ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ & ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΝΕΟΕΘΝΙΚΩΝ

 Σε αυτή την ενότητα θα εξετάζεται η σοφία που διέπει τον Ευαγγελικό Λόγο (Κ.Δ.) ο οποίος δεν δύναται να έχει εμπνευστεί από ανθρώπινο μυαλό, άνευ της παρουσίας επί της Γης του Σωτήρα Ιησού Χριστού και άνευ της επιφοίτησης του Αγίου Πνεύματος του Θεού. Επίσης θα γίνεται απολογητική εξήγηση σε χωρία της Κ.Δ. στα οποία επιτίθονται άνθρωποι οι οποίοι διαστρεβλώνουν τον Ευαγγελικό Λόγο, είτε από αγαθή άγνοια, είτε τις περισσότερες φορές από κακοήθεια κατά το δικό τους συμφέρον, χωρίς να εξετάζουν δίκαια και καλοπροαίρετα.

 

 

 

 

«Το πρόβλημα είναι ότι, αυτό αναστατώνει ολάκερο το θεολογικό κατεστημένο»

(-Ulrich Victor, αναφερόμενος στην εργασία του Thiede. )

 

 «Μπορούμε να πούμε με έμφαση πως δεν υπάρχει άλλο κάποια στερεή βάση για την χρονολόγηση των βιβλίων της Καινής Διαθήκης μετά το 80 μ.Χ., δύο ολάκερες γενιές πριν την χρονολόγηση 130 & 150 που αποδίδονταν από τους πιο ριζοσπαστικούς κριτικούς της Κ.Δ. σήμερα», Δόκτωρ Foxwell Albright, ο διακεκριμένος αρχαιολόγος, 1955. (Πηγή: McDowell, Josh, EVIDENCE THAT DEMANDS A VERDICT, Vol. I (San Bernardino, CA: Here's Life, 1972), σσ.. 62-63).

 

 

 

 

 

 

1.

 

 

ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, ΚΑΝΟΝΙΚΑ & ΑΠΟΚΡΥΦΑ

 

α. Το ευαγγέλιο του Ιούδα και το ιδεολογικό του υπόβαθρο

β. Διάδοση απόκρυφων Ευαγγελίων από Παγανιστές

γ. Γιατί επιλέχθηκαν τα Κανονικά και όχι τα απόκρυφα από την Εκκλησία;

 

 

2.

 

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ & ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

 

 

3.

 

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, ΚΑΝΟΝΙΚΑ & ΑΠΟΚΡΥΦΑ

 

1. Κανονικά

2. Απόκρυφα

   α. Ο κώδικας του Ευαγγελίου του Ιούδα

   β. Οι κώδικες του Nag Hammadi (Ναγκ Χαμάντι)

 

 

 

4.

 

ΑΙΜΟΜΙΞΙΑ, ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΑΟΙ, ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Διάφοροι λαοί

Παλαιά Διαθήκη

Ελλάδα -Ρώμη

Αρρώστιες

Θρησκευτικά

Νομικά

Κοινωνιολογικά

Η γενεαλογία 3.673 ηρώων της μυθολογίας ως αιμομιξία

Ένα από τα 7 θαύμα του αρχαίου κόσμου προϊόν αιμομιξίας

 

 

5.

 

 

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ ΕΣΠΑΣΕ

 

6.

 

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

«ΕΒΡΑΙΟ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ» ΓΑΜΟΣ ΠΑΤΕΡΑ- ΚΟΡΗΣ

(«Οδυσσέας Επικουρίδης», επιστολή στον Απολογητή)

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΥΠΟΧΕΙΡΙΟ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ ΑΝΔΡΑ

(Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 236 - 237)

(Γεώργιος Γρηγορομιχελάκης, συγγραφέας & αρθρογράφος Δαυλού)

(Νικόλαος Τσίτσος, αρθρογράφος περιοδικού Δαυλός)

(Ίων Δημόφιλος, Ηλεκτρολόγος - Μηχανολόγος Ε.Μ.Π.)

(«Οδυσσέας Επικουρίδης», μαθηματικός, συνεργάτης Μιχάλη Καλόπουλου)

 

ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΤΙΦΑΣΚΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

 (Σάτυρος, «Πιστός» (παγανιστής), & Άθεος)

 

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΧΕ ΠΕΝΤΕ ΑΔΕΛΦΙΑ

(Γεώργιος ιεροδιάκονος, Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 268)

 

ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΓΝΩΣΤΙΚΩΝ, Κ.Α.

(Μιχάλης Καλόπουλος, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 09/04/2005)

(Γεώργιος Λεονάρδος, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 09/04/2005)

(Μαρία Τζάνη, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 05/11/2005)

 

ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΜΜΕΝΑ ΣΕ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

(Lynn Picknett, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 09/04/2005)

 

8.000 ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

(Δημήτριος Ιατρόπουλος, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 06/05/2006)

 

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΔΕΝ ΚΡΕΜΑΣΤΗΚΕ. ΒΓΗΚΑΝ ΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΤΟΥ ΕΞΩ.

(Δημήτριος Ιατρόπουλος, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 06/05/2006)

 

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ 1ου μ.Χ. ΑΙΩΝΟΣ

(Γεώργιος Τσαγκρινός, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 06/05/2006)

 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΘΕΙΟ & ΠΙΣΤΗ - ΕΡΕΥΝΑ ΑΣΥΜΒΑΤΕΣ

(Γεώργιος Τσαγκρινός, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Σάββατο 06/05/2006)

 

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΙΗΣΟΥ & ΑΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ

(Ίων Δημόφιλος, Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 275, σσ.18226-18229)

 

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΕΙΛΕΙ... «Ο ΜΗ ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ ΚΑΘ’ ΗΜΩΝ...»

(Παν. Νιάκαρης, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 280, σσ. 18707, 18709)

 

ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ & ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑΣ Η ΚΑΤΑΡΑ ΣΤΗΝ ΣΥΚΙΑ

(Κίμωνας Ελευθερίου, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 280, σελ. 18660)

 

 

7.

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

 

8.

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

 

ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

 

 

ΤΑ 4 ΚΑΝΟΝΙΚΑ

 

3 καὶ ἐγένετο ἐπ’ ἐμὲ χεὶρ Κυρίου, 4 καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ πνεῦμα ἐξαῖρον ἤρχετο ἀπὸ βορρᾶ, καὶ νεφέλη μεγάλη ἐν αὐτῷ, καὶ φέγγος κύκλῳ αὐτοῦ καὶ πῦρ ἐξαστράπτον, καὶ ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ ὡς ὅρασις ἠλέκτρου ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς καὶ φέγγος ἐν αὐτῷ. 5 καὶ ἐν τῷ μέσῳ ὡς ὁμοίωμα τεσσάρων ζῴων, καὶ αὕτη ἡ ὅρασις αὐτῶν· ὁμοίωμα ἀνθρώπου ἐπ’ αὐτοῖς, 6 καὶ τέσσαρα πρόσωπα τῷ ἑνί, καὶ τέσσαρες πτέρυγες τῷ ἑνί. 7 καὶ τὰ σκέλη αὐτῶν ὀρθά, καὶ πτερωτοὶ οἱ πόδες αὐτῶν, καὶ σπινθῆρες ὡς ἐξαστράπτων χαλκός, καὶ ἐλαφραὶ αἱ πτέρυγες αὐτῶν. 8 καὶ χεὶρ ἀνθρώπου ὑποκάτωθεν τῶν πτερύγων αὐτῶν ἐπὶ τὰ τέσσαρα μέρη αὐτῶν· καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν τῶν τεσσάρων 9 οὐκ ἐπεστρέφοντο ἐν τῷ βαδίζειν αὐτά, ἕκαστον ἀπέναντι τοῦ προσώπου αὐτῶν ἐπορεύοντο. 10 καὶ ὁμοίωσις τῶν προσώπων αὐτῶν· πρόσωπον ἀνθρώπου καὶ πρόσωπον λέοντος ἐκ δεξιῶν τοῖς τέσσαρσι καὶ πρόσωπον μόσχου ἐξ ἀριστερῶν τοῖς τέσσαρσι καὶ πρόσωπον ἀετοῦ τοῖς τέσσαρσι.

Ιεζεκιήλ, Κεφ Α΄

 

6 καὶ ἐνώπιον τοῦ θρόνου ὡς θάλασσα ὑαλίνη, ὁμοία κρυστάλλῳ· καὶ ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ κύκλῳ τοῦ θρόνου τέσσαρα ζῷα γέμοντα ὀφθαλμῶν ἔμπροσθεν καὶ ὄπισθεν· 7 καὶ τὸ ζῷον τὸ πρῶτον ὅμοιον λέοντι, καὶ τὸ δεύτερον ζῷον ὅμοιον μόσχῳ, καὶ τὸ τρίτον ζῷον ἔχον τὸ πρόσωπον ὡς ἀνθρώπου, καὶ τὸ τέταρτον ζῷον ὅμοιον ἀετῷ πετομένῳ. 8 καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα, ἓν καθ' ἓν αὐτῶν ἔχον ἀνὰ πτέρυγας ἕξ, κυκλόθεν καὶ ἔσωθεν γέμουσιν ὀφθαλμῶν, καὶ ἀνάπαυσιν οὐκ ἔχουσιν ἡμέρας καὶ νυκτὸς λέγοντες· Ἅγιος ἅγιος ἅγιος Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ἦν καὶ ὁ ὢν καὶ ὁ ἐρχόμενος. 9 Καὶ ὅταν δῶσι τὰ ζῷα δόξαν καὶ τιμὴν καὶ εὐχαριστίαν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου, τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, 10 πεσοῦνται οἱ εἴκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι ἐνώπιον τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ προσκυνήσουσι τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ βαλοῦσι τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ θρόνου λέγοντες· 11 Ἄξιος εἶ, ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, λαβεῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δύναμιν, ὅτι σὺ ἔκτισας τὰ πάντα, καὶ διὰ τὸ θέλημά σου ἦσαν καὶ ἐκτίσθησαν.

Αποκάλυψη Ιωάννου, Κεφ. Δ΄

 

 

 

Ευαγγέλιο: (τό) καλή αγγελία, χαρμόσυνος είδησης· || η συνοπτική εξιστόρησης του βίου του Χριστού και της διδασκαλίας αυτού, παραδοθείσα δια των λεγομένων τεσσάρων Ευαγγελίων, του κατά Ματθαίον, του κατά Μάρκον, του κατά Λουκάν και του κατά Ιωάννην· ονομάσθηκε Ευαγγέλιο ως υποσχόμενη την σωτηρία του ανθρώπου και την βασιλεία των ουρανών, δημ. βαγγέλιο· || ευαγγελική περικοπή αναγιγνωσκομένη εις εκάστην θρησκευτική ακολουθία: «είπε ο παπάς το ευαγγέλιο», «θ’ ακούσω το ευαγγέλιο και θα φύγω»· || «τα δώδεκα ευαγγέλια» ο εσπερινός της Μεγάλης Πέμπτης, καθ’ ον αναγιγνώσκονται δώδεκα ευαγγελικές περικοπές· || το βιβλίο το περιέχον τα τέσσερα ευαγγέλια, και οιονδήποτε βιβλίο περιέχον περικοπές κατ’ εκλογή εκ των ευαγγελίων- || «ορκίζομαι επί του ιερού ευαγγελίου», «μα το άγιον ευαγγέλιον»- || μεταφ. παν δίδαγμα ή κήρυγμα νέας τινάς αρχής: «το ευαγγέλιο του κομμουνισμού»· || παροιμ. «αλλουνού παπά βαγγέλιο», αλλότριο έργο· || φράση: «χαράς ευαγγέλια» χαρμόσυνης αναγγελία.

 

Εκκλησιαστική Ιστορία: Η λέξη ευαγγέλιο έχει εν τη Κ. Διαθήκη την ειδική έννοια αφ’ ενός μεν της αγαθής αγγελίας περί της σωτηρίας των ανθρώπων διά του Ιησού Χριστού (Ματθ. ια΄ 5, Λουκά δ΄ 18 κτλ.), αφ’ ετέρου δε του προφορικού κηρύγματος του έχοντος ως υπόθεση την εν λόγω αγαθή αγγελία (Γαλατ. α΄ 7, Α΄ Κορ. θ΄ 12, Ρωμ. α΄ 9 κ.τ.λ. ). Η έννοια δε τού προφορικού κηρύγματος περί της εν Χριστώ σωτηρίας μετεβιβάσθηκε υπό των συγγραφέων της Κ.Δ. και εις τους άλλους παλαιοτάτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, δια μέσου δε των αιώνων διατηρήθηκε και μέχρις ημών. Επειδή δε το ευαγγέλιο από προφορικό, που αποκλειστικά ήταν κατ’ αρχάς, άρχισε βαθμηδόν ν’ αποκρυσταλλούται και σε γραπτές εκθέσεις, διά τούτο και η λέξη ευαγγέλιο συν τω χρόνω μετεδόθηκε και εις τις έγγραφους ταύτας εκθέσεις και απόβηκε (ήδη τουλάχιστον παρά τω Μαρκίωνι περί το 140) τεχνικός όρος δηλωτικός ιδίου φιλολογικού είδους συγγραμμάτων, πληροφορούντων περί του βίου, των παθών και τής αναστάσεως του Ιησού Χρίστου. Τοιαύτες έγγραφοι εκθέσεις εμφανίστηκαν νωρίτατα ουκ ολίγες (Λουκά α΄ 1), τέσσερες δ’ όμως αναγνωρίστηκαν υπό της εκκλησιαστικής συνειδήσεως ως κανονικές, ων δύο μέν προέρχονταν από καλάμου αποστολικού (Ματθαίος και Ιωάννης), άλλες δε δύο από καλάμου μαθητών των αποστόλων (Μάρκος, Λουκάς). Και ο μεν αριθμός των κανονικών ευαγγελίων εθεωρείτο ήδη κατά τους χρόνους του Ειρηναίου (περί το 180) ούτο) σταθερός, ώστε δικαιολογείτο εκ του αριθμού των τεσσάρων ζώων των παρισταμένων εις τον θείον θρόνο, δηλαδή του ανθρώπου, του λέοντος, του μόσχου και του αετού (Ιεζεκιήλ α΄ 5, πρβ. και Αποκαλύψ. δ΄ 6 εξ.). Ότι δε και μετά την εμφάνιση των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων το ευαγγέλιο δεν έπαυσε να θεωρείται ως ενιαίο , όπως ήταν και το προφορικό (πρβ. Γαλατ. α΄ 5), γίνεται δήλον και εκ του ότι τα τέσσερα επί μέρους ευαγγέλια θεωρούνταν ως ισάριθμοι εκθέσεις ενός και του αυτού ευαγγελίου, φερομένου οιονεί υπό τέσσερις μορφές. Διά τούτο λέγει ό Ειρηναίος «εδωκεν ημίν τετράμορφον το εύαγγέλιον, ενί δε πνεύματι συνεχόμενον» (Κατά αίρεσ. Γ΄ ια΄ 8, πρβ. και Αυγουστίνο·  In John. 36, 1). Η ενότητα αυτή του γραπτού ευαγγελίου υποδηλώνεται και δια των παλαιότατων και δη και δια των  επιγραφών που βρίσκονται σε όλα τα χειρόγραφα των τεσσάρων ευαγγελίων: «Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον, -κατά Μαρκον, -κατά Λουκαν, -κατά Ιωάννην», της λέξεως ευαγγέλιο προτασσομένης ως γενικής και κοινής επιγραφής εν αρχή των ευαγγελίων και μη επαναλαμβανόμενης προ εκάστου ευαγγελίου, του δε συγγραφέως δηλουμένου ενταύθα επί το λεπτότερο πως δια της προθέσεως κατά αντί της απλής γενικής, την οποία ευρίσκομε στους λεγόμενους αποστολικούς κανόνες (Κ. 85: Ευαγγέλια τέσσερα, Ματθαίου, Μάρκου, Λουκά, Ιωάννου). Ενωρίς δ’ όμως ο όρος ευαγγέλιο μεταδόθηκε και εις εκάστη  των ειρημένων τεσσάρων εκδόσεων αυτού. Ήδη δε ο Ιουστίνος, χαρακτηρίζοντας τις εκθέσεις αυτές επί το ελληνοπρεπέστερο ως «ἀπομνημονεύματα τῶν ἀποστόλων», επισημειώνει  «ἃ καλεῖται εὐαγγέλια» (Απολογ. Α΄ 66, πρβ. και Διαλογ. προς Τρυφ. 10. 100).

Η στον κανόνα υπάρχουσα σειρά των ευαγγελίων είναι πιθανότατα και η χρονολογικά ορθή, κατά παλαιοτάτας μαρτυρίας (Ειρηναίος, Μουρατόρεως κανών, Ωριγένης,. Πεσσιττώ και τα πλείστα και σπουδαιότατα των χειρογράφων). Συνεγράφησαν δε ταύτα από το 60-90 μ. Χ., της επιστήμης κατά τους τελευταίους χρόνους επί τή βάσει ερευνών μάλλον απροκατάληπτων τεινούσης και ενταύθα προς δικαίωση τής παλαιάς εκκλησιαστικής παραδόσεως (Harnack, Zahn κ. ά.). Υπέρ τής εκδοχής ταύτης μαρτυρεί και ή στα παλαιότατα συγγράμματα των αποστολικών λεγομένων πατέρων (Κλήμης Ρώμης, Ιγνάτιος Αντιοχείας, Διδαχή αποστόλων κλπ.) χρησιμοποίηση ουκ ολίγων χωρίων εξ αυτών. Τα κανονικά ευαγγέλια εγράφησαν πρωτοτύπως ελληνιστί και δη στην ελληνιστική «κοινή», πλην του α΄ ευαγγελίου, το οποίο, γράφηκε πρωτότυπα στα αραμαϊκά, μεταφράστηκε νωρίτατα ελληνιστί. Διασώζονται δ’ όμως εν αυτά ικανά ίχνη προδίδοντα την σημιτική καταγωγή του ευαγγελίου (λέξεις, φράσεις, ύφος κλπ.). Και ο μεν κύριος σκοπός τής συγγραφής αυτών υπήρξε όπως και ο του προφορικού ευαγγελίου, τ. έ. καθαρώς θρησκευτικός και εποικοδομητικός, ή σωτηρία των αναγνωστών διά μυήσεως αυτών εις το σωτηριώδες έργο του Ιησού Χριστού (Λουκ. α΄ 4, Ιων. κ΄ 31), χωρίς διά τούτο να μειώνεται  η ιστορική των ευαγγελίων αξία. Ανάλογος δε προς τον σκοπό της συγγραφής των ευαγγελίων είναι και ο χαρακτήρας και το ύφος τής διηγήσεως, και η εκλογή και η διάταξη της όλης ύλης, των πλείστων ευαγγελιστών μη στοχαζομένων πάντοτε χρονολογικής ακριβείας. Καθώς δε ο βίος του Ιησού ίσταται μοναδικός και απαράμιλλος στην παγκόσμια Ιστορία, έτσι και η στα κανονικά ευαγγέλια περιεχόμενη βιογραφία αυτού. Διότι τα ευαγγέλια, καίπερ μη γραφέντα μετά λογοτεχνικών αξιώσεων, ούχ ήττον όμως «και από καθαρώς λογοτεχνικής απόψεως ως λογοτεχνικά μνημεία θεωρούμενα εμφανίζουσι την σφραγίδα του απολύτως νέου»,  ως παρατηρεί ο Ε. Norden (Antike Kunstprosa II2 1909 σελ. 480 εξ.). Εις την εξέλιξη του πρωτοτύπου τούτου λογοτεχνικού είδους έθηκε τέρμα η Εκκλησία, κανονίσασα τέσσερα μόνον ευαγγέλια, τα δε λοιπά αποκλείοντας από τον κανόνα.

Εκ των ευαγγελίων τα τρία πρώτα, παρά τις ομολογημένες ιδιορρυθμίες έκαστου ευαγγελιστή εμφανίζουν καταπληκτική ομοιότητα και συμφωνούν κατά την εκλογή και την διάταξη της ύλης και κατά το ύφος και την φρασεολογία που εν πολλοίς καλούνται, συνοπτικά, διότι οι διηγήσεις αυτών, τιθέμενες παράλληλα συγκροτούν σύνοψη που διευκολύνει την κατανόηση αυτών.  Απέναντι αυτών ίσταται ουχί μεν άσχετο προς την διήγηση των συνοπτικών, άλλα πάντως ιδιόρρυθμο και μοναδικό κατά την εκλογή και την διάταξη της ύλης, κατά το ύφος και σε πολλά άλλα σημεία το δ΄ ευαγγέλιο. Προς εξήγηση πασών τούτων των ομοιοτήτων και διαφορών των τεσσάρων ευαγγελίων διατυπώθηκαν ποικιλότατες θεωρίες, οι οποίες όσον μάλλον απομακρύνονται της ιστορικής περί εκείνων παραδόσεως, επί τοσούτο καθιστούν και τα σχετικά ευαγγελικά προβλήματα περιπλοκότερα και μάλλον δυσεπίλυτα.

Τα κυριώτατα των προβλημάτων τούτων, περί την λύση των οποίων ασχολείται συντόνως από ενός και πλέον αιώνος η λεγομένη κριτική των ευαγγελίων, δηλαδή ή επιστημονική εξερεύνηση και κρίσις τούτων κατά τε τις πηγές και το περιεχόμενο αυτών, είναι το λεγόμενο συνοπτικό, το και προς τα άλλα εις τον Ιωάννη αποδιδόμενα βιβλία συνδεόμενο Ιωάννειον, το περί της σχέσεως του δ΄ ευαγγελίου προς τα συνοπτικά, το περί της γνησιότητας των ευαγγελίων και το περί της Ιστορικής αξιοπιστίας της ευαγγελικής διηγήσεως. Και υπέρ μεν τής γνησιότητας των ευαγγελίων μαρτυρούν όχι μόνον οι υπό των άγαν φιλελευθέρων κριτικών συχνότατα παραθεωρούμενες παλαιότατες και μέχρις αυτών των χρόνων της παραδιδομένης συστάσεως αυτών αναγόμενες ιστορικές μαρτυρίες, όχι μόνον ανδρών εκκλησιαστικών, αλλά και αιρετικών, αλλά ακόμη και λόγοι εσωτερικοί. Υπέρ δε τής ιστορικής αξιοπιστίας αυτών, περί την οποία ασχολείται η λεγομένη Ιστορική κριτική, μαρτυρεί προς τοις άλλοις ο ουδαμώς εξεζητημένος, αλλά σε  εν παντί αφελής τής διηγήσεως τρόπος, η ειλικρινής ομολογία των αδυναμιών αυτών των συγγραφέων και των διδασκάλων αυτών, η ακριβής γνώσις ιστορικών και γεωγραφικών σχέσεων, επί πάσι δε τούτοις και αυτές εκείνες οι παρατηρούμενες διαφορές εν τις επί μέρους διηγήσεων, ακόμη δε και η ηθική και πνευματική καθόλου κατάσταση των συγγραφέων τούτων, ανικάνων οπωσδήποτε όπως μυθοπλαστήσωσι και παραχαράξουσι την ιστορική αλήθεια. Εις την πεποίθηση περί τε της γνησιότητας και της αξιοπιστίας των κανονικών ευαγγελίων επισχύεταί τις συγκρίνοντας τις  διηγήσεις αυτών προς τις των απόκρυφων ευαγγελίων, τα οποία, αναφαινόμενα ήδη από του Β΄ αιώνος, εμφανίζονται ως απομιμήσεις εκείνων, εμποιούσι δε την εντύπωση παρωδίας αυτών. Παρά πάντα δ’ όμως ταύτα η ορθολογιστική κριτική υπό τις ποικίλες αυτές φάσεις, αποκρούουσα κατ’ αρχή ως αδύνατον το θαύμα και εν γένει το υπερφυσικό, το οποίο εκλαμβάνει ως ασύμφωνο προς τον νεώτερο τρόπον του διανοείσθαι, αποκρούει το υπερφυσικό (θαύματα, προφητείας) επιμελώς απανταχού τής ευαγγελικής διηγήσεως, αγωνιζομένη άλλοτε μεν να αποδείξει αυτό ως χρησιμεύον εις εξαπάτηση των αφελών αναγνωστών (Reimarus), άλλοτε δε να εξήγηση αυτό φυσικώς (Paulus), άλλοτε ως μύθο (Strauss) και άλλοτε ως φαινόμενο έχον τα ανάλογα και τα παράλληλα αυτού στην Ιστορία της θρησκείας (θρησκειολογική σχολή). Αλλά το υπερφυσικό είναι ούτω στενώς και στερρώς συνυφασμένο μετά τής όλης διηγήσεως και δη και μετά της διδασκαλίας του ευαγγελίου, την οποία κυρίως περί πλείστου ποιούνται οι του ορθολογισμού θιασώτες, ώστε είναι αδύνατον ν’ αποχωρίσει κανείς την υπερφυσική διήγηση από της διδασκαλίας ή να νοήσει ορθά και καλώς ταύτη αποχωρισμένη εκείνης. Σύμμαχος εις την ιστορική λεγόμενη κριτική των ευαγγελίων προσέρχεται η φιλολογική κριτική δι’ αναλύσεως των σημερινών κειμένων, αναζητήσεως των πηγών αυτών, δι’ αποσκορακισμού των δήθεν παρεμβολών κλπ. Τα έσχατα δε συμπεράσματα της διδύμου ταύτης κριτικής των ευαγγελίων συνήγαγε σε ριζοσπαστικό τρόπω μάλιστα ο Arthur Drews εν άλλοις τε συγγράμμασιν αυτού και δη και εν τοις «Christusmythe» (δ΄ εκδ. 1910) καταντήσας εις αυτήν την άρνηση της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού. Εκ του στρατοπέδου της φιλελεύθερης επί των ευαγγελίων κριτικής μνημονευτέα εδώ τα ονόματα των O. Schmiedel, Wrede, Werule, Bousset, J. Weiss, Loisy και οπωσδήποτε μετριοπαθέστερου Harnack. Εκ δε του στρατοπέδου της συντηρητικότερης των ευαγγελίων κριτικής, ουκ ολίγους και μεταξύ των διαμαρτυρομένων αριθμούμενων θιασωτών, άξια μνείας τα ονόματα των Zahn, Heinrici, Sanday, Hawkins, Lagrange, Batiffol κ.α. Τέλος αξία μνείας ενταύθα η νεότατη και δη από των άρχων της παρούσης εκατονταετηρίδας χρονολογουμένη και εν Γερμανία μάλιστα καλλιεργούμενη μέθοδος κριτικής έρευνας, των ευαγγελίων, η λεγομένη «formgeschichtliche Methode» (Bousset, Bultmann, M. Dubelius κ.α.), ήτις, θεωρούσα τα εν των ευαγγελίων περιεχόμενες διηγήσεις ως προϊόν ιστορικής εξελίξεως της προφορικής παραδόσεως, ερευνά τους νόμους της εξέλιξης αυτής και δεν ενδιαφέρεται, ως η φιλολογική κριτική, περί των συγγραφέων των πηγών, αλλά προσπαθεί να κατανοήσει την γραμματεία των κανονικών ευαγγελίων εντός του πλαισίου του βίου της αρχέγονης χριστιανικής κοινότητας.

 

Βιβλιογραφία:

01. Ν. Δαμαλά, Ερμηνεία εις τα ευαγγέλια (τόμ. 3, 187 - 180).

02. Ι. Λέρβου, Χριστιανική Γραμματολογία (Α΄ 190).

03. Θ. Κουντουρά, Περί των επιγραφών των ευαγγελίων (1014).

04. M. Dibelius Der Formgeschichte des Evangeliums (1919).

05. K.L. Schmidt, Die Stellung der Evangelien in der algemeinen Literaturgeschichte (1923).

06. P. Fiebig, Der Erzahlungsstil der Evangelien (1925)

07. Εισαγωγή εις την Κ. Διαθήκη και μάλιστα την του Th. Lahu (ΙΙ γ΄ εκδ. 1906) ένθα και πλουσιότατη βιβλιογραφία

 

Πηγή: Π. Ι. Μπρατσιώτης, Καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ια΄, 690 - 691

 

Λειτουργ.  Χάριν λειτουργικών σκοπών υπάρχει στην Εκκλησία ειδικό Ευαγγέλιο, διαιρεμένο εις περικοπές, διότι ανέκαθεν υπήρχε η συνήθεια ν’ αναγιγνώσκονται κατά την θεία λειτουργία και σε κάποιες άλλες ακολουθίες και κατά την τέλεση μυστηρίων τινών περικοπές εκ του ιερού Ευαγγελίου. Όπως το πρώτον εις την ιουδαϊκή συναγωγή, ούτω κατόπιν και στη χριστιανική Εκκλησία, ως κύριο συστατικό μέρος της λειτουργίας θεωρείτο η εκ της αγίας Γραφής ανάγνωση. Εν τη συναγωγή αναγιγνώσκονταν κατά κάθε Σάββατο ο Νόμος του Μωϋσέως και οι Προφήτες, διαιρουμένου εκάστου των μερών τούτων εις 52 περικοπές, όσα και τα Σάββατα του έτους. Η κατά περικοπές ανάγνωση γίνονταν συνεχώς, ούτως ώστε εξαντλείτο έκαστο αναγιγνωσκόμενο βιβλίο. Ξεκινούσε δε η σειρά των αναγνωσμάτων από του Οκτωβρίου. Την συνήθεια ταύτη απαντάμε και κατά τους αποστολικούς χρόνους. Και εις την εκκλησία αναγιγνώσκονταν κατ’ αρχάς η Παλαιά Διαθήκη, πριν γραφή το Ευαγγέλιο. Η πρώτη ρητή μαρτυρία περί αναγνώσεως κατά την λειτουργία ολοκλήρων βιβλίων τής Καινής Διαθήκης, η μερών εξ αυτής, ανάγεται εις τον κατά τα μέσα του Β΄ αιώνος ακμάσαντα φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο. Εκ τής μαρτυρίας όμως αυτού (Απολογία Α΄ κεφ. 67) συνάγεται ότι δεν ήταν ακόμη καθιερωμένο εν τη Εκκλησία το περικοπικό σύστημα. Συνήθως αναγιγνώσκονταν κατ’ εκλογή τεμάχια, έχοντα σχέση προς το εορταζόμενο γεγονός. Ούτως εις την βόρειο Αφρική και αλλαχού αναγιγνώσκονταν κατά την Μ. Παρασκευή η ιστορία των παθών του Σωτήρα κλπ. Το πρώτον περί τις αρχές του Ε΄ αιώνα καταρτίζονται στην Ανατολή εκλογάρια, ήτοι σύλλογοι των εκάστοτε αναγνωστέων γραφικών περικοπών, ως εκ του «Τυπικού» τοτ αγίου Σάββα μανθάνομε. Η τάξη των αναγιγνωσκομένων εν τη ημετέρα Εκκλησία δι’ όλου του έτους ευαγγελίων είναι η εξής: Το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο αναγιγνώσκεται εις επτά εβδομάδας, ξεκινώντας από την Κυριακή του Πάσχα και λήγον μέχρι της  Πεντηκοστής, χωρίς ημερών τριών. Το κατά Ματθαίο ευαγγέλιο άρχεται αναγιγνωσκόμενο από της Δευτέρας της μετά την Πεντηκοστή, ήτοι του αγίου Πνεύματος, μέχρι της μετά την Ύψωση του Σταύρου Παρασκευής (εις 17 εβδομάδας). Εκ των εβδομάδων τούτων οι ένδεκα αφιερώνονται στην ανάγνωση του Ματθαίου, από δε της δωδέκατης εβδομάδος αναγιγνώσκεται κατά τις 5 πρώτες της εβδομάδος ημέρας ό Μάρκος, κατά τα Σάββατα δε και τις Κυριακές πάλι ο Ματθαίος. Το δε κατά Λουκά ευαγγέλιο άρχεται από της μετά την Ύψωση Δευτέρας μέχρι τής Κυριακής του Άσωτου, έχοντας ολόκληρες τις δώδεκα εβδομάδες. Ο Μάρκος αναγιγνώσκεται αναμεταξύ του Ματθαίου και του Λουκά, άλλα και κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, εις πέντε εβδομάδας. Η συνεχής κατά την δηλωθείσα τάξη ανάγνωση των ευαγγελίων διακόπτεται σε ιδιαιτέρας εορτές, δια τας οποίας ορίσθηκαν οι κατ’ εκλογή περικοπές. Εις τους όρθρους των Κυριακών αναγιγνώσκονται τα εωθινά ευαγγέλια, ειλημμένα εκ των τεσσάρων ευαγγελιστών και όντα πάντα αναστάσιμα. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας τις περικοπές τής αγίας Γραφής, και αυτές ακόμη τις ευαγγελικές ανεγιγνώσκουν συνήθως οι αναγνώστες (Κυπριανού Epist. 33 και 34, Αυγουστίνου Serm. 135,Αποστολ. Διαταγές β΄ 57). Από του Δ΄ αιώνος η ανάγνωση των ευαγγελίων θεωρείτο αποκλειστικό δικαίωμα των κληρικών ανωτέρου βαθμού, ως συνάγεται εκ διαφόρων μαρτυριών. Τόπος, από του οποίου συνήθους αναγιγνώσκεται το Ευαγγέλιο, είναι ο άμβωνας μεν διά τον διάκονο, η ωραία δε πύλη διά τον πρεσβύτερο και το δεξιό μέρος της αγίας Τραπέζης διά την υπό του πρεσβυτέρου ανάγνωση των εωθινών ευαγγελίων. Και χρόνος προς ανάγνωση των περικοπών τούτων εν μεν τη θεία λειτουργία είναι ο ευθύς μετά την μικρά είσοδο και την εις τον «Τρισάγιον ὕμνον» επακολουθούσαν ανάγνωση της αποστολικής περικοπής, εν δε στον όρθρο μετά τους ειρμούς των Καταβασιών και προ των μεγαλυναρίων ή της ένατης ωδής, και στους εσπερινούς των μεγάλων Δεσποτικών εορτών ή των προηγιασμένων πάλι μετά την μικρή είσοδο

 

Πηγή: Δημόπουλος Μ.Ν. Δημοσιογράφος -  Τρεμπέλας Π.Ν., Θεολόγος -Διευθυντής Περιοδικού «Ζωή», ΜΕγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ια΄, σελ. 691

 

Απόκρυφα Αγίας Γραφής:  Ο παλαιότατος και υπό των θύραθεν Ελλήνων συγγραφέων χρησιμοποιούμενος όρος απόκρυφος έχει διαφόρους σημασίας παρά τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Και άλλοτε μεν εμφανίζεται συνώνυμος προς το ψευδεπίγραφος, άλλοτε δε προς το αιρετικός, άλλοτε δηλώνει τον αγνώστου προελεύσεως και άλλοτε τον μη κανονικό και μη θεόπνευστο. Στην τελευταία αυτή έννοια χρησιμοποιείται ο όρος αυτός παρά τους ορθοδόξους και τους παπικούς, παρ’ ότι τα απόκρυφα βιβλία είναι τα συγγράμματα εκείνα, τα οποία γεγραμμένα κατ’ απομίμηση των κανονικών βιβλίων της Αγίας Γραφής και προβαλλόμενα είτε αμέσως είτε εμμέσως με αξιώσεις ιερών βιβλίων, εν τούτοις αποκλείσθηκαν από του εκκλησιαστικού κανόνα της Αγίας Γραφής και δεν Θεωρούνται ως θεόπνευστα. Και ως αποκλεισθέντα μεν από τον κανόνα λέγονται και ακανόνιστα, ως φέροντα δε ψευδείς και νόθους επιγραφές λέγονται και ψευδεπίγραφα και νόθα. Οι δε Διαμαρτυρόμενοι, αναγνωρίζοντας ως κανονικά βιβλία της Π.Διαθήκης μόνο τα περιλαμβανόμενα στο εβραϊκό κείμενο, τα μεν λεγόμενα δευτεροκανονικά ή αναγινωσκόμενα χαρακτηρίζονται ως απόκρυφα, τα δε πραγματικά απόκρυφα λέγονται ψευδεπίγραφα.

Αναλόγως του τίτλου, που φέρει έκαστο, και του περιεχόμενου αυτών, καθ’ όσον δηλ. αυτά σχετίζονται προς την Παλαιά  ή την Καινή Διαθήκη, διακρίνονται ταύτα εις απόκρυφα της Παλαιάς και τής Καινής Διαθήκης.

Και εκείνα μεν εγράφησαν κυρίως υπό θεοσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι ιδίως κατά τους δύο τελευταίους π. Χ. αιώνας, κρύβησαν υπό ονόματα επιφανών ανδρών της Π. Διαθήκης, ταύτα δε υπό Χριστιανών ορθοδόξων ή αιρετικών των τριών πρώτων αιώνων, οι οποίοι προσπάθησαν να περιβληθούν το κύρος διαφόρων αποστόλων. Υπήρξαν δε Χριστιανοί, οι οποίοι παρεμβάλανε οικείες δικές τους ιδέες και στα Ιουδαϊκά οίκοθεν απόκρυφα (πρβ. Διαθ. 12 Πατριαρχών, Ανάληψη Ησαΐα κλπ). Τα δε ελατήρια και οι σκοποί των συγγραφέων τούτων ποικίλλουν. Και μερικά μεν των απόκρυφων (μάλιστα τα της Π. Διαθήκης) εγράφησαν προ παραμυθία και στηριγμό των πιστών με ελπίδα, άλλα δε προς ικανοποίηση της περιέργειας των πιστών διά τής πληρώσεως των κενών της βιβλικής Ιστορίας (πρβ. μάλιστα τα απόκρυφα ευαγγέλια), είναι δε και προς διάδοση αιρετικών κακοδοξιών («Απόκρυφες Πράξεις Αποστόλων, Ευαγγέλ. Εβιωνιτών κλπ.). Είναι τα πλείστα τούτα και δη κατά μέγιστο μέρος προϊόντα φαντασίας πολλάκις παιδικής και αχαλίνωτου, αλλά σε μερικά όμως αυτών διασώθηκαν και αληθινές παραδόσεις. Πολλά των απόκρυφων, μάλιστα της Π. Διαθήκης (κυρίως οι ψευδώνυμοι αποκαλύψεις), όχι μόνο άσκησαν μεγάλη επίδραση επί τους Ιουδαίους, αλλ’ απέλαυσαν μεγάλου κύρους και παρά τους Χριστιανούς. Θεωρηθέντα επί τίνα χρόνο ως ισότίμα προς τα κανονικά (Δ΄ Έσδρας κ. &). Χρειάσθηκε δε όλη η αυστηρότητα της Συναγωγής και της Εκκλησίας, όπως αποκλεισθούν ταύτα από του κανόνα.

Κατά δε τους τελευταίους χρόνους αξιούνται πολλής προσοχής τα απόκρυφα υπό τής επιστήμης και χρησιμεύουν ως πηγή σπουδαία δια την εξερεύνηση  του πνευματικού περιβάλλοντος εν τω μέσω του οποίου διαμορφώθηκαν αυτά και δια την σπουδή των κύκλων, των οποίων απεικονίζουν τους χαρακτήρες και διερμηνεύουν τους πόθους. Εκ του μεγάλου πλήθους των απόκρυφων χάθηκαν μεν ικανά, μάλιστα δε τα επί αιρέσεως ύποπτα, διασώθηκαν δε πλείστα όσα εν διάφορες αρχαίες γλώσσες.

 

1) Απόκρυφα της Π. Διαθήκης.  Αυτά είναι ως επί το πλείστον ψευδώνυμοι αποκαλύψεις (βλ. αποκαλυπτική φιλολογία).  Δυνάμεθα δε να κατατάξουμε αυτά σε δύο κατηγορίας:

α΄) απόκρυφα παλαιστινής προελεύσεως, όπως είναι το βιβλίο του Ενώχ, το βιβλίο των Ιουβηλαίων, οι διαθήκες των 12 πατριαρχών, το ψαλτήριο του Σολομώντα, το σαδοκιτικό μνημείο, η ανάληψη του Μωϋσέως, η ανάληψη του Ησαΐα, το δ΄ βιβλίο του Εσδρά, η συριακή αποκάλυψη του Βαρούχ και

β΄) απόκρυφα προελεύσεως ελληνιστικής, όπως είναι η Ιουδαϊκή Σίβυλλα, το δ΄ βιβλίο των Μακκαβαίων και το βιβλίο του σλαυικού Ενώχ και μερικά άλλα των οποίων  διασώθηκαν μόνον αποσπάσματα μερικά ή μόνο ο τίτλος (Διαθήκη Ιώβ, Διαθήκη Σολομώντος, αποκαλύψεις του Ηλία και του Σοφονία, το απόκρυφο του Ίεζικιήλ, το βιβλίο του Αδάμ και της Εύας, η αποκάλυψη του Μωϋσέως, η Διαθήκη του Αδάμ, η αποκάλυψη του Αβραάμ, η Διαθήκη του Αβραάμ κλπ.).

 

2) Απόκρυφα τής Κ. Διαθήκης. Αυτά δύνανται να διαιρεθούν στις εξής τέσσερεις κατηγορίες:

α΄) Απόκρυφα ευαγγέλια, τα οποία είναι το Ευαγγέλιο του Πέτρου, το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, το Ευαγγέλιο του Θωμά, το Ευαγγέλιο του Ψευδοματθαίου, η ιστορία του τέκτονος Ιωσήφ, το αραβικό Ευαγγέλιο της νηπιότητας, το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο των δώδεκα (εβιωνίτικο), το κατά Αιγυπτίους Ευαγγέλιο και τα ευαγγέλια των Ματθαίου, Ιούδα, Βαρθολομαίου, Βαρνάβα, Νικόδημου ή Άκτα (πράξεις) Πιλάτου. Σε αυτά δε δυνάμεθα να συγκαταλέξουμε και δύο επιστολές Πιλάτου προς τον αυτοκράτορα, την αλληλογραφία μετά του Ηρώδη κ.τ.τ-, επιστολή του Ι. Χριστού προς τον ηγεμόνα  της Εδέσσης Άβγαρον, την διαθήκη του Κυρίου κ.λ.π. , ακόμη δε και τα λεγόμενα εξωκανονικά λόγια του Ιησού, σπουδαιότερα από τα οποία είναι τα προ μερικών ετών σε αιγυπτιακούς παπύρους  (Φαγιούμ και Οξυρύγχου) ανευρεθέντα-

β΄) Απόκρυφες πράξεις των αποστόλων Ιωάννου, Παύλου καί Θέκλης, Πέτρο Θωμά, "Ανδρέου, Ανδρέου καί Ματθίου, Πέτρου και Ανδρέα, Παύλου και Ανδρέα, Ανδρέα και Βαρθολομαίου, Φιλίππου, Βαρνάβα, Θαδδαίου Σίμωνος και Ιούδα. Ενταύθα δε συγκαταλέγονται και τα μαρτύρια Παύλου, Ανδρέου, Ματθαίου, Βαρθολομαίου κλπ. Πλείστες των ανωτέρω πράξεων σημειωτέων, ότι είναι γνωστικής προελεύσεως και δη πολλές εξ αυτών προέρχονται παρά του γνωστικού αιρετικού Λευκίου Χαρίνου.

γ΄) Απόκρυφες επιστολές, όπως είναι οι του Παύλου προς Λαοδικείς και Γ΄ προς Κορινθίους, οι του Πέτρου προς Ιάκωβο και Κλήμεντος προς Ιάκωβο, προτασσόμενες αμφότερες των ψευδοκλημεντείων ομιλιών, επιστολή Ιωάννου προς κάποιο υδρωπικό, οι επιστολές του Παύλου προς Σενέκα κλπ. Τέλος

δ΄) Απόκρυφοι αποκαλύψεις,  όπως η του Πέτρου, ετέρα του Ιωάννου, οι αποκαλύψεις του Παύλου, ή του Θωμά, ή του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, ή του Βαρθολομαίου κ.ά. (περί ενός δ’ έκαστου των σπουδαιότερων εκ των απόκρυφων τούτων βλέπε οικία λέξη).

 

Βιβλιογραφία

01. Migne, Dictionnaire des apocryphes 1856

02. Kautzsch, Die Apokryphen und Pseudepigraphen des A. Testaments (β΄ έκδ. 1921)

03. Charles, The Apokrypha and Pseudepigrapha of the O. Testament (1913)

04. Bousset - Gressmann, Die Religion des Judentums im Neutest Zeitalter (1920)

05. James, The Lost Apocrypha of the O. Test. (1920)

06. Frey, άρθρο στο Supplement του Βιβλ. Λεξικού του Vigouroux (1923)

07. C. Tischendorf, Apocrypha (Evangelia, Acta Apost., Apocalypses, 1853 - 1866)

08. E. Hennecke, Neutestam. Apokryphen, (β΄ έκδ. 1924) και Handbuch zu den N.T. Apocryphen 1904

09. Δαμαλά, Εισαγωγή στην Κ.Δ.

10. Γ. Δέρβου, Χριστιαν. Γραμματολογία (Γ΄ 1910).

Πληρέστερα δε βιβλιογραφία στο μνημονεθέντα ανωτέρω Supplement του Βιβλ. Λεξικού.

 

Πηγή: Π.Ι. Μπρατσιώτης, Καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ε΄, σσ. 169-170

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΙΟΥΔΑ & ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΥ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

 

Το ευαγγέλιο του Ιούδα (Πηγή : http://www.nationalgeografic.gr)

 

Καϊνίτες: Ο Ειρηναίος πρώτος μνημονεύει τους αιρετικούς Καϊνίτες (Adv. haer. 1,31), συνδέοντας αυτούς με τους Οφίτες. Το ιδιάζων των Καϊνιτών ενέκειτο εις το ότι τιμούσαν τον Κάιν, ως όργανο της Σοφίας και εχθρό του Δημιουργού, και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ως γνώτα μάλλον των άλλων την αλήθεια. Ο Κάιν γεννήθηκε εξ υψηλότερης δύναμης από τον Άβελ, ο δε Ιούδας είναι ο ευεργέτης του ανθρωπίνου γένους, διότι δια της προδοσίας εματαίωσε τον σκοπό του Ιησού Χριστού να διαφθείρει την αλήθεια. Οι Καϊνίτες εόρταζαν την προδοσία του Ιούδα, είχαν δε ως αγία Γραφή ιδίον Ευαγγέλιο, το Ευαγγέλιο του Ιούδα, περί του περιεχομένου του οποίου τίποτα δεν γνωρίζουμε (όχι πλέον κατόπιν την αποκατάστασή του). Εκτός του Ειρηναίου αναφέρουν αυτούς ο Ψευδοτερτυλλιανός (De haer. 7). Και η υπό του Τερτυλλιανού αναφερόμενη αίρεση του Καϊνά (Praes. Haer. 33) είναι πιθανότατα η των Καϊνιτών.

Πηγή: Δυοβουνιώτης Κ.Ι., Καθηγητής της Ιστορίας των Δογμάτων και της Συμβολικής στο Εθνικό Ακαδημαϊκό Πανεπιστήμιο, ΜΕγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιγ΄, σελ. 477

 

Οφίτες: Μεταξύ των ποικιλωνύμων συστημάτων των Γνωστικών, σημαντικοί είναι οι Οφίτες ή Οφιανοί, κράμα ελληνικής μυθολογίας και ιουδαϊσμού. Η αίρεση στρεφόμενη περί τον όφιν, το μεν αγαθοποιόν, το δε κακοποιόν, έχει διάφορες διαμορφώσεις, ω όπως τους κύριους Οφίτες ή Ναασσηνούς (εκ του Νάας = όφις), τους Περατικούς, ισχυριζόμενους ότι νικούν και περώσι την φθορά, τους Σηθιανούς και τους Καϊνίτες. Ένεκα της ποικίλης αυτών διαμορφώσεως, οι αρχαίοι οι γράψαντες περί της αιρέσεως αυτών διαφωνούν στην έκθεση της διδασκαλίας τους, όπως και οι νεώτεροι. Κατά τον Ωριγένη, για να προσελκύσουν σε αυτούς οπαδούς, μεταχειρίζονταν διάφορους τύπους προσευχής, είχαν διάγραμμα διαφόρων συμβολικών σχημάτων και ζώων, και λατρεόντας τον όφι, διατηρούσαν αυτόν ζωντανό εντός κιβωτίου και περιέλειχν  (έγλυφαν) κατά την τέλεση της Ευχαριστίας. Οι Οφίτες αναφαίνονται μέχρι τον Στ΄ αιώνα, όταν ο Ιουστιανιανός εξέδωσε (530) κατά αυτών διάταγμα.

Πηγή: Φιλάρετος Βαφείδης, Μητροπολίτης Ηρακλείας, Ιστορικός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιθ΄, σελ. 297

 

Σηθιανοί: Οι οπαδοί της αιρέσεως των Οφιτών, οι οποίοι ακολούθως αλλοίωσαν αυτήν και παραδέχονταν τρεις αρχές: πάνω το φως, κάτω το σκότος και μεταξύ το πνεύμα. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή αποδέχονταν και τρία γένη ανθρώπων, τους υλικούς υπό την ηγεσία του Κάϊν, τους ψυχικούς υπό την του Άβελ και τους πνευματικούς υπό την του Σήθ. Περαιτέρω δίδασκαν ότι οι Άγιοι της Π. Διαθήκης είναι πάντες Σηθιανοί, ο δε Χριστός είναι αυτός ο Σηθ, θαυματουργικά ερχόμενος στον κόσμο (Φ. Βαφιεάδου, «Εκκλ. Ιστορία», τομ. Α΄, σελ.93)

Πηγή: Φιλάρετος Βαφείδης, Μητροπολίτης Ηρακλείας, Ιστορικός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κα΄, σελ. 710

 

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟΚΡΥΦΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ ΑΠΟ ΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ

 

ΜΑΞΙΜΙΝΟΣ Β΄ ΓΑΛΕΡΙΟΣ - ΟΥΑΛΕΡΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Δ΄ μ.Χ. αιώνας

 

... έτσι ο Μαξιμίνος είναι ο πρώτος αυτοκράτορας, ο οποίος σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει συστηματικά σε αναγκαστικά έργα τους καταδικαζόμενους Χριστιανούς. Η αυλή του (εκ τούτου δε και εκ των κατά του Χριστιανισμού μεθόδων του συμπεραίνουμε ότι αγαπούσε και πίστευε στα γράμματα) είχε γίνει εντευκτήριο πλατωνικών φιλοσόφων, τους οποίους αναβιβάζοντας σε υψηλά αξιώματα χρησιμοποιούσε ως συμβούλους. Με εκείνους ασφαλώς κατάστρωνε τα κατά του Χριστιανισμού σχέδια, τα οποία μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής: αναστύλωση των αρχαίων ναών, όσων είχαν ερειπωθεί, και ανασύσταση της λατρείας, συστηματική οργάνωση της εθνικής θρησκείας και του κλήρου της (επί την βάση της χριστιανικής οργανώσεως και κατά τρόπο τον οποίο αναμφίβολα γνώριζε και μιμήθηκε ο Ιουλιανός)· συστηματική διδασκαλία, κήρυγμα και προπαγάνδα, όπλα τα οποία μόνο ο Χριστιανισμός είχε χρησιμοποιήσει ως τότε· τέλος πολύ πλέον αποτελεσματικό από τους διωγμούς θεωρούσε τον δια του πνεύματος και του καλάμου πόλεμο, εισάγοντας ως υποχρεωτική ανάγνωση στα σχολεία είδος τι αποκρύφων «Πράξεων τοῦ Πιλάτου», όπου η μορφή και η διδασκαλία του Χριστού εμφανίζονταν διεστραμμένες και άξιες χλεύης. (Πηγή: Δημαράς Κ.Θ. συγγραφέας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιστ΄ , σσ. 650 - 651, Βιβλιογραφία, 1. Gorres Fr., Kaiser Maximin II als Christenverfolger. «Zeitschr. f. Kirchgesch.», τ. XI (1890), σελ. 333 - 352, 3. Allard P., Un Precurseur de Julien l’ Apostat. «Rev. de Lille», τ. ΙΙ (1890), σελ. 68-89)

 

 Κοιτώντας το άνωθι περιστατικό εις την ιστορία της αντιχριστιανικής προπαγάνδας ,μπορεί κανείς να υψώσει εις την λογική του εύλογα ερωτήματα και διαπιστώσεις χωρίς φανατισμό:

1. Γιατί γίνεται προσπάθεια από τον Μαξιμίνο και από τους νεοπλατωνικούς της αυλής του, διαστρέβλωσης των ευαγγελίων εφόσον η διδασκαλία των είναι ήδη κατά τους Εθνικούς μη λογική και γελοία; γιατί χρειάζεται να διαστρεβλωθεί εφόσον είναι ήδη «διεστραμμένη» ;

2. Βλέπε και Αθηνόδωρο.

3. Ο Χριστιανισμός δεν διαστρέβλωσε την μυθολογία, αλλά αντιθέτως χρησιμοποίησε ιδιαίτερα τον μύθο του Ηρακλή περί της οδού της αρετής και χρησιμοποιήθηκαν και βίοι φιλοσόφων (βλέπε Επίκτητος)

4. Γιατί διατάζεται η διδασκαλία των απόκρυφων και όχι των κανονικών; Δηλαδή τα κανονικά είναι ανώτερα από τα απόκρυφα; Έχουν μεγαλύτερη δυσκολία εις την καταλασπολόγηση των; Αν σήμερα καταφαίνεται η μη - λογικότητα των κανονικών ευαγγελίων γιατί τότε κοντά στην εποχή του Χριστού δεν καταφαίνονταν περισσότερο; (καταγραφή γεγονότων που «δεν έγιναν»)

 

 

 

ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ & ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

 

Για το μεγαλύτερο διάστημα του 19ου και 20ου αιώνα πολλοί άνθρωποι πίστεψαν πως ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πέρασε από την εποχή που έζησε ο Χριστός και την συγγραφή του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Αυτή η πίστη ήταν μια προκατάληψη παρά μια υπόθεση βασισμένη στην αρχαιολογική εμπειρία. Μια προκατάληψη που συνεχίζεται στις μέρες επειδή πολλοί άπιστοι, και ασφαλώς όχι αμερόληπτοι ερευνητές, αλλά φανατικοί πολέμιοι της Αγίας Γραφής και της Χριστιανικής πίστεως, όπως ιδιαίτερα οι νεοπαγανιστές, αρκούνται στις απόψεις, και όχι αποδείξεις, μερικών διαφωτιστών ή φυσιολατρών των περασμένων αιώνων. Αντλώντας τις απόψεις αυτές, που μετατρέπονται σε προσωπικές τους δικαιολογίες απιστίας, προσπαθούν δια μέσω «ιστορικών» μελετών να περάσουν αυτές τις αθεϊστικές θεωρίες πίστεως που τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια από τους πλανεμένους.

 Δουλεύοντας για χρόνια στο παρασκήνιο κατάφεραν διάφοροι να περάσουν ακόμη και σε πανεπιστήμια τις απόψεις πως το Ευαγγέλιο του Ματθαίου δεν το έγραψε ο Ματθαίος, του Λουκά όχι ο Λουκάς κ.ο.κ., παρουσιάζοντας τα ευαγγέλια ως μια κάποια σκευωρία του 3ου ή 4ου αιώνα, με την επίσημη αποδοχή του Χριστιανικού θρησκεύματος από την ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Ανατολής πρώτα και μετά της Δύσεως. Όμως για περισσότερο από ένα αιώνα και ευτυχώς εις την αμερόληπτη επιστήμη όπου αυτή έλαχε, αρχαιολόγοι και παπυρολόγοι άρχισαν να συλλέγουν κατά «θεία οικονομία» τα αρχαία χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης που έρχονταν να καταρρίψουν τα αθεϊστικά και μεροληπτικά δόγματα, ακόμη και ακαδημαϊκών περιβαλλόντων. Η πίστη πως πέρασε πολύ καιρός από την εποχή του Ιησού Χριστού μέχρι την συγγραφή των Ευαγγελίων έχει καταρριφθεί, και όλα τα συμπεράσματα που βασίζονται πάνω σε μια τέτοια κακή υπόθεση αναγκαστικά ακολουθούν τον δρόμο για τον κάλαθο των αχρήστων εις απογοήτευση των αθεϊστών και αλλόπιστων.

 

Συγγραφέας και Βιβλίο

 Έζησε

Ημερομηνία Γεγονότων*

Υπολογιζόμενη Χρονολογία Συγγραφής

Παλαιότερο γνωστό Χειρόγραφο

Διαφορά Χρονολογίας Γεγονότος και συγγραφής

Διαφορά Γεγονότος και σωσμένου Χειρογράφου

Ματθαίου, Ευαγγέλιο

ca. 0-70
4 π.Χ. - 30 μ.Χ.
50 - 65/75
ca. 200
<50 έτη
<200 έτη

Μάρκου, Ευαγγέλιο

ca. 15-90
27 - 30
65/70
ca. 225
<50 έτη
<200 έτη

Λουκά, Ευαγγέλιο

ca. 10-80(;)
5 π.Χ. - 30 μ.Χ.
60/75
ca. 200
<50 έτη
<200 έτη

Ιωάννη, Ευαγγέλιο

ca. 10-100
27-30
90-110
ca. 130
<80 έτη
<100 έτη

Παυλου, Επιστολές

ca. 0-65
30
50-65
ca. 200
20-30 έτη
<200 έτη

Ιώσηππου, War

ca. 37-100
200 π.Χ. - 70 μ.Χ.
ca. 80
ca. 950
10-300 έτη
900-1200 έτη

Ιώσηππου, Antiquities

ca. 37-100
200 π.Χ. - 65 μ.Χ.
ca. 95
ca. 1050
30-300 έτη
1000-1300 έτη

Τάκιτος, Annals

ca. 56-120
14-68 μ.Χ.
100-120
ca. 850
30-100 έτη
800-850 έτη

Σουετώνιος, Lives

ca. 69-130
50 π.Χ. - 95 μ.Χ.
ca. 120
ca. 850
25-170 έτη
750-900 έτη

Pliny, Επιστολές

ca. 60-115
97-112
110-112
ca. 850
0-3 έτη
725-750 έτη

Πλούταρχος, Lives

ca. 50-120
500 π.Χ. - 70 μ.Χ.
ca. 100
ca. 950
30-600 έτη
850-1500 έτη

Ηρόδοτος, Ιστορία

ca. 485-425 π.Χ.
546-478 π.Χ.
430-425 π.Χ.
ca. 900
50-125 έτη
1400-1450 έτη

Θουκυδίδης, Ιστορία

ca. 460-400 π.Χ.
431-411 π.Χ.
410-400 π.Χ.
ca. 900
0-30 έτη
1300-1350 έτη

Ξενοφώντας, Ανάβασις

Πολύβιος, Ιστορία

ca. 430-355 π.Χ.
401-399 π.Χ.
385-375 π.Χ.
ca. 1350
15-25 έτη
1750 έτη
ca. 200-120 π.Χ.
220-168 π.Χ.
ca. 150 π.Χ.
ca. 950
20-70 έτη
1100-1150 έτη

 

*Όπου υπάρχει παύλα, η πρώτη Χρονολόγηση είναι συντηρητική, ενώ η δεύτερη πιο προοδευτική.

Βλέπε και αρχαιολογικά ευαγγέλια

 

Βιβλιογραφία - Πηγές

1. C.Sanders, Introduction in Research in English Literacy (New York: MacMillan, 1952)

2. Merrill F. Unger, Famous Archaeological Discoveries (Grand Rapids: Zondervan, 1957).

3. R. Laird Harris, Can I Trust My Bible? (Chicago: Moody Press, 1963).

4. Merrill F. Unger, Unger's Bible Handbook (Chicago: Moody Press, 1967)

5. Sir Fredric Kenyon, The Bible and Archaeology (New York: Harper & Brothers, 1940).

6. F. Westcott, and F.J.A. Hort, eds., New Testament in Original Greek, 1881, vol. II, 2.

7. Dr F.F. Bruce, “The New Testament Documents, are they Reliable?” (Paperback - April 2003)

 

 

 

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

 

 

4 ΚΑΝΟΝΙΚΑ

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΣΕ ΠΑΠΥΡΟΥΣ & ΠΕΡΓΑΜΗΝΕΣ

 

Χειρόγραφο

Περιέχει

Χρόνος

σελ.*

σημ.

Πάπυρος της Μαγδαληνής
Ματθαίον 26: 7-8,10,14-15,22-23 & 31
Πριν το 66 μ.Χ.
125
3
Περγαμηνή νεκρής θάλασσας MSS 7Q5
Μάρκον 6:52-53
Πριν το 68 μ.Χ. και «ίσως του 50 μ.Χ.»
46
4
Περγαμηνή νεκρής θάλασσας MSS 7Q4
Α΄ Τιμόθεον 3:16-4:3
Πριν το 68 μ.Χ.
140
5
Πάπυρος της Βαρκελώνης (Ρ67)
Ματθαίος 3:9, 15; Ματθαίος 5:20-22, 25-28
Πριν το 66  μ.Χ.
68-71
6
Πάπυρος των Παρισίων (Ρ4)
Λουκάς 3:23, 5:36
Όχι πολύ αργότερα από το  66 μ.Χ.
70
7
Παυλιανός Κώδιξ (Ρ46)
Επιστολές του Παύλου
85 μ.Χ.
70-71
 
Πάπυρος του Bodmer (ΙΙ)
Το ευαγγέλιο του Ιωάννη σχεδόν ολόκληρο
125 μ.Χ.
71
 
P32
;
175 μ.Χ.
71
 
P45
;
150 μ.Χ.
71
 
P77
;
150 μ.Χ.
71
 
P87
;
125 μ.Χ.
71
 
P90
;
150 μ.Χ.
71
 
Του Ιωάννη Rylands  Ελληνικός 457 (P52)
Ιωάννη 18: 31-33, 37-38
100-125 μ.Χ.
115,126, 138
8
Πάπυρος Οξύρυγχου 2683 (Ρ77)
Ματθαίος 23:30-39
150 μ.Χ.
126
 
Πάπυρος Οξύρυγχου 2 (P1)
Ματθαίος 1:1-9, 12, 14-20
όχι πολύ αργότερα από τον Ρ4 (περίπου 100 μ.Χ.;)
126
9
Πάπυρος Οξύρυγχου  3523 (P90)
Ιωάννης 18:36-19:7
περίπου 125-150 μ.Χ.
127
 
 

Σημειώσεις:

1. Τα χειρόγραφα αναφέρονται ως μονά (MS) και ως πολλαπλά (MSS).

2. Ένα άρθρο του Pointcast News Service σήμερα το πρωί (4/3/97) δίνει ένα παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί με αρκετούς αιώνες χωρίς προσεχτική μετάδοση της πληροφορίας. Σύμφωνα με ένα άρθρο των  New York Times («Lack of Oppression Hurts Christianity in Japan» by Nicholas Kristof), οι κρυπτοχριστιανοί επέζησαν για αρκετούς αιώνες στην Ιαπωνία κατά τους οποίους ο Χριστιανισμός καταπιέσθηκε επίσημα και απαγορεύθηκε. Φαίνεται από το άρθρο ότι η γνώση τους για την Γραφή υπέστηκε σημαντική εκφυλισμό κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος. Πολλές ιστορίες λασπώθηκαν και μπερδεύτηκαν με λαϊκές εθνικές παραδόσεις. Για παράδειγμα, ο Νωέ επέζησε μετά από ένα τσουνάμι παρά από ένα κατακλυσμό, και με ένα κανό παρά με μια βάρκα. Η Παναγία επισκέφτηκε την Ιαπωνία και ο Χριστός θανατώθηκε από δύο άνδρες, τον Ponsha και τον Piloto. Πριν από αυτές τις ανακαλύψεις, μερικοί σχολαστικοί διερωτήθηκαν μην παρόμοιες παρανοήσεις συνέβησαν και κατά τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

3. Αυτό είναι το χειρόγραφο που γκρέμισε την συγγραφή του βιβλίου του Thiede. Βρέθηκε στην Αίγυπτο, όπου ένα ευνοϊκό περιβάλλον διατήρησε πολλά αρχαία χειρόγραφα. «Με λίγα λόγια, η προσπάθειά μας για μια έμμεση, στοιχειοθετημένη και ακριβή χρονολόγηση παπύρου... έφτασε σε ένα τελικό αποτέλεσμα. Το συγκρινόμενο υλικό μαρτυρεί την ημερομηνία του 66 μ.Χ., με μια ξεκάθαρη ροπή προς ακόμη μια πιο ελαφρά νωρίτερα ημερομηνία. Αντίθετα, δεν υπάρχει εξίσου συμπέρασμα, συγκριτικού υλικού από μετέπειτα εποχές. Επιπλέον, το σύνηθες παλαιογραφικό «περιθώριο λάθους» επιτρέπει νωρίτερες, αλλά όχι πιο μετέπειτα, χρονολογήσεις» (σελ. 125)

4. Αυτό το απόσπασμα από τις περγαμηνές της Νεκράς Θάλασσας υπήρξε υψηλά αμφιλεγόμενο, μιας και οι περγαμηνές αυτές πρέπει να υπολογίζονται πριν το 68 μ.Χ., όταν η Ρωμαϊκή Χ λεγεώνα «Fretensis» κατέλαβε την περιοχή μετά την Ιουδαϊκή επανάσταση. Ο Thiede ξόδεψε πολύ χρόνο σε αυτόν τον MSS  και ρωμαλέα απάντησε σε όλες τις ενστάσεις που είδα να ανυψώνονται εναντίων στις ταυτοποιήσεις του ως Χριστιανικού αποσπάσματος της Κ.Δ., ενστάσεις που νωρίτερα με είχαν κάνει νωρίτερα να απορρίψω αυτή την εκδοχή. Με ενδιαφέρον ο Thiede (σελ. 31) αναφέρει ένα Αυστιακό μελετητή που αποδέχθηκε τα αποσπάσματα ως προερχόμενα από την Κ.Δ., προσπαθώντας να συνδυάσει αυτό με την συμβατική ακαδημαϊκή σκέψη της πρότασης ότι τα αποσπάσματα αυτά αποτέθηκαν σε μια μετέπειτα εποχή κατά την διάρκεια της επανάστασης του Μπαρ Κοχμπά (132 - 135 μ.Χ.). Ο Thiede εξηγεί ότι αυτό είναι αβάσιμο.

5. «Η συνεχιζόμενη διαμάχη για τα περιεχόμενα του Σπηλαίου 7 και του Παπύρου του Μάρκαν 7Q5, τείνει να επισκιάσει το γεγονός του ότι υπάρχει ένας απόσπασμα κυλινδρικού πάπυρου από αυτό το σπήλαιο 7Q4 που αναγνωρίσθηκε από τον Jose O Callaghan ως Α΄ Τιμόθεον 3:16-4:3. Αυτή η άποψη αποδείχθηκε ότι είχε μια ελαστικότητα στο πρόσωπο του βουβού σκεπτικισμού. Πράγματι, ακόμη και μελετητές που παρέμεναν σκεπτικοί για την αναγνώριση του παπύρου 7Q5, πείσθηκαν για την αναγνώριση του 7Q5 ως στίχοι της Α΄ προς Τιμόθεον επιστολής» (σελ. 140)

6. Ο πάπυρος της Βαρκελώνης αναγνωρίστηκε ως «δίδυμος» του Πάπυρου της Μαγδαληνής, ανακαλύφθηκε στο ίδιο σημείο, και ανάγεται στην ίδια εποχή.

7. Επίσης συνδεμένος με τους Πάπυρους Βαρκελώνης/Μαγδαληνής αλλά όχι της ίδιας εποχής,. Πριν την νέα χρονολόγηση του Παπύρου της Μαγδαληνής, ο Comfort τον είχε αποδώσει στον «πρώιμο 2ο αιώνα» (100-125 μ.Χ. ;), που τώρα προκύπτει πολύ καθυστερημένος.

8 Ο Thiede  σημειώνει για τον Ρ52 «χρονολογήθηκε στο πρώτο τέταρτο του 2ου αιώνα αλλά μπορεί να είναι και αρχαιότερος» (σελ. 126)

9. Αναφορικά με τον Ρ1 «... ο 3ος αιώνας που συνήθως του αποδίδεται είναι σίγουρα πολύ μετέπειτα. Κάποιος δεν θα μπορούσε να τον τοποθετήσει στην ίδια πρώιμη περίοδο όσο τα αποσπάσματα της Μαγδαληνής και της Βαρκελώνης, ή ακόμη του Παρισινού Αγ. Λουκά, αλλά δεν είναι πολύ αργότερος.» Ο Thiede επίσης σημειώνει για τον άλλο πάπυρο·  «Η χρονολόγηση του Ρ5 του «3ου αιώνα» είναι κοινά αποδεκτής ως απατηλή και αργή». Ρ69: «Ποιος θα μπορούσε  τώρα να διανοηθεί να το χρονολογήσει τόσο αργά όσο ο 3ος αιώνας-όπως είναι αυτή την στιγμή;»· Ρ70: «Τρίτος αιώνας; Μόνο αν η παράδοση εξουσιάζει την νέα αντίληψη»

 

Πηγές:

1. McDowell, Josh, EVIDENCE THAT DEMANDS A VERDICT, Vol. I (San Bernardino, CA: Here's Life, 1972)

* 2. Thiede, Carsten P. and Matthew D'Ancona, EYEWITNESS TO JESUS: Amazing New Manuscript Evidence About the Origins of the Gospels (New York: Doubleday, 1996)

 

Ο Dr. Thiede είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Βασικής Επιστημονικής Έρευνας [Institute for Basic Epistemological Research (IBER)] και ένας εξέχων παπυρολόγος, αυθεντία στα αρχαία χειρόγραφα και ο Dr. McDowell ένα πρώην άθεος και γνωστός πανεπιστημιακός απολογητής

 

 

 

ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΠΛΗΡΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

Χειρόγραφο

Έτος

Σημειώσεις

Πάπυρος Chester Beatty
200 μ.Χ.
Σχεδόν μα όχι ολάκερη η Κ.Δ.
Βατικάνιος Κώδικας
325-350 μ.Χ.
Ο Κώδικας είναι βιβλίο σε αντιδιαστολή με τον κύλινδρο παπύρου
Σιναϊτικός Κώδικας
350 μ.Χ.
 
Αλεξανδρινός  Κώδικας
400 μ.Χ.
 
Codex Ephraemi
400 μ.Χ.
 
Codex Bezae
450 μ.Χ.+
 
Ουασιγκτώνιος Κώδικας
περίπου. 450 μ.Χ.
 
Codex Claromontanus
500s μ.Χ.
 
 

Πηγή:

1. McDowell, Josh, EVIDENCE THAT DEMANDS A VERDICT, Vol. I (San Bernardino, CA: Here's Life, 1972), σσ. 46-48

 

 

 

 

P66

P64

P52

P46

P45

Πάπυρος Οξύρυγχου

Κουμράν, σπήλαιο 7

7q4 1,2  Α΄ Τιμόθεου  Γ΄ 16 - Δ΄3

7q8  Ιάκωβου Α΄ 23-24

7q6 1,2  Μάρκου Α΄:8 & Πράξεις Κζ΄38

Κουμράν, σπήλαιο 7

7q5 Μάρκου Στ΄ 52-53

Πηγές:

1.  http://www.biblefacts.org/history/oldtext.html

2.  http://members.aol.com/user192905/map/index.htm

 

 

 

ΑΛΛΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΠΕΡΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ Κ.Δ. ΝΩΡΙΤΕΡΑ ΤΟΥ 3ου ΑΙΩΝΑ

 

Εκτός από τους πάπυρους της Κ.Δ., υπάρχουν τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας, δηλαδή πρώιμοι συγγραφείς που σημείωναν αναφορές από την Κ.Δ.. Για να σημειώνει κανείς από τα βιβλία της και τις επιστολές της, σημαίνει πως αυτά τα βιβλία ήσαν γραμμένα και κυκλοφορούσαν.

Ο αριθμός από αυτές τις σημειώσεις της Βίβλου που είναι γνωστές από την πρώιμη Χριστιανική γραμματεία είναι τεράστιος -πάνω από 36.000 σημειώσεις είναι γνωστές πριν από την Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. (McDowell, σελ. 52). Ο Sir David Dalrymple κάποτε ρώτησε τον εαυτό του μια ερώτηση: «Ας υποθέσουμε ότι η Καινή Διαθήκη καταστρέφονταν, και κάθε αντίγραφο της είχε χαθεί κατά το τέλος του 3ου αιώνα, θα μπορούσε να ανασυντεθεί από τα συγγράμματα των Πατέρων του Β΄ και Γ΄ αιώνα;»

Η απάντησή του; «... καθώς κατέχω όλα τα υπάρχοντα έργα των Πατέρων του 2ου και 3ου αιώνα, ξεκίνησα το ψάξιμο, και μέχρι σήμερα βρήκα ολάκερη την Καινή Διαθήκη, εκτός από 11 στίχους» (McDowell, σσ. 50-51)

Ο Ειρηναίος, επίσκοπος της Λυών, μαρτύρησε γύρω στο 180 μ.Χ.. Ήταν μαθητής του Πολύκαρπου, του μαθητή του Αγίου Ιωάννη. Εκτεταμένες σημειώσεις των συγγραμμάτων του Ειρηναίου περιλαμβάνουν τμήματα του Ματθαίου, Λουκά, Μάρκου, τις Πράξεις, την Α΄ προς Κορινθίους, Α΄ Πέτρου, προς Εβραίους και ο Τίτος Ιγνάτιος (1) σημειώνει από τον Ματθαίο, Ιωάννη, Πράξεις, Ρωμαίους, Α΄ Κορινθίους, Εφεσίους, Φιλλιπισίους, Γαλάτες, Κολοσσαείς, Ιακώβου, Α΄ και Β΄ Θεσαλλονικείς, Α΄ και Β΄ Προς Τιμόθεον και Α΄ Πέτρου. Ο Βαρνάβας σημειώνει από την Κ.Δ γύρω στο 70 μ.Χ., ο Ερμάς το 95 μ.Χ, ο Τατιανός το 170 μ.Χ. και ο Κλήμης της Αλεξανδρείας, που έζησε το 150-212 μ.Χ., σημειώνει από ολόκληρα 3 βιβλία της Κ.Δ.. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, το 133 μ.Χ., σημειώνει από τα Ευαγγέλια, Πράξεις, Αποκάλυψη και από τις επιστολές του Παύλου και τις άλλες. (McDowell, σσ. 51-52).

 «Μπορούμε να πούμε με έμφαση πως δεν υπάρχει άλλο κάποια στερεή βάση για την χρονολόγηση των βιβλίων της Καινής Διαθήκης μετά το 80 μ.Χ., δύο ολάκερες γενιές πριν την χρονολόγηση 130 & 150 που αποδίδονταν από τους πιο ριζοσπαστικούς κριτικούς της Κ.Δ. σήμερα», Δόκτωρ Foxwell Albright, ο διακεκριμένος αρχαιολόγος, 1955 , (McDowell, σσ. 62-63).

 

Σημειώσεις

1 . Τον καιρό του Ειρηναίου τα Ευαγγέλια τριγύριζαν για αρκετό καιρό, και τα 4 ήσαν γνωστά και αναγνωρισμένα ανάμεσα στους Χριστιανούς. «Όπως υπάρχουν 4 τεταρτημόρια του κόσμου εις την οποίο ζούμε, και 4 συμπαντικοί άνεμοι [αυτά τα δύο σχόλια αναφέρονται στον Β, Ν, Α, Δ], και καθώς η Εκκλησία εξαπλώθηκε σε όλη την γη, και το ευαγγέλιο είναι ο στύλος και η βάση της Εκκλησίας και η ανάσα της ζωής, έτσι θα ήταν φυσικό να υπάρχουν τέσσερις στύλοι... [ο Θεός] μας έδωσε τα Ευαγγέλια σε τετράσχημη μορφή, αλλά συγκροτημένα από τον ίδιο Πνεύμα», (Πηγή: McDowell, Josh, EVIDENCE THAT DEMANDS A VERDICT, Vol. I (San Bernardino, CA: Here's Life, 1972), σσ. 63-64)

 

Πηγή: http://www.geocities.com/Heartland/7547/ntmss.html

 

 

ΑΠΟΚΡΥΦΑ

 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

 

 

Το «ευαγγέλιο του Ιούδα» ανάγεται στον 4ο-5ο αιώνα μ.Χ. Τώρα το ανασκεύσαν και το μετάφρασαν στα Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Ο Πάπυρος που ανακαλύφθηκε στην Αίγυπτο την δεκαετία του 50 και 60 αποκτήθηκε από το National Geographic και παρουσιάστηκε σήμερα (07/04/06) στην Ουάσιγκτον. (Πηγή:  http://www.repubblica.it/2003/e/gallerie/scienzaetecnologia/vangelo-giuda/1.html)

 

Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα». Κάτω αριστερά διακρίνεται ο «σταυρός» της Αιγυπτιακής παγανιστικής θρησκείας και δεξιά  του ένας μικρότερος ισοσκελής «ελληνικού τύπου» σταυρός (Πηγή Φώτο: http://www.repubblica.it/2003/e/gallerie/scienzaetecnologia/vangelo-giuda/6.html)

 

Το «ευαγγέλιο του Ιούδα» είναι γνωστό στην Ορθόδοξη Εκκλησία από την αρχή της χριστιανικής ιστορίας σχεδόν. Η πρόσφατη αποκατάστασή του και δηλαδή η αναγέννηση του περιεχομένου του έδωσε αφορμή σε διαφόρους για άκαιρα συμπεράσματα. Από επιστημονικής άποψης της ιστορίας της θρησκείας είναι ένα σπουδαιότατο εύρημα. Αλλά από θεολογική πλευρά, είναι αιώνες τώρα γνωστή η πνευματική του θέση και το φιλοσοφικό του περιεχόμενο. Δεν εκπλήσσει και ακόμη περισσότερο δεν «ανατρέπει» τίποτα πέρα από όσα φαντάζονται μερικοί. Το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτού του ευαγγελίου μπορεί κανείς να το δει εδώ και θα τον βοηθήσει να εξάγει χρήσιμα συμπεράσματα.

 

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΤΟΥ Nag Hammadi (Ναγκ Χαμάαντι)

 

 

Louis Painchaud, Ph.D.

υπεύθυνος της έκδοσης των κειμένων του Nag Hammadi

Τμήμα Θεολογικού και θρησκευτικών επιστημών

Πανεπιστήμιο Laval

Κεμπέκ, Καναδάς

 

Τον Δεκέμβριο του 1945, κοντά στην πόλη του Nag Hammadi, μερικοί Αιγύπτιοι χωρικοί απρόσεκτα ανακάλυψαν ένα βάζο που περιείχε δεκατρείς κώδικες παπύρων (που σημαίνει, τόμους με επίπεδο δέσιμο σαν τα μοντέρνα βιβλία), με δερμάτινα εξώφυλλα. Είχαν κάνει μια από τις πιο αξιοσημείωτες ανακαλύψεις αρχαίων χειρογράφων του 20ου αιώνα. Οι 1156 επιγραμμένες σελίδες, που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα διατήρησης, περιέχουν 54 διαφορετικά έργα, πολλά από τα οποία θα ήταν αλλιώς άγνωστα, συμπεριλαμβανομένου και του διάσημο Ευαγγέλιο του Θωμά, μια σειρά λεγομένων του Ιησού. Αυτά είναι θρησκευτικά κείμενα, τέτοια που γενικά αναφέρονται ως Γνωστικά. Γραμμένα στην αρχή στα Ελληνικά, πιθανώς κατά την διάρκεια του Β΄ αιώνα, μεταφράστηκαν αργότερα στην Κοπτική, που εκείνο τον καιρό ήταν η γλώσσα της Αιγύπτου· γύρω στο μέσο του 4ου αιώνα, αντιγραφήκαν σε κώδικες που στην συνέχεια θάφτηκαν σε βάζα, πιθανώς στην αρχή του 5ου αιώνα. Αυτή η ανακάλυψη είναι ανεκτίμητη για την ιστορία των βιβλίων (οι κώδικες του Nag Hammadi ανήκουν πράγματι ανάμεσα στα αρχαιότερα επιβιώσαντα βιβλία), για την ιστορία της Κοπτικής γλώσσας και γραφής, και για την ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας και του πρώιμου Χριστιανισμού. Αυτό γιατί αυτά τα κείμενα φέρνουν πάλι πίσω στην ζωή μορφές του πρώιμου Χριστιανισμού, που μετέπειτα παραδόσεις πολέμησαν ενάντια και προσπάθησαν να εξοντώσουν, αλλά που ωστόσο έπαιξαν ένα σημαντικό μέρος στην ανάπτυξη του Χριστιανισμού. Η επεξεργασία, μετάφραση σε σύγχρονες γλώσσες, και  μελέτη αυτών των κειμένων, έστω και αν ακόμη σε πρώιμο επίπεδο, μας δίνουν μια νέα προοπτική του δεύτερου αιώνα, μιας εξαιρετικά σημαντικής περιόδου της ανάπτυξης του Χριστιανισμού.  Ωστόσο η ερμηνεία αυτών των κειμένων είναι εξαιρετικά δύσκολη, γιατί δεν είναι τίποτα γνωστό για τους συγγραφείς του ή για τα μέρη, ημερομηνίες και συνθήκες κάτω από τις οποίες συγγράφτηκαν στα Ελληνικά, και μετά μεταδόθηκαν, μετεφρασθήκαν στα Κοπτικά και τέλος αντιγράφηκαν στους κώδικες που ανακαλυφθήκαν το 1945. Ειδικευμένες προσπάθειες έρευνας ωστόσο επέτρεψαν τους μελετητές να τοποθετήσουν αυτά σε γενικό πλαίσιο και να εξάγουν από αυτά σπουδαίες πληροφορίες που ρίχνουν νέο φως στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Για να ονομάσουμε ένα παράδειγμα ανάμεσα σε άλλα, το Ευαγγέλιο του Θωμά έχει γίνει ακρογωνιαίος λίθος της έρευνας για το ιστορικό χαρακτήρα του Ιησού της Ναζαρέτ και των αρχών του Χριστιανισμού.

Πηγή: http://www.ftsr.ulaval.ca/bcnh/decouverte.asp?lng=ang_

 

Nag Hammadi: πόλη της Αιγύπτου κοντά στην αρχαία πόλη του Chenoboskion όπου, το 1945, μια μεγάλη παρτίδα από γνωστικά κείμενα στην Κοπτική γλώσσα ανακαλύφθησαν. Τα χειρόγραφα του Nag Hammad, που χρονολογούνται στον 4ο αιώνα μ.Χ., περιλαμβάνουν 12 κώδικες σε φυλλάδια, ένα ανακριβές φυλλάδιο και ένα αντίγραφο της Πολιτείας του Πλάτωνα· όλα μαζί 53 έργα. Αρχικά γραμμένα στα Ελληνικά, μεταφράστηκαν (2ο-3ο αιώνα μ.Χ.) στα Κοπτικά. Τα περισσότερα από τα κείμενα έχουν ισχυρά το Χριστιανικό στοιχείο. Η παρουσία και μη Χριστιανικών στοιχείων πάντως, έδωσε άνοδο εις την υπόθεση ότι ο γνωστικισμός, που δίδασκε την σωτηρία δια μέσω της γνώσης, δεν ήταν αρχικά ένα Χριστιανικό κίνημα. Μέχρι την ανακάλυψη των κειμένων, η γνώση γύρω από τον Χριστιανικό γνωστικισμό ανάγονταν σε αναφορές και σημειώσεις από τους αντίπαλους Ορθόδοξους, όπως ο Ειρηναίος και ο Τερτυλλιανός. Ανάμεσα στους κώδικες υπάρχουν αποκαλύψεις, Ευαγγέλια, μια συλλογή λεγομένων του αναστημένου Ιησού στους μαθητές του, ομιλίες, προσευχές και θεολογικές πραγματείες.

Βιβλιογραφία

01. E. H. Pagels, The Gnostic Gospels (1979)

02. K. Rudolph, Gnosis (1983)

03. B. Layton, The Gnostic Scriptures (1987)

04. J. M. Robinson, The Nag Hammadi Library in English (1988).

05. Πηγή: http://www.encyclopedia.com/html/N/NagH1amma.asp

 

 

ΑΙΜΟΜΙΞΙΑ, ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΑΟΙ, ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

ΑΙΜΟΜΙΞΙΑ

Αιμομιξία είναι η μεταξύ προσώπων εξ ιδίων γονέων προερχομένων ή στενών εξ αίματος συγγενών σαρκική επιμιξία.

 

ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΛΑΟΙ

 

Η κατά τους παλαιότατους χρόνους και προ της ιδρύσεως των κοινωνιών αναγκαστική επιμιξία μεταξύ στενών συγγενών, εξακολούθησε και κατόπιν παρά τους πλείστους των λαών της αρχαιότητος. Ούτως στην Αίγυπτο γάμοι μεταξύ γνησίων αδελφών όχι μόνον επιτρέπονταν «παρὰ τὸ κοινὸν ἔθος ἀνθρώπων», όπως λέγει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αλλά και, ως μιμήσεις του παραδείγματος της θεάς Ίσιδος, η οποία υπήρξε αδελφή και σύζυγος του Οσίριδος, θεωρούνταν επαινετοί (Διόδ. Σικελ. Ι. 27 Φίλ. Ίουδ. II, 303), γι’ αυτό και ο Πτολεμαίος ο Β', αν και Έλληνας στο γένος «Ἀρσινόης ἀδελφῆς ἀμφοτέρωθεν ἐρασθεῖς, ἤγεμεν αὐτήν, Μακεδόσιν οὐδαμῶς ποιῶν τὰ νομιζόμενα, Αἰγυπτίοις μὲντοι ὧν ἦρχεν», που έτυχε εξύμνησης από τον Θεόκριτο (ειδ. 7 και 10) αλλά που εμπαίχθηκε από τον Σωτάδη (Αθήν. 14, 621α). Το παράδειγμα του Πτολεμαίου ακολούθησαν και μερικοί των διαδόχων του. Έτσι π.χ. ο μεν Πτολεμαίος ο Γ' ήταν εραστής και νυμφεύθηκε και αυτός την Βερενίκη, θυγατέρα του Μάγα, ομομήτριου αδελφού του Πτολεμαίου του Β', ο δε Πτολεμαίος ο ΙΒ' με διαθήκη όρισε , ώστε ο πρεσβύτερος αυτού υιός Πτολεμαίος ο ΙΓ' και η πρεσβυτέρα αυτού θυγατέρα η Κλεοπάτρα συζευχθούν και συμβασιλέψουν. Εις τους Στους όμαιμους γάμους τους αποδίδεται από μερικούς (G. de Buzareingues, Lucas, Ribot) ο μαρασμός και ο εκφυλισμός της οικογενείας των λαγιδών.

Στους Τάρταρους, τους Σκύθες, στους Πέρσες, ο πατέρας νυμφεύονταν την θυγατέρα του, ο υιός την μητέρα του και ο αδελφός την αδελφή (Στράβων, Σέξτος, Φίλων, Catullus, Lucanus κ.λ.π.). Οι μάγοι στους Πέρσες παντρεύονταν τις μητέρες τους (Σέξτ, Έμπειρ.), ο δε γάμος μεταξύ των πλησιέστερων συγγενών («Κβετούκ - ντας» ) συνίστατο υπό των Αβέστα και της θρησκείας, ότι εξουδετέρωνε τα θανάσιμα αμαρτήματα κατά τον συγγραφέα του «Χαγιάστ- λα-Χαγιάστ» (Huart, «La Perse Antique» σελ. 198). Ο Κόϊντος Κούρτιος Ρούφος αναφέρει ότι ο σατράπης της Σογδιανής Σισιμίθρης νυμφεύθηκε την μητέρα του και είχε 2 θυγατέρες (Βιβλ. VIII κεφ. IX), ο δε Ηρόδοτος ότι ο Καμβύσης είχε σύζυγο την αδελφή του (III 31).

Ο Άγ. Ιερώνυμος βεβαιώνει ακόμη εκτός των εθνών τούτων και πως οι Ινδοί και οι Αιθίοπες είχαν την συνήθεια των όμαιμων αυτών γάμων («Persae, Medi, Indi et Aethiopes cum matribus et magis cum filiabibus et neptibus…» ad Jovian. I, 11).

Γνωστόν επίσης ότι ο Μαύσωλος, ο τύραννος της Καρίας, υπήρξε αδελφός και σύζυγος της Αρτεμισίας, της οποίας μάλιστα ίδρυσε εκεί τον περίφημο τάφο, τον αποκαλούμενο Μαυσωλείο, , και ότι ο Αττίλας έστει που, για να νυμφευθεί κατά τα νόμιμα των Σκυθών την θυγατέρα του Έσκαν. Τέλος δε αναφέρονται και άλλοι τινές λαοί οι οποίοι παντρεύτηκαν κατ' το ίδιο τρόπο «μητράσι καὶ ἀδελφαῖς» (Στραβ. IV, 5.4, XIV, 4.25).

 

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

Πριν του Μωϋσή και αυτοί οι Εβραίοι γνώρισαν όμαιμους γάμους. ο Αβραάμ ήταν αδελφός εκ πατρός και σύζυγος της Σάρρας (Γεν. Κ., Κεφ. Β, 12) και ο ΝΑχώρ νυμφεύθηκε την συγγενή αυτού Μελχάς (ΚΔ΄, 15). Οι δύο θυγατέρες του Λώτ συνέλαβαν από τον πατέρα τους (Γε. ΙΘ΄, 36) γνωστή δε είναι και η ιστορία του Αυνάν και του Ιούδα, ο οποίος τον κάλεσε σύμφωνα με τον νόμο, όπως λάβει για σύζυγό του την γυναίκα του αδελφού του (ΛΗ΄, 8)

 

ΕΛΛΑΔΑ -ΡΩΜΗ

 

Στην Ελλάδα, αν και αιμομιξία ήταν βδελυκτή, γάμοι μεταξύ αδελφών μη ομομήτριων ήταν ανεκτοί. Ο Ζεύς άλλωστε είχε την Ήρα «κασιγνήτην ἄλοχόν τε» (Ομ. Ιλ. Σ. 356). Η δε Στωϊκή σχολή ουδόλως απέκρουε τις μεταξύ των συγγενών γάμους. Επίσης στην Σπάρτη, κατά τον Φίλωνα τον Ιουδαίο (ΙΙ, 303), επιτρέπονταν γάμος μεταξύ ετεροθαλών αδελφών ομομήτριων, ουχί δε και ομοπάτριων. Ο Χρύσιππος μάλιστα ουδέν σεβασθείς (Διογ. Λαέρτ. Βιβλ. VII, κεφ. Ζ') επιτρέπει γάμου κοινωνία και «μητρὰσι καὶ θυγατρὰσι καὶ υἱοῖς».

Γνωστές δε είναι οι ιστορίες του έρωτος της Σμύρνας προς τον πατέρα της Κινύραν (Στοβ. Ανθολ.), της Κανάκης προς τον αδελφόν της Μάκαρα (Αριστοφάνης, Οβίδιος). Ο Κίμων αυτός, κατά Κορν. Νέπωτα, είχε την αδελφή του γυναίκα, ο δε Θεμιστοκλής, κατά τον Πλούταρχο (Βίος Θ.), από τις πολλές από την δεύτερη γυναίκα του θυγατέρες, την Μνησιπτόλεμη, πάντρεψε προς Αρχέπολη, αδελφό του ομοπάτριο. Κατά τον Τερέντιο δε (Φορμίων, Πράξ. Ι. σκ. IV), στην Αθήνα οι ορφανοί όφειλαν να νυμφευθούν τους πλησιέστερους αυτών συγγενείς. Σημειωτέον όμως ότι μερικά από αυτά ίσως είναι άπλα μυθολογήματα.

Ο Καλλιγούλας ο ίδιος ομολογεί ότι η μητέρα του ήταν προϊόν αιμομιξίας.

Αλλ’ αντίθετοι προς τ' ανωτέρω, άλλες ειδήσεις δείχνουν τουναντίον, ότι η βδελυγμία αυτή καταδικάζονταν από αρχαιότατα χρόνια.

Χιλιάδας έτη προ Χρίστου ο βαβυλωνιακός κώδικας του Χαμουραμπή καταδίκαζε σε θάνατον δια πυρός την μητέρα και. τον αιμομίκτη υιό της (L. Dellaporte, La Mesopotamie, σελ. 109), στην Αίγυπτο δε ως φαίνεται η αιμομιξία δεν αποδοκιμάζονταν από όλους. Παράδειγμα όσα γράφει ο Ηρόδοτος (II, 129) περί Μυκερίνου του υιού του Χέοπα, ο οποίος βίασε άκουσαν την θυγατέρα του, η οποία μετά ένεκα σφοδρής λύπης απαγχονίστηκε «ἀπήγξατο ὑπὸ ἄχεος». Αυτή η ιστορία του Καμβύση, ο οποίος θέλοντας να παντρευτεί την αδελφή του συγκάλεσε συμβούλιο διακεκριμένων ανδρών Περσών, ίνα γνωρίσουν αυτού, αν αυτό επιτρέπονταν, δεικνύει ότι προηγουμένως και στους Πέρσες δεν υπήρχε νόμος επιτρέπων αυτή την συμβίωση «νόμον οὐδένα ἐξευρίσκειν, ὃς κελεύει ἀδελφεῇ συνοικέειν ἀδελφεὸν» Ηροδ. III. 31). Και αυτοί δe, κατά τον Montesquieu, οι βάρβαροι μπορούσαν μεν να νυμφευθούν τις θυγατέρας τους, ουδέποτε όμως τις μητέρας τους.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι λαοί σχεδόν πάντες, από δεισιδαιμονικούς κυρίως στην αρχή λόγους, απέφευγαν την αιμομιξία, ιδίως με τις μητέρες, όπως δεικνύει και η σημερινή παρατήρηση αγρίων και απολίτιστων λαών, στους οποίους αυτή η σχέση θεωρείται εγκληματική και τιμωρείται με θάνατο.

Κυρίως όμως ο Εβραϊκός νόμος επιχειρώντας να κατάργηση την αιμομιξία τιμωρούσε δια θανάτου κάθε ένοχο. Το Λευϊτικό (Κ. 11-18) γράφει ότι: «Ἐὰν τις κοιμηθῇ μετὰ γυναικὸς τοῦ πατρὸς αὑτοῦ, ἀσχυμοσύνην τοῦ πατρὸς αὑτοῦ ἀπεκὰλυψεν, θανάτῳ θανατούσθωσαν, ἀμφότεροι ἔνοχοί εἰσον καὶ ἐάν τις κοιμηθῇ μετὰ νύμφης αὑτοῦ θανάτῳ θανατούσθωσαν ἀμφότεροι … ὃς ἂν λάβῃ γυναῖκα καὶ τὴν μητέρα αὐτῆς, ἀνόμημά ἐστιν,… ὃς ἂν λάβῃ ταὴν ἀδελφὴν αὑτοῦ ἐκ πατρὸς αὑτοῦ ἢ ἐκ μητρὸς αὐτοῦ, ὄνειδός ἐστιν, έξολοθρευσθήσονται ἐνώπιον υἱῶν γένους αὑτῶν… καὶ ἀσχυμοσύνην ἀδελφῆς πατρός σου καὶ άδελφῆς μητρός σου οὖκ άποκαλύψεις,… ὅς ἂν κοιμηθῇ μετὰ τῆς συγγενείας αὑτοῦ ἀπεκάλυψεν, ἄτεκνοι αποθανοῦνται , ὂς ἂν λάβῃ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ, ἀκαθαρσίαν ἐστίν… ἄτεκνοι άποθανοῦνται». Και στο Δευτερονόμιο γράφει (ΚΖ’ 20): «ἀικατὰρατος ὁ κοιμώμενος μετὰ γυναικὸς τοῦ πατρὸς αὑτοῦ… μετὰ ἀδελφῆς ἐκ πατρὸς ἢ μητρὸς αὑτοῦ… μετὰ νύμφης αὑτοῦ… μετὰ τῆς ἀδελφῆς τῆς γυναικὸς αὑτοῦ… καὶ ἐροῦσι πᾶς ὁ λαὸς γένοιτο».

Και όταν ο Αμνών, ο υιός του Δαυίδ, την αδελφή του Θημάρ, την αγαπούσε μανιωδώς, ηθέλησε να προσελκύσει, αυτή του απάντησε: «μή, ἀδελφέ μου, μὴ ταπεινὼσῃς με, διὸτι οὐ ποιηθήσεται οὔτως ἐν Ἰσραήλ· μὴ ποιήσῃς ταῆν ἀφροσύνην ταύτην· καὶ ἐγὼ ποῦ ἀποίσω τὸ ὄνειδός μου; Καὶ σὺ ἔσῃ ὡς εἶς τῶν ἀφρόνων ἐν Ἰσραήλ » (Βασιλείων Β', κεφ. ΙΓ'. 12).

Και στους Έλληνες δε, όπως λέει ο Πλάτων (Νομ. 8, 838 b. c.),, άγραφος ήταν ο νόμος για την αιμομιξία: «ὡς οἶον τε ἱκανώτατα φυλάττει μήτε νοερῶς μήτε λάθρα συγκαθεύοντα ἤ πως ἄλλως ἀσπαζόμενον ἄπατεσθαι» των συγγενών, «σμικρὸν δὲ ρῆμα κατασβέννυσι πάσας τὰς τοιαύτας ἡδονάς, ταὸ ταῦτα εἶναι φάναι μηδαμῶς ὅσια, θεσμίοις δὲ καὶ αἰσχρῶν αἴσχιστα» Περί τούτου δ' ομιλεί και ο Σωκράτης (Ξενοφ. Απομν. Ν. 4) και άλλοι συγγραφείς κατά τους οποίους «οὐκ ἐρᾷ ἀδελφὸς ἀδελφῆς οὐδὲ πατὴρ θυγατρὸς» (Ξενοφ. Κυρ. Παιδ. Ε, 1, 10· Λυσίας κ,. Αλκιβ. 28. 29 και αλλού). Το πόσο μεγάλο έγκλημα θεωρούνταν η επιμιξία το δείχνει η δραματική ιστορία του Οιδίποδος ή της Φαίδρας και του Ιππόλυτου.

Στην Ρώμη δεν επιτρέπονταν ούτε ο γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων, και μετά δε μόνο, όπως διηγείται ο Πλούταρχος, οπότε ο Κλαύδιος θέλησε να παντρευτεί την ανιψιά του Αγριππίνα, θυγατέρα του Γερμανικού, επετράπη έτσι ο πρώτος, άλλ' ουδείς επωφελήθηκε του νόμου, παρά μόνο ένας, και αυτός με προτροπή αυτής της Αγριππίνας (Σουετώνιος, Τάκιτος Ann. XII, 5. 6. 7). Ο Νέρβας κατόπιν δεν μπόρεσε να διορθώσει τον νόμο, ο Αντωνίνος ο Πίος επωφελούμενος νυμφεύθηκε την θυγατέρα του αδελφού του. Κατόπιν όμως από τον Κωνσταντίνο ετέθη μέγας κατά της αιμομιξίας φραγμός, διότι οι αιμομίκτες τιμωρούνταν δια κεφαλικής ποινής ή με θάνατον δια πυρός.

Σημειωτέον ότι και το Κοράνιο (Κεφ. IV, 26, 27) απαγορεύει να νυμφεύονται τις μητέρες, τις θυγατέρες, τις αδελφές, τις θείες, εκ πατρός και μητρός, της ανεψιές και τις θυγατέρας των αδελφών, όπως και τις πεθερές, Αυτή δ' άλλωστε η παρατήρηση των ζώων δεικνύει ότι και αυτά ακόμη αποφεύγουν αυτές τις ενώσεις, βέβαια δε είναι ότι και οι σημερινοί απολίτιστοι λαοί μετά τρόμου αποφεύγουν και αυτοί τις αιμομιξίες, οι οποίες μάλιστα τιμωρούνται αυστηρότατα.

 

ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ & ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ

 

Από την εποχή που άρχισε μείζων πρόοδος στον πολιτισμό και συστηματική η εξημέρωση των ηθών, η δε διαπαιδαγώγηση και ο σεβασμός στις οικογένειες όλο και περισσότερο προήχθη, το ένστικτο άρχισε να υποτάσσεται στους φυσιολογικούς οργανισμούς και το γενετήσιο αίσθημα τέθηκε υπό στερεότερο χαλινό, αν και εντούτοις αναφέρονται ουκ ολίγες περιπτώσεις αιμομιξιών και κατά τους νεωτέρους χρόνους (Λουκρητία Βοργία). Πράγματι δε ένα από τα γνωρίσματα που διακρίνουν την ανώτερη εξημέρωση σήμερα είναι και η μεταξύ γονέων και απογόνων ή στενών συγγενών αγνότητα σχέσεων, χωρίς την οποία ούτε οικογένεια, ούτε κοινωνία είναι δυνατόν να υπάρξει. Ιδιαίτατα δε ,η χριστιανική θρησκεία υπέδειξε την υποχρέωση αυτή και τον σεβασμό προς την αγνότητα της οικογενείας, η δε νομολογία βαρύ κατά της αιμομιξίας έγειρε τον πέλεκυ.

Η από τους αιώνες αποκτημένη πείρα προσήλθε και αυτή επίκουρος. Είχε ήδη καταδειχτεί από μακριά, ότι οι γάμοι με τους πλησιέστερους συγγενείς είχαν επιβλαβέστατα επακολουθήματα, όσον αφορά στην πνευματική και στην σωματική ανάπτυξη των απογόνων. Παρατηρήθηκε δηλαδή, ότι στις εξ ιδίου αίματος γάμους οικογενειών τα περισσότερα των ατόμων προσβάλλονται υπό οικογενειακών νόσων, οι οποίες κανονικά επαναλαμβάνονται στις ακόλουθες γενιές. Κεφαλαιώδης δε σημασία ιδίως δόθηκε στην αιμομιξία, όσο αφορά την ανάπτυξη πολυδακτυλίας, λευκισμού (albininus), αμφιβληστροοειδίτιδας, μελαγχρωστικής, επιληψίας, βλακείας, διαμαρτιών διαπλάσεως και ιδίως κωφαλαλίας (η οποία ως οικογενειακό νόσημα εξακολούθησε ν’ αναφέρεται σε μερικές αριστοκρατικές οικογένειες, όπου οι όμαιμοι γάμοι εξακολουθούσαν να τελούνται ), ως και των συχνών εκτρώσεων ή στειρώσεων, περί της οποίας ομιλεί και ο Μωσαϊκός νόμος.

 Τα δυσάρεστα αυτά συμβάντα εξηγούνται δια της κληρονομικότητας. Οι διάφοροι Νόσοι, οι διάφορες διαταραχές και αναπηρίες, που υπάρχουν στους όμαιμους γονείς, επιπροστιθέμενες αλλήλων, επαυξάνονται έκδηλα και στους απογόνους.

Δια μόνης της αιμομιξίας άρα δεν δύνανται να εξηγηθούν όλα τα δυσάρεστα αυτά επακολουθήματα, ούτε η αιμομιξία μπορεί να θεωρηθεί αυτή καθ΄ αυτή ως αυτή ως νοσογόνος αιτία. Μερικοί μάλιστα φρονούν ότι οι αιμομικτικοί γάμοι υπ’ όψη ευγονίας δεν είναι επιβλαβέστεροι των συνήθων, αφού άλλωστε από τοιούτων ουχί σπανίως γεννήθηκαν τελείως υγιή τέκνα και αφού και στην κτηνοτροφία ο αιμομικτικός παράγων ουδόλως λαμβάνεται υπ’ όψη άλλ’ απλώς οι καλές φυσικές ιδιότητες των μιγνυμένων ζώων. Αλλά το πράγμα δεν έχει ούτως' είναι μεν αληθές ότι, ουχί σπανίως, ο γάμος μεταξύ προσώπων υγιών της αυτής οικογένειας κανένα αντιληπτό κίνδυνο παρουσιάζει, άλλ' εν τούτοις είναι δυνατόν κατά τους Μενδελείους νόμους να ενυπάρχει εις τους γεννήτορες λανθάνον τι κληρονομικό στίγμα, το οποίο να μπορεί να εκδηλωθεί σοβαρότατα, ιδίως στους όμαιμους γάμους, αφού άλλωστε στην μείξη των κληρονομικών στοιχείων μετέχουν όχι μόνο οι γονείς αλλά και οι απώτεροι πρόγονοι.

Από άποψη δηλαδή υγιεινής η αιμομιξία, εξάπτει την κληρονομικότητα, συσσωρεύοντας τα στίγματα και τις προδιαθέσεις, δημιουργεί πλείστους κινδύνους στην οικογένεια. Γι’ αυτό ορθώς και οι διάφορες θρησκείες απαγόρευσαν αυτούς τους γάμους ενώ η ορθόδοξη εκκλησία επιτρέπει τον γάμο πέρα του 6ου βαθμού συγγενείας, η δε καθολική πέρα του 4ου και ι δε νόμοι όρισαν ως έγκλημα και αυστηρώς τιμωρούν κάθε αθέτηση των κοινωνικών ορών, οι οποίοι απαιτούν, ώστε να διαμένει ισχυρή και ακλόνητη η ιδέα της αγνότητας και η τιμιότητα της οικογένειας. Και οι διατάξεις αυτές προς το συμφέρον της κοινωνίας και της οικογένειας, παρά τις αντίθετες υποδείξεις (Weber, Mettermeier κ.λ.π.), πρέπει να μείνουν σε απόλυτη ισχύ.

Δυστυχώς όμως παρά τους πολλαπλούς και ισχυρότατους τούτους λόγους, κατά τους οποίους ο άνθρωπος πρέπει να μην επιζητεί εκνόμως στην οικογένεια του την ικανοποίηση της γενετήσιας αυτού ορμής, ουδόλως έπαυσαν να συναντιόνται λαθραίες σχέσεις μεταξύ των μελών της αυτής οικογενείας, συνήθως μεταξύ ψυχοπαθών, ευήθων, έκφυλων, μέθυσων και υπό κακές συνθήκες ζωής ή κατοικίες (συνωστισμού) μελών αυτής, και ουκ ολίγα έφτασαν μέχρι τις αίθουσες των δικαστηρίων, αν και κατά μερικούς σε κατώτερο του πραγματικού αριθμού (Kaufmann 60%). Έτσι το 1914 από τα γερμανικά δικαστήρια καταδικάστηκαν 528 άτομα, από τα οποία 350 άρρενα και 178 θήλεα διαφόρων ηλικιών από αυτής ακόμη της νεαρότατης. Από τους άνδρες οι 113 (δηλαδή περίπου το 1/3) ήσαν ηλικίας 40 με 50 ετών· ιδιαίτερη φρίκη προκαλούν οι αιμομικτικοί βιασμοί πατρός επί θυγατέρων, οι οποίοι ατυχώς ατυχώς δεν είναι σπάνιοι. Κατά κάποια στατιστική του Legendie, σε 22 αιμομικτικούς βιασμούς οι 17 διενεργήθηκαν από τον πατέρα .

 

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΣ

 

Παλαιά Διαθήκη: Ήδη από την πατριαρχική εποχή αναφέρονται παραδείγματα αιμομιξίας, τα οποία όμως είτε αμέσως είτε εμμέσως αποδοκιμάζονται. Έτσι λ. χ. εμφανίζονται στην Γένεση (ΙΘ' 32 εξ.) οι θυγατέρες του Λωτ να συνευρίσκονται με των υπ’ αυτών μεθυσμένου πατέρας τους, από όπου γεννήθηκαν ο Μωάβ και ο Αμμών. Αν και δεν ψέγει αμέσως αυτή την πράξη η Γραφή, αλλά όμως αποτελεί έμμεσο ψόγον αυτό το γεγονός, διότι ως προϊόντα τής μείξεως ταύτης παρουσιάζει αυτή τους γενάρχες δύο λαών προς τους οποίους ουδεμία επικοινωνία επιτρέπεται στους Ισραηλίτες (Δευτερονόμιο Κγ' 3). Επίσης αναφέρει η Γένεση (λε’ 22 εξ.) την μείξη του Ρουβήν, του πρωτοτόκου υιού του Ιακώβ, με την παλλακίδα του πατέρα του Βαλά, ως αποτέλεσμα όμως τής εν λόγω μείξεως εμφανίζει αυτή την απώλεια των πρωτοτόκων του αιμόμικτου υιού (πρβ. και μθ' 3).

Η Μωσαϊκή νομοθεσία έπειτα στο Λευϊτικό θεωρεί ως αιμομιξία και απαγορεύει ως τέτοια τις έξης ενώσεις μεταξύ οικείων σαρκός (συγγενών εξ αίματος)· μεταξύ υιού και μητρός (Λευϊτ. ιη' 7) και ανδρός και της συζύγου του πατρός, τ. ε. της παλλακίδας (8), μεταξύ ανδρός και της εκ πατρός ή μητρός αδελφής (9), μεταξύ πάππου και εγγονής (10), ανδρός και της θυγατέρας συζύγου του πατρός αυτού (11), μεταξύ ανεψιού και θείας είτε εκ πατρός είτε εκ μητρός (12 και 13), μεταξύ ανεψιού και συζύγου του θείου (14), ανδρός και νύμφης είτε του υιού είτε του αδελφού (15,16), μεταξύ ανδρός και της θυγατέρας ή εγγονής της συζύγου αυτού εξ άλλου ανδρός (17), και ανδρός και της αδελφής της συζύγου αυτού, αυτής που ζει ακόμη (18). Αναφέρεται δε κυρίως ο άντρας, διότι αυτός θεωρείται ως λαμβάνων την σύζυγο. Σημειωτέον δ' ότι δεν θεωρείται στη Παλαιά Διαθήκη ως αιμομιξία ο γάμος μεταξύ ανδρός και τής συζύγου του αδελφού του, αποθανόντος άτεκνου. Άλλως δ' ό,τι απαγορεύεται εις τον άνδρα δεν επιτρέπεται ουδέ εις την γυναίκα. Μείξη πατρός μετά θυγατέρας δεν μνημονεύεται στην Μωσαϊκή νομοθεσία, εύδηλο δ' όμως ότι απαγορεύεται αυτή, ως και η μεταξύ υιού και μητρός. Θανατική δε ποινή επιβάλλει αυτή εις αμφότερους τους ενόχους αιμομιξίας α) μεταξύ ανδρός και τής συζύγου του πατρός, β) μεταξύ πενθερού και νύμφης και γ) μεταξύ ανδρός και μητρός ομού και θυγατέρας (Λευϊτ. κ' 11 εξ.). Είδος δ' αφορισμοί επιβάλλονταν σε άνδρα μειγνυόμενον με την θυγατέρα του πατρός η της μητρός του (κ' 17). Ανάλογα δε την ποινή αυτή φαίνεται ότι ήταν και η επιβαλλομένη σε αιμομίκτη ανεψιό με την θεία εκ πατρός η μητρός η συζύγου του θείου.

Παρά τις αυστηρές όμως αυτές απαγορεύσεις του Μωσαϊκού νόμου δεν έλειπαν οι αιμομικτικές παρεκτροπές στους Εβραίους, τέτοια παραδείγματα μερικά αναφέρει η Π. Δ. (Β' Βασιλειών Ιγ' 11 εξ. ιστ' 21, Γ' β' 13 κλπ.). Οι δε προφήτες εκτός από τις άλλες κακίες για τις οποίες ελέγχουν την ισραηλιτική κοινωνία, καυτηριάζουν αυτή και για τις αιμομικτικές παρεκτροπές αυτής (Αμώς β' 7, Ιεζεκιήλ κβ’ Ί0).

 

Καινή διαθήκη: Εδώ μνημονεύονται δύο παραδείγματα αιμομιξίας: α) Εκείνο του Ηρώδη του Αντύπα, ο οποίος αφού χώρισε με την γυναίκα του, θυγατέρα του Βασιλιά Αρέτα, έλαβε ως σύζυγο την Ηρωδιάδα, την επ’ αδελφή νύφη του, ενώ ζούσε ακόμη ο άνδρας της, γι’ αυτό και επικρίθηκε δριμύτατα από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή (Κατά Μάρκον ΣΤ 18 πρβ. και Ιώσηπου Ιουδ. Αρχαιολογίας ΙΗ΄, ε΄1). Το παράδειγμα εκείνου του Κορίνθιου Χριστιανού, ο οποίος έλαβε την γυναίκα του πατέρα του για την οποία αποκόπηκε από τον Απόστολο Παύλο από την εκκλησιαστική κοινωνία, αναθεματισμένος (Α΄Κορινθ. Ε΄1-5) της γυναίκας η οποία ήταν κατά πάσα πιθανότητα Εθνική. Ο ευαγγελικός νόμος δεν ανέχεται την αιμομιξία, όπως δεν ανέχεται την πορνεία, λέξη με την οποία περιέβαλλε κατά πάσα πιθανότητα η αποστολική σύνοδος των Ιεροσολύμων και τις αιμομικτικές παρεκτροπές (Πράξεις Αποστόλων, κεφ. ιε’ «ἀλλὰ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας»)

(Πηγή: Π.Ι.Μ. Μπρατσιώτης, Καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, σελ. 731 -732)

 

Χριστιανική Εκκλησία: Το περίεργο είναι ότι αν και η Χριστιανική Θρησκεία καταδίκαζε αυστηρώς από την αρχή και την πορνεία και ιδιαίτερα την αιμομιξία, οι εχθροί των Χριστιανών παρεξηγώντας τις συναθροίσεις τους και την αγάπη μεταξύ τους, άρχισαν να τους κατηγορούν από τον 2ο αιώνα, συχνότατα για αιμομιξία και οιδιπόδειους μείξεις κατά την καθιερωμένη φρασεολογία. Ήδη από τον 4ο αιώνα άρχισαν Εκκλησιαστικές σύνοδοι να λαμβάνουν μέτρα κατά της αιμομιξίας και η πρώτη εκείνη της Ελβίρας στην Ισπανία, το 300 μ.Χ., με τον 61ο κανόνα επιβάλλει 5ετή στέρηση της κοινωνίας στον νυμφευόμενο μετά θάνατο της συζύγου του την αδελφή του. Από τότε Πατέρες σύνοδοι και Χριστιανοί αυτοκράτορες, έλαβαν διάφορα μέτρα κατά της αιμομιξίας και έτσι διαμόρφωσαν βαθμηδόν τα κωλύματα του γάμου.

(Πηγή: Δ.Σ .Μπαλάνος. Καθηγητής της Πατρολογίας μετά της ερμηνείας των Πατέρων στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, σελ. 732)

 

ΝΟΜΙΚΩΣ

 

Όλες οι νομοθεσίες των πολιτισμένων εθνών, απαγορεύουν τους γάμους μεταξύ των στενών συγγενών, θεσπίζοντας κυρώσεις ποινικού και αστικού δικαίου. Αυτό ορμάται από την ηθική ανάγκη την αγνότητας των ηθών σε στενό κύκλο της οικογένειας και αφ’ ετέρου στις επιβλαβέστατες συνέπειες για την πνευματική και σωματική ανάπτυξη, που συνεπάγουν για τα τέκνα αυτές οι επιγαμίες και τέλος ένεκα οικονομικών λόγων, συγκεκριμένα ώστε οικονομικά αγαθά να μην μένουν έπ’ άπειρον στις ίδιες οικογένειες αλλά να εκτρέπονται και σε παραγωγικότερα χέρια

 

Ποινικό δίκαιο - Στους Ρωμαίους, η μεταξύ των εγγυτέρων συγγενών συνουσία ονομάζονταν incestus ή incestum και διακρίνονταν σε incestus juris gentium,, επιμιξία μεταξύ ανιόντων και κατιόντων και σε incestus juris civilis, εκείνη μεταξύ λοιπών συγγενών, κατά τις οποίες με βάση τους κείμενους νόμους απαγορεύονταν ο γάμος, και καταδιώκονταν βάση του (Lex Julia de adulteris coercendis), είτε δυνάμει ειδικών αυτοκρατορικών διατάξεων μεταγενεστέρων ταύτης, επισύρουσα τις ποινές της εξορίας, της εκπτώσεως από κάθε αξίωμα και δημεύσεως μέρους η και όλης της περιουσίας του αυτουργού. Τα Βασιλικά (60.37.75) παραλαβόντα την διάταξη εκ του Προχείρου (39.69) ορίζουν, ότι οι μεν γονείς προς τέκνα, είτε τέκνα προς γονείς ή αδελφοί προς αδελφούς «ξίφει τιμωρείσθωσαν», επί των λοιπών δε περιπτώσεων αιμομιξίας («οι δε κατά άλλη συγγένεια προς αλλήλους συμφθειρόμενοι, τουτέστι πατήρ εις γυναίκα υιού ή υιός εις γυναίκα πατρός ήγουν μητρυιά ή πατρώος εις προγονή ή αδελφές εις γυναίκα αδελφού ή θείος εις ανεψιά ή ανεψιός εις θεία ή εις δύο αδελφές ή εις μητέρα ξένη ή την αυτής θυγατέρα εν ειδήσει μιγνύμενος») ορίζουν ότι «οἱ τοιοῦτοι τυπτόμενοι ρινοκοπείσθωσαν αὐτοί τε καὶ αἷς αὐτοὶ συνεφθάρησαν» (πρβλ. αυτ. θέμα 76, Προχ. 39.72, όπου απαγγέλλεται ποινή «τυπτέσθωσαν» κατά συνάπτοντας γάμους εις απαγορευμένο βαθμό).

Το Κανονικό δίκαιον της δυτικής εκκλησίας πολλαπλασίασαν μέχρις αδικαιολογήτου υπερβολής τα του γάμου κωλύματα, ακόμη και μεταξύ απωτάτων συγγενών απαγόρευσαν αυτόν, και επέκτεινε κατ’ ανάγκη και την έννοια του εγκλήματος της αιμομιξίας. Και κολάζονταν μεν η λόγω των απαγορευτικών αυτών διατάξεων υπέρμετρος αυστηρότητα στην πράξη, καθόσον οι ανώτερες εκκλησιαστικές αρχές καθιέρωσαν να χορηγούν άδειες γάμου μεταξύ ορισμένων συγγενών απωτέρου βαθμού κατά τους οποίους ο γάμος σύμφωνα με τις ανώτερες διατάξεις απαγορεύονταν, αλλά αν αυτή η άδεια δεν λαμβάνονταν, το έγκλημα της αιμομιξίας δεν έπαυε να μην υπάρχει και ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις τιμωρούνταν, αν και πολύ ηπιότερα από τις υπόλοιπες κατά τις οποίες ο γάμος απαγορεύονταν. Εκεί πήγασε και η διαφορά της incestus juris divini, περιπτώσεις όπου ο γάμος εμποδίζονταν μεταξύ δύο προσώπων και περιπτώσεις incestus juris humani, κατά την οποία παρά την απαγόρευση μπορούσε να τελεστεί ο γάμος κατόπιν αδείας.

Το Ρωμαϊκό και Κανονικό δίκαιο απετέλεσαν την βάση των νομοθεσιών του μεσαίωνα καθόσον αφορά τις περί του εγκλήματος της αιμομιξίας διατάξεις, κατά του όποιου πράξη των δικαστηρίων και νομοδιδάσκαλοι τής εποχής εκείνης δεν δίστασαν ούτε αυτή την θανατική ποινή να επιβάλλουν, τουλάχιστον εις τις βαρύτερες περιπτώσεις.

Αστικό δίκαιο - Στο Ρωμαϊκό δίκαιο η αιμομιξία συνεπάγονταν αστικά αποτελέσματα έχοντας ποινικό χαρακτήρα. Έτσι τα εξ αιμομικτικής ενώσεως τέκνα, ως νόθα, δεν κληρονομούσαν τον φυσικό τους γεννήτορα (ενώ, γνήσια ως προς την μητέρα, κληρονομούσαν αυτήν), λογιζόμενα ως πρόσωπα ανίκανα όπως κληθούν στην κληρονομιά ή περιουσία του ενόχου αιμομιξίας γονέως, που διανέμονταν μεταξύ των γνησίων αυτού τέκνων, ελλείψει δε αυτών δημεύονταν. Τέλος υπήρχαν διατάξεις περί στερήσεως της προίκας κτλ. (Cod 5-5-6, Ιουστινιανού Νεαρά 12: Αρμενόπ. Δ' ζ § 7). Σήμερα οι ποινικές διατάξεις καταργήθηκαν, αντικαταστάθηκαν από τον Ποινικό νόμο, που ορίζει πως ο κακούργος γονέας αποστερείται όλων των πατρικών δικαίων και είναι ανίκανος να κληρονομήσει την περιουσία σε αυτά τα τέκνα του. Γενικότερα ένοχες τέτοιες πράξεις από πρόσωπο οικογένειας στερούν στο συγκεκριμένο πρόσωπο τις νόμιμες ωφέλειες προς το πρόσωπο κατά του οποίου έγινε η ένοχη πράξη

Εκκλησιαστικό Δίκαιο: (Ορθοδόξου Εκκλησίας) Στην αιμομιξία ανάγονται μερικοί κανόνες του Μεγ. Βασιλείου (67,75 76) που επιβάλλουν εκκλησιαστικές ποινές, τις επιεικέστερες από τον Ιωάννη τον Νηστευτή («περί αἱμομιξίας» Σύντ. Ε' 439) τροποποιημένες. Ακόμη δε και επί γάμους σε απαγορευμένο βαθμό επιβάλλει ο 68 κανόνας του Μεγ. Βασίλειου τα επιτίμια τής μοιχείας.

(Πηγή:Δημ. Ι. Ζέπος,Δικηγόρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, σελ. 732)

 

 

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΩΣ

 

Κατά την ιστορική περίοδο των λαών συναντάμε να επικρατεί η απαγόρευση της σαρκικής επιμιξίας μεταξύ συγγενών και δηλαδή εξ αίματος και την αιμομιξία ταύτη να ανακηρύσσεται έγκλημα και αυστηρώς τιμωρούμενη. Το ποιητικό δαιμόνιον του Σοφοκλέους ζωηρά περιέγραψε την φρίκη του εγκλήματος τούτου στο δράμα βασιζόμενο στον μύθο του Οιδίποδα. Με εξαίρεση της αρχαίας Αιγύπτου, όπου βασιλείς και ιδιώτες νυμφεύονται τις αδελφές τους, και των αρχαίων Περσών, όπου η μεταξύ στενών συγγενών και αδελφών σαρκική μείξη όχι μόνον επιτρέπονταν, αλλά και θεωρούνταν ικανή να εξαγνίσει και τα θανασιμώτερα αμαρτήματα, οι πλείστοι των λαών αποδοκίμαζαν την αιμομιξία και επέβαλλαν ποινές. Παρά τις αναφερόμενες στην Γραφή παραβάσεις (Αβραάμ, Λωτ, Θάμαε κ.λ.π.), οι Μωσαϊκοί νόμοι τιμωρούν την αιμομιξία με την ποινή του θανάτου (ο αιμομίκτης καίεται ζωντανός, Λευϊτικό Κ'. 14' πρβλ. 11.12, 17). Την ίδια ποινή απαγγέλλει και ο Βαβυλωνιακός «Κώδικας του Hammaurabi».

Στους αρχαίους Ρωμαίους βρίσκουμε την απαγόρευση της αιμομιξίας κατοχυρούμενη δια νόμου. Στους νεωτέρους χρόνους το Κανονικό Δίκαιο εξέτεινε την απαγόρευσα μεταξύ απωτέρων συγγενών, κατά δε τον Μεσαίωνα η αιμομιξία τιμωρούνταν αυστηρότατα. Οι πρώτοι δε μετά την Γαλλική επανάσταση ποινικοί κώδικες αγνοούσαν το αδίκημα αυτό, που επαναφέρθηκε κατά τις αρχές του 19ου αιώνος, αλλά που περιορίστηκε στην σαρκική μείξη μεταξύ γονέων και τέκνων και αδελφών και που τιμωρείται με επιεικέστερη ποινή.

Η εξέλιξη αυτής τής ηθικής και νομικής περί τούτου αντιλήψεως των λαών, η κατά τούς νεότατους χρόνους εμφάνιση ικανών περιπτώσεων αιμομιξίας, ώθησε τους κοινωνιολόγους σε μελέτη τυΰ ζητήματος τούτου και σε εξακρίβωση της δια μέσου των αιώνων απαγορεύσεως της αιμομιξίας. Είναι φυσικό αδίκημα (delit naturel) η αιμομιξία. Βιολογικοί λόγοι επιβάλλουν αυτή ή οφείλεται σε κοινωνικούς λόγους η απαγόρευση αυτή; η εθνογραφία ήλθε πρώτη, για να ρίξει φως επί του ζητήματος τούτου. Ο R. Lathan (Descriptive Ethnology - London 1859) και ο Mac Lennan (Primitive Marriage -London 1859) πρώτοι μελέτησαν τούτο στους άγριους και καθυστερημένους λαούς. Ο Μόργκαν (Ancient Society - London 1877) και ο Phrazer (Totemisme and Exogamy-London 1910) αύξησαν τις παρατηρήσεις αυτές επί των καθυστερουμένων λαών και έκτοτε περισσότεροι κοινωνιολόγοι, ο Reinach, ο Durkheim, ο Westermarck, ο Picker, ο Kelless-Krauz, εμβάθυναν στην εξήγηση του πράγματος.

Η παρατήρηση των καθυστερημένων λαών της Κεντρικής Αυστραλίας, των Μελανησίων, της Κεντρικής Αφρικής κλπ. μας δεικνύει ότι όσο περισσότερο καθυστερημένοι είναι οι λαοί αυτοί, τόσο περισσότερο ευρύνεται ο κύκλος των προσώπων μετά των οποίων σαρκική μείξη αποτελεί αιμομιξία όχι μόνο αυστηρώς τιμωρουμένη, αλλά και βάζει σε τρόμο τους πληθυσμούς τους διότι μέγα τι κακόν απειλεί την φυλή. Εκεί όπου οι λαοί διαιρούνται σε διάφορες φυλές (clan), εκάστη των οποίων φέρει διακριτικό γνώρισμα, έμβλημα ζώου η φυτού (Totem), του θεωρουμένου και αποτελούντος την θρησκευτική ένωση των μελών της φυλής κατάσταση από την οποία, καθ' όλες τις ενδείξεις, πέρασε και η σήμερα πολιτισμένη ανθρωπότητα κατά την προϊστορία της -επικρατεί απόλυτος εξωγαμία. Σε κανένα μέλος της φυλής δεν επιτρέπεται όχι μόνο να νυμφευθεί γυναίκα εκ της φυλής του, αλλά ούτε και να έρθει σε σαρκική μείξη. Ο γάμος επιτρέπεται μόνο με γυναίκες άλλης φυλής, με άλλο τοτέμ. Η μείξη με γυναίκα της αυτής φυλής θεωρείται αιμομιξία, που προσβάλλει όλα μέλη της φυλής και την ιερότητα του τοτέμ και τιμωρουμένη δια θανάτου. Εφόσον προβαίνουμε από περισσότερο καθυστερημένους λαούς σε λιγότερο καθυστερημένους, βλέπουμε περιορισμένη την απαγόρευση αυτή από τμήματα της φυλής μόνο στα μέλη της ίδια οικογένειας. Ασφαλώς όχι επιστημονική ή βιολογική παρατήρηση οδήγησαν στην απαγόρευση της ίδιας αιμομιξίας. Ο Frazer, ο διασημότερος των εθνογράφων, που ταξίδεψε πολύ και μελέτησε πολύ, μελέτησε αυτό το ζήτημα και σχεδόν αποφαίνεται ότι είναι άλυτο και σχεδόν αδύνατη η εξακρίβωση της καταγωγής της απαγόρευσης της αιμομιξίας. Από τους αρχαιότερους ο Mac Lennan διατύπωσε την γνώμη ότι η απαγόρευση αυτή προήλθε εκ του εξ αρπαγής γάμου, μιας από τις αρχαιότερες μορφές γάμου, την οποία μαρτυρεί και η παιδοκτονία των νεογέννητων θυλέων. Επικρατούσης της βρεφοκτονίας αυτής και του εξ αρπαγής γάμου, η ανάγκη για αναζήτηση γυναίκας από άλλη φυλή μεταβλήθηκε σε συνήθεια και αναβίβασε, υποβοηθούμενη και από την πρωτόγονη νοοτροπία, την μίξη μεταξύ γυναικών της ίδιας φυλής ως έγκλημα. Ο Morgan και ο Reinach θεωρούσε την απαγόρευση αυτή ως μέσο που επινοήθηκε, ώστε από την πρωτόγονη κοινογαμία να μεταβούν οι άνθρωποι σε περιορισμένο γάμο. Ο έρωτας και πάσα γενετήσιος ορμή κατά την πρωτόγονο εποχή εκδηλώνονταν τόσο άγρια, δεδομένου του ορμητικού και απερίσκεπτου χαρακτήρα των πρωτόγονων λαών, κινουμένων υπό των παθών περισσότερο παρά του λόγου, ώστε ήταν πηγή διαρκούς εμφυλίου σπαραγμού μεταξύ των ομοφύλων. Τέλος ειδικώς ενέκυψε επί του ζητήματος τούτου ο διάσημος στα νεότερα χρόνια κοινωνιολόγος Emile Durkheim, ο οποίος διατύπωσε την εξής γνώμη: ο τοτεμισμός δεν είναι απλώς προϊστορική θρησκεία. Είναι προσωποποίηση της κοινωνικής ομάδος στο τοτέμ, υπερτροφία του κοινωνικού ενστίκτου, προσωποποίηση της ηθικής επιβολής της ομάδας επί των μελών, στον μακρύ αγώνα αυτών, που διαμορφώθηκε από την προϊστορική νοοτροπία. Καθώς το τοτέμ είναι Ιερό (tabu) και μυστηριώδες σχέση συνάπτει αυτό προς τα μέλη της ομάδας (clan), έτσι και η σχέση μεταξύ των μελών του αυτού clan είναι σχέση ιερή. Καθώς η βρώση του τοτέμ-ζώου απαγορεύεται ως Ιεροσυλία και η προσέγγιση στο αίμα αυτού είναι επίσης ιεροσυλία, , έτσι και η επιμιξία προς το αίμα ομοτοτεμικών μελών είναι ιεροσυλία και τιμωρείται βαρύτατα Το αίμα των μελών του αυτού τοτέμ έχει μυστηριώδη τινά κοινότητα και σχέση προς το αίμα του τοτέμ. Η μείξη λοιπόν προς ομοτοτεμική γυναίκα, η πρώτη μάλιστα μείξη της παρθένου ακολουθείται και από αιμορραγία, είναι μείξη προς αυτό το τοτέμ και συνεπώς ιεροσυλία. Εις την γνώμη αυτή συμβάλλουν πλείστες παρατηρήσεις, μεταξύ των όποιων ο τρόμος, που στους αγρίους προκαλεί η καταμήνιος ρύση της γυναίκας, φαινόμενο του οποίου αδυνατούν να βρουν την εξήγηση και το οποίο προκαλεί σε αυτούς σκέψεις σχετιζόμενες με την πιστευομένη ιερότητα και κοινότητα του αίματος του τοτέμ και των ομοφύλων. Στην Αυστραλία ο άνδρας , συλλαμβάνων την γυναικά του κοιμωμένη επί της στρωμνής του σε εποχή καταμήνιου ρύσεως, την φονεύει και φονεύεται και ο ίδιος. Οι ιθαγενείς του ποταμού Murray στην Αυστραλία δεν επιτρέπεται κατά την περίοδο της εμμηνορρυσίας να διέλθουν ρυάκι ή ποταμό. Στους Αρούντας, εάν γυναίκα που αιμορραγεί ασχοληθεί στην καρπών κλπ. προς τροφή, η τροφή αυτή καθίσταται πλέον ακατάλληλος προς βρώσιν. Η γνώμη αυτή του Durkheim είναι σήμερα η επικρατούσα υπόθεση προς εξήγηση της καταγωγής της αιμομιξίας. Η γνώμη του Westermark (History of Human Marriage, London 1891), ότι η εξωγαμία έχει την καταγωγή της σε φυσική αποστροφή προς σαρκική μείξη μεταξύ προσώπων που ανατράφηκαν από κοινού, είναι μάλλον προσπάθεια εξηγήσεως της διατηρήσεως και μετά τούς προϊστορικούς χρόνους της απαγορεύσεως της αιμομιξίας, παρά εξήγηση της καταγωγής αυτής.

Τέλος αποπειράθηκε εξήγηση τής αιμομιξίας και ο διάσημος ψυχίατρος Dr. Sigm. Freud (Totem et Tabou, Paris 1924) χρησιμοποιώντας ττην υπ΄αυτού δημιουργημένη μέθοδο της ψυχαναλύσεως. Κατά τις θεωρίες του, ολόκληρος η ζωή υπόκεινται στο libido. Η γενετήσια ορμή, κατ’ αυτόν, δεν αρχίζει από την εφηβική ηλικίας, αλλά εκ γενετής. Γενετήσιο πόθο ικανοποιεί κατά την τροφή ο θηλασμός του παιδιού. Τα πρώτα αντικείμενα ικανοποιήσεως της γενετήσιας ορμής του παιδιού είναι, κατά τον Freud, η μητέρα του παιδιού, ο πατέρας της κόρης, οι αδελφοί. Η αγωγή μετατοπίζει την ορμή αυτή. Στην πολυγαμική και ευρεία προϊστορική οικογένεια το τέκνο στρέφεται κατά της μητρός του και των άλλων γυναικών του πατρός