Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΡΗΣ

Υπήρξε ο Άρης πάντοτε θεός του πολέμου ή όχι; πώς, πότε και γιατί άλλαξε; ανθρωποθυσίες αιχμαλώτων Ελλήνων εις την Θράκη προς τιμή του. Αστοχίες και ψέματα νεοπαγανιστών αιρετικών θεολόγων για τον προκείμενο θεό. Σύγχρονη παγανιστική θεολογία υπέρ θεών -σπαθιών και πολεμιστών.

 

 

 

Η «ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ» ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΡΗ

 

Αριστερά: Ο θεός Άρης (Πηγή: http://www.nationmaster.com/encyclopedia/Ares)

Δεξιά: Οι νεοπαγανιστές ψάχνουν πολλές φορές να ελληνοποιήσουν τους γειτονικούς λαούς των αρχαίων Ιουδαίων, ώστε να αποδώσουν ανιστόρητα εθνικές προδοτικές ευθύνες εις τον Θεό της Π.Δ., για τις καταστροφές που υπέστησαν οι πρώτοι από τον πρώην εκλεκτό λαό του Θεού. Παράλληλα προσπαθούν να πλασάρουν το πακέτο των Ολύμπιων θεών ως «ελληνικό», τονίζοντας αυτή την εθνική ακαταμάχητη καταβολή των θεών τους. Όμως ο μικρός ελληνοκύπριος της φωτογραφίας που αναζητά τους γονείς του μετά την καταστροφή της Ελληνικής Κύπρου από τους Τούρκους «ιερείς» του παγανιστή θεού, έχει εύλογα ερωτήματα να τους θέσει, εις τα οποία κανείς τους δεν θα μπορεί να απαντήσει. Διότι παρόλο που τα τερατώδη πάθη της καταστροφής του ανθρώπου η Ελληνική τέχνη τα ωραιοποίησε, δεν έπαψαν ποτέ αυτά τα πάθη να παραμένουν αδυσώπητα σαρκοβόρα τέρατα. Περισσότερα (Πηγή Φώτο: Η Μάχη της Κύπρου, οι προδομένοι ήρωες αντιμετωπίζουν τον Αττίλα, Σταύρος Γ. Καρκαλέτσης, Ιστορικός, οι μονογραφίες του περιοδικού «Στρατιωτική Ιστορία», σελίδα 71)

 

ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΒΡΕΦΩΝ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΑΡΗ

 

Στον Άρη από κοινού μετά της Ενυούς θυσίαζαν οι Θράκες τους εν πολεμώ αιχμαλώτους των. (Πηγή: Γεράσιμος Δ. Καψάλης, Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ε΄, σελ. 442)

 

Οι Έλληνες ταύτισαν τον θεό τους Άρη με πλείστες ξένες Θεότητες. Έτσι ταύτισαν αυτόν προς τον Θεό των Σκυθών, όστις μόνος, ως μνημονεύει ο Ηρόδοτος (Λ΄. 59), είχε παρ’ αυτούς αγάλματα και βωμούς και εις τον όποιον θυσίαζαν ανθρώπους, πρόβατα, ίππους και όνους. ...  Ομοίως λάτρευαν τον Άρη, ως θεό της ισχύος, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι υπό το όνομα Βήλος, οι Αιγύπτιοι υπό το όνομα Πάμπρεμις και οι Λίβυες, των οποίων ο βασιλεύς Λύκος, υιός λεγόμενος του Άρεως, θυσίαζε σε αυτόν τους ξένους. Ομοίως λάτρευαν τον θεό του πολέμου οι Γαλάτες υπό το όνομα Hesus και οι Πέρσες υπό το όνομα Orion. Εξαιρετικώς όλως λατρεύονταν ο Άρης και από τους Λυσιτάνες (Στρ. C. 155), οι οποίοι θυσίαζαν σε αυτόν τράγους, ίππους και τους αιχμαλώτους τους .... (Πηγή: Γεράσιμος Δ. Καψάλης, Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ε΄, σελ. 443)

 

Ενώ πράγματι φαίνεται ότι εν αρχή ο θεός [Άρης] ήταν προστάτης των ποιμνίων κατά των αγρίων θηρίων και μάλιστα του ωμότερου αυτών, του λύκου... Εις αυτόν ήταν αφιερωμένο το ιερό έαρ. Όταν δε συνέβαινε καμία μεγάλη γενική καταστροφή, αφιέρωναν (έταζον) όλους τους καρπούς, όλα τα ζώα και όλα τα βρέφη, τα οποία θα γεννιούνταν κατά το ακόλουθο έαρ.  (Πηγή: Γεράσιμος Δ. Καψάλης, Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ε΄, σελ. 444)

 

 

Απεικόνιση σύγκρουσης μεταξύ θεών ή ηρώων σε αγγείο του 5ου αιώνα π.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κεντρική φιγούρα που κραδαίνει το ξίφος με το οποίο έπληξε τον πεσμένο αντίπαλο. Στο όπλο διακρίνεται ακόμα το αίμα...(Πηγή: Περιοδικό Panzer, τεύχος 23, Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου, άρθρο «Το αρχαίο Ελληνικό ξίφος», σελ. 54)

 

 

 

 

 

1.

 

 

Η ΘΕΟΣ ΑΡΗΣ

 

Άρης

Στους Έλληνες

Ο χαρακτήρας του Άρη και οι περί αυτού παραδόσεις

Άρης Ενάλιος

Συνοδοί θεοί του Άρη

Άρης - Αθηνά

Άρης -Ηρακλής -Αλωάδες

Άρης - Αφροδίτη - Ήφαιστος

Ο Άρης και τα τέκνα του

Λατρεία του Άρη

Σύμβολα και Θέματα

Ερμηνεία των μύθων του Άρεως

Στους Λατίνους

Χαρακτήρες του Άρη. Λατρείες

Πώς ο αγροτικός Άρης κατέστη πολεμικός

Ο Άρης ως θεός του Ρωμαϊκού στρατού και κράτους

Ο Άρης εις την τέχνη

Στην Ρωμαϊκή καλλιτεχνία

Εις την νεώτερη τέχνη

 

 

2.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ - ΑΡΗ

 

 

3.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ & ΣΤΡΑΤΟΣ

 

01. Οι νόμοι φθοράς και αφθαρσίας & ο πόλεμος κατά την χριστιανική πίστη

02. Οι Χριστιανοί στον Ρωμαϊκό στρατό

03. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και η στράτευση

 

 

4.

 

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

Ο ΑΡΗΣ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ & ΚΑΤΑ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

(Παντελής Κοντογιάννης, περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 59, σελ. 41)

 

Ο ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΔΟΥΛΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΠΙΣΤΟΥ

(Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, περ. Απολλώνειο Φως, τ. 50, σελ. 34)

 

 

5.

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Η Ελληνικότητα του θεού Άρη

Διάφορα

 

 

6.

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

Επαργυρωμένο μελανοδοχείο, 9ος-10ος αιώνας μ.Χ. Πάδουα. Αριστερά: δυο φίδια περιτριγυρισμένα από ποτάμια θεότητα και τον Άρη. Δεξιά: το καπάκι του μελανοδοχείου με το κεφάλι της Μέδουσας.

 

 

Ο ΘΕΟΣ ΑΡΗΣ  

 

Θραύσμα ενός γλυπτού του θεού Άρη, Ρωμαϊκής προέλευσης. Το γλυπτό αναπαριστά τον Άρη και ένα πουγκί με μορφή ενός μικρού σακιδίου με σχοινί. Ο όμως του θεού Ερμή είναι μόλις ορατός. Το τμήμα αυτό θα έπρεπε να αποτελούσε τμήμα ενός μνημειακού τόξου το οποίο πιθανότατα στεκόταν κοντά στα τείχη της πόλης του Λονδίνου. (Πηγή: http://www.museumoflondon.org.uk/frames.shtml?http://www.museumoflondon.org.uk/MOLsite/piclib/pages/bigpicture.asp?id=253 )

 

ΆΡΗΣ

Ο  θεός του πολέμου και εις των μεγάλων θεών της Ελληνικής και Λατινικής μυθολογίας· γεν. Ἄρεως και Ἄρεος, οι δε λοιπές πτώσεις ομαλές κατά τα εις -ης σιγμόληκτα ονόματα. Στην Αιολική διάλεκτο φέρονταν και οι τύποι Ἄρευς και Ἄρες.

 

ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 

Ενώ ουδεμία αμφιβολία υπήρξε ποτέ περί του ουσιώδη χαρακτήρα του θεού τούτου από τους αρχαιότατους χρόνους, από τον Όμηρο, δυσχερέστατη υπήρξε πάντοτε η εύρεση και η ερμηνεία της φυσικής αρχής, της προέλευσής του. Το θέμα της λέξης είχε σχέση με το θέμα της λέξεως αἱρεῖν και ἀναιρεῖν (φονεύειν)· ή με το της λέξεως ἁρᾶς (βλάβης)· ή δεν είχε σχέση με το θέμα καμιάς εξ αυτών. Και σήμερα ακόμη, όταν με την βοήθεια της συγκριτικής μυθολογίας και της συγκριτικής γλωσσολογίας διευκολύνθηκε πολύ η λύσις διαφόρων γλωσσικών και μυθολογικών προβλημάτων, ή ασυμφωνία περί της ετυμολογίας της λέξεως, και της φυσικής κατ’    ακολουθίας αρχής της θεότητας του Άρεως, δεν εξέλιπε. Θεωρείται όμως ως πιθανή ή υπό του Max Muller προταθείσα, και υπό του Cox γενομένη αποδεκτή, κατά την οποίαν ή ελληνική λέξις Άρης εν συνδυασμοί προς την λατινικήν Mars έχει σχέση με την σανσκριτική ρίζα mar, εκ της οποίας παρήχθη εις την βεδική μυθολογία το όνομα των Mares, θεών της θυέλλης. Η ερμηνεία αυτή έχει το προσόν να συμφωνεί, ως θα καταδειχθεί, με τον εκ παραδόσεως χαρακτήρα του ελληνικού θεού Άρη.

 

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΟΣΕΙΣ

 

 Το έργο του Άρεως είναι, ως προελέχθη, καθωρισμένο από της ομηρικής εποχής και δεδηλωμένο με πολλή ακρίβεια. Ο χαρακτήρας του στον Όμηρο και στους άλλους ποιητές; δεν έχει το πολυσύνθετο άλλων τινών μεγάλων θεοτήτων, όπως του Απόλλωνος και του Διόνυσου. Οι περί αυτού παραδόσεις περιορίζονται σε τινας μόνον μύθους συντόμους. Κατά την κοινή παράδοση ήτο υιός του Διός και της Ήρας, γεννήθηκε δηλ. στις ουράνιες εκτάσεις εκ μητρός, της οποίας η φιλόνεικη ψυχική διάθεση είναι αλληγορία των ατμοσφαιρικών ταραχών. Σπανιώτατα λέγεται υιός της Ενυούς, ήτις συνηθέστερα λέγεται θυγάτηρ αυτού, ή τροφός και σύντροφος. Είναι κυρίως ο πολεμικός θεός και το όνομα του λαμβάνεται ως συνώνυμο της λέξεως πόλεμος. Έχει τον οπλισμό και το ύφος των ηρώων της εποποιίας και μάχεται ως αυτοί, αλλά με μιαν βιαιότητα, ήτις είναι ιδικόν του μόνον χαρακτηριστικό. Είναι οπλισμένος με χαλκά όπλα (χάλκεος) και έχει την κεφαλήν κεκαλυμμένη με κράνος ακτινοβολούν (χρυσεοπήληξ, χοριθάϊξ, χορυθαίολος). Βαδίζει πάλλοντας το δόρυ (ἐγχέσπαλος, ρινοτόρος), ενώ κυματίζει εις τους ώμους η κόμη του, και κρατών χάλκινη εις το αριστερό βραχίονα ασπίδα (ταλαύρινος).

Συνήθως μάχεται πεζός θραύων με την ορμή του τα άρματα και ανατρέπων τα τείχη (βρισάάρματος, τειχεσιπλήτης). Ενίοτε όμως ανέρχεται και εις άρμα συρόμενο υπό δύο (του Δείμου και του Φόβου), ή τεσσάρων μεγαλοπρεπών Χαιτών (τέκνων του Βορέως και της Ερινύος), τους οποίους διαφήμισε η εποποιία (Κόϊντος ο Σμυρναίος καλεί αυτούς Φόβον, Αἴθωνα, Φλόγιον και Κόναβον). Ο Άρης, κατά τους ποιητές, είναι πελώριος το σώμα (όταν έπεσε τρωθείς από τον λίθου τον όποιον έριξε  κατ’    αυτού η Αθηνά, κάλυψε επτά πλέθρα γης), ισχυρός (ὄβριμος,. κορτερκαρτερόχειρ) και ορμητικός (θοῦρος θοός, ὀξύς). Εις την μάχη ορμά ως μαινόμενος με οφθαλμούς τρομακτικούς «Γοργοῦς ὄμματ’    ἔχων» (Ιλ. Θ. 349). Κραυγάζει δυνατά (βριήπυος), όσον εννέα ή δέκα χιλιάδες άνθρωποι συμπλεκόμενοι σε πόλεμο. Στη μανία του είναι ακόρεστος εις το αίμα και την σφαγή (μιαιοφόνος, βροτολοιγός, ἆτος πολέμοιο). Αδιαφορεί για το δίκαιο και δεν αναγνωρίζει ουδένα νόμο «οὔ τινα οἶδε θέμιστα» (Ιλ. Ε. 761). Κατά τον Τρωικό πόλεμο βοηθάει τους Τρώες, αν και είχε υποσχεθεί εις την Ήραν και την Αθηνά ότι θα βοηθήσει τους Αχαιούς»· δια τούτο υβρίζεται από την Αθηνά ως αλλοπρόσαλλος. Η πολεμική μανία του καθιστά αυτόν μισητό και εις τον Δία ακόμη «αἴχθιστός δέ μοί ἐσσι θεῶν οἵ Ὄλυμπον ἔχουσιν· - αἰεί γάρ τοι ἔρις τε φίλη, πόλεμοί τε μάχαιτεε» (Ιλ.Ε.890).

 

ΑΡΗΣ ΕΝΑΛΙΟΣ

Ο Άρης συχνά δηλώνεται διά της λέξεως Εννάλιος, ήτις, πότε μεν λαμβάνεται ως επίθετο του Άρη, πότε δε ως κύριο όνομα αντί της λέξης Άρης. Ή προέλευση της λέξεως ταύτης κατά μερικούς μεν είναι εκ της θεάς Ενυούς, κατ’    άλλους δε εκ της πολεμικής κραυγής ἀλαλά-ἀλαλή, την οποίαν εξέβαλλαν οι πολεμιστές μεταβαίνοντες εις την μάχη. Ή λέξη Ενυάλιος ευρίσκεται συνηνωμένη με το όνομα Άρης εις επισήμους πράξεις πόλεων τίνων, ως στην Ερμιόνη, στην Αθήνα, όπου επικαλούταν οι Έφηβοι τον Άρη υπό την διπλή ταύτη επίκληση. Εις αυτόν θυσιάζει στην Αθήνα και ο πολέμαρχος. Στις άλλες πόλεις πόλεις η λέξη Ενυάλιος είναι το επίσημο όνομα του θεού του πολέμου αντί του ονόματος Άρης. Έτσι στην Σπάρτη άγαλμα αρχαίο υπήρχε του Ενυαλίου, με πέδας στα πόδια, διά να μη εγκαταλείπει ποτέ την πόλη. Ομοίως Ενυάλιος καλούντας ο θεός του πολέμου στα Μέγαρα, στην Σαλαμίνα, στην Ολυμπία, στις Ερυθρές όπου μνημονεύεται και ιερεύς Ενυούς και Ενυαλίου και αλλαχού. σε μεταγενέστερη εποχή μερικοί ποιητές θεώρησαν τον Ενυάλιο θεότητα ξεχωριστή του Άρη· για αυτό και έγινε αυτός υιός του Άρη και της Ενυούς ή του Κρόνου και της Ρέας.

 

ΣΥΝΟΔΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΑΡΗ

 

Γύρω από τον Άρη βρίσκεται ορισμένος αριθμός θεοτήτων δευτερευόντων, οι οποίοι προσωποιποιούν όπως αυτός τον πόλεμο. Αυτοί είναι η Ἐννὼ (ή ανάλογος προς την Bellonam των Ρωμαίων), ήτις γίνεται βραδύτερα, όπως προελέχθη, η μήτηρ, και η κόρη του, η Έριδα. Θεά της διχόνοιας, αδελφή και σύντροφος του Άρεως «κασιγνήτη Ἑτάρη τε» (Ιλ. Δ. 441), οι υιοί του Δείμος και Φόβος, οι οποίοι σέρνουν το άρμα του και συνοδεύουν αυτόν εις την μάχη. Τέλος το στίφος των σκληρών και αιμοβόρων του πολέμου δαιμόνων, οι οποίοι εφορμούν στον θόρυβο των μαχών όπως ο Κύδοιμος και οι Κήρες «Ἐν δ᾽ ἔρις, ἐν δε Κύδοιμος ὁμίλεον, ἐν δ᾽ ὁλοή Κήρ» (Ιλ. Σ. 635).

 

ΑΡΗΣ - ΑΘΗΝΑ

 

Εν τούτοις ο ισχυρός αυτός θεός του πολέμου δεν είναι αήττητος. Η αδυναμία του προέρχεται εκ της ορμητικής απερισκεψίας με την οποίαν επιτίθεται κατά των αντιπάλων του. Την τυφλή αυτή παραφορά του κληρονόμησαν και οι υιοί του ακόμη. Το χαρακτηριστικό αυτό γνώρισμα του γίνεται καταφανές με την αντίθεσιν του προς την θεά του ήρεμου και περιεσκεμμένου θάρρους, την Αθηνά, την οποίαν ή εποποιία φέρει συχνά εις σύγκρουση προς τον Άρη. Πότε μεν λαμβάνει αυτόν εκ της χειρός και απομακρύνει εκ της μάχης, δια να εμποδίσει την υπέρ των Τρώων παρέμβασή του, πότε δε έρχεται εις έμμεσο αγώνα μετ’    αυτού, ως όταν ανέρχεται εις το άρμα του Διομήδη και οδηγεί την χείρα του ήρωα, ο όποιος πληγώνει τον φοβερό εχθρό. Τέλος εις την μεγάλη παραποτάμια μάχη (Ιλ. Φ.), εις την οποίαν είχαν λάβει μέρος όλοι σχεδόν οι θεοί του Ολύμπου, η Αθηνά ανεμετρήθηκε με τον Άρην, τον όποιον έριξε κάτω κτυπώντας τον με μέλανα τραχύ λίθο.

 

ΑΡΗΣ -ΗΡΑΚΛΗΣ -ΑΛΩΑΔΕΣ

 

Πλην της Αθηνάς συγκρούεται ο Άρης και με τον ευνοούμενο υπ’ αυτής ήρωα Ηρακλή, ο οποίος και θριαμβεύει συνήθως με την βοήθεια της Αθηνάς. Κατά το επεισόδιο της Ἀσπίδος τοῦ Ἡρακλέως, ήτις αποδίδεται εις τον Ησίοδο, ο Ηρακλής συγκρούσθηκε με τον Άρη στις όχθες του κόλπου των Παγασών, διότι φόνευσε σε μονομαχία τον υιό του θεού αυτού Κύκνον. Ο Άρης όχι μόνον δεν μπόρεσε να καταβάλει τον Ηρακλή, από του οποίου απομάκρυνε τα κτυπήματα του η Αθηνά, αλλά και πληγώθηκε από αυτόν με την βοήθειά της. Κατ’ άλλην μορφή του μύθου ο αγώνας απόβηκε άκριτος, διότι τους συγκρουόμενους χώρισε ο Ζευς διά κεραυνού (Απολλ. II 5. 11). Αλλά και εις μία άλλην περίσταση ο Άρης πληγώθηκε εις τον μηρό υπό του ίδιου ήρωα προ της Πύλου και αφοπλίσθηκε από αυτόν. Ήττα του θεού τούτου είναι και το επεισόδιο του μύθου των Αλωάδων, κατά το όποιον ο Άρης συλληφθείς από δύο Γίγαντες (Ὤτου και Εφιάλτου) δέθηκε και φυλακίσθηκε επί δέκα τρεις μήνας, σώθηκε δε διά της παρεμβάσεως του Ερμή, ο οποίος από την μητρυιά των Αλωάδων Ηερίβοιαν, που έλαβε συμπάθεια διά τον θεό, έμαθε που είχε φυλακισθεί και ξέκλεψε αυτόν. Ως αφορμή της σιγκρούσεώς του με τους Αλωάδες, εκτός της παγκοίνως γνωστής, ότι ηθέλησαν ν’ ανέλθουν εις τον ουρανό προς καταπολέμηση των θεών επιθέμενοι την Όσσα επί του Ολύμπου και επί ταύτης το Πήλιον, φέρεται και ο φόνος του Αδώνιδος στην Θήρα από τον Άρη που τον ζηλοτύπησε ως άντεραστή του.Ελευθερωθείς ο Άρης έφυγε στην Νάξο, όπου κρύφτηκε στην «σιδηροβρῶτιν πέτραν.»

 

 

ΑΡΗΣ - ΑΦΡΟΔΙΤΗ -ΗΦΑΙΣΤΟΣ

 

Μεταξύ των υπό των μύθων αποδιδόμενων εις τον Άρη ερωτικών επεισοδίων και σχέσεων, επιφανέστεροι είναι οι μετά της Αφροδίτης. Στην Ιλιάδα είναι καταφανείς oι μεταξύ των δύο θεών αμοιβαίες τρυφερότητες. Και ο Άρης και η Αφροδίτη είναι εις το πλευρό των Τρώων. Όταν η Αφροδίτη θέλησε ν’ αποσύρει εκ του πεδίου της μάχης τον υιόν της Αινεία, πληγωθέντα υπό του Διομήδους ο οποίος και αυτήν είχε πληγώσει με την βοήθεια της Αθηνάς εις το χέρι, ο Άρης προσέφερε το άρμα του διά να επιστρέψει η θεά εις τον Όλυμπο. Αλλαχού (Ιλ. Φ. 416) παρέχει την βοήθειά της η Αφροδίτη πρός τον Άρη πληγωθέντα από της Αθηνάς. Εν τη μάχη υβριζομένη ώς «κυνάμυια» διά τούτο υπό της Ήρας. Στο περίφημο άρμα, το οποίο ο ποιητής της Οδύσσειας (Θ. 267 χ.εξ.) θέτει εις το στόμα του αοιδού (θ. 267 κ. εξ) Δημοδόκου ο Άρης και η Αφροδίτη είναι δύο εραστές, οι οποίοι εκτελούν την μυστική και αθέμιτο ένωση των εις την οικία του απουσιάζοντος Ηφαίστου, εις το ανάκτορό του στην Λήμνο. Ο Ήλιος, του οποίου δεν μπόρεσαν να διαφύγουν τα βλέμματα, ειδοποιεί τον θείο σιδηρουργό, ο οποίος, εξοργισμένος, ως απατημένος νόμιμος σύζυγος, μελετά σκληρή εκδίκηση. Κατασκευάζει στο σιδηρουργείο του δίκτυο με ανεξελίκτους και αδιάσπαστους βρόχους, δίκτυο λεπτό ως ιστό αράχνης, τον οποίο προσδένοντας ισχυρά στα πόδια της κλίνης κλείνεται αυτόματα επί του ερωτικού ζεύγους και συλλαμβάνει αυτό.

Ο Άρης και ή Αφροδίτη συλληφθέντες εις την παγίδα καί δεσμευθέντες χωρίς να δύνανται να κινηθούν, γίνονται ο περίγελος των θεών, τους οποίους κάλεσε ο Ήφαιστος διά να τους καταστήσει μάρτυρες της αναίσχυντου πράξεως των. Ο ηδοπαθής αυτός μύθος δεν φαίνεται να είναι πλάσμα της ελεύθερας φαντασίας του ποιητού στο σύνολό του. Ο ποιητής φαίνεται μόνον ότι συγχώνευσε δύο παραδόσεις διακεκριμένες αλλήλων, κατά την μία των οποίων η Αφροδίτη ή ο σύζυγος του Άρεος, κατά την ετέρα δε του Ηφαίστου. Ότι υπήρχε παράδοση κατά την οποίαν η Αφροδίτη θεωρούνταν σύζυγος του Άρη μαρτυρείται εξ αρχαίων συγγραφέων, εκ της από κοινού λατρείας αμφοτέρων των θεοτήτων τούτων εις διαφόρους πόλεις, και εξ αρχαίων μνημείων εις τα όποια εμφανίζονται Άρης και Αφροδίτη παραπλεύρως και φαίνονται συνδεδεμένοι δι’ άλυτου μεταξύ των δεσμού.

 

Άρης μετά του έρωτα. Μαρμάρινο αντίγραφο επισκευασμένο. [Εθνικό Μουσείο της Ρώμης] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ε΄, σελίδα 442)

 

Η παράδοση αυτή φαίνεται ότι στην Θήβα είχε ρίξει τις βαθύτερες ρίζας της. Κατά τους μύθους της πόλεως ταύτης το θείο αυτό ζεύγος είχε κόρη την Αρμονία, την οποίαν ο Ζευς έδωκε σύζυγο εις τον Κάδμον, αφού θήτευσε πρότερα αυτός επί οκτώ χρόνια στον Άρη προς καθαρμό του διά τον φόνο των Σπαρτών. Τον γάμο Κάδμου και Αρμονίας είχαν ανυμνήσει πάντες οι θεοί καταλιπόντες τον ουρανό και ευωχηθέντες στη Καδμεία, της οποίας οι κάτοικοι εις τους μεταγενεστέρους χρόνους θεωρούσαν και τιμούσαν τον Άρη ως πρόγονό τους. Την λατρεία των θεών τούτων υποθέτουν ερμηνευτές μερικοί των αρχαίων μύθων ότι είχαν μεταφέρει άποικοι Θηβαίοι στην Λήμνο, όπου εγχωρία παράδοσης την Αφροδίτη έφερε ως σύζυγο του Ηφαίστου. Τότε, μετά την επαφή των δύο μύθων, επιδιώχθηκε η ερμηνεία της διπλής σχέσεως της Θεάς με τους δύο συζύγους και πλάστηκε  νέος μύθος διά της συγχωνεύσεως των δύο παραδόσεων (της των Θηβαίων και της των Λημνίων).

Κατά τον νέο μύθο η Αφροδίτη, του ενός μεν των δύο θεών (του Ηφαίστου) έγινε νόμιμος σύζυγος, του ετέρου δε ερωμένη. Ο διά της συγχωνεύσεως των δύο παλαιών μύθων προέλθων νέος εμφανίσθηκε το πρώτον ως αίμα του Δημοδόκου στην Οδύσσεια, κατά το οποίον ο Ήφαιστος ήτο ο εξαπατηθείς σύζυγος. Εκτός των Θηβών υπάρχουν ενδείξεις της ενώσεως των δύο τούτων θεών και στην Αθήνα και στην Αργολίδα. Η σχέση Άρη - Αφροδίτης καθιερώθηκε και διά της σειράς κατατάξεως των 12 Ολυμπίων θεών (τοποθετούνταν πάντοτε ο εις εις το πλευρό του άλλου) είτε στους ποιητές και μυθογράφους και στα αρχαιότατα μνημεία τέχνης. Έτσι στην λάρνακα του Κυψέλου ο Ενυάλιος (Άρης) οδηγεί την Αφροδίτη. Σε ένα αρχαίο αγγείο αμφότεροι ανέρχονται στο αυτό άρμα και σε άλλα κάθονται ο ένα πλησίον του άλλου.

 

Ο ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ

 

Κατά τις διάφορες παραδόσεις διάφορα είναι τα τέκνα του θείου αυτού ζεύγους. Από όλους επισημότατοι όλων κατέστησαν ο Ἔρως , ο των Θεσπιών, όπου υπήρχε και το αριστούργημα του Πραξιτέλη, κατ’ εξοχήν λατρευόμενος, η Ἁρμονία, η σύζυγος του Κάδμου, και ο εκπρόσωπος της γονιμοποιητικής δύναμης της ζωϊκής φύσεως Πρίαπος (κατά τον Λουκιανό ο Πρίαπος -δαίμονας συνδεμένος και με τους μύθους του Διονύσου, ήταν πολεμικός θεός ο οποίος δίδαξε εις τον Άρη τον χορό και την οπλομαχητική)

Μέγας όμως, ιδίως, είναι ο αριθμός των τεκνών του εκ διαβατικών ενώσεων του μετά Θνητών, πολλάκις, γυναικών εις διαφόρους τόπους. Κατά τον Όμηρο (Ι. β. 525 και Γ. 82 και αλλαχού) είναι πατήρ των ηρώων Ἀσκαλάφου και Ἰαλμένου εκ του μετά της Ἀστυνόχης γάμου του, κατά τον Φερεκύδη είναι πατήρ των Αμαζόνων. Εις τις γενεαλογικές σειρές των ηρώων Θράκης, Θεσσαλίας και Αιτωλίας, ο Άρης είναι σχεδόν ο κοινός πρόγονος. Ούτως εκ της Κυρήνης και του Άρεως γεννήθηκε ο φονευθείς υπό του Ηρακλέους άγριος βασιλεύς των Βιστόνων της Θράκης Διομήδης, του οποίου οι ίπποι τρέφονταν με ανθρωπίνους σάρκας, εκ της μετά της Χρυσής ενώσεώς του ο Θεσσαλός ήρωας του κεραυνού Φλεγύας, ο διατρυπηθείς υπό των βελών του Απόλλωνος, διότι ήθελε να πυρπόληση τον ναό του, εκ των ερώτων του μετά της Ἀστυνόμης γεννήθηκε ο Αιτωλός ήρως Καλυδών, επώνυμος της ομωνύμου του πόλεως, εκ των ερώτων του μετά της Ἀλθαίας ο Μελέαγρος, εκ της ενώσεως του μετά της Περιβοίας ο Τυδεύς, μετά δε της Πρωτογενείας ο Ὄξυλος. Πλην τούτων φέροντο ακόμη ως υιοί του Άρεως ο μετά μακράν και τρομερά πάλη φονευθείς εις το άλσος του Παγασαίου Απόλλωνος υπό του Ηρακλέους Κύκνος, εκ της Πελοπίας ή Πυρήνης, ο εκ της Ἁρπίννης, κόρης του Άσωποῦ, Οἰνόμαος και ο Θραξ βασιλεύς Τηρεύς, και ως κόρη η εκ της ενώσεως του μετά της Ἀγλαύρου γεννηθείσα Ἀλκίππη.

 

 

ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΗ

 

α΄) Στην Θράκη και στην Θεσσαλία

Ο Άρης είναι ο κατ’ εξοχήν μετά του Διονύσου και της Αρτέμιδος λατρευόμενος εν Θράκη θεός. Εις τις πολεμικές και αγρίες αυτές φυλές πρέπει, πιθανότατα, να ζητηθεί η αρχή και της λατρείας του Άρεως ως και της του Διονύσου. Εκ ταύτης φαίνεται ότι μεταδόθηκε και εις τις άλλες ελληνικές χώρες. Στον Όμηρο, το πρώτο, η Θράκη θεωρείται πατρίδα του. Εκ ταύτης μεταβαίνει στην Τροία και εις ταύτην επιστρέφει εκείθεν. Εν Θράκη μάλιστα και κατά τίνα παράδοση γεννήθηκε. Στον Άρη από κοινού μετά της Ενυούς θυσίαζαν οι Θράκες τους εν πολεμώ αιχμαλώτους των. Διάφοροι δε παραδόσεις είτε τοπικής, είτε ποιητικής προελεύσεως, διαπιστώνουν την δημοτικότητα του σε αυτή την χώρα (εν πεδίον αυτής καλείτο Ἄρειον, και αυτή δε η Θράκη καλείτο πρότερα, κατά τίνα παράδοση, Ἀρεία). Μέγας είναι ο αριθμός αναλόγων παραδειγμάτων, ιδίως γενεαλογικών, και στην Θεσσαλία. Ένας των μηνών του ημερολογίου πολλών Θεσσαλικών πόλεων (της Λαμίας, των της Μαγνησίας, της Φαλάννης) καλείτο Ἄρειος

 

β΄) Στην Βοιωτία

Στην Βοιωτία και στην Θήβα είναι ή έδρα της παλαιότατης λατρείας του Άρεως. Είναι ο παλαίχθων Άρης, -ως καλεί αυτόν ο χο ρός εις την τραγωδία του Αισχύλου Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας. Το τείχος της πόλεως καλείται Ἄρειον. Είναι δε στενότατα συνδεδεμένος ο Άρης και με τούς αρχαιοτάτους μύθους της χώρας. Εις τον  ναό του Ισμηνίου Απόλλωνος πηγή (Ἀρητιὰς ἥ Ἀρεία κρήνη) ήτο αφιερωμένη εις αυτόν, προς φύλαξή της δε είχε τάξει ένα υιό του (γεννηθέντα εκ της Ερινύος Τιλφούσης) δράκοντα, όστις είναι στην Ελλάδα, συνήθως, ή εικόνα του ποταμού του εξερχόμενου εκ των σπλάγχνων του εδάφους και έρποντος κατόπιν οφιοειδώς εις τις κοιλάδες. Τον δράκοντα αυτόν φόνευσε προτού ιδρύση την πόλη ο Κάδμος, ως και τους εκ της σποράς των οδόντων του τέρατος αναφυέντας Σπαρτοὺς (ενόπλους άνδρας). Ένεκα του φόνου των Σπαρτών και του Δράκοντος (ως ο Απόλλων διά τον φόνο του Πύθωνος) ο Κάδμος δούλευσε παρά τον Άρη «ἐπὶ ἀΐδιον ἐνιαυτόν», επί οκτώ δηλ. έτη και εξαγνισθείς έλαβε σύζυγο την Άρμονία, κόρη του, ήτις έτσι κατέστη η πρώτη μητέρα των Καδμειώνων.

Παρά την μυθική όμως ταύτη παράδοση, κατά την οποίαν οι Θηβαίοι ήσαν απόγονοι του Άρεως και της Αφροδίτης, ο Άρης είναι πάντοτε εξοργισμένος κατά της πόλεως των Θηβών. Εις τις τραγωδίας, οι οποίες έχουν υπόθεση τα αιματηρά επεισόδια των θηβαϊκών μύθων, οι ποιητές υπαινίσσονται συχνότατα την κατά των Θηβών έχθρα του Άρεως. Πάσαι αυτές οι μυθικές παραδόσεις με τις ποικίλλεις παραλλαγές των δίδουν στοιχεία ικανά, πείθοντα περί της από της απώτατης αρχαιότητος λατρείας του Άρεως στην Θήβα. Κατ’ αρχάς υποστηρίχθηκε η γνώμη ότι η Εν Θήβας λατρεία του Άρεως μεταδόθηκε από την Θράκη, βραδύτερο όμως επικράτησε η αντίθετη γνώμη, ότι δηλαδή ο μύθος του Άρη, ως και η λατρεία αυτού, αναπτύχθηκε πρώτα στην Θήβα και εξ αυτών μεταδόθηκε και στις πολεμικές φυλές της Θράκης.

 

γ΄) Στην Αττική

Στην Αθήνα ανευρίσκονται τα ίχνη αρχαιότατης λατρείας του Άρη. Κατά κάποιο αρχαίο μύθο εκ του Άρη ονομάσθηκε εγγύτατος προς την Ακρόπολη λόφος Ἄρειος Πάγος εκ της εξής αφορμής. Ο Άρης εκ της Ἀγλαύρου, όπως προελέχθη είχε αποκτήσει την Ἀλκίππην. Αυτή καταληφθείς επ’ αυτοφώρω να εκβιάζει ο υιός του Ποσειδώνα και της νύμφης Εὐρύτης Ἀλιρρόθιος φονεύθηκε από τον Άρη. Ο φονεύς θεός καταγγέλθηκε τότε από τον Ποσειδώνα ενώπιον των δώδεκα μεγάλων θεών, ο οποίοι συγκρότησαν επί του ειρημένου λόφου ποινικό δικαστήριο. Οι ψήφοι διχάστηκαν τότε και ο Άρης αθωώθηκε δια της ψήφου του Διός ή της Αθηνάς, υποχρεώθηκε όμως να υποβληθεί σε μακριά δουλεία, ως συνέβη και εις τους άλλους θεούς. Ο Άρης εις ανάμνηση της δίκης του ίδρυσε το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προωρισμένο να δικάζει τους φονείς. Εις αυτή την μορφή του μύθου αναγνωρίζει τις μία παραλλαγή του μύθου του Ὀρέστου. Κατ’ άλλη παράδοση, της οποίας η απήχηση ευρίσκεται στον Αισχύλω, ο λόφος ονομάσθηκε Άρειος Πάγος υπό των θυγατέρων του Άρεως Αμαζόνων, οι οποίες είχαν στήσει επ’ αυτού το στρατόπεδό τους, ότε εκστράτευσαν κατά των Αθηνών, και ίδρυσαν εν αυτώ Ιερό του πατρός των Άρη. Ανεξαρτήτως προς τις ειρημένες παραδόσεις βέβαιο είναι ότι ο Άρης είχε ναό πλησίον του λόφου κατά την εις την Ακρόπολη είσοδο. Εις το ιερόν αυτό υπήρχε  ο Άρης του Ἀλκαμένους·  Αθηνά του Παρίου καλλιτέχνη Λόκρου, η Ἐνυώ των παίδων του Πραξιτέλους και δύο αγάλματα της Αφροδίτης (Πάυσ. Ι. 8. 5). Μία επιγραφή (CIA 111.2) μνημονεύει Ιερέα του Άρεως και της Ενιούς και μία άλλη Θυσίας προς τον Άρη. Ο θεός Άρης ήτο και εις των υπό των εφήβων, ως προελέχθηκε, επικαλουμένων Θεών κατά τον υπ’ αυτών διδόμενον όρκο τους. Έκτος των Αθηνών μνημονεύονται ναοί του Άρεως στις Αχαρνές και στην Σαλαμίνα (του Ενυάλιου), Ιδρυθείς με υπόδειξη του Σόλωνα προς τιμήν του Αίαντα και εις ανάμνηση της ανακτήσεως της νήσου από τους Αθηναίους, από των οποίων είχαν αφαιρέσει αυτή οι Μεγαρείς.

 

Άρης και Αφροδίτη [Μουσείο Καπιτωλείου] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 5, σελίδα 443)

 

δ΄) στην Πελοπόννησο

Και στην Πελλοπόννησο σε πολλές πόλεις λατρεύονταν ο Άρης, του οποίου η λατρεία εισάχθηκε, πιθανότατα  από τους Δωριείς, που παρέλαβαν αυτή από την Βοιωτία. Στην Τροιζήνα προ των πυλών της πόλεως υπήρχε ναός του Άρη, του οποίου η ίδρυση είχε σχέση, κατά την παράδοση, με την εν τω τόπο εκείνο συγκροτηθείσα μεταξύ Αμαζόνων και Θησέα μάχη. Εις την Ερμιόνη υπήρχε ναός (και άγαλμα μέσα σε αυτόν) του Άρη, ιδρυμένος παρά τα ιερά δύο χθονίων θεοτήτων, της Χθονίας και του Κλυμένου. Εις την από Άργους εις Μαντίνεια οδόν υπήρχε διπλό ιερό του Άρεως και της Αφροδίτης με τα ξόανα αυτών, τα οποία, ως λέγονταν, ήσαν αναθήματα του Πολυνείκους και των συνεκστρατευσάντων μετ’ αυτού Αργείων ηρώων (Παυσ. II. 25. 1). Εις αυτό το Άργος ο Ενυάλιος (Άρης) είχε καταστεί ο θεός των γυναικών εις ανάμνηση μιας νίκης των υπό την ηγεσία της ποιήτριας Τελεσίλλης κατά των στιφών του βασιλέως της Σπάρτης Κλεομένους (Λουκ.  έρωτες 30  «... οὐχ ἡ Σπαρτιάταις ἀνθωπλισμένη Τελέσιλλα, δι᾽ ἥν ἐν Ἄργει θεός ἀριθμείται γυναικῶν Ἄρης»). Και νομίσματα του Άργους φέρουν την εικόνα του Άρη, όρθιου μετά κράνους και κρατούντος κλάδο ή δόρυ. Εις την αγορά της Τεγέας ορθώνονταν μία στήλη με εν αρχαίο ανάγλυφο του Άρη Γυναικοθοίνα εις ανάμνηση μιας νίκης των γυναικών της Τεγέας, όταν διακρίθηκε μεταξύ αυτών αυτών η Μάρπησσα, κατά των Σπαρτιατών, διοικούμενων από τον βασιλέα Χαρίλλου. Λέγεται ότι τότε οι γυναίκες θυσίασαν άνευ των ανδρών τα επινίκια εις τον Άρη και ότι δεν έδωσαν σε αυτούς κρέας από του ιερείου  (Παυσ. VIII. 48. 4 -5).

 Ομοίως υπήρχε ιερό του Άρη εις το πλησίον της Τεγέας όρος Κρήσιον, Αφνειόν επικαλούμενο, εκ του αφθόνου γάλακτος με το όποιον τράφηκε (καθ υψηλή θέληση του πατρός) ο υιός του Ἀερόπος εκ των μαστών της κατά τον τοκετό αποθανούσης μητρός του Ἀερόπης (Παυσ. VIII. 44. 7 - 8). Και στα νομίσματα της πόλεως Τεγέας εμφανίζεται η εικόνα του Άρεως δίδοντας τας χείρας προς την Αθηνά. Εις την Λυκόσουρα υπήρχε βωμός του Άρεως παρά τον βωμό του Πανός και το ιερόν της Δεσποίνης, και εις την Μεγαλόπολη αρχαιότατος βωμός. Εις την Αχαΐα ήταν επίσης διαδεδομένη η λατρεία του Άρεως και μάλιστα στην Πάτρα και την Τρίταια (ή Τρίτεια). Εις την Πάτρα είχε ανεγερθεί σε αυτόν άγαλμα χάλκινο πλησίον του λιμένα, εις δε την Τρίταιαν (ή Τρίτειαν) τελούσαν θυσία σε αυτόν και την Τρίτειαν, θυγατέρα του Τρίτωνος και ιέρεια της Αθηνάς, η οποία γέννησε εκ του Άρεως τον Μελάνιππον. Λατρεύονταν ομοίως ο Άρης στην αρχαία Ολυμπία, ένθα κατά την επιχώριο παράδοση θεωρείτο πατήρ του Οινόμαου, ως προελέχθηκε, υπό το επώνυμο Ἵππιος, υπό το οποίον λατρεύονταν και η Αθηνά (Ἵππία). Και εις την Λακωνία τιμώνταν πολύ ο πολεμικός αυτός θεός. Εις την από Σπάρτης εις Θεράπνας οδό υπήρχε αρχαιότατο ιερό του Ἄρεως Θηρείτα με άγλαμα, το οποίο είχαν μετακομίσει, κατά την επιχώριο παράδοση, οι Διόσκουροι εκ της Κολχίδας. Το επώνυμο Θηρείτας, κατά την παράδοση είχε δοθεί σε αυτόν από της τροφού του Θηροῦς. Εις το πλησίον της Θεράπνης Φοιβαίον οι έφηβοι της Σπάρτης προ της εν τω Πλατανιστά μάχης των θυσίαζαν εις τον «ἀλκιμώτατον τῶν θεῶν Ἐνυάλιον» σκύλακα κυνός (ένα εκατέρα μοίρα), εις δε την πόλη υπήρχε άγαλμα αρχαίο του Ενυάλιου, ως προελέχθη με πέδας, ίνα κρατούμενος ύπ’ αυτών μη εγκαταλείπει ποτέ την πόλη, ως δι’ όμοιο λόγο οι Αθηναίοι είχαν την Νίκην ἄπτερον. Πιθανότατα Ιερείς του Άρεως ήσαν και οι δύο πυρφόροι εν Σπάρτη άρχοντες, οι οποίοι τηρούσαν άσβεστο το πυρ, εκ του όποιου λάμβαναν το διά τις θυσίας πυρ και εκ των οποίων ο έτερος προπορεύονταν κατά τις εκστρατείες του στρατού των Λακεδαιμονίων φέρων πυρσό αναμμένο, με τον όποιον ο βασιλεύς άναβε για τις θυσίες φωτιά. Εις τας Γερόνθρας υπήρχε και ναός εντός άλσους του Άρεως εις το όποιο, ετελείτο κατ’ έτος προς τιμήν του θεού εορτή, κατά την οποίαν ήταν απαγορευμένο εις τις γυναίκες να εισέλθουν εις το άλσος.

 

Άρης ο Βοργήσιος [Μουσείο Λούβρου] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 5, σελίδα 443)

 

ε΄) Στην Κρήτη και Αλλού

 Στην Κρήτη τελούνταν πολεμικές εορτές, τα Ἑκατοφόνια, προς τιμήν του Άρεως. Εις δε τας πόλεις Ιεράπυτνα, Ολούντα και Λατώ, το όνομά του ως και το της Αφροδίτης και άλλων θεοτήτων χρησίμευε ως συμβολική παράσταση εγγυήσεως δοθέντος όρκου. Στην Σμύρνη συνάπτεται απ’ αυτής της απόψεως προς την Ἀρείαν Ἀθηνάν. Στην Καρία θυσίαζαν στον Άρη κύνας, είχε δε και ναό στην Αλλικαρνασσό. Στην Λυκία, ιδίως στην πόλη «Κυάνεαι», λατρεύονταν υπό την επωνυμία «μέγας θεός» από κοινού μετά της θεάς Ἐλευθερίας. Ωσαύτως γίνεται μνεία της λατρείας του Άρεως στην Παμφυλία, εις τις πόλεις του Ευξείνου Πόντου Τάναϊν και Παντικάπαιον και εις την Σικελία, ιδίως στις Συρακούσες, θα γίνεται μνεία και τεμένους αυτού.

Οι Έλληνες ταύτισαν τον θεό τους Άρη με πλείστες ξένες Θεότητες. Έτσι ταύτισαν αυτόν προς τον Θεό των Σκυθών, όστις μόνος, ως μνημονεύει ο Ηρόδοτος (Λ΄. 59), είχε παρ’ αυτούς αγάλματα και βωμούς και εις τον όποιον θυσίαζαν ανθρώπους, πρόβατα, ίππους και όνους. Ήταν, ίσως, ο αυτός με τον υπ’ αυτών λατρευόμενο υπό μορφή παλαιού σκουριασμένου ξίφους. Όνο ομοίως θυσίαζαν εις τον Άρη, τον οποίο και μόνο λάτρευαν, και οι κάτοικοι της προς Ν. της Περσίδος Καρμανίας (Στρ. C. 727).  Ομοίως λάτρευαν τον Άρη, ως θεό της ισχύος, οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι υπό το όνομα Βήλος, οι Αιγύπτιοι υπό το όνομα Πάμπρεμις και οι Λίβυες, των οποίων ο βασιλεύς Λύκος, υιός λεγόμενος του Άρεως, θυσίαζε σε αυτόν τους ξένους. Ομοίως λάτρευαν τον θεό του πολέμου οι Γαλάτες υπό το όνομα Hesus και οι Πέρσες υπό το όνομα Orion. Εξαιρετικώς όλως λατρεύονταν ο Άρης και από τους Λυσιτάνες (Στρ. C. 155), οι οποίοι θυσίαζαν σε αυτόν τράγους, ίππους και τους αιχμαλώτους τους και τελούσαν προς τιμή του αγώνες γυμνικούς, οπλικούς και ιππικούς.

Γενικά λοιπόν πάντες οι αρχαίοι λαοί κατά τους χρόνους της παιδικής ηλικίας των, όταν νόμος των μεταξύ τους σχέσεων ήταν, συνήθως, ο πόλεμος, λάτρευσαν μεταξύ των πρώτων θεών τον θεό όστις ήτο ή προσωποποίηση του θορύβου της μάχης, της σφαγής και της λύσσας των μαχομένων.

 

ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ

 

Το κύριο σύμβολο της πολεμικής δυνάμεως του Άρεως ήταν στην αρχή στους Έλληνες το ξίφος, όπως και παρά στους Σκύθες, βραδύτερον δε το δόρυ (ἐγχέσπαλος, δοριμήστωρ). Το δόρυ κατά τις αρχαιότατες παραδόσεις είναι το και το σύμβολο της εκδικήσεως, την οποίαν ζητεί ο φονευθείς, και της δικαιοσύνης ήτις με αυτό τιμωρεί τον ανθρωποκτόνο. Τό δόρι είναι όχι μόνον το υπό του Άρεως προτιμώμενοι όπλο, με το όποιον μάχεται και το όποιον παρίσταται φέρων εις τα αρχαιότερα μνημεία τέχνης αλλά και το σύμβολο με το όποιον εκδηλώνει την κυριαρχία του επί τίνος τόπου εμπηγνύων αυτό εις το έδαφος, όπως στον Άρειο Πάγο. Σύμβολα του Άρεως ήσαν και οι προμνημονευθέντες πυρσοί, τους οποίους έφεραν οι πυρφόροι εις τις στρατιές των Σπαρτιατών. Εκ των ζώων που είχαν περισσότερη σχέση με την φύση του Θεού Άρη θεωρούνταν οι κύνες, και οι περιφερόμενοι εις τα πεδία των μαχών διά ν’ βρουν την λεία των γύπες. Σε πολλά μέρη, και δίως στην Σπάρτη, θυσίαζαν σε αυτόν σκύλους, αλλού δε αλέκτορας και ταύρους. Κατά τον Πλούταρχο και οι Σπαρτιάτες θυσίαζαν εις τον Άρη αλέκτορα μεν διά τας εκ παρατάξεως νίκες των ταύρο δε διά τας διά δόλου νίκες των. Τα αγριώτερα δε έθνη θυσίαζαν, ως προελέχθη, ανθρώπους.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ

 

Και τους μύθους του Άρεως, όπως και των άλλων Θεών, δοκίμασαν να ερμηνεύσουν αλληγορικώς φυσικώς και ηθικώς. Ουδέν όμως των ερμηνευτικών τούτων συστημάτων κατίσχυσεν στην αρχαιότητα. Οι πλείστοι των φιλοσόφων δέχονταν ότι ο Άρης είναι η προσωποποίηση της διχόνοιας, όπως η Αφροδίτη του έρωτος. Ο ποιητής του εις τον Άρη ομηρικού ύμνου, αποδιδόμενου εις τους νεότερους ορφικούς, επικαλείται τον θεό, τον όποιον ταυτίζει προς τον πλανήτη Άρη, να βοηθήσει αυτόν εις την κατά των παθών του αντίστασή του. Οι νεώτεροι μυθολόγοι συμφωνούν μεν ότι ο Άρης δεν ήταν στην αρχή απλή προσωποποίηση της αφηρημένης ιδέας του πολέμου, δεν συμφωνούν όμως και περί του αρχικού χαρακτήρα της Θεότητας ταύτης, υποστηρίζοντας άλλοι μεν ότι ήταν μία θεότητα του ουρανού, άλλοι ότι ήταν μία θεότητα του φωτός ή του ηλίου. (Κατά τον μύθο των Αργοναυτών ο υιοί του Ηλίου Αἰήτης είναι θεράπων του Άρεως εις το άλσος του οποίου έχει κρεμάσει το χρυσόμαλλον δέρας. Σε ένα ένα ιερό ύμνο του Άρεως λέγεται περί αυτού ότι κυλίει εις τον αιθέρα τό φλογερό και ακτηνοβόλο δίσκο του.) Άλλοι ότι ήτο θεότης της θυέλλης και άλλοι ότι ήταν μία χθόνια θεότητα αμοιβαίως ευεργετική και θρεπτική ανθρώπων και ζώων, και τρομακτική και καταστρεπτική, ήτις και επικράτησε διά να χαρακτηρισθεί ως θεός της μανίας του πολέμου·

Σήμερα κρατεί η ερμηνεία ότι ο Άρης είναι η προσωποποίηση των άτακτων εν γένει δυνάμεων της φύσεως. Τοιούτος εμφανίζεται υπό του Όμηρου και ως κληρονόμος της φιλόνικης ψυχικής διαθέσεως της μητρός του «μητρός τοι μένος ἐστὶν ἀάσχετον, οὐκ ἐπιεικτὸν - Ἥρως...», και όταν τραυματίζεται υπό του Διομήδους και ανέρχεται εις τον ουρανό ως νέφος Θυελλώδες και σκοτεινό «Οἵη δ᾽ ἐκ νεφέων ἐρεβεννὴ φαίνεται ἀὴρ - ......... - τοῖος Τυδεΐδῃ Διομήδεϊ χάλκεος Ἄρης - φαίνεθ᾽ ὁμοῦ νεφάσσιν ἰὼν εἰς οὐρανόν εὐρὺν» (Ιλ. Ε΄. 864). Υπέρ της γνώμης ότι ο Άρης ήταν στην αρχή η προσωποποίησης της θύελλας   επικουρούν και τα επεισόδια των υιών του Φλεγύου Διομήδους και Κύκνου, οίτοινες είναι εφήμερα φαινόμενα της καταιγίδας, εξαφανιζόμενα από το πλήγματα των ηλιακών ακτίνων (ηλιακών θεοτήτων, Απόλλωνος, Ηρακλέους) και η δέσμευση του θεού της ορμητικής δυνάμεως, ή οποία υπενθυμίζει την προ της εκρήξεως της καταιγίδας εικόνα του ουρανού, την στιγμήν δηλ. κατά την οποία ή θύελλα φαίνεται ακόμη δεσμευμένη. Υπέρ της γνώμης ταύτης φαίνεται ότι επικουρούν και οι  σχέσεις του Άρεως με τις πηγές οι οποίες αρδεύουν και γονιμοποιούν το έδαφος, όπως στην Βοιωτία (Θήβας) και στην Αττική. Και η παράδοση του Άρεως στι αγκαλιές της Αφροδίτης είναι πιθανότατα η αιχμαλωσία της καταιγίδας υπό των θέλγητρων της ωραίας φύσεως, της μαγείας της διαδεχόμενης τον άγριο χειμώνα ήρε μου ανοίξεως.

 

ΠΑΡΑ ΤΟΥΣ ΛΑΤΙΝΟΥΣ

 

Ο εξομοιωθείς υπό των Ρωμαίων προς τον ελληνικό Άρη Mars των Ιταλών, είναι Η θεότητα, η οποία λατρεύτηκε σε όλη την Ιταλία, από της Ομβρικής μέχρι της Λευκανίας, αρχαιότερα πάσης άλλης θεότητας, και η θεότητα, η οποία στην αρχή είχε μείζονα σπουδαιότητα παρ’ όλα τα ιταλικά έθνη της θεότητας και αυτού του Διός (Jovis), η οποία αμφισβήτησε στην αρχή και βραδύτερα αφαίρεσε τα πρωτεία από τον Άρη (Martem). Οι ετοιμόλογοι και της λατινικής Θεότητας ή σχέτισαν την ρίζα της λέξεως Mars προς το ουσιαστικό mas - maris και ερμήνευσαν την λέξη ως σημαίνουσα θεότητα, η οποία είναι δημιουργική και ζωογόνος δύναμης της φύσεως, ταυτίζοντας  την λέξιν προς την λέξιν άρρην (τούτο σημαίνει η λ. mas - marisΓΠ35-γπεγΪ5>), ή σχέτισαν την λέξιν προς το θέμα mar, κοινό εις την λατινική (marmor), εις την ελληνική  (μαρμαίρω) και σημαίνων λάμπειν, πιστεύοντας ότι ο πολεμικός θεός ήταν εν αρχή ηλιακή θεότητα.

Η Ετρουρία υπήρξε το κέντρο της λατρείας του Άρεως. Εις αυτόν μόνον ανέγειρα ναούς εκτός των τειχών των πόλεων των. Την εξαιρετική προς αυτόν λατρεία μαρτυρούν αφ’ ενός μεν τα πλείστα ετρουσκικά κάτοπτρα, εις τα όποια εμφανίζονται οι εικόνες δύο, συνήθως, θεοτήτων, εκ των οποίων η μία είναι ο πολεμικός θεός Laran, καθ’ όλα ταυτιζόμενος με τον Άρη των Ελλήνων και τον Martem των Ρωμαίων, και αφ’ ετέρου η ονομασία ενός των μηνών του ημερολογίου των πλείστων ετρουσκικών πόλεων δια της λέξεως Martius. Εκ των αρχαιοτάτων εθνικών θεών ήταν ο Άρης και εις την Ομβρική και εις την χώρα των Σαβίνων, ως μαρτυρεί η συνήθης χρήση της λέξεως Martius, είτε ως επιθέτου πολλών άλλων θεοτήτων, είτε ως ονόματος ενός των μηνών του ημερολογίου των. Και οι Όσκοι και οι Λευκανοί, των οποίων τα αρχαιότερα τους νομίσματα φέρουν την εικόνα του Άρεως, και οι Λατίνοι ωσαύτως λατρεύουν τον Άρη ως τον αρχαιότερο από τους θεούς τους. Μνημονεύεται και παρ’ αυτούς μήνας Martius και άλσος Martis και porta Martialis.

Και στην Ρώμη η λατρεία του Άρεως είναι εκ των αρχαιοτάτων. Παρουσιάζονταν δε εν αυτή η λατρεία του Άρεως υπό διπλή μορφή, την του καθ’ αυτό Άρεως (Martis) και την του Κυρίνου (Quirini).  Κέντρο της έχει αυτή τον Παλατίνο λόφο, πρώτον, εκ των επτά, καταληφθέντα. Εις τους πρόποδες του Παλατινού ήταν η Regia, δηλαδή το μυθικό ανάκτορο του Νουμά, πράγματι δε το θρησκευτικό κέντρο των Λατίνων, εις μία των αιθουσών του οποίου φυλάσσονταν οι 12 λόγχες (Hastae Martiae), λόγχες προφητικές, οι οποίες τύγχαιναν εξαιρετικής τιμής, και εις την κορυφή του αυτού λόφου οι Salii Palatini φύλασσαν τις δώδεκα προφητικές ασπίδες του Άρεως εις την Curiam Saliorum, εις την οποίαν υπήρχε και αρχαιότατο άγαλμα του οπλισμένο με δόρυ. Εις την ιεραρχία των ιερέων κατά τα πρώτα έτη της δημοκρατίας οι επισημότεροι ήσαν ο βασιλεύς, αντικαθιστώντας τον εκλιπόντα βασιλέα ως ανώτατο πολιτικό άρχοντα, ο ιερεύς του Διός, ο ιερεύς του Άρεως και ο Ιερεύς του Κυρίνου, τον όποιον ταύτιζαν με τον Άρη. (Ήταν ο Άρης των Σαβίνων, πολεμικός θεός και αυτός και έχων το αυτό σύμβολο, το δόρυ.) Επί της Απίας οδού βρίσκονταν ένα από τα ονομαστότερα Ιερά του, όπου υπήρχε το άγαλμα του, περιστοιχούμενο από εικόνες λύκων. Τα άλλα Ιερά του Άρεως ήσαν μεταγενέστερα, ως το υπό του υπάτου Ιουνίου Βρούτου (138 π. Χ.) ανεγερθέν, εις το όποιον τοποθετήθηκε ο κολοσσιαίος Άρης του Σκόπα, και τα δυο του Αυγούστου, εν επί του Καπιτωλίου, εις ανάμνηση της κατά των Πάρθων νίκης, και εν εις το Forum Augustis, εις το οποίο υπήρχε ο ανδριάντας του Ιουλίου Καίσαρος και τα αγάλματα του Άρεως και της Αφροδίτης, θείων προγόνων το« Ιουλίου γένους, εις ανάμνηση της νίκης του κατά του Βρούτου και Κασίου. Αμφοτέρων τούτων των ναών ο Άρης ήταν ο εκδικητικός Θεός (Mars Ultor). Εξέχουσα θέση είχαν οι Θεότητες Άρης και Αφροδίτη και εις το Πάνθεον του Αγρίππα. Μεγάλη ήταν η απονεμόμενη τιμή εις τον Άρη και εις τις ρωμαϊκές αποικίας και εις τις υποταγμένες υπό της Ρώμης χώρες, εις τις οποίες όμως ταυτίστηκε προς τις επιχώριες πολεμικές θεότητες.

 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΟΥ ΑΡΕΩΣ. ΛΑΤΡΕΙΕΣ

 

Ο Ιταλικός Άρης, κατ’ αντίθεση προς τον ελληνικό είναι θεός πολυσύνθετος. Και εμφανίζεται μεν κατά τους κλασσικούς χρόνους, εις μεν την λατινική  λογοτεχνία και τις δοξασίας των ανθρώπων των χρόνων εκείνων, ως ο θεός των μαχών, ως ο θεός που οδήγησε την Ρώμη εις την κοσμοκρατορία, ως ο εκπρόσωπος του κατακτητικού πνεύματος του λαού της, αλλά αυτός δεν ήταν ο χαρακτήρας του θεού και κατά τους αρχαιότατους χρόνους στους διάφορους λαούς της Ιταλίας, όταν εμφανίζεται ως θεός της βλαστήσεως και της παραγωγικής δυνάμεως, ως θεός αγροτικός. Υπό το όνομα Silvanus είναι ο θεός τον οποίο επικαλούνται οι βοσκοί για την φύλαξη και την ευτυχία των ποιμνίων των, έχει τότε περισσότερη σχέση με τον Νόμιο ή Ναπαίο Απόλλωνα των Ελλήνων ή με τον Άρη. Κατοικεί τότε ως και οι άλλοι Θεοί των ποιμνίων εις τα όρη και τα δάση. Από τότε ίσως είναι αφιερωμένος εις αυτόν ο λύκος, το τόσον συνδεδεμένο με τον Άρη και τις μυθικές παραδόσεις  της Ρώμης ζώο. Όταν δε ο Άρης είχε καταστεί ο πολεμικός θεός, δια την σχέση του προς τον λύκο και την λύκαινα, δόθηκε η ερμηνεία ότι το αιμοβόρο αυτό ζώο ήταν ως σύμβολο του Άρεως η αισθητοποίηση της αγριότητας και της μανίας των μαχών. Τότε πλάστηκε και ο μύθος ότι ο Lupus Martius και η Lupa Martia, των οποίων οι εικόνες δεν έλειπαν εξ ουδενός των ιερών του Άρεως, είχαν την σχέση της προστασίας και διατροφής των διδύμων εκ της Ρέας Συλβίας υιών του Άρεως, Ρωμύλου και Ρώμου. Ενώ πράγματι φαίνεται ότι εν αρχή ο θεός ήταν προστάτης των ποιμνίων κατά των αγρίων θηρίων και μάλιστα του ωμότερου αυτών, του λύκου. Την εν αρχή αγροτική φύση του θεού μαρτυρεί και η σχέση του Θεού προς τον δρυκολάπτην (Picum), ο οποίος θεωρείτο πτηνό προφητικό, ως προλέγον διά της επαναληπτικής κραυγής του εις τους γεωργούς την προσέγγιση βροχής. Ωσαύτως στην εν αρχή αγροτική φύση του Άρεως μαρτυρούν τα κατά τα Ambarvalia, εορτή αγιασμού στην αρχή του θέρους, και τα Robigalia, τελούμενα και εθιζόμενα, όταν οι γεωργοί έκαναν αγιασμούς εις τους αγρούς των και εύχονταν εις τον πατέρα Άρη, προ της θυσίας ταύρου, κοινού και χοίρου, να είναι προστάτης των οικογενειών των και των αγρών των από πάσης επιδημίας και από πάσης ασθενείας, ορατής και αοράτου, και να είναι προστάτης των ποιμνίων των. Και τα αφιερωμένα εις αυτόν δένδρα και φυτά, η συκή, η δρυς, η κρανέα, η δάφνη και οι κύαμοι, επιμαρτυρούν ωσαύτως την αγροτικής προέλευση του Άρεως, η δε δάφνη και την φύση αυτού ως καθαρσίου και αποτρόπαιου Θεού. Ως θεός ο οποίος μεριμνά δια την ευτυχία των αγρών, είχε την δύναμιν ν’ αναγεννά την φύση ολόκληρη, φυτά, ζώα και ανθρώπους. Εις αυτόν ήταν αφιερωμένο το ιερό έαρ. Όταν δε συνέβαινε καμία μεγάλη γενική καταστροφή, αφιέρωναν (έταζον) όλους τους καρπούς, όλα τα ζώα και όλα τα βρέφη, τα οποία θα γεννιούνταν κατά το ακόλουθο έαρ. Και κατ’ αρχάς μεν θυσίαζαν τους γεννωμένους κατά το έαρ αυτό ανθρώπους, βραδύτερα δε, όταν τα ήθη έγιναν πιο πράα, απέστελλαν αυτούς, εικοσαετείς γενόμενους, εις αποικία, εις εύρεση νέας πατρίδος. Η εξαιρετική τιμή των Ρωμαίων προς τον Άρη εκδηλώνεται και από το όνομα του πρώτου μηνός του πολιτικού και θρησκευτικού τους έτους. Μόνον ο Άρης και ο Ιανός εξ όλων των θεών αξιώθηκαν αυτής της τιμής, αλλ’ ενώ προς τιμήν του Ιανού οι Ρωμαίοι εόρταζαν μόνον την 1ην του Ιανουαρίου μηνός, προς τιμήν του Άρεως εόρταζαν τις πλείστες σχεδόν ημέρας του Μαρτίου (1ην, 9ην, 14ην, 15ην, 17ην, 19ην, 23ην). Κατά τις καλένδες του Μαρτίου εόρταζαν την επέτειο της γεννήσεως του θεού και της εξ ουρανού πτώσεως της ασπίδας του Άρεως ή της ανευρέσεως αυτής εις την οικία του Νουμά. Επειδή την 27ην Φεβρουαρίου τελούνταν τα Equiria,  πολεμική εορτή, κατά την οποίαν τελούνταν ιπποδρομίες εις το πεδίον του Άρεως και ο μήνας Μάρτιος θεωρήθηκε ραδύτερον και ως πρώτος μήνας του στρατιωτικού έτους, έγινε πιστευτό ότι και όλες οι προς τιμήν του εορτές ήσαν τιμές αποδιδόμενες εις τον Άρη ως Θεό πολεμικό.

Εν τούτοις η αντιπαραβολή των υπό των Σαλίων τελούμενων προς τα υπό των Κουρητών παρ’ Ελλήνων και τα κατά το έαρ προς τον Αποτρόπαιο Απόλλωνα στους Δελφούς και αλλού, έπεισαν πάντες ότι οι προς τιμήν του Άρεως εορτές του μηνός Μαρτίου τελούνταν ως ικεσίες προς τον αγροτικό θεό Άρη, τον αποτρόπαιο παντός κακού από ανθρώπων, ζώων και φυτών.

Εκ των άλλων Θεών των Ρωμαίων εις σχέσεις προς τον Άρη ευρίσκονται η Ήρα (Juno), ήτις ενίοτε καλείται και Martialis και η Νέρια ή Νερίνα (Nerio). Η προς την πρώτη σχέση οφείλεται εις την επί των ρωμαϊκών μύθων επίδραση των ελληνικών μύθων, κατά τους οποίους αυτή ήταν μητέρα του Άρεως. Δια της αποδοχής των ελληνικών μύθων αυτή έγινε μαμή του Ρωμύλου. Στον Οβίδιο δε διασώθηκε και παλαιοτέρα τις φαίνεται παράδοση, ότι η Ήρα κατέστη μητέρα του Άρεως εξ επαφής της προς κάποιο άνθος, εξ αγανακτήσεως δια την εκ της κεφαλής του Διός γέννηση της Αθηνάς. Η προς την Νέρινα, η οποία είναι και αρχαιότερη της προς της Ήρας σχέσης του, είναι δυσερμήνευτος. Μερικοί θεώρησαν αυτή σύζυγο αυτού, άλλοι υποστήριξαν ότι η Νέρινα είναι η Αθηνά, ονομασθείσα έτσι μετά την απόκρουση των προς αυτή ερωτήσεων του Άρεως. Αυτήν υποκατέστησαν αργότερα εν μέρει η Αθηνά, εν μέρει δε και η Αφροδίτη.

 

ΠΩΣ Ο ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΑΡΗΣ ΚΑΤΕΣΤΗ ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ

 

 Εις την μετάπτωση του Άρεως εξ αγροτικής θεότητας εις πολεμική υποβοήθησε μεν και η σύμπτωση αγροτικού και πολεμικού έτους, άλλα κυρίως όμως συνετέλεσε ο τρόπος κατά τον οποίο τελούνταν η πρωτόγονη λατρεία προς τον Άρη. Έτσι ο οπλισμός των Σαλίων, οι ασπίδες τους, οι χοροί τους, δια των οποίων επιδιώκονταν η καταπολέμηση των αοράτων δυνάμεων, των επιβλαβών εις την γεωργία, ηδύναντο κάλλιστα να θεωρηθούν και ως στοιχεία πολεμικής θεότητας. Τα άλλα στοιχεία της πρωτογόνου λατρείας, τα οποία δεν ήτο δυνατό να υπαχθούν εις την νέα ερμηνεία (την πολεμική) ή εμφανίστηκαν ή κατανεμήθησαν σε άλλες θεότητες (την Δήμητρα, τον Διόνυσο). Η μεταμόρφωση της θεότητας του Άρεως συγχρονίσθηκε προς την μεταμόρφωση των κατοίκων της Ρώμης. Όταν ο πληθυσμός της πόλεως αποτελούνταν  από γεωργούς και βοσκούς και οι εορτές του ήσαν αγροτικές, και οι θεοί του, φύσεως ασαφής και ακαθορίστου ακόμη, ήσαν προστάτες των αγρών και των ποιμνίων και οι απομακρύνοντες από τους ανθρώπους τους κινδύνους και τις ασθένειες. Όταν δε η πόλη μεταμορφώθηκε εις κράτος πολιτικό και κατακτητικό, και μέρος των θεών της μεταμορφώθηκε κατά την εικόνα της και ανέλαβε λειτουργίες και δικαιοδοσίες νέας. Ούτως αλλοιώθηκε ε εικόνα του παλαιού εθνικού θεού των Ρωμαίων Άρεως. η αρχική σημασία των παλαιών εορτών του σκοτίσθηκε και ο χαραχτήρας του θεού προσαρμόσθηκε προς τις νέες θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις των Ρωμαίων. Κατά την μεταβατική ταύτη κατάσταση της μεταμορφώσεως του Άρεως εκ Θεού αγροτικού εις πολεμικό, επήλθε και η επαφή του πολιτισμού και της θρησκείας Ρωμαίων και Ελλήνων, οι οποίοι συνεργάστηκαν και επέσπευσαν την πλήρη μεταμόρφωση του Άρεως, ήτις υποβοήθησε έπειτα εις τον ταυτισμό Άρεως και Μartis .

 

Ο ΑΡΗΣ ΩΣ ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΣ

 

Εάν ο Ζευς (Jupiter Optimus Maximus) ήταν το προστατευτικό πνεύμα του ρωμαϊκού λαού, ο πολιούχος της Ρώμης, η μοίρα όμως της αυτοκρατορίας εξαρτήθηκε από τον θεόΰ των τυχών του πολέμου. Παρίσταται εις όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ρωμαίων. Από της μυθικής κτίσεως της Ρώμης (ως πατήρ του Ρωμύλου και Ρώμου) συνδέεται με όλες τις ένδοξες αναμνήσεις της ιστορίας τους. Κατά την κήρυξε εκάστου πολέμου πρώτον καθήκον του στρατηγού ήτο να μεταβεί εις το Sacrarium του Άρεως, να συγκρούσει την ουρανοπετή ασπίδα του μετά των άλλων 12, έπειτα το ιερό δόρυ και ν’ απαγγείλει την πανηγυρική φράση «Mars vigila» (αγρύπνει)». Τα ιερά αυτά σύμβολα των, και όσα περιείχε η Regia και όσα περιείχε η Curia Salorium, κινούνταν εφ’ εαυτών εις τις κρίσιμες περιστάσεις και έδιδαν προφητικές οδηγίες.

Κατά τις εκστρατείας, και προ της μάχης, εις τον Άρη τελούσαν θυσίες. Εν ονόματί του απονέμονταν οι μετά την μάχη αμοιβές, και μάλιστα η ύψιστη αυτών (corona graminea - στέφανος εκ χόρτου), διδομένη εις τον διασωσμένο σώμα του ρωμαϊκού στρατού εκ μιας απελπιστικής καταστάσεως. Εις αυτόν αφιέρωναν τα όπλα των ηττηθέντων εχθρών και μέρος της άλλης λείας ή μέρος του εισπραχθέντος χρηματικού ποσού εκ των πουλημένων λαφύρων. Η άσχετη προς αυτό πρότερη Ιταλική θεότητα Gradivus έγινε επίθετο του Άρεως, όταν αυτός μεταμορφώθηκε σε πολεμικό θεό, και Mars Gradivus σήμαινε Άρης πεζός· ήταν ο τύπος του λεγεωνάριου στρατιώτη. Οι εκ του ελληνικού Άρεως συνήθως εμπνεόμενοι ποιητές παρουσίαζαν τον Άρη μαχόμενο πεζή ή εφ’ άρματος, συνοδευόμενο από θεότητας ανάλογους προς τις ελληνικές Ενυώ, Δείμον και Φόβον (Bellonam, Pavorem, Pallorem). Επί του άρματος του πίστευαν ότι αρπάχθηκε εις τους ουρανούς ο Ρωμύλος. Από θεό προστάτη των στρατιωτών και των στρατηγών έγινε ο Άρης κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, όταν στρατηγοί ήσαν οι αυτοκράτορες, ο προστάτης και των αυτοκρατόρων. Τότε δε αναπτυχθήκαν τα πολυάριθμα επίθετα του, εκ των οποίων τα πλείστα αναγράφονται εις τα νομίσματα των αυτοκρατορικών χρόνων. Επικρατέστερα των επιθέτων αποβήκαν τα victor (νικητής) και invictus (αήττητος). Επειδή δε ως θεός του πολέμου εξασφάλιζε μετά την ήττα των πολεμίων και την ειρήνη εις την αυτοκρατορία, ετιμάτο και ως θεός pacifer και pacator (ειρηνοποιός). Στο στρατόπεδο τιμώνταν κυρίως από τους χρόνους του Αυγούστου ως ultor (εκδικητής). Μετά την αναπτυγμένη όμως μεγάλη επικοινωνία των Ρωμαίων με τους άλλους λαούς και ιδίως με τους Έλληνες, το προστατευτικό έργο του Άρεως κατανεμήθηκε και εις τους άλλους εισειλεύσαντες εις το ρωμαϊκό πάνθεο ξένους θεούς, και ιδίως εις τους Ηρακλή, Αθηνά, Νίκη και Τύχη.

 

Ο ΑΡΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

 

Ο μύθος του Άρεως ενέπνευσε την αρχαία Ελληνική καλλιτεχνία απ’ αυτών των βρεφικών ετών της, διότι πλείστα αρχαία ξόανα αυτού μνημονεύονται, ως το του διπλού ναού Αφροδίτης και Άρεως, του μεταξύ Άργους και Μαντινείας κειμένου, το του Άργους του αλυσόδετου εν Σπάρτη Ενυαλίου ως και το αρχαϊκό ανάγλυφο της Τεγέας. Μεταξύ των αρχαϊκών αναπαραστάσεων του Άρεως είναι και η εν τη λάρνακα του Κυψέλλου απεικόνιση του Ενυαλίου, οδηγούντος δια της χειρός την σύζυγό του Αφροδίτη. Εις τα της Ολυμπίας αναθήματα των Μεγαρέων, τα οποία ήσαν «κέδρου ζῴδια χρυσῷ διηνθισμένα» (Παύσ. VI. 19.12), και φυλάσσονταν εντός του θησαυρού αυτών, παρίστατο ο Άρης βοηθών τον Αδελφό μαχόμενο προς τον Ηρακλή.  Εις τα διασωθέντα μνημεία της αρχαϊκής τέχνης ο καταισχύσας τύπος του Άρεως είναι ο του οπλίτη, φέροντος πλήρη τον οπλισμό του και μη διακρινόμενου των άλλων οπλιτών στις πολεμικές σκηνές. Ο αρχαϊκός Άρης είναι γενειοφόρος και παρίσταται ούτως σε πολλά αρχαία αττικά αγγεία· (μελανόμορφα συνήθως, σπανιότερα δε και ερυθρόμορφα), πλησίον της Αφροδίτης, ή κατά την στιγμήν της γεννήσεως της Αθηνάς, η κατά την Γιγαντομαχία, ή κατά τον αγώνα του υιού του Κύκνου και Ηρακλέους ή αποκομίζων επί του άρματος του τον υιό του, φεύγοντα προ του ήρωα. Εις της αγγειογραφίας του τέλους της αρχαϊκής περιόδου παρίσταται ειρηνικός, καθήμενος πλησίον της Αφροδίτης και μετέχων της συνελεύσεως των Θεών. Φέρει μακρύ Ιωνικό χιτώνα και χλαμύδα, και κρατεί το κράνος και το δόρυ του. Κατά τα μέσα του Ε΄π. Χ αιώνα ο τύπος του Άρη υπέστη αισθητή μεταμόρφωση εις τα μνημεία της γλυπτικής τέχνης. Εμφανίζεται γενικώς με τα χαρακτηριστικά ήρωα νεαρού και αγένειου, όπως και οι θεοί Ερμής και Διόνυσος. Εκ των πολεμικών όπλων του διατηρεί μόνον το κράνος κοσμημένο με την εικόνα του λέοντος και γρυπός, συνήθως, και το δόρυ του. Το σώμα του είναι, συνήθως, γυμνό, διότι η χλαμύδα την οποίαν φέρει χρησιμεύει μάλλον ως πλαστικός διάκοσμος ή ως ένδυμα. Οι αγγειογράφοι όμως πιστοί εις την παράδοση, εξακολουθούν ν’ απεικονίζουν τον Άρη με την γενειάδα του και ενίοτε μάλιστα πάνοπλο. Έτσι π.χ. παρίσταται σε ένα ωραιότατο ερυθρόμορφο κύπελλο, αποκειμένου εις το Βρεττανικό μουσείο και παριστά συμπόσιο των Θεών, εις την γιγαντομαχία (αγγειογραφία του Εργίνου και του Αριστοφάνη) ενός άλλου κυπέλλου αποκειμένου εις το μουσείο του Βερολίνου και εις ένα αγγείο του εν Παρισίοις Λούβρου. Φέρεται όμως και αγένειος επί ενός άλλου αγγείου τον Βρεττανικού μουσείου παριστώντας την Πανδώρα να καλλωπίζεται. Είχε αρχίσει η επί της αγγειογραφίας επίδραση της γλυπτικής. Η επί της αγγειογραφίας δηλ. παράσταση υπενθύμιζε την παράσταση του παρά την Δήμητρα Άρεως της ζωφόρου του Παρθενώνος. Απλή χλαμύδα περιβάλλει τα άκρα των μηρών και το πρόσωπο του μαρτυρεί μία Θελκτική άνεση. Το μόνον χαρακτηριστικό γνώρισμα του θεού του πολέμου είναι το επί της έδρας στηριζόμενο δόρυ.

Κατά τους χρόνους της ακμής της αρχαίας γλυπτικής δύο αγάλματα του Άρεως θεωρούνταν αξιόλογα, το τού Αλκαμένους και το του Σκόπα. Επηρεασμένο από το έργο του Αλκαμένους θεωρούσαν οι αρχαιολόγοι το εν Λούβρω άγαλμα του Ε΄ π. Χ. αιώνα, όπερ άλλοτε μεν καλείτο «Ἀχιλλεύς,» και τώρα «Βυργςησιος Ἄρης». Ο θεός είναι γυμνός και αγένειος και φορεί κράνος κοσμημένο με δύο γρύπες και δύο κύνες ή λύκους που τρέχουν. Διά της αριστερής χείρας κρατούσε το δόρυ, που λείπει σήμερα. Της αυτής περιόδου της γλυπτικής είναι και ένα κολλοσιαίος Άρης ολίγο διάφορος, του Palazzo Borgese. Ο Άρης αυτός φέρει χλαμύδα και κράνος και διά της χειρός του σύρει το ξίφος. Τέλος σε διάφορα μουσεία (Παρισίων Μαδρίτης) υπάρχουν κεφαλές του Άρεως της ίδιας εποχής, τα οποία  παρουσιάζουν τα αυτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα : κεφαλή αγένεια, χαρακτήρα ενεργό (ισχυρό μυϊκό σύστημα και τράχηλον σαρκώδη), έκφραση ολίγο ψυχρή·  από το αττικό κράνος του εκφεύγουν άφθονοι βραχείς βόστρυχοι της άταχτου κόμης του. Ο Άρης του Ludovisi από τους ωραιότερους και αξιλογώτερους τύπους της θεότητας αυτής, εξ όσων διασώθηκαν εκ των έργων της αρχαίας γλυπτικής. Η στάσης του υπενθυμίζει τον Άρη της ζωοφόρου του Παρθενώνος. ο θεός κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα επί ενός των γονάτων του. Η μία των χειρών του κρατεί ξίφος επί θήκης. Το αριστερό πόδι στηρίζεται επί του κατά γης αποτιθεμένου κράνους του, τα εκφραστικότατα βλέμματά του κατευθύνονται μακριά. Το συνωφρυωμένο μέτωπό του φέρει μεν τα ίχνη ταραχής, ή επί του βράχου όμως στηριζόμενη ασπίδα του  μαρτυρεί ότι είναι τώρα ήρεμος. Πιθανότατα ο Άρης αυτός έγινε κατ’ απομίμηση του κολοσσιαίου Άρεως του μεγάλου Σκόπα.

Το άγαλμα αυτό ίσως κοσμούσε κάποιον από τους ναούς του Άρεως της Ρώμης, είναι δε γνωστό υπό το όνομα «ὁ Ἀναπαυόμενος Ἄρης». Ο εις τους πόδας του παίζων Έρωτας είναι του αντιγραφέα προσθήκη. Οι αρχαίοι ανάφεραν και δύο αγάλματα του Άρεως του Δ΄ π.Χ. αιώνα, ένα κολλοσιαίο του Λεωχάρη ή του Τιμόθεου και ένα του Πείστωνα. Της σχολής του Λυσίππου οι αρχαιολόγοι διακρίνουν δύο τύπους αγαλμάτων του Άρεως, διασωθέντα σε διάφορα χάλκινα αγαλμάτια του θεού. Ο εις τύπος είναι Άρης σύρων το ξίφος εκ της θήκης ή επαναθέτων αυτό εις αυτή και έτερος Άρης στηριζόμενος επί του όρθιου δόρατος με το ξίφος εις το πλευρό. Του πρώτου τύπου αναπαράσταση είναι ένα αγαλμάτιο του μουσείου της Βιέννης, του δε δευτέρου πλείστα αγαλμάτια των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Την μορφή του Άρεως έχομε και σε νομίσματα θεσσαλικά και μακεδονικά του Δ΄ π. Χ. αιώνος. Κατά την ελληνιστική εποχή δεν υπάρχει αναπαράσταση του Άρεως αξία λόγου εις την γλυπτική. Μόνον εις την Γιγαντομαχία του Περγάμου υπάρχει και του Άρεως η μορφή και εις δύο αρχαΐζοντα μνημεία, εις τον λεγόμενο βωμό των δώδεκα Θεών, αποκείμενο στον Λούβρο, και σε ένα χείλος φρέατος εκ λίθου αποκείμενο εις το Καπιτώλιο, εις το οποίο αναπαρίστανται έτσι οι 12 θεοί. Είναι όμως συχνό θέμα των ελληνιστικών σχολών οι έρωτες του Άρεως και της Αφροδίτης εις τοιχογραφίας της Κομπανίας. Κατά τους αυτούς χρόνους, προσφέρουν πολυάριθμους εικόνας του Άρεως τα νομίσματα της Βιθυνίας, του Πόντου, της Ν. Ιταλίας και της Σικελίας.

 

ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑ

 

Οι Ρωμαίοι καλλιτέχνες μιμηθήκαν τους Έλληνες συναδέλφους τους εις την παράσταση του Άρεως. Μιμήθηκαν τα έργα τους και εις το θέμα τους και την εμφάνιση αυτού του θεού. Τα πλείστα των χάλκινων διασωθέντων αγαλματίων του δεν διαφέρουν των ελληνικών, ειμή μόνον ότι είναι χονδροειδέστερα εις την τέχνη. Ο Ρωμαίος Άρης είναι ωσαύτως νέος με πυκνούς και βραχείς βοστρύχους, με κράνος και ξίφος ή δόρυ, με σώμα γυμνό ή ενδεδυμένο με λεπτή χλαμύδα και με την στάση μαχόμενου ή αναπαυομένου. Εις τα συμπλέγματα, παρ’ αυτόν ίσταται, συνηθέστατα, η Αφροδίτη. Των κατ’ απομίμηση των ελληνικών χάλκινων αγαλματίων διακρίνονται μόνον τα κατ’ απομίμηση των ετρουσκικών γενόμενα, τα οποία έχουν πλήρη την πανοπλία. Μεταξύ όμως των αγαλμάτων και των αγαλματίων υπάρχει και εις τύπος του Άρεως, ο οποίος είναι ρωμαϊκή δημιουργία και ο τύπος αυτός είναι ο γενειοφόρος Άρης, με κράνος και θώρακα, ο οποίος διά μεν της δεξιάς, υψωμένης, κρατεί δόρυ ή ξίφος, διά δε της αριστερής, φερόμενης προς τα κάτω, μεγάλη ασπίδα, όρθια και εφαπτομένη του εδάφους. Του τύπου αυτού του Άρεως, του οποίου πρότυπον ήταν, όπως υποστηρίζουν μερικοί, Mars Ultor, του υπό του Αυγούστου αφιερωθέντος εις τον Άρη ναού, διασώθηκε η μορφή σε ένα ανάγλυφο, κείμενο εις το μουσείο Αλγερίου και παριστάνει τον Άρη εν μέσω της Αφροδίτης και του Καίσαρος. Μία ζωγραφιά των Θερμών του Τίτου αναπαριστά τον Άρη κατερχόμενο εκ των νεφών πλησίον της Ρέας Συλβίας. Το αυτό θέμα απεικονίζεται και εις πολλά ανάγλυφα. Άλλα θέματα προσφιλή διά την ελληνορρωμαϊκή τέχνη είναι ο αγών Άρεως και Ηρακλέους παρά το πτώμα του Κύκνου,, και οι έρωτες Άρεως και Αφροδίτης, ιδίως επί των σαρκοφάγων. Πολυάριθμα είναι και τα νομίσματα, επί των οποίων απεικονίζεται η μορφή τον Άρεως και μάλιστα τα ρωμαιοκαμπανικά, αργυρά και χρυσά. Επί τούτων, επί της εμπρόσθιας μεν όψεως απεικονίζεται κεφαλή Άρεως, γενειοφόρου ή αγένειου, μετά κράνους, επί της οπίσθιας δε κεφαλή ίππου, ή τέθριππο του Άρεως ή της Νίκης ή αετός επί κεραυνού. Τα νομίσματα ταύτα φέρουν την επιγραφή ROMANO ή ROMA. Την εικόνα του Άρεως φέρουν και νομίσματα της πόλεως Ρώμης από του έτους 94 π.Χ., όταν την εικόνα της θεάς Ρώμης αντικατέστησαν οι εικόνες των θεών Διός ή Άρεως ή Απόλλωνος. Η κεφαλή του Άρεως των νομισμάτων τούτων είναι αγένειος, ή φέρει γενειάδα μόλις φυόμενης, και φέρει κράνος. Επί της οπίσθιας όψεως παριστάται Άρης γυμνός βαδίζων και φέρων, συνήθως, διά μεν της δεξιάς δόρυ, επί δε του αριστερού ώμου τρόπαιο. Αυτός είναι ο συνηθέστερος τύπος όλων των νομισμάτων των αυτοκρατορικών χρόνων.

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΤΕΧΝΗ

 

Ως ενέπνευσαν την τέχνη της αρχαίας Ελλάδος και της αρχαίας Ρώμης οι μύθοι του Άρεως, ούτως ενέπνευσαν και την τέχνη των νεότερων χρόνων, και μάλιστα την ζωγραφική. Μεταξύ των καλυτέρων έργων ζωγραφικής, τα οποία έχουν θέμα τους μύθους του Άρεως ή του Martis των Ρωμαίων, είναι τα των ζωγράφων L. Giordano, Ch. Lebrun, An. J. Gros και προ πάντων οι δύο πίνακες του N. Poussin «Mars et Venus» και «Mars et Rea Sylvia», αμφότεροι κείμενοι εις το Λούβρο. Εις τον πρώτον πίνακα, επί του πρώτου οπτικού πεδίου προς τα αριστερά, η Αφροδίτη γυμνή είναι εξαπλωμένη επί ενός τάπητος καλυμμένου από άνθη και στηρίζει την κεφαλή της επί του ετέρου των βραχιόνων της. Δίπλα της είναι ξαπλωμένος ο Άρης, αναγνωριζόμενος από το κράνος του, ο οποίος θωπεύει με το χέρι του το πρόσωπο της Αφροδίτης. Όπισθεν του κυρίου αυτού συμπλέγματος ένα έρως κρατεί δάδα και άλλος ανερχόμενος εις το άρμα της Αφροδίτης αφήνει μία περιστερά να πετάξει. Εις το δεξιό μέρος του πίνακα φαίνονται κύκνοι και Έρωτες. Εις εκ των Ερώτων με βέλος εις την χείρα και φαρέτρα επί του ώμου έχει ανέβει εις την ράχη ελάφου και είς τον δρόμο του ανατρέπει άλλους Έρωτες, οι οποίοι προσπαθούν να τον εμποδίσουν κρατούντες αναμμένες δάδες και την ασπίδα του Άρεως. Εις το βάθος ένας  Έρως παραδίδει τεμάχιο χάρτου εις τον Άδωνη.

Ο καλλιτέχνης θαυμάσια έχει αποδώσει εις την μορφή του Άρεως την ησυχία και πεποίθηση του εραστή, ο οποίος πιστεύει δη μόνος αυτός αγαπάται, και εις την της Αφροδίτης το λεπτό σκώμμα. Με εν χλευαστικό σημείο δεικνύει αυτή προς τον Άδωνη, ότι ο πλησίον αυτής εραστής δεν είναι και ο μάλλον υπ’ αυτής αγαπημένος. η όλη σκηνή είναι πλήρης χάριτος και ποικιλίας. Δια του προσώπου εκατέρου των θεών έχει εκφρασθεί τελείως ο χαρακτήρας του. Το τοπίο είναι πλούσιο και η διάταξη και των δευτερεουσών σκηνών επιτυχέστατη. Ο πίνακανς ανήκε εις την συλλογή του Λουδοβίκου του Ιδ΄.

Εις τον δεύτερο πίνακα του ο ζωγράφος παριστάνει την μέλλουσα μητέρα του Ρωμύλου και Ρώμου κοιμωμένη εις την όχθη του Τίβερη. Εις την έτερα των χειρών της κρατεί το δοχείο με το όποιον προ ολίγου είχε αντλήσει ύδωρ εκ του ποταμού. Όπισθεν αυτής Έρωτες ρίπτουν τα βέλη των κατά του Άρεως, ο οποίος προχωρεί προς την Ρέαν Συλβίαν επί άρματος συρομένου υπό λεόντων. Ο Τίβερης έχει προσωποποιηθεί δια μιας των αλληγορικών μορφών, οίτινες από της αρχαιότητος έχουν καθιερωθεί διά τους ποταμούς. Έχοντας εστραμμένα τα νώτα του προς τον θεατή κάθεται αυτός (ο προσωποποιημένος θεός ποταμός) επί της χλόης, , έχων πλησίον του δύο νεογέννητα παιδία. Παρ’ αυτά είναι και η λύκαινα της παραδόσεως.

 

Βιβλιογραφία

1. Οι Αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι ποιητές και μυθογράφοι.

2. Μυθολογικό λεξικό W. H. Roscher εςι τις λέξεις Apollon - Mars

3. Εγκυκλοπαιδικά λεξικά Pauly - Wissova και P. Larousse

4. Ελληνικό λεξικό και ρωμαϊκό αρχ. Darremberg et Saglio

5. Μυθολογία της Αρχαίας Ελλάδας Descharme (μεταφρ. Αδαμαντίου) κ.α.

 

Πηγή: Γεράσιμος Δ. Καψάλης, Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ε΄, σσ. 441 - 445)

 

 

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ - ΑΡΗ

 

Κατά τρόπο ανάλογο, στους τευτονικούς λαούς αναπτύσσεται μια πληθώρα θεοτήτων ειδικότερα ο Saxnot (sax και seax/ μάχαιρα, not/εταίρος, σύντροφος) συνιστά το θείο στοιχείο που συνδέεται με το μακρύ ξίφος, δηλώνοντας στην κυριολεξία τον φορέα του ξίφους. Μια πρώιμη λατρεία του ξίφους, με μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, στοιχείο που πιστοποιείται από τα αρχαιολογικά ευρήματα που ανάγονται στους σκύθες, στους Αλανούς και, στους Κουάδους [J. Grimm: Deutsche Mythologie («Γερμανική Μυθολογία»), I & II, Gottingen 1854,i, σελ. 185]. Ήδη από την μυκηναϊκή περίοδο ή και την μινυακή το άορ /μακρύ ξίφος και ο άρης/βλαπτικός, καταστροφικός, ολέθριος, φέρουν στο προσκήνιο τον Άρη, ο οποίος από την πρώιμη λατρεία του θείου στοιχείου του ξίφους, ανελλίσεται στο πάνθεον των Ολυμπίων, ακριβώς όπως ο Saxnot ανελλίσεται ως ισοδύναμος των επουράνιων Thunara και Wodan [H. Braune: Althochdeutsches Lesenbuch («Αναγνωστικό της παλαιάς γερμανικής») Halle 1888, σελ 159

Έτσι και ο Requalivahanus (γοτθικό riqis, ταυτόσημο ετυμολογικά του ελληνικού έρεβος/σκότος), είναι αρχικά το θείο στοιχείο του σκότους, που λατρεύεται με χορούς κατά την διάρκεια της πανσελήνου , αλλά τελικά ανελίσσεται ως ισοδύναμος της Σελήνης κατά την ελληνορωμαϊκή περίοδο, όπως προδίδει η αναθηματική επιγραφή του Κουίντου Αππιανού, που θυσιάζει και δεσμεύεται με όρκους προς τον Requalivahanus στις όχθες του Ρήνου, κατά την περίοδο που προφανώς έχει μετατεθεί στις φρουρές της Γερμανίας [Μουσείο Κολωνίας]

Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 39,  άρθρο «Η Ονοματολογία των Επουράνιων Θεοτήτων», Γιώργος Ηλιόπουλος, σελίδα 92 κ. εξ.

 

 

 

Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία & αρχαία Σπάρτη

 

Αριστερά: Τυμπανιστές της χιτλερικής νεολαίας. Η νεολαία αυτή ακολουθούσε την εκπαίδευση των ιλών και αγελών της αρχαίας σπαρτιατικής νεολαίας. (Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο Φως,  τεύχος 50, άρθρο Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, σελίδα 34)

Δεξιά: Ο αρχηγός της χιτλερικής νεολαίας Αρθούρος Άξμαν συγχαίρει μέλη της μεραρχίας SS- Hitlerjugend με το αριστερό του χέρι. Το δεξί το έχασε στο ρωσικό μέτωπο! (Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο Φως, τεύχος 50, άρθρο Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, σελίδα 34)

Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Ιδιοκτήτης και εκδότης του περιοδικού Απολλώνιου Φωτός (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter εκπομπή Αθέατος Κόσμος, Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2004)

 

Τα όπλα για τον πολεμιστή και στα δύο συστήματα, κατείχαν ιερό χαρακτήρα. Η κατασκευή του σπαθιού αποτελεί όχι απλώς το αντικείμενο αλλά το επίκεντρο μίας μυητικής διαδικασίας. Η σφυρηλάτηση του σπαθιού, συνδεόμενη με την επικέντρωση του νου προς ανώτερες σφαίρες ανατάσεως, η τεχνική της δημιουργίας υπό την επήρεια μίας μυστικιστικής έκστασης, οδηγεί σε μία θετική φόρτιση, αποτελώντας το σπαθί μία προέκταση του πολεμιστή.

Η λάμα του σπαθιού συμβολίζει την ουράνια κατάσταση και υπεροχή, η κόψη του συμβολίζει την θεότητα η οποία εκδηλώνεται δυναμικά, η λαβή ανταποκρίνεται στα γήϊνα, ενώ η θήκη αντιπροσωπεύει την αρμονία των αντιθέσεων. Υπό την κυριαρχία του πνεύματος των νόμων του Λυκούργου, οι Λακεδαιμόνιοι ένιωθαν την Πατρίδα τους ως έναν Ιερό Ναό στον οποίο απέδιδαν τιμές, με υπέρτατη αφιέρωση την ίδια τη ζωή τους. Στις θρησκευτικές εορτές που τελούνταν μάλιστα προς τιμήν της Ορθίς Αρτέμιδος, διεξάγονταν αγωνίσματα και ασκήσεις σκληραγωγίας για ψυχική και σωματική χαλύβδωση.

Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο Φως, τεύχος 50, άρθρο Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, σελίδα 34

 

 

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ & Ο ΣΤΡΑΤΟΣ

Κατά Λουκάν, Κεφ γ΄ «14 ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· Καὶ ἡμεῖς τί ποιήσωμεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν»

 

Ο πόλεμος που επιφέρει την θανάτωση, του θνητού άλλωστε αντιπάλου, όπως και η τεκνοποίηση-τεκνογονία με σκοπό την διαιώνιση θνητών, σε μια μελλοντική άφθαρτη Δημιουργία αθανάτων, όπως θα είναι η Βασιλεία του Θεού, εκ των πραγμάτων, δεν θα έχουν καμία θέση. Η ανοχή του Θεού προς την ύπαρξη του στρατού και των στρατιωτών είναι περισσότερο στάση κατανόησης της πτώσης του ανθρώπου  και της δημιουργημένης από αυτόν κοινωνίας εις αντικατάσταση του χαμένου παραδείσου, παρά αποδοχή. Από κει και έπειτα η στάση του χριστιανού ανθρώπου - στρατιώτη μέσα σε ένα στράτευμα και η συμπεριφορά του είναι ζήτημα προσωπικό που τον μετατρέπει είτε σε ένα «αυστηρό επαγγελματία» του είδους που μάχεται απέναντι σε έναν οπλισμένο αντίπαλο, είτε σε κάποιο μέλος μιας «οπλισμένης συμμορίας» που γεμάτος πάθη απέναντι στον «αντίπαλο» ξεπερνά τα αυστηρά καθήκοντα του και εκτρέπεται από αυτά σε εμπαθείς σφαγές αμάχων, βιασμούς, εκδικήσεις κ.α. Θα πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι πριν την ενανθρώπιση του Ιησού, σε κοινωνίες ανθρώπων πιο βάρβαρες, ο Θεός είχε παραδώσει άλλο κώδικα συμπεριφοράς, όπως ο πατέρας παραδίδει νέες και διαφορετικές εντολές στο παιδί του που μεγαλώνει καθώς αυτό αντιμετωπίζει κάθε φορά νέες συθνθήκες. Τότε και δηλαδή πριν την Κ.Δ. υπήρχε περίπου η ακριβής ανταπόδοση «δόντι αντί οδόντος και οφθαλμός αντί οφθαλμού».

 

 

Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων, 21 Νοεμβρίου. (Πηγή: http://www.geetha.mil.gr)

 

Σήμερα υπάρχουν Άγιοι προστάτες των ενόπλων σωμάτων. Αυτό δεν είναι μια κάποια αντίφαση. Όταν το στράτευμα αποτελείται από χριστιανούς, τότε ο κάθε στρατιώτης έχει το δικαίωμα της επουράνιας προστασίας, όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής του. Ο Χριστιανισμός δεν είναι κοινωνική επανάσταση αλλά πνευματική. Ο Χριστιανός οφείλει να υπερασπίζεται την πατρίδα του, και να υπακούει τους νόμους του κράτους στο οποίο ευρίσκεται, εκτός και αν συντρέχουν λόγοι επιβολής διαφορετικής πίστης επί του προσώπου του, οι οποίοι δεν μπορούν να γίνουν ανεκτοί από αυτόν. Παράλληλα με την συμμετοχή του στο στράτευμα της πατρίδος του έχει δικαίωμα εις την συνεχιζόμενη πνευματική του καθοδήγηση και αρωγή από ιερείς και ιερωμένους, όπως και από Αγίους και τον ίδιο τον Χριστό.

 

 

 

 

 

ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ & Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

 

Δεν είναι λίγοι αυτοί που μπερδεύονται σχετικά με τη στάση της Εκκλησίας στο θέμα του πολέμου. Από τη μία είναι σαφές το παράδειγμα του Χριστού «να γυρίζουμε το άλλο μάγουλο όταν κάποιος μας ραπίζει», και από την άλλη, φαίνεται παράδοξη η εορτή αγίων προστατών των στατιωτικών σωμάτων. Από τη μία έχουμε σύνοδο που απαγορεύει τη συμμετοχή Χριστιανών σε οποιοδήποτε στράτευμα, και από την άλλη έχουμε αγίους που ήταν στρατιωτικοί. Από τη μία έχουμε την «αγάπη προς τον εχθρό μας» που δίδαξε ο Χριστός, και από την άλλη έχουμε Χριστιανούς που πολέμησαν «για του Χριστού την πίστη την αγία»! Από τη μία έχουμε Χριστιανούς που μέμφονται όσους δεν υπερασπίζουν την πατρίδα τους, και από την άλλη Χριστιανούς που λένε ότι ως Χριστιανοί δεν είναι δυνατόν να ανήκουν σε κανένα στράτευμα.

Φαίνονται όλα αυτά ως ένας γόρδιος δεσμός, ένα μπερδεμένο κουβάρι, που δύσκολα μπορεί κάποιος να το εκλογικεύσει και να το αναλύσει σε νοήματα, γιατί είναι κυρίως βίωμα, και όχι ιδεολογική ανάλυση. Και συγχωρήστε μου το θράσος, να προσπαθήσω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις, ως απάντηση στα ερωτήματα που μου τέθηκαν, όντας αμέτοχος του όντως επουρανίου βιώματος. Αλλά θα το επιχειρήσω με οδηγούς αυτούς που μετείχαν στο βίωμα αυτό, και άφησαν σ’ εμάς τους νηπίους μια πνευματική κληρονομιά με ανεκτίμητη δυναμική προς επίλυση φαινομενικά δύσκολων θεμάτων. Απλώς ως αντιρρησίας συνειδήσεως, είχα τη δυνατότητα να ασχοληθώ με το ζήτημα, και να έρθω σε επαφή με ανθρώπους που κατείχαν το πνευματικό ανάστημα ώστε να απαντήσουν σε παρόμοια ερωτήματα που κι εγώ τους έθεσα κάποτε.

 

Οι δύο νόμοι

 

Ας ξεκινήσω με μια διάκριση. Στη Χριστιανική πίστη μιλάμε συχνά για τους «νόμους της φθοράς», και για τους «νόμους της αφθαρσίας». Τι είναι άραγε αυτοί οι δύο νόμοι; Ποια η διαφορά τους; Να ένα καλό ερώτημα για να αρχίσουμε να προσεγγίζουμε το ζήτημα που μας απασχολεί, όσο και αν φαίνεται άσχετο με το ζήτημα εκ πρώτης όψεως.

Και πρώτα - πρώτα, να τονίσω ότι μιλάμε για «νόμους» της φθοράς, ή της αφθαρσίας. Όχι για την ίδια την κατάσταση της φθοράς ή της αφθαρσίας. Μιλάμε για νόμους. Και επειδή οι νόμοι της αφθαρσίας είναι μόνο για όσους τους γεύθηκαν, θα ξεκινήσουμε από τους νόμους της φθοράς, που τους γευόμαστε καθημερινά. Ας δούμε μερικές φράσεις, γνωστές σε όλους, που μας δίνουν μια πρώτη εικόνα: «Ο νόμος της ζούγκλας». «Η επιβίωση του ισχυρότερου». «Η φυσική επιλογή». «Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Φράσεις που αναφέρονται στο ίδιο και το αυτό πράγμα. Όπως και να το κάνουμε, ζώντας σε έναν φθαρτό κόσμο, είμαστε όλοι μάρτυρες αυτού του βιώματος. Είτε «το μεγάλο ψάρι» ήταν ο πιο δυνατός συμμαθητής μας, είτε ο γόης αντίζηλός μας, είτε ο πλούσιος ανταγωνιστής της επιχείρησής μας, είτε η πολεμική μηχανή μιας υπερδύναμης… Και όλοι μας έχουμε εμπειρία της αδικίας που συνεπάγεται αυτός ο «νόμος της ζούγκλας», ο νόμος «του δίκιου του ισχυρότερου».

Νόμοι άδικοι, σε έναν άγριο και εχθρικό κόσμο που για να ζήσεις πρέπει να αγωνιστείς. Να «βγάζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα σου», και να «γεννάς τα παιδιά σου με πόνους», κατά την πρόβλεψη του Θεού προς τους πεσμένους (στον κόσμο της φθοράς) πρωτοπλάστους. Και όταν λέμε ότι «έπεσαν», από κάπου έπεσαν. Από τον «παράδεισο», από την «κατάπαυση» του Θεού, όπου δεν θα ήταν ανάγκη να ιδρώνουν και να πονούν και να αγωνιούν. Αυτή είναι μια πρώτη προσέγγιση για κατανόηση των νόμων της αφθαρσίας. Νόμοι στους οποίους θα ρίξουμε μια σύντομη και περιορισμένη ματιά, μόνο στο θέμα που εξετάζουμε, γιατί σε όλο τους το εύρος, μόνο ειδικής ποιότητας «μάτια» μπορούν να δουν αυτούς τους νόμους.

Όμως οι νόμοι της φθοράς, αν και άδικοι, δεν είναι άχρηστοι. Είναι ένας δυναμικότατος μηχανισμός για τη λειτουργία των όντων. Μέσω αυτού του μηχανισμού οι γενιές των ζώων και των ανθρώπων δυναμώνουν, νικούν ασθένειες, δημιουργούν ικανούς απογόνους, και αποφεύγουν τον αφανισμό. Είναι λοιπόν ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί την τυχαιότητα, (ακόμα και τον θάνατο) για πρόοδο και βελτίωση των όντων. Και κάτι που βελτιώνει τα όντα, δεν είναι κακό, αλλά… καλό! (Βεβαίως, αυτό το λέμε εντελώς ψυχρά, βλέποντας τα πράγματα εντελώς φυσιοκεντρικά, χωρίς την έννοια της «δικαιοσύνης», όπως την υπαγορεύει η ανθρώπινη συνείδηση…)

Η δυναμική των νόμων αυτών, δεν πέρασε απαρατήρητη από τους βιολόγους, ούτε όμως από τους φιλοσόφους της πολιτικής. Οι νόμοι της φθοράς, βρίσκονται στη βάση των δύο κεντρικών πολιτικών ιδεολογιών, του Καπιταλισμού και του Κομμουνισμού. Ο μεν Καπιταλισμός δημιουργώντας ισχυρές ανταγωνιστικές κοινωνίες, ο δε Κομμουνισμός, θυσιάζοντας την ευημερία των λίγων στο βωμό του συμφέροντος των πολλών. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, κάποιοι αδικούνται γι’ αυτό που θεωρείται ως το «κοινό συμφέρον». Στη μία το μεγάλο ψάρι τρώει τα μικρά και μεγαλώνει κι άλλο, και γίνεται ισχυρότερο, στην άλλη, τα μικρά συνασπίζονται και ξεσκίζουν το μεγάλο ψάρι για να κάνουν ένα ισχυρό κράτος. Και στις δύο περιπτώσεις, επιχειρείται η εκμετάλλευση της δυναμικής των νόμων της φθοράς, προς όφελος της κοινωνίας.

 

Γιατί να ζούμε στη φθορά;

 

Γιατί άραγε ο κόσμος μας αν και δημιούργημα του Θεού, βρίσκεται υπό το καθεστώς της φθοράς; Γιατί άραγε, είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε σε έναν τέτοιο κόσμο; Γιατί να πρέπει να παλεύουμε για το κάθε τι;

Η απάντηση που δίνει η Χριστιανική πίστη, είναι σαφέστατη: «Επειδή μόνοι μας επιλέγουμε την παρούσα κατάσταση του κόσμου. Επειδή προτιμάμε την αυτονόμησή μας από τον Θεό. Αυτονομούμαι από τον Θεό, σημαίνει ότι του στερώ το δικαίωμα να διαφεντεύει τη ζωή μου. Σημαίνει ότι αντί για τους δικούς Του νόμους, επιλέγω τους νόμους τους δικούς μου, που θεωρώ πιο αρεστούς. Σημαίνει ότι τον βγάζω έξω από τη ζωή μου - στην ουσία, δεν με βγάζει Αυτός από τον παράδεισο, αλλά εγώ τον βγάζω από τη ζωή που μαζί του θα ήταν παράδεισος! Παρ’ όλα αυτά, Εκείνος, αν και με διακριτικότητα αποσύρεται, σεβόμενος την αυτοδιάθεση που επιλέγω, φροντίζει να μην αφανισθώ. Οι νόμοι της φθοράς που Αυτός πρόβλεψε να λειτουργούν έτσι, με διασώζουν από τον πλήρη αφανισμό, έστω και με το αναγκαίο κακό μιας σειράς από αγώνες, αγωνίες και αδικίες, που εξασφαλίζουν τη «φυσική επιλογή». Μου δείχνει τον σωστό δρόμο και τον τρόπο, όμως εγώ τον αρνούμαι. Αλλά φροντίζει να υπάρχει ένα κρυφό δύσκολο και στενόχωρο μονοπάτι, που εξασφαλίζει την επιβίωσή μου, (γιατί όχι και την εκπαίδευσή μου), έστω και μακριά Του.

Ο Αδάμ επέλεξε να ζει έξω από τον παράδεισο, αυτονομημένος, και να ιδρώνει για να ζει. Οι κατασκευαστές του πύργου της Βαβέλ, προτίμησαν μια ισχυρή πόλη κατά το υπόδειγμα των εθνών, παρά την άναρχη αλλά ευλογημένη ζωή που τους εξασφάλιζε ο Θεός. Οι Ισραηλίτες, προτίμησαν ανθρώπινο βασιλιά, κατά το υπόδειγμα των ανταγωνιστικών γύρω εθνών, παρά την άναρχη ζωή της εποχής των Κριτών. Γι’ αυτό όταν ο τελευταίος κριτής ο Σαμουήλ παραπονέθηκε στον Θεό ότι οι Ισραηλίτες ζητούν βασιλιά, του απάντησε: «Τι σε νοιάζει εσένα; Εσένα απέρριψαν; Εμένα απέρριψαν από το να βασιλεύω πάνω τους». Και τους όρισε βασιλιά. Όμως τους προειδοποίησε, ότι αυτό θα τους βάλει σε άλλα προβλήματα, κατά το υπόδειγμα των εθνών, το οποίο επέλεξαν. Λέει η αφήγηση: «Και ο Κύριος είπε στον Σαμουήλ: Άκουσε τη φωνή τού λαού, σε όλα όσα λένε σε σένα· επειδή, δεν απέβαλαν εσένα, αλλ’ εμένα απέβαλαν από το να βασιλεύω επάνω τους· σε όλα τα έργα που έπραξαν, από την ημέρα που τους ανέβασα από την Αίγυπτο μέχρι αυτή την ημέρα, αφού με εγκατέλειψαν, και λάτρευσαν άλλους θεούς, έτσι κάνουν και σε σένα· τώρα, λοιπόν, άκουσε τη φωνή τους· όμως, διαμαρτυρήσου σ’ αυτούς ανοιχτά, και δείξ’ τους τον τρόπο τού βασιλιά, που θα βασιλεύσει επάνω τους» (Α΄ Σαμουήλ 8/η: 7-9). Έχει σημασία, όπως θα δούμε, ότι αν και ο Θεός διαφωνούσε με τον τρόπο που επέλεξαν, το σεβάστηκε, τους όρισε βασιλιά, αλλά τους προειδοποίησε…

Και ερχόμαστε στη Χριστιανική εποχή. Πώς ζούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί; Μας λέει το υπόμνημα των Πράξεων των αποστόλων: «Και η καρδιά και η ψυχή τού πλήθους, εκείνων που πίστεψαν, ήταν μία· και ούτε ένας δεν έλεγε ότι είναι δικό του κάτι από τα υπάρχοντά του, αλλά είχαν τα πάντα κοινά. Και οι απόστολοι απέδιδαν με μεγάλη δύναμη τη μαρτυρία της ανάστασης του Κυρίου Ιησού· και μεγάλη χάρη ήταν επάνω σε όλους αυτούς. Για τον λόγο ότι, δεν υπήρχε ούτε ένας ανάμεσά τους που είχε ανάγκη· επειδή, όσοι ήσαν κάτοχοι χωραφιών ή σπιτιών, αφού τα πουλούσαν, έφερναν το αντίτιμο της αξίας εκείνων που πουλούσαν, και το έβαζαν στα πόδια των αποστόλων· και μοιραζόταν σε κάθε έναν σύμφωνα με την ανάγκη που είχε» (Πράξεις 4/δ: 32-35).

Πώς είναι σήμερα η κατάσταση μεταξύ των Χριστιανών; Πόσο θυμίζει αυτό που βλέπουμε σήμερα, την παραπάνω μαρτυρία; Και προσέξτε! Δεν υπήρχε ανάγκη ανάμεσά τους. Όλοι είχαν τα πάντα κοινά. Σήμερα, αν και έχουμε περιουσίες και καταθέσεις, ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι με ανάγκες, που υφίστανται τις συνέπειες των νόμων της φθοράς. Γιατί άραγε; Μήπως γιατί και οι Χριστιανοί επιλέξαμε με τη σειρά μας την «αυτονόμηση»; Μήπως γιατί αποδιώξαμε το Άγιο Πνεύμα από ανάμεσά μας, με τις δικές μας επιλογές; Και μόνο σε μοναστήρια βλέπουμε σήμερα να υπάρχει αυτή η κοινοκτημοσύνη - ακτημοσύνη, όπου οι Χριστιανοί δεν έχουν εδώ πόλη διαμένουσα, αλλά τη μέλλουσα επιζητούν». Γι’ αυτό και ειδικά τα μοναστήρια είναι πηγές αγίων και δυνάμεως Θεού, όπως και στόχος κάθε αντιχριστιανικού στοιχείου.

«Δεν έχουμε εδώ πόλη που διαμένει, αλλά τη μέλλουσα επιζητούμε» (Εβραίους 13/ιγ: 14). Αυτή είναι η σαφέστατη δήλωση του αποστόλου Παύλου, για τον τρόπο που διαβιούσαν οι Χριστιανοί στον πρώτο αιώνα μ.Χ. Και όταν μιλάμε για «πόλη», μιλάμε για την «πολιτική πρωτεύουσα», για την «πόλη κράτος» που υπήρχε εκείνο τον καιρό. Η Ιερουσαλήμ για τους Εβραίους, η Ρώμη για τους Ρωμαίους. Μια πόλη, που λειτουργούσε σαν «πολιτικό κέντρο» μιας κοινότητας - εθνότητας. Οι Χριστιανοί δεν είχαν πόλη. Διωκόμενοι ήταν σε κάθε πόλη. Το κέντρο του έθνους τους, δεν ήταν επίγειο, αλλά ουράνιο. Δεν ήθελαν πόλη, σαν την «πόλη» που έχτισε ο Κάιν, ευθύς μετά τη φυγή του όταν σκότωσε τον αδελφό του (Γένεσις 4/δ: 17). Ούτε σαν τους κατασκευαστές της Βαβυλώνας, που ήθελαν «πόλη και πύργο» (Γένεσις 11/ια: 4). Ούτε ήθελαν πολιτική πρωτεύουσα με ανθρώπινο βασιλιά, όπως οι Ισραηλίτες, όταν ζήτησαν από τον Σαμουήλ να τους επιλέξει βασιλιά «κατά το υπόδειγμα των γύρω εθνών». Ζούσαν στη γη, αλλά πολιτεύονταν στον ουρανό. Γι’ αυτό δεν χρειάζονταν ούτε πολέμους, ούτε εθνικές συγκρούσεις, ούτε υπάρχοντα είχαν να διαφυλάξουν από επιδρομείς. Και σε αυτή τη ζωή το Άγιο Πνεύμα, πλούσια, έδινε τις ευλογίες των νόμων της αφθαρσίας. Χαρά εν μέσω θλίψης και διωγμών, αυτάρκεια μέσα στη φτώχια. Θαυματουργικές θεραπείες και σημεία της συνέργειας  του Θεού μαζί τους. Γιατί επέλεξαν αυτή τη συνέργεια, και με αυτή ζούσαν την κάθε μέρα. Και με αυτή ταξίδεψαν ως «νέφος μαρτύρων» για την ουράνια πατρίδα που τόσο προσδοκούσαν!

Όμως όπως όλοι οι άλλοι πριν από αυτούς, έτσι και οι Χριστιανοί ως έθνος, κάποτε υπέκυψαν στα παραδείγματα του κόσμου. Πράγμα αναμενόμενο και προφητευμένο. Και εξ αρχής ο απόστολος Πέτρος το είχε ξεκαθαρίσει: «Υπήρξαν, όμως, και ψευδοπροφήτες ανάμεσα στον λαό (Ισραήλ), όπως και μεταξύ σας θα υπάρξουν ψευδοδάσκαλοι, οι οποίοι θα εισαγάγουν με πλάγιο τρόπο αιρέσεις απώλειας, καθώς θα αρνούνται και τον Δεσπότη που τους αγόρασε, φέρνοντας επάνω στον εαυτό τους γρήγορη απώλεια. Και πολλοί θα ακολουθήσουν στις απώλειές τους, για τους οποίους ο δρόμος τής αλήθειας θα δυσφημηθεί. Και θα σας εμπορευθούν με πλαστά λόγια, χάρη πλεονεξίας· των οποίων η καταδίκη, από τον παλιό καιρό, δεν μένει αργή, και η απώλειά τους δεν νυστάζει» (Β΄ Πέτρου 2/β: 1-3). Όπως όλοι οι άλλοι πριν από τους Χριστιανούς, οι Χριστιανοί κουράστηκαν με τον τρόπο του Θεού. Και θέλησαν επίγεια πόλη, και αγαθά, και υλική ευημερία. Και τη βρήκαν στο πρόσωπο της Ρώμης. Και ο Θεός, για μια φορά ακόμα σεβάστηκε την επιθυμία του λαού Του. Και τους έδωσε αυτό που ζητούσαν, στο πρόσωπο ενός αυτοκράτορα, και μιας αυτοκρατορίας. Και μπήκαν και αυτοί στον αγώνα των νόμων της φθοράς…

Δεν τους αρνήθηκε ο Θεός αυτό που θέλησαν. Όπως δεν το αρνήθηκε στους προκατόχους τους, τους Ισραηλίτες. Αλλά συνέχισε να τους οδηγεί, ως έθνος, με τον τρόπο που αυτοί επέλεξαν να ζουν. Στη σιγουριά μιας «επίγειας πόλης». Που όμως είχε πλέον πολλούς λόγους να μάχεται για τα εδάφη της και τους πολίτες της… Και που «στη σιγουριά των όπλων της», αποδίωχνε την ενεργή προστασία του Πνεύματος του Αγίου, μια και δεν την θεωρούσε αρκετά προστατευτική...

 

Από τη μάζα στο πρόσωπο

 

Ήταν βέβαια αργά μετά την πτώση του Αδάμ, για να λειτουργήσουν οι νόμοι της αφθαρσίας στο βαθμό που λειτουργούσαν στον Παράδεισο. Θα έπρεπε η ανθρωπότητα να περιμένει την ενανθρώπιση του Θεού, για να προσλάβει ο Θεός την πεσμένη ανθρώπινη φύση και να τη θεραπεύσει, και κατόπιν η θεραπεία αυτή να γίνει αποδεκτή από την ανθρωπότητα, ώστε να εφαρμοσθεί στην κτίση ολόκληρη. Όμως μέσα στη μάζα την ανθρωπότητας, οι νόμοι της αφθαρσίας, λειτουργούσαν επιλεκτικά, σε όλους όσους επέλεγαν να ζουν σύμφωνα με αυτούς, παρά το ότι το περιβάλλον γύρω τους υφίστατο την επιρροή των νόμων της φθοράς.

Πλάι στον Κάιν και τις βλέψεις του για επίγεια πόλη, υπήρχε ο Άβελ, ο πρώτος μάρτυρας  της ανθρωπότητας. Και πλάι στην πόλη του Κάιν, λίγο δυτικότερα, ζούσε ο μετανοημένος Αδάμ, αποβλέποντας και πάλι στην ουράνια πόλη που έχασε. Γι’ αυτό ποτέ δεν έφτιαξε δική του, αν και γενάρχης εθνών. Πλάι στο βασιλιά Σαούλ που επέλεξε να στέψει ο Ισραήλ, υπήρχε ο κριτής Σαμουήλ, που θρηνούσε για τις επίγειες βασιλείες. Και αργότερα, πλάι στον Χριστιανό πλέον Ρωμαίο αυτοκράτορα, υπήρχε ο μοναχός άγιος Αντώνιος, που είχε αρνηθεί τις κοσμικές πόλεις.

Δεν απέρριψε ο Θεός τους πιστούς του, επειδή επέλεξαν το κακοτράχαλο μονοπάτι των νόμων της φθοράς. Συνέχισε να τους επισκιάζει όσο Του το επέτρεπαν, όπως ο κάθε καλός πατέρας, δεν αρνείται το παιδί του, επειδή επέλεξε να ζήσει μόνο του. Αλλά σε κάθε ευκαιρία που Τον άφηναν, έδειχνε την αγάπη του και την επιθυμία του να τους βοηθήσει στο βαθμό που Τον ήθελαν. Έστω και αν «οι πολλοί», δεν τον έβλεπαν ως «πατέρα», αλλά κάτω από τη σκληρότητα της ζωής που επέλεξαν, τον έβλεπαν ως «σκληρό Κύριο», κάτι που διαγράφεται ζωντανά στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Γιατί δεν εννοούσαν το φταίξιμο των δικών τους επιλογών, αλλά πάντα Εκείνος ήταν ο φταίχτης, επειδή είχε προβλέψει το κακοτράχαλο μονοπάτι των νόμων της φθοράς.

Παρ’ όλα αυτά, εκτός από το πλήθος των «δούλων» και των «μισθωτών», στο λαό του Θεού υπήρχαν και οι «φίλοι» Του. Αυτοί που εγκατέλειψαν τα πάντα, για να βιώσουν τη συντροφιά Του και την κατεύθυνσή Του, όπως ο Αβραάμ, που εγκατέλειψε την πατρίδα του την Ουρ, και ζούσε σε σκηνές σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. «Και φίλος Θεού ωνομάσθη» (Ιάκωβος 2/β: 23). Και όταν ενανθρώπισε, είπε στους μαθητές του που τα εγκατέλειψαν όλα γι’ Αυτόν: «Δεν σας λέω πλέον δούλους, επειδή ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του· εσάς, όμως, σας αποκάλεσα φίλους, επειδή όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα φανέρωσα» (Ιωάννης 15/ιε: 15). Και ο φίλος, είναι κοντινότερος ακόμα και από τον γιο! Γιατί στον γιο σου δεν λες τα μυστικά σου, αν δεν γίνει φίλος σου.

Πορεύεται λοιπόν ο Θεός στους αιώνες της φθοράς, υιοθετώντας γιους και θυγατέρες και κάνοντας φίλους, ανάμεσα στους δούλους Του, στους μισθωτούς Του και στα τέκνα Του. Και σε αυτούς αποκαλύπτει τους νόμους του μέλλοντος αιώνος. Όπως τους αποκάλυψε στον απόστολο Παύλο, τον οποίο ανέβασε «έως τρίτου ουρανού», όπου «αρπάχτηκε στον παράδεισο, και άκουσε λόγια ανεκλάλητα, που δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να εκφράσει» (Β΄ Κορινθίους 12/ιβ: 2,4). Μα μόνο στους φίλους Του αποκαλύπτει τα μυστικά Του. Γιατί «καθένας που τρέφεται με γάλα, είναι άπειρος του λόγου τής δικαιοσύνης· αφού είναι νήπιος. Η στερεή τροφή, όμως, είναι για τους τελείους, οι οποίοι, χάρη στη συνεχή χρήση, έχουν τα αισθητήρια γυμνασμένα, στο να διακρίνουν το καλό και το κακό» (Εβραίους 5/ε: 13,14).

Οι γιοι του Θεού, δεν είναι όλοι έτοιμοι και ικανοί να διακρίνουν με ακρίβεια το κάθε ζήτημα. Επειδή «για όσον χρόνο ο κληρονόμος είναι νήπιος, δεν διαφέρει από τον δούλο, αν και είναι κύριος όλων· αλλά, είναι κάτω από επιτρόπους και οικονόμους, μέχρι την προθεσμία που έβαλε ο πατέρας του. Έτσι κι εμείς, όταν ήμασταν νήπιοι, ήμασταν δουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία τού κόσμου· όταν, όμως, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός εξαπέστειλε τον Υιό του, ο οποίος γεννήθηκε από γυναίκα και υποτάχθηκε στον νόμο· για να εξαγοράσει αυτούς που ήσαν κάτω από τον νόμο, ώστε να λάβουμε την υιοθεσία. Και το ότι είστε γιοι, (φαίνεται από το ότι) ο Θεός έστειλε το Πνεύμα τού Υιού του στις καρδιές σας, το οποίο κράζει: «Πατερούλη!». Ώστε, δεν είσαι πλέον δούλος, αλλά γιος· αν, όμως, είσαι γιος, είσαι και κληρονόμος τού Θεού διαμέσου τού Χριστού» (Γαλάτας 4/δ: 1-7).

Είναι μια σχέση προσωπική, στην οποία οδηγεί ο Θεός σταδιακά τους ανθρώπους Του, βοηθώντας τους να ξεφύγουν από κάθε νόμο, και αναδεικνύοντας σ’ αυτούς, τους «νόμους» τους πνεύματος, τους «νόμους» της αφθαρσίας, και βοηθώντας τους να αντέξουν τους νόμους της φθοράς σε αυτή την προσωρινή φθαρτή ζωή.

Στο Χριστιανικό έθνος του Θεού λοιπόν, υπάρχουν πολλών ειδών άνθρωποι. Αν και είναι όλοι υιοθετημένα τέκνα του Θεού δια του αγίου βαπτίσματος, κάποιοι είναι ακόμα «νήπια», και σαν «δούλοι», περισσότερο φοβούνται, παρά αγαπούν τον πατέρα τους. Γιατί ακόμα κάνουν αταξίες, και υπόκεινται στο νόμο της φθοράς, καθώς «αυτός που σπέρνει στη σάρκα, θα θερίσει από τη σάρκα φθορά· αλλά, εκείνος που σπέρνει στο Πνεύμα, θα θερίσει από το Πνεύμα αιώνια ζωή» (Γαλάτας 6/ς: 8).

Υπάρχουν και οι «μισθωτοί», αυτοί που κάνουν το καλό, όχι τόσο από αγάπη προς τον Θεό, αλλά για να λάβουν «μισθό» (άλλοι για επίγειο μισθό, και άλλοι για ουράνιο). Μα ούτε και σ’ αυτούς ο Θεός αρνείται τον μισθό για τον οποίο εργάσθηκαν. Γι’ αυτό και βλέπουμε ιερείς που για τον μισθό κοπιάζουν, και όχι για το ποίμνιο. Γιατί κατά τον λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού: «ο μισθωτός, που δεν είναι ποιμένας, που δεν είναι δικά του τα πρόβατα, βλέπει τον λύκο να έρχεται, και αφήνει τα πρόβατα, και φεύγει· και ο λύκος τα αρπάζει, και σκορπίζει τα πρόβατα» (Ιωάννης 10/ι: 12). Γι’ αυτό νήπιοι και μισθωτοί σκορπίζουν συχνά το ποίμνιο, και δεν έχουν το χαρακτηριστικό της θυσίας, που συγκροτεί την ποίμνη. Γιατί για να επιτευχθεί η σωτηρία του ποιμνίου, χρειάζεται αυτοθυσία.

Αλλά υπάρχουν και οι «γιοι», και οι «φίλοι» Του. Και αυτοί αποζητούν το καλύτερο, όχι για τον φόβο σαν τους δούλους, ούτε για τον μισθό, σαν τους μισθωτούς, αλλά μόνο και μόνο από αγάπη γι’ Αυτόν. Σε αυτούς αποκαλύπτει περισσότερα, στους δε φίλους Του τα πάντα όσα μπορούν να βαστάξουν. Αυτοί αποτελούν την πηγή της Χριστιανικής Θείας Αποκάλυψης, διατυπωμένη για όλους εμάς τους «δούλους» και  «μισθωτούς», μέσα από κείμενα Συνόδων, μέσα από την Αγία Γραφή, μέσα από τα Λειτουργικά και Πατερικά κείμενα, και την Υμνολογία της Εκκλησίας.

 

Οι γιοι του Θεού και οι πόλεμοι

 

Δεν χρειάζεται ο Θεός να μιλήσει μέσα από μια Σύνοδο, για να γνωρίσουν οι άνθρωποι το θέλημά Του. Το ίδιο Του το παράδειγμα, θα έπρεπε να είναι αρκετό. Γιατί, πράγματι, πόσοι γνωρίζουν τη σύνοδο της Αρελάτης που απαγόρευσε στους Χριστιανούς τη συμμετοχή σε κάθε στράτευμα; Ελάχιστοι! Όμως πόσοι γνωρίζουν τη ρήση του Κυρίου: «Όποιος σε χαστουκίσει στο ένα μάγουλο, γύρνα και το άλλο»; Όλοι! Και πόσοι γνωρίζουν, ότι ο Χριστός υβρίστηκε, πτύσθηκε, μαστιγώθηκε και σταυρώθηκε, Θεός ων, χωρίς να κάνει τίποτα ενάντια στους βασανιστές Του; Όλοι το γνωρίζουν και αυτό. Δεν γνωρίζουν επίσης, πως αντέδρασε στον μαχαιροβγάλτη Πέτρο, όταν κόλλησε πάλι το αφτί του Μάλχου που έκοψε ο Πέτρος; Και αυτό το γνωρίζουν. Προς τι λοιπόν μια σύνοδος να θέσει τα αυτονόητα; Δεν αρκεί το παράδειγμα του Ιδίου του ιδρυτή της Χριστιανικής πίστης; Και αφού ο Θεός στους φίλους Του αποκαλύπτει τα μυστικά του, σε τι χρειάζονται οι σύνοδοι, τα κείμενα, και κάθε τι άλλο που περιέχει νόμους, κανόνες και επεξηγήσεις;

Χρειάζονται για τους γιους που ακόμα υπόκεινται σε νόμους και παιδαγωγούς, γιατί ακόμα είναι νήπιοι, και δεν κατανοούν το θέλημα του Θεού. Αυτοί σαν τα παιδάκια ζηλεύουν τα φανταχτερά παιχνίδια του κόσμου. Κάνουν αταξίες. Τσακώνονται για δικαιώματα και σύνορα. Θέλουν να επιδεικνύουν την κατά κόσμον δύναμη των εθνών και πόλεών τους. Θέλουν πολιτικές επίγειες πρωτεύουσες, και χτίζουν «πόλεις» σαν τον Κάιν και τη Βαβέλ. Γι’ αυτό δημιουργούν Βαβυλωνία (σύγχυση). Γι’ αυτούς γράφονται νόμοι και κανόνες από τους φίλους του Θεού, αν και το παράδειγμα του Ιδίου του Χριστού είναι τόσο κοντά τους, που θα έπρεπε να το βλέπουν και να το βιώνουν. Μα τι να κατανοήσει ένα νήπιο; Και τι ευθύνη να του καταλογίσεις;

Στην Αγία Γραφή, η πόλη η Αγία του Θεού, το κέντρο της Χριστιανικής εθνότητας, συμβολίζεται ως ένα ψηλό βουνό, που ονομάζεται «ουράνια Σιών» ή «ουράνια Ιερουσαλήμ». (Πρόκειται για τη λέξη που παρανόησε ο Εβραϊκός Σιωνισμός, και την εφάρμοσε σε επίγειες καταστάσεις και επιδιώξεις). Όμως ο Θεός απεκάλυψε στα τέκνα του τους Χριστιανούς, ότι η λέξη αυτή σχετίζεται με τη Χριστιανική Εκκλησία, και όχι με τον Εβραϊκό Ιουδαϊσμό και τον αλυτρωτισμό του. Τα βουνά στην Αγία Γραφή συμβολίζουν κυβερνητικά κέντρα (Αποκάλυψις 17/ιζ: 9,10). Λέει λοιπόν η προφητεία του Ησαϊα:

«Στις έσχατες ημέρες, το βουνό του οίκου του Κυρίου θα στηριχθεί επάνω στην κορυφή των βουνών, και θα υψωθεί υπεράνω των βουνών· και όλα τα έθνη θα συρρέουν σ’ αυτό, και πολλοί λαοί, θα πάνε, και θα πουν: Ελάτε, και ας ανέβουμε στο βουνό τού Κυρίου, στον οίκο του Θεού του Ιακώβ· και θα μας διδάξει τους δρόμους του, και θα περπατήσουμε στα μονοπάτια του. Επειδή, από τη Σιών θα βγει νόμος, και λόγος Κυρίου από την Ιερουσαλήμ. και θα κρίνει ανάμεσα στα έθνη, και θα ελέγξει πολλούς λαούς· και θα σφυρηλατήσουν τα μαχαίρια τους σε υνιά, και τις λόγχες τους σε δρεπάνια· δεν θα σηκώσουν μαχαίρι, έθνος ενάντια σε έθνος, ούτε θα μάθουν πλέον τον πόλεμο» (Ησαϊας 2/β: 2-4).

Η προφητεία αυτή, έχει δύο τουλάχιστον εκπληρώσεις, μία πνευματική, και μία ιστορική. Όσον αφορά την πνευματική εκπλήρωση, για να βιώσει κάποιος την εν Χριστώ ειρηνική μετατροπή των όπλων σε γεωργικά εργαλεία, πρέπει να ανεβεί στο βουνό αυτό της Χριστιανικής πίστης, και να φθάσει ψηλά στην πνευματική αυτή άνοδο. Τότε, όταν ο άνθρωπος βιώσει την εν πνεύματι ζωή, οι νόμοι της φθοράς υποχωρούν, και σταδιακά αντικαθίστανται από τους νόμους του Πνεύματος της αφθαρσίας στη ζωή του, όσο είναι δυνατόν εν μέσω ενός φθαρτού κόσμου. Ο ανταγωνισμός δίνει τη θέση του στη συνεργασία, και ο θυμός στη συμπόνοια. Το μίσος στην αγάπη, και η αυταρέσκεια στην αυτοθυσία. Τότε ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να πεθάνει για τον άλλον, και όχι να σκοτώσει για να ζήσει. Τότε ενεργοποιούνται δυνάμεις πανίσχυρες, που αφθαρτοποιούν και ουρανοποιούν την κτίση γύρω από έναν τέτοιο άνθρωπο, που βιώνει τους νόμους της αφθαρσίας. Τα θηρία τρώνε από τα χέρια του, η φύση υπακούει και υποτάσσεται στις προσευχές του προς τον Θεό. Πανίσχυρες δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος πηγάζουν απ’ αυτόν, και η αγιότητά του γίνεται έκδηλη γύρω του. Γιατί αυτός πλέον μοιάζει με τον Χριστό, καθώς ανέβηκε ψηλά στην πορεία του «καθ’ ομοίωσιν» και είναι πλέον τέκνο και φίλος Θεού.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση, δεν χρειάζονται νόμους και παραδείγματα για να νιώσουν αυτή την αναγκαιότητα της «μη βίας». Τη ζουν αυθόρμητα. Δεν μπορούν να σκοτώσουν, ούτε καν να θυμώσουν ή να βλάψουν τον συνάνθρωπό τους. Ακόμα και τα έντομα είναι γι’ αυτούς αντικείμενα αγάπης, μέχρι το ταπεινό χορταράκι. Αυτοί που ανέβηκαν σε ύψη του πνευματικού αυτού όρους Σιών, ήδη από τώρα βιώνουν μέρος της αφθαρσίας που πηγάζει από τις επιλογές που έθεσαν στη ζωή τους. Γι’ αυτό ακόμα και τα λείψανά τους συχνά δεν σαπίζουν, αλλά μετέχουν κάποιου βαθμού αφθαρσίας, (ήδη από αυτή τη φθαρτή ζωή), και ευωδιάζουν. Και οι άνθρωποι αυτοί, δεν είναι δυνατόν να μην αποδέχονται, ή να κατηγορούν τα νήπια αδέλφια τους, που ακόμα δεν μπορούν να βιώσουν τις δυνάμεις του μέλλοντος αιώνος.

Και είναι εκπληκτική η φανέρωση στον κόσμο, της δύναμης των νόμων της αφθαρσίας, όχι μόνο από Χριστιανούς, αλλά ακόμα και από αλλοθρήσκους! Μάλιστα, ο Θεός το οικονόμησε έτσι, ώστε στην εποχή μας, να δώσει ένα τέτοιο παράδειγμα, ή αν θέλετε ένα τέτοιο μάθημα στα ατίθασα νήπιά Του, μέσω ενός… Ινδουιστή! Αυτός ο εκτός Χριστιανισμού «χριστιανός», έδωσε ένα γερό παιδαγωγικό χαστούκι στα άτακτα νήπια του Χριστιανισμού, εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές του Χριστού, τις οποίες οι Χριστιανοί σε μεγάλο ποσοστό είχαν ήδη εγκαταλείψει ως… ανεφάρμοστες! Με την αρχή της «μη βίας», ελευθέρωσε μια χώρα τόσων εκατομμυρίων από την Αγγλική αποικιοκρατική υπερδύναμη, χωρίς να ρίξει ούτε τουφεκιά! Μάλιστα, όταν οι συμπολίτες του πήραν τα όπλα, ξεκίνησε με αυτοθυσια απεργία πείνας, έτσι ώστε τους ανάγκασε να κάνουν και αυτοί παθητική αντίσταση. Όσο για την αυτάρκεια; Ο ίδιος, (ηγέτης ενός έθνους), έφτιαχνε τα ταπεινά ρούχα του, δίνοντας κι εδώ το παράδειγμα στο λαό του. Και η Αγγλική υπερδύναμη στο τέλος αποσύρθηκε! Αφού δολοφόνησε χιλιάδες ανθρώπους και ξεσήκωσε εναντίον της την κατακραυγή του πλανήτη, έφυγε ντροπιασμένη για την κακία της. Ναι, πέθαναν χιλιάδες. Όμως αν έπαιρναν τα όπλα, θα πέθαιναν πολύ περισσότεροι, και ίσως ακόμα η Ινδία θα βρισκόταν κάτω από Αγγλική κατοχή! Ένα καταπληκτικό ιστορικό παράδειγμα της δύναμης των νόμων της αφθαρσίας, ενάντια στους νόμους της φθοράς. Και ένας καταπληκτικός ηγέτης - άνθρωπος, που στην τελική κρίση θα σταθεί πλάι στους Χριστιανούς λαμπρότερος από πολλούς γιους του Θεού, όταν ντροπιασμένοι θα σκύβουμε το βλέμμα μας μπροστά στην θεοειδή λάμψη αυτού του «αλλοθρήσκου»!

Τα πνευματικά νήπια, (που σήμερα είναι η πλειονότητα), πορεύονται κατά τους νόμους της φθοράς, σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο. Και δεν έχουν το σθένος να αντιτάξουν την αγάπη προς το μίσος, το μάγουλο στο σκαμπίλι, τις ανοιχτές παλάμες στα καρφιά των σταυρωτών. Παίζουν με τους κανόνες της φθοράς, και με αυτούς ζουν και πορεύονται. Επιλογή τους! Και γι’ αυτό σεβαστή και από τον Θεό, και από τους φίλους Του. Και κανείς δεν μπορεί να τους απαγορέψει να πολεμούν για τη ζωή τους σε έναν κόσμο πολέμων. Έχουν κάθε δικαίωμα αυτοδιάθεσης και αυτοσυντήρησης - όχι όμως και απρόκλητης επίθεσης. Και οι άγιοι προστάτες «του φιλοχρίστου ημών στρατού», βλέποντας τα νηπιακά μεν, αλλά καθαρά τους κίνητρα, φυσικά θα προστατεύσουν προσωπικά τους φιλόχριστους εκείνους στρατιώτες που τους επικαλούνται, που αγωνίζονται όχι για υλικά οφέλη, αλλά για την προστασία των οικογενειών τους και των συμπολιτών τους, εφόσον αυτή η προστασία είναι για το πνευματικό συμφέρον τους. Και οι Χριστιανοί ιερείς, θα ζητούν πάντοτε την προστασία των αγίων αυτών, για τους φιλόχριστους στρατιώτες όλων των σωμάτων του στρατού, είτε γι’ αυτούς που είναι ήδη φιλόχριστοι, είτε για εκείνους που η πρόνοια του Θεού θα τους φωτίσει μελλοντικά.

Και θα ραντίζουν οι Χριστιανοί ιερείς με αγιασμό, κάθε αντικείμενο αυτών των στρατιωτών, σε μια προσπάθεια συμμετοχής του στους νόμους της αφθαρσίας, είτε αυτό είναι σακίδιο, είτε στρατιωτική μπότα, είτε κανόνι. Και το κανόνι θα ραντισθεί, όχι για να σκοτώνει καλύτερα, αλλά για να συμπεριληφθεί στα αντικείμενα εκείνα, που η χρήση τους θα οδηγήσει κάποιους από τον περίγυρο, σε προστασία, ή σε περίσκεψη, ή σε πνευματικό ξύπνημα. Δεν θα ραντισθεί ως όπλο ή ως κανόνι, αλλά ως χρηστικό αντικείμενο, η χρήση του οποίου θα έχει αιώνια επίδραση σε κάποιους ανθρώπους. Και γι’ αυτό ζητάται με τον ραντισμό, η επισκίαση του Αγίου Πνεύματος, ακόμα και σε ένα αντικείμενο που σκοτώνει. Ώστε να αστοχήσει σε κάποιον που στο μέλλον θα σωθεί, ή να τραυματίσει κάποιον, που ο φόβος και η συνειδητοποίηση του θανάτου θα του δώσει ένα νέο πνευματικό ξύπνημα στη ζωή. Οι Χριστιανοί αποζητούν ακόμα και μέσα από τον πόλεμο τη σωτηρία και την πνευματική αφύπνιση, ακόμα και των εχθρών τους.

Ο Χριστός έδωσε παράδειγμα ειρήνης, γι’ αυτούς που έχουν την ικανότητα ή την προαίρεση να το κατανοήσουν και να το ακολουθήσουν. Όχι για όλους. Ο Θεός δεν επιβάλλει τίποτα. Τα πάντα που ζητάει, είναι προτροπές, και όχι νόμοι καταναγκαστικοί. Είναι συνεργασία, και όχι επιβολή. Γι’ αυτό και η συλλογή κανόνων του αγίου Νικοδήμου, ονομάζεται: «Πηδάλιο». Γιατί είναι ευέλικτο. Και ο καθένας το ακολουθεί κατά τη δύναμή του, και όχι καταναγκαστικά. Και το βιώνει, ανάλογα με το πόσο έχει προοδεύσει στη Χριστιανική οδό. Άλλοι βαδίζοντας με τους νόμους της φθοράς, και άλλοι με τους νόμους της αφθαρσίας. Και οι δύο βαδίζουν, και έχουν συγκεκριμένο στόχο και τρόπο. Δεν είναι ενιαίος και άκαμπτος ο τρόπος που ενεργεί η Εκκλησία, αλλά προσωπικός. Κάθε μέλος της Εκκλησίας, ενεργεί κατά τη δική του, προσωπική πορεία και θέση στο δρόμο της ζωής.

Είναι στιγμές που ακόμα και ένας Χριστιανός θα πολεμήσει. Γιατί στην περίσταση εκείνη θεωρεί ότι οφείλει να το κάνει, για προστασία και για άμυνα κάποιων συνανθρώπων του. Όπως ο Αβραάμ ο φίλος του Θεού πολέμησε για να σώσει τον ανιψιό του τον Λωτ, και όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός αγωνιζόταν ως προφήτης να εμψυχώσει το έθνος μας, για εκείνο τον πόλεμο που ως προφήτης γνώριζε πως ήταν αναπόφευκτος. Από την άλλη, υπήρξαν άγιοι που ποτέ στην περιοχή τους δεν χρειάσθηκε να πολεμήσουν. Γιατί είχαν προχωρήσει τόσο πολύ στους νόμους της αφθαρσίας, που με μια τους προσευχή τα χέρια των εχθρών παρέλυαν, και τους έπεφταν τα όπλα. Οι νόμοι της τυχαιότητας, αντικαθίσταντο με τους νόμους της αφθαρσίας και του Πνεύματος. Όμως δεν ήταν όλοι σε όλες τις εποχές και περιοχές σε μια τέτοια προχωρημένη κατάσταση συνέργειας με το Άγιο Πνεύμα, και πολλοί, ακόμα και άγιοι, πολέμησαν για τη σωτηρία των συμπολιτών τους.

 

Και ο Χριστός θα πολεμήσει

 

Το να ζεις σε μια κοινότητα, για κάποιους πιστούς δημιουργεί υποχρέωση να την υπερασπίσουν. Και η πρόθεση είναι αυτή που μετράει, όχι η συμμετοχή στον πόλεμο. Γιατί να μην ξεχνάμε, ότι ακόμα και ο Χριστός, που δέχθηκε το φτύσιμο και τη σταύρωση, στο τέλος των ημερών θα πολεμήσει για προστασία των πιστών του, που θα αντιμετωπίζουν βίαια απειλή αφανισμού από τα στρατεύματα του Αντιχρίστου: «Και είδα τον ουρανό ανοιγμένο, και ξάφνου, ένα λευκό άλογο, κι αυτός που καθόταν επάνω σ' αυτό ονομαζόταν Πιστός και Αληθινός, και κρίνει και πολεμάει με δικαιοσύνη. Και τα μάτια του ήσαν σαν φλόγα φωτιάς, κι επάνω στο κεφάλι του ήσαν πολλά διαδήματα· και είχε ένα όνομα γραμμένο, που κανένας δεν το γνωρίζει παρά μονάχα αυτός. Και ήταν ντυμένος με ιμάτιο βαμμένο σε αίμα· και το όνομά του αποκαλείται: ο Λόγος του Θεού. Και τα στρατεύματα, που ήσαν στον ουρανό τον ακολουθούσαν επάνω σε λευκά άλογα, ντυμένοι με εκλεκτής ποιότητας λινό λευκό και καθαρό. Και από το στόμα του βγαίνει μια κοφτερή ρομφαία, για να χτυπάει μ’ αυτή τα έθνη· κι αυτός θα «τους ποιμάνει με σιδερένια ράβδο»· κι αυτός πατάει τον ληνό τού κρασιού τού θυμού και της οργής τού Θεού, του Παντοκράτορα. Κι επάνω στο ιμάτιο κι επάνω στον μηρό του έχει γραμμένο το όνομα, Βασιλιάς βασιλιάδων και Κύριος κυρίων» (Αποκάλυψις 19/ιθ: 11-16).

«Κηρύξτε αυτό στα έθνη, αγιάστε πόλεμο, ξεσηκώστε τους μαχητές, ας πλησιάσουν, ας ανεβαίνουν όλοι οι άνδρες τού πολέμου. Σφυρηλατήστε τα υνιά σας σε ρομφαίες, και τα δρεπάνια σας σε λόγχες· ο αδύνατος ας λέει: Εγώ είμαι δυνατός. Συγκεντρωθείτε, κι ελάτε από ολόγυρα, όλα τα έθνη, και μαζί συγκεντρωθείτε· εκεί ο Κύριος θα καταστρέψει τους ισχυρούς σου» (Ιωήλ 3/γ: 9-11).

Βλέπεις, είναι στιγμές που ακόμα και ο Χριστός θα πολεμήσει. Που η σωτηρία των φίλων Του και των παιδιών Του, σε έναν ανταγωνιστικό εχθρικό κόσμο θα απαιτήσει τη δική Του αμυντική επέμβαση. Στην έσχατη εκείνη περίπτωση, που ο κυρίαρχος του κόσμου θα είναι ο Αντίχριστος, αυτός που δεν καταλαβαίνει από νόμους της αφθαρσίας, αυτός που θα περιβάλλει τις δυνάμεις του με όλες τις πνευματικές δυνάμεις του σκότους, τότε θα έρθει η στιγμή να υποστεί ο ίδιος τους νόμους της φθοράς που θα επικαλεστεί με την πολυεθνική του δύναμη.

Η συνέχεια θα είναι η ιστορική εκπλήρωση της προφητείας του Ησαϊα, την πνευματική εκπλήρωση της οποίας είδαμε προηγουμένως: «Θα κρίνει ανάμεσα στα έθνη, και θα ελέγξει πολλούς λαούς· και θα σφυρηλατήσουν τα μαχαίρια τους σε υνιά, και τις λόγχες τους σε δρεπάνια· δεν θα σηκώσουν μαχαίρι, έθνος ενάντια σε έθνος, ούτε θα μάθουν πλέον τον πόλεμο» (Ησαϊας 2/β: 4).

Ο τελευταίος πόλεμος κατά των εθνών του Αντιχρίστου, θα έχει πλέον τελειώσει. Η ανθρωπότητα ενωμένη θα καλέσει τον Χριστό, σίγουρη πια για το τι πρέπει να κάνει. Και ο Χριστός, καλεσμένος πλέον από εμάς, θα έρθει να φέρει τους νόμους της αφθαρσίας στη γη, και να εγκαταστήσει σ’ αυτή, την ουράνια πόλη Του.

«Και η ίδια η κτίση θα ελευθερωθεί από τη δουλεία τής φθοράς, και θα μεταβεί στην ελευθερία τής δόξας των παιδιών τού Θεού» (Ρωμαίους 8/η: 21).

«Και είδα έναν καινούργιο ουρανό και μια καινούργια γη· επειδή, ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη παρήλθε· και η θάλασσα δεν υπάρχει πλέον. Και εγώ ο Ιωάννης είδα την άγια πόλη, την καινούργια Ιερουσαλήμ, που κατέβαινε από τον Θεό, από τον ουρανό, ετοιμασμένη σαν νύφη στολισμένη για τον άνδρα της. Και άκουσα μια δυνατή φωνή από τον ουρανό, που έλεγε: Δέστε, η σκηνή τού Θεού μαζί με τους ανθρώπους, και θα σκηνώσει μαζί τους, κι αυτοί θα είναι λαοί του, κι αυτός ο Θεός θα είναι μαζί τους Θεός τους. Και ο Θεός θα εξαλείψει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους, και ο θάνατος δεν θα υπάρχει πλέον· ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος δεν θα υπάρχουν πλέον· επειδή, τα πρώτα παρήλθαν» (Αποκάλυψις 21/κα: 1-4).

 

Πηγή: Ν.Μ. http://www.oodegr.com

 

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΝ ΡΩΜΑΪΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

 

Ένα ηθικό δίλημμα των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων.

 

Οι πρώτοι Χριστιανοί αισθάνονταν έντονη απέχθεια για τον πόλεμο και τη βία, και απέφευγαν συστηματικά και πεισματικά να στρατευθούν. Προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να προδώσουν τις αρχές τους. Αυτήν την εικόνα είχαν σχηματίσει οι Βυζαντινοί για τους Χριστιανούς των τριών πρώτων αιώνων. Η ίδια εικόνα παραμένει αρκετά ισχυρή μέχρι σήμερα. Εξακολουθούμε να επικαλούμαστε την «αγνότητα» των πρώτων Χριστιανών και να ενοχοποιούμε τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ότι δήθεν αυτός ευθύνεται για την ιδεολογική κατάπτωση της Εκκλησίας και την ανάμειξη Χριστιανών σε πολεμικές δραστηριότητες.

 

 

Αριστερά: Λεγεωνάριοι σε στάση μάχης. Ανάγλυφο από στήλη που βρέθηκε στο Μάιντς. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, άρθρο «Οι Χριστιανοί στον ρωμαϊκό στρατό», Δέσποινα Ιωσήφ, δρ. Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, τεύχος 30, σελ. 8)

Δεξιά: Ο Άγιος Αυγουστίνος. Λεπτομέρεια από νωπογραφία (σήμερα αποτοιχισμένη) από την εκκλησία των Αγίων Πάντων στη Φλωρεντία. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, άρθρο «Οι Χριστιανοί στον ρωμαϊκό στρατό», Δέσποινα Ιωσήφ, δρ. Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, τεύχος 30, σελ. 9)

 

Ένας Ρωμαίος στρατιώτης ήταν υποχρεωμένος να ορκίζεται στους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, να υπακούει εντολές ειδωλολατρών αξιωματικών, να συναναστρέφεται ειδωλολάτρες, να παρευρίσκεται (ως απλός στρατιώτης) ή να διεξάγει (ως υψηλόβαθμος αξιωματούχος) θυσίες προς τιμήν των παραδοσιακών θεών, να ζει μακριά από το σπίτι του αντιμέτωπος με πειρασμούς, να καταφεύγει στη χρήση βίας (πιθανότατα και στην ανθρωποκτονία). Ταυτόχρονα, είχε κατορθώσει να υπερβεί τα στενά όρια της αγροτικής ζωής και είχε τη δυνατότητα να μορφωθεί και να ανέλθει στην κοινωνική ιεραρχία. Απολάμβανε έναν ικανοποιητικό και σταθερό μισθό, αναπάντεχα δώρα από τους αυτοκράτορες, πλούσια διατροφή, ρουχισμό, ιατρική περίθαλψη, ευκαιρίες για λεηλασίες, προνομιακή θέση απέναντι στον κόσμο, φοροαπαλλαγές, αποδέσμευση από την πατρική κυριαρχία και άπλετο ελεύθερο χρόνο. Με τη συμπλήρωση 25 χρόνων θητείας, συνταξιοδοτείτο με γη δεκαπλάσιας αξίας ενός ετήσιου μισθού και με την απόδοση της ρωμαϊκής υπηκοότητας. Επιτρεπόταν, άραγε, σ’ έναν Χριστιανό να είναι στρατιώτης και σ’ έναν στρατιώτη να είναι Χριστιανός πριν από την επίσημη αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο (307-337); Σχετικά με το ζήτημα της νομιμότητας της στράτευσης Χριστιανών και της παραμονής τους στον Ρωμαϊκό Στρατό έχει χυθεί πολύ μελάνι, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων και τις δεκαετίες 1960-1980 (1).

 

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

 

Αριστερά: Ρωμαίοι στρατιώτες εν ώρα μάχης (σχεδιάγραμμα βασισμένο στη στήλη του αυτοκράτορα Τραϊανού στη Ρώμη) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, άρθρο «Οι Χριστιανοί στον ρωμαϊκό στρατό», Δέσποινα Ιωσήφ, δρ. Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, τεύχος 30, σελ. 10)

Δεξιά: Ένοπλοι Ρωμαίοι πεζικάριοι συνοδεύουν τον αυτοκράτορα (Θεσσαλονίκη, λεπτομέρεια από την αψίδα του Γαλερίου) (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, άρθρο «Οι Χριστιανοί στον ρωμαϊκό στρατό», Δέσποινα Ιωσήφ, δρ. Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, τεύχος 30, σελ. 11)

 

Η κυρίαρχη άποψη του 20ού αιώνα ήταν ότι οι πρώτοι Χριστιανοί υπήρξαν ειρηνιστές και ότι έκριναν το θρήσκευμά τους απολύτως ασυμβίβαστο με τη στρατιωτική ιδιότητα. Η εντύπωση αυτή δημιουργήθηκε καθώς οι ιστορικοί και οι θεολόγοι ε