕΟ) ΕΛΛΗΝΑΣ

 

 

 

«…συλλογίζομαι την κατάχρηση του ονόματος γένος, ήτις χαρακτήριζε όλους τους δημοκόπους»

 

Αδαμάντιος Κοραής

Έλλην Διαφωτιστής

 

 

 

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

Αποδείξεις για το πώς άλλαξε η έννοια του όρου «Έλληνας» ανά το πέρασμα του χρόνου:

 

1. Θρησκεία

Στο βιβλίο της Σειράς «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Μ. Αθανασίου, Έργα 1, Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973, το οποίο επιμελώνται οι Βασ. Σ. Ψευτόγκας & Θεοδ. Ν. Ζήσης, Διδάκτορες της Θεολογίας και εποπτεύουν οι Παν. Κ. Χρήστου & Στερ. Ν. Σάκκος, Καθηγητές Πανεπιστημίου, σελ. 152

«Κατά την αρχαιότητα οι μεν Έλληνες έλεγαν «πᾶς μῆ Ἒλλην βάρβαρος», οι δε Ιουδαίοι «πᾶς μὴ Ἰουδαῖος Ἓλλην», οι δε Χριστιανοί «πᾶς μὴ Χριστιανὸς θύραθεν», δηλαδή έξω από την θύρα (της μάνδρας του Χριστού) . Τα Ιουδαίος και Έλλην έπαυσαν να είναι Εθνικά, ήσαν πλέον θρησκευτικά. Ιουδαίος δεν λέγονταν μόνο ο Εβραίος αλλά και κάθε άνθρωπος πάσης φυλής και γλώσσης και υπηκοότητας που δέχονταν να περιτεμνηθή και να θρησκεύει κατά τον Μωσαϊκό νόμο. Και Έλλην δεν λέγονταν ο κάτοικος της Ελλάδας, αλλά κάθε ειδωλολάτρης κάθε φυλής και γλώσσας (!!!), εφόσον δεν ήταν Ιουδαίος. Όταν λοιπόν το «Έλλην» έλαβε την παγκόσμια και θρησκευτική σημασία, οι κάτοικοι της Ελλάδας έλαβαν τα άλλα ονόματα [δηλαδή Πελασγοί, Αχαιοί, Μακεδόνες κ.λ.π.]». Γι αυτό και ο Μ. Αθανάσιος όταν αναφέρεται στους Έλληνες της Δωδώνης τους ονομάζει Πελασγούς («καί τόγε θαυμαστόν, ὅτι, ὡς οἱ ἱστορήσαντες ἐξηγοῦνται, παρ’ Αἰγυπτίων οἱ Πελασγοὶ μαθόντες τὰ ὀνόματα τῶν θεῶν, οὐκ ἴσασιν οὗτοι τοὺς παρ’ Αἰγυπτίοις θεούς, ἀλλὰ ἄλλους παρ’ ἐκείνους θρησκεύουσι. Καὶ ὄλως πάντων τῶν ἐν εἱδώλοις μανέντων ἐθνῶν διάφορός ἐστιν ἡ δόξα καὶ ἡ θρησκεία, καὶ οὐ αὐτὰ παρὰ τοῖς αὐτοῖς εὑρίσκεται», Μέγας Αθανάσιος, Κατά Ειδώλων, 23).

Υπό την λέξιν «οἱ ἱστορήσαντες» ο Μ. Αθανάσιος εννοεί τον Ηρόδοτο του οποίου την πληροφορία αναφέρει εδώ. Ο Ηρόδοτος λέγει· «Δώδεκά τε θεών επωνυμίας έλεγον πρώτους Αιγυπτίους νομίσαι, και Έλληνας παρά σφέων αναλαβείν, βωμούς τε και αγάλματα και νηούς θεοίσι απονείμαι σφέας…», Ιστ. 2,4,2. Αλλ’ ο Αθανάσιος αντί του «Έλληνες» λέγει «Πελασγοί». Πελασγοί αρχικώς ελέγοντο αυτοί που κατώκουν εις την Ελλλάδα , προτού να έλθουν οι Έλληνες. Όταν ήλθον οι Έλληνες ανεμίχθησαν με αυτούς· εις ωρισμένα δε μέρη έμειναν άμικτοι. Οι Όμηρος, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, και‘Εφορος αναφέρουν ότι υπήρχον Πελασγοί εις την Δωδώνην της Ηπείρου, την Θεσσαλίαν, την Λήμνον, την Πελοπόννησον, την Κρήτην. Κατά τα ελληνιστικά όμως και μάλιστα τα μεταχριστιανικά χρόνια, επειδή το «Έλληνες» έλαβεν άλλην σημασίαν , οι Έλληνες ήρχισαν να λέγωνται με τας παλαιάς τοπικάς ονομασίας, ήτοι Πελασγοί, Αχαιοί, Μακεδόνες, κλπ. Αν ο Ηρόδοτος έλεγε «Πελασγοί», θα έλεγε κανείς ότι ο Αθανάσιος λαμβάνει το χωρίον , χωρίς να εξετάση ποίοι ήσαν οι Πελασγοί. Εφ’ όσον όμως μεταβάλλει το «Έλληνες» του Ηροδότου εις «Πελασγοί» , άρα εν γνώσει λέγει Πελασγούς τους προ Χριστού και τους νύν λεγομένους Έλληνας. Αυτά αναφέρονται στο βιβλίο της Σειράς «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Μ. Αθανασίου, Έργα 1, Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973, το οποίο επιμελώνται οι Βας. Σ. Ψευτόγκας & Θεοδ. Ν. Ζήσης, Διδάκτορες της Θεολογίας και εποπτεύουν οι Παν. Κ. Χρήστου & Στερ. Ν. Σάκκος, Καθηγητές Πανεπιστημίου, σελ. 152.

Συνεπώς χρειάζεται μεγάλη προσοχή διότι και το Έλλην μπορεί να δεικνύει ένα Αιγύπτιο αλλά και η θύραθεν (σοφία) να δεικνύει την Ιουδαϊκή! π.χ. Πορφύριος ή Κέλσος.

 

2. Ευαγγέλια

Κατά Μάρκον, Κεφ. Ε΄ «25 ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· 26 ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς». Όπως καταλαβαίνει κανείς, το «Έλλην» από την εποχή του Χριστού, είναι δηλωτικό της θρησκείας διότι φαίνεται να είναι αδύνατο ετούτη η Συροφοινίκισα γυναίκα που προσέτρεξε για βοήθεια στον Θεάνθρωπο να ήταν «ελληνικά πεπαιδευμένη» ή «φιλοσοφημένη». Δηλαδή αναφέρονταν και για τους πληθυσμούς που δεν μιλούσαν ΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ!

 

3. Όμηρος

Με τον όρο Έλληνες ο Όμηρος στην Ιλιάδα (β΄ 530 «ἐγχείῃ δ’ ἐκέκαστο Πανέλληνας καὶ ἁχαιούς») αναφέρει μόνο τους Βόρειους ενώ οι νότιοι είναι οι Αχαιοί.  Βέβαια άνθρωποι σαν τους νεοΕθνικούς, είναι πρόθυμοι να βαπτίσουν τους Αχαιούς Έλληνες μιας και αυτό συμφέρει τα σκοτεινά θρησκευτικά τους σχέδια, ενώ οι χριστιανοί Βυζαντινοί είναι Ρωμαίοι και Γρακοί!

 

4. Εκκλησία

Β’ Οικουμενική σύνοδος 381 μ.Χ. Ζ’ κανών για τους «Έλληνες»:  «Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς τους λέγοντας Καθαρούς και Αριστερούς...Πάντας ως Έλληνας δεχόμεθα»

 

5. Παναγιώτης Μαρίνης

Ο νεοΕθνικός Παναγιώτης Μαρίνης λέγει «Σήμερα λέγεται Έλλην ο κάτοικος της Ελλάδος, όμως στο Βυζάντιο και κατά την Τουρκοκρατία, Έλλην λέγεται ο πιστός της Ελληνικής Θρησκείας, και γι’ αυτό τα κατά της θρησκείας κείμενα των Πατέρων επιγράφονται «κατά Ελλήνων», και μ’ αυτό τον τρόπο χρησιμοποιούμε την λέξη».(Πηγή: Περιοδικό «Τρίτο Μάτι», τεύχος 95, άρθρο «Τι πιστεύει η Ελληνική μας Θρησκεία», Παναγιώτης Μαρίνης, Μέλος της επιτροπής για την αναγνώριση της Ελληνικής Θρησκείας του Δωδεκαθέου, σελίδα 26)

 

  

Έλληνες & Ελληνοφωνία στο Βυζάντιο

 

Η λέξη «Έλλην» δεν είχε εθνικό περιεχόμενο εκείνη την εποχή, και είναι λάθος να πιστεύεται πως υπήρχαν κάποιοι «Βυζαντινοί» ή Χριστιανοί το γένος που μαχόντουσαν κάποιους «Έλληνες» το γένος. Όλοι ήταν Ρωμαίοι ήδη από το 212 μ.Χ. όταν απέκτησαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, και σε αυτό φυσικά δεν φταίει η Εκκλησία. Στο άρθρο του κ. Ζεπάτου στο οποίο αναφέρει πως «η πίστη στον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ βοήθησε στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας μας να κρατήσουμε την ελληνικότητά μας. Μείναμε Έλληνες γιατί κρατήσαμε την πίστη μας στον ΧΡΙΣΤΟ. Μπορεί να χάσαμε την γλώσσα μας στο Ερζερούμ ή την Καισάρεια, μπορεί να χάσαμε την ελληνική παιδεία μας, εφ’ όσον όμως κρατήσαμε τον ΧΡΙΣΤΟ, η ελληνικότητα ήταν αυτονόητη και παρούσα. Αντιθέτως όσοι Έλληνες εγκατέλειψαν τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ, έστω κι αν διατήρησαν την ελληνική γλώσσα έχασαν την ελληνική τους συνείδηση. Το φαινόμενο αυτό το παρατηρούμε στους Τουρκοκρητικούς, στους Τουρκοκύπριους, στους Βαλάαδες της Κοζάνης, στην μερίδα των Ποντίων που εξισλαμίστηκαν. Αυτοί εγκατέλειψαν τον ΧΡΙΣΤΟ και διατήρησαν την ελληνοφωνία τους. Η ελληνοφωνία δεν βοήθησε καθόλου στην διατήρηση της ελληνικότητός τους .Κι εδώ έχουμε ένα φαινόμενο με απόλυτη ισχύ. Εγκατάλειψη του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ με διατήρηση της ελληνοφωνίας συνοδεύεται πάντα από την απώλεια της ελληνικότητας. Ενώ αντιθέτως, η απώλεια της ελληνοφωνίας σε συνδυασμό με την πίστη στον ΧΡΙΣΤΟ συνοδεύεται πάντα με τη διατήρηση της ελληνικότητας. Αυτό υπαινίσσεται, ότι η πίστη στον ΧΡΙΣΤΟ εγκλείει μυστικά και το ελληνικό πολιτιστικό υπόβαθρο».

  

 

ΟΙ ΚΑΛΑΣ, ΟΙ ΚΑΦΙΡ & ΟΙ ΡΩΜΙΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

  Μια σύντομη ενότητα ενάντια στις καταδίκες των νεοΕθνικών προς την ελληνικότητα των Βυζαντινών Ρωμιών με βάση την θρησκεία, όπως π.χ. των Ρωμιών του Πόντου και την αυτόματη ελληνοποίηση μυριάδων Ιθαγενών ανά την υφήλιο με βάση κάποια γλωσσικά ιδιώματα. Οι παρακάτω σκέψεις γίνονται με απόλυτο σεβασμό προς τον πολιτισμό του κάθε ιθαγενή. Ο μόνος και απόλυτος στόχος τους είναι απόδειξη της λαθραίας λογικής της νεοΕθνικής θρησκευτικής φανατισμένης παράταξης. Μια μικρή αλλά σοβαρή ενότητα υπέρ της σημασίας των Ευαγγελίων για την διατήρηση της αρχαιοελληνικής γλώσσας.

 

 

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ

Η Κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας

Θεμιστοκλής Φ. Περτεσης, Φιλόλογος - Ιστορικός

 

Αριστερά: Η Εκκλησία του Άϊ -Γιάννη του Βαπτιστή δεσπόζει στην κεντρική πλατεία του Γκαλλιτσανού. Δίπλα στην σκάλα διακρίνεται η μαρμάρινη πλάκα την οποία αφιέρωσε στο χωριό η Πολιτιστική Εταιρία των Πανελλήνων «Μακεδνός» (ιούλιος 1993) ως σύμβολο φιλίας (φωτ. Domenico Nucera) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 8)

Δεξιά: Το Γκαλλιτσάνο «σκαρφαλωμένο» στις απόκρημνες πλαγιές του Ασπρομόντε της Καλαβρίας, υπήρξε καταφύγιο του Σπάρτακου και των ανδρών του. Αλλά και στα νεώτερα χρόνια (1860) οι κάτοικοι της περιοχής, γνωστοί ως Brigandi (ληστές), ήταν αντίπαλοι της ισχυρής φεουδαρχίας (φυσικά οι νεοΕθνικοί διαβλέπουν πάντοτε «λεβεντόπαιδα» σε περιοχές μόνο και εφόσον δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι). Η πρόσβαση στο χωριό βελτιώθηκε μετά της επισκευή του δρόμου, λόγω της επίσκεψης του Πατριάρχη Βαρθολομαίου το 2001. (φωτ. Θεμ. Περτέσης, Απρίλιος 2000) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 9)

 

«Είσαι Γκρίκο; Εμπα στο σπίτι μου να μπει ο ήλιος». Με αυτόν τον τρόπο οι κάτοικοι των ελληνοφώνων χωριών της Κάτω Ιταλίας, υποδέχονται σήμερα τους Έλληνες. Ταυτόχρονα απευθύνουν μια δραματική έκκληση προς κάθε αρμόδια Αρχή της μητέρας Ελλάδας, η οποία φαίνεται συχνά να αγνοεί ακόμη και την ύπαρξή τους. Όμως, οι Γκρεκάνοι φωνάζουν γεμάτοι υπερηφάνεια με όλη τους την ψυχή: «Είμαστε Γκρέτσοι, γιατί έχομε το ίντιο αίμα τσε την ίδια γκλώσσα». Ποιος έχει δικαίωμα να μείνει αδιάφορος αντιμετωπίζοντας αυτό το αγωνιώδες μήνυμα;

 Λίγα ταξίδια μπορούν πραγματικά να παρουσιάσουν τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τους Έλληνες ταξιδιώτες, όσο μια περιήγηση στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, περιοχές οι οποίες αποτέλεσαν, ως γνωστόν, πεδίο εκπληκτικής αποικιακής δραστηριότητας του αρχαίου ελληνισμού, κυρίως τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ. Σε αντίθεση με τους Τούρκους (οι οποίοι με επιμέλεια αποκρύπτουν το ελληνικό παρελθόν των τουριστικών περιοχών, όπως των παραλίων της Μ. Ασίας) οι Ιταλοί ευτυχώς αποκαλούν ακόμη και διαφημίζουν την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ως «Μεγάλη Ελλάδα» (Magna Grecia).

Το όνομα αυτό εμφανίσθηκε για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα π.Χ. Η μεγάλη άνεση του χώρου της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας σε σχέση με τη στενότητα του κυρίως ελλαδικού, πιθανώς ήταν η αιτία για το όνομα. Τότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το όνομα «Graeci» για τους Έλληνες και έχει οπωσδήποτε σχέση με τους Βοιωτούς Γραίους.

 

Οι απομονωμένοι Έλληνες της Καλαβρίας και της Απουλίας διατήρησαν πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τους παράδοσης και της γλώσσας τους.

 

Η ονομασία αυτή οφείλεται όχι μόνο στον πλούτο, την πυκνότητα και την ομορφιά των μνημείων που δημιούργησαν εκεί οι αρχαίες ελληνικές αποικίες, αλλά και στην πολιτιστική και οικονομική επικράτηση των Ελλήνων έναντι άλλων πολιτισμών, οι οποίοι άφησαν το στίγμα τους στην περιοχή. Με εξαίρεση τη Συρία, όπου υπάρχουν αρχαιότητες οκτώ διαφορετικών πολιτισμών, δεν υπάρχει άλλος τόπος στον κόσμο, ο οποίος να στολίζεται με μνημεία τόσων πολλών και ποικίλων πολιτισμών, οι οποίοι μάλιστα αλληλοεπηρεάσθηκαν και συγχωνεύθηκαν κατά τον πιο παράδοξο και ταιριαστό τρόπο. Φοίνικες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Νορμανδοί, Γάλλοι, Ισπανοί κ.ά. άφησαν στα μέρη αυτά σπουδαία δείγματα των πολιτισμών τους και μνημεία που δείχνουν αυτή την αλληλεπίδραση. Κανείς, όμως, από τους πολιτισμούς αυτούς δεν άφησε ζωντανή μέχρι σήμερα την παράδοση του, εκτός από τον ελληνικό.

Αυτό ισχύει για τις περιοχές της Καλαβρίας και της Απουλίας (Σαλέντο) στην Κάτω Ιταλία, όπου ακόμη και σήμερα διατηρείται άσβεστο το ελληνικό πνεύμα, μαζί με την ελληνική γλώσσα, η οποία εξελισσόμενη διαφορετικά μέσα στις συνθήκες της Ιταλίας έδωσε μια άλλη διάλεκτο, τα λεγόμενα «Γκρεκάνικα» (στην Καλαβρία) ή «Γκρίκο» (στην Απουλία).

Οι απομονωμένοι - για διαφόρους λόγους, οι οποίοι αναλύονται στη συνέχεια - Έλληνες των δύο αυτών περιοχών διατήρησαν πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής τους παράδοσης και της γλώσσας τους, η οποία μέχρι σήμερα διέσωσε πολλές αρχαίες λέξεις και εκφράσεις. Πρόκειται για μια μοναδική στον κόσμο όαση αρχαιοελληνικής πολιτισμικής επιβίωσης, μαζί με εκείνη των φυλών Καφίρ στο Αφγανιστάν και Καλάς στο βόρειο Πακιστάν (στις δύο τελευταίες, όμως, δεν διατηρήθηκε η αρχαιοελληνική γλώσσα).

Τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας είναι εννέα (Γκαλλιτσανό, Αμεντολέα ή Αμυγδαλέα, Κοντοφούρι, Ροχούδι, Χωρίο Ροχούδι, Βουνί ή Ροκκαφόρτε ντελ Γκρέκο, Χωρίο Βουνίου, Βούα ή Βονά (Μπόβα) και Γυαλός του Βούα - Bova Marina ή Φούντακας), αλλά στην ευρύτερη ορεινή περιοχή του βουνού Ασπρομόντε υπάρχουν αρκετά ακόμη με ελληνικά ονόματα (Βασιλικό, Στύλος, Πενταδάκτυλο, Καταφόριο, Ιέραξ (Τζεράτσε), Πολύστενα κ.α.)

 

Αριστερά: Τοιχογραφία του ναού του Αγίου Στεφάνου (12ος αιώνας) στο Σολέτο της Απουλίας με την επιγραφή «ΣΟΦΙΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ». Η μικρή Εκκλησία, η οποία είναι γεμάτη από τοιχογραφίες είναι ότι πιο ελληνοπρεπές έχει να επιδείξει η περιοχή, σημάδι ότι το Ορθόδοξο δόγμα ήταν εδώ ζωντανό επί αιώνες (φωτ. Κώστας Φ. Παπακωνσταντίνου)

Δεξιά: Η πρόσφατα κατασκευασμένη Ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας «της Ελλάδας», στο Γκαλλιτσανό είναι το τελευταίο πραγματικό προπύργιο της διαφύλαξης της Ελληνικής γλώσσας, καθώς το σύνολο των κατοίκων ομιλεί γκρεκάνικα. Μοναδικός πολιτιστικός φάρος, δικαίως ονομάζεται «Ακρόπολη της Μεγάλης Ελλάδας» (φωτ. Domenico Nucera)

(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σσ. 12 -13)

 

Σε απόσταση 600 χλμ, στην περιοχή της Απουλίας, (Σαλέντο), νοτίως του Λέτσε (Lecce, το οποίο ήταν γνωστό ως «Φλωρεντία του Νότου» ή «Αθήνα της Απουλίας») υπάρχουν άλλα εννέα ελληνόφωνα χωριά (Καλημέρα, Ματάνο, Μαρτινιάνο, Κοριλιάνο ντ’ Ότραντο, Καστρινιάνο ντεϊ Γκρέτσι, Τζολίνο, Σολέτο, Στερνατία και Μελπινιάνο) με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από γεωφυσική και οικονομική άποψη και με ελάχιστες επαφές και ανταλλαγές με τα χωριά της Καλαβρίας. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των δύο περιοχών είναι αυτή η μοναδική και ιδιόρρυθμη γλώσσα, η οποία επέζησε 27 ολόκληρους αιώνες μέσα από τα τοπωνύμια, τα τραγούδια, τις παραδόσεις και τα έθιμα των κατοίκων τους.

 

 

ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Ο σύγχρονος γλωσσολόγος ερευνητής Αναστάσιος Καραναστάσης, ο οποίος με εντολή της Ακαδημίας Αθηνών μελετά επί πολλά χρόνια την γκρεκάνικη διάλεκτο, στηρίζει και ισχυροποιεί τη Θεωρία του Γ. Χατζιδάκι περί αδιάλειπτης συνέχειας της γλώσσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με μια σειρά παρατηρήσεων:

 

1. Η ύπαρξη πολλών σπάνιων αρχαίων λέξεων, κυρίως δωρικών, ανύπαρκτων όμως στη βυζαντινή και στη νεοελληνική γλώσσα, π.χ. νασίδα = νησίδα, τράφο= τάφρος, αγιολούπο = αιγίλωψ (άγρια βρώμη) κ.ά.

2. Η διαφορετική προφορά των διπλών συμφώνων, η οποία προέρχεται από τους Δωριείς και δεν απαντάται στη βυζαντινή ούτε στη νεοελληνική, π.χ. ξίφος > σκίφος, ψαλίς > σπαλίς.

3. Η γλώσσα των ελληνοφώνων διατηρεί σπάνια αρχαία σημασιολογικά στοιχεία, διαφορετικά στη νεοελληνική, π.χ. το ρήμα σηκώνω δεν έχει τη σημασία του υψώνω (νεοελλ.) αλλά την αρχαία, δηλ. φυλάσσω σε κλειστό χώρο.

Η γλώσσα, βέβαια, εμπλουτίστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους με λέξεις του λεξιλογίου της Εκκλησίας, π.χ. Πασκαλία = Πάσχα, Πιφανεία = Επιφάνεια.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η ύπαρξη ιδιόρρυθμων μοναδικών λέξεων, π.χ. αγαπησίν = αγάπη, όστρια = έχθρα κ.ά. Το στοιχείο αυτό προέκυψε από την ανάγκη του εμπλουτισμού της γλώσσας κατά τη μακροχρόνια απομόνωση των ελληνόφωνων πληθυσμών, κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Τα γκρεκάνικα, όμως, εκτός από τις αρχαιοελληνικές ρίζες τους και τον βυζαντινό εμπλουτισμό παρουσιάζουν μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή εξαιτίας και των λεξιλογικών δανείων τους από την ιταλική γλώσσα, τα οποία ενσωματώθηκαν αφού ακολούθησαν τους κανόνες της ελληνικής γραμματικής, π.χ. η ιταλική λέξη bicchiere (ποτήρι) έγινε το μπικέρι, του μπικεριού κλπ.

Έτσι, το ιδίωμα των ελληνοφώνων έχει προσλάβει έναν μελωδικό τόνο, και θυμίζει αμυδρά την κυπριακή ή την κρητική διάλεκτο.

 

 

Μέσο Αριστερά: Άποψη του ποταμού Χοάσπη, από την πλευρά του Αφγανιστάν. Οι αναβαθμίδες με τις καλλιέργειες και τα δέντρα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα γυμνά βουνά, που περιβάλλουν την κοιλάδα. Σ’ αυτή την περιοχή ζουν οι Καλάς, μια φυλή ξένη προς τους γηγενείς πληθυσμούς, η φυλή των «απίστων με τις μαύρες ρόμπες», που ανάγει την καταγωγή της στους στρατιώτες του Σικάντερ (Αλέξανδρου) (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. Δ΄) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 3, άρθρο «Καλάς, οι "Έλληνες" των Ιμαλαΐων», Αντουανέττα Καλλέγια, αρχαιολόγος, σελ. 105)

Μέσο Αριστερά: Κυκλικός χορός των γυναικών. Στη φωτογραφία φαίνεται καθαρά το κεφαλοκάλυμμα των γυναικών με την πλούσια διακόσμηση. Πολλοί παρομοιάζουν την εμφάνισή τους με εκείνη των Σαρακατσαναίων στην ορεινή Ηπειρωτική Ελλάδα. (φωτ. Ν. Σοφιανός, 1995). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 3, άρθρο «Καλάς, οι "Έλληνες" των Ιμαλαΐων», Αντουανέττα Καλλέγια, αρχαιολόγος, σελ. 115)

Μέσο Δεξιά: Νεαρά γυναικεία μέλη των Καλάς ντυμένα με την χαρακτηριστική ενδυμασία τους, την κεντρική κοτσίδα στο μέτωπο και τα πλούσια περιδέραια με τις κόκκινες, κίτρινες και άσπρες γυάλινες χάντρες. Όσα περισσότερα περιδέραια φορά μια γυναίκα, τόσο μεγαλύτερο είναι το κύρος της οικογένειας εις την οποία ανήκει (φωτ. Ν. Σοφιανός, 1995). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 3, άρθρο «Καλάς, οι "Έλληνες" των Ιμαλαΐων», Αντουανέττα Καλλέγια, αρχαιολόγος, σελ. 119)

Δεξιά: Ξόανα των Καλάς, σχεδόν φυσικού μεγέθους (φωτ. Ν. Σοφιανός, 1995) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 3, άρθρο «Καλάς, οι "Έλληνες" των Ιμαλαΐων», Αντουανέττα Καλλέγια, αρχαιολόγος, σελ. 113)

 

 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

 

Μια ιστορική αναδρομή στις ρίζες των ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας βοηθά και στη διερεύνηση του προβλήματος της καταγωγής τους, καθώς και της εξέλιξης της γλώσσας τους. Κατά τον Ηρόδοτο (7, 170) οι πρώτοι Ελληνες έφθασαν στην Ιταλία από την Κρήτη, ενώ κατά τον Στράβωνα οι πρώτες εγκαταστάσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. Ο πραγματικός ελληνικός αποικισμός, ωστόσο, άρχισε τον 8ο και κορυφώθηκε τον 6ο και τον 5ο αιώνα π.Χ.

Οι αποικίες που ιδρύθηκαν στην Κάτω Ιταλία (ο Τάρας, το Ρήγιο, η Κύμη, 1 Ελέα, η Ηράκλεια, η Ποσειδώνια, η Σύβαρις, ο Κρότων, το Μεταπόντιο κ.ά.) από αποίκους διαφόρων περιοχών της μητροπολιτικής Ελλάδας ήκμασαν επί αιώνες σε όλους τους τομείς των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

 

Αριστερά: Στο κεντρικό πάρκο της Καλημέρας (η οποία έλαβε το όνομά της από το «Καλό μέρος» στο οποίο κτίσθηκε στην περιοχή της Απουλίας (Σαλέντο), βρίσκεται η μαρμάρινη αυτή στήλη, πιστό αντίγραφο αρχαίας νεκρικής του 4ου αιώνα π.Χ., η οποία παριστάνει μια Αθηναία κόρη και δωρήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων (επί δημαρχίας Κατσώτα), το 1960. Στο μνημείο χαράχθηκε ο πρώτος στίχος από το «Το τραγούδι της Ελλάδας του Σαλέντο», του Ερνέστο Απρίλε: «Ξένη, εσύ δεν είσαι, εδώ στην Καλημέρα» (φωτ. Θεμ. Περτέσης, Αύγουστος 2002). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 15)

Δεξιά: Καλαβρία, ερείπια του αρχαίου θεάτρου της Σύβαρης, πόλης της Μεγάλης Ελλάδας, της οποίας οι κάτοικοι, χάρη στον πλούτο τον οποίο απέκτησαν από το εμπόριο, έμειναν γνωστοί στην Ιστορία για την τρυφηλή ζωή τους, ασχολούμενοι υπερβολικά με εορτές, συμπόσια, 9εάματα και απολαύσεις («συβαριτισμός») (από το βιβλίο Calabria, εκδ. Matonti, Terni 1999). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 15)

 

Το αρχαίο ελληνικό όνομα της σημερινής Καλαβρίας ήταν Ιταλία ή Οινωτρία, ενώ Καλαβρία οι Έλληνες ονόμαζαν τότε τη σημερινή Απουλία. Στους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας, όπως τεκμηριώνεται από αρχαιολογικές ανασκαφές, έγιναν μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών από τα παράλια προς την ενδοχώρα και την οροσειρά του Ασπρομόντε της Καλαβρίας, ενώ η ελληνική γλώσσα κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο έγινε επίσημη γλώσσα της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να υποβαθμίζεται από τη λατινική.

Αργότερα οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους σε ορισμένα τμήματα της Κάτω Ιταλίας (Καλαβρία, Οτράντο), ακόμη κι όταν έχασαν τη Σικελία από τους Άραβες (823 μ.Χ.). Πρωταρχικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε το γεγονός ότι σε αυτά τα μέρη οι Βυζαντινοί βρήκαν πολλά και σημαντικά κατάλοιπα ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι αποδέχθηκαν τη βυζαντινή κυριαρχία. Σ’ αυτούς προστέθηκαν επίσης Βυζαντινοί πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι με τις οικογένειες τους, αλλά και οι Έλληνες πρόσφυγες από το εξαρχάτο της Καρχηδόνας (Β. Αφρική) και από τη Σικελία, μετά την κατάληψη τους από τους Άραβες. Εξάλλου, οι συχνές επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους συνέβαλαν στις μετακινήσεις πληθυσμών, όπως αποδεικνύουν και οι λαϊκές παραδόσεις των ελληνοφώνων.

Από τον 5ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας κατόρθωσε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά κατά καιρούς να γνωρίσει μεγάλη ακμή λόγω των αλλεπάλληλων νέων εποικισμών από ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μετακινήθηκαν από τον ελλαδικό χώρο, την Κωνσταντινούπολη, τη Μ. Ασία και τις βυζαντινές ανατολικές επαρχίες. Αιτίες υπήρξαν η δράση των μονοφυσιτών, επιδρομές αραβικών και σλαβικών φύλων και θρησκευτικές έριδες με αποκορύφωμα τους διωγμούς της Εικονομαχίας (726 - 843 μ.Χ.), περίοδο κατά την οποία ένα πλήθος εικονόφιλων μοναχών, κληρικών αλλά και λαϊκών κατέφυγε στις ελληνόφωνες περιοχές.

 Η απώλεια των βυζαντινών εδαφών της Ιταλίας από τους Νορμανδούς στο τέλος του, 11ου αιώνα και άλλες επιδρομές από τους Γάλλους, τους Ισπανούς κ.ά. προκάλεσαν την παρακμή του ελληνορθόδοξου στοιχείου, με μόνη εξαίρεση τις περιοχές της Καλαβρίας και της Απουλίας, όπου οι κατακτητές παραχώρησαν προνόμια στους Έλληνες, σχετικά με τις παραδόσεις και τη γλώσσα, για να τους κρατούν σε ισορροπία μαζί με τους Λατίνους και τους Άραβες. Η ελληνική παρουσία ενισχύθηκε τον 12ο αιώνα με 15.000 Έλληνες τους οποίους μετέφερε ο Νορμανδός ηγεμόνας Ρογήρος Β’ για την ανάπτυξη της σηροτρο φίας στην Καλαβρία και τη Σικελία. Η ελληνική γλώσσα, βέβαια, υπέστη μεγάλες προσμείξεις, αλλά επιβίωσε βοηθούμενη από τον κλήρο και το ελληνικό θρησκευτικό τελετουργικό.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και η σταδιακή τουρκική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου προκάλεσαν ένα τελευταίο κύμα εποίκων προς την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, με αποτέλεσμα όχι μόνο να διασωθεί το ελληνικό στοιχείο από την εξαφάνιση, αλλά να ενισχυθεί και να ακμάσει επί δύο ακόμη αιώνες.

Δυστυχώς οι συνεχείς πιέσεις και παρεμβάσεις της Καθολικής Εκκλησίας και η σταδιακή υποχώρηση της ελληνικής γλώσσας έναντι της ιταλικής επέφεραν την απομόνωση των ελληνικών πληθυσμών και την τελική παρακμή τους στο τέλος του 16ου αιώνα. Οι κάτοικοι των ελληνόφωνων χωριών έχασαν τη θρησκευτική τους αυτονομία και την Ορθοδοξία τους βίαια: στη μεν Καλαβρία με προδοσία (1574), στη δε Απουλία μετά από δολοφονία (1621). Ειδικότερα, στην Καλημέρα ο τελευταίος Έλληνας επίσκοπος δολοφονήθηκε από τους Λατίνους και κατά συνέπεια η Εκκλησία περιήλθε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στον Λατίνο αρχιεπίσκοπο του Οτράντο. Αντίστοιχα, στην Μπόβα (Καλαβρία) ο πρώτος ιερέας που δέχθηκε να λειτουργήσει στα λατινικά, ο Salvatore Seviglia, αποκλήθηκε Giuda (προδότης). Οι Έλληνες όμως της Καλαβρίας δεν έπαψαν να εκκλησιάζονται στα ελληνικά μέχρι τον 19ο αιώνα.

 

Αριστερά: Στην Μπόβα Μαρίνα και στο Γκαλλιτσανό τα ονόματα των δρόμων είναι γραμμένα και στα ελληνικά και όχι μόνο με λατινικούς χαρακτήρες, όπως στα υπόλοιπα ελληνόφωνα χωριά (φωτ. Θεμ. Περτέσης, Ιούλιος 2001). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 18)

Δεξιά: Κάτοικοι του χωριού Γκαλλιτσάνο χορεύουν ταραντέλλα. Η φημισμένη ταραντέλλα είναι παραδοσιακός χορός όλης της Μεγάλης Ελλάδας. Έχει τις ρίζες της στον λεγόμενο ταραντινισμό και την συνήθεια των γεωργών του Τάραντα, οι οποίο μετά το επώδυνο τσίμπημα μιας μεγάλης αράχνης της περιοχής (ταράντα) επιδίδονταν επί μέρες σε ξέφρενα χοροπηδητά μέχρι να γιατρευτούν. Τα σημερινά εθιμικά δρώμενα με όσους γίνονται εθελοντικά «ταρανταίοι» στην εορτή του Αγίου Παύλου θυμίζουν χορό μαινάδων στις Ορφικές και Διονυσιακές λατρείες της αρχαιότητας. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 19)

 

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥΣ

 

Το ορθόδοξο τυπικό στη θρησκεία των ελληνοφώνων μπορεί να ξεριζώθηκε μετά από διωγμούς πάσης φύσεως, η γλώσσα τους όμως διατηρήθηκε πεισματικά μέσα από την προφορική παράδοση. Το 1802 ο Άγγλος περιηγητής John Chetwode Eustace «ανακάλυψε» τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας. Αργότερα δημοσίευσε τις εντυπώσεις του, με στοιχεία της «περίεργης» διαλέκτου, ανακινώντας το ζήτημα του ιδιώματος τους. Οι ίδιο οι ελληνόφωνοι, λόγω της απομόνωσης τους, δεν γνώριζαν την ιδιαιτερότητα της γλώσσας και της καταγωγής τους, την οποία αντιλήφθηκαν μόνο μετά τις πρώτες επισκέψεις επιστημόνων ερευνητών. Όταν το θέμα εξαπλώθηκε διεθνώς, άρχισε και η διατύπωση ποικίλων θεωριών σχετικά με την καταγωγή τους, η βάση των οποίων είναι κυρίως γλωσσολογική, εφόσον δεν υπάρχουν άλλα ιστορικά δεδομένα.

Το 1870 και το 1878 ο Ιταλός γλωσσολόγος Giuseppe Morosi δημοσίευσε δύο πολύ επιμελημένες μελέτες σχετικά με την «γκρεκάνικη» διάλεκτο, όπου υποστηρίζει ότι το ιδίωμα είναι νεοελληνικό και ότι οι ελληνόφωνοι της Απουλίας προέρχονται από Βυζαντινούς εποίκους του 9ου - 11ου αιώνα, ενώ της Καλαβρίας από εποίκους του 11ου - 12ου αιώνα, στηριζόμενος στην παρατήρηση ότι από τον 4ο έως τον 9ο αιώνα υπάρχει ένα χάσμα της γραπτής παράδοσης στις περιοχές αυτές. Πρώτος ο Έλληνας γλωσσολόγος Γ Χατζιδάκις, στις 11 Μαρτίου 1899, αντέκρουσε τη θεωρία αυτή υποστηρίζοντας τη συνέχεια της γλώσσας στην Κάτω Ιταλία από την εποχή της Μεγάλης Ελλάδας μέχρι σήμερα.

 Τη θεωρία του G. Morosi υποστηρίζουν οι γλωσσολόγοι Battisti, Alessio, Or. Parlangeli, H. Pernot, Ιακ. Διζικιρλικης κ.ά., ενώ αυτή του Γ. Χατζιδάκι οι Gerhard Rohlfs (Γερμανός καθηγητής και ένθερμος φιλέλληνας, ο οποίος έκανε την Κ. Ιταλία δεύτερη πατρίδα του πραγματοποιώντας επί 60 χρόνια γλωσσολογικές έρευνες), Σταμ. Καρατζάς, Σ. Καψωμένος, Αγγ. Τσοπανάκης, Αναστ. Καραναστάσης κ.ά.

Οι ίδιοι οι κάτοικοι των ελληνόφωνων χωριών πιστεύουν ότι παρά τις προσμείξεις και τα νεώτερα γλωσσικά δάνεια, ο βασικός πυρήνας τους αποτελείται από απογόνους των Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδας του β’ αρχαιοελληνικού αποικισμού και ότι δεν έχουν σχέση με τους νεώτερους Έλληνες πρόσφυγες «που τους χάλασαν τη γλώσσα», όπως υποστηρίζουν οι εντόπιοι «λόγιοι». Χρησιμοποιούν τη λέξη Griko (γρήκος, λατιν. Graecus), η οποία δεν χρησιμοποιείται στην Ελλάδα και γράφουν τις ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες.

Πρέπει οπωσδήποτε να τονισθεί ότι αυτή η διάλεκτος αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε μόνο με τον προφορικό λόγο και επιβίωσε τόσους αιώνες εξαιτίας τις απομόνωσης των πληθυσμών αυτών. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχε ελάχιστη επαφή και επικοινωνία με τα γειτονικά αστικά κέντρα, ενώ επικρατούσε η ενδογαμία. Επί εποχής Μουσολίνι, ο οποίος ήθελε να εξαλείψει τις εθνικές μειονότητες του ιταλικού κράτους, η φασιστική προπαγάνδα έπαιξε αρνητικό ρόλο.

Οι συνθήκες, όμως, άλλαξαν. Η φοίτηση στα ιταλικά σχολεία και η στρατιωτική θητεία είναι πλέον υποχρεωτική, εφόσον παρά το παρελθόν τους οι κάτοικοι των περιοχών αυτών είναι Ιταλοί πολίτες. Οι μετακινήσεις και οι επαφές με τον ιταλικό πληθυσμό - μέσα από την καθημερινή ζωή και την επιρροή των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας - είναι πλέον εύκολες και απαραίτητες, καθώς κοινωνική και η οικονομική οργάνωση είναι τελείως διαφορετικές. Έτσι, σήμερα ο κίνδυνος εξαφάνισης του γκρεκάνικου ιδιώματος είναι πια ολοφάνερος. Στα εννέα χωριά της Καλαβρίας ζουν περίπου 20.000 κάτοικοι, από τους οποίους μόνο οι 4.000 - 4.500 καταλαβαίνουν και πολύ λιγότεροι μιλούν τη γλώσσα, οι γεροντότεροι. Μόνο στο Γκαλλιτσανό των 200 περίπου κατοίκων η γκρεκάνικη διάλεκτος ομιλείται ακόμη και από τα παιδιά. Στην Απουλία, όπου οι ελληνόφωνοι είναι καλύτερα οργανωμένοι, η κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη, αλλά παραμένει προβληματική (από τους 45.000 κατοίκους, 20.000 ομιλούν γκρεκάνικα).

 

Αριστερά: Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κοριλιάνο ωτ’ Ότραντο της Απουλίας διακρίνεται από μακριά χάρη στο καμπαναριό της. Κοντά στο χωριό υπήρχε από τον 10ο αιώνα και το ομώνυμο Ορθόδοξο μοναστήρι, με σημαντική πνευματική δραστηριότητα, καθώς εκεί ως τον 15ο αιώνα διδάσκονταν αρχαία ελληνικά και λατινικά και αντιγράφονταν αρχαία κείμενα. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 20)

Δεξιά: Το Ροχούδι της Καλαβρίας, μια απρόσιτη αετοφωλιά ανάμεσα στα ποτάμια Αμεντολέα και Φούρια, παραμένει από το 1973 «χωριό-φάντασμα» εξαιτίας των πλημμύρων και των συνεχών κατολισθήσεων (φωτ. Domenico Nucera) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 21)

 

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΩΡΙΑ

 

Στην Καλαβρία τα χωριά είναι «σκαρφαλωμένα» στις άγριες πλαγιές του Ασπρομόντε, 70 χλμ. νοτιοανατολικά του Ρηγίου, πρωτεύουσας του νομού. Παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά των κλειστών, απομονωμένων κοινωνιών: προβληματικό βιοτικό επίπεδο και, ως αναπόφευκτη συνέπεια, μετανάστευση και εγκατάλειψη του τόπου, η οποία είναι εμφανέστατη σε κάθε βήμα του επισκέπτη. Εκεί οι άνθρωποι ζουν στο πτωχότερο, ίσως, μέρος της Ευρώπης, με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και ασχολούνται με την καλλιέργεια σιτηρών, αμπελιών και ελαιών. Ορισμένοι εξελίχθηκαν σε δημόσιους υπαλλήλους (κυρίως στη δασική υπηρεσία), δασκάλους, ιατρούς και εμπόρους. Η κυριότερη όμως ελπίδα για την παραμονή των νέων στην περιοχή είναι η ανάπτυξη του τουρισμού.

Στην Απουλία οι συνθήκες είναι σαφώς καλύτερες. Τα ελληνόφωνα χωριά βρίσκονται σε μια εύφορη πεδιάδα γεμάτη από αμπέλια, οπωροφόρα, ελιές και φυτείες καπνού, με μικρές βιομηχανίες επεξεργασίας ξύλου, κάρβουνου και οικοδομικών υλικών, μικρά εργοστάσια χειροτεχνίας και κεραμοποιίας, καθώς και ένα καλό συγκοινωνιακό δίκτυο. Έτσι έχουν δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης και ένα βιοτικό επίπεδο αρκετά υψηλό.

Κατά τις επαφές με τους ελληνόφωνους και των δύο περιοχών, είτε πρόκειται για απλούς βοσκούς και αγρότες, είτε για δασκάλους και καθηγητές, όπως ο πρώην υπεύθυνος του Κέντρου Ελληνόφωνων Σπουδών στη Bova Marina, Elio Cotronei, και ο σημερινός διάδοχος του Filippo Vidi, μπορεί κανείς να διακρίνει καθαρά την αγωνία και τον προβληματισμό τους για τη συνεχή συρρίκνωση της γλώσσας τους κατά τις τελευταίες δεκαετίες και την πορεία της στις αρχές του 21ου αιώνα.

Οι ενέργειες των Γκρεκάνων περιλαμβάνουν διαβήματα στις Αρχές, αδελφοποιήσεις με διάφορους δήμους της Ελλάδας, εκτύπωση της πρώτης Γκρεκάνικης Γραμματικής, έκδοση μικρών εφημερίδων και περιοδικών, εκκλήσεις σε ξένους οργανισμούς, δημιουργία πολιτιστικών συλλόγων με ελληνικό όνομα, οργάνωση διεθνών συνεδρίων (ώστε να ανταλλαγούν απόψεις από τους ειδικούς επιστήμονες, όπως γλωσσολόγους, λαογράφους, εθνολόγους, ιστορικούς, αρχαιολόγους κ.ά.), ακόμη και την έκδοση μιας πλούσιας ποιητικής συλλογής Με περισσότερα από 100 ποιήματα 30 σύγχρονων ποιητών από τις περιοχές αυτές, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι η σύγχρονη ελληνόφωνη ποίηση της Κάτω Ιταλίας συνεχίζει τη μεγάλη λυρική παράδοση της αρχαιότητας.

 

Αριστερά: Ομάδα μουσικών από το Ροχούδι και το Γκαλλιτσάνο με την τοπική Καλαβρέζικη ενδυμασία των ελληνόφωνων. Μερικά από τα κυριότερα όργανά τους είναι το ντέφι, η τσαμπούνα (από δέρμα κατσίκας) και το σουράβλι. . (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 22)

Δεξιά: Αυθεντικό στιγμιότυπο στο οποίο ελληνόφωνοι στα μέσα του 20ου αιώνα τρώνε οικογενειακώς το κολατσιό τους στο διάλειμμα του τρύγου. Οι ελληνόφωνοι είναι υπερήφανοι, φιλόξενοι, ευγενικοί και η καλλιτεχνία τους είναι έμφυτη. Το κυρίαρχο στοιχείο που τους συνδέει είναι ο δεσμός με την οικογένεια, ο σεβασμός στα μέλη της και ειδικά στους γεροντότερους. Έχουν παραμύθια, μύθους, ιστορίες, μοιρολόγια, αφηγήματα σαν γνήσιοι έλληνες αλλά διακρίνονται ιδιαίτερα στο τραγούδι. Τους συνοδεύει ο έρωτας και η κτητικότητα. Για την γυναίκα σημασία έχει το ενδιαφέρον για την οικογένεια και η καλοσύνη ενώ τον άντρα τον χαρακτηρίζει περισσότερο η τιμή. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 23)

 

Ευτυχώς οι νεώτεροι ελληνόφωνοι μετά από μια περίοδο κατά την οποία αισθάνονταν κάπως μειονεκτικά (π.χ. κατά τη δεκαετία του 1970 όλοι ήθελαν να ξεχάσουν όχι μόνο τη συγκεκριμένη αλλά όλες τις διαλέκτους, καθώς η τάση που κυριαρχούσε ήταν ότι η γλώσσα που έπρεπε να μάθουν ήταν η αγγλική), τελικά συνειδητοποιώντας τον γλωσσικό τους πλούτο, άρχισαν να αισθάνονται ξανά υπερήφανοι για την καταγωγή, τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους. Πάντως το ιταλικό κράτος, σκόπιμα ή όχι, αδρανεί. Τουλάχιστον η απόφαση του ιταλικού κοινοβουλίου τον Απρίλιο του 1998 να αναγνωρίσει τα γκρεκάνικα ως προστατευόμενη γλώσσα ήταν εξαιρετικά σημαντική για τη διάσωση της.

Το ελληνικό κράτος τα τελευταία χρόνια δείχνει ευτυχώς μια ευαισθησία για τη διατήρηση αυτού του ιδιαίτερου ιδιώματος και έχουν εκπονηθεί εκπαιδευτικά προγράμματα κυρίως για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Το πρόβλημα είναι ότι οι δάσκαλοι, οι οποίοι στάλθηκαν από την Ελλάδα (σήμερα έξι στην Απουλία και τέσσερις στην Καλαβρία), διδάσκουν τα παιδιά κυρίως νέο ελληνικά, ενώ το μάθημα πρέπει να γίνεται και στο ελληνόφωνο ιδίωμα, ώστε να διασωθεί. Στο Πανεπιστήμιο του Λέτσε υπάρχει εκτός από την έδρα Ελληνικής Φιλολογίας και Τμήμα για τα γκρίκο, ώστε οι διδάσκοντες να γνωρίζουν και τις δύο γλώσσες.

 

 

Αριστερά: Παραδοσιακή στολή των ελληνοφώνων από την περιοχή του Μαρτάνο της Απουλίας (φωτ. GSAC). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 23)

Δεξιά: Η ημιερειπωμένη αλλά πρόσφατα στεγασμένη Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεριστή (12ος αιώνας) στην Καλαβρία παραχωρήθηκε το 1994 από την κοινότητα του Bivongi για 99 χρόνια σε Αγιορείτες μοναχούς οι οποίοι με τον πρωτεργάτη τον πατέρα Κοσμά προσπαθούν να αναστήσουν την Ορθοδοξία στην ευρύτερη περιοχή. Η μονή υπάγεται στην ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας. . (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 24)

 

Εκτός από τη γλώσσα, ένα άλλο στοιχείο, το οποίο αξίζει μελέτης, είναι η νοσταλγική μουσική τους. Ο ρυθμός των τραγουδιών τους είναι είτε γρήγορος και εορταστικός είτε αργός και κατανυκτικός. Οι ελληνόφωνοι έχουν παραμύθια, μύθους, ιστορίες, μοιρολόγια, αφηγήματα σαν γνήσιοι Έλληνες, αλλά διακρίνονται ιδιαίτερα στο τραγούδι. Είναι φιλόξενοι, υπερήφανοι, ευγενικοί και η καλλιτεχνία τους είναι έμφυτη. Το κυρίαρχο στοιχείο, το οποίο τους συνδέει όλους, είναι ο δεσμός με την οικογένεια, ο σεβασμός στα μέλη της και ειδικά στους γεροντότερους. Ο έρωτας και η κτητικότητα, η οποία τον συνοδεύει, συνδέει τους ανθρώπους για όλη τη ζωή τους. Και, βέβαια, ενώ τη γυναίκα την χαρακτηρίζει το ενδιαφέρον για την οικογένεια και η καλοσύνη, τον άντρα τον χαρακτηρίζει περισσότερο από όλα η τιμή.

 

 

Αριστερά: Η περίφημη Κατόλικα (Cattolica) πάνω από το χωριό Στύλος της ορεινής Καλαβρίας, είναι η μόνη βυζαντινή εκκλησία χρονολογούμενη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. η οποία παραμένει άθικτη στον χρόνο. Έχει 5 τρούλους και μοιάζει πολύ με την Παναγία Κουμπελίδικη της Καστοριάς. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 24)

Δεξιά: Το Μαρτάνο είναι η πρωτεύουσα του συμπλέγματος των εννέα ελληνόφωνων χωριών του Σαλέντο με πληθυσμό 15.000 κατοίκων. Είναι σημαντικό ότι το χωριό αυτό διέσωσε μέχρι σήμερα μια σειρά λαϊκών τραγουδιών, με σημαντικότερα τα μοιρολόγια, των οποίων ο στίχος και ο ρυθμός παραπέμπουν σε εκείνα της Μάνης και της Νισύρου (φωτ. Κώστας Φ. Παπακωνσταντίνου) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 25)

 

Τα μικρά παιδιά άρχισαν τα τελευταία χρόνια να συναντιούνται και να μιλούν μόνο το ιδίωμα τους ή να τραγουδούν τα παλαιά τραγούδια. Παράλληλα, οι γεροντότεροι συνηθίζουν να συγκεντρώνονται και να τραγουδούν τραγούδια του θερισμού ή του τρύγου για να μην τα ξεχάσουν. Κάπως έτσι σώθηκαν από τους νεώτερους και τα μουσικά παραδοσιακά όργανα της περιοχής, ορισμένα από τα οποία είναι όμοια με εκείνα της κυρίως Ελλάδας (π.χ. η λύρα τους μ’ εκείνη του Ολύμπου στην Κάρπαθο της Δωδεκανήσου).

 

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

 

Ένα ακόμη σημαντικότατο νέο στοιχείο είναι ότι η Ορθόδοξη εκκλησιαστική παρουσία στην Καλαβρία τα τελευταία χρόνια γίνεται συνεχώς εντονότερη. Μάρτυρες του σπουδαίου παρελθόντος της βυζαντινής Καλαβρίας αποτελούν επί αιώνες τα ποικίλα μνημεία της περιοχής, όπως η περίφημη Κατόλικα του Στύλου (10ος αιώνας), ο ναΐσκος του Ιερού Χρυσοστόμου (11ος αι.) στον Ιέρακα, το μοναστήρι των Αγ. Αποστόλων κοντά στο χωριό Bivongi κ.ά.

Στην ορεινή περιοχή του Στύλου διατηρείται ημιερειπωμένο το Βυζαντινό μοναστήρι του Αγ. Ιωάννη του Θεριστή (οικοδομήθηκε περί το 1100 μ.Χ.), στο οποίο το φθινόπωρο του 1994-μετά από κάποιες σποραδικές επισκέψεις - εγκαταστάθηκαν οριστικά Αγιορείτες μοναχοί με πρωτοστάτη τον πατέρα Κοσμά. Οι μοναχοί μετά την παραχώρηση της μονής από την κοινότητα του Bivongi για 99 χρόνια άρχισαν να τελούν περιοδικά λειτουργίες σε πόλεις της Ν. Ιταλίας και της Σικελίας, όπου διαμένουν περιστασιακά πολλοί Έλληνες (φοιτητές και μη), και άλλοι Ορθόδοξοι αλλοεθνείς. Εδώ, ει δικά, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου η παρακολούθηση της αναστάσιμης λειτουργίας σ’ έναν χώρο, ο οποίος προκαλεί δέος και συγκίνηση μέσα σε μια ατμόσφαιρα μοναδική, αποτελεί μια ανεπανάληπτη εμπειρία.

 

 

Αριστερά: Ο εντυπωσιακός ναός του Ιέρακα (Τζεράτσε) στην ορεινή Καλαβρία κτισμένος πάνω σε παλαιοχριστιανική βασιλική και χρονολογείται από τον 11ο αιώνα. Το χωριό γνωστό με το όνομα Άγια Κυριακή διατήρησε στα βυζαντινά χρόνια άσβεστη την Ορθόδοξη πίστη ως το 1480. Σήμερα έχει γύρω στους 4000 κάτοικους. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 26)

Δεξιά: Αρχοντικό σπίτι του 18ου αιώνα στο Μαρτάνο της Απουλίας. Το Μαρτάνο έχει πάρει το όνομα του από την ελληνική λέξη «αμαρτάνω» επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, οι κάτοικοι του είναι οξύθυμοι και βλαστημούν πολύ (φωτ. Θεμ. Περτέσης, Αύγουστος 2002). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 27)

 

Πρόσφατα η Μονή απέκτησε δύο μετόχια, τα οποία της παραχώρησαν η κοινότητα Γκαλλιτσανού και ένας φιλορθόδοξος Ιταλός. Υπό σύσταση βρίσκονται ενορίες στη Μεσσήνη και στην Κατάνη της Σικελίας, ενώ προσεχώς στο Ρήγιο και στο Καταντζάρο της Καλαβρίας. Επίσης επισκευάζονται Ορθόδοξοι ναοί, όπως του Αγ. Στεφάνου στο χωριό Μπόβα (Bova), έτσι ώστε οι ελληνόφωνοι (αν και Καθολικοί) να ανάβουν κι εκεί ένα κερί.

Οι μοναχοί πιστεύουν ότι με την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παρουσία ανοίγονται νέες προοπτικές στις περιοχές αυτές, ώστε η Εκκλησία να καταστεί κέντρο αναφοράς, επαφής και συσπείρωσης. Η όλη προσπάθεια έχει χαρακτήρα αυστηρά πνευματικό, γιατί ο ελληνισμός είναι κυρίως έννοια πνευματική και πολιτιστική.

Αλλά και στα ελληνόφωνα χωριά του Σαλέντο υπάρχουν 130 βυζαντινές κρύπτες με ωραιότατες τοιχογραφίες από την εποχή των εικονοκλαστών, οι οποίες διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Επίσης σώζονται ωραιότατες επιγραφές στα ελληνικά και μερικές, μάλιστα, με ορθογραφικά λάθη, καθώς δεν αναγράφεται μόνο η καθομιλουμένη της εποχής αλλά και η λόγια γλώσσα.

 

Αριστερά: Το κάστρο της Μπόβα. Το χωριό διαθέτει μοναστήρια, αξιόλογες εκκλησίες, αρχαιολογικό και λαογραφικό μουσείο και χαρακτηρίζεται από πυρετό ανοικοδόμησης. Κάθε Σεπτέμβριο πραγματοποιούνται Γιορτές Λόγου και Τέχνης με παραδοσιακά συγκροτήματα της περιοχής (φωτ. Μ. Πασχάλη). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 27)

Δεξιά: Ερείπια από τον ναό του Απόλλωνα στο Μεταπόντιο της Μεγάλης Ελλάδας, το οποίο κράτησε άθικτο το όνομά του. Μεταπόντε σημαίνει «μετά τον πόντο», επειδή ακριβώς αυτό το μέρος συνάντησαν πρώτα οι Έλληνες «μετά τη θάλασσα» (φωτ. Θεμ. Περέσης, Απρίλιος 2000) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 28)

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Οι γλωσσικές μειονότητες στην Ευρώπη έχουν καταμετρηθεί και είναι περίπου 60. Συνήθως βρίσκονται κοντά στα σύνορα κρατών. Οι γκρεκάνοι της Κάτω Ιταλίας αποτελούν ένα σπάνιο παράδειγμα επιβίωσης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Είναι Ιταλοί πολίτες, οι οποίοι αγωνίζονται να διατηρήσουν τις ρίζες τους με την αρχαία Ελλάδα και τον ελληνισμό, συνδέοντας πολιτισμικά τις δύο χώρες.

Από μια ιδιοτροπία της Ιστορίας και της γεωγραφίας στην καρδιά της πάλαι ποτέ Μεγάλης Ελλάδας απέμειναν δύο ελληνόφωνες νησίδες. Μοναδικός θησαυρός τους είναι η γλώσσα τους. Αν χάσουν την ιδιαίτερη αυτή διάλεκτο και αρχίσουν να ομιλούν τη νεοελληνική θα αποτελέσουν ένα τουριστικό αξιοθέατο στην Κάτω Ιταλία, χωρίς ρίζες, ιστορία, παρελθόν και μέλλον. Η ύπαρξη, όμως, των ελληνόφωνων χωριών δεν είναι ένας μύθος για τουριστική εκμετάλλευση.

Αλλά οι τοπικοί παράγοντες και οι ελληνόφωνοι δεν είναι απαισιόδοξοι. Η σκληρή πραγματικότητα των αριθμών δεν σημαίνει για τους ίδιους ότι η γλώσσα και η συνείδηση τους πεθαίνουν, εφόσον όλο και περισσότεροι νέοι δείχνουν ενδιαφέρον για τη γλώσσα των προγόνων τους.

Για μας οι περιοχές αυτές δεν αποτελούν απλώς μια ανάμνηση, ένα απέραντο μουσείο, γιατί μουσείο είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου ενός πολιτισμού. Ας ελπίσουμε ότι η κατάσταση στα ελληνόφωνα χωριά της Κάτω Ιταλίας θα καταστεί αναστρέψιμη, ότι θα καταφέρουν για μια ακόμη φορά να διασώσουν την παραδοσιακή τους διάλεκτο και την Ορθόδοξη παρουσία εκεί και ότι θα παραμείνουν κατά τον 21ο αιώνα ζωντανά μνημεία του σπουδαίου ιστορικού τους παρελθόντος και μοναδικές στον κόσμο οάσεις αρχαιοελληνικών γλωσσικών επιβιώσεων.                                                                                                   

  

Το θρυλικό καμπαναριό της Αγίας Λουκίας στο Σολέτο της Απουλίας θεωρείται το μεγαλύτερο αριστούργημα της αρχιτεκτονικής του Ότραντο. Προκαλεί ακόμη τον φόβο στους περαστικούς γιατί σύμφωνα με την παράδοση οικοδομήθηκε μέσα σε μια νύχτα από τον ιατρό και φιλόσοφο Matteo Taffuri, γνωστό ως μάγο, ή από κατάδικους των φυλακών του Σολέτο, οι οποίοι κέρδισαν την ελευθερία τους. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το έκτισαν άγγελοι με την βοήθεια των καταδίκων, οι οποίοι στην συνέχεια αγίασαν. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 29)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Δημ. Αλεξάνδρου: ΓΚΡΕΚΑΝΟΙ - ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΜΑΓΚΝΑ ΓΚΡΕΤΣΙΑ, εκδ. Ερωδιός, Α9ήνα 1997.

2. Επαμ. Βρανόπουλος: ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ, εκδ. Πελασγός, Α9ήνα 1999

3. Ανζέλ Μεργιανού: ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ, εκδ. Ακρίτας, Α&ήνα 1973.

4. Ιωσήφ Πρελωρέντζος: ΔΩΡΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ, εκδ. Δρυμός, Α9ήνα 1978.

5. Σαράντος Καργάκος: ΑΠΟΥΛΙΑ (ΣΑΛΕΝΤΟ), εκδ. ΟυΙβπύεία, Α9ήνα 1990.

6. Φιλ. Κοντέμι: Η ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, εκδ. Ελλήνων Καλαβρίας, Κουμέλκα 1997.

7. Τ.Κ. Λουγγής: Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ, εκδ. Εστία, Α9ήνα 1989.

8. Ρόκκο Απρίλε: Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΣΑΛΕΝΤΟ, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Α9ήνα 1996.

9. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ, εκδ. Μάτι, Θεσσαλονίκη 1997.

10. GRECIA SALENTINA - ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ, εκδ. Οίτυλο, Α9ήνα 2001.

11. ΓΚΑΛΛΙΤΣΑΝΟ, εκδ. Αντίκτυπος, Α9ήνα 2000.

12. ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ, εκδ. Αντίκτυπος, Α9ήνα 1998.

13. SalvatoreTommasi: KATALISTI O KOSMO - LINGUA, TRADIZIONE E FOLKLORE NELLA GRECIA SALENTINA, εκδ. Ghetonia, 1996.

14. F. Violi: STORIA DEGLI STUD IE DELLA LETTERATURA POPOLARE GRECANICA,  εκδ. Δήμος της Μπόβα, Ρήγιο Καλαβρίας 1992.

15. Giuseppe Morosi: STUDI SUI DIALETTI GRECE DELLA TERRA D΄ OTRANTO, Λέτσε 1870.

16. Rocco Aprille: GRECIA APRILLE: ORIGINI E STORIA, εκδ. Ghetonia, Καλημέρα 1994.

17. A. Jacob: IL BASSO SALENTO - RICHERCHE DI STORIA SOCIAL E RELIGIOSA, εκδ. Gongendo, Γκαλατίνα 1988.

18. Brizio Montanaro: CANTI DI PIANTO E AMORE DALL’ ANTICO SALENTO,  εκδ. Bompiani,  Μιλάνο 1994.

  

 

  

ΟΙ ΙΘΑΓΕΝΕΙΣ «ΕΛΛΗΝΕΣ»

 

 

Νέες αποδείξεις για την προϊστορική παρουσία των Ελλήνων στον Ειρηνικό. (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 89, εξώφυλλο)

Οι κάτοικοι του Ειρηνικού Ωκεανού μιλούν Ελληνικά. (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 169, εξώφυλλο)

 (Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 23-24, άρθρο «Οι Μάορι, Μια ελληνόφωνη εστία στον Ειρηνικό», Σ. Δώρικος -Κ. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 105)

Ο καθηγητής Γιόσεφσον μιλά για την αρχαιοελληνική γλώσσα των ιθαγενών του Ειρηνικού (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 214, εξώφυλλο)

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 23-24, άρθρο «Οι Μάορι, Μια ελληνόφωνη εστία στον Ειρηνικό», Σ. Δώρικος -Κ. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 107)

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 23-24, άρθρο «Οι Μάορι, Μια ελληνόφωνη εστία στον Ειρηνικό», Σ. Δώρικος -Κ. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 101)

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 25, άρθρο «Οι Διάλεκτοι του Συμπλέγματος των νήσων Σαμόα και η αρχαιοελληνική τους προέλευση» ,Σ. Δώρικος -Κ. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 97)

(Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 4, άρθρο «Αρακουάνοι, η αμιγώς αρχαιοδωρική υφή της γλώσσας τους», Σ. Δώρικος -Ν. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 69)

 

Ελληνική διάλεκτος τα Ιαπωνικά (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 255, εξώφυλλο)

 

 

 

Είναι χαρακτηριστική η ευκολία με την οποία οι νέο-Εθνικοί, παρουσιάζουν διάφορες φυλές του πλανήτη ως ελληνικές, αρκεί :

1.να παρουσιάζουν μια κάποια σχετική γλωσσική συνέχεια της προ-ελληνικής (κατά νεοΕθνικούς) γλώσσας

2.να τιμούν κάθε μορφής ξόανα μέσα από τις λατρευτικές συνήθειες των οποίων οι νέο-Εθνικοί προσπαθούν να βρουν την συνέχιση της αρχέγονης θρησκείας που επιθυμούν να επαναφέρουν.

Αλλά  εξίσου δυσνόητη είναι η αποδιαπόμπευση των Βυζαντινών - Ρωμιών ως:

1.μη Ελλήνων

2.ανθελλήνων

3.βαρβάρων

4.απολίτιστων

Άραγε, είναι σωστό, ηθικό, λογικό, σώφρον και μη φανατικό όλες αυτές οι φυλές:

1.έστ