ΠΑΙΔΕΙΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ &

ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ

 Μια ενότητα ενάντια στις ψευδείς κατηγορίες νέοΕθνικών περί της αμάθειας και της μη ελληνικότητας της παιδείας στο Χριστιανικό Βυζάντιο. Μια ενότητα που αποδεικνύει ότι στο Ορθόδοξο Βυζάντιο οι απλοί χριστιανόπαιδες είχαν περισσότερη Ελληνική παιδεία από πολλούς σημερινούς ευαγγελιζόμενους εαυτούς ως «Έλληνες Εθνικούς» που συγγράφουν σε πολλά «ελληνοκεντρικά» (βλέπε νεοπαγανιστικά) περιοδικά και φυλλάδια. Μια ενότητα δηλαδή που δείχνει ότι η λαϊκή σοφία που κρύβεται μέσα στην φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα» είναι πάντοτε σε πλήρη ισχύ και φανερώνει την τραγική κατάσταση της ημιμάθειας πλήθους Ελλήνων νέο- Εθνικών. Τέλος αυτή η ενότητα θα καταδείξει πως στο Χριστιανικό Βυζάντιο διατηρήθηκε και διασώθηκε η αρχαία Ελληνική γραμματεία, παρά αλλού.

 

 

 

Η ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ & ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΤΡΕΛΑ Νο1

 

Η εθνικιστική τρέλα του νεοπαγανισμού, είναι δυνατό να αποδειχθεί από τις δύο συμπεριφορές του χώρου αυτού. Από την μια καυτηριάζονται οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι γιατί οι διδασκαλίες τους είναι «σκοταδιστικές» και «αντιεπιστημονικές». Από την άλλη ο νεοπαγανισμός κατηγορεί την Ορθόδοξη Εκκλησία επειδή «δεν διδάσκει τους Έλληνες σοφούς» και επιθυμεί μετά βιαιότητας το ελληνικό κράτος να τους διδάσκει υποχρεωτικά στην δημόσια εκπαίδευση. Εδώ υπάρχει μια ουσιώδης αντίφαση λοιπόν (τρέλα). Διότι τα πολλά έργα των «Ελλήνων σοφών» έχουν λιγότερες επιστημονικές αλήθειες από ότι αναλήθειες, ως έχει αποδείξει η σύγχρονη επιστήμη. Κι όμως τυγχάνουν προτίμησης έναντι της Κ.Δ. από τους νεοπαγανιστές, επειδή αυτά τα έργα τα «επιβάλει ο εθνικισμός» να διδάσκονται στα σχολεία, όχι σαφώς ο επιστημονικός ορθολογισμός.

 

Η ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΤΡΕΛΑ Νο2

Πόσες είναι εκείνες οι φορές που οι νεοπαγανιστές διατείνονται ότι οι Χριστιανοί καταστρέψανε τα αρχαία συγγράμματα; Άπειρες. Κι όμως οι ίδιοι άθελά τους παραδέχονται ότι οι Χριστιανοί τα διατήρησαν: «Στα χειρόγραφα που διασώθηκαν με την πτώση του Βυζαντίου, στα αρχαία αγάλματα που ξεθάφτηκαν από τα ερείπια της Ρώμης, μπροστά στην έκθαμβη Δύση ορθώθηκε ένας νέος κόσμος, η Ελληνική Αρχαιότητα. Μπροστά στις φωτεινές μορφές της εξαφανίστηκαν οι οπτασίες του Μεσαίωνα. Fridriech Engels». (Πηγή: Χαρίτα Μήνη, Η αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Γιάννης Σπυρόπουλος, Ρ. Αναστασάκης, Μ. Βερέττας, Μ. Δημόπουλος, Μ. Καλόπουλος. Μ. Κιουλαφά, Π. Μαρίνης, , Στ. Μυτιληναίος, Γ. Σπυρόπουλος, Ο. Τουτουνζή, Γ. Τσαγκρινός, Εισαγωγή Εύα Αυλίδου, Εκδόσεις Αρχέτυπο, Έκδοση Α΄ Απρίλιος 2002, Θεσσαλονίκη, σελίδα 155)

 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

 

 

Αριστερά: Η μονή της Παμμακαρίστου στην Κωνσταντινούπολη. Στις μονές τις βασιλεύουσας δημιουργήθηκα κέντρα μελέτης και αντιγραφής ελληνικών χειρογράφων. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, άρθρο «Βυζάντιο και Αφροκεντρισμός», Αγνή ΒΑσιλικοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Βυζαντινής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τεύχος 6, σελίδα 44)

Δεξιά: Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κοριλιάνο ωτ’ Ότραντο της Απουλίας διακρίνεται από μακριά χάρη στο καμπαναριό της. Κοντά στο χωριό υπήρχε από τον 10ο αιώνα και το ομώνυμο Ορθόδοξο μοναστήρι, με σημαντική πνευματική δραστηριότητα, καθώς εκεί ως τον 15ο αιώνα διδάσκονταν αρχαία ελληνικά και λατινικά και αντιγράφονταν αρχαία κείμενα. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 20, άρθρο «Οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, η κιβωτός της Μεγάλης Ελλάδας», Θεμιστοκλής Φ. Περτέσης, Φιλόλογος -Ιστορικός, σελίδα 20)

 

Αριστερά: Η γέννηση της πάνοπλης Αθηνάς από την κεφαλή του Διός, ενώπιον του Ηφαίστου. Μικρογραφίες από το έργο «Συναγωγή και εξήγηση ιστοριών» του Αγίου Γρηγορίου. Κωδ. 14 (Συλλογή Παναγίου Τάφου), φ. 312α, 11ος αιώνας . Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Ιεροσολύμων (Πηγή: Τα αρχεία της χαμένης Γνώσης, Παναγιώτης Α. Τουλάτος, εικ. 66)

Δεξιά: Η γέννηση του Διονύσου από το μηρό του Διός. Μικρογραφία από το έργο «Συναγωγή και εξήγησης Ιστοριών» του Αγίου Γρηγορίου. Κωδ. 14 (συλλογή Παναγίου Τάφου), φ. 311α, 11ος αιώνας. Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Ιεροσολύμων. (Πηγή: Τα αρχεία της χαμένης Γνώσης, Παναγιώτης Α. Τουλάτος, εικ. 77) 

 

Ο Γεώργιος Χαλκιόπουλος Μάνζταρος (1795 - 1799), πρωτόπαπας Κερκύρας, θείος του ακμάσαντος ένδοξου μουσουργού Νικολάου Μάντζαρου, ελληνομαθέστατος και λόγιος άνδρας, όταν η Κέρκυρα υποδέχθηκε τους ελευθερωτές Γάλλους, τέθηκε επικεφαλής των Κερκυραίων μετά της Ι. Πεντάδος, υποδεχόμενος επίσημα τον αποβιβασθέντα εις την νήσο στρατηγό Άνσελμον Γεντιλλύ και του παρουσίασε μαζί με το Ευαγγέλιο και την Οδύσσεια του Ομήρου χρυσόδετη, δηλώνοντας έτσι ότι οι Κερκυραίοι δεν είναι μόνο Χριστιανοί αλλά και Έλληνες απόγονοι των Φαιάκων, τους οποίους υμνεί ο Όμηρος εις την Οδύσσεια, αλλά και ότι οι Έλληνες θρησκεία και πατρίδα, ελληνισμό και χριστιανισμό θεωρούν αναπόσπαστα συνενωμένα. Προσφώνησε δε στον στρατηγό:

 «Γάλλοι· θέλετε εὕρῃ ἐν τῇ νήσῳ ταύτη λαὸν ἀδαῆ μέν τῶν ἐπιστημῶν, καὶ τεχνῶν ἐκείνων, αἵτινες λαμπρύνουσι τὰ ἔθνη, οὺχί ὅμως εὐτελῆ καὶ μηδαμηνόν. Οὗτος δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχαίαν αὐτοῦ λαμπρότητα. Μάθετε δὲ νὰ ἐκτιμᾶτε αὐτὸν, ἀναγιγνώσκοντες τό βιβλίον τοῦτο»:

και έδωσε στον στρατηγό τον τόμο· τον οποίο ανοίγοντας χωρίς άνευ περιέργειας ο Στρατηγός θαύμασε βλέποντας ότι ήταν η Οδύσσεια του Ομήρου στην οποία περιγράφεται η νήσος των Φαιάκων Κέρκυρα. Η προσφώνηση ενεποίησε τόση εντύπωση σε αυτόν, ώστε απέστειλε αυτή ολόκληρο εις τον Ναπολέοοντα Βοναπάρτη, ο οποίος εκθέτοντας ακολούθως εις το Διευθυντήριο τα περί της κατοχής των νήσων, σημείωνε αυτολεξεί την προς τον Γελλεντύ προσφώνηση «τοῦ γηραιοῦ καὶ πεπαιδευμένου ἀνδρὸς», όπως τον ονόμαζε. (Πηγή: Ιστορία της Κέρκυρας , από στης συστάσεως αυτής μέχρι του νυν (Δαπάνη του Πετριδείου Κληροδοτήματος), Σπυρίδωνος Κ. Παπαγεωργίου, Διδάκτορος της Θεολογίας και Φιλολογίας και Καθηγητού, Εν Κέρκυρα, Χρωμοτυπολιθογραφείον Αδελ. Γ. Ασπιώτη, 1920, σσ. 118 - 119)

 

Ο επιστημονικός κόσμος τιμά φέτος τα διακόσια χρόνια από τον θάνατο του Κερκυραίου Ευγενίου Βουλγάρεως, σπουδαίου λογίου και κληρικού, ο οποίος έφθασε μέχρι το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Χερσώνος στη Νότιο Ρωσία. Είναι ευκαιρία να θυμηθούμε ότι ο Βούλγαρις, δηλαδή ένας Ορθόδοξος κληρικός, εισήγαγε τα Μαθηματικά και την Φυσική στην παιδεία του τουρκοκρατουμένου Ελληνισμού. Κάτι που φαίνεται να αγνοούν ή να λησμονούν όλοι εκείνοι που αντιδρούν στην πρόθεση της Εκκλησίας μας να ιδρύσει σχολεία Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως. Όπως λησμονούν ότι ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του Ομήρου παγκοσμίως θεωρείται ο ?γιος Ευστάθιος , Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης τον 12ο αιώνα. Και ότι η πρώτη Εμπορική Σχολή στον ελληνορθόδοξο χώρο ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Χάλκη.

Όλοι αυτοί που κατηγορούν τα σχολεία της Εκκλησίας για σκοταδισμό αγνοούν ή προσποιούνται ότι αγνοούν τις τάσεις που υπάρχουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Θυμίζουμε ορισμένα γεγονότα: Στην Γαλλία και στο Βέλγιο τα σχολεία της Καθολικής Εκκλησίας είναι πολυάριθμα και θεωρούνται ότι παρέχουν την καλύτερη εκπαίδευση. Επίσης τα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης της Αγγλικανικής Εκκλησίας στην Βρετανία θεωρούνται αποδεδειγμένα ότι είναι υψηλού επιπέδου. Γι’ αυτό και ο Κεντροαριστερός Πρωθυπουργός Τόνυ Μπλαιρ κάλεσε πέρσυ την Αγγλικανική Εκκλησία να αυξήσει τα εκπαιδευτικά της ιδρύματα ώστε να αντιμετωπισθεί η κρίση στην βρετανική παιδεία. Την ανάγκη να ξαναγυρίσει ο Χριστός στα σχολεία εκφράζει και η απόφαση του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2006 και επιβάλλει να παραμείνει ο Εσταυρωμένος σε όλες τις σχολικές αίθουσες ως ύψιστο παιδαγωγικό σύμβολο και ως υπενθύμιση των χριστιανικών ριζών των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τα σχολεία της Εκκλησίας με την έμφαση που θα δίδουν στα Αρχαία Ελληνικά, την Ιστορία και τα Θρησκευτικά θα ενισχύσουν τις Ανθρωπιστικές σπουδές που έχουν υποχωρήσει στην Ελλάδα, θα καλλιεργήσουν την εθνική και ευρωπαϊκή ταυτότητα των μαθητών, θα βοηθήσουν να ανακοπεί η γλωσσική παρακμή των Νεοελλήνων και θα διαδώσουν τις πανανθρώπινες αξίες των αρχαίων κειμένων, του Ευαγγελίου και των Πατερικών κειμένων.. Σε μία εποχή, όπου όλοι συζητούμε για την παραβατικότητα των εφήβων και για την έλλειψη προτύπων και αξιών, η ίδρυση σχολείων που θα φροντίζουν για την διαμόρφωση χαρακτήρων και όχι μόνο για την συσσώρευση γνώσεων πιστεύω ότι θα αποτελέσει μία δημιουργική τομή στα παιδαγωγικά δεδομένα.

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

13η Νοεμβρίου 2006

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

 

1.

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΠΡΩΙΜΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ

 

2.

 

 

ΤΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

 

 

 

 

2.

 

ΚΑΜΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΕΘΝΙΚΟΥΣ

 

«Εν κρυπτώ» θρησκεία για 2000 χρόνια:

Παναγιώτης Μαρίνης  

Αντίφαση:

Επαμεινώνδας Παντελεμίδης

 

3.

 

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΕΘΝΙΚΟΥΣ

 

4.

 

ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 

 

 

 

5.

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

Κατώτερη και μέση

Μεγάλες σχολές και Πανεπιστήμια

Τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

6.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

 

Η ελληνικότητα της Βυζαντινής λογοτεχνίας

Ο χρυσός αιώνας της Βυζαντινής λογοτεχνίας

Βίοι Αγίων

Ιστοριογραφία - δημώδεις χρονογραφίες

Βυζαντινοί ιστορικοί - Προκόπιος

Εκκλησιαστική ποίηση

Κοσμική ποίηση

Μέση περίοδος

Αναγέννηση - Φώτιος & Ψελλός

Άννα η Κομνηνή

Αλεξανδρινό Μυθιστόρημα

Το εθνικό έπος του Ακρίτα

 Η αναγέννηση των Παλαιολόγων

Η λογοτεχνία στο Βυζάντιο

Ιστορικοί της εποχής των Παλαιολόγων

Τα μυθιστορηματικά επύλλια

Γενικός χαρακτηρισμός της μεταγενέστερης Βυζαντινής λογοτεχνίας

 

 

7.

 

 

ΕΘΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ

 

8.

 

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ ΚΑΛΛΟΥΣ & ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

 

 

9.

 

 

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ & Η ΠΑΙΔΕΙΑ (ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ)

 

10.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

 ΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΕΚΑΨΑΝ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

(Μιχάλης Καλόπουλος, Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 38, σελ. 81)

(Ευάγγελος Μπεξής, Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 38, «Σημείωμα Εκδότη»  σσ. 2 - 3)

(Βασίλης Μισύρης, Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 30, σσ. 62 - 63)

(Μάριος Δημόπουλος, Περ. Ιχώρ, τ. 28, σσ. 60 - 61)

 

ΤΟ ΥΣΕΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΓΚΥΚΛΙΩΝ

(http://www.ysee.gr/index.php?type=deltia_typou&f=187, εδώ)

 

ΦΙΜΩΣΗ ΠΛΑΤΩΝΑ & ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟΙ ΠΕΡΙ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

(Παναγιώτης Μαρίνης, περ. Τρίτο Μάτι, τεύχος 109, ένθετο, σελ. 11)

 

 

11.

 

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

 

12.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ

 

Σπάνια απεικόνιση του Ιπποκρατικού Όρκου σε σχήμα σταυρού. Βυζαντινό χειρόγραφο 12ου αιώνα (Βιβλιοθήκη Βατικανού). (Πηγή : Περιοδικό «Αερόπος», τεύχος 51, άρθρο «Ιατρική του Βυζαντίου», του Βασίλειου Σπανδάγου, Ιατρού - Ερευνητού Αρχιάτρου της Τραπέζης της Ελλάδος, σελίδα 27)

 

-Στον 3ο αι. υπήρχε μια χριστιανική βιβλιοθήκη στην Καισάρεια, που βασίστηκε στις βιβλιοθήκες του Ωριγένη και του Πάμφυλου, οι οποίες περιείχαν πολλά ειδωλολατρικά φιλοσοφικά και κλασσικά κείμενα, και που χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από τον Ευσέβιο. (Books and Readers in the Early Church, Harry Y. Gamble, Yale: 1995)

-Μεταξύ 212 και 250, ο πάπας Αλέξανδρος ίδρυσε μια παρόμοια βιβλιοθήκη στην Ιερουσαλήμ, η οποία περιείχε και κλασσικά έργα (π.χ. την Οδύσσεια ). (Books and Readers in the Early Church, Harry Y. Gamble, Yale: 1995)

-Πριν το 215, ο Κλήμης της Αλεξάνδρειας είχε αναφέρει 248 διαφορετικούς συγγραφείς, πολλοί από τους οποίους ήταν κλασσικοί (History of Libraries in the Western World, Michael H. Harris, Scarecrow:1995. ).

-Μεταξύ 222 και 235, ο αυτοκράτορας Severus έχτισε μια μεγάλη δημόσια βιβλιοθήκη στους περιβόλους του Πάνθεου στη Ρώμη. Εμπιστεύτηκε το σχέδιο και την οργάνωση στο σημαντικό χριστιανικό μελετητή Sextus Julius Africanus. (Books and Readers in the Early Church, Harry Y. Gamble, Yale: 1995)

-Μεταξύ 320 και 325, ο Παχώμιος ίδρυσε το πρώτο κοινοβιακό μοναστήρι στην άνω Αίγυπτο. Το μοναστήρι αυτό ήταν γνωστό για τη χρήση και αντιγραφή κλασσικών συγγραμμάτων. Μερικά από τα αρχαιολογικά υπολείμματα αυτών των μοναστηριών έχουν αποκαλύψει έργα όπως τις Προτάσεις του Σέξτου και την Πολιτεία του Πλάτωνα .

-Στα 361, ο Γρηγόριος, επίσκοπος της Αλεξάνδρειας, δολοφονήθηκε από τον όχλο. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός πήρε τη βιβλιοθήκη του -- γεμάτη με κλασσικά κείμενα -- και τα τοποθέτησε σε βιβλιοθήκη στην Αντιόχεια. Ο επίσκοπος κατείχε & χρησιμοποιούσε πολλά παγανιστικά έργα (History of Libraries in the Western World, Michael H. Harris, Scarecrow:1995. και Books and Readers in the Early Church, Harry Y. Gamble, Yale: 1995, και <1>).

-Μεταξύ 461-468, ο Ιλάριος της Ρώμης έχτισε μια βιβλιοθήκη στη Ρώμη, με έργα Ελλήνων και Λατίνων. Το ίδιο το κτήριο χρειάστηκε δύο μέρη [ ένα ελληνικά και ένα λατινικά ] όπως οι κλασσικές παγανιστικές βιβλιοθήκες (Books and Readers in the Early Church, Harry Y. Gamble, Yale: 1995).

-Αρχές του 6ου αιώνα, ο μελετητής Boethius (†524) έγραψε τα σχόλια στους Ελληνικούς και λατινικούς φιλοσόφους, μετέφρασε δύο από τις πραγματείες Αριστοτέλη στη λογική στα λατινικά, και ήταν ο εδρεύων μελετητής στο βασίλειο των Οστρογότθων (The Mind of the Middle Ages, F.B. Artz, Univ. of Chicago: 1980 )

-Το 533 επιτροπή νομομαθών διορισμένη από τον χριστιανό αυτοκράτορα Ιουστινιανό, αφού διάβασε και αποδελτίωσε περί τις 2000 βιβλία κλασσικών νομικών (που συμποσούνται σε 3 εκατομμύρια στίχους), ολοκλήρωσε τη σύνταξη του Πανδέκτη. ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΒΙΒΛΙΑ παγανιστών νομικών.

-Γύρω στα 535, ο Πάπας Agapetus της Ρώμης, προσπάθησε να ιδρύσει ένα προηγμένο κέντρο εκπαίδευσης στη Ρώμη, με τη βοήθεια του Cassiodorus. Επρόκειτο να διδάξει τη θεολογία και τους κλασικούς (History of Libraries in the Western World, Michael H. Harris, Scarecrow:1995.).

-Ο Θεόδωρος Στουδίτης (9ος αι.), από τους κύριους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας, υπήρξε ο πρώτος που οργάνωσε τη βιβλιοθήκη της μονής Στουδίου (Κωνσταντινούπολη), συγκεντρώνοντας μεγάλο αριθμό χειρογράφων χριστιανών και εθνικών συγγραφέων, των οποίων την ανάγνωση διευκόλυνε έτσι με τη διάδοση των χειρογράφων.

-Ο Μέγας Φώτιος (820-891) συντάσσει τη «Μυριόβιβλο», μια συλλογή του, όπου παραθέτει 280 από τα κατά τη γνώμη του καλλίτερα συγγράμματά από Εθνικούς συγγραφείς [Πράγμα που σημαίνει πως υπήρχαν τον 9ο αι. πάρα πολλά άλλα συγγράμματα Εθνικών, λιγότερο σημαντικά, αφού η Μυριόβιβλος περιελάμβανε μόνο τα καλλίτερα]. Στην «Βιβλιοθήκη» του έκρινε χρήσιμο να διασώσει μια ουσιαστική περίληψη των «Πυρρωνείων λόγων» του Αινεσιδήμου, περίληψη που αποτελεί τη μοναδική πηγή για το έργο αυτού του φιλοσόφου [Απόδειξη πως τα έργα αυτά υπήρχαν ΑΚΟΜΗ στην εποχή του Φώτιου, και δεν «κάηκαν από τους Βυζαντινούς» όπως λέν οι Νεο-Παγανιστές, αλλά καταστράφηκαν αργότερα, το 1204 και το 1453]. Ο Φώτιος βρίσκει τους λόγους του Αινεσιδήμου χρήσιμους, με ορισμένες βέβαια επιφυλάξεις, για όσους επιδίδονται σε διαλεκτικές σπουδές.  Στον Μέγα Φώτιο οφείλουμε ότι έχουμε σήμερα γνώση για τον Κτησία, Κόνωνα, Μέμνονα και των χαμένων βιβλίων του Διόδωρου. Τα απανθίσματα του Φώτιου από κάθε έργο ποικίλουν σε εύρος, από μερικές σειρές ως και 75 σελίδες.

-Ο αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας (γεννήθηκε στα 850-860), εκτός από την έκδοση των περισσότερων πλατωνικών διαλόγων, εμπλουτισμένων με σχόλια και εισαγωγές για την πλατωνική φιλοσοφία, εξέδωσε επίσης τις «Κατηγορίες» και μερικά άλλα έργα του Αριστοτέλη. Επί πλέον, αντέγραψε μεταξύ των άλλων, έργα του Ευκλείδη, του Λουκιανού, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Αιλίου Αριστείδη, του Παυσανία, το «Εις Εαυτόν» του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, το «Λεξικόν» του Πολυδεύκη και τον «Βίον Απολλωνίου» του Φιλοστράτου.  

-τον 10ο αι. ο Ρωμηός Βυζαντινός λόγιος Κωνσταντίνος Κεφαλάς συνέταξε 17 αιώνων επιγραμματική ελληνική ποίηση, τρεις χιλιάδες εφτακόσια (3700) ποιήματα, γύρω στους είκοσι τρεις χιλιάδες (23000) στίχους από τον 7ο π.Χ. ώς τον 10ο μ.Χ. αι. (την εποχή του), επιτύμβια, ερωτικά, αναθεματικά, σατυρικά, βακχικά, επιδεικτικά, σκωπτικά, εγκωμιαστικά, χριστιανικά. Η Ανθολογία αυτή, που εμπλουτίστηκε από τον Ρωμιό βυζαντινό λόγιο Πλανούδη τον 13ο αι., είναι σήμερα γνωστή ως Παλατινή Ανθολογία.

-Τον 10ο αιώνα γράφεται και το εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Σούδας ή Σουΐδας, που περιλαμβάνει πλούσιο υλικό ιστορικών γνώσεων, κυρίως για Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς, καθώς και αποσπάσματα από τα έργα πολλών Ελλήνων συγγραφέων. Το λεξικό αυτό ακόμα και σήμερα έχει μεγάλη αξία καθώς αναφέρεται και έχει πηγές από χαμένα σήμερα έργα της αρχαιότητας, τα οποία σώζονταν κατά την βυζαντινή εποχή (10ος αι.).

-Από τα τέλη του 4ου αι. έχουμε μαρτυρία του Θεοδοσιανού Κώδικα (διορισμός 7 αντιγραφέων στην αυτοκρατορική βιβλιοθήκη) για ύπαρξη αυτοκρατορικής βιβλιοθήκης, η οποία ήταν ένα βιβλιογραφικό εργαστήριο. Ακόμα και πριν την Άλωση (μαρτυρία του 1437) η βιβλιοθήκη αυτή λειτουργούσε (Herbert Hunger, Ο κόσμος του βυζαντινού βιβλίου, Εκδ. Καρδαμίτσας ).  

 

 

ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ «ΔΙΑΣΩΣΗ» ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ & «ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΩΝ»

 

 

Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΙΝΗΣ (Μέλος επιτροπής για την αναγνώριση του 12θεου)

Εμφανίστηκε σήμερα ξαφνικά η Ελληνική Θρησκεία του Δωδεκαθέου; Η Θρησκεία μας πάντοτε υπήρχε ζωντανή. Σ’ όλη την διάρκεια του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας υπήρχε αφ’ ενός ως κύριο ρεύμα στις πόλεις και, αφ’ ετέρου, υπήρχαν, πολλά χωριά και κωμοπόλεις που όλοι οι κάτοικοι ήταν Έλληνες. [Σήμερα λέγεται Έλλην ο κάτοικος της Ελλάδος, όμως στο Βυζάντιο και κατά την Τουρκοκρατία, Έλλην λέγεται ο πιστός της Ελληνικής Θρησκείας, και γι’ αυτό τα κατά της θρησκείας κείμενα των Πατέρων επιγράφονται «κατά Ελλήνων», και μ’ αυτό τον τρόπο χρησιμοποιούμε την λέξη]…Οπότε φθάσαμε στο σήμερα και αποφασίσαμε και εμείς ότι δεν πρέπει πλέον να κρυβώμεθα, αλλά πρέπει να διεκδικήσουμε και εμείς αυτό που προβλέπει πλέον ο νόμος… (Πηγή: Περιοδικό «Τρίτο Μάτι», τεύχος 95, άρθρο «Τι πιστεύει η Ελληνική μας Θρησκεία», Παναγιώτης Μαρίνης, σελίδα 26)

Όχι μόνο η κατοχή αυτού του έργου τιμωρείται δια της θανατικής ποινής από τον Ιουστιάνειον Κώδικα αλλά για να εξαφανισθούν τελείως  τα φιλοσοφικά του [Πορφύριου] και άλλα επιχειρήματα εξηφανίσθησαν και όλα τα πολυπληθή συγγράμματα αντιρρητικής που έγραψαν κατά του έργου αυτού εκλεκτοί πατέρες της Εκκλησίας, ως ο Ευσέβιος Καισαρείας (Πηγή: «Χαλδαϊκά Λόγια ή Χρησμοί», Πρόλογος, Παναγιώτης Μαρίνης, σελίδα 10)

 

Β. ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΠΑΝΤΕΛΕΜΙΔΗΣ

Η ασάφεια και η αποσιώπηση της ιστορίας μιας τόσο σημαντικής καταστροφής, σαν αυτής της Μεγάλης Βιβλιοθήκης, είναι τουλάχιστον παράδοξη. Η προσπάθεια να αποδοθεί η ευθύνη στον Καίσαρα με τόσα ασαφή και σαθρά  στοιχεία, τουλάχιστον ύποπτη. Η καταστροφή, όμως, είναι βέβαιο ότι έγινε. Πότε και από ποιους, λοιπόν; Γιατί η Ιστορία δεν την κατέγραψε; Ή μήπως απλά δεν «διεσώθησαν» οι καταγραφές; Γιατί το 90% της Ελληνικής Γραμματείας δεν «διεσώθη»; Γιατί μαθαίνουμε για τον Αππίωνα (που δεν διεσώθη) από τον Εβραίοι Ιώσηπο (που διεσώθη); Γιατί για τον Κέλσο (που δεν διεσώθη) από τον Χριστιανό Ωριγένη (που διεσώθη); Γιατί τα Ελληνικά κείμενα δεν «διεσώθησαν», ενώ τα ιουδαϊκά και χριστιανικά διεσώθησαν όλα; Αμείλικτα ερωτήματα, που κάποτε οι απατεώνες της Ιστορίας και οι συκοφαντούντες τους Έλληνες ως ειδωλολάτρες και νεοειδωλολάτρες, πρέπει να απαντήσουν (Πηγή: Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 34, άρθρο «Η πυρπόληση της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας», Επαμεινώνδας Παντελεμίδης, σελίδα 36)

 

Α. Περί κ. Παντελεμίδη

1. «Καίσαρα…ασαφή και σαθρά...ύποπτη…»; Πόσο ύποπτη άραγε η απόδοση της ευθύνης στους Χριστιανούς χωρίς κανένα στοιχείο;  «Δεν γνωρίζουμε ακριβώς το πότε. Δεν γνωρίζουμε ούτε τους φυσικούς αυτουργούς». ό.π, σελίδα 36

2. «που δεν διεσώθη…που διεσώθη»; μα πώς δεν διεσώθη (Αππίωνας) αφού διεσώθη (Ιώσηπος) Ακόμη και ορισμένα αντιχριστιανικά έργα (βλέπε Κέλσο) οι Χριστιανοί τα διέσωσαν και όχι η «εν κρυπτώ», κατά Μαρίνη, θρησκευτές του 12θέου

3. «όλα»; δες Παναγιώτη Μαρίνη, Ευσέβιο Καισαρείας και Πορφύριο άνωθι

 

Β. Περί κ. Μαρίνη

Εφόσον λοιπόν αγαπητοί συνέλληνες η αρχαία Θρησκεία του δωδεκαθέου διατηρήθηκε επί 2000 χρόνια εν κρυπτώ, καταπώς λέει ο κ. Παναγιώτης Μαρίνης, ο οποίος ας σημειωθεί ότι ανήκει στην «Επιτροπή δια την Αναγνώριση της Ελληνικής Θρησκείας του Δωδεκαθέου» και  αφού ο γράφων του ευχηθεί καλή τύχη στον αγώνα του (αν καλοπροαίρετος) ας περάσουμε στον αντίποδα των κατηγοριών των νέο-Εθνικών έναντι των αδελφών τους Χριστιανών:

 

1. Η πιο αφελής ερώτηση που θέτουν σε εαυτούς και οπαδούς οι νέο-Εθνικοί, προσπαθώντας να υποθέσουν ότι ο κύριος κίνδυνος για τα αρχαία  κείμενα ήταν οι Χριστιανοί, είναι η εξής:  -«Από τι τάχα έσωσαν τα αρχαία κείμενα οι Χριστιανοί»; -Μα φυσικά από το Χρόνο αγαπητοί συμπατριώτες! Είναι γνωστό σε όλους μας ότι είτε πρόκειται για κείμενο περγαμηνής, είτε πάπυρου, το οποίο εκτεθεί απροστάτευτο στα στοιχεία της φύσης, θα διαλυθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες και αν δεν διαλυθεί, σίγουρα θα καταστεί δυσανάγνωστο. Δεν απορείτε λοιπόν που όλα αυτά τα έγγραφα σώθηκαν (2000), από την βοά του Χρόνου και διατηρήθηκαν για πολλούς αιώνες χάρη στις προσπάθειες των Χριστιανών; ή δεν τους αρκούν ετούτα και θα έπρεπε να είχαν διατηρηθεί και άλλα; Μήπως αλήθεια διατηρήθηκαν όλα τα Χριστιανικά κείμενα; Μα ούτε και αυτά!

2. Έπειτα πάλι στα αλήθεια, γιατί κατηγορούνται διαρκώς οι Χριστιανοί για εγκατάλειψη Εθνικών κειμένων; Άραγε οι Εθνικοί (που υποτίθεται βρίσκονται σε διωγμό 2000 χρόνια) ΠΟΣΑ χριστιανικά κείμενα διατήρησαν μέχρι τις ημέρες μας;

3. Και αν δεν διατήρησαν Χριστιανικά τότε ας δείξουν στον Ελληνικό λαό ΠΟΣΑ Ελληνικά Εθνικά κείμενα διατήρησαν! Απάντηση: ΚΑΝΕΝΑ! Διότι αν είχαν διασώσει, είναι σίγουρο ότι δεν θα περίμεναν από τους αδελφούς τους Χριστιανούς να τους δώσουν την Θρησκευτικής τους Πνευματική τροφή και επί προσθέτως θα πρόσθεταν και κάτι «παραπάνω» σε αυτά τα «κάτι» (2.000) των Χριστιανών. Όμως ΟΥΔΕΝ προστέθηκε! Μήτε οι ξακουστοί Καλάς, μήτε οι ξακουστοί Καφίρ, μήτε χίλιες δύο «ελληνικές» Αβοριγίνες φυλές που παρουσιάζονται σε Εθνικά έντυπα ως κατ’ εξοχήν «Έλληνες» επειδή ειδωλολάτρες και πολυθεϊστές διατήρησαν κάποιο αρχαίο κείμενο! Οι Χριστιανοί όμως, αυτοί οι «Ιουδαίοι», διατήρησαν πάρα πολλά αν και  δεν είναι ειδωλολάτρες, ακόμη και αντίχριστα έργα (βλ. Κέλσο), γι’ αυτό και είναι άξιοι κατηγορίας και συκοφαντίας! Μπράβο στους κύριους λαλίστατους νέο-Εθνικούς

4. αλλά πιο είναι το πιο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ της όλης υπόθεσης; Ότι οι «εν κρυτπώ» Εθνικοί - ειδωλολάτρες του Π. Μαρίνη και της «Επιτροπή δια την Αναγνώριση της Ελληνικής Θρησκείας του Δωδεκαθέου», όχι ΜΟΝΟ δεν διέσωσαν:

                    α. Χριστιανικά (ου μη γένοιτο) Ορθόδοξα ή Αιρετικά, ανάλογα με Ωριγένη, αλλά ούτε

                    β. Εθνικά - Φιλοσοφικά , μα ακόμη πιο απίστευτο!

                    γ. ούτε καν ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΑ (βλέπε «κατά Χριστιανών» Πορφυρίου, 15 βιβλία, μα ούτε και τον Κέλσο)

 

Γ. Περί κ. Μπεξή

Επανερχόμενος κανείς, στον κ. Ευάγγελο Μπεξή που αναφέρει ότι «κοντά στα 2.000 έργα τους ξέφυγαν.. [εννοεί από τους Χριστιανούς]» και έχοντας εις μνήμη ότι:

 

1. Οι Χριστιανοί ευθύνονται για την διάσωση ολάκερης σχεδόν της Ελληνικής Αρχαίας Γραμματείας

2. Οι «εν κρυπτώ» για 2.000 χρόνια, κατά Παναγιώτη Μαρίνη, Εθνικοί δεν διέσωσαν ΚΑΝΕΝΑ αρχαίο ελληνικό έργο μα ΟΥΤΕ και Ορθόδοξο ή τουλάχιστον αιρετικό Χριστιανικό, εκπληρώνοντας τουλάχιστον τα δέοντα προς τους Χριστιανούς με τα 2.000 διασωθέντα αρχαία.

3. Οι εν «κρυπτώ» για 2.000 χρόνια, κατά Παναγιώτη Μαρίνη, Εθνικοί δεν διέσωσαν ΚΑΝΕΝΑ αντιχριστιανικό έργο

…αρχίζει να υποψιάζεται, ότι τελικά οι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ διώκτες (αδιάφοροι), συνένοχοι του χρόνου και της λήθης, της Αρχαίας ελληνικής Γραμματείας αλλά και της Χριστιανικής - αντιΧριστιανικής,  υπήρξαν οι παγανιστές που το έριχναν φαίνεται στις καρναβαλικές εκδηλώσεις, και όχι σαφώς οι Ορθόδοξοι και εν γένει οι Χριστιανοί! Οι πρώτοι είναι εκείνοι οι οποίοι άφησαν τον ΧΡΟΝΟ να καταστρέψει τα αρχαία συγγράμματα. Εκτός και αν….ο κ. Μαρίνης λέει ψέματα περί της «πάντοτε ζωντανής» θρησκείας τους Ας αποφασίσουν και ας διαλέξουν…αν και όπως φαίνεται ο κ. Μαρίνης έχει αποφασίσει, έστω και ακούσια:

 

 

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΕΘΝΙΚΟΥΣ

 

 Το νεκρό σώμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνοδεύτηκε από το θάψιμο χιλιάδων τόμων βιβλίων διότι ο Σεπτίμος Σεβήρος αφήρεσε από όλα τα ιερά της Αιγύπτου τα βιβλία τα οποία περιείχαν απόκρυφες διδασκαλίες και από τα οποία ήταν δυνατό να προκύψουν ταραχές και στάσεις και τα έκλεισε όλα στον τάφο του Μ Αλέξανδρου.

Το 1961 ανακαλύφθηκε πάπυρος στο Δερβένι, μέσα σε τάφο του 4ου αιώνα π.Χ., ο πρώτος που ανακαλύφθηκε σε ελληνική γη και μας έφερε στην παράδοξη θέση να αποδεχτούμε πως η αρχαιότερη μαρτυρία για την ελληνική θεογονία δεν σχετίζεται με τον Ησίοδο, οι παλαιότεροι πάπυροι του οποίου χρονολογούνται από τον 1ο π.Χ. αιώνα, αλλά με τον Ορφέα. Ο πάπυρος περιείχε υπόμνημα σε κάποιο ορφικό ποίημα και μέσα σε αυτό το υπόμνημα περιλαμβάνονταν ολόκληροι στίχοι του ποιήματος. Οι στίχοι ήσαν αρχαιότεροι από το υπόμνημα και σύμφωνα με τους ειδικούς ανάγονται στον 6ο αιώνα π.Χ. (βιβλία κτερίσματα;).

Το υπόμνημα του Ορφικού ποιήματος του τάφου του Δερβενίου, περιέχει τμήματα μιας Ορφικής θεογονίας. Μέσα λοιπόν σε αυτή την θεογονία, αρκετά όμοια με την Ησιόδεια, υπάρχει μια σειρά ευνουχισμών που επιτρέπουν το σφετερισμό της ύπατης εξουσίας του κόσμου από διαδοχικά νεότερους θεούς και περιλάμβανε την κατάποση γεννητικών οργάνων σε κάποια φάση της διαδοχής καθώς και μια αιμομιξία του θεού Δία με την μητέρα του. Σύμφωνα λοιπόν με τον Σταύρο Γκιργκένη, που επιμελήθηκε τις εισαγωγές στο βιβλίο «Ησίοδος, έργα και ημέρες, θεογονία, Ασπίδα του Ηρακλή», εκδόσεις Ζήτρος, αυτά τα δύο μοτίβα είναι άγνωστα από την υπόλοιπη ελληνική ποίηση (ο ίδιος ο αρχαίος υπομνηματιστής τα αντιμετωπίζει με αποστροφή και προσπαθεί να τα ερμηνεύσει αλληγορικά) και φανερώνουν πόσες πολλές παραλλαγές έχουν αποκλειστεί από τον επίσημο κορμό της ελληνικής μυθολογίας.

Επίσης από σκόρπιες πληροφορίες είναι γνωστό πως τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. , υπήρχαν και άλλες θεογονίες που αποδίδονταν σε μυθικά πρόσωπα ή και ιστορικά. Αποδίδονταν στο Μουσαίο, Αριστέα, Εποιμενίδη, Άβαρη, Φερεκύδη, Ακουσίλαο κοσμογονίες σε Λίνο, Θάμυρη, κοσμοποιία σε Παλαίφατο, γιγαντομαχία σε Εύμηλο ή Αρκτίνο. Ο Ηρόδοτος (2.53) ομιλεί για πολλές θεογονικές παραδόσεις στην αρχαία εποχή οι οποίες χάθηκαν πριν την π.Χ. εποχή.

Απώλειες κάποιων έργων (λογοκρισία), επέφεραν οι Έλληνες φιλόλογοι της Πτολεμαϊκής π.Χ. Αλεξάνδρειας, όπου από το έργο περί των διδαχών του Χείρωνα «Χίρωνος ὑποθῆκαι» (Ορφέας, Μουσαίος και ο κένταυρος Χείρων), σώθηκαν μόνο 3 στίχοι, έργο που θεωρούνταν από τους αρχαίους αναμφισβήτητα Ησιόδειο ως την εποχή του μεγάλου αλεξανδρινού φιλολόγου Αριστοφάνη του Βυζάντιου 200 π.Χ.. Ο τελευταίος θεώρησε το ποίημα νόθο και η απόφασή του είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για την απώλειά του, αφού ο ίδιος επιμελήθηκε μια έκδοση της Θεογονίας. Σημαντικό ρόλο στο χαμό ποιημάτων ήταν η απόφαση των αλεξανδρινών φιλόλογων να χαρακτηρίσουν ως μη Ησιόδεια και άλλα έργα (Παυσανίας 9, 31, 5 «έγγέγραπται δε αὐτῷ τά Ἒργα. ἒστι δέ και ἑτέρα κεχωρισμένη τῆς προτέρας, ὡς πολύν τινά ἐπῶν ὁ Ἡσίοδος ἀριθμόν ποιήσειεν, ἐς γυναῖκας τε ᾀδόμενα καί ἁς μεγάλας ἐπονομάζουσιν Ήοίας, καί Θεογονίαν τε και ές τόν μάντιν Μελάμποδα, καί ὡς Θησεύς ές τόν Ἂιδην ὁμοῦ Πειρίθῳ καταβαίη παραινέσεις τε Χίρωνος ἐπί διδασκαλίᾳ δή τῇ Ἀχιλλέως….καί ἒστιν ἒπη Μαντικά») δηλαδή νόθα. Η θεογονία και τα έρηγα είναι δύο από τα συνολικά 16 έργα που χάθηκαν. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος οριοθέτησε τα Έργα και τις Ημέρες στο στοίχο 828 και απέρριπτε όσα ακολουθούσαν ως νόθα.

Ο στίχος 93 του ποιήματος «Έργα και Ημέρες» του Ησίοδου, είναι νόθος και ανήκει στην Οδύσσεια. Ορισμένοι στην αρχαιότητα, όπως ο Κράτης, ο μαθητής του Θεόφραστου Πραξιφάνης, ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ θεώρησαν πως και τα δύο προοίμια των ποιημάτων του Ησίοδου (Έργα και Ημέρες και Θεογονία) ανήκουν στην ίδια κατηγορία ανεξάρτητων από τα συμφραζόμενά τους εισαγωγών και τα οβέλισαν ως νόθα.

Ακόμη οι 3 στίχοι του Ησίοδου 370 -373 θεωρείται πως παρεμβλήθηκαν από συλλογή γνωμικών. Ο Πρόκλος αναφέρει πως ορισμένοι τους οβέλιζαν. Ο Πλούταρχος στο βίο του Θησέα (3.3) αναφέρει για το στίχο 370 ότι ανήκε στον Πιτθέα και με αυτή την άποψη συμφωνούσε και ο Αριστοτέλης (απ. 598). Φαίνεται δηλαδή πως μια σειρά συλλογή γνωμικών που κυκλοφορούσε στην αρχαιότητα με το όνομα του μυθικού σοφού Πιτθέα πέρασαν στο κείμενο του Ησίοδου. Κατά την Αλεξανδρινή εποχή όμως διεγράφησαν ως νόθοι διότι οι φιλόλογοι διαπίστωσαν πως αυτοί έλειπαν από τα περισσότερα χειρόγραφα.. Γι αυτό και δεν απαντούν στους παπύρους. Ξαναπέρασαν όμως στο κείμενο των μεσαιωνικών (Χριστιανικών) χειρογράφων στα τέλη του 13ου αιώνα από το υπόμνημα του άλλου διασωθέντα Πρόκλου, ώστε σήμερα να τους έχουμε.

Από την άλλη πλευρά, όπως αναφέρει και ο Σουΐδας (τομ. Α. σ. 594) στο τέλος του Γ΄ αιώνα ο Διοκλητιανός έλαβε νέα νομοθετικά μέτρα για την διοίκηση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας διατάζοντας να καταστραφούν τα χειρόγραφα μόνο εκείνα που ομιλούσαν περί της Αιγυπτιακής χημείας (μαγείας δηλαδή κατά αυτούς).

Οι πόλεις - κράτη, και κυρίως η Δημοκρατική Αθήνα βλέποντας ότι η κριτική για τους θεούς ξεκινά από τους σοφιστές και τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις θεώρησε ότι βρίσκεται μπροστά σε μια ύπουλη επίθεση Λακωνιζόντων, κατά του Δήμου κα γι’ αυτό ψήφισε το 432 π.Χ. το περίφημο «Ψήφισμα του ΔΙΟΠΕΙΘΗ*», επαγγελματία μάντη, εναντίων όσων:«τά θεῖα μη νομίζειν καί λόγους περί τῶν ματαρσίων (οὐρανίων) διδάσκειν» (Πλουτ. Περικ. 32) με ποινές την εξορία, το θάνατο και το κάψιμο των συγγραμμάτων (Nauk, Fragm. Trag. Gracc. 2η έκδοση, σελ. 771) (Πηγή: «Οι απόκρυφες επιστήμες στην Ελληνική αρχαιότητα, από τον Όμηρο μέχρι τον Πρόκλο», Διαμαντής Κούτουλας, Εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ, Αθήνα 2002)]. 

 

ΤΥΛΙΓΜΑ ΝΕΚΡΩΝ ΜΕ ΣΚΙΤΣΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

 

Αριστερά: Μούμια σε ανακυκλωμένο χαρτί. Ο Πάπυρος ήταν ακριβό υλικό, γι’ αυτό και δεν τον πετούσαν εύκολα. Αυτό φαίνεται και από το λεγόμενο «πάπυρο του Αρτεμίδωρου», ενός αρχαίου Έλληνα γεωγράφου. Ύστερα από ένα γεωγραφικό σύγγραμμα, πάνω του γράφτηκε ένας κατάλογος και τελικά χρησίμευσε για κάποια σκίτσα, πριν καταλύξει περιτύλιγμα μούμιας (Πηγή: Περιοδικό Science Illustrated, τεύχος 20, Νέες Ανακαλύψεις, σελ. 25)

Μέσο & Αριστερά: The Derveni Papyrus. Edited with Introduction and Commentary by Theokritos Kouremenos, George M. Parássoglou and Kyriakos Tsantsanoglou. Φλωρεντία, 2006. Σελ. 307, 30 πίνακες. (Πηγή Φώτο: http://entertainment.flash.gr//book/books/2006/10/17/20740id/)

Περισσότερα

 

  

ΠΑΙΔΕΙΑ

 

Καμία άλλη εκδήλωση του βίου παρέχει τόσο ευφρόσυνο θέαμα όσο η παιδεία και η λογοτεχνία στο Βυζάντιο. Οι αιώνες μετά τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο λάμπρυναν στην ιστορία της ανθρωπότητας δια μια ασυνήθιστη λάμψη παιδείας, λογοτεχνίας και τέχνης. Κατά την μεγάλη ελληνιστική εποχή το επίπεδο της καθολικής πνευματικής μορφώσεως ήταν περισσότερο υψωμένο παρά ακόμη και τις μέρες του νεοελληνικού κράτους κατά τις δεκαετίες του 1950 - 1960 και αργότερα. Στον περίβολο της βυζαντινής Κωνσταντινούολης περικλείστηκαν τόσοι λόγιοι και τόσα βιβλία όσα δεν είχε κατά τον μεσαίωνα όλη η υπόλοιπη ανθρωπότητα ενωμένη. Επίσης η Βυζαντινή τέχνη υπήρξε η μόνη του κόσμου τουλάχιστον μέχρι τον ΙΒ’ αιώνα, οπότε εμφανίστηκε η λαμπρή Γοτθική τέχνη. Οι ρωμιοί - Έλληνες του μεσαίωνα ήταν ο μόνος λαός του κόσμου ο οποίος είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του την αίσθηση του καλού, την αγάπη προς τις λαμπρές οικοδομές και τους πολύχρωμους ζωγραφικούς πίνακες και τα κομψοτεχνήματα τα οποία ευφραίνουν τα μάτια και την ψυχή. Ο Ραμπώ λέει πως «οι βάρβαροι της δύσεως εστρέφοντο προς το Βυζάντιο ως οι σύγχρονοι του Κικέρωνα προς την Αθήνα». Στην Κωνσταντινούπολη, στην Θεσσαλονίκη, για να μην μνημονευτούν παρά μόνο οι μεγάλες πόλεις, οι κάτοικοι με θαυμασμό και υπερηφάνεια έβλεπαν τους ωραίους ναούς οι οποίοι στόλιζαν την πόλη και τα υπέροχα ψηφιδωτά τα οποία στόλιζαν τους ναούς. Οι περιγραφές των κειμένων διασώζουν μέχρι τις ημέρες μας αυτό το αίσθημα.

 

Ο σοφός Αριστοτέλης ζωγραφισμένος με βυζαντινή νοοτροπία, δείχνει την προσπάθεια ορισμένων κύκλων, να συμβιβάσουν την παλαιά με την νέα σκέψη. Μονή Φιλανθρωπινών, Νησάκι Ιωαννίνων. (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 5, άρθρο «Η μεταφυσική σκέψη στο Βυζάντιο», Βασίλης Μίσυρης, σελίδα 75)

 

Η ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας για αυτούς τους λόγους έλαβε τα τελευταία χρόνια τόση μεγάλη έξαρση και έγινε τόσο πολύ γνωστή (σε αντίθεση με τα άλλα κεφάλαια του Βυζαντινού πολιτισμού) ή τουλάχιστον είναι δυνατόν να γίνει εύκολα σε όσους έχουν την επιθυμία να γνωρίσουν καλύτερα τις 2 λαμπρές αυτές όψεις του Βυζαντινού Ελληνισμού. Σε αυτό το σημείο είναι καλό να παρατεθούν σύντομη έκθεση μερικών βιβλίων. Το βιβλίο του επιφανούς Γερμανού φιλόλογου Καρόλου Κρουμβάχερ «Ιστορία της Βυζαντινής λογοτεχνίας» (Geschichte der Buzantinischen Litteratur), του οποίου η 1η έκδοση έγινε το 1891 και η β’ το 1897 ενώ υπάρχει και η Ελληνική μετάφραση του Γ. Σωτηριάδου στην βιβλιοθήκη Μαρασλή, ως και το βιβλίο του επιφανή Γάλλου ιστορικού και ακαδημαϊκού Καρόλου Διλ, «Εγχειρίδιο Βυζαντινής Τέχνης» (Charles Diehl, Manuel d’ art byzantin, α’ έκδοση του 1910, β’ το 1925) είναι βιβλία σε όλους προσιτά. Επίσης τα πανεπιστημιακά μαθήματα, οι διαλέξεις αναφορικά με τα μεγάλα θέματα, οι πολλαπλές μονογραφίες και έρευνες έχουν ήδη κοινά διαδώσει τις γνώσεις περί αυτών των πεδίων μαθήσεως. Το πολυσήμαντο θέμα μελέτης το οποίο έμεινε πολύ πίσω ακόμη παρά την σπουδαιότητά του είναι, εκτός των της διοικητικής και κοινωνικής οργανώσεως και το ζήτημα της διαδόσεως της παιδείας και της εκπαιδευτικής οργανώσεως στο Βυζάντιο. Ευρύτερα οπωσδήποτε για το θέμα αυτό η ανάπτυξη μπορεί να δείξει ότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και η Βυζαντινή διοίκηση έκαμαν, εν μέσω πολέμων και επιδρομών, όσα λίγοι κυβερνήτες λαών, εξαιρουμένων των βασιλέων της ελληνιστικής εποχής των Πτολεμαίων, για την ενίσχυση της εκπαίδευσης και την διάδοσή της σε όλα τις κοινωνικές τάξεις.

 

 

 

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

 Τα Βυζαντινά κείμενα, και τα ιστορικά αλλά και τα υπόλοιπα, ιδίως τα νομικά, συχνά μνημονεύουν παιδοδιδασκάλους, διδασκάλους κ.λ.π.. Η ακριβή περιγραφή του συστήματος της εκπαίδευσης κατά τους 3 συνήθεις κύκλους, οι οποίοι ήταν γνωστοί, η κατώτερη, η μέση και η ανώτερη εκπαίδευση, είναι βέβαια δύσκολη, προκειμένου ιδίως για τις κατώτερες βαθμίδες, διότι για τα πανεπιστήμια είναι γνωστά πολλά περισσότερα. Εκείνο το πρέπει να θεωρείται βέβαιο είναι ότι «η εγκύκλιος παίδευσης», την οποία όφειλαν να ακολουθήσουν τα παιδιά, ήταν σπουδαιότατο ζήτημα για κάθε βυζαντινή οικογένεια.

 

 

Η κατώτερη και μέση εκπαίδευση

 

Το «Επαρχικόν βιβλίον» Λέοντος του Σοφού λέει ότι ο ταβουλλάριος (ο συμβολαιογράφος) για να προσληφθεί στο σώμα (το σύστημα) όφειλε να έχει παιδευτεί εκτός από τα νομικά μαθήματα «και την εγκύκλιο παίδευσιν, ως αν μην διαμαρτάνη, εν ταις εκδόσεσιν, ολισθαίνη δε και περί την λέξιν», οφείλει δηλαδή να κατέχει τόση παιδεία, ώστε να συντάσσει ορθώς τις λέξεις και να μην κάνει λάθη στην δια των λέξεων διατύπωση των νοημάτων. Κατ΄ ακολουθία πάντως κατώτερου υπαλλήλου αυτή όφειλε να είναι η «εγκύκλιος» εκπαίδευση και οποιοσδήποτε που προσλαμβάνονταν στην υπηρεσία του κράτους όφειλε να υποστεί δοκιμασία για να διαπιστωθεί ότι την κατέχει. Για αυτό βλέπουμε και την μητέρα του Μιχαήλ Ψελλού, όπως μας διηγείται ο ίδιος στο προς αυτήν εγκώμιό του, να μοχθεί πολύ για να μάθει πολλά γράμματα ο υιός της.

Ο όρος «διδάσκαλος», τον οποίο μεταχειρίζεται ο Λέων ο Σοφός, είναι προφανώς όρος γενικός, εφαρμόζονταν δε, όπως φαίνεται και στους δημοδιδασκάλους και στους ελληνοδιδασκάλους. Οι τελευταίοι αυτοί και οι καθηγητές ονομάζονται στα νομικά κείμενα γραμματικοί. Το περίεργο είναι ότι, όπως μπορεί να εξαχθεί από το επαρχικό βιβλίο ότι η θέση στον κύκλο της όλης νομικής εκπαίδευσης των διδασκάλων αυτών και των γραμματικών ήταν καθορισμένη. Για να γίνει κανείς δεκτός στην νομική σχολή, φυσικά και στους άλλους κλάδους, όφειλε να παρουσιάσει πιστοποιητικό γενικής εκπαίδευσης εγκύκλιας παιδείας. Το πιστοποιητικό αυτό υπογεγραμμένο από τους διδασκάλους και τους γραμματικούς, το παρουσίαζε στον νομοφύλακα και τότε αυτός γίνονταν δεκτός ώστε να παρακολουθεί τα μαθήματα των νομικών. Μετά το τέλος ο νομοφύλακας έδινε άλλο πιστοποιητικό, πτυχίο θα λέγαμε σήμερα, και αυτό χρησίμευε στον πτυχιούχο για να παρουσιάζεται σε εξετάσεις για να προσληφθεί στο σώμα των ταβουλλάριων ή των δικηγόρων. Πιθανόν δ’ είναι ότι και οι διδάσκαλοι όπως και οι γραμματικοί, αποτελούσαν και αυτοί σύλλογο (σύστημα), όπως οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι.

Ότι υπήρχαν ιδιαίτερα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στο Βυζάντιο μπορούμε να το συνάγουμε από τις πηγές, και τις χαρακτηριστικές ειδήσεις παρέχει ο Ψελλός, ο οποίος λέει ότι η μητέρα του τον ρωτούσε «τι είχε κάμει στο σχολείο», τι το είχαν διδάξει οι διδασκάλοι του, τι είχε μάθει από τους συμμαθητές του. Κατόπιν η μητέρα του, η οποία είχε όπως φαίνεται και αυτή αρκετή μόρφωση, τον εξέταζε στα μαθήματά του, στην ορθογραφία, στην ποίηση, στους συντακτικούς κανόνες και την πλοκή των λέξεων. Κάθονταν, μητέρα και υιός, σε πολύ προχωρημένη ώρα της νύκτας, λέει ο Ψελλός και ασχολούνταν με τα μαθήματα του σχολείου. Εδώ υπάρχει πολύ ζωηρή εικόνα η οποία θα προσαρμόζονταν άνετα στην σημερινή κοινωνία και η οποία μας δείχνει με τρόπο πολύ εμφατικό τον ζήλο και την προσπάθεια την οποία κατέβαλλαν οι Βυζαντινοί των αστικών τάξεων για να αποκτήσουν στερεά παιδεία. Προέρχονταν δ΄ ο ζήλος αυτός και από την εσωτερική ανάγκη μορφώσεως η οποία διέκρινε πάντοτε τους Έλληνες αλλά και διότι μόνη αυτή η εκπαίδευση άνοιγε στους Βυζαντινούς την ευρεία οδό προς τα δημόσια λειτουργήματα.

Πολύ μεγάλες προσπάθειες κατέβαλλε η Εκκλησία και η πολιτεία για την μόρφωση και την εκπαίδευση της βυζαντινής κοινωνίας. «Οφείλεις να διδάξεις τον αγράμματον λαόν» και γενικά η εκπαίδευση του λαού ήταν αντικείμενο μεγάλης φροντίδας. Το παιδί έπρεπε πρώτα να φοιτήσει στον διδάσκαλο, δηλαδή τον γραμματιστή, και μετά να πάει για να μάθει τέχνη. Η εκπαίδευση των πρώτων στοιχείων γίνονταν κατ’ οίκον, οι πλούσιες οικογένειες προσλάμβαναν και οικοδιδασκάλους για την εγκύκλιο εκπαίδευση. Ιδίως δε στην εκπαιδευτική κίνηση σπουδαιότατη δράση είχαν τα μοναστήρια. Τα σχολεία τους ήταν, θα λέγαμε σήμερα, τα σχολεία του κράτους. Πιθανό είναι ότι υπήρχαν και λαϊκά σχολεία. Κάθε μεγάλη μονή είχε και το σχολείο της. Στα κατώτερα, τα δημοτικά σχολεία, μάθαινε το παιδί, εκτός της ανάγνωσης και της γραφής, λίγη αριθμητική, την ιερή ιστορία και εκκλησιαστικούς ύμνους. Στα ανώτερα σχολεία, της μέσης εκπαίδευσης, θα λέγαμε, διδάσκονταν γρήγορα αρχαία Ελληνικά. Ένας καλός μαθητής μπορούσε να γνωρίζει τον Όμηρο «απ’ έξω», να τον ερμηνεύει καλά και να κάνει παρατηρήσεις για το μέτρο, την σύνταξη και τα διάφορα σχήματα λόγου. Η διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών συγγραφέων ήταν πολύ διαδεδομένη και γίνονταν με πολύ εμβρίθεια.

 

Ο Ιπποκράτης στην χριστιανική παράδοση παρουσιάζεται ως Άγιος σε Βυζαντινό χειρόγραφο του 1342 (Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, Παρίσι)

 

Γενικά καταβάλλονταν προσπάθεια στην διδασκαλία να συνδυάζεται η χριστιανική σοφία με την αρχαία ελληνική. Τόσο στενά ήταν συνδεμένες αυτές οι 2 πηγές σοφίας, ώστε μπορεί κανείς να πει ότι θεωρούνταν και οι 2 εξ’ ίσου τα θεμέλια της ανάπτυξης του πνεύματος. Τα βιβλία των μαθητών ήταν εκκλησιαστικά και δεν διάφεραν από εκείνα που διάβασαν οι πρόγονοί μας κατά τα χρόνια της δουλείας υπό τους Τούρκους. Υπήρχαν όμως πολλά βιβλία της αρχαίας γλώσσας και σοφίας. Αυτά ήσαν περιλήψεις των συγγραμμάτων των αρχαίων σοφών, ιδίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, περιλήψεις επιστημονικών βιβλίων (ιδίως των μαθηματικών) και ανθολογίες, χρηστομάθειες των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων. Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες εργάστηκαν πολύ προς την ευρύτερη διάδοση της παιδείας στον λαό. Κατά την δεινή εκείνη εσωτερική κρίση του κράτους, κατά την αναστάτωση εκείνη της Βυζαντινής κοινωνίας επί 1 /12 αιώνα, οι μεγάλοι Ίσαυροι καταδίωξαν μεν τις εικόνες και προ παντός προσπάθησαν να αναχαιτίσουν την υπερβολική δύναμη των μοναχών αλλά αγάπησαν και την τέχνη και τα γράμματα και τα προστάτεψαν. Ήταν ήρωες στον πόλεμο αλλά και ήρωες ανακαινιστές της κοινωνίας. Προσπάθησαν να απαλλάξουν την εκπαίδευση από τις καλογερικές τάσεις, να την αναπτύξουν προς το λαϊκότερο, καταδίωξαν τα ασκητικά γράμματα, προστάτεψαν όμως την ελεύθερη παιδεία, την επιστήμη και περιστοιχίσθηκαν από λόγιους και σοφούς. Και στις 2 μεγάλες κατευθύνσεις πολιτισμού και στην τέχνη και στην παιδεία, αναλαμβάνει ζωή η αρχαία κλασσική παράδοση και η ζωή αυτή φέρει την ακμή της εποχής της μακεδονικής δυναστείας, την λαμπρότητα επί των Κομνηνών, την «αναγέννηση των Παλαιολόγων». Δυστυχώς λείπουν οι λεπτομέρειες ή δεν έχουν ακόμη εξακριβωθεί σχετικά με την διαμόρφωση της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης και με το εκπαιδευτικό έργο των εικονομάχων βασιλιάδων. Είμαστε όμως καλύτερα πληροφορημένοι ως προς τις μεγάλες σχολές και την ανώτατη εκπαίδευση διότι αυτή συνδυάζονταν και με την διοίκηση του κράτους, παρέχοντας σε αυτό τους ανώτατους λειτουργούς του.

 

 

Οι μεγάλες σχολές του κράτους και το Πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης

 

Στην Βυζαντινή αυτοκρατορία ανέκαθεν λειτουργούσαν πολλές ανώτερες σχολές, ιδίως ιερατικές, ιατρικές προ πάντων νομικές στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, στην Βηρυτό, στην Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολη. Περίφημη ήταν κατά τον Δ’ και Ε’ αιώνα η νομική σχολή της Βηρυτού, περί της οποίας υπάρχουν και πολλές πληροφορίες. Αξίζει να εξετασθεί στην συνέχεια το περίφημο πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας του κράτους.

Κατά το έτος 425 ίδρυσε ο Θεοδόσιος ο Β΄, προφανώς για παρότρυνση της υψηλόφρονης αδελφής του Πουλχερίας στην Κωνσταντινούπολη ανώτατο εκπαιδευτήριο, το οποίο σήμερα ονομάζουμε πανεπιστήμιο. Αυτό περιελάμβανε 30 καθηγητές, από αυτούς :

 

Α) 15 δίδασκαν ελληνιστί την ελληνική γραμματική και φιλολογία και

Β) οι υπόλοιποι 15 λατινικά την ρωμαϊκή φιλολογία, το δίκαιο και την φιλοσοφία

 

Παράσταση με «μαθητές» και «φιλοσόφους» (από την χρονογραφία του Ιω. Σκυλιτζη), η οποία παραπέμπει στις δραστηριότητες του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως τον 11ο αιώνα (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη). (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 4, άρθρο «Ελληνική Φιλοσοφία και Μεσαίωνας», Βασίλης Μίσυρης, σελίδα 57)

 

Από τότε οι 2 αυτές γλώσσες λογίζονταν από την κυβέρνηση ως ίσες στην πολιτεία. Καθηγητής στο Θεοδοσιανό πανεπιστήμιο δεν γίνονταν να διοριστεί κανείς αν πρώτα δεν είχε περάσει αυστηρές δοκιμασίες ενώπιον της συγκλήτου και έρευνας του ηθικού του χαρακτήρα. Αυτοί που είχαν υπηρετήσει 20ετία συγκαταλέγονταν μεταξύ των ανώτερων λειτουργών του κράτους.

Οι εικονομάχοι, οι οποίοι μερίμνησαν και περί της εκπαιδεύσεως του λαού και περί των θετικών επιστημών, ιδίως τις κλασσικές σπουδές ως και της δημόσιας διδασκαλίας τους, δεν φαίνεται να διοργάνωσαν συστηματικά την ανώτερη εκπαίδευση. Άφησαν στον αυτοκράτορα Βάρδα, τον αδελφό της Θεοδώρας, την τιμή της πλήρης ανασύστασης του από αιώνες λειτουργούντος ανώτατου εκπαιδευτήριου στο παλάτι της Μαγναύρας, το γνωστό ως απλά πανεπιστήμιο και έτσι ιδρύθηκε το περίφημο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Στις σχολές αυτού του πανδιδακτηρίου διδάσκονταν, εκτός της γραμματικής, της ρητορικής, της φιλοσοφίας και της φιλολογίας, το δίκαιο, η γεωμετρία, η αστρονομία και μάλιστα γενικότερα οι φυσικές επιστήμες. Άρχων, δηλαδή πρύτανις του πανεπιστημίου, ήταν ο Λέων και καθηγητές οι μαθητές του Θεόδωρος της γεωμετρίας, Θεοδήγιος της αστρονομίας και Κομητάς «της τας φωνάς εξελληνιζούσης γραμματικής». Απόδειξη δε της μεγάλης επίδρασης του νέου πανεπιστημίου είναι ότι ο μαθητής του άρχοντα αυτού Λέοντα υπήρξε ο Μέγας Φώτιος.

Οι ανώτερες σχολές της Κωνσταντινούπολης άνθησαν πολύ επί του φιλόμουσου αυτοκράτορα και συγγραφέα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (950). Οι φοιτητές ήσαν δωρεάν δεκτοί, ενώ όσοι εργάζονταν ήταν βέβαιο ότι θα αποκτούσαν την υψηλή εύνοια και προστασία του αυτοκράτορα και θα μπορούσαν να φτάσουν με τις γνώσεις τους τα ανώτερα αξιώματα. Από τους σπουδαστές του πανεπιστημίου ελάμβανε η πολιτεία ανώτατους λειτουργούς και στην εκκλησία και στην διοίκηση. Μεγάλη ήταν η τιμή, η οποία απονέμονταν στους καθηγητές και αυτά θεωρούνταν από τα σπουδαιότερα πρόσωπα του κράτους.

Αρκετά γνωστό είναι το πανεπιστήμιο στα μέσα του ΙΑ’ αιώνα επί Κωνσταντίνου του Μονομάχου (κατά το 1050). Αναδιοργανωτής αυτού είναι ο έξοχος λόγιος Μιχαήλ Ψελλός, ο οποίος χρημάτισε και υπουργός πολλών αυτοκρατόρων, του Μονομάχου και άλλων μαζί με αυτών. Ως υπουργός δεν πέτυχε αλλά ως λόγιος κατέλαβε την ύψιστη θέση. Στο πανεπιστήμιο είχε τον τίτλο «ύπατος των φιλοσόφων» ο οποίος ήταν κάτι ανάλογο προς το σημερινό πρύτανη. Ο Ψελλός δίδασκε φιλοσοφία, ερμηνεία αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Η διδασκαλία του έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο, στην Δύση και στην Ανατολή, ακόμη και άραβες πήγαιναν να τον ακούσουν. Άλλες έδρες στο πανεπιστήμιο αυτό ήταν η νομική, η του νομιμοφύλακα και η της φιλολογίας και ορθογραφίας τις οποίες κατέλαβε ο Ξιφιλίνος και ο Νικήτας. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι και άλλες έδρες διδασκαλίας υπήρχαν. Στο πανεπιστήμιο αυτό οφείλεται η επακολουθούμενη θαυμάσια άνθηση των γραμμάτων κατά την εποχή των Κομνηνών και έπειτα των Παλαιολόγων.

Η «νεαρά» του Μονομάχου ορίζει την αμοιβή μια έδρας από αυτές, εκείνης του νομιμοφύλακα, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική από ην αμοιβή των άλλων ως εξής: «και ρόγαν ανα παν έτος λήψεται από των ημέτερων χειρών λίτρας τέσσαρας, και βλαττίον και βαίον, σιτηρέσιον δε έξει τάδε και τάδε».Ο νομοφύλακας δηλαδή αμείβονταν με 3 τρόπους. Με μισθό, σιτηρέσιο και με ποίκιλλα δώρα, ιδίως πολύτιμων ενδυμάτων. Η συνολική αμοιβή ενός καθηγητή πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως ήταν μεγάλη, διότι ο λόγω του σιτηρεσίου απαλλαγμένος των προς την διατροφή δαπανών νομοφύλακας λάμβανε σε χρήμα μόνο ποσό ισότιμο προς υπερεικοσακίσχιλίες δραχμές. Πολύ μεγαλύτερο ήταν και το αξίωμα της διοικητικής ιεραρχίας αλλά και πολύ βαρύτερες και οι υποχρεώσεις. Το αξίωμα του νομιμοφύλακα ήταν μέγα : «Εναριθμηθήσεται μεν τοις μαγαλοδόξοις συγκλητικοίς έξει δε και κάθεσμα ευθύς μετά τον επί των κρίσεων (τον υπουργό της Δικαιοσύνης) και της ημετέρας ομιλίας και όψεως οσαύτωνς αξιωθήσεται, ως καντεύθεν ή προθυμότερος, τω της τιμής υπερέχοντι διαφερόντως εναβρυνόμενος». Έτσι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες τιμούσαν και καθιστούσαν φιλότιμους τους καθηγητές των Πανεπιστημίων. Αλλά επίσης και τα καθήκοντα ήσαν μεγάλα. Ο νομοφύλακας π.χ. είχε καθήκον : «πάσαν σπουδήν, πάσαν προθυμίαν εισενέγκαι περί τω σαφώς ότι μάλιστα και συν ακριβεία πολλή την των νόμων διάνοιαν αναπτύσσειν της νέοις, τούτο μόνον έργον ποιούμενος και περί τούτο την όλη απαναλίσκων ζωήν, νύκτωρ δε μελετών τα προς την ερμηνείαν συντείνοντα, ερμηνεύων δε μεθ’ ημέραν, και καθ’ εκάστην αόκνως τοις φοιτηταίς ομιλών».

Αυτή η άνθηση των ανωτάτων σχολών της Κωνσταντινούπολης διάρκεσε ως τα τέλη της αυτοκρατορίας. Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος πρώτος ίδρυσε πανεπιστήμιο στην υπό αυτών ιδρυθείσα πρωτεύουσα ως το οριστικό τέλος επί 1.100 έτη, η Κωνσταντινούπολη δεν έμεινε χωρίς πανεπιστήμιο, διότι και αν υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες δεν μνημονεύεται ρητώς αυτό, σημαίνει ότι είχε καταπέσει πρόσκαιρα.

 

 

Τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες

 

Κατά τους πρώτους αιώνες του μεσαίωνα, όπως και στην αρχαιότητα, έγραφαν πάνω σε πάπυρους, δηλαδή χαρτιού κατασκευασμένου από το ομώνυμο φυτό από τις όχθες του Νείλου στην Αίγυπτο. Στους μετέπειτα χρόνους, από όταν μάλιστα οι Άραβες κατέκτησαν την Αίγυπτο και δεν μπορούσαν πλέον οι Βυζαντινοί να προμηθευτούν πάπυρο, έγραφαν σε περγαμηνές, οι οποίες ήταν δέρμα ζώου, κατεργασμένο, πολύ λείο για τον σκοπό αυτό. Από τον Ι΄ αιώνα εφευρέθηκε χαρτί πολύ πυκνό, παρόμοιος με τα δικά μας που ονομάστηκε βομβύκιος. Σε αυτό το είδος χαρτιού είναι γραμμένα και τα περισσότερα βυζαντινά χειρόγραφα. Η ύλη επί της οποία γράφονταν τα βιβλία στοίχιζε πάρα πολύ, εξ άλλου έπρεπε να αντιγράφονται με το χέρι και γι αυτό λέγονται και χειρόγραφα. Μεγάλη λοιπόν ήταν η δυσκολία και ο κόπος απόκτησης βιβλίων και μέγιστες δαπάνες, πολύ πιο μεγαλύτερες από σήμερα, απαιτούνταν για να καταρτιστούν βιβλιοθήκες. Εκτός αυτού, και εκ των καταστροφών τις οποίες επέφεραν οι βάρβαροι, πολλά συγγράμματα της αρχαιότητας χάθηκαν. Ιδίως κατά τις δύο αλώσεις της Κωνσταντινουπόλεως, επί των Λατίνων (1204) και επί των Τούρκων, έγινε αξιοθρήνητη καταστροφή των πνευματικών θησαυρών. Οι Βυζαντινοί με δάκρυα στα μάτια αναφέρουν τις καταστροφές των βιβλίων και τις καταστροφές τότε των γραμμάτων. Ο Γίββων λέει «Μέγα μέρος των έργων των αρχαίων, τα οποία σώζονταν ακόμη κατά τον ΙΒ’ αιώνα έχει απολεσθεί σήμερα. Οι ιππότες οι οποίοι ήσαν προσκυνητές, δεν βιάζονταν να διατηρήσουν ή να μεταφέρουν τους τόμους των βιβλίων, τα οποία ήσαν γραμμένα σε ξένη γλώσσα…». Η φιλολογία των Ελλήνων ήταν σχεδόν συγκεντρωμένη ολόκληρη στην πρωτεύουσα τους αν και δεν γνωρίζουμε το μέγεθος της καταστροφής, πρέπει όμως να λυπούμαστε για την καταστροφή των πλούσιων βιβλιοθηκών κατά τις 3 πυρκαγιές της Κωνσταντινουπόλεως.

 Όσα δε συγγράμματα της αρχαιότητας σώθηκαν, οφείλεται στην φιλοπονία και την επιμέλεια των Βυζαντινών και σε αυτούς οφείλεται τιμή αιώνια εκ μέρους όλης της ανθρωπότητας για το ότι μας διέσωσαν αυτούς τους πνευματικούς θησαυρούς. Όχι μόνο με τους πόλεμους του Μεσαίωνα εμπόδισαν τους βάρβαρους να καταστρέψουν την αρχαία σοφία, αλλά και με μεγάλες δαπάνες και κόπους διαφύλαξαν σε μας την πολύτιμη κληρονομιά της αρχαιότητας.

Στο έργο της αντιγραφής και της διάσωσης των αρχαίων συγγραφέων πρωτοστάτησαν τα μοναστήρια. Οι αντιγραφείς των αρχαίων χειρογράφων είναι ιδίως μοναχοί. Σε μια μεγάλη αίθουσα έγραφαν καθ΄ υπαγόρευση ενός, ο οποίος διάβαζε το πρωτότυπο χειρόγραφο. Έπειτα λόγιοι άνθρωποι διόρθωναν τα αντίγραφα. Την ίδια εργασία έκανε στο παλάτι μετά τον Γ΄ αιώνα και ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, ο οποίος είχε καταρτίσει ολόκληρο συνεργείο εγγράμματων ανθρώπων για τον σκοπό αυτό. Γίνονταν δηλαδή η ίδια εργασία που έκαναν άλλοτε οι Πτολεμαίοι στην Αίγυπτο. Τα αρχαία χειρόγραφα έπρεπε να βρεθούν και να συναθροιστούν στην Κωνσταντινούπολη. Οι πλούσιοι λόγιοι, οι προστάτες των γραμμάτων άρχοντες του κράτους, έστειλαν πράκτορες σε όλα τα μέρη, όπου ήταν δυνατόν να βρεθούν χειρόγραφα.

 

Αριστερά:: Η βιβλιοθήκη της Μονής Σινά είναι η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο και περιέχει περίπου 4.500 χειρόγραφους κώδικες, εκ των οποίων οι τρεις χιλιάδες είναι Ελληνικοί (Πηγή: «Τα αρχεία της Χαμένης Γνώσης», Παναγιώτης Τουλάτος, εκδόσεις Άμμων, σελίδα 844, εικ. 84)

Δεξιά: Κώδικας της βιβλιοθήκης του Σεραγίου, ο οποίος κατά τον εκδότη Ουσπένσκην, προέρχεται από την αυτοκρατορική βιβλιοθήκη (ΙΒ΄ αιώνας).

 

 Στα μεγάλα μοναστήρια των επαρχιών κυρίως και τα απέραντα μοναστήρια της Συρίας και της Αιγύπτου είχαν καταρτισθεί σπουδαίες βιβλιοθήκες. Πολλές υπήρχαν στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας κατά τους πρώτους αιώνες στην Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια και έπειτα στην Θεσσαλονίκη. Ιδίως όμως περίφημες ήσαν οι βιβλιοθήκες της Κωνσταντινουπόλεως. Η πρώτη βιβλιοθήκη η οποία ιδρύθηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, πλουτίσθηκε από τον Ιουλιανό με μεγάλο πλήθος βιβλίων. Την βιβλιοθήκη αυτή υποστήριξαν αργότερα και άλλοι αυτοκράτορες όπως ο Ουάλης και ο Θεοδόσιος ο Β’ . Άξια προσοχής είναι η είδηση ότι ο αυτοκράτορας Ουάλης διόρισε στις βιβλιοθήκες 7 ακόμη καλλιγράφους.

Αυτή η βιβλιοθήκη καταστράφηκε από πυρκαγιά αλλά γρήγορα αποκαταστάθηκε διότι ο αυτοκράτορας Ζήνωνας συνέστησε δεύτερη η οποία είναι αυτή που φέρεται πυρπολημένη από τον αυτοκράτορα Λεόντα Ίσαυρο. Αλλά οι ιστορικοί οδηγούνται να πιστέψουν ότι αυτός εξαφάνισε μόνο μερικά βιβλία και τα υπόλοιπα τα μετάφερε στα ανάκτορα καταρτώντας την αργότερα πολύ μνημονευμένη Βασιλική Βιβλιοθήκη ή Βιβλιοθήκη του Παλατίου. Την σημασία της βασιλικής βιβλιοθήκης και τις δαπάνες που αυτή συνεπάγονταν, μπορούμε να εκτιμήσουμε από τον Κεδρηνό αναβιβάζοντας τα βιβλία αυτά σε «δώδεκα μυριάδες».

Ο Μανασσής αναφερόμενος στον πλούτο των βιβλίων αυτής της βιβλιοθήκης λέει : «Βίβλοι γαρ ήσαν εν αυτώ προτεθησαυρισμέναι εις τρισμυρίας φθάνουσα και άλλας τρισχιλίας»

 

 

 

Βέβαια ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να ληφθεί κατά λέξη, αρκεί όμως για να πείσει ότι η βιβλιοθήκη της Κωνσταντινούπολης ήταν ασφαλώς η μεγαλύτερη της εποχής και γενικότερα η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου κατά τον Μεσαίωνα. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους, οι σουλτάνοι κατάρτισαν την λεγόμενη βιβλιοθήκη του Σεραγίου και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά από τα βιβλία της προέρχονταν από την βασιλική αυτοκρατορική βιβλιοθήκη της Κωνσταντινούπολης. Ιδέα των βιβλιοθηκών που υπήρχαν τότε στα παλιά μοναστήρια μας δίνουν και σήμερα οι βιβλιοθήκες οι οποίες σώζονται στις μονές και προπαντός στα μοναστηριακά κέντρα, ιδίως στα Μετέωρα και κατ΄ εξοχήν στις μεγάλες μονές του Αγίου Όρους.

Ως δε προς τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες, τις οποίες κατείχαν οι άρχοντες και οι πλούσιοι της Κωνσταντινουπόλεως, δεν μπορούμε να έχουμε βεβαίως πολλές πληροφορίες. Γνωρίζουμε ότι ο Πατριάρχης Σέργιος, στις αρχές του Ζ΄ αιώνα είχε βιβλιοθήκη, ίσως μάλιστα ίδρυσε και δημόσια. Του Φωτίου ή βιβλιοθήκη και άλλων πλούσιων λογίων θα ήταν πλουσιώτατη και γενικά η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη παρείχαν κατά τους ζοφερούς εκείνους χρόνους των επιδρομών και των πολέμων εικόνα λάμψης τόση ζωηρής στην παιδεία, ώστε δεν δύνανται παρά να μένει κατάπληκτος ο ερευνητής. Στην εποχή κατά την οποία οι Φράγκοι βασιλιάδες δεν ήξεραν καν να βάλουν ην υπογραφή τους και κατά την οποία η κοινωνία της Δύσεως ήταν βυθισμένη σε παχυλώτατο σκότος αμάθειας και δεισιδαιμονίας, στην Κωνσταντινούπολη βασιλείς και βασίλισσες, άρχοντες και λαός, αμίλλονταν προς απόκτηση παιδείας και σοφίας των προγόνων τους. Στις σχολές ακόμη και στις στοές των αγορών, σε κάθε συγκέντρωση, ο λόγος ξεκινούσε όχι μόνο σε ζητήματα, όπως νομίζεται, πάντοτε θεολογικά αλλά και ιστορικά και φιλολογικά και φιλοσοφικά. Ο ανυπέρβλητος ζήλος των Βυζαντινών λογίων, οι οποίο κατόρθωναν να γίνονται κολοσσοί πολυμάθειας, όπως ένας Φώτιος, ένας Ψελλός, ένας Ευστάθιος, καταπλήσσει τον σημερινό άνθρωπο. Να τι λέει ο επιφανής Άγγλος ιστορικός Γίββων, ο οποίος ως γνωστόν δεν διακατέχεται από φιλικά αισθήματα προς το Βυζάντιο : «Το πνεύμα του Ομήρου, του Δημοσθένους, του Αριστοτέλους, του Πλάτωνος, φώτιζε την Κωνσταντινούπολη. Οι πολυάριθμες ερμηνείες και τα σχόλια των Βυζαντινών εις τους κλασσικούς συγγραφείς δεικνύουν με πόση επιμέλεια ανεγινώσκοντο. Οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως απεκάθηραν την κοινήν γλώσσαν και ανέκτησαν την εύκολον χρήσιν της γλώσσης των προγόνων αυτών, η οποία είναι το αριστούργημα του ανθρώπινου πνεύματος. Η γνώσις των υπέροχων διδασκάλων, οι οποίοι είχαν μαγεύσει και διδάξει το μέγιστον από τα έθνη (τους Ρωμαίους) είχε καταστή πολύ κοινή. Η Κωνσταντινούπολη περιέκλειεν εις τον περίβολον αυτής τόσην επιστήμην και τόσα βιβλία, όσα δεν υπήρχαν σε όλας μαζί τας μεγάλας χώρας της Δύσεως».

 

 

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

 

Κανείς λαός στον κόσμο δεν είχε τόσο μακραίωνη και αδιάκοπο άλυσι πνευματικών έργων, τα οποία περιλαμβάνονται στο όνομα λογοτεχνία, όπως ο Ελληνικός, μετά τον οποίο έρχεται ο κινέζικος, του οποίου όμως η φιλολογία δεν έχει την εσωτερική δύναμη που παρουσιάζει η Ελληνική. Η εσωτερικότητα αυτή, δηλαδή η αξία των ελληνικών λογοτεχνημάτων ως έκθεση εθνική, χαρακτηρίζει εξαίρετα την ελληνική λογοτεχνία όλων των αιώνων και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αξίες, οι οποίες καθιστούν την βυζαντινή λογοτεχνία ένα από τα μεγάλα δημιουργήματα της ζωής των ελλήνων του μεσαίωνα. Η Βυζαντινή λογοτεχνία όπως καθόρισε ο Κρουμβάχερ είναι «η σπουδαιότερη έκφραση και η επιφανέστατη επίδειξη του πνευματικού βίου του ελληνικού έθνους από το τέλος της αρχαιότητας έως την είσοδο των νεώτερων χρόνων». Πρώτος λοιπόν σημαντικός χαρακτήρας της Βυζαντινής λογοτεχνίας εμφανίζεται ο εθνικός χαρακτήρας. Ο άλλος χαρακτήρας ακόμη σπουδαιότερος, διότι ενδιαφέρει όλη την ανθρωπότητα, είναι ο παγκόσμιος, διότι η μέγιστη σημασία της λογοτεχνίας αυτής είναι έγκειται στην μεγάλη επίδραση την οποία εξάσκησε σε ολόκληρο τον κόσμο της Δύσης και ιδίως της Ανατολής. Υπήρξε δε και γενικότερα ανθρωπιστική λογοτεχνία, διότι στον Βυζαντινό κόσμο δεν επήλθε ο απότομος εκείνος χωρισμός, ο οποίος διέκοψε στην Δύση την αρχαιότητα από τους μέσους αιώνες. Η αρχαιότητα επέζησε στον Βυζάντιο και η επιβίωση αυτή ευεργέτησε την ανθρωπότητα, διότι η Βυζαντινή Ελλάδα, ως αληθινός θησαυροφύλακας των πνευματικών θησαυρών του αρχαίου κόσμου, μετέδωσε αυτούς στους λαούς της Δύσης και παρασκεύασε τον νεώτερο πολιτισμό.

Ο γενικός καθορισμός του χαρακτήρα της Βυζαντινής λογοτεχνίας δεν έχει γίνει ακόμη διότι το σοφό βιβλίο του Κρουμβάχερ, αν και περιέχει ένα γενικό χαρακτηρισμό, εις την «εισαγωγή» όμως είναι ένα μεγάλο ευρετήριο πληροφοριών και δεν δίνει συνολική εικόνα του όλου, η οποία θα εξέφραζε την ζωή η οποία υπάρχει στην λογοτεχνία αυτή, διότι είναι βέβαιο ότι δεν έχει κατανοηθεί ακόμη πλήρως η ουσία της Βυζαντινής λογοτεχνίας. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν την κατέχουμε σήμερα πλήρως. Ήταν πολύ πλουσιότερη από την λογοτεχνία την οποία κατέχουμε, διότι πολλά της έργα και ίσως τα σπουδαιότερα, έχουν χαθεί για πάντα, όπως κατά την μεγάλη κοινωνική θύελλα της εικονομαχίας.

 

 

Η ελληνικότητα της Βυζαντινής Λογοτεχνίας

 

Η μεσαιωνική ελληνική φιλολογία δεν έχει βεβαίως την στενή εκείνη ενότητα και την οργανωτική ανάπτυξη την οποία έχει η αρχαία Ελληνική. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στην Βυζαντινή τέχνη. Αλλά εκείνο το οποίο έχει αποκλειστικό και το οποίο είναι ακαταγώνιστη μαρτυρία της επιβίωσης του ελληνικού βίου, είναι ο εθνικός της χαρακτήρας. Αν ιστορικός της αξίας του Ρουμάνου Νικολάου Γιόργκα διατείνεται ότι «η βυζαντινή λογοτεχνία δεν είναι ελληνική λογοτεχνία», τούτο αποδίνεται στην έλλειψη πλήρους και συνολικής γνώσης της ελληνικής γλώσσας, όπως άλλωστε είναι φυσικό να συμβαίνει σε κάθε ξένο ο οποίος δεν μπορεί να έχει το έμφυτο συναίσθημα μιας ξένης γλώσσας. Διότι αυτός είναι ο λόγος τον οποίο ο Γιόργκα επιφέρει για να δικαιολογήσει την γνώμη του. Ισχυρίζεται ότι η Βυζαντινή λογοτεχνία είναι γραμμένη σε μια γλώσσα η οποία δεν είναι η λόγια ελληνική αλλά σε πολλές παραλλαγές του ελληνικού ύφους. Το ότι τα έργα της βυζαντινής φιλολογίας είναι γραμμένα σε διάφορο ύφος ή και γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει τίποτα απολύτως, είναι ζήτημα εντελώς ξένο προς την εκτίμηση της εσωτερικής αξίας μιας φιλολογίας. Είναι δε λυπηρό ότι ξένοι, όσο σοφοί και αν είναι, πέφτουν στο ουσιώδες λάθος, το οποίο τους παρασύρει πολύ μακριά και τους αποπλανά από τον ευθύ δρόμο της έρευνας, να λαμβάνουν δηλαδή υπ’ όψιν αυτών στις κρίσεις τους και το λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα και σύμφωνα με τις δικές τους ιδέες περί αυτού να εκθέτουν και γενικές κρίσεις περί των έργων της βυζαντινής φιλολογίας. Ανεξάρτητα τελείως από το ζήτημα ύφους ή γλώσσας είναι η εσωτερική αξία η οποία υπάρχει σε κάθε λογοτέχνημα και η ζωή η οποία εμφανίζεται σε αυτό, προερχόμενη από την εσωτερική πλημμύρα αισθημάτων και ιδεών. Άλλωστε παραγνωρίζεται το γεγονός ότι εις την μορφωμένη τάξη της βασιλεύουσας και των άλλων μεγάλων πόλεων μιλούσαν γλώσσα η οποία δεν απείχε πολύ από εκείνη την αρχαία ελληνική. Όχι μόνο κατά την παλιά εκείνη βυζαντινή εποχή αλλά και σε χρόνια πολύ μεταγενέστερα γνωρίζουμε από μαρτυρία ξένου περιηγητή ότι στο παλάτι της Κωνσταντινούπολης ομιλούνταν η γλώσσα του Ξενοφώντα. Παράδειγμα όσα λέει στις αρχές του ΙΒ΄ αιώνα η Άννα η Κομνηνή, η μεγαλόφρονη κόρη του Αλέξιου Α’ του Κομνηνού η οποία καυχάται ως «το ελληνίζειν εις άκρον εσπουδακυία». Μπορούμε όμως και γνήσιο λογοτεχνικό αίσθημα να ανακαλύψουμε σε πολλά έργα της βυζαντινής λογοτεχνικής παραγωγής. Υπάρχουν, πρέπει δε και πάλι να τονιστεί ότι δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη η εξωτερική μορφή, αρχαϊκή ή νεωτερίζουσα, σε πολλά λογοτεχνικά προϊόντα περιγραφές της φύσεως, είτε σκηνών του καθημερινού βίου, είτε ιστορικών γεγονότων, είτε βιογραφιών, είτε λεπτομερών ποικίλων επεισοδίων, οι οποίες είναι γραμμένες με βαθύ αίσθημα και κατά τρόπο που διεγείρει την καλλιτεχνική συγκίνηση, η οποία προέρχεται από την τέχνη του λόγου. Στους Εκκλησιαστικούς ύμνους, και αυτό το έδειξε ο Ρωμανός, υπάρχουν κείμενα τα οποία ενέχουν πραγματικό κάλλος και διεγείρουν την συγκίνηση. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι ύμνοι αυτοί έχουν αρχαϊκό περίβλημα, όπως τουναντίον υπάρχουν και τόσοι βίοι αγίων περικοπές τόσης αφέλειας και χριστιανικής απλότητας με τόση απέριττη χάρη γραμμένες ώστε και αυτές να προξενούν καλλιτεχνική αίσθηση και όμως η διατύπωσής τους έχει γίνει στο λαϊκό ύφος της εποχής εκείνης.

 

Το μεγάλο Παλάτι όπου ομιλούνταν η γλώσσα του «Ξενοφώντα»

 

Η κυριώτατη αιτία της παραγνωρίσεως και των αυστηρών κρίσεων τις οποίες υπέστη η βυζαντινή λογοτεχνία, πρέπει να αναζητηθεί στην πεπλανημένη επιστημονική ιδέα της συγκρίσεως αυτής με τα παλαιότερα αθάνατα έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Επειδή οι μεταγενέστεροι συγγραφείς προσπαθούν να μεταχειρίζονται όσο ήταν δυνατόν την γλώσσα των παλαιών δοκίμων συγγραφέων, οι φιλόλογοι νόμισαν ότι ήταν δυνατόν να κρίνουν και τους μεταγενέστερους με το ίδιο κριτήριο με το οποίο έκριναν να πρότυπά τους. Αλλά είναι προφανές ότι η τάση αυτή είναι όχι μόνο άδικη αλλά οδηγεί και σε απατηλά συμπεράσματα. Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι η κρίση εν γένει περί της βυζαντινής λογοτεχνίας υπήρξε μεροληπτική και υπό πολλές απόψεις ανακριβείς. Πρώτα από όλα η ιδέα η οποία τίθονταν ως γενικός κανόνας, ότι δηλαδή τα πρότυπα μιας τέχνης αλλοιώνονται επί το χειρότερο ανάλογα με την περισσότερο ή λιγότερο χρονολογικής απόστασης από την κλασσική αρχαιότητα, μαρτυρεί εσφαλμένη αντίληψη περί του όλου βυζαντινού πολιτισμού. Ο αληθινός ιστορικός είναι εκείνος ο οποίος θέτει ως τεκμήριο της κρίσεώς του όχι το υποκειμενικό του αίσθημα αλλά τον αντικειμενικό έλεγχο κατά πόσον τα δημιουργήματα πνευματικά ή καλλιτεχνικά μιας εποχής συμβαδίζουν με την ζωή και το πνεύμα της εποχής εκείνης και ικανοποιούν τα αισθήματα των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Τα δημιουργήματα της βυζαντινής λογοτεχνίας είτε ήσαν αρχαϊκές ιστορίες, όπως είναι τα έργα ενός Προκοπίου, είτε ήσαν εκκλησιαστικοί ύμνοι, είτε βίοι αγίων, προσαρμόζονται τελείως προς τις ανάγκες τις πνευματικές και τα ψυχικά αισθήματα των χρόνων για τα οποία γράφηκαν. Αλλά και χωρίς την άποψη αυτή, αν λάβουμε την θέση του σημερινού αναγνώστη, και πάλι δεν θα βρούμε την πλήρη ενότητα και αρμονία οι οποίες είναι απαραίτητες ώστε ένα λογοτεχνικό έργο να καταστεί παγκόσμιο αλλά θα βρούμε σε πολλές περικοπές ψυχή πνοής η οποία δίδει την καλλιτεχνική αίσθηση.

Στο μακραίωνα βίο της βυζαντινής λογοτεχνίας σαφώς διακρίνονται οι μεγάλες περίοδοι της όλης ιστορίας και της ζωής του μεσαιωνικού ελληνισμού. Έως τον ΙΗ’ αιώνα, ως δηλαδή την εποχή της εικονομαχίας, κατά αντίθεση προς την διοίκηση, επικρατεί το πνεύμα της αρχαιότητας. Θα νόμιζε κανείς, διαβάζοντας τα έργα της περιόδου αυτής, ότι συνεχίζεται αδιάσπαστος η ελληνιστική εποχή η οποία με την σειρά της συνεχίζει την αρχαία. Στην ιστορία ο Προκόπιος συνεχίζει τον Ευνάπιο και τον Ζώσιμο και έχει τον διάδοχό του στην μορφή του Θεοφύλακτου. Το ίδιο στην ποίηση ο Παύλος Σιλεντιάριος, ο οποίος εκφώνησε τον πανηγυρικό σε στοίχους μετά τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας του Ιουστινιανού, δεν διαφέρει από τον Γεώργιο Πισίδη, ο οποίος εξιστορεί σε στίχους τα κατορθώματα του Ηρακλείου. Μετά τον Η’ αιώνα αρχίζει νέα περίοδος από τον Μέγα Φώτιο η οποία αν και εμπνέεται από την αρχαιότητα έχει ίδια ζωή εκείνη την οποία μπορούμε να καλέσουμε κυρίως βυζαντινή. Τέλος, εις ην περίοδο των Παλαιολόγων κυριαρχούν 2 ιδέες φαινομενικά αντίθετες αλλά κατά βάθος ίδιες, η γνήσια ελληνική εθνικότητα και η σύγχρονη τάση για ανθρωπιστική διανόηση, η οποία αναγγέλλει τους σύγχρονους ανθρωπιστικούς χρόνους.

 

 

Ο χρυσός χριστιανικός αιώνας της λογοτεχνίας

 

Η πρώτη περίοδος της βυζαντινής λογοτεχνίας η οποία είναι αυτή της ιστορίας και του πολιτισμού (325 - 717) είναι γνήσια ελληνική περίοδος, άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνιστικής περιόδου και εκφράζει επομένως γνησιότερο το βίο του κράτους παρά η διοίκηση στην οποία επιπολάζει ο ρωμαϊκός χαρακτήρας. Εξάλλου εμφανίζεται νέο και ισχυρό στοιχείο το οποίο αποτελεί την δύναμη της λογοτεχνίας αυτής, και αυτό είναι η υψηλή πνοή την οποία εμφύσησε ο Χριστιανισμός. Ο ελληνικός χριστιανικός πολιτισμός εκδηλώνεται στην λογοτεχνία από εξωτερική άποψη εντελώς Εθνικός, δηλαδή ειδωλολατρικός, διότι προσέλαβε ο νέος αυτός πολιτισμός την αμφιλαφή παιδεία της αρχαίας Ελλάδας. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν και μεγάλοι ελληνιστές διότι είχαν σπουδάσει στις περίφημους κλασσικές σχολές των Αθηνών, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας βαθύτατα την αρχαία σοφία ως συμμαθητές Ελλήνων Εθνικών και είχαν διδασκάλους επιφανείς εθνικούς ρήτορες και φιλοσόφους. Οι ξένοι ερευνητές λυπούνται ότι η εξωτερική μορφή των ομιλιών και των κηρυγμάτων ενός Χρυσόστομου ακόμη και η εξωτερική μορφή των εκκλησιαστικών ύμνων του Ρωμανού είναι αρχαία ελληνική και κατά την γλώσσα και κατά τις ιδέες και κατά την όλη λογοτεχνική κατασκευή. Βρίσκονται όμως σε πλάνη και δια να αναγνωρίσουν αυτή δεν έχουν παρά να θυμηθούν πόσο βαθιά και απέραντη ήταν η προσήλωση με την οποία άκουγε ο χριστιανικός λαός τα κηρύγματα του Χρυσόστομου στην Αντιόχεια και στην Κωνσταντινούπολη κατά τα οποία παρατηρούνταν εκπληκτικός συνωστισμός ανθρώπων παντός φύλου και πάσης τάξης. Επίσης πόσο βαθιά ήταν η κατάνυξη με την οποία άκουε ο λαός στους ναούς τους ύμνους των μεγάλων μελωδών της Εκκλησίας.

Κατά τον Δ’ και Ε’ αιώνα έλαμψε σε όλη την ανατολή λογοτεχνική αίγλη η οποία αναβιβάζει αυτούς σε άφταστο ύψος και αποτελεί τον ονομαζόμενο χρυσό αιώνα της χριστιανικής ελληνικής λογοτεχνίας. Τότε άκμασαν, εκτός και άλλων πολλών, οι 3 μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας και διδάσκαλοι και ιεράρχες, ο Αθανάσιος ο Μέγας, ο Βασίλειος της Καισαρείας και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μαζί με αυτούς και οι 2 Γρηγόριοι. Όλοι αυτοί, όπως λέει ο Παπαρρηγόπουλος, «υπερέβαλλαν κατά την ευγλωττία και την επιστήμη άπαντας τους τότε ζώντας εθνικούς σοφιστές και αυτούς τους μέχρι Πλουτάρχου προκατόχους τους, αποτελέσαντες εποχήν λόγου νέα, μεγάλη και ένδοξο για το ανθρώπινο γένος. Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος είναι οι πρώτοι λαμπροί τύποι της ευλαβούς και πολυμαθούς ευγλωττίας,ήτις αφιέρωσε, ευατήν εις την τακτική διδασκαλία του λαού». Ο Μέγας Αθανάσιος άκμασε κατά το α’ ήμισυ του Δ’ αιώνα και πέθανε το 373 και είναι ο ακαταδάμαστος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας. Την εντύπωση που προξένησε στους σύγχρονούς του μπορούμε να την κρίνουμε από τους πανηγυρικούς λόγους που συνέταξαν προς τιμή του ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός ο οποίος αρχίζει τον λόγο του ως εξής : «Αθανάσιον επαινών αρετήν επαινέσομαι». Η εκκλησία τίμησε τον Αθανάσιο μάλλον ως ιδρυτή κράτους, διότι αυτός κατασκεύασε την ακράδαντο κρηπίδα της πίστης των Ορθοδόξων. Στις πολυάριθμες συγγραφές του η ηθική διδασκαλία επέχει λίγη θέση διότι ο ακατάβλητος αυτός άνδρας αγαπούσε να αναμιγνύει τις διδασκαλίες του με ακανθώδεις θεολογικές συζητήσεις.

 Κατά την ίδια εποχή άκμασαν ο σοφός Ευσέβιος ο Καισαρείας, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας (270 - 338), ο Συνέσιος Κυρήνης (στα τέλη του Δ΄ αιώνα), ο οποίος με παράδοξο τρόπο συνενώνει Εθνικά και Χριστιανικά συναισθήματα τα οποία μπορούμε να εννοήσουμε από τις σωζόμενες επιστολές του και ιδίως προς την Υπατία, την οποία ονομάζει «μητέρα, αδελφή, διδάσκαλο». Σώθηκαν δε και 10 θρησκευτικοί του ύμνοι στους οποίους διαβλέπετε την βαθμιαία του προσέγγιση στην Χριστιανική πίστη. Ο αναγιγνώσκνων τους ύμνους αυτούς, γραμμένους με στίχους οι οποίοι θυμίζουν σε κομψότητα και την αρμονία του Ανακρέοντα, αισθάνεται ότι ο γράφων είναι μαθητής του Πλάτωνα και μιμητής των αρχαίων ποιητών της Ελλάδας, το δε θρησκευτικό τους χώμα δίνει μια πρωτοτυπία προσωπικής δημιουργίας. Ο Μέγας Βασίλειος είναι προπαντός ο κήρυκας της ελεημοσύνης και επιτυγχάνει θαυμάσια στις ομιλίες του να συγκινεί τις χορδές τις ευαισθησίας των ανθρώπων προς την δυστυχία του πλησίον. Πηγές της ευγλωττίας του είναι η Παλαιά Διαθήκη, της οποίας η υψηλή ποίηση ενθουσιάζει την ψυχή του και συμπληρώνει δε την δύναμη του λόγου του το τρυφερό αίσθημα το οποίο αντλεί από την Καινή Διαθήκη. Υπέρ πάντα δε επικρατεί της παλιάς σοφίας των Ελλήνων, την οποία εξαίρει στην έξοχη «Παραίνεση προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Τέτοια είναι η αφοσίωση του λαού προς αυτόν τον άνδρα ώστε κατά τον θάνατό του την 1η Ιανουαρίου του 379 οι κάτοικοι της επαρχίας, όχι μόνοι οι Χριστιανοί αλλά και οι Εθνικοί και οι Ιουδαίοι προσέτρεξαν τόσο αθρόα ώστε πολλοί πέθαναν από τον συνωστισμό. Ο δε Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός, ο οποίος ανήλθε στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως (379 - 381) δεν εξισούται κατά το μέγεθος του νου προς τον Βασίλειο τον Μέγα αλλά είχε λαμπρότερη ποιητική φαντασία. Εκτός από τους λόγους του συνέγραψε πολλά έπη με την μορφή των επών της ελληνικής ποιήσεως, τα οποία οι νεώτεροι κριτικοί ονόμασαν θρησκευτικές μελέτες. Στα έπη αυτά επανθεί γοητευτική χάρη αναμιγμένη με την ταραχή της καρδιάς η οποία βασανίζεται από το αίνιγμα της υπάρξεώς μας και ζητεί καταφύγιο στην πίστη. Το ποίημα «Χριστός Πάσχων», το οποίο από μερικούς θεωρείται ως υποβολιμαίο, είναι μια ξηρή απομίμηση του Ευριπίδη. Αλλά και εδώ ο αναγνώστης συναντά λίαν παθητικές αποστροφές.

 

 

Μάχη Ελλήνων και Τρώων, από Βυζαντινό χειρόγραφο των αρχών του 6ου αιώνα μ.Χ. Οι αντίπαλοι στρατοί είναι εξοπλισμένοι όπως οι Βυζαντινοί στρατιώτες της εποχής. Διακρίνονται βαριά οπλισμένοι πεζοί - σκουτάτοι φέροντες «κοντάρια» και σπάθες. Οι θώρακες είναι από σκληροποιημένο δέρμα και ομοιάζουν με τους ελληνικούς μυώδεις θώρακες της ελληνιστικής περιόδου (Πηγή: Περιοδικό Πολεμικές Μονογραφίες, τεύχος 8, «Βυζαντινός Στρατός 490 - 630 μ.Χ.», Παντελής Καρύκας, σελίδα 79).

 

Αλλά ο Υψηλότερος, ο γονιμότερος, ο ελκυστικότερος διδάσκαλος της Εκκλησίας κατά τον Δ’ αιώνα είναι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ή Χρυσορρήμων ο οποίος λάμπρυνε τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως (26 Φεβρουαρίου 398 - Ιουνίου 404). Με τους ηρωικούς του πράγματι αγώνες ο Χρυσόστομος ζητούσε προ πάντων να εξεγείρει τα αισθήματα της επιείκειας, της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης, της χρηστότητας, της προς αλλήλους αγάπης και γενικά προς τις αρετές εκείνες οι οποίες επικρατούσαν στην κοινωνία συνεπιφέροντας και ανάλογες πολιτικές αρετές. Το κήρυγμα του Χρυσόστομου ήταν δε σοφό και δημοφιλέστατο διότι γνώριζε μα προσελκύει τις ψυχές των ακροατών με εικόνες του καθημερινού βίου, ζωηρών και οικοιώτατων προς αυτούς. Οι ομιλίες του Χρυσοστόμου είναι συντομότερες και λιγότερο έντεχνες συντεταγμένες από τους μεγάλους ιεροκήρυκες του ΙΖ’ αιώνα, του Βουρδαλού, του Μασιγιώνου και του Βοσσουέτου. Ο Χρυσόστομος με την βαθιά ανάλυση των ανθρώπινων αδυναμιών, την λαμπρότητα της φράσης του, την αφέλεια και την χάρη είναι αμίμητο παράδειγμα ύψους ρητορικού και συγχρόνως ακένωτος πηγή πληροφοριών περί του κοινωνικού βίου της εποχής εκείνης.

 

 

Οι Βίοι Αγίων

 

Η κατά των μεγάλων αιρέσεων του Ε’ αιώνα πολεμική έδωσε νέα τροφή στην εκκλησιαστική λογοτεχνική παραγωγή η οποία φυσικά δεν μπορούσε να διατηρήσει για μακρύ χρονικό διάστημα την ισχυρή λάμψη του Δ’ αιώνα. Περίεργη είναι και η έλλειψη της εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας την οποία συνεχίζει και αρκετά καλά μόνο ο Ευάγριος τον Ζ’ αιώνα και μετά χάσμα ανεξήγητο 8 ολόκληρων αιώνων, επαναλαμβάνει άτονα πλέον ο Κάλλιστος Ξανθόπουλος τον ΙΕ’ αιώνα. Από τον Δ΄ όμως αιώνα εμφανίζεται με μεγάλη μετριοφροσύνη ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το οποίο εξιστορεί με απλοϊκή αφέλεια και με ελκυστικές λεπτομέρειες τον βίο, την «πολιτεία» ως λέγεται συνήθως, μεγάλων ηρώων του χριστιανικού κόσμου, των αγίων. Οι απέριττες αυτές και χωρίς αξιώσεις ιστορίες ευσεβών αγίων και ασκητών, όπως είναι ο βίος του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος (που γράφτηκε στα μέσα του Ζ’ αιώνα), ο κατά την ίδια εποχή χριστιανομυθιστορικός βίος του «Βαρλαάμ και Ιωάσαφ», ο οποίος άφησε ζωηρά ίχνη σε Ανατολή και Δύση κ.λ.π., εξάσκησαν τεράστια επίδραση σε ολόκληρο τον χριστιανικό και αλλόθρησκο τότε κόσμο. Σε αυτό το είδος των βιβλίων ανήκει και ο «Λειμών», όπως τον ονομάζει ο συγγραφέας, του εξημμένου για τον ασκητικό βίο Ιωάννου Μόσχου (τέλος του Στ’ αιώνα). Περιλαμβάνει συλλογή ανέκδοτων απομνημονευμάτων και παράδοξων θαυμάτων τα οποία αναφέρονται στην ζωή των μοναχών και των ερημιτών της Ανατολής. Ο Μόσχος σημείωσε παν ότι άκουγε κατά τις συχνές του επισκέψεις στα μοναστήρια της Ασίας, της Αιγύπτου και των άλλων ελληνικών χωρών και έτσι συνέταξε μια συλλογή μικρών συγγραφών οι οποίες ένεκα της ποικιλίας τους καθιστούν το βιβλίο του αληθινό λειμώνα «δια την εν αυτώ τέρψιν τε και ευωδίαν και ωφέλειαν τοις εντυγχάνουσιν» ή κατά την άλλη αυτού επιγραφή «Παράδεισον» όπου «παρέχεται παντοειδής βλάστη τοις θεωμένοις». Οι μικρές ιστορίες του Μόσχου με την απέριττο γλώσσα τους είναι αληθή χρυσωρυχείο, όπως αποφαίνεται ο Έσσελιγκ, το οποίο ακόμη δεν εκμεταλλεύτηκαν ούτε οι φιλόλογοι για την γλώσσα, ούτε οι ιστορικοί για την ζωή. Όλη η φιλοσοφία των μοναχών, οι οποίοι είναι τα δρώντα πρόσωπα, συνιστάται στο να σκέπτονται αδιάκοπα τον θάνατο και να υποβάλλονται σε διάφορα είδη ασκήσεων, δηλαδή ταλαιπωρίες του σώματος, για να σωθούν κατά αυτόν τον τρόπο από τα βάσανα της κολάσεως. Πολλοί από αυτούς πρόθυμα υποβάλλονται στον καύσωνα και αφήνουν το σώμα τους να φθειριά για να αποφύγουν το πυρ το άσβεστο και τον σκώληκα τον ακοίμητο, διότι όσο περισσότερο υποφέρει το σώμα τόσο μάλλον χαίρει και υγιαίνει η ψυχή. Για να εννοήσουμε την κολοσσιαία επιτυχία των πολυπληθών αυτών ιστοριών, πρέπει να θυμηθούμε ότι αποτελούν αυτές για το βυζαντινό, όπως και για όλο τον χριστιανικό κόσμο του μεσαίωνα προσφιλές ανάγνωσμα, όπως συμβαίνει σήμερα με τα μυθιστορήματα ή διηγήματα. Αφού διαδόθηκαν σε όλο τον κόσμο έφεραν πολύ μακριά, με το θέλγητρο μάλιστα το οποίο εξασκούσε η ανάγνωσής τους, την επίδραση του Βυζαντίου.

 

Περίλαμπρη απόδειξη του Βυζαντινού πολιτισμού

 

Η ιστοριογραφία. Οι δημώδεις χρονογραφίες

 

Άλλα δημώδη βιβλία τα οποία και αυτά άφησαν μεγάλη ηχώ στην παγκόσμια λογοτεχνία, είναι οι δημώδεις ιστορίες οι οποίες λέγονται και Χρονογραφίες. Οι ιστορικοί εκθέτουν συνήθως τα γεγονότα της εποχής αυτών λίγο αφιστάμενα από την εποχή τους ακολουθώντας την κλασσική παράδοση του Ηροδότου, του Θουκιδίδη και του Ξενοφώντα. Οι χρονογράφοι, οι οποίοι συντάσσουν χρονογραφίες, είτε χρονικά, διηγούνται την παγκόσμια ιστορία «από κτίσεως κόσμου» δηλαδή από τον καιρό της δημιουργίας ως ην εποχή τους. Είναι άνθρωποι του λαού οι οποίοι έχουν περιορισμένες ιδέες, προσπαθούν να είναι ακριβείς και σύντομοι, είναι ξηροί ενίοτε και ανιαροί αλλά από την ψυχρότητα της αφηγήσεως παρέχουν πολλές φορές εξαιρετικό ενδιαφέρον σε πολυτιμότατες ειδήσεις. Γενικά το γονιμότερο λογοτεχνικό είδος της βυζαντινής παραγωγής είναι η ιστοριογραφία στην οποία άλλωστε ακολούθησε η Ελλάδα παλαιά εθνική παράδοση. Κανείς λαός στον κόσμο δεν έχει τόσο συνεχή και σπουδαία σειρά αφηγήσεως της ελληνικής και μεσαιωνικής ιστορίας όσο ο ελληνικός. Και σε αυτό η βυζαντινή ιστοριογραφία αν και υπολείπεται ως λογοτεχνικό δημιούργημα, έχει κολοσσιαία παγκόσμια σημασία, διότι οι λαοί της Ανατολής και της Δύσης από τους Βυζαντινούς ιστοριογράφους έμαθαν τα κατά της γέννησης και της ανάπτυξης αυτών. Γι αυτό εξ΄ όλης της βυζαντινής γραμματείας η ιστοριογραφία είναι ο κλάδος ο οπωσδήποτε γνωστότερος και πέρα του στενού κύκλου των ειδικών βυζαντινολόγων. Συνήθως οι φιλόλογοι παραγνωρίζοντας τον εντελώς πρωτότυπο τύπο των Βυζαντινών ιστοριογράφων νομίζουν ότι αυτοί είναι απλοί αφηγητές γεγονότων τα οποία άνευ αυτών θα παρέμεναν άγνωστα. Άλλη πλάνη προέρχεται από την έμμονη ιδέα των φιλόλογων να έχουν πάντοτε ως κριτήριο την αρχαιότητα. Επειδή οι Βυζαντινοί μιμούνται μέχρι υπερβολής τους αρχαίους, εκλαμβάνουν αυτούς ως άριστο υλικό καταλληλότατο ώστε με την μέθοδο της αντιπαραβολή να χρησιμεύσει για την διόρθωση των παλαιών κειμένων. Είναι ανάγκη να επαναληφθεί ότι πρέπει να κρίνονται και οι Βυζαντινοί ιστορικοί, ανεξάρτητα κάθε σύγκρισης αυτοί καθ΄ εαυτούς και τότε θα πειστεί κάποιος ότι κανένα άλλο από τα γραμματειακά είδη δεν μπορεί καλύτερα να διαφωτίσει την ανάπτυξη και την γνώση του Βυζαντινού πολιτισμού όσο η βυζαντινή ιστοριογραφία, όσο οι Βυζαντινοί χρονογράφοι και ιστορικοί.

Ο κυριότερος ή μάλλον ο μόνος χρονογράφος της περιόδου αυτής είναι ο Ιωάννης Μαλάλας ο οποίος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ο χαρακτηριστικός τύπος της λαϊκής βυζαντινής λογοτεχνίας. Άκμασε κατά τον Στ΄ αιώνα και κατάγονταν από την Αντιόχεια. Η «χρονογραφία» του Μαλάλα δεν έχει ουδεμία επιστημονική σοβαρότητα, είναι ένα βιβλίο λαϊκό το οποίο γράφτηκε από ένα φιλότιμο άνθρωπο του λαού που προσπάθησε να διαβάσει όσα βιβλία μπόρεσε αρχαϊκού ύφους και να σημειώσει ειδήσεις των παλιών χρόνων. Κατά τον Ι’ αιώνα έγινε μια σλαβική και μια γεωργιανή μετάφραση της «χρονογραφίας» του, επίσης μεταγενέστεροι Βυζαντινοί χρονογράφοι επωφελήθηκαν από την πλούσια πηγή την οποία παρέχει. Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν οι πηγές από τις οποίες αντλεί ο Μαλάλας διότι αναμειγνύει τις ειδήσεις κατά τρόπο απελπιστικό. Παρέχει όμως μεγάλη υπηρεσία για την γνώση των ιστορικών λεπτομερειών σπουδαιότατων, τις οποίες πουθενά αλλού δεν μπορούμε να βρούμε. Είναι πολύ σπουδαίο και ποικίλο υλικό προς γνώση της λαϊκής ζωής των Βυζαντινών αλλά και γενικότερα του όλου βυζαντινού πολιτισμού. Αν δε ληφθεί υπ’ όψιν η μεγάλη επίδρασή του στους σλαβικούς και άλλους λαούς και προσέτι και στους μετέπειτα Βυζαντινούς χρονογράφους, μπορεί κανείς να δει ότι ο Μαλάλας είναι εντελώς εξαιρετική πηγή για την ιστορία, την ζωή και τον πολιτισμό.

 

 

Οι Βυζαντινοί ιστορικοί. Ο Προκόπιος

 

Κατά τους πρώτους αιώνες μετά την κτήση της Κωνσταντινούπολης η θύραθεν ιστορία δεν έχει μεγάλη σημασία και ότι σήμερα γνωρίζουμε δεν έχει χαρακτήρα ειδικά Βυζαντινό. Ο Ευνάπιος και ο Ζώσιμος είναι Εθνικοί ανήκοντας από την άποψη των αισθημάτων τους στην αυτοκρατορική Ρώμη. Η ιστορία των Βυζαντινών χρόνων αρχίζει από τον ΣΤ΄ αιώνα και έχει σπουδαιότατους αντιπροσώπους έως τον Η’ αιώνα τον Προκόπιο, τον Αγαθίαν, τον Πρίσκο, τον Μένανδρο, τον Ευάγριο και τον Θεοφύλακτο. Ο πρώτος και ο επιφανέστερος γνήσιος Βυζαντινός είναι ο Προκόπιος ο οποίος ως θέμα των ιστοριών του έχει την μεγάλη βασιλεία του Ιουστινιανού. Ο Προκόπιος ήταν επαρχιώτης, όπως και πολλοί άλλοι των Βυζαντινών συγγραφέων, αλλά ζήτησε και βρήκε στην Κωνσταντινούπολη την ευκαιρία να διακριθεί. Και είναι μεν αυτός μιμητής των αρχαίων αλλά συγχρόνως είναι και παράδειγμα στους ιστορικούς της μετά από αυτόν γενιές. Ως γραμματέας του μεγάλου στρατηγού του Ιουστινιανού Βελισάριου, ήταν εν πλήρη γνώση των μεγάλων πολιτικών και πολεμικών γεγονότων τα οποία συνέβησαν κατά την εποχή εκείνη. Συνέγραψε τους πολέμους κατά των Περσών, των Βανδήλων και των Γότθων χρησιμοποιώντας γι αυτό τις αναμνήσεις του και τις προσωπικές του σημειώσεις. Επίσης έγραψε βιβλίο πολύτιμο περί των μεγάλων οικοδομικών έργων του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας και προσέτι πολύ περίεργη αφήγηση του ιδιωτικού βίου της αυτοκράτειρας. Αν αφήσουμε κατά μέρος τα «Ανέκδοτα» αυτά των οποίων η δημοσίευση είναι λίγο μυστηριώδης, ο τρόπος της όλης συγγραφικής δράσης του Προκόπιου δεικνύει ότι ήταν επιτηδειότατος στο να κατανοεί τις πολιτικές περιστάσεις και να μελετά αυτές ευσυνείδητα και με ασφαλή κρίση. Στο ιστορικό έργο του Προκόπιο συναντά κανείς σοβαρότητα και αξιοπρέπεια εφάμιλλη με τους μεγάλους ιστορικούς της αρχαιότητας. Είναι ο μεγαλύτερος Βυζαντινός ιστορικός και έχει για την παλιά εποχή της Βυζαντινής ιστορίας όση σημασία έχει ο Πολύβιος για την διαμόρφωση της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας. Είναι το άκρον αντίθετο του Μαλάλα ο οποίος θηρεύει ειδήσεις και αποτείνεται στον πολύ κόσμο. Ο Προκόπιος είναι άνθρωπος της αυλής, έχει ανώτερη μόρφωση, γνώσεις ποικίλες και στέρεες, οξύτητα και ακρίβεια στις δικές του παρατηρήσεις και καταβάλει δε σοβαρή προσπάθεια να βρει να πει με ακρίβεια την αλήθεια. Το μεγάλο όμως δίδαγμα το οποίο μπορεί να αντλήσει ο ερευνητής είναι ότι, ο ένας ο άνθρωπος της αυλής, και ο άλλος, ο άνθρωπος του λαού, γίνονται φανεροί με τον τρόπο της διηγήσεώς του, ότι ανήκουν σε ένα και το αυτό έθνος.

 

Η εκκλησιαστική ποίηση.

 

Την αληθινή όμως έκφραση του αισθήματος της ζωής έχει η εκκλησιαστική ποίηση και οι θρησκευτικοί ύμνοι της εκκλησίας, οι οποίοι εκφράζουν πιστά και ειλικρινά τα αισθήματα της σύγχρονης ζωής. Από τις νίκες ενάντια στους εχθρούς της πίστης κραταιώνεται το θρησκευτικό αίσθημα. Τα δημιουργήματα της υμνογραφίας υπερβαίνουν κατά πολύ την κοσμική ποίηση.

Από τους υμνογράφους είναι γνωστά πολύ λίγα ονόματα. Αυτό συμβαίνει για την έλλειψη της προσωπικότητας των ποιητών εκείνων οι οποίοι δεν απέβλεπαν στην πρόσκαιρη δόξα, αλλά στην ουράνια μακαριότητα, το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για τους βυζαντινούς ζωγράφους από τους οποίους γνωρίζουμε πολύ λίγα ονόματα. Πολλές φορές τα πρώτα γράμματα των στροφών των ύμνων σχηματίζουν ακροστιχίδες που δηλώνει το όνομά τους μαζί με ένα επίθετο, όπως λόγου χάρη ταπεινός ή δούλος του Θεού. Έτσι βλέπουμε μια ασυνείδητη επάνοδο όχι στους εξωτερικούς τύπους αλλά στην ουσία της αρχαίας μελικής ποίησης. Όμοια με τους αρχαίους αοιδούς είναι οι μελωδοί της εποχής με την οποία ασχολούμαστε. Δεν λέγονται πλέον ποιητές, δηλαδή συνθέτες μόνο του ποιήματος αλλά και μελωδοί, διότι φροντίζουν και για την μουσική εκτέλεση του έργου τους. Μετά από μια ή δύο εισαγωγικές στροφές ακολουθεί η κύρια στροφή κατόπιν της οποίας έπονται περισσότερες από είκοσι ή τριάντα άλλες ομοιόμορφες. Σε πολλούς ύμνους η μελωδία της πρώτης στροφής χρησιμεύει, σαν να λέμε, για παράδειγμα για όλες τις άλλες και λέγεται ειρμός.

Αυτό συμβαίνει και στον μέγιστο των Βυζαντινών ποιητών, τον πρώτο μελωδό, τον Ρωμανό. Η Ελληνική Εκκλησία τον κατέταξε στους Αγίους, σε αυτό δε οφείλουμε και τις λίγες βιογραφικές ειδήσεις τις οποίες έχουμε για αυτόν. Δεν είναι γνωστό ακριβώς ούτε ποια εποχή έζησε. Ο γενικός χαρακτήρας της ποιήσεώς του και μερικοί υπαινιγμοί που περιέχονται στα έργα του οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ήταν σύγχρονος του Ιουστινιανού. Άλλοι τον δέχονται κατά δύο αιώνες νεώτερο. Πιθανότερη είναι η πρώτη γνώμη.

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες λίγοι ήξεραν στην Δύση ακόμη και το όνομα του Ρωμανού διότι ελάχιστα από τα έργα του είχαν δημοσιευτεί και μάλιστα σε βιβλία όχι πολύ προσιτά. Αλλά οι λίγοι λόγιοι, όσοι είχαν τύχη να διαβάσουν τον ποιητή, τον θαύμαζαν ομόφωνα και τον ανακήρυσσαν τον πρώτο θρησκευτικό ποιητή όλων των αιώνων και τον ονόμασαν δε Πίνδαρο της εκκλησιαστικής ποιήσεως. «Ο Ρωμανός ο επιλεγόμενος ο μελωδός, είναι ο μέγιστος ποιητής των βυζαντινών χρόνων, ο οποίος έδωσε στον Βυζαντινό ύμνο τον πανηγυρικότερο και τον υψηλότερο χαρακτήρα» (Κρουμβάχερ). Ήλθε από την Συρία στην Κωνσταντινούπολη κατά τον Στ΄ αιώνα και κατά την διάρκεια μιας παννυχίδας κατά την οποία διήλθε την νύκτα «εν ευλάβεια λιτανεύων», με την μνηστηριακή έμπνευση η οποία θα γέμιζε την ψυχή του από την κατανυκτική ψαλμωδία, από την επιβλητική λάμψη των κεριών, των ψηφιδωτών, έλαβε λέει το συναξάριό του «το χάρισμα των κοντάκιων». Μια νύχτα του εμφανίστηκε στον ύπνο η Θεοτόκος, του έδωσε τόμο και του είπε «Λάβε τον χάρτην και κατέφαγε αυτόν». Ήταν δε η γιορτή των Χριστουγέννων, ξύπνησε αμέσως, πήγε στην εκκλησία και άρχισε να ψάλλει το «Η παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». Όπως λέει ο βιογράφος του, αφού έκαμε «κοντάκια, ως περί τα χίλια» και άλλων εορτών αποδήμησε εις Κύριο. Ο Ρωμανός εξύμνησε με μακρύς ύμνους όχι μόνο τις εκκλησιαστικές εορτές αλλά και πλήθος αγίων. Τα ποιήματά του έχουν μερικές αδυναμίες, μερικά κουράζουν με την ξηρή περιγραφή των βίου του αγίου, του οποίου εορτάζεται η μνήμη ή ψυχραίνουν με τον διδακτικό τόνο. Αλλά γενικά ο Ρωμανός ύψωσε την εκκλησιαστική βυζαντινή ποίηση σε ύψος στο οποίο δεν έφτασε ούτε στην Ανατολή ούτε και στην Δύση. «Έχει πτήσιν ελευθέραν και υψηλήν, ευγενή πύρινον ενθουσιασμόν και εκτέλεση ισάξιαν…». Μεγαλοφυής είναι η επιδεξιότητα με την οποία ο ποιητής γνωρίζει να ζωντανεύει δραματικά το έργο του. Μερικοί ύμνοι αποτελούνται από αληθινούς διάλογους. Η κορωνίδα των χαρισμάτων τα οποία στολίζουν τα ποιήματά του είναι η μοναδική τελειότητα του στίχου. Ο Ρωμανός έκανε τους στίχους του «θαυμαστά ρυθμικά καλλιτεχνήματα». Σημειωτέον δε ότι είναι σε όλα, όσο μορφωμένος και αν είναι, καταληπτή η εντύπωση την οποία θα προξενούσαν οι ύμνοι του Ρωμανού, των οποίων η μορφή και η ψαλμωδία ήταν τόσο πολύ λεπτή και περίπλοκη ώστε διαφεύγει ακόμη και στους σημερνούς νεώτερους. Ιδού με πόση δύναμη ψάλλει την Δευτέρα παρουσία:

 

«Όταν έλθης ο Θεός

επί γης μετά δόξης

και τρέμωσι τα σύμπαντα,

ποταμός δε του πυρός

προ του βήματος έλκη,

και βίβλοι διανοίγωνται

και τα κρυπτά δημοσιεύονται

τότε ρύσαι με

εκ του πυρός του ασβέστου

και αξίωσον

εκ δεξιών σου με στήναι,

Κριτά δικαιότατε»

 

Η κρίση μας σήμερα περί του Ρωμανού είναι κατ’ ανάγκη ατελής διότι μόνο οικτρά λείψανα του έργου του διεσώθησαν. Διότι οι ύμνοι του Ρωμανού έπεσαν λίγο με το λίγο σε αχρηστία στην Εκκλησία και ωραιότατοι ύμνοι του παραμερίστηκαν. Εμφανίστηκαν και επικράτησαν στην λειτουργική πράξη οι λεγόμενοι Κανόνες, μελωδικά δημιουργήματα αυστηρότατα ως προς την γλωσσική μορφή και περισσότερο περίπλοκα. Διαρκή τιμή είχε ο περίφημος ύμνος των Χριστουγέννων ο οποίος ως τον ΙΒ’ αιώνα, όπως ρητά μνημονεύεται, ψάλλονταν στο επίσημο τραπέζι του παλατιού από διπλό χορό Αγιοσοφιτών και Αγιοαποστολικών ψαλτών:

 

«Η παρθένος σήμερον

τον υποερούσιον τίκτει

και η γη το σπήλαιον

τω απροσίτω προσάγει»

 

στους λίγους παλαιούς βυζαντινούς ύμνους οι οποίοι διασώθηκαν ανήκει και το πανηγυρικό άσμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Ακάθιστος του Πατριάρχη Σεργίου, ο οποίος συντέθηκε όπως φαίνεται το 626 προς εξύμνηση της σωτηρίας της πόλεως από τους Πέρσες και τους Αβάρους, προσέλαβε όμως στην Ελληνική ψυχή, την οποία ως σήμερα σε κάθε γωνιά της γης ενθουσιάζει και κατανύσσει γενικότερη σημασία:

 

«Τη υπερμάχω στρατηγώ

τα νικητήρια

ως λυτρωθείσα των δεινών

ευχαριστήρια

αναγράφω σοι

η πόλις σου, Θεοτόκε»

 

 

Κοσμική Ποίηση

 

Ακόμη περισσότερο επηρεασμένη από την αρχαία είναι η κοσμική ποίηση των παλαιότερων μάλιστα αυτών βυζαντινών χρόνων. Με μεγάλη επιμέλεια, με πραγματική αγάπη καλλιεργήθηκαν κατά την περίοδο αυτή δύο ποιητικά είδη, το έπος και το επίγραμμα. Ο σπουδαιότερος αντιπρόσωπος της επικής ποιήσεως είναι ο Νόννος, ο επιλεγόμενος Πανοπολίτης (της Αιγύπτου, άκμασε κατά το 400), ο οποίος ενσαρκώνει, όπως και ο Συνέσιος, την μετάβαση από την ειδωλολατρία στον Χριστιανισμό. Ως Εθνικός έγραψε ένα μεγάλο φανταστικό έπος που είχε θέμα την εκστρατεία του θεού Διονύσου στην Αίγυπτο, ως Χριστιανός έκαμε μια έμμετρο επεξεργασία του Ευαγγελίου του Αγίου Ιωάννη. Το δε είδος, στο οποίο διέπρεψε και πέταξε στα ύψη ο Ελληνισμός και κατά την περίοδο αυτή των παλαιών Βυζαντινών χρόνων είναι το επίγραμμα. Συνεχίζεται αδιάκοπα το αρχαίο, το αλεξανδρινό επίγραμμα, με την ίδια συνεκτική δύναμη και γλαφυρότητα και κάλλος, ώστε πάντα να μοιάζει ωραίο και μικρό και κομψό εγκόλπιο. Εκτός από αυτά τα μικρά ποιήματα, έχουμε και μακρύτερα, ελεγειακά, περιγραφικά και ιστορικά ακόμη ποιήματα. Διακρίθηκε πάνω από όλους στο είδος αυτό ο Γεώργιος Πισίδης, ο οποίος κατά την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου ήταν διάκονος στην Αγία Σοφία. Τα έργα του Πισίδη είναι γραμμένα σε αρχαϊκούς στίχους κατά το υπόδειγμα της σχολής του Νόννου. Το ιστορικό του έργο είναι η αφήγηση των εκστρατειών του Ηρακλείου ενώ άλλο μεγάλο φιλοσοφικοθεολογικό διδακτικό ποιήμα είναι το εξαήμερο. Τόσο μεγάλη ήταν η φήμη του Πισίδη ώστε ήταν διαδεδομένη γι αυτόν η εξαιρετική τιμητική φράση: «τι κρείττον; Ευριπίδης ή Πισίδης

 

 Χειρόγραφο Χριστιανικής Τοπογραφίας Κοσμά Ινδικοπλεύστη. Στο κείμενο και στην εικονογράφηση του χειρογράφου αντικατροπτίζονται οι αντιλήψεις των Βυζαντινών για την Οικουμένη στην γεωγραφική και μεταφυσική της διάσταση. Στο φ. 181ν παριστάνεται η κίνηση των άστρων. Αρχές 11ου αιώνα. Περγαμηνή. 25,2 χ 18,3 εκ., 211 φύλλα. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης, κώδικας 1.186 (Πηγή: Περιοδικό «Corpus, αρχαιολογία και ιστορία των πολιτισμών», τεύχος 34, άρθρο «Ώρες Βυζαντίου, Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Μυστράς, Αύγουστος 2001 - Ιανουάριος 2002», Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος,, σελίδα 21)

 

Μέση Περίοδος (717 - 1204)

 

Μεταξύ πρώτης και δεύτερης περιόδου της βυζαντινής λογοτεχνίας παρεμπίπτει διάστημα 2 περίπου αιώνων, περίοδος πτωχή σε πνευματικά προϊόντα.

Εντούτοις εμφανίζεται κατά τις αρχές τις εικονομαχίας άνδρας ο οποίος εξάσκησε στους επόμενους μεγάλη επίδραση, αυτός είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός που τιμήθηκε με την προσωνυμία «Χρυσορρόος». Ήταν ιερέας κατά το πρώτο ήμισυ του Η’ αιώνα στην μονή του Αγίου Σάββα, κοντά στα Ιεροσόλυμα και διατήρησε τις παραδόσεις του Γρηγόριου του Νανζιανζηνού και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Ο Δαμασκηνός εγκωμιάζεται από τους παλαιούς ότι μεν στην αριθμητική ήταν ένας άλλος Πυθαγόρας, στην γεωμετρία ένας άλλος Ευκλείδης, ότι ήταν δεινός στην λογική, την ρητορική, ότι γνώριζε όλα τα μυστήρια της μουσικής, της φύσης όλης και ότι είχε θέσει ως κολοφώνα της τεράστιας αυτής εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης την ευρύτερη μελέτη υπέρ του θείου. Αναντίρρητο είναι ότι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός υπήρξε ένα από τα σπανιότατα πνεύματα του μεσαίωνα, επίσης (και αυτό είχε μεγάλη σημασία) ότι κατά την λεγόμενη σκοτεινή εποχή σώζονταν οι εθνικές πλέον καταστάσαι παραδόσεις περί του συνδυασμού της αρχαίας Ελληνικής και Χριστιανικής σοφίας. Στο κυριότερό του σύγγραμμα, το οποίο ονομάζονταν Πηγή της Γνώσης, ο Δαμασκηνός πρώτα πραγματεύεται πρώτα την διαλεκτική ως προπαρασκευή στην επιστημονική μελέτη της Χριστιανικής θρησκείας, έπειτα δε ανασκευάζει και αναιρεί 150 αιρέσεις και μετά από αυτό εκθέτει πλήρη την δογματική θεωρία της αληθινής πίστης. Στο προοίμιο του περίφημου αυτού δογματικού συνεκδήμου της Ανατολικής Εκκλησίας ο συγγραφέας αποφαίνεται περί των αρχαίων ως εξής : «Και πρώτον των παρ’ Έλλησι σοφών τα κάλλιστα παραθήσομαι, ειδώς, ως ει τι μεν αγαθόν, άνωθεν παρά Θεού τοις ανθρώποις δεδώρηται, επειδή πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί».

Με τον Δαμασκηνό τελειώνει η εκκλησιαστική λογοτεχνία των Ελλήνων. Τουναντίον από τον Θ’ αιώνα, οπότε ξαναζεί και πάλι η πνευματική δραστηριότητα του έθνους, μεγάλη σειρά εκκλησιαστικών συγγραφέων αναφαίνεται στην οριστική πτώση. Χαρακτηριστικός είναι ο ιδιότυπος μυστικισμός, του οποίου οι κάλλιστοι αντιπρόσωποι είναι ο Συμεών, «ο νέος θεολόγος», τον ΙΑ’ αιώνα και ο Νικόλαος Καβασίλας τον ΙΔ’ αιώνα, οι οποίοι παρακολουθούνται από άλλους πλείστους Βυζαντινούς μυστικιστές. Το γενικό συμπέρασμα το οποίο αναπηδά από την μελέτη των εκκλησιαστικών συγγραφέων των πρώτων αιώνων και των άλλων μετά τον Δαμασκηνό, είναι ότι οι μεν πρώτοι με όλη την ελληνική πλούσια παιδεία έχουν αίσθημα παγκόσμιο χριστιανικό ενώ οι κατόπιν είναι αντιπρόσωποι ιδιάζοντες ολόκληρου του Βυζαντινού πολιτισμού και της Ελληνικής εκκλησίας η οποία αποχωρίσθηκε τελείως από την δύση και ζει με δικό της αυτόνομο ιδεώδη τρόπο.

Η θεολογία υπήρξε ο σπουδαιότερος κλάδος της επιστήμης στο Βυζάντιο. Δεν παρήχθησαν όμως πρωτότυπα συγγράμματα. Η εκκλησιαστική ρητορική, την οποία λάμπρυναν τον Δ’ και Ε’ αιώνα οι Γρηγόριοι και οι Βασίλειοι και οι Χρυσόστομοι παράκμασε, διότι επικράτησε η μίμηση, ο κύριος δε χαρακτήρας αυτής ήταν ο εγκωμιαστικός. Για αυτό τα κυριότερα προϊόντα είναι λόγοι σε εορτές, πανηγυρισμοί μαρτύρων, εκκλησιών, επιτάφιοι, ερμηνείες περικοπών του Ευαγγελίου. Αν και ήσαν πολυμαθέστατοι οι Βυζαντινοί δεν κατόρθωσαν όμως να κάνουν καμιά σημαντική ανακάλυψη στις φυσικές επιστήμες, ούτε στην γεωγραφία και την αστρονομία διότι δεσμεύονταν από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Στην Αγία Γραφή, το θεόπνευστο αυτό βιβλίο, περιλαμβάνεται η αλήθεια περί όλων των μεγάλων ζητημάτων, το δε αστείρευτο ποσό γνώσεων το οποίο είχαν παραλάβει από τους προγόνους τους ήταν αρκετό για την φυσική επιστημονική περιέργεια αυτών ως Ελλήνων.

 

Το βυζαντινό χειρόγραφο του κώδικα 161 της Μονής Ιβήρων με τους Ολυμπιονίκους του Πίνδαρου (Ξένη Αραπογιάννη, «Ολυμπία, η κοιτίδα των Ολυμπιακών αγώνων») (Πηγή: Περιοδικό «Corpus, αρχαιολογία και ιστορία των πολιτισμών», τεύχος 40, άρθρο «Ολυμπία, Η κοιτίδα των Ολυμπιακών αγώνων», Δημήτριος Ν. Γαρουφαλής, Αρχαιολόγος - Διευθυντής Σύνταξης, σελίδα 90)

 

Η αναγέννηση. Φώτιος και Ψελλός

 

Με αυτούς τους δύο λόγιους Βυζαντινούς της παγκόσμιας σοφίας μπορεί να χαρακτηριστεί η αναγέννηση της παιδείας στην Κωνσταντινούπολη από τα μέσα του Θ’ αιώνα έως τα μέσα του ΙΑ’ αιώνα, αναγέννηση η οποία διάρκεσε 2 ολόκληρους αιώνες και είναι γνωστή με τα ονόματα δύο μεγάλων δυναστειών, της δυναστείας των Μακεδόνων και εκείνης των Κομνηνών. Στην κοινωνική θύελλα της Εικονομαχίας και την σκοτεινή εποχή του Ζ’ και Η’ αιώνα επακολούθησε αστραπή σοφίας και πνευματικής δράσης. Η απώλεια της Αιγύπτου και της Συρίας, των μεγάλων νότιων χωρών, αναπληρώνεται από το μέγα εκπολιτιστικό έργο του Βυζαντίου στα βόρεια και στα βορειοανατολικά με αληθινές ελληνορθόδοξες αποικίες. Η Κωνσταντινούπολη γίνεται το κέντρο του παγκόσμιου πολιτισμού, οι σλαβικοί λαοί με τον Μεθόδιο και τον Κύριλλο εκχριστιανίζονται και εισέρχονται στον ιστορικό βίο, το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ανακαινίζεται από τον καίσαρα Βάρδα. Τότε εμφανίζεται ένας από τους μεγάλους σοφούς και μία από τις μάλλον υπέροχες μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, ο πατριάρχης Φώτιος (820 - 897).

Ο μέγας εκκλησιαστικός αρχηγός, ο οποίος υψώθηκε υπέρμαχος του έθνους ενάντια του πάπα και απέκτησε έτσι κοσμοϊστορική σημασία, υπήρξε και μέγας σοφός. Ο Φώτιος έστρεψε την προσοχή του στους τεράστιους πνευματικούς θησαυρούς της αρχαιότητας και άντλησε άφθονα από αυτούς. Εκτός από τους άλλους έγραψε σύγγραμμα το οποίο επιγράφεται «Βιβλιοθήκη» ή «Μυριοβίβλος». Σε αυτό το μεγάλο έργο ο Φώτιος ανθολογεί και κρίνει 300 αρχαία συγγράμματα σε ισάριθμα κριτικά δοκίμια (essais) εξαιρετικής οξύνοιας και ασφάλειας κρίσεως. Οι μαθητές του Φωτίου δεν άφησαν το υψηλό του παράδειγμα και είναι γνωστότατος μεταξύ τους ο Αρέθας (άκμασε το πρώτο ήμισυ του Ι’ αιώνα).

Κατόπιν μεγάλος επίσης εγκυκλοπαιδικός είναι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (κατά το 950), ο οποίος με την βοήθεια πολλών λογίων καταρτίζει μεγάλες επιτομές και συλλογές από έργα διάφορων υποθέσεων, ιστορικά, νομικά, ιατρικά, γεωπονικά και άλλα. Οι σπουδαιότερες είναι οι ιστορικές συλλογές, οι οποίες προέρχονται από 200 αρχαία βιβλία και αποτελούν μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια πολιτικής επιστήμης και οι Βίοι Αγίων οι οποίοι εκδόθηκαν από τον από τον περίφημο τον Συμεών τον Μεταφραστή. Η πρώτη περιέχει αποσπάσματα από τους ιστορικούς της αρχαιότητας σε 53 βιβλία. Η δεύτερη περιέχει παλαιούς βίους αγίων και μάρτυρες πρωτότυπους ή μεταφρασμένους από όλες τις γλώσσες της Ανατολής και της Δύσης. Από τις μεγάλες συλλογές αυτές του Πορφυρογέννητου είναι και τα πολιτικά συγγράμματα του (περί των οποίων έχουν ήδη λεχθεί αρκετά από το περί Πολιτισμού μέρος, περί της Βασιλείου τάξης, περί Θεμάτων) προς τον ίδιο τον υιό Ρωμανό, έργα πολυτιμότατα, αναφερόμενα στην αυλική, την διοικητική και την διπλωματική ιστορία του κράτους.

Κατά τον επόμενο αιώνα εμφανίζεται ο πολυμαθής σοφός, ο Μιχαήλ Ψελλός (κατά το 1050), ο οποίος κατείχε κάθε επιστήμη και σοφία. Ο Θ’ και ο Ι’ αιώνας χαρακτηρίζονται ως οι αιώνες των εγκυκλοπαιδικών συλλογών από τον ατελείωτο θησαυρό της αρχαιότητας. Κατά τον Ι’ αιώνα αρχίζει η συγκομιδή των καρπών. Εκτός διάφορων λόγων και ποιημάτων, ακόμη έγραψε ο Ψελλός κάθε είδους βιβλία, θεολογικά, φιλοσοφικά, νομικά, ιστορικά, μαθηματικά. Η ατελείωτη ευρύτητα των γνώσεων του Ψελλού, η πολυμέρεια του ενδιαφέροντος αυτού, η λεπτότητα της παρατηρήσεως, η ικανότητα των περιγραφών, αναδεικνύει τον Ψελλό όχι μόνο πρώτο της εποχής του αλλά και ένα εκ των εξαιρετικών όλως ανθρώπων της παγκόσμια φιλολογίας. Το ιστορικό έργο του Ψελλού, η «Χρονογραφία», η οποία περιλαμβάνει ταραχωδέστατη περίοδο της βυζαντινής ιστορίας (967 - 1077) περιέχει θαυμάσιες ρεαλιστικές περιγραφές και παρέχει εξαιρετικές πληροφορίες περί του βυζαντινού βίου. Έχει δε την τιμή ο Ψελλός, ότι επανέφερε στην ζωή την πλατωνική φιλοσοφία. Ο Φώτιος καλούσε στο σπίτι του τους φίλους του και αναγίνωσκε και ερμήνευε μαζί τους τα αρχαία συγγράμματα. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος είχε καταρτίσει στο παλάτι του όμιλο σοφών οι οποίο εργάζονταν υπό την διεύθυνσή του. Υπήρχαν δηλαδή από τότε στην Κωνσταντινούπολη φιλολογικοί σύλλογοι οι οποίοι εργάζονταν προς διάδοση και προαγωγή της επιστήμης. Συχνά γίνονταν διαλέξεις σε δημόσια μέρη (όπως στις στοές), συχνότατα δε γίνονταν συναθροίσεις λογίων (στο παλάτι) θεολογικές και φιλοσοφικές συζητήσεις. Επικρατούσε μάλιστα και το πνεύμα της ανεξαρτησίας σκέψεως και την πνευματικής ελευθερίας.

Η φιλοσοφική επιστήμη των Βυζαντινών κατά τους προ των Κομνηνών αιώνες είχε κυρίως περιοριστεί στην επιμελημένη συντήρηση των λειψάνων της αρχαιότητας. Πολλά συγγράμματα βεβαίως χάθηκαν κατά τα χρόνια της εικονομαχίας αλλά σε έναν όμως άνδρα και στους περίγυρούς του οφείλουμε οπωσδήποτε την διάσωση των κυριώτερων Ελληνικών συγγραφέων της αρχαιότητας. Τα χειρόγραφα θεωρούνταν πολύτιμα πράγματα και πολύ φροντίδα χρειάζονταν για την ακριβή τους αντιγραφή. Κατά τα χρόνια των Κομνηνών ασχολούνταν με ζήλο με τα χειρόγραφα οι υπομνηματιστές και μολονότι πολλές εξηγήσεις αυτών είναι άτοπες, διέσωσαν και πολλές σωστές ερμηνείες οι οποίες διαφωτίζουν τους αρχαίους συγγραφείς και αυτό διότι είχαν υπ’ όψιν τους παλαιότερα υπομνήματα τα οποία αργότερα χάθηκαν. Ο Ευστάθιος ο σοφός αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης (τέλη του ΙΒ’ αιώνα) μπορεί να θεωρηθεί ως το άριστο παράδειγμα των Βυζαντινών φιλολόγων, είναι δε γνωστότατος στους φιλόλογους από τα περίφημα σχόλια του στον Όμηρο.

Μερικοί από αυτούς μεταχειρίστηκαν το άφθονο υλικό το οποίο πορίζονταν από την ενδελεχούς μελέτη των αρχαίων και των δικών τους σημειωμάτων προς σύνταξη διάφορων λεξικών άνισης αξίας. Από τα άριστα αυτά λεξικά, λίγο παλαιότερο της περιόδου αυτής, είναι του Σουΐδα, το οποίο μοιάζει προς εγκυκλοπαιδικό λεξικό: δεν εξηγεί μόνο τις λέξεις αλλά περιέχει και πολλούς ορισμούς πραγμάτων και αναγραφή αρχαίων χωρίων, γι’ αυτό και οι σημερινοί φιλόλογοι βρίσκουν στον Σουΐδα πράγματα που αλλού είναι άγνωστα. Μεγάλο ενδιαφέρον περιέχει ο μαθητής και φίλος του Ευστάθιου Μιχαήλ Απονιμάτος (τέλος ΙΒ’ - ΙΓ’ αιώνα), ο οποίος ήταν και αυτός αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Ο άλλος Ακομινάτος, ο αδελφός του, γνωστότερος ως Νικήτας Χωνιάτης (διότι κατάγονταν από τις Χωνές της Μικρά Ασίας) συνεχίζει την «Αλεξιάδα». Ο Ιωάννης Κίνναμος είναι ιστορικός του Ιωάννη και Μανουήλ Παλαιολόγου. Μεταξύ των χρονογράφων άξιοι αναφοράς είναι ο Ιωάννης ζωναράς, ο Μιχαήλ Γλύκας, ο Κωνσταντίνος Μανασσής. Όλους αυτούς και τους επιφανείς ιστορικούς, όπως την Άννα την Κομνηνή και τον Χωνιάτη και τους αφανείς χρονογράφους αισθανόμαστε να σκιρτούν από την υπερηφάνεια της ισχύος στην οποία έφεραν το κράτος οι 3 μεγάλοι Κομνηνοί και τέλος βλέπει κανείς τον Νικήτα Χωνιάτη να ρίχνει δάκρυα πόνου, ως αληθινός πατριώτης, για την καταστροφή των σταυροφόρων του μεγαλείου εκείνου.

 

«Περί ύλης ιατρικής». Χειρόγραφος Περγαμηνός κώδικας από καλλιγραφικό εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης. Περ. 512 μ.Χ. (Ελληνική Γραφή, Κατάλογος, ΥΠ.ΠΟ., σελ. 80) (Πηγή: Περιοδικός «Corpus, Αρχαιολογία και Ιστορία των Πολιτισμών, τεύχος 40, άρθρο «έκθεση αντιγράφων αρχαίων επιγραφών και χειρογράφων στην Νέα Υόρκη», Σταυρούλα Μασουρίδη, αρχαιολόγος, Μ.Α., σελίδα 7)

 

Άννα η Κομνηνή.

 

Η τόσο έντονη επιστροφή προς την αρχαία σοφία, την οποία αποθησαύρισε ο Θ’ και ο Ι’ αιώνας σε μεγάλες εγκυκλοπαίδειες, η ανάπτυξη του φιλοσοφικού αισθήματος παρήγαγαν άνθηση ιστοριογραφίας, η οποία είχε κάλλιστο αντιπρόσωπο τον Ψελλό, αξιοπαρατήρητο τον Λέοντα τον Διάκονο (τέλος του Ι’ αιώνα), τον Νικηφόρο Βρυέννιον (αρχές του ΙΑ΄) αποκορυφώνεται δε στην Άννα, την κόρη του Αλέξιου Α’ του Κομνηνού. Στην εξαίρετη πνευματική δραστηριότητα και λογοτεχνική ζωή στην οποία έφτασε η Βυζαντινή αυτοκρατορία τον ΙΑ’ αιώνα επί της ισχυρής κυβέρνησης των μεγάλων Κομνηνών, κατέχει πολύ υψηλή θέση η Άννα η Κομνηνή, συγγραφέας της ιστορίας των ταραχωδέστατων χρόνων της 1η σταυροφορίας, στο έργο αυτής, το οποίο ονομάζεται «Αλεξιάς» (το έτος 1148 είχε περατωθεί η συγγραφή του έργου). Η Άννα Κομνηνή, «πορφυρογέννητος», ήταν γυναίκα έξυπνη και λογιωτάτη, έγραψε δε τις πράξεις και τα κατορθώματα του πατέρα της. Η «Αλεξιάς» είναι ιστορικό έργο παγκόσμιου ενιδαφέροντος. Η Άννα όπως και άλλοι ιστορικοί της εποχής αυτής, μιμείται τους αρχαίους, έχει όμως και αρκετή πρωτοτυπία στον τρόπο της διηγήσεώς της. Ιδίως η Άννα η Κομνηνή γράφει με κομψότητα την αρχαία γλώσσα, υπερηφανεύεται για την ελληνομάθειά της και στην ιστορική της αφήγηση βλέπει πάντοτε το συμφέρον του κράτους, του οποίου αναγνωρίζει το μεγαλείο ως αληθινή κόρη του έλληνα βασιλιά.

Ο τρόπος κατά τον οποίο εκφράζεται δεν είναι επιτηδευμένος. Όταν πρόκειται να παραθέσει σλαβικές τοπωνυμίες, νομίζει αναγκαίο να ζητήσει οιονεί συγνώμη, διότι «καταμιαίνει» το ύφος της ιστορίας. «Και μεμφέσθω μηδείς ημίν τοιούτοις χρωμένοις ονόμασι βαρβαρικοίς και εφ’ ων έστι το ύφος της ιστορίας καταμιαίνεσθαι».

Η μετά την ανάγνωση της «Αλεξιάδας» εντύπωση είναι ότι η Άννα η Κομνηνή αποτελεί μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η ευστοχία του πνεύματος της φαίνεται στον χαρακτηρισμό των σταυροφόρων. Διακρίνει ότι από αυτούς οι μεν απλοϊκότεροι ποθούσαν στα αλήθεια να ελευθερώσουν από τους άπιστους τον τάφο του Σωτήρα, αλλά όμως ότι οι άλλοι, οι πονη