Αφού ο καθείς μελετήσει τους φιλοσόφους της αρχαιότητας μπορεί να είναι έτοιμος για την απομάκρυνση των βολών του καπνογόνου προπετάσματος που δέχεται η Ελληνο-Ορθόδοξη εκκλησία από τους «αρχαιολάτρες» αδελφούς Ελληνο-Εθνικούς, που διακηρύττουν ότι η πρώτη αναθεμάτισε τους Έλληνες, άπασα τα αρχαία Ελληνικά γράμματα, φιλοσοφία και παιδεία απογυμνώνοντας τους από την πολιτιστική τους κληρονομιά. Σε γενικές γραμμές όμως, η Ορθόδοξη ελληνική θρησκευτική στάση έναντι στην φιλοσοφία είναι «ανώτερη» πνευματικά από την στάση που το αρχαίο κράτος διατήρησε ορισμένες φορές απέναντι στους φιλοσόφους αλλά και από αυτή που διάφοροι αρχαίοι φιλόσοφοι ή φιλοσοφικές σχολές αρκετές φορές διατηρούσαν μεταξύ τους (βλ. Ένοπλους χορούς.)
«Έξω από την Ορθοδοξία έμεινε ο Παγανιστικός (νόθος) ελληνισμός, ως πτώση αμαρτία, η ζήτηση όμως της επιστημονικής αλήθειας (παιδεία), η αγάπη προς το ωραίο (φιλοκαλία), η πολιτική (ως διευθέτηση του κοινωνικού χώρου) δεν απορρίφθηκαν από την Ορθοδοξία παρά μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που αναιρείται η ισορροπία και παραμένουν αυτόνομες και απολυτοποιημένες επιδιώξεις. Έτσι κατανοείται το άνοιγμα της Ορθοδοξίας στον κόσμο και στις πραγματώσεις του ελληνικού πνεύματος. Η ποίηση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η ιατρική και φυσιογνωμία του Μ. Βασιλείου, οι ιστορικογραμματολογικές και φιλολογικοκριτικές επιδόσεις του Μ. Φωτίου και του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης, οι μουσικές επιτεύξεις του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, οι επιστημονικές αναζητήσεις του Ευγένιου Βουλγάρεως και του Νικηφόρου Θεοτόκη και οι σκανδαλιστικές για πολλούς ενασχολήσεις μοναχών με την αντιγραφή αρχαίων έργων και μάλιστα συγγραφέων όπως ο Αριστοφάνης, ενσαρκώνουν την καθολικότητα και την θεανθρωπότητα της Ορθοδοξίας. Τον κανόνα αυτό τον είχε διατυπώσει κλασσικά ο Μ. Βασίλειος «Πρὸς ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν. Ἅ μέν οὖν συντελῇ πρὸς τοῦτο ἡμῖν, ἀγαπᾶν τε καὶ διώκειν παντὶ σθένει χρῆναι φαμέν, τὰ δ’ οὐκ ἐξικνούμενα πρὸς ἐκεῖνον, ὡς οὐδενός ἄξια παρορᾶν». Την ισορροπία δε αυτή, αλλά και τον χαρακτήρα της, διατύπωσε εκκλησιαστικά το «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» : Τοις τα ελληνικά δεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις ματαίαις αυτών δόξαις επομένεις και ως αληθέσι πιστεύουσιν [...] ανάθεμα (Πηγή: Ελληνισμός και Ορθοδοξία, προσεγγίσεις στην Ελληνική ταυτότητα, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνος, εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1998, σελίδα 21)
Σημείωση: Οι νεοπαγανιστές θεωρούν ανάρμοστο να αναθεματίζονται (εξοβελίζονται) κάποιες θρησκευτικές ιδέες μερικών προγόνων από την Χριστιανική Εκκλησία. Η αιτιολογία τους είναι απλή. Τις θεωρίες αυτές τις διατύπωσαν Έλληνες. Άρα πρέπει να γίνονται σεβαστές και πιστευτές από όλους. Τίποτα δεν απορρίπτεται. Από έτσι λοιπόν, θα έπρεπε η διεθνής επιστημονική κοινότητα να δεχτεί και την ιδέα του Αριστοτέλη περί γεωκεντρισμού*, επειδή αυτός που την έκφερε ήταν και Έλληνας και αρχαίος. Όμως εκεί οι νεοπαγανιστές σιωπούν. Δεν τολμούν να κατηγορήσουν την επιστήμη για «ανθελληνισμό» και τα τοιαύτα.
* Αυτή η ιδέα ανάμεσα σε άλλες του Αριστοτέλη, για πολλούς που δεν γνωρίζουν τα του «διαφωτισμού» παρά μόνο μέσα από τα έντυπα των νεοπαγανιστών, παρέα με τις φιλοσοφικές σημειώσεις του Κορυδαλλέα εις τον πρώτο, αποτέλεσαν την μεγαλύτερη παγίδα (βλέπε αυθεντίες) του επιστημονικού πνεύματος στην Ελλάδα, και όχι η Εκκλησία όπως πολλοί πιστεύουν. Ο γεωκεντρισμός είχε, εκτός μέρους του εκκλησιαστικού πληρώματος, τόσο φιλοσοφική όσο και επιστημονική υποστήριξη (βλέπε Πτολεμαίος), πράγμα που αποκρύβεται από τους νεοΕθνικούς.
ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ
«Παράλληλα, τίθεται βασική προϋπόθεση για τα μέλη μας να είναι «πολυθεϊστές, να μην προκρίνουν μονοθεϊστικές συγκρητιστικές αντιλήψεις και να μη διακατέχονται από φανατισμό ή επισήμως εκπεφρασμένες ολοκληρωτικές απόψεις.» Αν κάτι από τα μόλις λεχθέντα αποδειχθεί για κάποιο μέλος, τότε αυτό απομακρύνεται αμέσως από το σώμα» του ΕΛΛΗΝ.Α.Ι.Σ. Πηγή: Ντορέτα Πέππα, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 142, ένθετο «Το Σωματείο ΕΛΛΗΝ.Α.Ι.Σ.» για την αναγνώριση του Δωδεκαθέου και οι απαντήσεις του Π. Μαρίνη [προς το Τ.Μ.], περισσότερα
|
«Η αποστασία από την ορθή πίστη του Χριστού και η επιστροφή στην ειδωλολατρία συνιστούσαν αδίκημα, η ποινή του οποίου ορίζονταν από τον νόμο. Η νομολογία στο Βυζάντιο το ονόμαζε δημόσιο αδίκημα και υπήρχε ειδικός νόμος που εφαρμόζονταν και από την Εκκλησία αλλά και από την πολιτεία. Η Εκκλησία τιμωρούσε τους ενόχους αποστασίας με αφορισμούς και αναθέματα, ενώ η πολιτεία με στέρηση δικαιωμάτων, όπως της δυνατότητας να συντάξει κανείς διαθήκη ή να παραστεί ως μάρτυρας σε δίκη. Αλλά η νομοθεσία δεν σταματούσε εκεί. Υπήρχε και ποινική τιμωρία που μπορούσε να είναι ακόμη και θάνατος. Ωστόσο, δεν υπάρχουν πηγές για τις τιμωρίες και τα πρόσωπα, δεδομένου ότι η μεγαλύτερη τιμωρία των αποστατών ήταν η … λήθη!» (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 22, άρθρο «Ιουβενάλιος, ένας Βυζαντινός τρομοκράτης», Λεία Βιτάλη, Συγγραφέας, σελ. 70)
Είναι φανερό πως για να αναθεματιστεί κάποιος (δηλαδή να εξοβελιστεί από το πλήρωμα της Εκκλησίας, θα πρέπει πρώτα ο ίδιος να έχει πράξει έτσι. Δεν είναι η Εκκλησία ο πρωτοστάτης αλλά ο αναθεματισμένος ή ο αφορισμένος.
|
Οι θεολογικές αντιφάσεις των φιλοσόφων και των ποιητών, έγιναν εύκολα αντιληπτές όχι μόνο από τους αρχαλιους μας προγόνους, εφόσον τα δόγματά των διέφεραν αναμεταξύ των, αλλά έγιναν αντιληπτά και από τους πρώιμους απολογητές του Χριστιανισμού, οι οποίοι αποστασιοποίησαν εαυτούς από πλειάδα Ελληνικών δογμάτων και σκέψεων αλλά όχι βεβαίως όλων π.χ. χρησιμοποίησαν αρκετά από τις γνώμες του Πλάτωνα περί ψυχής ενώ άλλες γνώμες του φιλοσόφου αυτού απορρίφθηκαν όπως π.χ. η κοινή κατοχή των γυναικών κ.α. Ακολουθούν ορισμένα παραδείγματα εντόπισης των Εθνικών αντιφάσεων από τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες.
Πριν τους Χριστιανούς ο Κικέρωνας, ο οποίος θεωρείται από τους μεγαλύτερους ρήτορες της ειδωλολατρικής δύσεως και του οποίου η γνώμη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι τόσο εξ αιτίας της ιδιότητάς του ως μεγάλου ρήτορα, αλλά λόγω του γεγονότος πως επιδόθηκε όσο λίγοι σε φιλοσοφικές μελέτες έτσι ώστε να παρουσιάζεται ενημερωμένος για τις ΠΛΕΙΣΤΕΣ φιλοσοφικές κινήσεις της αρχαιότητας, όσο λίγοι, συνέγραψε σε πλήρη περίληψη όλα τα συστήματα των διαφόρων σχολών και εμφάνισε μια πλούσια πολυμάθεια. Έτσι, για παράδειγμα, ύστερα από μακρά έκθεση των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών περί της ανθρώπινης ψυχής, παρατηρεί γεμάτος απογοήτευση: «Ένας Θεός μόνο, μπορεί να διακρίνει πια απ’ όλες αυτές τις θεωρίες είναι η αληθινή, είναι δε δύσκολο να δείξει κανείς έστω και την πιθανότερη μόνο, από αυτές» «Harum sententiarum quae vera est, Deus aliquis viderit, quae verisimilis, manga quaestio est» (Qu. Tuscul. Ι, 11, 23)
Αλλού πάλι, όταν εκθέτει τις περί θεών διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες παρατηρεί τα εξής: «Ιδού τι έχω να σας πω για το θέμα των θεών, όχι ότι θέλω να αρνηθώ την ύπαρξή τους αλλά για να μπορέσετε να κρίνετε ποιο σκοτάδι και ποιες δυσκολίες καλύπτουν το θέμα αυτό» «Haec fere dicere habui de natura deorum, non ut eam tollerem, sed ut intelligeretis quam esse obscrura et quam difficilis explicates haberet» (De natura Deor. III 39. Πρβλ. αυτόθ. Ι 13 και ΙΙΙ 40 και Ι 6)
Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς βάσει των κρίσεων του Κικέρωνος ότι όλες οι υποθέσεις των φιλοσόφων κατάληξαν σε τόσο πενιχρό και αντιφατικό αποτέλεσμα, και τόσο καταπληκτικά παράλογο, ώστε κατά την έκφραση του ίδιου του Κικέρωνα αποτελούν «όνειρα παραληρούντων μάλλον παρά γνώμες φιλοσόφων» «Exposui fer non philisiphorum jidicia, sed delirantium somnia» De natura Deor. I 16.
Ομολογίες σειράς ολόκληρης παλαιών φιλοσόφων παραπονούνται άλλοι μεν για την αδυναμία του ανθρώπινου νου να γνωρίσει την αλήθεια, άλλοι δε ρητά αποφαίνονται ότι η αλήθεια είναι κάτι το ασύλληπτο και ακατάληπτο. Έτσι ο Ξενοφάνης παραπονείται για την αβεβαιότητα των ανθρωπίνων γνώσεων διατινόμενος ότι κανείς ποτέ δεν γνώρισε την αλήθεια, ούτε πρόκειται να γνωρίσει αυτή είτε περί του Θεού είτε περί του παντός. Και εάν ποτέ κάποιος κατέληγε στην αλήθεια, δεν θα την είχε και πραγματικά γνωρίσει, γιατί αυτό το οποίο θα γνώριζε δεν θα ήταν παρά προσωπική γνώμη και πιθανότητα, όχι όμως και βέβαιη γνώση της αλήθειας. Ο Παρμενίδης πάλι εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ακόμη απογοήτευση αφού χαρακτηρίζει την γέννηση των ανθρώπων ως πράγμα θλιβερό και θεωρεί ότι προτιμότερο θα ήταν να μην έρχονται αυτοί στην ύπαρξη, γιατί ο άνθρωπος είναι υπό τον ζυγό σκληρού πεπρωμένου να παραμένει μακριά από την αλήθεια. Μάλιστα λέει ότι οι θνητοί ομοιάζουν με τους κουφούς και τους τυφλούς. Είναι γένος αμαθών και αφρόνων. Ο Ηράκλειτος βεβαίωνε ότι ο άνθρωπος στερείται διανοίας και μόνο ο Θεός έχει νου. Απέναντι δε αυτού και ο πιο σοφός άνθρωπος είναι σαν ένας τυχαίος πίθηκος. Τέλος ο Αναξαγόρας διακήρυττε ότι λόγω της αδυναμίας των αισθήσεών μας αδυνατούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια και να ανακαλύψουμε την αιτία των όντων.
Ενώ λοιπόν ανεμπόδιστα μεταδιδόταν μεταξύ των φιλόσοφων το φρόνημα ότι η κατάκτηση της αλήθειας μέσω της φιλοσοφίας είναι κάτι το ακατόρθωτο, φαίνεται να ισχύει ως κυρίαρχος νόμος σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας αυτό που είπε ο Hegel ότι: «η μονομανία της ελεύθερης σκέψεως είναι να δημιουργεί πάντοτε ο ένας κάτι ανοητότερο από τον άλλο». Υλισμός περισσότερο ή λιγότερο παχυλός επικρατεί προς στιγμή, για να ανατραπεί ύστερα από λίγο από κάποια μορφή φυσιοκρατικού ή πνευματοκρατικού Πανθεϊσμού, ο οποίος με την σειρά του θα δώσει την θέση του στον Αγνωστικισμό ή σε διάφορες μορφές άκρατης Πνευματοκρατίας ή του λεγόμενου Υπαρξισμού ή της Εξελιξιαρχίας και του Μονισμού και γενικά της ποικιλόμορφης Αρνήσεως που σύγχυση μάλλον και σκοτισμό παρά φως φέρνουν στην έρευνα για την κατάκτηση της αλήθειας. Βλέποντας την αντίφαση και την αντίθεση των φιλοσοφικών ρευμάτων μεταξύ τους, την διαρκή απόρριψη και εμφάνιση νέων, θα έλεγε κανείς ότι ο καθολικός φιλόσοφος νους των ανθρώπων σαν αόρατος Κρόνος άπληστος και αχόρταγος καταβροχθίζει το ένα μετά του αλλού τα ίδια τα παιδιά του. Και όπως λέει ο Hittenger κανένα από τα φιλοσοφικά συστήματα που εμφανίστηκαν με διάφορες μορφές, είτε μιλάμε για τον Υλισμό είτε για τον Πανθεϊσμό είτε για την Αρνητική κριτική και την Αμφιβολία, δεν κατόρθωσε να λύσει το αίνιγμα της υπάρξεως και κανένα από αυτά δεν θα μπορούσε να συμπληρώσει το κενό που θα δημιουργούσε στον κόσμο η εξαφάνιση της θρησκευτικής πίστης.
«3α Διόπερ μὴ παρασυρέτωσαν ὑμᾶς αἱ τῶν φιλοψόφων καὶ οὐ φιλοσόφων πανηγύρεις, οἵτινες ἐναντία μὲν ἑαυτοῖς δογματίζουσιν, κατὰ δὲ το ἐπελθὸν ἔκαστος ἐκπεφώνηκε. Πολλὰ δὲ καὶ παρ’ αὐτοῖς ἐστι προσκρούσματα· μισεῖ μὲν γὰρ ἕτερος τὸν ἕτερον, άντιδοξοῦσι δὲ ἑαυτοῖς διὰ τὴν ἀλαζονείαν τόπους ἐπιλεγόμενοι…»
(Μτφρ: Δια τούτο ας μην σας παρασύρουν οι πανηγύρεις των φιλοψόφων (1) και όχι φιλοσόφων, οι οποίοι δογματίζουν ενάντια προς εαυτούς, και εκφωνεί έκαστος σύμφωνα με ότι του έλθει. Υπάρχουν δε πολλές συγκρούσεις και μεταξύ αυτών· διότι ο εις μισεί τον άλλον, διαφωνούν δε μεταξύ των λόγω αλαζονείας επιλέγοντας τόπους…(2))
Σημειώσεις
(1). Ο Φιλόψοφος είναι ο αγαπών τους κρότους, τα χειροκροτήματα
(2) Παρατηρείται κενόν στο κείμενο
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 34 - 35
«Τοῖς Πλάτωνος ἔπῃ δόγμασι, καὶ ὁ κατ’ Ἐπίκουρον σοφιστεύων διαπρύσιος ἀνθίσταταί σοι· πάλιν τε εἶναι θέλεις κατὰ τὸν Άριστοτέλην, καὶ τις κατὰ τὸν Δημόκριτον λοιδορεῖταί σοι. Πυθαγόρας Εὔφορβος γεγονέναι φησὶ τοῦ Φερεκύδους δόγματος κληρονόμος ἐστὶν· ὁ δὲ Άριστοτέλης τῆς ψυχῆς διαβάλλει τὴν ἀθανασίαν. Στασιώδεις δὲ ἔχοντες τῶν δογμάτων τὰς διαδοχὰς ἀσύμφωνοι πρὸς τοὺς συμφώνους ἑαυτοῖς διαμάχεσθε.»
(Μτφρ: Ακολουθείς τα διδάγματα του Πλάτωνος, και ο σοφιστεύων κατά την μέθοδο του Επίκουρου σε αντικρούει φανερά· θέλεις πάλιν να είσαι εις τους οπαδούς του Αριστοτέλους, και κάποιος από τους ακολουθούντας τον Δημόκριτο σε λοιδορεί. Ο Πυθαγόρας λέγει ότι ήτο ο Εύφορβος και είναι κληρονόμος του δόγματος του Φερεκύδους. Ο δε Αριστοτέλης διαβάλλει την αθανασία της ψυχής. Ενώ δε έχετε αντιφατικές τις παραδόσεις των διδασκαλιών σας, διαμάχεστε σεις οι ασύμφωνοι προς ημάς τους σύμφωνους μεταξύ μας)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 76 - 77
«Ὥστε ἀσύμφωνος ἐστιν ἡ γνώμη κατὰ τοὺς φιλοσόφους καὶ συγγραφεῖς. Τούτων γὰρ ταῦτα ἀποφηναμένων, εὑρίσκεται ὁ ποιητὴς Ὅμηρος ἑτέρᾳ ὑποθέσει εἰσάγων γένεσιν οὐ μόνον κόσμου ἀλλὰ καὶ θεῶν.»
(Μτφρ: Ώστε ασύμφωνοι είναι οι γνώμες των φιλοσόφων και των συγγραφέων. Ενώ τούτοι διακηρύσσουν ταύτα ευρίσκεται ο ποιητής Όμηρος εξηγώντας την γέννηση όχι μόνο του κόσμου αλλά και των θεών κατ’ άλλη υπόθεση.)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 360 - 361
«Ἀριστοφάνης δὲ ὁ κωμικὸς ἐν ταῖς ἐπιγραφομέναις «Ὄρνισιν», ἐπιχειρήσας περὶ τῆς τοῦ κόσμου ποιήσεως, ἔφη ἐν πρώτοις ὠὸν γεγενῆσθαι τὴν σύστασιν τοῦ κόσμου, λέγων·
«Πρώτιστα τεκὼν μελανόπτερος ὠὸν»»
(Μτφρ: Ο δε Αριστοφάνης ο κωμικός εις την κωμωδία την επιγραφόμενη «Όρνιθες», επιληφθείς του θέματος της δημιουργίας του κόσμου, είπε ότι εν πρώτοις η σύσταση του κόσμου περιελήφθη εις ωόν· «Πρώτιστα γέννησε ωόν η μελανόπτερος (1)»)
Σημειώσεις
(1) Όρνιθες 626. Τα παρατιθέμενα εις το σχετικό τμήμα της κωμωδίας ταύτης του Αριστοφάνη εκθέτουν βασικά την θεογονία των Ορφικών, εις τους οποίους περιελαμβάνονταν τότε οι βαθύτερα θρησκευόμενοι Αθηναίοι
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 366 - 367
«Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς κοσμογονίας ἀσύμφωνα ἀλλήλοις καὶ φαῦλα ἐξεῖπον. Πρῶτον μὲν ὅτι τινὲς ἀγένητον τὸν κόσμον ἀπεφήναντο, καθὼς καὶ ἔμπροσθεν ἐδηλώσαμεν. Καὶ οἱ μὲν ἀγένητον αὐτὸν καὶ αΐδιον φύσιν φάσκοντες οὐκ ἀκόλουθα εἶπον τοῖς γενητὸν αὐτόν δογματίσασιν»
(Μτφρ: Αλλά και περί της κοσμογονίας διηγήθηκαν πράγματα ασύμφωνα προς αλλήλους και φαύλα. Πρώτον μεν διότι μερικοί διακήρυξαν τον κόσμο αγέννητο, καθώς δηλώσαμε προηγουμένως. Και όσοι είπαν αυτόν αγέννητο και αΐδιο φύση δεν διετύπωσαν σύμφωνα με εκείνους οι οποίοι δογμάτισαν αυτόν γεννητό)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 370 - 371
«Ἔτεροι δ’ αὖ εἶπον πρόνοιαν εἶναι, καὶ τὰ τούτων δόγματα ἀνέλυσαν»
(Μτφρ: Άλλοι πάλι είπαν ότι υπάρχει πρόνοια, και έτσι διέλυσαν τα τοιαύτα δόγματα τούτων)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 370 - 371
«Τίνι οὖν πιστεύσωμεν, πότερον Ἀράτῳ ἢ Σοφοκλεῖ λέγοντι,
«Πρόνοια δ’ ἔστιν οὐδενὸς σαφής,
εἰκῇ κράτιστον ζῆν ὅπως δύναιτό τις;»
Ὅμηρος δὲ πάλιν τούτῳ οὐ συνᾁδει. Λέγει γάρ·
«Ζεὺς δ’ ἀρετὴν ἄνδρεσσιν ὀφέλλει τε μινύθει τε»
Καὶ Σιμωνίδης·
«Οὔτις ἄνευ θεῶν
ἀρετὰν λάβεν, οὐ πόλις, οὐ βροτός.
Θεὸς ὁ παμμῆτις· ἀπήμαντον δ’ οὐδὲν
ἔστιν ἐν αὐτοῖς»
Ὁμοίως καὶ Εὐριπίδης·
«Οὐκ ἔστιν οὐδἐν χωρὶς ἀνθρώποις θεοῦ»
Καὶ Μένανδρος·
«Οὐκ ἄρα φροντίζει τις ἡμῶν ἢ μόνος Θεός»
Καὶ πάλιν Εὐριπίδης·
«Σῶσαι γὰρ ὁπόταν τῷ Θεῷ δοκῇ,
πολλὰς προφάσεις δίδωσιν εἰς σωτηρίαν»
Καὶ·
«Θεοῦ θέλοντος σώζῃ, κἂν ἐπὶ ριπὸς πλέῃς»
Καὶ τὰ τοιαῦτα μυρία εἰπόντες ἀσύμφωνα ἑαυτοὶς ἐξεῖπον.
Ὁ γοῦν Σοφοκλῆς ἀπρονοησίαν ἐν ἑτέρῳ λέγει·
«Θεοῦ δὲ πληγὴν οὐχ ὑπερπηδᾷ βροτός»
Πλὴν καὶ πληθὺν εἰσήγαγον ἢ καὶ μοναρχίαν εἶπον, καὶ πρόνοιαν εἶναι τοῖς λέγουσιν ἀπρονοησίαν τἀναντία εἰρήκασιν.
Ὄθεν Εὐριπίδης ὁμολογεῖ λέγων·
«Σπουδάζομεν δὲ πολλ’ ὑπ’ ἐλπίδων, μάτην
πόνους ἔχοντες, οὐδὲν εἰδότες»»
(Μτφρ: Εις ποίον λοιπόν να πιστέψουμε, εις τον Άρατον ή τον Σοφοκλή, ο οποίος λέγει·
«Δεν υπάρχει σαφής πρόνοια ουδενός πράγματος,
καλύτερον να ζει κανείς τυχαίως, όπως δύναται»;(1)
Ο Όμηρος πάλι δεν συμφωνεί με αυτόν. Διότι λέγει·
«Ο Ζευς αυξάνει και μειώνει την αρετήν των ανθρώπων» (2)
Και ο Σιμωνίδης·
«Χωρίς τους θεούς
κανείς δεν έλαβε αρετή, ούτε πόλη ούτε θνητός.
Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα, ενώ εις τους θνητούς
Δεν υπάρχει τίποτα αβλαβές»(3)
Ομοίως και ο Ευριπίδης·
«Τίποτε δεν υπάρχει εις τους ανθρώπους μακράν από τον Θεόν» (4)
Και ο Μένανδρος·
«Κανείς δεν φροντίζει δι’ ημάς πλην του Θεού μόνου» (5)
Και πάλιν ο Ευριπίδης·
«Όταν ο Θεός θεωρεί καλόν να σώσει
δίδει πολλάς προφάσεις προς σωτηρία» (6)
Και·
«Αν θέλει ο Θεός σώζεσαι, ακόμη και αν πλέεις εις ψάθαν» (7)
Και με τους τοιούτους μύριους λόγους είπαν ασύμφωνα προς εαυτούς. Ο Σοφοκλής πράγματι σε άλλο χωρίο ομιλεί περί ελλείψεως προνοίας·
«Το κτύπημα του Θεού δεν υπερπηδά ο θνητός» (8)
Επίσης εισαγάγανε πολυαρχία ή είπαν μοναρχία , και εις τους διδάσκοντες απρονοησία απάντησα ότι υπάρχει πρόνοια. Όθεν ο Ευριπίδης ομολογεί λέγοντας·
«Μεριμνούμε δια πολλά υποκινούμενα από ελπίδες ματαίως
κατεχόμενοι από πόνους, μη γνωρίζοντας τίποτα» (9)
Σημειώσεις
(1) Οιδίπους Τύραννος 978 ε.
(2) Ιλιάς Υ 242
(3) Diehl, Anthologia Lyricorum Graecorum 2, 68, απόσπ. 10
(4) Ευριπίδου, απόσπ. 391. Nauck, Tragicorum Graecorum Fragmenta, Leipzig 1889, σ. 480
(5) Βλ. Meineke, Fragmenta Comicorum Graecorum, Berlin 1841, 4, σ. 276
(6) Ευριπίδου, απόσπ. 1089. Nauck
(7) Ευριπίδου, απόσπ. 397 Nauck
(8) Σοφοκλέους, απόσπ. 876. Nauck
(9) Ευριπίδου, απόσπ. 391. Nauck
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 370 - 375
«Δόξης γὰρ κενῆς καὶ ματαίου πάντες οὗτοι ἐρασθέντες οὔτε αὐτοὶ τὸ ἀληθὲς ἔγνωσαν οὔτε μὴν ἄλλους ἐπὶ τὴν ἀλὴθειαν προετρέψαντο. Καὶ γὰρ ἃ ἔφασαν αὐτὰ ἐλέγχει αὐτοὺς, ᾗ ἀσύμφωνα εἰρήκασιν, καὶ τὰ ἴδια δόγματα οἱ πλείους αὐτῶν κατέλυσαν· οὐ γὰρ ἀλλήλους μόνον ἀνέτρεψαν, ἀλλ’ ἤδη τινὲς καὶ τὰ ἑαυτῶν δόγματα ἄκυρα ἐποίησαν, ὥστε ἡ δόξα αὐτῶν εἰς ἀτιμίαν καὶ μωρίαν ἐχώρησεν· ὑπὸ γὰρ τῶν συνετῶν καταγινώσκονται. Ἥτοι γὰρ περὶ θεῶν ἔφασαν, αὐτοὶ δ’ ὕστερον ἀθεότητα ἐδίδαξαν, ἣ εἰ καὶ περὶ κόσμου γενέσεως, ἔσχατον αὐτοματισμὸν εἶπον τῶν πάντων, ἀλλὰ καὶ περὶ προνοίας λέγοντες πάλιν ἀπρονόητων εἶναι κόσμον ἐδογμάτισαν.
Τί δὲ; Οὐχὶ καὶ περῖ σεμνότητος πειρώμενοι γράφειν ἀσελγείας καὶ πορνείας καὶ μοιχείας ἐδίδαξαν ἐπιτελεῖσθαι, ἔτι μὴν καὶ τὰς στυγητὰς ἀρρητοποιΐας εἰσηγήσαντο; Καὶ πρώτους γε τοὺς θεοὺς αὐτῶν κηρήσσουσιν ἐν ἀρρήτοις μίξεσιν συγγίνεσθαι ἔν τε ἀθέσμοις βρώσεσιν.»
(Μτφρ: Όλοι αυτοί αγαπήσαντες την κενή και ματαία δόξα ούτε αυτοί γνώρισαν την αλήθεια ούτε άλλους βεβαίως προέτρεψαν προς την αλήθεια. Διότι τους κατηγορούν όσα έγραψαν, αφού τα διατύπωσαν αντιφατικά και αφού οι πλείστοι εξ αυτών κατέλυσαν τα ιδικά των δόγματα· διότι όχι μόνο ανέτρεψαν αλλήλους, αλλά ήδη μερικοί και τα ιδικά των δόγματα ακύρωσαν, ώστε η δόξα των μετεβλήθη εις ατιμία και μωρία· διότι κατακρίνονται υπό των συνετών. Ενώ μίλησαν περί θεών, έπειτα οι ίδιοι δίδαξαν αθεότητα· ενώ μίλησαν περί δημιουργίας κόσμου, έπειτα είπαν ότι τα πάντα προήλθαν αυτόματα· ενώ μίλησαν περί προνοίας δογμάτισαν πάλι ότι ο κόσμος είναι άνευ προνοίας.
Διατί όχι; Ενώ προσπαθούσαν να γράψουν περί σεμνότητας, δεν διδάξαν να διαπράττονται ασέλγειες, πορνείες και μοιχείες, και δεν εισηγήθηκαν τις ανεπίτρεπτες και ανεκδιήγητους πράξεις; Και πρώτο κηρύσσουν ότι οι θεοί των επιδίδονται εις άρρητους μίξεις και αθέμιτους βρώσεις»
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 458 - 459
«Καὶ τί μοι λοιπὸν κατατρίβεσθαι περὶ αὐτῶν, ὅπου γε καὶ περὶ τῶν θεῶν παρ’ αὐτοῖς λεγομένων τὰ ὅμοια κατηγγέλκασιν;
Θεοὺς γὰρ φήσαντες εἶναι πάλιν εἰς οὐδὲν αὐτοὺς ἡγήσαντο. Οἰ μὲν γὰρ ἐξ ἀτόμων αὐτοὺς ἔφασαν συνεστάναι, οἱ δ’ αὖ χωρεῖν εἰς ἀτόμους, καὶ μηδὲν πλεῖον ἀνθρώπων δύνασθαι τοὺς θεοὺς φασιν. Πλάτων δὲ, θεοὺς εἰπὼν εἶναι ὑλικοὺς αὐτοὺς βούλεται συνιστᾶν. Πυθαγόρας δέ, τοσαῦτα μοχθήσας περὶ θεῶν καὶ τὴν ἄνω πορείαν ποιησάμενος, ἔσχατος ὁρίζει φύσιν καὶ αὐτοματισμὸν εἶναί φησιν τῶν πάντων· θεοὺς ἀνθρώπων μηδὲν φροντίζειν. Ὁπόσα τε Κλειτόμαχος ὁ Ἀκαδημαϊκὸς περὶ ἀθεότητος εἰσηγήσατο. Τί δ’ οὐχὶ καὶ Κριτίας καὶ Πρωταγόρας ὁ Ἀβδηρίτης λέγων· «εἰτε γὰρ εἰσον θεοί, οὐ δύναμαι περὶ αὐτῶν λέγειν, οὔτε ὁποῖοι εἰσιν δηλῶσαι· πολλὰ γὰρ ἐστιν τὰ κωλύοντα με»; Τὰ γὰρ περὶ Εύημέρου τοῦ ἀθεωτάτου περισσὸν ἡμῖν καὶ λέγειν. Πολλὰ γὰρ περὶ θεῶν τολμήσας φθέγξασθαι ἔσχατον καὶ τὸ ἐξόλου μὴ εἶναι θεούς, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀυτοματισμῷ διοικεῖσθαι βούλεται. Πλάτων δέ, ὁ τοσαῦτα εἰπὼν περὶ μοναρχίας Θεοῦ καῖ ψυχῆς ἀνθρώπου, φάσκων ἀθάνατον εἶναι τὴν ψυχήν, οὐκ αὐτὸς ὕστερον εὑρίσκεται ἐναντία ἑαυτῷ λέγων, τὰς μὲν ψυχὰς μετέρχεσθαι εἰς ἑτέρους ἀνθρώπους, ἐνίων δὲ καὶ ἄλογα ζῶα χωρεῖν; Πῶς οὐ δεινὸν καὶ ἀθέμιτον δόγμα αὐτοῦ τοῖς γε νοῦν ἔχουσι φανήσεται, ἵνα ὅ ποτε ἄνθρωπος πάλιν ἔσται λύκος ἣ κύων ἣ ὅνος ἢ ἄλλο τι ἄλογον κτῆνος;Τούτῳ ἀκόλουθα καὶ Πυθαγόρας εὑρίσκεται φλυαρῶν, πρὸς τῷ καὶ πρόνοαιν ἐκκόπτειν.
Τίνι οὖν αὐτῶν πιστεύσωμεν, Φιλήμονι τῷ κωμικῷ, λέγοντι·
«Οἱ γὰρ Θεὸν σέβοντες ἐλπίδας καλὰς
ἔχουσιν εἰς σωτηρίαν»,
ἢ οἷς προειρήκαμεν Εὐημέρῳ καὶ Ἐπικούρῳ καὶ Πρωταγόρᾳ καὶ τοῖς λοιποῖς ἀρνουμένοις εἶναι θεοσέβειαν καὶ πρόνοιαν ἀναιροῦσιν;
Περὶ μὲν οὖν Θεοῦ καὶ προνοίας Ἀρίστων ἔφη·
«Θάρσει, βοηθεῖν πᾶσι μὲν τοῖς ἀξίοις
εἴωθεν ὁ Θεός, τοῖς δὲ τοιούτοις σφόδρα...»»
(Μτφρ: Και τι χρειάζεται άλλωστε να ασχολούμαι περί των λεγομένων από αυτούς θεών;
Διότι, ενώ είπαν ότι είναι θεοί, δεν τους υπολόγισαν καθόλου. Άλλοι είπαν ότι συνίσταται εξ ατόμων, άλλοι πάλι αντίθετα ότι μεταβαίνουν εις άτομα και λέγουν ότι οι θεοί δεν έχουν καθόλου περισσότερο δύναμη από τους ανθρώπους. Ο δε Πλάτων, αφού είπε ότι υπάρχουν θεοί, θέλει να είναι τούτοι υλικοί. Ο δε Πυθαγόρας μοχθήσαν τόσο πολύ δια το πρόβλημα των θεών και εξετάσας τούτο από πάσης πλευράς, στο τέλος ορίζει ότι τα πάντα προέρχονται εκ φύσεως και αυτομάτως και ότι οι θεοί δεν φροντίζουν καθόλου δια τους ανθρώπους. Πόσα δεν δίδαξε περί αθεότητας ο Κλειτόμαχος ο Ακαδημαϊκός (1). Τι δεν είπε ο Κριτίας (2) και ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης; (3) «Εάν υπάρχουν θεοί, δεν δύναμαι να πω περί αυτών ούτε να δηλώσω ποίοι είναι· διότι πολλά με εμποδίζουν». Περιττόν είναι να πω τα περί του αθεοτάτου Ευήμερου, ο οποίος, ενώ ετόλμησε να πει πολλά περί θεών, εις το τέλος θέλει να μην υπάρχουν καθόλου θεοί, αλλά τα πάντα να κυβερνώνται αυτομάτως. Ο δε Πλάτων, ο τόσο καλά ειπών περί μοναρχίας Θεού και ψυχής ανθρώπου, λέγοντας ότι η ψυχή είναι αθάνατος, δεν αντιφάσκει τάχα ο ίδιος εις εαυτόν λέγοντας ότι οι μεν ψυχές μεταβαίνουν σε άλλους ανθρώπους, μερικώς δε πηγαίνουν και εις άλογα ζώα;(4) Πώς δεν θα φανεί εις όσους τουλάχιστον έχουν νου ως δεινό και αθέμιτο δόγμα, το ότι ο άλλοτε άνθρωπος θα γίνει πάλι λύκος ή κύων ή όνος ή κάποιο άλλο κτήνος; Σύμφωνα με αυτόν βρίσκεται να φλυαρεί και ο Πυθαγόρας, πέραν του ότι απορρίπτει και την πρόνοια.
Εις ποιον λοιπόν εξ αυτών να πιστέψουμε; εις τον κωμικό Φιλήμονα που λέει
«διότι οι λατρεύοντες τον Θεό καλές ελπίδες
έχουν προς σωτηρία» (5),
ή εις τους προαναφερθέντες Ευήμερο, Επίκουρο, Πρωταγόρα και τους λοιπούς αρνούμενους την θεοσέβεια και απορρίπτοντας την πρόνοια;
Περί του Θεού λοιπόν και της πρόνοιας είπε ο Αρίστων·
«Θάρρος, διότι ο Θεός συνηθίζει να βοηθά
όλους τους άξιους, τους δε σπουδαιότερους δυνατά…»
Σημειώσεις
(1) Σέξτου Εμπειρικού, Προς Μαθηματικούς 8,8
(2) Σέξτου Εμπειρικού, Προς Μαθηματικούς 9,54
(3) Σέξτου Εμπειρικού, Προς Μαθηματικούς 9,56
(4) Φαίδρος 248 D
(5) Meineke, Fragmenta Comicorum Graecorum 4, σ. 60
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 464 - 467
«Ὁπόσα τε καὶ ἄλλοι καὶ σχεδόν γε οἱ πλείους εἶπον περὶ Θεοῦ καὶ προνοίας, ὁρᾶν ἔστιν ἀνακόλουθα ἀλλήλοις ἔφασαν· οἱ μὲν γὰρ τὸ ἐξόλου Θεὸν καὶ πρόνοιαν εἶναι ἀνεῖλον, οἱ δ’ αὖ συνέστησαν Θεὸν καὶ πάντα προνοίᾳ διοικεῖσθαι ὡμολόγησαν.»
(Μτφρ: Και όσα είπαν οι άλλοι, και σχεδόν οι πλείστοι, περί Θεού και προνοίας, είναι δυνατόν να δεις πόσο ανακόλουθα είναι μεταξύ τους· διότι άλλοι μεν αναίρεσαν την καθόλου ανυπαρξία του Θεού και της πρόνοιας, άλλοι δεν παραδέχθησαν τον Θεό και ομολόγησαν ότι τα πάντα διοικούνται από την πρόνοια)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 466 - 467
«Ἀρνοῦμενοι γὰρ θεοὺς εἶναι πάλιν ὁμολογοῦσιν αὐτοί, καὶ τούτους πράξεις ἀθέσμους ἐπιτελεῖν ἔφασαν.»
(Μτφρ: Διότι, ενώ αρνούνται ότι υπάρχουν θεοί, πάλι τους παραδέχονται οι ίδιοι, και λέγουν ότι τελούν πράξεις αθέμιτες)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 468 - 469
Ίσως σε μερικούς να φαίνεται υπερβολική η καταδίκη απόψεων των αρχαίων σοφών από μερικούς Χριστιανούς. Όμως πριν ακόμη και από τους Χριστιανούς, εξέφερε περί των σοφών του προχριστιανικού κόσμου αυστηρότατη κρίση κάποιος, ο οποίος μπορεί να συγκαταλεχθεί μαζί με αυτούς και ο οποίος θεωρείται από τους μεγαλύτερους ρήτορες της ειδωλολατρικής δύσεως; Πρόκειται για τον Κικέρωνα, ο οποίος δεν δίστασε να διακηρύξει ότι «δεν υπάρχει παραλογισμός, οσονδήποτε χονδροειδής, ο οποίος να μη εγένετο παραδεκτός και να μη εδιδάχθη υπό τινός φολοσόφου» De divin. II 58, «Sed nescio quo tam absurde dici potest quod non dicatur ab aliquo philosophorum»
«Ἔνιοι μὲν ἀρνοῦνται καὶ τὸ ἐξ ὅλου Θεὸν εἶναι, ἤ, εἰ καὶ ἔστιν, μηδενὸς φασιν φροντίζειν τὸν Θεὸν πλὴν ἕαυτοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν παντελῶς Ἐπικούρου καὶ Χρυσίππου ἡ ἄνοια ἀπεφήνατο. Ἔτεροι δέ φασιν αὐτοματισμὸν τῶν παντῶν εἶναι, καὶ τὸν κόσμον ἀγέννητον καὶ φύσιν ἀΐδιον, καὶ τὸ σύνολον πρόνοιαν μὴ εἶναι Θεοῦ ἐτόλμησαν ἐξειπεῖν, ἀλλὰ θεὸν εἶναι μόνον φασὶν τὴν ἑκάστου συνείδησιν. Ἄλλοι δ’ αὖ τὸ δι’ ὅλου κεχωρηκὸς πνεῦμα θεὸν δογματίζουσιν.»
(Μτφρ: Μερικοί μεν αρνούνται και το ότι υπάρχει Θεός γενικά, ή εάν υπάρχει, λέγουν ότι δεν φροντίζει δια τίποτε άλλο ο Θεός πλην του εαυτού του· και αυτά γενικώς απεφάνθη γενικώς η άνοια του Επίκουρου και του Χρυσίππου (1). Άλλοι λέγουν ότι εις το σύμπαν υπάρχει αυτοματισμός και ότι ο κόσμος είναι αγέννητος και η φύση αΐδιος, γενικώς δε τόλμησαν να επιβεβαιώσουν ότι δεν υπάρχει πρόνοια του Θεού, αλλά Θεός είναι κατά την άποψή των μόνο η συνείδησης έκαστου. Άλλοι πάλι δογματίζουν ως Θεόν το πνεύμα το οποίο διήκει δια του σύμπαντος)
Σημειώσεις
(1) Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του δίδασκαν ότι οι θεοί, ζώντας εις τα μετακόσμια, αδιαφορούν για τον κόσμο. Οι Στωϊκοί δεν αρνούνταν την ύπαρξη του Θεού, αλλά την ύπαρξη του προσωπικού Θεού, εκλαμβάνοντας αυτόν ως την δύναμη που διοικεί δια μέσω των μερών του σύμπαντος. Αργότερα όμως και αυτοί αποδέχτηκαν την ύπαρξη προσωπικού Θεού.
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 358 - 359
«Πλάτων δὲ καὶ οἱ τῆς αἱρέσεως αὐτοῦ Θεὸν μὲν ὁμολογοῦσιν ἀγένητον καὶ πατέρα καὶ ποιητὴν τῶν ὅλων εἶναι· εἶτα ὑποτίθεται θεὸν καὶ ὕλην ἀγένητον, καὶ ταύτην φασὶν συνηκμακέναι τῷ Θεῷ…»
(Μτφρ: Ο δε Πλάτων και οι οπαδοί του ομολογούν ότι υπάρχει Θεός αγέννητος, πατήρ και ποιητής του σύμπαντος· έπειτα όμως υποθέτουν ότι άγέννητος είναι όχι μόνον ο Θεός αλλά και η ύλη, και λέγουν ότι αυτή ήκμασε μαζί με τον Θεό)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 358 - 359
«Ὥστε ἀσύμφωνος ἐστιν ἡ γνώμη κατὰ τοὺς φιλοσόφους καὶ συγγραφεῖς. Τούτων γὰρ ταῦτα ἀποφηναμένων, εὑρίσκεται ὁ ποιητὴς Ὅμηρος ἑτέρᾳ ὑποθέσει εἰσάγων γένεσιν οὐ μόνον κόσμου ἀλλὰ καὶ θεῶν. Φησὶν γὰρ που·
Ὠκεανόν τε, θεῶν γένεσιν, καὶ μητέρα Τηθύν,
ἐξ οὗ πάντες ποταμοὶ καὶ πᾶσα θάλασσα.
Ἅ δὴ λέγων οὐκ ἔτι θεὸν συνιστᾷ. Τίς γὰρ οὐκ ἐπίσταται τὸν Ὠκεανὸν ὕδωρ εἶναι; Εἰ δὲ ὔδωρ, οὐκ ἄρα θεός. Ὁ δὲ Θεός, εἰ τῶν ὅλων ποιητής ἐστιν, καθὼς καὶ ἔστιν, ἄρα καὶ τοῦ ὕδατος καὶ τῶν θαλασσῶν κτίστης ἐστίν»
(Μτφρ: Ώστε ασύμφωνοι είναι οι γνώμες των φιλοσόφων και των συγγραφέων. Ενώ τούτοι διακηρύσσουν ταύτ,α ευρίσκεται ο ποιητής Όμηρος εξηγώντας την γέννηση όχι μόνο του κόσμου αλλά και των θεών κατ’ άλλη υπόθεση. Λέγει κάπου· «Τον Ωκεανόν, την γέννηση των θεών, και την μητέρα Τηθύν(1), από όπου προέρχονται όλοι οι ποταμοί και πάσα θάλασσα(2).» Λέγων βεβαίως αυτά δεν συνιστά πλέον Θεόν. Διότι ποιος δεν γνωρίζει ότι ο Ωκεανός είναι ύδωρ;Εάν δε είναι ύδωρ , δεν είναι Θεός. Ο δε Θεός, εάν είναι ποιητής των όλων, καθώς και είναι, άρα είναι κτίστης και του ύδατος και των θαλασσών»)
Σημειώσεις
(1) Ιλιάς Ξ 201
(2) Ιλιάς Φ 126
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 360 - 361
«Ἡσίοδος δὲ καὶ αὐτὸς οὐ μόνον θεῶν γένεσιν ἐξεῖπεν, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Καὶ τὸν μὲν κόσμον γενητόν εἰπὼν ἠτόνησεν εἰπεῖν ὑφ’ οὗ γέγονεν. Ἔτι μὴν καὶ θεοῦς ἔφησν Κρόνον καὶ τὸν ἐξ αὐτοῦ Δία, Ποσειδῶνα τε καὶ Πλούτωνα, καὶ τούτους μεταγενεστέρους εὑρίσκομεν τοῦ κόσμου»
(Ο δε Ησίοδος όχι μόνο διηγήθηκε και αυτός των θεών την γέννηση αλλά και αυτού του κόσμου. Και ενώ είπε γεννητό τον κόσμο, δεν κατόρθωσε να πει από ποιον έγινε. Προσέτι μάλιστα είπε θεούς τον Κρόνον, τον υιό του Δία, Ποσειδώνα και Πλούτωνα, τους οποίους ευρίσκομεν μεταγενεστέρους του κόσμου.)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 360 - 361
«Καὶ ταῦτα εἰπῶν οὐδὲ οὕτως ἐδήλωσεν ὑπὸ τίνος ἐγένοντο. Εἰ γὰρ ἐν πρώτοις ἦν Χάος, καὶ ὕλη τις προϋπέκειτο ἀγένητος οὖσα, τίς ἄρα ἦν ὁ ταύτην μετασκευάζων καὶ μεταρρυθμίζων καὶ μεταμορφῶν; Πότερον αὐτὴ ἑαυτὴν ἡ ὕλη μετασχημάτιζε καὶ ἐκόσμει; Ὁ γὰρ Ζεὺς μετὰ χρόνον πολὺν γεγένηται, οὐ μόνον τῆς ὕλης ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου καὶ πλήθους ἀνθρώπων· ἔτι μὴν καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Κρόνος.»
(Μτφρ: Και αφού είπε ταύτα δεν δήλωσε ούτε τότε υπό ποίου έγιναν. Διότι, εάν εν πρώτοις ήτο το χάος και προϋπέκειτο κάποια ύλη αγένητος, ποίος λοιπόν ήτο ο μετασκευάζων και μεταρρυθμίζων και μεταμορφώνων αυτή; Άραγε αυτή η ύλη μετασχημάτιζε και εκόσμει εαυτήν; Διότι ο Ζευς εγγενήθηκε μετά πολύ χρόνον, όχι μόνο μετά την ύλη αλλά και μετά τον κόσμο και πλήθος ανθρώπων· ακόμη μάλιστα και ο πατήρ αυτού Κρόνος)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 364 - 365
«Ὄθεν Εὐριπίδης ὁμολογεῖ λέγων·
«Σπουδάζομεν δὲ πολλ’ ὑπ’ ἐλπίδων, μάτην
πόνους ἔχοντες, οὐδὲν εἰδότες»
Καὶ μὴ θέλοντες ὁμολογοῦσιν τὸ ἀληθὲς μὴ ἐπίστασθαι·»
(Μτφρ: Όθεν ο Ευριπίδης ομολογεί λέγοντας·
«Μεριμνούμε δια πολλά υποκινούμενα από ελπίδες ματαίως
κατεχόμενοι από πόνους, μη γνωρίζοντας τίποτα» (1)
και χωρίς να το θέλουν ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν την αλήθειαν)
Σημειώσεις
(1) Ευριπίδου, απόσπ. 391, Nauck.
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 374 - 375
«Καὶ πολλὰ φήσας [Πλάτων δὲ]περὶ πόλεων κατὰ κόσμον καὶ οἰκήσεων καὶ ἐθνῶν, ὁμολογεῖ εἰκασμῷ ταῦτα εἰρηκέναι. Λέγει γὰρ· «εἰ γοῦν, ὦ ξένε, τὶς ἡμῖν ὑπόσχηται θεὸς ὡς, ἂν ἐπιχειρήσωμεν τῇ τῆς νομοθεσίας σκέψει, τῶν νῦν εἰρημένων…» Δηλονότι εἰκασμῷ ἔφη· εἰ δὲ εἰκασμῷ, οὐκ .αρα ἀληθῇ ἔστιν ταὰ ὑπ’ είρημένα»
(Μτφρ: Και πολλά ειπών [ο Πλάτωνας] περί πόλεων και κόσμου, οικισμών και εθνών, ομολογεί ΄τι λέγει αυτά κατ’ εικασία. Διότι λέει «εάν λοιπόν, φίλε, κάποιος θεός υποσχεθεί σε εμάς ότι θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε διασάφηση της σκέψης και της νομοθεσίας, τα λεχθέντα…» (1). Επομένως εκφράσθηκε κατ’ εικασίαν· εάν δε κατ’ εικασία, άρα τα υπ’ αυτού λεχθέντα δεν είναι αληθή)
Σημειώσεις
(1) Πλάτωνος, Νόμοι 3, 683 B
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 482 - 483
Ο φιλόσοφος που συγκαταλέγεται μεταξύ των υγιέστερων από όλους τους φιλοσοφούντες είναι ο Πλάτωνας. Όπως λοιπόν λέει για αυτόν ο Hittinger (Apologie…, τομ. Β΄, σελ.71) κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε καν ιδέα περί δημιουργίας, ή τουλάχιστον δεν μιλούσε για αυτήν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Σε επιβεβαίωση δε του ισχυρισμού αυτού ο Brandis (Ιστορία της Ελληνορωμαϊκής Φιλοσοφίας τομ. ΙΙ, σελ. 36) υποστηρίζει ότι η αλήθεια περί απολύτου δημιουργίας (δηλαδή η εκ του μηδενός και χωρίς προϋπάρχουσας ύλης δημιουργία του κόσμου) παρέμεινε άγνωστη σε όλη την ελληνική και λατινική αρχαιότητα.
Εκεί όμως που ο Πλάτωνας παρουσιάζεται παραλογιζόμενος και ανάξια προς τον εαυτό του φερόμενος είναι εκεί που υποστηρίζει ότι τα καχεκτικά και ασθενή βρέφη θα πρέπει να απορρίπτονται έκθετα, εκεί που συνιστά οι γυναίκες να είναι κοινές, όπως και εκεί που επιδοκιμάζει να αποκαλείται βάρβαρος κάθε ξένος και μη Έλληνας, προχωρώντας μέχρι του σημείου να ορίζει ιδιαίτερη τάξη πολιτών, στην οποία ανήκει η πλειοψηφία τους και τους οποίους καταδικάζει σε ισόβια και απεριόριστη δουλεία. Και με λίγα λόγια η ηθική και το σύστημα του Πλάτωνος είναι κατ’ ουσία αριστοκρατικά (δεν μιλάμε καν για δημοκρατία), απευθύνονται αποκλειστικά στους διανοούμενους και τους ταλαντούχους του πνεύματος και συνεπώς δεν αποτελούν κτήμα όλης της ανθρωπότητας αλλά μερίδας της μόνο.
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ 7, 121
«121 οὐκ εἰσὶν ἐν τῷ κατορθοῦν. Ἡρακλείδης μέντοι ὁ Ταρσεύς, Ἀντιπάτρου τοῦ Ταρσέως γνώριμος, καὶ Ἀθηνόδωρος ἄνισά φασι τὰ ἁμαρτήματα. Πολιτεύσεσθαί φασι τὸν σοφὸν ἂν μή τι κωλύῃ, ὥς φησι Χρύσιππος ἐν πρώτῳ Περὶ βίων· καὶ γὰρ κακίαν ἐφέξειν καὶ ἐπ' ἀρετὴν παρορμήσειν. καὶ γαμήσειν, ὡς ὁ Ζήνων φησὶν ἐν Πολιτείᾳ, καὶ παιδοποιήσεσθαι. ἔτι τε μὴ δοξάσειν τὸν σοφόν, τουτέστι ψεύδει μὴ συγκαταθήσεσθαι μηδενί. κυνιεῖν τ' αὐτόν· εἶναι γὰρ τὸν κυνισμὸν σύντομον ἐπ' ἀρετὴν ὁδόν, ὡς Ἀπολλόδωρος ἐν τῇ Ἠθικῇ. γεύσεσθαί τε καὶ ἀνθρωπίνων σαρκῶν κατὰ περίστασιν. μόνον τ' ἐλεύθερον, τοὺς δὲ φαύλους δούλους· εἶναι γὰρ τὴν ἐλευθερίαν ἐξουσίαν αὐτοπραγίας, τὴν δὲ δουλείαν στέρησιν» (Πηγή: Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων, [ed. H S Long, Oxford 1964], Βιβλίον Ζ΄ 121· 188, http://www.mikrosapoplous.gr/dl/dl.html)
Η κατά περίσταση βρώση ανθρωπίνων σαρκών πέμπει εις την κατά «περιστάσεως ανθρωποφαγία», δηλαδή εις εκείνη η οποία συντελείται τυχαία και πιθανώς ένεκα ανάγκης. Η ανθρωποφαγία θεωρείται αποτρόπαια ακόμη και από τους νεοπαγανιστές:
Εάν αναζητήσουμε από τις απαρχές του ανθρωπίνου γένους την πιο αποτρόπαια πράξη που αρνητικά χαρακτηρίζει τον άνθρωπο, αναμφισβήτητα όλες οι γνώμες θα συγκλίνουν και θα καταδείξουν ως τέτοια, εκείνη του κανιβαλισμού, δηλαδή της ανθρωποφαγίας (Πηγή: Μιχάλης Μιχελλής, περιοδικό Ιχώρ, άρθρο Καννιβαλισμός, τεύχος 1, σσ. 65 - 67)
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ 7, 188
«187... Εἰσὶ δὲ οἳ κατατρέχουσι τοῦ Χρυσίππου ὡς πολλὰ αἰσχρῶς καὶ ἀρρήτως ἀναγεγραφότος. ἐν μὲν γὰρ τῷ Περὶ τῶν ἀρχαίων φυσιολόγων συγγράμματι αἰσχρῶς τὰ περὶ τὴν Ἥραν καὶ τὸν Δία ἀναπλάττει, λέγων κατὰ τοὺς ἑξακοσίους στίχους ἃ μηδεὶς
188 ἠτυχηκὼς μολύνειν τὸ στόμα εἴποι ἄν. αἰσχροτάτην γάρ, φασί, ταύτην ἀναπλάττει ἱστορίαν, εἰ καὶ ἐπαινεῖ ὡς φυσικήν, χαμαιτύπαις μᾶλλον πρέπουσαν ἢ θεοῖς, ἔτι τε καὶ παρὰ τοῖς περὶ πινάκων γράψασι <οὐ> κατακεχωρισμένην· μήτε γὰρ παρὰ Πολέμωνι μήτε παρ' Ὑψικράτει, ἀλλὰ μηδὲ παρ' Ἀντιγόνῳ εἶναι, ὑπ' αὐτοῦ δὲ πεπλάσθαι. ἐν δὲ τῷ Περὶ πολιτείας καὶ μητράσι λέγει συνέρχεσθαι καὶ θυγατράσι καὶ υἱοῖς· τὰ δ' αὐτά φησι καὶ ἐν τῷ Περὶ τῶν μὴ δι' ἑαυτὰ αἱρετῶν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ. ἐν δὲ τῷ τρίτῳ Περὶ δικαίου κατὰ τοὺς χιλίους στίχους καὶ τοὺς ἀποθανόντας κατεσθίειν κελεύων.» (Πηγή: Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων, [ed. H S Long, Oxford 1964], Βιβλίον Ζ΄ 121· 188, http://www.mikrosapoplous.gr/dl/dl.html)
Η περίπτωση της βρώσης των πεθαμένων, και όχι των σκοτωμένων μιας μάχης [αποκτηνομένων], με διαταγή - κέλευσμα είναι ασφαλώς η περίπτωση του «ενδοκανιβαλισμού», δηλαδή της βρώσης των νεκρών από τους απογόνους, ήτις της βρώσης του πεθαμένου πατέρα ή μητέρα από τους παίδες και τους συγγενείς, οι οποίοι τιμούσαν θρησκευτικά τον νεκρό με την καταβρόχθισή του. Αυτή η περίπτωση αναφέρεται και από τους νεοπαγανιστές που επικαλούνται τον Στράβωνα για να αποδείξουν την καταγωγή των Κελτών από τους Έλληνες:
Κατά τον Στράβωνα... οι δε κάτοικοι της Ιβερνίας, ήσαν βαρβαρότεροι των Βρετανών, πολυφάγοι και ανθρωποφάγοι, οι οποίοι έτρωγαν ακόμη και τους γονείς τους όταν πέθαιναν. Αυτοί έρχονταν επίσης, φανερά σε συνουσία με άλλες γυναίκες, καθώς και με τις μητέρες και τις αδελφές τους. (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 22, Οι προϊστορικοί Έλληνες των Βρεττανικών νησιών, Αθανάσιος Αγγελόπουλος, σελ. 30)
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ 6, 73
«73 Μηδέν τε ἄτοπον εἶναι ἐξ ἱεροῦ τι λαβεῖν ἢ τῶν ζῴων τινὸς γεύσασθαι· μηδ' ἀνόσιον εἶναι τὸ καὶ τῶν ἀνθρωπείων κρεῶν ἅψασθαι, ὡς δῆλον ἐκ τῶν ἀλλοτρίων ἐθῶν· καὶ τῷ ὀρθῷ λόγῳ πάντ' ἐν πᾶσι καὶ διὰ πάντων εἶναι λέγων. καὶ γὰρ ἐν τῷ ἄρτῳ κρέας εἶναι καὶ ἐν τῷ λαχάνῳ ἄρτον, καὶ τῶν σωμάτων τῶν λοιπῶν ἐν πᾶσι διά τινων ἀδήλων πόρων [καὶ] ὄγκων εἰσκρινομένων καὶ συνατμιζομένων, ὡς δῆλον ἐν τῷ Θυέστῃ ποιεῖ, εἴ γ' αὐτοῦ αἱ τραγῳδίαι καὶ μὴ Φιλίσκου τοῦ Αἰγινήτου ἐκείνου γνωρίμου ἢ Πασιφῶντος τοῦ Λουκιανοῦ, ὅν φησι Φαβωρῖνος ἐν Παντοδαπῇ ἱστορίᾳ (FHG iii. 582 sq.) μετὰ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ συγγράψαι. μουσικῆς τε καὶ γεωμετρικῆς καὶ ἀστρολογίας καὶ τῶν τοιούτων ἀμελεῖν, ὡς ἀχρήστων καὶ οὐκ ἀναγκαίων. » (Πηγή: Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων, [ed. H S Long, Oxford 1964], Βιβλίον Στ΄ 121 - 128, http://www.mikrosapoplous.gr/dl/dl.html)
Η παρούσα προτροπή προς βρώση σάρκας από ιερό [βωμό], πέμπει εις την πρότερα τελεσθείσα ανθρωποθυσία επί αυτού, και εν την τοιαύτη περίπτωση δεν θεωρείται ανόσιον τι από τον φιλόσοφο. Η θυσία ανθρώπου εις τον θεό, είναι η προσφορά του προς κανιβαλισμού σώματος πρώτα εις τον θεό και μετά εις τους μετέχοντες της τελετουργικής ανθρωποφαγίας, ως απόρροια της θρησκευτικής αντιλήψεως ότι ο θεός δικαιούται πρώτος όπως γεύεται τα αγαθά.
ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΠΥΡΡΩΝΕΙΕΣ ΥΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ, Γ΄ 207
«αλλά και το ανθρωπείων γεύεσθαι σαρκών παρ’ ημίν μεν άθεσμον, παρ΄ όλοις δε βαρβάροις έθνεσιν αδιάφορόν εστίν. και τι δει τους βαρβάρους λέγειν, όπου και ο Τυδεύς* τον εγκέφαλον του πολεμίου λέγεται φαγείν, και οι από της Στοάς ουκ άτοπον είναί φασι το σάρκας τινά εσθίειν άλλων τε ανθρώπων και εαυτού;»
«Μα και η βρώση ανθρώπινης σάρκας σε εμάς είναι απαγορευμένη, ενώ για όλα τα βαρβαρικά έθνη είναι πράξη αδιάφορη. Τι να αναφέρουμε όμως τους βαρβάρους, τη στιγμή που ο Τυδεύς* λέγεται πως έφαγε το μυαλό του εχθρούς του και οι οπαδοί της Στοάς λένε πως δεν είναι άτοπο να τρώει κάποιος σάρκες άλλων ανθρώπων μα και τις δικές του; »
Πηγή: Σέξτος Εμπειρικός, Πυρρώνειοι υποτυπώσεις Β (ιγ΄-κβ΄)- Γ, Άπαντα, τόμ. 2, μτφρ. Αναστασία-Μαρία Καραστάθη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1998, σσ. 214 - 217
* Ο Τυδεύς ήταν πατέρας του ομηρικού ήρωα Διομήδη και έφαγε το μυαλό του αντιπάλου του Μελάνιππου. «Ἀμφιάραος δὲ αἰσθόμενος τοῦτο, μισῶν Τυδέα ὅτι παρὰ τὴν ἐκείνου γνώμην εἰς Θήβας ἔπεισε τοὺς Ἀργείους στρατεύεσθαι, τὴν Μελανίππου κεφαλὴν ἀποτεμὼν ἔδωκεν αὐτῷ [ τιτρωσκόμενος δὲ Τυδεὺς ἔκτεινεν αὐτόν]. ὁ δὲ διελὼν τὸν ἐγκέφαλον ἐξερρόφησεν» (Πηγή: Ψεύδο Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Γ΄)
ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ΠΥΡΡΩΝΕΙΕΣ ΥΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ, Γ΄ 248-9:
«εν δε τοις περί του καθήκοντος περί της των γονέων ταφής ρητώς φησιν "απογενομένων δε των γονέων ταφαίς χρηστέον ταις απλουστάταις, ως αν του σώματος, καθάπερ ονύχων ή οδόντων ή τριχών, ουδέν όντος προς ημάς, και ουδέ επιστροφής ή πολυωρίας προδεομένων ημών τοιαύτης τινός. διό και χρησίμων μεν όντων των κρεών τροφή χρήσονται αυτοίς, καθάπερ και των ιδίων μερών, οίον ποδός αποκοπέντος, επέβαλλε χρήσθαι αυτώ και τοις παραπλησίοις [...]". Τοιαύτα μεν πλείστα όσα λέγουσιν οι φιλόσοφοι. άπερ ουκ αν τολμήσειαν διαπράττεσθαι, είγε μη παρά Κύκλωψιν ή Λαιστρυγόσι πολιτεύοιντο[...]».
Στο έργο Περί καθήκοντος λέει ρητά [ο Ζήνων] για την ταφή των γονιών: «όταν πεθάνουν οι γονείς, πρέπει να τους θάβουμε με τον πιο απλό τρόπο, ωσάν το σώμα, όπως ακριβώς τα νύχια, τα δόντια ή οι τρίχες, να μην ήταν τίποτε για μας - δεν πρέπει να φροντίζουμε ούτε να χρονοτριβούμε για κάτι τέτοιο. Επομένως, σε περίπτωση που οι σάρκες είναι εκμεταλλεύσιμες, οι άνθρωποι πρέπει να τις χρησιμοποιούν ως τροφή, όπως ακριβώς και τα ίδια τους τα μέλη, για παράδειγμα πόδι που κόπηκε πρέπει να το εκμεταλλεύονται αυτό και τα παρόμοιά του [...]». Τέτοια πολλά λένε οι φιλόσοφοι, που βέβαια δεν θα τολμούσαν ποτέ να εφαρμόσουν στην πράξη, εκτός αν ζούσαν με τους νόμους των Κυκλώπων και των Λαιστρυγόνων
Πηγή: Σέξτος Εμπειρικός, Πυρρώνειοι υποτυπώσεις Β (ιγ΄-κβ΄)- Γ, Άπαντα, τόμ. 2, μτφρ. Αναστασία-Μαρία Καραστάθη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1998, σσ. 238 - 241
Τα άνωθι ήσαν γνωστά εις τον Χριστιανούς Απολογητές που είχαν μεγάλη γνώση της Ελληνικής παιδείας και μπορούσαν και αυτοί από μνήμης να συγγράφουν για τις θεωρίες και τις θεολογίες όλων των προηγούμενων φιλοσόφων. Μια τέτοια περίπτωση είναι εκείνη του Επίσκοπου Αντιοχείας Θεόφιλου, όπου εις την προς Αυτόλυκον [Εθνικός φίλος του ίσως όμως και πλαστό πρόσωπο κατά μερικούς] επιστολή, βιβλίο β΄ αναφέρει κατά ελεύθερη [μνήμης] περιγραφή: «Ἐπειδὴ οὖν πολλὰ ἀνέγνως, τί σοι ἔδοξε τὰ Ζήνωνος ἣ τὰ Διογένους καὶ Κλεάνθους, ὁπόσα περιέχουσιν αἱ βίβλοι αὐτῶν, διδάσκουσαι ἀνθρωποβορίας, πατέρας μὲν ὑπὸ ἰδίων τέκνων ἕψεσθαι καὶ βιβρώσκεσθαι, καὶ εἰς τις οὐ βούλοιτο ἣ μέλος τι τῆς μυσερᾶς τροφῆς ἀπορρίψειεν, αὐτὸν κατεσθίεσθαι τὸν μὴ φαγόντα; Πρὸς τούτοις ἀθεωτέρα τις φωνὴ εὑρίσκεται, ἡ τοῦ Διογένους διδάσκοντος τὰ τέκνα τοὺς ἑαυτῶν γονεῖς εἰς θυσίαν ἄγειν καὶ τούτους κατεσθίειν. Τί δὲ; Οὐχὶ καὶ Ἡρόδοτος ὁ ἱστοριογράφος μυθεύει τὸν Καμβύσην τὰ τοῦ Ἁρπάγου τέκνα σφάξαντα καὶ ἑψήσαντα παρατεθεικέναι τῷ πατρὶ βοράν;»
(Μτφρ: Επειδή λοιπόν ανέγνωσες πολλά. Πως σου εφάνηκαν τα λεγόμενα από τον Ζήνωνα ή τον Διογένη και τον Κλεάνθη, τα οποία περιέχουν τα βιβλία αυτών, τα διδάσκοντα ανθρωποφαγία, να τρώγωνται οι πατέρες από τα τέκνα των και αν κανείς δεν ήθελε ή απέρριπτε μέλος της μυσαράς τροφής, να καταβροχθίζεται αυτός ο μη φάγων; (1). Ευρίσκεται μάλιστα και μια αθεωτέρα από αυτά φωνή, η του Διογένους, ο οποίος διδάσκει τα τέκνα να οδηγούν τους γονείς τους εις θυσία και να τους κατατρώγουν (2). Μήπως δε και ο ιστοριογράφος Ηρόδοτος δεν έπλασε τον μύθο ότι ο Καμβύσης, αφού έσφαξε τα τέκνα του Αρπάγου και τα έψησε, τα παράθεσε εις τον πατέρα προς βορά;(3))
Σημειώσεις
(1) Βλ. Σέξτου Εμπειρικού, Πυρρώνειοι Υποτυπώσεις 3, 24. Διογένους Λαέρτιου, Περί βίου φιλοσόφων 7, 121· 128
(2) Διογένους Λαέρτιου, Περί βίου φιλοσόφων 6, 73
(3) Ηροδότου, Ιστορίαι 1, 119. Ο Θεόφιλος και εδώ παραθέτει από μνήμης. Ο φερόμενος ως διαπράξας το ανοσιούργημα είναι ο Αστυάγης, όχι ο Καμβύσης, και επρόκειτο περί του μοναδικού υιού του Αρπάγου.
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 460 -461
Σημ: Οι καθηγητές πανεπιστημίου που προλογίζουν και σημειώνουν τον λόγο του επισκόπου Θεόφιλου, κάνουν λάθος εις τις παραπομπές τους και οι σωστές για την ανθρωποφαγία διαταζομένη από φιλοσόφους ευρίσκεται εις Διογένη Λαέρτιου Περί βίου φιλοσόφων, 7, 188 και όχι 128 & Σέξτου Εμπειρικού, Πυρρώνειες Υποτυπώσεις Γ΄207 & Γ΄248-249 και όχι Γ΄24
«Καὶ γὰρ περὶ ἀθέσμου πράξεως πᾶσιν συμπεφώνηκε τοῖς περὶ τὸν χορὸν τῆς φιλοσοφίας πεπλανημένοις. Καὶ πρῶτος γε Πλάτων, ὁ δοκῶν ἐν αὐτοῖς σεμνότερον πεφιλοσοφηκέναι, διαρρήδην ἐν τῇ πέμπτῃ βίβλῳ τῶν Πολιτειῶν ἐπιγραφομένη τρόπῳ τινὶ νομοθετεῖ χρῆν εἶναι κοινὰς ἁπάντων τὰς γυναῖκας, χρώμενος παραδείγματι τῷ Διὸς παιδὶ καὶ Κρητῶν νομοθέτῃ, ὅπως διὰ προφάσεως παιδοποιΐα πολλὴ γίνηται ἐκ τῶν τοιούτων, καὶ ὡς δῆθεν τοὺς λυπουμένους διὰ τοιούτων ὁμιλιῶν χρῆν παραμυθεῖσθαι. Ἐπίκουρος δὲ καὶ αὐτὸς σὺν τῷ ἀθεότητα διδάσκειν συμβουλεύει καὶ μητράσι καὶ ἀδελφαῖς συμμίγνυσθαι, καὶ πέρα τῶν νόμων τῶν τόδε κωλυόντων. Ὁ γὰρ Σόλων καὶ περῖ τούτου σαφῶς ἐνομοθέτησεν, ὅπως ἐκ τοῦ γήμαντος οἱ παῖδες νομίμως γίνωνται, πρὸς τὸ μὴ ἐκ μοιχείας τοὺς γεννωμένους εἶναι, ἵνα μὴν τὸν οὐκ ὄντα πατέρα τιμήσῃ τις ὡς πατέρα, ἣ τὸν ὄντως πατέρα άτιμάσῃ τις, ἀγνοῶν ὡς μὴ πατέρα. Ὁπόσα τε οἱ λοιποὶ νόμοι κωλύουσιν Ρωμαίων τε καὶ Ἑλλήνων τὰ τοιαῦτα πράσσεσθαι.
Πρὸς τί οὖν Ἐπίκουρος καὶ οἱ Στωϊκοὶ δογματίζουσιν ἀδελφοκοιτίας καὶ ἀρρενοβασίας ἐπιτελεῖσθαι, ἐξ ὧν διδασκαλιῶν μεστὰς βιβλιοθήκας πεποιήκασιν, εἰς τὸ ἐκ παίδων μανθάνειν τὴν ἄθεσμον κοινωνίαν; »
(Μτφρ: Πράγματι ως προς τις αθέμιτες πράξεις είναι σύμφωνοι όλοι σχεδόν οι κινούμενοι γύρω από τον χορό της φιλοσοφίας. Και πρώτος ο Πλάτων, ο οποίος μεταξύ αυτών θεωρείται ο σεμνότερα φιλοσοφήσας, εις το πέμπτο βιβλίο της πολιτείας νομοθετεί κατά τινα τρόπον να είναι κοινές οι γυναίκες όλων (1), χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον υιό του Διός και νομοθέτη των Κρητών (2), με την πρόφαση να γίνεται πολυάριθμος παιδοποιία με αυτές τις μίξεις και δια να παρηγορούνται οι λυπημένοι με αυτές τις μίξεις (3). Ο δε Επίκουρος μαζί με την διδασκαλία της αθεΐας συμβουλεύει και αυτός να ενώνονται με μητέρες και αδελφές παρά τους νόμους οι οποίοι εμποδίζουν αυτό. Διότι ο Σόλωνας νομοθέτησε σαφώς περί αυτού, τα παιδιά να γίνονται νόμιμα από εκείνον που επισυνάπτει γάμο, δια να μην προέρχονται εκ μοιχείας οι γεννημένοι, ούτως ώστε να μην τιμήσει κανείς ως πατέρα εκείνον ο οποίος δεν είναι πατέρας ή να ατιμάσει κανείς τον πραγματικό πατέρα ως μη πατέρα από άγνοια. Και οι λοιποί νόμοι των Ρωμαίων και των Ελλήνων εμποδίζουν να διαπράττονται αυτά (4).
Διατί λοιπόν ο Επίκουρος και οι Στωϊκοί (5) δογματίζουν να τελούνται αδελφοκοιτίες και αρρενοβασίες (διδασκαλίες περί των οποίων έχουν γεμίσει ολόκληρες βιβλιοθήκες), ώστε να μαθαίνουν την αθέμιτο επιμιξία από παιδική ηλικία;)
Σημειώσεις
(1) Πολύβιου 5,7,457 D
(2) Πρόκειται περί του Μίνωα
(3) Πολύβιου 5,7,460 B
(4) βλ. Σέξτου Εμπειρικού, Πυρρώνειοι Υποτυπώσεις 3,24
(5) Διογένους Λαέρτιου, Περί βίων φιλοσόφων 7, 188
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 460 -463
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ 7, 188
«187... Εἰσὶ δὲ οἳ κατατρέχουσι τοῦ Χρυσίππου ὡς πολλὰ αἰσχρῶς καὶ ἀρρήτως ἀναγεγραφότος. ἐν μὲν γὰρ τῷ Περὶ τῶν ἀρχαίων φυσιολόγων συγγράμματι αἰσχρῶς τὰ περὶ τὴν Ἥραν καὶ τὸν Δία ἀναπλάττει, λέγων κατὰ τοὺς ἑξακοσίους στίχους ἃ μηδεὶς
188 ἠτυχηκὼς μολύνειν τὸ στόμα εἴποι ἄν. αἰσχροτάτην γάρ, φασί, ταύτην ἀναπλάττει ἱστορίαν, εἰ καὶ ἐπαινεῖ ὡς φυσικήν, χαμαιτύπαις μᾶλλον πρέπουσαν ἢ θεοῖς, ἔτι τε καὶ παρὰ τοῖς περὶ πινάκων γράψασι <οὐ> κατακεχωρισμένην· μήτε γὰρ παρὰ Πολέμωνι μήτε παρ' Ὑψικράτει, ἀλλὰ μηδὲ παρ' Ἀντιγόνῳ εἶναι, ὑπ' αὐτοῦ δὲ πεπλάσθαι. ἐν δὲ τῷ Περὶ πολιτείας καὶ μητράσι λέγει συνέρχεσθαι καὶ θυγατράσι καὶ υἱοῖς· τὰ δ' αὐτά φησι καὶ ἐν τῷ Περὶ τῶν μὴ δι' ἑαυτὰ αἱρετῶν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ. ἐν δὲ τῷ τρίτῳ Περὶ δικαίου κατὰ τοὺς χιλίους στίχους καὶ τοὺς ἀποθανόντας κατεσθίειν κελεύων.» (Πηγή: Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων, [ed. H S Long, Oxford 1964], Βιβλίον Ζ΄ 121· 188, http://www.mikrosapoplous.gr/dl/dl.html)
«Καὶ πρώτου γε τοῦ Διὸς οἱ ποιηταὶ εὐφωνότερον ᾄδουσιν τὰς χαλεπὰς πράξεις. Χρύσιππος δέ, ὁ πολλὰ φλυαρήσας, πῶς οὐχὶ εὑρίσκεται σημαίνων τὴν Ἥραν στόματι μιαρῷ συγγίνεσθαι τῷ Διΐ. Τί γὰρ μοι καταλέγειν τὰς ἀσελγείας τῆς μητρὸς θεῶν λεγομένης, ἣ Διὸς τοῦ Λατεαρίου διψῶντος αἵματος ἀνθρωπείου, ἣ Ἄττου τοῦ ἀποκοπτομένου, ἣ ὅτι ὁ Ζεὺς ὁ καλούμενος Τραγῳδός, κατακαύσας, τὴν ἑαυτοῦ χεῖρα, ὥς φασιν, νῦν παρὰ Ρωμαίοις θεὸς τιμᾶται; Σιγῶ τὰ Ἀντινόου τεμένη καὶ τὰ τῶν λοιπῶν καλουμένων θεῶν. Καὶ γὰρ ἱστορούμενα τοῖς συνετοῖς καταγέλωτα φέρει»
(Μτφρ: Και πρώτου του Διός υμνούν δυνατότερο τις τρομερές πράξεις οι ποιητές. Ο δε Χρύσιππος ο πολλά φλυαρήσας, δεν γνωστοποιεί ότι η Ήρα συνήλθε με τον Δία με το μιαρό το στόμα; Τι χρειάζεται να απαριθμώ τις ασέλγειες της λεγόμενης μητέρας των θεών ή του Δία του Λατεαρίου του διψώντος από ανθρώπινο αίμα ή του ευνουχιζόμενου Άττι; Ή ότι ο Ζευς ο καλούμενος τραγωδός, κατακαύσας το χέρι του, όπως λένε, τώρα τιμάται από τους Ρωμαίους ως θεός; Αποσιωπώ τα αγιαστήρια του Αντίνοου (1) και τα των άλλων καλούμενων θεών. Διότι ιστορούμενα εις τους συνετούς φέρουν γέλωτα)
Σημειώσεις
(1) Όλοι σχεδόν οι Απολογητές επικαλούνται την λατρεία του Αντινόου, ερωμένου του Αδριανού. Φαίνεται ότι στα τεμένη του διεπράττωνταν όργια.
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 468 -469
«Εἰ γὰρ εἴποι τις περὶ ἀνθρωποβορίας, ἐκεῖ τὰ Θυέστου καὶ Τηρέως τέκνα ἀσθιόμενα· εἰ δὲ περὶ μοιχείας, οὐ μόνον περὶ ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ περὶ θεῶν, ὧν καταγγέλουσιν εὐφώνως μετὰ τιμῶν καὶ ἄθλων παρ’ αὐτοῖς τργῳδεῖται.»
(Μτφρ: Ένα πει κανείς περί ανθρωποφαγίας, εκεί είναι τα εσθιόμενα τέκνα του Θυέστου και του Τηρέως· εάν δε πει περί μοιχείας, όχι μόνον ανθρώπων αλλά και θεών, όσα κατηγορούν εμάς παριστάνονται εκεί ως τραγωδίες μεγαφώνως μετά τιμών και βραβείων)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 480 - 481
«Ἤτοι οὖν περὶ ἀθεότητος αὐτοὶ ὑπὸ τῶν ἰδίων δογμάτων ἐλέγχονται οἱ τοιαῦτα φιλοσοφήσαντες, ἢ καὶ περὶ πολυμιξίας καὶ ἀθέσμου κοινωνίας· ἔτι μὴν καὶ ἀνθρωποβορία παρ’ αὐτοῖς εὑρίσκεται δι’ ὧν συνέγραψαν γραφῶν, καὶ πρώτους γε οὓς τετιμήκασιν θεοὺς ταῦτα πεπραχόντας ἀναγράφουσιν»
(Μτφρ: Λοιπόν οι οπαδοί τοιούτων φιλοσοφιών αποδεικνύονται από τα δόγματά τους ότι διδάσκουν ή αθεΐα ή πολυμιξία και αθέμιτες πράξεις. Προσέτι δε εις τα συγγράμματά τους απαντάται και ανθρωποφαγία, πρώτους δε αναγράφουν ως διαπράξαντες αυτή τους θεούς τους οποίους τιμούν)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 468 - 469
«Δοκεῖ δὲ τὰ ὑπὸ φιλοσόφων ἢ συγγραφέων καὶ ποιητῶν εἰρημένα ἀξιόπιστα μὲν εἶναι παρὰ τὸ φράσει κεκαλλωπίσθαι· μωρὸς δὲ καὶ κενὸς ὁ λόγος αὐτῶν δείκνευται, ὅτι πολλὴ μὲν πληθὺς τῆς φλυαρίας αὐτῶν ἐστιν, τὸ τυχὸν δὲ τῆς ἀληθείας ἐν αὐτοῖς οὐχ εὑρίσκεται. Καὶ γὰρ εἴ τι δοκεῖ ἀληθὲς δι΄αὐτῶν ἐκπεφωνῆσθαι, σύγκρασιν ἔχει τῇ πλάνῃ. Καθάπερ φάρμακόν τι δηλητήριον συγκραθὲν μέλιτι ἣ οἴνῳ ἣ ἑτέρῳ τινὶ τὸ πᾶν ποιεῖ βλαβερὸν καὶ ἄχρηστον, οὔτω καὶ ἡ ἐν αὐτοῖς πολυλογία εὑρίσκεται ματαιοπονία καὶ βλάβη μᾶλλον τοῖς πειθομένοις αὐτῇ.»
(Μτφρ: φαίνεται δε ότι τα υπό των φιλοσόφων ή συγγραφέων και ποιητών λεγόμενα είναι αξιόπιστα εξ απόψεως εκφραστικού καλλωπισμού· αλλά ο λόγος των δεικνύεται μωρός και κενός, καθ’ όσον η φλυαρία των είναι άφθονος, δεν ευρίσκεται δε εις αυτά η τυχόν υπάρχουσα αλήθεια. Διότι εάν φαίνεται ότι έχει διατυπωθεί υπ’ αυτών κάτι αληθές, είναι ανάμικτο με την πλάνη. Καθώς εν δηλητηριώδες φάρμακο αναμιχθέν με μέλι ή με οίνο ή κάτι άλλο καθιστά το όλον επιβλαβές και άχρηστον, ούτω και η εις αυτούς πολυλογία ευρίσκεται μάλλον ματαιοπονία και βλάβη εις τους παρασυρόμενους από αυτήν)
Πηγή: Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Απολογηταί ΙΙ, Τατιανός Αθηναγόρας, Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Επόπτης Εκδόσεως Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Καθηγητής Πανεπιστημίου & Επιμελητής Ελευθέριος Γ. Μερετάκης, Πτυχιούχο Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 384 - 385
Τον Δ’ αιώνα μ.Χ. υπήρχε φανατισμός στις Αθηναϊκές σχολές. Κάθε διδάσκαλος είχε περί αυτών ιδιαίτερο όμιλο μαθητών που οπλισμένοι έχοντας τους αρχηγούς τους «προστάτες». Πολλές φορές γίνονταν συγκρούσεις μεταξύ αυτών ώστε ο ένας χορός να προσελκύει τους νέους μαθητές. Οι αυτομολίες αυτές των μαθητών (εκούσιες ή αναγκαστικές) μετατρέπονταν εις διενέξεις όταν συναντιόνταν οι χοροί στα θέατρα και στις στοές. Πολλές φορές επενέβηκε ο ανθύπατος της Αχαΐας και καλούσε τους επετείους στην Κόρινθο ενώπιόν του.
«8 τὴν δὲ γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι· ἀκατάσχετον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου. 9 ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ πατέρα, καὶ ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότας·10 ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐξέρχεται εὐλογία καὶ κατάρα. »
Ιακώβου, Κεφ. γ΄
|
ΑΝΑΘΕΜΑ
«.. 4. ΕΚΚΛΗΣ. Ειδική βαριά ποινή που ισοδυναμεί με τον αποκλεισμό ενός προσώπου από το σώμα της Εκκλησίας: ρίχνω το ανάθεμα σε κάποιον || παραδίδω κάποιον στο ανάθεμα || απαγγέλλω το ανάθεμα εναντίον κάποιου..»
ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΩ. Γενικά, συνώνυμο του καταριέμαι, όμως..
«.. 2. ΕΚΚΛΗΣ. Αποβάλω (κάποιον) από το σώμα της Εκκλησίας ΣΥΝ. αφορίζω, αποκηρύσσω, αποκόπτω..»
ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΟΣ. Γενικά, σημαίνει κατάρα, αλλά..
«.. 2. η αποκήρυξη ενός ατόμου από την κοινότητα στην οποίαν ανήκει και ειδικότ. από το σώμα της Εκκλησίας ΣΥΝ. Αφορισμός, αποβολή, αποκοπή.» (Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του Κέντρου Λεξικολογίας υπό του Καθηγητού Γ. Δ. Μπαμπινιώτη)
Συνεπώς, το ανάθεμα δεν είναι κατάρα αλλά η αποβολή προστασίας του Τριαδικού Θεού (Ανάθεμα Τρις), από όποιον πρώην «Χριστιανό» εμπίπτει εκτός διδασκαλίας του Χριστού όντας μέσα στην Εκκλησία (πλήρωμα πιστών ή ιερέων).
Η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί τον όρο ανάθεμα με την έννοια που νομίζουν κάποιοι αλλά με δική της σημασία. Όπως είναι γνωστό κάθε επιστήμη κάθε επάγγελμα και κάθε οργανισμός προκειμένου να περιγράψει λεπτομερώς το αντικείμενο του ενδιαφέροντός του είτε δημιουργεί νέες λέξεις, είτε χρησιμοποιεί ήδη υπάρχουσες που τους προσδίδει όμως νέα εξειδικευμένη σημασία. Όταν π.χ. ο γιατρός μιλά για κυκλοφορία δεν εννοεί τα αυτοκίνητα στους δρόμους αλλά το αίμα στης φλέβες και τις αρτηρίες. Το αυτό εκκλησιαστικά συμβαίνει και με την περίπτωση του όρου «Έλλην»
Τα επτά αναθέματα από το «Τριώδιον», τα οποία περιέχονται στο «Συνοδικό της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας» δημιουργήθησαν το 787 μ.Χ. και αναγιγνώσκονται κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας.
Διότι ήταν πασιφανής η σχέση των κληρικών της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Ελληνική παιδεία και την ελληνική και γενικότερα θύραθεν (εκτός Χριστιανισμού) φιλοσοφία, με συνέπεια η Εκκλησία να επιθυμεί να διασφαλίσει τα εσωτερικά της δόγματα από παρεκτροπές και εισαγωγές φιλοσοφικές ή μυθολογικές που θα επέφεραν οι ίδιοι οι πιστοί ή οι κληρικοί της. Διότι η εκκλησία είναι το πλήρωμα (σύνολο των πιστών) και όχι οι κληρικοί μονάχα ως κακώς πιστεύεται ή τα κτίσματα και οι ναοί Ακριβώς λοιπόν, το ότι ένα ανάθεμα ή δύο, αναφέρονται στις «ιδέες» (θεοί) του Πλάτωνα ή στην θεωρία της μετεμψύχωσης, δεικνύουν την άμεση σχέση του Βυζαντινού κλήρου και με την ελληνική μυθολογία και την ελληνική παιδεία και φιλοσοφία. Αν οι Ορθόδοξοι κληρικοί ή πιστοί είχαν σχέση με την Κινέζικη παιδεία, τότε είναι βέβαιο πως οι αναθεματισμοί αυτοί θα εστρέφοντο ενάντια στους πιστούς της Εκκλησίας που εισήγαγαν στους κόλπους της την κινέζικη πανθεϊστική φιλοσοφία ή μυθολογία. (Ας το έχουν λοιπόν αυτό υπ’ όψιν τους, εκείνοι που διαδίδουν πως οι Χριστιανοί κατάργησαν τα ελληνικά ή θύραθεν γράμματα στο Βυζάντιο.)


Αριστερά Η γέννηση του Διονύσου από το μηρό του Διός. Μικρογραφία από το έργο «Συναγωγή και εξήγησης Ιστοριών» του Αγίου Γρηγορίου. Κωδ. 14 (συλλογή Παναγίου Τάφου), φ. 311α, 11ος αιώνας. Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Ιεροσολύμων. (Πηγή: Τα αρχεία της χαμένης Γνώσης, Παναγιώτης Α. Τουλάτος, εικ. 77)
Δεξιά: Η γέννηση της πάνοπλης Αθηνάς από την κεφαλή του Διός, ενώπιον του Ηφαίστου. Μικρογραφίες από το έργο «Συναγωγή και εξήγηση ιστοριών» του Αγίου Γρηγορίου. Κωδ. 14 (Συλλογή Παναγίου Τάφου), φ. 312α, 11ος αιώνας . Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Ιεροσολύμων (Πηγή: Τα αρχεία της χαμένης Γνώσης, Παναγιώτης Α. Τουλάτος, εικ. 66)
Σκοπός, η διαφύλαξη των δογμάτων και ο αποκαθαρμός του πληρώματος από τυχόν μυθολογικές εισόδους. Οι εικόνες αυτές άνωθεν, είναι πασιφανείς αποδείξεις πως οι Χριστιανοί μοναχοί στις μονές τους καταγινόταν και με την Ελληνική μυθολογία, οπότε δεν είναι καθόλου παράλογο που η Ορθόδοξη Εκκλησία, δια μέσω των αναθεματισμών, απέβαλλε από το φιλόΧριστο πλήρωμά της τους παρεκτρεπόμενους προσπαθώντας να κρατήσει ένα θρησκευτικό θεσμό ενότητας του έθνους.
Ερώτηση: Δεν είναι εντελώς παράλογο μια θρησκεία, να αναθεματίζει τους μυθολόγους και τους θύραθεν φιλοσόφους και ταυτόχρονα να διατηρεί σε βιβλία της τους αρχαίους μύθους και να μελετά την θύραθεν φιλοσοφία;
Απάντηση: Αυτή είναι και η τρανταχτή απόδειξη πως τα αναθέματα είχαν σκοπό προστατευτικό της διδασκαλίας και όχι μισαλλόδοξο.
Ήδη 406 χρόνια νωρίτερα από τα αναθέματα (787 μ.Χ.) στην Β΄ Οικουμενική σύνοδος 381 μ.Χ. Ζ΄ υπάρχει κανόνας για του ποιοι είναι οι «Έλληνες» σύμφωνα με το πλήρωμα των πιστών της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας : «Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς τους λέγοντας Καθαρούς και Αριστερούς...Πάντας ως Έλληνας δεχόμεθα». Δηλαδή ακόμη και χριστιανικές αιρέσεις αποκαλούνται και θεωρούνται «Έλληνες» Εκκλησιαστικά.
Επιβεβαίωση: Αυτό το επιβεβαιώνει και ο νεοΕθνικός Παναγιώτης Μαρίνης λέγει «Σήμερα λέγεται Έλλην ο κάτοικος της Ελλάδος, όμως στο Βυζάντιο και κατά την Τουρκοκρατία, Έλλην λέγεται ο πιστός της Ελληνικής Θρησκείας, και γι’ αυτό τα κατά της θρησκείας κείμενα των Πατέρων επιγράφονται «κατά Ελλήνων», και μ’ αυτό τον τρόπο χρησιμοποιούμε την λέξη». (Πηγή: Περιοδικό «Τρίτο Μάτι», τεύχος 95, άρθρο «Τι πιστεύει η Ελληνική μας Θρησκεία», Παναγιώτης Μαρίνης, Μέλος της επιτροπής για την αναγνώριση της Ελληνικής Θρησκείας του Δωδεκαθέου, σελίδα 26)
Περισσότερα για την διαχρονική αλλαγή του όρου Έλλην δες εδώ. Συνεπώς αν και τα αναθέματα αναφέρονται σε Έλληνες που αποβάλλονται για αυτές τις ελληνικές τους ιδέες από το πλήρωμα της Εκκλησίας, δεν εννούνται εκείνοι κατά το γένος αλλά εκείνοι που χαρακτηρίζονται έτσι σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες
Στις αμφικτιονίες υπήρχε η εξής κατάρα (όχι αναθεματισμός): «ἡ γῆ των νὰ μὴν παράγῃ καρπούς, αἱ γυναῖκές των νὰ γεννῶσι τέρατα, νὰ ἐξαφανισθῶσιν αὐτοί τε, ἡ πόλις των καὶ ἡ φυλή των καὶ αἱ πρὸς τοὺς θεοὺς θυσίαι των νὰ μὴν γίνωνται δεκταὶ». Κατάρα κατά των παραβατών του όρκου των αμφικτιονιών (Δελφοί)(Πηγή: Γ.Δ. Καψάλης, Εκπαιδευτικός σύμβουλος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ, σελ. 406)
|
Κατά τον Γ.Δ. Καψάλη, Εκπαιδευτικό Σύμβουλο, Μ. Ε. Ε., τόμος Δ, σσ. 406: «Κανείς άλλος θεσμός στην αρχαία Ελλάδα δεν επέδρασε τόσο στα ήθη του πολιτικού και του εθνικού βίου, όσο εκείνος της αμφικτιονίας. Οι θρησκευτικές της διατάξεις χρησίμευαν ως βάση για την συναρμολόγηση των θρησκευτικών διατάξεων και άλλων εορτών, ολόκληρης της πίστης προς τους θεούς δια την αναγνώριση μερικών κοινών λατρειών και τον διακανονισμό 12 θεών ως αμφικτιονικών (Ερν. Κουρτ. Μετάφ. Σ. Λάμπρου «Ελληνική Ιστορία» Α΄ 159) και η οποία προέλαβε κάθε απόπειρα εισαγωγής νέων θεών και υπήρξε σωτήριος φραγμός ως προς την τάση των Ελλήνων προς την πολυθεΐα, διότι ήθελαν και στην θεολογία τους να έχουν κοινή τάξη και σταθερή οργάνωση όπως είχαν και στην ένσπονδη συμμαχία τους.»
Συμπέρασμα: Οι Αφορισμοί ή τα λεγόμενα Χριστιανικά αναθέματα αποσκοπούν στην ίδια επίτευξη, δηλαδή στην φραγή των Ελλήνων προς την πολυθεΐα, την αθεΐα ή την αλλαξοπιστία με την εφαρμογή κοινής τάξης και σταθερής οργάνωσης μέσα σε ένα ΟΜΟΘΡΗΣΚΟ Εθνικό ή Πολυεθνικό Κράτος, υπό ενός ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΘΕΟΥ. Αυτό καταδεικνύεται ακόμη περισσότερο, διότι ως φαίνεται λογικά και πραγματικά, τα αναθέματα δεν είναι κατάρες που αποσκοπούν σε κάτι κακό, δηλαδή τα αναθέματα δεν στρέφονται ενάντια στους αναθεματισμένους, αλλά ενάντια σε ιδέες και παρουσιάζουν τα πρόσωπα των οποίων οι ιδέες αναθεματίστηκαν στο υπόλοιπο σύνολο ως μη θεολογικά φερέγγυες ώστε να αποφεύγονται, ενώ αντίθετα οι κατάρες κυρίως στρέφονται κατά προσώπων. Οι αναθεματισμοί λοιπόν, είναι αποπομπές από το Εκκλησιαστικό σώμα. Δες μεταφυσικές επιπλοκές ζητήματος. Όπως λέει και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τις ειδωλολατρικές πτυχές των προγόνων μας: «Τί οὖν φησίν, ἂν ἐχθροὶ ᾧσι καὶ Ἒλληνες οὐ δεῖ μισεῖν; Μισεῖν μέν, οὒκ ἐκείνους δὲ, ἀλλὰ τὸ δόγμα, οὐ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν πονηρὰν πρᾶξιν, τὴν διεφθαρμένην γνώμην.» Ιωάννης Χρυσόστομος Scr. Eccl. Work #156 61. 282.3 61 to .282.7 (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 30, άρθρο «Το μίσος της Αγάπης», Επαμεινώνδας Παντελεμείδης, σελίδα 27)
Παράδειγμα: Πολλοί από τους πρώτους διδασκάλους της Εκκλησίας (π.χ. Ωριγένης, Δίδυμος κλπ) παρασύρθηκαν από τα δόγματα αυτά και κατάντησαν να υποστηρίζουν ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και σαν τιμωρία μπήκαν σε σώματα και ότι θα γίνει αποκατάσταση των πάντων, δηλαδή ότι η κόλαση θα έχει τέλος. Τα περισσότερα από αυτά τα δόγματα καταδικάστηκαν στην 5η Οικουμενική Σύνοδο. Οι αναθεματισμοί τους λοιπόν δεν είχαν σκοπό να επιφέρουν το κακό προς αυτά τα πρόσωπα, αφού ούτως ή άλλως αυτά τα πρόσωπα είχαν πεθάνει, αλλά να προστατεύσουν τους επόμενους πιστούς και κατηχούμενους από τις κακοδοξίες τους δηλαδή από μερικές ιδέες, που δεν συμβαδίζουν όχι με την «Εκκλησία» ως «οργανισμό» αλλά ως προς τις αλήθειες που ο ίδιος ο Χριστός άφησε μέσα στα Ευαγγέλια και που η κατανόησή τους σε πλήρη μορφή απαίτησε και πολλούς αξιόλογους άνδρες (ακόμη και αναθεματισμένους ως προς μερικές αλήθειες). Ο αναθεματισμός λοιπόν ήταν η απόρριψη μερικών διδασκαλιών και η επισήμανση τους προς ένδειξη προσοχής κατά την μελέτη των έργων τους.
Τα ερωτήματα λοιπόν που τίθεται, είναι κατά
α) πόσο ένα Ορθόδοξο ανάθεμα μπορεί να κάνει κακό;
β) αν συμβεί κακό αν σε αυτό φταίει η Εκκλησία ή ο Θεός;
Κατ’ αρχήν το ανάθεμα («ανάθεμα τρις») δεν είναι κατάρα, δηλαδή κανείς δεν καταριέται κάποιον να πάθει ή να του συμβεί κάτι κακό. Δεν είναι λόγου χάρη τα αναθέματα ως οι αρχαιοελληνικές κατάρες. Συνεπώς:
1. Αν δεν υπάρχει κανείς (μεταφυσική παρουσία - οντότητα - δαίμονας) να πράξει κακό σε κάποιον που αποβλήθηκε από τον Εκκλησιαστικό σώμα, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Οπότε σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να γίνει κάτι κακό
2. Αν αντιθέτως υπάρχει κάποιος ή κάτι (μεταφυσική παρουσία - οντότητα - δαίμονας) που δρά πλέον μετά το ανάθεμα ελεύθερα και πράξει κακό σε κάποιον που αποβλήθηκε από το Εκκλησιαστικό σώμα, τότε γι αυτό δεν φταίει ο Θεός αλλά αυτό το «κάτι» ή δαίμονας. Δηλαδή σε αυτή την περίπτωση έχουμε κάτι κακό το οποίο όμως ούτε η εκκλησία διαπράττει ούτε ο Θεός, όπως λόγου χάρη συνέβαινε στις αρχαίες κατάρες.
3. Μα ακόμη περισσότερο, το ανάθεμα δεν έρχεται πρώτο. Ο αποβαλλόμενος με τις θεωρίες και την στάση του έχει αποβάλλει την Εκκλησία του Ιησού Χριστού και ασπάζεται τις δαιμονικές επιρροές ΕΛΕΥΘΕΡΑ. Η Εκκλησία απλώς επισημοποιεί το γεγονός ώστε να προστατευτούν οι υπόλοιποι από τον κακόδοξο.
Ποιος λοιπόν φταίει αν πάθει κανείς κακό, εφόσον ούτε η Εκκλησία, ούτε ο Θεός διαπράττουν κάτι;
Φταίνε οι δαίμονες και ο αναθεματισμένος που πρώτος με την στάση του (εισαγωγή κακοδοξιών και μυθολογιών ή χάλκευση του Ευαγγελικού - Αγιογραφικού Λόγου) αποκήρυξε τον Αληθινό Θεό. Αν θέλει να έχει προστασία ας επανέλθει με μετάνοια στους κόλπους της Εκκλησίας, αν όχι κακό δικό του και την ευθύνη την έχει ο ίδιος.
Οι νεοΕθνικοί «αρχαιολάτρες» ουδεμία γερή γνώση έχουν της αρχαίας ιστορίας και της αρχαίας Ελλάδας. Διαρκώς διαλέγουν - επιλέγουν από την αρχαία θρησκεία, ότι τους συμφέρει και εξυπηρετεί προς την λατρεία των ειδώλων, και τα λοιπά τα παραβλέπουν. Έτσι κατηγορούν άδικα την Ορθοδοξία για αναθεματισμούς και παραβλέπουν λ.χ. όσα δίδαξε η ελληνική αρχαιότητα στους συνεχιστές Βυζαντινούς. Αυτή η διαρκής χρήση 2 μέτρων και 2 σταθμών είναι η τρανταχτή απόδειξη πως οι αρχαιολάτρες είναι ΨΕΥΔΟ-αρχαιολάτρες και σε ουδεμία περίπτωση φιλέλληνες εφόσον α) δεν γνωρίζουν καλά τα της αρχαιότητας 2) κατηγορούν την Ορθοδοξία για όσα εφαρμόστηκαν στην αρχαιότητα και δηλαδή καθυβρίζουν διαρκώς την αρχαιότητα, τόσο με την αμάθειά τους όσο και με τις πλάγιες βολές τους.
«8 τὴν δὲ γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι· ἀκατάσχετον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου. 9 ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ πατέρα, καὶ ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότας·10 ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐξέρχεται εὐλογία καὶ κατάρα. »
Ιακώβου, Κεφ. γ΄
|
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ας μην διαφεύγει κανενός η διαφορά Χριστιανικού αναθέματος (αποβολής) και αρχαιοελληνικής κατάρας όπως θα φανεί κάτωθι με αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία.
Στο παρακάτω παράδειγμα που αφορά τους καταπατητές του όρκου των αμφικτιονιών της αρχαίας Ελλάδας, γίνεται πασιφανής η διαφορά αναθέματος (αποπομπή από το Εκκλησιαστικό σώμα) και κακόβουλης κατάρας του θεού Απόλλωνα (προστάτης των αμφικτιονιών). Ο σημερινός Εθνισμός - παγανισμός είναι ο πλέον ακατάλληλος για τα συγκρουστεί με την Ορθοδοξία, μέσα από μια σειρά πλέον ατυχών, για τον πρώτο, ιστορικών επιχειρημάτων, που ουδέν έχουν να προσθέσουν στα περί θεολογίας «ἡ γῆ των νὰ μὴν παράγῃ καρπούς, αἱ γυναῖκές των νὰ γεννῶσι τέρατα, νὰ ἐξαφανισθῶσιν αὐτοί τε, ἡ πόλις των καὶ ἡ φυλή των καὶ αἱ πρὸς τοὺς θεοὺς θυσίαι των νὰ μὴν γίνωνται δεκταὶ», κατάρα κατά των παραβατών του όρκου των αμφικτιονιών (Δελφοί) (Πηγή: Γ.Δ. Καψάλης, Εκπαιδευτικός σύμβουλος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ, σελ. 406)
Κατάρα κατά των παραβατών του όρκου των αμφικτιονιών (Δελφοί)
«ἡ γῆ των νὰ μὴν παράγῃ καρπούς, αἱ γυναῖκές των νὰ γεννῶσι τέρατα, νὰ ἐξαφανισθῶσιν αὐτοί τε, ἡ πόλις των καὶ ἡ φυλή των καὶ αἱ πρὸς τοὺς θεοὺς θυσίαι των νὰ μὴν γίνωνται δεκταὶ» (Πηγή: Γ.Δ. Καψάλης, Εκπαιδευτικός σύμβουλος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ, σελ. 406)
Η επισήμανση της εν λόγω κατάρας δεν έχει σκοπό να χλευάσει τον άλλωστε πολύ αξιόλογο από πλευράς πολιτισμού θεσμό των αμφικτιονιών, αλλά να καταδείξει ότι οι αρχαία ελληνική θρησκεία δεν μπορεί σήμερα να παρουσιάζεται σε σύγκριση με την Ορθοδοξία από τους νεοΕθνικούς ως άγγελος παντογνώστης με επιστημονική χροιά. Επιπροσθέτως θέλει να αποδείξει ότι Χριστιανικά αναθέματα φαντάζουν πράγματι πολύ ήπια μπροστά σε αυτά που οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν με την μορφή κατάρων εναντίων των Ελλήνων που καταπατούσαν τους όρκους τους προς το 12θεο. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση ενώ οι νεοΕθνικοί δείχνουν μια υπερευαισθησία προς κάθε Χριστιανικό ανάθεμα το οποίο βασικά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΡΑ, όχι μόνο δεν δείχνουν ευαισθησία προς τις αρχαίες κατάρες αλλά δείχνουν κιόλας να τις αγνοούν είτε εσκεμμένα είτε από άγνοια. Αλλά καμιά και από τις 2 περιπτώσεις δεν τους τιμά είτε ως φιλαλήθεις είτε ως ιστορικούς.
|
Στην σχολή των Πυθαγορείων αρκούσε κάποιος να διακηρύξει τις εσωτερικές αντιλήψεις προς τα έξω για να «αναθεματιστεί» (αποβληθεί εξ αυτής) και να θεωρηθεί ΝΕΚΡΟΣ, πόσο μάλλον να φέρει αντιρρήσεις προς τα «αυτός έφα» του Πυθαγόρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ίππαρχος, που έζησε στα τέλη του Ε΄ μέχρι τα μέσα του Δ΄ π.Χ. αιώνα. Ήταν Πυθαγόρειος φιλόσοφος που άκμασε το 380 π.Χ. Στον Ιάμβλιχο (Πυθαγορ. Βίος 75, 79) διασώζεται επιστολή (όχι γνήσια) του Λύσιδου προς αυτόν, όπου τον μέμφεται δια το «δημοσία φιλοσοφεῖν» εξαιτίας δηλαδή τούτου και διότι έγραψε τα μόνο δια προφορικής παραδόσεως εν τη σχολή παραδιδόμενα «αἰτίαν ἔχονται γράψασθαι τὰ τοῦ Πυθαγόρου σαφῶς» και εξεβλήθηκε της σχολής ενώ οι φιλοσοφούντες του έγειραν στήλη ως νεκρό. (Fragm. D. Vorsokr 55 C7)
(Πηγή: Λαμπρίδη Έλλη, Δρ. Φιλοσοφίας, τόμος, ΙΓ΄, σελ. 134)
Λόγω της τηρήσεως των πατροπαράδοτων τύπων και όρων κατά την λατρεία, και των αρχαιότροπων ενδυμάτων και παλαιότερων ηθών και εθίμων, οι ιερείς ως πολίτες γίνονταν συντηρητικοί στο φρόνημα και ενάντια σε κάθε καινοτομία στο πολίτευμα, και αποτελούσαν δε την επικινδυνότερη εξουσία στην πολιτική. Αν και έρχονταν πολλές φορές σε σύγκρουση με καινοτόμους πολιτικούς, πολλές φορές όμως ενίσχυαν την εξουσία με επικύρωση των ψηφισμένων νόμων αυτής, και οι πολίτες είχαν μεγάλη ευλάβεια προς αυτούς λόγω και των εν ονόματι των θεών κατάρων κατά των κηρυγμένων εχθρών της πολιτείας.
(Καψάλης Γερ. Δ. Πρόεδρος Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΒ΄ σελίδα 872)
Λέγει ο μεγάλος Ι.Θ. Κακριδής, στο Άραι, εκδόσεις Ιδεοθέατρον:
Αραί είναι δύο ειδών: απευθύνονται εις τον θεόν είτε προς ιδίον όφελος του προσευχομένου είτε προς βλάβη του εχθρού του· η πρώτη τάξη περιλαμβάνει τας ευχάς, η δεύτερη τας κατάρας· έχομεν το δικαίωμα να εξετάσωμεν ευχάς και κατάρας μαζί; Η ηθική διάκρισις μεταξύ ευχής και κατάρας δεν είναι ελληνική, είναι χριστιανική (1)· ούτε λεκτική διάκρισις των δύο εννοιών υπάρχει εις τους αρχαίους: άρῶμαι σημαίνει άλλοτε εύχομαι εις τον θεόν ζητών κάτι ωφέλιμο δι’ εμέ και άλλοτε καταρώ μαι· ἀρὰ σημαίνει προσευχήν, η οποία να περιέχει μίαν παράκλησιν (2)· η παράκλησις αυτή αναφέρεται βεβαίως εις κάτι ου επιθυμούμεν, που μας ωφελεί· αλλά και η βλάβη του εχθρού είναι δική μας ωφέλεια (3). Η κατάρα για τους αρχαίους δεν είναι παρά προσευχή επί βλάβη του άλλου· αυτό φαίνεται καθαρά εις τας παλαιοτέρας παραδόσεις: δια να βλάψει κανείς τον εχθρό του δεν εκφέρει απλώς κατάρα εναντίων του, αλλά προσευχόμενος απευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο θεόν:
«Κλῦθί μεν, ἀργυρότοξ’ ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας…
…εἴ ποτέ τοι χαρίεντ’ ἐπί νηὸν ἔρεψα,
ἢ εἰ δὴ ποτέ τοι κατὰ πίονα μηρί ἔκηα
ταύρων ἠδ΄ αἰγῶν, τόδε μοι κρήηνον ἐέλδωρ:
τίσειαν Δαναοὶ ἐμὰ δάκρυα σοῖσι βέλεσσιν. (4)
Πότνι’ Ἀθηναίη, ρυσίπτολι δῖα θεάων,
ἆξον δὴ ἔγχος Διομήδεος, ἡδὲ καὶ αὐτὸν
πρηνέα δὸς πεσέειν Σκαιῶν προπάροιθε πυλάων. (5)»
Είναι δυνατόν μια προσευχή να περιλαμβάνη ευχή και κατάρα συγχρόνως:
«Φίλια δῶρα Κυπρίας ἄγ’ εἴ τι, Ποσείδαον, ἐς χάριν
τέλλεται πέδασον ἔγχος Οἰνομάου χάλκεον,
ἐμέ ταχυτάτων πόρεσον ἁρμάτων… (6)»
Σημειώσεις:
1. Ο Αλκιβιάδης εις τον ομώνυμον διάλογο του Πλάτωνος (ΙΙ, 143 b) κάμνει διάκρισιν ευχής και κατάρας, όχι όμως από ηθικής απόψεως, αλλά εν’ σχέσει με το αποτέλεσμα. Ηθικώς διέκρινεν τας εννοίας η ιέρεια Θεανώ, η οποία ηρνήθη να υπακούση εις το ψήφισμα του αθηναϊκού λαού και να καταρασθή τον Αλκιβιάδην ισχυριζομένη «εὐχῶν οὐ καταρῶν ἱέρειαν γεγονέναι» αυτό όμως είναι μοναδικόν· εκτός τούτου μπορεί το ανέκδοτον να είναι πλάσμα μεταγενεστέρων χρόνων.
2. Πρβλ. L. RADERMACHER εν Arch. f. Religw. 11 (1908) σ. 19, HEILER Gebet σ. 197, Μ. NILSSON εν Chantepie, Religionsgeschichte II σ. 284, SCHWENN Gebet und Opfer σ. 25
3. Έχομεν και περιπτώσεις, εις τα οποίας εύχεται κανείς εις τον θεόν κάτι καλόν υπέρ άλλου· και αυτό είνια έμμεσος ωφέλεια ευχόμενου, ο οποίος δι’ ένα οιονδήποτε λόγον π.χ. από ευγνωμοσύνη (Αισχ. Ικέτ. 625 εξξ.) από αγάπην κ.λ.π. επιθυμεί το καλόν του άλλου και αν εκπληρωθεί η ευχή θα αισθανθή ευχαρίστησιν.
4. Ομ. Α 37 κ. εξξ.
5. Ομ. Ζ 305 εξξ.
6. Πινδ. Ολ. Ι 75 εξξ. Πρβλ. και Αισχ. Επ΄τα 312 εξξ. - Βαθμιαίως η λ άρα απέκτησε και την έννοια της κατάρας, όπως την εννοούμε ημείς σήμερα. Η αρά των Λαβδακιδών και των Πελοπιδών δεν σχετίζεται με ορισμένη θεότητα· έτσι και ο Πέλοψ επί παράδειγμα καταράται τους υιούς του χωρίς να ζητά την εκπλήρωση από κανένα θεό (Ελλάνικος Fr. Gr. Hist. 4 F. 157 [42 Μ])· η ανάπτυξη της σημασίας αυτής είναι υστερογενής και απαντά στην παράδοση σχεδόν μόνο εις τα δύο αυτά γένη, τα κύπτοντα υπό το βάρος της προγονικής κατάρας· και η προγονική κατάρα όμως είναι νεοτέρα θρησκευτική αντίληψη. (Ιδέ. Ανώτ. σ. 3). Στην περίπτωση αυτή η αρά ταυτίζεται με την ερινύν (πρβλ. F. Blass εις την Εισαγωγή της εκδόσεως των Ευμενίδων (1907) σ. 2 εξ.
Πηγή: Άραι, Ι.Θ. Κακριδής, εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Ραδάμανθυ Αναστασάκη, Αθήνα 2000, σσ. 5-6
Η διδασκαλία περί της κληρονομικής κατάρας εμφανίζεται στην Ελλάδα από την η΄ μόλις αιώνα π.Χ. ως δόγμα της Απολλώνειας θρησκείας, εις δε την ηρωϊκή παράδοση την εισάγουν ποιητές, οι οποίοι υπό την έμπνευση του Δελφικού Μαντείου εργάζονται προς ορισμένη κατεύθυνση, τείνοντας να διαμορφώσουν, μια σειρά παραδόσεων, όπου να δεσπόζει εξ αρχής μέχρι τέλους η Αρά, η ωθούσα τα αμαρτωλά γένη προς την καταστροφήν. Πρόκειται περί μιας σκόπιμου ενέργειας, η οποία αποτελεί μέρος της μεγάλης προσπάθειας, που κατέβαλλαν οι Δελφοί ορισμένη εποχή, για την δημιουργία μια ανώτερης θρησκευτικής ατμόσφαιρας
...εν τούτοις όσο και αν συγχύζει ο σημερινός άνθρωπος τα όρια, αισθάνεται πάντως κάποιον διαφορά από ηθικής απόψεως μεταξύ ευχής και κατάρας. Αυτό είναι αποτέλεσμα της Χριστιανικής διδασκαλίας, ενώ εις τους αρχαίους οι αντιλήψεις αυτές δεν περιορίζονταν μόνο εις τα κατώτερα στρώματα του λαού. Έτσι εύχεται ο Σόλων:
«Μνημοσύμης καὶ Ζηνὸς Ὁλυμπίου ἀγλαὰ τέκαν,
Μοῦσαι Πιερίδες, κλῦτέ μοι εὐχομένῳ·
…………………………………………..(δότε)
εἶναι δὲ γλυκὺν ὧδε φίλοισ΄, ἐχθροῖσοι δὲ πικρόν,
τοῖσι μὲν αἰδοῖον, τοῖσι δὲ δεινὸν ἱδεῖν (1)»
Μια ακολουθία της αντιλήψεως αυτής ήτο η ταύτισις ευχής και κατάρας· επομένως έχομεν όλον το δικαίωμα να εξετάσωμεν αυτάς μαζί (2)
Το πράγμα όμως δεν φτάνει έως εδώ μόνον· ο αρχαίος θεός, όταν τον επεκαλούντο, μπορούσε να βοηθήσει τον ευχόμενο βλάπτων τον εχθρόν του και να ακόμη το δίκαιον δεν ήτο με το μέρος του προστατευόμενού του. Έτσι π.χ. η εκδίκησις του Ποσειδώνος κατά του Οδυσσέως δια την τύφλωσιν του Πολυφήμου είναι αδικώτατη, αφού ο Οδυσσέας ευρίσκετο εν αμύνη (3)
Σημειώσεις
1. Απ. 1 (13) D., 1 εξξ.»
2. Μεταξύ των εξεταζομένων παραδόσεων είναι και μερικαί, εις τα οποίας δεν έχομεν προσευχήν, αλλά προσωπικήν παράκλησιν προς παρόντα θεόν· κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει καμμιά διαφορά, διότι και ο προσευχόμενος φαντάζεται, ότι ο θεός τον ακούει και απευθύνεται προς αυτόν ως προς παρόντα, και ο παρακαλών δια να πείση τον θεόν χρησιμοποιεί τα ίδια μέσα, τα οποία και ο ευχόμενος. Εξ άλλου ήτο δυνατόν να χωρίσωμεν π.χ. την παράκλησιν του Πέλοπος προς τον Ποσειδώνα εις τον πρώτον Ολυμπιόνικον του Πινδάρου από την προσευχήν του Ιάμου προς τον ίδιον ΄θεόν και τον Απόλλωνα εις τον έκτον; (ιδέ κατωτέρω Κεφαλ. ΙΙΙ)
3. Αργότερα γίνεται αισθητή η άδικος διαγωγή του Ποσειδώνος και ζητούν να δικαιολογήσουν αυτήν· ο θεός εθύμωσεν όχι δια οποίου τον άδικον θάνατον είχε προκαλέσει ο Οδυσσεύς: οὔτε γάρ ἀφικέσθαι τὸν Ὀδυσσέα ἐς ἤθη τοιαῦτα, οὔτ᾽ ἄν, εἰ Ποσειδῶνι Κύδός, ὅς λέοντος ὠμοῦ δίκην τοὺς ἀνθρώπους ἤσθιεν. (Φιλόστρ. Ηρωικ. Kays ed. mai. 302, 11 εξξ.). Άλλως θα εξητούσε να δικαιολογήση το πράγμα ο Ζωίλος εις τον εγκώμιον του Πολυφήμου
Πηγή: Άραι, Ι.Θ. Κακριδής, εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Ραδάμανθυ Αναστασάκη, Αθήνα 2000, σελ. 8
«Στον Ιππόλυτον Στεφανηφόρον ο Ευριπίδης ως γνωστό πραγματεύεται την παράδοση του τραγικού θανάτου του ήρωα. Ο Θησεύς γυρίζει από μια θεωρία, βρίσκει την συκοφαντική δέλτον, που αφήκε η Φαίδρα αυτοκτονώντας (1), και δίδοντας πίστη στην κατηγορία αυτή, ότι ο Ιππόλυτος είχε τολμήσει να την προσβάλει καταριέται τον υιό του επικαλούμενος τον Ποσειδώνα την υπόσχεση, να του εκτελέσει τρεις άρες:
«ἀλλ’ ὦ πάτερ Πόσειδον, ἃς ἐμοί ποτε
ἀρὰς ὑπέσχου τρεῖς, μιᾷ κατέργασαι
τούτων ἐμὸν παῖδ’ , ἡμέραν δὲ μὴ φύγοι
τήνδ΄, εἴπερ ἡμῖν ὤπασας σαφεῖς ἀρὰς.» (2)
Πράγματι ενώ ο Ιπόλλυτος διωγμένος από τον πατέρα του παίρνει με το άρμα του τον παράλιο δρόμο του Σαρωνικού, παρουσιάζεται έξαφνα άγριος ταύρος σταλμένος από τον Ποσειδώνα· οι ίπποι του ήρωα ταράσσονται, αφηνιάζουν και αναποδογυρίζουν το άρμα· ο Ιππόλυτος μπλέκεται εις τα ηνία, σύρεται επάνω σε πετρώδες έδαφος έως ότου ημιθανής ελευθερώνεται από τα δεσμά του· ο θάνατος του επέρχεται επί της σκηνής, όπου φέρεται υπό των συντρόφων του.» (3)
Το δικαίωμα να ζητήσει κανείς από τον θεόν την εκπλήρωσιν ορισμένου αριθμού ευχών -κατά κανόνα τριών, σπανίως μιας- συναντώμεν συνηθέστατα εις τα παραμύθια
Σημειώσεις
1. Η εξέτασης των μύθων με το παραμυθικόν θέμα προ των λαϊκών παραδόσεων δεν έγινε βέβαια υπό το πνεύμα, ότι το παραμύθι είνια γενετικώς παλαιότερον των παραδόσεων, όπως εδέχοντο κάποτε. Παραμύθι και παράδοσις αναπτύσσονται και προσωρούν παραλλήλως αλληλοεπηρεαζόμενα. (Πρβλ. B. SCHWEITZER εν N. Jahrb. 53 (1924) σ. 62). Με την σειράν που ακολουθήσαμε ηθελήσαμεν μόνον να προχωρήσομεν από τα απροσωπότερα, λαϊκώτερα πνευματικά προϊόντα βαθμιαίως μέχρι του προσωπικού, του έργου ενός ποιητού.
2. Οι απόγονοι του Ηλίου (Πασιφάη, Φαίδρα, Μήδεια) έχουν την κατάραν της Αφροδίτης να καταλαμβάνωναι από αγρίους ερωτικούς πόθους, διότι ο Ήλιος είχε μηνήσει την ερωτική σχέσιν της θεάς με τον Άρη ή τον Αγχίσην (Μυθογρ. Βατικ. 1, 43. 3, 11,6, Σχολ. Ευρ. Ιππολ. 47, Σερβ. εις Βιργ. Βουκ. 6, 47, Λιβαν. Διηγ. 21)· αντιστοίχως είχε καταρασθεί η Αφροδίτη τας κόρας του Τυνδάρεω να γίνουν δίγαμοι και τρίγαμοι και λιπεσάνορες, διότι ο Τυνδάρεως είχε λησμονήσει να της προσφέρη θυσίαν (Στησ. απ. 17 (26), πρβλ. Ησίοδ. απ. (117) Rz (3). Την Ηώ εξ άλλου «ἐποίει Ἀφροδίτη συνεχῶς ἐρᾶν, ὃτι Ἄρει συνευνάσθη» (Απολλδ. Ι 4, 4)
3. Η πατρική και γενικώς η κατάρα των γονέων επιστεύετο όπως και σήμερα, ως κατ’ εξοχήν αποτελεσμάτική· εκτός από τον Ιππόλυτον εις την αρχαία παράδοσιν έχομεν και τον Φοίνικα, τον Μελέαγρον, και τον Ετεοκλέα και Πολυνείκην, καταστρεφομένους από τοιαύτην κατάραν. Ο Τηλέμαχος φοβείται τας Ερινύς της μητρός του (Ομ. β 135), η Κλυταιμήστρα την στιγμήν, που ζητεί ο Ορέστης να την σκοτώση, τον ερωτά, αν δεν λογαριάζη τας γενεθλίους αράς (Αισχ. Χοηφ. 912 πρβλ. και 924), τον Δία βαρύνει η αρά του Κρόνου (Αισχ. Προμ. 910 εξ.) και ο Άρης πληρώνει τας Ερινύθς της μητρός του Ήρας πληγωνόμενος (Ομ. Φ. 412) πρβλ. Πλατ. Νόμ. ΙΑ 931 b...ὧν γέγονε σαφὲς ἐπηκόους εἶναι γονεῦσι πρὸς τέκνα θεούς· ἀραῖος γὰρ γονεὺς ἐκγόνοις ὡς οὐδεὶς ἕτερος ἄλλοις δικαιότατα (Πρβλ. και Πλουτ. Ερωτ. 766 c Βερν. IV σ. 447, Σοφία Σειράχ ΙΙΙ 9, Ν. ΠΟΛΙΤΗΝ εν Φιλολ. Συλλ. Κωνσταντινουπόλεως Θ΄ 322 β)
Πηγή: Άραι, Ι.Θ. Κακριδής, εκδόσεις Ιδεοθέατρον, Ραδάμανθ