Σε αυτήν την ενότητα θα παραθέτονται ορισμένα «αξιοπερίεργα» της χριστιανικής θρησκείας. Για τους πιστούς αυτά δεν είναι «αξιοπερίεργα» αλλά λογικά, ως «αξιοπερίεργα» αναφέρονται για χάρη των μη χριστιανών. Για τους Χριστιανούς τα «παράξενα» δεν αποτελούν τον λίθο της πίστεως, αλλά αποτελούν απλά την διακόσμησή της. Επίσης στην σελίδα αυτή θα παραθέτονται ορισμένες ιστορικές και επιστημονικές επιβεβαιώσεις της χριστιανικής θρησκείας, όπου αυτό είναι δυνατό καθώς και αξιοπερίεργα άλλης όμως φύσεως γεγονότα.
Θαύμα (τό)· παν ό,τι κάνει εντύπωση ως έξω της κατά φύση υπάρξεως, ως υφιστάμενο παρά τους φυσικούς νόμους: «τα θαύματα του Χρίστου», «το θαύμα της διαβάσεως της Ερυθράς υπό των Ιουδαίων»· || παν το εξαιρετικό, το υπερβαίνον την συνήθη πραγματικότητα: «τα επτά θαύματα του κόσμου»· || παν το ανέλπιστο, το κινούν την έκπληξη, τον θαυμασμό: «η νίκη υπήρξε θαύμα», «θαύμα είναι ότι κατόρθωσε να διαφυγή την καταστροφή», «θαύμα τέχνης, -ακριβείας, -λεπτότητας»· || φρ. «θαύμα ιδέσθαι» θαύμα να το βλέπεις: «μία κόρη ωραία, θαύμα ιδέσθαι».
- [Δόγμα ] Η συντήρηση και κυβέρνηση του κόσμου γίνεται τη συνεργία των φυσικών δυνάμεων, των εντεθεισών υπό του Θεού κατά την δημιουργία, μετά της θείας δυνάμεως· Εκ της υπερισχύσεως στη συνεργία ταύτη της θείας δυνάμεως επέρχονται τα θαύματα, τα οποία έτσι δεν αίρουν τους φυσικούς νόμους. Κατά ταύτα το θαύμα δεν αίρει τους φυσικούς νόμους, άλλα προϋποθέτει αυτούς. Η στο θαύμα άρση των φυσικών νόμων θα επέφερε σύγκρουση μεταξύ δημιουργίας αφ’ ενός και συντηρήσεως και κυβερνήσεως αφ’ ετέρου. Εάν υπό του θαύματος αίρονταν ο υπό του Θεού τεθείς φυσικός νόμος, το θαύμα θα ήταν είτε διόρθωση προτέρου σφάλματος, είτε σφαλερό τι καθ’ εαυτό. Η γνώμη άρα του Θωμά του Ακινάτη και των ακολουθούντων αυτόν, ότι ο Θεός στο θαύμα αίρει χάριν υψηλότερου σκοπού τους νόμους της φύσεως και αφού κατορθώσει τον εαυτού σκοπό επαναφέρει αυτούς, είναι εσφαλμένη. Το θαύμα δεν είναι αντίθετο του φυσικού νόμου, ούτως ώστε να λέγει κανείς, ή θαύμα ή φυσικός νόμος. Τα θαύματα έχουν ηθικό σκοπό, ουδέν δε τούτων δύναται να θεωρηθεί ως αυθαίρετος ενέργεια. Σκοπός του θαύματος είναι η εδραίωση της βασιλείας των ουρανών και η ένδειξη της υπάρξεως του πνεύματος και τής υπεροχής αυτού υπέρ την φύση. Κατά ταύτα τα θαύματα δεν πρέπει να περιορίζονται μόνον εις τον της ιδρύσεως της Εκκλησίας χρόνο, ως οι πλείστοι των διαμαρτυρομένων φρονούν, άλλα να επεκτείνονται και εις την μετά ταύτα εποχή, διότι ουδείς λόγος υπάρχει τοιούτου περιορισμού. Η εισακοή άλλως της προσευχής είναι αναμφιβόλως θαύμα εξακολουθούν στην Εκκλησία. Τα θαύματα προσέβαλε πρώτος ο Σπινόζας, έπειτα δε ο Hume και ο ορθολογισμός. Αι ενστάσεις όμως τούτων κατά του θαύματος στηρίζονται επί διιστικής, υλιστικής ή πανθεϊστικής θεωρίας περί του κόσμου και εσφαλμένης αντιλήψεως περί του θαύματος ως αίροντος τους φυσικούς νόμους. Οι ενστάσεις αυτές δύνανται ευκόλως να αρθούν δια της γραφικής αντιλήψεως περί τής σχέσεως του Θεού προς τον κόσμο, όστις δημιουργήθηκε εκ του μηδενός υπό του Θεού, και των φυσικών δυνάμεων προς τις υπερφυσικές.
Πηγή: Δυοβουνιώτης Κ.Ι., Καθηγητής της Ιστορίας των Δογμάτων και της Συμβολικής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Ακαδημαϊκός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιβ΄, σελ. 459
Τα θαύματα δεν είναι «υπερφυσικά», αλλά φυσικά φαινόμενα. Μόνο που εκεί η φύση λειτουργεί με απροσδόκητο τρόπο. Και αυτό το λέμε «θαύμα». Και φυσικά λειτουργεί απροσδόκητα, όχι επειδή μόνο τότε ο Θεός επεμβαίνει, αλλά επειδή ο Θεός που βρίσκεται πάντα πίσω από κάθε φυσικό φαινόμενο, (επειδή Αυτός συγκρατεί σε ύπαρξη και το τελευταίο άτομο ύλης), τότε ενεργεί διαφορετικά από το σύνηθες. Και εμείς «παθαίνουμε πλάκα» επειδή δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε κάτι τέτοιο. Όμως στην πραγματικότητα, όλη μας η ύπαρξη και το σύμπαν ολόκληρο είναι ένα θαύμα. Η προέλευση της ίδιας της βιολογικής ζωής είναι ακόμη ένα ανεξήγητο θαύμα.
Η αποδοχή του «θαύματος» είναι θέμα της προαίρεσης του ανθρώπου, και όχι κάτι που αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας. Διαφορετικά δεν θα μιλούσαμε για «πίστη», αλλά για «απόδειξη». Και θεός αποδεικνυόμενος, δεν είναι θεός, αλλά κτιστή οντότητα, που μάλιστα παραβιάζει την ελευθερία όσων δεν τον επιθυμούν.
Στην πραγματικότητα, όλα τα θαύματα γίνονται με φυσικά μέσα, μια και όλη η δημιουργία είναι κτιστή, και μόνο η ουσία του Θεού είναι άκτιστη και αμέθεκτη. Άρα, ό,τι κι αν προκαλεί το θαύμα, (είτε ο Θεός, είτε άγγελος αν είναι), φυσικά μέσα χρησιμοποιεί, εντός της κοσμικής νομοτέλειας.
Το να έχει ένα θαύμα εξήγηση, δεν αναιρεί το θαύμα. Γιατί θαύμα δεν είναι το ανεξήγητο, αλλά η επέμβαση του Θεού στα κτιστά (το αίτιον δηλαδή). Και υπ’ αυτή την έννοια, θαύμα είναι και η ύπαρξη του παραμικρού υλικού σωματιδίου, γιατί προϊόν του Δημιουργού είναι τα πάντα. Απλώς τα περισσότερα τα συνηθίζουμε, και δεν μας κάνουν αίσθηση, παρά το ότι θαύμα είναι και η ίδια μας η ύπαρξη. Και μένουμε με το «στόμα ανοιχτό», όταν βλέπουμε κάτι ασυνήθιστο και ανεξήγητο για εμάς, που όμως ίσως μετά από αιώνες, θα είναι φανερό στους απογόνους μας, και θα γελούν με την άγνοιά μας, όπως γελάμε εμείς σήμερα με τους Ιουδαίους που θαύμασαν την ανάφλεξη του εύφλεκου υγρού.
Το θαύμα λοιπόν, δεν είναι στις περιπτώσεις αυτές, το ανεξήγητο του φαινομένου, αλλά η στιγμή και ο τόπος που το φαινόμενο συνέβη, σε συνδυασμό με τα γεγονότα και το σκοπό που επιτύχθηκε.
Κάθε φορά που η Αγία Γραφή και η πατερική θεολογία περιγράφουν ένα οποιοδήποτε θαύμα ποτέ δεν ενοχλούνται ούτε θέτουν πρόβλημα σύγκρουσης προς τους φυσικούς νόμους. Οι ίδιοι οι νόμοι είναι ένα θαύμα και κάθε νέα δημιουργική επέμβαση του Θεού είναι μια από τις άπειρες θείες δυνατότητες να κάνει νόμους. Γι’ αυτό ποτέ ο Θεός ή ένα οποιοδήποτε θαύμα δεν συγκρούεται με τη φυσική νομοτέλεια. Αποτελεί μια άλλη νομοτέλεια, μέσα στην ενιαία δομή του σύμπαντος, ως προέκταση κατά κάποιο τρόπο της υπάρχουσας νομοτέλειας.
Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να καταλάβουμε τη διαφορά του ειδωλολατρικού θαύματος και της χριστιανικής διδασκαλίας για το θαύμα. Ο ειδωλολάτρης το θεωρεί ένα παράξενο και ασυνήθιστο γεγονός που κυριαρχεί κατ’ εξαίρεση σε μια περιοχή, ανατρέποντας γνωστά δεδομένα. Ο Χριστιανός θεωρεί το θαύμα πρώτα ως τη συνολική έκφραση και δομή της δημιουργίας και έτσι κάθε επιμέρους θαύμα εντάσσεται πρώτα σε αυτό το σύνολο και έπειτα εξυπηρετεί την καθολικότητα του σχεδίου της θείας οικονομίας μέσα στο σύμπαν και στο ιστορικό γίγνεσθαι. Γι’ αυτό το θαύμα έχει λόγο και διάρθρωση μέσα σε ένα όλο και σε ένα γίγνεσθαι. Δεν είναι κάτι παράξενο ούτε τυχαίο ούτε ανατρεπτικό της φυσικής και ιστορικής τάξης. Αν είναι παράξενο, τυχαίο και ανατρεπτικό αυτής της τάξης είναι ειδωλολατρικό θαύμα.
Η εισβολή του Θεού στη φυσική και ιστορική τάξη, ως κυρίαρχη ελευθερία, δεν σημαίνει βέβαια καμιά αυθαιρεσία ούτε κατάργηση της τάξης, γιατί μια τέτοια πραγματικότητα μοιραία θα κατέλυε τον ίδιο τον Θεό. Όσο και αν η εισβολή του Θεού στα δεδομένα αυτά είναι για μερικούς οπαδούς της αθεϊστικής θρησκείας παράδοξο γεγονός, ή «αντιεπιστημονικός» ισχυρισμός και άλλα πολλά, για την πίστη και τη θεολογία αποτελεί μια διεύρυνση επ’ άπειρον της φυσικής τάξης και νομοτέλειας με τη μετάβαση από τη μια τάξη στην άλλη και όχι κατάργηση αυτών. Με άλλα λόγια η θεολογία από τη μια μεριά θα συμφωνούσε με τη ρήση του Αϊνστάιν ότι ο Θεός δεν παίζει κύβους στο σύμπαν, γιατί είναι δημιουργός μιας φυσικής τάξης. Από την άλλη όμως ο Θεός δεν είναι δημιουργός μιας μόνο φυσικής τάξης, αλλά πολλών άλλων τάξεων. Έτσι η διεύρυνση και ο πλουτισμός αυτής της τάξης είναι το ίδιο το θείο έργο. Και το θαύμα, με άλλα λόγια, από τη μια μεριά δεν καταλύει την υπάρχουσα φυσική τάξη και από την άλλη δημιουργεί ή καλύτερα προεκτείνει αυτή την τάξη σε μια ή σε πολλές άλλες τελειότερες.
Αν ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο μόνο με μία τάξη, τότε θα ήταν δεμένος με μία φυσική νομοτέλεια. Η δημιουργία πορεύεται εξελικτικά μέσα από μια φυσική τάξη που στην ολοκλήρωσή της φυσικά μπορεί να πλαισιωθεί από αναρίθμητες άλλες τάξεις.
Βιβλιογραφία
1. «Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην Εξαήμερο του Μ. Βασιλείου», Ν. Ματσούκα, εκδ. Πουρνάρα σ. 69, 97, 112.
Πηγή: http://www.oodegr.com/oode/asynithista/thavma1.htm
[Απολ.] Θαύμα καλείται γεγονός έκτακτο και εκπληκτικό, μη οφειλόμενο στις φυσικές δυνάμεις, αλλά σε άμεση παρέμβαση του Θεού. Κατά τον ορισμό τούτον είναι προφανές, ότι το θαύμα σε πάντα γενικά τα συστήματα, τα εκ καθαρώς υλιστικών προϋποθέσεων ορμώμενα, εμφανίζεται ως κάτι αδύνατο. Διότι κατά τα συστήματα ταύτα ουδέν έτερον υπάρχει έκτος της φύσεως και των κατά νόμους αναλλοίωτους ενεργουσών δυνάμεων αυτής, πάντα δε τα συμβαίνοντα στην φύση οφείλονται εξ ολοκλήρου σε αιτίες φυσικές. Συνεπώς το θαύμα, εφ’ όσον διεκδικεί την αιτία αυτού σε δύναμη υπερεπέκεινα της φύσεως, αποτελεί παραβίαση του νόμου τής αιτιότητας, κατά τον οποίο αποτέλεσμα έχει και την φυσική του αιτία, και είναι διά τούτο αδύνατον.
Το πράγμα όμως έχει άλλως ως προς εκείνους, οι οποίοι παραδέχονται και ύπαρξη Θεού Δημιουργού. Πάντες αυτοί, εφ’ όσον ήθελαν κρίνει απροκατάληπτα, δεν θα ήταν δύσκολο να πεισθούν περί του ότι ουδέν παρεμποδίζει την εν τον φυσικό κόσμο πραγματοποίηση του θαύματος. Και ως προς μεν την φυσική τάξη του κόσμου, ότι αυτή δεν αποκλείει την παρέμβαση δυνάμεων πνευματικών, ξένων προς την φυσική ανάγκη, αποδεικνύεται εκ της εν τον φυσικό κόσμο καθημερινώς σημειούμενης παρεμβάσεως του ανθρωπίνου παράγοντος. Η ανθρώπινη διάνοια και θέληση αποτελούν στοιχείο νέο, ουχί υπό το κράτος της τυφλής ανάγκης των φυσικών νόμων λειτουργούν παράγοντα νέο ανθιστάμενο πολλάκις στην έξωθεν υπό των φυσικών δυνάμεων ασκούμενη επ’ αυτού πίεση, κυριαρχούσα όχι σπάνια και καθυποτάσσοντα σε εαυτό την φύση και της δυνάμεις αυτής. Κατ’ αναλογία δύναται τις να νοήσει και την εν τη φύσει παρέμβαση υψίστου νου και υπέρτατης θελήσεως προς παραγωγή του θαύματος, κατά τρόπον βεβαίως μυστηριώδη σε ημάς, πάντας όμως συμβιβαζόμενο άριστα προς στην φύση κρατούσαν αρμονίαν.
Η φυσική άλλως τάξη συντελείται δια της συνεργασίας πλήθους δυνάμεων, εκάστη των οποίων παράγει το ίδιον αυτής αποτέλεσμα, εξουδετερώνοντας και τροποποιώντας πολλάκις τα αποτελέσματα άλλων φυσικών δυνάμεων, κατωτέρων αυτής, υπερισχύουσα τούτων και περιορίζοντας αυτές, άνευ καταλύσεως ή καταστροφής αυτών. Ούτως η δύναμη της βαρύτητας υπερνικάται υπό των δυνάμεων του ηλεκτρισμού και του ατμού- ή επενέργεια των χημικών δυνάμεων τροποποιείται υπό της φυτικής δυνάμεως· η ζωϊκή δύναμις μεταμορφώνει τις φυτικές δυνάμεις· το ανθρώπινο τέλος πνεύμα στην ελευθερία του τροποποιεί τ’ αποτελέσματα πασών των φυσικών δυνάμεων και καθυποτάσσει αυτές. Κατ’ αναλογία δέον να νοήσωμεν και την ενέργεια του θαύματος. Προς «παραγωγή αυτού παρεμβαίνει στον φυσικό κόσμο ανωτέρα τις δύναμις, είτε αμέσως ως δύναμη θεία κατ’ ευθείαν ενεργούσα, είτε εμμέσως δια της χρησιμοποιήσεως των υπαρχουσών φυσικών δυνάμεων, τις οποίες ενισχύει σε βαθμό υπερβαίνοντα τα φυσικά όρια αυτών. Η δύναμις δ’ αυτή, καίπερ υπέρτερα των φυσικών δυνάμεων, δεν καταλύει την φυσική αρμονία και τάξη, ουδέ καταργεί ή αναστέλλει οπωσδήποτε τους φυσικούς νόμους. Η φυσική αρμονία και το σύνολο των φυσικών δυνάμεων δύναται να συνύπαρξη μετά τής νέας ταύτης δυνάμεως, διότι, ως ήδη είπαμε, η φύση δύναται να δεχθεί την επίδραση δυνάμεων ανώτερων.











«Ο ΘΕΟΣ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ». Μέσα στην Ορθόδοξη Θεολογία, η ίδια η Φύση ως Δημιούργημα του Θεού, και ιδίως η ίδια η βιολογική ζωή είναι ένα συνεχιζόμενο και υπαρκτό θαύμα, το οποίο άνθρωπος αμελεί να παρατηρήσει, ένεκα συνήθειας ή άλλων απατηλών ενασχολήσεων. Χρειάζεται όχι μόνο ενατένιση γενικά της φύσης, αλλά ιδιαίτερη παρατήρηση των ίδιων των ανθρώπων προς «ανακάλυψη» αυτού του θαύματος. Και όταν λέγεται «παρατήρηση των ανθρώπων» εννοείται η δομική κατασκευή τους και οι ικανότητές τους, όχι οι πράξεις τους, οι οποίες πολλές φορές προκαλούν αποστροφή (π.χ. φόνοι, βία κ.α.) (Πηγή Φώτο: email που διακινήθηκε)
Αλλά εάν η ενέργεια του θαύματος δεν αντιπίπτη κατά τα ειρημένα προς την φυσική τάξη, αναντιλέκτως ευρίσκεται σύμφωνος και προς την δύναμιν και σοφία του Θεού. Και ως προς μεν την δύναμιν του Θεού, εφόσον αποδεχόμεθα, ότι αυτή δημιούργησε την φύση ολόκληρο μετά των δυνάμεων αυτής, θα ήταν ασυνεπές και αντιφατικό να διατυπώσω μεν δισταγμό τίνα, περί του αν θα ήταν ικανή αυτή διά νέας, έκτακτου παρεμβάσεως να δημιουργήσει νέο τι έκτακτο φαινόμενο. Ούτε εξαντλήθηκε, ούτε δεσμεύθηκε η θεία δύναμη δια της δημιουργίας των φυσικών δυνάμεων, αλλά εξακολουθεί κυριαρχούσα επί των φυσικών νόμων και συντηρούσα τις φυσικές δυνάμεις, άνευ δε της επιβλέψεως ταύτης του Θεού οι δυνάμεις αυτές δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν την ισχύ των. Ως προς δε την σοφία του Θεού κακώς ισχυρισθήκαν μερικοί, ότι το θαύμα αντιτίθεται προς αυτήν, επειδή δήθεν ο Θεός εποίησε τα πάντα εξ αρχής καλά λίαν και συνεπώς η εκ νέου παρέμβαση της θείας δυνάμεως προς αναθεώρηση του ήδη τελείως εξειργασμένου δεν έχει λόγο τινά. Αλλά το θαύμα δεν αποτελεί αναθεώρηση της δημιουργίας προς διόρθωση των πλημμελώς ή ατελώς δημιουργηθέντων σε αυτή. Αποτελεί προσθήκη γινομένη στο θαυμάσιο σύνολο της φυσικής μηχανής, ουχί προς τελειοποίηση ή διόρθωση της λειτουργίας αυτής, άλλα προς σκοπούς παιδαγωγίας του ανθρώπου. Η μηχανή της φύσεως και μετά την επιτέλεση του θαύματος μένει η αυτή, οποία και προ του θαύματος. Το θαύμα δεν αποβλέπει στην βελτίωση αυτής, αλλά στην πνευματική ωφέλεια των ανθρώπων, οι οποίοι καθημερινώς την καταπλήσσουσα αρμονία της φύσεως βλέποντες συνηθίζουν αυτήν και δεν εμπνέονται επαρκώς υπό ταύτης προς επίγνωση του δημιουργού.
Παρά πάντα τ’ ανωτέρω, επεζήτησάν μερικοί να καταστήσουν πλέον ευαπόδεκτο το θαύμα. Κατέφυγαν διά τούτο σε υποθέσεις, κατά τις οποίες το θαύμα παρουσιάζεται κατά το μάλλον ή ήττον ως ενέργεια φυσική. Κατά μίαν, την ευφυέστερη ίσως, των υποθέσεων τούτων, ο Θεός δημιουργώντας τον κόσμο προέβλεψε, στην φυσική λειτουργία του σύμπαντος ορισμένα διαστήματα, περιλαμβάνοντα το θαύμα. Την θεωρία ταύτη παρουσίασε ο Peabody διά του επομένου παραδείγματος. Υπόθεσε, ότι κάποιο ωρολόγιο κατασκευάσθηκε έτσι, ώστε να χτυπάει μεν καθ’ εκάστην τις ώρες ώρας, κατά εκατόν δ’ έτος να σημαίνει και τον αριθμό των εκατονταετηρίδων. Ολόκληρος γενεά δύναται να παρέλθει, χωρίς ν’ ακούσει το ωρολόγιο σημαίνον και τους αιώνας, όσοι δε θέλουν ακούσει αυτό, μόλις εφάπαξ θα χρηματίσωσι μάρτυρες της έκτακτου ταύτης λειτουργίας του. Σε τούτοις ουδέν το ανώμαλο η καθ’ αυτό θαυμάσιο επισυμβαίνει, διότι η εξαιρετική αυτή ενέργεια του ωρολογίου σημειώνεται κατά πρόβλεψη του εξ αρχής κατασκευάσαντος το ωρολόγιο. Οσονδήποτε εν τούτοις ευφυής και αν είναι η θεωρία αυτή περί θαύματος, δεν δύναται να είναι κατά πάντα αποδεκτή, διότι καταρρίπτει τον υπερφυσικό χαρακτήρα του θαύματος και εξαρτά αυτό εκ νόμου φυσικού περιοδικά και κατά μακρά διαστήματα λειτουργούντος. Επί πλέον δι’ αυτής εξαρτούμε τον Θεό εκ τής φύσεως και υποχρεώνουμε οιονεί αυτόν να υποταχθεί προς την εν τον κόσμο τάξη, ωσεί ήταν ανίκανος αυτός να διατηρεί διαρκώς στη χείρα αυτού υποτεταγμένη την φύση και να χρησιμοποιεί ταύτη όργανο και προς ανώτερους σκοπούς.
Ικανά αυτά όσον αφορά στο δυνατόν του θαύματος. Αλλά εάν κατά θεωρία αποδεικνύεται δυνατόν το θαύμα, πόθεν και πως θα πληροφορηθούμε περί τού αν πράγματι έλαβαν χώρα θαύματα; Αναμφιβόλως από τής ιστορίας. Διότι το θαύμα οφείλεται μεν σε υπερφυσική αιτία, αφ’ ής όμως συντελεσθεί καθίσταται πλέον ιστορικό γεγονός και ανήκει στην ιστορία. Διότι και το θαύμα γίνεται σε τόπο και σε χρόνο, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, και διενεργείται ενώπιον αυτόπτων, των οποίων η μαρτυρία καταγράφεται στους δελτούς της Ιστορίας. Εντεύθεν ορθώς παρατηρεί ο Leibniz (System theol. init.), ότι «εάν τα εις προγενέστερες εποχές συντελεσθέντα θαύματα αναφέρονται μεθ’ όλων των αποδείξεων, οι οποίες μας χρησιμεύουν συνήθως δια να στηρίξουμε την αλήθεια προγενεστέρων γεγονότων, οφείλουμε να πιστεύουμε ταύτα, ως εάν είχαν λάβει χώρα επί των ημερών μας».
Φυσικώς ήδη προβάλλεται το ερώτημα: τα στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη εξιστορούμενα θαύματα φέρουν τον χαρακτήρα της ιστορικότητας; Και περί μεν των Θαυμάτων της Παλαιάς Διαθήκης, ως αξιολογώτατα θα μπορούσαν να κριθούν οι επόμενες παρατηρήσεις : 1) Πάντα σχεδόν τα θαύματα αυτά φέρονται συντελεσθέντα σε χρόνους μεταγενεστέρους και νεότατους, στην πανάρχαια δ’ εποχή ή ουδέν ή ελάχιστα θαύματα έλαβαν χώρα. Εάν βεβαίως τα στην Παλαιά Διαθήκη θαύματα ήσαν δημιουργήματα της φαντασίας των πρώτων χρόνων, κατά φυσικό λόγο τα περισσότερα τούτων θα έπρεπε να ιστορώνται ως γενόμενα κατά τους από Αδάμ μέχρι του Μωϋσέα χρόνους, δηλαδή κατά την χρονική περίοδο την συμπίπτουσα προς τους παρά τους άλλους λαούς μυθολογικούς χρόνους. 2) Ο χρυσούς αιώνας των Ιουδαίων, η βασιλεία δηλαδή του Δαβίδ και Σολομώντα (1), στερούνται σχεδόν ολότελα θαυμάτων. Εάν τα θαύματα της Παλαιάς Διαθήκης πλάστηκαν προς έξαρση ορισμένων προσωπικοτήτων, οι οποίες άσκησαν βαθειά γοητεία επί του ιουδαϊκού λαού, κατά φυσική συνέπεια θα έπρεπε δι’ αυτών να διακοσμηθεί και η Ιστορία των δύο ενδοξοτέρων του Ισραήλ βασιλέων, τοσούτω δε μάλλον, όσο ο Ηλίας και ο Ελισσαίος παρουσιάζονται εξόχως θαυματουργοί σε χρόνους κατά δύο σχεδόν αιώνας μεταγενεστέρους. 3) Πολλά θαύματα παρουσιάζονται ασυμβίβαστα προς τον σκοπό της υποτιθεμένης επινοήσεως. Διότι, αντί να λαμπρύνονται δι’ αυτών οι προς ταύτα συνδεόμενες προσωπικότητες, τουναντίον στιγματίζονται και κατακρίνονται.
Ως προς τα θαύματα δε της Κ. Δ. θα μπορούσε κανείς να παρατήρηση τα επόμενα: 1) Οι χρόνοι, κατά τους οποίους φέρονται αυτά συντελεσθέντα, είναι ο . αιώνας του Αυγούστου και του Τιβερίου, ο οποίος είναι ο πλέον φωτεινός και ιστορικά διακριβωμένος αιώνας της αρχαιότητας. 2) Αυτό το Ταλμούδ δεν 5ε διαμφισβητεί, ότι ο Κύριος ενήργησε θεραπείας, αλλά μόνον ζητεί ν’ αποδώσει αυτές στην μαγεία και τις γοητείες. 3) Η περί του Ιησού, ως «παραδόξων ἔργων ποιητοῦ», μαρτυρία τού Ιωσήπου, μολονότι υπό πλείστων θεωρήθηκε υποβολιμαία, εν τούτοις υπό πολλών νεότερων κρίνεται ήδη ως γνησία. Χαρακτηριστικό είναι, ότι και ο Renan ως γνησία απεδέχθη ταύτη. 4) Η περί των θαυμάτων μαρτυρία των Ευαγγελίων είναι σοβαρότερα, παρ’ όσον εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε αυτή να παρουσιασθεί, διότι τα Ευαγγέλια αποτελούν απομνημονεύματα αναντίλεκτα υπό συγχρόνων και αυτόπτων συγγραφέντα μεταξύ μεν του 60 και 80 μ.Χ. κατά τον ελευθερόφρονα κριτικό Holtzmann, μεταξύ δε του 50 και 75 μ.Χ. κατά τον Renan. Συνεπώς τα Ευαγγέλια δοθήκαν εις χείρας πολλών συγχρόνων του Ιησού και η περί θαυμάτων αφήγηση, η καθορίζουσα τόπους και ονόματα (ο μονογενής της εν Ναΐν χήρας, ο παραλυτικός της Καπερναούμ, οι δαιμονιζόμενοι των Γεργεσηνών κλπ.), ετέθη προ οφθαλμών μαρτύρων, δυναμένων εξ αυτοψίας περί αυτής να μαρτυρήσουν. 5) Ο αδιάσπαστος σύνδεσμος των θαυμάτων και της διδασκαλίας του Χριστού αποτελεί νέο επιχείρημα υπέρ του ιστορικού κύρους των πρώτων. Θαύματα και διδασκαλία αποτελούν αδιαίρετο τι όλο. Ή θα συγκαταπέσουν αμφότερα, ή θα σταθούν όρθια και τα δύο. Εάν απορρίψουμε τα θαύματα, μετ’ αυτών δε και όσες αρρήκτως προς ταύτα συνδέονται διδασκαλίας, η ευαγγελική ιστορία κατά την πνευματωδέστατη διατύπωση του Ebrand θα περιληφθεί στα εξής:. «Τῷ καιρῷΤω ἐκείνῳ ἐγένετο... μηδὲν γενέσθαι». 6) Τέλος η σύγκριση της περί θαυμάτων αφηγήσεως των Ευαγγελίων προς τις μυθολογικές τερατολογίας, άλλα και προς αυτά τα παιδικά μυθεύματα των απόκρυφων Ευαγγελίων παρουσιάζει έξοχο και μοναδική την σοβαρότητα της ευαγγελικής αφηγήσεως.
Σημειώσεις α.α.
1. Κατά ένα περίεργο τρόπο στο άνωθι άρθρο του ο Π. Ν. Τρεμπέλας αρνείται τα θαύματα στην περίοδο του Σαούλ και του Δαυίδ. Όμως ο ίδιος ο Σαούλ προφήτευε. Ομοίως, τότε έζησε ο Σαμουήλ, προφήτης του Θεού, που διαρκώς λάμβανε από τον Θεό εντολές. Μάλιστα, στην εποχή του Δαυίδ, υπήρξε το θαυματουργικό θανατικό, που προκλήθηκε επειδή ο Δαυίδ έκανε απογραφή του στρατεύματος, δείχνοντας απιστία στη δύναμη του Θεού. Επίσης, υπήρξε ως θαύμα το δαιμόνιο που κατέλαβε τον Σαούλ, το κλείσιμο της μήτρας της κόρης του Σαούλ, επειδή καταφρόνησε τον Δαυίδ που χόρευε γυμνός μπροστά στην πομπή της Κιβωτού της Διαθήκης, ο θάνατος του Ουζά επειδή έπιασε την Κιβωτό για να μην πέσει, η θαυματουργική ευλογία του σπιτιού που φιλοξένησε την κιβωτό της Διαθήκης, κ.α.
Βιβλιογραφία
01. Π. Τρεμπέλα, Τα θαύματα, εν Αλεξάνδρεια 1917.
02. Π. Τρεμπέλα, Ιησούς ο από Ναζαρέτ, σελ. 193 - 221
03. Hettinger, Apologie du Christianisme, trad. 1870, τομ. Β΄, σελ. 157 και εφεξής
04. Hettinger, , Apologetique trad.1888, σελ. 295-329.
05. F. Goder, Le surnaturel.
06. F. Goder, Les miracles.
07. J, Bernard παρά Hastings, Dictionnary of the Bible III, 379.
Πηγή: Π. Ν. Τρεμπέλλας, Θεολόγος - Διευθυντής περιοδικού «Ζωή», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιβ, σσ.459-460
[Ψυχολ.] Θαύμα στην συνήθη έννοια είναι η άρση του νόμου της αιτίας, δι’ ου τα πάντα συνέχονται προς άλληλα ως αίτια και αιτιατά. Εν δε τη στενότερα έννοια, το θαύμα σημαίνει τις ενεργείας εκείνες του Θεού, διά των οποίων αποκαλύπτει εις τον άνθρωπο, κατά τρόπον όλως ιδιάζοντα, την πρόνοια αυτού. Το ζήτημα της σχέσεως του θαύματος προς τον νόμο της αιτίας και του τυχόν συμβιβαστού αυτού προς αυτόν εξετάζει και η θεϊστική φιλοσοφία γενικώς και η απολογητική ιδιαιτέρως, η οποία όμως ορμάται κατ’ ανάγκη εκ δογματικών προϋποθέσεων. Τους ψυχολογικούς όρους αυτού διερευνά η ψυχολογία, και δη η ψυχολογία της θρησκείας, ήτις καταδεικνύει και τις φάσεις, δι’ ων διέρχεται ανά τους αιώνες ή εις θαύματα πίστης. Τα θαύματα από ουδεμιάς θρησκείας ελλείπουν, γεγονός όπερ πιστοποιεί την φράση του Γκαίτε, κατά την οποία τό θαύμα είναι φίλτατο τέκνον της πίστεως. Σημειωτέο όμως, ότι ό,τι εμείς θεωρούμε θαύμα δεν είχε την αυτήν σημασία και κατά την αρχαιότητα, διά την οποίαν δεν ήτα τι αντίθετον προς την φύση, αφού η έννοια του φυσικού νόμου και της σιδηράς αναγκαιότητας αυτού δεν ήταν γνωστή. Το πρόβλημα γεννήθηκε κατά τους νεότερους χρόνους συν τη πρόοδο των επιστημών, και δη και των ιστορικών. Διά τούτο ο αριθμός των θαυμάτων και τα είδη είναι τοσούτω πλείονα, όσο περισσότερο αναγόμεθα στο παρελθόν, μέγιστος δε όπου ποίηση και πραγματικότης συγχέονται έτι παντελώς. Η απειρία των περί θαυμάτων διηγήσεων εμβάλλει εκ πρώτης όψεως εις σύγχυση. Η ακριβεστέρα όμως έρευνα αυτών εισάγει και ενταύθα στην τάξη και εξευρίσκει νόμους γενέσεως ή επαναλήψεως των περί θαυμάτων διηγήσεων, περιορίζουσα έτσι αυτά εις ορισμένες γενικές κατηγορίες.
Βιβλιογραφία
01. Otto Weinreick, Antike Heilungswunder 1909.
02. Fiebig, Judische Wundergeschichten 1911
03. Menegor, La notion biblique du miracle 1894.
04. Reitzenstein, Hellenistische, Wundererzahlungen 1906
05. Hunringer, Das Wunder 1912.
06. Stange, Naturgesetz und Wunder 1914.
Πηγή: Λάσκαρης Ν.Ι., Θεατρικός Συγγραφέας -Ιστορικός του θεάτρου , Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιβ΄, σελ. 460
[Θεοσοφ.] Γεγονός το οποίο δεν υπακούει ή παραβιάζει τους φυσικούς νόμους, υφ’ την έννοια νοείται το θαύμα, κατά την θεοσοφία, δε είναι δυνατόν να υπάρχει. Κάθε θαύμα φαίνεται μόνον ότι παραβιάζει ορισμένους γνωστούς φυσικούς νόμους, ενώ υπακούει απλούστατα εις άλλους κρυμμένους τοιούτους, τους οποίους αγνοούμε επί του παρόντος. Ουδέν είναι δυνατόν να συμβεί εντός του σύμπαντος, το οποίον να μη υπακούει εις ένα νόμο σταθερό.
Πηγή: Χατζηπέτρος Π.Π., Αντιπρόεδρος Θεοσοφικής Στοάς «Φως», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιβ΄, σελ. 460
Πολλοί επειδή δεν γνωρίζουν τι σημαίνει θαύμα στην Ορθοδοξία, αυτό το φαινόμενο αλλά και άλλα πολλά, τα θεωρούν «μη θαύματα», εφόσον «εξηγούνται επιστημονικά». Λένε πως τα φυτά έχουν τις ρίζες τους μέσα στον τοίχο. Μα και βέβαια έχουν τις ρίζες τους μέσα στον τοίχο. Που θα ήθελαν να τις έχουν για να το αποκαλέσουν «θαύμα» οι άθεοι, στον Ουρανό; Η στατιστική μπορεί να το αποκαλέσει θαύμα αυτό το φαινόμενο. Διότι πολύ απλά καλούνται όλοι οι άθεοι του κόσμου να χτίσουν ένα ναό της αθεΐας, να σπείρουν στην στέγη τους το σπόρο από τα ίδια δέντρα, και αν ποτέ καταφέρουν κάτι παρόμοιο, τότε ευχαρίστως να τους πιστέψει ο καθείς, πως δηλαδή δεν πρόκειται για θαύμα αλλά για «σύμπτωση». Καλά θα κάνουν να ξυπνήσουν. Στην Ορθοδοξία η ίδια η φύση και η κτήση είναι θαύμα από μόνης της. Πόσο μάλλον εδώ που συσπειρώθηκε μέσα σε ένα τόσο μικρό και ταπεινό ναΐδριο.
Μέσα σε μια καταπράσινη κοιλάδα, με πλατάνια και ποτάμι που αναβλύζει κάτω από τις πέτρες είναι χτισμένος ο Ιερός Ναός Αγίας Θεοδώρας Βάστας.
Ο ναός βρίσκεται σε ένα ήρεμο περιβάλλον που θυμίζει
μοναστική περιοχή, και απέχει 4χλμ,από το χωριό Ίσαρη Μεγαλοπόλεως και την
περιοχή της Βάστας. Ο επισκέπτης στέκεται έκθαμβος μπροστά στο θαύμα που
αντικρίζει, καθώς 17 μεγάλα πουρνάρια βρίσκονται στην οροφή ενός τόσο μικρού
Ναού, χωρίς να μπορεί να δει που πάνε οι ρίζες τους, και μένει με το ερώτημα,
πώς είναι δυνατόν να μην έχει καταστραφεί ακόμη, αφού οι κορμοί των δένδρων
αυτών διαπερνούν το κύριο σώμα της μικρής αυτής Εκκλησίας, που χωράει μόνο 7-8
άτομα.
Ο Ιερός Ναός της Αγίας Θεοδώρας Βάστας έχει ένα ιστορικό που αξίζει να μνημονεύσει κανείς. Πριν το σημερινό Ιερό Ναό, υπήρχε μνήμα στο οποίο ήταν ενταφιασμένη η Μάρτυς Θεοδώρα, και ήταν προσκύνημα στην περιοχή. Αυτό το προσκύνημα γέννησε την ανάγκη να χτισθεί κάποια στιγμή και ο Ναός.
Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ζούσε στην περιοχή που υπάρχει ο Ναός μια χριστιανική οικογένεια, που σύμφωνα με το νόμο έπρεπε να δώσει κάποιο μέλος της στον μισθοφορικό στρατό ,που συντηρούσε το γνωστό Μοναστήρι στην περιοχή εκεί, της Παναγίτσας. Επειδή όμως η οικογένεια της Θεοδώρας δεν είχε αρσενικά παιδιά και δεν μπορούσε να πληρώσει, για να πήγαινε κάποιος άλλος, πήγε η Θεοδώρα μεταμφιεσμένη σε αγόρι. Συνέβη όμως, κάποια γυναίκα που έπλενε τα ρούχα των στρατιωτών, να σχετισθεί με ένα από αυτούς και να μείνει έγκυος. Συνάμα όμως είχε βλέψεις και στον στρατιώτη "Θοδωρή", δηλαδή την Θεοδώρα. Επειδή δεν ενέδιδε ο "Θοδωρής" στις ορέξεις της γυναίκας αυτής, τον κατηγόρησε ότι αυτός ήταν ο δράστης της εγκυμοσύνης. Μεγάλο σκάνδαλο συνέβη στο στρατόπεδο, γιατί ο "θοδωρής" είχε τη φήμη ηθικού νέου.
Μετά από στρατοδικείο που έγινε, καταδικάστηκε ο "Θοδωρής" σε θάνατο, γιατί δεν ήταν δυνατόν να παντρευτούν, οπότε θα ηρεμούσαν τα πράγματα. Η Θεοδώρα προσευχήθηκε, και παρακάλεσε το Θεό, στο μνήμα της να φυτρώσουν δένδρα που να μαρτυρούν την προστασία Του, και την αγνότητά της. Και το αίμα της κάτω από το μνήμα της να γίνει νερό να τα ποτίζει.
Μετά την εκτέλεσή της αποκαλύφθηκε ποια ήταν, και ύστερα από σχετική αναταραχή που έγινε στο στρατόπεδο, ενταφιάστηκε στον τόπο που είναι σήμερα ο Ναός.
Βέβαιο είναι ότι μετά την ταφή της Αγίας κάτω από το μνήμα της τρέχει πολύ νερό σαν να πήρε άγγελος την προσευχή της και να την έφερε στο θρόνο του Θεού. Και ο Θεός έκανε το Θαύμα του. Το νερό έτρεξε και πάνω και γύρω από το Εκκλησάκι της, φύτρωσαν δέντρα για να το προστατεύσουν από την φθορά. Πιθανόν το Εκκλησάκι να χτίστηκε τον 12ο αιώνα, δαπάνη της Μονής Παναγίτσας.
Η μνήμη της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας τιμάται στις 11 Σεπτεμβρίου
Σύμφωνα με τις γενετικές αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν στα
πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (Proceedings of the National Academy
of Sciences), εικάζεται ότι ίσως τα οστά τα οποία φυλάσσονταν στην Αγία
Ιουστίνη στην Πάντοβα, να ανήκουν τελικά στον Ευαγγελιστή Λουκά. Ο Λουκάς,
Ευαγγελιστής και άγιος έζησε κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ. , γεννήθηκε στην Αντιόχεια
και πέθανε, σύμφωνα με κάποια ιστορικά κείμενα, στη Θήβα το 150 μ.Χ.. Άσκησε το
επάγγελμα του ιατρού και υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του αποστόλου Παύλου. Σε
αυτόν αποδίδεται η συγγραφή του 3ου Ευαγγελίου , το οποίο εξιστορεί τη γέννηση
και την παιδική ηλικία του Ιωάννη του Βαπτιστή , καθώς και του Ιησού. Πρέπει να
γράφτηκε πριν το άλλο έργο, του οποίου θεωρείται συγγραφέας , των «Πράξεων
των Αποστόλων» .
Κατά μια παράδοση , ο Λουκάς ήταν και ζωγράφος , γι’ αυτό εκτός από
προστάτης των ιατρών θεωρείται και ο προστάτης των καλλιτεχνών. Το πόρισμα της
ανάλυσης αποκάλυψε ότι τα οστά της ανάλυσης ανήκουν σε άτομο, το οποίο
κατάγονταν από την Συρία. Το σώμα του Λουκά μετά το θάνατό του, σύμφωνα με
ιστορικά κείμενα, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στην πόλη της
Πάντοβα. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν την θεωρία πως τα οστά του
αντικαταστάθηκαν με άλλα.
Ο Απόστολος Λουκάς. Μονή Σταυρονικήτα , Άγιο Όρος
Ο ιθύνων της επιστημονικής ομάδας δεν επιβεβαίωσε ότι πραγματικά το σώμα είναι του ευαγγελιστή Λουκά, αλλά περιορίστηκε στο ότι θα μπορούσε να ταιριάζει σε κάποιο άτομο, το οποίο κατάγονταν από την περιοχή της Ανατολίας ή της Συρίας. Ο επίσκοπος της Πάντοβα είχε επιτρέχει το έτος 1998 να ανοιχθεί η σαρκοφάγος και το φέρετρο, ώστε να εξετασθούν τα λείψανα και άφησε ακόμα και να αφαιρεθούν δύο δόντια, προκειμένου να διενεργηθεί ανάλυση με πράλληλη συγκριτική εξέταση δειγμάτων από σύγχρονα άτομα (Σύριους , Έλληνες ή Τούρκους). Όσον αφορά την ανάλυση των οστών, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο «θάνατος» πρέπει να επήλθε σε ηλικία μεγαλύτερη των 70 ετών , κάτι που συμπίπτει με τις γραπτές μαρτυρίες του «θανάτου» του Απόστολου Λουκά σε ηλικία 84 ετών. Τέλος , η ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα 14, η οποία πραγματοποιήθηκε στα λείψανα, υποδεικνύει ως χρονολογία θανάτου τη χρονική περίοδο μεταξύ 73 μ.Χ. και του 416 μ.Χ. Αυτή η ανάλυση έρχεται να ενισχύσει με την σειρά της τη θεωρία ότι τα συγκεκριμένα λείψανα ανήκουν στον ευαγγελιστή Λουκά.
Μια παράξενη περίπτωση, αλλά όχι η μοναδική, κατασκευή Χριστιανικού ναού με αρχαιοελληνικό δωρικό στυλ. Οι φωτογραφίες είναι από το καλοκαίρι του 2002 στην νήσο Κέρκυρα και ο φωτογράφος έμεινε έκπληκτος όταν πίσω από τον μέσο δεξιό κίονα του ναού ανακάλυψε την εικόνα που παρουσιάζεται στο τέλος της σελίδας .Ενάντια στην μη σύνδεση νέο-Εθνισμού και Σατανολατρίας


Αριστερά: Ο Ναός του Αϊ Γιώργη, πρόσοψη, Κέρκυρα. Παρακάτω μπορεί να δει κανείς το «σύμβολο» που βρίσκονταν το καλοκαίρι του 2002 πίσω από τον 3ο κίονα από τα δεξιά, όπως τον αντικρίζει.
Δεξιά: Ο Ναός του Αι Γιώργη στο νεό - Φρούριο Κερκύρας


Πίσω από τον 3 κίονα, από τα αριστερά της εισόδου για τον εξερχόμενο από τον ναό, τα «μυστικιστικά» σύμβολα του νέο-Εθνισμού, «εποιός το Δία» , μετά ακολουθεί ένας ανάποδος σταυρός (σύμβολο των σατανιστών π.χ. Χριστός - Αντίχριστος, σταυρός - σταυρός ανάποδος {=κάτω ο Χριστός}), από πάνω του η ανάποδη πεντάλφα (ο πίπτων αστήρ, ο εκπεσών άγγελος, ο εωσφόρος ή Σατανάς) και γύρω του το 666. Η εικόνα αυτή προσφορά του Απολογητή σε εκείνους σύμφωνα με τους οποίους ο «Ιουδαιογενής» Σατανάς δεν έχει σχέση με τον νεοΕθνισμό και τους λάτρεις του, σε καμιά περίπτωση


Λεπτομέρειες και βίντεο στην ομώνυμη σελίδα
|
ΠΡΟΣΟΧΗ!
Το θαύμα της μετουσίωσης και της διατήρησης της Θείας Μεταλαβής του Λαντσιάνο δεν είναι καθολικό θαύμα αλλά Ορθόδοξο, καθότι πραγματοποιήθηκε τον 8ο αιώνα μ.Χ. και δηλαδή 300 περίπου χρόνια πριν το σχίσμα των Εκκλησιών (1025 μ.Χ.). Οι Καθολικοί στο ζήτημα της μεταλαβής είναι σήμερα αιρετικοί εφόσον δεν εφαρμόζουν τα λόγια του Θεού Χριστού και τον Οίνο – Αίμα τον προσφέρουν μόνο στους ιερείς τους και όχι και στους λαϊκούς ως θα όφειλαν:
«26 Ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· Λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· 27 καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· 28 τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπ' ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ' ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου.»
Κατά Ματθαίον Κεφ, Κστ΄
|
Του Patricio Caini
Το θαύμα της Θείας Ευχαριστίας του Lanciano


Αριστερά: Πίνακας που παρουσιάζει το θαύμα της ευχαριστίας του Lanciano (Εικόνα 1)
Δεξιά: Ο άρτος - Σάρκα της θείας ευχαριστίας (Εικόνα 2)
(Πηγή: Περιοδικό Archeomisteri, τεύχος 15, έτος 3, διμηνιαίο, Μάιος –Ιούνιος 2004, σελίδα 44)
Απ’ όλα τα θαύματα της Θείας Ευχαριστίας1, αυτό του Lanciano (εικόνα 1) που συνέβη τον 8ο αιώνα μετά Χριστόν, είναι πιθανώς το πιο αρχαίο και αποδεδειγμένο, οπωσδήποτε το μοναδικό στο είδος του ως ένα ανεπιφύλακτα επικυρωμένο μετά από σειρά αυστηρής και ακριβής εργαστηριακής ανάλυσης, εκ της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Το προκείμενο θαύμα συνέβη στη μικρή εκκλησία των San Legonziano2 και Domiziano, στο Lanziano, μία κωμόπολη του Ambruzzo ευρισκόμενη λίγο νοτιότερα του Chieti και είχε ως πρωταγωνιστή έναν βασιλικανό3 μοναχό. Πράγματι, ενώ ο ίδιος τελούσε την Θεία Λειτουργία κατά το λατινικό τυπικό, αμέσως μετά την μετουσίωση4 των τίμιων δώρων, υποπτευόταν ότι τα είδη των τίμιων δώρων της ευχαριστίας θα είχαν πραγματικά μεταμορφωθεί σε σώμα και αίμα του Χριστού, όταν, απρόοπτα, υπό το βλέμμα του έκθαμβου μοναχού και της συνολικής σύναξης των πιστών, η Μεγάλη Όστια (Άρτος) και ο Οίνος μεταβλήθηκαν αντίστοιχα σε ένα κομμάτι σάρκας (εικ. 2) και σε αίμα. Το τελευταίο, μέσα σε σύντομο χρόνο, ακολούθησε μία διαδικασία πήξεως η οποία κατέληξε σε πέντε μικρούς σβώλους διαφόρων μεγεθών, με μια χαρακτηριστική καστανοκίτρινη χροιά διακοπτόμενη μόνο από μερικές υπόλευκες στίξεις. Απ’ το ασυνήθιστο αυτό γεγονός συντάχθηκε μία επιμελημένη έκθεση σε περγαμηνή η οποία στο πρώτο μισό του 14ου ενώ βρισκόταν στη κατοχή των φραγκισκανών, εκλάπη από δύο βασιλικανούς μοναχούς. Στις ημέρες μας έχουν διασωθεί έγγραφα του 16ου και 17ου αιώνα τα οποία πιστοποιούν το θαυματουργό αυτό συμβάν.
Τέσσερις αιώνες μετά, τον 12ο αιώνα, οι βασιλικανοί μοναχοί, οι οποίοι μέχρι εκείνο το καιρό τελούσαν τις θρησκευτικές ακολουθίες τους στην Εκκλησία του San Legonziano, εγκατέλειψαν το Lanciano και η διαχείριση της εκκλησίας ανατέθηκε στους Βενεδικτίνους μοναχούς και διαδοχικά, το 1253, στους μοναστηριακούς φραγκισκανούς, οι οποίοι το 1258 ανοικοδόμησαν την εκκλησία και την αφιέρωσαν στον San Francesco της Ασσίζης (Ασσίζη 1181 ή 1182 – περίπου 1226). Το 1809, όταν ο αυτοκράτορας Ναπολέων ο Α΄ Βοναπάρτης (Aiaccio 1769 - Αγία Ελένη 1821) ακύρωσε όλα τα θρησκευτικά τάγματα, εγκατέλειψαν το Lanciano ακόμη και οι φραγκισκανοί, επιστρέφοντας μόνο κατά το 1953. Τα θαυματουργά εκείνα είδη της Θείας Ευχαριστίας είχαν τοποθετηθεί σε μία κειμήλια λειψανοθήκη ελεφαντοστού που αρχικά φυλάσσονταν στην εκκλησία του San Legonziano αλλά κατόπιν μεταφέρθηκαν στην εκκλησία του San Francesco. Την 1η Αυγούστου του 1556 ένας κατώτερος μοναχός, ονομαζόμενος Giovanni Antonio di Μastro Renzo, φοβούμενος πως οι Τούρκοι θα μπορούσαν να τα κλέψουν ή χειροτέρα ακόμα να τα καταστρέψουν κατά τη διάρκεια μίας εκ των επιδρομών τους στο Abruzzo, αποφάσισε να μεταφέρει τα πολύτιμα κειμήλια σ’ ένα περισσότερο σίγουρο μέρος. Εν τούτοις αφού περπάτησε όλη τη νύκτα ξαναβρέθηκε το επόμενο πρωί μπροστά στις πύλες του Lanciano, σχεδόν σαν να ήθελε κάποια αόρατη δύναμη να απαγορεύσει στον μοναχό να απομακρύνει τα κειμήλια από την πόλη. Ο μοναχός και οι σύντροφοί του κατάλαβαν λοιπόν ότι έπρεπε να μείνουν στο Lanciano για να φυλάξουν τα κειμήλια. Γι’ αυτό και τοποθετήθηκαν στο εσωτερικό ενός κρυστάλλινου βάζου το οποίο με τη σειρά του τοποθετήθηκε σε μία ξύλινη ντουλάπα εφοδιασμένη με τέσσερις κλειδαριές. Το 1920 τα λείψανα μεταφέρθηκαν πίσω στο νέο, μείζων ιερό και από το 1923 η θαυματουργική Σάρκα φυλάχθηκε μεταξύ δύο τζαμιών της θήκης ενός στρογγυλού αρτοφορίου βαλμένου στην άνω άκρη μιας ασημένιας λειψανοθήκης, φτιαγμένης το 1713 με ύψος 63 εκ. και πλάτος 44 εκ., ενώ οι πέντε θρόμβοι φυλάσσονται μέσα σ’ ένα άγιο ποτήρι από γυαλί, που διέθετε κάλυμμα επίσης από γυαλί τοποθετημένο στα πόδια της λειψανοθήκης, εν μέσω δύο προσευχομένων αγγέλων. Τα δύο λείψανα είχαν συνοπτικά εξεταστεί το 1574, το 1637, το 1770 και το 1886. Στις 17 Φεβρουαρίου 1574 ο αρχιεπίσκοπος Rodriguez είχε προσδιορίσει το συνολικό βάρος των πέντε θρόμβων το οποίο έδιδε ισοδύναμο βάρος με το ένα απ’ εκείνα, μα παρόλα αυτά, το ανεξήγητο αυτό φαινόμενο δεν επαναλήφθηκε στους επόμενους ελέγχους. Κατά τη διάρκεια προσεκτικής εξέτασης στις 26 Οκτωβρίου 1886, επιβεβαιώθηκε εκ νέου το τελικό βάρος των πέντε σβώλων, οι οποίοι προέκυψε ότι ζυγίζουν 16,505 γραμμάρια (gr) και ο καθ’ ένας από τους θρόμβους, αντίστοιχα, 8 gr, 2,45 gr, 2,85 gr, 2,05 gr και 1,15 gr στους οποίους προστέθηκαν 5 χιλιοστογραμμάρια (mg) σκόνης αίματος χρώματος σκούρου καστανού συσσωρεμένα στον πάτο του ποτηριού. Υπάρχουν μερικά ιστορικά έγγραφα που πιστοποιούν ότι τα λείψανα καθίσταντο αντικείμενα προσκύνησης από τον 16ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία είχαν χρησιμοποιηθεί σε λιτανείες.
Το 1953, λίγο καιρό μετά την επίσημη επιστροφή των Ελασσόνων Μοναστηριακών Μοναχών στον Ευχαριστιακό ναό του Lanciano, βρέθηκε εκείνος που εκδήλωσε την πρόθεση να υποβληθούν τα λείψανα του θαύματος της Θείας Ευχαριστίας του Lanciano σε σοβαρή επιστημονική έρευνα και χάριν στην εξουσιοδότηση δοσμένη από τον αρχιεπίσκοπο της κωμοπόλεως του Abruzzo, πανοσιωτάτου Pacifico Perantoni και από τον Επαρχιακό Υπουργό του Abruzzo της τάξεως των Ελασσόνων Μοναστηριακών Μοναχών, η θρησκευτική κοινότητα του Lanciano απευθύνθηκε σε έναν έμπειρο παγκοσμίου φήμης, τον Καθηγητή Odoardo Linoli, υφηγητή Ανατομίας και Παθολογικής Ιστολογίας, Χημείας και μικροσκοπικής κλινικής, ως επίσης και κύριο διευθυντή του εργαστηρίου κλινικών αναλύσεων και Παθολογικής Ανατομίας του νοσοκομείου «S. Maria sopra i Ponti» του Arezzo, στον οποίο ανετέθη η ευθύνη των εργαστηριακών αναλύσεων με σκοπό να επαληθευθεί ότι τα λείψανα του Lanciano είχαν οργανική φύση. Στις 18 Νοεμβρίου 1970, ο Καθηγ. Linoli, βοηθούμενος από τον Καθηγ. Ruggero Bertelli του πανεπιστημίου της Siena, έλαβε περιφερειακά από την Μεταλαβή - Σάρκα δύο δείγματα περιορισμένων διαστάσεων τα οποία είχαν βάρος 20 mg. Πριν λάβει δείγματα και απ’ το θαυματουργό αίμα, ζητήθηκε στον Καθηγ. Linoli να εξετάσει το βάρος καθ’ ενός εκ των θρόμβων, το συνολικό τους βάρος και εάν το τελευταίο είναι πραγματικά ίσο με εκείνο καθ’ ενός εκ των «σβώλων». Επειδή οι ερευνητές σ’ εκείνη την περίπτωση δεν ήταν εφοδιασμένοι με μικρή ζυγαριά, ζητήθηκε δανεικά μία από ένα κοντινό φαρμακείο και μ’ αυτήν επαληθεύθηκε ότι το συνολικό βάρος του αίματος του Lanciano, αποκλείοντας τη σκόνη αίματος, ήταν ίσο με 15,85 g τιμή, διαφορετική, λοιπόν, από αυτήν του βάρους έκαστου των σβώλων. Μετά απ’ αυτή την πρέπουσα επαλήθευση, ο Καθηγ. Linoli έλαβε, από ένα σβώλο αίματος, μερικά τμήματα με συνολικό βάρος 318 mg. Μετά το πέρας της όλης φάσης λήψεως των δειγμάτων, τα λείψανα επανατοποθετήθηκαν στο εσωτερικό της λειψανοθήκης, η οποία με τη σειρά της τοποθετήθηκε στο αρτοφόριο. Στις 4 Μαρτίου 1971 οι Καθηγ. Linoli και Bertelli δημοσίευσαν τα αποτελέσματα των αναλύσεων με μία αναλυτική έκθεση.


Αριστερά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος της Κοινωνίας - Σάρκας που παρουσιάζει μυϊκά ινώδη κύτταρα ενωμένα σε δέσμες, που διατρέχουν το δείγμα κατά το πλείστον κατά τον διαμήκη άξονα του. (εικόνα 3)
Δεξιά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος της Κοινωνίας - Σάρκας που παρουσιάζει λιπώδη ιστό κατά την διατομή του λείου μυώνα. (εικόνα 4)
(Πηγή: Περιοδικό Archeomisteri, τεύχος 15, έτος 3, διμηνιαίο, Μάιος –Ιούνιος 2004, σελίδα 45)
Τα δύο δείγματα ληφθέντα από την Μεταλαβή - Σάρκα ενυδατώθηκαν, κατόπιν, δια μέσω της χρήσης ενός μικροτόμου5, ελήφθησαν λεπτότατες τομές οι οποίες χρωματίσθηκαν και υποβλήθηκαν σε προσεκτική μικροσκοπική παρατήρηση για ιστολογική ανάλυση. Ο ιστός έδειξε ότι αποτελούνταν από γραμμωτές μυϊκές ίνες (εικ. 3) ενωμένες στις άκρες και συγκεντρωμένες σε δεμάτια διαφορετικού πάχους και προσανατολισμένες σε διάφορες διευθύνσεις. Το γεγονός ότι οι ίνες δεν ήταν η μία δίπλα στην άλλη, όπως επαληθεύεται επί παράδειγμα με τις σκελετικές μυϊκές ίνες, που από τις άκρες τους θα έφευγαν ταινιοειδείς διακλαδώσεις όπως και ότι θα ήταν παρών λοβίο λιπώδους ιστού6 (εικ. 4), στον οποίο κανονικά εισχωρούν οι γραμμωτές μυϊκές ίνες, συναίνεσε να επιβεβαιώσει ότι αυτό που η λαϊκή και θρησκευτική παράδοση θεωρούσε πάντοτε ένα κομμάτι «Σάρκας», το ίδιο αποτελούνταν πραγματικά από γραμμωτό μυϊκό ιστό7 του μυοκαρδίου8. Τα ληφθέντα δείγματα από τον θρόμβο του αίματος, αντιθέτως, προέκυπταν ότι αποτελούνταν από ένα ινώδες υλικό παρόμοιο με το ινώδες9, όπου στα πλέγματά του βρέθηκε μία κοκκώδης ουσία κιτρινοπράσινου χρώματος, προερχόμενη από την αιμοσφαιρίνη10, μαζί με άλλα άγνωστα σωματίδια. Τα δείγματα αυτά υπεβλήθησαν στο Τέστ του Teichmann τροποποιημένο από τον Bertrand, στο Τέστ του Takayama και σ’ αυτό των Stone και Burke, με σκοπό να αποδείξουν, διαδοχικά, το ενδεχόμενη παρουσία κρυστάλλων χλωρυδρικής αιματίνης11, αιμοχρωμογόνου και αιματικών οξειδασών12. Δεν βρέθηκε κάποιο ίχνος των προειρημένων κρυστάλλων και του αιμοχρωμογόνου, σε αντιδιαστολή με αποξηραμένα δείγματα φυσιολογικού ανθρώπου χρησιμοποιημένα ως θετικά, παρά ταύτα, η συγκεκριμένη έλλειψη δεν συνιστά κάποια ανωμαλία διότι το αίμα μπορεί να χάσει την ιδιότητα να παράγει αυτές τις δύο ουσίες, κάθε φορά που εκτίθεται απ’ ευθείας στο ηλιακό φως, σε υψηλές θερμοκρασίες ή σε οξειδωτικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Η θετικότητα των δειγμάτων στο Τέστ των Stone και Burke επιβεβαίωσε, αντιθέτως, την παρουσία των οξειδωτικών χαρακτηριστικών αιματικής φύσεως, και με σκοπό να διαλυθούν οι κάθε υποψίες τέτοιας φύσεως, εφαρμόστηκε και μία χρωματογραφική ανάλυση13 σε λεπτό στρώμα, χάρη στην οποία εξακριβώθηκε η αιμοσφαιρίνη και ξεκαθαρίστηκε, άρα, ότι τα πέντε σφαιρίδια αποτελούνταν, πραγματικά, από πηγμένο αίμα. Με το ανοσοϊστοχημικό14 τεστ της Αντίδρασης Καθίζησης Ζώνης ή Ιζηματοποίησης του Uhlenhuth, κατά κανόνα εφαρμοσμένο στην ιατροδικαστική και ανοσολογία με σκοπό την εξακρίβωση του είδος στο οποίο ανήκει ένας ιστός, οι ερευνητές απέδειξαν ότι το μέρος του μυοκαρδίου και το αίμα ανήκαν στο ανθρώπινο είδος ενώ με το ανοσοαιματολογικό15 τεστ της ονομαζόμενης αντίδρασης «απορρόφησης-[διαχωρισμός με εκχύλιση]» καθορίστηκε πως τόσο ο ιστός όσο και το αίμα ανήκαν στην ομάδα αίματος ΑΒ16, την ίδια στην οποία ανήκει και το αίμα που βρέθηκε σε σχηματισμούς, όπου η λαϊκή και θρησκευτική παράδοση υποστήριζε πως θα ήταν κηλίδες και στραγγισμένο αίμα, ορατούς από τα ίχνη της πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας του σώματος του ανθρώπου της Σινδόνης!!!
Η ομάδα αίματος στην οποία ανήκουν αμφότερα τα λείψανα υποδεικνύει ότι προέρχονται από το ίδιο άτομο, παρόλα αυτά, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα να έχουν προέλευση από δύο διαφορετικά άτομα με την ίδια ομάδα αίματος. Στα δείγματα του θαυματουργικού αίματος, επιπλέον, εφαρμόστηκε μία ηλεκτροφορική ανάλυση17 σε οξείδιο κυτταρίνης με σκοπό να επαληθευθεί αν ήταν παρούσες οι τυπικές πρωτεΐνες του ορού. Η ανάλυση είχε θετική έκβαση και το διάγραμμα (εικ. 5) που έδειξε η ηλεκτροφόρηση ήταν συγκρίσιμο με εκείνο που λαμβάνουμε από αίμα κανονικού ανθρώπου. Οι ερευνητές, τελικά, κορνιοτοποίησαν και ενυδάτωσαν ξανά 100 mg θαυματουργικού αίματος και εξακρίβωσαν ότι τα στοιχεία που βρίσκονταν σε αυτό - χλωριούχα, φωσφόρος, μαγνήσιο, κάλιο και νάτριο - ήταν σε μικρή ποσότητα σε σχέση με το κανονικό ενώ το ασβέστιο υπήρχε σε μεγαλύτερες ποσότητες. Αυτή η μείωση μπορεί να συσχετισθεί τόσο μέσω της διαδικασίας γήρανσης και ελάττωσής τους που συνέβη κατά τη διάρκεια των αιώνων, όσο με «ανταλλαγές» που συνέβησαν με τα εσωτερικά τοιχώματα του γυάλινου δοχείου στο οποίο τα λείψανα συντηρούνταν. Ο εμπλουτισμός με ασβέστιο, αντιθέτως, πιθανότατα καταλογίζεται σε εξωγενή συμβολή οφειλόμενη στη πτώση μέσα στο ποτήρι σκόνης, πλούσιας σε άλατα ασβεστίου, αποκολλημένης από τα τοιχώματα του οικοδομήματος.
Η φυσικοχημική και ιστολογική ανάλυση18, των ληφθέντων δειγμάτων από τα λείψανα δεν διαπίστωσε την παρουσία αλάτων και ενώσεων που χρησιμοποιούνταν από την αρχαιότητα ως συντηρητικές ουσίες στην μέθοδο μουμιοποίησης19, όπως και να ‘χει όμως, η εντόπιση ακέραιων πρωτεϊνών στην θαυματουργική σάρκα και αίμα του Lanciano, μετά από δώδεκα αιώνες, δεν συνιστά ένα εξαιρετικό γεγονός αφού, όντως, ακέραιες δομικά πρωτεΐνες έχουν εντοπισθεί επίσης και σε αιγυπτιακές μούμιες που ανάγονται σε 4.000 - 5.000 χρόνια πριν. Είναι υποχρεωτικό να γίνει γνωστό, παρόλα αυτά, ότι υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ της κατάστασης της συντηρήσεως ενός σώματος ή ενός ανατομικού τμήματος, που υποβλήθηκε σε εξειδικευμένη μεταχείριση μουμιοποίησης και των λειψάνων του Lanciano. Τα τελευταία, πραγματικά, μολονότι ήταν εκτεθειμένα για 1.200 χρόνια σε ισχυρές θερμικές μεταβολές, στην υγρασία και κυρίως, στις προσβολές παρασίτων και σαπροφυτικών μικροοργανισμών, ανεξήγητα δεν αποσυντέθηκαν κάτι που είναι ακατανόητο όπως επίσης και το πώς οι πρωτεΐνες από τις οποίες αποτελούνται αυτά τα λείψανα διατηρήθηκαν ακέραιες. Με το πέρας των εργαστηριακών αναλύσεων, ο Καθηγ. Linoli απέκλεισε την πιθανότητα τα λείψανα του Lanciano να ήταν μια απάτη από τον μεσαίωνα γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι κάποιος θα κατείχε γνώσεις ανατομίας του ανθρώπου πολύ περισσότερο προχωρημένες από αυτές που υπήρχαν στους ιατρούς της εποχής εκείνης, γνώσεις που θα επέτρεπαν την αφαίρεση και τομή της καρδιάς από ένα πτώμα έτσι που να ληφθεί ένα τμήμα ομογενούς και συνεχούς ιστού του μυοκαρδίου. Επιπλέον, οποιαδήποτε στιγμή το αίμα θα λαμβάνονταν από ένα πτώμα, στο πέρασμα μικρού χρονικού διαστήματος, θα υφίστατο αμέσως σοβαρή αλλοίωση από την αεροτηκτικότητα 20 ή την σήψη.



Αριστερά: Γραφικό της ηλεκτροφόρησης των πρωτεϊνών του θαυματουργού αίματος (εικόνα 5)
Μέσο: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος της Μεταλαβής - Σάρκας που δείχνει μια αρτηρία και ένα κλάδο πνευμονογαστρικού νεύρου (εικόνα 6)
Δεξιά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος της Μεταλαβής - Σάρκας που δείχνει ένα κλάδο του πνευμονογαστρικού νεύρου που διαθέτει περινεύριο (εικόνα 7)
(Πηγή: Περιοδικό Archeomisteri, τεύχος 15, έτος 3, διμηνιαίο, Μάιος –Ιούνιος 2004, σελίδα 46)
Τα αποτελέσματα των αναλύσεων στα οποία οδηγήθηκαν οι Καθηγ. Linoli και Bertelli είχαν δημοσιευθεί σε μία γραπτή αναφορά με τίτλο «Έρευνες ιστολογικές, ανοσολογικές και βιολογικές στο Σώμα και Αίμα του Θαύματος της Θείας Ευχαριστίας του Lanciano» (8ος αιών.)», προκαλώντας μεγάλο ενδιαφέρον στην διεθνή επιστημονική κοινότητα σε τέτοιο σημείο, ώστε να προσελκύσουν την προσοχή και του Ανώτερου Συμβουλίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ. 21), το οποίο το 1973, διόρισε μία επιστημονική επιτροπή με καθήκον να επικυρώσει τα αποτελέσματα των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν από Ιταλούς ερευνητές και να επιβεβαιώσει τα συμπεράσματα στα οποία είχαν φθάσει.


Αριστερά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος ενός δείγματος της Μεταλαβής - Σάρκας που δείχνει την ρικνή, τραχεία ριτυδωμένη όψη του ενδοκαρδίου και την τυπική δόμηση του από κάτω ιστού του μυοκαρδίου (εικόνα 8)
Δεξιά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος ενός δείγματος Μεταλαβής - Σάρκας που δείνχει το ενδοκάρδιο, τον από κάτω ιστό του μυοκαρδίου και μερικά αιμοφόρα αγγεία μεγάλης διαμέτρου. (εικόνα 9)
(Πηγή: Περιοδικό Archeomisteri, τεύχος 15, έτος 3, διμηνιαίο, Μάιος –Ιούνιος 2004, σελίδα 47)
Μετά από 15 μήνες και μετά παραπάνω από 500 εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και οι ίδιες που πραγματοποιήθηκαν από τους Ιταλούς ερευνητές, η επιτροπή της Π.Ο.Υ. επιβεβαίωσε, ανεπιφύλακτα, όσα διακηρύχθηκαν και δημοσιεύθηκαν από τους τελευταίους. Τα μέλη της επιστημονικής επιτροπής διορισμένα από την Π.Ο.Υ. απέκλεισαν σθεναρά την πιθανότητα ο μυοκαρδιακός ιστός να είχε μουμιοποιηθεί και κατέστησαν γνωστό ότι η τελεία συντήρηση οργανικών ευρημάτων, διατηρημένα για δώδεκα αιώνες εντός υάλινης λειψανοθήκης, πλήρους απουσίας συντηρητικών ουσιών, αντισηπτικών, αντιζημωτικών και μουμιοποιητικών, αντιτίθεται σ’ όλους τους γνωστούς βιολογικούς νόμους. Η επιτροπή, επιπλέον, τόνισε το γεγονός ότι τα κυτταρικά στοιχεία που αποτελούν το τμήμα αυτό του ιστού του μυοκαρδίου είχαν διατηρήσει αναλλοίωτη την δομική και λειτουργική τους ακεραιότητα. Το 1981 οι Ελάσσονες Μοναχοί του Lanciano ζήτησαν από τον Καθηγ. Linoli να εκτελέσει μία δεύτερη επιστημονική έρευνα στην Μεταλαβή - Σώμα, με σκοπό να μελετήσει σε βάθος την μακροσκοπική κατασκευή όσο και την μικροσκοπική. Στην αναφορά με τίτλο «Ιστολογική και ανατομική μελέτη στην Καρδιά του Θαύματος της Θείας Ευχαριστίας του Lanciano (8ος αιών.)», που ο Καθηγ. Linoli συνέταξε στο τέλος της έρευνας, διαβάζει κανείς ότι το λείψανο έχει στρογγυλή μορφολογία, διάμετρο που καταλαμβάνει 55 έως 66 mm, κίτρινο-καφέ-καστανό χρωματισμό και ένα πλατύ ανώμαλο άνοιγμα στο κέντρο, όπου είναι ορατές 14 μικρές οπές, πιθανότατα εντυπωμένες από άλλα τόσα μικρά καρφιά, με σκοπό να κρατηθεί τεντωμένη η Μεταλαβή - Σάρκα πάνω σε ένα ξύλινο τραπεζάκι. Η ιστολογική ανάλυση ξεχώρισε δύο λεπτούς κλάδους του πνευμονογαστρικού νεύρου22 (εικ. 6 και 7), τον χαρακτηριστικό ινοελαστικό έλασμα που επενδύει όλες τις καρδιακές κοιλότητες, το ενδοκάρδιο23 (εικ. 8, 9 και 10) - του οποίου η επιφάνεια δείχνει ανεβασμένη στις «μυικές δομικές κρεατίνες», μορφολογικά και δομικά ανάλογα με αυτήν της ανθρώπινης καρδιάς - μερικά λοβία λιπώδους ιστού, πολυάριθμες αγγειακές αρτηριακές και φλεβικές δομές ποικίλης διατομής (εικ. 9, 10 και 11) και το ίχνος εντύπωμα της δεξιάς και αριστερής κοιλίας, των οποίων οι διαστάσεις δείχνουν ελαττωμένες εξ’ αιτίας της ιστολογικής αφυδάτωσης που συνέβη στην Μεταλαβή - Σάρκα κατά τη διάρκεια των αιώνων μέσα στη φυσική διαδικασία μουμιοποίησης.


Αριστερά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος ενός δείγματος της Μεταλαβής - Σάρκας που δείχνει ένα δείγμα του ενδοκάρδιου, μερικά αιμοφόρα αγγεία στον από κάτω ιστό του ενδοκαρδίου και τον ιστό του μυοκαρδίου (εικόνα 10)
Δεξιά: Μικροφωτογραφία του ιστολογικού σκευάσματος ενός δείγματος της Μεταλαβής -Σάρκας που δείχνει μερικές αγγειακές και φλεβικές δομές (εικόνα 11)
(Πηγή: Περιοδικό Archeomisteri, τεύχος 15, έτος 3, διμηνιαίο, Μάιος –Ιούνιος 2004, σελίδα 47)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ricerche Istologiche, Immunologiche e Biochimiche sulla Carne e sul Sangue del Miracolo Eucaristico di Lanciano (VIII secolo). di Odoardo Linoli. Quaderi Sclavo di Diagnostica 1971, 7, 661 - 674.
Studio anatomo-istologico sul “cuore” del Miracolo Eucaristico di Lanciano (VIII sec.), di Odoardo Linoli. L’ Osservatore Romano, 23 Aprile 1982.
Il miracolo eucaristico di Lanciano, di B. Sammaciccia. Libreria del Santuario del Miracolo Eucaristico di Lanciano, 1973.
Dizionario Enciclopedico Multimediale di Medicina e Biologia. Le Scienze.
Nuova Enciclopedia Universale Curcio - delle lettere, delle scienze, delle arti. Armando Curcio Editore, 1968.
Σημειώσεις:
1. Θαύμα Ευχαριστίας: γεγονός θαυμαστό και ανεξήγητο που συνίσταται στην μετατροπή ειδών της Ευχαριστίας, τον Άρτο και τον Οίνο αντίστοιχα, σε ζωντανό ιστό και αίμα ανθρώπινο
2. San Negoziano: μια λαϊκή παράδοση και θρησκευτική ταυτίζει τον San negoziano με τον San Longino, τον ρωμαίο στρατιώτη που, σύμφωνα με όσα διηγούνται τα Ευαγγέλια, διατρύπησε με μια λόγχη τα πλευρά του Ιησού (βλέπε “ La Lancia di Longino: tra storia e leggenda”, di Patrizio Caini. Archeomisteri No 2 Marzo-Aprile 2002, pgg. 54 -59).
3. Βασιλικανό Τάγμα: Τάγμα Ανατολικών Μοναχών, ακόλουθων των κανόνων του Αγίου Βασιλείου της Καισαρείας, που ονομάστηκε Μέγας (ΚΑισάρεια –Καππαδοκίας, 330 c. - ivi 379).
4. Μετουσίωση: στην τεχνική ορολογία της καθολικής θεολογίας εννοείται το πέρασμα από την ουσία του Άρτου και του Οίνου σε εκείνη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού κατά την διάρκεια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αν και τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά και των δύο ειδών παραμένουν αμετάβλητα. Ο όρος εφευρέθηκε από τον Rolando Bandinelli, περισσότερο γνωστός ως Πάπας Αλέξανδρος ΙΙΙ (Σιένα αρχές 12ου αιώνα - Civita Castellana 1181). Ο Μαρτίνος Λούθηρος (Eisleben, Turingia, 1483 - ivi 1545) και όλοι εκείνοι που ακολουθούν τον προτεσταντικό Χριστιανισμό απορρίπτουν αυτόν τον όρο, δίδοντας στην Θεία Ευχαριστία ένα διαφορετικό νόημα.
5. Μικροτόμος: εργαστηριακή συσκευή που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί, ξεκινώντας από ένα μικρό τμήμα ιστού ή οργάνου, σταθεροποιημένο και βυθισμένο στην παραφίνη ή σε ρητίνη διάφορων τύπων, λεπτές τομές, πάχους μεταξύ 3 και 10 χιλιοστών, ώστε να υποβληθεί σε μικροσκοπική ανάλυση. Ο μικροτόμος συνδυάζει μια εγκάρσια κίνηση σε σχέση με μια κόψη λεπίδας συνήθως από χάλυβα, και με μια πρόοδο σε σχέση με αυτή· Η σημασία αυτής της προόδου καθορίζει το πάχος της τομής. Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι μικροτόμου: με κύλιση και περιστροφική. Τα τελευταία χρόνια εισήχθησαν μικροτόμοι αυτόματοι και πάντα πιο συχνά γίνεται χρήση λεπίδων γυαλιού.
6. Λιπώδης ιστός: στα σπονδυλωτά, είναι είδος συνδετικού ιστού (ιδιαίτερος ιστός που εκτελεί λειτουργίες στήριξης, τροφικές και μηχανικές και σύνδεσης μεταξύ των διάφορων οργάνων και των μερών τους. Αποτελείται από μια ουσία άμορφη εξωκυτταρικής βλεννοπολυσακχαρικής φύσης, που ονομάζεται ρίζα, από ίνες εξωκυταρικές πρωτεϊνικής φύσης, που κυρίως αποτελείται από κολλαγόνο και κύτταρα με μορφοδομικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές λειτουργίες εξαρτώμενες από τους διαφορετικούς τύπους του συνδετικού ιστού. Αυτός ο τελευταίος μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε μερικές κατηγορίες με βάση τις λειτουργίες και την δομή, στις οποίες εξέχουν, μεταξύ των κυτταρικών στοιχείων, τα λιποκύτταρα. Στον άνθρωπο βρίσκεται στο υπόδερμα (το στρώμα του συνδετικού ιστού κάτω από το δέρμα, ένα από τα δύο στρώματα, αυτό το τελευταίο- το άλλο αντιπροσωπεύεται από την επιδερμίδα – που αποτελεί το δέρμα. Το υπόδερμα ακουμπά στους επιφανειακούς μυς και είναι μοναδικά αποτελούμενο από χαλαρό συνδετικό ιστό), στον νεφρικό κοιλιακό χώρο στο μεσοθωράκιο (ανατομικός χώρος μεταξύ δεξιού και αριστερού πλευρικού σάκου. Εκτείνεται στην άνω άκρη της θωρακικής κοιλότητας στο διάφραγμα και από το στέρνο στους θωρακικούς σπόνδυλους· εκτός των άλλων περιέχει την καρδιά, το περικάρδιο, αγγεία μεγάλου διαμετρήματος και άλλα θωρακικά σπλάχνα) και σε άλλες περιοχές του σώματος. Η κατανομή του λιπώδους ιστού στο υπόδερμα συνιστά έναν από τους κύριους παράγοντες της σεξουαλικής διαφοροποίησης (σύμπλεγμα μορφολογικών διαφορών, ενδοκρινολογικών και συμπεριφορών μεταξύ ατόμων αντίθετου φύλου που ανήκουν στο ίδιο είδος) στο είδος μας και συμμετέχει στην διαμόρφωση του ανδρικού σώματος με διαφορετικό τρόπο από ότι εκείνου του γυναικείου. Υπάρχουν δύο τυπολογίες λιπώδους ιστού που διαφέρουν σε μορφολογία και λειτουργία: ο άσπρος λιπώδης ιστός και ο καφέ.
6. Γραμμωτός μυϊκός ιστός: ιστός που κυρίως αποτελείται από κύτταρα μεγάλου μεγέθους, επιμηκυμένα και ατρακτοειδή, που λέγονται μυϊκά, πολυπυρηνικά, δηλαδή που περιέχουν δύο ή περισσότερους πυρήνες, στο σκελετικό ή μονοπυρηνικό είδος, που περιέχει δηλαδή, ένα μόνο πυρήνα, στο μυοκάρδιο. Το κυτόπλασμα (εκτός του πυρήνα, μέρος του κυττάρου που χαρακτηρίζεται από μια δομή εξαιρετικά πολύπλοκη, που οριοθετείται από την κυτταρική μεμβράνη και που περιέχει διαφορετικά είδη υποκυτταρικών οργανιδίων, εκτός ενός δικτύου μικροσωλήνων και μικρονημάτων που έχουν λειτουργία την στατική στήριξη και /ή δυναμική), που ονομάζεται σαρκόπλασμα και που χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολυάριθμων εγκάρσιων δεσμίδων ορατών στο οπτικό μικροσκόπιο, σε σχέση με τον μεγάλο άξονα του κυττάρου. Οι μυϊκές ίνες είναι συνδεμένες μεταξύ τους σχηματίζοντας μονάδες πιο σύμπλεκες που συσπώνται. Οι γραμμωτοί σκελετικοί μύες έχουν την ικανότητα να συσπώνται πολύ γρήγορα και είναι συνδεμένες με τους μηχανισμούς της στάσης και της κίνησης. Το μυοκάρδιο παρουσιάζει ιδιαίτερα λειτουργικά χαρακτηριστικά που εγγυώνται το ρυθμό της διαρκής σύσπασης του καρδιακού μυ.
8. Μιοκάρδιο: Το μυϊκό τμήμα της καρδιάς
9. Ινίνη: πολυμερή (μακρομόριο που αποτελείται από την επανάληψη κυτταρικών στοιχειωδών μονάδων, που λέγονται μονομερή, όμοια ή διαφορετικού τύπου και μεταξύ τους συνδεμένα με συνδέσμους) πρωτεϊνικής φύσης που προέρχεται από το ινωδογόνο (πρωτεΐνη που περιέχεται στο πλάσμα) για την πρωτεολυτική δράση (ενζυματική υδρόλυση μιας πρωτεΐνης) της θρομβίνης (ένζυμο που προέρχεται από τη προθρομβίνη έπειτα από δράση της θρομβοπλαστίνης με παρουσία ιόντων ασβεστίου) κατά την διάρκεια της διαδικασίας πήξεως του αίματος.
10. Αιμοσφαιρίνη: περίπλοκη μακρομοριακή πρωτεΐνη σφαιρικής μορφολογίας που περιέχεται στα ερυθροκύτταρα (ερυθρά αιμοσφαίρια) των σπονδυλωτών και σε ικανότητα να συνδυαστεί αντίστοιχα με το μοριακό οξυγόνο μεταφέροντας το σε όλους τους ιστούς του οργανισμού. Αποτελείται από 4 πολυπεπτιδικές αλυσίδες (πολυπεπτίδιο: μόριο αποτελούμενο από ένα υψηλό αριθμό, γενικά πάνω από 10 – 20, αμινοξέων. Τα πολυπεπτίδια με μοριακό βάρος μεγαλύτερο από 10.000 dalton λέγονται γενικά πρωτεΐνες. Τα πεπτίδια που περιέχουν λιγότερα από δέκα αμινοξέα, λέγονται αντιθέτως ολιγοπετπίδια) που δυο δυο όμοιες, λέγονται σφαιρίνες.
11. Χλωρυδρικής αιματίνης: Παρουσιάζεται με κρυσταλλικά χαρακτηριστικά πρισματικά καφέ σχήματος αστεριού, που ονομάζονται κρύσταλλοι του Teichmann, της οποίας η ταυτοποίηση είναι μεγάλης σημασίας στην ιατροδικαστική για την αναγνώριση των αιματικών κηλίδων.
12. Οξειδάση: οποιοδήποτε ένζυμο που ανήκει στην κλάση των ένζυμων οξειδοαναγωγικής αντίδρασης. Αυτές οι τελευταίες καταλύουν την οξείδωση ενός υποστρώματος δια μέσω της αφαίρεσης ηλεκτρονίων ή ατόμων υδρογόνου, που κατόπιν μεταφέρονται κατ’ ευθείας στο μοριακό οξυγόνο με παραγωγή ανιόντος υπεροξειδίου (μια ρίζα ελεύθερη ή διάμεσο αντιδρών του οξυγόνου), νερό η υπεροξείδιο του Υδρογόνου, περισσότερο γνωστό ως Οξυζενέ.
13. Χρωματογραφία: τεχνική διαχωρισμού των συστατικών ενός μίγματος δια μέσω της εφαρμογής αυτής της τελευταίας σε ένα στήριγμα ανενεργό, απορροφητικό ή ιονισμένο (σταθερή φάση)· δια μέσω αυτού του στηρίγματος τρέχει μια σταθερή ροή ενός διαλύτη, ενός ταμπόν ή ενός ανενεργού αερίου (φάση κίνησης). Ο διαχωρισμός, εξαρτώμενος από τον τύπο της χρωματογραφίας που χρησιμοποιείται, γίνεται με βάση διαφορετικές φυσικοχημικές αρχές· για διαφορική απορρόφηση των συστατικών του μίγματος στο στήριγμα (χρωματογραφία απορρόφησης), με επιλεκτικό σύνδεσμο μεταξύ των στοιχείων του μίγματος και με ένα δεσμό που λαμβάνει μέρος κατά την σταθερή φάση (χρωματογραφία της συγγένειας), με βάση την διαφορά του μοριακού βάρους (γέλη-φιλτράρισμα), με βάση των διαφορών του παράγοντα του διαχωρισμού μεταξύ δύο φάσεων μη αναμεμιγμένων (χρωματογραφία διαχωρισμού) και με βάση των διαφορών μεταξύ των σταθερών της διάλυσης των όξινων ή βασικών ομάδων που παρουσιάζονται στα μόρια που θα διαχωριστούν (χρωματογραφία με ανταλλαγή ιόντων)
14. Ανοσοϊστοχημεία: σύμπλεγμα βιοχημικών τεχνικών που κάνουν χρήση αντισωμάτων ως αντιδρώντα εξειδικευμένα για την αποκάλυψη ή την δοσολογία των βιολογικών μορίων.
15. Ανοσοαιματολογία: κλάδος της ανοσολογίας και της αιματολογίας που ασχολείται με την μελέτη των ανοσοποιητικών καρκινικών και κυτταρικών μηχανισμών που εμπλέκονται στην παθογέννεση, διάγνωση ή θεραπεία των αρρωστιών του αίματος και τον αιμοποιητικών ιστών (αιμοποιητικός ιστός: οποιοσδήποτε ιστός στον οποίο παράγονται τα κύτταρα που αποτελούν το αίμα· ειδικά ο μυελός των οστών ή μυελικός ιστός, ως πρώτη έδρα της αιμοποίησης που ξεκινά από τον δεύτερο περίοδο της εμβρυακής ζωής. Πριν από αυτή την περίοδο ακόμη και το συκώτι και η σπλήνα παίρνουν μέρος στην αιμοποίηση).
16. Ομάδα αίματος: φαινότυπος (το σύνολο των μορφολογικών και λειτουργικών χαρακτηριστικών ενός οργανισμού που θεωρούνται η έκφραση της δράσης του γονότυπου του, δηλαδή του συνόλου της γενετικής πληροφορίας που υπάρχει στον οργανισμό), που καθορίζεται με βάση την παρουσία περισσότερο ή λιγότερο ιδιαίτερων πολυσακχαρικών (πολυσάκχαρα: πολύπλοκο μόριο που αποτελείται από την ένωση ενός υψηλού αριθμού απλών μορίων σάκχαρου) αντιγόνων (αντιγόνο: οποιαδήποτε ουσία που όταν εισέλθει στον οργανισμό, είναι ικανή να παράγει μια ανοσοποιητική απάντηση και να συνδυαστεί με αντισώματα και εξειδικευμένους κυτταρικούς υποδοχείς), που ονομάζονται αλλοαντιγόνα ή συγγολητονογόνα, διότι φανερώνονται με κυτταρικές αντιδράσεις των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Στον άνθρωπο μέχρι τώρα αναγνωρίστηκαν γύρω στα 300 διαφορετικά καθοριστικά ερυθροκυτταρικά αντιγόνα, κατά μέρος συνδεμένα σε ομάδες ή αιματικά συστήματα, που το καθένα περιλαμβάνει πολυάριθμα αντιγόνα. Η σημασία τους είναι συνδεμένη με την πιθανότητα της ασυμβατότητας των αιματικών μεταγγίσεων, με τις απορρίψεις των μεταμοσχεύσεων των οργάνων, την ασυμβατότητα μητέρας-εμβρύου κ.λ.π.. Οι ομάδες αίματος χρησιμοποιούνται ακόμη και στην ιατροδικαστική (απόρριψη πατρότητας, κ.λ.π.) και στις ανθρωπολογικές και γενετικές μελέτες.
17. Ηλεκτροφόρεση: αποδημία φορτισμένων μορίων που περιέχονται σε διάλυμα και που προκύπτει από την εφαρμογή ενός μαγνητικού πεδίου. Είναι μια τεχνική που χρησιμοποιείται στα εργαστήρια της βιοχημίας, μοριακής και κυτταρικής βιολογίας για τον διαχωρισμό μιγμάτων ουσιών ιονισμένων ή που ιονίζονται δια μέσω της τοποθέτησής τους σε ένα υπόστρωμα ανενεργό (χαρτί φίλτρου, οξείδιο κυτταρίνης, γέλη άγαρ, γέλη άμυλου πολυακριλικού οξέως κ.λ.π.) και την εφαρμογή δύο ηλεκτροδίων, συνδεμένων με το στρώμα, με διαφορά δυναμικού συνεχόμενου ηλεκτρισμού που παράγεται από τον κατάλληλο τροφοδότη. Ο διαχωρισμός γίνεται με βάση το μοριακό βάρος των μοναδικών φορτίων που μεταναστεύουν προς το ηλεκτρόδιο που είναι θετικά φορτισμένο.
18. Ιστολογία: κλάδος των μορφοδομικών μαθημάτων των οποίων αντικείμενο είναι η μελέτη της δομής και της υπερδομής των ιστών. Στηρίζεται στις τυπικές τεχνικές της οπτικής μικροσκοπίας και της ηλεκτρονικής, αυτής της τελευταίας και με μετάδοση και με σχάση.
19. Μουμιοποίηση: μεταχείριση για την αποξήρανση των νεκρών ιστών με σκοπό της εμπόδιση του σαπίσματος.
20. Αεροτηκτικότητα: ιδιότητες που μερικές στερεές ουσίες έχουν απορροφώντας τους υδρατμούς μέχρι να μετασχηματιστούν σε υδατικά διαλύματα.
21. Π.Ο.Υ.: ανηκει στον Ο.Η.Ε. (Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών) και ασχολείται με την υγεία του κόσμου.
22. Πνευμονογαστρικό Νεύρο: Σε όλα τα σπονδυλωτά, το δέκατο των εγκεφαλικών νεύρων. Το πνευμονογαστρικό είναι ένα νεύρο σύμπλοκο, αποτελούμενο δηλαδή από ένα αισθητικό τμήμα και από ένα άλλο πιο μέτριο, κινητικό, το οποίο νευρώνει τα όργανα, μεταξύ των οποίων και η καρδιά.
23. Ενδοκάρδιο: Λεπτή μεμβράνη ενδοθηλιακής φύσης που καλύπτει την εσωτερική επιφάνεια της καρδιακής κοιλότητας και συνεχίζεται με το ενδοθήλιο (ενδοθήλιο, λεπτό κάλυμμα πεπλατυσμένων μορίων, καμιά φορά με πόρους, που περιορίζει εσωτερικά τον αγωγό των αιμοφόρων και λυμφατικών αγγείων των σπονδυλωτών ή που, στην περίπτωση των τριχοειδών, αποτελεί το εσωτερικό τους τοίχωμα) αγγείων που φτάνουν μέχρι την καρδιά ή που από αυτό αναχωρούν. Το ενδοκάρδιο, εκτός των άλλων, παίρνει μέρος στον σχηματισμό των καρδιακών βαλβίδων.
Μπορεί λοιπόν κανείς να αναρωτηθεί, αν το θαύμα του Λαντσιάνο, που σημειωτέον κατά διαστήματα επαναλαμβάνεται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οδηγεί τους πιστούς εις σε ανθρωποφαγία κατά την διάρκεια της Μετάληψης, κατηγορία που έδωσαν πολλές φορές στους Χριστιανούς οι αρχαίοι Εθνικοί.
Απάντηση: ΟΥΔΕΠΟΤΕ, διότι κάθε φορά που συμβαίνει αυτό το θαύμα της Μεταλαβής, οι πιστοί δεν μεταλαμβάνουν!
Φωτίου Νικητοπούλου, Θεολόγου
Στις 9 Μαΐου του 1087 τρία εμπορικά καράβια από το ιταλικό Bari έμπαιναν ξανά στο λιμάνι τους, υστέρα από ένα ταξίδι στην Αντιόχεια της Κοίλης Συρίας. Ή πόλη τα υποδέχτηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό — και είχε τον λόγο της. Ένα από αυτά της έφερνε κάποιο «παράξενο φορτίο», που προκάλεσε τη συγκίνηση της. Το είχε παραλάβει από τα Μύρα της Μικρασιατικής Λυκίας, όπου προσέγγισε μαζί με τ’ άλλα δύο. Το φορτίο αυτό δεν ήταν άλλο από τα ιερά λείψανα του Αγίου Επισκόπου των Μύρων Νικολάου του θαυματουργού. Τα είχαν αρπάξει οι ναύτες τους από τον τάφο του, σ’ ένα ληστρικό τους εγχείρημα κατά της Βασιλικής του Αγίου, όπου αναπαύονταν από αιώνες. Το Bari τα δέχθηκε ως θησαυρό ανεκτίμητο. Για να τα στεγάσει μάλιστα, έκτισε μια μεγαλόπρεπη νέα Βασιλική του Αγίου στο όνομα και την 1η Οκτωβρίου του 1089 τα απόθεσε εκεί πανηγυρικά, σε μια κρύπτη της κάτω από τη μεγάλη μαρμαρένια Αγία Τράπεζα, ό Πάπας Ουρβανός ό Β΄. Από τότε και για 864 χρόνια κανένας δεν μπόρεσε να τ’ αγγίξει ούτε να τα δει
Πρώτη φορά, ύστερα από τόσους αιώνες, ό νέος αυτός τάφος του Αγίου ανοίχτηκε τη νύχτα της 5ης προς την 6η Μαΐου του 1953. Ό λόγος που προκάλεσε το άνοιγμα του ήταν ή ανάγκη για την εκτέλεση ορισμένων αναστηλωτικών και αναπαλαιωτικών εργασιών στη Βασιλική. Με την ευκαιρία αυτή συγκροτήθηκε μια Ποντιφική Επιτροπή, προεδρευόμενη από τον τότε Αρχιεπίσκοπο του Bari Enrico Nicodemo, ή οποία θα πρόβαινε στην κανονική αναγνώριση των ιερών λειψάνων του Αγίου.
Ό αναγνωριστικός έλεγχος και ή καταμέτρηση των οστών που βρέθηκαν στον τάφο που ανοίχτηκε, ανατέθηκε στον καθηγητή της Ανατομίας του Πανεπιστημίου του Bari Luigi Martino, ό όποιος περάτωσε αυτό το έργο την ίδια εκείνη νύχτα βοηθούμενος από τον ιατρό Δρ. Venezia Luigi. Μετά, τα λείψανα τοποθετήθηκαν σε γυάλινη κάψα και τέθηκαν σε προσκύνημα στη Βασιλική του Αγίου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, τη νύχτα της 7ης προς την 8η Μαΐου του 1957, ό ίδιος καθηγητής, με τον ίδιο βοηθό, στον όποιο προστέθηκε και ό ιατρός Δρ. Venezia Luigi, πραγματοποίησε μια δεύτερη εξέταση των ιδίων λειψάνων, μετά την οποία τοποθετήθηκαν αμέσως στη σαρκοφάγο που τα φιλοξενούσε και πριν. Επρόκειτο για μια ανατομική ανθρωπολογική μελέτη, που απέβλεπε στον προσδιορισμό και την αποτύπωση της εικόνας και των χαρακτηριστικών των οστών και κυρίως στην ανασύνθεση της φυσικής εμφάνισης ή ακόμη και της εικονογραφικής μορφής του ατόμου, στο όποιο άνηκανε τα υπό εξέταση οστικά λείψανα.
Ή διενέργεια των ερευνών αυτών κατά τη διάρκεια της νύχτας οφειλόταν στις λειτουργικές ανάγκες της Βασιλικής του Αγίου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα Ι. λείψανα δεν έπρεπε να απομακρυνθούν από το χώρο της.
Όταν ανοίχτηκε ή σαρκοφάγος, τα οστά βρέθηκαν βουτηγμένα σ’ ένα διαυγές άχρωμο και άοσμο υγρό, όμοιο με νερό που βγαίνει από βράχο. Όσα περίσσευαν πάνω από τη στάθμη του, που έφτανε στα 2-3 εκ. μ. από τον πυθμένα της, ήταν υγρά όπως και τα εσωτερικά τοιχώματα της, ενώ οι μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστών ήταν γεμάτες από το ίδιο υγρό. Ή ποιότητα του ήταν ή ίδια που είχε διαπιστωθεί και σε προηγούμενη εξέταση του στα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Bari. Επρόκειτο δηλ. για νερό καθαρό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς. Οι ρωμαιοκαθολικοί του έχουν δώσει τη χαρακτηριστική ονομασία «Manna». Άλλωστε και όταν οι βαρηνοί ναύτες έσπασαν την πλάκα, που κάλυπτε τον τάφο του Αγίου στα Μύρα, βρήκαν τα λείψανα του μέσα σε «Θείο μύρο», (άλλοι γράφουν Sanctus liguor ή oleum) σύμφωνα με τις αφηγήσεις τους, τις όποιες μας διέσωσαν τα σχετικά Αγιολογικά κείμενα. Ή ύπαρξη πάντως του υγρού αυτού στη σαρκοφάγο, σύμφωνα με τη γνώμη του ερευνητή καθηγητή, επέδρασε ευεργετικά στην καλύτερη συντήρηση των οστών όλους αυτούς τους αιώνες που πέρασαν.
Τις τρεις επάλληλες πλάκες, που κάλυπταν την από σκληρή και συμπαγή πέτρα μονολιθική λάρνακα, τις διαπερνούσε κάθετα ένα σωληνωτό άνοιγμα, μέσα από το όποιο μπορούσε να ανασύρεται το «Manna» με τη βοήθεια απορροφητικού βαμβακερού νήματος και να συγκεντρώνεται σε φιαλίδια, που μοιράζονταν προς ευλογία και αγιασμό, όπως γίνεται και σήμερα, μετά την επανατοποθέτηση σ’ αυτή των ι. οστών του Αγίου και τη σφράγιση της. Πέρα από αυτό το άνοιγμα, δεν διαπιστώθηκε καμιά ρωγμή στα στερεά και παχιά τοιχώματα της, τα όποια, αφού αδειάστηκε από το περιεχόμενο της και στεγνώθηκε καλά, διερευνήθηκαν προσεκτικά με τη βοήθεια ισχυρού φωτισμού.
Ή εικόνα που παρουσίασαν τα οστά μέσα στη λάρνακα δεν ήταν εκείνη που εμφανίζει ένας τάφος μέσα στον όποιο έχει λιώσει νεκρό ανθρώπινο σώμα. Τούτο, βέβαια, έχει την εξήγηση του, αφού γνωρίζομε καλά ότι δεν επρόκειτο για τον αρχικό τάφο του Αγίου, όπως ξέρουμε καλά και πώς βρέθηκαν τα οστά αυτά εκεί μέσα. Εκείνος πάντως που τα τοποθέτησε εκεί δεν έλαβε καθόλου την πρόνοια να τους δώσει, έστω με στοιχειώδη τρόπο, τη θέση που θα είχαν σε ένα φυσιολογικό ανθρώπινο σκελετό.
Έτσι, εκτός από την κάρα του Αγίου, που φαίνεται να αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας σ’ όλη τη περιπέτεια των ιερών αυτών λειψάνων, τα άλλα οστά βρέθηκαν σε ολότελα αφύσικη θέση. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν εκδηλώθηκε καμία επιμέλεια στην τοποθέτηση τους. Το βλέπουμε από τη θέση που είχαν δύο μακρά οστά, πλαισιώνοντας από δεξιά και αριστερά την κάρα, που βρισκόταν στο μέσο της μιας στενής άκρας της λάρνακας με τη βάση ακουμπισμένη στον πυθμένα της, καθώς και από τη συγκέντρωση των όστοαρίων και οστικών μικροτεμαχίων σε μία αργυρή κούπα και μεγαλύτερων τεμαχίων σε μία άλλη επίσης αργυρή. Τα υπόλοιπα, τα και μεγαλύτερα, ήταν ακατάστατα τοποθετημένα και κατασπασμένα. Άλλωστε όλα ήταν εξαιρετικά εύθραυστα.


Αριστερά: Λειψανοθήκη με λείψανα του Αγίου Νικολάυο που υπάρχει σε μουσείο της Αττάλειας της Μ. Ασίας. Πιθανολογείται ότι κατά της ανακομιδή του Αγίου Νικολάου το 1080 μ.Χ. αφέθηκαν τα τμήματα των ιερών λειψάνων στη Βασιλική του ως ευλογία. (Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού –Καθεδρικού Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Ανάπλαση της μορφής του Αγ. Νικολάου από τον καθηγητή της ανατομίας στο πανεπιστήμιο του Bari, Luigi Martino, Φωτίου Νικητοπούλου,, Θεολόγου, Δεκέμβριος 1998, σελ. 42)
Δεξιά: Τα μαύρα τμήματα του σκιαγραφήματος του ιερού λειψάνου του Αγίου Νικολάου είναι αυτά που σώζονται στο Μπάρι της Ιταλίας. (Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού –Καθεδρικού Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Ανάπλαση της μορφής του Αγ. Νικολάου από τον καθηγητή της ανατομίας στο πανεπιστήμιο του Bari, Luigi Martino, Φωτίου Νικητοπούλου,, Θεολόγου, Δεκέμβριος 1998, σελ. 43)


Ιχνογραφική ανάπλαση της μορφής του Άγ. Νικολάου, με τη μέθοδο της υπερσκελετικής σχεδίασης των μαλακών μερών της κεφαλής του, από τον καθηγητή L. Martino
Αριστερά: Όψη πρόσωπο θεώμενο από ψηλά
Μέσο: Εμπρόσθια δεξιά όψη της υπερσκελετικής σχεδίασης (Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού –Καθεδρικού Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Ανάπλαση της μορφής του Αγ. Νικολάου από τον καθηγητή της ανατομίας στο πανεπιστήμιο του Bari, Luigi Martino, Φωτίου Νικητοπούλου,, Θεολόγου, Δεκέμβριος 1998, σελ. 44)
Δεξιά: Ο Άγιος Νικόλαος σε ρωσική εικόνα του 19ου αιώνα
Ό καθηγητής Martino, στην πρώτη αυτή φάση της ερευνάς του, για την οποία είχε στη διάθεση του 2.30΄ ώρες, μπόρεσε να διακρίνει και να καταγράψει τα οστά που βρέθηκαν στη λάρνακα, (έξω από τα θρυμματισμένα εκείνα που βρίσκονταν στις ασημένιες κούπες και είχαν χάσει τα χαρακτηριστικά τους) καθώς και να διαπιστώσει την κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν, άφοΰ προηγουμένως τα στέγνωσαν όλα και τα καθάρισαν προσεκτικά με υδρόφιλο βαμβάκι και γάζες.
Ό έλεγχος — σημειώνομε σε γενικές γραμμές — επεσήμανε την ύπαρξη της κάρας σε καλύτερη κατάσταση από όλα τα οστά, σπονδύλους, λίγα τεμάχια πλευρικών οστών και ωμοπλάτης, μεγάλα τμήματα των αντιβραχίων και του ενός βραχιωνίου, πολλά οστάρια των καρπών, των μετακαρπίων και των φαλαγγών, ένα λαγόνιο, από τα κάτω άκρα που βρέθηκαν σε καλύτερη κατάσταση, τα μηριαία, όχι όμως ακέραια, τις επιγονατίδες, τμήματα από τις περόνες, τα οστά των κνημών και αρκετά των ταρσών, των μεταταρσίων και των φαλαγγών. Ένα σημαντικό μέρος του όλου σκελετού, όπως γίνεται αντιληπτό, έλειπε βέβαια.
Ή εμφάνιση αυτή των οστών του Αγίου (άλλα να λείπουν, άλλα να είναι κατασπασμένα και άλλα θρυμματισμένα) σχετίζεται όχι μόνο με το χρόνο που πέρασε από πάνω τους, αλλά πιο πολύ με τη μεγάλη περιπέτεια της αρπαγής και της μεταφοράς τους στο Bari, ύστερα μάλιστα από ένα πολυήμερο θαλασσινό ταξίδι. Ή απουσία ιδιαίτερα πολλών από αυτά μέσα από τη λάρνακα, βρίσκει εύκολη εξήγηση στις συνθήκες κάτω από τις όποιες έγινε ή αφαίρεση τους από τον τάφο των Μύρων, πέρα από το ενδεχόμενο της υπεξαίρεσης ή μη κάποιων από αυτά κατά τη μεταφορά τους και πριν από την οριστική τοποθέτηση τους στη λάρνακα της Βασιλικής του Αγίου στο Bari. Ή σπουδή των ναυτών και ή υπερκάλυψη των οστών από το μύρο μέσα στον αρχικό τάφο τους δεν ευνοούσαν, όπως ήταν φυσικό, την περισυλλογή τους στο ακέραιο. Ή παρατήρηση αυτή μπορεί να εξηγήσει πώς βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο της Αττάλειας δύο οστά του Αγίου Νικολάου, όπως δηλώνουν οι Τούρκοι, οι όποιοι μάλιστα προθυμοποιήθηκαν να παραδώσουν φωτογραφίες και σχετικά τεκμήρια γι’ αυτά στη Βαρηνή Βασιλική του Αγίου.
Ή δεύτερη φάση της ερευνάς του Καθηγητή Martino, που κράτησε 7.30 νυκτερινές ώρες, και κάτω από συνθήκες ακατάλληλες, αφού δεν έγινε σε ειδικό εργαστήριο, κάλυψε την ανθρωπομετρική — ανθρωπολογική διάγνωση των λειψάνων του Αγίου. Ή εξέταση αυτή θα έδινε απάντηση σε μία σειρά από ερωτήματα για τη φυσική κατάσταση και εμφάνιση του σώματος του Αγίου και ιδιαίτερα της μορφής του προσώπου του, για την ηλικία που είχε, όταν πέθανε, τη φυλή στην οποία ανήκε και ότι άλλο.
Για να φθάσει στο σκοπό του ό καθηγητής, βάσισε τις εκτιμήσεις του στη ανασύνθεση του σκελετού, την οποία πέτυχε με τα οστά που είχε στη διάθεση του, στις ακτινογραφίες και τις φωτογραφίες που πήρε, και στις απαραίτητες μετρήσεις που έκαμε, εφαρμόζοντας καθαρά επιστημονικές μεθόδους. Τα συμπεράσματα στα όποια κατέληξε ήταν σημαντικά.
Αναφέρομε τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να περιπλεκόμαστε στις ανατομικές και άλλες λεπτομέρειες, που θα ενδιέφεραν μόνο τους ειδικούς. Να, λοιπόν, τι μας αποκαλύπτει ό καθηγητής Martino:
Όλα τα οστά που εξέτασε άνηκαν σε ένα και το αυτό άτομο και μάλιστα σε άνδρα που είχε ύψος 1.67 μ. περίπου, τρεφόταν κυρίως με προϊόντα φυτικής προέλευσης και πέθανε σε ηλικία μεγαλύτερη από τα 70 χρόνια. Το άτομο αυτό άνηκε στην λευκή ευρωπαϊκή μεσογειακή φυλή και μάλιστα στην ανατολική παραλλαγή της, χωρίς να μπορεί να βεβαιωθεί αν άνηκε ή όχι στο λεγόμενο «λεβαντίνο» τύπο, ενώ αποκλείστηκε ότι θα μπορούσε να ήταν άρμενοαλπικής φυλής. Καμιά ή σχέση του, βέβαια, με τους μογγολικής καταγωγής Τούρκους, οι όποιοι άλλωστε πέρασαν στη Μικρά Ασία αρκετούς αιώνες μετά τον θάνατο του Αγίου και συγκεκριμένα στην περιοχή των Μύρων μόλις τον 11ο αιώνα, εποχή που φυγαδεύτηκαν τα οστά του από εκεί, ενώ βάρυναν ήδη πάνω τους περισσότερα από επτάμιση εκατοντάδες χρόνια.
Ή κατάσταση ορισμένων οστών έδειξε ακόμη ότι το άτομο στο όποιο άνηκαν πρέπει να είχε υποφέρει πολύ κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης, που του άφησαν τα σημάδια τους σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ή αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα και η διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση, που επισημάνθηκαν στα ανάλογα οστά, πρέπει να κληροδοτήθηκαν στον Άγιο από κάποια υγρή φυλακή, όπου θα πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία, γεγονός που μαρτυριέται και από τα σχετικά αγιολογικά κείμενα. Άλλωστε ή θέση στην οποία καταλήγει, γενικά, ο Καθηγητής Martino είναι ότι τα αποτελέσματα της επιστημονικής άνατομο-ανθρωπολογικής μελέτης των λειψάνων, που βρίσκονται στη λάρνακα της Βασιλικής του Αγ. Νικολάου στο Bari, όταν αυτή ανοίχτηκε τη νύκτα της 5ης προς την 6η Μαΐου του 1953 και ξανατοποθετήθηκαν σ’ αυτή το πρωί της 8ης Μαΐου του 1957, όχι μόνο δεν συγκρούονται πουθενά με τη γνωστή Ιστορία του Αγ. Νικολάου, Επισκόπου των Μύρων, αλλά και βρίσκονται σε αρμονικότατη συμφωνία μαζί της.
Ό καθηγητής Martino θέλησε να προχωρήσει ακόμη περισσότερο: αναζήτησε την αυθεντική μορφή του προσώπου του Αγίου πάνω στα οστικά υπολείμματα της κάρας που είχε μπροστά του.
Ή πιο παλιά εικόνα του Αγίου Νικολάου, την οποία γνώριζε, ήταν μία τοιχογραφία του στη S. Maria Antiqua της Ρώμης, που ανάγεται στον Η΄ ή κατ’ άλλους στον Θ΄ αιώνα. Πόσο όμως μπορούσε να είναι κοντά στα πραγματικά χαρακτηριστικά του Αγίου αυτή ή εικόνα, που τη χώριζαν τέσσερις αιώνες, τουλάχιστο από το ζωντανό πρότυπο της ή και όποια άλλη όμοια ή διαφορετική απεικόνιση του;
Ή πρόκληση ήταν μεγάλη, για να μπορέσει να την αποφύγει. Έτσι καταπιάστηκε να αναπλάσει την αυθεντική μορφή του Αγίου Νικολάου αξιοποιώντας με τις ειδικές γνώσεις του τα στοιχεία που είχε στα χέρια του. Πήρε φωτογραφικές απόψεις της κάρας του Αγίου, τις τοποθέτησε κάτω από διαφανή χάρτη και αποτύπωσε πάνω του ιχνογραφικά και με τις απαιτούμενες αναλογίες τα στοιχεία, που ταίριαζαν σ’ αυτή και της έλειπαν.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά! Τα τρία ίχνο-γραφήματα που σχεδίασε, από διαφορετική έποψη, βρέθηκαν να μοιάζουν μεταξύ τους καταπληκτικά! Την ομοιότητα αυτή απέδωσε ό Καθηγητής Martino στο ότι και τα τρία επαναλάμβαναν τις αυτές αναλογίες του προσώπου, τις όποιες προφανώς είχε διατηρήσει αναλλοίωτες ή σκελετική επιφάνεια πάνω στην οποία βασίστηκε, για να αναπαραστήσει τη μορφή του Αγίου. Δεν αποκλείει, βέβαια, την πιθανότητα να μη συνέλαβαν τα ιχνογραφήματα αυτά κάτι από την έκφραση του προσώπου, το όποιο θα συνδεόταν αποκλειστικά με ότι έλειπε εξωτερικά από την κάρα· θεωρεί όμως ότι η εικόνα του προσώπου, την οποία κατόρθωσε να σχηματίσει, δεν πρέπει να διέφερε πολύ, τουλάχιστον κατά τις ουσιώδεις αναλογίες της, από την πραγματική.
Η αναπλασμένη με αυτό τον τρόπο μορφή, σημειώνει ό καθηγητής Martino, δείχνει ένα πρόσωπο ασκητικό, ευγενικό, με αρμονικές αναλογίες, με υψηλό και πλατύ φωτεινό μέτωπο, με μεγάλα μάτια, ελαφρά βαθουλωτά, γλυκά και μαζί αυστηρά, μάτια ανθρώπου σκεπτικού και βασανισμένου. Ένα πρόσωπο με ζυγωματικά κάπως έντονα, που προβάλλουν πάνω από παρειές που μόλις βαθουλώνουν, με μύτη που δεν είναι ούτε λεπτή, ούτε πλατιά, με ένα σκάψιμο στη βάση της και μια ελαφριά απόκλιση προς τα δεξιά στην πάνω μοίρα της ράχης της, με στόμα κάπως πλατύ, με δόντια λίγο πλατιά και προεξέχοντα, με σαγόνι μάλλον να προβάλλει ανάμεσα από την ελαφριά κεντρική χωρίστρα του πώγωνα, γναθικές γωνίες λίγο πλατιές, κεφάλι μέσου μεγέθους, υποδόλιχο και με καλοστρογγυλεμένο ινίο.
Η σύγκριση των ανθρωπομορφικών χαρακτηριστικών, που έβγαιναν από τη σκελετική ανασύνθεση των μελετώμενων λειψάνων, προς τις παλαιότερες εικονογραφικές αναπαραστάσεις της φυσικής εμφάνισης του Αγίου Νικολάου έπεισε τον Καθηγητή Martino ότι δε θα πρέπει να είχε χαθεί, τουλάχιστο από την προφορική παράδοση, ή ανάμνηση της όψης του κατά τους αιώνες που ακολούθησαν την κοίμηση του, ώσπου να αποτυπωθούν οριστικά τα χαρακτηριστικά του στις πρώτες εικόνες του.
Παρατηρώντας Καθηγητής Martino τις παλιές ζωγραφικές απεικονίσεις του Αγ. Νικολάου, σταμάτησε σε μία, που τη θεώρησε ότι πλησιάζει περισσότερο από κάθε άλλη στα ανθρωπομετρικά στοιχεία των λειψάνων που είχε εξετάσει. Ήταν μια παράσταση σε μωσαϊκό (του ΙΒ΄ αιώνα.) που βρίσκεται στο Παρεκκλήσιο του Άγ. Ισιδώρου της Βασιλικής του Άγ. Μάρκου Βενετίας και δείχνει ολόσωμα, ψηλά στο τυφλό αψίδωμα της απέναντι από το ιερό πλευράς, την Παναγία Βρεφοκρατούσα στο μέσο, δεξιά της τον Πρόδρομο και αριστερά της τον Άγιο Νικόλαο. Για την απεικόνιση αυτή του Αγίου έχει λεχθεί ότι η έκφραση του προσώπου, ή κοσμιότητα της αμφίεσης, ή λεπτή εμφάνιση και το ευλαβικό σχήμα, δεν μπορούν να είναι γέννημα της επιθυμίας του καλλιτέχνη. Την ίδια γνώμη εκφράζει και ο καθηγητής Martino, o όποιος πιστεύει ότι το χέρι του καλλιτέχνη δεν το οδήγησε ή φαντασία του αλλά μια κάποια γνώση της φυσικής εμφάνισης του Αγίου, ώστε να την παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο στην εικόνα του, που να ταιριάζει ιδιαίτερα με τα φυσικά χαρακτηριστικά που αποκάλυψε ή μελέτη των λειψάνων του.
Ό καθηγητής Martino έκαμε και κάτι άλλο ακόμη. Βρήκε ένα άτομο του οποίου τα σωματικά χαρακτηριστικά πλησίαζαν ιδιαίτερα σ' εκείνα που έδειχναν τα λείψανα, τα όποια είχε εξετάσει. Στο άτομο αυτό (που το ονομάζει: δείγμα) θεωρεί επίσης ότι πλησιάζει περισσότερο από κάθε άλλη η απεικόνιση του Αγίου Νικολάου στο μωσαϊκό του Παρεκκλησίου που προαναφέραμε. Φωτογραφία του, ανάμεσα σ’ ένα ιδεατά και με βάση τα μελετηθέντα λείψανα αναδομημένο σκελετό και σε μία ιχνογραφική αναπαράσταση του Αγ. Νικολάου, δημοσιεύει ό Καθηγητής στην αυτοτελή έκδοση της σχετικής μελέτης θέλοντας να μας δώσει κατά κάποιο πλαστικό τρόπο, το σωματικό σύνολο του ατόμου του οποίου τα λείψανα είχε μελετήσει.
Με όλα αυτά τα δεδομένα, νομίζομε πώς θα είχε ενδιαφέρον ή εξακολούθηση της ερευνάς στο πεδίο της αναζήτησης της αυθεντικής μορφής του Αγ. Νικολάου και μάλιστα στο χώρο της Ορθόδοξης Ανατολής, από τους ιστορικούς της χριστιανικής Τέχνης και τους θεράποντες της Χριστιανικής Αρχαιολογίας. Ότι υπάρχουν περιθώρια για την ενασχόληση με το θέμα, πέρα από την παρατήρηση του Καθηγητή Martino για το μωσαϊκό του παρεκκλησίου του Αγ. Ισιδώρου, φαίνεται και από το συμπέρασμα, με το όποιο κατακλείει ο Καθηγητής στο Θεολογικό Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bari π. Γεράρδος Cioffari την εισήγηση του για την παλαιά εικονογραφία του Άγ. Νικολάου σε σχέση με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, στό Γ΄ Διεκκλησιαστικό Ιστορικό Συνέδριο του Bari (11/13 Μαΐου 1987). Ό έγκριτος αυτός ερευνητής της Ιστορίας του Άγ. Νικολάου και της βαρηνής Βασιλικής του δεν δίστασε να δηλώσει ότι καμιά εικόνα του Αγίου, από όσες έφθασαν ως εμάς, δεν μπορεί να μας δώσει μια αυθεντική Ιδέα για το πώς ήταν στην πραγματικότητα ό Άγιος Νικόλαος. Βέβαια δεν κάνει καμία αναφορά στις θέσεις του Καθηγητή Martino και ιδιαίτερα στην παρατήρηση του για το μωσαϊκό που προαναφέραμε, μολονότι, λίγο-πολύ, όλα αυτά ήταν γνωστά από το 1957 και η λεπτομερειακή έκθεση για τη σχετική ερευνά του είχε δημοσιευθεί πριν από την έκδοση των Πρακτικών του Συμποσίου, στο όποιο ό π. Cioffari ανακοίνωσε τα δικά του συμπεράσματα. Η παράλειψη οφείλεται προφανώς στο ότι ό εισηγητής περιόρισε την ερευνά του ως τον Γ΄ αιώνα, με αποτέλεσμα να μείνει έξω από τα ενδιαφέροντα του ή περίπτωση του μωσαϊκού της Βενετίας. Πάντως, όπως και αν είναι, νομίζομε πώς το ζήτημα μπορεί να θεωρείται ακόμη ανοικτό, περιμένοντας και άλλες απαντήσεις από τους ειδικούς, για την πληρέστερη διαφώτιση του. Είναι μία πρόκληση, στην οποία τα δημοσιεύματα του Καθηγητή L. Martino δίνουν ιδιαίτερη οξύτητα. H προβολή τους εδώ έχει σκοπό την ευρύτερη ενημέρωση του ελληνόφωνου κοινού, που δε θα είχε αλλιώς τη δυνατότητα ή την ευκαιρία να προσεγγίσει το θέμα· πιο πολύ όμως θέλει να παρακινήσει τους ειδικούς επιστήμονες για την ανάλογη αξιολόγηση και αξιοποίηση τους.
Κάτι ανάλογο θα λέγαμε και για τους αγιογράφους μας, τους τωρινούς και τους μελλοντικούς. Θα μπορούσαν να στρέψουν και αυτοί την προσοχή τους στην ανθρωπομετρική μελέτη, στην ανάπλαση της μορφής του Αγίου και σε όποια άλλα στοιχεία τους ενδιαφέρουν, από όσα προσφέρει o καθηγητής Martino, να τα συνεκτιμήσουν στα πλαίσια της παράδοσης και της τεχνοτροπίας που ακολουθούν και να τα αξιοποιήσουν κατάλληλα. Από τη στροφή της προσοχής τους στα στοιχεία αυτά και την ενδεχόμενη υιοθέτηση τους στην τέχνη τους, θα μπορούσε ενδεχομένως να σημειωθεί ένας σταθμός στην εικονογραφική αναπαράσταση του Αγίου Επισκόπου των Μύρων Νικολάου του Θαυματουργού.
Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού –Καθεδρικού Ι.Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Ανάπλαση της μορφής του Αγ. Νικολάου από τον καθηγητή της ανατομίας στο πανεπιστήμιο του Bari, Luigi Martino, Φωτίου Νικητοπούλου,, Θεολόγου, Δεκέμβριος 1998, σσ. 38 - 52
Όλα τα λείψανα των αγίων, μαρτύρων κ.α. προσώπων της Εκκλησίας δεν είναι εντελώς άφθαρτα αλλά έχουν μερικές ελλείψεις που οφείλονται είτε σε μερική φθαρτότητα, είτε σε απώλεια κάποιου σημείου του σώματός τους π.χ. ένα άνω ή κάτω άκρου. Αυτό συμβαίνει διότι μόνο του Ιησού Χριστού το ενταφιασμένο σώμα ως κεφαλή της Εκκλησίας είχε πλήρη και τελεία αφθαρσία, ενώ όλων των άλλων υπολείπονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα με την θέωση του καθενός εξ αυτών.
Στην ομώνυμη σελίδα.

Έχουμε μπροστά μας ένα ακέραιο άφθαρτο, στη διάρκεια και φθορά του χρόνου, Σώμα [του Αγίου Γερασίμου]. Λογική και επιστημονική εξήγησι δεν χωρεί. Απομένει ο μοναδικός δρόμος του θαύματος... Πολλοί κατά καιρούς ερεύνησαν το θαύμα τούτο και προσπάθησαν να δώσουν επιστημονικές εξηγήσεις, αλλά στο τέλος αναγκάσθηκαν να υποκύψουν και να ομολογήσουν ότι «η ερμηνεία της αφθαρσίας του Σώματος του Αγίου βρίσκεται πάνω από την λογική και επιστημονική σφαίρα», κατά ομολογία ιατροχειρουργών στο Συνέδριο του 1967 στο Αργοστόλι. (Πηγή: Ο Άγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας, Κ. Γκέλη, έκδοση Ι.Μ. Αγίου Γερασίμου «Νέα Ιερουσαλήμ», Αθήνα 1999, σσ. 118, 135)

Από τις 11/03/2006 στην Ελλάδα σε κάθε τηλεοπτικό κανάλι έγινε μεγάλος θόρυβος για αυτό το φαινόμενο. Άλλοι μιλάνε για θαύμα, άλλοι για «μουμιοποίηση», άλλοι για «εμπορευματοποίηση», άλλοι για «πολιτισμική υπανάπτυξη», κλήθηκαν σε συζήτηση θεολόγοι, δημοσιογράφοι, ιερείς και παγανιστές.

Πλήρως αφυδατωμένος, με τα κόκαλα του να προεξέχουν και να δίνουν μορφή στο σκήνωμα, ο πατέρας Βησσαρίωνας σίγουρα δεν θυμίζει άνθρωπο που μόλις χθες κοιμήθηκε.... Το τεφροκίτρινο χρώμα του δέρματος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την λευκότητα του μεταξωτού αμφίου, το οποίο η μοναδική φθορά που έχει υποστεί είναι όχι στην ποιότητα, αλλά στο χρώμα, αφού με το πέρασμα των χρόνων έχασε την καθαρότητα της λευκότητάς του. Ωστόσο, τα άμφιά του, δεν αλλάχτηκαν. Κάτι που έγινε όμως με το καλυμμαύχι, αφού αυτό που φορούσε όταν βρήκαν το σκήνωμά του είχε αλλοιωθεί κατά πολύ από το χρόνο και μάλιστα σκέπαζε σχεδόν το μισό πρόσωπο του, αφού λόγω της πλήρους αφυδάτωσης το δέρμα είχε τραβηχτεί στο εσωτερικό του κρανίου... (Πηγή: Ηλιάνα Γαβαλά, Εφημερίδα Espresso, 24 Μαρτίου 2006, σελ. 8)
Σημειώσεις
1. Το σχόλιο «δεν θυμίζει άνθρωπο που μόλις χθες κοιμήθηκε...» αφορά τις δηλώσεις του Π. Γιαμαρέλου, είναι γνώμη και οφείλεται εις την απειρία γύρω από το παρουσιαστικό πτωμάτων, ιδίως από δεκαπενταετίας. Μια επίσκεψη σε ένα κοιμητήριο κατά την ώρα εκταφής μπορεί να λύσει τις οιεσδήποτε απορίες κα να λύσει και την απειρία, εάν επαναληφθεί αρκετές φορές. Τέτοιες απειρίες δεν είναι μη αναμενόμενες. Δημοσιογραφικές αστοχίες παρουσιάζονται σε πλείστα θέματα που απαιτούν τουλάχιστον κάποια ειδικότητα, όχι μόνο επιστημονική, και οι οποίες γίνονται φανερές από ανθρώπους που ασχολούνται χρόνια σε αυτούς τους χώρους. Ένας τέτοιος «βατός» για πολλούς χώρος είναι εκείνος της εθνικής άμυνας, όπου η δημοσιογραφική απειρία εκδηλώνεται με αγνωστικισμό γύρω από οπλικά συστήματα και τις ικανότητές τους.
2. Η εφημερίδα υποστήριξε «βελτιωτικές παρεμβάσεις» στο πρόσωπο του λειψάνου, πράγμα όμως πολύ αμφισβητήσιμο, εφόσον παρουσιάστηκαν 2 φωτογραφίες με διαφορετικό φωτισμό και πολύ κακή ανάλυση (η προγενέστερη) που ουσιαστικά δεν οδηγούν στον συλλογισμό για τον οποίο προωθήθηκαν. Η ιερά μονή Αγάθωνος (Μητρόπολη Φθιώτιδας) τους αρνήθηκε κατηγορηματικά ενώ από την άλλη είναι εξαιρετικά παράλογη μια τέτοια συμπεριφορά από ιερωμένους, εφόσον ο χρόνος θα καταστρέψει οτιδήποτε «τεχνητό» και θα τους εκθέσει, σε περίπτωση που το «αυθεντικό» λείψανο διατηρηθεί «αναπάντεχα», όπως άλλωστε συμβαίνει και για άλλα λείψανα μέσα στον Ορθόδοξο χώρο. Πρακτικά μιλά κανείς για ιεροσυλία. Βαριά κατηγορία για τέτοια περίπτωση ενός τέτοιου σπανίου φαινόμενου.
3. Αυτή η φωτογραφία που παρουσιάζεται εδώ είναι η πιο εντυπωσιακή και με τον καλύτερο φωτισμό που δημοσιεύτηκε στα Μ.Μ.Ε. και περιγράφει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την μεγάλη εντύπωση του ιατροδικαστή Π. Γιαμαρέλο για τον αφύσικο θα έλεγε κανείς χρωματισμό του λειψάνου του ιερομόναχου Βησσαρίωνα.
4. Θα πρέπει όμως να τύχουν των χριστιανικών ευχαριστιών όλες αυτές οι «μικρές» εφημερίδες και ο Τηλεοπτικός Σταθμός Alter που παρουσίασαν εκτεταμένα το θέμα, και έδωσαν την δυνατότητα συλλογής και παρουσίασης του παρόντος υλικού μέσα σε μια πλειάδα «προοδευτικής» και αφ’ υψηλού ενασχόλησης με το θέμα άλλων Μ.Μ.Ε., που όμως σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις δεν ξεχνούν να κυνηγούν αρκετές φορές εκτεταμένα τα όποια «εκκλησιαστικά σκάνδαλα».
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΑΘΩΝΟΣ 8/3/2006
Σήμερα
Τετάρτη 8 Μαρτίου 2006 και ώρα 17:00 προσήλθαμε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος
κατόπιν προσκλήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ.κ.
Νικολάου και του καθηγουμένου της Ιεράς Μονής πανοσιο0λογιωτάτου
αρχιμανδρίτου κ.κ. Δαμασκηνού οι κάτωθι ιατροί: κ. Δημήτριος Οικονόμου
Παθολόγος, Γεώργιος Νερολής Παθολόγος, Αθανάσιος Αργυρίου Δερματολόγος
και Ιωάννης Εμμανουηλίδης Χειρουργός. Προχωρήσαμε σε επίσκεψη και
επισκόπηση του μετά 15ετία εκταφέντος σκηνώματος του μακαριστού πατρός
Βησσαρίωνος Κορκολιάκου. (θανόντος 22/1/99 και εκταφέντος την 3/3/2006)
Αριστερά: Το πόρισμα (Πηγή Φώτο: Εφημερίδα Press Time, Τρίτη 14 Μαρτίου 2006, σελ. 2)
ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΙΣ: Πρόκειται περί σκηνώματος ολόσωμου εντός αφθάρτου ξύλινου φέρετρου, περιβαλλόμενο από άφθαρτα και εις αρίστην κατάσταση ευρισκόμενα ιερά άμφια ως και υποδήματα. Ο σταυρός και η αλυσίδα που φέρει έχουν υποστεί ελαφρά οξείδωση. Στο δεξιό άνω άκρο (άκρα χείρα) συγκρατεί ισχυρά το μικρό ιερό ευαγγέλιο με το οποίο είχε συνταφεί και ήταν αδύνατη η απόσπασή του.
ΠΑΡΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ: Κεφαλή- πρόσωπο είναι σε καλή κατάσταση διατηρουμένων των χαρακτηριστικών του προσώπου με μικρές αλλοιώσεις εκ του οίνου και του ελαίου της ταφής. Βλέφαρα, ακροβλέφαρα, και βλεφαρίδες υπήρχαν, μύτη φέρουσα αλλοίωση στο ακρορίνιο. Υπαρκτές είναι και οι τρίχες του μύστακος και του πώγωνος. Ώτα με αφυδατωμένα, χόνδρους και επιδερμίδα αλλά σε καλή κατάσταση.
Ο τράχηλος εμφανίζεται με ... με σφαγίτιδες, φλέβες και στερνοκλειδομαστοειδείς (μύες;) καθώς και θυροειδής χόνδρος και άλλοι χόνδροι του λάρυγγος καλυπτόμενοι από αφυδατωμένα χωρίς αλλοιώσεις δέρμα.
Ο κλωβός του θώρακος καθώς και το κύτος της κοιλίας φαίνονται αφυδατωμένοι και συρικνωμένοι (ελλιπής η παρατήρηση λόγω ενδυμάτων).
Άκρες χείρες αφυδατωμένες σε αρίστη κατάσταση.
Κάτω άκρα ακέραια, καλυπτόμενα υπό δέρματος με