Η Βίβλος περιέχει αλήθειες και όχι απλά παραμύθια, όπως εξηγούν οι Εθνικοί της Ελλάδος και δη σύγχρονοι αυτό-επονομαζόμενοι «αρχαιολάτρες». Σίγουρα και αναντίρρητα η αρχαιοελληνική μυθολογία περιέχει κι αυτή αλήθειες, και σαν μέγιστο παράδειγμα αναφέρεται ο πόλεμος της πόλης της Τροίας, που πριν την αρχαιολογική ανακάλυψη της από τον Σλήμαν τον 19ο αιώνα, γεωγραφικά τοποθετούνταν εις το χάρτη της φαντασίας και του μύθου. Αλλά τώρα, όλοι γνωρίζουν ότι οι αφηγήσεις του Όμηρου ήταν αληθινές σε ορισμένα σημεία. Το παράδειγμα αυτό, ας το έχει και εις το νου του ο καθείς, ανάλογα με ότι αφορά το βιβλίο της «Αποκάλυψης», που ορισμένοι κατά την διάρκεια της Ιστορίας, ανάλογα με τον πόλεμο της Τροίας, θεώρησαν και θεωρούν παραμύθι. Αλλά επί αυτού θα αποφασίσει το μέλλον. Αυτό όμως που πρέπει να έχει κανείς εις το μυαλό του, όταν μιλάει περί γραπτών παραδόσεων των λαών, είναι ότι η «αλήθεια» του ενός έθνους δεν καταργεί την «αλήθεια» του άλλου, αλλά αντιθέτως, η κάθε «αλήθεια», όταν είναι πραγματική «αλήθεια», είναι κοινή μεταξύ των εθνών.
Η ενότητα αυτή διασαφηνίζει την υποτιθέμενη αντίφαση στο βιβλίο της Γένεσης, όπου πρώτα υπάρχουν οι μέρες και μετά δημιουργούνται οι φωστήρες στον ουρανό από τον Θεό. Σε αυτή την αντίφαση, που παρατήρησε και ο φιλόσοφος Κέλσος στον «Αληθή Λόγο» του, έχει απαντήσει ο Μέγας Βασίλειος με τον Λόγο του εις την Εξαήμερο.
Γένεσης, Κεφ. α΄ «1 ΕΝ ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς. 4 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. 5 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία. 6 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος. καὶ ἐγένετο οὕτως. 7 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα, καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος, ὃ ἦν ὑποκάτω τοῦ στερεώματος, καὶ ἀναμέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω τοῦ στερεώματος. 8 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα οὐρανόν. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν, καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα δευτέρα. 9 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. καὶ ἐγένετο οὕτως. καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά.
10 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὴν ξηρὰν γῆν καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. 11 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως. 12 καὶ ἐξήνεγκεν ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς. 13 καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα τρίτη. 14 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτούς· 15 καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετο οὕτως. 16 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους, τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν εἰς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός, καὶ τοὺς ἀστέρας. 17 καὶ ἔθετο αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς 18 καὶ ἄρχειν τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς καὶ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. 19 καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα τετάρτη.»
«Εκείνη πάλι η διαίρεση της κοσμογονίας σε ημέρες προτού ακόμα υπάρξουν ημέρες είναι άκρως ηλίθια. Χωρίς να 'χει δημιουργηθεί ουρανός, χωρίς να έχει στερεωθεί η γη, χωρίς ακόμη να την έχει επισκεφτεί ο ήλιος, πώς υπήρχαν ημέρες» (Πηγή: Κέλσος, Αληθής Λόγος, Η παραχάραξη της Ελληνικής φιλοσοφίας από τους Χριστιανούς, Απόσπασμα.)
«Η δε γή ήν αόρατος και ακατασκεύαστος, λέγει. Αφού και τα δύο, ουρανός και γη, έγιναν ομότιμα, πώς ο μεν ουρανός αποπερατώθηκε, η δε γη είναι ακόμη ατελής και μισοφτιαγμένη; ή γενικά, ποιο πράγμα της γης ήταν ακατασκεύαστο; Και για ποια αιτία η γη ήταν αόρατη;... Επειδή τότε δεν υπήρχε ακόμη τίποτε από αυτά που επρόκειτο να φυτρώσουν ύστερα από λίγο με το πρόσταγμα του Θεού, εύστοχα η διήγηση ονομάζει τη γη ακατασκεύαστη... Αποκάλεσε δε τη γη αόρατη για δύο λόγους: ή διότι δεν υπήρχε ακόμη ο άνθρωπος για να τη βλέπει ή γιατί ήταν κάτω από την επιφάνεια του ύδατος που την σκέπαζε και δεν ήταν δυνατό να τη βλέπει κανείς. Τα νερά δεν είχαν συγκεντρωθεί ακόμη στις συγκεντρώσεις τους, που έκανε ο Θεός αργότερα και τις ονόμασε θάλασσες. Τι σημαίνει λοιπόν αόρατος; Πρώτα, αυτό που εκ φύσεως δεν μπορούν να το δουν τα μάτια μας τα σωματικά. Έπειτα δε, αυτό που είναι μεν εκ φύσεως ορατό, αλλά δεν φαίνεται γιατί το σκεπάζει ένα άλλο σώμα, όπως το σίδερο που είναι στο βυθό. Μ΄ αυτήν ακριβώς τη σημασία, νομίζω, λέγεται εδώ η γη αόρατη. Επειδή σκεπαζόταν από το νερό. Έπειτα, βέβαια, αφού δεν είχε γίνει ακόμη φως επάνω στην επιφάνεια της γης, δεν είναι καθόλου παράξενο αυτή που είναι ακόμη στο σκοτάδι, επειδή ο αέρας που είναι επάνω της είναι ακόμη αφώτιστος, να ονομάζεται αόρατη από την Γραφή και γι’ αυτό... ... Επειδή, λοιπόν, δεν λέει για το νερό ότι το «εποίησεν ο Θεός», λέγει όμως ότι η «γή ήν αόρατος», σκέψου εσύ μόνος σου με ποιο παραπέτασμα ήταν σκεπασμένη και δεν φαινόταν. Ασφαλώς η φωτιά δεν ήταν δυνατόν να τη σκεπάζει γιατί το πυρ είναι φωτιστικό και διαφανές και επιτρέπει να φαίνονται όσα καλύπτει και δεν τα σκοτίζει. Ούτε βέβαια και ο αέρας ήταν τότε αδιαφανής, γιατί ο αέρας από τη φύση του είναι αραιός και διαφανής μέσα του κολυμπούν όλα τα είδη των ορατών και αυτός τα δείχνει στα μάτια αυτών που κοιτάζουν. Αυτό που μένει, λοιπόν, είναι να καταλάβουμε ότι το νερό σκέπαζε την επιφάνεια της γης, γιατί το υγρό στοιχείο δεν είχε ακόμη περιορισθεί στη θέση που του δόθηκε για να παραμείνει. Γι’ αυτό και η γη δεν ήταν μόνο «αόρατος», αλλά και «ακατασκεύαστος». Γιατί, όταν το υγρό στοιχείο σκεπάζει τη γη την εμποδίζει να καρποφορεί. Η ίδια λοιπόν αιτία ήταν που έκανε τη γη και να μην φαίνεται και να είναι ακατασκεύαστη». Συνεχίζει ο άγιος: «Αλλά τι σημαίνει και η φράση: «Και σκότος επάνω της αβύσσου»; (Γεν. α΄ 2) Να, πάλι, άλλες αφορμές για μύθους και άλλες αρχές δυσεβειών ανθρώπων που διαστρέφουν τα λόγια της Γραφής σύμφωνα με τις δικές τους φαντασίες. Γιατί, δεν εξηγούν το σκοτάδι σαν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή αέρας που δεν φωτίζεται, ή κάποιον τόπο που σκιάζεται ή εν πάσει περιπτώσει τόπο στερημένον από το φως για οποιαδήποτε αιτία, αλλά το εξηγούν σαν δύναμη κακή, ή μάλλον, σαν αυτό το ίδιο το κακό, που έχει την αρχή αφ’ εαυτού του, αντίθετο και εχθρικό πρός την αγαθότητα του Θεού... Άνθρωπε, γιατί φεύγεις μακρυά από την αλήθεια, επινοώντας πράγματα που θα σε οδηγήσουν στην απώλεια; Ο λόγος είναι απλός και κατανοητός σε όλους. Η γη ήταν αόρατη, λέγει. Ποια η αιτία; Επειδή την σκέπαζε η άβυσσος. Και τι σημαίνει άβυσσος; Νερό πολύ, με αμέτρητο βάθος...Τρία πράγματα πρέπει να συνυπάρξουν για να γίνει σκιά: το φως, ένα σώμα και ο αφώτιστος τόπος. Το σκοτάδι, λοιπόν, που σκέπαζε τον κόσμο οφείλονταν στη σκιά του νερού που αιωρούνταν στον ουρανό. Προσπάθησε να καταλάβεις αυτό που λέγω με το εξής απλό παράδειγμα: Στήσε μέσα στο καταμεσήμερο μια σκηνή υφασμένη από στεγανό και πυκνό υλικό, και κλείσου μέσα στον αυτοσχέδιο σκοτεινό χώρο της. Τέτοιο να φανταστείς και το σκοτάδι εκείνο που σκέπαζε τον κόσμο... Τότε τα πάντα τα σκέπαζε το νερό. Γι’ αυτό, αναγκαστικά, σκοτάδι υπήρχε πάνω από την άβυσσο»….(Πηγή: Μέγας Βασίλειος, Λόγος εις την εξαήμερον)
«Με την εξακολουθητική πτώση της θερμοκρασία, πολλά από τα υλικά της Γης άρχισαν να στερεοποιούνται και έτσι σχηματίσθηκε ο πρώτος φλοιός της Γης, έπαψε να είναι διάπυρος κι έτσι η Γη σταμάτησε να εκπέμπει φωτεινές ακτίνες στο διάστημα και έσβησε. Έτσι τελειώνει η πρώτη περίοδο της προϊστορία της Γης που ονομάστηκε «αστρική περίοδος». Αλλά η Γη εξακολουθούσε την εξέλιξή της. Έτσι σαν η θερμοκρασία της έφτασε σε βαθμούς όπου οι υδρατμοί μπόρεσαν να γίνουν νερό, σχηματίσθηκαν τα σύννεφα. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει η πάλη μεταξύ του υγρού στοιχείου της Γης. Από τα σύννεφα αυτά δημιουργήθηκαν καταρρακτώδεις βροχές, αλλά τα νερά τους δεν έφταναν στην επιφάνεια του στερεού φλοιού της Γης, γιατί διατηρούσε ακόμη τέτοια θερμότητα, που τα νερά εξατμίζονταν πριν φτάσουν σ’ αυτόν . Συνέπεια αυτής της πάλης του υγρού με το στέρεο στοιχείο της Γης ήταν να πέσει ακόμη περισσότερο η θερμοκρασία στον φλοιό της και τα νερά άρχισαν να παραμένουν επάνω σ’ αυτόν και σιγά -σιγά σχημάτισαν ένα υγρό περίβλημα που σκέπασε τη Γη. Αυτός ήταν ο πρωταρχικός ωκεανός, που τα νερά του ήταν ζεστά και τα αποτελούσε ένα πυκνό διάλυμα αμμωνίας και διοξειδίου του άνθρακα, με λιγοστά άλατα. Η δεύτερη περίοδος της προϊστορίας της Γης ονομάστηκε ωκεάνειος περίοδος». Τη θεωρία αυτή, που παραδέχθηκε η επιστήμη, ανέπτυξε ο αυστριακός γεωλόγος Suess (1832 - 1914), σύμφωνα με την οποία τη Γη σκέπαζε μια Πανθάλασσα.». (Πηγή: Γη και άνθρωποι», εκδόσεις Μίνωας, 1973, Κεφάλαιο «Η διάσπαση του Κοσμικού Κυττάρου», σσ. 13 -14)
Ιαβέ [Βιβλ.] (εβραϊστί Jahve). Είναι το επισημότατο και ιερότερο κύριο όνομα του Θεού του Ισραήλ, που δόθηκε και εξηγήθηκε από τον Μωϋσή εκ της βάτου της Χωρήβ με την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός, κατά το βιβλίο της εξόδου (Κεφ. γ΄ 13 κ.εξ.) Ενταύθα βλέπουμε ότι, όταν ο Μωϋσής αποστάληκε από τον Θεό, για να εξαγάγει τον Ισραήλ από την δουλεία της Αιγύπτου, ζήτησε να μάθει το όνομα Του, για να το αναγγείλει στους μέλλοντας να ρωτήσουν αυτόν Ισραηλίτες, Εκείνος έδωσε την εξής τριπλή απάντηση: «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν.», «ὁ ὢν ἀπέσταλκέ με πρὸς ὑμᾶς.» «Ἰαβὲ (Κύριος κατά του Ο) ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν... ἀπέσταλκέ με πρὸς ὑμᾶς· τοῦτό μού ἐστιν ὄνομα αἰώνιον καὶ μνημόσυνον γενεῶν γενεαῖς.». Κατά ταύτα ο Θεός ονομάζει εαυτόν ενταύθα δι’ ονόματος, το οποίο αποτελεί κυρίως περιγραφή της ουσίας ή των ιδιοτήτων Αυτού, διότι δηλώνει τον κατ’ εξοχήν Υπάρχων, το την ίδια Ύπαρξη εν Εαυτό έχοντα και αιωνίως Υπάρχοντα, το Απόλυτο Ον, κατά την πιθανότατη εξήγηση αυτού. Είχε δε ιδιαίτερη σημασία για τον Ισραήλ το θείο αυτό όνομα αποκαλυπτόμενο σε αυτόν κατά την περίσταση εκείνη, ότι επρόκειτο μετ’ ολίγο να συναφθεί η μεταξύ αυτού και του Θεού διαθήκη (συμφωνία) και έπρεπε να είναι βέβαιος ο λαός ούτος περί της αξιοπιστίας του αιώνιου και αναλλοίωτου Θεού. Την άριστη δε εγγύηση περί τούτου παρείχε αυτό τούτο το νέο όνομα Ιαβέ, όπερ δια τούτο είναι το κατ’ εξοχήν όνομα του Θεού της διαθήκης, το όνομα όπερ είπερ τι και άλλο υποδηλώνει και την ιδιάζουσα αμοιβαία μεταξύ εκείνου και του περιουσίου αυτού λαού σχέση. Και οι μεν από μερικούς νεότερους εξηγητές διδόμενες ερμηνείες περί του Ιαβέ, ως δηλώνοντας δήθεν τον «αυτοαποκαλυπτόμενο» ή τον «δημιουργούντα» ή τον «πνέοντα» ή τον «βροντώντα» κ.τ.λ. χαρακτηρίζονταν πρόσφατα μόλις (το 1929 στο λ. Jahve της Religion in Gesh. u. Gegenwart) ως αβέβαιοι. Ότι το Όνομα αυτού αποκαλύφθηκε εις τον Ισραήλ μόλις κατά τις παραμονές της σύναψης της επί του όρους Σινά διαθήκης ή τουλάχιστον τότε αποκαλύφθηκε σε αυτόν η βαθύτερη του ονόματος σημασία, γίνεται φανερό εξ όσων λέγει προς τον Μωϋσή: «ἐγὼ ὁ Ἰαβὲ· 3 καὶ ὤφθην πρὸς Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, Θεὸς ὢν αὐτῶν, καὶ τὸ ὄνομά μου Ἰαβὲ οὐκ ἐδήλωσα αὐτοῖς· » (Έξοδος, Κεφ. Στ΄ 2-3).
Είναι δε το όνομα αυτό μόνο από σύμφωνα αποτελούμενη παλαιά εβραϊκή τετραγράμματη «יתות», το οποίο παραμένει μεταγραφόμενο ελληνιστί ως Ιαβέ. Ήταν δε αυτό τόσο ιερό στους Ισραηλίτες, ώστε οι μεν παλαιότεροι εξ αυτών απέφευγαν να μεταχειρίζονται αυτή εις την με τους ξένους επικοινωνία τους και θέτουν αυτό εις βέβηλα στόματα, οι δε μεταγενέστεροι Ιουδαίοι εξ υπερβολικής ευλάβειας και κατά παρεξήγηση του Λευϊτικού (Κεφ. Κδ΄ 16) απέφευγαν να προφέρουν αυτό και αντ’ αυτού προφέραν Adonaj (Κύριος) ή Elohim (Θεός), Αυτού ένεκεν οι μεν Εβδομήκοντα αποδίδουν αυτό συνήθως δια του Κυρίου, οι δε Μασορίτες έστιξαν αυτό δια των φωνηέντων του Adonaj ή Elohim.
Εδώ δε κατά παρεξήγηση προήλθε η υπό των ουμανιστών του Ιστ΄ αιώνα, οι οποίοι άρχισαν να εκμανθάνουν την εβραϊκή, εισαχθείσα και μέχρι σήμερα μη τελείως καταργημένη, εσφαλμένη δε αναγνώριση Ιεχωβά ή Ιεχωβεί. Η ορθή όμως προφορά η και επικρατούσα σήμερα στην επιστήμη είναι η Jahve (=Γιαχβέ), στηριζόμενη επί της ετυμολογίας του ονόματος, το δε επί μαρτυριών του Θεοδώρητου, που βεβαιώνει ότι οι Σαμαρείτες πρόφεραν Ιαβέ, και του Επιφανίου προφέροντος επίσης Ιαβέ.
Βιβλιογραφία
1.Kittel, Geschichte des Volkes Israel I (19236 σελ. 384 και 452).
2.Baudissin, Kyrios (II 1928 σελ. 197)
3.Βλέπε και άρθρα σε βιβλικά και θεολογικά λεξικά
Πηγή: Παναγιωτόπουλος Ι.Μ. ,καθηγητής, Μεγάλη ελληνική Εγκυλοπαίδεια, τόμος ΙΒ΄, σελ. 767
«Εκείνη πάλι η διαίρεση της κοσμογονίας σε ημέρες προτού ακόμα υπάρξουν ημέρες είναι άκρως ηλίθια. Χωρίς να 'χει δημιουργηθεί ουρανός, χωρίς να έχει στερεωθεί η γη, χωρίς ακόμη να την έχει επισκεφτεί ο ήλιος, πώς υπήρχαν ημέρες» (Πηγή: Κέλσος, Αληθής Λόγος, Η παραχάραξη της Ελληνικής φιλοσοφίας από τους Χριστιανούς, Απόσπασμα.)
Μήπως όμως υπάρχει αντίφαση στο ότι η διαμόρφωση αυτή έγινε σε «έξι ημέρες»;
Και πάλι, κακώς κάποιοι ερμηνευτές τής Αγίας Γραφής δογμάτισαν ότι αυτές οι ημέρες ήταν 24ωρες. Η λέξη ημέρα στην Αγία Γραφή, έχει ποικίλη διάρκεια, και δεν είναι κατ’ ανάγκην 24ωρη. Για να το πιστοποιήσουμε αυτό, θα αναφερθούμε πάλι στον ίδιο το Μωυσή, στη Γένεση 2/β΄ 4: «Αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὅτε ἐγένετο· ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν...»
Ενώ λοιπόν στα προηγούμενα εδάφια μιλούσε ο Μωυσής για δημιουργία σε 6 ημέρες, στο εδάφιο αυτό, λέγει «ᾗ ἡμέρᾳ» δηλαδή «κατά την (ΜΙΑ) ημέραν»». Εδώ γίνεται σαφές, ότι χρησιμοποιεί τη λέξη «ημέρα» με ποικίλη διάρκεια, με την έννοια της «περιόδου». Δεν μιλάει λοιπόν για 24ωρες ημέρες, αλλά για περιόδους ακαθόριστης διαρκείας. Αυτό δεν διαφωνεί με τους επιστήμονες, που μιλούν για μακρές περιόδους εκατομμυρίων ετών διαμόρφωσης της γήινης βιόσφαιρας. Ούτε λέγει η Γένεσις ότι κάθε ημέρα είναι ίσης διαρκείας με όλες τις άλλες. Πολύ δε περισσότερο, εφ’ όσον δείξαμε ότι πράγματι ο ίδιος ο Μωυσής χρησιμοποιεί τη λέξη αυτή ως «περίοδο» ποικίλης διαρκείας.
Οι λέξεις «ἡμέρᾳ», «πρωΐ» και «ἑσπέρα» που αναφέρονται στη Γένεσι μπορούν να αναφέρονται σε πολύ μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, όπως δείχνουν και τα εξής εδάφια ακόμα: (Ψαλμοί Κεφ. Ϟ΄/89) «4 ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς σου ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί. 5 τὰ ἐξουδενώματα αὐτῶν ἔτη ἔσονται. τὸ πρωΐ ὡσεὶ χλόη παρέλθοι, 6 τὸ πρωΐ ἀνθήσαι καὶ παρέλθοι, τὸ ἑσπέρας ἀποπέσοι, σκληρυνθείη καὶ ξηρανθείη» και Β΄ Πέτρου, κεφ. γ΄/3 «8 Ἓν δὲ τοῦτο μὴ λανθανέτω ὑμᾶς, ἀγαπητοί, ὅτι μία ἡμέρα παρὰ Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη, καὶ χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία»
Αυτοί που μιλούν για 24άωρες ημέρες, ή για περιόδους ίσης διαρκείας, αυθαιρετούν χωρίς καμία απόδειξη από το Θεόπνευστο κείμενο και είναι οι μόνοι που διαφωνούν και με την Αγία Γραφή και με την επιστήμη.
Στη συνέχεια θα παραθέσουμε ένα ακόμα εξαιρετικό απόσπασμα από το βιβλίο «Οι 6 αυγές», που είναι κατατοπιστικό για την άποψη της Εκκλησίας σχετικά με το χρόνο (σελ. 21 - 27):
Επειδή, λοιπόν, η δημιουργία υπήρξε μια προοδευτική ανάπτυξη του ήδη υπάρχοντος σπερματικού κόσμου, ακολούθησε μια άνοδο από το ατελές προς το τέλειο. «Γι’ αυτό, λέγει ο άγιος Γρηγόριος, ο άνθρωπος κατασκευάστηκε τελευταίος μετά τα φυτά και τα ζώα, γιατί η φύση ακολουθεί μια προϊούσα οδό προς το τέλειο».[1] Και συμπληρώνει: «Τελευταίος μετά από κάθε έμψυχο, λέγει η Γραφή ότι έγινε ο άνθρωπος... γιατί βλέπει μια αναγκαία ακολουθία τάξεως, να είναι το τέλειο τελευταίο». [2]
Όταν λέγει ο άγιος ότι «τα πάντα ήν εν τη πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή», μέσα στα «πάντα» εννοεί, φυσικά, και τον χρόνο, μέσα στον οποίο τα πάντα κινούνται και αναπτύσσονται. Γιατί, ο χρόνος δεν είναι παρά μια διάσταση του σύμπαντος, μια συνάρτηση της κίνησης των καθ’ έκαστον στοιχείων του. Ο χρόνος, η μάζα, η έκταση είναι διαστάσεις του σύμπαντος. Εμείς, που είμαστε μέρος του σύμπαντος, έχουμε αυτές τις διαστάσεις σαν συνάρτηση του «είναι» μας. Ο Θεός, όμως, ο δημιουργός του χρόνου, της μάζας και της έκτασης δεν έχει καμιά φυσική σχέση μ’ αυτά και είναι έξω απ’ όλα αυτά. Ανάμεσα στο Θεό και τη δημιουργία Του υπάρχει οντολογική άβυσσος, μια απόλυτη διάκριση. Τίποτε στη δημιουργία δεν μπορεί να συγκριθεί με το Θεό, γιατί ο Θεός είναι το απόλυτο άλλο.
Ο χρόνος, όντας μια διάσταση του σύμπαντος, άρχισε ταυτόχρονα μ’ αυτό. Ο χρόνος και το σύμπαν είναι συνδεδεμένες και αλληλοεξαρτώμενες έννοιες και πραγματικότητες. Όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «συμφυής επομένως με τον κόσμο και με τα ζώα του και τα φυτά του δημιουργήθηκε η ροή του χρόνου, μια ροή που συνεχώς βιάζεται να τρέξει μαζί με τον κόσμο και πουθενά δε σταματάει... Τέτοια περίπου είναι η φύση των δημιουργημάτων, η οποία οπωσδήποτε ή αυξάνεται ή ελαττώνεται, και δεν τη χαρακτηρίζει καθόλου η σταθερότης και η μονιμότης... Εν αρχή εποίησε^ δηλαδή, στην αρχή του χρόνου. Γιατί όταν λέγει ότι έγιναν «εν αρχή», δεν εννοεί ασφαλώς ότι ο χρόνος είναι πρεσβυγενής έναντι των δημιουργημάτων».
Ο χρόνος, στη διάρκεια του οποίου αναπτύχθηκαν όλα, είναι συστατικό του ίδιου του σύμπαντος. «Χρόνος δε εστί το συμπαρεκτεινόμενον τη συστάσει του κόσμου διάστημα» (Μεγ. Βασιλείου, P.G. 29, 560 β΄). Δεν υπάρχει σύμπαν χωρίς χρόνο και χρόνος χωρίς σύμπαν. Δεν χρειάσθηκε η δημιουργία, γιατί αυτός είναι μέρος της δημιουργίας, η τέταρτη διάστασή της. Και χρόνος σημαίνει κίνηση και ανάπτυξη. Για το Θεό, και το χθες και το σήμερα και το αύριο είναι εξ ίσου παρόντα, αφού εκείνος δεν διέπεται από την ροή του χρόνου, όπως εμείς.
Δεν χρειαζόταν, λοιπόν, ο Θεός το χρόνο των έξι «ημερών» για να τελειώσει τη δημιουργία Του. Η δημιουργία τον χρειαζόταν, αφού ήταν διάστασή της, το ξεδίπλωμά της, η ανάπτυξή της. Ο αρχικός σπόρος είχε μέσα του τον χρόνο, όπως είχε και ολόκληρο το σύμπαν. Σύμπαν και χρόνος ξεδιπλώθηκαν και αναπτύχθηκαν μαζί, από τον πρωταρχικό «σπόρο» που δημιούργησε ο Θεός εκτός χρόνου.
«Δεν ήταν δύσκολο για το παντοδύναμο χέρι Του και την άπειρη σοφία Του να δημιουργήσει (ο Θεός) τα πάντα σε μία μέρα», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και συνεχίζει: «Τι λέω σε μία μέρα; Ακόμη και σε μία στιγμή. Αλλά ενήργησε έτσι επειδή δεν ήταν για τη δικιά Του χρεία που δημιούργησε, γιατί εκείνος δεν χρειάζεται τίποτε αλλά έφερε στην ύπαρξη το κάθε τι εξ αιτίας της αγάπης Του για τον άνθρωπο και εξ αιτίας της καλοσύνης Του. Γι’ αυτό δημιουργεί λίγο-λίγο, και μας δίνει μια ξεκάθαρη διδασκαλία γι’ αυτά τα συμβάντα με τη γλώσσα του ευλογημένου Προφήτη (του Μωυσή), έτσι ώστε έχοντας μάθει με ακρίβεια, να μην έχουμε τη νοοτροπία αυτών που σκέπτονται με την ανθρώπινη λογική» (P.G. 53, 35 «Στη Γένεση ΙΙΙ», ΑΑΠ 41, 132-133).
Τι είναι λοιπόν η «ημέρα» της Εξαημέρου; Διάσταση της κτίσεως. «Ημέρα μία ώσπερ χίλια έτη και χίλια έτη ώσπερ ημέρα μία». «'Ωστε κάν ημέραν είπεις κάν αιώνα την αυτήν ερείς έννοιαν» (Μεγ. Βασιλείου, ΕΠΕ 4, 98).
«ΕΝ ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς» όλη την κτίση. Ο ουρανός και η γή είναι τα πάντα. Κάθε υλικό κτίσμα. Και τα πάντα, ο ουρανός και η γη, έχουν αρχή. Η κτίση όλη έχει αρχή. Δεν είναι άναρχη, όπως ο Θεός. Ήρθε στο είναι από την ανυπαρξία και η ύπαρξή της εξαρτάται εξ’ ολοκλήρου από το Θεό. Δεν είναι αυτοϋπάρχουσα. Υπάρχει μόνον επειδή ο Θεός θέλει να υπάρχει. Μόνον ο Θεός είναι αυτοϋπάρχων, μόνον Εκείνος είναι αυτοϋπαρξη. Είπε στο Μωϋσή ότι Αυτός είναι «Ο 'Ων», η Ύπαρξη, η Αυτοϋπαρξη, η Πηγή της Υπάρξεως, η ίδια η Ύπαρξη. Αυτός διατηρεί τα πάντα στην ύπαρξη ελεύθερα, χωρίς καμιά ανάγκη, από την άμετρη αγάπη Του.
«Από τα δύο άκρα (ουρανό και γη) μας κάνει νύξη για την ύπαρξη του παντός», λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «δίνοντας στον μεν ουρανό τα πρεσβεία της Γενέσεως και λέγοντας ότι η γη έχει δεύτερη σειρά στην ύπαρξη. Πάντως, δε, και ό,τι υπάρχει μεταξύ των δύο έγινε και αυτό μαζί μ’ αυτά. Ώστε και τίποτε να μην πει για τα στοιχεία του πυρός, του ύδατος και του αέρος, εσύ, με τη σύνεση που έχεις, πρέπει να καταλαβαίνεις, ότι μαζί με τ’ άλλα βρίσκονται ανακατεμένα και τα λοιπά, και μαζί με τη γη θα βρεις και το νερό και τον αέρα και το πυρ».[3]
Όλα υπάρχουν ήδη την πρώτη μέρα της δημιουργίας. «Δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη, όχι μισό από το καθένα, αλλά ολόκληρο τον ουρανό και ολόκληρη τη γη, τόσο την ουσία όσο και τη μορφή τους. Γιατί δεν είναι εφευρέτης σχημάτων ο Θεός, αλλά δημιουργός της φύσεως των όντων... Πολλά αποσιώπησε (η Γραφή) γυμνάζοντας το νου μας να δουλεύει, δίνοντάς του με λίγα την αφορμή να καταλαβαίνει και τα υπόλοιπα», συμπληρώνει ο Μέγας Βασίλειος.
Ο ήλιος, λοιπόν, τα άστρα και το φεγγάρι υπάρχουν ήδη από την πρώτη «μέρα» της δημιουργίας, αν και αόρατα στη γη.
Εδώ θεωρούμε χρήσιμο να παρεμβάλλουμε ένα ακόμα απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο (σελ. 36.37):
«5… καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.» Γεν. Κεφ. α΄ ).
Για να καταλάβουμε σωστά τη Γένεση, πρέπει να σταθούμε σε μια άλλη πέτρα σκανδάλου: Τη σημασία της λέξεως «ημέρα».
Γιατί την πρώτη μέρα της Δημιουργίας δεν την ονομάζει «πρώτη» αλλά την ονομάζει «μία», «ημέρα μία»; Το κάνει, γιατί η πρώτη μέρα είναι τύπος και προεικόνιση της «μίας των Σαββάτων» που είναι «Βασιλίς και Κυρία», τύπος και προεικόνιση της ημέρας της Αναστάσεως, που είναι η αρχή της «όγδοης μέρας» της άφθαρτης, αιώνιας και ατελεύτητης. Ονομάζει, λοιπόν, την πρώτη μέρα «ημέρα μία», γιατί είναι εικόνα της αιωνιότητας.
«Γιατί δεν είπε «πρώτη», αλλά, «μία»; ρωτά ο Μέγας Βασίλειος. «Δεν θα ήταν συνεπέστερο, αυτός που πρόκειται να μιλήσει για «δεύτερη», «τρίτη» και «τέταρτη» μέρα, να ονομάσει αυτή που προηγείται «πρώτη»; Εν τούτοις, την ονόμασε «μία»... Την κεφαλή του χρόνου την ονόμασε όχι «πρώτη», αλλά «μία», για να φαίνεται από το όνομά της η συγγένειά της με τον αιώνα τον ατελεύτητο... την ημέρα του Κυρίου τη μεγάλη και επιφανή... την ανέσπερη και αδιάδοχη και ατελεύτητη, που και ογδόη ο ψαλμωδός την ονόμασε, επειδή βρίσκεται έξω από τη γνωστή μας εβδοματική ανακύκλωση του χρόνου. «Ώστε, είτε ημέρα πεις, είτε αιώνα, την ίδια έννοια λες» (Εξαήμ. Β΄ 9, ΕΠΕ 4, 96-98).
Αν, λοιπόν, η πρώτη μέρα είναι εικόνα της αιωνιότητας, βλέπουμε ότι η λέξη «ημέρα» στη Γένεση δεν έχει νόημα καθημερινό και συνηθισμένο, αλλά νόημα μυστικό.
Παρομοίως, νόημα μυστικό έχει, όπως θα δούμε, και η ημέρα η εβδόμη, κατά την οποία ο Κύριος αναπαύθηκε από όλα τα έργα Του (Μέρος Β΄, κεφ. ΚΓ΄). Αυτή η μυστική κατανόηση των «ημερών» της Γενέσεως δεν έχει, βέβαια, σχέση με το δικό μας μέτρημα του χρόνου ή με τον κύκλο του ημερονυκτίου και του εικοσιτετραώρου, που χρησιμοποιείται εδώ μόνο σαν εικόνα και τύπος άλλων βαθύτερων και μυστικών πραγμάτων. Τα νοήματα της Αγίας Γραφής δεν έχουν την ανθρώπινη ρηχότητα, αλλά σημαίνουν πράγματα που μόνο με το φως των θείων μυστηρίων, των γεγονότων της Καινής Διαθήκης και μέσα στην πραγματικότητα της Χάριτος μπορεί ο άνθρωπος να αρχίσει να συλλαμβάνει. «Αι οδοί μου ουχ ώσπερ αι οδοί υμών», λέγει Κύριος.
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο της Γένεσης, δεν έχουν σκοπό να αποτελέσουν έναν επιστημονικό οδηγό για το πώς δημιουργήθηκαν τα πάντα. Η Γένεση, έχει σκοπό να δώσει μία αμυδρή ιδέα για τη δημιουργία του Θεού. Ακόμα, είναι σαφές, ότι τα όσα αναφέρονται, απευθύνονται και προς ανθρώπους που έζησαν πριν από χιλιάδες χρόνια και δεν γνώριζαν τίποτα για τις σημερινές προόδους της επιστήμης. Είναι λοιπόν γραμμένο απλά και με σημείο αναφοράς τον επίγειο παρατηρητή της εποχής εκείνης. Ακόμα, φαίνεται ότι δεν τηρείται αυστηρή χρονολογική σειρά, αλλά ομαδοποιούνται τα γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά, είναι εκπληκτική η επιστημονική ακρίβεια, για πράγματα που ο Μωυσής δε θα μπορούσε να γνωρίζει, αν δεν του τα αποκάλυπτε ο ίδιος ο δημιουργός.
Η προοπτική του Μωυσή, είναι η προοπτική κάποιου που βρισκόταν τη στιγμή της δημιουργίας, στο χώρο μεταξύ των συννέφων και της επιφανείας της θάλασσας, εφ' όσον αναφέρει ότι δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα η ξηρά. Προφανώς ο Μωυσής εφέρετο από το Άγιο Πνεύμα στην παρατήρηση της δημιουργίας.
Το ξεκίνημα της Γένεσης (1/α΄ 2 - 5) κάνει λόγο για μια εποχή τόσο πίσω, όπου η ξηρά ήταν καλυμμένη από νερό κι επικρατούσε σκοτάδι. Το ότι δεν υπήρχε φως, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε ήλιος, αλλά ότι το φως του δεν έφτανε στην επιφάνεια τού πλανήτη, ίσως από μία γεμάτη με υδρατμούς ατμόσφαιρα, ή πυκνή σαν τής Αφροδίτης. ΄Έτσι, αφού πρώτα ο Θεός καθαρίζει τους υδρατμούς από την ατμόσφαιρα, ξεπροβάλλει και η ξηρά μέσα από το νερό. Στο βιβλίο «Οι 6 αυγές» (σελ. 29 - 35), υπάρχει το εξής ακόμα διαφωτιστικό κείμενο:
«Είναι φανερό από το δεύτερο εδάφιο της Γενέσεως (α΄ 2) ότι η γη ήταν σκεπασμένη από ένα παχύ στρώμα εξαερωμένου νερού, τόσο παχύ που να μην επιτρέπει καμιά ακτίνα του ήλιου να το διαπεράσει, έτσι ώστε τέλειο σκοτάδι βασίλευε στην επιφάνεια της γης. Αυτό το νερό, που ήταν σε αέρια κατάσταση, εξαιτίας της ζέστης του φλοιού της γης, άρχισε, κρυώνοντας λίγο - λίγο, να μετατρέπεται σε υγρό και να σκεπάζει όλη τη γη σαν ένας απέραντος ωκεανός. Αυτός ο μετασχηματισμός από την αέρια στην υγρή κατάσταση επέφερε μια αραίωση των νεφών που σκέπαζαν τη γη, έτσι ώστε οι ακτίνες του ήλιου, διαχεόμενες, να μπορούν να διαπεράσουν και να φωτίσουν την επιφάνεια της γης. Αυτό ακριβώς διηγείται η Γένεση με τις λέξεις: «3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.» ( Γεν. Κεφ. α΄ 3). Αργότερα το εξαερωμένο νερό ξεχώρισε καθαρά από το νερό του ωκεανού και ανάμεσα στα δύο δημιουργήθηκε ένα διάστημα, που η Γένεση ονομάζει «στερέωμα» (α΄ 6). Αυτό είναι ο αέρας ανάμεσα στην επιφάνεια της γης και τα σύννεφα. Πολύ αργότερα, την τέταρτη μέρα της δημιουργίας, το εξαερωμένο νερό των νεφών λιγόστεψε ακόμη περισσότερο, ώστε τα σύννεφα άρχισαν να σπάζουν και να σκορπίζουν όπως τα βλέπουμε σήμερα και ο ουρανός καθάρισε και άνοιξε. Με το καθάρισμα αυτό του ουρανού ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα εμφανίσθηκαν ταυτόχρονα στην επιφάνεια της γης, και τώρα πια όλα όσα βρίσκονταν σ’ αυτήν φωτίζονταν κατ’ ευθείαν από τις ακτίνες του ήλιου και όχι μόνον από τη διάχυσή τους.
Για να καταλάβουμε καλύτερα τι έγινε, ο Μέγας Βασίλειος μας δίνει μια ακριβή εικόνα: «2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος»(Γεν. Κεφ. α΄ 2), λέγει. Αφού και τα δύο, ουρανός και γη, έγιναν ομότιμα, πώς ο μεν ουρανός αποπερατώθηκε, η δε γη είναι ακόμη ατελής και μισοφτιαγμένη; Ή γενικά, ποιο πράγμα της γης ήταν ακατασκεύαστο; Και για ποια αιτία η γη ήταν αόρατη;... Επειδή τότε δεν υπήρχε ακόμη τίποτε από αυτά που επρόκειτο να φυτρώσουν ύστερα από λίγο με το πρόσταγμα του Θεού, εύστοχα η διήγηση ονομάζει τη γη ακατασκεύαστη... Αποκάλεσε δε τη γη αόρατη για δύο λόγους: ή διότι δεν υπήρχε ακόμη ο άνθρωπος για να τη βλέπει ή γιατί ήταν κάτω από την επιφάνεια του ύδατος που την σκέπαζε και δεν ήταν δυνατό να τη βλέπει κανείς. Τα νερά δεν είχαν συγκεντρωθεί ακόμη στις συγκεντρώσεις τους, που έκανε ο Θεός αργότερα και τις ονόμασε θάλασσες. Τι σημαίνει λοιπόν αόρατος; Πρώτα, αυτό που εκ φύσεως δεν μπορούν να το δουν τα μάτια μας τα σωματικά. Έπειτα δε, αυτό που είναι μεν εκ φύσεως ορατό, αλλά δεν φαίνεται γιατί το σκεπάζει ένα άλλο σώμα, όπως το σίδερο που είναι στο βυθό. Μ΄ αυτήν ακριβώς τη σημασία, νομίζω, λέγεται εδώ η γη αόρατη. Επειδή σκεπαζόταν από το νερό. Έπειτα, βέβαια, αφού δεν είχε γίνει ακόμη φως επάνω στην επιφάνεια της γης, δεν είναι καθόλου παράξενο αυτή που είναι ακόμη στο σκοτάδι, επειδή ο αέρας που είναι επάνω της είναι ακόμη αφώτιστος, να ονομάζεται αόρατη από την Γραφή και γι’ αυτό...
... Επειδή, λοιπόν, δεν λέει για το νερό ότι το «ἐποίησεν ὁ Θεὸς», λέγει όμως ότι η «γῆ ἦν ἀόρατος», σκέψου εσύ μόνος σου με ποιο παραπέτασμα ήταν σκεπασμένη και δεν φαινόταν. Ασφαλώς η φωτιά δεν ήταν δυνατόν να τη σκεπάζει γιατί το πυρ είναι φωτιστικό και διαφανές και επιτρέπει να φαίνονται όσα καλύπτει και δεν τα σκοτίζει. Ούτε βέβαια και ο αέρας ήταν τότε αδιαφανής, γιατί ο αέρας από τη φύση του είναι αραιός και διαφανής^ μέσα του κολυμπούν όλα τα είδη των ορατών και αυτός τα δείχνει στα μάτια αυτών που κοιτάζουν. Αυτό που μένει, λοιπόν, είναι να καταλάβουμε ότι το νερό σκέπαζε την επιφάνεια της γης, γιατί το υγρό στοιχείο δεν είχε ακόμη περιορισθεί στη θέση που του δόθηκε για να παραμείνει. Γι’ αυτό και η γη δεν ήταν μόνο «αόρατος», αλλά και «ακατασκεύαστος». Γιατί, όταν το υγρό στοιχείο σκεπάζει τη γη την εμποδίζει να καρποφορεί. Η ίδια λοιπόν αιτία ήταν που έκανε τη γη και να μην φαίνεται και να είναι ακατασκεύαστη».
Συνεχίζει ο άγιος: «Αλλά τι σημαίνει και η φράση: «καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου»; (Γεν. α΄ 2) Να, πάλι, άλλες αφορμές για μύθους και άλλες αρχές δυσεβειών ανθρώπων που διαστρέφουν τα λόγια της Γραφής σύμφωνα με τις δικές τους φαντασίες. Γιατί, δεν εξηγούν το σκοτάδι σαν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή αέρας που δεν φωτίζεται, ή κάποιον τόπο που σκιάζεται ή εν πάσει περιπτώσει τόπο στερημένον από το φως για οποιαδήποτε αιτία, αλλά το εξηγούν σαν δύναμη κακή, ή μάλλον, σαν αυτό το ίδιο το κακό, που έχει την αρχή αφ’ εαυτού του, αντίθετο και εχθρικό πρός την αγαθότητα του Θεού... άνθρωπε, γιατί φεύγεις μακρυά από την αλήθεια, επινοώντας πράγματα που θα σε οδηγήσουν στην απώλεια; Ο λόγος είναι απλός και κατανοητός σε όλους. Η γη ήταν αόρατη, λέγει. Ποια η αιτία; Επειδή την σκέπαζε η άβυσσος. Και τι σημαίνει άβυσσος; Νερό πολύ, με αμέτρητο βάθος...
...Τρία πράγματα πρέπει να συνυπάρξουν για να γίνει σκιά: το φως, ένα σώμα και ο αφώτιστος τόπος. Το σκοτάδι, λοιπόν, που σκέπαζε τον κόσμο οφείλονταν στη σκιά του νερού που αιωρούνταν στον ουρανό. Προσπάθησε να καταλάβεις αυτό που λέγω με το εξής απλό παράδειγμα: Στήσε μέσα στο καταμεσήμερο μια σκηνή υφασμένη από στεγανό και πυκνό υλικό, και κλείσου μέσα στον αυτοσχέδιο σκοτεινό χώρο της. Τέτοιο να φανταστείς και το σκοτάδι εκείνο που σκέπαζε τον κόσμο... Τότε τα πάντα τα σκέπαζε το νερό. Γι’ αυτό, αναγκαστικά, σκοτάδι υπήρχε πάνω από την άβυσσο».
Είναι φανερό από τα κείμενα που προηγήθηκαν ότι ο ουρανός ήταν ολοκληρωμένος από την πρώτη μέρα της δημιουργίας, ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα όλα. Αλλά δεν ήταν ορατά, ούτε μπορούσε το φως τους να φτάσει στην επιφάνεια της γης, εξαιτίας του στρώματος του εξαερωμένου νερού που σκέπαζε τη γη. Αργότερα, όταν αραίωσαν οι ατμοί, μπόρεσε το διάχυτο φως από τον ήλιο να φθάσει στην επιφάνεια της γης και να τη φωτίσει, όπως γίνεται τις συννεφιασμένες μέρες. Οι ατμοί αραίωναν όσο το νερό κρύωνε και περνούσε από την αέρια κατάσταση στην υγρή. Έτσι, η γη καλύφθηκε από έναν απέραντο ωκεανό που τη σκέπαζε όλη. Στον αέρα έμειναν μετέωρα τα πυκνά σύννεφα. Ανάμεσα στα σύννεφα και το νερό του ωκεανού υπήρχε το καθαρό διάστημα, που η Γραφή ονομάζει «στερέωμα». Τελικά, πολύ αργότερα, την τέταρτη μέρα της δημιουργίας, τα σύννεφα διαλύθηκαν, έσπασαν και χώρισαν, όπως τα βλέπουμε σήμερα, επιτρέποντας να εμφανιστεί καθαρός ουρανός και μαζί ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί τα πράγματα ακριβώς με τον ίδιο τρόπο εις την τρίτη του ομιλία εις την Γένεση (P.G. 53, 33-34 ή ΑΑΠ 41, 128).
Και συνεχίζουμε την παράθεση του κειμένου, καθώς εξηγεί το πώς δημιουργήθηκε η ζωή, κατά το Κάμβριο και το Προκάμβριο (Για τις περιόδους στις οποίες χωρίζει η επιστήμη την ιστορία της γης, δες «Πίνακας» Νο 4):
Ένα άλλο πολύ σημαντικό σημείο στο οποίο πρέπει να σταματήσουμε είναι η σημασία της φράσεως «καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.» (Γεν. Κεφ. α΄ 2). Αυτές οι λέξεις είναι πρωταρχικής σημασίας, κλειδί για την κατανόηση της αρχής της ζωής πάνω στη γη. Και πάλι, ο Μέγας Βασίλειος μας δείχνει το νόημά τους:
«Πνεύμα Θεού ονομάζεται το Πνεύμα το Άγιο, γιατί αυτή η ονομασία δίνεται από τη Γραφή ιδιαίτερα στο Άγιο Πνεύμα, και δεν ονομάζεται άλλο Πνεύμα Θεού παρά μόνο το Άγιο Πνεύμα, που συμπληρώνει την Αγία Τριάδα της Θεότητος. Πώς, λοιπόν, αυτό «ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος»; Θα σου πω λόγο όχι δικό μου αλλά κάποιου Σύρου, που ήταν τόσο ξένος στην κοσμική σοφία, όσο ήταν κοντά στην επιστήμη της αλήθειας. Έλεγε αυτός, ότι η Συριακή γλώσσα είναι πιο σαφής και ότι πλησιάζει περισσότερο την έννοια των Γραφών, γιατί είναι συγγενής με την εβραϊκή. Τη λέξη «ἐπεφέρετο», λέγει, την χρησιμοποιούν αντί του «συνέθαλπε» και «ζωογονούσε» τη φύση των υδάτων, κατά την εικόνα της όρνιθας, που κλωσά τα αυγά της και ζεσταίνοντάς τα τους μεταδίδει κάποια ζωτική δύναμη. Αυτή είναι περίπου η σημασία της φράσεως «τὸ πνεῦμα ἐπεφέρετο» δηλαδή, ότι προετοίμαζε τη φύση του ύδατος για να βγάλει ζωή. Και είναι αυτό μια ικανοποιητική απάντηση σ’ αυτούς που ρωτούν αν το Άγιο Πνεύμα πήρε ενεργό μέρος στη δημιουργία του κόσμου» (Εξαήμ. Β΄ 7, ΕΠΕ 4, 86).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ακόμη πιο σαφής σ΄ αυτό το σημείο. Λέγει: «καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος» τι εννοεί μ’ αυτό; Μου φαίνεται ότι σημαίνει πώς μια ζωογόνα δύναμη ευρίσκετο εις τα ύδατα, που δεν ήταν απλώς αδρανή και αμετακίνητα, αλλά ενεργά και ζωογόνα. Γιατί, ό,τι είναι αδρανές είναι εντελώς άχρηστο, αλλά ό,τι είναι ενεργό και κινούμενο είναι χρήσιμο για πολλά πράγματα. Έτσι, για να μας διδάξει ότι αυτό το νερό, που ήταν ζωογόνος δύναμη, λέγει: «καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος». Και αυτό δεν ελέχθη από την Αγία Γραφή χωρίς λόγο, αλλά γιατί θα μας εξιστορήσει παρακάτω, πώς τα ζώα προήλθαν από τα νερά με την εντολή του Δημιουργού των όλων» (Ομιλία Γ΄ εις την Γένεση, ΑΑΠ 41, 128-129).
Βλέπουμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ήξεραν και δίδαξαν, ότι η ζωή στη γη άρχισε να αναπτύσσεται, από την πρώτη «μέρα» της Γενέσεως, μέσα στα σκοτεινά νερά που σκέπαζαν όλη τη γη και τα οποία το «Άγιο Πνεύμα εθώπευε, ώστε να γίνουν η μήτρα της ζωής. Το ότι αυτό δεν ήταν μια στιγμιαία πράξη, αλλά κάτι που αναπτύχθηκε και προόδευσε μέσα στο χρόνο, δηλαδή μια συνεχής επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, είναι φανερό από το χρόνο διάρκειας της λέξεως «ἐπεφέρετο». Το Άγιο Πνεύμα επεφέρετο επάνω στα ύδατα συνεχώς και όχι μία μόνο φορά, όπως το πουλί, που συνεχώς κάθεται πάνω στα αυγά του, δίνοντας στα έμβρυα που είναι μέσα τους τη σιγανή και προοδευτική ανάπτυξη. Αυτό φανερώνει τη συνεχή επίδραση της ενέργειας του Θεού στην ανάπτυξη της δημιουργίας μέσα στο χρόνο. Ο Θεός ενεργεί σ’ όλες τις διαστάσεις της δημιουργίας και ο χρόνος είναι μια από τις διαστάσεις αυτές. Το Πνεύμα το Άγιο ενεργεί επάνω στον απέραντο και σκοτεινό ωκεανό και δημιουργεί τη ζωή μέσα σ’ αυτόν.
Βλέπουμε, λοιπόν, μια εκπληκτική διήγηση: Τη γη σκεπασμένη από αδιαπέραστο στο φως εξαερωμένο νερό που ψύχεται σιγά - σιγά και υγροποιείται σχηματίζοντας έναν απέραντο σκοτεινό ωκεανό, που σκεπάζει τα πάντα. Σύν τω χρόνω, ένα «στερέωμα» διαχωρίζει το υγροποιημένο νερό του ωκεανού από το εξαερωμένο νερό των νεφών, και γίνεται φως επάνω στον απέραντο ωκεανό, που σκεπάζει όλη τη γη, ένα φως διάχυτο σαν κι αυτό της συννεφιασμένης ημέρας. Και ύστερα, λέγει ο Θεός να μαζευτεί το νερό σε συστήματα θαλασσών και να φανεί η ξηρά. Και πάνω στην ξηρά βλασταίνει η βοτάνη του χόρτου και μετά το σκληρό ξύλο των δένδρων, πριν ακόμη φανεί ο ήλιος και τα άλλα ουράνια σώματα, γιατί το φως που φώτιζε τα φυτά ήταν διάχυτο. Μόνον αργότερα, όταν τα σύννεφα αραίωσαν ακόμη περισσότερο, φάνηκαν στον ουρανό οι φωστήρες, που φέγγουν τα βήματά μας και μας κάνουν να ξεχωρίζουμε μέρα και νύχτα και σημεία και καιρούς και τις μέρες και τα χρόνια. Η Γένεση δεν δίνει λεπτομέρειες για τα διάφορα στάδια της ζωής μέσα στους ωκεανούς. Λέγει, μόνον, ότι το Πνεύμα του Θεού το Άγιο «ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος», για να καταλάβουμε ότι ο «ζωής χορηγός» ζωογονούσε τη φύση των υδάτων, και γέμιζε τα νερά με «ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν» (Γεν. Κεφ. α΄ 20).
Μετά την εμφάνιση των φυτών και τη διαμόρφωσή τους κατά την Ορδοβίσιο ως τη Δεβόνιο περίοδο (Γένεσις 1/α΄ 11 - 13), η Γένεση μιλάει για την πρώτη εμφάνιση τού Ηλίου, τής Σελήνης και των άστρων, στον ουρανό τής γης. Όχι ότι δεν υπήρχαν και πριν, αλλά προφανώς, αν και το φως τού ηλίου φώτιζε τη γη, ήταν διάχυτο, και κάτι δεν άφηνε έναν επίγειο παρατηρητή να δει την πηγή του. Πυκνά νέφη υπήρχαν ακόμα στην ατμόσφαιρα, τα οποία με τον καιρό διαλύθηκαν.
Η εβραϊκή λέξη «Ασά» που χρησιμοποιείται στη Γένεση 1/α΄ 16 ως «κάνω», δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην «δημιουργία εκ τού μηδενός», αλλά «διαμόρφωση».
Η αντίρρηση πολλών Δημιουργιστών, είναι ότι η εξέλιξη δεν είναι αλήθεια, επειδή η φυσική επιλογή λέει ότι δεν υπήρξε πραγματικός διαχωρισμός των ειδών, αλλά αμέτρητες μικρές αλλαγές, που διαφοροποίησαν το ένα είδος από το άλλο, καθώς εξαφανίστηκαν οι ενδιάμεσοι κρίκοι. Η Γένεση λέει ότι τα πλάσματα, έγιναν «κατά το είδος αυτών» (Γένεσις Κεφ. α΄ «11 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ’ ὁμοιότητα», «21 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ κήτη τὰ μεγάλα καὶ πᾶσαν ψυχὴν ζῴων ἑρπετῶν, ἃ ἐξήγαγε τὰ ὕδατα κατὰ γένη αὐτῶν, καὶ πᾶν πετεινὸν πτερωτὸν κατὰ γένος», «24 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος. καὶ ἐγένετο οὕτως» κλπ).
Αυτή όμως, δεν είναι σοβαρή αντίρρηση, επειδή:
α. Ακόμα κι αν πράγματι συνέβη με τη φυσική επιλογή η εξέλιξη των ειδών, με μικρά δηλαδή βήματα, το αποτέλεσμα ήταν πράγματι σαφώς διαχωρισμένα είδη, και
β. Στην πραγματικότητα, η έλλειψη των ενδιάμεσων κρίκων, και η σταθερότητα τής μορφής των όντων, δείχνει ότι η εξέλιξη δεν στηρίχθηκε στη φυσική επιλογή.
Έτσι όμως, ως σωστότερη προβάλλει πλέον η θεωρία τής Μακροεξέλιξης, που διδάσκει ότι οι μεταλλάξεις δεν είναι πάντοτε τόσο μικρές όσο λέει η φυσική επιλογή, αλλά μεγάλες, όπως γράφει η Γένεσης. Φαίνεται ότι η φυσική επιλογή, έχει έναν μικρότερο ρόλο, μόνο στις ποικιλομορφίες μεταξύ των μελών τού ιδίου είδους. (Δες Παράρτημα 1).
γ. Στη Γένεση 1/α΄ «11… βλαστησάτω ἡ γῆ», «20.. ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα», «24… ἐξαγαγέτω ἡ γῆ», αναφέρεται: «ας γεννήσει η γη», ή «τα ύδατα» για την κάθε δημιουργούμενη ομάδα πλασμάτων. Αυτό περισσότερο ταιριάζει με δημιουργία μέσω εξέλιξης, παρά με ξαφνική δημιουργία.
Ας δούμε λοιπόν τι γράφει στην πραγματικότητα η Γένεση για τη δημιουργία των ζώων, όπως το ερμηνεύει ο Αλέξανδρος Καλόμοιρος στο βιβλίο του (σελ. 38 - 41). Πιστεύουμε ότι θα αφήσει άναυδους όσους ερμηνεύουν τη Γένεση με προχειρότητα και θέλουν να τη βάλουν να πει πράγματα που δεν λέει:
«Η Γένεση δεν είναι εγχειρίδιο Αστρονομίας ή Ζωολογίας. Τα έντομα δεν τα αναφέρει καθόλου, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ούτε μιλάει καθόλου για το τι έγινε στο εξώτερο σύμπαν. Αναφέρει, λακωνικά, μόνον τα ουσιώδη με λίγες λέξεις αποφασιστικής σημασίας.
Μόνον όταν η ζωή ανέβηκε από τη θάλασσα στην ξηρά, την πέμπτη μέρα, αρχίζει η Γραφή να γίνεται πιο λεπτομερής: «20 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ. καὶ ἐγένετο οὕτως» (Γεν. Κεφ. α΄ 20). Η φράση «ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα» σημαίνει καθαρά μια διαταγή που δόθηκε στα νερά από το Θεό, να βγάλουν έξω στη γη κάτι που ήδη το είχαν μέσα τους, δηλαδή τα ερπετά. «Εξ΄ άγω» σημαίνει «οδηγώ κάτι πρός τα έξω». Τι έβγαλαν λοιπόν «τα ύδατα... επί της γης»; Τίποτε άλλο από αυτό που είχαν: Τα ψάρια. Με την εντολή του Θεού, ψάρια άρχισαν να βγαίνουν από τη θάλασσα στην ξηρά. Σιγά και παραπατώντας πάνω στα πτερύγιά τους και τις ουρές τους έβγαιναν μια έξω από το νερό και έμπαιναν ξανά πάλι μέσα.
Έτσι, τα ψάρια έδωσαν αμφίβια ερπετά την πέμπτη ημέρα της δημιουργίας. Αλλά δεν σταματούσε εκεί ο λόγος του Θεού. Έλεγε: ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ». Τα ψάρια δεν έδωσαν μόνον ερπετά, έδωσαν και «πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς». Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, τα πρώτα πετεινά, τα πρώτα πουλιά της πέμπτης μέρας είχαν άμεση σχέση με τα ερπετά που εξήγαγαν τα ύδατα. Ήταν, δηλαδή, ιπτάμενα ερπετά. (βλέπε και σελίδα Βιολογία)
Ψάρια, ερπετά, πουλιά, τρία ζωικά είδη πολύ όμοια μεταξύ τους στα ανατομικά και ζωολογικά τους χαρακτηριστικά. Και τα τρία δεν έχουν την ικανότητα να κυοφορούν τους απογόνους τους μέσα στο ίδιο τους το σώμα. Γεννούν αυγά μέσα στα οποία αναπτύσσονται οι απόγονοί τους, έξω από το σώμα της μητέρας τους.
«21 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ κήτη τὰ μεγάλα» (Γεν. Κεφ. α΄ 21). Για ποια κήτη μιλάει εδώ η Γένεση; Ασφαλώς όχι γι’ αυτά που εμείς ονομάζουμε κήτη. Οι φάλαινες είναι πολύ αναπτυγμένα ζώα, που έχουν την ικανότητα να κυοφορούν τους απογόνους τους μέσα στο ίδιο τους το σώμα. Είναι, επομένως, θηλαστικά, ζώα της έκτης ημέρας. Εδώ μιλάει η Γραφή για άλλα κήτη, για τα τεράστια ερπετά, που ονομάζονται δεινόσαυροι.
Τα ζώα που περπατούν επάνω στη γη την έκτη μέρα δεν τα παρουσιάζει πια η Αγία Γραφή να έχουν σχέση με τη θάλασσα, αλλά με την ξηρά: «24 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος. καὶ ἐγένετο οὕτως.» (Γεν. Κεφ. α΄ 24). «ἐξαγαγέτω ἡ γῆ».
Τα ερπετά και τα πετεινά, που εμφανίστηκαν επάνω στην ξηρά την πέμπτη μέρα, έχουν προέλευση τη θάλασσα. Τα έδωσε η θάλασσα, βγήκαν μέσα απ’ αυτήν. Τα «τετράποδα» και τα «θηρία της γης» και τα «ερπετά» της έκτης μέρας έχουν πια προέλευση την ξηρά, προήλθαν δηλαδή από ζώα που δεν ζούσαν πλέον μέσα στη θάλασσα, σαν αυτά της πέμπτης μέρας, αλλά επάνω στην ξηρά.
Τα ζώα της έκτης μέρας, τα «τετράποδα» της Αγίας Γραφής, είναι πολύ όμοια μεταξύ τους, αλλά πολύ διαφορετικά από τα ζώα της πέμπτης μέρας. Τα ζώα της πέμπτης μέρας μεγαλώνουν τα έμβρυά τους έξω από το σώμα τους. Τα ζώα της έκτης μέρας μεγαλώνουν τα έμβρυά τους μέσα στο σώμα τους. Η πέμπτη μέρα είναι η εποχή των ερπετών, η έκτη μέρα είναι η εποχή των θηλαστικών. Τα ερπετά, βέβαια, (και σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονταν όπως είδαμε τα πουλιά που ήταν ιπτάμενα ερπετά), συνέχισαν να υπάρχουν την έκτη μέρα και να αναπτύσσονται μαζί με τα θηλαστικά. Όμως, μαζί με τα παλιά ερπετά, που είχαν στα πλευρά τους τέσσερα πόδια και σέρνονταν μ’ αυτά, υπήρχαν την έκτη μέρα κάτι άλλα ερπετά που δεν είχαν πια καθόλου πόδια και σέρνονταν χωρίς αυτά, τα φίδια.
«25 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένος, καὶ τὰ κτήνη κατὰ γένος αὐτῶν καὶ πάντα τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς κατὰ γένος αὐτῶν. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά.» (Γεν. Κεφ. α΄ 25). «Θηρία», «κτήνη», «τετράποδα», «ερπετά της γής», τα ζώα της έκτης μέρας. «Τετράποδα» ονομάζει η Αγία Γραφή όλα τα θηλαστικά, «θηρία» ονομάζει τα σαρκοβόρα θηλαστικά και «κτήνη» τα φυτοφάγα. «Ερπετά της γής» ονομάζει τα ερπετά της ξηράς σε αντιδιαστολή πρός τα ερπετά της θαλάσσης, αυτά που ζούσαν στη θάλασσα και προήλθαν άμεσα από θαλάσσια ζώα, όπως ήταν τα ερπετά της πέμπτης μέρας.
Η πέμπτη δημιουργική ημέρα, συμπίπτει με τη Λιθανθρακοφόρο περίοδο, όπου πριν από 350.000.000 έτη βγήκαν στην ξηρά τα πρώτα αμφίβια, που ήταν πλήρως διαμορφωμένα τετράποδα «ερπετά». Συμπεριλαμβάνει επίσης την περίοδο ως και τη δημιουργία των πτηνών, στο Ιουράσιο του Μεσοζωϊκού, (τον καιρό των δεινοσαύρων), πριν από 150.000.000 περίπου χρόνια.
Η έκτη δημιουργική ημέρα με τα θηλαστικά, συμπίπτει με την περίοδο του Κρητιδικού, πριν από 100.000.000 έτη περίπου, ως σήμερα.
Πώς μπορούσε ο Μωυσής να γνωρίζει τη σωστή σειρά δημιουργίας πριν γίνει ο άνθρωπος; Μία ακόμα απόδειξη για την ύπαρξη τού Δημιουργού. Τέλος, αναφέρεται ο Μωυσής στη δημιουργία τού ανθρώπου, ως το τελικό επίτευγμα τής δημιουργίας Γέν. Κεφ. α΄ «26 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς. 27 καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. 28 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς.»
Σημειώσεις
[1] «Διά τούτο τελευταίος μετά τα βλαστήματα και τα βοτά κατεσκευάσθη ο άνθρωπος, οδώ τινι πρός το τέλειον ακολούθως προϊούσης της φύσεως» (Γρηγορίου Νύσσης, P.G. 44, 145).
[2] «Τελευταίον δε μετά πάν έμψυχον η Γραφή γεγενήσθαι λέγει τον άνθρωπον... επ’ αναγκαία τινι της τάξεως ακολουθία το τέλειον εν τελευταίοις βλέπων» (Γρηγορίου Νύσσης, P.G. 44, 148Β).
[3] «Εκ δύο των άκρων, του παντός την ύπαρξιν παρηνίξατο, τω μέν ουρανώ τα πρεσβεία της γενέσεως αποδούς, την δε γήν δευτερεύειν φάμενος τη υπάρξει. Πάντως δε και εί τι τούτων μέσον, συναπεγεννήθη τοις πέρασιν. 'Ωστε κάν μηδέν είπη περί των στοιχείων, πυρός και ύδατος και αέρος, αλλά σύ τη παρά σ’ αυτού συνέσει νόει, πρώτον μέν ότι πάντα εν πάσι μέμεικται, και εν γή ευρήσεις και ύδωρ και αέρα και πύρ» (Μ. Βασιλείου, Ομιλίαι εις την εξαήμερον ΄, Α8, ΕΠΕ 4, 46).
Ακολουθούν ορισμένες απόψεις Ελλήνων επιστημόνων, που αν και άγνωστες οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και βεβαίως αδιάφορες, εντούτοις έχουν εννοήσει πως κάτι «δεν στέκει» με το ζήτημα της βιολογικής ζωής επί του πλανήτη Γη. Μερικοί αναζητούν εξωγήινη επέμβαση, όχι απαραίτητα βιολογικών όντων, για να δώσουν μια λογικοφανή εξήγηση, όμως και ο Θεός είναι το αυτό εξωγήινος και μάλιστα εξωσυμπαντικός.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΣ |
|
|
|
ΜΑΝΟΣ ΔΑΝΕΖΗΣ
|
ΠΑΝΤΑΣΗΣ ΠΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΥ |
|
|
Υπολογίζεται ότι ένα κύτταρο χρειάζεται τουλάχιστον 255 γονίδια για να μπορεί να επιβιώσει (δηλαδή να παίρνει ύλη κι ενέργεια από το περιβάλλον, να αναπαράγεται κ.λ.π.).Το απλούστερο γονιδίωμα στην Γη περιέχει 472 γονίδια (μύκητας).
Υπάρχουν 4 διαφορετικές βάσεις - μονομερή στην αλυσίδα του DNA (με αρχικά A, T, G, C).Μια μόνο πρωτεΐνη 100 αμινοξέων χρειάζεται 300 βάσεις DNA (ανά τρεις κωδικοποιούν ένα αμινοξύ). Οπότε υπάρχουν 4^300 = 4,15E+180 διαφορετικοί συνδυασμοί για μια ομάδα 300 αντικειμένων από 4 (όπως υπάρχουν και 10 μονοψήφιοι αριθμοί, 100 διψήφιοι, 1000 τριψήφιοι κοκ). Λέμε 10 εις την 180, όμως πόσο μεγάλος είναι αυτός ο αριθμός;
Νομίζω ότι δεν μπορεί κανείς ούτε καν να φανταστεί, αλλά ας κάνουμε μια προσπάθεια:
Ένας κύβος γεμάτος με 4,15E+180 άτομα υδρογόνου εφαπτόμενα έχει μήκος έδρας 1,61E+60 άτομα υδρογόνου (η κυβική ρίζα όπως αν έχει 8 άτομα θα έχει έδρα 2) ή: 1,61E+50 μέτρα 1 μέτρο=1,E+10 άτομα υδρογόνου ή: 1,70E+34 έτη φωτός 1 έτος φωτός =9,47E+15 μέτρα ή: 1,70E+29 διαμέτρους του Γαλαξία μας. Η διάμετρος του Γαλαξία μας=1,E+05 έτη φωτός Το ορατό Σύμπαν περιέχει 10^80 πρωτόνια και έχει ηλικία περίπου:15 δισεκατομμύρια έτη=4,73364E+17 δευτερόλεπτα Είναι «μεγάλο» το σύμπαν αν συγκριθεί με αυτήν την πληροφορία;
ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ!
Σήμερα πιστεύουμε ότι οι πρώτες μορφές ζωής εμφανίστηκαν επάνω στη Γη πριν από 3,3 δισεκατομμύρια χρόνια, ενώ η ηλικία της Γης υπολογίζεται από την αναλογία ουρανίου και μολύβδου στα πετρώματά της σε 4,5 δισεκατομμύρια έτη.
Αν αναλογιστούμε ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από την στιγμή τις δημιουργίας της Γης οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες ώστε να ευνοηθεί η ανάπτυξη ζωής, μπορούμε με αρκετή βεβαιότητα να συμπεράνουμε ότι αυτή θα έπρεπε να δημιουργήθηκε σ' ένα χρονικό διάστημα ενός δισεκατομμυρίου ετών.
Ήταν όμως αυτό το χρονικό διάστημα αρκετό προκειμένου να δημιουργηθεί ζωή επάνω στην Γη;
Ειδικοί ερευνητές έχουν ήδη υπολογίσει ότι για να τοποθετηθούν στη σωστή τους θέση όλα τα αμινοξέα ενός απλούστατου έμβιου συστήματος πρέπει να επιτελεστούν περίπου 10^2.000.000 αντιδράσεις. κάθε αντίδραση, όμως, δεν μπορεί να γίνει σε χρόνο μικρότερο από 0,3 x 10^(-18) sec , γεγονός που σημαίνει ότι σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια μπορούν να συμβούν μόνο 10^35 αντιδράσεις, αριθμός βέβαια ασυγκρίτως μικρότερος από τον απαιτούμενο αριθμό αντιδράσεων (10^2.000.000).
Αυτό σημαίνει ότι η ζωή πάνω στην Γη πρέπει να δημιουργήθηκε με έναν τρόπο που σήμερα δεν είμαστε σε θέση ακόμα να γνωρίζουμε.
(Πηγή: «ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ, Εισαγωγή στην Αστροφυσική» (Β΄ τόμος) των επίκουρων καθηγητών του πανεπιστημίου Αθηνών Μάνου Δανέζη και Στράτου Θεοδοσίου.)
Σημείωση: 10^35 σημαίνει τον αριθμό 1 ακολουθούμενο από 35 μηδενικά. Δηλαδή 100.000.000.000.000.000.000.000.000.000.000.000. Ο αριθμός 10^2.000.000 είναι το ίδιο μόνο που τώρα έχουμε 2.000.000 μηδενικά και, με συγχωρείτε, αλλά δεν πρόκειται να τον γράψω! Τέλος ο αριθμός 10^(-18) είναι ο 0,000000000000000001.
Τι θα έπρεπε να περιλάβη μια εισαγωγική ομιλία ενός συνεδρίου με ένα τόσο ευρύ και πολυσχιδές θέμα;
Τα εξωτερικά γνωρίσματα και τα επί μέρους συμβεβηκότα της παλαιάς και της σύγχρονης ειδωλολατρίας θα μας τα παρουσιάσουν αναμφίβολα οι ειδικώτεροι εμού εισηγητές. Σε μένα ας επιτραπή μόνο να επιμείνω στην συλλογή εκείνων των χαρακτηριστικών της σημείων που υποδεικνύουν την όπισθεν κρυπτόμενη δαιμονική παρουσία και πλάνη.
Πριν απ’ αυτά όμως με μια κάπως εκτεταμένη αναφορά στην Πατερική και μάλιστα την Νηπτική ερμηνεία της πτώσεως των πρωτοπλάστων επιτρέψτε μου να επιμείνω στην λατρεία των κτισμάτων και να ανιχνεύσω την πρώτη εκείνη εμφάνιση της ειδωλολατρίας στον κόσμο, μέσα στον ίδιο τον κήπο της Εδέμ, κάτω από την σκιά τού δένδρου της γνώσεως τού καλού και τού κακού.
«Ήταν εποχή που η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο τού προπάτορά μας Αδάμ, ήταν απαθής και φυσικά μακριά από κάθε κακό, κοντά στον Θεό- θεωρούσε τον Θεό και απολάμβανε με ηδονή και θαυμασμό την δόξα τού κάλλους τού προσώπου Του, ως τρυφή άυλη, νοερή ουράνια, άφθαρτη. Πολλή χάρη έλουζε την ψυχή τού ανθρώπου και πολλές γνωστικές θεωρίες και ανατάσεις προς τον Θεό πλημμύριζαν τον θεόμορφο νου του, και μέσα στον αισθητό παράδεισο απολάμβανε τον νοητό. Και, για να περιγράψω κάπως εκείνη την μακάρια ζωή, ήταν ενωμένος αληθινά με τον εαυτό του και με τον Θεό, όσο έμενε μέσα στον εαυτό του. Και ακολούθως, όντας μέσα στον Θεό, ήταν σταθεροποιημένος σ’ αυτήν την ένοειδη και πραγματικά θεοειδή κατάσταση, που ήταν άλλωστε και πολύ φυσικό, αφού είχε πλασθή κατ’ εικόνα Θεού. Αλλά τούτα βέβαια ήταν -εν συντομία- τα αγαθά που είχε λάβει από τον Θεό.
Στον εχθρό όμως της ευτυχίας και της δόξας μας, τον μιαρό δαίμονα, που ήταν χτυπημένος από τον φθόνο, αυτό το πράγμα ήταν ανυπόφορο -αλλά και πώς να μην ήταν; Αυτός λοιπόν ο πανώλεθρος έκανε το παν για να εξαπάτηση και να απομακρύνη την ελπίδα μας με δήθεν αγαθές σκέψεις, αναρριπίζοντας την επιθυμία μας για θέωση υψηλότερη από εκείνη που είχαμε, και διαβάλλοντας, αυτός ό πρωτεργάτης της κακίας, την ειλικρίνεια της εντολής τού Θεού (1). Από αυτήν λοιπόν την απάτη πάθαμε εκείνη την ελεεινή καταστροφή και γίναμε εξόριστοί του Θεού και της θείας τρυφής (2). Ξεπέσαμε ελεεινά από την ένοειδη και νοερή πνευματική ζωή και από την δυνατότητα να θεωρούμε το πρόσωπο τού Θεού και να λαμπρυνώμαστε αλλοιούμενοι από την ακτίνα τού θείου κάλλους, και βρεθήκαμε, ως μη ώφελε, μοιρασμένοι και διασπασμένοι σε πολλά πράγματα, να χαιρώμαστε ανάρμοστα με αυτήν την διασπασμένη ζωή και τις ετερότητές της. Φτάσαμε μάλιστα, αντί να πιστεύουμε στην μόνη Τρισυπόστατη Θεότητα, να δημιουργήσουμε πολλούς και διάφορους θεούς, που δεν ήταν πραγματικοί θεοί, αλλά απατηλοί και ολέθριοι και εχθρικοί δαίμονες» (3).
Διάλεξα το ανωτέρω χαρακτηριστικό απόσπασμα του Πατριάρχου Καλλίστου από την Φιλοκαλία, το όποιο, ενώ συνοψίζει την ησυχαστική διδασκαλία των Νηπτικών Πατέρων περί της προπτωτικής καταστάσεως των πρωτοπλάστων με την διαρκή θεωρία τού Θεού και την κυκλική κίνηση τού νοός, φτάνει μέχρι το έσχατο αποτέλεσμα της Πτώσεως, δήλ. την λατρεία των κτισμάτων και την πολυθεΐα, την οποία και ταυτίζει με την δαιμονολατρία.
Αλλ’ ας τα δούμε λίγο με την σειρά. Ο Αδάμ ως διφυές δημιούργημα τού Θεού εκ σώματος και λογικής ψυχής μετείχε κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τού αίσθητου παραδείσου και τού νοητού (4). Δηλαδή έβλεπε και αισθανόταν και τα υλικά - αισθητά δημιουργήματα τού Θεού (ζώα - φυτά - πέτρες - φυσικά φαινόμενα κ.λπ.) και τα άυλα και νοερά (αγγέλους και δαίμονες). Και η μεν μέθεξις τού αισθητού παραδείσου συνίστατο στο «να εργάζεται και να φυλάττη» (5) -από ποιούς άραγε;- κατ’ εντολήν τού Θεού τα φυτά και τα ζώα τού Παραδείσου (στα οποία μάλιστα έδωσε και ονόματα). Όμως η προσοχή και η αγαπητική διάθεση της ψυχής του δεν έμενε προσκολλημένη σ’ αυτά, αλλά βλέποντας και θαυμάζοντας συνεχώς την πανσοφία και την πρόνοια τού Θεού στά αισθητά κτίσματα στρεφόταν πάλι προς τον Κτίστη, τον οποίο συνεχώς ποθούσε και δόξαζε μαζί με τους νοερούς αλλά θεατούς και αναγνωρίσιμους σ’ αυτόν Αγγέλους. Και κατά τις συχνές εμφανίσεις τού Θεού προς αυτόν συνομιλούσε μαζί Του και δεχόταν, από Εκείνον μόνο, κάθε αληθινή γνώσι και έλλαμψι, όντας ακόμη ατελής και προοδεύοντας σιγά-σιγά, κατά το μέτρο της πίστεως και υπακοής του.
Η στάσις λοιπόν και ο αιχμαλωτισμός του νου από τα αισθητά αντικείμενα (και κατά πρώτο λόγο από το ίδιο το ανθρώπινο σώμα), χωρίς ταυτόχρονη αναγωγή και ανάταση προς τον Δημιουργό, ήταν κάτι το άγνωστο για τους πρωτοπλάστους. Για να το πούμε λίγο πιο πεζά και κατανοητά: Έβλεπαν, άκουγαν, μύριζαν, άγγιζαν, αλλά δεν πολυπρόσεχαν, δεν κοντοστέκονταν, δεν επιθυμούσαν, δεν ερευνούσαν, δεν προσπαθούσαν να κατανοήσουν μόνοι τους τα αισθητά αντικείμενα. Όλη η γνωστική και επιθυμητική διάθεση της ψυχής τους τα προσπερνούσε και στρεφόταν προς τον Θεό, από τον Οποίον και περίμεναν και δέχονταν κάθε πληροφορία και γνώση, τόσο για τα αυλα όσο και για τα υλικά.
Μια από τις πρώτες τέτοιες πληροφορίες (πληροφορία-εντολή), που έλαβαν από τον Θεό για υλικό-αισθητό πράγμα, ήταν αυτή περί τού δένδρου της γνώσεως τού καλού και τού κακού: από δε τού ξύλου τού γινώσκειν καλόν και πονηρόν, «οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε.» (6).
Δεν θα διεξέλθω εδώ ολόκληρη την γνωστή βιβλική διήγηση της πτώσεως, την οποία άλλωστε αναλύει με αριστοτεχνικό τρόπο ο ιερός Χρυσόστομος (7) και άλλοι Πατέρες. Θα επιμείνω μόνο στα εξής σημεία:
1. Προτού καν συγκατατεθή η Εύα στην ύπουλη διαβολή τού όφεως και προχώρηση στην έμπρακτη παρακοή της εντολής τού Θεού, η πρώτη «λανθασμένη κίνηση» που έκανε ήταν να ακούση με προσοχή, να σταματήση δήλ. ο νούς της και να αιχμαλωτισθή από τον παράξενο ψίθυρο ενός κτίσματος, φρονιμωτάτου (8) μέν και ημέρου (του όφεως), που ψιθύριζε όμως για πρώτη φορά ανθρώπινα λόγια και διεκδικώντας αποκλειστικά την προσοχή της αναφερόταν στον Θεό σε τρίτο πρόσωπο, σαν Εκείνος να μην ήταν παρών. Αυτό, σύμφωνα με όσα είπαμε πιο πάνω, συνιστά την πρώτη καταγεγραμμένη, θα λέγαμε, ευθεία κίνηση και προσκόλληση τού νου των πρωτοπλάστων σε κτίσμα, την πρώτη καταγεγραμμένη διάσπαση της κυκλικής κινήσεως του νου προς τον Θεό. (Καθόλου βέβαια απίθανο να προϋπήρξαν και άλλα τέτοια συμβάντα, που όμως δεν ωδήγησαν στην έμπρακτη παρακοή).
Επίσης ας σημειώσουμε εδώ την πρώτη καταγεγραμμένη εμφάνιση τού Διαβόλου υπό μορφήν ζώου.
2. «καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι» (9). Στο σημείο αυτό κυρίως επιμένει ολόκληρη η Πατερική ερμηνεία. Ο αιχμαλωτισμός τού νου στην ωραία όψη τού καρπού και στο δέλεαρ τού κατανοήσαι, τού να κατανόηση δηλ. η Εύα την φύση και αξία τού καρπού από μόνη της, ανεξαρτήτως και αντιθέτως με την προειδοποίηση τού Θεού, ήταν το αποφασιστικό και χαρακτηριστικό βήμα προς την τελική Πτώση των πρωτοπλάστων: η αιχμαλωσία των αισθήσεων στα κτιστά και η γοητεία της αυτόνομης και ανεξάρτητης από τον Θεό γνώσης.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο Αδάμ περνά κι αυτός από τα ίδια στάδια δελεασμού των αισθήσεων και της γνώσης τού απαγορευμένου καρπού, με την έξης όμως διαφορά: Αυτουνού ο νους αιχμαλωτίζεται πρώτα από ένα άλλο κτίσμα, την Εύα, που μίλα ωσεί απόντος τού Θεού και παρακινεί σε παράβαση της εντολής Του.
3. Θα πή κάποιος: «Καλά όλα αυτά τα νηπτικά έως εδώ, που είναι όμως η ειδωλολατρία;» - Κατά τους Πατέρας η εγκατάλειψη της αδιάλειπτης ενατένισης και μνήμης τού Θεού (με αλλά λόγια, της αδιάλειπτου προσευχής) (10), η στροφή του νου προς τα κτίσματα και η ακόλουθη αποκλειστική αποστροφή προς σ’ αυτά προς ικανοποίηση των αναγκών και επιθυμιών του, χωρίς παράλληλη μνήμη, ευχαριστία, δοξολογία τού Θεού, είναι το πρώτο στάδιο της ειδωλολατρίας. Γι’ αυτό άλλωστε και την εναπόθεση της ανθρώπινης ελπίδος στα υλικά μόνο πράγματα, δηλ. την πλεονεξία, ο Απόστολος Παύλος την ονομάζει ειδωλολατρία (11). Στην μετέπειτα κατάσταση της πλήρους αποξενώσεως τού ανθρώπου από τον αληθινό Θεό και του ακόλουθου σκοτισμού του νου του, τα υλικά κτίσματα που ικανοποιούν τις ανάγκες και επιθυμίες του παίρνουν την θέση θεού, γίνονται θεότητες με αντίστοιχα ονόματα (Γαία, Ουρανός, Έρως κ.λπ.) και οι δαίμονες που διεγείρουν τις αντίστοιχες επιθυμίες και πάθη κρύβονται πίσω από τα ονόματα των νέων θεοτήτων. Ο δαίμων π.χ. τού φόνου λέγεται Άρης, της πορνείας Αφροδίτη, της κλοπής Έρμης κ.ο.κ. (12.)
4. Όμως αυτό που εννοεί κυρίως η Αγία Γραφή με την λέξη ειδωλολατρία είναι η πολυθεΐα: «οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.» (13). (Κατά την ειδωλολατρική αντίληψη το είδωλο-ξόανο δεν ήταν το ίδιο θεός, αλλά ομοίωμα της αντίστοιχης θεότητας, που ήταν μια αθάνατη, άυλη οντότητα, όχι πανταχού παρούσα, και κατοικούσε ή σύχναζε μέσα στόν συγκεκριμένο ναό και είδωλο. Η ονομασία «ειδωλολάτρης» θεωρείται υποτιμητική και από τους παλαιούς και από τους σημερινούς αυτοαποκαλούμενους «Έλληνες εθνικούς»).
Πότε ακούγεται όμως για πρώτη φορά η έννοια της πολυθεΐας στόν κόσμο; «καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· 5 ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν.». (14) Γνωρίζοντας ο Διάβολος ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τον Θεό κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωσίν Του και ότι με την συνεχή θεωρία και μνήμη τού Θεού ήθελε να βρίσκεται πάντοτε μαζί Του και να Τού ομοιάζη, τον δελεάζει με την απατηλή ελπίδα της ισοθεΐας, δηλ. της ανύπαρκτης θέωσης εκτός και μακράν τού Θεού: «ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν». Να λοιπόν οι έτεροι θεοί πλην του Ενός. Αλλά και ο καρπός τού δένδρου που είχε την (μαγική - το λέω ήδη εδώ) δύναμη να χαρίζη θεϊκές ιδιότητες και ό όφις που το γνώριζε αυτό, δεν ήταν άραγε κι αυτοί ως θεοί; Όλα τα κύρια σημεία της πολυθεΐας και ειδωλολατρίας βρίσκονται σπερματικώς ήδη εδώ: θεοί - κτίσματα αθάνατα μεν, αλλά όχι δημιουργοί του κόσμου (Προσοχή! Βρισκόμαστε ακόμη ένα βήμα πριν από την πτώση: Ή Εύα και η φύσις όλη δεν γνωρίζουν ακόμη τον θάνατο και την φθορά).
- ελπίδα αθανασίας παρά την παρακοή και την πτώση και μακριά από τον αληθινό Θεό {«καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε·»),
- άψυχα (μαγικά - το ξαναλέω) αντικείμενα που χαρίζουν θεϊκές δυνάμεις και μάλιστα την πολυπόθητη γνώση των αγνώστων μυστηρίων, - πρόσληψη μορφής ζώου από δήθεν θεότητα-δαίμονα, - δήθεν αποκαλυπτικό μαντικό λόγο υπό μορφήν φυσικού ήχου. (Φαντασθείτε τον ψιθυρισμό τού όφεως σαν κάτι αντίστοιχο με το θρόισμα των φύλλων της Ιερής βαλανιδιάς στην Δωδώνη ή το κελάρυσμα της Κασταλίας πηγής στους Δελφούς).
5. Ας επιστρέψουμε όμως για τελευταία φορά στην βιβλική διήγηση: Τι σημαίνει διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί, και εσεσθε ως θεοί γινώσκοντες καλόν και πονηρόν; Η παράθεση της φράσεως γινώσκοντες καλόν και πονηρόν μετά την λέξη ως θεοί δείχνει ότι εδώ πρόκειται για μια θεϊκή ιδιότητα την οποία ό όφις προτείνει ύπουλα στους πρωτοπλάστους να αντιποιηθούν. Δήλ. το εσεσθε ως θεοί γινώσκοντες καλόν και πονηρόν σημαίνει ότι «θα γίνετε σαν τον Θεό παντογνώστες και θα ορίζετε πλέον εσείς μόνοι σας με την δικιά σας ανεξάρτητη γνώση (15) και χωρίς Εκείνον τι είναι καλό και τι είναι κακό» (16). Νά άλλο ένα βασικό χαρακτηριστικό της πολυθεΐας-ειδωλολατρίας: Η αντιποίηση και υπόκριση της παντογνωσίας τού Θεού από τους πονηρούς δαίμονες-θεότητες, που την προσφέρουν κατά περίπτωση και με το αζημίωτο στους κοινούς θνητούς, με μάντεις και χρησμούς και μυστηριακές τελετές που αποκαλύπτουν την κατάσταση νεκρών συγγενών και φίλων ή την μετά θάνατον τύχη των ίδιων των μυστών (Ελευσίνια, Ορφικά μυστήρια κ.λπ.).
Στο σημείο αυτό έχουμε και το πρώτο σπέρμα τού γνωστικισμού, που λατρεύει την γνώση και είναι κάτι μεταξύ μυστηριακής θρησκείας, φιλοσοφίας και αιρέσεως, και φτάνει μέχρι τις μέρες μας υπό την μορφή τού τεκτονισμού και των συναφών μυστικών εταιρειών και ταγμάτων. Μήπως όμως κι αυτό το ως θεοί γινώσκοντες καλόν και πονηρόν δεν είναι η κρυφή και άνομη επιθυμία τού θνητού ειδωλολάτρη για ανεξαρτησία από κάθε ηθικό νόμο, τέτοια που την έχουν μόνο οι αθάνατοι ψευτοθεοί του, με τα πάμπολλα αισχρά κατορθώματα, τις έριδες, συνομωσίες και επιορκίες τους;
6. «ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια, ὁ δὲ Κύριος τοὺς οὐρανοὺς ἐποίησεν» (17). Είναι διάχυτη στην Αγία Γραφή -κυρίως στην Παλαιά Διαθήκη- αλλά και στα συναξάρια των Αποστόλων και τους αποστολικούς Πατέρες και Απολογητές, η γνώμη ότι οι θεοί της πολυθεΐας είναι δαίμονες, που άλλοτε φοβίζουν και άλλοτε δήθεν ευεργετούν τους ανθρώπους και τους αναγκάζουν έτσι να εξασφαλίζουν την εύνοιά τους με τελετές και θυσίες και πολύ συχνά ανθρωποθυσίες. «ἔθυσαν δαιμονίοις καὶ οὐ Θεῷ» (18). «ἔθυσαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις» (19). Λόγος που το κάνουν αυτό οι δαίμονες είναι για να τιμώνται οι ίδιοι ως θεοί, κατά το παράδειγμα τού αρχηγού τους Εωσφόρου, ο όποιος φαντασθείς ισοθεΐα τους παρεκίνησε όλους σε επανάσταση κατά τού Θεού. Αυτό εξηγεί πάρα πολλά φαινόμενα της παλαιάς και της σύγχρονης ειδωλολατρίας, μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι οι λεγόμενοι θεοί συχνά μάχονται μεταξύ τους (όπως μαρτυρείται σε κάποιες γεροντικές διηγήσεις και για τα δαιμόνια), έχουν σαφή προσωπικότητα και ειδική χαρακτηρολογία, βάσει της οποίας, παρά τις διαφορετικές ονομασίες από χώρα σε χώρα, στο τέλος αντιστοιχίζονται με τον συγκρητισμό. Επίσης το ότι μαντεύουν, δηλ. ως ασώματα όντα που είναι, προλέγουν κατ’ εκτίμηση το άμεσο μέλλον κ.λπ. Όταν οι σύγχρονοι ελληνίζοντες εθνικοί ερωτώνται αν είναι σατανολάτρες απαντούν με την εξής σοφιστεία: «Μα ό Σατανάς δεν αποτελεί μέλος τού αρχαιοελληνικού ή τού ελληνιστικού πανθέου. Είναι οντότης Ιουδαιοχριστιανική και εμείς τον αγνοούμε». Αν ζούσε όμως σήμερα ο Απόστολος Παύλος, θα τους απαντούσε ότι αυτός ο Σατανάς είναι ό «άγνωστος θεός» τους, διότι ό Χριστός πλέον είναι γνωστός σε όλο τον κόσμο και αυτοί εν γνώσει τους Τον απορρίπτουν και Τον πολεμούν. Οι σύγχρονοι επίδοξοι αναστηλωτές της εθνικής ελληνιστικής θρησκείας δεν είναι παρά απλοί ρομαντικοί αρχαιοελληνιστές ή δόλιοι προπαγανδιστές της Νέας Εποχής, που ούτε τηρούν σωστά ούτε μπορούν να πετύχουν αυτό που επαγγέλλονται. Η αρχαιοελληνική θρησκεία ήταν λατρεία δημόσια των τοπικών θεοτήτων με αιματηρές θυσίες ζώων, υποχρεωτική για όλους τους πολίτες. (Γι’ αυτό άλλωστε έγιναν και οι διωγμοί κατά των Χριστιανών). Όμως «χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὔλα· οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγᾶν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ» (20). Η παγκόσμιος σταυρική θυσία τού Χρίστου κατήργησε τις αιματηρές θυσίες των ειδώλων, και ό Διάβολος βρήκε από τότε άλλους πολλούς τρόπους, για να πολεμά την σωτηρία των ανθρώπων.
Είθε ή αγάπη και ή ευσπλαγχνία του Ενός Τριαδικού Θεού να γλυτώνη από τα δίχτυα εκείνους τους ειλικρινείς και γνήσιους αναζητητές της Αληθείας.
|
|
Κατά τους Πατέρας ή εγκατάλειψη της αδιάλειπτης ενατένισης και μνήμης τού Θεού (με άλλα λόγια της αδιάλειπτου προσευχής), ή στροφή τού νού προς τα κτίσματα και η ακόλουθη αποκλειστική αποστροφή προς σ’ αυτά προς ικανοποίηση των αναγκών και επιθυμιών του, χωρίς παράλληλη μνήμη, ευχαριστία, δοξολογία τού Θεού, είναι η απαρχή της λατρείας των κτισμάτων, της ειδωλολατρίας, η οποία καταδικάζεται από την Παλαιά Διαθήκη κυρίως ως πολυθεΐα. Τα σπέρματα της βρίσκονται στην ίδια την πτώση των πρωτοπλάστων, όπου για πρώτη φορά υποβάλλονται από τον διάβολο στους πρωτοπλάστους οι έννοιες της ισοθεΐας και πολυθεΐας διά της απατηλής αποδόσεως θείων ιδιοτήτων και ενεργειών στον απαγορευμένο καρπό και κατά συνεκδοχήν στον γνωρίζοντα και αποκαλύπτοντα αυτά Διάβολο. Έκτοτε η προσπάθεια τού Διαβόλου και των πεσόντων αγγέλων είναι να σφετερισθούν την θέση τού Θεού έναντι των ανθρώπων, υπό την μορφή πολλών θεοτήτων με χαρακτήρες και ονόματα κτισμάτων και των σχετικών με αυτά αναγκών και επιθυμιών τού ανθρώπου, ως δήθεν εξουσιασταί αυτών των κτισμάτων και εκπληρωταί των αντιστοίχων ανθρωπίνων επιθυμιών.
Άρα κατά την Παλαιά Διαθήκη και τους Πατέρας ή ειδωλολατρία είναι δαιμονολατρία και οι σύγχρονοι επίδοξοι αναστηλωτές της αρχαιοελληνικής θρησκείας είναι συνειδητώς ή ανεπιγνώστως νεοεποχικοί προπαγανδιστές της λατρείας τού Διαβόλου.
Πηγή: Φαινόμενα Νεοειδωλολατρίας, Δωδεκαθεϊσμός - Υποτίμηση Παλαιάς Διαθήκης - Ολυμπιακοί Αγώνες, Εταιρία Ορθοδόξων Σπουδών, Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου Θεσσαλονίκη 25-27 Μαΐου 2003, Εκδόσεις Θεοδρόμια, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 49-59
Σημειώσεις
1. Γέν. 3, 4-5
2. Γέν. 3, 23-24
3. Καλλίστου Καταφυγιώτου (Αγγελικούδη), Περί Θείας Ενώσεως και Βίου Θεωρητικού ός΄, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τόμ. Έ΄, σ. 41.
4. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, β΄ (11) 25 - (12) 22 και β΄ (30) 44, Ε.Π.Ε., τόμ. 1, σσ. 200-213 και σ. 270 κ.έ. (Ιδιαιτέρως σ. 273).
5. Γέν. 2, 15.
6. Γέν. 2, 17.
7. Εις την Γένεσιν, Ομιλία ίζ΄-ιη΄, Ε.Π.Ε., τόμ. 2, σσ. 408 κ.έ.
8. Γέν. 3, 1.
9. Γέν. 3, 6.
10. Νούς Θεω συναπτόμενος και αύτω έγχρονιζων διά προσευχής και αγάπης, σοφός γίνεται και αγαθός... τούτου δε αναχωρών, ή κτηνώδης γίνεται φιλήδονος γεγονώς, ή θηριώδης, διά ταύτα τοίς ανθρώποις μαχόμενος. (Μαξίμου Ομολογητού, Περί αγάπης κεφαλαίων εκατοντάς δευτέρα, νβ΄, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τόμ. Β΄, σ. 21.
11. Έφ. 5, 5· Κόλ. 3, 5.
12. Και ό σημερινός άνθρωπος, συνειδητά η ασυνείδητα, δεν είναι άμοιρος αυτής της ειδωλοποίησης των παθών του: Και γίνεται ένα παρόμοιόν της ειδωλολατρικής εποχής. Ετότε, όταν ύβριζες τα είδωλα, σε ελιθοβόλουν και κακήν κακώς σε εθανάτωνον. Και τώρα το κάθε πάθος επέχει θέσιν ειδώλου. Και, αν ελέγξης και κατακρίνης το πάθος που βλέπεις ό καθείς να νικάται, όλοι φωνάζουν: Λιθοβολήστε τον διότι ύβρισεν τους θεούς μας! (Γέροντος Ιωσήφ (Ησυχαστού), Επιστολή ιά΄, Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας, Ιερά Μονή Φιλόθεου 19924, σ. 93).
13. Έξοδ. 20, 3.
14. Γέν. 3, 4-5.
15. βλ. Αρχιμ. Ιωηλ Γιαννακοπουλου, Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄, Ο.Χ.Α. «Λυδία» 1986, τόμ. Ά΄, σσ. 56-57.
16. Η ερμηνεία της ονομασίας τού δένδρου της γνώσεως τον καλού και τού κακού είναι δύσκολη υπόθεση και συχνά καταλήγει στην υπόθεση ότι το δένδρο αυτό ωνομάστηκε έτσι εκ τού αποτελέσματος, δήλ. από το ότι οι πρωτόπλαστοι γνώρισαν πλέον με την πείρα των αποτελεσμάτων της παραβάσεως τι είναι αμαρτία και τι όχι. Φαίνεται όμως ότι ή ονομασία αυτή προέρχεται από την ψευδή εκείνη ιδιότητα που τού απέδωσε ο Διάβολος, για να εξαπάτηση τους πρωτοπλάστους: τού δένδρου της δήθεν γνώσεως τού καλού και τού κακού. Κατά τα αλλά ήταν ένα απλό δένδρο -πιθανόν συκή- και ή απαγόρευση τού Θεού δεν είχε να κάνη με κάποια θανατηφόρα δήθεν φύση τού καρπού τού δένδρου, αλλά δόθηκε σαν άσκηση υπακοής και συνεχούς μνήμης τού Θεού στους πρωτοπλάστους, ώστε μέσω της εντολής και αντικρύζοντας κάθε λίγο στό μέσο του παραδείσου το δένδρο εκείνο να μη φθάσουν ποτέ στην κατάσταση της πλήρους λήθης και απομακρύνσεως από Αυτόν (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, Ομιλία ίς΄, κέφ. έ΄, Ε.Π.Ε., τόμ. 2, σ. 428).
17. Ψάλμ. 95, 5.
18. Δεύτ. 32, 17.
19. Ψάλμ. 105, 36.
20. Ιωάννου Δαμασκηνού, Υπόμνημα... τού πάθους τού αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος και θαυματουργού Αρτεμίου, κέφ. λέ, στ. 36-38, Ε.Π.Ε., τόμ. 5, σ. 370.
«καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.»
Εξαπέστειλε λοιπόν, Κύριος ο Θεός τον Αδάμ εκ του Παραδείσου «μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.». Δεν θα υπήρχε πιο δυστυχισμένο πλάσμα από ένα πλάσμα νεκρό πνευματικά και αθάνατο σωματικά, που θα περιέφερε την πνευματική του γυμνότητα και το κενό της ψυχής του στους αιώνες.
Ο Θεός έδιωξε τον Αδάμ από τον Παράδεισο για να μη συγκαλυφθεί το φοβερό γεγονός του πνευματικού θανάτου που έφερε στον άνθρωπο η εχθρότητά του προς τον Θεό. Για να μην ξεγελάσει τον άνθρωπο η παραδείσια τρυφή και η αθανασία και δεν καταλάβει ότι έχασε το κυριότερο που είχε μέσα στον Παράδεισο: Τον ίδιο τον Θεό, το ασύγκριτο και άπειρο αγαθό, που κανένα δημιούργημά του, οσοδήποτε τέλειο, δεν μπορεί να αντικαταστήσει, και που δίνει νόημα και χάρη σε όλα τα δημιουργήματα του Παραδείσου. Επέτρεψε ο Θεός τον θάνατο και την διάλυση του σώματος σαν απτή εικόνα του θανάτου της ψυχής, που είναι αόρατος στα πεσμένα μάτια των ανθρώπων.
Αυτή η συνειδητοποίηση της μηδαμινότητάς μας είναι προϋπόθεση της δίψας για τη σωτηρία μας. Ο άνθρωπος έπρεπε, σαν ελεύθερο ον, να είναι συνεργάτης του Θεού στην απολύτρωση και η σωτηρία έπρεπε να έλθει σαν απάντηση στον πόθο του ανθρώπου. Έτσι η εξορία από τον Παράδεισο και η απομάκρυνση από το δένδρο της ζωής εντάσσεται στην Οικονομία της Σωτηρίας.
Δεν θα καταλάβουμε ποτέ το μυστήριο της Οικονομίας της Σωτηρίας, αν δεν αντιληφθούμε ότι ο βαθύτερος σκοπός είναι η αλλαγή του ανθρώπου και όχι η αλλαγή του Θεού, ότι αυτό που επιδιώκεται είναι η γιατρειά του ανθρώπου και όχι η ικανοποίηση κάποιας ανθρωπομορφικής Θεϊκής δικαιοσύνης. Η οικονομία της Σωτηρίας δεν επιδιώκει την καταλλαγή του Θεού προς τους ανθρώπους με τιμωρίες και εξιλαστήριες θυσίες που ικανοποιούν δήθεν τη δικαιοσύνη Του. Όλα γίνονται για τη γιατρειά του ανθρώπου και για την επάνοδό του στο δρόμο που οδηγεί στην ομότιμη συμμετοχή στη Θεία Ζωή, που ονομάζεται θέωση.



Αριστερά: Βλάσσης Γ. Ρασσιάς, «Ες Έδαφος Φέρειν…Υπέρ της των Ελλήνων νόσου/3», β΄ έκδοση επαυξημένη, Εκδ. Ανοικτή Πόλη
Μέσο:: Ξύλινο κεφάλι προχριστιανικού ξόανου σλαβικού θεού, που ανακαλύφθηκε σε λίμνη της Πολωνίας «θύμα» του εχριστιανισμού των Σλάβων. (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 42, άρθρο «Η Ελληνική συμβολή στον εκπολιτισμό ‘πασών των Ρωσιών, Βασίλης Μισύρης σ. 73)
Δεξιά: Ξόανα των Σαμόα (Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 25, άρθρο «Οι Διάλεκτοι του Συμπλέγματος των νήσων
Βάση των ανωτέρω είναι χρήσιμο να εννοηθούν απόλυτα ορισμένες αλήθειες προς διαλεύκανση πράξεων, τακτικών και καταστάσεων:
1. Ο Ιησούς προσπάθησε να επιτύχει όλα εκείνα εις τα οποία απέτυχε ο Αδάμ και η Εύα, δηλαδή την θέωση του ανθρώπου.
2. Διαφαίνεται η σημασία της προσευχής εις τον Θεό, ως επαναφορά της κίνησης του ανθρωπίνου νου από τα κτιστά εις το άκτιστο. Εις την προσευχή αντιτίθενται σχεδόν άπασοι οι αισθητοί πειρασμοί, τους οποίους ο ενασχολούμενος πρέπει να μάθει να ξεπερνάει σιγά σιγά. Οι νεοειδωλολάτρες διαρκώς αντιπροτείνουν στην προσευχή την ύλη και συνεπώς τα αισθητά, ως άλλοι «διάβολοι», επιθυμώντας την προσκόλληση του ανθρωπίνου νου εις τα υλικά αγαθά και μόνο. Οι δε θεοί τους, όντας υλικοί κατά τις διδασκαλίες τους, φυλακίζουν περισσότερο τον άνθρωπο σε αυτά, σκλαβώνουν και πλανούν παρά ελευθερώνουν προς συνάντηση του Πνεύματος του Θεού.
3. Οι προσπάθειες αποβολής της σημασίας των αισθητών δια μέσω νηστειών και εγκρατειών, παράλληλα και με την προσευχή, οδηγούν εις την ενατένιση ξανά του Θεού, όπως αυτή τελούνταν προπτωτικά. Ακράτεια, γαστριλαιμαργίες, τάση για διαρκή υλική «ευτυχία» απομακρύνουν από τον Θεό και δυσχεραίνουν την θέωση,
4. Απόρριψη του ηθικού νόμου του Θεού (εν αρχή 10 εντολές και μετά την Κ.Δ.) με παράλληλη αποδοχή ηθικοδιδασκαλίας παθιασμένων ανθρώπων και άλλων θρησκειών ή αθεϊστών, επιφέρει την ακολουθία νόμων μη θεϊκών και μη απολύτων που υπόκεινται εις την πτώση («ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν».), δηλαδή «κατασκευάζοντες καλό και πονηρό» δηλαδή την ιδιωτική κατασκευή ηθικής σύμφωνα με τα πάθη και τα αισθητά και όχι σύμφωνα με την θέωση. [Παρατήρησε πως κάθε φορά που προσπαθείς να πράξεις αυτά που σου λέγει η Εκκλησία, πολλές φορές υπάρχει κάποιος που την τάδε ή την δείνα εντολή «δεν την θεωρεί σωστή» ή πως η «τάδε πράξη δεν είναι κακό να την κάνεις επειδή νιώθεις ωραία» με παράλληλη προτροπή όπως αποφύγεις την ηθική της Κ.Δ. και αποδεχθείς και ακολουθήσεις αυτό «που σου αρέσει να κάνεις» παρά αυτό που είναι για τον Θεό καλό να κάνεις]
5. Οι νεοειδωλολάτρες είναι αντίστοιχοι του όφη του παραδείσου. Ο όφις απέσπασε την προσοχή των Αδάμ και Εύα από τον Θεό και τους έριξε στα αισθητά μονάχα. Οι νεοπαγανιστές προσπαθούν να σταθούν εμπόδιο εις την προσωπική θέωση του καθενός, μιας και πολεμούν όχι μόνο τον Θεό και την ενατένιση προς Αυτόν δια μέσω της προσευχής, αλλά μάχονται μετά μανίας τον μοναχισμό [κυκλική κίνηση νου] και δηλώνουν υπέρμαχοι του σεξ, του μεθυσιού και όλων των αισθητών, προσπαθώντας να εγκλωβίσουν ή να συνεχίσουν να κρατούν εγκλωβισμένους τους ανθρώπους εις τα αισθητά.
6. Ως λέγεται και εις το άνω βιβλίο, αλλά όπως λέγει και ο Παύλος, η ειδωλολατρία έχει ποικίλες εκφάνσεις οι οποίες δεν ανήκουν όλες εις τον χώρο της θρησκείας. Υλισμός, καταναλωτισμός, πληθώρα αγαθών, μαραθώνιες διασκεδάσεις σε κέντρα τελούν ως βαρίδια του πνευματικού αεροστάτου. Το αερόστατο φορτώνεται και μένει «κάτω». Ο Εκκλησιασμός ως συμμετοχή εις τα μυστήρια αλλά και ως εικονική και μόνο συνάντηση των αγιογραφιών και των εικόνων του θεανθρώπου, αποτελούν αέριο ήλιον για το αερόστατο, ενώ η Εκκλησιαστική μουσική προς αντιστάθμισμα της μονομέρειας της εμπορικής μουσικής που οδηγεί διαρκώς σε πάθη και ενθύμιση του υλισμού, επιφέρει ως αντίπαλο δέος την ενθύμηση του Θεού εις την καρδιά του πιστού.

Ραδάμανθυς Αναστασάκης, Ηθοποιός Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου (Πηγή: Ραδιοτηλεοπτικός σταθμός «Alter», Εκπομπή «Χωρίς Μοντάζ ΙΙ», Φεβρουάριος 2004)
Οι διδασκαλίες του Αναστασάκη Ραδάμανθυ κατά της προσευχής (επικοινωνίας -ενατένισης του Θεού)
Οι Φιλισταίοι είναι λαός της Κρήτης και δηλαδή ανήκουν στον Αίγιο πολιτισμό. Υπό αυτούς όλη η γη Χαναάν μετονομάστηκε προς το ελληνικότερο «Παλαιστίνη» υπό αυτούς. Στην Π.Δ. η Κρήτη ονομάζεται Καφτώρ ή Kftiv ή Kfto κατά τις Αιγυτπιακές γραφές. Ο Στόλος τους κάποτε έφτασε στην Αίγυπτο διαμέσω των καναλιών του Νείλου αλλά ο Φαραώ Ραμσής ο Γ’ το 1198 - 1167 π.Χ. κατάφερε και τους εκδίωξε και αποθανάτισε την νίκη του στον ναό Medinet Habu δ’ επιγραφών και ζωγραφιών. Συνεπώς αν δεχτούμε πως οι Φιλισταίοι κατάγονται από την Κρήτη, όπως πράττουμε και όπως υποστηρίζουν και οι Εθνικοί βρίσκουμε κάτι πολύ ωραίο και ελληνικό!
Αμμώς, Κεφ. θ΄ «1 ΕΙΔΟΝ τὸν Κύριον ἐφεστῶτα ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ εἶπε· πάταξον ἐπὶ τὸ ἱλαστήριον καὶ σεισθήσεται τὰ πρόπυλα καὶ διάκοψον εἰς κεφαλὰς πάντων· καὶ τοὺς καταλοίπους αὐτῶν ἐν ρομφαίᾳ ἀποκτενῶ, οὐ μὴ διαφύγῃ ἐξ αὐτῶν φεύγων, καὶ οὐ μὴ διασωθῇ ἐξ αὐτῶν ἀνασωζόμενος. 2 ἐὰν κατακρυβῶσιν εἰς ᾅδου, ἐκεῖθεν ἡ χείρ μου ἀνασπάσει αὐτούς· καὶ ἐὰν ἀναβῶσιν εἰς τὸν οὐρανόν, ἐκεῖθεν κατάξω αὐτούς· 3 ἐὰν ἐγκατακρυβῶσιν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ Καρμήλου, ἐκεῖθεν ἐξερευνήσω καὶ λήψομαι αὐτούς· καὶ ἐὰν καταδύσωσιν ἐξ ὀφθαλμῶν μου εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, ἐκεῖ ἐντελοῦμαι τῷ δράκοντι καὶ δήξεται αὐτούς· 4 καὶ ἐὰν πορευθῶσιν ἐν αἰχμαλωσίᾳ πρὸ προσώπου τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν, ἐκεῖ ἐντελοῦμαι τῇ ρομφαίᾳ καὶ ἀποκτενεῖ αὐτούς. καὶ στηριῶ τοὺς ὀφθαλμούς μου ἐπ’ αὐτοὺς εἰς κακὰ καὶ οὐκ εἰς ἀγαθά. 5 καὶ Κύριος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἐφαπτόμενος τῆς γῆς καὶ σαλεύων αὐτήν, καὶ πενθήσουσι πάντες οἱ κατοικοῦντες αὐτήν, καὶ ἀναβήσεται ὡς ποταμὸς συντέλεια αὐτῆς καὶ καταβήσεται ὡς ποταμὸς Αἰγύπτου· 6 ὁ οἰκοδομῶν εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνάβασιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐπαγγελίαν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς θεμελιῶν, ὁ προσκαλούμενος τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης καὶ ἐκχέων αὐτὸ ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς· Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ. 7 οὐχ ὡς υἱοὶ Αἰθιόπων ὑμεῖς ἐστε ἐμοί, υἱοὶ Ἰσραήλ; λέγει Κύριος. οὐ τὸν Ἰσραὴλ ἀνήγαγον ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ τοὺς Φιλισταίους ἀπὸ Καφθὸρ καὶ τοὺς Σύρους ἐκ βόθρου;»
(1 ΕΙΔΑ τον Κύριο να στέκεται επάνω στο θυσιαστήριο και είπε: Πάταξε το ανώφλι τής πύλης, για να σειστούν τα προπύλαια και σύντριψέ τα επάνω στα κεφάλια όλων αυτών και τους υπόλοιπους απ' αυτούς θα τους θανατώσω με ρομφαία κανένας απ' αυτούς, φεύγοντας, δεν θα διαφύγει, και κανένας απ' αυτούς, διασωζόμενος, δεν θα διασωθεί. 2 Αν σκάψουν μέχρι τον άδη, από εκεί θα τους αρπάξει το χέρι μου και αν ανέβουν στον ουρανό, θα τους κατεβάσω από εκεί. 3 Και αν κρυφτούν στην κορυφή τού Καρμήλου, από εκεί θα εξερευνήσω και θα τους συλλάβω και αν κρυφτούν από τα μάτια μου στα βάθη τής θάλασσας, εκεί θα προστάξω τον δράκοντα, και θα τους δαγκώσει. 4 Και αν πάνε σε αιχμαλωσία μπροστά από τους εχθρούς τους, από εκεί θα προστάξω τη μάχαιρα, και θα τους θανατώσει και θα στήσω τα μάτια μου επάνω τους για κακό, και όχι για καλό.5 Επειδή, ο Κύριος ο Θεός των δυνάμεων είναι, ο οποίος αγγίζει τη γη, και λιώνει, και όλοι όσοι κατοικούν σ' αυτή θα πενθήσουν και θα ξεχειλίσει ολόκληρη σαν ποταμός, και θα καταποντιστεί σαν από τον ποταμό τής Αιγύπτου. 6 Αυτός είναι που κτίζει τα υπερώα του στον ουρανό, και θεμελιώνει τον θόλο του επάνω στη γη ο οποίος προσκαλεί τα νερά τής θάλασσας, και τα ξεχύνει επάνω στο πρόσωπο της γης το όνομά του είναι ο Κύριος. 7 Δεν είστε σε μένα σαν γιοι Αιθιόπων, εσείς γιοι Ισραήλ; λέει ο Κύριος. Δεν ανέβασα μόνο τον Ισραήλ από τη γη τής Αιγύπτου, αλλα και τους Φιλισταίους από την Καφθόρ, και τους Συρίους από την Κιρ. )
Επίσης και η μετάφραση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας (από ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ καθηγητές πανεπιστημίου) μεταφράζει την Καφθόρ ως Κρήτη.
Συνεπώς αποδεικνύεται πως ο Θεός βοήθησε ΚΑΙ τους Έλληνες!!!!, άρα ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις και ούτε είναι προσωπολήπτης υπέρ των Εβραίων. Και βεβαίως, γίνεται φανερό, πως η Παλαιά Διαθήκη **ΔΕΝ** είναι η Ιστορία των Εβραίων!
Επίσης Ιερεμίας, Κεφ. θ΄ «25 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἐπισκέψομαι ἐπὶ πάντας περιτετμημένους ἀκροβυστίας αὐτῶν, 26 ἐπ' Αἴγυπτον καὶ ἐπὶ Ἰδουμαίαν καὶ ἐπὶ Ἐδὼμ καὶ ἐπὶ υἱοὺς Ἀμμὼν καὶ ἐπὶ υἱοὺς Μωὰβ καὶ ἐπὶ πάντα περικειρόμενον τὰ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ ἐρήμῳ· ὅτι πάντα τὰ ἔθνη ἀπερίτμητα σαρκί, καὶ πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ἀπερίτμητοι καρδίας αὐτῶν.» (25 Δέστε, έρχoνται ημέρες, λέει o Kύριoς, και θα κάνω επίσκεψη επάνω σε όλoυς, περιτμημένoυς και απερίτμητoυς 26 επάνω στην Aίγυπτo, κι επάνω στoν Ioύδα, κι επάνω στoν Eδώμ, κι επάνω στoυς γιoυς Aμμών, κι επάνω στoν Mωάβ, κι επάνω σε όλoυς αυτoύς πoυ κoυρεύoυν oλόγυρα την κώμη, αυτoύς πoυ κατoικoύν στην έρημo επειδή, όλα τα έθνη είναι απερίτμητα, και oλόκληρoς o oίκoς Iσραήλ είναι απερίτμητoς στην καρδιά.)
Άλλο ένα απόσπασμα, το οποίο σε συνδυασμό με το προηγούμενο, δείχνει πως ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης **ΔΕΝ** κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε έθνη...(προαναγγέλλει δε, σε αυτό το κομμάτι, την γέννηση του Χριστού!)
Ιησούς του Ναυή, Κεφ. Ι. «12 Τότε ἐλάλησεν Ἰησοῦς πρὸς Κύριον, ᾗ ἡμέρᾳ παρέδωκεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀμορραῖον ὑποχείριον Ἰσραήλ, ἡνίκα συνέτριψεν αὐτοὺς ἐν Γαβαὼν καὶ συνετρίβησαν ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών. 13 καὶ ἔστη ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἐν στάσει, ἕως ἠμύνατο ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν. καὶ ἔστη ὁ ἥλιος κατὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ, οὐ προεπορεύετο εἰς δυσμὰς εἰς τέλος ἡμέρας μιᾶς. 14 καὶ οὐκ ἐγένετο ἡμέρα τοιαύτη οὐδὲ τὸ πρότερον οὐδὲ τὸ ἔσχατον, ὥστε ἐπακοῦσαι Θεὸν ἀνθρώπου, ὅτι Κύριος συνεξεπολέμησε τῷ Ἰσραήλ.» (Ιησούς του Ναυή 12-15). Το άνω χωρίο αναφέρει το «σταμάτημα» (εβραϊκά νταμάν = στήθι) του ήλιου και συνεπώς την επιμήκυνση της ημέρας προς όφελος των Εβραίων.
Στην Ανατολή 3 Έθνη διατηρούσαν γραπτή ιστορία : Οι Έλληνες, Οι Αιγύπτιοι και οι Κινέζοι. Και τα τρία αυτά έθνη έχουν διασώσει εις την ιστορία τους την μαρτυρία μιας υπερβολικά μακριάς ημέρας. Ο Ηρόδοτος πρώτος αναφέρει ότι οι ιερείς της Αιγύπτου έδειξαν σε αυτόν γραπτά μνημεία που αναφέρουν την επιμήκυνση μιας ημέρας πέραν από τα φυσικά της όρια. Τα αρχαία κινεζικά συγγράμματα εξ άλλου αναφέρουν ότι το γεγονός αυτό έλαβε χώρα επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Γεώ. Εκ των γενεαλογικών πινάκων των αυτοκρατόρων βρίσκουμε ότι ο αυτοκράτωρ αυτός βασίλευε εις την Κίνα την εποχή του Ιησού του Ναυή. Αλλά και ο Λόρδος Κίνγκσπορόου τέλος, ο οποίος έκανε ειδικές μελέτες εις την ιστορία των αρχαίων ερυθροδέρμων της Αμερικής, λέει ότι στα χρονικά των Μεξικανών αναγράφεται ότι ο ήλιος στάθηκε επί μια ολόκληρη ημέρα κατά την εποχή της κατακτήσεως της Παλαιστίνης από τους Ισραηλίτες.
Τελικά πώς άραγε «σταμάτησε» ο ήλιος εφόσον έχουμε να κάνουμε με ηλιοκεντρικό σύστημα; Και αν ο ήλιος δεν σταμάτησε, αλλά η Γη που πραγματικά κινείται γύρω του, πώς και δεν εκσφεντονιστήκαν όλα τα αντικείμενα του πλανήτη στο διάστημα λόγω της αδράνειας, εφόσον η Γη περιστρέφεται με ιλλιγιώδη ταχύτητα;
Ούτε ο ήλιος «σταμάτησε», μήτε η Γη. Ο Θεός που κατασκεύασε τον κόσμο δεν χρειάστηκε να μπει σε τέτοιες μεγάλες θαυματουργικές ενέργειες. Όπως και το πλάσμα Του ο άνθρωπος, έτσι και ο Θεός διαλέγει την πιο εύκολη οδό, εκείνη την οδό που δεν θα συνετάρασσε την ισσοροπία της κίνησης των πλανητών. Ο Θεός λοιπόν για να «σταματήσει» τον ήλιο και την σελήνη, δεν έκανε τίποτα παραπάνω παρά να στρεβλώσει το φως που έφτανε στην Γη. Και έτσι οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν ως παρατηρητές πως ο ήλιος και το φεγγάρι «σταμάτησαν». Αυτό παρατήρησαν και αυτό έγραψαν στην Βίβλο τότε. Δεν γνώριζαν τις απειράριθμες οδές του Κυρίου.
Ησαΐας, Κεφ. Λη΄ «7 τοῦτο δὲ σοὶ τὸ σημεῖον παρὰ Κυρίου ὅτι ποιήσει ὁ Θεὸς τὸ ρῆμα τοῦτο· 8 ἰδοὺ ἐγὼ στρέψω τὴν σκιὰν τῶν ἀναβαθμῶν, οὓς κατέβη ὁ ἥλιος, τοὺς δέκα ἀναβαθμοὺς τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου, ἀποστρέψω τὸν ἥλιον τοὺς δέκα ἀναβαθμούς. καὶ ἀνέβη ὁ ἥλιος τοὺς δέκα ἀναβαθμούς, οὓς κατέβη ἡ σκιά.»
Ολιγάριθμα από τα άπειρα παραδείγματα του βιβλίου της, Ιουδαϊκής μυθολογίας κατά νεοΕθνικούς, η οποία είναι καθαρά και αποκλειστικά ενάντια στους Έλληνες
Ωσηέ, Κεφ. Α΄ «4 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰεζραέλ, διότι ἔτι μικρὸν καὶ ἐκδικήσω τὸ αἷμα τοῦ Ἰεζραὲλ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰούδα καὶ καταπαύσω βασιλείαν οἴκου Ἰσραήλ. 5 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ συντρίψω τὸ τόξον τοῦ Ἰσραὴλ ἐν κοιλάδι τοῦ Ἰεζραέλ., Οὐκ-ἠλεημένη, διότι οὐ μὴ προσθήσω ἔτι ἐλεῆσαι τὸν οἶκον Ἰσραήλ, ἀλλ’ ἢ ἀντιτασσόμενος ἀντιτάξομαι αὐτοῖς. 7 τοὺς δὲ υἱοὺς Ἰούδα ἐλεήσω καὶ σώσω αὐτοὺς ἐν Κυρίῳ Θεῷ αὐτῶν καὶ οὐ σώσω αὐτοὺς ἐν τόξῳ οὐδὲ ἐν ρομφαίᾳ οὐδὲ ἐν πολέμῳ οὐδὲ ἐν ἵπποις οὐδὲ ἐν ἱππεῦσι», «9 καὶ εἶπε· κάλεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ Οὐ-λαός-μου, διότι ὑμεῖς οὐ λαός μου, καὶ ἐγώ οὐκ εἰμὶ ὑμῶν.»
Ησαίας, Κεφ. Α΄ «2 Ἄκουε οὐρανὲ καὶ ἐνωτίζου γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν. 3 ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν. 4 οὐαὶ ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαὸς πλήρης ἁμαρτιῶν, σπέρμα πονηρόν, υἱοὶ ἄνομοι· ἐγκατελίπατε τὸν Κύριον καὶ παρωργίσατε τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ. 5 τί ἔτι πληγῆτε προστιθέντες ἀνομίαν; πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην. 6 ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· οP