ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

ΗΤΟΙ

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

(Αντιπαράθεσης υπό του Ανωνύμου Απολογητού)

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» του «Ανωνύμου του Έλληνος», είναι ένας διαφωτιστικός πολιτικός λίβελος· το ότι το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» διαδίδεται ουσήμερα (2011) κι από πολιτικές δυνάμεις, κι όχι μόνο από θρησκευτικές, αποδεικνύει περίφημα την πολιτική του χροιά. Αποτελεί δε ένα πονημάτιο,  του οποίου ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να κινήσει τους αναγνώστες του, Έλληνες Χριστιανούς, εις μια πολεμική προσπάθεια ενάντια εις τον Οθωμανό Τύραννο, ίσως όχι επειδή ως Οθωμανός ήταν κατακτητής των Χριστιανών Ελλήνων (Ρωμηών), αλλά γιατί σαν Οθωμανός ήταν Ηγεμόνας, δηλαδή μονάρχης ενός «Τυραννικοῦ πολιτεύματος»· ο διαφωτισμός στη Δύση κινήθηκε κατά της Δεσποτείας - Βασιλείας,  από την εποχή του Βολταίρου κιόλας, όταν δεν μπόρεσε τελικά να δελεάσει τους ηγεμόνες,εις τις πολιτικές του ιδέες, ως «κατεξοχὴν πολιτικὸν φαινόμενον» («Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 9). Τοιουτοτρόπως οδηγήθηκε στη Γαλλική επανάσταση, όπου Γάλλοι κινήθηκαν ενάντια στην ίδια τη δική τους πολιτική αρχή, κι όχι ενάντια σε ξένους κατακτητές, για τον προειρημένο λόγο.

Μήπως ο Διαφωτισμός, αφού δεν μπόρεσε να δελεάσει τις δεσποτείες με τα κηρύγματά του, θα μάχονταν οιαδήποτε παρούσα δεσποτεία στον ελληνικό χώρο, ακόμη κι αν αυτή αντιπροσωπεύονταν από ένα Βυζαντινό αυτοκράτορα ή Έλληνα Κυβερνήτη (βλ. Ιωάννη Καποδίστρια & οπαδούς Κοραή), παρά τον Σουλτάνο εάν κι εφόσον αυτή δεν ενστερνίζονταν τις διαφωτιστικές ιδέες οργάνωσης μιας «ἑλληνικῆς πολιτείας»; Βέβαια, αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί τα αποτελέσματα του διαφωτισμού εις την Ελλάδα θα ήταν εντελώς διαφορετικά και δε θα περιλούζονταν με τόσα όμορφα φώτα δημοσιότητας ως έχει τη σήμερον, αφού θα είχε προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Ρωμηών, όπως ανάλογα εις τη Γαλλία δημιούργησε τα χρόνια της τρομοκρατίας με τις λαιμητόμους, όπου άνθρωποι θανατώνονταν υπό τους ύμνους της δημοκρατικής «καρμανιόλας».

Ο Διαφωτισμός έσβησε άδοξα· εξάλλου ήταν πάντα στο περιθώριο, κι αν έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις στο νου των σημερινών πολιτών (2011), αυτό οφείλεται εις τα πανεπιστήμια, εις τους ολίγους πάντοτε φανατικούς λογίους κι ιδίως στις ακραίες αντιχριστιανικές κοινότητες του διαδικτύου, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την διάδοση των πιο σκοταδιστικών του πολιτικών κειμένων, ως είναι η «Ελληνική Νομαρχία» σε ένα ευρύ διαδικτυακό πεδίο.

Πολύ κακώς συμβαίνει κάποιοι ν’ αντιλαμβάνονται πως ο Διαφωτισμός, ή η «Ελληνική Νομαρχία», είναι «πατριωτισμὸς» κι υπόλοιπες αντιλήψεις είναι «προδοσία». Όσοι αντιλαμβάνονται έτσι τα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος, έχουν πραγματικά πιει μόνο τ’ «ἀφρόγαλον» από τον καφέ τους κι δεν έχουν εντρυφήσει στο βάθος των γεγονότων. Άλλοι δε, εφόσον το «καϊμάκιον» δεν τους απασχολεί, αρκούνται εις την διάδοση του «ἀφρογαλίου», ηδονιζόμενοι από την παρουσίαση μιας εκκλησίας «Μοναρχικῆς» ἤ «προδοτικῆς» εις τους βιαστικούς περιηγητές του διαδικτύου.

Ο Ελληνικός Διαφωτισμός, συνοδεύθηκε από δογματικές ακρότητες κατά της Χριστιανικής Πίστεως, τις οποίες αρκετοί Έλληνες διαφωτιστές κουβάλησαν, άλλοτε με τη θέλησή τους, άλλοτε άθελά τους εις την Ανατολή, μη αναλογιζόμενοι τις άμεσες, πόσο μάλλον μακροπρόθεσμες, συνέπειες μια τέτοιας πολιτικής πολεμικής. Επιπλέον, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία στιγματίστηκε για τις κρατικές καταδίκες 2-3 αιρετικών, ο Διαφωτισμός ως πολιτική, κι όχι ως εθνική επανάσταση, είχε στείλει χιλιάδες ανθρώπους ως «ἐχθροὺς τῆς ἐλευθερίας» στις λαιμητόμους των «φωτισμένων» Παρισίων, την ίδια ώρα που ο Ορθόδοξος κλήρος κατηγορείτο ξεδιάντροπα για «ἠθικὴν κατάπτωσην» από τα ελληνικά πολιτικά προπαγανδιστικά φερέφωνα της εν λόγω αιματοβαμμένης «καρμανιόλικης» πολιτικής επαναστάσεως Γάλλων, έναντι Γάλλων.

Ο «Ανώνυμος Έλλην», παρότι παρουσιάζει εαυτόν ως «ὁμόθρησκον» των Χριστιανών, στην ουσία ανήκει εις εκείνους τους διαφωτιστές που χρησιμοποιούν το μανδύα της θρησκείας «κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ τακτικὲς σκοπιμότητες», (ως εννοεί ο Π. Κιτρομηλίδης, ό.π, σελ. 377). Έτσι, παραμένει κι αυτός ένας ακόμη αντιγραφέας των Δυτικών «ἀντιχριστιανικῶν προπατόρων» από τους οποίους αντλεί την ίδια διαφωτιστική επιχειρηματολογία, εξαπατώντας παράλληλα τους ρωμιούς παραλήπτες του έργου του, με πλείστους «ξυλοσοφικοὺς» ελιγμούς, οι οποίοι αφήνουν άφωνο και τον πλέον κακόπιστο.

Μέσα εις την προσπάθεια του να διαδώσει τις διαφωτιστικές απόψεις, ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» μεταχειρίζεται κάθε μέσο του λόγου και της ρητορικής, ακόμη και ψέματα, παρά τη δήλωσή του ότι θα διηγηθεί έργα θαυμαστά «ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων». Τον συγγραφέα αυτόν δεν απασχολεί τόσο η αλήθεια, όσο η παρακίνηση του αναγνώστη εις το «παράλογον»· δηλαδή εις την υπερνίκηση μιας αυτοκρατορίας - δεσποτείας, έστω και παραπαίουσας, από δράκες ενόπλων κι ασυντόνιστων Ελλήνων, τους οποίους διαρκώς καθυβρίζει. Με άλλα λόγια, σκοπός του ρητορικού αυτού λιβελλου, που δεν μπορεί να είναι ένα επιστημονικό έργο ιστορίας, ήταν η παρότρυνση του αναγνώστη όπως θυσιάσει την ιδικήν του ζωή εν Ελλάδι, ενώ ο συγγραφεύς φυλάσσει την ιδική του εις Εσπερία [ακόμη ένα παράλογο], όντας «ἀλήτης ἐν ταῖς ἀλλοδαπαῖς» ως μαρτυρεί ο Μοισοιόδαξ για τον δικόν του εαυτόν (Απολογία, σελ. 122)· η θυσία των Ρωμιών παρακινούνταν για ένα σκοπό που, εις την αναφερόμενη εποχή φάνταζε αρκετά νεφελώδης κι επισφαλής και δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως σίγουρα τετελεσμένος, μέσα από τη σημερινή παρατήρηση του αναγνώστη πολλούς χρόνους κατόπιν των πεπραγμένων και την επιτυχία της επανάστασης του 1821.

Ο εν λόγω ρητορικός λίβελος για τον οποίο γίνεται λόγος, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από νεοπαγανιστές ή άθεους διαφωτιστές, οι οποίοι επιθυμούν να αποδείξουν δι’ αυτού, ότι η «Ἀνατολικὴ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία» υπήρξε ένας «ἀντιεπαναστατικός δυνάστης» των Ρωμιών (Ορθοδόξων Ελλήνων) προ του 1821 ή κάποια θρησκεία που αντιστρατεύονταν την ελευθερία των Ελλήνων. Η βαθιά αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. Όχι μόνο γιατί η «πολιτικὴ ἀναμόρφωση» δεν ήταν ένα απλό μήνυμα «ἐλευθερίας», αφού συνοδευόταν από ακρότητες, σφαγές και αντιθρησκευτικά πομπώδη κηρύγματα ανοησιών, αλλά και διότι υπάρχουν σοβαρότατα έργα της εποχής, που φανερώνουν είτε αντιεπαναστατικές αδυναμίες όλων των Ρωμιών, προτού, κατά τη διάρκεια και κατόπιν της Επαναστάσεως, μα κι επειδή αυτά τα ίδια φανερώνουν πλείστες προσπάθειες εκκλησιαστικών εις την «ἀπελευθέρωσιν» του γένους των Ελλήνων  (βλ. Α.Σ. 8).

Το ερώτημα είναι: γιατί η παρούσα εργασία στρέφεται κατά της «Ελληνικής Νομαρχίας»; Δεν επιθυμεί την επιτυχημένη πλέον κι υπάρχουσα απελευθέρωσή της Ελλάδος;

Είναι γνωστό πως ο «Ανώνυμος Έλλην», αν κι ό ίδιος κατήγορος, είναι με τη σειρά του κατήγορος των κατηγόρων: «...οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...», σελ. 117. Ενώ κατηγορεί τους «συμπατριώτας» του, παριστάνει τον θιγμένο έναντι της συμπεριφοράς των ξενιτεμένων Ελλήνων: «Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν.», σελ. 133

Όπως λέγει ο μελετητής του νεοελληνικού Διαφωτισμού Π. Κιτρομηλίδης: «Η πηγή αυτή [ένα αδημοσίευτο ανώνυμο κείμενο για τη ιδεολογική διαμάχη στη Σμύρνη], μαζί με το «Περί Θεοκρατίας» του Παμπλέκη και την «Ελληνική Νομαρχία», συμπληρώνει το τρίπτυχο της πιο βίαιης καταγγελίας της στάσης της εκκλησίας απέναντι στο Διαφωτισμό. [(«Νεοελληνικός Διαφωτισμός», ο.π, σελ. 373]», κι όχι τη στάση της Εκκλησίας ενάντια εις την εθνική επανάσταση αυτή καθ’ εαυτή.

Εκείνο που κατάφερε αρχικά ο Διαφωτισμός ήτο να ανησυχήσει την ιεραρχία, για τους σκοπούς της τότε αυτής ιδεολογικής και κοινωνικής επανάστασης ως έχουσας αντιχριστιανική τινά χροιά και κατόπιν ετών, δια μέσω των φανατικών αντιχριστιανών και των ερμηνευτικών διαστρεβλώσεων που αυτοί επέφεραν εις τις ιστορικές συμπεριφορές προσώπων, επέτυχε να καταγγελθεί η ιεραρχία ως έχουσα αντεθνική, κι όχι αντιδεοντολογική στάση, ως όντως είχε. 

Σε αυτό το μύθευμα συνεπικούρησε και συνεπικουρεί ακόμη, η τελείως επιφανειακή ενασχόληση του μέσου αναγνώστη του διαδικτύου γύρω από το φαινόμενο του Διαφωτισμού, ο οποίος τις περισσότερες φορές πίπτει επί αναρτημένων κειμένων, εξαιρετικά φανατισμένων κατά της Εκκλησίας και του κλήρου.

Το ίδιο λυπηρό μονόχρωμο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε αίθουσες ορισμένων πανεπιστημίων, όπου εκεί η προσέγγιση του μαθητή προς το φαινόμενο αυτό είναι μονομερής και καθοδηγημένη «διὰ τῆς εἰμαρμένης» εις «παπαγαλίαν» των σημειώσεων που τριγυρίζουν με τις, υπέρ του διαφωτισμού, διαλέξεις του «καθηγητοῦ», οι οποίες αποκρύβουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα γεγονότα γύρω από τις διάφορες αποτυχίες κι ακρότητες των διαφωτιστών ή των διδασκαλιών τους. Για παράδειγμα η «θρησκευτικὴ νηστεὶα» καταγγέλθηκε από το διαφωτισμό επικαλούμενη λόγους υγείας, όταν η σημερινή ιατρική επιστήμη δεν είναι το αυτό καταγγέλλουσα. Αυτό όμως δε διδάσκεται στα ελληνικά, τουλάχιστον, Πανεπιστήμια.

Η παρούσα εργασία επιθυμεί επίσης να καταγγείλει τη διανόηση όλων εκείνων που αντλούν αποσπάσματα από την «Ελληνική Νομαρχία» κατά της Εκκλησίας, παραδίδοντας έτσι εις τον μέσο αναγνώστη τη δυνατότητα να εννοήσει το επίπεδο των συγγραμμάτων από τα οποία αντλούν επιχειρηματολογία αντιχριστιανικοί κύκλοι, οι οποίοι μερικές φορές, φτάνουν εις το επίπεδο της ψευδούς ρητορικής «πολιτικῶν κομμάτων», και των περί αυτών «κομματοκολάκων», που ενώ πληρώνονται από το δημόσιο κατά τη συμμετοχή τους εις το κοινοβούλιο, καταγγέλλουν το χρηματισμό της Εκκλησίας και τον «πολιτικὸν» της λόγο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Κάτωθι παρουσιάζεται το σύγγραμμα  του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» με σχολιασμούς του «Ἀνωνύμου Ἀπολογητοῦ» οι οποίοι δεν πρέπει να γίνουν αντιληπτοί ως έχοντες αποκλειστικό στόχο ορισμένες απόψεις του πρώτου. Αντίθετα έχουν παράλληλο στόχο την υιοθεσία της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» υπό συγχρόνους νεοπαγανιστές και διαφωτιστές οι οποίοι ασφαλώς δεν έχουν ως δικό τους σκοπό μια κάποια «ἐθνεγερσίαν» ή πολιτική επανάσταση των Ελλήνων· την «ἐθνεγερσίαν» ούτως η άλλως επέτυχαν, οι μισητοί για τη θρησκεία τους, προγονοί τους Ρωμιοί κι όχι ο διαφωτισμός [:«Ἡ Ἐπανάσταση δὲν ἄρχισε ἀπὸ τοὺς διανοουμένους τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀγροτικὲς μάζες στὴν Ἤπειρο καὶ στὴν Πελοπόννησο, ποὺ εἶχαν φτάσει σὲ ἀπόγνωση ἐξαιτίας τῶν δηώσεων τῶν ὀθωμανικῶν στρατευμάτων μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἄλῆ Πασᾶ» (ό,π. σελ. 408)], ενώ μια κάποια πολιτική επανάσταση τη σήμερον θα έπρεπε να στρέφονταν κατά «άλλων» στόχων, παρά κατά των ιερέων και των μοναχών. Εκ τούτου συνεπάγεται ότι η εμμονή τη σήμερον ημέρα εις αυτό το διαφωτιστικό «πονημάτιον» εξυπηρετεί θρησκευτικούς λόγους, όχι επαναστατικούς ή πολιτικούς.

 

 

 

 

ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΧΙ ΕΘΝΙΚΗ

 

Έγραφε ο Αδαμάντιος Κοραής:  «Τί συμφέρει εἰς τὴν ἐλευθερωμένην ἀπὸ Τούρκους Ἑλλάδα νᾶ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας. [«Διάλογος δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ. Πανταζίδην, Παρίσι 1830, 36 (είναι ψευδώνυμο του Κοραή)]», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 514)

Η υποδούλωση «εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας» είναι η διατήρηση της Βασιλείας έναντι της Γαλλικής εμπνεύσεως Δημοκρατίας (βλ. γεγονότα με Καποδίστρια). Η «ελευθερία» δεν ήταν ίσως ζήτημα αλλαγής «εθνικής» κυβέρνησης, αλλά ζήτημα αλλαγής «πολιτικής» κυβέρνησης. Ζήτημα λεπτότατο, βαρύνον και παντελώς παραμερισμένο από το σημερινό βόρβορο της αντικληρικής μανίας ορισμένων.

 

Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833). (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

Είναι πολλοί οι εχθροί της Εκκλησίας οι οποίοι αποφεύγουν να ξεκαθαρίσουν ορισμένα σημαντικά πράγματα εις το μυαλό του αναγνώστη τους. Από αυτά, το κυριότερο ίσως είναι ότι ο Διαφωτισμός δεν στόχευε εις τις εθνικές επαναστάσεις των λαών προς δημιουργία αντίστοιχων εθνικών κρατών. Στόχευε εις την εγκαθίδρυση πολιτευμάτων «Δημοκρατίας». Προς τούτο εις την Γαλλία  συνετέλεσε εις την επανάσταση του ίδιου του Γαλλικού λαού εναντίον του βασιλέα του, της αριστοκρατίας του και των κληρικών του οι οποίοι τον καταπίεζαν οικονομικά:

«Η αποκήρυξη του δεσποτισμού σε όλες του τις μεταμφιέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της "φωτισμένης" εκδοχής του, η οποία είχε κυριαρχήσει στην ελληνική πολιτική σκέψη στο άμεσο παρελθόν, ήταν μια ακόμη ένδειξη της ιδεολογικής απελευθέρωσης την οποία βίωνε η ελληνική συνείδηση. Με το αβασίλευτο δημοκρατικό πολιτειακό σχήμα ο Διαφωτισμός πρότεινε μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, την οποία αντιπαρέθετε στις διαψευσμένες υποσχέσεις της απολυταρχίας.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 350)

Όταν η ιδεολογία του Διαφωτισμού μεταλαμπαδεύτηκε προς την Ελλάδα, το μήνυμα της Δημοκρατίας επέπεσε επί του εκείνην την περίοδο ευρισκομένου ως Μονάρχη των Ελλήνων, δηλαδή του Τούρκου Σουλτάνου· επέπεσε εναντίον του, όχι επειδή απλά ήτο Τούρκος, όπως σήμερα αντιλαμβάνεται ο μέσος Έλληνες μετά από δεκαετίες εθνικιστικής πλύσης εγκεφάλου, αλλά επειδή ήτο Μονάρχης. Κανείς δε μπορεί να παραβλέπει την τελική δογματική αντιπάθεια των διαφωτιστών για τις μοναρχίες και τους μονάρχες· και μάλιστα ακόμη κι εκείνη την αντιπάθεια ενάντια σε Μονάρχες που ο σημερινός ελληνικός εθνικισμός, οπωσδήποτε θαυμάζει, τους Μακεδόνες Φίλιππο και Μέγα Αλέξανδρο.

Ο Ρήγας Φερραίος (1759-1798) «κατόρθωσε να κατηχήσει όχι μόνο πολλούς προκρίτους και αρματολούς, αλλά όπως λένε, κατόρθωσε να προσελκύσει ακόμη κι αυτόν τον περίφημο Πασβάνογλου του Βιδινίου.

[...]

Ο Ρήγας σύνθεσε το "Θούριό" του ως Μασσαλιώτιδα της ελληνικής επαναστάσεως. Την επανάσταση τη φανταζόταν ως ένα γενικό ξεσήκωμα των λαών της Τουρκίας εναντίον του απολυταρχικού Σουλτάνου.

Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμιοί

νησιώτες κι Ηπειρώτες με μια κοινή ορμή,

για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί.

[...]

νʼ ανάψουμε μία φλόγα εις όλην την Τουρκιά,

να τρέξει από τη Μπόσνα έως την Αραπιά»,  (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 190)

[ συνέχεια...]

 


«Η εμπειρία του μεγαλείου και της παρακμής είχε σημαδέψει την κοινωνική ιστορία και των δύο άλλων κοινωνιών της Μεσογείου στις οποίες αναφέρονται οι Φιλιππίδης και Κωνσταντάς: της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Και εδώ η τυραννική διακυβέρνηση, και, πάνω από όλα, ο διεφθαρμένος κλήρος και η Ιερά Εξέταση, έφεραν την ευθύνη για τη δυσπραγία των δύο εθνών», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 145)

Το ίδιο μοντέλο «δυσπραγίας» σαν μήτρα καλουπιού «ερμήνευσε» όλες τις αποτυχίες των κοινωνιών της Ευρώπης στα μάτια των διαφωτιστών, ακόμη κι όταν η μεταφορά του στην Ελληνική χερσόνησο προσέκρουε σε μια κατοχή 400 ετών του ελληνικού έθνους υπό ξένου στρατιωτικού κατακτητή κι όχι απλά πολιτικού δυνάστη [Μονάρχη]. Για όλα, μέσα στο μυαλό των ακραίων Διαφωτιστών, έφταιγαν «οι κληρικοί και οι μοναχοί», ακόμη και για τη στρατιωτική δύναμη των Οθωμανών:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

Είναι απίστευτο ότι αυτές οι μωρολογίες τριγυρίζουν σε μυαλά «διανοουμένων», ενώ είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσαν ποτέ έστω και να συγκινήσουν ελαφρώς τα μυαλά στρατιωτικών καριέρας.

Άλλοι διαφωτιστές, ακόμη κι ιερείς, στερέωσαν τις αντιμοναχικές τους απόψεις επάνω σε δυτικές θεωρίες:

«Μολονότι οι ίδιοι οι συγγραφείς ανήκαν στις τάξεις του κλήρου, αυτό δεν τους εμπόδισε να επισημάνουν ότι το κακό αυτό δεν ήταν άλλο από την κοινωνική θέση του κλήρου, και ιδιαίτερα του μοναχισμού. Εκκλησίες και μοναστήρια ήταν πανταχού παρόντα στις ελληνικές περιοχές και τα πιο σημαντικά απ’ αυτά μνημονεύονται από τους συγγραφείς, στις κατά τόπους επισκοπήσεις τους. Στη θέα, ωστόσο, της μοναστικής πολιτείας του Άθω, η δυσφορία τους έφτασε στο σημείο της έκρηξης. [Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σσ. 255-260] Ο Κωνσταντάς και ο Φιλιππίδης θα θεωρούσαν άξια απορίας οιαδήποτε διαφορετική αντίδραση ενός φωτισμένου (;) ατόμου, που θα αντίκριζε τα απέραντα εδάφη που εξέτρεφαν την απραξία των μοναχών του Άθω. Η οργή τους συνδυαζόταν με τη γνώση της κοινωνικής ιστορίας του μοναχισμού στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Πράγματι, η εξάπλωση του μοναχισμού, που κορυφώθηκε με την ίδρυση των μοναστηριών στην Αθωνική χερσόνησο, ήταν κατά την κρίση τους υπεύθυνη για την καταστροφή της αυτοκρατορίας και την παρακμή του ελληνικού πολιτισμού. [...] Ακολουθώντας την ερμηνεία του Montesquie για την παρακμή της χριστιανικής αυτοκρατορίας [Πρβλ. Montesquie, Considérations sur les causes de la grandeur et de la décadence des Romains, κεφάλαια XXI-XXIII], οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας κατόρθωσαν να συνδέσουν το σύνδρομο της δεισιδαιμονίας και της μοναστικής απραξίας με το κύκλο της διαφθοράς που θεωρούσαν υπεύθυνο για την δυσπραγία της κοινωνίας τους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 155-156)

Με αυτή την υπεραπλούστευση πίστεως οι διαφωτιστές όρμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, αφού...: «οι μοναχοί κι οι κληρικοί έφταιγαν για όλα»...


 

ΑΝΤΙΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ»

Η τρέλα των Διαφωτιστών

 

Όπου παρακάτω γίνεται αναφορά στην «αντικληρικαλισμό» της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», αυτός θα πρέπει να εννοείται ως κατάργηση των ιερέων, όσων και των μοναχών από τους όποιους αιρετικούς Προτεστάντες - Διαμαρτυρόμενους - Ευαγγελιστές, αλλά και τους Καλβινιστές.

 

 

 

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ

 

1.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

2.

ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ,  ΤΥΧΗ & ΠΛΟΥΤΟΣ

3.

ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ, Ο ΛΑΟΣ, Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ & Ο ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

4.

ΤΑ «ΠΟΛΛΑ» ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ & ΟΙ «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ» ΤΩΝ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΩΝ

5.

Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ» & ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΩΝ ΤΟΥ

6.

Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»

7.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ & ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

8.

ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ & ΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

9.

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ», ΓΥΝΑΙΚΑ & ΕΡΩΤΑΣ

10.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΠΕΡΙ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

11.

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ»: «ΣΦΑΞΟΝ ΜΕ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ»;

12.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΤΟΠΗΜΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»

13.

ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821;

14.

«ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ» 2011. «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΓΙΑ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ & ΝΕΟ-ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ

15.

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ;

16.

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΔΟΥΛΟΣ;

17.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

18.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ & «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ»

19.

ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ»

20.

 

ΑΠΑΤΕΣ ΑΘΕΪΣΜΟΥ

 

 

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΓΕΝΝΟΥΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΝΟΜΑΡΧΙΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, , σσ. 24-25, 29, 51-52, 56)

 

ΚΛΕΦΤΕΣ & ΚΛΕΦΤΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ.114-115)

 

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ & ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 121)

(Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 18η έκδοση, Αθήνα, σελ.32)

 

ΟΙ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119)

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144)

 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ & Ο «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ» ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 110)

 

Η ΥΓΕΙΑ & Η ΥΓΕΙΑ (ΝΗΣΤΕΙΑ)

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 123)

 

500.0000 - 200.000 - 10.000 ΑΠΡΑΓΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

(Απανταχού νεοπαγανιστές & νεοδιαφωτιστές)

 

ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΚΟ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 120)

 

100.000 ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119 )

 

ΚΑΤΑΔΑΦΙΣΟΝ ΟΛΑ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 123-124 )

 

Η ΑΜΑΘΕΙΑ & Η ΑΜΑΘΕΙΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ & Ο ΟΡΘΟΣ ΛΟΓΟΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 14  )

 

ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ & ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 112-116,123-124 )

 

Η ΗΘΙΚΗ & Η ΗΘΙΚΗ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 157)

 

Η ΦΤΩΧΕΙΑ & Η ΦΤΩΧΕΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία,  σελ. 92)

 

ΟΙ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ & Η ΑΛΗΘΕΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 100)

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΑΜΑΘΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΑΜΑΘΕΙΑ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 54-56)

 

ΜΗ ΛΑΛΕΙΣ ΕΠ’ ΑΜΒΩΝΟΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 122)

 

ΤΑ ΔΥΟ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ & ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 88, 123)

 

Η ΕΛΛΑΣ ΓΕΝΝΑ ΑΚΟΜΗ ΛΕΩΝΙΔΕΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

Ο ΧΡΥΣΟΣ & Ο ΧΡΥΣΟΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

Η ΕΛΛΑΣ & Η ΕΛΛΑΣ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 39)

 

ΟΙ ΗΓΕΜΟΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΚΝΗΡΟΙ

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 65)

 

21.

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Στιγμιότυπα του 1821

Ο σέρβος Καραγεώργης

Η επιρροή της Δυτικής σκέψης στον «Ανώνυμο Έλληνα»

Ο εθνικισμός & οι μάρτυρες Άγιοι

Το παραμύθι του ανθρωπίνου αρίστου πολιτεύματος ( Η «φωτισμένη» Δημοκρατία)

Η μεταφυσική του διαφωτισμού & το «Αόρατο Χέρι» της οικονομικής του θεωρίας

Σφάξε με πασά μου νʼ αγιάσω

 

 

 

 

 

Πρώτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ & μετά ΕΛΛΗΝΑΣ ο Ρήγας Φεραίος

 

«Ομολογούσε [ο Ρήγας] ότι αισθανόταν βαθύ μίσος για τη βάρβαρη τουρκική φυλή και δήλωνε ότι, μετά τη σωτηρία της ψυχής του, η βαθύτερη επιθυμία του ήταν να δει τους Τούρκους να διώχνονται από την Ελλάδα», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 314)

Άλλο δεν σημειώνει η παραπάνω μαρτυρία πως, ο επηρεασμένος από το Διαφωτισμό Ρήγας Φεραίος πρώτα ήταν Χριστιανός και μετά Έλληνας· 1η προτεραιότητα του ήταν το σώσιμο της ψυχής του και 2η η σωτηρία της πατρίδος του· σκεπτικό απόλυτα σύμφωνο με τον «ἀγώνα ὑπὲρ πίστεως [1ο] καὶ πατρίδος [2ο]» των αγωνιστών του 1821, που κι ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» αναφέρει με την σωστή προτεραιότητα: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος», σελ. 119

Ας το έχουν λοιπόν καλά βαλμένο στο μυαλό τους αυτό και νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, όταν προσπαθούν δια μέσω του διαφωτισμού και των ελλήνων εκπροσώπων του να συμπαρασύρουν πολίτες εις την αθεΐα κι όταν προσπαθούν τάχα κάτι να πουν ενάντια στον Γεννάδιο Σχολάριο:

«Η εθνική μυθολογία, που ακολούθησε, μεγαλοποίησε το πρόγραμμά του [Ρήγα Φεραίου], ενώ οι προθέσεις του παραποιήθηκαν, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μεταγενέστερων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, αφού ο Ρήγας, ως πνευματικός πρόγονος, διεκδικήθηκε τόσο από την εθνικιστική δεξιά όσο και από την επαναστατική αριστερά.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 311)

«Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε...», λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην», αλλά οι νεοπαγανιστές λατρεύουν τα είδωλα κι οι νεοδιαφωτιστές τη νοημοσύνη τους, δίχως να λαμβάνουν υπόψη τους πλήρως τα λόγια του, σύμφωνα με τον Κιτρομηλίδη (ό.π., σελ. 345), «ὀξυδερκοῦς συγγραφέως». Αν οι  πνευματικοί του ακόλουθοι δεν τον λαμβάνουν πλήρως στα υπόψη, τότε ας μην περιμένουν να τον λάβουν οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι.

 

Δεξιά: O Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Γεννάδιος_Σχολάριος)

 

Ο Ρήγας όταν αντιλήφθηκε ότι ο Βολταίρος είχε κάνει λάθος για τα παλιρροϊκά κύματα στη Μεσόγειο πρόσθεσε:  «καὶ ἀπόρησα πῶς ἔκαμε τοιτοῦτον λάθος ἕνα τόσον μεγάλο πνεῦμα; [Ρήγας Βελεστινλής, Φυσικής απάνθισμα, σελ. 64 ]», (Πηγή: ό.π., σελ. 293)

Ο θαυμασμός των ικανοτήτων, των κατά μονάς Δυτικών φιλοσόφων για τα φυσικά πράγματα, από τους νεοέλληνες διαφωτιστές, είχε φθάσει κοντά εις το σεβασμό των Δυτικών για το πρόσωπο του Πάπα περί αοράτων πραγμάτων· δηλαδή πλησίαζε εις το «ἀλάθητον»· ήταν δε ίσος με το σεβασμό των Ανατολικών για τα δόγματα των Πατέρων της Εκκλησίας περί αοράτων, ενώ τους είχε κατά πολύ ξεπεράσει για εκείνα περί ορατών. Πάρα ταύτα, δύο διαφωτιστές που είχαν εκπέσει της Ορθόδοξης πίστεως, χωρίς να αναλογίζονται μετά ταπεινώσεως τη δική τους θέση, κατηγορούσαν τους Επισκόπους περί «πάσης ξηροκαμπίας» [Περί Θεοκρατίας, Χριστόδουλος Παμπλέκης, σελ. 162 & «Ἀνώνυμος τοῦ 1789»]», (Πηγή: ό.π., σελ. 371)

 

 

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Η «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» του «Ανωνύμου του Έλληνος», είναι ένας πολιτικός επαναστατικός λίβελος. Ο συγγραφέας του ενδιαφέρεται να κινήσει τους πιθανούς αναγνώστες,  Έλληνες Χριστιανούς, σε μια πολεμική προσπάθεια ενάντια στους κατακτητές τους, Τούρκους Οθωμανούς κι ενάντια εις τους κοινωνικούς αντιπάλους του Διαφωτισμού.

«...ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων», σελ. 11

Για να το πετύχει αυτό, μεταχειρίζεται κάθε μέσο του λόγου και της ρητορικής τέχνης, παρά τη δήλωσή του, ότι θα διηγηθεί έργα θαυμαστά «Ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων».

Ο συγγραφεύς αυτός, δεν ενδιαφέρεται εμπράκτως τόσο για την αλήθεια των επιχειρημάτων του, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του περί του αντιθέτου. Το έργο του δεν είναι επιστημονικό, όπως δεν μπορεί να είναι επιστημονική μια επαναστατική ή μία πολιτική προκήρυξη. Σκοπός του είναι η παρακίνηση του αναγνώστη εις το «παράλογον» (βλ. Α.Σ. 17), δηλαδή εις την νίκη επί μιας αυτοκρατορίας (βλ. Οθωμανικής), έστω και παραπαίουσας, από δράκες ενόπλων κι ασυντόνιστων Ελλήνων (βλ. Α.Σ. 21), υπερνικώντας το «ανυπέρβλητο», δηλαδή το «στοχασμό της διαφύλαξης της ζωής», όπως λέγει ο ίδιος:

«....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14

Άλλωστε ο ίδιος, παρά τις όποιες ποίκιλλες του απόψεις, γνωρίζει πως η ελευθερία των Ελλήνων δεν μπορεί να έρθει μόνο εκ των έσω· έτσι μιλώντας εις τους ξενιτεμένους Έλληνες λέγει:

«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;                                                                                                                                               

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140 

Με άλλα λόγια, σκοπός του λιβελλου αυτού, είναι η παρότρυνση του αναγνώστη όπως θυσιάσει την ιδικήν του ζωή εν Ελλάδι, ενώ ο συγγραφεύς φυλάσσει την ιδική του εις Εσπερία [ακόμη ένα «παράλογον»] (βλ. Α.Σ. 11 & «Ανώνυμος Έλλην: σφάξε με να αγιάσω»). Δηλαδή, να θυσιάσει ο πρώτος τη ζωή του για ένα σκοπό, που για την αναφερόμενη εποχή (1806) φαντάζει αρκετά νεφελώδης κι επισφαλής και δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως κάτι το απολύτως δυνατόν να επιτευχθεί, μέσα από τη σημερινή παρατήρηση του αναγνώστη πολλούς χρόνους κατόπιν των πεπραγμένων και την επιβεβαιωμένη πλέον επιτυχία της επανάστασης. Οι πολλαπλές διακυμάνσεις κι οι δυσκολίες μέσα από τις οποίες πέρασε το ελληνικό έθνος μέχρι να καταφέρει να ελευθερωθεί πλήρως είναι ενδεικτικές των δυσκολιών αυτών. Βέβαια, ουδείς αγών εύκολος.

Ο εν λόγω διαφωτιστικός λίβελος περί του οποίου ο λόγος, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από νεοπαγανιστές ή άθεους διαφωτιστές, οι οποίοι επιθυμούν να αποδείξουν δι’ αυτού, ότι η «Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία» υπήρξε ένας «αντιπεπαναστατικός δυνάστης» των Ρωμιών (Ορθοδόξων Ελλήνων) προ της επαναστάσεως του 1821, με την έννοια του ότι υποστήριζε τον Οθωμανισμό χάριν κάποιας «ανθελληνικής» συμπεριφοράς.

Η φύση του λιβελλου αυτού, δε δύνανται να αποδείξει κάτι τέτοιο. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν πλείονα σοβαρότερα έργα της εποχής, που φανερώνουν ομοίως  αντιεπαναστατικές αδυναμίες όλων των Ρωμιών ανεξαιρέτως (βλ. Α.Σ. 22) προ της Επανάστασης (βλ. Α.Σ. 16), κατά τη διάρκεια της, μα και κατόπιν αυτής (βλ. Α.Σ. 28), μα διότι επιπλέον, αυτά τα ίδια φανερώνουν πλείστες προσπάθειες εκκλησιαστικών (βλ. Α.Σ. 10) εις την «εθνική αναγέννηση» του 1821 του ελληνικού έθνους  (βλ. Α.Σ. 8).

Πρέπει δε, αφού σημειωθεί η πολιτική φύση του βιβλιαρίου αυτού, να τονισθεί ότι εν λόγω λίβελος, προέκυψε ως απάντηση, κατόπιν αντιδράσεων του πληρώματος της εκκλησίας σε βίαιες αντιθρησκευτικές απόψεις του διαφωτισμού· ως εκ τούτου ήταν αναμενόμενο να έχει ακραία επιθετική μορφή. Μερικοί νεοπαγανιστές ή διαφωτιστές εμφανίζοντας αντίληψη «ὑψηλοῦ ἐπιπέδου», παρουσιάζουν μία ή δύο παραγράφους αυτού του λιβέλου, επιθυμώντας να «γράψουν ιστορία γεγονότων»· μέσα από την παρούσα εργασία, η αλήθεια διαμορφώνεται αρκετά διαφορετική:

«Ὦ Ἀναγνῶστα!

Ἐπειδὴ ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία διεξοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας· ἐπειδὴ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων ὁποὺ κατὰ συνήθειαν, καὶ χωρὶς αἰτίαν κάμνουσι, ὡς οὐδὲν κρίνω·»., σσ. 8-9

Άραγε, μπορούν να υπάρξουν «ἀντιρρήσεις» βασισμένες σε μίαν «αἰτίαν» ή και περισσότερες, έπειτα από την προτροπή του συγγραφέως «ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ»;

Στην παρούσα εργασία αυτό θα δειχθεί· ότι μπορούν να υπάρξουν καίριες αντιρρήσεις.

 

 

 

ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ,  ΤΥΧΗ & ΠΛΟΥΤΟΣ

 

Ο πνευματικός χώρος, ο οποίος γέννησε το πόνημα του «Ανωνύμου του Έλληνος», αντλεί σαφώς τα πολιτικά ιδανικά του από την αρχαία Ελλάδα. Εις τις όποιες φιλοσοφικές εντρυφήσεις αυτός ο χώρος προσφέρει, έρχονται να προστεθούν ακόμη περισσότερες ανακυκλώσεις μέσα από την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν»:

«ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά, καὶ σύ, ταλαίπωρε, νὰ νομίζῃς ἕναν ἄλλον ὅμοιόν σου ὡς ἕνα θεόν, νὰ τρέμῃς ἔμπροσθέν του, καὶ νὰ τοῦ πωλήσῃς τὸ ἀξιώτερον δῶρον τῆς φύσεως, τὴν ἐλευθερίαν σου!», σελ. 23

Αυτά τα λόγια θυμίζουν το ευαγγέλιο, στο Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ε΄ «45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.»

Σύμφωνα με την αρχαία φιλοσοφική φυσιοκρατική αντίληψη, όλοι είναι «ίσοι απέναντι εις τη φύση», ενώ ο πολιτικός νόμος έφερε την τεχνητή διαφοροποίηση ανάμεσα στους ανθρώπους. Παρότι ο «Ανώνυμος Έλλην» αντιλαμβάνεται όλους τους ανθρώπους ίσους βάση της φύσης κι άνισους ένεκα της πολιτικοποιημένης κοινωνίας -ελεύθερους/δούλους- εντούτοις θέλει να κάνει τους αναγνώστες του να πιστέψουν, ότι η διαφορά πλούτου και φτώχειας είναι αποτέλεσμα της «τύχης», κι όχι κοινωνικών ή πολιτικών παραγόντων, ως λ.χ. οι πολιτικές, και κατά συνέπεια, ταξικές επαναστάσεις (βλ. Γαλλική Επανάσταση):

α. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, [...] Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.», σελ. 18.

β. «Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα...», σελ. 144

γ. «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19

Παράλληλα ο «Ανώνυμος Έλλην» διακρίνει, ότι ο πλούτος της συσσώρευσης αγαθών «διὰ τὴν αὔριον» άρχισε με την κοινωνική δημιουργία, κι όχι «τυχαίως»· ούτως ειπείν, διατεινόμενος ο «Ανώνυμος Έλλην» ότι η τύχη βασικά είναι εκείνη που ορίζει τα υλικά αγαθά του κάθε ανθρώπου, υποκρίνεται ή, άλλως ειπείν, ψεύδεται, παρότι έχει εμμονή με την «ἐπιστήμην»:

«Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, [...] ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον».

Υποκρίνεται σαφώς, ή ασκεί τη ρητορική τέχνη·  ιδίως, όταν επιδεικνύει με ποιους τρόπους αποκτάται ο πλούτος από μερικούς:

α. «Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς [τοὺς κυβερνήτας], εἰσέρχεται εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ», σελ. 83

β. «Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας, ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τοὺς διαφόρους τρόπους, ὁποὺ ἐπιχειρίζεται, διὰ νὰ ἐκδύῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὁ συχνότερος εἶναι ὁ ἀκόλουθος: Ἐκλέγει κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν κάμνει διοικητὴν εἰς ἕνα ἢ εἰς περισσότερα χωρία, πλὴν αὐτὴν τὴν διοίκησιν τοῦ τὴν πωλεῖ ὅσον θέλει. Ὅθεν ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐβγάλῃ τὰ ὅσα ἐπλήρωσε, καὶ νὰ κερδίσῃ, ἁρπάζει πλέον καὶ ἐκδύει φανερὰ ὅλους, ἀλλ᾿ ἀφοῦ πλουτίσῃ, εὐθὺς ὁ τύραννος τὸν κράζει, τὸν βάζει εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τοῦ τὰ παίρνει, καὶ ἔπειτα, ἢ τὸν φονεύει, ἢ τὸν ξαναβάνει εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρῶτον τέλος.», σελ. 84

γ. «Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν, ὁποὺ ἔτυχα παρών, ὅταν μιὰ γυναίκα χήρα καὶ μὲ πέντε τέκνα ἀνήλικα εἶχεν ὑπάγει νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα σιωπῶ διὰ ὀλιγοτέραν του ἐντροπήν, διὰ νὰ τῆς κατεβάσουν τὸ δόσιμον, λέγουσα, ὅτι, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀπερασμένον, εἶχεν πωλήσει κάθε περιττὸν στολίδι, ὁποὺ τῆς εἶχεν μείνει, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ πωλήσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὅσα τῆς ἐζητοῦσαν, μάλιστα κλαίουσα ἐφώναζεν, πὼς ἔχει νὰ θρέψῃ καὶ νὰ ἐνδύσῃ τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο υἱούς... ὁ σκληρὸς ἄρχων δὲν τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ τὴν περίοδον, καὶ εὐθύς, ὁποὺ ἤκουσε νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει τόσα παιδία, μὲ ἀνήκουστον βαρβαρότητα καὶ ἀδιαφορίαν τῆς λέγει: «πώλησον δύο ἀπὸ τὰ παιδία σου καὶ πλήρωσον τὸ δόσιμον». Ἐγὼ σιωπῶ, ὁ δὲ ἀναγνώστης ἂς κρίνῃ, ὅπως θελήσῃ.», σελ. 90

δ. «Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.

Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των », σελ 63

ε. «Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην, τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.», σελ. 84

στ. «Δὲν ἠμπορεῖτε, ὦ Ἕλληνες, νὰ καταλάβητε, ὅσον πρέπει, τὴν οὐτιδανότητα τῆς ψυχῆς μερικῶν, μάλιστα τῶν ὅσων διὰ κλοπῆς καὶ πολλῶν χρόνων κολακείας, ἀπόκτησαν πολλὰ χρήματα. Ὦ Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα ἐκφέρουσι παντοτινὰ ἀπὸ τὰ στόματά των, ὄντες ὄντως κόρακες, ἐνδυμένοι μὲ τὰ πτερὰ τοῦ παγωνίου.», σελ. 130

ζ. «Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων, ὁποὺ ὑποφέρουσι, πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.», σελ.83

Συνεπώς και σύμφωνα με την υποκριτική στάση του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ανωτέρω, η δική του ρητορική ερώτηση («Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχει αὐτός, ὁποὺ τόσον αὐστηρῶς καὶ ὑπερηφάνως κτυπᾶ, ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ τοὺς ἄλλους; Διατί, διατί, ὁ ἕνας νὰ ὀνομάζεται δοῦλος καὶ ὁ ἄλλος κύριος; Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ, νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε, νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;», σελ. 107), μπορεί να επιδεχθεί την εξής απάντηση δια της δικής του φιλοσοφικής σκέψεως: «διότι ἡ τύχη εἶναι τὸ αἴτιον τῆς τοιαύτης ἀνομοιότητος».

Και βεβαίως όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» φθάνει εις εκείνο το στόχο τον οποίο βάλλουν ομοίως οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, δηλαδή τον εκκλησιαστικό τομέα, τότε λησμονεί ολωσδιόλου τη διδαχθείσα υπ’ αυτόν «Θεάν Τύχην» που γεννά τον πλούτο και ορίζει αντίθετα, ότι ο πλούτος γεννάται με την αρπαγή των κόπων:

«...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

Τέτοιες παρατηρήσεις για τις «ἐπιστημονικές ἤ φιλοσοφικὲς ἀντιφάσεις» του συγγραφέως ξεφεύγουν από τους, κατά του Χριστιανισμού, «ὁξυδερκείς» νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές. Τους διαφεύγει επίσης ότι ο ίδιος συγγραφέας σε ανύποπτες στιγμές γι’ αυτούς θα φτύσει τη φυσική ομοιότητα [«ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους»] που θυμίζει την Κ.Δ., και θα διδάξει αντίθετα ότι η φύση μερικούς τους προικίζει διαφορετικά (βλ. ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος»). Δίχως καμία μορφή «ὁξυδέρκειας» αποδέχονται αρκετοί τα αποφθέγματα «τοῦ Ἄνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ως έχουν, διότι έτσι εξυπηρετούνται οι κρύφιοι τους πόθοι κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Όταν δε ο ίδιος συγγραφεύς ζητά με το έργο του να προκαλέσει αγανάκτηση στους Ρωμιούς, για να τους οδηγήσει στην ποθητή επανάσταση, ακόμη κι ενάντια στους Προεστούς  (βλ. Α.Σ. 8), γνωρίζει πολύ καλά πως ο πλούτος ή η φτώχεια δεν είναι αποτέλεσμα της τύχης· διότι η τύχη δεν μπορεί να ανατραπεί με επαναστάσεις ούτε με κανέναν άλλον αυτοσχεδιασμό, αφού αυτή είναι απροσδιόριστη ή «παράλογην» ως λέγει ο Θουκυδίδης κι αναγνωρίζει ο ίδιος:

«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.», σελ. 40

Ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζει την τύχη ως γενεσιουργό δύναμη του πλούτου στην αρχή του δοκιμίου του, ίσως διότι δε θέλει να προκαλέσει μια προσκόλληση σε μια κάποια κοινωνική τάξη των Ελλήνων, μήτε επιθυμεί να αναταράξει τα αισθήματα των παραληπτών του βιβλίου του, οι οποίοι φαίνεται πως ήσαν περισσότερο εύποροι από τους συνήθεις «ἀμαθεῖς» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και τέτοιοι ήσαν πιθανώς οι έμποροι κι ιδιαίτερα οι αστοί.

Τέτοιοι παραλήπτες δε θα μπορούσαν να ήταν η πλειοψηφία του απλού αγράμματου λαού, που δεν γνώριζαν καν ανάγνωση, αλλά κυρίως οι «γνώστες», γραμματιζούμενοι, «διανοούμενοι», ηγέτες, έμποροι που διακινούσαν βιβλία, ή άλλοι, με θέσεις σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Γιατί είναι αμφίβολο κατά πόσον οι απλοί αγράμματοι Ρωμιοί γνώριζαν ποιός ήταν ο «Ζεύς», ο «Λυκοῦργος», κ.α. πρόσωπα της αρχαίας γραμματείας τα οποία ο «Ανώνυμος Έλλην» χρησιμοποιεί κατά κόρον:

«...οι πολιτικές επιδιώξεις του επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνο τις κοινωνικά και ιδεολογικά προηγμένες ομάδες που ποσοτικά αντιπροσώπευαν μόνο έναν πολύ μικρό, αν και δυναμικό, τμήμα της κοινωνίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 310)

Είναι λάθος ο σημερινός αναγνώστης να αντιλαμβάνεται, πως το κείμενο της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» τύγχανε στην εποχή που εκδόθηκε, της ίδιας κατανόησης με τη σημερινή από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της Βαλκανικής, και κατ’ επέκταση της ίδιας της Ελληνικής Χερσονήσου. Άλλωστε ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» το επισημαίνει αυτό, όταν καλεί τους έλληνες που βρίσκονται σε άλλες χώρες, λέγοντας πως στην Ελλάδα όλοι εκείνοι που χρειάζονται διδαχή, είναι εκείνοι που δε γνωρίζουν ανάγνωση:

«Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὅσοι περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι ἀπὸ διδαχήν, δὲν ἠξεύρουσι γράμματα. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁμιλοῦντος, διὰ νὰ καταπείσῃ τοὺς πεπλανημένους εἰς τὸ ψεῦδος.», σελ. 138

Όμως, ακολουθεί ή όχι μία φιλήσυχη και συμφέρουσα για τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις «πολιτική γραμμή» ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζοντας ότι εις την «Νομαρχίαν», επειδή ομοίως με την αρχαία Ελλάδα σ’ αυτήν υπάρχει φροντίδα για τον πολίτη, δύναται «ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν»;, σελ.19.

Με άλλα λόγια, εις την «Νομαρχίαν» του «Ανωνύμου του Έλληνος» ο φτωχός πρέπει να παραμένει πτωχός, διότι ο πλούσιος πρέπει να παραμένει πλούσιος; Κι αυτή η ερώτηση τίθεται ιδιαίτερα προς τους «προοδευτικοὺς» κύκλους που κάνουν χρήση της «τοιαύτης Νομαρχίας» ομοίως με τους νεοπαγανιστές, επειδή αντιπαθούν την Εκκλησία.

Είναι δύσκολο να απαντηθεί αυτή η ερώτηση με σιγουριά. Όμως, δε θα πρέπει να παραβλεφθούν δύο πράγματα· πρώτον η προτίμηση του «Ανωνύμου του Έλληνος» προς την «ἀριστοκρατία», αφού κι εκεί «σώζεται ἡ Ἐλευθερία» του φτωχού επαναστατημένου, αλλά ιδίως δε θα πρέπει να παραβλεφθεί αυτή η άποψη, η οποία είναι μια «παλαιὰ καραμέλα» της εμπορικής τάξεως και δηλαδή εκείνη η οποία ζητούσε την κατάργηση των θρησκευτικών αργιών με πρόσχημα το «περισσότερον κέρδος»:

«Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας; [...] τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος», σελ. 88

[Σημ: Περισσότερα για το ζήτημα, πρβλ. εις την απάτη «Το κέρδος & οι αργίες», ενώ για την υποκρισία του «Ανωνύμου του Έλληνος» για την πτώχεια των κληρικών πρβλ. την απάτη «Η φτώχεια & η Φτώχεια»].

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε, ίσως να οφείλει αυτή την προσκόλλησή της εις τη διατήρηση των κοινωνικών οικονομικών ανισοτήτων, εις την αντανάκλαση που δέχεται από την Γαλλική Επανάσταση της «Δημοκρατίας», εκεί όπου ο πλούτος δεν καταργήθηκε, αλλά άλλαξε χέρια και πέρασε από το βασιλιά και τους αριστοκράτες της Δύσης, εις τα ανώτερα αστικά στρώματα των πόλεων. Ο χωρικός κι ο μέσος αστός, παρέμειναν πάντοτε παραμελημένοι και «πιόνια» των ανωτέρων στρωμάτων της Ευρωπαϊκής κοινότητας, όπως ακριβώς επιθυμείτο να συμβεί και με την «τάξη» του κληρικού και του μοναχού εις τις «επαναστατημένες» περιοχές. Προς τούτο οι Ανατολικοί κληρικοί εις την «Ἑλληνικήν Νομαρχίαν» θεωρούνται παραδόξως «πλούσιοι», ωσάν να ήτο Δυτικοί (τάξη) και κατηγορούνται έναντι του πτωχού λαού (βλ. Α.Σ. 5 & 27)· έτσι «δικαιολογημένα» θα έπρεπε βάσει του διαφωτισμού να στερηθούν οι πρώτοι αυτού του «πλούτου» εις το άμεσο μέλλον, ωσάν να είναι «ἱδιώτες», με μια κάποια επιδιωκόμενη πολιτικοοικονομική επανάσταση του τελευταίου:

«λλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

Μόνο που... μια τέτοια κοινωνική επανάσταση πολύ λίγο θα είχε να κάνει με την επενέργεια της τύχης ως δύναμης η οποία ανακατανέμει δικαίως, αλλά δεν εξαλείφει, αυτόν τον άδικο «πλούτο», σύμφωνα με τις επαναστατικές κι αντικληρικαλιστικές επιδιώξεις της «Ελληνικής Νομαρχίας»:

«Ο "Έλληνας Βολταίρος", υπέρμαχος της αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές οικονομικές μονάδες», «νωθροί πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας». Συνεπής με αυτές τις θέσεις, ο Κοραής ήταν υπέρ της δήμευσης των μεγάλων κτημάτων των μοναστηριών - ωστόσο, δεν διαμαρτυρήθηκε όταν αυτά δεν δόθηκαν σε ακτήμονες αγρότες, αλλά σε μεγαλοαστούς κεφαλαιούχους...» (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

 Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833). (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

Όσο περισσότερο μελετά κανείς την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν», τόσο αντιλαμβάνεται πως αυτή δεν απευθύνεται εις τον απλό Ρωμιό κι επαναστάτη κάτοικο των χωριών της Πελοποννήσου, της Ηπείρου ή των Νησιών. Άλλωστε αυτός ο τελευταίος δεν επρόκειτο ποτέ να δει, ούτε να παραλάβει ποτέ, αυτόν τον «πλούτο» που «κρατούσε  αδίκως» ο Ανατολικός κληρικός στα χέρια του.

Έπειτα, για τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», αυτά τα ίδια πρόσωπα που θα σηκώσουν το κύριος βάρος του αγώνα  (βλ. Α.Σ. 24, 14 & 26 κ.α.), όσο αφορά τις μάχες εις τις οποίες θα ρισκάρουν τον «ἀναγκαιότερο στοχασμὸ», δηλαδή «τὴν ζωήν» τους, περιγράφονται υπ’ αυτού με εκείνον τον όρο, που για την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν» αποτελεί την ύψιστη προσβολή για το ανθρώπινο γένος, δηλαδή με τη λέξη «δούλος»:

«Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

Απορεί μετά συγγραφικής βδελυγμίας ο «Ανώνυμος Έλλην», αναφερόμενος εις τα υπόδουλα χωριά, κάνοντας χρήση τρίτου κι όχι δευτέρου προσώπου:

«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36

Βέβαια, είναι πολύ εύκολο να απορεί κανείς μακρόθεν κι εκ της Εσπερίας, με τους «δούλους» Ρωμιούς, που θα πρέπει να ρισκάρουν τη ζωή τους, ενώ κάποιοι άλλοι εξίστανται μέσα από «βιβλιάρια» της Δύσης, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι εκ τους ασφαλούς:

«Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» σε διαφορετική ενότητα:

«Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά. Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν, πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.», σελ. 82. (βλ. Α.Σ. 14 & 15)

Οι «Ἕλληνες Χριστιανοὶ» θανατώνονταν ακόμη και για φοροδιαφυγή. Για τις συνέπειες μιας αποτυχημένης επανάστασης ούτε λόγος (βλ. χαρακτηριστικά καταστροφή Χίου):

«...ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον. Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται.», σελ. 83

Ακόμη κι άλλοι διαφωτιστές της εποχής αναγνωρίζουν πως η επανάσταση είναι ένα παιχνίδι χειρότερο από εκείνο με την φωτιά:

α. Το δοκίμιο «Στοχασμοὶ εἰς τοὺς παρόντας κρισίμους καιροὺς τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους» [Ευγένιος Βούλγαρης, Κέρκυρα 1854, Βλ. Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σσ. 29-30 & 157, Πρβλ. Π.Μ.Κιτομηλίδης, Η Πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη, πρακτικά του Ε ΄Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τομ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 601-614], που «προφανώς ήταν εμπνευσμένο από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 και μπορεί βάσιμα να αποδοθεί στον Βούλγαρη [...] αποπειράται να διαπραγματευθεί με τους όρους της θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα για την ισορροπία δυνάμεων -της "ἀντιρροπίας", όπως αποδίδει ο συγγραφέας τον όρο-τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκάλυπτε πολιτικό ρεαλισμό όσο και σοβαρή γνώση της οθωμανικής κοινωνίας και διοίκησης, ο συγγραφέας ανασκεύαζε αρκετές εσφαλμένες αντιλήψεις, τρέχουσες στη σύγχρονη του ευρωπαϊκή σκέψη, οι οποίες υποστήριζαν ότι η οθωμανική εξουσία είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και εκφυλισμό. Ο συγγραφέας προειδοποιούσε ότι, παρά τις πρόσφατες ήττες τους, οι Τούρκοι γρήγορα διδάσκονταν από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη. [ό.π,. σσ. 8-9, 18-22] Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν πλήρως.». Ο Βούλγαρης σχολίαζε πικρά την εγκατάλειψη των Ελλήνων από τους Ευρωπαίους ή ακόμη όταν εκείνοι «είχαν εμποδίσει τους επίδοξους ελευθερωτές τους» και πρόβαλλε την άποψη ότι «ο διαμελισμός των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής ηγεμονίας με περιορισμένη έκταση θα ευνοούσαν τη διατήρηση της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων [ο.π, σελ.43]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)

β. «οι Έλληνες της Πελοποννήσου [...] ύστερα από ένα σύντομο διάστημα επαναστατικού πυρετού, τα γνωστά "Ὀρλωφικά", υποβλήθηκαν σε σκληρά αντίποινα από τους Οθωμανούς κυρίους τους, οι οποίοι εξαπέλυσαν ορδές Αλβανών ατάκτων κατά της Πελοποννήσου [A. Camariano-Cioran, La Guerre rusoturche de 1768-1774 et les Grecs, Revue des études Sud-Est européennes, 3 (1965), σσ. 513-547, Π.Μ. Κοντογιάννης, Οι  Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσοτουρκικόν πόλεμον, 1768-1774 & Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν 1715-1821, Αθήνα 1939, σσ. 146-206]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 185)

Τέτοιοι διαφωτιστές και «διανοούμενοι», σαν τον «Ανώνυμο Έλληνα», κατάφεραν να «σείσουν» τον δικό τους «βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας» καταφεύγοντας εις τη δύση, εγκαταλείποντας την πατρίδα τους, από όπου άνανδρα κατηγορούσαν άπαντες τους Ρωμιούς για «δειλίαν»!  Μια ελληνική παροιμία λέγει: «Ὅποιος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν χορόν πολλὰ τραγούδια ξεύρει».

Όμως, για να μην μένει κανείς μόνο εις τις παροιμίας, ας δει την άποψη του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» περί της «δειλίας» και το πως συνδυάζεται αυτή με τη φυγή «τῶν δούλων»:

«Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των  καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι; Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν;», σελ. 51. (βλέπε περισσότερα στην ενότητα που ο Ανώνυμος φοβάται τη συνομωσία)

Αντιγραφείς άνανδροι του «Ἁνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» είναι οι σύγχρονοι παγανιστές και «προοδευτικοί» διαφωτιστές, οι οποίοι ενστερνιζόμενοι τις κατηγορίες του πρώτου ενάντια τους Χριστιανούς του 1821 περί «δούλων», ξεχνούν ότι αυτοί ως κατήγοροι τυγχάνουν, όχι υπόδουλοι μιας κάποιας βάναυσης αυτοκρατορίας που κυβερνά με το σπαθί, ενάντια εις την οποία ο καθείς θέτει «τὴν κεφαλὴν» του κι εκείνη της οικογενείας του εις την περίπτωση πολεμικής αποτυχίας, αλλά απλοί πολυλογάδες και πολυγραφότατοι αστοί που ζουν με όλες τις ανέσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, πίσω από μία συγγραφική πένα ή ένα ασύρματο ποντίκι ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, που το μόνο που γνωρίζει να πράττει είναι να εκτοξεύει κατηγορίες προς την Ορθόδοξον Εκκλησία και το ποίμνιό της.

Αντιγράφουν αυτοί τόσο ξεδιάντροπα τις ρητορείες του «Ανωνύμου του Έλληνος», που πείθονται πως ενώ από τη μια μεριά η πτώχεια είναι αποτέλεσμα της «τύχης» και μέσα στη «Νομαρχίαν» μία αδιάφορη κατάσταση όπου  μπορεί «ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν» σελ.19, από την άλλη δε, αποδέχονται αντιθέτως ότι η πτώχεια είναι «θέρμη» και συνεπώς αρρώστια που χρήζει θεραπευτικής αγωγής από πλούσιους «ευεργέτες»:

«Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 92

Δεν χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να αντιληφτεί ο καθείς ότι οι νόμοι δεν μπορούν να ισοζυγίσουν δίκαια την φτώχεια· διότι ακόμη και εις την περίοδο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που τόσο θεωρείται θαυμαστή από όλους τους «διανοούμενους» παπαγάλους της Δύσης, όπως και σήμερα, το χρήμα καθόριζε και καθορίζει την απονομή αυτής της δικαιοσύνης, είτε αυτή λέγεται χρηματικό πρόστιμο (το πρόστιμο ίδιας αξίας επί διαφορετικού «πορτοφολιού» δεν έχει την αυτήν βαρύτητα), είτε ενοικίαση ικανού ή μη δικηγόρου (ρήτορα) κ.λ.π. Το ρητό «ὁ Νόμος εἶναι ἴσος γιὰ ὅλους» είναι ένα ψέμα και «Νομαρχιῶν» ή «Μοναρχιῶν»· επί παραδείγματι, το πρόστιμο για παράνομο παρκάρισμα είναι ίσης χρηματικής αξίας για πλούσιο είτε πτωχό· η εξαγορά ποινής φυλάκισης είναι η αυτή για πλούσιο και πτωχό· η εξαγορά της στρατιωτικής θητείας είναι η αυτή για πλούσιο και πτωχό, κ.ο.κ.

 

 

ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ, Ο ΛΑΟΣ, Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ & Ο ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

 

Όσοι κάνουν κακή χρήση της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», καλή χρήση άλλωστε δεν υπάρχει, δε θα ομολογήσουν πως οι κατηγορίες της απευθύνονται εις την ουσία εις όλο τον ελληνικό λαό συλλήβδην, παρά θα στρέψουν πονηρότατα την προσοχή αποκλειστικά και μόνον εις τον Ορθόδοξο κλήρο:

α. «Αὐτός [ὁ Ἀλὴ Πασὰς], ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ ἀνεξάρτητον κράτος τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ᾿ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως, πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς, ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεὶς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸν ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν καὶ ἕνα πατέρα.», σελ. 35

β. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

γ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

δ. «Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἰμὴ τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ] ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του», σελ. 35

ε. «Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του», σελ. 36

στ. «Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

ζ. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται.», σελ. 112

η. «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν [και των ελλήνων]», σελ. 36

θ.  «ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101

Τέτοιες παρουσιάσεις είναι φανερό πως μειώνουν την «αίγλη» της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» ως διαφωτιστικού κειμένου έναντι του ελληνικού λαού, αφού ο συγγραφεύς της κατηγορεί τους πάντες κατά την ιδικήν του εποχή, άλλοτε ως «δούλους» κι άλλοτε ως «προδότας»:

ι. «Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται, δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.», σελ. 92

Κι ενώ στο παραπάνω εδάφιο του ο «Ανώνυμος Έλλην» αποδίδει κλάδους ελαίας εις τους ευεργέτες της Ελλάδος, δε θα μπορέσει μήτε αυτούς στο τέλος να μη κατηγορήσει μέσα στο σύγγραμμά του:

ια. «Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ, διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου, τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐνάρετον.

Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει, καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο, ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον του ἐνάρετον.», σσ. 93-94

Αυτές οι κατηγορίες προς τους ευεργέτες της Ελλάδος, παρά τις όποιες ευχαριστίες του συγγραφέως κατηγόρου, συνεχίζονται επί των σελίδων 94-96.

Αληθεύει δε ιστορικά, ότι ο Διαφωτισμός στην Ελλάδα περίμενε μια υπερυψωμένη εκτίμηση ιδίως από τους εμπόρους, από τους οποίους άλλωστε είχε αντλήσει πολλές φορές οικονομική δύναμη κι υποστήριξη:

«...ο Κοραής παρουσίαζε ουσιαστικά μια περίπτωση εμπειρικής εφαρμογής της θεωρίας του Montesquieu για τη σχέση εμπορίου και ελευθερίας...»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 390)

 Όταν όμως οι έμποροι κοιτώντας τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφόρησαν για το Διαφωτισμό στην Ελλάδα, τότε έγιναν κι αυτοί ξεκάθαρος στόχος παραπόνων:

α. «...ποιά ήταν η στάση των αστών εμπόρων που θα ’πρεπε να είναι φυσιολογικοί εχθροί της τυραννίας και υπέρμαχοι της ελευθερίας και του Διαφωτισμού; Ο συγγραφέας διαπίστωνε με θλίψη και αγανάκτηση ότι η στάση των Ελλήνων εμπόρων διέλυε κάθε ψευδαίσθηση ότι η ελευθερία θα μπορούσε να προέλθει με δική τους πρωτοβουλία. Παρά το γεγονός ότι ο ζυγός της τυραννίας βάραινε την Ελλάδα, η μόνη φροντίδα των εμπόρων ήταν οι επιχειρήσεις τους. [Ανώνυμος Συγγραφέας, Ρωσσαγγλογάλος]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)

β. «Οι έμποροι που αρνούνταν να επιστρέψουν, το έκαναν από απληστία και αχαλίνωτη επιδίωξη ατομικού κέρδους. Οι δωρεές που κατά καιρούς πρόσφεραν στην πατρίδα τους αρκούσαν μόνο για να απαλύνουν τις τύψεις της συνείδησής τους. Όσο για τους σπουδαστές που επί χρόνια φοιτούσαν στις ακαδημίες της Ευρώπης [...] προτιμούσαν να σπουδάζουν την επικερδή επιστήμη της ιατρικής.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Είναι γνωστό πως ο «Ανώνυμος Έλλην», ως ακόλουθος του «μαχητικού» πνεύματος του Διαφωτισμού, και δηλαδή κατήγορος των πάντων, είναι με τη σειρά του κατήγορος των κατηγόρων:

«...οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...», σελ. 117

Κι ενώ κατηγορεί τους «συμπατριώτας» του, παριστάνει τον θιγμένο έναντι της συμπεριφοράς των ξενιτεμένων ελλήνων που δεν θίγονται όταν τους κατηγορούν:

«Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν. (Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.)», σελ. 133

Ο  «Ανώνυμος Έλλην» μπορεί να μην έζησε να δει την επανάσταση του 1821. Το πιθανότερο είναι, ότι αν ζούσε μέχρι τότε,  θ’ άλλαζε γνώμη για τους ίδιους αυτούς «δούλους» και «προδότας» βλέποντας τη πατριωτική συμπεριφορά τους· θα έβλεπε το ότι αυτοί οι ίδιοι «προδόται» έθυαν εαυτούς (βλ. Α.Σ. 24) υπέρ «πίστεως καὶ πατρίδος»  (βλ. Α.Σ. 6), όπως ο ίδιος άλλωστε έλπιζε:

«Ἡ διαγωγή των [Ἑλλήνων] εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154

Το «καίριο ερώτημα» λοιπόν είναι, γιατί (επιμ-) μένουν εις αυτή τη στάση του χλευασμού προς τον κλήρο και το λαό της προ του 1821 εποχής οι σημερινοί νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές όταν αυτοί ακριβώς που κοροϊδεύουν ήταν εκείνοι που τελικά συμμετείχαν ενεργά, κι όχι θεωρητικά, στην επανάσταση; Δεν έχουν αντικρύσει τόσα και τόσα παραδείγματα αυτοθυσίας χριστιανών για την πατρίδα τους, μέσα στα βιβλία της σύγχρονης ιστορίας του έθνους τους; τί σημασία έχει πλέον η σκωπτική στάση για την εθνική, όχι πολιτική, επανάσταση, έστω κι αν αυτοί ήσαν αντιδιαφωτιστές;

Όπως και να έχει το ζήτημα, δε θα πρέπει να απορεί κανείς με τις ρητορείες του συγγραφέως που φέρει το όνομα «Ανώνυμος Έλλην»· διότι αυτού του συγγραφέως, του φταίνε όλοι ανεξαιρέτως για την υποταγή της Ελλάδος εις τους Τούρκους. Ακόμη κι ο ίδιος ο αρχαίος ο Μακεδόνας Φίλλιπος, ενώ δεν μπορεί να λείπει εκ του συλλογισμού αυτού κι ο υιός του Φιλλίπου, ο Μέγας Αλέξανδρος κι ίσως αυτές οι προτιμήσεις του να δικαιολογούν το θαυμασμό του υπέρ του ρήτορα Δημοσθένη:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» αναγνωρίζει άλλωστε, μέσα από τα χείλια των «φίλων» του «Σ. & Κ.», ότι δεν παραμέλησε κανέναν δίχως να υποστεί ύβρη («Καὶ ποῖον ἄφησε ἄβριστον; Βασιλεῖς, ἀρχιεπισκόπους, εὐγενεῖς, πλουσίους...», σελ. 166). Βεβαίως «ἄφησε ἄβριστον» τον ίδιον του τον εαυτόν· ίσως σημάδι υπερήφανου ηθικοπλαστικού εγωισμού.

Κατόπιν των ανωτέρω, είναι λοιπόν παρήγορο το ότι μέσα σε όλους αυτούς που κατηγορούνται για τα δεινά της Ελλάδος, όπου δεν εξαιρούνται ο Φίλιππος κι ο Μέγας Αλέξανδρος, κατηγορούνται κι οι κληρικοί της Ελλάδος και οι Πατριάρχες ως «ὑπεύθυνοι» για την Οθωμανική κυριαρχία! Είναι παρήγορο, διότι μόνο μέσα σε ένα ρητορικό κείμενο θα βρει κανείς κατηγορίες προς όλους τους Έλληνες για τα δεινά της Τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, πλην των ελαχίστων Σουλιωτών, που ήσαν κι Αλβανοί, παρότι ο ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν φαίνεται να θέλει να το αντιληφτεί, αν δεν το γνώριζε πνιγμένος μέσα στην τόση «μόρφωσὴ» του.

Αντίθετα, δεν είναι διόλου παρήγορο το ότι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές ασπάζονται αυτές τις ρητορείες περί ιστορικών αιτιών της Τουρκοκρατίας στις σελίδες τους, οι οποίες ρητορείες είναι «τραβηγμένες από τα μαλλιά», εφόσον απʼ όλους αυτούς τους «ὑπεύθυνους» της Ρωμαϊκής κι Οθωμανικής κυριαρχίας που αναφέρει ο «Ανώνυμος Έλλην», οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές επιλέγουν μόνο το «παπαδαριὸ» και τους «Πατριάρχες» για να επιρρίψουν τις ρηθείσες «ἱστορικές εὐθύνες»· αν επέλεγαν αντίθετα να κατηγορήσουν τους πάντες, ως επιλέγει να πράξει ο «Ανώνυμος Έλλην», σήμερα θα χαρακτηρίζονταν ως άτομα πάσχοντα από «χρονίζων θρησκευτικὸν ἤ ἐθνικιστικὸν παραλήρημα»· έτσι διαλέγουν και συμπεριφέρονται μόνο ως αντιχριστιανοί καμουφλάροντας την άρρωστη διάνοιά τους πίσω από μουχλιασμένες θεωρίες.

Ο δε «Ανώνυμος Έλλην» παρότι στην ουσία κατηγορεί τους πάντες για τα δεινά της νεότερης Ελλάδας, ακόμη κι ανθρώπους που έζησαν 2000 χρόνια πριν (!), ωσάν να ευθύνονται εκείνοι για την εμφάνιση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων ως οι Άραβες, οι Νορμανδοί, οι έμποροι Βενετοί, οι Βούλγαροι κι οι Οθωμανοί, μέσα στη ρητορική του προσπάθεια θα υπερβάλλει ακόμη περισσότερο, υπακούοντας στον αντικληρικαλισμό του Διαφωτισμού, λέγοντας πως:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», σελ. 98

Η πασιφανής δε απόδειξη πως ο «Ανώνυμος Έλλην» στρέφεται βασικά έναντι όλων των Ελλήνων, είναι η ύπαρξη του ίδιου του γραπτού του· διότι τί νόημα έχει άραγε η συγγραφή ενός επαναστατικού λιβέλου προς ένα λαό, ο οποίος έχει ήδη επαναστατήσει ή προς ένα λαό που συμμετέχει σε μεγάλο ποσοστό σε μια επανάσταση; καμία. Εξάλλου το γραπτό της «Ελληνικής Νομαρχίας» ως πρόσκληση για επανάσταση συγγράφτηκε το 1804, όταν η επανάσταση δεν έχει ξεκινήσει μαζικά. Σκοπός της η στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ως «κυρίως ὑπευθύνων» με παράλληλη «ἄφεση ἀμαρτιῶν» του κυρίου και πολυάριθμου πολιτικού σώματος των Ρωμιών· ήτις, το κείμενο αυτό, ενώ γνωρίζει τη συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας στο «ραγιαδισμὸ» παράλληλα αναζητεί «ἀποδιοπομπαίους τράγους» για να μη κατηγορήσει, βουβά δικαιολογώντας έτσι, τη στάση των υπολοίπων και περισσοτέρων:

 α. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161

 β. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52

γ. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140

Άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τη Ρούμελη. Συγγράμματα, κονδύλια και μελάνι δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να διώξουν τον Τούρκο, αν δεν υπήρχαν μαχητές επαναστάτες, οι οποίοι προηγήθηκαν ιστορικά αυτού, των υπολοίπων διαφωτιστών και των όποιων γραπτών τους. Με άλλα λόγια, αν όλοι ακολουθούσαν  του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος» την υπεροπτική θέση «επαναστατώντας» με λιβέλους, η «Ρούμελη» δεν θα ελευθερώνονταν ποτέ.

Σήμερα (2011) το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» το διακινούν επί το πλείστον ξεκάθαροι εχθροί της εκκλησίας και «διανοούμενοι», οι οποίοι εφόσον όλοι μαζί ζουν εις την μετά την  επανάσταση εποχή, βεβαίως δεν νιώθουν τύψεις να τους βαραίνουν για κάποιο «ραγιαδισμὸ», τον οποίο θα ένιωθαν σίγουρα το 1804 έναντι της «Ἑλληνικής Νομαρχίας», αφού αποκλείεται εκ των πραγμάτων να ήτο όλοι «ἀρματολοὶ» και «κλέφτες»· επιπλέον, κι αυτή είναι η χειρότερη ειρωνεία της υπεροψίας, αρκετοί από τους σημερινούς «διανοουμένους», ακριβώς γιʼ αυτή την αγάπη τους για τα γράμματα θα εβρίσκονταν εις την θέση του κληρικού ή του Φαναριώτη, τους οποίους σήμερα στοχοποιούν, μη αναλογιζομένοι από την «μέθην τῶν γραμμάτων» ποια είναι η κοινωνική τους θέση και ποια θα ήτο εις τα χρόνια της σκλαβιάς εκείνη η ανάλογη της σημερινής τους.

Περισσότερα βλ. απάτη «Δύο Αίτια».

 

 

ΤΑ «ΠΟΛΛΑ» ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ & ΟΙ «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ» ΤΩΝ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΩΝ

 

Ο αναγνώστης θα πρέπει να σταθεί στις κατηγορίες του συγγραφέως προς τους Έλληνες ιερείς του 1821· διότι αυτές είναι οι οποίες εξάπτουν τη φαντασία νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Ο παγανιστής αναγνώστης πάντοτε θα προσπεράσει την κρίση του συγγραφέως «διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς!», δηλαδή τους ιερείς, και θα ενθυμηθεί εις την κριτική του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» μόνο το προσωποποιημένο (ειδωλολατρικό) «ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας» έμπροσθεν του οποίου θα θυσιασθούν γενικόλογα οι πρώτοι -υπάρχει δε κι η πιθανότητα ο συγγραφέας να ψεύδεται και να κολακεύει.

Ο δε «Ανώνυμος Έλλην» κατηγορώντας τους ιερείς, φέρνει τα εξής «πολλά» παραδείγματα για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του,  τους οποίους με γενικολογικούς συλλογισμούς αποδέχονται οι οπαδοί του, ωσάν η ρητορεία να είναι «ἀλάνθαστον ἀκαδημαϊκόν ἐγχειρίδιον»:

1. «νῦν ἀρχιερεὺς [ἕνας] τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης, χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν», σελ. 100

2. «Ἐγὼ εἶδα πολλάκις ἕνα  [ἀκόμη ἕναν] ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὴν μέσην τῆς λειτουργίας, νὰ ὑβρίζῃ, νὰ ἀναθεματίζῃ, καὶ νὰ δέρνῃ οὐκ ὀλίγας φορὰς τοὺς παπάδες, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστο τοὺς διακόνους.», σελ. 100

3. «Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα [ἀκόμη ἕναν] καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, ὁποὺ μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐκλέφθησαν μερικὰ χρήματα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν του.». σελ. 100.

Αυτά τα τρία ανώνυμα επί το πλείστον αντικληρικά παραδείγματα, όλα κι όλα, λοιπόν δεν είναι σε καμία περίπτωση περισσότερα από όσα τίθενται από την άλλη πλευρά της ζυγαριάς της δικαιοσύνης του δικού του γραπτού:

«Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ [ἕνας], ὁ σοφώτατος λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου, ὁ ὁσιώτατος καὶ ἐλλογιμώτατος διδάσκαλος [ἕνας] εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας ἱερεύς, καὶ ἄλλοι πολλοί.», σελ. 99 [Πρβλ. απάτη «Οι αφορισμοί & οι αφορισμοί»]

Με τόσα «πολλά» παραδείγματα κατηγορίας, δηλαδή μόλις 3, που δεν είναι καν επώνυμα όπως της υπεράσπισης, οι νεοπαγανιστές έχουν καταφέρει κι αναγάγει μέσα στο μυαλό τους την «Ελληνική Νομαρχία» ως ένα «γερό» θεμέλιο, από τα «διάφορα», της αντιεκκλησιαστικής εκστρατείας τους επειδή ο συγγραφέας του βιβλιαρίου αυτού φουσκώνει το αριθμό τους με ρητορικά σχήματα. Ας σημειωθεί ιδιαιτέρως, πως οι ψόγοι αυτοί με τα παραδείγματα δεν αφορούν κάποια «ἀντιεπαναστατικὴν» ή «ἀνθελληνικὴν» στάση, παρά μόνο «ἀντιευαγγελικὴν», για την οποία οι νεοπαγανιστές ειδικότερα δεν θα ’πρεπε να ιδρώνουν στα αυτιά τους.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» στενοχωριέται ακόμη, διότι αυτή η ανάρμοστη συμπεριφορά κατατρώγει «τὰ ἀθῶα καὶ πολλὰ ἥμερα πρόβατα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας», (σελ. 101)· λογικά πρόβατα για τα οποία οι σημερινοί νεοπαγανιστές δεν έχουν καμία έννοια ή ανησυχία, εφόσον είναι ενάντιοι εις την «μάνδραν τοῦ Χριστοῦ».

Υπάρχουν δε εντελώς διαφορετικές ιστορικές, κι ουχί ρητορικές, μαρτυρίες για την επανάσταση του 1821 και τους ιερείς των Ελλήνων, τις οποίες οι αρνητές της εκκλησίας θα ξεπεράσουν για χάρη του λιβέλου του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

1. «Ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ απαριθμεί τις θυσίες των Ελλήνων κληρικών σε 11 πατριάρχες, 100 επισκόπους και 6000 ιερείς και καλόγερους. Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’, Κύριλλος ΣΤ’) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες.»

2. «Ο κλήρος υπήρξε και ο οδηγός της φυλής και το στήριγμα της», Ιστορικός Δ. Κόκκινος

3. «Ο Ορθόδοξος ελληνικός κλήρος απετέλεσε πρωταρχικόν παράγοντα της κηρύξεως της επαναστάσεως και της επιτυχίας ταύτης…», Απόστολος Δασκαλάκης

4.  «Ανάμεσα στους στρατιώτες βρίσκονταν και μεγάλος αριθμός παπάδων. Αυτοί οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού», Χάμφρεϋς

5. «Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί όπως διαδίδεται οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών», Ντομένικο Οριγκόνο, Πρόξενος Ολλανδίας.

6. «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρο, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους» (43), Μώραλη Μελίκ Μπέη

7. «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων», Ζανί Ζαντέ

8. «...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν», Κ. Παπαρρηγόπουλος

 

α. Πρβλ σελίδα: «Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Τουρκοκρατία 1430-1821».

β. Πρβλ. σελίδα «Απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων προ του 1821».

 

 

Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ» & ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΩΝ ΤΟΥ

 

Ο «Ανώνυμος Έλλην» διατυμπανίζει, πως οι Έλληνες Ρωμιοί, παρέα με τους ιερείς, ήταν «ἀμαθείς», «δειλοί» & «δούλοι». Εκείνο που δε γίνεται σαφέστατα αντιληπτό, είναι η αιτία για την οποία ο ίδιος δεν θα μπορούσε να λάβει τουλάχιστον τον ίδιο τίτλο του «ἀμαθοῦς», όταν μπορεί να κερδίσει εύλογα τον τίτλο του «δειλοῦ» μέσα από τους δικούς του υπαινιγμούς. Κι αν ο ίδιος δεν αρμόζει να λάβει αυτόν τον τίτλο, αν σκόπιμα ρητορεύει και δημαγωγεί χάριν επανάστασης, πράγμα «κατανοητό», τουλάχιστον το λιβελογράφημα του οφείλει να τον λάβει μόνο και μόνο για τους σημερινούς του τυφλούς ακόλουθους, οι οποίοι είναι προφανές πως το χρησιμοποιούν γιατί μισούν το Χριστιανισμό, και κατ’ επέκταση την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η αλαζονεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» είναι πρόδηλη σε όλο το έργο του και τον οδηγεί εις το να παραπέφτει σε πλείστες αντιφάσεις κι αστοχίες, τις οποίες δε λαμβάνουν στα υπ’ όψιν οι «αντιεκκλησιαστικοί» του 21ου αιώνος, οι οποίοι δε θα έπρεπε να τον ακολουθούν εις τις μικρότητές του, αν κινούνταν καθαρά από αγάπη προς την ιστορική αλήθεια.

Στη σελίδα 50 του έργου του π.χ., ο «Ανώνυμος Έλλην» αναλίσκεται να αποδείξει ότι οι «δούλοι», όντας  μισθοφόροι, αδυνατούν να νικήσουν σε ένοπλες συμπλοκές κι εγκαταλείπουν ως «δειλοί» το πεδίον της μάχης, επειδή αυτό δεν αποτελεί εδαφικό τμήμα της πατρίδας τους, και ξεχνά ή αγνοεί τα ανδραγαθήματα των επίφοβων μισθοφόρων Ελλήνων «τῶν Μυρίων» του Ξενοφώντα εις το πεδίο της μάχης, όπου μεταξύ του Πέρση Μονάρχη Κύρου και του Μονάρχη της Ιωνίας Κροίσου, πολεμούσαν «ἐπὶ μισθώσει» για χάρη του τελευταίου. Και τα αγνοεί παριστάνοντας τον πεφωτισμένο, παρότι δείχνει σαφώς ότι έχει μελετήσει την ελληνική αρχαιότητα, η οποία άλλωστε βρίθει κι από άλλα παραδείγματα άξιων μισθοφόρων.

«Ξεχνά» και παραβλέπει ο «Ανώνυμος Έλλην», και μαζί του οι σύγχρονοι παγανιστές/διαφωτιστές, τους μισθοφόρους στρατιώτες της Ρώμης, («οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται [...] τοῦ κόσμου», σελ. 73») που υπάκουαν εις ένα Μονάρχη κι όχι σε κάποιους «Νόμους» μιας κάποιας «Νομαρχίας», και που διέπρεψαν εις τις στρατιωτικές τους προσπάθειες κατά των «Ἐλευθέρων» της αρχαίας Ελλάδας, με τους οποίους τελευταίους οι διαφωτιστές έχουν εξ ανάγκης συμπλεγματική συμπάθεια έναντι του Βυζαντίου, ως αυθεντικοί εθνικιστές του Διαφωτισμού:

α. «Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν, καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας, ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν.», σελ. 73

β. «Πῶς λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; », σελ. 72

Ποιός αλήθεια είναι εκείνος του 21ου αιώνα επιστήμονας ο οποίος μπορεί να δεχθεί, σαν τους σύγχρονους διαφωτιστές κι αντιπάλους της του Χριστού Εκκλησίας πως οι Ρωμαίοι διέπρεψαν στρατιωτικά, επειδή «διδάχτηκαν από τους Έλληνες επιστήμες και νόμους»;

«ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος. Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿ αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου», σελ. 73

Εκείνος που ασπάζεται τέτοιες απόψεις, χάριν κάποιου μίσους κατά του Χριστιανισμού, ως οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές, πρέπει να έχει μια κάποια άγνοια γύρω από την στρατιωτική τέχνη των αρχαίων Ρωμαίων. Κι αν ακόμη τέτοιες απόψεις, ήταν ποτέ δυνατόν να «ερμηνεύσουν» την υπεροπλία των Ρωμαίων με ένα απλό «πιθηκισμό» της ελληνικής νομικής κι επιστήμης, τότε πώς μπορούν να ερμηνεύσουν την τρομερά νικηφόρα τακτική, του «κτύπα και φεύγε», του ιππικού των Πάρθων, που έφερε νίκες επί των «ελληνο-διδαχθέντων» Ρωμαίων; Σάμπως οι Πάρθοι ήσαν πολίτες μιας κάποιας «Ελληνικής Νομαρχίας»; Δεν είναι άλλωστε ο αυτός ρήτορας «Ανώνυμος Έλλην» εκείνος που επισείει τη σημασία της στρατιωτικής τακτικής, εις το ρητορικό του κείμενο;

 «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας», σελ. 31

Παρότι οι ιστορικές γνώσεις του συγγραφέως αυτού μέσα από το γραπτό του φαίνονται τουλάχιστον μεροληπτικές, αν όχι ελλιπείς και δικαιολογημένα αν σκεφτεί κανείς την εποχή που αυτός έζησε, εντούτοις οι σύγχρονοι αντίπαλοι της Εκκλησίας τον αποδέχονται για μέντορά τους. Ενώ αυτοί ζουν στον 21ο αιώνα της πληροφορίας, ακόμη και της δημοτικής εκπαίδευσης, εντούτοις αποδέχονται τυφλοσούρτη φληναφήματα εκείνου του μακρινού και σκοτισμένου από το διαφωτισμό 19ου. Κανείς δε εκ των νεοπαγανιστών ή των νεοδιαφωτιστών δεν παρατηρεί τα άστοχα, ήτις ρητορικά, παραδείγματα του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» περί της αρχαιότητος:

«Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζῃ ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], ὁπού, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787 μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάγχνως.», σελ. 34

Άστοχα παραδείγματα, γιατί αν είναι ντροπή ένα έθνος να είναι σκλαβωμένο εις την υπεροπλία ενός διαφορετικού, τότε είναι χειρότερη εντροπή, για τους εθνικιστές, το ίδιο έθνος να σπαράσσεται από εμφυλίους 30 ετών, ως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που περιέγραψε ο Θουκυδίδης εις τα βιβλία του:

«Ὁ πόλεμος ποτὲ μὲν εἶναι δίκαιος, ποτὲ δὲ ἄδικος, καὶ αὐτὸ κρίνεται ἀπὸ τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν προξενοῦν. Εἶναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, ὅταν κινεῖται πρὸς διαυθέντευσιν τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἄδικος δέ, ὅταν ἕνας φθονερὸς καὶ ἅρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του, ἢ διὰ χρημάτων, ἢ διά τινων ἄλλων οὐτιδανῶν μέσων, τινὰς κακοτρόπους καὶ κακοήθεις ἄνδρας, ὁρμεῖ ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, ἁρπάζει, λεηλατεύει καὶ ἀσπλάγχνως καταφθείρει τὸ πᾶν, διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας του, ἢ τῆς κενοδοξίας του.», σελ. 27

Πρβλ. απάτη «Οι Ελεύθεροι γεννούνται μέσα σε Νομαρχίες».

 

 

 

Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»

 

Δεν είναι να απορεί κανείς για το ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» ψεύδεται εις το σύγγραμμά του· αυτός υπαινίσσονταν στην αρχή του δοκιμίου του πως θα διδάξει αλήθειες:

«Ναί, φιλτάτοι μου Ἕλληνες, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι δύσκολον δι᾿ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἡ Πατρὶς τὸ ζητεῖ, τὸ χρέος μου μὲ βιάζει, καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν.», σελ. 11

Καθώς κατηγορεί τους Ρωμιούς Έλληνες για την υποταγή τους εις τους Τούρκους, και τους βδελύσσεται ως ανόητους για την αμάθειά τους, χρησιμοποιεί για παράδειγμά του έναν αρχαίο ρήτορα, τον πολύ γνωστό «Δημοσθένην», και ισχυρίζεται ότι μήτε εκείνος δε θα μπορούσε να τους διδάξει τη δικαιοσύνη και την ελευθερία:

«Μήπως εἶνε ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὸ δίκαιον, διὰ νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ τινάς; Ὦ ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀνόητοι, καὶ ἱσχυρογνώμονες, ὁποὺ ὅλοι οἱ Δημοσθένεις τοῦ κόσμου δὲν ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ τοὺς καταπείσουν», σελ. 146

Όμως, ποια σχέση μπορεί ν’ έχει το γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» με την αλήθεια, σαν ασκεί τέτοιες συνδέσεις μεταξύ δικαίου, αλήθειας και ρητορείας;

Ο Δημοσθένης, πέρα που ήταν εκείνος ο οποίος ζητούσε την προσφυγή των Αθηναίων εις τους Πέρσες ενάντια εις τον Φίλιππο (4ος Φιλιππικός) κι ήταν εκείνος που μάχονταν για μια Αθήνα ενάντια στο Μέγα Αλέξανδρο, βασιλιά που μήτε ο «Ανώνυμος Έλλην» συμπαθεί, βασικά ήταν εκείνος ο ρήτορας ο οποίος «ενδίδει σε σφοδρές λοιδορίες και στη χυδαία σπίλωση προσώπων» (Πηγή: Michael Edwards, Οι Αττικοί Ρήτορες, 1994, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2002, σελ. 60) όπως πράττει κι ο «Ανώνυμος Έλλην» ως «ἄξιος μιμητὴς» του, κατά ιερέων, μοναχών και πασών των ελλήνων ρωμιών.

Ο Δημοσθένης ήταν επίσης ο ρήτορας εκείνος που «οι πελάτες του ήταν εύποροι και ο βασικός στόχος του [...] ως λογογράφου ήταν καθαρά πρακτικός·  να κερδίσει χρήματα» (ό,π., σελ. 63). Ήταν επίσης  αυτός που στο λόγο στο «Περὶ στεφάνου» «δεν είναι αλήθεια όσα λέει [...], αλλά κατατροπώνει τον αντίπαλό του. Τα γεγονότα της υπόθεσης καθεαυτήν φαίνονται μικρής σημασίας: αυτό που ενδιαφέρει είναι το μεγαλείο της Αθήνας - κι ο ίδιος ο Δημοσθένης είναι ο μεγαλύτερος τιμητής της»  (ό,π.,σελ. 70).

Ανάλογα εις όλο το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» εκείνο που ενδιαφέρει είναι η κοινωνική, εθνική και πολιτικού περιεχομένου επανάσταση μπρος εις την οποία όλες οι θυσίες είναι «κατανοητές»:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Γενικά για τους ρήτορες ως ο «Ανώνυμος Έλλην», ισχύει ότι και για τον Δημοσθένη:

α. Η «ιδιαίτερη μέθοδος του Δημοσθένη εντούτοις είναι να οδηγεί τα πράγματα σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα: η κατηγορία εναντίον του Αδροτίωνος υπόκειται συστηματικά σε γενικεύσεις και προβάλλεται μέχρι του σημείου η καταδίκη του να φαίνεται αναγκαία για την ευημερία της πόλεως [των Αθηνών]» [24, «Κατὰ Τιμοκράτους»], ό.π., σελ 65.

β. Στο λόγο 20, «Πρὸς Λεπτίνην» «ο Δημοσθένης τάσσεται υπέρ της κατάργησης του νόμου... Επρόκειτο σαφώς για ένα ζήτημα που επηρέαζε άμεσα όσους άνηκαν στη τάξη του Δημοσθένη -στους χαμένους από την εφαρμογή του νόμου περιλαμβάνονταν κι ο Εύβουλος- αλλά και πάλι ο Δημοσθένης διευρύνει το θέμα ώστε να άπτεται του εθνικού [Αθηναϊκού] συμφέροντος», ό.π., σελ. 65

γ. Τέλος «η χρήση των ρητόρων θέτει τον ιστορικό που μελετάει την αρχαιότητα πολλά θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα. Ένας ομιλητής, στο δικαστήριο ή στη συνέλευση, δεν είναι αδιάφορος για το αποτέλεσμα της αγόρευσης του· απεναντίας, έχει κατά νου πολύ συγκεκριμένο στόχο, να κερδίσει την υπόθεσή του ή να κάνει αποδεκτή από τους άλλους την πολιτική του, και έτσι θα ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέθοδο για να επιτύχει αυτόν τον σκοπό, ακόμη και ανακρίβειες, ψευδή επιχειρήματα και στρέβλωση ή παράλειψη των γεγονότων.».(ο.π., σελ. 97)

Παρομοίως πράττει κι ο «Ανώνυμος Έλλην» μέσα στις ρητορικές του εντρυφήσεις· είναι ιδιαιτέρως δε ατυχές, το ότι το κείμενό του χρησιμοποιείται από πολλούς σήμερα στο διαδίκτυο ως «ἐφημερὶς τῆς ἀληθείας». Επιβεβαίωση του παρόντος συμπερασμού, δηλαδή του ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» ψεύδεται ασυστόλως χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων,  είναι ότι η «Ελληνική Νομαρχία» σήμερον, εν έτη 2011, δημοσιεύεται «μεγαλεπηβόλως» από σελίδες κομμάτων, ή ιδεολόγων κομμάτων, επισφραγίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο το βωμό της ανοησίας, εις τον οποίο τα περισσότερα κόμματα φονεύουν την αλήθεια ως θυσία, ονειρευμένα την χειραγώγηση του Χριστιανικού Ποιμνίου της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού, κάτι για το οποίο ο «Ανώνυμος Έλλην», παριστάνοντας τον πολιτικά αδιάφορο, ως «ὁμόθρησκος», αποποιείται:

«Ἀλλά, εἰς τί ὁ πατριωτικὸς ἐνθουσιασμός μου μὲ παρακινεῖ! Ἐγὼ νὰ νουθετήσω τὰ ὑποκείμενά σας; Ἔ, μὴ γένοιτο!», σελ. 127

Τα ύψη των ρητορικών υπερβολών του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι αρκετές φορές δυσθεώρητα:

α. «Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι . Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ. Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες.

Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι».», σσ. 114-115

Βέβαια πρέπει να λεχθεί, ότι νεοπαγανιστές και άθεοι νεοδιαφωτιστές δεν πιστεύουν στα θαύματα καθόσον τα θεωρούν απίστευτα. Πιστεύουν όμως με σχετική ευκολία κι ευλαβικώς τις απίστευτες υπερβολές του «Ανωνύμου του Έλληνος», σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι αρχιεπίσκοποι κοιμούνται στις μητροπόλεις τους 14 + 2 = 16 ώρες ημερησίως, ωσάν να μην ήτο Homo Sapiens αλλά αιλουροειδή:

«ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως»....

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν ήταν ο μόνος από τους ελάχιστους 3-4 διαφωτιστές που χρησιμοποίησαν υπερβολές στα γραπτά τους· για τον «Λίβελλον κατὰ τῶν Ἀρχιερέων», τον οποίο ο «Ανώνυμος Έλλην» είχε μελετήσει αναφέρεται ότι:

«Η ένταση της ιδεολογικής διαμάχης μπορεί να ερμηνεύσει τόσο τη δριμύτητα της γλώσσας όσο και τις τυχόν υπερβολές στα επιχειρήματα του κειμένου. Η ιστορική κριτική του κειμένου θα επισήμαινε φυσικά την παρουσία μιας σημαντικής παράδοσης θρησκευτικής και κλασικής παιδείας στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και την ηγετική συμβολή της ιεραρχίας στις παιδευτικές προσπάθειες του υπόδουλου γένους. Το κείμενο, εν πάση περιπτώσει, παρ’ όσα θα μπορούσαν να αντιταχθούν στα επιχειρήματα του συγγραφέα, συνιστούσε σημαντικό τεκμήριο ενός ορισμένου ιδεολογικού κλίματος και της αντίστοιχης συνειδησιακής κατάστασης σε μια κρίσιμη καμπή της κοινωνικής και πολιτισμικής μεταβολής στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, ως ιστορική πηγή καταγράφει με τρόπο δραματικό τη μαχητικότητα που εκδηλωνόταν κυρίως με την αντίθεση προς την Εκκλησία, ως την κοινωνική και πνευματική δύναμη που πρόβαλλε ως ο κυριότερος αντίπαλος του νέου συστήματος αξιών»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 376-377)

Ανάμεσα στις άλλες υπερβολές, υπάρχει και του «Ανωνύμου του Έλληνος»  η ρηθείσα «λύπη» του, γι’ όλες αυτές τις λοιδορίες άνω ποταμών κατά των εκκλησιαστικών τις οποίες «ἡναγκάσθη ὑπὸ τοῦ χρέους πρὸς τὴν πατρίδαν» να εκφράσει. Όμως, δεν είναι δυνατό να υποστηρίζει κανείς ότι λυπάται για την συμπεριφορά κάποιων, όταν παράλληλα την αμαυρώνει με απίστευτες παραδοξολογίες.

Ρητορική δε προχειρότητα στο δοκίμιο του «Ανωνύμου του Έλληνος» σημειώνεται στο απλό δόγμα, το οποίο πολλοί παγανιστές προσκυνούν, πως «Ἡ Ἑλλάς, [...] ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε», πράγμα εντελώς ανήκουστο, γενικόλογο, γελοίο, ψευδές κι αυθαίρετο για τα ιστορικά πεπραγμένα της Ελλάδος ως ενιαίου κράτους υπό το πρίσμα της πολιτικής ιδεολογίας του διαφωτισμού.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» πάντα σε τόνο αλαζονικό κι υπεροπτικό, που τον έχει απονείμει εις τον εαυτόν του δια μέσω της ανάγνωσης μερικών εγχειριδίων, τόσο της εποχής του, όσο και της αρχαιότητος, από ξένες μεταφράσεις, σύμφωνα με τους μελετητές, λέγει ότι οι ιερείς πέτυχαν την «καταδυνάστευση» των συμπολιτών του, ωσάν να είναι οι ίδιοι κατακτητές της Ελλάδος, κι όχι οι Οθωμανοί Τούρκοι: 

«...καθὼς μέχρι τῆς σήμερον [Οἱ ἱερεῖς], μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ κακομάθησιν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των», σελ. 67

Η πνευματική τάξη από την οποία προέρχεται, ή από τα γραπτά της οποίας έχει επηρεαστεί βαθιά, ο «Ανώνυμος Έλλην», θεωρεί «ἀργοὺς» τους ιερείς, ιδιαίτερα τους μοναχούς, ωσάν οι ιερείς να μην επιτελούσαν διακονία των πνευματικών αναγκών των σκλαβωμένων ορθοδόξων Ελλήνων στην Ελλάδα, μη διαφεύγοντας κι αυτοί ένεκα της «γραμματιζουμένης» δειλίας τους εις την Ιταλία ή εις την Γαλλία, ομοίως ως έπραξαν όλοι οι «πνευματικοὶ ἀδελφοὶ» με τον «Ανώνυμο Έλληνα»:

«...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

(Πρβλ. απάτη «Το παραμύθι περί της αμαθείας»).

Δεν υπερβάλλει κανείς όταν αμφιβάλλει για την «επιστημονική» αλήθεια  των λόγων του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», αλλά κι εκείνων των σημερινών του «επιστημονικών» ακολούθων, που χειρότερα πράττοντας, τον αντιγράφουν χάριν αντιχριστιανισμού:

 «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36

Αν στα αλήθεια Έλληνες των λοιπών πόλεων, πλην του Σουλίου και χωρίων, ζουν μέσα στην «πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν», τότε πώς δύναται επίσης να αληθεύουν οι ψεύτικοι μακαρισμοί του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την πτώχεια των «γλυκυτάτων ἀδελφῶν καὶ ἀγαπητῶν Ἑλλήνων», που άλλη πρόθεση δεν έχουν παρά την αγανάκτηση του αναγνώστη τους κατά «παντὸς ὑπευθύνου» (πρβλ. απάτη «δύο αίτια»):

«Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 92

Ποιά «λιτότηταν καὶ εὐτυχίαν» θαυμάζει άλλωστε ο «Ανώνυμος Έλλην» κάτοικος της «πολυτελεστάτης» Εσπερίας; ποιά λιτότητα θαυμάζουν άλλωστε οι Έλληνες παγανιστές κι οι διαφωτιστές, κάτοικοι των σύγχρονων δυτικών πόλεων του 21ου αιώνα;

Είναι φανερό πως τους «διαφωτιστές» και τους πιστούς του νεοπαγανισμού απασχολούν επιλεκτικοί στόχοι της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», ήτις αποκλειστικά και μόνον οι ιερείς κι η Ορθόδοξος Εκκλησία, ειδάλλως δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί με ποίον τρόπο τέτοιες «διδασκαλίες», ως οι άνωθι, δύνανται να γίνονται δεκτές τυφλοσούρτη από τους «διανοούμενους».

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δε ήταν εκείνος, που για να στηλιτεύσει τους Ρωμιούς ως «δούλους», υπαινίσσονταν ότι «ἡ φύσις» δεν επιφέρει διαφορές εις τους ανθρώπους:

α1. «Πῶς λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ ταλαίπωρος δοῦλος,[...], πῶς, λέγω, ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ, ὅτι ἡ φύσις μᾶς ἔκαμεν ὅλους ὁμοίους, καὶ ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ βλέπωσιν ἀδιαφόρως ὅλους τοὺς πολίτας;», σελ. 22

α2. «Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος, ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα.», σελ.22

α3. «τόσον καὶ σὺ [δοῦλε] διαφέρεις ἀπὸ τὸν κύριόν σου· ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά», σελ. 23

Χάριν ρητορείας αλλού διδάσκει διαφορετικά, υπαινισσόμενος ότι «ἡ φύσις» επιφέρει διαφορές εις το «πνεῦμα», κι άρα εις τις «διοικητικὲς» ικανότητες, των ανθρώπων.

β. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου [...]. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ ἰδία φύσις, ἡ ὁποία ἄλλους μὲν ἔκαμεν δυνατῆς κράσεως, καὶ ἄλλους ἀδυνάτους, ἐχάρισε μερικῶν περισσότερον πνεῦμα, καὶ ἄλλων τινῶν ὀλιγότερον, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἐν πρώτοις ἀναμεταξύ των κατὰ φυσικὸν τρόπον», σελ. 17

γ. «Ἔ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω, καὶ θαυμαστὸς Ρήγας, ἂν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ ἦτον ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χάριτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής, ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις.», σελ. 38

δ. «Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει νὰ ἑνώσῃ εἰς πολλὰ φυσικὰ χαρίσματα πολλὰς ἀρετὰς καὶ μαθήσεις.», σελ.31

Αλλού θα ομιλήσει για την «φυσικὴν ἀνομοιότητα»:

ε. «Ἡ ἀναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἁπλῆν φυσικὴν ἀνομοιότητα ἀνυπόφορον, καὶ ἐξακολούθως ἡ μοναρχία, καὶ μετ᾿ αὐτῆς ἡ τυραννία, ἠθέλησαν νὰ μετριάσουν ὁπωσοῦν τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα [...]

Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομαρχία[...] ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα, ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι», σελ. 18

Στις ίδιες ρητορικές κακοτοπιές περί φυσικών χαρισμάτων πίπτει και κατά την έξοδο του γραπτού του, εκεί όπου τελειώνοντας κολακεύει τους Έλληνες θέλοντας να αφήσει μια ευχάριστη τελευταία αίσθηση εις τον αναγνώστη κατόπιν τόσων ψόγων επί των πρώτων:

στ. «Οἱ Ἕλληνες, ὦ ἀδελφοί μου, ἔχουσι μίαν φυσικὴν διάθεσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμῶνται, - ὁμιλῶντας γενικῶς - ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐφευρίσκωσι.», σσ. 151- 152

ζ. «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες [...] Εἶναι δὲ γενικῶς πεπροικισμένοι ἀπὸ τὴν φύσιν μ᾿ ἓν πνεῦμα γεννητικὸν καὶ ὀρθόν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τὰς φυσικάς των ἀρετάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ φιλοξενία εἶναι εἰς αὐτοὺς γενική», σελ. 153

Δεν είναι μήπως ο «Ανώνυμος Έλλην» εκείνος, που αν κι «στολίζει» με τα πιο «όμορφα» επίθετα, όπως λ.χ. «κτῆνος», τον οιοδήποτε μονάρχη μη παραδεχόμενος πολιτικές προσωπικότητες ως «αὐθεντίες», χάρη επαναστάσεως, εντούτοις θαυμάζει έναν και μόνο νομοθέτη ως τον «ἀξιώτερον καὶ τιμιώτερον τῶν ἀνθρώπων»;

«Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων», σελ. 19

Με άλλα λόγια, γιατί άραγε δε θα μπορούσε αυτός «ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων» νομοθέτης να ήτο ταυτόχρονα και μονάρχης, όταν ο  «Ανώνυμος Έλλην» κι οι οπαδοί του παραδέχονται πως η «φύσις», ίσως, του «ἐχάρισε [...] περισσότερον πνεῦμα» από τους υπολοίπους;

Μπορεί οι σύγχρονοι υποστηρικτές του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές, να μην εμφανίζουν συλλήβδην μοναρχικές τάσεις δια μέσω της προβολής του έργου του πρώτου, εφόσον ως ελέχθη τους είναι ασύμφορο ενάντια εις το «Χριστιανικὸν Μοναρχικὸν Βυζάντιον» κατά του οποίου, ως αυτό να είναι κάποιο «Χριστιανικὸν  Οἱκουμενικὀν δόγμα», τάσσουν πάντοτε μία κάποιαν φανταστική «Δημοκρατίαν» ως αντίβαρο για να δημιουργούν εντυπώσεις εις τους ανημέρωτους.

Αντιθέτως, ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είχε τέτοιους περιορισμούς εις το ρητορικό του έργο· πεπαιδευμένος κι αυτός από τον προγονικό μονόδρομο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ο οποίος χάραξε τα εθνικά κράτη της Ευρώπης, πέφτει στο ίδιο λάθος που πίπτουν κι οι ακόλουθοί του. Δηλαδή, ενώ ρητορεύει υπέρ της νομοθεσίας μιας «Ἐλευθέρας Πολιτείας Ἐλευθέρων Πολιτῶν», θαυμάζει το βασιλιά Λυκούργο, δηλαδή ένα μονάρχη βασιλέα, επειδή ήτο «ἄριστος νομοθέτης» και σίγουρα ακόμη περισσότερο επειδή ήτο «ἄρχαῖος Ἕλληνας»:

«Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος...», σσ. 19-20

Ο «Ανώνυμος Έλλην», δεν κωλύεται από του να πτύει κατάμουτρα την μοναρχία, την οποία εις το πρόσωπο του Λυκούργου θαυμάζει, επηρεασμένος από την αντίληψη του Διαφωτισμού ότι η Σπάρτη ήταν «Δημοκρατία», μαζί με τη Ρώμη και την Αθήνα, προφανώς ανάλογη εκείνων των μιλιταριστικών της Λατινικής Αμερικής:

α. «ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος», σελ. 15

β. «Δὲν ἠξεύρετε, ὦ Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἀρετὴ τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοὺς θρόνους; [...] Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;», σσ. 141-142

Βέβαια, θα πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης πως το ζήτημα εις την παρούσα δεν είναι μόνο ο «Ανώνυμος Έλλην», ο οποίος με τη ρητορική του δεινότητα στόχευε εις την επανάσταση των Ελλήνων. Στόχος, της παρούσης σελίδας, είναι κυρίως η καταγγελία όλων εκείνων που γίνονται τυφλοί «ιστορικοί» οπαδοί του, χάριν κάποιου μίσους κατά του Χριστιανισμού.

Κρατώντας λοιπόν εις την μνήμη του ο αναγνώστης τα άνωθι, θα πρέπει να αντιληφθεί, ότι η προγονολατρία διαφωτιστών και νεοπαγανιστών, όπως σαφώς και του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», φτάνει σε τέτοια ύψη, που τις πλείστες των περιπτώσεων δύο είναι τα μόνα πολιτικά στρατόπεδα που θαυμάζονται· είτε «ἡ Ἀθήνα τοῦ Περικλέους», είτε «ἡ Σπάρτη τοῦ Λυκούργου», αφού μόνο μέσα από αυτές τις δύο διαπιστώνονται κι αντλούνται αρεστά πολιτικά μοντέλα για τον Διαφωτισμό:

«Τὸ νὰ διαφέρωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀναμεταξύ των, τόσον κατὰ τὸ σῶμα, καθὼς καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, οὐδεὶς βέβαια ἀμφιβάλλει. Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τοιούτου ἀποτελέσματος. [...] Ἡ δὲ δευτέρα ἐκτελεῖ τὸ αὐτὸ ἀπὸ πολίτην εἰς πολίτην, καὶ οὕτως ὁ Ἀθηναῖος διαφέρει ἀπὸ τὸν Λακεδαίμονα. », σελ. 155

Ο Κιτρομηλίδης, γνωστός μελετητής του νεοελληνικού διαφωτισμού, σωστά δεικνύει την επαναλαμβανόμενη πολιτική προτίμηση των διαφωτιστών, όπως και του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος», με την «επιλογή και την ανάλυση ηθικών διδαγμάτων από την ιστορική εμπειρία των τριών μεγάλων πολιτειών της αρχαιότητας, της Αθήνας, της Σπάρτης και της Ρώμης [Μαυροκορδάτος, Φροντίσματα, σε. 202]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 104)

Αυτή η προγονολατρία επιφέρει πάντοτε τα ίδια προβλήματα εις τους υποστηρικτές της. Όπως ελέχθη, ο νεοδιαφωτιστικός χώρος ή ο νεοπαγανιστικός, φτύνει το «Χριστιανικὸν Βυζάντιον» κατάμουτρα, χάρη αντιχριστιανισμού, αντιμοναρχισμού και «σκοταδισμοῦ», αυτού του τελευταίου ως μια δήθεν έλλειψη επιστήμης, αλλά χωρίς καμία δυσκολία, και με απόλυτη «θρησκευτικὴν εὐλάβειαν», προσκυνά «τὴν Σπάρτη τοῦ Λυκούργου», κι όχι μόνον.

Ο «Ανώνυμος Έλλην», αλλοπρόσαλλος πάντοτε εις την επιχειρηματολογία του, θα παρομοιάσει τη «δουλείαν» ως ένα δάσος, όπου τα φυτά εκεί αναπτύσσονται χωρίς δόξα, μία πόλη όπου δεν προσφέρει εις τα τέκνα της ευκαιρίες αναγνώρισης. Με άλλα λόγια θα ψάλλει τον ύμνο εις τον πολιτισμό, παρότι ως είδε ο αναγνώστης εις την έναρξη της παρούσης έψαλλε τον ύμνο εις «τὸ φυσικὸν σύστημα» του προ-βάρβαρου ανθρώπου:

«Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.»

Ἀλλά, πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον! Αὐτὴ γὰρ ἀποκαταστεῖ γλυκεῖαν τὴν ζωήν, αὐτὴ γεννᾶ διαυθεντευτὰς τῆς πατρίδος, αὐτὴ νομοδότας, αὐτὴ ἐναρέτους, αὐτὴ σοφούς, αὐτὴ τεχνίτας, καὶ αὐτὴ μόνον, τέλος πάντων, τιμᾶ τὴν ἀνθρωπότητα.

Πόσοι, ἆραγε, ἄνδρες ἄξιοι γεννῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καθὼς γεννῶνται, οὕτως καὶ ἀποθνήσκουν, μὴν ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν μεγάλα πράγματα.

Ἄν ἕνας νέος μεγάλου πνεῦματος παρ. χάριν γεννᾶται ὑπό δουλεῖας υἱός χαλκέως, τί ἄλλο ἡμπορεῖ νά γίνῃ, παρὰ ἕνας χαλκέυς; Ἅν ὅμως ὅ αὐτὸς εὑρίσκετο εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν τότε εἰς τὰ κοινὰ φροντιστήρια ἥθελε φανῆ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸ εἶναι του, καὶ ἐξακολούθως ἥθελεν ἀποκατασταθῆ ὅσον ἡμπορούσε ἀξιώτερος, καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἤθελε χάσει αὐτὸν ἵνα διαυθεντευτήν, καὶ αὐτὸς ἥθελεν ἀπεθάνει μεγάλος ἄνθρωπος.», σελ. 25

Όσα λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είναι πλήρως αναληθή. Ακόμη όμως κι αν ήτο, δεν μπορούν παρά να επισημάνουν κάτι εις βάρος του νεοπαγανισμού και του νεοδιαφωτισμού. Η τόσο αγαπημένη «Σπάρτη τοῦ Λυκούργου» άφησε εις την ιστορία πολύ λίγα γνωστά ονόματα, κι όσα άφησε, ήσαν επί το πλείστον στρατιώτες. Το δε μισούμενο υπ’ αυτών «Χριστιανικὸν Βυζάντιον» κι η «μισητὴ Μοναρχία» του, άφησε πλείστους, όχι μόνο στρατιώτες, αλλά κι ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, ενώ βεβαίως η «μισητὴ Μοναρχία τοῦ Χριστιανικοῦ Βυζαντίου» εκ μέρους των παγανιστών, είχε και Νόμους κι ήτο και «Νομαρχία», επέζησε δε εν μέσω πολλών εχθρών για πάρα πολλούς αιώνες· εντούτοις...

α. «Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! Ὅσον γνωρίζομεν τὴν ἀληθῆ σημασίαν σου, τόσον αὐξάνει ὁ πόθος μας εἰς τὸ νὰ σὲ ἀπολαύσωμεν. Ἐσὺ εἶσαι ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον!», σελ. 17

β. «Ὄντας φανερὸν λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐναρέτους, καὶ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὸ εὖ πράττειν, διὰ τοῦτο εἰς μόνον τὰς ἐλευθέρας πολιτείας γεννῶνται τὰ μεγάλα ὑποκείμενα, καὶ ἰδοὺ τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.», σελ. 25

Γενικά το λιβελλογράφημα με τίτλο «Ἑλληνική Νομαρχία» δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ασκεί κριτική σε όλους και σε όλα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από μειονεκτική πάντοτε θέση. Μειονεκτική, διότι ασκεί κριτική κατά των Ρωμιών επειδή δεν επαναστατούν, ενόσω ο συγγραφεύς ζει και στη Δύση αρκετά εξασφαλισμένος.

Η ρητορική μανία του «Ανωνύμου του Έλληνος» καταντά επίσης κωμική με σύνταξη τέτοιων προτάσεων κατά του Ορθοδόξου κλήρου:

«ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον τὸν χρυσόν», σελ. 102

Θέλοντας να στηρίξει με τη ρητορική του δεινότητα τη μανία του κλήρου για χρυσό, περιγράφει μια αλυσίδα εξαρτώμενων εκ του Πατριαρχείου αρχιεπισκόπων κι επισκόπων, όπου ο ένας πουλά εις τον επόμενο αρχιεπισκοπές κι επισκοπές, ωσάν να ήτο τσιφλίκια, κι όπου ο τελευταίος επισκοπικός κρίκος αυτής της αλυσίδας ξεπληρώνει τον προηγούμενο από τα χρήματα του λαού, πάνω εις τον οποίο λογικά στηρίζει «ὁ Άνώνυμος Ἕλλην» όλο το οικονομικό οικοδόμημα του ιερατείου, από επάνω έως κάτω:

«ἐπίσκοποι τὰς πωλῶσι τῶν χριστιανῶν, δηλαδὴ γυμνώνουσι τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐβγάλωσι τὰ ὅσα ἐξώδευσαν», σελ. 110.

Με τον άνωθι τρόπο ερμηνεύει και στηρίζει ο συγγραφέας το σίγουρο αλισβερίσι των «αγορα-πωλημένων» επισκοπών· πλην ξεχνά, πως κατά τις δικές του πάντοτε περιγραφές, ο τελευταίος κρίκος του «σίγουρου» αλισβερισιού των επισκόπων «πολλάκις» αποσυντίθεται, αφού «ἑκατοντάδες» επισκοπές δεν έχουν Χριστιανούς εις την «ποίμνη» τους :

 «Αὐτὸς [ὁ Πατριάρχης] λοιπὸν διαμοιράζει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, καὶ πολλάκις πέμπει καὶ ἐκεῖ ὁποὺ δὲν εἶναι χριστιανοί, τόσας ἑκατοντάδας ἀρχιεπισκόπους, ἐξ ὧν ὁ καθεὶς ἔχει τέσσαρας ἢ πέντε ἐπισκοπάς, εἰς τὰς ὁποίας πέμπει καὶ αὐτὸς τόσους ἐπισκόπους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς», σελ. 110

Ακόμη κι αν ο τελευταίος αυτός κρίκος δε γκρεμίζονταν από την έλλειψη χριστιανών, θα γκρεμίζονταν από τη φτώχεια των Ελλήνων, πάνω εις την οποία αυτός ο συγγραφέας στηρίζει όλον τον πλούτο των επισκόπων κι αρχιεπισκόπων, ωσάν ούτοι να κέρδιζαν περισσότερα από τους Τούρκους από τους οποίους άλλωστε υποχρεωτικά φορολογούνταν κι εις αυτούς κατέληγαν τα όποια αυτά χρήματα. Έτσι στο κείμενό του «ὁ Άνώνυμος Ἕλλην» προσφωνεί μεν τους Έλληνες ως «πτωχούς» κι «ἱλαρούς» μα εντούτοις από αυτούς τους πτωχούς ζουν 100.000 χιλιάδες «μαυροφορεμένοι» ως «ἀργοὶ» πλουσιοπάροχα:

α. «Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων», σελ. 92

β. «Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ . Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 119

Ακόμη και σήμερα που το ιερατείο της Ελλάδος μισθώνεται, οι μοναχοί εργάζονται, όπως κι οι ιερείς.

Ίσως η ρητορική του να ήτο επωφελής για την ενορχήστρωση φανατισμού και θυσίας εις μία  επανάσταση, αλλά δεν μπορεί να είναι κι αληθής. Μόνο παγανιστές και διαφωτιστές μπορούν να πιστεύουν, ότι οι καθ’ όλα και δια πάντα υβριζόμενοι ως «δοῦλοι» στην εργασία του από την αρχή μέχρι το τέλος Ρωμιοί Έλληνες, λίγο προ του τερματισμού του πονήματός του λούζονται με όλες εκείνες τις κολακείες που κι ο ίδιος δεν μπορεί να αποκρύψει:

α. «Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά.», σελ. 155

β. «Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅσοι Ἕλληνες εὑρίσκεσθε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴν πατρίδα μας, καὶ ἐσεῖς οἱ ἴδιοι εὐεργέται αὐτῆς, τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128

Η κολακεία στην έξοδο του γραπτού έχει ένα απλό και βασικό σκοπό. Να φέρει τον αναγνώστη εκεί που οδηγούν συνήθως τα κινηματογραφικά έργα του Χόλυγουντ τους τηλεθεατές τους· σε ένα ευτυχισμένο τέλος (Happy Ending). Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το κατορθώνει αυτό, πλαισιώνοντας τις κολακείες του με έναν τελευταίον, εκτός νοήματος, «Διάλογον, ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του», σελ. 165

Ακόμη κι όταν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα προσπαθήσει να μιλήσει για τη λογική του ανθρωπίνου είδους, δε θα πάψει από το να πέφτει σε αρχαίες ελληνικές κακοτοπιές:

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν» σελ. 14

αλλά...

«...οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν», σελ. 50

ανάμεσα στα άλλα κι επειδή

«...Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα», σελ. 50

Ούτως ή άλλως:

«Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων», σελ. 50

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα παραδειγματιστεί από τον αρχαίο Όμηρο για καίρια ανθρωπιστικά ζητήματα χρησιμοποιώντας τον αρχαίο παγανισμό, όταν εις το γραπτό του καθυβρίζει τους Ορθοδόξους Ιερείς για τις εκφάνσεις της δικής τους θρησκείας:

«Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα λαὸν ὑποδουλωμένον, εἰς τρόπον ὁποὺ φαίνεται φανερῶς, ὅτι ἐνόμιζεν τοὺς δούλους νὰ εἶναι μιᾶς διαφορετικῆς φύσεως, καὶ πολλὰ κατωτέρας ἱκανότητος ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους. Τόσον δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐλευθερίαν ἔκρινε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁποὺ χωρὶς αὐτὴν δὲν μποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος», σελ. 21

Αυτές οι θρησκευτικές και παγανιστικές αντιλήψεις για τους δούλους οδηγούν στις παρελθοντικές φιλοσοφικές απόψεις περί «ἀνδραπόδων» της αρχαίας Ελλάδας, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Έπειτα, ασκώντας υπερβολικά τη ρητορική τέχνη προς θεατρική τέρψιν νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών, ο «Ανώνυμος Έλλην» εκπλήσσεται για το ότι κάποιοι έχοντες ως ιδανικό το «χρυσίον»  δε θεωρούν ως ανθρώπους τους μη κατέχοντες αυτόν, ενώ δεν εκπλήσσεται με τον δικό του εαυτόν σαν συμφωνεί με τους αρχαίους και δε θεωρεί ανθρώπους τους μη κατέχοντες την «ἐλευθερίαν»

α. «Οἱ γέροντες εὔχονται καὶ λέγουσι τῶν νέων: «Προσπάθησε, τέκνον μου, νὰ γίνῃς ἄνθρωπος», ἐννοοῦντες, νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα. Καὶ πάλιν λέγουσι: «Ὁ δεῖνας πρὸ τριῶν χρόνων δὲν ἦτον τίποτες, τώρα ἔγινεν ἄνθρωπος», δηλαδὴ ἀπόκτησε χρυσάφι, εἰς τρόπον, ὁποὺ οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον, δὲν νομίζονται παρ᾿ αὐτῶν ἄνθρωποι.», σελ 108

β.«Ἀπέδειξα τί ἐστὶ ἐλευθερία. Ἔπειτα ἐφανέρωσα πόσον ἀναγκαῖον ἀπόκτημα εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον· ὅτι μόνον αὕτη τὸν ἀποκαταστεῖ ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, ὄντας ὁ δοῦλος ποταπότερος καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα.», σελ. 163

Αφού ο «Ανώνυμος Έλλην» της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» εξέθεσε, εις την αρχή του συγγράμματός του τις απόψεις του «υπέρ» του πολιτισμού, κατόπιν αλλάζει πορεία πλεύσης, ίσως γιατί το γραπτό του κείμενο είχε σκοπό να πείσει αστούς, ή τουλάχιστον χωρικούς της Ελληνικής Χερσονήσου, κι όχι απολιτίστους των σπηλαίων, να νιώσουν «ἐλεύθεροι» ή «εὐτυχεῖς» ξανά μέσα εις το «ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων» του πολιτισμένου κόσμου. Δηλαδή, είχε σκοπό να πείσει εκείνους τους ανθρώπους, οι οποίοι από χιλιετίες είχαν απορρίψει «τὸ φυσικὸν σύστημα» της «μοναχικής ζωής του δάσους» κι είχαν αποφασίσει να ιδρύσουν κοινωνίες, χωριά και πόλεις, για να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με νόμους μιας αστικής κοινωνίας, όχι σαφώς με την «βαρβαρικὴν ἐπιστροφήν εἰς τὴν φύσιν».

Η αλλαγή αυτή της πορείας, περί των παραληπτών του έργου του «Ανωνύμου του Έλληνος», έφερε τον τελευταίον εις τη δυσάρεστη θέση να υποστηρίξει διαφορετικώς, από όσα διατύπωσε εις την εκκίνησή του έργου του· δηλαδή να υποστηρίξει, ότι ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα εις την κοινωνία, δύναται να είναι ευτυχής, αρκεί να ακολουθήσει τις επιταγές του συγγραφέως, κι όχι άλλου, ως προς τις πολιτικές του προτιμήσεις.

Αναφερόμενος, λοιπόν, ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», εις τις πολιτικές εκείνες προτιμήσεις κατά τις οποίες η «εὐτυχία» δύναται να ευδοκιμήσει μεσούντος του πολιτισμού, εμφανίζει ακόμη μία ασύμφωνη ιδεολογία με τις διαδρομές ποικίλλων νεοπαγανιστικών / νεοδιαφωτιστικών κινημάτων. Η ασύμφωνη αυτή ιδεολογία του έχει να κάνει με την «ανοχή» προς το αριστοκρατικό πολίτευμα, ήτις το πολίτευμα των ολίγων «ἀρίστων», την οποία μετέδιδε εν αρχή η κίνηση του διαφωτισμού:

« νομαρχία, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται τόσον εἰς τὴν δημοκρατίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἡ μὲν δημοκρατία κλίνει εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ δὲ ἀριστοκρατία εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τυραννίαν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς διοικήσεις σώζεται ἡ Ἐλευθερία, ἀδιάφορος εἶναι ἡ ἐκλογή», σελ.16

Θα έλεγε κανείς, πως αρκετοί από εκείνους που χρησιμοποιούν την «Ἐλληνικὴν Νομαρχίαν» κατά του Χριστιανισμού, θα εδύναντο να περιπέσουν εις «ὕβριν» της «Χρυσῆς Δημοκρατίας τοῦ Περικλέους» ή των πολιτικών τους ιδεολογιών, άπαξ και τολμούσαν να υπογραμμίσουν τέτοιες ελαφριές ανοχές προς «απολυταρχικά» καθεστώτα, ως εκείνο της αριστοκρατίας δια μέσω του «Ανωνύμου του Έλληνος»· διότι οι δικές τους πολιτικοκοινωνικές απόψεις, ως επί το πλείστον, απαξιώνουν τη «Βυζαντινὴν Θεοκρατίαν». Ούτως ειπείν, δε θα ήταν δυνατό ενώ υβρίζουν μια βασιλευόμενη μοναρχία χάρη των ειδώλων, να περιπέσουν εις την εξύψωση μιας ολιγαρχίας για χάρη του «Ανωνύμου του Έλληνος», και δηλαδή, έναντι κι εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 

Πρβλ. απάτη «Το Παραμύθι της Αμάθειας».

Πρβλ. απάτη «Η Υγεία και η Υγεία».

 

 

 

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ & ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η «Ελληνική Νομαρχία» δε στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στο χριστιανικό ορθόδοξο ιερατείο, αλλά ενάντια σε πλείστους Έλληνες της εποχής προ της επαναστάσεως του 1821· ευρύ σύνολο που οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές δε επιθυμούν να υποσημειώσουν στις κριτικές τους. Όμως δύο θα μπορούσαν ναι είναι, και είναι, οι λόγοι για τους οποίους οι διαφωτισμένοι νεοπαγανιστές πρόσκεινται εις την ιδεολογία της «Ελληνικής Νομαρχίας»:

α. οι θέσεις της κατά του χριστιανικού ιερατείου.

β. η προσκόλληση του Διαφωτισμού εις τον ιστορικό, πολιτικό και γενικότερο, παραδειγματισμό από τους «ἀρχαίους προγόνους», ή από την αρχαία Ελλάδα εκ της οποίας άλλωστε αυτοί ζητούν να κατάγονται ιδεολογικά

Ο ιστορικός παραδειγματισμός από την αρχαία Ελλάδα μέσα στην «Ελληνική Νομαρχία» δεν μπορεί παρά να είναι μερικώς, όπως άλλωστε κι η ρητορική των νεοπαγανιστών. Επικεντρώνεται εις τους πολέμους της εποχής προ του Μεγάλου Αλεξάνδρου -οι πόλεμοι του τελευταίου είναι κατακτητικοί- και συγκεκριμένα εις εκείνους τους αμυντικούς κατά των Περσών, ενώ ποτέ δεν προσανατολίζεται εις τους εμφυλίους των αρχαίων Ελλήνων. Η δε αναφορά στους αμυντικούς πολέμους κατά των Μηδών, είναι συνέπεια των προσπαθειών του «Ἀνωνύμου» να παραδειγματίσει τους Έλληνες Ρωμιούς ώστε αυτοί να επαναστατήσουν και να νικήσουν τους Οθωμανούς· έτσι χρησιμοποιείται το παράδειγμα του Λεωνίδα, όπου στις Θερμοπύλες οι ελάχιστοι «νικούν» τους πολλούς.

Η προσπάθειά του συγγραφέα της «Νομαρχίας» προς δημιουργία γενικής αγανάκτησης εις τον αναγνώστη είναι λογική συνέπεια του σκοπού του. Από την άλλη μεριά είναι άγνωστο γιατί οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές προσκολλώνται σε ένα τέτοιο ρητορικό κείμενο για να εκτοξεύσουν αντιπάθεια προς τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, επιζητώντας ο αναγνώστης τους να νιώσει «δοῦλος Χριστιανὸς» και να θαυμάσει αντιθέτως την αρχαία Ελλάδα των «μοναδικών» ηρώων, όταν οι περισσότεροι Έλληνες πολιτικοί δούλοι που σημειώθηκαν ποτέ στην ιστορία έζησαν στην τελευταία,  υποδουλωμένοι μάλιστα σ’ Έλληνες στρατιωτικούς ή πολιτικούς, παρά σε κάποιους «ξένους κατακτητές». Πώς όμως θα θαυμάσει κανείς  την αρχαία Ελλάδα σε αυτό το ζήτημα, όταν σημαντικές εξεγέρσεις δούλων σημειώνονται μόνο εις την Σπάρτη κι όχι αλλού στην Ελλάδα, μαρτυρώντας έτσι ένα πνεύμα δουλείας, δηλαδή άνευ όρων παράδοσης και κοινωνικού συμβιβασμού, ανώτερο από αυτό που επιζητούν να εκτοξεύσουν κατά της Εκκλησίας;

Αν οι Οθωμανοί μετέτρεψαν σε «δούλους» τους Έλληνες Ρωμιούς για 400 χρόνια, όπως υπαινίσσεται ο «Ανώνυμος Έλλην», τότε στην αρχαία Ελλάδα, Έλληνες ήσαν δούλοι Ελλήνων για χιλιάδες χρόνια, ίσως και για «δεκάδες χιλιάδες», αν κρίνει κανείς από τα μυθιστορήματα νεοπαγανιστών για «ἀρχαίους ὑπερπολιτισμοὺς» του ελλαδικού χώρου ηλικίας «40.000», και βάλε ετών, που για να ευδοκιμήσουν οικονομικά στηρίζονταν κυρίως στο θεσμό της δουλείας, με σκλάβους οι οποίοι δεν φαίνεται να επαναστάτησαν επί το 99% των περιπτώσεων, παρεκτός, ως ελέχθη, των ειλώτων της Σπάρτης.

Η αστειότητα εκείνων που ακολουθούν τη ρητορική πραμάτεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» ως «θέσφατο» επιχείρημα κατά του Χριστιανισμού, γίνεται βεβαίως αντιληπτή από τη μανία του πρώτου κατά του όρου της δουλείας και της πολιτικής του σημασίας· εκείνος ήταν που προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες Ρωμιούς της εποχής προ του 1821, ότι βρίσκονταν υπό δουλεία για πάρα πολλούς αιώνες· συγκεκριμένα, ακόμη κι από αυτήν την μακρινή εποχή των Μακεδόνων Φιλίππου και Μ. Αλεξάνδρου, σύμφωνα με το γραπτό του· νωρίτερα υποτίθεται πως «ἤκμαζαν», υποδουλώνοντας όμως «ἐλεύθερα» η μία πόλη την άλλην, κι η συμμαχία της Σπάρτης τη συμμαχία της Αθήνας:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Η απύθμενη μανία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», όχι μόνο κατά της δουλείας, αλλά και κατά των δούλων, είναι τόσο επίμονη, που αν το έργο του ληφθεί αληθοφανώς, όπως το λαμβάνουν οι παγανιστές κι οι διαφωτιστές, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη σοβαρότητα των προειρημένων αυτών κύκλων. Άραγε, εκείνοι που αποδέχονται τον «Ανώνυμο Έλληνα» και τη ρητορική του επιχειρηματολογία ως κάτι σοβαρότερο από λίβελλο, μαίνονται ομοίως κατά των χαρακτηριζομένων ως δούλων, με τέτοια κωμικά επιχειρήματα, ως κι ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»;

«Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον, ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν, ἢ ἀπὸ μόνην φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον», σελ. 57

Ο «Ανώνυμος Έλλην» εις την εποχή του, πίεζε με την πέννα του για μια επανάσταση, γι’ αυτό η επιχειρηματολογία του κατά των πολιτικών δούλων έφθανε σε κάποια ρητορικά άκρα. Οι νεοδιαφωτιστές κι οι νεοπαγανιστές στην Ελλάδα, που αποδέχονται αιώνες αργότερα το έργο του, σε τί αποσκοπούν; Σήμερα (2011), ακόμη κι ο χειρότερος πολιτικός δεν δύναται να μιλεί δημοσίως με τέτοιου είδους επιχειρήματα. Αντίθετα, οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές ευφραίνονται με ασυναρτησίες του έργου της «Ελληνικής Νομαρχίας» εις τους ιστοχώρους τους· ή μήπως θαρρούν πως με τέτοια επιχειρηματολογία «προσφέρουν θαυμαστὲς ὑπηρεσίες ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀφυπνίσεως εἰς τοὺς συμπολίτας των»;

«Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος, λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον, καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς λαμβάνουν διὰ γυναῖκας - περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν.», σελ. 59

Πρβλ. ενότητα «Γυναίκα & Έρωτας».

Κανείς εξ αυτών των «διανοουμένων» κύκλων δεν εξηγεί στο κοινό του,  κατά ποίον τρόπο είναι δυνατόν να υπάρχει τόση αγάπη υπέρ της αρχαίας Ελλάδας στο κείμενο του «Ανωνύμου του Έλληνος», όταν υπάρχει ταυτόχρονα τόσο μίσος κατά της δουλείας και των δούλων, οι οποίοι αντιπροσώπευαν όχι μόνο το μεγαλύτερο ποσοστό των εργατών της αρχαίας Ελλάδα, όχι μόνο ένα ικανό αριθμό εκείνων των μαχίμων αλλά κι όλους τους ευρισκόμενους υπό διαφορετικής πολιτικής κατάστασης από εκείνην της δημοκρατίας/αριστοκρατίας που ελλόχευε επιφανειακά και μόνον εις την αρχαία Αθήνα [ο «Ανώνυμος Έλλην» δίνει κυρίως πολιτική χροιά στον όρο «δοῦλος»]:

«Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.», σελ. 29

 Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» ξεπερνά και δεν αναφέρεται στη δουλεία της αρχαίας Ελλάδας χάρη μιας επιδιωκόμενης επανάστασης, τότε κανείς δε καταλαβαίνει γιατί την ξεπερνούν κι οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές, λάτρες της αρχαίας Ελλάδας, ασπαζόμενοι δε μεταξύ των άλλων της «Ελληνικής Νομαρχίας» τις βολές κατά του δουλεμπορίου:

«Ἡ Ἀφρικὴ κάθε χρόνον θυσιάζει πλῆθος ἀνθρώπων, ὁποὺ ἡ ἀχόρταγος λύσσσα τῶν ὑπερηφάνων Βρεττανῶν καὶ ἄλλων ἁρπάζει καὶ πέμπει εἰς τὴν Ἀμερικήν, διὰ νὰ σκάπτουν καὶ νὰ ἐβγάζουν αὐτὰ τὰ μέταλλα ἀπὸ τὰ βαθύτατα ἐντόσθια τῆς γῆς. Οἱ ταλαίπωροι, ὅταν ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν θάνατον δέκα ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν εἰς ἕνα χρόνον, νομίζονται κατὰ πολλὰ εὐτυχεῖς. Τόσον μεγάλους κόπους, ραβδίσματα, φόνους καὶ πεῖναν ὑποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εὑρισκόμενοι εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, κρεμνίζεται τὸ χῶμα καὶ θάπτει ζωντανοὺς πολλὰς ἑκατοντάδας.», σελ. 105

Εκείνο που δεικνύει τον «Ανώνυμο Έλληναν» ως ρήτορα και τους σημερινούς του θαυμαστές ως αυλοκόλακες είναι η άποψη του ότι «Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της», (σελ. 73), όταν είναι παράλληλα γνωστό ότι ενυπήρχε εις αυτήν ο θεσμός της δουλείας, την οποία θεωρεί ως το «Χειρότερον πρᾶγμα», και τους ανθρώπους που την εξασκούν «οὐτιδανοὺς» [τιποτένιους]:

«Ποῖος ἔχοντας κρίσιν στοχασμοῦ δὲν φρίττει θεωρῶντας τοὺς ἐνενήντα ἐννέα νὰ μὴν ζῶσι, νὰ μὴν δουλεύωσι, νὰ μὴν κοπιάζωσι δι᾿ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὸν ἑαυτόν των, παρὰ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ ἑνός; Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει, ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα δέκα ἀνθρώπους»!», σελ.106

Η συμπλεγματική κολακεία της αρχαιότητος εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος» ακολουθεί παρασάγγας την ιδεολογία της Ευρώπης της εποχής του, την οποία παρακολουθούν αιώνες μετά με τη σειρά τους οι νεοπαγανιστές της σύγχρονης Ελλάδος. Έτσι, ενώ ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατηγορεί τις μητέρες της «Ἐσπερίας» στην οποία ο ίδιος διατελούσε, ως «δοῦλες» που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους σε ξένα χέρια για 15 χρόνια, εντούτοις δεν παύει από του να θαυμάζει το Λυκούργο και την αρχαία Σπάρτη, που ως κράτος στρατιωτικό άρπαζε τα παιδιά από τους πολίτες του για επίσης 15 χρόνια:

«Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι. Πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς οὔτε κἂν γνωρίζουσι τὰ τέκνα των, ἐπειδή, εὐθὺς ὁποὺ τὰ γεννῶσι, τ᾿ ἁρπάζει μία ξένη δούλη, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὰ μεταφέρουν εἰς τὰ φροντιστήρια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κολαστήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐβγαίνουν, εἰμὴ μετὰ δεκαπέντε χρόνους. Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν παύσῃ εἰς τοὺς νέους ἡ πρὸς τοὺς γονεῖς των ἀγάπη, ἡ ὁποία γεννᾶται μόνον ἀπὸ τὴν καλοποιΐαν; Αἱ τοιαῦται μητέρες, ὅταν ἐνθυμῶνται μόνον τὰ ὀνόματα καὶ τὸ γένος τῶν τέκνων των, εἶναι ἀρκετόν, μάλιστα περισσόν.», σελ. 58

Οι παράξενες αυτές θέσεις για τους δούλους που προκαλεί στο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» η αρχαιομανία δεν είναι οι μόνες. Ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» υποτίθεται ότι πρεσβεύει μια κάποια πολιτική επανάσταση υπέρ μιας δημοκρατίας, θα θαυμάσει τους ευγενείς της αρχαιότητας, καθώς θα τους συγκρίνει με τους ευγενείς της εποχής του, και θα διαγράψει ίσως από το μυαλό του και του αναγνώστη του, όλες εκείνες τις απίστευτες διαμάχες μεταξύ ευγενών και λαϊκών της αρχαίας Ελλάδας με τις χιλιάδες σφαγών σε αρκετές περιπτώσεις· αναγκαστικά δε, θα παραβλέψει και τους νόμους του Σόλωνα που αφορούσαν εκείνους και τις αδικίες τους:

α. «Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.

Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των », σελ 63

β. «Ἀλλὰ εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ εὐγένεια, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες; Ἴσως εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη; Εἰς τὰ μεγάλα κατορθώματα, εἰς τὴν ἀξιότητα. Ἴσως εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καθὼς οἱ πρόγονοί μας ἐστοχάζοντο; Ἔ, οὐχί, οὐχί! Οἱ νῦν δοῦλοι κράζουν εὐγενεῖς τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων, καὶ τόσον ἐβαρβαρώθησαν ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, ὁποὺ εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγοράζεται ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναισθήτους τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀναισθησία καὶ ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ψευδοευγενῶν, καὶ ὅταν εὑρεθῇ ἀνάμεσα εἰς χιλίους ἕνας ὀλίγον μέτοχος ἀνθρωπότητος, εἶναι βέβαια ἄξιον θαυμασμοῦ.», σελ. 63

Ομοίως, ενώ η αρχαιομανία υπέρ της αρχαίας Ελλάδος θα κατακεραυνώσει τη θρησκεία καθώς εμφανίζεται στην κοινωνική ζωή της νεότερης εποχής, δηλαδή εκείνη του συγγραφέως, θα την αποσιωπήσει αυστηρώς για την αρχαιότητα, μη ζητώντας να αμαυρώσει το κοσμοείδωλο της αρχαίας Ελλάδος με τις πανελλήνιες πολιτικές αποφάσεις του μαντείου των Δελφών, το οποίο απεφάνθη πολλές φορές καταστροφικά για την Ελλάδα·  για παράδειγμα, ετάχθη υπέρ της κηρύξεως του αιματοβαμμένου απ’ άκρη εις άκρη πελοποννησιακού πολέμου, όσο και υπέρ της υποδούλωσης εις τους Πέρσες, την αντίσταση εις τους οποίους θαυμάζει ο «Ανώνυμος Έλλην» δια μέσω του Λεωνίδα:

α. «Τοιοῦτοι λαοί, ἀδελφοί μου, ἂν κατὰ τύχην ἐκβάλλουν ἕνα, εἰς ἄλλον τύραννον ὑπόκεινται, καὶ πάντοτε μένουν δοῦλοι. Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν, ὁ δὲ λαὸς δὲν τὸν ἐνθυμεῖται, παρὰ ὅταν ζητῇ τοὺς ἀξιωτέρους καὶ δικαιοτέρους συμπολίτας του, καὶ δὲν τοὺς εὑρίσκῃ. Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του, μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος», σσ. 66-67

β. «Ἡ θρησκεία, ὦ Ἕλληνες, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πλάστην τοῦ παντός, βέβαια εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ παλαιότερα συστήματα τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐξακολούθως οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἐστάθησαν ἱερεῖς. Αὐξάνοντας ὅμως αἱ ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, ἀπεφάσισαν νὰ τιμήσουν τὸν κτίστην τοῦ παντός, ὄχι πλέον μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν, ἀλλὰ μὲ πομπὴν καὶ πολυτελῆ δῶρα. Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ εὐκολοκατάπειστον λαόν, ὥστε ὁποὺ εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησαν εἰς τὸν κόσμον, καὶ βέβαια ὁ πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νὰ κλαύσῃ, ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν ἱστορίαν των.», σελ. 67

Η αρχαιομανία ομάδων του Διαφωτισμού θα φλερτάρει με τον μονάρχη βασιλιά Λυκούργο και τους νόμους του, την ίδια ώρα που οι νόμοι του Ιουστινιανού αποτελούν το θεμέλιο δικανικό λίθο της δυτικής Ευρώπης· θα εξυβρίσει τη μοναρχία ως υπεύθυνη για όλα τα κακά, όταν εις το πρόσωπο του Λυκούργου θα την κολακέψει:

α. «Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠπατήθη νὰ στοχασθῇ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον, ἀλλὰ γνωρίζοντάς τους ὁποίας λογῆς εἶναι, τοὺς ἀπεκατέστησε, ὅσον ἦτον τὸ δυνατόν, καλλιοτέρους.» (σελ. 19-20)

β. «ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος.», σελ. 15

Ο ίδιος δε συγγραφεύς θα έπρεπε να αναρωτηθεί, το γιατί η Σπάρτη του θαυμασμένου Λυκούργου δεν κατόρθωσε να αφήσει περισσότερα γνωστά ονόματα από ότι το Βυζάντιο ή η Αθήνα:

«Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.»

Τέλος, άξιο προσοχής για τον πολιτικό χαρακτήρα της «Ελληνικής Νομαρχίας» είναι το γεγονός ότι, ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» καυτηριάζει τους σύγχρονούς του για «προδοσίες» κατʼ επιλογήν  (Φαναριώτες, Κληρικοί έναντι λ.χ. Αρματολούς), το ίδιο ποιεί και ως προς την αρχαία Ελλάδα, όπου ενώ οι Μακεδόνες Μ. Αλέξανδρος κι Φίλιππος ρίπτονται στον Καιάδα ως «Βασιλείς», ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας, αν και «Βασιλέας» ανυψώνεται στο βάθρο της αθανασίας, χωρίς ποτέ να καυτηριάζονται τα «καπάκια» των Σπαρτιατών, του Μαντείου των Δελφών και όποιων Αθηναίων (βλ. Αριστείδη) με τους Πέρσες.

α. «Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου, ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!», σελ. 148

β. «...μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει...», σελ. 29

γ. «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

δ. «Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν.», σελ. 73

 

α. Πρβλ. απάτη  «Η Ελλάς γεννά ακόμη Λεωνίδες».

β. Πρβλ. απάτη «Οι Ελεύθεροι γεννώνται μέσα σε Νομαρχίες»

γ. Πρβλ. απάτη «Ο Χρυσός & ο Χρυσός»

δ. Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ & ΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ

 

Κύριος σκοπός του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι η ανατροπή. Πάνω σε αυτό το βωμό θυσιάζει τα πάντα· τίποτε άλλο δεν τον ενδιαφέρει:

«Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας», σελ. 100

Προσπαθώντας λοιπόν ο ίδιος να εκλογικεύσει την επικείμενη επαναστατική νίκη των Χριστιανών επί των Οθωμανών, χρησιμοποιεί τη «λογική» ζυγαριά του υπεραρίθμου έναντι του ολιγότερου, όπου ο πρώτος, ο υπεράριθμος, «ἐξ ἀνάγκης» νικά τον δεύτερο, τον ολιγάριθμο· δόγμα που ιστορικά έχει αποδειχθεί ψευδές αρκετές φορές:

«Ποῖος ἀμφιβάλλει, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι τὸ μέρος εἶναι μικρότερον ἀπὸ τὸ ὅλον; Ποῖος πρὸς τούτοις ἀμφιβάλλει, ὅτι μία δύναμις ὣς πέντε νικᾶ μίαν ἄλλην ὣς δύο; Βέβαια οὐδείς. Οἱ Ἕλληνες λοιπὸν πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὣς τὰ ἑπτὰ πρὸς τὸ ἕν, καθὼς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη. Καὶ ποῖος, παρακαλῶ σας, τώρα δὲν θέλει καταπεισθῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δεῖξιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ νικήσωσι τοὺς ὀθωμανοὺς; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ νὰ ἀμφιβάλλῃ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁλοτελῶς ἀναίσθητος; Ἐγὼ θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ κανεὶς τόσον δύσνους καὶ ἀνόητος.», σελ. 158

Λίγο νωρίτερα ο ίδιος συγγραφέας είχε ισχυροποιήσει αυτό το επιχείρημα της νίκης των Χριστιανών επί των Οθωμανών, προστρέχοντας στην απογραφή των πληθυσμών των Βαλκανικών λαών παράλληλα με τις πολεμικές τους αρετές, ωσάν οι στρατοί να προκύπτουν πράγματι από την απλή απαρίθμηση άοπλων κατοίκων· τότε είχε υποστηρίξει πως:

α. Στο «ὀθωμανικὸν βασίλειον [...] Οἱ κάτοικοι [...] εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους, ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω.

Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς πόλεις μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν εἰς τὰ χωρία.», σσ. 85-86

β. «Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπαρίθμησιν, εὐκόλως φαίνεται, ὑφείλοντας ἀπὸ κάθε ἑκατὸν μόνον δεκαπέντε, ὅτι ἄξιοι διὰ τὰ ἅρματα ἀπὸ μὲν τοὺς χριστιανοὺς ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι 2.156.250, ἀπὸ δὲ τοὺς ὀθωμανοὺς 543.750. Εἶναι πρὸς τούτοις ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως δὲν εἶναι ὅσον οἱ χριστιανοὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἅρματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν κατωτέρω ρηθήσεται.», σελ. 86

γ. «Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.», σελ. 86

Το λάθος της απαρίθμησης πληθυσμών που λογίζονται ως «μάχιμοι στρατιώτες» συμβαίνει και κατά τις καταγγελίες ορισμένεων αντιεκκλησιαστικών κατά των «500.000» Μοναχών της Βασιλεύουσας. Ο ίδιος δε συγγραφέας, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα αναγνωρίσει ότι πολλές φορές οι αριθμοί των στρατευμάτων, πόσο μάλλον των κατοίκων, δεν έχουν καμία ίσως σημασία· τουλάχιστον δεν είναι αυτοί που  «ἐξ ἀνάγκης» από μόνοι τους νικούν μάχες και πολέμους:

α. «Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι, ὑποθέτοντας τρεῖς ἄνδρας τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, οἱ δύο ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ νικήσουν τὸν ἕνα. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἐδίδαξε εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους μυρίους τρόπους καὶ τέχνας πρὸς διαυθέντευσίν των ἐναντίον τῶν περισσοτέρων», σελ. 28

β. «Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τῶν τεχνῶν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μεγάλη καταπολλά, διὰ τοῦτο καὶ ἡ νηπιότης αὐτῶν εἶναι μακρά· ὅθεν ἐχρειάσθησαν πολλοὶ αἰῶνες, ἕως τὸν καιρὸν τῶν Αἰγυπτίων, Περσῶν, καὶ τέλος πάντων τῶν ἀξίων προγόνων μας Ἑλλήνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ τέχνη τῆς διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τὸν φόβον εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους, καὶ αὐξάνουσα τὰς δυσκολίας εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἐσύστησεν, τρόπον τινὰ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς. Διὰ μέσον δὲ τῶν κανόνων αὐτῆς καὶ ἐνασχολήσεως μερικῶν ἀξιολόγων ὑποκειμένων ἀπεκατεστάθη τόσον ἐντελὴς εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐνίκησαν ἐχθροὺς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐξακολούθως ἐτρόμασαν σχεδὸν ὅλην τὴν οἰκουμένην.

Αἱ νίκαι τῶν ὀλιγοτέρων ἐναντίον τῶν περισσοτέρων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθῶσι εἰς τὰ πειράματα τῆς μηχανικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ὁ θεατής, ὁποὺ ἀγνοεῖ τὰς αἰτίας, μένει ἔκθαμβος.», σελ. 28

γ. «Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θέλει πιστεύσει τὸν μηχανικόν, ὁποὺ λέγει ὅτι μὲ ἓν βάρος ἕως δέκα, σηκώνει ἓν ἄλλο ὣς δέκα χιλιάδες. Ἀναγκαῖον, λοιπόν, εἶναι νὰ τοὺς καταπείσῃ μὲ παραδείγματα καὶ ἀποδείξεις· οὕτως καὶ εἰς τὴν τακτικήν, λέγοντας ἕνας ἀρχιστράτηγος, ὅτι οἱ δέκα πολλάκις νικοῦσι τοὺς ἑκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οἱ ἀγνοοῦντες τὴν αὐτὴν τέχνην· πλὴν φέροντας αὐτῶν χίλια παραδείγματα τόσον τῶν παλαιῶν, καθὼς καὶ τῶν νέων, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ καταπεισθῶσι», σελ. 29

δ. «Ἡ τακτικὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὦ ἀδελφοί μου, εἶναι ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα, καὶ εἶναι βεβαιωμένον ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μεγάλους πολεμάρχους, ὅτι δέκα χιλιάδες στρατιῶται καλῶς γυμνασμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἀρχιστράτηγον ἄξιον, ἠμποροῦν νὰ νικήσουν εἴκοσι χιλιάδας ἐχθρούς, καὶ περισσοτέρους τῆς ἰδίας ἀνδρείας, πλὴν ἀμοίρους τῆς τακτικῆς.», σελ.31

ε. «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας. Ὤ, πόσον οἱ προπάτορές μας ἠγωνίζοντο, ἐκ νεαρᾶς των ἡλικίας, διὰ νὰ μάθωσιν τὴν πολεμικὴν τέχνην! Διὰ μέσου λοιπὸν αὐτῆς οἱ ὀλιγότεροι νικῶσι τοὺς περισσοτέρους», σελ. 31

στ.  «καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς τὸν ὕστερον [οἱ Σπαρτιάτες], ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30

Η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει ότι η απλή απαρίθμηση στρατευμάτων δεν προδικάζει το αποτέλεσμα. Στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, 8 Οκτωβρίου 1827, «27 πολεμικά των Ευρωπαίων (12 αγγλικά, 8 ρωσικά, 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα έκαψαν την τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα, που αποτελούνταν από 89 σκάφη με 2.240 πυροβόλα [...]Μέσα σε 4 ώρες στις 6 μ.μ. όλα είχαν τελειώσει. Από τα 89 πλοία των μωαμεθανών τα 60 είχαν καταστραφεί εντελώς, (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 259-260)

Ο τονισμός κι η ανάπτυξη ζητημάτων τακτικής συνεχίζεται επί σελίδων· ο «Ανώνυμος Έλλην» γνώριζε πολύ καλά πως από πλευράς έμψυχης στρατολόγησης ο ελληνισμός δεν ήταν σε σπουδαιότερη θέση από τους Τούρκους, γι’ αυτό παρέθετε το παράδειγμα των Θερμοπυλών, τονίζοντας πως οι λίγοι είναι δυνατόν να κερδίσουν, αν και στις Θερμοπύλες δεν κέρδισαν τελικά οι ολιγότεροι:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς.», σελ. 29

Μόνο η τελευταία υπογραμμισμένη φράση του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνα» αποδεικνύει πάρα πολύ φυσικά πως, όσοι δεν επαναστατούσαν στον κατεχόμενο χώρο των Βαλκανίων, δεν ήταν εντελώς τρελοί ή ανήθικοι ή προδότες. Οι προηγούμενες επαναστατικές αποτυχίες των Ελλήνων, αλλά κι οι στρατιωτικές ήττες Ευρωπαίων ενάντια στους Οθωμανούς, όσο και τα τραγικά αντίποινα των τελευταίων ενάντια στους εξεγερμένους μαζί με τις ευρείες δυνατότητες στρατεύσεως των πρώτων, λειτουργούσαν πολλές φορές αρνητικότερα από ότι η ίδια η σκλαβιά. Άλλωστε κι ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» εφαρμόζοντας την «λογικὴν» διατείνονταν:

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον, ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον.», σελ.14

Η «λογικὴ τῆς ἐπιβιώσεως» θα έπρεπε βάση της διαφωτιστικής παιδείας που προτείνουν νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, να είχε αυξηθεί την εποχή του «Ανωνύμου του Έλληνος», όπως άλλωστε μαρτυρεί κι ο τελευταίος, και να είχε αποτρέψει από μόνη της τον ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια στους Οθωμανούς:

«Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων...», σελ. 156

Θα έπρεπε δε να μπορεί να επιτρέψει τον ξεσηκωμό η λογική, μόνο και μόνον όταν αυτή αναγνώριζε τη νίκη ως σιγουρότατη συνθήκη της πολεμικής προσπάθειας των Ελλήνων. Όμως τα σκαμπανεβάσματα της ελληνικής επαναστάσεως κάθε άλλο παρά αυτό επικυρώνουν.

Είναι λοιπόν ανούσιο όλα αυτά τα πακέτα αντιεκκλησιαστικών ιδεολογιών, άλλοτε να μιλούν περί λογικής ενάντια στην Εκκλησία δια μέσω της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», άλλοτε για προδοσίες κι εθνικές εξεγέρσεις θυσίας, όταν κολακεύοντας τους ρήτορές τους, αδυνατούν να παρατηρήσουν πως κύριοι εφαρμοστές αυτής της «λογικῆς τῆς ἐπιβιώσεως» μακριά από επαναστάσεις, ήταν οι ίδιοι αυτοί ιδεολογικοί μέντορες του οπλοστασίου τους:

«Σιωπή, πλησιάζει ὁ...» (πρβλ. ενότητα: «Ανώνυμος Έλλην. Σφάξον με να αγιάσω»)

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δε θα επαναστατήσει μόνος του δίχως τη βοήθεια άλλων· ίσως «λογικά» να ανέμενε άλλοι να συγκεντρωθούν πριν αυτόν και να πιάσουν τα όπλα του ξεσηκωμού:

«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;                                                                                                                                               

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140

Ομοίως, ξανά «λογικά», ίσως να προτιμούσε να «διαυθεντεύσῃ [τὴν ζωήν του]... ὅσον ἠμπορεῖ» περισσότερο, αποκρύβοντας τις επαναστατικές του διαθέσεις από αγνώστους που κρυφακούν:

«...καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους.», σελ. 146

 Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν είναι παράξενη από αυτή τη σκοπιά, μήτε η δική του υποστήριξη προς τούτο το απόφθεγμα του παγανισμού:

«Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα λαὸν ὑποδουλωμένον...», σελ. 21

Δεν είναι παράξενη, διότι μόνο ένας λαός μισολογικός ή μισοπαράλογος θα μπορούσε να αποφασίσει να εξεγερθεί και να σκοτωθεί, όταν οι υποκινητές του «παραλογισμού» του παριστάνοντας τους «ξυλοσόφους» αναπαύονταν με «λογικὴν» εις την μακρινή δύση, χύνοντας σωρεία μελανιού απ’ το «κονδύλιον» τους, ώστε να εξορθολογήσουν την θυσία των παραληπτών της πένας τους.

Αληθεύει δε, πως εκείνο που ζητούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» με χαρτί και καλαμάρι από τους υπόδουλους Ρωμιούς, πράγματι δεν είναι τίποτα άλλο παρά κάτι παράλογο· δηλαδή να τολμήσουν οι Έλληνες όχι μόνο να μην υπολογίσουν τη ζωή τους, αλλά και να νικήσουν μια δύναμη που ακόμη ήτο αρκετά ισχυρή. Προς τούτο ο «Ανώνυμος Έλλην» ομιλεί και συγγράφει διαρκώς για το «αἷμα» και παραδειγματίζει με τους 300 του Λεωνίδα οι οποίοι πέθαναν:

α. «Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν», σελ. 29

β. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161

γ. «Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα», σελ. 47

δ. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52

ε. «ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν νόμων των. [...] Οὕτως λοιπόν, ἂν ὁ ἐλεύθερος διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, μὲ τὸ ἴδιόν του αἷμα, κάμνει τὸ χρέος του.»

στ. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140

Ούτως ή άλλως οι προσπάθειες του «Ανωνύμου του Έλληνος» να ζυγίσει τους αριθμούς των Χριστιανών κατοίκων ενάντια εις τους αριθμούς των Μουσουλμάνων, παρουσιάζοντας μια απλή πλειοψηφία «ἑπτὰ πρὸς τὸ ἕν» του ενός επί του άλλου, για τους στρατιωτικά ζητήματα κατέχοντες, κι όχι μόνο, είναι «στρατιωτικοὶ ἀναλφαβητισμοὶ»· διότι οι ρητορείες του συγγραφέως αυτού παραβλέπουν την επιμελητεία, δηλαδή τον εφοδιασμό σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά και δηλαδή τα χρήματα τα οποία μπορούν να μετατρέψουν τους κατοίκους σε πολεμιστές και να τους διατηρήσουν αξιόμαχα ως τέτοιους.

Μέσα εις το βιβλίο «Ἀπελευθερωτικοί ἀγώνες τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ Τουρκοκρατίας» του Στέφανου Ι. Παπαδόπουλου βλέπει κανείς χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάγκης πολεμικού εξοπλισμού κι επιμελητείας του πολέμου κι άρα ανάγκης και χρημάτων. Έτσι για τη τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου λέγεται:

α.  «Το γεγονός αυτό κάνει το Γάλλο ιστορικό F. Braudel να παρατηρή πολύ σωστά, ότι χωρίς το σιτάρι, το κριθάρι και τα ιταλικά τυριά, χωρίς το κρασί της Νεάπολης, ποιος ξέρει αν θα γινόταν το θαύμα της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου», σελ. 69

β. «Στη συμφωνία αυτή οι Βενετοί είχαν πετύχει να αναβληθούν και πάλι τα ισπανικά σχέδια και είχε αποφασισθεί να συγκεντρωθούν εφόδια για την επτάμηνη επιχείρηση, καθώς και όπλα για την εξέγερση των Ελλήνων της Πελοποννήσου», σελ. 73

Στις συνεννοήσεις  των Κυπρίων με το Δουκάτο της Σαβοΐας (1590-1611) αναγράφεται:

γ. «Στην Κύπρο, γράφει, υπάρχουν μόνο 8.000 άνδρες, ενώ οι μάχιμοι Κύπριοι ξεπερνούν τις 35.000 και εύκολα θα νικήσουν τους Τούρκους, αν εξοπλιστούν», σελ. 90

Στα δε επαναστατικά κινήματα του Διονυσίου του «Σκυλοσόφου» (1600 και 1611) αναφέρεται:

δ. «Με το υπόμνημά τους αυτό οι υπόδουλοι ζητούσαν να σταλούν στρατεύματα, όπλα και πολεμοφόδια για τον εξοπλισμό 40.000 Ελλήνων και δήλωναν ότι είναι πρόθυμοι να εξεγερθούν κάτω από την καθοδήγηση των μητροπολιτών Λαρίσης (δηλ. του Διονυσίου) και Ναυπάκτου και Άρτης», σελ. 92

ε. «Η θέση του Δράμαλη ήταν πολύ δύσκολη, γιατί σε λίγο δεν είχε τροφές. Με συμβουλή του Κολοκοτρώνη τα σιτηρά της περιοχής είχαν καεί και τα άλογα και γενικά τα υποζύγια πέθαιναν από έλλειψη χόρτου, γιατί το θέρος ήταν ξερό. Γιʼ αυτό τίποτε άλλο δεν μπορούσε να κάμει ο Δράμαλης παρά να γυρίσει πίσω στην Κόρινθο.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 233)

στ. «Οι Έλληνες επανέλαβαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Σε λίγο η θέση των πολιορκημένων από την έλλειψη των τροφών έγινε φοβερή.  Οι πολιορκητές με σκάλες ανέβηκαν και κυρίεψαν το Παλαμήδι και ανάγκασαν τη φρουρά της πόλεως να συνθηκολογήσει (30 Νοεμβρίου 1822)», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 234)

ζ. Δύναμη των εμπολέμων: «Εναντίον των επαναστατών η Πύλη έστελνε συνεχώς δυνάμεις, που ήταν λίγες και όχι καλά εφοδιασμένες. Επί πλέον και το πυροβολικό της ήταν κακό. Γιʼ αυτό συνήθως δεν μπορούσε να δράσει στην ορεινή χώρα και πολλές φορές από έλλειψη χόρτου [για τα υποζύγια] γινόταν αυτό μεγάλο εμπόδιο. Εναντίον αυτών των δυνάμεων λοιπόν, που ήταν άσχημα εφοδιασμένες κα τις οδηγούσαν με τρόπο κακό οι αρχηγοί τους, οι Έλληνες πολεμούσαν με επιτυχία κάνοντας κλεφτοπόλεμο.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 193)

η. «Ύστερα από την πτώση του Μεσολογγίου [11 Απριλίου 1826, Κυριακή των Βαΐων] η επανάσταση φάνηκε ότι ξεψυχά. Οι δύο πολιορκητικοί στρατοί ήταν πια ελεύθεροι να δράσουν αλλού. Ο Ιμπραήμ γύρισε στον Πελοπόννησο και άρχισε να την καταστρέφει. Ο Κιουταχής κινήθηκε εναντίον της Αν. Ελλάδος, ενώ η κατάσταση των Ελλήνων ήταν θλιβερή. Η κυβέρνηση ούτε χρήματα είχε ούτε μπορούσε να επιβληθεί και επικρατούσε αναρχία και διχόνοια ανάμεσα στους αρχηγούς.

[ ..]

Στη δύσκολη αυτή περίσταση έσωσε την Ελλάδα η αντοχή του λαού της και η βοήθεια απʼ έξω. Οι φιλελληνικοί σύλλογοι και οι φιλάνθρωποι της Ευρώπης στην κρίσιμη εκείνη στιγμή ανάπτυξαν μεγάλη δραστηριότητα. Ιδίως η χρηματική βοήθεια ξαναζωντάνεψε όσο ήταν δυνατό την επανάσταση.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 254)

θ. Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τους τούρκους το 1826 «ο Κωλέτης αποβιβάστηκε στην παραλία του Ευβοϊκού κόλπου κοντά στην Αταλάντη, για να καταστρέψει τις σιταποθήκες του Κιουταχή.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 255)

 

 

 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

 

α. «τὰ δὲ πολλὰ τοῦ πολέμου γνώμη καὶ χρημάτων περιουσία κρατεῖσθαι», Θουκυδίδης, Ιστορία, 2,13,2.

[οι πόλεμοι πιο πολύ κερδίζονται με τη σύνεση και την αφθονία χρημάτων]

 

β. «ἔστιν ὁ πόλεμος οὔχ ὅπλων τὸ πλέον, ἀλλὰ δαπὰνης, διʼ ἤν τὰ ὅπλα ὡφελεῖ», Θουκυδίδης Ιστορία, 1,83,2

[ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με τα όπλα και περισσότερο με τα χρήματα, που καθιστούν τα όπλα αποτελεσματικά]

 

Ο Θουκυδίδης είχε σημειώσει τη σημασία της οικονομικής ευρωστίας για την έναρξη και διατήρηση μιας πολεμικής αντιπαράθεσης.

Εντούτοις, όταν πολέμιοι του Χριστιανισμού, και δη «ἀρχαιολάτρες», βρίσκονται στην ψυχολογική ανάγκη να πολεμήσουν τον Χριστιανισμό, αρέσκονται σε φληναφήματα απαρίθμησης πληθυσμών για να υποστηρίξουν όχι μόνο το δυνατό μιας πολεμικής επιχείρησης, αλλά και την έκβαση αυτής.

Έτσι από την μια ο «Ανώνυμος Έλλην» απαριθμεί τους κατοίκους των Βαλκανίων για να πολεμήσει με το μελάνι του την πάλαι Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ οι νεοπαγανιστές του διαδικτύου εφευρίσκουν «500.000» μοναχούς που «θα μπορούσαν» να είχαν αποκρούσει κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως, τους Τούρκους, έστω κι αν δε διέθεταν όπλα, εκπαίδευση, εφόδια κ.ο.κ. κι ακόμη περισσότερο δεν υπήρχαν καν!

Βέβαια, ουχί η «ἀρχαιολατρεία», αλλά η «προγονοπληξία» τους, ως αντιστάθμισμα τους στον Χριστιανισμό, οδηγεί αυτούς πάντα εις την εκβίαση συμπερασμάτων, παρά εις την εξαγωγή των. 

Για ενίσχυση αυτής της άποψης παρατίθεται εδώ ένα τελευταίου παράδειγμα, συνέχισης της ανωτέρω περί αριθμών ενότητος, που δεικνύει πως ο πόλεμος έχει ανάγκη κι από εφόδια αλλά κι από χρήματα που προηγούνται των εφοδίων:

Το 1824 η ελληνική «κυβέρνηση έδωσε στους νησιώτες ένα μέρος από το αγγλικό δάνειο κι έτσι κατόρθωσε ο στόλος να εξοπλιστεί και να πλεύσει εναντίον του εχθρού.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 248)

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το 1824, οι διεθνείς συνθήκες είχαν αλλάξει σε σχέση με την εποχή που ο «Ανώνυμος Έλλην» συνέγραφε την «Ἔλληνικὴν Νομαρχία» (Βενετία 1806). Το 1806 δηλαδή, ήταν εξαιρετικά αμφίβολο (99%) αν θα μπορούσαν οι Έλληνες να εξοικονομήσουν δάνεια από ξένους πλουτοκράτες για να κινητοποιήσουν όλους αυτούς τους πληθυσμιακούς αριθμούς, που ο εν λόγω συγγραφέας συγκρίνει και χειρίζεται στον λόγο του ως «ἐν δυνάμει» στρατιωτικές ομάδες· για μονάδες μήτε λόγος να γίνεται.

Αν κι οι Έλληνες ήταν ολιγαρκείς, αυτό δε σημαίνει κατʼ ανάγκην ότι μπορούσαν να πολεμήσουν γευματίζοντας «αέρα κοπανιστό» ή πυροβολώντας αντί για βόλια, «πέτρες»:

«...ο στρατός [των Ελλήνων] είχε δύο μεγάλα προτερήματα, την αντοχή και την ολιγάρκεια. Γιʼ αυτό και ο Κολοκοτρώνης δεν ανησυχεί πολύ για τον ανεφοδιασμό. Τα ίδια προσόντα είχαν και οι πολεμιστές της θάλασσας, που προέρχονταν από τους ναύτες του εμπορικού των Ελλήνων.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 194)

 

 

Πολεμικά ζητήματα λοιπόν δε λύνονται με ρητορικές πραγματείες· ούτε είναι δυνατόν να εξεγείρεται ο κάθε Έλληνας της εποχής εκείνης έχοντας για «πολεμοφόδια» το «γλαφυρώτατον καὶ ἐμψυχωτικὸν πονημάτιον τοῦ Ανωνύμου του Έλληνος», ή άλλων διαφωτιστών, υπό μάλης.

Η ρητορική του ρηθέντος συγγραφέως ασχολείται με την ενθάρρυνση εκείνων που θα κληθούν αργότερα «ἐλεύθεροι» και με την «δειλίαν τῶν δούλων»:

α. «Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς [τοὺς δούλους], ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», σσ. 51-52

β. «Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος, παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας, οὔτε ἐστοχάζετο κἂν εἰς τὴν ζωήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δόξαν τῆς νίκης καὶ εἰς τὸ χρέος τὸ πατριωτικόν.», σελ. 48

γ. «Ὁ μὲν ἐλεύθερος, λοιπόν, οὔτε ἐλπίζει, οὔτε φοβεῖται εἰς τὸ ὅ,τι μέλλει νὰ πράξῃ, διότι εἶναι βέβαιος, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι, ἂν πράττῃ καλῶς, ἤτοι κατὰ τὰς νομικὰς διαταγάς, βραβεύεται, καὶ ἂν πράττῃ ἐναντίον αὐτῶν, παιδεύεται. », σελ. 50

δ. «Πλήν, ματαίως καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πεφοβισμένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.», σελ. 51

Κι αν η πραγματεία του «Ανωνύμου του Έλληνος»  ασχολείται με τις ρητορείες περί θάρρους κι άλλες ρευστές φιλοσοφίες, είναι σαφές εντούτοις πως τελεί εν σιγεί για σοβαρά πρακτικά προβλήματα ενός επερχομένου αγώνος, εις τα οποία δεν ανήκει μόνον η επιμελητεία, κι ας τον θαυμάζουν τον 21ο οι «προοδευτικοὶ κύκλοι»· άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας αναλογίζεται ορθώς ότι:

«...τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι μικρὸν περὶ αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ νῦν Ἕλληνες μεγάλην χρείαν ἔχουσι καὶ ἄμποτες κανένας φιλογενὴς νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ νὰ μάθωσιν ὅλοι, πόσον ἡ τέχνη τοῦ πολέμου εἶναι μεγάλη», σελ. 34

Τα δε παραδείγματα του ρηθέντος συγγραφέως εις υποστήριξη των αριθμητικών υπεροχών ίσως να μπορούσαν να πείσουν τους σύγχρονούς του· μα για μικρό χρονικό διάστημα· δε θα μπορούσαν όμως σε καμιά περίπτωση να πείσουν τους αμέσως μεταγενεστέρους βάση της δικής του λογικής: 

 «Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», σελ. 157

Ο Γεώργιος ο Σέρβος σκοτώθηκε από τους Τούρκους κι η επανάσταση του καταπνίγει 6 χρόνια μόλις μετά την πραγματεία του «Ανωνύμου του Έλληνος». Βεβαίως κανείς δε επιμένει πως η προσπάθεια του πήγε παντελώς χαμένη για τις εθνικές προσδοκίες των λαών της Βαλκανικής. Εκείνο που λέγεται είναι ότι το βιβλίο του ρηθέντος συγγραφέως δε θα πρέπει να λογίζεται ως εκείνο το οποίο είχε το απόλυτον δίκαιον την εποχή που γράφτηκε, ώστε οι υπόλοιποι διαφωνούντες μ’ αυτό τότε, να καταδικάζονται από τους σημερινούς ως «προδόται» ή «δοῦλοι». Εκείνη την εποχή οι επαναστάσεις ήταν πολύ δύσκολες υποθέσεις κι ας τις εννοούν σήμερα μερικοί ελαφρόμυαλοι «ξυλόσοφοι φραντζέζοι» ως «μεσημβρινοὺς περιπάτους εἰς τὴν Ἀθηναϊκήν λαχαναγορὰν» κρίνοντας εκ του αποτελέσματος προσπαθειών αιώνων. 

Εν κατακλείδι, ούτως ή άλλως όλη αυτή η «λογικὴ» επιχειρηματολογία της αριθμητικής «ὑπεροπλίας» αντικρούεται με τα δόγματα του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» κι αντιστρόφως:

α.  «φοβηθέντες [οἱ ἐχθροὶ Πέρσες] ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30

β. «Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν.», σελ. 51

Αν πράγματι τα «πολυάριθμα στρατεύματα δούλων ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς» το βάζουν στα πόδια χωρίς να τολμούν ποτέ «νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», τότε ποιό το νόημα όλης αυτής της κακόγουστης επιχειρηματολογίας περί αριθμών;

Έπειτα, αν πράγματι οι Έλληνες, ή οι Χριστιανοί, είναι τόσοι πολλοί έναντι των Οθωμανών, τότε γιατί εκφράζει αυτό το δικό του το παράπονο, περί αριθμητικής κατωτερότητας;

«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ . Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 119

Είναι γνωστό σε αρκετούς, ότι με εκείνο το παράπονο πως τα μοναστήρια «κατανάλωναν αξιόμαχους άνδρες» έχουν καταπιαστεί δεκάδες νεοπαγανιστές.

 

 

Πρβλ. απάτη «500.000 - 200.000 - 10.000 άπραγοι Μοναχοί στην άλωση της Κωνσταντινούπολης»

Πρβλ. απάτη «100.000 Μαυροφορεμένοι»

 

 

 

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ», ΓΥΝΑΙΚΑ & ΕΡΩΤΑΣ

 

Ο μελετητής των νεοπαγανιστικών ατοπημάτων γνωρίζει, πως από τα τα διάφορα που έχουν εφευρεθεί, ορισμένα στρέφονται ενάντια στην Εκκλησία για την «κακή» θέση της γυναίκας στο Χριστιανισμό. Έτσι, παραβλέπουν εύκολα ποια είναι η «θέση της γυναίκας» μέσα στην «Νομαρχίαν τοῦ Ἀνωνύμου», όπως επίσης και το ποια είναι η θέση του έρωτα εις το μυαλό του εθνικιστή [επιτρέπεται μεν ο έρωτας μεταξύ ομοεθνών, απαγορεύεται δε αυστηρώς με αλλοεθνείς].

Μελετώντας λοιπόν κανείς το έργο του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» βλέπει ότι η αλλοεθνής γυναίκα παρουσιάζεται από τη μία μεριά ως ένα «πονηρό» πλάσμα που κοροϊδεύει το σύζυγό της, όταν αυτός είναι Έλληνας, κι από την άλλη ως ένα «ανόητο» θύμα, αν είναι ομοεθνής, δηλαδή ελληνίδα· το εκπληκτικό είναι δε, ότι αυτή η «ανοησία» της ομοεθνούς γυναίκας αποδεικνύεται δια μέσω της χειραγώγησης αυτής της τελευταίας από την Εκκλησία (!), αφού «πάντοτε» καταφέρνουν να την ξεγελούν οι «ἀμαθεῖς καλογήροι» αποσπώντας της χρηματικά ποσά:

α2. «Οἱ τοιοῦτοι [βρωμεροὶ καὶ χυδαιότατοι ἄνθρωποι...[μὲ] τὴν ἄνανδρον καὶ ὄντως ἕβραϊκὴν των καρδίαν] ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς τὰς γραίας γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δίκαιον, καὶ ὅταν τινὰς τῶν ἀποδείξῃ τὸ ἄδικόν των, αὐταί, εὐθὺς ἀλλάζουσι ὁμιλίαν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσῃ τινὰς νὰ τὰς καταπείσῃ.», σελ. 146

α3. «Ὁ μεγαλείτερος στοχασμός των [καλογήρων] εἶναι νὰ κρύπτωσι τὴν ἀμάθειάν των, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι πάντοτε νὰ συνομιλῶσι μὲ τὰς γυναῖκας.», σελ. 117

α4. «Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται - μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», σελ. 116

α5. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111

α6. «Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας τὰς γυναῖκας, ἤτοι τὰς καλογραίας, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων», σελ. 125

Η «ανοησία» της ομοεθνούς γυναίκας έναντι της «πονηρής» αλλοδαπής «αποδεικνύεται» στο γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ακόμη κι έναντι του «σοφοῦ διαφωτιστῆ». Αυτή τη φορά  η χειραγώγησή της εκ μέρους της Εκκλησιάς, συμβαίνει όταν «ἀμαθεῖς καλογήροι ἤ κληρικοὶ» πλέον δεν της αποσπούν χρηματικά ποσά, αλλά όταν «ἀσελγοῦσι ἐπὶ αὐτῆς ἐν ἄγνοιὰ της» παρουσιαζόμενοι ως άγγελοι (!) Κυρίου (νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων)· αυτή η διαπίστωση καθιστά τις γυναίκες πιο αμαθείς κι από τους αμαθείς:

α7. «Μία καλογραιοποῦλα ἐκοινοποιοῦσεν, ὅτι κάθε βράδυ ἐπήγαινεν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἐσυνομιλοῦσε μαζί της. Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, δι᾿ ὀλίγους μῆνας, τὴν ἐδόξαζον ὡς ἁγίαν, ἀλλ᾿ ἀφοῦ, μετὰ ἐννέα μῆνας, ἐγέννησεν ἓν ἀρχαγγελόπουλον, τότε αἱ ἄλλαι γυναῖκες τὴν ἐμίσησαν, αὐτὴ δὲ ἐνομίζετο πάντοτε ἁγία ἀπὸ ἁπλότητά της, καὶ ὁ σοφὸς ἔκλαιε διὰ τὴν βαρβαρότητα τῆς ἀνθρωπότητος.», σελ. 124

Η επίθεση κατά της «πονηρᾶς» αλλοδαπής γυναίκας εκ μέρους του φανατικού διαφωτιστή είναι πρόδηλη:

α8. «Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως, ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των; Ποῦ νὰ δώσῃς ἀκρόασιν καὶ πίστιν, ὦ τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, εἰς τοὺς πλαστοὺς λόγους της γυναικός σου, ἡ ὁποία ἀφοῦ ὑπανδρευθῇ μαζί σου, ἄλλο δὲν προσμένει, παρὰ νὰ ἀπεθάνῃς, διὰ νὰ σὲ κληρονομήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἄλλον ἄνδρα; Πῶς νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;», σελ. 134

α9. «Αὐτοὶ σὲ μισοῦν, σὲ καταφρονοῦν καὶ σὲ περιγελοῦν παντοτινά. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς λέγει· «ἰδὲ τὸν χοῖρον, τὸν χυδαῖον Ἕλληνα, διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν οὐτιδανότητά του, ἠθέλησε νὰ λάβῃ σύζυγον ἀπὸ τὸ γένος μας. Ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος· τὰ βάρβαρα ἤθη τῆς πατρίδος του δὲν τὰ ἄλλαξεν». Τί στοχάζεσαι, ὦ ἀληθῆ κακότυχε, πὼς σὲ ἀγαπᾶ ἡ γυναῖκα σου; Μὴν ἀπατᾶσαι, σοῦ τὸ ξαναλέγω! Αὐτὴ σὲ περιγελᾶ, σὲ ἀτιμάζει, σὲ κλέπτει, καὶ πολλάκις σοῦ ἑτοιμάζει τὸν θάνατον παράκαιρα.». σσ. 134-135

α10. «Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὄντως ἀνοήτους; «Ὁ ἔρως μ᾿ ἐπλήγωσε, τὰ θέλγητρά της μ᾿ ἐσκλάβωσαν, ἡ αἰσθαντική μου καρδία δὲν ἠμπόρεσε πλέον νὰ ἀντισταθῇ». Ὦ ἀναίσχυντοι καὶ ὄντως μωροί! Ἐγώ, ὁποὺ περὶ πατρίδος καὶ περὶ τῆς ἐλευθερώσεώς της σήμερον γράφω, ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι τὴν σήμερον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ὁ ἔρως εἶναι τὸ μεγαλείτερόν τους ἁμάρτημα. Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι νὰ μὴν ἀγαπᾶτε, παρὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἀγαπήσητε ὅ,τι τυχαίνει. Ἐγώ, τέλος πάντων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσω τὴν ὠφέλειαν, ὁποὺ ἐκάματε εἰς τὴν πατρίδα σας, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἔπειτα, εἰς τί θέλει σᾶς φέρει ὁ ἔρως σας.», σελ. 135

α11. «Ἀλλὰ τοιαῦτα λόγια δὲν εἶναι διὰ τὰς ἀκοάς σας, οὔτε ἐγὼ θέλω κοπιάσει ματαίως νὰ σᾶς τὰ εἰπῶ, καὶ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἔρως γεννᾶται ἀπὸ ἀμοιβαίαν κλίσιν καὶ ἀπὸ μίαν συμπάθειαν καὶ συμφωνίαν εἰς τὰς ἰδέας ἀμφοτέρων. Ὅθεν, ὁ ἐδικός σας δὲν εἶναι ἔρως, ἀλλὰ μία ἄλογος ἐπιθυμία, ὡσὰν ὁποὺ τόσον δύσκολα εἶναι νὰ συμφωνήσουν τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων μ᾿ ἐκεῖνα τῶν ἀλλογενῶν, ὅσον φανερὸν εἶναι, ὁποὺ ὅσοι ἀλλογενεῖς συζύγους ἔχουσι, ἐξ ἀνάγκης χάνουσι τὰ ἤθη των καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ ἡ ὀνομασία.

Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν»., σσ. 135-136

α12. «Αὐτοί, λοιπόν, περιφέρονται εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν ἐκδύουσι τοὺς πολλὰ ἀθώους χωριάτας, καὶ μάλιστα τὰς γυναῖκας.», σελ. 115

α13. «Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν, τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ, καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε, καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας των.», σελ. 69

α14. «Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ διὰ ἐκείνους, ὁποὺ κατὰ δυστυχίαν μας δὲν εἶναι ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποξενωθῶσι παντάπασιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀλησμονήσουν ἕως καὶ τὸ ὄνομά της, ἀπεφάσισαν μὲ ἄκραν ἀφροσύνην καὶ ἔλαβον εἰς ξένην γῆν διὰ σύζυγον ἀλλογενῆ γυναῖκα; Ὤ, ἐντροπὴ ἀνυπόφορος!  Δὲν στοχάζεσθε, ὦ ἀχάριστοι υἱοὶ τῆς δυστυχεστάτης πατρίδος μας, τὰ κακὰ ὁποὺ προξενεῖτε, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας ἀκόμη; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμογνωμήσῃς μὲ τὴν σύζυγόν σου, ὅταν εἰς τὸ κυριώτερον εἶσθε τόσον διάφοροι;», σελ. 133

α15.  «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134

α16.  «Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν, καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας ἀρχοντίσσης» σελ.132

α17. «Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως, ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των;», σελ. 134

α18. «Ὅσαι ἀλλογενεῖς γυναῖκες ἔλαβον Ἕλληνας δι᾿ ἄνδρας, ὅλαι τὸ ἔκαμαν ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ ἢ δὲν εὑρῆκαν ὁμογενῆ των ἢ δὲν εἶχον ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι.», σελ. 134

Το μίσος του εθνικισμού για τους έρωτες μεταξύ αλλοεθνών είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και δεδομένο (βλ. σελίδα έρωτας-εθνικισμός). Δε θα μπορούσε να εκλείψει από τη διαφωτιστική μανία του «Ανωνύμου του Έλληνος», η οποία είναι πρόδρομος εκείνης της εθνικιστικής. Οι επαφές προς την Εσπερία άλλο δε δείχνουν πως το «μῆλον θὰ πέσει ὑποκάτω τῆς μηλιὰς»:

α19. «Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι», σελ. 58

Περισσότερο δε από όλα απορεί κανείς με τους νεοπαγανιστές, βλέποντας αυτά τα λόγια του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»:

β. «εἰς τὴν δουλείαν [...] ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας», σελ. 57, ίσως για χάρη του:  «εἰς τὴν δουλείαν [...] ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των», σελ. 57

Αντιθέτως με μεγάλη τους χαρά, παγανιστές και διαφωτιστές παρουσιάζουν το του Παύλου:

β1. «22 Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ», Προς Εφεσίους, Κεφ. Ε΄

Ευχαρίστως όμως θα αποκρύψουν την υπεράσπιση:

β2. «25 οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς», Προς Εφεσίους, Κεφ. Ε΄

Άλλωστε, αυτές δεν είναι οι μόνες μονομέρειες εκείνων των σκοτεινών κύκλων που παρουσιάζονται με το «λυχνάρι φωτὸς» στο χέρι. Θα αποκρύψουν ξανά του «ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας» του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» το περιβόητο:

«εἰς τὴν δουλείαν [...] ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος», σελ. 57

Με κουτοπονηριά κι αλαζονεία οι αντιχριστιανικοί κύκλοι, όταν θα κατηγορήσουν την Εκκλησία ως «αρνησίζωη» και «αντιερωτική», θα παραβλέψουν αυτό το τελευταίο εδάφιο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», γιατί αν το δεχθούν θα πρέπει παράλληλα να παραδεχθούν ότι οι ίδιοι αυτοί είναι «εἰς τὴν δουλείαν», όχι κάποιου Τυράννου πολιτικού, αλλά εις την τυραννία των σαρκικών τους παθών.

 

 

 

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΠΕΡΙ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

 

Ο «Λόγος περὶ Ἐλευθερίας» κι υπέρ «Νομαρχίας» του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», μόνο ρητορικά υπέρ της πολιτικής επαναστάσεως κατά των Οθωμανών μπορεί να εννοηθεί, ειδάλλως οδηγεί σε απογοητεύσεις για τα διδάγματά του.

Ο συγγραφεύς αυτού του έργου, λοιπόν, σαφώς γνωρίζει κι υποστηρίζει τη σημασία της θέλησης της πλειοψηφίας ενός λαού έναντι της μειοψηφίας του:

«Ὅθεν, διὰ νὰ εὐτυχήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νὰ ἐξαλείψῃ ὅσας αἰτίας τῆς δυσαρεσκείας του ἠμπορέσῃ, δηλ. νὰ ὑπακούῃ εἰς τὴν θέλησίν του. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι.

Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων», σελ. 13

Κατέχοντας ο «Ανώνυμος Έλλην» αυτή τη γνώση περί διαφοράς πλειοψηφίας και μειοψηφίας κι ορμώντας κατά το σύνηθες έναντι της «δουλεῖας», υποστηρίζει αντιθέτως ότι στην μεν «Νομαρχίαν» όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, συμφωνούν, ενώ εις την «Τυραννίαν» διαφωνούν, ως να μην υπάρχουν διαφορές πλειοψηφίας-μειοψηφίας εις την πρώτη· φροντίζει δε να δηλώσει πως «ὅλοι διέταξαν τοὺς νόμους» εις την δεύτερη, πράγμα αναμφισβητήτως αναληθές (βλ. διαφορά πλειοψηφίας και μειοψηφίας):

α. «Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ απαξάπαντος ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.

Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον, νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του. Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία, ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος», σελ. 56

β. «Ἀλλὰ τί ἐστὶ ἐλευθερία; Εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ ἰσχυρότεροι, εἰς μὲν εἰς τὴν μοναρχίαν, οὐδεὶς δὲ εἰς τὴν τυραννίαν, καὶ ὅλοι εἰς τὴν νομαρχίαν. Ὅθεν, κατὰ μὲν τοὺς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως τοῦ καθενός, ἐπειδή, εὑρισκόμενοι χωρὶς νόμους, καὶ χωρὶς κριτάς, ὁ μὲν ἅρπαξ ὀνομάζει τὰς ἁρπαγάς του ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας του, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄσωτος τὰς ἀσωτίας του, καὶ ὁ κακὸς τὰς κακίας του.

Κατὰ δὲ τοὺς δευτέρους, ὡσὰν ὁποὺ ἐπώλησαν τὴν ἐλευθερίαν τους ἑνός, ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, εἰμὴ τὰς προσταγὰς τοῦ κυρίου των, καὶ εἶναι μόνον ἐλεύθεροι διὰ νὰ τὸν ὑπακούωσι. Ὁ τύραννος δὲ καὶ οἱ δοῦλοι του ἀγνοοῦσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὴν ἐδοκίμασαν, διὰ νὰ ἔχουν ἰδέαν περὶ αὐτῆς.

Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία. Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.», σελ. 16

Βέβαια, αν κι ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν παρατηρεί λεπτομερώς την αρχαία Ελλάδα όποτε αυτό δε συμφέρει το έργο του ως επαναστατικού λιβέλου, εντούτοις αδίκως και γελοιωδώς ακολουθείται από τους ταγούς της νεοδιαφωτιστικής και νεοπαγανιστής προπαγάνδας κατά της Εκκλησίας.

Υποστηρίζοντας δε πως η ασυμφωνία είναι «σημεῖον δουλείας» ενώ η «ὁμόνοια... μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας» (βλ. κάτωθι παράθεμα) ξεχνά πάλι να παραδειγματιστεί ως όφειλε από την αρχαία Ελλάδα που αποτελεί δορυφόρο γνώσης του και να παρατηρήσει ότι διχόνοια «δουλεῖας» υπήρξε μεταξύ πολιτικών κομμάτων της «Νομαρχίας» μετά την παρέλευση του Περικλή εις την Αθήνα, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της Σικελικής Εκστρατείας. Αυτή η καταστροφή προέκυψε εκεί που έπρεπε «οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων». Δεν οφείλονταν η διχόνοια αυτή σε κανένα εξωτερικό «Τύραννον». Ομόνοια δε, παρατηρείται πολλάκις εις τις αποφάσεις μοναρχικών, παρά δημοκρατικών πολιτευμάτων των «ἐλευθέρων πολιτῶν», άσχετα ή όχι από καταστροφικές ή μη συνέπειες κι αυτό αφορά και τους δύο.

«Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια, εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται. Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.

Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου, ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας, καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.», σσ. 58-59

Στην πολιτικοφιλοσοφική σκέψη του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» η επιχειρηματολογία υπέρ της Νομαρχίας έναντι της Μοναρχίας είναι αναιμική· επί παραδείγματι, οι νεοπαγανιστές, θα έπρεπε να είχαν προσέξει πως για τον «Ανώνυμο Έλληνα» ο άνθρωπος έχασε την ελευθερία του κι έγινε «δοῦλος» μόλις δημιούργησε κοινωνία (α)· παράλληλα, δια της «Νομαρχίας» ο πρώτος υποστηρίζει πως ο άνθρωπος «ελευθερώνεται» δια της κοινωνικής αναγνώρισης, δηλαδή της τιμής που του προσφέρουν οι υπόλοιποι άνθρωποι με τους οποίους συμβιώνει (β)· βέβαια όλες αυτές οι αναγνωρίσεις υπηρεσιών ή επιβραβεύσεις, προϋποθέτουν οργανωμένη κοινωνία, την οποία ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» θεώρησε ως αιτία «δουλεῖας» κι άρα «ἀνελευθερίας»· συμπληρώνει δε, πως με τις αναγνωρίσεις αυτές ο πολίτης δύναται να «δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του» (δ)· η τελευταία παράθεση τίθεται παρά του γράφοντος, περί του ότι αναγνώριση τιμής προσφέρει κάλλιστα κι η Μοναρχία:

α. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ 14

β. «Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του· ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του· ὁ νέος εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὴν φυσικὴν κλίσιν του, καὶ νὰ δείξῃ τὴν ἀγχίνοιάν του· ὁ στρατιώτης ἔχει ἀναμφίβολον τὴν εὐεργεσίαν εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις του· ὁ πτωχὸς δὲν φοβεῖται ἀτιμίαν, ἀλλ᾿ εὑρίσκει συμπάθειαν καὶ βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχίας του, καὶ οὐχὶ ὕβρεις καὶ ἀνυποληψίαν·», σελ.24.

γ. «Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί, νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.», σελ. 24

δ. «Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της.», σελ. 26

 

 

 

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ»: «ΣΦΑΞΟΝ ΜΕ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ»;

 

Ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν εκείνος ο οποίος ασκούσε κριτική στους χριστιανούς ιερείς, αποδίδοντάς τους τα «εύσημα» των υποκριτών, εφόσον δεν ακολουθούσαν σύμφωνα μʼ αυτόν τις εντολές του Χριστού ενόσω χριστιανοί. Όμως για υποκρισία μπορεί να κακολογηθεί κι ο ίδιος, όταν:

α) παριστάνοντας τον «Ἕλληναν ἐλεύθερον πατριώτην» :

«Ὦ Θεέ μου! Εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ μοῦ λέγετε τοιαῦτα λόγια; Ἔ, ἀδελφοί μου, ἐσεῖς βέβαια δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις ὁποὺ εὑρίσκομαι ἐγώ, οὔτε αἰσθάνεσθε ὅλον τὸ βάρος τῆς τυραννίας καὶ ὅλας τὰς δυστυχίας τῆς Ἑλλάδος ὅσον ἐγὼ τὰς αἰσθάνομαι. Ἐγώ, ναί! Ἐγὼ δὲν ζῶ, εἰμὴ ὡς Ἕλλην οὔτε ἄλλο τι ἠμπορεῖ νὰ μοῦ καταστήσῃ ποθητὴν τὴν ζωήν μου, εἰμὴ ἡ Ἑλλάς. Ἡ καρδία μου εὐθὺς ἀρχίζει νὰ ταράττεται βιαίως, ὅταν ἀκούω τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μου.», σελ. 166

β) ο «Ανώνυμος Έλλην» νιώθει συνταραγμένος, ενώ βρίσκεται εις τη σιγουριά της Δύσης:

«Ναί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀκόμη μίαν φορὰν διὰ πάντα σᾶς τὸ ἐνθυμῶ, ὅτι καιρὸς τῆς δόξης ἔφθασεν, καὶ κάθε μικρὰ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος καταπολλὰ εἰς ἡμᾶς. Ἂς τρέξωμεν λοιπὸν ὅλοι μας, ναί, ὅλοι μας, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἄμποτες κἀγώ, σὺν τοῖς λοιποῖς φιλογενέσι μου, νὰ ἀξιωθῶ ὀγλήγορα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς γλυκυτάτης μου πατρίδος καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι μας ἢ τὴν χαρὰν τοῦ Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα.», σελ.  163

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» ήτο πράγματι πιο «πατριώτης» από τους Ρωμιούς, κατά τον τρόπο που ο ίδιος πίστευε, έπρεπε να ήτο ήδη νεκρός, ή ζωντανός, τότε κάπου στο γεωγραφικό χώρο της σημερινής Ελλάδας ή των επαναστατημένων περιοχών, όχι να διαμένει εις την Εσπερία. Τουλάχιστον θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει, για να μην του αποδίδεται η ρετσινιά του «ὑποκριτοῦ», κάποιο παράδειγμα από τα δικά του «πολεμικὰ ἀνδραγαθήματα», κι όχι να ανατρέχει σε εκείνα της αρχαίας Ελλάδος και του Σουλίου για να πείσει τους υπολοίπους «Ἕλληνας», όταν αυτοί οι Έλληνες θα έδιναν καίρια τη ζωή τους, όπως την είχαν ξαναδώσει προ του 1821 (βλ. Α.Σ. 9).

Αν κυριολεκτούσε και δε ρητόρευε ο  «Ανώνυμος Έλλην», θα μπορούσε να του σημειώσει κανείς, ότι ακριβώς αξίζει να σημειώσει ομοίως κι εις τους νεοπαγανιστές και τους νεοδιαφωτιστές σήμερα· δηλαδή το γράμμα του Παπαφλέσσα εις τον αδελφό του (βλ. Α.Σ. 22).

Έπειτα ο ίδιος συγγραφέας, θεωρεί πως το να χύσει κανείς «ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν» είναι μικρό πράγμα, αρκεί βέβαια να μην είναι το «ιδικό του», δηλαδή του συγγραφέως το αίμα:

«Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας. Ποῖος δὲν κόπτει τὸν δάκτυλον, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ τὴν χεῖρα του; Λάβετε τὰ σπαθία τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σσ. 160-161

Η ρητορική δεινότητα του συγγραφέως είναι πρόδηλη στο παραπάνω εδάφιο, μόνον όταν αυτό σταθμίζεται μαζί με το παρακάτω· εκεί, συμβουλεύοντας τους Έλληνες του εξωτερικού να συμμετάσχουν εις τον αγώνα, το πρώην παραινετικό απαραίτητο «ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν» μετατρέπεται σε απειλή για ποταμούς «αἵματος»:

«...ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες», σελ. 140

Αυτά έχει η ρητορική τέχνη· δεν μπορεί να είναι δόγμα αληθείας εκείνο το ρητό το οποίο διδάσκει στον έναν για το ίδιο ζήτημα, διαφορετικά από ότι εις κάποιον άλλον.

Από τα ανωτέρω δε, έχει γίνει φανερό ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» ορμά εναντίον σχεδόν παντός ανθρώπου της τότε γνωστής «Εὐρωπαϊκῆς Οἰκουμένης»· δεν είναι δηλαδή μόνο οι Έλληνες της εποχής του, εκείνοι οι οποίοι του κάθονται στο λαιμό για την υποδούλωση,  πλην Σουλιωτών και Μανιατών, αλλά επίσης κι όλοι οι Ευρωπαίοι· κι αυτό δείχνει την πολιτική χροιά του έργου του, παρά την εθνική:

α. «Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον! Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;», σελ. 168

β. «Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

γ. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

δ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

ε. «Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται», σελ. 32

Άλλοι διαφωτιστές νιώθοντας ίσως με διαφορετικό τρόπο πατριώτες, δε συμφωνούσαν κι είχαν διαφορετική άποψη για τους Έλληνες και τις δυτικόφρονες απόψεις του «Ανωνύμου του Έλληνος». Έτσι ο Δημήτριος Καταρτζής:

«...απέρριπτε ως κακόβουλο τον υπαινιγμό μερικών Ευρωπαίων ότι εξαιτίας της αιχμαλωσίας τους, η πολιτική κατάσταση των νεότερων Ελλήνων ισοδυναμούσε με εκείνη των αρχαίων ειλώτων, αφού δεν ανταποκρινόταν στο κριτήριο του Αριστοτέλη για την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη, το «μετέχειν κρίσεως καῖ ἀρχῆς». Αντικρούοντας τον ισχυρισμό αυτόν, ο Καταρτζής επισήμαινε, ότι, αν και οι Έλληνες δεν έλεγχαν απόλυτα το κράτος στο οποίο ζούσαν, ωστόσο συμμετείχαν στην διοίκησή του. Η εκκλησιαστική τους ηγεσία, τα πολιτικά του ήθη και οι θρησκευτικές τους παραδόσεις απολάμβαναν της επίσημης αναγνώρισης των κρατούντων και τους συνέδεαν μεταξύ τους σε ενιαίο έθνος. Επιπλέον, πολλά μέλη του γένους καταλάμβαναν εξέχουσες θέσεις στη διοίκηση του κράτους, έχοντας ακόμη και προσωπική πρόσβαση σον ίδιο τον κυρίαρχο ηγεμόνα και συμμετείχαν στις ευθύνες της διακυβέρνησης. Συνεπώς οι Έλληνες μετείχαν "κρίσεως καὶ ἀρχῆς", όπως απαιτούσε ο Αριστοτέλης. τέλος, το γένος διέθετε το δικαίωμα έγγειας ιδιοκτησίας, και σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας οι ελληνικές κοινότητες απέλαυαν προνομίων που προσέγγιζαν την ελευθερία. Προσδίδονταν έτσι στον αριστοτελικό ορισμό του ελεύθερου πολίτη συγκεκριμένο κοινωνιολογικό περιεχόμενο, ο Καταρτζής κατόρθωσε να διατυπώσει τα κριτήρια που προσδιόριζαν τη νεότερη ελληνική εθνότητα. [για τη σύνδεση Καταρτζή & Διαφωτισμού βλ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σσ.199-200, 236-237 και Δημαράς, D. Catargi, Philosophe Gree’, Studies on Voltaire and the Eighteenth Century, 25 (1963), σσ. 509-518]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)

Βέβαια, τον εαυτό του ο «Ανώνυμος Έλλην», όπως κάθε νεοπαγανιστής και νεοδιαφωτιστής που ταυτίζεται μαζί του, δεν θα τον συμπεριλάβει στον μακρύ και ατελείωτο κατάλογο των «δούλων» που καθυβρίζει· διότι όλοι οι προειρημένοι λαμβάνουν από μόνοι τους τη θέση της «ὑπερπατριωτικῆς» φωνής της συνειδήσεως, η οποία δεν μπορεί να φοβάται όσα φοβάται ο αποδέκτης της. Αυτή είναι που πρέπει να μιλήσει για πολιτική επανάσταση· άλλοι βέβαια θα είναι εκείνοι που θα σκοτωθούν για χάρη δική της, αλλά αυτό «δεν έχει» σημασία. Σημασία έχει ότι εκείνη πρέπει να επιμείνει εις τα πιστεύω της με κάθε τρόπο ακόμη κι όταν μιλά με υπερβολές.

Μεγάλα λόγια για τους «300»:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. [...] Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿ αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του»», σσ. 29-30

Υπερασπιστικός λόγος:

«Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω. Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει ότι ο ίδιος έγραφε για πολιτικά ζητήματα και όχι για αδιάφορα θέματα...», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Αληθεύει δηλαδή, ότι αυτή η προειρημένη φωνή της συνείδησης του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» δικαιώνεται, μόνο από τα αποτελέσματα της ίδιας αυτής επανάστασης των «δούλων», παρά από τη ιδική της ικανότητα, διότι η ίδια εκείνη φωνή που χλεύαζε, ή απορούσε με τους Ρωμιούς λέγοντας το «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», λέγει επίσης και τα εξής στη έξοδο του βιβλιαρίου του υπό του τίτλου «Διάλογος ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του Σ. καὶ Κ.»:

«Ο ΣΥΓ. [...] Μάλιστα βλέπεις ὅτι δὲν ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.

Ο Κ. Μερικοὶ δὲν βάζουν τὸ ὄνομά τους, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς κατακρίσεις ὁποὺ τοὺς τυχαίνουν.

Ο Σ. Οὐχί, ὦ Κ. Ὁ φίλος μας δὲν τὸ ἔβαλεν, διὰ τὰς αἰτίας ὁποὺ ἠξεύρομεν.

Ο ΣΥΓ. Σᾶς βεβαιῶ ὡς ἀδελφός, ὅτι καὶ αἱ αἰτίαι ὁποὺ λέγεις ἂν δὲν ἤθελε ἦτον, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤθελα τὸ βάλει, ὡς μὴ ἀναγκαῖον. Ἂν ὅμως ἤθελε γράψει τις ἐναντίον...

Ο Σ. Ἔ, δὲν ἐλπίζω νὰ εὑρεθῇ Ἕλλην τις, νὰ γράψῃ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Εἰπέ μας τώρα τὸ τρίτον αἴτιον.

Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ, μὴν...

Ο Κ. Εἰπέ μοι, εἰπέ μοι, σὲ παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴν τὸ ἀλησμονήσω. Διατί ἔβαλες εἰς τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ὅταν καθ᾿ αὑτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἕνας λόγος...

Ο Σ. Αὐτό, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι σφάλμα ἀσυγχώρητον. Ἐγὼ ἀναγινώσκοντας τὸν τίτλον, ἐνόμιζα νὰ εὕρω τὸν τρόπον τῆς συστήσεως αὐτῆς τῆς διοικήσεως, καί, τοὐναντίον, εὑρῆκα ἄλλα.

Ο ΣΥΓ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό, ὦ ἀδελφοί μοι, καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸ σφάλμα μου, τὸ ἔβαλα ὅμως διὰ...

Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ὁ...

Ο Σ. Ἔ, νὰ τὸν πάρῃ ἡ κατάρα!

Ο ΣΥΓ. Ὑπομονή! Αὔριον ἑτοιμασθῆτε νὰ μοῦ δώσητε τὴν γνώμην σας εἰς πολλὰ ζητήματά μου. Ἔρρωσθε.», σελ. 170

Να τι λέει μία σελίδα περί του άνωθι διαλόγου για να καταπεισθεί ο αναγνώστης κι από διαφορετική κριτική πηγή πέρα της παρούσης:

α. «Βέβαια δεν αποκλείονται καθόλου στο διάλογο οι λόγοι της συνωμοτικότητας. Η διαπίστωση του ενός από τους δύο φίλους και συνομιλητές ότι δεν έβαλε τ΄ όνομά του για τους λόγους που ξέρουμε  αλλά και το συνωμοτικό πνεύμα με το οποίο διεξάγεται η συγκεκριμένη συζήτηση δείχνουν ότι η ανάγκη της μυστικότητας ήταν σημαντική για την επιβίωση του συγγραφέα του έργου. Ο συγγραφέας μας το δίνει επίσης να το καταλάβουμε αυτό με τον τρόπο που τελειώνει ο διάλογος των τριών φίλων  στο τέλος του έργου. Αναγκάζονται να τον διακόψουν, επειδή τους πλησιάζει ανεπιθύμητο πρόσωπο, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει  να καταλάβει το περιεχόμενο της συζήτησής τους» (Πηγή: http://www.alfavita.gr/artra/art5_4_9_826.php)

β. Επίσης ο Κιτρομηλίδης μαρτυρεί: «Αυτό ήταν το μήνυμα και ενός άλλου πατριώτη, που κατέφυγε στην προστασία της ανωνυμίας, προκειμένου να εκφράσει ανεμπόδιστα την επαναστατική του πρόσκληση», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 343)

Στις άνωθεν σημειώσεις δε διαφεύγει ότι η συνωμοσία εμφανίζεται υπό του φόβου σύλληψης κι απώλειας της ζωής. Κι εδώ είναι όλο το τραγελαφικό της ηρωοποίησης του «Ανωνύμου του Έλληνος» από όλους εκείνους τους «προοδευτικοὺς», έναντι των μετέπειτα πραγματικών επαναστατών και πολεμιστών Χριστιανών Ρωμιών -«δούλων» για τον συγγραφέα- Ελλήνων, που πλήρωσαν με τη ίδιο τους το αίμα, όσο μελάνι έχυσαν και χύνουν «ηρωικά» κάποιοι άλλοι χλευάζοντάς τους. Διότι βασικά, ο συγγραφεύς αυτός κατηγορεί διαρκώς όλους τους υπολοίπους για κάτι που ενδιέφερε άμεσα κι αυτόν τον ίδιο:

«....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14

Το ερώτημα είναι: θα «ἔκλινε κανεὶς τὸν αὐχένα» [«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»] αν δεν επρόκειτο να χάσει τη ζωή του όπως τον «ἔκλινε» ο  «Ανώνυμος Έλληνας» εις την Εσπερία σιγώντας έμπροσθεν του κινδύνου;

Επιπλέον, ενώ ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» παρατηρούσε πως ο «ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του» ο κάθε άνθρωπος, αντιθέτως όταν μιλούσε για πολιτικούς «δούλους» και δηλαδή για τον δικό του εαυτό, εξοστράκιζε αυτόν τον «στοχασμὸν» ως «μὴ ἀναγκαῖον»:

«Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας [...] Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», σσ. 51-52

Γιατί λοιπόν σήμερα κάποιοι αποδέχονται τη ρητορική του τέχνη ως «ἱστορικήν ἐπιστήμην τοῦ ἡρωϊσμοῦ» καθιστώντας όλους τους υπολοίπους της εποχής εκείνης δειλούς ή «δούλους»; Μήπως ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν ήταν εκείνος που θεωρητικά υποστήριζε, ενώ πρακτικά παράβλεπε, ότι:

α. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25

β.  «Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του», σελ. 30

γ. «Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; », σσ. 52-53

Ουσιαστικά η απόκρυψη των επαναστατικών πολιτικών ιδεών του «Ανωνύμου του Έλληνος» έμπροσθεν ενός αγνώστου κι η απόκρυψη του ονόματός του εις το σύγγραμμά του, άλλο τι δε δείχνει παρά το ότι ορισμένες ενέργειες χρειάζονται προσοχή και περίσκεψη δίχως φανερούς «ἡρωϊσμοὺς» αυτοκτονίας, οι οποίοι άλλο τι δεν είναι παρά «σφάξον με ἀγὰ μου νὰ ἀγιάσω» κι όπου ο «ἀγιασμὸς» τυγχάνει να είναι κοσμικές αποδόσεις:

«Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.

Ἀλλ᾿ εἰς τὴν νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν, παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.», σελ. 26

Τις παρακάτω κοσμικές αποδόσεις «ἀγιασμοῦ» παραδίδει με το στόμα του Σπαρτιάτη Λεωνίδα ως εθνική διδασκαλία ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην», παρότι δεν μπαίνει στον κίνδυνο της καταγγελίας του, μήτε δημοσιεύοντας το όνομα του, μηδέ μιλώντας περί τέτοιων ζητημάτων σε γνωστούς αντιεπαναστάτες:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των. Ἂς ὑπάγωμεν λοιπόν. Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿ αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του». Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκφράσω τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκείνου τοῦ ἥρωος, καὶ τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν ἐπακολούθων αὐτοῦ; Τὰ τοιαῦτα, ὦ Ἕλληνες, δὲν γράφονται, οὔτε διηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον αἰσθάνονται.», σσ. 29-30

Η αποφυγή της άσκοπης θυσίας «ὑπὲρ πατρίδος», -«ὑπὲρ πίστεως» ούτε συζήτηση-, εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος» αποδίδεται δια στόματος ιδίου:

«Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου.», σελ. 170

Παράλληλα ο στοχασμός του αναφέρει:

«Οἱ νῦν ἀρχιστράτηγοι τῶν ἀλλογενῶν, ἀφοῦ κατὰ συνήθειαν προστάξωσιν ὅσα ἔμαθον νὰ λέγωσι, τότε ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰ ὄπισθεν, μὲ πρόφασιν διὰ νὰ μὴν βάλουν εἰς κίνδυνον τὰ στρατεύματα μὲ τὸν χαμὸν τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτως πολλάκις κλέπτουσι τὴν τιμὴν μιᾶς νίκης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἔλαβον ἴσως τὸ παραμικρὸν μέρος», σελ. 153

Ενώ λοιπόν ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» επιθυμεί να ζήσει συνωμοτώντας, αποφεύγοντας τους άκαιρους «ηρωισμούς» κι αναγνωρίζοντας παράλληλα την ύπαρξη ευνοϊκών καιρών [«Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160 & «Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι...», σελ. 139], κατακρίνει τους ιερείς δια το ότι δεν κηρύττουν δημοσίως από άμβωνος στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα (β) όσα αυτός δεν τολμά να παρουσιάσει ανοικτά σε 2-3 γνωστούς του εις την απόμακρην Δύσην:

«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; », σελ. 122

Επειδή η «Ελληνική Νομαρχία», ως πολλές φορές ελέχθη, έχει στην ουσία ρητορική βάση κι είναι σαθρή για τις υπερβολές της, θα πρέπει να λεχθεί τούτο το τελευταίο στην παρούσα ενότητα. Ο συγγραφεύς της, αυτός που καθυβρίζει τους πάντες περί «δουλείας», είναι κι αυτός με την σειρά του «δοῦλος» και προσπαθεί ομοίως «νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», όπως παρουσιάσθηκε ανωτέρω.

Με άλλα λόγια, η «Ἕλληνική Νομαρχία» δεν είναι τίποτα άλλο, κι αυτό αφορά τους σύγχρονους νεοπαγανιστές, νεοδιαφωτιστές που την προωθούν, παρά ένα «βιβλιάριον» ενός «δούλου» που παραλήπτες έχει «τοὺς λοιποὺς δούλους» ομότεχνούς του. Εκείνος, ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν που χλευάζοντας υπερήφανα τους υπολοίπους έκφερε το παρακάτω, την ώρα που συνωμοτικά σιωπούσε έμπροσθεν του πιθανού κινδύνου της καταδόσεώς του και της αφαιρέσεως της ζωής του:

«[...] Δὲν προφέρουσι πλέον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας μὲ φόβον, μήπως καὶ τοὺς ἀκούσωσιν οἱ προεστοὶ ἢ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς κηρύξουσιν ἀθέους, ὡς πρότερον ἔκαμνον, ἀλλὰ τὸ προφέρουσι μὲ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, ὁποὺ οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχωσι». (σελ. 151)

Τρέμοντας για την ίδια τη ζωή του, στην πολύ πιο ήπια σε συνθήκες Εσπερία, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα βροντοφωνάξει και θα τον θαυμάσουν οι «προοδευτικοί» της σύγχρονης Ελλάδος καθισμένοι εις τα αναπαυτικά τους γραφεία:

«Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; (!) Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται; Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις; Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς, καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Αληθεύει πως όταν φοβάται κανείς για την ίδια του τη ζωή, περιμένει τους άλλους να «ἐκβγάλουν τὸν ὅφιν ἔκ τῆς ὁπῆς»:

«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.», σελ. 122

Θα πρέπει να του αποδοθεί πίσω στον «Ανώνυμο Έλληνα» η δική του διδασκαλία:

«ὁ ἐλεύθερος ἀγαπᾶ τὴν ζωήν του, ὡς καὶ ὁ δοῦλος, καὶ περισσότερον. Ἂν δέ, εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, μὲ τόσην ἀδιαφορίαν τὴν θυσιάζει καὶ μὲ εὐχαρίστησιν, αὐτὸ ἀκολουθεῖ μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶ περισσότερον τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, μὲ τὸ νὰ μὴν ξεχωρίζῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς δούλους δὲν εὑρίσκεται.», σελ. 43

Δύο πράγματα συμβαίνουν· είτε ο «Ανώνυμος Έλλην» ήτο δειλός ή παράλογος:

α. «ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161

β. «τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου», σελ. 37

Παράλογος γιατί μέσα στο ίδιο το «βιβλιάριόν» του αναλίσκεται εις τον τονισμό της αξίας της πολεμικής τακτικής σε αρκετές σελίδες. Λοιπόν, τί αξία μπορεί να ʼχει η τακτική, αν είναι κανείς να πολεμήσει ενάντια σε «δειλοὺς», τους οποίους άλλωστε φοβάται;

«...ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161

 

Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ’ Άμβωνος»

 

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΤΟΠΗΜΑ του ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ

 

Διαβάζοντας κανείς την «Ελληνική Νομαρχία» αντικρίζει μέσα της μία Ορθόδοξη Εκκλησία που αποτελείται από Πατριάρχες, Επισκόπους, Αρχιμανδρίτες, Μοναχούς κι Ιερείς, «αγράμματους», «προδότες», «άρπαγες», «χρυσολάτρες» «μέθυσους», «κλέφτες», «γαστρίμαργους», «αρσενοκοίτες», «μοιχούς» κ.λ.π., παρότι ως ελέχθη τα παραδείγματά της είναι εξόχως λειψά για να αποτελούν μια ιστορικά  γενικευμένη αλήθεια.

Σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» αυτές οι ρηθείσες ομάδες ανθρώπων «κλέβουν» το λαό, είναι «αμαθείς», διδάσκουν την «υποταγή» προς το Σουλτάνο και γενικά με κάθε τρόπο «καταπιέζουν» τους Έλληνες...

Όλες αυτές οι περιγραφές, αν αληθεύουν με τον τρόπο που ο ίδιος ο συγγραφέας διηγείται, θα περίμενε κανείς να προκαλούν τεράστια αποστροφή για τα ανωτέρω πρόσωπα σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο στον σημερινό αναγνώστη, αλλά ιδιαίτερα εις τους Έλληνες Ρωμιούς την εποχή του 1821.

 Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Ο ίδιος συγγραφεύς υποστηρίζει πως ο ρωμαίικος λαός, αντί να τους αποστρέφεται, τους άκουγε πειθήνια ωσάν αυτά τα ιερά πρόσωπα να μην αποτελούν καμία «βδελυρή» ομάδα ανθρώπων:

α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν», σελ. 123

β. «Την αντίδραση του Γένους εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και τη θέληση του να μη συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, ενσάρκωνε στην πράξη το κίνημα των Κλεφτών. Οι Κλέφτες ήταν αντάρτες των βουνών, που φεύγοντας την καταπίεση των Τούρκων ή των Ελλήνων κυρίων τους, σχημάτιζαν στα βουνά οπλισμένες ομάδες, που ζούσαν με τη λεηλασία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλουσίων Ελλήνων γαιοκτημόνων. Έδειχναν όμως παραδειγματικό σεβασμό στην κλήρο και προστάτευαν τους φτωχότερους αγρότες. Ζούσαν συνεχώς "μὲ τ’ ἄρματα στὸ χέρι". Ο πόλεμος ήταν γι’ αυτούς τρόπος ζωής και η λεηλασία βιοπορισμός. Δεν έπεφταν όμως καθόλου στη λαϊκή συνείδηση. Τόσο ο λαός, όσο και κληρικοί και μοναχοί, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να τους βοηθούν και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Κλέφτες, με την ένοπλη αντίστασή τους, συντηρούσαν, ένα πνεύμα ακριβώς στους αντίποδες του ραγιαδισμού. Ήταν το πνεύμα, που κρατούσε μόνιμα αναμμένη την επαναστατική φλόγα.», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σσ. 97-98)

Αυτό που εύχονταν ο «Ανώνυμος Έλλην» για τους Ρωμιούς ιερείς δε συνέβη: «Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

Ο διαφωτισμός δεν ήταν μια «επανάσταση εθνική»· ήταν μια «επανάσταση πολιτική», που σημαίνει πως μετά την εθνική επανάσταση των Ελλήνων, η ουσία του διαφωτισμού θα επιτυγχάνονταν με νόμους και αλλαγές εις την κοινωνική διάταξη.

Αναλογίζεται δε τόσο καλά ο «Ανώνυμος Έλλην» την προσήλωση του λαού προς τους ορθοδόξους ιερείς, ώστε αδυνατεί να φανταστεί κάποιον άλλον που να έχει τόση ισχυρή επαναστατική επιρροή εις τους Έλληνες στη δική του εποχή· γι’ αυτό θέλει να τους προσεταιρίσει στο δικό του πολιτικό άρμα:

«Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, ἀφοῦ ἀκούσουν ἐλευθερίαν, τοὺς φαίνεται μία ἀθανάσιμος ἁμαρτία. Τί λοιπὸν διδάσκουσι τὸν ἁπλούστατον λαόν; Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; Φέρουσιν ἴσως τὰς παραβολὰς τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ νὰ παρακινήσωσιν τοὺς ἀκροατὰς εἰς τὴν ὁμόνοιαν; Ἐξηγοῦσιν ἴσως τὴν πρώτην καὶ μεγάλην ἐντολὴν τοῦ «Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, ὡς ἑαυτόν»; Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται; Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις; Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς, καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Η βαρύτητα της τελευταίας πρότασης του συγγραφέως είναι σημαντικός παράγον για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την ευρύτερη αποδοχή των λόγων των Εκκλησιαστικών από τους λαϊκούς κύκλους της εποχής του 1821. Με άλλα λόγια, όταν ο ίδιος ο συγγραφέας επιθυμεί εκείνοι που υβρίζει υποτιμητικά, εκείνοι να είναι που θα διδάσκουν όσα αυτός υποστηρίζει, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να παραδέχεται πως η γνώμη των Εκκλησιαστικών κύκλων είχε, όπως κι έχει, μεγάλη αποδοχή εις τον Ελληνικό λαό:

«(8) Δημ2: ...εσείς οι επίσκοποι έχετε ένα ακροατήριο από κάτω· υπάρχει κόσμος που σας ακούει, σας πιστεύει, σας εμπιστεύεται κι έχει μια αξία ο λόγος σας πολλαπλή.», (Πρβλ. «Μη λαλείς επ Ἀμβωνος», σταθμός Mega Channel)

Η κατάληξη δε αυτού του συμπερασμού είναι πως, οι διαφωτιστικές ιδέες της αποστροφής προς το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήταν το 1821 στην κυριολεξία τραγική μειοψηφία η οποία έχει διογκωθεί εις το νου του σημερινού αναγνώστη, τόσο ένεκα της δημοσιότητας που αποδίδουν εις το κείμενο αυτό νεοπαγανιστικοί και νεοδιαφωτιστικοί κύκλοι μέσα εις την προσπάθειά τους να την επιμηκύνουν ιστορικά προς τα πίσω, όσο και λόγω του σύγχρονου ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο κατά περιπτώσεις και με «φραντζέζους καθηγητὰς» ποιοί συγκρίσεις διαφωτισμού κι εκκλησιαστικών κύκλων με ελαφρώς πειραγμένα σταθμά (παρουσιαζόμενα δεδομένα) σε καίρια ζητήματα για τις κριτικές αποφάσεις των σπουδαστών.

«Στην πραγματικότητα, η καθ’ αυτό αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει ελάχιστη έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε: Πρόκειται κυρίως για ανώνυμα κείμενα, όπως ο Λίβελλος -κάποτε και έμμετρα- ή Ελληνική Νομαρχία, κάποιες επιστολές και ορισμένα κείμενα του Κοραή - ο οποίος όμως σε πολλά άλλα κείμενα του, όπως είδαμε, υποστηρίζει ευθέως την Ορθοδοξία και τον παιδευτικό της ρόλο. Τα κείμενα των λογίων που υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα, αλλά η επιλεκτική χρήση των αντικληρικαλικών κειμένων από εκείνους τους σύγχρονους ιστορικούς και διανοουμένους που -καθόλου τυχαία- υποτιμούν την εθνική διάσταση των προβλημάτων του σύγχρονου ελληνισμού, έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη υπερτίμηση αυτών των κειμένων και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του "φωτισμοῦ τοῦ γένους"», (Πηγή: Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ. 102-103)

«Ο Λόγιος Ερμής άρχισε να βγαίνει την 1η Ιανουαρίου του 1811, επέρασε ύστερα στα χέρια του Θεόκλητου Φαρμακίδη στα 1813, κατόπιν στον Δημήτριο Αλεξανδρίδη στα 1814, που εξέδιδε τότε ένα άλλο περιοδικό, τον Ελληνικό Τηλέγραφο, και τέλος στον Θεόκλητο Φαρμακίδη και στον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη· όταν ο Φαρμακίδης εσυνέχισε μόνος την έκδοση, ως το τέλος της, Μάιο του 1821. Φανερό από όλα αυτά ότι ο Λόγιος Ερμής επέρασε από ποικίλες δυσκολίες, των οποίων κύρια αφορμή ήταν η αχρηματία. Δύο φορές εσταμάτησε η έκδοσή του. Εβοηθούσαν, βέβαια, οι ολίγοι και φωτισμένοι (sic), όπως ο Αλέξανδρος Βασιλείου, ο φίλος του Κοραή, ή το Λύκειο Βουκουρεστίου· αλλά το κοινό δεν παρακολουθούσε: στα 1815 ο Αλεξανδρίδης γράφει ότι ο "Λόγιος Ἑρμῆς" είχε στο σύνολο καμιά δεκαριά συνδρομητές "ἔξω"· υποθέτω ότι εννοεί από το εξωτερικό. Στα 1819 έγινε προσπάθεια για να συσταθεί μια εταιρία χορηγών για την έκδοση του περιοδικού, αλλά δεν φαίνεται να ευοδώθηκε το σχέδιο τούτο. Έτσι όταν μιλούμε για την ακτινοβολία του Λόγιου Ερμή στα χρόνια εκείνα, πρέπει να νοούμε την έμμεση ακτινοβολία, εκείνη που εγινόταν μέσα από τους λογίους και τους δασκάλους όσοι παρακολουθούσαν την έκδοση του περιοδικού», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 378)

 Η άποψη του ίδιου του «Ανωνύμου του Έλληνος» αρκεί πάντως για να κουτσουρέψει αυτή την ιδέα της «πλατιὰς ἀπηχήσεως»:

«Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν. Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι.», σσ. 119-120

Όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» αγανακτεί επειδή οι «ἱεροκήρυκες» δε διδάσκουν τον λαό όσα αυτός επιθυμεί, αναγνωρίζει ότι κανείς άλλος δεν υπάρχει εκεί για να το πράξει:

α. «Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες»;

β. «Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ.119.

Τραγική επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού είναι τόσο η απουσία του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας» εις την ασφαλέστερη Δύση από το φόβο περί απώλειας του, ή εν πάση περιπτώσει η προσφυγή του εκεί προς κρυφή ανάπτυξη των επαναστατικών ιδεών του, αι οποίες εις την Ελλάδα θα είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις επί του ιδίου, όσο κι η «ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν»· δηλαδή κάποιων άλλων σε θέση «πνευματικοῦ ὁδηγοῦ» αντί της Ορθοδόξου Εκκλησίας: 

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», σελ. 98

Αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί νεοπαγανιστή ή κάποιο αντίχριστο, που ενώ αντιπαθεί τους εκκλησιαστικούς σαν τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα», ταυτόχρονα παρακαλεί την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία να διδάσκει εκείνη Ησίοδο ή νεοπλατωνική φιλοσοφία ή αντιχριστιανισμό παρά αυτός; [«Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;»] Σαφώς κι όχι. Ο «Ανώνυμος Έλληνας» όμως, αυτό ζητούσε εις την εποχή του από την Εκκλησία. Να διδάσκει πολιτικό διαφωτισμό στη θέση τη δική του, γνωρίζοντας κι αναγνωρίζοντας δηλαδή την αγάπη που είχε ο Ρωμαίικος λαός προς το Ορθόδοξο κι αμαρτωλό / ανθρώπινο σαν όλους, Ιεράτευμα, όπως παράλληλα αναγνώριζε την απουσία επιπλέον ικανών ανθρώπων καταγομένων από τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της υπόδουλης Ελλάδος.

Αυτό λοιπόν είναι εν τέλει το ατόπημά του «Ανωνύμου του Έλληνος»· ότι παρουσιάζει μια Εκκλησία γενικά μισητή για τα «ἀνάρμοστὰ» της έργα, ενώ αναγνωρίζει ότι μόνον εκείνος ή ο στενός του διανοουμενίστικος κύκλος τη θεωρεί ως τέτοια, αντιπαθώντας την. Σε αυτό τον αντιγράφουν στην απαρχή του 21ου αιώνα οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές.

α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν...», σελ. 123

β. «Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139

 

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

 

 

ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821;

 

Στην ανωτέρω ενότητα έγινε νύξη για την ευρύτητα του κινήματος του Διαφωτισμού εις την Ελλάδα. Εδώ θα παρατεθούν περισσότερα στοιχεία για την απάντηση εις την ερώτηση του τίτλου.

Ένας από τους πιο γνωστούς και κυριότερους μελετητές του σύγχρονου διαφωτισμού σημειώνει τα εξής για το «εύρος» του διαφωτιστικού κινήματος στην Ελλάδα και την απήχησή του στις ευρείες λαϊκές μάζες:

α. «Με την απόφασή τους να μεταφέρουν τις προσπάθειες τους από τις πρωτεύουσες του Διαφωτισμού στο μελλοντικό πεδίο της επανάστασής τους, πέτυχαν την ενότητα θεωρίας και πράξης που δεν κατορθώνουν πάντοτε οι επαναστάτες διανοούμενοι. Η οργανωτική τους βάση [Ρήγα Βελεστινλή και στενών του συνεργατών] ήταν βέβαια υποτυπώδης», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 315-316)

β. «Η επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με κορυφώσεις τους δύο εμφυλίους πολέμους στα 1823-1824. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι δυτικόφρονες διανοούμενοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία και, εξαιτίας των ιδεών τους, μειοψηφία όχι ιδιαίτερα δημοφιλή»., (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 467)

γ. «Οι νέες ιδέες και η φιλελεύθερη προδιάθεση περιοριζόταν ως επί το πλείστον μεταξύ των νέων εμπόρων και των διανοουμένων, που διατηρούσαν άμεσες ή έμμεσες επαφές με τη Δύση. Ο Διαφωτισμός έγινε δεκτός κατά κανόνα με καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα σε όλα σχεδόν τα άλλα κοινωνικά περιβάλλοντα στην Ελληνική Ανατολή [...] όχι μόνο απομονώθηκαν πολιτικά τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά στοιχεία, αλλά οι πλουσιότεροι έμποροι, οι οποίοι βαθμιαία απέκτησαν συμφέροντα στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, ένωσαν τις δυνάμεις τους με τα παλαιότερα ολιγαρχικά στοιχεία και μετέβαλαν τις φιλελεύθερες επιδιώξεις τους [...] οι διαφοροποιήσεις στη στάση και στη θέση ισχύος των εξευρωπαϊσμένων εμπορικών στοιχείων στην ελληνική κοινωνία στέρησαν τη διανόηση του Διαφωτισμού από τους φυσικούς της κοινωνικούς συμμάχους [...] Αυτό εξηγεί τη βαθμιαία διάβρωση και την τελική απώλεια των ισχνών ούτως ή άλλως κοινωνικών βάσεων του Διαφωτισμού, εξέλιξη που σφράγισε την πολιτική μοίρα του φιλελευθερισμού.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 506)

δ. «...οι διαφωτιστές δεν φαίνεται να είχαν συνειδητοποιήσει την εσωτερική αντίφαση μεταξύ της πνευματικής ανάπτυξης μεταξύ της πνευματικής ανάπτυξης και της αναιμικής κοινωνικής βάσης της θεωρητικής τους θέσης. Η εσωτερική αυτή αντινομία συνδεόταν με τη θέση των οπαδών του Διαφωτισμού στην ελληνική κοινωνία:  αποτελούσαν μια ισχνή μερίδα του πληθυσμού συγκεντρωμένη στις εμπορικές πόλεις των Βαλκανίων και της Δυτικής Μικράς Ασίας και στις κοινότητες της ελληνικής διασποράς, από δε τη φύση των πραγμάτων παρέμειναν γενικά απομονωμένοι από την κύρια μάζα μιας παραδοσιακής θρησκευτικά προσανατολισμένης και αναλφάβητης σε μέγιστο ποσοστό αγροτικής κοινωνίας. Απομονωμένοι κατά το πλείστον από το κύριο σώμα της κοινωνίας, την οποία ήθελαν να ποδηγετήσουν και να μεταρρυθμίσουν, οι οπαδοί του Διαφωτισμού είχαν επιπλέον να αναμετρηθούν με τους συντηρητικούς εκπροσώπους της συμβατικής ιδεολογίας. Οι συνακόλουθες διαμάχες διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στους κόλπους της λόγιας παιδείας και δεν ανατάραξαν τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 500)

ε. «Στην πραγματικότητα, η καθ’ αυτό αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει ελάχιστη έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε: Πρόκειται κυρίως για ανώνυμα κείμενα, όπως ο Λίβελλος -κάποτε και έμμετρα- ή Ελληνική Νομαρχία, κάποιες επιστολές και ορισμένα κείμενα του Κοραή - ο οποίος όμως σε πολλά άλλα κείμενα του, όπως είδαμε, υποστηρίζει ευθέως την Ορθοδοξία και τον παιδευτικό της ρόλο. Τα κείμενα των λογίων που υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα, αλλά η επιλεκτική χρήση των αντικληρικαλικών κειμένων από εκείνους τους σύγχρονους ιστορικούς και διανοουμένους που -καθόλου τυχαία- υποτιμούν την εθνική διάσταση των προβλημάτων του σύγχρονου ελληνισμού, έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη υπερτίμηση αυτών των κειμένων και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του "φωτισμοῦ τοῦ γένους"», (Πηγή: Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ. 102-103)

στ. «Ο Λόγιος Ερμής άρχισε να βγαίνει την 1η Ιανουαρίου του 1811, επέρασε ύστερα στα χέρια του Θεόκλητου Φαρμακίδη στα 1813, κατόπιν στον Δημήτριο Αλεξανδρίδη στα 1814, που εξέδιδε τότε ένα άλλο περιοδικό, τον Ελληνικό Τηλέγραφο, και τέλος στον Θεόκλητο Φαρμακίδη και στον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη· όταν ο Φαρμακίδης εσυνέχισε μόνος την έκδοση, ως το τέλος της, Μάιο του 1821. Φανερό από όλα αυτά ότι ο Λόγιος Ερμής επέρασε από ποικίλες δυσκολίες, των οποίων κύρια αφορμή ήταν η αχρηματία. Δύο φορές εσταμάτησε η έκδοσή του. Εβοηθούσαν, βέβαια, οι ολίγοι και φωτισμένοι (sic), όπως ο Αλέξανδρος Βασιλείου, ο φίλος του Κοραή, ή το Λύκειο Βουκουρεστίου· αλλά το κοινό δεν παρακολουθούσε: στα 1815 ο Αλεξανδρίδης γράφει ότι ο "Λόγιος Ἑρμῆς" είχε στο σύνολο καμιά δεκαριά συνδρομητές "ἔξω"· υποθέτω ότι εννοεί από το εξωτερικό. Στα 1819 έγινε προσπάθεια για να συσταθεί μια εταιρία χορηγών για την έκδοση του περιοδικού, αλλά δεν φαίνεται να ευοδώθηκε το σχέδιο τούτο. Έτσι όταν μιλούμε για την ακτινοβολία του Λόγιου Ερμή στα χρόνια εκείνα, πρέπει να νοούμε την έμμεση ακτινοβολία, εκείνη που εγινόταν μέσα από τους λογίους και τους δασκάλους όσοι παρακολουθούσαν την έκδοση του περιοδικού», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 378)

Μόνο έτσι κανείς, δηλαδή αντιλαμβανόμενος την περιθωριοποίηση και την μικρή ευρύτητα του ελληνικού διαφωτισμού, μπορεί να αντιληφθεί το παράπονο του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας»:  «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται.», σελ. 112

Υποτίθεται πως άνευ της «ἀμαθείας» ο λαός θα ακολουθούσε τις πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες του διαφωτισμού. Όμως, αν αυτή η μη συμμετοχή του λαού στο Διαφωτισμό ήταν «ἀμάθεια», τότε τι μπορεί να ήταν η αποστροφή ανώτερων λόγιων διαφωτιστών προς τις ακραίες ιδέες του Διαφωτισμού; δεν μεταστράφηκε αργότερα ο Ευγένιος Βούλγαρης έναντι αυτών σαν προσέγγιζαν την απόρριψη του Χριστιανικού Θεού;

Αυτός λοιπόν ο χαρακτηρισμός του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι μια πικρία, σαν αυτές που λόγιοι εκτόξευαν αναμεταξύ τους όταν δε συμφωνούσαν. Κι επειδή ο λαός δεν ακολουθούσε τους διαφωτιστές, κατά το βαθμό που οι διαφωτιστές θα επιθυμούσαν, αναγκαστικά επέσυραν τα σκώμματα επί των αντιπάλων των.

Ως γνωστό, υπάρχουν απόψεις νεοδιαφωτιστών, σύμφωνα με τις οποίες οι διδασκαλίες κι η αγάπη για την αρχαία Ελλάδα των ιδεολογικών τους προγόνων ήταν εκείνες που προκάλεσαν την επανάσταση του 1821 και έφεραν το αίσιο αποτέλεσμα· ειδάλλως, σύμφωνα μ’ αυτούς, η Ελλάς θα είχε παραμείνει υπόδουλη «υπακούοντας τις όποιες "αντεπαναστατικές" διδαχές των Εκκλησιαστικών κύκλων».

Πέρα όμως του ότι επαναστάσεις Ρωμιών Ελλήνων έναντι των Οθωμανών, έστω κι ανεπιτυχείς, υπήρξαν προ του Διαφωτισμού και προ του 1821, ειδάλλως θα πρέπει να υποθέσει κανείς ότι κανείς λαός δεν εξεγέρθηκε ποτέ στην ιστορία μέχρι να εμφανιστεί ο διαφωτισμός, υπάρχει κάτι ακόμη που εξασθενεί την ιδική τους επιχειρηματολογία. Κι αυτή δεν είναι παρά η ίδια η δική τους φαρέτρα βιβλιοστασίου η οποία συμπεριλαμβάνει την «Ελληνική Νομαρχία τοῦ Ανωνύμου του Έλληνος».

Σύμφωνα με την τελευταία, «αυτή» η επανάσταση των Ελλήνων, δηλαδή η αναμενόμενη του «1821», θα πετύχαινε μόνο και μόνο επειδή η αυτοκρατορία των Οθωμανών είχε γεράσει· κι αυτό το γήρας όπου υπάρχει, ως λέγει ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν αφήνει χώρο για καμία άλλη αιτία, ούτε διαφωτιστική επομένως:

«Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.

Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον, ὅταν εἶναι αὐτή.», σελ. 147

Έπειτα οι ίδιοι τότε Διαφωτιστές σύρθηκαν από τα γεγονότα της επανάστασης εκείνου του λαού που είχε χλευάσει για αμάθεια («Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ...»):

«Οι δημοκρατικοί ιδεολόγοι μπορούσαν να ελπίζουν ότι είχε επέλθει η ώρα για να μεταβληθεί ο Διαφωτισμός σε κοινωνική πράξη. Μολονότι δεν είχαν αρχίσει οι ίδιοι τον αγώνα της ανεξαρτησίας, είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 457)

Ας μη ξεχνά ο αναγνώστης την δυνητικά «επόμενη» ή «ακόλουθη», μέσα σε εισαγωγικά, επανάσταση των ελλήνων η οποία θα πετύχαινε σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα». Εκεί υπάρχει ακόμη ένα ιστορικό ψεύδος και μια διαστρέβλωση εκ μέρους των διαφωτιστών και των νεοπαγανιστών το οποίο καταφέρνει και ξεγελά αρκετούς σύγχρονους μελετητές.

Ως ελέχθη, το ελληνικό έθνος παρουσίασε επαναστατικά κινήματα προ του 1821 και προ Διαφωτισμού τα οποία απέτυχαν. Ακόμη και μετά από προσπάθειες του ελληνικού Διαφωτισμού, εμφανίστηκαν ελληνικές εξεγέρσεις οι οποίες απέτυχαν ομοίως· για παράδειγμα η «Ελληνική Νομαρχία» τυπώθηκε στην Ιταλία το 1806· η εξέγερση του Ιερού Λόχου απέτυχε το 1821· μα κι αυτό το «έπος» του «1821» δεν είναι παρά μια σύμβαση ημερομηνίας. Η «Μεγάλη Ιδέα» διατηρήθηκε μέχρι και την καταστροφή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία το 1922 και τον διωγμό των εκεί Ελλήνων· δηλαδή έναν αιώνα αργότερα.

 Οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές θα χρεώσουν στο Διαφωτισμό την επιτυχημένη επανάσταση του 1821 ενώ θα επιρρίψουν τις αποτυχημένες επαναστάσεις στους προ Διαφωτισμού, ή θα τις εξαφανίσουν ιστορικά. Παράλληλα, ουδέποτε θα χρεώσουν στις ιδέες του Διαφωτισμού, την καταστροφή του ελληνισμού που κορυφώθηκε στη Σμύρνη, αν και δε λείπουν επιτυχημένες επαναστάσεις τις οποίες οι διαφωτιστές μνημονεύουν π.χ. στη Σερβία  του Καραγιώργη

Ακόμη χειρότερα, για τους νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, που όλες τις επαναστατικές επιτυχίες του ελληνισμού επιθυμούν να τις χρεώνουν στο Διαφωτισμό και στο πνεύμα του, ο «Άνώνυμος Ἕλλην» υπαινίσσεται ότι τα ήθη των Ελλήνων κι η [Χριστιανική], θρησκεία είναι εκείνα τα στοιχεία που θα φέρουν την πολυπόθητη ελευθερία των πρώτων:

«Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα [τρίτη] αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσίς των. [...] Τέλος πάντων φιλόθρησκοι καὶ εἰς τὸ ἄκρον ἐναντίοι τῶν ὀθωμανῶν. [...] Ἡ διοίκησις, ἡ θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω, τῶν περιστάσεων.», σσ. 147-155

Τέλος, ο «Ανώνυμος Έλλην» διαπιστώνει αυτό που δε θέλουν επ’ ουδενί λόγο να παραδεχθούν οι αντίπαλοι του Χριστιανισμού παγανιστές εθνικιστές. Ότι ο Χριστιανισμός διέσωσε το ελληνικό στοιχείο:

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της...», σελ. 156

«Τὰ ἤθη, λοιπόν, καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν Ἑλλήνων προδεικνύει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς των.», σελ. 157

 

 

 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» 2011

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΓΙΑ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ & ΝΕΟ-ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ

 

Ίσως αρκετοί αναγνώστες, μελετώντας την «Ελληνική Νομαρχία», να πείσθηκαν πως το όνειρο του «Ανωνύμου του Έλληνος» μετά την επανάσταση του 1821 επιτεύχθηκε κι ο λαός της Ελλάδος, αλλά και του κόσμου όλου, έπαψε να είναι εκείνος «δοῦλος», που φαντάστηκε ο συγγραφέας της.

Συνέπεια του συμπερασμού αυτού θα ήτο πως οι ψόγοι του «Ανωνύμου του Έλληνος» δε θα έπρεπε πλέον να υφίστανται κατά των Ελλήνων, εφόσον η επανάσταση έφερε την πολυπόθητη «ἐλευθερίαν» και το «ἱερατεῖο» έπαψε να είναι «υπεύθυνο» για τα δεινά της Ελλάδος, δηλαδή για την κατοχή της από τους Ρωμαίους (!) και τους Τούρκους (!), σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα.

Η αλήθεια ίσως να ήταν διαφορετική σήμερα, αν ζούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» στη σύγχρονη Ελλάδα· μάλλον θα συνέχιζε καθυβρίζοντας τους πάντες, ακόμη και τους νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές αυλοκόλακές του, που θαρρούν πως στόχος του «Ανωνύμου του Έλληνος» ήταν οι «Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς», προς τούτο όσα αντι-ορθόδοξα «θυμοῦνται χαίρονται».

Αντίθετα, αυτός θα συνέχιζε την καθύβριση, καθόσον ο άνθρωπος εν γένει, δεν κατάφερε να ευτυχήσει εις την «Νομαρχίαν», μήτε μετά την επανάσταση του 1821. Θα πρέπει εδώ δε, να ενθυμηθεί ο αναγνώστης πως ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» υποστήριζε  το πολίτευμα της «Νομαρχίας» επειδή:

1. «Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία. Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.», σελ. 16

2. «Καὶ ἰδού, πάραυθα, ὁ στρατιώτης νὰ γίνηται ἥρως, ὁ πολίτης νὰ κερδίζῃ τὴν ζωοτροφίαν του, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν, καὶ ὁ πλούσιος νὰ μὴν στοχάζεται πλέον τὰ πλούτη του ὡς ἀρετοδοχεῖον, ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες νὰ εὑρίσκωσι τὴν εὐχαρίστησίν των χωρὶς τὸν παραμικρὸν κόπον, καὶ νὰ εὐτυχῶσι.

Διότι, εἶναι φανερόν, ὁποὺ ὅταν ὁ ἀδύνατος δὲν βλάπτεται ἀπὸ τὸν δυνατόν, δὲν τὸν θλίβει ἡ ἀδυναμία του, ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των, καὶ οὕτως ὅλοι εὑρίσκονται εὐχαριστημένοι, συνζῶσι ὅμοιοι, καὶ ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν νόμων των.

Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων.» σελ. 19

3. «Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων.», σελ. 24.

Πολλά χρόνια πέρασαν μετά την επανάσταση του 1821 και την απομάκρυνση των Τούρκων από τον ελλαδικό χώρο. Όμως αν έκρινε ο έλληνας πολίτης από το σημερινό κόσμο, αλλά κι υπό την εις «κρίσην» διατελούσα Ελλάδα του 2011, θα έβλεπε ότι μήτε όλοι υπακούουν εις τους νόμους, μήτε ο πολίτης κερδίζει με το αζημίωτο για τον αδελφόν του, μήτε ο πτωχός είναι ευτυχισμένος με τη στέρησή του, μήτε ο κάθε πολίτης βρίσκει το καλό του εις το καλό των υπολοίπων.

Με άλλα λόγια η «Ελληνική Νομαρχία», αλλά κι οποιαδήποτε άλλη «Νομαρχία», «Τυραννία» ή «Ἀναρχία» δεν πρόκειται να επιφέρει εκείνο το επιθυμητό αποτέλεσμα που ονειρεύεται ο κάθε δίκαιος άνθρωπος, όπως «ονειρεύτηκε» κι ο «Ανώνυμος Έλλην», όσο δε συμβαίνει  αυτό που σημειώνει ο τελευταίος:

«Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι», σελ. 19

Ο δρόμος της εσωτερικής αλλαγής, («Ἡ δὲ δευτέρα [ἀνομοιότης τῶν ἀνθρώπων] εἶναι ἡ ἀνατροφή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν σοφίαν, ἤτοι τὰ καλὰ ἤθη. Ὅθεν, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ ἤθη.», σελ. 18),  παρά της εξωτερικής των νόμων, είναι ο δρόμος του Ευαγγελισμού της καρδιάς του ανθρώπου.

Εν έτη 2011 άπασα η Ελλάς μαστίζεται από την πολιτική και κοινωνική διαφθορά. Αρκετοί πολιτικοί κλέβουν (τους συνανθρώπους τους) και μεγάλο μέρος του λαού φοροδιαφεύγει (κλέβει τους συνανθρώπους του):

«Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62

Είναι δε αξιοσημείωτο το ότι όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» καθυβρίζει την ιερά Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, της ποιεί ηθική σύγκριση με τους Αποστόλους και δηλαδή με τους μαθητές του Ιησού Χριστού, στην ουσία με τον «Τελευταίο», διότι χωρίς Ιησού Χριστό οι Απόστολοι δε θα μπορούσαν να είναι τίποτα περισσότερο από κοινοί άνθρωποι:

«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τί ὁμοιάζεις, ἤθελα νὰ ἠξεύρω ἀπὸ ἐσὲ τώρα ὁποὺ σὲ ἐρωτῶ, εἰς τί, λέγω, ὁμοιάζεις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἴσως εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν, ὁποὺ ἐκεῖνοι ἐκήρυττον; Ἀλλ᾿ ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς. Ἴσως εἰς τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον μεγάλον ξεφάντωμα δὲν εὑρίσκεται μέρος ἀπὸ τοὺς συγκλήτους σου, καὶ ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λατρεύει δύο καὶ τρεῖς ἀρχοντίσσας μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν καὶ σχεδὸν φανερά;

Μήπως τοὺς ὁμοιάζεις κἂν εἰς τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει τὴν ἄκραν ἀνευλάβειάν σου καὶ ποῖος δὲν ἠξεύρει πόσον γελοιωδῶς καὶ χλευαστικῶς ἐκτελεῖς τὰς ἱερουργίας; Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Εἰς τὴν φιλανθρωπότητα; Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς. Ἡ λύσσα σου διὰ τὰ χρήματα εἶναι ἀπερίγραπτος. Τοὺς ὁμοιάζεις ἴσως εἰς τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει πόσον προσπαθεῖ ὁ ἕνας νὰ βλάψῃ τὸν ἄλλον. Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Βέβαια εἰς οὐδέν. Ὢ τῆς δυστυχίας σας, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ μωροί. Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, διὰ νὰ σᾶς φωτίσῃ, ἐπειδὴ ἐσεῖς οὔτε κἂν στοχάζεσθε νὰ ἀνοίξητε ποτὲ ἓν βιβλίον, διὰ νὰ λαμπρύνητε τὸν ἐσκοτισμένον σας νοῦν.», σσ.100-101

Αν σήμερα ζούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» όχι μόνο θα καθύβριζε σε μια «Νέαν Νομαρχίαν», τους έλληνες νεοπαγανιστές και τους νεο-διαφωτιστές ως αντίχριστους, αν πράγματι ήταν ολίγον Χριστιανός κι όχι κάποιος πολιτικός ρήτωρ υποκριτής, αλλά θα καθύβριζε όλον τον κόσμο συμπεριλαμβάνοντας και  τους σύγχρονους Έλληνες, διότι ακόμη δεν έχουν επιτύχει να ζήσουν την «Νομαρχίαν» που εκείνος «ονειρευόταν».

Είναι πραγματικά υπερφίαλο το ότι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές θεωρούν το έργο του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» κάποιο κτήμα της δικής τους φαρέτρας επιχειρημάτων, κι ένα θέμα που ίσως έχει κλείσει μετά το 1821, εφόσον το «ἐθνικὸν ὄνειρον» τάχατες επιτεύχθηκε. Το ζήτημα όμως που τον απασχολούσε κυρίως δεν ήταν το «ἐθνικὸν ὄνειρον», αλλά το «πολιτικὸν ὄνειρον» της δικαιοσύνης, το οποίο δεν έχει επιτευχθεί, ούτε πρόκειται...

Ο ηθικός έλεγχος ήταν κάτι που οι διαφωτιστές συνήθιζαν να ποιούν έναντι όλων των συμπολιτών τους, παραμένοντας οι ίδιοι κατά παράδοξο τρόπο εκτός αυτού του ελέγχου ωσάν ούτοι να είναι οι κατ’ εξοχήν «ἀναμάρτητοι»· εις την ουσία όμως ποιούσαν πολιτικό έλεγχο παρά ηθικό εκ της θρησκείας πηγαζόμενο· έτσι εξηγείται η δική τους «ἀναμάρτησία», αλλά και το ότι ο ηθικός τους έλεγχος περιστρέφονταν αποκλειστικά προς τους πολιτικούς τους αντιπάλους, παρά κάποιους θρησκευτικούς:

«Ο Μοισιόδαξ δεν είχε αμφιβολία ότι ο εναλλακτικός προσδιορισμός των ανθρώπινων σχέσεων, που εμπεριείχε η δυναμική των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες επιδίωκε, ήταν απαράδεκτος και απειλητικός για μια κοινωνία η οποία, όπως πολύ καλά ο ίδιος γνώριζε, ήταν παραδομένη στη ματαιοδοξία, την απληστία και τη διαφθορά. Τέτοια ήταν η κοινωνία της φαναριώτικης αριστοκρατίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών, που ο Μοισιόδαξ είχε προσπαθήσει να προσηλυτίσει στην υπόθεση του Διαφωτισμού. Οι κυριότερες φροντίδες των ανθρώπων αυτών ήταν το επιδεικτικό ντύσιμο, η πολυτέλεια και τα τυχερά παιχνίδια, η ιπποφοβία και το κυνήγι. Ανέχονταν στο περιβάλλον τους κάθε είδους κόλακες, παράσιτα και άλλα ευτελή άτομα. Οι κόλακες, τα "κόμματα των κακοβίων" κατά τον Μοισιόδακα, ευδοκιμούσαν καλλιεργώντας τη ματαιοδοξία, την κενότητα και την αμάθεια, και υποθάλποντας ιδίως τις προκαταλήψεις κατά της παιδείας -η οποία φυσικά θα μπορούσε να ανοίξει τα μάτια των κυρίων τους, έτσι ώστε να αντιληφθούν τη διαφθορά τους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 240)

Το πολιτικό ρητό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ότι «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.» [σελ. 22],  δεικνύει κι εις τον πιο αφελή της κοινωνίας ποιό ήταν το νόημα της εργασίας του περί «πολιτικῆς δουλείας» και τι έχει επιτευχθεί παγκοσμίως περί «Ἐλευθέρας Νομαρχίας».

Σήμερα δε, που το «Ὁρθόδοξο ἱερατεῖον» πλέον έπαψε να «κινεί τα νήματα», που φαντάστηκε αυτός κι επιθύμησε να φανταστεί κι ο νεοπαγανισμός, ως δημόσιος μάρτυς κατηγορίας, τον λίθο του αναθέματος κρατούν στα χέρια τους οι πολιτικοί κι η ίδια η κοινωνία.

Ο διαφωτισμός πολέμησε την ελπίδα της Άνω Ιερουσαλήμ και την αντικατέστησε με τα κοσμοείδωλα της επίγειας Ρώμης - Αθήνας  και Σπάρτης. Εκείνο που δεν αποδείχθηκε ακόμη είναι πως η Ρώμη, η Αθήνα κι η Σπάρτη, ως πραγματικές υποτίθεται πολιτείες, μπορούν να φτάσουν την ευτυχία που προσφέρει η καταφυγή εις την ιδεατή, για την ώρα, Άνω Ιερουσαλήμ.

Από το 1800 κι από «ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ» μέχρι σήμερα, τί πράγματι άλλαξε στο πολιτικό ήθος των κοινωνιών, ώστε αυτές να φαντάζεται κανείς ότι όντως βαίνουν καλλίτερες;

«Εἶναι ἡ πατρὶς ὁποὺ φωνάζει εἰς τέτοιον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ὁποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται. [...] Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν γνωρίζει καλότατα εἰς τίνων χεῖρας εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία τῆς κάθε πόλεως κατὰ μέρος εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σήμερον; Ὅποιος ἔχει περισσότερα χρήματα ἢ περισσότερα μέσα [...], ἐκεῖνος οἰκονομεῖ καὶ διοικεῖ τοὺς λοιπούς. Ἀλλ᾿ οἱ τοιοῦτοι εἶναι τόσον βάρβαροι καὶ ἀνάξιοι, ὁποὺ μόλις ἠξεύρουν νὰ ζήσουν αὐτοί, ὄχι δὲ νὰ εὐτυχίσουν τὴν ζωὴν τῶν λοιπῶν.», σελ. 137

Προφανώς, όσο οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εκ των έσω, αυτό που θα αλλάζει, είναι μόνον οι λέξεις των νόμων και των βιβλίων εκ των έξω...

 

 

 

 

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ;

 

Χριστιανός ή Ψεύτης;

 

Επειδή την «Ελληνική Νομαρχία» διαδίδουν τόσο πολιτικές δυνάμεις, όσο και θρησκευτικές, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι ευθύς αμέσως· εφόσον ο συγγραφέας της, ποιεί σκληρότατο ηθικό έλεγχο εις τους Ορθόδοξους κληρικούς, παραδίδοντας και διδασκαλίες διαφωτιστών, ως «ὁμόθρησκὸς» τους, θα πρέπει να ισχύει ένα εκ των δύο τινών:

α) είτε ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν Χριστιανός, ως δήλωνε, έστω κι αν είχε παρασυρθεί από διαφωτιστικές διδασκαλίες.

β) είτε ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν ένας υποκριτής περί Χριστιανισμού, κι άρα ένας πολιτικός ψεύτης.

Αν ισχύει το α) τότε οι εχθρικοί προς την Εκκλησία κύκλοι που προωθούν την  «Ελληνική Νομαρχία» χάριν «λογιοσύνης», πίπτουν εις τους ιδίους ηθικούς ελέγχους τους οποίους διάγει ο συγγραφέας της προς τους κληρικούς χειριζόμενος το ευαγγέλιο· συνεπώς δεν έχουν τίποτα άλλο να κερδίσουν παρά την δική τους ηθική και θρησκευτική αυτοαναίρεση.  

Αν αντιθέτως ισχύει το β) τότε αυτό φανερώνει καθαρά και ξάστερα τους ψευδείς, υποκριτικούς και «πρακτορικοὺς» ιδεολογικούς χώρους, που οι εχθροί της εκκλησίας μεταχειρίζονται για να την προσβάλλουν.

Επειδή η στελέχωση του α) γίνεται «φανερά» μέσα από τα ίδια τα λόγια της «Ελληνικής Νομαρχίας» (:«οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86), δεν θα χρειαστεί να γίνει εδώ μια περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της ενδείξεως.

Πρέπει όμως να αναπτυχθούν εκείνες οι ενδείξεις που στελεχώνουν το «πρακτορικὸν» (διπλοπρόσωπο) του συγγραφέα, «Ανωνύμου του Έλληνος», τον οποίο η «λογιοσύνη» χαρακτηρίζει «πατριώτην», προφανώς παραδιδόμενη στις δικές του μαρτυρίες:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.»,  σελ. 100

Η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές πως «ὅ,τι λάμπει δὲν εἶναι χρυσὸς»· ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως υποχρεώνεται σε «θυσίες» επειδή τον «βιάζουσι ...ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος». Έχει αποδειχθεί όμως με περίσσεια, μέσα από τις δικές του απάτες, πως «ἡ ἀλήθεια» δεν είναι με το μέρος του. Δεδομένου λοιπόν ότι το ψεύδος έχει στελεχωθεί επαρκώς εις την δική του όχθη, εκείνο που μένει να ερευνηθεί είναι εάν το ψεύδος αυτό επηρεάζει και το έτερο ήμισυ της δήλωσής του, «τὸ πατριωτικὸν χρέος» του, το οποίο θα εξεταστεί κάτω από τη σημερινή έννοια του ελληνικού εθνικού κράτους, μέσα από το οποίο έχουν γεννηθεί οι διάφοροι υποστηρικτές των θεωριών του.

 

 

Τα πολιτικά παραδείγματα

 

Ο εν λόγω συγγραφέας, δεν μοιάζει να αντιλαμβάνεται τον αγώνα των «Ἑλλήνων» ως έχοντα κάποιο «αὐστηρὸν πατριωτικὸν» χαρακτήρα, ως εκείνου που του αποδίδουν οι σημερινοί πολέμιοι του Χριστιανισμού, οι οποίοι ζώντες πλέον σε ενωμένο ελληνικό κράτος, επιτίθενται εις την «ἀντιπατριωτικὴν προδοσίαν» της Εκκλησίας·  έτσι, παρότι η «Ἕλληνικὴ Νομαρχία» θα θυμίσει με τις γραμμές της στον αναγνώστη τους ελληνοπερσικούς εθνικούς αγώνες, εκεί που λίγοι πολέμησαν τους πολλούς, συγκεκριμένα τις Θερμοπύλες, θα διδάξει επίσης την εξέγερση, δια της χρήσεως και πολιτικών παραδειγμάτων.

Ακολουθώντας δηλαδή τον πολιτικό παραδειγματισμό, παρά τον εθνικό, η ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος», συγκρίνει ένα ξένο κατακτητή, σαν τους Οθωμανούς, με τους Τριάκοντα Τύραννους της αρχαίας Αθήνας, και την επανάσταση των Ρωμιών με την εξέγερση του Θρασυβούλου κατά αυτών, ωσάν οι Τούρκοι κι οι Ρωμιοί να άνηκαν εις το ίδιο έθνος, όπως ανήκαν οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι:

«Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως ἠκολούθησεν [..] Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου [...] Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης, ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν, καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος, τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας, βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.», σσ. 70-71

Ποια σχέση αλήθεια μπορεί να έχει μια υπερεθνική αυτοκρατορία με χιλιάδες στρατό και με μεγάλη οικονομική ευρωστία (Οθωμανικό κράτος), με τους 30 τυράννους που υποστηρίζονταν από δράκες συμπαθούντων μια και μόνης ολιγοπληθούς αρχαίας ελληνικής πόλεως (Αθήνας) με τη Σπάρτη ουσιαστικά να απουσιάζει;

Από ανάλογου είδους παραδείγματα φαίνεται η πολιτική χροιά του δοκιμίου «Ελληνική Νομαρχία» κι η «πατριωσύνη» του, η οποία αναγόμενη στα πλαίσια της τότε εποχής, δεν φαντάζει διόλου περισσότερο «φυσικὴ» (σημερινή) από ορισμένες άλλες φιλο-οθωμανικές της εποχής εκείνης.

Ανάλογα, μήπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς σήμερα έναν παρόμοιο «πατριώτην», ο οποίος εκδίδοντας «πονημάτιον» υπέρ της απελευθέρωσης της κατεχόμενης Κύπρου από τους «τυραννικούς» Τούρκους, θα παραδειγμάτιζε τους αναγνώστες του από την «επανάσταση» του ελληνικού λαού ενάντια εις τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά ή από οποιαδήποτε άλλη εμφύλια εσωτερική σύρραξη πολιτικού χαρακτήρα, ως λ.χ. εκείνος του 46-49 μεταξύ «κομμουνιστών» κι «εθνικοφρόνων»;

Είναι σίγουρο πως ένας τέτοιος παραδειγματισμός θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα. Θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα, διότι η πολιτική διοίκηση, παρά η εθνική διοίκηση, δηλαδή το πως θα κυβερνάται ο Ρωμιός της εποχής, παρά από ποιον θα κυβερνάται ο Ρωμιός της εποχής εκείνης, είναι ο κύριος προβληματισμός του «Ανωνύμου του Έλληνος»·  αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τους ίδιους τους συλλογισμούς του συγγραφέα, εις τις πρώτες κιόλας σελίδες του «πονηματίου» του:

«Δι᾿ οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς, ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην, καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.», σελ.7

Ας μην διαφεύγει κανενός λοιπόν, πως ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν παρατηρεί το «πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς» των άλλων εθνών, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκικής, αλλά παρατηρεί το «πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς»...

 

Καλύτερα την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν ἤ τὴν Ἐλληνικὴν Περικεφαλαίαν...» !

 

Ο συγγραφέας απασχολείται να αποδείξει ότι το πρόβλημα των ελλήνων σε όλα τα χρόνια της υπό ξένων κατοχής τους, αφορά το είδος της διοίκησης, παρά τον διοικητή, δηλαδή το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η «Νομαρχικὴ Διοίκησις» παρά ο «Ἕλληνας κυβερνήτης», ή ο έλληνας «νομοδότης»,  για να χρησιμοποιηθεί το λεξιλόγιο του συγγραφέα.

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Αυτός, δηλαδή ο «Ανώνυμος Έλλην», δείχνει να είναι ευτυχισμένος, ή αν θα μπορούσε να πει κανείς, θεωρεί τους έλληνες τυχερούς, που δεν υπόκειντο σε «Μοναρχικὴν» διοίκηση ελλήνων κυβερνητών, όπως υπόκειντο λ.χ. οι Βυζαντινοί για αιώνες, αλλά αντιθέτως παρέμειναν υπό της Οθωμανικής διοικήσεως:

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.», σελ. 156

Η «ευτυχία» του αυτή αποδεικνύεται από τις προσπάθειές του να αποδείξει, πως η ελευθέρωση της Ελλάδος καθίσταται εύκολη εφόσον εξαρτάται από τα ήθη εκείνα, τα οποία «δυστυχώς» ίσως θα διέφθειρε κάποιος «μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους» και που δεν μπόρεσε να διαφθείρει ο Οθωμανός:

α. «Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα [τρίτη] αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσίς των», σελ. 147

β. «Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, πόσον εὐκόλως ξαναλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν της μία πολιτεία, ὅταν τὴν χάσῃ ἀπὸ ἁρπαγὴν κανενὸς τυράννου, καὶ ὅταν φυλάττῃ σῶα τὰ ἤθη της.», σελ. 71

Αυτή η συλλογιστική ξεπερνά σε «ἐθνικιστικὴν ἐντροπὴν» την απόφαση των Βυζαντινών να προτιμήσουν την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν» ώστε να περισώσουν την πίστη τους, εφόσον ο «πατριώτης», όπως τον χαρακτηρίζουν με απόλυτο τρόπο οι έλληνες Ακαδημαϊκοί, προτάσσει την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Ἑλληνικὴν Περικεφαλαίαν...» (!) για να σώσει τη μορφή του Πολιτεύματος..

Αυτός ο συμπερασμός, θα πρέπει να σημειωθεί «μετὰ πάσης βαρύτητος» έναντι όλων εκείνων που «μιαίονται» από τις αποφάσεις των Βυζαντινών Ενωτικών και «ἀγαλιάζονται» υπό του πολιτικού πράκτορος «Ανωνύμου του Έλληνος». Αυτός, ο «πατριώτης», όχι για κάποιο ατέλειωτο Παράδεισο, αλλά για μια επίγεια προχειρότητα, η οποία διαρκεί πολύ λίγο, προτιμά τους ξένους διοικητές παρά τους έλληνες, ενώ η ρηθείσα πολύ μικρή χρονική διάσταση της «πολιτικῆς Νομαρχιακῆς εὐδαιμονίας», δεν έχει να κάνει τόσο με την ολιγόχρονη βιολογική ζωή των ανθρώπων, όσο με τα φανταστικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στις βασιλείες και στις Νομαρχίες από τον ίδιον:

«Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν, ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός, ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿ ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων, βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός.» ,σελ. 61

Η παρομοίωση δε των «Βασιλείων» με «χαλάσματα» είναι μια από τις πιο κουτοπόνηρες ερμηνείες, διαφωτιστών ή μη αδιάφορο, ενάντια στην υπερ-χιλιόχρονη «Βασιλεία τῶν Ρωμαίων» του Βυζαντίου, που το μόνο που επιθυμεί να πράξει είναι να υπεραπλουστεύσει μια σειρά από ιστορικούς παράγοντες, οι οποίοι διατήρησαν σε ζωή το πιο πολύχρονο χριστιανικό κράτος της Ευρώπης, ανάμεσα σε δεκάδες εχθρούς· ως εκ τούτου επιθυμεί να το μειώσει πλαγίως με προχειρότατες «ξυλοσοφίες» και «κακοσοφίες» που γεννήθηκαν στη Δύση.

 

 

Με Διαφωτισμό και την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν» & τα Ήθη ... της Πολιτικής

 

Όταν ο Charles  Diehl θα περιγράψει τη συμπεριφορά ορισμένων της τάξης των εμπόρων, εκείνων που χρηματοδότησαν τον Διαφωτισμό, θα εξιστορήσει για το τέλος του Βυζαντίου:

α. «ὁ τραχὺς τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ Βενετοὶ ἔμποροι συμπεριεφέροντο πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ταχέως ἤρχισε νὰ ἀνησυχῇ αὐτούς», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 175)

β. «Ἡ Βενετικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ τραχύτης, μεθ’ ἧς συμπεριεφέροντο ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐξηρέθιζον τοὺς Ἕλληνας», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 175)

γ. Στον οικονομικό και στρατιωτικό μαρασμό θα τονίσει πως με τους «στόλους τῶν Ἰταλικῶν Δημοκρατιῶν», «τὰ τελωνεῖα, ἀπὸ τῶν χρόνων καθ’ οὕς τὸ ἐμπόριον τῆς αὐτοκρατορίας περιῆλθεν εἰς χείρας τῶν Βενετῶν καὶ τῶν Γενουηνσίων, καθ’ ἑκάστην παρουσίαζον σημαντικὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σσ. 226-227)

δ. «αἳ ἐφήμεροι ὅμως αὐταὶ ἐπιτυχίαι [τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ΄] οὐδόλως εἶχον ἐλαττώση τὴν ἰταμότητα οὐδὲ τὴν ἄπληστον κερδοσκοπίαν τῶν ξένων ἐμπόρων. Οἱ Βενετοί, κύριοί του Αἰγαίου καὶ πολὺ ταχέως διεισδύσαντες εἰς τὴν Κων/πολιν καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, δὲν ἤσαν ὀλιγώτερον ἐπίφοβοι. Αἵ δύο δημοκρατίαι [Γένοβα - Βενετία] συμπεριεφέρεντο πρὸς τὴν αὐτοκρατορίαν, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κατακτηθείσας χώρας, περιφρονοῦντες τοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορας καὶ ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτοὺς τὴν θέλησιν αὐτῶν διὰ τῆς βίας, προκαλοῦντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ ταραχὰς καὶ φόνους, εἰσχωροῦντες διὰ τοῦ στόλου αὐτῶν μέχρι τοῦ Κερατείου κόλπου, γινόμενοι αἴτιοι ἐπαναστάσεων ἐντός της πρωτευούσης (1375), ἀναγκάζοντες διὰ τῶν ἀπειλῶν αὐτῶν νὰ παραχωρῶσιν εἰς αὐτοὺς ἐδάφη καὶ προνόμια, ἱδρύοντες -ὡς ἔπραξαν οἱ Γενουήνσιοι τῷ 1348 ναυτικὸν σταθμὸν εἰς τὸν Βόσπορον, λαφυραγωγοῦντες τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ προσβάλλοντες καὶ αὐτὴν τὴν Κων/πολη- ὡς ἔπραξαν, οἱ μὲν Βενετοὶ τῷ 1305, οἱ δὲ Γενουήνσιοι τῷ 1348...», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 234)

ε. «Ἡ Γένουα ἐδημιούργει εἰς τὴν ἀνακτηθεῖσαν Χίον (1347) ἰσχυρᾶν ἐμπορικὴν ἑταιρείαν ὑπὸ τὸ ὄνομα "Μαόνα" [ἐταιρία ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κυριευσάντων τὴν νῆσον ναυκλήρων, εἰς τοὺς ὁποίους περιήρχοντο αἳ πρόσοδοι αἳ ἐκ τῶν φόρων τῶν ἐπιβληθέντων εἰς τοὺς Χίους καὶ αἳ ἐκ τῶν μαστιχοδένδρων τῆς νήσου]. Οἱ Λατῖνοι, κατὰ τὸ λέγειν Βυζαντινοῦ ἱστοριογράφου, "εἶχον καταλάβη πάντα τὸν πλοῦτον τῶν Βυζαντίνων καὶ πάντα σχεδὸν τὰ εἰσοδήματα τῆς θαλάσσης" ἐπισπεύδοντες οὕτω τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον τῆς αὐτοκρατορίας», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 235).

Έτσι, είναι γνωστό πως πολλοί Ορθόδοξοι από την εποχή του Βυζαντίου είχαν αποκομίσει πολύ άσχημη εντύπωση για την πολιτική των Λατίνων στη Δύση. Αυτό συνεχίσθηκε κι αργότερα βάση των αποκομισθέντων εμπειριών, εξ σταυροφόρων (1204), εξ «ευγενών» ή εξ «εμπόρων»:

στ. «Ο Κυπριανός προσπάθησε να εμψυχώσει τους συγχρόνους του [Κυπρίους] για να αντέξουν τις αντιξοότητες της δουλείας, επισημαίνοντας ότι το παρελθόν υπήρξε ακόμη σκληρότερο από το παρόν. Υπό την εξουσία Χριστιανών κυρίων, όπως οι Φράγκοι ευγενείς και η βενετική εμπορική ολιγαρχία, η εκμετάλλευση, η καταπίεση και τα δεινά υπήρξαν χειρότερα από ότι υπό την εξουσία των Τούρκων. [Κυπριανός ο Κουριοκουρίνεος, Ιστορία Χρονολογική της Νήσου, Κύπρου - +Αντώνιος Κατήφορος, Γραμματική Ελληνική ακριβεστάτη, Βενετία 1734, αφιερωτική επιστολή.]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 121)

Άλλωστε για αυτήν την προτίμηση Οθωμανών έναντι των Δυτικών, κάποιοι Ορθόδοξοι λοιδορούνται από τους «προοδευτικοὺς», οι οποίοι δεν φαίνονται να χωλαίνουν για εκείνη την πολιτική χροιά της σκέψεως του «Ανωνύμου του Έλληνος», δηλαδή εκείνη της προτιμήσεως της «Τουρκικῆς τιάρας παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Περικεφαλαίας...» (!):

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη [....] ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.», σελ. 156

Αυτή η «φθορά» που συνέβη στα ήθη και στην «πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα», για την οποία ομιλεί ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», τίποτε άλλο δεν είναι παρά η πολιτική πεποίθηση. Η αλλαγή της πολιτικής πεποίθησης είχε «μετατρέψει» τους έλληνες σε «αλλοεθνείς», όπως ανάλογα τύγχαναν στη σκέψη του συγγραφέως «αλλοεθνείς» ο Φίλιππος κι ο υιός του Μέγας Αλέξανδρος:

«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία[...] ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους...», σελ. 16-17

Όπου, όπως ελέχθη, πρόγονοι δε θα μπορούσαν να είναι οι Φίλιππος, Αλέξανδρος, άλλοι βασιλείς ή μονάρχες των παλαιών Ελλήνων και των Βυζαντινών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δηλαδή, οι έχοντες διαφορετική πολιτική άποψη από τον «πατριώτην Ἀνώνυμο Ἕλληνα», καίτοι Έλληνες, δε φαίνονται να γίνονται αντιληπτοί ως  «γλυκύτατοι ... ὁμογενεῖς», (σελ.86)

Η δε δουλεία, δεν είναι η υποταγή σε κάποιον ξένον, «αλλογενή» κατακτητή, αλλά η υποταγή σε κάποιο βασιλέα, αυτοκράτορα ή κυβερνήτη, σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια που λοιδορούσε ο Α. Κοραής. Έτσι ο  συγγραφέας θεωρεί πως κάποιο «ἑτερογενὲς βασίλειον», διαφορετικό από τους Οθωμανούς, δε θα ωφελούσε τους έλληνες, επειδή το πολιτικό καθεστώς δε θα άλλαζε, κι όχι γιατί εκείνο θα ήτο «ἑτερογενὲς»:

«Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, πρέπει νὰ πέσῃ ἐξ ἀποφάσεως, ἢ οὕτως ἢ οὕτως. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὸ γένος μας, ἂν κυριευθῇ ἀπὸ ἑτερογενὲς βασίλειον. Τότε οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν μείνει πλέον Ἕλληνες, ἀλλὰ κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον θέλουν διαφθαρῆ τὰ ἤθη των, καὶ θέλομεν μείνει πάλιν δοῦλοι, καὶ δοῦλοι ἴσως, πάλιν, ἀλευθέρωτοι διὰ πολλοὺς αἰῶνας.», σελ. 161

Ποια θα ήταν όμως η θέση του συγγραφέα αν «τὸ γένος» των Ελλήνων δεν κυριεύονταν από «ἑτερογενὲς βασίλειον» αλλά από «ἑτερογενὴν Νομαρχίαν»;

Ο «Ανώνυμος Έλλην» προτάσσει στους αναγνώστες τους να συμβουλεύονται πολιτικά τον Αδαμάντιο Κοραή:

«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.»,  σελ. 127

Ο «ενάρετος» αυτός φιλόσοφος του Διαφωτισμού, «υποστήριζε» τις πολιτικές ιδέες του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

«Τί συμφέρει εἰς τὴν ἐλευθερωμένην ἀπὸ Τούρκους Ἑλλάδα νᾶ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας. [«Διάλογος δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ. Πανταζίδην, Παρίσι 1830, 36 (είναι ψευδώνυμο του Κοραή)]», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 514)

Η υποδούλωση «εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας» είναι η διατήρηση της Βασιλείας έναντι της Γαλλικής εμπνεύσεως «Δημοκρατίας» (βλ. γεγονότα με Καποδίστρια). Η «ελευθερία» δεν ήταν ζήτημα αλλαγής «εθνικής» κυβέρνησης, αλλά ζήτημα αλλαγής «πολιτικής» κυβέρνησης. Ζήτημα λεπτότατο, βαρύνον και παντελώς παραμερισμένο από το σημερινό εθνικιστικό βόρβορο της αντικληρικής μανίας ορισμένων λαλίστατων διαφωτιστών. Η «δουλεία» είχε πολιτική σημασία παρά εθνική για τους διαφωτιστές. Προτιμότερο ήταν ένας «ἑτερογενὴς Νομάρχης Φραντζέζος», μακάρι Παπικός, παρά κάποιος Ρώσος ή Έλληνας «μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους»:

α. «Τα έργα "Ἆσμα Πολεμιστήριον καὶ Σάλπισμα Πολεμιστήριον, δημοσιευμένα ανώνυμα την αυγή του νέου αιώνα, μετέφεραν την αίσθηση μιας νέας προσδοκίας και διατύπωναν τις ελπίδες μιας συνείδησης σφραγισμένης έντονα από τη γαλλική επαναστατική εμπειρία. Με τα ανατρεπτικά αυτά φυλλάδια ο Κοραής, που κρυβόταν πίσω από τον ανώνυμο συντάκτη, παρακινούσε τους συμπατριώτες του να συνταχθούν με τη γαλλική υπόθεση και να υποστηρίξουν τις προσπάθειες του Ναπολέοντα στην Ανατολή". [Αδαμάντιος Κοραής, Άσμα Πολεμιστήριον (1800) και Σάλπισμα Πολεμιστήριον (1801), Παρίσι αλλά αναγράφουν τόπο έκδοσης Αίγυπτο και Αλεξάνδρεια αντίστοιχα]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 279-280)

β. «Στην τρίτη του έκκληση προς τους Επτανησίους, μετά την προσωρινή κατοχή των νησιών από τους δημοκρατικούς Γάλλους στα 1797-1798, ο Σταμάτης, με το ψευδώνυμο "Φιλόπατρις Ἐλευθεριάδης", τους παρακινούσε να αγωνιστούν για την ελευθερία, εγκαταλείποντας την "τυφλὴν δεισιδαιμονίαν διὰ τοὺς Μοσχόβους" και συστρατευόμενοι στην υπόθεση "τῶν φιλλελήνων Φραντζέζων" [Αικ. Κουμαριανού, Ενέργειες του Κωνσταντίνου Σταμάτη για την απελευθέρωση της Ελλάδος, 1798-1799, Πρακτικά του Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, Τομ. Α, Αθήνα 1967, σσ. 154-174]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 282)

Όταν ο Διαφωτισμός δεν μπόρεσε να προσεταιριστεί τη Μοναρχία, ασπάστηκε την «Δημοκρατία»:

«Διὰ τὴν ἀγάπην τῆς τιμῆς μας, στοχασθῆτε το μὲ προσοχήν. Μὴν σᾶς πλανήσουν τὰ ταξίματα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἀποστολῶν τῶν ξένων βασιλειῶν. Αὐτοὶ εἶναι τόσοι σκλάβοι, καὶ διὰ νὰ μετριάσουν τὴν ἐντροπήν των, προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸν ἀριθμόν των. Αὐτοὶ δὲν προσκυνοῦσι, εἰμὴ τὸν βασιλέα των καὶ τὸν χρυσόν. Μὴν στοχάζεσθε, ὦ ἀδελφοί μου, ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς θέλει θυσιάσει καὶ χρυσὸν καὶ στρατιῶτας, διὰ νὰ διώξῃ τὸν ὀθωμανὸν καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἔπειτα ἐλευθέρους! Ὤ, κάλλιον ἕνας σεισμὸς ἢ ἕνας κατακλυσμὸς νὰ μᾶς ἀφανίσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν πλέον εἰς ξένον σκῆπτρον.», σελ. 161

Βέβαια περί του Ναπολέοντος ο «Ανώνυμος Έλλην» δε ξεκαθαρίζει παντελώς την πολιτική του θέση, αλλά αυτή θα πρέπει να εννοείται ως δεδομένη παρακολουθώντας τις διδαχές των διδασκάλων του.

Μια επιπλέον διαπίστωση περί της πολιτικής ηθικής, κι όχι εκείνης της θρησκευτικής, γίνεται αντιληπτή όταν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» υπαινίσσεται πως ο ίδιος άνθρωπος υπό της τυραννίας μετατρέπεται σε «δοῦλον», ενώ υπό νομαρχία σε «τίμιον & ἔνδοξον πολίτην» ένεκα της υπάρξεως πολιτικών νόμων:

α. «Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς, παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα.», σελ. 49

β. «Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι.», σελ. σελ. 19

γ.  «Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν...», σελ. 69

Αυτές οι αντιλήψεις, πως οι πολίτες γίνεται «ἡθικῶς» καλύτεροι ή χειρότεροι βάση του πολιτεύματος δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία για το Χριστιανισμό. Διότι ο Χριστιανισμός διδάσκει την περάτωση αρίστων πολιτών εκ των έσω νόμων, όχι εκ των έξω κειμένων. Άγιοι του εσωτερικού ηθικού κόσμου και μάρτυρες εμφανίστηκαν εις τις χειρότερες για αυτούς εξωτερικές «πολιτικές» περιστάσεις, κατά τους διωγμούς, όπως για τον συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» άριστοι πολίτες της «εσωτερικής» ζωής εμφανίζονται στο παράδειγμα των πυθαγορείων φιλοσόφων μέσα σε μια «εξωτερική» πολιτική ελληνική τυραννία:

«Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον», σελ. 55

Ιδιαιτέρως, όλη αυτή η θεωρία της διορθώσεως του έσω ανθρώπου, δια της έξωθεν κοσμικής πολιτικής, έρχονταν κατά κάποιο τρόπο σε παράκρουση, εφόσον για την στερέωση μιας «ἐνάρετης Νομαρχίας» προϋποθέτονταν εκ των προτέρων η «ἡθικὴ περάτωση» των ανθρώπων εκ των έσω:

«Η απώλεια της ενότητας δημόσιας και ιδιωτικής ηθικής κατέστρεψε τη δημοκρατική ελευθερία στην αρχαία Ελλάδα. Οι άδικοι επιθετικοί πόλεμοι εξωτερικά και ο καθολικός πόλεμος μέσα στους κόλπους της κοινωνίας ήταν το αποτέλεσμα της διάζευξης της ηθικής από την πολιτική. [Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, σ. οδ αναφορά στον Destutt de Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale d’ un peuple, Παρίσι 1819. Πρβλ. Picavet, Les Idéologues, σσ. 391-398]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 417)

Πρβλ. ενότητα  «Το παραμύθι του ανθρωπίνου αρίστου πολιτεύματος»

 

 

Ρωμαίοι, Έλληνες & ξένοι τύραννοι κοιμούνται & διασκεδάζουν. Οι βουλευτές;

 

Πρβλ. την απάτη «Οι Ηγεμόνες είναι οκνηροί»

 

 

 

ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΔΟΥΛΟΣ;

 

Στην εκκίνηση του «πονηματίου» του, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα θέσει μια σειρά από φιλοσοφίες εις αντάμωση του δικού του αναγνώστη. Ανάμεσα σ’ αυτές, παρουσιάζεται ο θαυμασμός του για την «Νομαρχίαν», εκεί όπου «ὁ πτωχὸς [...]  βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19

Χωρίς να ζει μέσα σε κάποια «Νομαρχίαν», κι όντας ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» υπεροπτικά σκληρός σκώπτης των «δούλων» της Οικουμένης,  παρουσιάζεται ως να μην αισθάνεται διόλου «ἐλεύθερος» μήτε καν εσωτερικά, όπως για παράδειγμα ένιωθαν εσωτερικά ελεύθεροι, σύμφωνα με αυτόν, οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι του, εκείνοι των Συρακουσών:

 «Αὐτοὶ [οἱ φιλόσοφοι / φίλοι] ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον», σελ. 55

Δεν αισθάνεται «ἐλεύθερος» ο «Ανώνυμος Έλλην», διότι εξετάζοντας κανείς τη δική του διδασκαλία, πως ο «ἐλεύθερος» ή εκείνος που βιώνει εσωτερικά την  «Νομαρχίαν» δεν θλίβεται για την πτώχεια του (α), αντιλαμβάνεται πως ο ίδιος, σε όλο του τον πολιτικό λόγο της «Ελληνικής Νομαρχίας», παίρνει τη καταγγέλλουσα θέση εκείνου που είναι οικονομικά «ανήμπορος», που θλίβεται για την πτώχεια «του» και που δηλαδή ζει «ὑπὸ καθεστώς δουλείας», αφού διαρκώς εξαπολύει κατηγορίες για τον πλούτο των ευγενών και τον «πλοῦτον» των κληρικών (β), ως να «τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς» του:

α. Στη Νομαρχία «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των...» σελ. 19

β. «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Οι νεοπαγανιστές, με οδηγό τον Μιχάλη Καλόπουλο προ ετών, διατυμπάνιζαν την αμφισβήτηση· στην ουσία όμως μόνο κάθε χριστιανικού δόγματος, παρά και των ιδικών τους. Το ίδιο δόγμα υπέρ της αμφισβήτησης σημειώνει κι ο «Ανώνυμος Έλλην» λέγοντας ότι:

«Ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι εἰς ὅποιον ἀποφασίσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, συχνάκις νὰ δυσπιστῇ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι εὐκολόπιστος εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ καταπείθεται μόνον εἰς τὴν ἀναμφιβολίαν [...] Ὅταν ὅμως ἐξετάζῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ προσοχήν, συγκρίνει ἀδιαφόρως τοὺς περὶ αὐτῆς ὁμιλήσαντας, ἐρευνῶντας πρὸς τούτοις τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν καθένα ἐπαρακίνησαν νὰ ὁμιλήσῃ· ὅταν, λέγω, ἐκλέγει τὸ πιθανὸν ἀπὸ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ δύσκολον ἀπὸ τὸ ἀμφίβολον, τότε προχωρεῖ βαθμηδόν, καὶ φθάνει τέλος πάντων εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εὑρίσκει τὴν ἀνταμοιβὴν εἰς τοὺς κόπους του μὲ τὴν ἀκριβήν της ἀπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθεὶς νὰ καταπείθεται, καὶ ἀνοητότατος ἤθελεν εἶναι ὁ ἀκατάπειστος.», σσ. 11-12

Το γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ελίσσεται μέσα από ποικίλους αναθεματισμούς κατά των μη εξεγερμένων ελλήνων, με κολακείες υπέρ της αρχαιότητας, μέσα από την οποία αντλεί πολιτικά ηθικά πρότυπα συμπεριφοράς ενώ ο αντικληρικαλισμός είναι έντονος. Όλα αυτά συνθέτουν μια «κλασσικὴν περὶ ἡθικῆς» διαφωτιστική επίθεση με πρώτο στόχο την εκκλησία και το πλήρωμά της, με δεύτερο τους ξενιτεμένους και τρίτο στόχο, ως παραλήπτη, το ρωμαίικο λαό.

Αν θα μπορούσε κανείς σε τρεις γραμμές να περιγράψει την μέθοδο του συγγραφέως εις παρακίνηση του αναγνώστη θα έλεγε:

α) Εξυμνεί ιδεατά την αρχαιότητα και την εξιδανικεύει στο φανταστικό χώρο της πολιτικής χρηστότητας, ώστε να επέλθει νοσταλγία αυτής όταν αντιπαραβάλλεται με την τουρκοκρατία.

β) Παρουσιάζει την κακότητα της τουρκοκρατίας με τα μελανότερα χρώματα και τους πολιτικούς ηγέτες των ρωμιών ως ηθικά ξεπεσμένους, ώστε να φορτίσει συναισθηματικά τον αναγνώστη με δυσανασχέτηση και μίσος έναντι της παρούσας καταστάσεώς.

γ) Το τέχνασμα είναι γνωστό. Παρότι κι ο λαός μπορεί να θεωρηθεί ηθικά μεμπτός, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε, επιλέγονται προς έλεγχο μόνο οι πολιτικοί αντίπαλοι του Διαφωτισμού, δηλαδή ο κλήρος, οι Φαναριώτες, οι προεστοί κι οι αδιάφοροι (ουδέτεροι) ξενιτεμένοι. Η πολιτική στοχοποίηση μεταβάλλεται σε ηθικολογία· είναι μια κλασική μέθοδος που χρησιμοποιείται σε όλες τις πολιτικές αντιπαραθέσεις· -υπογραμμίζεται εδώ ως παράδειγμα η στοχοποίηση του αμερικανού Προέδρου Κλίντον για τη σχέση του με τη Μόνικα Λεβίνσκι, παρά για τις κοινωνικές αποφάσεις του κόμματός του, την ίδια ώρα που τραγικά ποσοστά της Αμερικανικής κοινωνίας, κι όχι μόνο, μοιχεύουν και κατακρίνουν ως τάχατες «καθαρὰ» από αμαρτίες τους υπολοίπους, από τους οποίους οι πολιτικοί δεν απουσιάζουν.

δ) Στο τέλος του γραπτού της «Ελληνικής Νομαρχίας», το συσσωρευμένο μίσος ξεφορτώνεται, εκθέτοντας τα αίτια της τουρκοκρατίας, ως πολιτικής καταστάσεως· αυτά τα αίτια θεωρούνται η εκκλησία με τα ρασοφορεμένα μέλη της κι η απουσία αρίστων ρωμιών· με τη μόνη διαφορά ότι οι κληρικοί είναι υπαρκτοί ως πολιτικός αντίπαλος κι υπαρκτοί άνθρωποι της κοινωνίας, ενώ η απουσία αρίστων συμπολιτών όχι.

Δε χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να αντιληφθεί κανείς πως το γραπτό του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένας λίβελος κι ας προσπαθούν οι νεοπαγανιστές κι άλλοι άθεοι να τον εντάξουν ως άλλο «Λόγο Ἀληθείας» κάποιου νέου φιλοσόφου Κέλσου στο οπλοστάσιό τους· εντούτοις η παρούσα εργασία έπρεπε να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο, των πολλών διακλαδώσεων χάριν συζητήσεως εις αντίκρουσή της, προς «διαφωτισμό» όσων δεν αντιλαμβάνονταν ή δεν είχαν χρόνο να αντιληφθούν το βαθύτερό της «εἶναι».

Όσον αφορά τον «Ανώνυμο Έλληνα» ως άνθρωπο,... «ὁ Θεὸς χωρέστον».

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ & «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ»

 

 

«Πέμπτον, η Ορθοδοξία συμπορευθείσα πάντοτε με τας πλέον αντιδραστικάς δυνάμεις απέβη φανατικός εχθρός της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού. Παρομοίως σήμερον τάσσεται κατά του ανοίγματος της ελληνικής κοινωνίας εις τον σύγχρονον κόσμον, αναθεματίζουσα τον εκσυγχρονισμόν των κοινωνικοοικονομικών δομών και την «παγκοσμιοποίηση. Αι ιδέαι αυταί προσπαθούν να ανακόψουν τον ρυθμόν προσαρμογής της χώρας εις τα διεθνώς κρατούντα και μας ωθούν προς την κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμησι.» (Πηγή: Παναγιώτης Μαρίνης, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 109, ένθετο «Θα αναγνωρισθεί επίσημα η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία;», εδώ)

 

Απολογητής:  Βέβαια «Αι ιδέαι αυταί» της Εκκλησίας δεν ήταν εκείνες που ενέπλεξαν την Ελλάδα εις την οικονομική κρίση των ετών 2010-2011 και «την κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμησι», μάλλον η πολιτική των διαφωτιστών.

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

Πρβλ. απάτη «Η Παρηγοριά & η Παρηγοριά»

 

 

 

 

Κανείς δε ξεχνά ότι ο χώρος του νεοπαγανισμού ήταν εκείνος που κυρίως διακίνησε διαδικτυακά την εργασία «Ἐλληνική Νομαρχία» στη νεότερη Ελλάδα, προσπαθώντας να κτυπήσει το ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τη σύσταση εθνικού κράτους· είναι ευνόητο ότι η σχέση αυτή, δηλαδή νεοπαγανισμού και «Ελληνικής Νομαρχίας» πρέπει να διερευνηθεί συστηματικά προς όφελος του αναγνώστη.

Ειδικότερα, υπάρχει ουσιώδης ειδοποιός διαφορά μεταξύ νεοδιαφωτιστικού αθεϊσμού, νεοπαγανισμού και θρησκευτικότητας του «Ανωνύμου του Έλληνος». Ο τελευταίος εις την εποχή του παρουσιάζεται ως φιλόθρησκος προς το Χριστιανισμό, παρότι έχει υποστεί επιρροές από την ιδεολογία του ορθολογισμού της Δύσης (βλ. Διαφωτιστικές επιρροές στην Ελληνική Νομαρχία)· κι αυτός είναι ο λόγος που κανείς Ορθόδοξος δε θα τον χρησιμοποιήσει σοβαρά για να συλλάβει θεολογικά συμπεράσματα ανωτέρου επιπέδου.

Πάραυτα και σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα των σημερινών διακινητών και διαφημιστών της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας», ο «Ανώνυμος Έλλην» εμφανίζει θεολογικές τάσεις χριστιανικής υφής απέχουσες χιλιάδες χιλιομέτρων από τους ειρημένους κύκλους· κι όχι μόνο αυτό. Παρότι υβρίζει αρκετούς ιερείς για τη στάση τους, εντούτοις αποδέχεται αυτούς ως τους μόνους ικανούς (βλ. Το Μεγαλύτερο Ατόπημα του Ανωνύμου) που μπορούν να μιλήσουν για επανάσταση εις τους Έλληνες έχοντας κάποιο αποτέλεσμα καταπείσεως επί αυτών:

α. «Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες!... », σελ. 117 

β. «ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν», σελ. 122

γ. «Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του», σελ. 124

δ. «Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ», σελ. 125

ε. «Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας», σελ. 126

στ. « Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.», σελ. 155

ζ. «Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της», σελ. 126

η. «Ναί, πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, ὁποὺ τὸ ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης φέρετε, μὴν ἀδημονήσετε ἀπὸ τοὺς λόγους μου, ὁποὺ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πατριωτικὴ ἀγάπη μου μοὶ ὑπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ με πρὸς τούτοις, ἂν οὕτως σᾶς φανῇ εὔλογον, διὰ τὴν τόλμην καὶ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖο σᾶς ὡμίλησα, καὶ κάμετε μὲ τὸ παράδειγμά σας, νὰ σιωπήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε χριστιανὸς ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς συμβουλεύῃ. [...] Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας. [...]

Ἐσεῖς δέ, ὦ ἐνάρετοι καὶ σεβάσμιοι ἄνδρες [πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου], ἂν καὶ ἀναγνώσετε ποτὲ τοῦτον μου τὸν λόγον, παρακαλῶ σας θερμῶς, νὰ μὴν ὑποψιάσητε εἰς ἐμένα οὔτε ἀνευλάβειαν, οὔτε κακοήθειαν. [...] Ἐγώ, βέβαια, ἂν δὲν ἐγνώριζα καὶ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως πολλοὺς ἐναρέτους σοφοὺς ἱερεῖς καὶ ἀληθεῖς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἤθελα ἀρχίσει ποτὲ νὰ γράψω. Ἔγραψα, διότι ἐλπίζω τὸ περισσότερον ἀπὸ ἐσᾶς. Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.

Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, διὰ νὰ δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ. [...]

Ἐσεῖς δέ, ὦ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, ὁποὺ καὶ τὸ πολύτιμον φόρεμα τῆς διδασκαλίας ἔχετε, καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τοὺς νέους διδάσκετε, μὴν ἀμελήσητε καὶ διὰ φωνῆς, καὶ διὰ γραμμάτων, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐσεῖς ἔχετε διὰ τοιοῦτον τέλος τὰ ἀναγκαιότερα μέσα, τὴν ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν σοφίαν.», σσ. 125-126

θ. «Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην.», σελ. 14

ι. «ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά», σελ. 23

ια. «Τὰ πάθη, πρὸς τούτοις, τῆς ψυχῆς, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πεπροικισμένος ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ συχνάκις πολλὰ μεγαλειτέραν, ἀπὸ τὰς καθ᾿ αὑτὸ χρείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλάκις ἕνα ἐραστὴν νὰ φονεύεται διὰ τὴν ἀπιστίαν τῆς φίλης του, καθὼς καὶ ἕνας φιλάργυρος θανατοῦται, ὅταν τοῦ κλεφθῇ ὁ θησαυρός του, καὶ οὕτως καθεξῆς.», σελ. 44

ιβ. «Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των!», σελ. 64

ιγ. «Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας. Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του..», σελ. 93

ιδ. «Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160

ιε. «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100

ιστ. «τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ;  [..] τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; [...] τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; [...] τὴν φιλανθρωπότητα; [...] τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, [...]», σσ. 100-101

ιζ. «Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 114

ιη. «Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι;», σελ. 120

ιθ. «Τί ἤθελεν εἰπεῖ, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες, ὁ Λόγος τῆς Σοφίας, ὁ ἡδύτατος Χριστός, εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηρέτας του; », σελ. 118

κ. «Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ!», σελ. 121

κα. «Ἐνθυμήσου μίαν φορὰν διὰ πάντα, ὅτι ὁ Χριστὸς σοῦ παραγγέλλει νὰ ἰατρεύσῃς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ», σελ. 123

κβ. «Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.», σελ.126

Τα άνωθι γραφόμενα εκθέτουν και τα περισσότερα θεολογικά παραδείγματα του βιβλιαρίου της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας». Πέρα όμως από τις διαφορές της προειρημένης με τις θεολογικές απόψεις διαφωτιστών και νεοπαγανιστών που κάνουν χρήση αυτής, υπάρχουν κι άλλες διαφορές. Έτσι λοιπόν:

α. η «Ἑλληνική Νομαρχία» καταδικάζει την ασχολία με τη γραμματική της ελληνικής γλώσσας εις βάρος άλλων σπουδών και προωθεί τη δημοτική γλώσσα:

«Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· (σελ. 149)

[...]

 Ὤ, πόσον ταχύτερα καὶ εὐκολώτερα ἤθελε φωτισθῶσιν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, ἂν αἱ παραδόσεις τῶν ἐπιστημῶν ἐγίνοντο εἰς τὴν ἁπλῆν μας διάλεκτον! Ἄμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφεῖς νὰ πλουτίσωσι καὶ τιμήσωσι τὴν γλῶσσαν μας μὲ τὰ πονήματά των, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ μείνῃ μία μάθησις ξεχωριστή, καὶ νὰ νομίζηται ὡς ἕνας στολισμὸς κατὰ μέρος ἑνὸς μαθητοῦ, καὶ ὄχι ποτὲ ἀναγκαῖον μέσον, καθὼς ἦτον, ἕως τὴν σήμερον, εἰς τὸ νὰ σπουδάσῃ τινὰς τὰς ἐπιστήμας. Καὶ διατί νὰ χάσῃ ὁ ταλαίπωρος νέος τρεῖς καὶ τέσσαρας χρόνους εἰς τὴν σπουδὴν μιᾶς γλώσσης -καὶ σχεδὸν νὰ μὴν τὴν μάθῃ!- εἰς καὶ καιρόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε μὲ ὀλιγοτέρους κόπους- οὖσα ἡ σπουδὴ μιᾶς γλώσσης ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ - καὶ εἰς ὀλιγότερον καιρὸν νὰ σπουδάσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐντελῶς τὰς ἀναγκαιοτέρας τῶν ἐπιστημῶν; Ἂς ἀποδώσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τυφλότητά μας, μαζὶ μὲ τόσας ἄλλας, εἰς τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὄλεθρος τοῦ ὀρθῶς νοεῖν, καὶ ἂς ἐλπίσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ἠμποροῦν, ἀφοῦ τὸ εἰπῶσι, νὰ τὸ κάμωσιν ἐνταυτῷ, ἐγὼ δὲ σιωπῶ ἐξ αἰτίας τῆς συντομίας, ὁποὺ εἶμαι στενοχωρημένος νὰ φυλάξω. Τὸ κοινὸν ὄφελος πρέπει νὰ προκρίνεται ἀπὸ τὸ μερικόν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ νεολαία δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ πλέον τοιαύτην ἀνόητον συνήθειαν, ὁποὺ νὰ ζητῇ τὰ ἀφανῆ διὰ τῶν ἀφανῶν, οὔτε μερικοὶ διδάσκαλοι νὰ καυχῶνται παραπολὺ διὰ τὸ ὅτι ἠξεύρουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν μὲ τινάς, οἵτινες ὄντες γυμνοὶ εἰς τὸ σῶμα, φέροσι πολύτιμα καλύμματα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα νέον ὁποὺ εἶχε σπουδάξει δέκα ἓξ χρόνους εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Πάτμου, καὶ ἦτον εἴκοσι ἓξ χρόνων, ὅταν ἐβγῆκεν μὲ τὸ τίτλον τοῦ λογιωτάτου, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤξευρε νὰ παραστήσῃ πῶς γίνεται ἡ ἔκλειψις τῆς σελήνης. Ἤξευρεν ὅμως ἐκ στήθους ὅλον σχεδὸν τὸ τρίτον τοῦ Γαζῆ.», σελ. 150

Είναι γνωστό πως ο ιερεύς του Διός Παναγιώτης Μαρίνης επιτίθετο κατά της Χριστιανοσύνης υπερασπιζόμενος την «ἀττικήν διάλεκτον» (βλ. σελίδα γλώσσα)

 

Δεξιά: Παναγιώτης Μαρίνης, Πρ. Ελληνικής Εταιρίας Αρχαιοφίλων και μέλος της Επιτροπής για την αναγνώριση της Ελληνικής θρησκείας του 12θέου (Πηγή: Τηλεοπτικός σταθμός Alter, εκπομπή «Χωρίς Μοντάζ ΙΙ», Σάββατο 07/02/2004)

 

β. Το θέατρο, για το οποίο έχουν κατηγορηθεί οι Χριστιανοί από τους νεοπαγανιστές (β. σελίδα μονομαχίες), υπονομεύεται έναντι άλλων υποχρεώσεων, και συγκεκριμένα οικογενειακών, δηλαδή ηθικών, μαζί με τα αγάλματα, την ποίηση και τα τραγούδια:

1. «Πῶς νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;», σελ. 134

2. «Ἂν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς καταλαμβάνῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀλλογενῆ, τότε ἀναγινώσκει μὲ εὐχαρίστησιν τὰ δράματα τοῦ θεάτρου, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, τὰ ποιήματα χωρὶς νόημα, ἀλλὰ τὸν Πλούταρχον καὶ τὸν Ξενοφῶντα ἴσως τοὺς νομίζουσιν Ἀμερικάνους.

Τρέχουσι μὲ κάθε ταχύτητα εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἀκούσωσι τὸ τραγώδιον μιᾶς γυναικός, ἢ ἑνὸς ἀνδρός, ἢ ἄλλου τινὸς εὐνούχου, καὶ τοὺς ἐφημίζουσι - ἀλλ᾿ ὅποιος τοὺς διηγηθῇ τὰ βάσανα τῆς πατρίδος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ τοὺς ἔδερνε, καὶ φεύγουσι πάραυθα. Στέκονται μὲ ἄκραν ὑπομονήν, καὶ πολλάκις χωρὶς εὐχαρίστησιν, νὰ θεωρῶσι τοὺς χοροὺς εἰς τὸ θέατρον καὶ τὰ ἀγάλματα τῆς ἀσωτείας τριγύρωθεν, ἀλλ᾿ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοδεύσουν μίαν ὥραν εἰς ἀνάγνωσιν τῆς πατρικῆς μας ἱστορίας. Καὶ οὕτως κεχαυνώνονται, εἰς τρόπον, ὁποὺ καθίστανται ἄξιοι συμπονέσεως. Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν, φθείροσι τὰ ἤθη των μὲ τὴν ἀσωτείαν, καὶ γίνονται ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη.», σσ. 129-130

3. «Ἡ ὁμιλία τῶν χρυσολάτρων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὰ βαμπάκια καὶ τελειώνει εἰς τὰ φασούλια, ἡ δὲ τῶν νέων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὸ θέατρον καὶ παύει εἰς τὰς γυναῖκας.», σελ. 132

γ. Τορπιλίζονται από τον «Ανώνυμο Έλληνα» τα μακιγιάζ, τα οποία δημιουργούν «ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα»· για τα «ψιμίθια» είχε κατηγορήσει ο Παναγιώτης Μαρίνης το Χριστιανισμό (βλ. σελίδα Χριστιανικές Διδασκαλίες):

1. «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134

2. «Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος;», σελ. 135

3. «Εἶναι μερικοὶ νέοι, ὁποὺ χρωματίζουσι τὸ πρόσωπόν τους ὡς αἱ πόρναι.», σελ. 131

 

Αριστερά: «Ο Χαμένος Διόνυσος. Η «τυποποίηση» της ζωής σκότωσε την χαρά και τον έρωτα» (Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 200-201, εξώφυλλο)

 

δ. Παρότι υπάρχει τουλάχιστον μια όποια θεωρητική συμφωνία για τους γάμους ομοεθνών, μεταξύ «Ανωνύμου του Έλληνος» και παγανιστικών διδασκαλιών του Παναγιώτη Μαρίνη (βλ. σελίδα Γλώσσα), εντούτοις δεν παύει μία έκφανση τους να καθίσταται καταδικαστέα, προκαλώντας δυσφορία εις τις διδασκαλίες του νεοπαγανιστικού περιοδικού «Δαυλός»· αυτές αναφέρονται στον έρωτα και τη χαρά έναντι όλων των άλλων υποχρεώσεων (βλ. σελίδα Διόνυσος). Είναι γνωστό ότι, όταν η χριστιανική θρησκεία λέγει πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να χάνεται σε πολλές ασχολίες, δίχως πρώτα να έχει στόχο του τη σχέση του με το Θεό, οι παγανιστές χλευάζουν· παράλληλα όταν οι υποχρεώσεις προς την πατρίδα ξεκάνωνται από τα ερωτικά ξεφαντώματα και τις ποίκιλλες χαρούμενες και διασκεδαστικές ασχολίες, τότε οι νεοπαγανιστές συμφωνούν εις την καυτηρίασή τους σιωπώντας την κριτική στα περιοδικά τους:

1. «Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν», σσ. 135-136

2. «Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν, καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας ἀρχοντίσσης, καὶ πλέον ἄλλο δὲν τοὺς μέλει.», σελ. 132

3. «Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε κἂν σᾶς ἐνθυμοῦνται, οὔτε κἂν ἐρωτῶσι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχῃ πλέον. Ἡ πατρὶς αὐτῶν εἶναι καμμία πόρνη, ὁ στοχασμός των εἶναι αἱ τρυφαί», σελ. 130

4. «Ποῦ πατρίς! Ποῦ Ἑλλὰς δι᾿ αὐτούς! Αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν, παρὰ τὴν κατοικίαν τῆς παλλακίδος των...», σελ. 130

5. «Αὐτοί, ἀφοῦ μάθουν νὰ χορεύουν καὶ νὰ τραγωδῶσι, νομίζονται πλέον τέλειοι πολῖται.», σελ. 131

Επεκτείνοντας τους «πατριωτικοὺς» συλλογισμούς του, ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην» θα μαρτυρήσει πως ο γάμος κι ο έρωτας είναι προς τεκνοποίηση·  «ἀλλότριες σχέσεις» και «σύμφωνα συμβιώσεως» με στόχο την καλοπέραση δε φαίνεται να ικανοποιούν τους «ἐθνικοὺς ἡγέτας τοῦ διαφωτισμοῦ»:

6. «Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς;»., σσ. 135-136

Αυτή η εκκοσμίκευση της διδασκαλίας της παράδοσης τέκνων εις δόξα Θεού, εις δόξα την πατρίδος του Διαφωτισμού, είναι μια αντιγραφή από τον Ρήγα Φεραίο:

«Η πατρίδα ήταν η πηγή των γλυκύτερων συναισθημάτων: και μόνη  "ἡ ἐνθύμησις τῆς πατρίδος μου... μὲ ἐπαρακίνησε νὰ δακρύσω" μας πληροφορεί ένας από τους ήρωες του Ρήγα. Δικαίωση του έρωτα γινόταν έτσι η ευγενική επιδίωξη να φέρει στον κόσμο κανείς παιδιά για να υπηρετήσουν την πατρίδα [Ρήγας Βελενστινλής, Σχολεῖον τῶν ντελικάτων ἐραστῶν, σσ. 63, 68 και passim]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 297)

Η «ελευθεριάζουσα» σεξουαλική διδασκαλία των νεοπαγανιστών διαλύεται από τον «Ανώνυμο Έλληνα»:

7. «Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του· ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του·», σελ.24.

ε. Περεταίρω, ο «Άνώνυμος Ἕλληνας» θα επιτεθεί στα όσα με αποτυχημένες δικανικές αγορεύσεις υποστηρίζουν οι νεοπαγανιστικοί κύκλοι στη νεότερη Ελλάδα (βλ. σελίδα Βίβλος), δίνοντας αξίας δηλαδή για ακόμη μια φορά στις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων ενάντια εις την «διαρκούσαν καλοπέρασιν» :

«Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;  Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά, διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις κάθε στοχασμόν, ὁποὺ ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ ἡ μεγαλειότης του τὸν διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον πατέρα δι᾿ αὐτά», σελ. 65

στ. Υπάρχει δε κάτι χειρότερο που σύει την νεοπαγανιστική επιχειρηματολογία. Αυτή είναι η κολακεία του «Ανωνύμου του Έλληνος» για την πολεμική ικανότητα των Χριστιανών, την οποία εξωπραγματικά οι νεοπαγανιστές αντικαθιστούν με το «σφάξον με Ἀγὰ μου νὰ Ἀγιάσω»:

«Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.», σελ. 86

ζ. Η εθνικιστική μανία των νεοπαγανιστικών κύκλων δε συνάδει επ’ ουδενί με τα σχέδια του Ρήγα για μια Βαλκανική των εθνών:

«Ἀλλ᾿ ἰδοὺ πάλιν ἄλλος, ἀπ᾿ ἐκείνους ὁποὺ κρίνουν τὰ πράγματα καθὼς τὰ βλέπουν, καὶ ὄχι καθὼς εἶναι, νὰ λέγῃ: «Ἔ! ἕνας ἦτον ὁ Ρήγας, καὶ ἄλλος δὲν εὑρίσκεται». Ὤ, πόσον λανθάνεται, ὅποιος ἔτζι στοχάζεται! Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω τοιαύτην ἀτιμίαν τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ μάλιστα τοῦ γένους μας, πιστεύοντάς το. Καὶ ἂν μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἐφάνη, ὄχι διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου; Μόνον οἱ ἀκατάπειστοι ἂς προσμείνουν νὰ ἰδοῦν εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐντροπήν τους.

Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε μερικὰς ἐνθυμήσεις, ὁποὺ τώρα θέλω σᾶς καταγράψει, διὰ νὰ δώσω τέλος τοῦ λόγου μου, καὶ ἐνταυτῷ νὰ ἀποδείξω τὰ μέσα μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ ἐπανορθώσεως τοῦ γένους μας.», σσ.  159-160

η. Άπειρες φορές οι νεοπαγανιστές κατηγορούν τους χριστιανούς ως θανατολάτρες ή αρνησίζωους. Να όμως τι διδάσκει ο εθνικισμός τους, που εισήχθη παρέα με το διαφωτισμό των εθνικών επαναστάσεων στον βαλκανικό χώρο:

«Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν;», σσ. 52-53

θ. Ο υπερήφανος ανθρωποκεντρισμός του νεοπαγανισμού και του ορθολογισμού ή η θεοποίηση του ανθρώπου του αρχαίου παγανισμού κατακεραυνώνεται εις την «Ελληνική Νομαρχία»· ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως κάτι το «ἀτελές» που βρίσκεται εν διαστάσει με το «ἐντελές» :

«Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν ἀτελειότητα φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς οὐδέν, δὲν εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.», σελ. 60

ι. Η διδασκόμενη από τους νεοπαγανιστές υπερηφάνεια, περικλείεται υπό του «Ανωνύμου του Έλληνος» ανάμεσα σε πλειάδα αρνητικών χαρακτηριστικών των Τούρκων:

«Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα. Τὰ ἤθη των εἶναι βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος.», σελ. 77

ια. Ο ακόλουθος χλευασμός του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τις πρακτικές της θρησκεία του Σουλτάνου μπορεί να στραφεί δίχως πρόβλημα ενάντια εις τους «καθαρμούς» της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας:

«Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.», σελ. 81

ιβ. Αμφισβητείται η δικαιοσύνη της «μητέρας φύσεως» προς τον ελληνισμό:

«Ὁ κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τὸν σπόρον τοῦ γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δουλεύσῃ μαζὶ μὲ τὴν συμβίαν του καὶ τέκνα του δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον, ἀφοῦ, λέγω, ἀφανίσῃ τὰ βόδια του καὶ καταχαλάσῃ τὰ ἐργαλεῖα του, συνάζει, τέλος πάντων, τὸν καρπόν, -καὶ πολλάκις ἡ φύσις δὲν ἀνταποκρίνεται δικαίως εἰς τοὺς κόπους του», σελ. 82

ιγ. Θεωρείται η ομοφυλοφιλία των αρχαίων θεών, ατιμία της φύσης, εις το παράδειγμα του Σουλτάνου:

«Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην χρῆσιν προσδιωρισμένους.», σελ 78

ιδ. Η αρχαία γραμματεία μαζί με την ιατρική, που το τόσο χρησιμοποιούν οι παγανιστές στα επιχειρήματά τους κατά των Χριστιανών, υποτροπιάζουν έναντι του «πατριωτισμοῦ»:

«Μερικοὶ νέοι μάλιστα, εὐθὺς ὁποὺ ἀλλάξουν τὰ φορέματα τῆς πατρίδος, θέλουσιν ἐξ ἀποφάσεως νὰ φανῶσιν ἀλλογενεῖς καὶ σχεδὸν δὲν καταδέχονται οὔτε κἂν νὰ συναναστρέφωνται εἰς τὴν ὁδὸν μὲ τοὺς ὁμογενεῖς των. Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν, τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας; Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.», σελ. 131

ιε. Γνωστές οι περί γλώσσας θέσεις του Π. Μαρίνη κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο διαφωτισμός που επηρέασε τον «Ανώνυμο Έλληνα», καθώς κι ο τελευταίος, εις αντίκρουσή του:

Ι. «Ὧ ἀναγνώστα! [...] ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι·», σελ. 9

ΙΙ. «Η φιλοδοξία του Κατήφορου για τη νέα του γραμματική, η οποία ενσυνείδητα καινοτομούσε σε σχέση με τις καθιερωμένες μεσαιωνικές γραμματικές του Κωνσταντίνου Λάσκαρη και του Θεόδωρου Γαζή», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 49)

ΙΙΙ. «Η μηχανική εκμάθηση γραμματικών και συντακτικών τύπων και η αποστήθιση κανόνων σε μια ακατανόητη γλώσσα κατέπνιγαν κάθε δημιουργική ενέργεια στα πνεύματα των μαθητών και τους ενέπνεαν μίσος για τη γνώση, μίσος που διαιώνιζε την άγνοια και τον σκοταδισμό στην ελληνική κοινωνία. [Δ. Καταρτζής, Τα ευρισκόμενα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, σσ. 29-35]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 203)

IV. Ο Κοραής θεωρούσε την ουσιαστική μόρφωση υπέρ της οποίας τάσσονταν ως «την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας που θα συνδύαζε την ηθική της κλασσικής εποχής με τη σύγχρονη φιλοσοφία και επιστήμη. Επέμενε ότι η αναγέννηση στην Ευρώπη είχε συντελεστεί με αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια η αναγέννηση ης Ελλάδας μπορούσε να επιτευχθεί με την ίδια μέθοδο [Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, τομ. Α, Παρίσι 1833, σσ.249-251]: "Περισσότερον ἤθελ’ ὠφελήσειν τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς" [ό.π, σελ. 67],», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 398)

ιστ. Τέλος, ο «Ανώνυμος Έλλην» στο λίβελό του, είναι επηρεασμένος από την αρχαία διαμάχη του φιλοσοφικού κόσμου μεταξύ Νόμου/Πολιτισμού και Φύσης/Βαρβαρότητας, την οποία αυτός ατυχώς προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει λόγια σε μια ήδη οργανωμένη κοινωνία χιλιάδων ετών, η οποία άφησε το «σπήλαιο των Νεάντερνταλ» εντελώς έρημο, ήδη από την εκκίνηση της ιστορίας της.

Οι νεοπαγανιστές της Ελλάδος, εις πλείστα επιχειρήματά τους, περιστρέφονται γύρω από τη προσπάθεια διαφύλαξης του «ελληνικού πολιτισμού», έναντι μιας «απολίτιστης Ιουδαϊκής αίρεσης της Ερήμου», του Χριστιανισμού, κατά τη δική τους πάντα ιδεολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο, έρχονται εις την μεγαλύτερη αντίφαση με το έργο που προβάλλουν στις σελίδες και τα βιβλία τους, καθόσον ο ίδιος ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» δείχνει επηρεασμένος από το ένα σκέλος αυτής της αρχαίας φιλοσοφικής διαμάχης, Νόμου και Φύσεως, και φαίνεται να έχει πιστέψει ως ανώτερη εκείνη την άνευ πολιτείας (προ-βάρβαρη), επισφαλή, «ηρωική», αλλά χαζή, «επιβίωση» του ανθρώπου, τύπου «Κόναν ὁ Βάρβαρος»:

α. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ. 14

β. «Ἕως ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἠμπόρεσε νὰ τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του, ἕως τότε ἐσώθη ἡ φυσικὴ ζωή, καὶ βέβαια ἡ εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων», σελ. 14

Ασφαλώς, οι νεοπαγανιστές δε θα τονίσουν ποτέ εις τους αναγνώστες τους τέτοια αποσπάσματα της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»· γιατί τέτοιες παρουσιάσεις είναι ασύμφορες για την ιδεολογία τους περί «ἐννόμου πόλεως» (βλ. Παναγιώτη Μαρίνη) και δεν τους βοηθούν εις την στηλίτευση του Ορθοδόξου Μοναχισμού (βλ. Παναγιώτη Μαρίνη στη σελίδα Μοναχισμός). Κι όχι μόνο γι’ αυτόν το λόγο· αλλά γιατί είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να πείσει κανείς έναν αστό του 2011, ότι τον συμφέρει να εγκαταλείψει τη σιγουριά της επιβίωσης, που του προσφέρει η τεχνολογία της εποχής του, μέσα εις την κοινωνία των πολλών συνεργαζόμενων ανθρώπων της πόλεως, για μια αμφίβολη «εὐτυχία» τύπου δασικού ατεχνολογήτου παγανισμού, σαν κι αυτή του Αβοριγίνα της Αυστραλίας ή του Αμαζονίου της Βραζιλίας.

Αυτές οι θέσεις είναι δάνεια κι αυτούσιες αντιγραφές από διαφωτιστές, για τις οποίες οι νεοπαγανιστές κι άλλοι λαλίστατοι αντιχριστιανοί διανοουμένοι αποκρύβουν όταν αντιμάχονται την Ορθοδοξία:

«Κατά την εποχή αυτή είχε αποκτήσει φήμη μεγάλου συγγραφέα ο Ρουσσό (Jan Jacques Rousseau, 1712- 1778). [...] Ο Ρουσσό δεν ήθελε να οργανώσει το κράτος έχοντας ως πρότυπο το αγγλικό, γιατί είχε τη γνώμη ότι οι Άγγλοι έχουν φαινομενική ελευθερία και όχι πραγματική. "Οι άνθρωποι, έλεγε, πρέπει να συγκεντρώνονται και να θεσπίζουν τους νόμους απευθείας οι ίδιοι, όπως γινόταν στα αρχαία κρατίδια, γιατί η κοινή θέληση ζητεί πάντοτε το άριστο" Ο Ρουσσό πιστεύει ότι ο άνθρωπος από τη φύση είναι πλασμένος καλός, αλλά τον έχει διαφθείρει ο πολιτισμός. Για να διορθωθούμε και να αποκτήσουμε την παλιά αθωότητα, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη φύση".

[...]

Γενικά ήταν πάρα πολύ σπουδαία η επίδραση του Ρουσσό. Οι πιο ριζοσπαστικοί από τους επαναστάτες είχαν συνήθως στα χείλη τους γνώμες και φράσεις δικές του, ενώ ο συναισθηματικός και ονειρεμένος συγγραφικός τρόπος του προετοίμασε το ρομαντισμό του Ιθ΄αιώνα», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σ. 211)

Αυτή η βάρβαρη, για το Θουκυδίδη, μοναχική επιβίωση με τη σπάθη εις τη φύση, συνεπικουρείται εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος» από το μαστίγωμα εκείνων των αγαθών, που οι νεοπαγανιστές, ιδίως δια μέσω του Παναγιώτη Μαρίνη, διαφυλάσσουν ως «τὴν κόρην τοῦ ὅφθαλμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ»· αυτά τα αγαθά, αντιθέτως και παραδόξως χαρακτηρίζονται από τον  «Ανώνυμο Έλληνα»  ως «ἐφευρέματα τῆς βαρβαρότητος» (!):

«Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;», σελ. 65

Πού είναι στα αλήθεια οι αστοί διαφωτιστές; πού είναι στα αλήθεια οι αστοί νεοπαγανιστές; γιατί ξεχνούν τις καταγγελίες του «Ανωνύμου του Έλληνος» κατά των ιδεολογημάτων τους ενώ υποκρίνονται ότι στρέφονται ενάντια εις τους πνευματικούς τους αντιπάλους μόνον;

Ίσως βέβαια προτείνουν πως αυτές οι συμπάθειες του «Ανωνύμου του Έλληνος» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα είδος ρητορικού καμουφλάζ των διαφωτιστικών, ως κοσμικότητας, επιρροών που είχε δεχθεί. Αν αποδεχθούν κάτι τέτοιο, πως δηλαδή ο «Ανώνυμος Έλλην» συνειδητά ψεύδεται ορισμένες φορές, τότε θα πρέπει ίσως να απορρίψουν πως λέγει την αλήθεια για τα υπόλοιπα ζητήματα, υπερβάλλοντας κατά των Εκκλησιαστικών: «μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν», σελ. 11

Οι νεοπαγανιστές δε, θα αποκρύψουν και τις αρχαίες καταβολές των θεωριών της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»·  ο Αντίφων ο σοφιστής, Ε΄ αιώνας π.Χ. διαστέλλει τη φύση και τον νόμο, τη φύση και τα έθνη, εξομοιώνοντας βδελυρώς για τους νεοπαγανιστές Έλληνες & Βαρβάρους, λέγοντας ότι η ανισότητα είναι γέννημα του νόμου της πολιτείας:

«τὰ μὲν γὰρ τῶν νόμων ἐπίθετα, τὰ δὲ τῆς φύσεως ἀναγκαῖα... τὰ πολλὰ τῶν κατὰ νόμων δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται» και «φύσει πάντα πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες…οὔτε βάρβαρος ἀφώρισται ἡμῶν οὐδεὶς οὔτε Ἕλλην, ἀναπνέομεν τε γὰρ εἰς τὸν ἀέρα ἅπαντες κατὰ τὸ στόμα καὶ κατὰ τάς ρῖνας». (Πηγή: Κ.Δ. -Ν.Σ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ΄, σελ. 939)

Τη σπουδαιότερη όμως επιχειρηματολογία του «Ανωνύμου του Έλληνος» η οποία πίπτει έως ταφόπλακα εις την μανία των νεοπαγανιστών για την χρήση επιχειρημάτων «ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ», όπως είναι το θέατρο, οι τέχνες (συμπεριλαμβανομένης της γλυπτικής) κ.α., αποτελεί η πολεμική του κατά της πολυτέλειας· πολιτισμός είναι ότι βρίσκεται πάνω από την επιβίωση:

«Πολιτισμός είναι όσα ο άνθρωπος δημιούργησε και τον βοήθησε να ανέβει από την κατηγορία του ζώου, στο επίπεδο του «έλλογου όντος». Όλα όσα είναι πέρα από τη μέριμνα για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του είδους(Πηγή: Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα, σελ. 24)

Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα βάλει κάθε τι που βρίσκεται πάνω από την επιβίωση στην αχρηστία της πνευματικής δουλείας, παρότι φαντάζεται μέσα στο γραπτό του πολιτείες, αναγνωρίσεις ηρώων κι άλλα συναφή:

α. «Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62

β. «Ἡ πολυτέλεια δὲ ὡς γέννημα καὶ ἀποτέλεσμα σκιώδους καὶ φανταστικῆς δυνάμεως», σελ. 103

Εξηγεί δε, ότι αυτή η πολυτέλεια επέρχεται από τη γέννηση των χρημάτων:

γ. «Ἡ ἐφεύρεσίς των [χρημάτων] ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν, [...] Αὐξάνοντας λοιπὸν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον αἱ χρυσαῖ μονάδες καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ αὐξήσουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα, ἐφευρέθησαν τὰ μὴ ἀναγκαῖα. Καὶ οὕτως ἐγεννήθη ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους.», σσ. 102-103

Λεπτομερέστερα ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζει πως η πολυτέλεια γεννήθηκε από τα μη αναγκαία, τα οποία με τη σειρά τους γεννήθηκαν από την περίσσεια της τροφής και δηλαδή από την ανάγκη της επιβίωσης:

δ. «Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἤρχισαν νὰ πληθύνουν τὰ μὴ ἀναγκαῖα πράγματα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ τὸ περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν, δὲν ἦτον ἀναγκαῖον εἰς κανένα, ὡσὰν ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώγει, ἀφοῦ χορτάσῃ·». σελ.103

Βάση όλων των ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο συγγραφέως της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας», αν και αρέσκεται φιλοσοφικά εις την προτίμηση της βαρβαρότητας, όπου «ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων», ή στην προτίμηση της κατάργησης των «μὴ ἀναγκαίων» πραγμάτων του πολιτισμού, διαρκώς επιζητά πρακτικά από τους αναγνώστες του τη δημιουργία του τελευταίου, δια μέσω των «Νόμων», με μια παράξενη πνευματική αναντιστοιχία θεωρίας και πράξης, σαν κι αυτή όταν κατηγορεί το «Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον»· δε χάνει δε ευκαιρία να κατηγορεί διαρκώς όλους τους υπολοίπους, όπως και τους ιερείς, για την άγνοια τους γύρω από την επιστήμη, εκείνη που αυτός «ἐδυνήθηκε» να διδαχθεί εις την «Ἐσπερίαν»:

«Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη»», σελ. 111

Όμως, τί να την κάνει άραγε «ὁ Ανώνυμος Έλλην» την επιστήμη, και γιατί την αναζητά κι επιζητά εις σε άλλους, αφού πιστεύει και προτιμά την «ἀληθήν εὐτυχίαν» της απολίτιστης βαρβαρότητος; Τί ζητούν δε οι νεοπαγανιστές κι τινές άθεοι νεοδιαφωτιστές με την ανακύκλωση των παλαιών ρητορειών του «Ανωνύμου του Έλληνος» στη νεότερη Ελλάδα, πέρα από την απλοϊκή χρήση των ως «ἱερὰ σκώματα ἐνός γελοτωποιοῦ»; Τί συζητούν περί επιστημών παρέα με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», όταν ο ίδιος ο τελευταίος παραιτείται της επιστητής γνώσεως;

«Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην. Ἡ μεγαλειτέρα ἀμάθεια εἶναι, ἀδελφοί μου, τὸ νὰ θέλῃ τινὰς νὰ μάθῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ. Ὅθεν, ὅποιος γνωρίζει τὰ ὅσα δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰ παραιτεῖ, εἶναι ὁ σοφώτερος τῶν ἀνθρώπων.», σελ. 14

Τέλος, επειδή ο «Ανώνυμος Έλλην» πρόσκειται εις το πολιτικό κίνημα του Διαφωτισμού παρατίθενται εδώ δυο τινά:

α. «...ο Μοισιόδαξ αναφωνούσε με κάποια δυσφορία, ότι επιτέλους και οι αρχαίοι ήταν και αυτοί ανθρώπινα πλάσματα προικισμένα "μὲ μίαν πεπερασμένην καὶ ἀτελῆ φύσιν, ὅπως καῖ οἱ έπίλοιποι ἄνθρωποι". Επιπλέον ήταν εκτεθειμένοι "εἰς τὴν μαγγανείαν τῆς ἀπάτης, εἰς τὴν βραχύτητα τῆς ζωῆς, εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ καιροῦ" και σε όλους τους άλλους περιορισμούς, στους οποίους υπόκειται η ανθρώπινη φύση», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 228-229)

β. «Οι Ιακωβίνοι είχαν υποσκάψει το κύρος του πολιτικού κλασικισμού, αποδεικνύοντας ότι το πρότυπο της αρχαίας δημοκρατίας όχι μόνο δεν ανταποκρινόταν στα νεότερα προβλήματα, αλλά αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για την ελευθερία», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 385)

 


 

ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 

[Εἰσαγωγὴ] [Βιβλίο πρῶτο] [Βιβλίο δεύτερο] [Βιβλίο τρίτο] [Βιβλίο τέταρτο] [Βιβλίο πέμπτο] [Διάλογος]

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Ἤτοι Λόγος περὶ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Δι᾿ οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς, ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην, καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.

Συντεθείς τε καὶ τύποις ἐκδοθεὶς ἰδίοις ἀναλώμασι πρὸς ὠφέλειαν τῶν Ἑλλήνων

ΠΑΡΑ

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ

Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806.

 

ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ

Ὦ Ἀναγνῶστα!

Ἐπειδὴ ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία διεξοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας· ἐπειδὴ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων ὁποὺ κατὰ συνήθειαν, καὶ χωρὶς αἰτίαν κάμνουσι, ὡς οὐδὲν κρίνω· ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι· ἐπειδὴ νομίζω ἄχρηστον νὰ ἀποκριθῶ εἰς ὅσους ἤθελαν ἐρωτήσει, διατί κράζομαι ἀνώνυμος· καὶ ἐπειδὴ τέλος πάντων προσμένω μὲ πόθον νὰ λάβω καμμίαν ὀρθὴν ἑρμηνείαν, καὶ διόρθωσιν εἰς κανένα σφάλμα μου ἀκούσιον: διὰ τοῦτο, εἰς ἄλλο τι δὲν χρησιμεύει ἡ παροῦσα μου ξεχωριστὴ Ἐπιστολή, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ σὲ εἰδοποιήσω, ὅτι, ἀνίσως ὁμοιάζεις ἐκείνους ὁποὺ προφέρουσι τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος χωρὶς νὰ ἀναστενάζωσι, νὰ μὴν χάσῃς τὸν καιρόν σου ματαίως εἰς τὸ νὰ ἀναγνώσῃς τὸ πονημάτιόν μου τοῦτο.

Ἔρρωσο.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ

τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήτου Ἕλληνος
ΡΗΓΑ
τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος,
χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ
πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι.

Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor(*)
Virg.

Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως, παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι᾿ ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἅπασα θέλει δοξάσει διὰ παντὸς τὸ ἀθάνατον ὄνομά σου, συναριθμοῦσα αὐτὸ εἰς τὸν κατάλογον τῶν Ἐπαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καὶ Θρασυβούλων.

(*) Ἀναφανῆναί τις ἐκ τῶν ὀστέων ἡμῶν ἔκδικος. Βιργ.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ἤτοι Λόγος περὶ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 

Ἐσεῖς, ὦ ἀθάνατοι ψυχαὶ τῶν ἐλευθέρων προγόνων μου! ἐνδυναμώσατε τώρα τὸν ζῆλον μου μὲ τὰ ἡρωϊκά σας ἐντάλματα, διὰ νὰ ἐκφράσω, καθὼς πρέπει, τὰ τῆς ἐλευθερίας κάλλη εἰς τοὺς ἀπογόνους σας. Καὶ σύ, ἱερὰ Πατρίς, ἐγκαρδίωσον καὶ στερέωσον τὴν πρὸς σὲ ἀγάπην μου, μὲ τὴν ἐνθύμησιν τῶν παλαιῶν τερατουργημάτων σου, διὰ νὰ παραστήσω μὲ σαφήνειαν εἰς τὰ τέκνα σου τὰς φοβερὰς χρείας σου, καὶ νὰ ἐνθουσιάσω τὰς ἑλληνικάς των καρδίας μὲ τὸν θεῖον σου ἔρωτα.

Ναί, φιλτάτοι μου Ἕλληνες, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι δύσκολον δι᾿ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἡ Πατρὶς τὸ ζητεῖ, τὸ χρέος μου μὲ βιάζει, καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν. Ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων, θέλει καλλωπίσει τὸν λόγον μου ἡ διήγησις τῶν θαυμαστῶν ἔργων τῶν πάλαι Ἡρώων, ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων.

Ἄμποτες, λοιπόν, νὰ ἀξιωθῶ νὰ ἀποδείξω ἐμπράκτως τὰ ὅσα, κατὰ τὸ παρόν, διὰ λόγου ἀπεφάσισα νὰ σᾶς κοινοποιήσω, τὸ ὁποῖον ἐπεύχομαι εἰς ὅλους τοὺς ἀγαπητούς μοι Ἕλληνας καὶ ὅλους τοὺς ἀληθεῖς φιλοπάτριδας.

***

Ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι εἰς ὅποιον ἀποφασίσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, συχνάκις νὰ δυσπιστῇ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι εὐκολόπιστος εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ καταπείθεται μόνον εἰς τὴν ἀναμφιβολίαν. Ὡσὰν ὁποὺ πολλάκις ἀμελῶντας τινὰς μίαν παραμικρὰν ἔρευναν, καὶ δίδοντας πίστιν εἰς ὅσα ἀκροάζεται ἀπὸ ἄλλους, εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἀπατηθῇ, καὶ τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν ἀκατάστατον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ὁποὺ ζητεῖ, καὶ ἐξακολούθως οὔτε αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε ἄλλοι παρ᾿ αὐτοῦ νὰ τὴν ἐννοήσωσι.

Ὅταν ὅμως ἐξετάζῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ προσοχήν, συγκρίνει ἀδιαφόρως τοὺς περὶ αὐτῆς ὁμιλήσαντας, ἐρευνῶντας πρὸς τούτοις τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν καθένα ἐπαρακίνησαν νὰ ὁμιλήσῃ· ὅταν, λέγω, ἐκλέγει τὸ πιθανὸν ἀπὸ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ δύσκολον ἀπὸ τὸ ἀμφίβολον, τότε προχωρεῖ βαθμηδόν, καὶ φθάνει τέλος πάντων εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εὑρίσκει τὴν ἀνταμοιβὴν εἰς τοὺς κόπους του μὲ τὴν ἀκριβήν της ἀπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθεὶς νὰ καταπείθεται, καὶ ἀνοητότατος ἤθελεν εἶναι ὁ ἀκατάπειστος.

***

Πολλοί, μέχρι τῆς σήμερον, ἐστάθησαν οἱ πολυπράγμονες τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας, πολλὰ ὀλίγοι ὅμως διετήρησαν τοὺς προλεχθέντας κανόνας, καὶ ὀλιγότατοι ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των· καὶ διὰ τοῦτο ἄλλος μὲν ἤλπισε νὰ τὴν εὕρῃ εἰς τὰ πλούτη, ἄλλος εἰς τὴν μάθησιν, ἄλλος εἰς τὴν πτωχείαν, ἄλλος εἰς τὴν φιλαυτίαν· μερικοὶ πάλιν, ἐξετάζοντες τὰ ἀνθρώπινα περιστατικά, καὶ ἀπαντοῦντες πανταχόθεν ἐμπόδια καὶ δυσκολίας, εἶπον ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχὴς κατ᾿ οὐδένα τρόπον· ἄλλοι δέ, ὁποὺ δὲν ἔλαβον ἐπιμέλειαν νὰ ἐρευνήσωσι ὅσον ἐχρειάζετο τὴν ὑπόθεσιν, ἀπεφάσισαν εὐθὺς εὐθύς, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εὐτυχεῖς.

Ἀνάμεσα, λοιπόν, εἰς τοιοῦτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμῶν, ἄλλο, βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ καταλάβῃ, εἰμὴ μόνον ὅτι ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου στέκεται εἰς τὸ νὰ εἶναι εὐχαριστημένος, καὶ ἐξακολούθως, μὴν ἠμπορῶντας νὰ εἶναι κατὰ πάντα εὐχαριστημένος, οὔτε κατὰ πάντα εὐτυχὴς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ.

Ὅθεν, διὰ νὰ εὐτυχήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νὰ ἐξαλείψῃ ὅσας αἰτίας τῆς δυσαρεσκείας του ἠμπορέσῃ, δηλ. νὰ ὑπακούῃ εἰς τὴν θέλησίν του. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι.

Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων. Διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἐξετάσητε μαζί μου, ἀνάμεσα εἰς τὰς τόσας διοικήσεις, ὁποὺ τὴν σήμερον ἔχουσιν οἱ ἄνθρωποι, ποία εἶναι ἡ καλλιοτέρα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει σᾶς φανῆ δύσκολον, ἐπειδὴ ἠξεύρετε τὸν τρόπον, ὁποὺ σᾶς προεῖπον, τῆς δοκιμῆς της. Ἀφοῦ δὲ εὕρομεν τὴν καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει καὶ τί ἐστὶ ἐλευθερία, περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ πόσων ἀξίων κατορθωμάτων καὶ ἀρετῶν εἶναι πρόξενος, καὶ τέλος πάντων εἰς τί συνίσταται ἡ ὁμοιότης καὶ ἡ ὁμόνοια· ὁποὺ βεβαιωθέντες εἰς αὐτά, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὰ ξαναποκτήσωμεν, καὶ νὰ ἀναλαμπρύνωμεν τὸ Γένος μας, τὸ ὁποῖον ἡ τυραννία τόσον ἠμαύρωσεν.

***

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον, ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον.

Ἕως ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἠμπόρεσε νὰ τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του, ἕως τότε ἐσώθη ἡ φυσικὴ ζωή, καὶ βέβαια ἡ εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων.

Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην. Ἡ μεγαλειτέρα ἀμάθεια εἶναι, ἀδελφοί μου, τὸ νὰ θέλῃ τινὰς νὰ μάθῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ. Ὅθεν, ὅποιος γνωρίζει τὰ ὅσα δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰ παραιτεῖ, εἶναι ὁ σοφώτερος τῶν ἀνθρώπων.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.

Πρώτη λοιπὸν ἐστάθη, ἡ ἀναρχία νὰ φανερωθῇ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Εὐθὺς ὁ δυνατότερος ἄρχισε νὰ δώσῃ νόμον τοῦ ἀδυνάτου, καὶ οἱ περισσότεροι νὰ ἁρπάζωσι τὸ δίκαιον ἀπὸ τοὺς ὀλιγοτέρους: ἐκεῖ φόνοι, ἐκεῖ ἀδικίαι, ἐκεῖ τέλος πάντων μύρια ἀναγκαῖα πλημμελήματα ἕως τότε ἀγνώριστα. Εἶδεν ἡ ἀνθρωπότης τὸ καλὸν ὁποὺ ἔχασεν, ἀλλὰ δὲν τῆς ἦτον πλέον δυνατὸν νὰ τὸ ξαναποκτήσῃ, καὶ ἀναγκαίως ἐχρειάσθη νὰ βασανισθῇ ὄχι ὀλίγον καιρόν, ἕως ὁποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θρόνου ἤρχισε νὰ ἀπομωράνῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος.

Ἰδοὺ ὁ τύραννος, ὡς ἡμίθεος, νὰ δίδῃ τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ χαρίζῃ τὴν ζωὴν ὅσων δὲν θανατώνει. Ἰδοὺ τὰ ἐλαττώματα, ὄχι πλέον μισητά, ἀλλὰ ἐπαινετά, καὶ ἐπιθυμητά. Ἰδοὺ ἡ ἀδικία μὲ τὸ ξίφος εἰς τὴν δεξιάν, νὰ καταπατῇ τὴν ἀρετήν, καὶ νὰ διώκῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἰδού...

Ἀλλά, τέλος πάντων, αὐτὰ τὰ ἴδια κακά, καὶ ἀνυπόφοροι δυστυχίαι ἐδίδαξαν τὴν ἀνθρωπότητα νὰ εὕρῃ μίαν διοίκησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνάπαυσίν της καὶ τὴν εὐτυχίαν της· αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἐκείνη ἡ διοίκησις, ὁποὺ ἐγὼ θέλω νὰ τὴν ὀνομάσω Νομαρχίαν, ἡ ὁποία, ὅσον περισσότερον οἱ ἄνθρωποι ἀγαπῶσι τὴν εὐτυχίαν των, τόσον αὐτὴ στερεοῦται καὶ φυλάττεται ἀμετάτρεπτος, οὖσα ἡ ὑστερινὴ μεταμόρφωσις, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν διαφόρων διοικήσεων, καὶ ἡ μόνη πρόξενος τῆς ἀρετῆς, τῆς ὁμοιότητος, καὶ τῆς ἐλευθερίας.

Πολλάκις βλέπομεν, νὰ μὴν ἀκολουθοῦν τὸν εἰρημένον κανόνα εἰς τὰς μεταβολάς των αἱ διοικήσεις, αὐτὸ ὅμως προέρχεται ἀπὸ διαφόρους αἰτίας, ὁποὺ τὸ παρὸν θέμα δὲν συγχωρεῖ τὴν ἐκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνον νὰ ἠξεύρῃ καθείς, ὅτι ὁποιαδήποτε διοίκησις πρέπει νὰ εἶναι μία ἀπὸ τὰς εἰρημένας τέσσαρας, τὰς ὁποίας ὡς γενικὰς κρίνω, καὶ ὅτι ἡ ὑστερινὴ εἶναι ἡ καλλιοτέρα καὶ ἁρμοδιωτέρα πρὸς τὸ ἡμέτερον εὖ ζῆν.

Αὐτὴν λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν ὅσον δυνηθῶμεν ἀκριβέστερα· καὶ βέβαια εἰς αὐτὴν θέλομεν εὕρει τὴν ἐλευθερίαν διασωσμένην, καὶ ἐξακολούθως, τὴν εἴσοδον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν. Ἡ νομαρχία, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται τόσον εἰς τὴν δημοκρατίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἡ μὲν δημοκρατία κλίνει εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ δὲ ἀριστοκρατία εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ ὁποία πολλάκις εἶναι χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τυραννίαν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς διοικήσεις σώζεται ἡ Ἐλευθερία, ἀδιάφορος εἶναι ἡ ἐκλογή. Ὅθεν, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, καὶ κατὰ τὸ κλῖμα, ποτὲ μὲν προτιμᾶται ἡ μία, ποτὲ δὲ ἡ ἄλλη.

Ἀλλὰ τί ἐστὶ ἐλευθερία; Εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ ἰσχυρότεροι, εἰς μὲν εἰς τὴν μοναρχίαν, οὐδεὶς δὲ εἰς τὴν τυραννίαν, καὶ ὅλοι εἰς τὴν νομαρχίαν. Ὅθεν, κατὰ μὲν τοὺς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως τοῦ καθενός, ἐπειδή, εὑρισκόμενοι χωρὶς νόμους, καὶ χωρὶς κριτάς, ὁ μὲν ἅρπαξ ὀνομάζει τὰς ἁρπαγάς του ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας του, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄσωτος τὰς ἀσωτίας του, καὶ ὁ κακὸς τὰς κακίας του.

Κατὰ δὲ τοὺς δευτέρους, ὡσὰν ὁποὺ ἐπώλησαν τὴν ἐλευθερίαν τους ἑνός, ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, εἰμὴ τὰς προσταγὰς τοῦ κυρίου των, καὶ εἶναι μόνον ἐλεύθεροι διὰ νὰ τὸν ὑπακούωσι. Ὁ τύραννος δὲ καὶ οἱ δοῦλοι του ἀγνοοῦσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὴν ἐδοκίμασαν, διὰ νὰ ἔχουν ἰδέαν περὶ αὐτῆς.

Ὑπὸ τῆς νομαρχίας, τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία. Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.

Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! Ὅσον γνωρίζομεν τὴν ἀληθῆ σημασίαν σου, τόσον αὐξάνει ὁ πόθος μας εἰς τὸ νὰ σὲ ἀπολαύσωμεν. Ἐσὺ εἶσαι ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας. Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον!

Ἡμεῖς δέ, ναὶ ἱερὰ Ἐλευθερία, μὲ τοὺς ὀδόντας μας θέλομεν συντρίψει τὰς ἁλύσους μας, διὰ νὰ τρέξωμεν πρὸς ἀπάντησίν σου. Εἶναι ἀδύνατον αἱ ἑλληνικαὶ ψυχαὶ νὰ κοιμηθοῦν πλέον εἰς τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας! Ὁ λαμπρὸς ἦχος τῶν ἀρμάτων των πάλιν θέλει ἀκουσθῆ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων των, καὶ ταχέως.

Ἀλλά, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐπαρίθμησιν τῶν καλῶν τῆς αὐτῆς νομαρχίας, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς φανερώσω τι προλαβόντως περὶ τῆς ὁμοιότητος τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴν ἀπατηθῶσιν ὅσοι ἤθελαν νομίσει νὰ εὕρωσιν εἰς αὐτὴν τὴν διοίκησιν μίαν ἀπόλυτον ὁμοιότητα.

***

Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, ἀγκαλὰ καὶ αὐτοὶ νὰ διαφέρωσι κατὰ πολλοὺς τρόπους. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ ἰδία φύσις, ἡ ὁποία ἄλλους μὲν ἔκαμεν δυνατῆς κράσεως, καὶ ἄλλους ἀδυνάτου, ἐχάρισε μερικῶν περισσότερον πνεῦμα, καὶ ἄλλων τινῶν ὀλιγότερον, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἐν πρώτοις ἀναμεταξύ των κατὰ φυσικὸν τρόπον.

Ἡ δὲ δευτέρα εἶναι ἡ ἀνατροφή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς ἀρετὰς καὶ τὴν σοφίαν, ἤτοι τὰ καλὰ ἤθη. Ὅθεν, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ ἤθη.

Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.

Ἡ ἀναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἁπλῆν φυσικὴν ἀνομοιότητα ἀνυπόφορον, καὶ ἐξακολούθως ἡ μοναρχία, καὶ μετ᾿ αὐτῆς ἡ τυραννία, ἠθέλησαν νὰ μετριάσουν ὁπωσοῦν τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ αἰφνιδίως ἐπροξένησαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τὴν ἀκατάστατον καὶ φοβερὰν ἀνομοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ τῆς τύχης, ὁποὺ θεωρῶντας τὴν σήμερον τινὰς τοὺς ἀνθρώπους, πρέπει νὰ ἀνατριχιάζῃ ἀπὸ τοιοῦτον ἐλεεινὸν θέαμα, εὑρίσκοντας πολλὰ μεγαλειτέραν διαφορὰν ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον εἰς ἄλλον, παρὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον εἰς ἕνα ζῶον (1).

Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομαρχία, χωρὶς νὰ θελήσῃ ματαίως νὰ κάμῃ ὅλους δυνατούς, ὅλους πεπαιδευμένους, ὅλους πλουσίους, ἢ τοὐναντίον, ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα, ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι. Αὐτὴ ἔδωσεν εὐθὺς τόπον τῶν δυνατῶν, νὰ διαυθεντεύσουν τὴν πατρίδα των, ἐπαρηγόρησεν τοὺς ἀδυνάτους, μὲ τὸ σκῆπτρον τῆς δικαιοσύνης, ἐδίδαξε τοὺς ἀτάκτους νὰ εὕρωσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς τὴν χρηστοήθειαν, ἐβράβευσεν τοὺς καλοηθεῖς, καὶ τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀκατάστατον τοῦ συμβεβηκότος, ἐτίμησε μόνον τὴν ἀξιότητα τοῦ ὑποκειμένου, καὶ οὕτως μὴ καταφρονοῦσα τὸν πτωχόν, ἀπεδίωξε ἀπὸ τὸν πλούσιον τὴν λύσσαν τῶν χρημάτων.

Καὶ ἰδού, πάραυθα, ὁ στρατιώτης νὰ γίνηται ἥρως, ὁ πολίτης νὰ κερδίζῃ τὴν ζωοτροφίαν του, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς ἀτιμίαν, καὶ ὁ πλούσιος νὰ μὴν στοχάζεται πλέον τὰ πλούτη του ὡς ἀρετοδοχεῖον, ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες νὰ εὑρίσκωσι τὴν εὐχαρίστησίν των χωρὶς τὸν παραμικρὸν κόπον, καὶ νὰ εὐτυχῶσι.

Διότι, εἶναι φανερόν, ὁποὺ ὅταν ὁ ἀδύνατος δὲν βλάπτεται ἀπὸ τὸν δυνατόν, δὲν τὸν θλίβει ἡ ἀδυναμία του, ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των, καὶ οὕτως ὅλοι εὑρίσκονται εὐχαριστημένοι, συνζῶσι ὅμοιοι, καὶ ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν νόμων των.

Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων.

Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι. Αὐτοὶ ἑνώνοσι μὲ θαυμασίαν τέχνην, τὴν μερικὴν μὲ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, καὶ προετοιμάζουσι τοὺς πολίτας εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δόξαν, ἀπὸ τὴν πλέον τρυφερὰν ἡλικίαν των, διὰ μέσου μιᾶς ἀνατροφῆς, ἀληθοῦς καὶ γλυκείας.

Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠπατήθη νὰ στοχασθῇ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον, ἀλλὰ γνωρίζοντάς τους ὁποίας λογῆς εἶναι, τοὺς ἀπεκατέστησε, ὅσον ἦτον τὸ δυνατόν, καλλιοτέρους.

Ἡ ἀνατροφή, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μία δευτέρα φύσις εἰς τὸν ἄνθρωπον, καί, διὰ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ μαζὶ μὲ τὴν ζωήν του. Ἡ Ἑλλὰς μᾶς παρασταίνει μύρια παραδείγματα τῆς καλῆς ἀνατροφῆς τῶν προγόνων μας. Τὰ γυμναστήρια ἦτον ἀνοικτὰ εἰς ὅλους, κοινῶς καὶ ἀδιαφόρως, πρὸς φωτισμὸν τῶν ὅλων.

Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, ἠμπορεῖ ἕνας πτωχὸς πατὴρ νὰ δώσῃ τῶν τέκνων του μίαν τοιαύτην ἀνατροφήν; Ἔ! τοιαύτη ἐρώτησις ἠξεύρω ἀπὸ ποίους θέλει ἀρχίσει. Βέβαια, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ὑπὸ τυραννίας.

Ἂς μάθουν λοιπὸν ὅλοι οἱ πτωχοὶ πατέρες, ὅτι ὑπὸ τῆς νομαρχίας καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ καλά, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι πλούσιος. Οἱ νόμοι προβλέπουν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας. Τὰ τέκνα ὅλων εἶναι τῆς πατρίδος τέκνα, καὶ αὐτὴ τὰ ἀνατρέφει, τὰ γυμνάζει, καὶ τὰ προκόπτει, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὰ τὴν ἀγαπῶσι διὰ εὐγνωμοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο, τέλος πάντων, προτιμᾶται αὐτὴ ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὰ κακά, ὁποὺ φυλάττουσιν αἱ ἄλλαι, ἀλλὰ καὶ πλημμερεῖ ἀπὸ καλά, καλὰ ἐπιθυμητά, ὠφέλιμα, καὶ ἀναγκαῖα.

Ποῖος δὲν καταλαμβάνει τώρα, ἀδελφοί μου, ὅτι εἰς τὴν νομαρχίαν μόνον εὑρίσκεται ἡ εὐτυχία μας, καὶ ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ὁμοιότης εἶναι τὰ πρῶτα καὶ κύρια μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας; Βέβαια, οὐδείς. Πολλοὶ ὅμως, ἂν καὶ καταλαμβάνουσι, ὅτι καλὸν πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐλευθερία, δὲν ἠμποροῦσι νὰ καταλάβωσι, μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν, πόσον ἀναγκαία εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε.

***

Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα λαὸν ὑποδουλωμένον, εἰς τρόπον ὁποὺ φαίνεται φανερῶς, ὅτι ἐνόμιζεν τοὺς δούλους νὰ εἶναι μιᾶς διαφορετικῆς φύσεως, καὶ πολλὰ κατωτέρας ἱκανότητος ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους. Τόσον δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐλευθερίαν ἔκρινε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁποὺ χωρὶς αὐτὴν δὲν μποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος. ()

Ἡ ἐλευθερία λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς ἡμᾶς εἶναι, ὡς ἡ ὅρασις εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ τὴν διαφοράν του ἀπὸ τὸν δοῦλον, καὶ ἐξακολούθως εἶναι ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἰς τὸν δοῦλον νὰ γνωρίσῃ τὴν ἐλευθερίαν, διὰ νὰ μισήσῃ τὴν δουλείαν, καὶ νὰ τὴν ἀποστραφῇ.

Ἂς μὴν σᾶς φανῇ λοιπὸν παράξενον, ἂν ὁ σκλάβος δὲν γνωρίζει παραχρῆμα τὴν ἡδύτητα τῆς ἐλευθέρας ζωῆς. Αὐτός, ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα ἄρρωστον, ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται κάθε νόστιμον φαγητόν, ὡσὰν νὰ μὴν ἦτο πλέον συνθεμένον ἀπὸ τὰ ἴδια πράγματα, ὁποὺ πρότερον τοῦ ἤρεσκον. Ἀναγκαία λοιπὸν τοῦ εἶναι ἡ ὑγιεία.

Ἡ ἐλευθερία εἶναι περισσότερον ἀναγκαία εἰς τὸν δοῦλον, ὁποὺ ἀσθενεῖ κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ μὴν γνωρίζοντας εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ πρόσκαιρος ζωή, ζῇ διὰ νὰ τρώγῃ, καὶ εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι.

Στοχασθῆτε, ἀγαπητοί μου, ὅτι, ὁποίας καταστάσεως καὶ ἂν εἶναι ὁ δοῦλος, πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ εἶναι δυστυχής. Εἰ μὲν πλούσιος, φοβεῖται νὰ μὴν πτωχύνῃ, εἰ δὲ πτωχός, λυπεῖται, ὅτι νὰ μὴν εἶναι πλούσιος.

Ὁ ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας χλευάζεται, ὁ φιλαλήθης δὲν εἰσακούεται, ἐκεῖ ἡ τιμὴ συνοδεύει μὲ τὴν πτωχείαν, ἡ ἀρετὴ μὲ τὴν ἀδιαφορίαν· ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.

Πῶς λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ ταλαίπωρος δοῦλος, ὁ ὁποῖος, ἀφ᾿ οὗ ἐγεννήθη μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἄλλο δὲν ἔμαθε, παρὰ νὰ ὑποτάσσηται εἰς ἕναν ἄλλον, πῶς, λέγω, ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ, ὅτι ἡ φύσις μᾶς ἔκαμεν ὅλους ὁμοίους, καὶ ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ βλέπωσιν ἀδιαφόρως ὅλους τοὺς πολίτας; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ὁ σκληροτράχηλος τύραννος νὰ στοχασθῇ ποτέ, καὶ νὰ καταπεισθῇ, ὅτι ὅποιος νομίζει νὰ ἀνέβη εἰς τὸν θρόνον, διὰ νὰ γίνῃ μεγαλείτερος τῶν ἄλλων, ἀποκαταστεῖται ὑποδεέστερος;

Πῶς, τέλος πάντων, εἶναι δυνατόν, ἀγαπητοί μου, - ἔ! ταλαίπωρος ἀνθρωπότης! - πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, ἐκεῖνος ὁ σκλάβος, ὁποὺ πάντοτε τύπτεται, καὶ γυμνός, πεινασμένος, καὶ ἀδικημένος, ὑπακούει, ὡς οἱ βόες τῷ γεωργῷ, κατὰ χρέος καὶ κατὰ συνήθειαν, συχνάκις δὲ ὁ κύριος εἶναι ποταπότερος τοῦ δούλου, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ αὐτός, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος πρέπει νὰ εἶναι ἓν μέρος τοῦ ὅλου, καὶ ὅτι ἡ ζωή του χρησιμεύει εἰς ὅλους, καὶ ὅτι ὁ θάνατός του;... πῶς, ἐν ἑνὶ λόγῳ, νὰ ἀγαπήσῃ τὴν ἐλευθερίαν, ὄντας δοῦλος, καὶ νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκτήσεώς της;

Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος, ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα. Τὰ περιστατικὰ καὶ ἡ κακὴ διοίκησις μόνον σὲ κατέστησαν τόσον διαφορετικόν, ὁποὺ σχεδόν, ὅσον διαφέρει ὁ χαλκὸς ἀπὸ τὸν ἄργυρον, τόσον καὶ σὺ διαφέρεις ἀπὸ τὸν κύριόν σου· ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά, καὶ σύ, ταλαίπωρε, νὰ νομίζῃς ἕναν ἄλλον ὅμοιόν σου ὡς ἕνα θεόν, νὰ τρέμῃς ἔμπροσθέν του, καὶ νὰ τοῦ πωλήσῃς τὸ ἀξιώτερον δῶρον τῆς φύσεως, τὴν ἐλευθερίαν σου! Πῶς ἠμπορεῖς.... καὶ ἄλλα τοιαῦτα.

Τί στοχάζεσθε νὰ ἤθελε τοῦ ἀποκριθῇ ὁ σκλάβος, ὦ ἀγαπητοί; Βέβαια, ἢ ἤθελε τὸν νομίσει τρελλόν, ἢ δὲν ἤθελε καταλάβει τίποτες· καὶ πῶς ἠμποροῦσεν, ἂν διὰ μίαν στιγμὴν ἤθελε γνωρίσει τὴν ἀλήθειαν, νὰ ὑποφέρῃ τὰς ἁλύσους του; Πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ ἰδῇ ὁ φυλακωμένος ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῆς φυλακῆς του, καὶ νὰ μὴν φύγῃ; Ἀδύνατον, βέβαια, ἤθελεν εἶναι ἕνα παρόμοιον.

Ἰδοὺ λοιπόν, πόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν ἄνθρωπον, διὰ νὰ γνωρίσῃ τὸ εἶναι του. Ὁ δοῦλος, ἀδελφοί μου, δὲν γίνεται ποτὲ ἐλεύθερος, ἂν δὲν γνωρίσῃ τί ἐστὶ ἐλευθερία, καὶ ὅστις ἀγνοεῖ τὴν ἐλευθερίαν, ἀγνοεῖ τὸ εἶναι του. Ὁ δοῦλος, πιστεύσατέ μοι το ἀδελφοί, ποτὲ δὲν στοχάζεται, ὅτι εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν κύριόν του, ἀλλὰ εἶναι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος, καὶ ἐκεῖνος κύριος. Βαβαί!

Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν, καὶ δὲν τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται, καὶ ἐξακολούθως ἐκεῖνοι μόνον γνωρίζουσιν ἐντελῶς τὴν ἀνάγκην τοιούτου καλοῦ. Εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἐλπίζωσιν οἱ ὑπόδουλοι λαοί, ἐπειδὴ αὐτοὶ τρόπον τινὰ μετριάζουν τὴν ἀσχημότητά των, ὡς μερικὰ κτίρια μίαν καταδαφισμένην πόλιν στολίζουσι.

Αὐτοὶ λοιπόν, ἂς διδάξουσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂς καταπείσωσι μίαν φορὰν τοὺς ἀγαπητούς μου Ἕλληνας νὰ γνωρίσωσιν, ὅτι μόνη ἡ δουλεία εἶναι πρόξενος τῶν ὅσων κακῶν αὐτοὶ πάσχουσι, καὶ ἂς καταλάβουν πόσον τοὺς εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία, διὰ νὰ ζήσωσι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐτυχεῖς, ἐπειδὴ χωρὶς αὐτὴν δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουσι οὔτε δικαιοσύνην, οὔτε ὁμοιότητα, οὔτε ἀγάπην, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ οὐδεμίαν ἀρετήν. Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί, νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.

Καὶ ποῖος δὲν βλέπει πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία; Ὁ ἐνάρετος θέλει γνωρίσει τὴν ἀνάγκην καὶ θέλει προκρίνει τὴν ἐλευθέραν ζωήν, ὁποὺ βλέπει νὰ εἶναι ἡ ἀρετὴ τιμημένη καὶ δοξασμένοι οἱ ἐνάρετοι. Ὁ γενναῖος τῇ ψυχῇ, καὶ αὐτὸς δὲν θέλει εὕρει δισταγμόν, βλέποντας τοὺς ἐλευθέρους λαοὺς νὰ αἰωνιάζωσι τὰ ὀνόματα τῶν γενναίων ἀνδρῶν, καὶ τῶν ἡρώων.

Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του· ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του· ὁ νέος εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὴν φυσικὴν κλίσιν του, καὶ νὰ δείξῃ τὴν ἀγχίνοιάν του· ὁ στρατιώτης ἔχει ἀναμφίβολον τὴν εὐεργεσίαν εἰς τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις του· ὁ πτωχὸς δὲν φοβεῖται ἀτιμίαν, ἀλλ᾿ εὑρίσκει συμπάθειαν καὶ βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχίας του, καὶ οὐχὶ ὕβρεις καὶ ἀνυποληψίαν· τέλος πάντων, κάθε καλὸς ἄνθρωπος βλέπει φανερὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλευθέρας ζωῆς, καὶ μόνον ὁ κακὸς θέλει προκρίνει τὴν ὑπόδουλον· αὐτὸ εἶναι φανερόν, ἀδελφοί μου, καὶ ἐσεῖς πολλὰ καλὰ πρέπει νὰ τὸ καταλάβητε.

Ὄντας φανερὸν λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐναρέτους, καὶ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὸ εὖ πράττειν, διὰ τοῦτο εἰς μόνον τὰς ἐλευθέρας πολιτείας γεννῶνται τὰ μεγάλα ὑποκείμενα, καὶ ἰδοὺ τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.

Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.

Ἀλλά, πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον! Αὐτὴ γὰρ ἀποκαταστεῖ γλυκεῖαν τὴν ζωήν, αὐτὴ γεννᾶ διαυθεντευτὰς τῆς πατρίδος, αὐτὴ νομοδότας, αὐτὴ ἐναρέτους, αὐτὴ σοφούς, αὐτὴ τεχνίτας, καὶ αὐτὴ μόνον, τέλος πάντων, τιμᾶ τὴν ἀνθρωπότητα.

Πόσοι, ἆραγε, ἄνδρες ἄξιοι γεννῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καθὼς γεννῶνται, οὕτως καὶ ἀποθνήσκουν, μὴν ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν μεγάλα πράγματα (2).

Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς , καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.

Ἀλλ᾿ εἰς τὴν νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν, παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.

Ἂς λάβῃ ἐπὶ χεῖρας λοιπὸν ὁ δύσπιστος τὸν ἀξιάγαστον Πλούταρχον, καὶ Ξενοφῶντα τὸν ἡδύτατον, διὰ νὰ μάθῃ πόσα ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν, καὶ νὰ ἰδῇ ἐν ταὐτῷ, ὅτι ὅσα φαίνονται ἀδύνατα εἰς τοὺς δούλους, μόλις εἶναι δύσκολα εἰς τοὺς ἐλευθέρους καὶ μεγαλοψύχους ἄνδρας.

Ἡ ἱστορία, ἀδελφοί μου, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, εἶναι τὸ εὐκολώτερον μέσον εἰς τὸ νὰ καταλάβητε πόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία. Αὐτή, τέλος πάντων, ἡ ἱστορία εἶναι ὁ πλέον σοφὸς διδάσκαλος εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ ἀγαπῶσι νὰ μάθωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ μάλιστα οἱ νῦν Ἕλληνες, ὁποὺ τοσαύτην ἔχουσι χρείαν.

***

Ἀνάμεσα εἰς πολλὰ ἄλλα ἀποτελέσματα τῆς ἐλευθερίας, ὁποὺ θέλουσι σᾶς προξενήσει θαυμασμόν, ὦ ἀδελφοί μου, ὅταν ἀναγνώσετε τὰς νίκας τῶν προγόνων μας, καὶ συγκρίνετε τὴν ποσότητά των μὲ τὴν ποσότητα τῶν ἐχθρῶν των, βέβαια θέλετε μείνει ἔκθαμβοι, καὶ ἴσως ἴσως τινὲς θέλει ἀμφιβάλλουσι. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος τὰ ὅσα ἄλλα, ὁποὺ θέλει σᾶς φανοῦσι παράξενα, ἀγαπῶ μόνον νὰ σᾶς εἰπῶ τι προλαβόντως περὶ τοῦ πολέμου, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁ τόπος τοιαύτης ὁμιλίας εἰς τὸν παρόντα λόγον, οὔτε ἐγὼ ἱκανὸς ὅσον χρειάζεται εἰς τὸ νὰ τὴν ἐκφράσω, μ᾿ ὅλον τοῦτο ἐλπίζω νὰ μὴ σᾶς δυσαρέσῃ.

Ὁ πόλεμος ποτὲ μὲν εἶναι δίκαιος, ποτὲ δὲ ἄδικος, καὶ αὐτὸ κρίνεται ἀπὸ τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν προξενοῦν. Εἶναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, ὅταν κινεῖται πρὸς διαυθέντευσιν τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἄδικος δέ, ὅταν ἕνας φθονερὸς καὶ ἅρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του, ἢ διὰ χρημάτων, ἢ διά τινων ἄλλων οὐτιδανῶν μέσων, τινὰς κακοτρόπους καὶ κακοήθεις ἄνδρας, ὁρμεῖ ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, ἁρπάζει, λεηλατεύει καὶ ἀσπλάγχνως καταφθείρει τὸ πᾶν, διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας του, ἢ τῆς κενοδοξίας του.

Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνέβωμεν εἰς τὴν παλαιότητα τῶν ἀπελθόντων αἰώνων, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν μὲ ἀκρίβειαν τὰ συμβεβηκότα τῶν ἀνθρώπων, θέλομεν εὕρει βέβαια τὸν πόλεμον τόσον παλαιόν, ὅσον τὴν αὐτὴν ἀνθρωπότητα, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐχρησίμευσεν διὰ νόμος, ἐπειδὴ ὁ καθεὶς ἐκδικεῖτο μόνος του, καὶ οὕτως, ἀπὸ τὸν πόλεμον ἄδικον, τοῦ ὁρμήσαντος, ἐγεννήθη ὁ πόλεμος δίκαιος, τῆς διαυθεντεύσεως.

Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι, ὑποθέτοντας τρεῖς ἄνδρας τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, οἱ δύο ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ νικήσουν τὸν ἕνα. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἐδίδαξε εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους μυρίους τρόπους καὶ τέχνας πρὸς διαυθέντευσίν των ἐναντίον τῶν περισσοτέρων.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τῶν τεχνῶν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μεγάλη καταπολλά, διὰ τοῦτο καὶ ἡ νηπιότης αὐτῶν εἶναι μακρά· ὅθεν ἐχρειάσθησαν πολλοὶ αἰῶνες, ἕως τὸν καιρὸν τῶν Αἰγυπτίων, Περσῶν, καὶ τέλος πάντων τῶν ἀξίων προγόνων μας Ἑλλήνων, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ τέχνη τῆς διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τὸν φόβον εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους, καὶ αὐξάνουσα τὰς δυσκολίας εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἐσύστησεν, τρόπον τινὰ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς. Διὰ μέσον δὲ τῶν κανόνων αὐτῆς καὶ ἐνασχολήσεως μερικῶν ἀξιολόγων ὑποκειμένων ἀπεκατεστάθη τόσον ἐντελὴς εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐνίκησαν ἐχθροὺς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐξακολούθως ἐτρόμασαν σχεδὸν ὅλην τὴν οἰκουμένην.

Αἱ νίκαι τῶν ὀλιγοτέρων ἐναντίον τῶν περισσοτέρων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθῶσι εἰς τὰ πειράματα τῆς μηχανικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ὁ θεατής, ὁποὺ ἀγνοεῖ τὰς αἰτίας, μένει ἔκθαμβος. Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θέλει πιστεύσει τὸν μηχανικόν, ὁποὺ λέγει ὅτι μὲ ἓν βάρος ἕως δέκα, σηκώνει ἓν ἄλλο ὣς δέκα χιλιάδες (3); Ἀναγκαῖον, λοιπόν, εἶναι νὰ τοὺς καταπείσῃ μὲ παραδείγματα καὶ ἀποδείξεις· οὕτως καὶ εἰς τὴν τακτικήν, λέγοντας ἕνας ἀρχιστράτηγος, ὅτι οἱ δέκα πολλάκις νικοῦσι τοὺς ἑκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οἱ ἀγνοοῦντες τὴν αὐτὴν τέχνην· πλὴν φέροντας αὐτῶν χίλια παραδείγματα τόσον τῶν παλαιῶν, καθὼς καὶ τῶν νέων, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ καταπεισθῶσι (4).

Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ μέγας Λεωνίδας, εὑρισκόμενος μὲ δύο χιλιάδας εἰς τὸ στενὸν τῶν Θερμοπυλῶν, καὶ βλέποντας τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν του Περσῶν νὰ πλησιάσῃ, εὐθὺς ἀπεφάσισε νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος πατρίδος του, καὶ οὕτως ἐκλέξας μόνον τριακοσίους Σπαρτιάτας, ἀνέπεμψεν τοὺς λοιποὺς εἰς τὰ ὀπίσω, ἔπειτα ἔστρεψεν πρὸς τοὺς τριακοσίους καὶ τοὺς εἶπεν:

«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των. Ἂς ὑπάγωμεν λοιπόν. Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿ αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του». Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκφράσω τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκείνου τοῦ ἥρωος, καὶ τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν ἐπακολούθων αὐτοῦ; Τὰ τοιαῦτα, ὦ Ἕλληνες, δὲν γράφονται, οὔτε διηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον αἰσθάνονται.

Ὅθεν, μόλις οἱ λοιποὶ τὸν ἄφησαν νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του, καὶ λαμβάνοντας καθεὶς τὰ ἴδια ἅρματα, ὁμοθυμαδὸν καὶ μὲ ἀνήκουστον ἀνδρείαν, ὥρμησαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν των. Οὔτε ἄλλο ἔβλεπον παρὰ τὴν δόξαν τῆς νίκης, τὴν χαρὰν τῶν συμπατριώτων των, τὴν ἀνανδρίαν τῶν ἐχθρῶν των, καὶ τὴν ἀθανασίαν τοῦ ὀνόματός των. Καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἀπέκτεινον πλῆθος βαρβάρων, καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς τὸν ὕστερον, ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν.

Οὕτως δὲ ἡ γενναία ἀπόφασις τοῦ ἀειμνήτου Λεωνίδα ἔγινεν πρόξενος τῆς καθολικῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνυποφόρου ἐντροπῆς τῶν βαρβάρων. Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας σου, θαυμάσιε Λεωνίδα, ὢ τῆς λαμπρᾶς σου τύχης, πανολβία Ἑλλάς! Ἰδοὺ ὁ καρπὸς τῶν καθημερινῶν ἀγώνων τῶν τέκνων σου. Ἰδοὺ τὰ θαυμαστὰ ἀποτελέσματα τῶν φοβερῶν νόμων τοῦ μεγάλου Λυκούργου. Ἰδού, τέλος πάντων, ὁ σκοπὸς τῶν γυμνάσεων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων οἱ πολῖται διὰ παντὸς εὑρίσκοντο εἰς ἕνα πόλεμον, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ πλαστός, ἐδίδασκε ὅμως μὲ μεγάλην εὐκολίαν τὰ ἀναγκαιότερα μαθήματα τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἡ ὁποία ἑνωμένη μὲ τὴν μεγαλοψυχίαν ἔφερεν εἰς τέλος καὶ ἐπίτευξιν τὰ πλέον δύσκολα ἐπιχειρήματα.

Ἡ τακτικὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὦ ἀδελφοί μου, εἶναι ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα, καὶ εἶναι βεβαιωμένον ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μεγάλους πολεμάρχους, ὅτι δέκα χιλιάδες στρατιῶται καλῶς γυμνασμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἀρχιστράτηγον ἄξιον, ἠμποροῦν νὰ νικήσουν εἴκοσι χιλιάδας ἐχθρούς, καὶ περισσοτέρους τῆς ἰδίας ἀνδρείας, πλὴν ἀμοίρους τῆς τακτικῆς.

Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας. Ὤ, πόσον οἱ προπάτορές μας ἠγωνίζοντο, ἐκ νεαρᾶς των ἡλικίας, διὰ νὰ μάθωσιν τὴν πολεμικὴν τέχνην! Διὰ μέσου λοιπὸν αὐτῆς οἱ ὀλιγότεροι νικῶσι τοὺς περισσοτέρους, ἡ σπανιότης ὅμως τῶν μεγάλων ἀρχιστρατήγων ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ τινὰς ἀξίως τοιοῦτον ὄνομα, καὶ ἀκούσατε τὴν αἰτίαν.

***

Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει νὰ ἑνώσῃ εἰς πολλὰ φυσικὰ χαρίσματα πολλὰς ἀρετὰς καὶ μαθήσεις. Πρέπει, λέγω, ἐν πρώτοις νὰ ἔχῃ τὴν καρδίαν σταθερὰν καὶ ἄφοβον, διὰ νὰ μὴ δειλιάσῃ εἰς ὁποιονδήποτε κίνδυνον ἤθελεν εὑρεθῆ, καὶ νὰ μὴν ἀφήσῃ εἰς τὴν τύχην, ὅσα ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος· νὰ εἶναι ἀγχίνους, διὰ νὰ προβλέπῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ βουλὰς τοῦ ἐχθροῦ· νὰ εἶναι ἄοκνος, διὰ νὰ προλαμβάνῃ κάθε εὐκαιρίαν, καὶ ἕως τὴν παραμικράν, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν πόλεμον συχνάκις συμβαίνουν, καὶ αἱ παραμικραὶ ἀμέλειαι, πολλάκις, προξενοῦν μεγάλας καταστροφάς.

Νὰ εἶναι δίκαιος καὶ φιλαλήθης, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὸ θάρρος καὶ ἀγάπην τῶν στρατιώτων του. Πρέπει νὰ τιμᾷ καὶ νὰ βραβεύῃ τὴν ἀξιότητα, εἰς ὅποιον ὑποκείμενον ἤθελεν τὴν ἐπιτύχει, διὰ νὰ παρακινήσῃ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ τοὺς παραμικροτέρους.

Νὰ παιδεύῃ κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἄνευ προσωποληψίας τινὸς τὸν πταίστην, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, διὰ νὰ ἀποδιώξῃ τὸν πρὸς τὸ κακὸν στοχασμὸν ἀπὸ αὐτούς. Νὰ ἀκροάζεται τὰς γνώμας ὅλων, καὶ νὰ διορθώνῃ τὰ ἴδια σφάλματα, διὰ νὰ λατρεύεται, νὰ εἰπῶ οὕτως, ἀπὸ τοὺς πιστούς του στρατιῶτας (5), καὶ τέλος πάντων νὰ γνωρίζῃ τὸν τόπον τοῦ πολεμικοῦ θεάτρου, ὡς τὸ ἴδιόν του ὀσπίτιον, διὰ νὰ ἀποφεύγῃ κάθε ἔνεδραν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ ἀπατᾷ τοὺς στοχασμούς του.

Ὁ ἐντελὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζῃ τὴν γλῶσσαν τῶν ἐχθρῶν του, καὶ τὰς φυσικὰς κλίσεις των, νὰ γνωρίζῃ κατὰ μέρος τὸν ἀρχιστράτηγον αὐτῶν, καὶ τὴν ἀξιότητά του, ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλας τὰς στρατιωτικὰς γυμνάσεις, τῆς τε ἱππικῆς καὶ τοῦ πεζοῦ στρατεύματος, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προστάζῃ ὀρθῶς, καὶ νὰ ὑπακούεται εὐθύς. Ὡσὰν ὁποὺ ὅποιος ἀρχιστράτηγος ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου μεγάλου ἐπαγγέλματος ἄνθρωπος, δὲν ὑπακούεται, τὰς περισσοτέρας φορὰς τὸ σφάλμα εἶναι ἐδικόν του, ἐπειδὴ ὅποιος ἠξεύρει νὰ προστάζῃ, ἀναμφιβόλως καὶ ὑπακούεται (6).

Τοιαῦται γυμνάσεις καὶ μαθήσεις, μὲ πολλὰς ἄλλας, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω, ἐνεργοῦντο μὲ πᾶσαν προσοχὴν καὶ τελειότητα παρὰ τῶν προγόνων μας, καὶ αὐταὶ ἐσύνθετον τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἤτοι τὴν τακτικήν.

Περὶ δὲ τῶν στρατιωτῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν, διὰ τῆς πράξεως, ἐντελῶς, τὴν γύμνασιν τῶν ἀρμάτων, καὶ νὰ βαδίζουν τακτικῶς, νὰ ὑπακούουν εὐθὺς εἰς τὰς προσταγὰς τῶν ἀρχηγῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύλογοι.

Τέλος πάντων, πρέπει νὰ εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὸ νὰ ὑποφέρουν κάθε κόπον, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα διὰ μέσον τῆς καλῆς διοικήσεως μόνον ἀποκτῶνται, καὶ μόνη ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος καὶ πρώτη αἰτία τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.

Ἡ τακτικὴ ὅμως δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὸ νὰ ἠξεύρῃ τινὰς πῶς νὰ πολεμήσῃ εἰς ἀνοικτὴν πεδιάδα, ἐπειδὴ ἤθελεν ἀποκατασταθῆ καθ᾿ ὅλου ἀνωφελής, ὅταν ὁ ἐχθρὸς ἤθελεν εὑρεθῆ περισφαλισμένος εἰς ἕνα κάστρον, ἢ περιφυλαγμένος μέσα εἰς δύσβατα ὄρη καὶ δάση. Ὅθεν, ἡ τακτικὴ περιέχει τὰ τοῦ πολέμου ἅπαντα, καὶ μᾶλλον τὰ περὶ τῆς διαυθεντεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν χρεία εἶναι ἡ τέχνη μόνη νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς δυνάμεως, ἢ καὶ νὰ τὴν ὑπερέβῃ.

Ἡ διαυθέντευσις εἶναι, λοιπόν, τὸ δυσκολώτερον μάθημα τῆς τακτικῆς, καὶ διὰ μέσου τῆς καλῆς διαυθεντεύσεως, συχνάκις οἱ ἑκατὸν δὲν νικῶνται ἀπὸ τοὺς χιλίους. Ἡ νίκη στέκεται, ὡς καθεὶς τὸ ἐννοεῖ, εἰς τὸ νὰ θέσῃ τινὰς ἀπέναντι τοῦ δυνατοῦ τὸ δυνατότερον, ἀλλ᾿ ἡ τέχνη μόνη διδάσκει τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ τὰ γνωρίσῃ.

Δι᾿ ὃ τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι μικρὸν περὶ αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ νῦν Ἕλληνες μεγάλην χρείαν ἔχουσι καὶ ἄμποτες κανένας φιλογενὴς νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ νὰ μάθωσιν ὅλοι, πόσον ἡ τέχνη τοῦ πολέμου εἶναι μεγάλη, καὶ νὰ κλαύσουν πικρῶς, βλέποντες τοὺς ἑτεροφύλους, οἵτινες ἐδανείσθησαν τὰς τέχνας καὶ ἐπιστήμας ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, νὰ μᾶς καταφρονῶσι τόσον καὶ ἀψηφίζωσι. Ἀλλὰ δι᾿ ὀλίγον θέλουσι χαρῆ εἰς τὴν ἀγνωμοσύνην των, ἐλπίζω.

Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω, τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία, καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!

Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους· ἡ διαυθέντευσίς των διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἡρωϊκὰς πράξεις, ὥστε παράδοξον ἤθελε φανῆ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη ἐναντίον των μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη.

Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζῃ ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος, ὁπού, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787 μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάγχνως. Αὐτός, ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ ἀνεξάρτητον κράτος τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ᾿ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως, πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς, ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεὶς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸν ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν καὶ ἕνα πατέρα.

Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ὁ ἄσπλαγχνος καὶ σκληρὸς τύραννος ἐστερέωσε τὴν δυναστείαν του, ἔρριψεν εὐθὺς τὴν σκέπην τῆς προσποιήσεως, καὶ παραχρῆμα ἐξατμήθη ὅλη ἡ δυσωδία τῆς τυραννίας του. Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἰμὴ τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του (7). Οὔτε εἰς τὴν γενικὴν ἱστορίαν εὑρίσκεται παρόμοιός του. Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας σου ἀνθρωπότης! ὤ, ἀνυπόφορος ἐντροπή! ὤ, θέαμα ἐλεεινόν.

Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰς τυραννικάς του ψευδεῖς δόξας, ἴσως ἐνόμιζεν ὁ ὠμότατος τύραννος νὰ εἶναι ἀνίκητος, οὔτε νὰ ἐσώζετο πλέον εἰς τὴν γῆν τῆς δυναστείας του τινάς, ὁποὺ νὰ ἤθελεν τοῦ ἐναντιωθῆ. Ἀλλ᾿ ἰδού, τῆς ἐλευθερίας τὸ ξίφος, εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν γῆν, τοῦ ἀποδεικνύει τὴν φυσικὴν μικρότητα τῆς τυραννίας, καὶ τὸν ἀποκαταστεῖ ποταπότερον τοῦ ἰδίου του τυραννικοῦ ὀνόματος. Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται, οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του.

Ἓν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σοῦλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, ὁποὺ οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας. Οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες συνηθισμένοι εἰς τὸν θεληματικὸν κόπον μιᾶς ἡσύχου ζωῆς, ἀνυπόδουλοι, ἐξ ἀρχῆς τῆς κατοικήσεώς των εἰς ἐκεῖνα τὰ ὑψηλὰ βουνά, ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν, ἀνδρεῖοι ὡς ἐλεύθεροι, φιλόξενοι ὡς Ἕλληνες, καὶ στρατιῶται ὡς διαυθεντευταὶ τῆς πατρίδος των. Αὐτοί, λέγω, οἱ ἥρωες, ἡ τιμὴ τῆς ὑποδουλωμένης Ἑλλάδος, καὶ βεβαία ἀρχή τε καὶ πρόξενος τῆς πλησίον ἐλευθερώσεώς της, παρακινούμενοι ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς ἐλευθερίας καὶ πατρίδος των, ἐταπείνωσαν τὴν αὐθάδειαν τοῦ τυράννου, πολεμοῦντες τον ἀδιακόπως καὶ νικοῦντες τον, καὶ οὕτως ἐδιαυθέντευσαν διὰ δεκαπέντε χρόνους τὴν πατρίδα των, μὲ ἀνήκουστον θάρρος καὶ μεγαλοψυχίαν.

Τίς ἄλλη, παρακαλῶ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἰτία, εἰμὴ ὁ ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου; Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σοῦλι; Ἔ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἰτία: ὅσα ὑποδουλώθησαν παρ᾿ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του.

Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι, διὰ νὰ καταπεισθοῦν εἰς τὰ τερατουργήματα τῆς ἐλευθερίας. Εἰς αὐτὸ θέλουν ἰδεῖ ἐνθουσιασμένους ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς πατρίδος, οὐ μόνον τοὺς ἄνδρας καὶ νέους, ἀλλὰ καὶ τοὺς γέροντας, καὶ τὰ παιδία καὶ αὐτὰς τὰς ἰδίας γυναῖκας. Θέλουν ἀκούσει τὴν φοβερὰν φωνὴν τῆς θαυμαστῆς Μόσχως, ἡ ὁποία, ἀνάμεσα εἰς τὸν πολεμικὸν θόρυβον, πολεμοῦσα καὶ τρέχουσα, βλέπει ἔμπροσθέν της φονευμένον τὸν υἱόν της, καὶ ἐγκαλιάζουσα μὲ ἔνθερμον ἀγάπην τὸ νεκρὸν σῶμα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ὦ υἱέ μου, ὁποὺ τόσον τιμίως ἀπέθανες. Τὸ ὄνομά σου ἐγράφη εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀθανασίας». Ἀσπάζουσα δὲ τὸ αἱματωμένον ἡρωϊκόν του πρόσωπον, χαίρεται διὰ τοιοῦτον διαυθεντευτὴν τῆς πατρίδος, ὁποὺ ἐγέννησε, καὶ λαβοῦσα τὸ ἴδιόν του σπαθί, ὁρμεῖ κατὰ τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου, καὶ ἐκδικεῖ τὸν θάνατόν του μόνη της.

Ἂς ἰδοῦν τὸν ἄλλον ἥρωα, ὁποὺ διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος του παραδίδεται ἑκουσίως εἰς τὸν τύραννον διὰ ἐνέχυρον τῶν συνθήκων των μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ὕστερον ἀπ᾿ ὀλίγον καιρόν, θέλοντας ὁ ἄπιστος τύραννος νὰ τὸν ξαρματώσῃ, αὐτὸς φονεύεται μόνος του.

Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς, ὁποίων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία, καὶ ἂς βεβαιωθῶσι πλέον, ὅτι μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας φθάνει, διὰ νὰ δειλιάσῃ τὰς ἀνάνδρους καρδίας ὅλων τῶν μιαρῶν τυράννων τῆς γῆς.

***

Ἔ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω, καὶ θαυμαστὸς Ρήγας, ἂν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ ἦτον ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χάριτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής, ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις. Ἐξ ἀρχῆς οὖν ἐπιχειρίσθη τὸ ἐμπορικὸν ἐπάγγελμα εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, ἀλλ᾿ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος του Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ὑπὸ δουλείας, τοσοῦτον ἀδίκως βασανιζομένην, μὴν συγχωρῶντας, εἰς τοιοῦτον ἄνδρα τοιαύτας μικρὰς ἀσχολίας, ἀνεβίβαζε τὰς ἐλπίδας του εἰς ἄκρον, καὶ ἕως ἀπὸ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν του προεμελέτει κατορθώματα ἡρωϊκά, καὶ μόνον ἀνέμενε τὴν ποθουμένην εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὰ βάλῃ εἰς ἔργον.

Ὅθεν, γνωρίζοντας τὴν χρείαν τῆς μαθήσεως, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ νὰ ἀγωνισθῇ, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, εἰς τὰς ἐπιστήμας, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν ἔμαθεν ἐντελῶς τὰς χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ἤρχισε νὰ βάλλῃ θεμέλιον εἰς τὸ μεγάλον κτίριον, ὁποὺ ἡτοίμαζε. Καὶ κατ᾿ ἀρχὰς ἐσύνθεσε εἰς τὴν ἡμετέραν διάλεκτον, μὲ ἀκροτάτην σαφήνειαν, τοὺς δώδεκα Γεωγραφικοὺς Πίνακας τῆς Ἑλλάδος, καὶ διάφορα ἄλλα ἐπωφελῆ πονήματα ἔδωσεν εἰς φῶς, ἰδίοις ἀναλώμασι, πρὸς φωτισμὸν τῶν συναδελφῶν του Ἑλλήνων. Ἔπειτα δέ, συλλέγοντας τὸ ἔχειν του ὅλον, καὶ συνδρομητὰς ἐπιτυχὼν καὶ συνεργούς, ἡτοίμασε, κηδεμόνως καὶ μετὰ πάσης τῆς καλῆς τάξεως, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ εἰς ἀκμὴν ἔφερεν βεβαίας ἐπιδόσεως.

Ἀλλά, φεῦ, τῆς βασκάνου καὶ φθονερᾶς τύχης τῶν Ἑλλήνων! Ὅτε ὁ τῆς Ἑλλάδος ἐλευθερωτὴς ἦτον ἕτοιμος διὰ νὰ μισεύσῃ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων αὐτῆς, καὶ νὰ συνθλάσῃ τὰς ἁλύσους, ὁποὺ τὴν φυλάττουσιν ὑπὸ τῆς δουλείας, μὲ μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν καὶ ἐπανόρθωσιν τῶν ταλαιπώρων συμπατριώτων του, ὅταν λέγω ὁ ἄξιος Ρήγας βλέποντας τὰ πάντα ἕτοιμα, ὡς ἐβούλετο, ἐκαλοτύχιζε τὸν ἑαυτόν του, διὰ μίαν τόσον τιμίαν καὶ μεγάλην ἐπιχείρησιν, καὶ ἐπρόσμενε νὰ ἰδῇ ὀγλήγορα ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν, ἐξαλειμμένον δὲ τὸ ὀθωμανικὸν κράτος· ὅταν, τέλος πάντων, σχεδὸν βέβαιος διὰ τὸ καλὸν τέλος τοῦ ἔργου του, ἐστοχάζετο εἰς τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν τῆς πατρίδος του, καὶ εὐφραίνετο, τότε ἕνας προδότης, ὁ οὐτιδανώτερος τῶν ἀνθρώπων, ὁ πλέον μιαρὸς σκλάβος τῆς γῆς, ἀναιτίως καὶ παραλόγως, τὸν παραδίδει εἰς χεῖρας τῶν τυράννων, καὶ ἡ Ἑλλὰς χάνει εἰς αὐτὸν ἕνα ἀντιλήπτορα καὶ σωτῆρα της.

Ἀλλ᾿ ἂν ἡ φθονερὰ τύχη ἔκλεψεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ζωὴν τοιούτου Ἥρωος, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἀναγκαῖον καὶ φοβερὸν κρότον, ὁποὺ ἡ φήμη τοιαύτης ἐπιχειρήσεως ἀνέπεμψεν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν Ἑλλήνων, οὔτε ἠμπόρεσε, λέγω, νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὴν ὅρασίν των τὴν λαμπρότητα τοιούτου ἔργου. Τὸ ἀθῶον αἷμα τοῦ Ρήγα προετοίμασε τὴν ταχεῖαν ἐξάλειψιν τῶν βαρβάρων τυράννων, καὶ ὀγλήγορα θέλουσιν ἐμφανισθῆ, βέβαια, οἱ ὀπαδοί του. Τότε δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἐμπράκτως τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην μας, ὑψώνοντες εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στεφάνους δόξης καὶ θριάμβους εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὡς ἀρχηγοῦ καὶ πρώτου συνεργοῦ εἰς τὴν τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέρωσιν.

Ἴσως, τινὲς τῶν Ἑλλήνων, μὴν στοχαζόμενοι εἰς βάθος τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν, εἰς τὸν ἑαυτόν των, ὡς μάταιον τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος ὅλους ἐκείνους τοὺς δισχυρογνώμονας, οἵτινες δὲν καταπείθονται, εἰμὴ εἰς τοὺς ἰδίους των στοχασμούς, καί, ἐξακολούθως, μὴν ἐξετάζοντας τὰς ἑτέρων γνώμας, μένουν πάντοτε σταθεροὶ εἰς τὴν ἀμάθειάν των, παρακαλῶ, ὅσους τὴν ἀλήθειαν ἀγαπῶσι νὰ μάθωσι, καὶ νὰ κρίνωσι δικαίως, νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἡ τύχη εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἔχει ἄκραν δύναμιν, ὡσὰν ὁποὺ τὸ παραμικρὸν συμβὰν εἰς τὰς μεγάλας ὑποθέσεις δύναται πολλάκις νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πᾶν, καὶ κανένα ἄλλο παράδειγμα δὲν μᾶς τὸ βεβαιοῖ περισσότερον, ὅσον τὸ θλιβερὸν συμβεβηκὸς τοῦ Ρήγα.

Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνήρ, γνωρίζοντας ἀρκετῶς τὴν ποταπότητα καὶ δειλίαν τοῦ μιαροῦ συντρόφου του, τοῦ ἀχρειεστάτου, λέγω, προδότου Οἰκονόμου, μὲ τοσαύτην ἐπιμέλειαν ἔκρυψεν εἰς αὐτὸν τὰ προμελετήματά του, ὁποὺ καθόλου ὁ χυδαιότατος δὲν ὑπωψίαζεν.

Ἀλλά, φεῦ, τῆς ἀτυχίας! Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἀπὸ τὸν μισευμὸν τοῦ Ρήγα, ἔφθασεν μία γραφή του, καὶ ἔπεσεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ προδότου του, ὁ ὁποῖος, ἀνοίγοντάς την, ἀνέγνωσεν εἰς αὐτὴν σχεδὸν τὰ πάντα, καὶ παραχρῆμα τρέχει καὶ τὸν προδίδει.

Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.

Ἐπειδή, ἀγκαλὰ καὶ ἡ φρόνησίς του νὰ ἐστάθη μεγάλη, ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπόν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τῆς δουλείας. Ταχέως ὅμως, ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας θέλει ἀντιβοήσει εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, καὶ ἀφεύκτως, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται.

***

Ἰδοὺ λοιπὸν ὁποὺ ἀπεδείχθη, ἀγκαλὰ καὶ συντόμως, πλὴν μὲ σαφήνειαν καὶ ἀλήθειαν, τί ἐστὶ ἐλευθερία, ὁπόσον εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν ἀνθρώπινον εὐδαιμονίαν, καὶ ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων πρόξενος. Τώρα δὲ φανερὸν ἀποκαθίσταται τὸ ἀμέτρητον χρέος, ὁποὺ ἔχουσιν οἱ ἐλεύθεροι λαοί, εἰς τὸ νὰ τὴν διαυθεντεύωσι μὲ τὸ ἴδιον αἷμα των, καὶ τοιοῦτον χρέος, ὡς προερχόμενον ἀπὸ εὐγνωμοσύνην, διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐκπληροῦσι παντοτινὰ καὶ μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν.

Ἡ εὐγνωμοσύνη, ὦ Ἕλληνες, εἶναι τόσον γλυκεῖα ἀρετή, ὁποὺ μισητότερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸν ἀγνώμονα δὲν εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ τόσον εἶναι φυσικὴ αὐτὴ ἡ ἀρετή, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, ὁποὺ τὰ ἴδια ζῶα τὴν διατηρῶσι μὲ ἄκραν ἀκρίβειαν. Εἶναι δὲ ἓν χρέος τοῦ εὐεργετηθέντος ἡ εὐγνωμοσύνη, καὶ οὕτως εὐκόλως γεννᾶται εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνδρῶν, ὡσὰν ὁποὺ μύριαι εἶναι αἱ χάριτες, ὁποὺ παρὰ τῆς πατρίδος τῆς χορηγοῦνται. Ἀλλά, διὰ νὰ καταλάβητε ὦ Ἕλληνες, εὐκολώτερα, τὴν μεγαλειότητα τοιούτου χρέους, καὶ τὴν ζέσιν μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τὸ ἐκπληροῦσι, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ μάθητε πρότερον τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως «Πατρίς», καὶ τότε θέλετε καταλάβει, πόσον ἀναγκαία ἐξακολούθησις εἶναι ὁ πρὸς αὐτὴν ἔρως, καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ παραγόμενα θαυμάσια ἔργα.

Πατρὶς εἶναι μία λέξις, διὰ τῆς ὁποίας ὅλοι κοινῶς ἐννοοῦσι τὴν γῆν, εἰς ἣν ἐγεννήθησαν, οἱ μόνον ἐλεύθεροι ὅμως δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν μεγάλην αὐτῆς σημασίαν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ δοῦλοι ἀδιαφόρως προφέρουσι τοιοῦτον ὄνομα. Ὤ! πόσον διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς προγόνους μας οἱ ταλαίπωροι! Ἐκεῖνοι, ὅταν ὤμνυον εἰς τὴν πατρίδα των, ἔτρεμον, καὶ ἐφύλαττον τοιοῦτον ὅρκον μέχρι θανάτου, ἡμεῖς δὲ οὔτε κἂν διὰ ὅρκον νομίζομεν τοιαύτην λέξιν, καὶ αὐτό, ἀδελφοί μου, προέρχεται ἀπὸ τὴν δουλείαν, ἡ ὁποία οὖσα ἀντικειμένη καθ᾿ ὅλα εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ὅσα ἔργα εἰς τὴν μίαν δοξάζονται, εἰς τὴν ἄλλην καταφρονῶνται, καὶ ὅσα εἰς ἐκείνην πολλὰ εὐλαβοῦνται, εἰς ἐτούτην ὡς οὐδὲν λογίζονται.

Τὰ ὀνόματα, ἀγαπητοί μου, λαμβάνουν τὴν σημασίαν ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται. Ὅθεν, ἂν τινὰς δὲν γνωρίζει τὸ πρᾶγμα, εἰς οὐδὲν τοῦ χρησιμεύει ἡ ὀνομασία του. Καὶ καθὼς ὁ ἐκ γενετῆς ἀόμματος, προφέροντας τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν χρωμάτων, οὐδὲν ἐννοεῖ, ἐπειδὴ δὲν εἶδε ποτὲ τὰ χρώματα, οὕτως καὶ οἱ νῦν Ἕλληνες μὲ τὸ «Πατρὶς» ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι, εἰμὴ τὴν γῆν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν, ἐπειδὴ τοὺς λείπει ἡ ἐλευθερία.

Ἡ λέξις «Πατρὶς» ἐρέθιζε εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν προγόνων μας ὅλας τὰς ἰδέας τῶν καλῶν τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅλην τὴν εὐδαιμονίαν τῆς ζωῆς των (8). Καὶ διὰ τοῦτο, ὅλοι ὁμοῦ, εἰς τὴν πατρίδα των μόνον εὕρισκον τὴν εὐτυχίαν των, καὶ δι᾿ αὐτὴν μόνον ἐφύλαττον τὴν ζωήν των, τὴν ὁποίαν ἐθυσίαζον εἰς κάθε της χρείαν. Θαυμάζουν οἱ δοῦλοι, βλέποντες τοὺς ἐλευθέρους στρατιῶτας νὰ ἀψηφῶσι τοσοῦτον τὸν θάνατον, καὶ νὰ ὁρμῶσι μὲ ἀνέκφραστον θάρρος εἰς ἀπάντησίν του.

***

Δὲν μοῦ φαίνεται, λοιπόν, ἄχρηστον, νὰ σᾶς φανερώσω ἐν συντόμῳ τὰς αἰτίας, μάλιστα νομίζω, νὰ εἶναι ἀναγκαιότατον, διὰ νὰ μάθωσιν ὅσοι τὸ ἀγνοοῦσιν, ὅτι ὁ ἐλεύθερος ἀγαπᾶ τὴν ζωήν του, ὡς καὶ ὁ δοῦλος, καὶ περισσότερον. Ἂν δέ, εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, μὲ τόσην ἀδιαφορίαν τὴν θυσιάζει καὶ μὲ εὐχαρίστησιν, αὐτὸ ἀκολουθεῖ μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶ περισσότερον τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, μὲ τὸ νὰ μὴν ξεχωρίζῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς δούλους δὲν εὑρίσκεται.

Ἡ ὕπαρξις, βέβαια, εἶναι κατὰ πολλὰ γλυκεῖα, καὶ ἡ ζωὴ εἶναι τὸ τιμιώτερον πρᾶγμα εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἀνόητος, λοιπόν, ἤθελεν εἶναι ὅποιος δὲν τὴν νομίζει τοιαύτην. Ἀλλά, πῶς τοσοῦτοι, διὰ μικρόν τι, κινδυνεύουν αὐτὴν τὴν ζωήν των, καὶ οὐκ ὀλίγοι αὐτόκτονοι ἀποκαθίστανται; Ὅθεν, εἶναι φανερόν, ὅτι ἂν καὶ ἡ ζωή, εἶναι τὸ τιμιώτερον πρᾶγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ εὐτυχία ὅμως καὶ τὸ καλῶς ἔχειν του εἶναι πολλὰ περισσοτέρας τιμῆς ἄξια καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν του ζωήν.

Ἡ ὕπαρξις εὐφραίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζῇ εὐχαριστημένος, καὶ ὅταν χωρὶς θλίψεις καὶ βάσανα, ἀπερνᾶ τὸν καιρὸν τῆς ὑπάρξεώς του ἐλευθέρως, μὲ ἡσυχίαν, χωρὶς κυρίους οὔτε τῶν ἔργων του, οὔτε τῶν λόγων του, τέλος πάντων, ὅταν ζῇ εὐτυχής. Ἀλλ᾿ ὁποίαν ἡδύτητα ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ ὁ ταλαίπωρος δοῦλος εἰς αὐτὴν τὴν ζωή του, ὅταν οὔτε νὰ ὁμιλήσῃ, οὔτε κἂν νὰ στοχασθῇ ἠμπορεῖ, ὡς βούλεται;

Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ νὰ μὴν αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι, ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον ὁ δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν κινήσῃ ἐναντίον του.

Ὅταν ὅμως ἡ δυστυχία ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς παύει, καὶ ὁ πάσχων θανατοῦται. Μία ἀσθένεια, παραδείγματος χάριν, ἀνίατος καὶ πολυχρόνιος καὶ ἀνυπόφορος, ἀποκαταστεῖ αὐτόκτονα τὸν ἄρρωστον, καθὼς φονεύει ἕνα γεννήτορα μία βεβαία καὶ μεγάλη ἔνδεια, ἡ ὁποία ὑστερεῖ τὴν ζωοτροφίαν τῶν τέκνων του καὶ τῆς συζύγου του. Τὰ πάθη, πρὸς τούτοις, τῆς ψυχῆς, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πεπροικισμένος ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ συχνάκις πολλὰ μεγαλειτέραν, ἀπὸ τὰς καθ᾿ αὑτὸ χρείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλάκις ἕνα ἐραστὴν νὰ φονεύεται διὰ τὴν ἀπιστίαν τῆς φίλης του, καθὼς καὶ ἕνας φιλάργυρος θανατοῦται, ὅταν τοῦ κλεφθῇ ὁ θησαυρός του, καὶ οὕτως καθεξῆς.

Φανερὸν εἶναι λοιπόν, ὅτι τὰ πάθη καὶ αἱ δυστυχίαι, ὅταν αὐξάνουσι περισσότερον ἀπὸ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς ἀφανίζεται, καὶ ἐξακολούθως ὁ πάσχων φονεύεται. Ἀλλά, τὰ πάθη καὶ αἱ φυσικαὶ κλίσεις καὶ διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι διάφοροι καὶ πολυποίκιλοι, διὰ τοῦτο, ἄλλος μὲν τρέχει μὲ θάρρος καὶ χωρὶς φόβον ἐναντίον δέκα ἐχθρῶν, εὑρισκόμενος δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ταξίδιον διὰ θαλάσσης, τρέμει εἰς κάθε παραμικρὸν αὔξημα τοῦ ἀνέμου, καὶ ὁ ναύκληρος, ἐξ ἐναντίας, ὁποὺ τόσον μεγαλοψύχως πολεμεῖ μὲ τὰς τρικυμίας, φοβεῖται νὰ ἀπαντήσῃ ἕνα ἐχθρὸν καὶ νὰ πολεμήσῃ.

Ποῖος, μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ ἀδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καὶ θεωρεῖ μὲ ὄμμα ἀπτόητον τὸν θάνατόν του εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀντικειμένου ἄρματος, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸν σῶμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ οὕτως, καθεὶς διαφέρει τοῦ ἄλλου.

Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, τὸ μόνον ὁποὺ νὰ παρακινῇ ὅλους ὁμοίως, καὶ τὸ ἀνώτερον, εἶναι ἡ φιλοδοξία. Διὰ μέσον τῆς ἀληθοῦς φιλοδοξίας, ἀποκαθίστανται ἥρωες οἱ ἐλεύθεροι, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ δόξα συνίσταται εἰς τὴν διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των καὶ τῆς ἐλευθερίας των.

Τῇ ἀληθείᾳ προξενεῖ θαυμασμόν, εἰς ὅποιον στοχάζεται τὰ ὅσα βλέπει νὰ ἀκολουθοῦν, καὶ τὰ ὅσα οἱ ἱστορικοὶ διηγοῦνται νὰ ἠκολούθησαν, νὰ βλέπῃ, λέγω, νὰ πολεμοῦν δοῦλοι μὲ δούλους, ἐλεύθεροι μὲ ἐλευθέρους, καὶ δοῦλοι μ᾿ ἐλευθέρους, νὰ φονεύωνται ἀλλήλων των τόσον ἀσπλάγχνως, καί, τὰς περισσοτέρας φοράς, χωρὶς μεγάλας αἰτίας. Τί, ἆραγε, νὰ τοὺς παρακινῇ εἰς αὐτὸν τὸν ἀμοιβαῖον ἀφανισμόν, ὦ Ἕλληνες;

Διὰ μὲν τοὺς ἐλευθέρους, λοιπόν, θέλει παύσει ὁ θαυμασμός σας, ἀφοῦ ἐνθυμηθῆτε τὰ ἄνω ρηθέντα περὶ αὐτῶν, ἀφοῦ, λέγω, στοχασθῆτε, ὅτι ὁ ἐλεύθερος εἶναι παρακινημένος ἀπὸ τὴν δόξαν. Αὐτὸς φονεύεται διὰ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, θυσιάζεται διὰ νὰ διαφυλάξῃ τοὺς νόμους του, καὶ πολεμεῖ διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Ὁ ἐλεύθερος, ὦ Ἕλληνες, δὲν ἠξεύρει νὰ ζήσῃ ἀλλεωτρόπως, εἰμὴ ἐλευθέρως· λοιπόν, ἀγοράζει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μὲ τὸν θάνατόν του, οὔτε κἂν ἀμφιβάλλει, ὅτι ἄνευ ἐλευθερίας εἶναι ζωὴ δι᾿ αὐτόν.

Ὁ ἐλεύθερος λαός, ὦ ἀγαπητοί μου, ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς μίαν φαμίλιαν. Οἱ νόμοι εἰς τοὺς πολίτας εἶναι ὡς οἱ γεννήτορες εἰς τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ καθὼς αὐτὰ ἔλαβον ἀπὸ τὴν ἰδίαν φύσιν τὸ ἀπαραίτητον χρέος εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσουν τοὺς γονεῖς των, οὕτως καὶ οἱ συμπολῖται διὰ μέσον τῆς ἐλευθερίας χρέος ἔχουσι νὰ διαυθεντεύσωσι τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των. Ἀλλὰ ποῖος δὲν διαυθεντεύει τὴν μητέρα του; Ἐγὼ νομίζω, νὰ μὴν ἀτιμάζῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, καὶ νὰ εὑρίσκεται ἓν τόσο μισητὸν τέρας ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. Οὕτως λοιπόν, ἂν ὁ ἐλεύθερος διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, μὲ τὸ ἴδιόν του αἷμα, κάμνει τὸ χρέος του.

Καί, καθὼς ἄν, νυκτός, εἰσέλθουν κλέπται εἰς οἶκον τινά, τὰ δὲ τέκνα διαυθεντεύοντας τοὺς γεννήτοράς των καὶ τὴν περιουσίαν των, ἤθελαν φονευθῆ ὅλα, καθεὶς χωρὶς ποσῶς νὰ θαυμάσῃ, ἤθελεν ἐπαινέσει μόνον τὴν ἀξιότητα καὶ εὐγνωμοσύνην τῶν τέκνων, πολλὰ περισσότερον δὲν πρέπει νὰ θαυμάσῃ τινάς, ὅταν θεωρῇ τους ἐλευθέρους νὰ ὁρμῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, διότι αὐτοὶ διαυθεντεύουσι τὴν πατρίδα των, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀγαπήθησαν, εἰς αὐτὴν ἀνετράφησαν, ἀπὸ τοὺς νόμους της ἐδικαιώθησαν, καὶ εἰς αὐτὴν μόνον χαίρονται τὴν ἀληθῆ ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν.

Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἀκούσῃ τὸν πολεμικὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος καὶ νὰ μείνῃ ἀκίνητος; Πῶς, λέγω, νὰ μὴν ὁρμήσῃ ὁ υἱὸς ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὁποὺ μέλλει νὰ φονεύσῃ τὴν μητέρα του; Ποῦ μένει τόπος τῆς φιλοζωΐας, ὅπου εἰσέρχεται ὁ θεῖος καὶ ἡρωϊκὸς ἐνθουσιασμὸς τῆς ἐλευθερίας; Ποῦ στοχάζεται τὸν θάνατον ὁ ἐλεύθερος, ὅταν βλέπῃ νὰ πλησιάζουν εἰς τὴν πατρίδα του αἱ φοβεραὶ ἁλύσοι τῆς δουλείας; Ἔ! ἀδύνατον εἶναι, ὁμογενεῖς μου ἀγαπητοί, ἀδύνατον βέβαια εἶναι νὰ περιγραφθοῦν ὅσον αἰσθάνονται, ἐκείνη ἡ μεγαλοψυχία, τὸ θάρρος, ἡ ἀνδρεία, καὶ ἡ χαρά, ὁποὺ μόνον εἰς τοὺς ἐλευθέρους φαίνονται, ὅταν ὁ ἀρχιστράτηγος κράζῃ: ἄγωμεν, συμπολῖται, κατὰ τῶν ἐχθρῶν! ἂς ὑπάγωμεν νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν γλυκυτάτην μας πατρίδα, ἂς δειχθῶμεν εὐγνώμονες εἰς τὰς καθημερινὰς χάριτας, ὁποὺ μὲ τὴν ἐλευθερίαν μᾶς δίδει, καὶ ἂς ἐκτελέσωμεν τὸ χρέος μας.

Ὁ πατὴρ χαίρεται, βλέποντας τὴν προθυμίαν τοῦ υἱοῦ του, εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὰ ἅρματά του, καὶ νὰ τρέξῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ὁ νέος αἰσθάνεται εἰς τὴν καρδίαν του βαθμηδὸν νὰ αὐξάνῃ ὁ πατριωτικὸς καὶ τῆς δόξης ἔρως, θεωρῶντας τὸν πατέρα του νὰ ἡτοιμάζεται, αἱ μητέρες καὶ ἀδελφαί, μὲ ἀμίμητον ἡδονήν, βλέπουσι τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν υἱῶν των καὶ ἀδελφῶν των εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν κοινὴν μητέρα των. Τὰ παιδία καὶ οἱ γέροντες, μὲ εὐχὰς καὶ φωνὰς ἀγαλλιάσεως, δεικνύουσι τὴν εὐχαρίστησίν των.

Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των, καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς αἰῶνας.

Ἐκεῖνοι οἱ ἥρωες, ὅταν ἐκπορεύοντο πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐχθρῶν των, αἱ ἴδιαι μητέρες ἔδιδαν αὐτῶν τὰς περικεφαλαίας, καὶ τῶν ἔλεγον, «ἢ ἐπιστρέψετε μὲ αὐτὰς εἰς τὴν κεφαλήν, ἢ ἐπάνω εἰς αὐτάς», ἐπειδὴ ἐσυνήθιζον τοὺς ἐν πολέμῳ θανόντας, νὰ φέρωσιν ἐπάνω εἰς τὰς ἰδίας των περικεφαλαίας, καὶ κανεὶς ἔτι ζῶν δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτήσῃ τὰ ἄρματά του, διὰ τὴν ἄκραν ἀτιμίαν, ὁποὺ μία τοιαύτη δειλία ἐπροξενοῦσεν εἰς ὅποιον ἤθελε τὴν κάμει.

Τὸ κοινὸν χρέος ὑποχρεοῖ τοὺς ἐλευθέρους ἄνδρας, ἢ νὰ νικήσουν, ἢ νὰ ἀπεθάνουν. Ἀλλοίμονον, ὦ Ἕλληνες, εἰς τοὺς λιποτάκτας καὶ αὐτομόλους! Αὐτοὶ εἰς τοὺς προγόνους μας δὲν ἠμποροῦσαν πλέον νὰ χαροῦν οὐδένα ἀπὸ τὰ νόμιμα δίκαια τῶν συμπολιτῶν, αὐτοὶ ἐμισοῦντο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συμπατριῶτας των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους των γεννήτορας. Οἱ συγγενεῖς των ἐντρέποντο, ὅταν ἤκουον τὰ ὀνόματά των, εἰ μὲν ἦτον ἄγαμοι, κανεὶς δὲν τοὺς ἔδιδε τὴν θυγατέρα του διὰ γυναῖκα, καὶ ἂν ἦτον ὑπανδρευμένοι, ἐβδελύττοντο ἀπὸ τὰς ἰδίας των συζύγους καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια τέκνα των.

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν προκρίνῃ ὁ ἐλεύθερος χίλιας φορὰς καλλιότερα τὸν θάνατον, ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἄτιμον ζωήν, καὶ νὰ φύγῃ; Μήπως τοῦ ἔμνησκεν ἴσως ἐλπίδα νὰ σμικρύνῃ τὴν ἀτιμίαν του, διὰ μέσου τῶν προγόνων του; Ἔ! τὰ τοιαῦτα οὐτιδανὰ μέσα, ὁποὺ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀνθίζουν, ὡς οὐδὲν λογίζονται εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, καὶ ὄχι μόνον ὁ δειλὸς ἐκατάσταινε τὸν ἑαυτόν του τόσον ἄτιμον, ἀλλὰ διεδίδετο τοιαύτη ἀτιμία καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του, εἰς τρόπον, ὁποὺ τὰ τέκνα του τὸν ἀναθεμάτιζον καὶ ἐντρέποντο νὰ κράζωνται υἱοί του, ἕως ὁποὺ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ των, μὲ κανένα ἄξιον ἔργον, ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ ξαναλάβουν τὴν χαμένην των δόξαν καὶ κοινὴν ὑπόληψιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος, παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας, οὔτε ἐστοχάζετο κἂν εἰς τὴν ζωήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δόξαν τῆς νίκης καὶ εἰς τὸ χρέος τὸ πατριωτικόν.

Ἰδού, ὁποὺ παύει ὁ θαυμασμός, ὦ Ἕλληνες, ὡς πρὸς τοὺς ἐλευθέρους, ἂν μὲ τόσην ἀφθονίαν ἐκχύουσι τὸ αἷμα των. Πόσον ὅμως πρέπει νὰ θαυμάζῃ τινάς, ὅταν βλέπῃ, καὶ καθημερινῶς τὸ βλέπει, τοὺς δούλους νὰ φονεύωνται εἰς τοὺς πολέμους, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί, ἐκείνους, λέγω, τοὺς ταλαιπώρους στρατιῶτας, οἱ ὁποῖοι μὲ βίαν καὶ δυναστείαν ἁρπάζονται διὰ προσταγῆς τῶν σκληρῶν τυράννων των ἀπὸ τὰς πτωχικάς των οἰκίας, καὶ ἀκουσίως βαδίζουν εἰς ἄφευκτον ἐσφαγιασμόν, ἐκείνους τοὺς ἀθλίους, λέγω, καὶ μισθωτοὺς αἰχμαλώτους καὶ ἐπὶ ζωῆς των ἀνελευθέρους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν νεότητά των μέχρι τοῦ ἐσχάτου γήρατός των τυραννοῦνται καὶ βασανίζονται, κακῶς ἐνδυμένοι, καὶ συχνῶς ραβδισμένοι, οὖσα ἡ τροφή των πολλὰ χειροτέρα ἀπὸ ἐκείνην τῶν ἰδίων ἀλόγων ζῴων, χωρὶς ποτὲ νὰ ῾λπίζουν, βεβαίως, βραβεῖα εἰς τὰ ἄξια κατορθώματά των, χωρὶς νὰ εἶναι κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των, ὄχι εἰς τὸ νὰ πράξουν κατὰ τὴν θέλησίν των, ἀλλ᾿ οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσουν, πάντοτε ὑβρισμένοι καὶ καταφρονημένοι, ὑποφέροντες μίαν ἄδικον καὶ βιαστικὴν παρθενίαν, καὶ γηράζοντες, χωρὶς νὰ ἠμποροῦν νὰ εἰποῦν ὅτι ἔζησαν.

Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς, παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ὁ ἀθῶος ἐφυλάχθη ἀπὸ τοὺς νόμους; Πότε ἐτόλμησεν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φωνάξῃ μὲ θάρρος ἔμπροσθεν ὅλων τῶν ἐχθρῶν του: «Οὐχί! δὲν σᾶς φοβοῦμαι, ἐγὼ εἶμαι διαυθεντευμένος ἀπὸ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θέλει σᾶς τιμωρήσουν διὰ τὴν συκοφαντίαν σας»;

Οὐδέποτε, ἀγαπητοί μου. Αὐτοὶ δὲν εἶδον κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου των, καὶ τρέμουσι εἰς κάθε προσταγήν του, χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ τόσον βδελυκτοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἐνταυτῷ τόσον ἄξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Βέβαια, μεγάλη εἶναι ἡ ἀναισθησία αὐτῶν τῶν δούλων, καὶ ὠφέλιμον εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας, διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς.

Ἀπεδείχθη ἀνωτέρω, ὅτι ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος φονεύεται εἰς τὸν πόλεμον ἑκουσίως διὰ δύο ἀφορμάς, διὰ εὐγνωμοσύνην δηλαδὴ πρὸς τὴν πατρίδα του, καὶ διὰ τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ γένους του, ἤτοι τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀλλὰ εἰς τοὺς δούλους ἀμφότερα δὲν ἔχουν τὸν τόπον τους, ἐπειδὴ οὔτε πατρίδα, οὔτε τιμὴν ἔχουσιν οἱ ταλαίπωροι. Τὴν πατρίδα των τὴν ἐπώλησαν τῆς ἰδίας ἀτιμίας, ὁποὺ εἰς τὸν θρόνον εὑρίσκεται, καὶ ἐξακολούθως αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, δὲν ἠμποροῦσι νὰ ἔχωσι τὴν ἀληθῆ τιμήν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν κύρωσιν τῶν νόμων καὶ τῶν λοιπῶν συμπολιτῶν εἰς τὰς κατὰ μέρος πράξεις τοῦ καθενός· εἰς αὐτοὺς φθάνει ἡ κύρωσις μόνο τοῦ τυράννου, διὰ νὰ καταστήσῃ χρηστὰ τὰ πλέον βδελυκτὰ ἔργα.

Ἄλλη, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ αἰτία, ὁποὺ τοὺς παρακινεῖ νὰ θυσιάζωνται τόσον ἀνοήτως, εἰμὴ ὁ φόβος. Ἡ φύσις, ἀδελφοί μου, ὁποὺ ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας μας τὴν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ἤτοι τὴν ἐλπίδα, διὰ νὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ ἕνα ἄφευκτον καὶ γενικὸν ἀφανισμόν, ὡς ἄνωθεν εἶπον, μετὰ τῆς ἐλπίδος, ἡ ἰδία φύσις, διὰ νὰ μὴν μᾶς ἀποκαταστήσῃ παντάπασιν ἀναισθήτους, μᾶς ἔδωσεν τὴν ὑποψίαν πρὸς τὸ χεῖρον, ἤτοι τὸν φόβον.

Ὁ μὲν ἐλεύθερος, λοιπόν, οὔτε ἐλπίζει, οὔτε φοβεῖται εἰς τὸ ὅ,τι μέλλει νὰ πράξῃ, διότι εἶναι βέβαιος, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι, ἂν πράττῃ καλῶς, ἤτοι κατὰ τὰς νομικὰς διαταγάς, βραβεύεται, καὶ ἂν πράττῃ ἐναντίον αὐτῶν, παιδεύεται. Ἀλλ᾿ ὁ δοῦλος ἐξ ἐναντίας, ἀπὸ μίαν ὥραν εἰς ἄλλην, ἀπερνᾶ ἀπὸ μεγάλας ἐλπίδας εἰς ἄκρον φόβον, ὄντας βέβαιος καὶ αὐτός, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι ἢ καλῶς, ἢ κακῶς πράξῃ, ποτὲ μὲν βραβεύεται, ποτὲ δὲ θανατοῦται, ὡσὰν ὁποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ προϊδῇ τοῦ τυράννου τὴν θέλησιν, ἡ ὁποία μεταβάλλεται κάθε στιγμήν.

Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται, καὶ τοσοῦτον οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν, ὁποὺ πάντοτε φοβοῦνται τὸ ὅ,τι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς φοβίσῃ. Πλήν, ἡ ἀναισθησία των τοὺς κρύπτει τὴν ἀλήθειαν.

Ὁ τύραννος τρέμει, ἐπειδὴ αὐτὸς μόνον γνωρίζει τὴν καθαυτὸ ἀδυναμίαν μιᾶς ἀπολελυμένης ἀρχῆς, καὶ κάθε φορὰν ὁποὺ βλέπει τοὺς τυφλοὺς δούλους του, βλέπει ἐνταυτῷ τὴν βρωμερὰν ζωήν του νὰ κρέμαται ἀπὸ ἓν πτενὸν ράμα, καὶ πάντοτε λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: «Ἔ! ἂν αὐτοὶ προφέρουν μίαν φορὰν τὸ ὄχι, ἡ δύναμίς μου τελειοῦται.» Πλήν, ματαίως καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες, ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν.

Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι; Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα.

Φεῦ! ὦ ἀνυπόφορος ἐντροπὴ τῆς ἀνθρωπότητος! Ἕως πότε ἡ φωνὴ τῆς φιλοσοφίας θέλει λαλεῖ τὴν ἀλήθειαν ματαίως! Ἕως πότε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀτιμάζουν τὴν ἀνθρωπότητα! Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, φυλάττουσιν εἰς τὴν φυσιογνωμίαν των τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τῆς δουλείας των, καὶ κάθε ἐλεύθερος μὲ μεγάλην εὐκολίαν γνωρίζει τὸν δοῦλον. Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.

Διὰ τοῦτο, καὶ ὁ θαυμαστὸς τῶν Ἀθηνῶν ἀρχιστράτηγος, γνωρίζοντας νὰ εὑρίσκοντο μερικοὶ ξένοι δοῦλοι, καὶ δειλοί, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἐλεύθερους στρατιῶτας του, καὶ μέλλοντας νὰ συγκροτήσῃ τὴν μάχην μετὰ τῶν ἐχθρῶν, ἠθέλησεν νὰ ἐβγάλῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια ἀπὸ τὸ στράτευμά του, καὶ ἐπιχειρίσθη τὸν ἀκόλουθον τρόπον: «Ὅποιος ἀπὸ ἐσᾶς», τοὺς λέγει, «ὦ στρατιῶται, κατὰ τύχην ἀλησμόνησε κανένα πρᾶγμα του εἰς τὴν πόλιν, ἂς ὑπάγῃ νὰ τὸ πάρῃ, καὶ ἔπειτα ἂς ξαναγυρίσῃ», εἰς τρόπον ὁποὺ ὅλοι οἱ δειλοὶ μὲ αὐτὴν τὴν πρόφασιν ἀνεχώρησαν. Καὶ τότε αὐτὸς ἐφώναξεν: «Ἰδού, συμπολῖται μου, ὁποὺ εἴμεθα ἐλεύθεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ βάρη. Οἱ ἄνανδροι ἔφυγον, καὶ ἡ νίκη εἶναι βεβαία διὰ ἡμᾶς». Καθὼς καὶ ἠκολούθησεν.

Ἂν κανένας ἀρχιστράτηγος δούλων ἤθελε κάμει τοιαύτην δοκιμὴν εἰς τοὺς στρατιῶτας του, βέβαια δὲν ἤθελεν ἐκχυθῆ αἷμα μὲ τελειότητα, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι ἤθελαν ἐπιστρέψει εἰς τὴν πολιτείαν. Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «Ἂν ἐγὼ δὲν διαυθεντεύσω τὴν πατρίδα μου, ποῖος θέλει διαυθεντεύσει ἐμένα; Ἐγὼ εἰς αὐτὴν ἐλπίζω τὴν εὐτυχίαν μου. Ἐγὼ εἰς τὸν ναόν της ὡρκίσθην, ἐνώπιον ὅλων μου τῶν ἀδελφῶν, νὰ ἀπεθάνω δι᾿ αὐτήν, πῶς νὰ γίνω ἐπίορκος; Ἐγὼ εἰς τὴν γῆν της ἔχυσα τοὺς ἱδρῶτας μου, πῶς νὰ ἀφήσω τοὺς καρπούς της εἰς χεῖρας ἀλλοτρίων; Ἐγώ, τέλος πάντων, εἶμαι ἓν μέρος τοῦ ὅλου, πῶς νὰ τὸ ἀσχημίσω μὲ τὴν ἔλλειψίν μου; Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν, οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; Ἴσως εἶναι ἡ λύπη δι᾿ αὐτὴν τὴν ὑστέρησιν; Ἀλλ᾿ ἤθελεν εἶναι ἀνοησία, νὰ λυπῆται τινὰς διὰ ἕνα κακόν, ὁποὺ ἀκόμη δὲν ἤθελε τοῦ συνέβη, καὶ ὅταν τοῦ συμβαίνῃ ὁ θάνατος, τότε δὲν εἶναι πλέον εἰς καιρὸν νὰ λυπηθῇ. Ὅθεν, ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του. Ἔ! αὐτὴ ἡ ζωή μου εἶναι ἓν δῶρον της. Ἐγὼ ἔζησα ὑποκάτω εἰς τοὺς νόμους της, ἔπια τὰ ὕδατά της, ἔφαγα τοὺς καρπούς της. Πρέπει, λοιπόν, νὰ τὴν διαυθεντεύσω, καὶ ὡς θνητός, πλὴν ἀληθὴς συμπολίτης, νὰ ἀποκαταστήσω ἐπωφελῆ καὶ τὸ ἴδιον τέλος τῆς ζωῆς μου. Ἡ νίκη, ἢ ὁ θάνατος ἂς μὲ στέψωσιν, καὶ ἂς φύγῃ μακρόθεν ἀπὸ ἐμὲ κάθε δειλὸς στοχασμός. Ναί, πατρίς μου ἱερά, ἐγὼ τρέχω πρὸς διαυθέντευσίν σου, ἄμποτες νὰ ἀποδειχθῶ εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς σου καὶ νὰ συναριθμηθῶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν διαυθεντευτῶν σου».

***

Τοιουτοτρόπως, ἀδελφοί μου, ὁμιλεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὅταν εὑρίσκεται ἁρματωμένος πρὸς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκπληροῦσιν οἱ ἐλεύθεροι τὸ χρέος των πρὸς τοὺς συμπολίτας των, πρὸς τὴν πατρίδα των, πρὸς τοὺς συγγενεῖς των, καὶ πρὸς τοὺς φίλους των. Λέγω πρὸς τοὺς φίλους των, ἐπειδὴ ἡ φιλία, ὑπὸ τῆς νομαρχίας, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας.

Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες, ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα καλά, ὁποὺ ὑστερεῖ τῆς ἀνθρωπότητος, κατασταίνει πρὸς τούτοις καὶ τὴν φιλίαν ἓν κτῆμα ἐπικίνδυνον. Ἡ φιλία, ἀδελφοί μου, γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ ἰδεῶν δύο ὑποκειμένων, καὶ αὐτὸ ἀκολουθεῖ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, εἰς τρόπον ὁποὺ θέλοντας ὁ ἕνας ὅ,τι θέλει καὶ ὁ ἄλλος, ἀγαπῶνται ἀμοιβαίως, καὶ τοιαύτην ἀγάπην οὐδὲν μέσον εἶναι ἱκανὸν νὰ τὴν διαλύσῃ, οὔτε ἡ ἰδία τυραννία δύναται νὰ σμικρύνῃ τὴν δύναμίν της, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας, καὶ ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀπουσία περισσότερον τὴν στερεοῦσι, καὶ ἀσφαλεστέραν τὴν ἀποκαθιστῶσι.

Αἱ δυστυχίαι τοῦ ἑνὸς φίλου λογιάζονται ὡς ἴδιαι παρὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ἀμφότεροι χαίρονται εἰς τὰς ξεχωριστάς των εὐτυχίας. Ὁ ἕνας κινδυνεύει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ ἐκείνην τοῦ φίλου του, ὁ ἄλλος ἐξοδεύει ὅλην τὴν περιουσίαν του, διὰ νὰ φυλάξῃ τὸν φίλον του, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς δύο ἀληθεῖς φίλους τὰ πάντα εἶναι κοινά, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ μεγάλου Πυθαγόρα.

Ὤ, πόσα παραδείγματα μᾶς παρασταίνει ἡ ἱστορία πρὸς τιμὴν τῆς φιλίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ σιωπήσω τὸ ἀκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τοῦ Τυράννου εἰς Συρακούζην, ἐσυκοφαντήθη πρὸς αὐτὸν παρά τινος προδότου ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἑνωμένος μὲ τοὺς ἡδυτάτους δεσμοὺς μιᾶς εἰλικρινεστάτης φιλίας. Ὁ τύραννος οὖν, κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐπὶ θρόνου καθημένων, καταδικάζει τὸν ἀθῶον εἰς θάνατον, καὶ δὲν καταδέχεται οὔτε κἂν νὰ τὸν ἰδῇ, ὄχι δὲ νὰ τὸν ἀκούσῃ. Μανθάνει ὁ ἀθῶος τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς ἔκπληξιν, ὡσὰν ὁποὺ ἐγνώριζε, ὅτι οἱ δοῦλοι ὑπόκεινται εἰς τὸ νὰ χάσουν τὴν ζωήν των εἰς κάθε στιγμήν, καὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ τυράννου. Δὲν λυπεῖται δι᾿ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἄφηνε τὰς ὑποθέσεις του εἰς ἄκραν ἀταξίαν. Διὸ τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ δακρύων τὸν παρακαλεῖ, νὰ ἀναβάλῃ τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου του διὰ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, διὰ νὰ διορθώσῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ὀσπιτίου του, καὶ ἔπειτα μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον. Ὁ τύραννος, λοιπόν, τοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι ἤθελε τοῦ κάμει τοιαύτην χάριν, πλὴν ὑπωψίαζε, μήπως δὲν ἤθελεν ἐπιστρέψει, καὶ διὰ τοῦτο ἂν ἤθελε τοῦ προσφέρει ἕνα ἐγγυητὴν - τὸν ὁποῖον νὰ ἤθελε θυσιάσει, ἂν αὐτὸς ἤθελε τὸν ἠπατήσει - τότε ἤθελε τοῦ δώσει τὴν ἄδειαν. Ἀκούσας δὲ ὁ φίλος του αὐτά, εὐθὺς τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ χαρᾶς τοῦ λέγει, δεικνύοντας τὸν ἑαυτόν του: «Ἰδοὺ ὁ ἐγγυητής του. Ἐγὼ μένω εἰς φυλακήν, ἕως εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φίλου μου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιασθῶ εἰς ἔλλειψίν του».

Τότε ὁ τύραννος ἐπροσδιώρισεν τὴν ἡμέραν, ἕως εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸν προσμείνει, καὶ παραχρῆμα ὁ μὲν πρῶτος ἀνεχώρησεν, ὁ δ᾿ ἄλλος ἐβάλθη εἰς φυλακήν. Καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἰδεασθῇ τὴν χαρὰν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς εὐπραξίας, ὁποὺ ἀμφότεροι αἰσθάνθησαν. Ἐπῆγεν, λοιπόν, εἰς τὸ ὀσπίτιόν του καὶ μετὰ πάσης σπουδῆς ἐδιώρθωσε τὰς ὑποθέσεις του, δίδοντας δὲ τὸν ὑστερινὸν ἀσπασμὸν εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τέκνα του, ταχέως ἐπέστρεφεν πρὸς τὸν τύραννον, καὶ ἔφθασεν πρὶν τοῦ τέλους τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, βλέποντας τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τρόπον τινὰ ἐκινήθη εἰς σπλάγχνος καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ἀμφοτέρους.

Ἰδού, ὦ ἀγαπητοί μου, πόσον δύναται νὰ πράξῃ ἡ φιλία, ὅταν εὑρίσκεται ὄντως ριζωμένη εἰς τὰς καρδίας δύο ὑποκειμένων. Στοχάζεσθε, ἴσως, νὰ εἶχον αὐτοὶ οἱ δύο φίλοι καρδίας δούλων; Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθίσῃ τοιαύτη φιλία εἰς σκλαβωμένας καὶ δούλας ψυχάς; Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, ἂν καὶ κατὰ συμβεβηκὸς συμφωνήσουν εἰς μερικὰς ἰδέας των, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ συμφωνήσουν εἰς τὸν κυριώτερον σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εὐτυχίας των, ὡσὰν ὁποὺ καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμενος εἰς μίαν παντοτινὴν ἀβεβαιότητα, φυλάττει καθεὶς ξεχωριστὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ ζῇ, καὶ ἐξακολούθως προσπαθεῖ διηνεκῶς νὰ διαφθείρῃ τὴν διαγωγήν του, καὶ νὰ τὴν παρομοιάζῃ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ τὸ πᾶν κρέμαται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας.

Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.

Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον, νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του. Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία, ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος.

Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια, εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται. Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.

Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου, ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας, καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.

Ἀλλά, ποτὲ δὲν ἤθελα τελειώσει, ἂν ἤθελα περιγράψει καταλεπτῶς τῶν διαφόρων ὑποδουλωμένων λαῶν τὰς ἀσελγείας καὶ κακὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι διαφέρουσι ἀλλήλων, ὡς καὶ αἱ τυραννίαι διάφοροι ἀποκαθίστανται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πρῶτα ἤθη τοῦ ὑποδουλωθέντος λαοῦ, ἀπὸ τὸ κλῖμα, ἀπὸ τὴν ποσότητα τῶν κατοίκων, ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἀπὸ μύρια ἄλλα αἴτια, ὁποὺ δὲν ἀναφέρω, χάριν συντομίας. Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον, ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν, ἢ ἀπὸ μόνην φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον.

Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος, λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον, καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς λαμβάνουν διὰ γυναῖκας - περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν (9). Μάλιστα δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁποὺ οἱ νέοι μόλις φθάνουν εἰς τὴν ποθουμένην ἡλικίαν τῆς νεότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ ὠφελήσουν τοὺς γονεῖς των, καὶ νὰ τοὺς ἀνταμείψωσι διὰ τὰς χάριτας, ὁποὺ παρ᾿ αὐτῶν ἔλαβον, ἡ ἀνάγκη εὐθὺς τοὺς ξεχωρίζει, καὶ πολλάκις διὰ παντός, ἀπὸ τοὺς γεννήτοράς των, τοὺς συγγενεῖς των καὶ τοὺς φίλους των, διὰ νὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, εἰς τοὺς ἐλέγχους τῶν βαρβάρων, καὶ τέλος πάντων εἰς ἀνυπόφορον κακὸν γῆρας εἰς ἀλλοτρίαν γῆν.

Ἰδού, ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς τί μᾶς ἔφερεν ἡ δουλεία, καὶ εἰς ὁποίαν ἀθλίαν κατάστασιν ἐκαταντήσαμεν. Εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε τώρα, ὦ Ἕλληνες, πόσον εἶναι τὸ χρέος τῶν ἐλευθέρων λαῶν εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ ἐξακολούθως πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκπληροῦσι. Ἀφοῦ ὅμως συντρίψετε τὰς ἁλύσους σας, τότε θέλετε αἰσθανθῆ, ἀγαπητοί μου, καὶ εὐκολώτερα καὶ καλλιότερα, τὴν δύναμιν, ὁποὺ ἔχει ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ δέ, σιωπῶντας κάθε ἀποδεικτικὴν διήγησιν, τελειώνω μὲ τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα.

Εὑρισκόμενος ἕνας στρατιώτης, λέγει ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος, εἰς τὴν μάχην, καὶ ἀφοῦ ἐνίκησαν τὸν ἐχθρόν, ἔτρεξεν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πλοιάριον εἰς ἕνα ποταμόν, ὅπου ἤθελε νὰ διέλθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀντικειμένων, καὶ φθάνοντάς το τὸ ἥρπασε μὲ τὴν δεξιάν του χεῖρα, διὰ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ συμπολῖται του, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ πλοῖον τοῦ τὴν ἐσύντριψαν, αὐτὸς δὲ παραχρῆμα ἐκτείνει τὴν ἀριστερὰν καὶ ἔπαθε τὸ ἴδιον. Τότε, ὡς λέων, ὥρμησε μὲ τοὺς ὀδόντας νὰ τὸ ἁρπάσῃ, καὶ εὐθὺς τὸν ἀποκεφάλισαν. Ὤ! πόσον, πόσον ζῆλον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐμφυτεύσει εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνου τοῦ ἥρωος! Καὶ πόσον ἀπέδειξεν ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτήν!

----------

(1) Ἂς θεωρήσῃ, διὰ μίαν στιγμήν, ὁ ἀναγνώστης ἕνα τεχνίτην μὲ ἓξ τέκνα, καὶ τὸν τύραννον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἔπειτα ἂς μὴν καταπεισθῇ, ἂν ἠμπορέσῃ.

(2) Ἂν ἕνας νέος μεγάλου πνεύματος παρ. χάριν, γεννᾶται ὑπὸ δουλείας υἱὸς ἑνὸς χαλκέως, τί ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, παρὰ ἕνας χαλκεύς; Ἂν ὅμως ὁ αὐτὸς υἱὸς εὑρίσκετο εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν, τότε εἰς τὰ κοινὰ φροντιστήρια ἤθελε φανῆ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸ εἶναι του, καὶ ἐξακολούθως ἤθελεν ἀποκατασταθῆ ὅσον ἠμποροῦσε ἀξιώτερος, καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἤθελε χάσει εἰς αὐτὸν ἕνα διαυθεντευτήν, καὶ αὐτὸς ἤθελεν ἀπεθάνει μεγάλος ἄνθρωπος.

(3) Τὸ παράδειγμα τοῦ ζυγίου εἶναι ἀρκετὸν νὰ καταπείσῃ καθένα.

(4) Ὁ πόλεμος τῆς Σαλαμίνης, τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῆς Πλατείας εἶναι ἀρκεταὶ ἀποδείξεις, διὰ νὰ καταπείσουν κάθε νοῦν ἔχοντα ἄνθρωπον.

(5) Ἀναγκαῖον εἶναι πρὸς τούτοις, νὰ εἶναι γεωμέτρης καὶ γεωγράφος, νὰ γνωρίζῃ τὴν μηχανικήν, τὴν φυσικὴν καὶ τὴν ρητορικήν, διὰ τῆς ὁποίας πολλάκις ἁρπάζει τινὰς τὴν νίκην σχεδὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ.

(6) Οἱ προπάτορές μας ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα ἄλλα μαθήματα, ὁποὺ ἠναγκάζοντο νὰ ἀποκτήσωσι, ἡ μουσική, καὶ ὁ χορός, συναριθμοῦντο ἐκ τῶν ἀναγκαιοτέρων· ὡσὰν ὅπου ὁ ἀρχιστράτηγος διὰ μὲν τῆς μουσικῆς, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην συνέχειαν μὲ τὰ ψυχικὰ πάθη, ὁποὺ ποτὲ μὲν συγχύζει, ποτὲ δὲ καταπραΰνει, θέλει ἐρεθίζει κατὰ τὴν χρείαν καὶ ἐξυπνᾶ τὸ θάρρος καὶ ἐνθουσιασμὸν τῶν στρατιώτων, διὰ δὲ τοῦ χοροῦ, διὰ τοῦ ὁποίου μανθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσαρμόζῃ τὰ βήματα, ἐν καιρῷ, μὲ τὸ μουσικὸν λάλημα, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, νὰ μετρᾷ μὲ τοὺς πόδας τὸν καιρὸν τοῦ λαλήματος, εἰς τρόπον ὁποὺ τόσον δέκα, ὅσον καὶ χίλιοι, κινοῦνται καὶ περιπατοῦσιν ὅλοι μαζί, καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν ὁ πρῶτος καθὼς καὶ ὁ ὕστερος, διὰ μέσον του, λέγω, θέλει βιάζει ἢ βραδύνει τὸ περιπάτημα τῶν στρατιώτων του.

(7) Αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ, κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος. Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του, νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον.

(8) Τὰ παιδία, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνθυμοῦντο τὰ κοινὰ φροντιστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ὅλα μαζὶ ἐδιδάσκοντο τὰς ἀρετάς, μὲ κοινὴν εὐχαρίστησιν, ἐνθυμοῦντο τὰς γλυκείας καὶ ὀρθὰς συμβουλὰς τῶν καθηγητῶν των, ἐνθυμοῦντο τὰ βραβεῖα, ὁποὺ ἐλάμβανον εἰς τὰ χρηστὰ ἔργα των, καὶ τοὺς στεφάνους εἰς τὴν προκοπήν των, τὴν ἀγάπην καὶ εὔνοιαν τῶν μεγαλειτέρων, τὰς περιδιαβάσεις των, καὶ τέλος πάντων, μὲ τὴν λέξιν τῆς Πατρίδος ἐνεθυμοῦντο τὴν ἀληθῆ εὐδαιμονίαν των. Οἱ νέοι ἐπρόσθετον εἰς τὰ ρηθέντα τοὺς πολεμικοὺς ἀγῶνας, τὴν δόξαν τῶν ἁρμάτων, τὴν ἀνωτάτην χαρὰν τῆς κοινῆς ὑπολήψεως, τὴν ἐλπίδα τῆς ταχέας συναριθμήσεώς των εἰς τὸν κατάλογον τῶν συμπολίτων καὶ τῶν διαυθεντευτῶν τῆς πατρίδος, καὶ τὴν ἀνέκφραστον χαρὰν τῆς φιλίας. Οἱ ἄνδρες, παρομοίως, ἐκτὸς τῶν ρηθέντων, ἐνθυμοῦντο τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὡραίων συμβίων των, τοὺς γλυκυτάτους καρποὺς τοῦ γάμου των, καὶ τὰ τοιαῦτα. Οἱ γέροντες, τέλος πάντων, ἐνθυμοῦντο τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ σέβας εἰς αὐτούς. Ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς των, διὰ μιᾶς λέξεως, ἐπαρησιάζοντο εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ ἡ βεβαία ἀθανασία τοῦ ὀνόματός των εὔφραινε τὰς καρδίας των.

(9) Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι. Πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς οὔτε κἂν γνωρίζουσι τὰ τέκνα των, ἐπειδή, εὐθὺς ὁποὺ τὰ γεννῶσι, τ᾿ ἁρπάζει μία ξένη δούλη, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὰ μεταφέρουν εἰς τὰ φροντιστήρια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κολαστήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐβγαίνουν, εἰμὴ μετὰ δεκαπέντε χρόνους. Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν παύσῃ εἰς τοὺς νέους ἡ πρὸς τοὺς γονεῖς των ἀγάπη, ἡ ὁποία γεννᾶται μόνον ἀπὸ τὴν καλοποιΐαν; Αἱ τοιαῦται μητέρες, ὅταν ἐνθυμῶνται μόνον τὰ ὀνόματα καὶ τὸ γένος τῶν τέκνων των, εἶναι ἀρκετόν, μάλιστα περισσόν.


ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ

Ἀναγκαῖον μοι φαίνεται, ἀγαπητοί μου, τώρα, ὁποὺ ἐκαταλάβητε τὸ πόσον χρέος ἔχει ὁ ἐλεύθερος νὰ διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, καὶ πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκτελεῖ, νὰ σᾶς φανερώσω ἐν συντόμῳ, τίνι τρόπῳ καὶ οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ ὑποδουλώνονται, καὶ πόσον δύσκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις τινῶν, πόσον δὲ εὔκολος ἄλλων. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν καλλιότερα, ἂς ἐρευνήσωμεν πρότερον τὰς αἰτίας τοιαύτης μεταβολῆς, καὶ βέβαια, θέλει μᾶς εὐκολυνθῆ ἡ κατάληψίς της.

Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν ἀτελειότητα φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς οὐδέν, δὲν εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.

νομαρχία λοιπόν, ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη, ἡ καλλιοτέρα διοίκησις, καὶ μόνη πρόξενος τῆς εὐτυχίας μας, μ᾿ ὅλον τοῦτο, καὶ αὐτὴ ἔχει τὰ ἐλαττώματά της, ὡς ἔργον ἀτελοῦς ποιήματος, δηλαδὴ ὡς ἀνθρώπινον ἔργον, καὶ οὕτως, ἀφοῦ διέλθῃ τὴν νηπιότητα, τὴν νεότητα, τὴν ἀνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καὶ ἀπεθαίνει. Αὐτὴ ἡ διοίκησις ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα πύργον ὑψηλὸν καὶ περίφημον, ὁ ὁποῖος, ὅταν κτισθῇ ἀπὸ ἀρχιτέκτονα ἄξιον βέβαια, βαστᾶται καὶ μένει σῶος διὰ πολλοὺς αἰῶνας, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν ἄφευκτον νόμον τοῦ καιροῦ, καὶ πρέπει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του νὰ γκρεμνισθῇ. Ἀλλά, πολλάκις, τὸ συμβεβηκὸς προλαμβάνει. Ἕνας σεισμός, παραδείγματος χάριν, ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ καταδαφίζει αἰφνιδίως τὸ πλέον στερεὸν κτίριον! ἢ τὸ πέσιμον ἄλλου τινὸς πύργου, γκρεμνίζει καὶ αὐτόν, ἢ τέλος πάντων ἡ πυρκαϊά. Οὕτως, ἀδελφοί μου, καὶ ἡ νομαρχία ὑποδουλώνεται ἀπὸ τοὺς γείτονάς της, ὅταν αὐτοὶ πρῶτον ὑποδουλωθῶσι, ἢ ἀπὸ κανένα τύραννον, ὁποὺ νὰ ἔλθῃ μὲ μεγάλας δυνάμεις νὰ τὴν κυριεύσῃ. Τότε, ἀγαπητοί μου, καθὼς ὁ πύργος γίνεται ἕνας σωρὸς ἀπὸ καταχαλάσματα, οὕτως καὶ ἡ νομαρχία μεταβάλλεται εἰς μοναρχίαν, ἤτοι τυραννίαν (1).

Τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἐβεβαιώθημεν διὰ τὴν ἄφευκτον μεταβολὴν τῶν διοικήσεων, ἀκούσατε πρῶτον, παρακαλῶ, πότε εἶναι δύσκολος ἡ ἐπανόρθωσις μιᾶς ὑποδουλωμένης νομαρχίας, καὶ ἔπειτα θέλω σᾶς φανερώσει τὸ πότε εἶναι εὔκολος.

Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.

Παύει, παραχρῆμα, ἐκείνη ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη, ὁποὺ πρότερον ἕνωνε εἰς ἓν ὅλους τοὺς συμπολίτας, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν τόπον της ἡ διχόνοια, μία ἀλλεπάλληλος δυσπιστία, ὁ φόβος τέλος πάντων. Εὐθὺς γεννᾶται εἰς τὰς ψυχὰς τῶν συμπολιτῶν μία γενικὴ ἐπιθυμία ἀρχῆς. Οὔτε πλέον στοχάζονται πατρίδα, οὔτε δόξαν, οὔτε τιμήν, ἀλλὰ καθεὶς φοβούμενος νὰ μὴν εἶναι δυναστευμένος, θέλει νὰ δυναστεύσῃ, καὶ τότε οἱ ἀρχηγοί, ἁρπάζοντες τοὺς νόμους εἰς τὰς χεῖρας των, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, παραχρῆμα ὁ λαὸς γίνεται δοῦλος, καὶ αὐτοὶ τύραννοι. Καὶ ἰδοὺ ἡ ὀλιγαρχία. Ἀλλ᾿ ἀνάμεσα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντας εὐθὺς εὑρίσκεται ἕνας, ὁ πονηρότερος, ὁ ὁποῖος, δυναστεύοντας τοὺς λοιπούς, ὑψώνεται εἰς τὸν θρόνον καὶ γίνεται μονάρχης, ἤτοι τύραννος, καὶ ἰδοὺ ἡ μοναρχία, ἤτοι τυραννία.

Ἡ τυραννία, ἀγαπητοί μου, ἄλλο δὲν εἶναι, παρὰ μία ἀνεξάρτητος καὶ ἀπολελυμένη ἀρχὴ ἑνὸς πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ διὰ τοῦτο εἰς οὐδὲν διαφέρει ἡ μοναρχία ἀπὸ τὴν τυραννίαν. Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται, δὲν κρίνω τόσον ἀναγκαῖον νὰ περιγράψω καταλεπτῶς τὴν ἰδιότητά της, μάλιστα εἰς ἐσᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἐντὸς ὀλίγου περὶ τῶν ὀθωμανῶν θέλω ὁμιλήσει. Ὅθεν, μόνον ἐν συντόμῳ, θέλω ἀναφέρει τι δι᾿ αὐτούς, ὁποὺ τὴν σήμερον ὀνομάζουν βασιλέας ἐναρέτους καὶ πεπολισμένους.

Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, διὰ μέσου τῆς θρησκείας καὶ τῶν νόμων, ἐκτελοῦσι τὰ ὅσα ἡ κακία τους τοὺς διδάσκει, καὶ εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσιν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, εἰμὴ μόνον ὅτι προσποιοῦνται. Αὐτοί, ἀδελφοί μου, ἀδικοῦσι, κλέπτουσι, ἁρπάζουσι, καὶ θανατώνοσι, πλὴν τὰ πάντα ἀναφέρουσιν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ μόνοι τους συνθέτουσι, αὐτοὶ ἐνεργοῦσι, καὶ αὐτοὶ δὲν ὑπακούουσι. Ὤ, πόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀνεξάρτητος ἐξουσία ἀφανίζει καὶ τὸν πλέον ἐνάρετον ἄνδρα (2)!

Ἄν, κατὰ συμβεβηκός, ἀγαπητοί μου, εὑρεθῇ καὶ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βασιλεῖς, δὲν λέγω δίκαιος καὶ ἐνάρετος, ἐπειδὴ ἤθελεν κατέβη παρευθὺς ἀπὸ τὸν θρόνον, ἀλλ᾿ ὁπωσοῦν καλῆς διαθέσεως, ἀφοῦ δι᾿ ὀλίγον καιρὸν δὲν ἀπαντήσῃ ἀνθίστασιν εἰς τὰ προστάγματά του, ἀποκαθίσταται καὶ αὐτὸς ὅμοιος τοῖς λοιποῖς. Ὁ θρόνος, ἀδελφοί μου, ἀλλάζει τὴν φύσιν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τοῦ ἐπ᾿ αὐτὸν καθημένου, καὶ ἐνθυμηθῆτε το, ὅτι ὅποιος δὲν ἀκούει ποτὲ τὸ ὄχι, σπανίως τοῦ τυχαίνει τὸ ναί. Καὶ κάθε τύραννος νομίζει διὰ χρέος ἀπαραίτητον τῶν δούλων του τὸ νὰ ὑπακούεται.

Ἡ ἱστορία, καλλιότερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, μᾶς παρασταίνει τὸ τί εἶναι οἱ τύραννοι. Ὁ Διονύσιος, τύραννος τῆς Συρακούζης, ἐφόνευσεν ἕνα πολίτην, διὰ νὰ εἶδεν εἰς τὸ ὄνειρόν του, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ φονεύσῃ τὸν τύραννον, οἱ νῦν δὲ τύραννοι, οἱ λεγόμενοι βασιλεῖς, θανατώνοσιν ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοὺς ἀρέσει! Ἂς μὴν θαυμάσουν εἰς αὐτὸ μερικοί, ὁποὺ ἀγαποῦσι νὰ τοὺς διαυθεντεύωσι, ἀλλ᾿ ἂς εἰδοποιηθῶσι πρότερον, διὰ τὰ ὅσα κάθε στιγμὴν ἀκολουθοῦν εἰς τὰς βασιλικὰς αὐλάς, καὶ ἔπειτα, ἂς ἀμφιβάλλουν, ἂν ἠμποροῦν, εἰς τὰ πλημμελήματα καὶ ἀδικίας αὐτῶν τῶν τεράτων.

Αὐτοί, διὰ παραμικρὰς αἰτίας, καὶ συχνάκις διὰ μίαν βάρβαρον ὄρεξίν τους, ἀποφασίζουν τὸν θάνατον τόσων χιλιάδων ὑπηκόων, κηρύττοντες τὸν πόλεμον ἀναμεταξύ των. Αὐτοὶ δὲν ψηφοῦσι οὔτε φιλίαν, οὔτε συγγένειαν, καὶ σπανίως ἕνας βασιλεὺς ἀνεβαίνει εἰς τὸν θρόνον, χωρὶς νὰ πατήσῃ πρότερον τὰ λείψανα τῶν συγγενῶν του ἢ τῶν προγόνων του (3).

Ὤ, πόσον ἤθελε τρομάξει κάθε αἰσθαντικὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ βλέπει τὰ βασιλικὰ παλάτια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος φαίνονται τόσον λαμπρὰ καὶ ζωγραφισμένα, ἂν ἤθελεν ἰδεῖ μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν ἐκείνους, ὁποὺ τὰ κατοικοῦσι, εἰς τὴν ἀληθῆ στάσιν τῆς καρδίας των καὶ τῆς διαθέσεώς των. Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των! Πόσον ἤθελαν μετανοήσει, ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι οἱ βασιλεῖς ἐπιμελοῦνται διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τῶν λαῶν των, θεωρῶντες τους δεδοσμένους εἰς παντοτινὰς τρυφάς!

Διατί δὲν στοχάζονται οἱ μοναρχολάτραι, ὅτι καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας βασιλεὺς νὰ ἠμπορέσῃ κατὰ χρέος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πάντα; Πῶς, ἀγαπητοί μου, ἕνας ἀμαθὴς καὶ ὀκνηρὸς νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα, ὁποὺ εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας τόσοι ἐνάρετοι καὶ ἄξιοι πολῖται, προσπαθοῦντες ὅλοι μαζὶ διὰ τὸ κοινὸν ὄφελος, καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ὄχι ὀλίγας φορὰς σφάλλουσι; Πῶς νὰ ὑπακούσῃ εἰς τοὺς νόμους ἐκεῖνος, ὁποὺ ὁρίζει, πρὶν γεννηθῇ; Καὶ πῶς νὰ διοικήσῃ ὀρθῶς ὁ παραβάτης τῶν νόμων; Πῶς νὰ γνωρίσῃ τὸ χρέος του ἐκεῖνος, ὁποὺ ἀνετράφη εἰς τὸν κόλπον τῆς ὀκνηρίας καὶ τῆς κολακείας; Ποῦ περισσεύει καιρὸς τοῦ μονάρχου, νὰ στοχασθῇ διὰ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ του (4);

Πῶς λοιπόν, πῶς τάχατες νὰ διοικῇ αὐτός, ὁποὺ ποτὲ δὲν στοχάζεται εἰς τὴν διοίκησιν; Ἔ, πολλὰ εὐκόλως, ἀδελφοί μου. Αὐτὸς ἐκλέγει, ἢ εὑρίσκει ἐκλεγμένον ἕναν ἄλλον παράσιτον κόλακα, τοῦ ὁποίου δίδει ὅλην τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτός, ἔχοντας διπλᾶ τὰ ἐλαττώματα, ὡς δοῦλος δηλαδὴ καὶ ὡς κύριος, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε αὐτὸς νὰ διοικῇ μόνος του. Ὅθεν, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου του, ἐκλέγει καὶ αὐτὸς ἐδικούς του ὑποδιακόνους, καὶ οὕτως ἡ ἀρχὴ διαμοιράζεται εἰς τόσους δούλους μισθωτούς, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ κερδίσουν τὰ ἄτακτα καὶ ἀναρίθμητα ἔξοδα, ὁποὺ τοὺς χρειάζονται, πωλῶσι τὴν δικαιοσύνην, καὶ τυραννοῦσι τὸν ταλαίπωρον λαόν, ὅσον περισσότερον δύνανται.

Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, ἕνας λαὸς νὰ ἀγαπήσῃ ποτὲ τὸν τύραννόν του, ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, ἀδελφοί μου, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ μισῇ τοὺς δούλους του, ἐπειδὴ γνωρίζει ἀρκετῶς, ὅτι οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀγαπήσουν τὸν κλέπτην, τὸν φανερὸν ἅρπαγα τῆς ἐλευθερίας των. Ἀλλὰ διατί, καὶ πῶς ἕνας μόνον ἄνθρωπος, πολλάκις ἀμαθέστατος καὶ ἀναξιώτατος, πάντοτε δὲ θηριώδης, ἄσπλαγχνος, καὶ σκληρός, καθὼς εἶναι ὁ τύραννος, νὰ βαστᾷ ὑπὸ τῆς θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων, χωρὶς ἄλλην δύναμιν, οὔτε ἅρματα ἄλλα, εἰμὴ μόνον ἐκεῖνα τῆς τυραννίας, καὶ τόσον πλῆθος ὑπηκόων, ὁποὺ τὸν μισεῖ, ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατόν του, καὶ εἶναι τέλος πάντων ἐχθρός του, νὰ ὑπόκειται, νὰ ὑπακούῃ, καὶ ἀναισθήτως νὰ ἀγωνίζεται, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν σκλαβιάν του, χωρὶς νὰ τολμῇ κανείς, νὰ φονεύσῃ ἓν τέρας, ἕνα μωρόν, ἄνανδρον καὶ οὐτιδανώτατον ἄνθρωπον, καθώς, ἐξ ἀνάγκης, πρέπει νὰ εἶναι ὁ τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;

Ἔ, Ἕλληνες! ἡ ἰδία βαρύτης εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἀδυναμίας των, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν λαόν, ὁποὺ ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπὸ τοιαύτης τυραννίας. Αὐτὸς κεχαυνώνεται τόσον, ὁποὺ χάνει τὴν δύναμιν τοῦ στοχασμοῦ. Ὅθεν, καὶ δυσκόλως ἐλευθερώνεται, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὴν δυστυχίαν του, καὶ μόνον ὁ καιρὸς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τους.

Τοιοῦτοι λαοί, ἀδελφοί μου, ἂν κατὰ τύχην ἐκβάλλουν ἕνα, εἰς ἄλλον τύραννον ὑπόκεινται, καὶ πάντοτε μένουν δοῦλοι. Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν, ὁ δὲ λαὸς δὲν τὸν ἐνθυμεῖται, παρὰ ὅταν ζητῇ τοὺς ἀξιωτέρους καὶ δικαιοτέρους συμπολίτας του, καὶ δὲν τοὺς εὑρίσκῃ. Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του, μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος (5).

Οἱ ἱερεῖς, ἀγαπητοί μου, φυλάττοντες ἕνα σκοπὸν καθόλου διάφορον, ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συμπολίτας, πάντοτε ἐπροσπάθησαν, μὲ τὸ μέσον τῆς θεότητος, νὰ καταδυναστεύσουν τοὺς συμπολίτας των, καθὼς μέχρι τῆς σήμερον, μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ κακομάθησιν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Αὐτοί, καλύπτοντες μὲ τίτλον ἁγιότητος τὰ πλέον φανερὰ ψεύματα, ἐγέμισαν τοὺς ἀδυνάτους νόας τοῦ λαοῦ ἀπὸ μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ὥστε ὁπού, ἀντὶ νὰ ὀνομάσουν ψεῦμα τὸ ἀδύνατον, τὸ ὀνομάζουν ἅγιον, καὶ οὕτως ἀδιστάκτως πιστεύουσιν εἰς κάθε τους λόγον, οὔτε τολμοῦσι νὰ ἐξετάσωσι τὸ παραμικρόν, μάλιστα δὲ τοὺς εἶναι ἐμποδισμένον.

Ὅσα ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰπῇ τινὰς δι᾿ αὐτὴν τὴν κλάσιν, ἡ συντομία τοῦ παρόντος μου λόγου μοῦ τὰ ἐμποδίζει. Καὶ μόνον ἀφήνω νὰ στοχασθῇ καθείς, ὅτι τόσον πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν, πόσον μεγαλείτερον εἶναι, ἀπ᾿ ὅλα τὰ βάρη μιᾶς ὑποδουλωμένης πολιτείας, καὶ πόσον βοηθεῖ τὴν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, οὖσαι καὶ αἱ δύο δυνάμεις ἰδεαστικαὶ καὶ ἀνύπαρκτοι.

Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.

Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των (6).

Ἀλλὰ εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ εὐγένεια, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες; Ἴσως εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη; Εἰς τὰ μεγάλα κατορθώματα, εἰς τὴν ἀξιότητα. Ἴσως εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καθὼς οἱ πρόγονοί μας ἐστοχάζοντο; Ἔ, οὐχί, οὐχί! Οἱ νῦν δοῦλοι κράζουν εὐγενεῖς τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων, καὶ τόσον ἐβαρβαρώθησαν ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, ὁποὺ εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγοράζεται ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναισθήτους τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀναισθησία καὶ ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ψευδοευγενῶν, καὶ ὅταν εὑρεθῇ ἀνάμεσα εἰς χιλίους ἕνας ὀλίγον μέτοχος ἀνθρωπότητος, εἶναι βέβαια ἄξιον θαυμασμοῦ.

Πῶς ἠμποροῦν αὐτοὶ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ μάθουν τὰ χρέη τοῦ ἀληθοῦς πολίτου; Πῶς νὰ τιμήσουν τὴν ἀρετήν; Οἱ γονεῖς των ἄλλην ἔννοιαν δὲν ἔλαβον, παρὰ νὰ τοὺς διδάξουν τὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ κολακεύωνται ἀναμεταξύ των καὶ τὸ πῶς νὰ ὑβρίζωνται μ᾿ εὔμορφας λέξεις. Ἡ προσποίησις εἰς αὐτοὺς εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἀναγκαιότερον μάθημα (7). Ὤ! τῆς μωρίας των! Ὤ! ἐντροπὴ τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ, καὶ ἀφανισμὸς τοῦ κόσμου.

Τὰ καμώματα, ὦ Ἕλληνες, αὐτῆς τῆς κλάσεως εἶναι τόσον παιδαριώδη καὶ χαμερά, ὁπού, βέβαια, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν τόπον εἰς τὸ παρὸν θέμα, καὶ οὔτε ἐγὼ πλέον θέλω τὰ ἀναφέρει, ἀλλὰ τελειώνω μὲ τὸ ρητὸν τοῦ Πλουτάρχου, ὅστις λέγει: «κρεῖσσον γίνεσθαι λαμπρόν, ἢ γεννᾶσθαι», καὶ πάλιν «εὐγένεια καλὸν μέν, προγόνων δὲ ἀγαθόν».

Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον ὁποὺ ἐδιηγήθην, τότε, ἀγαπητοί μου, εἶναι πολλὰ δύσκολον νὰ ξαναλάβῃ μόνη της τὴν ἐλευθερίαν της, καθὼς φανερὰ μᾶς τὸ παρασταίνει ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει. Ὅταν ὅμως μία ἐλευθέρα πόλις χάσῃ τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν κυρίευσιν κανενὸς τυράννου, τότε, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τὴν ξαναλάβῃ, ἀλλὰ πολλὰ εὔκολον, καὶ μάλιστα ἀναγκαῖον. Αὐτὸ δὲ ἀκολουθεῖ, ἐπειδὴ τὰ ἤθη μένουν τὰ αὐτά, καὶ ἡ πολιτεία ὑπόκειται μόνον εἰς τὴν δύναμιν, καὶ ἐξακολούθως ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται πάντοτε εἰς μάχην μὲ τὴν τυραννίαν.

Ὁ τοιοῦτος λαὸς ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα ἀετόν, ὅταν εὑρίσκεται δεδεμένος, ὁ ὁποῖος, εὐθὺς ὁποὺ συνθλάσῃ τοὺς δεσμούς του, ὄντας ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του σῶος, παραχρῆμα ἀπετῶντας φεύγει, καὶ μένει ὡς καὶ πρότερον. Οὕτως, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται καὶ ἡ Ἑλλὰς τὴν σήμερον, ἡ ὁποία ἂν ἀκόμη δὲν ἐσύντριψε τὰς ἁλύσους της, πολλὰ εἶναι τὰ αἴτια, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται. Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιοῖ ἡ ἱστορία μὲ τὴν διήγησιν πολλῶν ὁμοίων συμβάντων. Διάφοροι μικραὶ πόλεις ἐλευθέραι ἐχρειάσθη νὰ ὑποκύψουν εἰς ἀνωτέρας τυραννικὰς δυνάμεις, ἀλλὰ μετ᾿ ὀλίγον ἐσύντριψαν τοὺς δεσμοὺς τῆς δουλείας, καὶ ἔμεινον ἐλευθέραι, ὡς καὶ πρότερον.

Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως ἠκολούθησεν. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ τριάκοντα κυβερνῆται, εἰς μικρὸν διάστημα καιροῦ, ἐκαταστήθησαν τριάκοντα τύραννοι, ἀπὸ τοὺς πλέον σκληροὺς καὶ αἱμοβόρους, ὥστε ὁποὺ εἰς ὀκτὼ μῆνας μόνον, ὁποὺ ἐδυνάστευσαν, ἐφόνευσαν ἕως χιλίους πεντακοσίους πολίτας, τοὺς πλέον δικαίους καὶ ἐναρέτους. Ἀλλ᾿ εἰς ὀκτὼ μῆνας, βέβαια, μία ἐλευθέρα πολιτεία δὲν γίνεται δούλη. Καὶ ἂν αὐτοὶ οἱ Τριάκοντα Τύραννοι ἐνόμιζον νὰ ἐξολοθρεύσουν ὅλους τοὺς ἐναρέτους καὶ ἐλευθέρους, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν ζωντανὸν οὐδένα. Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου.

Αὐτὸς ὁ ἥρως, βλέποντας τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς πατρίδος του, καὶ προβλέποντας τὸν μέλλοντα αὐτῆς ἀφανισμόν, ἀπεφάσισεν νὰ θυσιασθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν της, καὶ οὕτως φεύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του, περιφέρεται δι᾿ ὀλίγον καιρὸν ἔνθεν κακεῖθεν, ζητεῖ συμβοηθοὺς καὶ συνδρομητάς, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς ὀλίγον καιρὸν προητοιμάζει τὰ πάντα. Εἰσέρχεται, νυκτός, εἰς τὴν ἀγαπητήν του πατρίδα μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως, ἐξυπνᾶ τοὺς συμπατριῶτας του ἀπὸ τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας, φωνάζει εἰς τοὺς κεκωφωμένους ἤδη ἀπὸ τὴν δουλείαν: «Δεῦτε, συμπολῖται, δεῦτε, ἀδελφοί μου, νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν προτέραν μας εὐτυχίαν. Ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι πρὸς βοήθειάν μας! Ἂς ἐκβάλωμεν τὴν θανατηφόρον νόσον τῆς κυριότητος, ἂς γίνωμεν ἄξιοι τοῦ ὀνόματός μας, ἂς δειχθῶμεν ἀληθεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἂς ἀποβάλωμεν τοὺς τυράννους».

Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης, ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν, καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος, τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας, βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.

Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, πόσον εὐκόλως ξαναλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν της μία πολιτεία, ὅταν τὴν χάσῃ ἀπὸ ἁρπαγὴν κανενὸς τυράννου, καὶ ὅταν φυλάττῃ σῶα τὰ ἤθη της. Πῶς λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; Δὲν ἐφύλαξεν αὐτὴ ἴσως τὰ ἤθη της σῶα; Δὲν τὰ φυλάττει καὶ ἕως τὴν σήμερον; Διατί λοιπὸν εὑρίσκεται πάντοτε δούλη; Καὶ διατί δὲν ἐσύνθλασεν ἕως τώρα τὰς ἁλύσους, ὁποὺ τὴν κρατοῦσι ὑπὸ δουλείας τόσον ἀδίκως; Αὐτὴ ἡ ἐξέτασις, ὦ Ἕλληνες, εἶναι πολλὰ ἀναγκαία διὰ ἡμᾶς, πρῶτον μέν, διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ ἐμπόδια, ἀφοῦ τὰ γνωρίσωμεν ὁποῖα εἶναι, καὶ δεύτερον, διὰ νὰ ἠμπορῇ καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ ἀποδεικνύῃ εὐκόλως τῶν βαρβάρων καὶ ἀχαρίστων ἀλλογενῶν, ὁποὺ τόσον ὀλίγον μᾶς ψηφῶσι, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν γένος δὲν ἐγεννήθη διὰ τὴν δουλείαν. Αὐτὰς λοιπὸν τὰς αἰτίας θέλω προσπαθήσει νὰ παραστήσω, ὅσον συντομώτερα μοῦ σταθῇ δυνατόν, καὶ ἔπειτα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ἀναγκαιότερον μέρος τοῦ λόγου μου, διὰ νὰ ἀποδείξω, πόσον εὔκολον εἶναι νὰ ἐλευθερωθῇ τώρα, καὶ πῶς τάχιστα θέλει ἀκολουθήσει.

Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.

Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿ αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου. Ἡ Ἑλλὰς δὲ ἐλλιπής, κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἐποχάς, ἀπὸ ἀξίους στρατιῶτας, ὁπού, ὡς προεῖπον, εἶχαν θυσιάσει ἡ ματαιότης Φιλίππου καὶ Ἀλεξάνδρου καὶ οἱ ἀναμεταξύ των πολέμοι, ὡσαύτως καὶ ἀπὸ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ὁ φθόνος καὶ ἡ πολυτέλεια εἶχαν φθείρει, ἐπαρώξυνεν σφόδρα τὴν ἀχορτασίαν τῶν Ρωμαίων, οἱ ὁποῖοι προσποιούμενοι νὰ βοηθήσουν τινὰς τῶν ἑλληνικῶν δυνάστων, ὥρμησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔφερον μαζί των τὸν καθ᾿ αὑτὸ ἀφανισμόν της, ἀφοῦ ἐλεηλάτευσαν, ἀφοῦ κατέκαυσαν πόλεις, ἀφοῦ τέλος πάντων, τὸ ὅλον ἠφάνισαν, ἐκήρυξαν τὴν Ἑλλάδα ρωμαϊκὴν ἐπαρχίαν.

Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν, καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας, ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν. Δὲν ἐδύναντο νὰ ἐλευθερωθῶσι ἀπὸ τοιοῦτον ζυγόν - ἀγκαλὰ καὶ τὰ ἤθη των νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα καὶ νὰ ὑπόκειντο εἰς ξένην ἀρχὴν - ἐπειδὴ ἡ ἐπικράτεια ἦτον μεγαλωτάτη, καὶ δὲν ὑπέφερον ὅλοι ἐξίσου τὰς δυστυχίας, καὶ ἐξακολούθως, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσουν τοὺς τυράννους των (8).

Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ὁποὺ ἐστερεώθη ὁ χριστιανισμός, ἕως εἰς τοὺς 1453, ἀντὶς νὰ αὐξήσουν τὰ μέσα τῆς ἐλευθερώσεώς των, φεῦ! ἐσμικρύνοντο. Ἡ δεισιδαιμονία καὶ ὁ ψευδής τε καὶ μάταιος ζῆλος τῶν ἱερέων καὶ πατριαρχῶν, κατεκυρίευσεν τὰς ψυχὰς τῶν βασιλέων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶς νὰ ἐπιμελοῦντο εἰς τὸ νὰ διοικῶσι τὸν λαόν, καθὼς ἔπρεπε, ἄλλο δὲν ἐστοχάζοντο, παρὰ νὰ φιλονικῶσι, καὶ νὰ κτίζωσιν ἐκκλησίας. Τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφάνησαν τρεῖς κυριότητες· ἡ τυραννία, τὸ ἱερατεῖον, καὶ ἡ εὐγένεια, αἱ ὁποῖαι διὰ ἕνδεκα αἰῶνας σχεδόν, κατέφθειραν τοὺς Ἕλληνας καὶ κατερήμωσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ματαιότης τῶν πατριαρχῶν, καὶ πάπων ἐπροξένησεν τὸ σχίσμα ἀναμέσον ἡμῶν καὶ τῶν Λατίνων, καὶ ἡ δεισιδαιμονία ἥνωσεν εἰς αὐτὸ ἓν μῖσος φοβερὸν μέχρι τῆς σήμερον.

Ἀφοῦ, λέγω, τὸ ἱερατεῖον ἠθέλησε νὰ ἑνώσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐντάλματα μὲ τοὺς πολιτικοὺς νόμους, διὰ νὰ τιμᾶται ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ ὁρίζῃ χωρὶς δυσκολίαν, ἐκατάλαβεν, ὅτι ἀναγκαῖον ἦτον πρότερον νὰ τυφλώσῃ τὸν λαὸν μὲ τὴν ἀμάθειαν, διὰ νὰ στερεώσῃ καλλιότερα τὸν σκοπόν του, καὶ οὕτως ἐπροσπάθησεν νὰ ἐσβήσῃ κάθε σπουδὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὑπερασπίσθη τὴν ἀμάθειαν.

Αἱ ἐπιστῆμαι, ὁποὺ πρότερον ἤνθιζον, ἄρχισαν νὰ μαρανθῶσι, τὰ σχολεῖα ἐσφαλίσθησαν, οἱ διδάσκαλοι ἐμωράνθησαν, καὶ ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί. Ἕνας ἀφορισμὸς τοῦ ἀρχιερέως ἐτρόμαζεν τόσα μιλλιούνια ἀνθρώπων. Ὦ δεισιδαιμονία, πόσον φοβερὰ εἶσαι ἀνάμεσα εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, καὶ πόσον οὐτιδανώνεις τὴν ἀνθρωπότητα, ὅταν κυριεύσῃς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλῶν καὶ ἀμαθῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀπομωρώνονται, ὁποὺ τρέμουσιν εἰς τὴν ψευδῆ λαλιάν σου, καθὼς τὰ βρέφη φοβοῦνται ἕνα ὄφιν ξύλινον, ἢ ἕνα χαλκοῦν λέοντα!

***

Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης, καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπόρεσεν βέβαια νὰ ἀποφύγῃ τὸν ζυγόν του, οὕτως προητοιμασμένη. Ὅθεν, καὶ εἰς βραχύτατον διάστημα ἔκλινε τὸν αὐχένα εἰς τὴν τυραννικὴν ράβδον τοῦ Μωάμεθ. Ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἑλλάδος ἐγέμισεν ἀπὸ βαρβάρους ἀλλοτρίου ὁρίζοντος, καὶ τοιούτης λογῆς, ὁ οὐτιδανὸς καὶ ἀχρεῖος θρόνος τῶν ὀθωμανῶν ὑψώθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον, ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι εἰς τὸ τέλος του πλησιέστατος.

Ὤ! πόσον ἔκλαυσαν οἱ Ἕλληνες μετέπειτα! Ἀλλὰ ματαίως. Ὁ ἐχθρός των ἦτον μεγάλος. Αὐτοί, δὲν εἶχον στρατεύματα γυμνασμένα, οὔτε πόλεμον ἐδιδάσκοντο ἀπὸ τοὺς κυρίους των πλέον. Αὐτοί, ἐκυβερνοῦντο ἀπὸ σκιὰς καὶ φαντάσματα, καὶ ἀφοῦ ἀπέρασαν τὴν τυραννίαν τῶν Ρωμαίων καὶ ἔπειτα τῶν Ἱερέων, ἐκατήντησαν, τέλος πάντων, νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν πλέον σιχαμερὰν καὶ βάρβαρον κυριότητα, λέγω, εἰς τὴν τυραννίαν τῶν ὀθωμανῶν. Τὰ ἤθη των, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα, δὲν ἠμπόρεσαν ὅμως νὰ τοὺς ἐλευθερώσωσι ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν Ρωμαίων, ἐπειδὴ οἱ ἐχθροί των ἦτον δυνατοὶ καὶ πολλοί, ἡ δεισιδαιμονία δὲ καὶ ἡ ἀμάθεια προητοίμασε διὰ πολλοὺς αἰῶνας τὴν δόξαν τοῦ ἀχρείου Μωάμεθ, καὶ οὕτως ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν, εἰς διάστημα τεσσάρων αἰώνων, ἔφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς τόσον ἀθλίαν κατάστασιν, ὁποὺ κανείς, βέβαια, κανεὶς δὲν ἤθελε τὸ πιστεύσει, ἂν ὅλοι ἡμεῖς, ὦ Ἕλληνες, δὲν τὸ ἐγνωρίζαμεν, καθὼς τὸ γνωρίζομεν καὶ τὸ πάσχομεν καθημερινῶς.

Δύο αἴτια μὲ ἐμπόδισαν, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν ἐδιηγήθην καταλεπτῶς τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἔφερον τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν δουλείαν τῶν Ρωμαίων. Πρῶτον μέν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ἐχρειάζετο μίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διὰ νὰ μὴν μείνῃ ἀτελές, καὶ δεύτερον, ἔχοντας σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω πλατύτερα διὰ τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἕως τὴν σήμερον τὴν φυλάττουσι δούλην ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν, ἐνόμισα, ὅτι αἱ αὐταὶ αἰτίαι, ἂν καὶ εἰς τὸ ὅλον δὲν ὁμοιάζουσι μὲ ἐκείνας, βέβαια, εἰς μέρος αὐτῶν, ἠμποροῦσι νὰ ἀναφέρωνται μετὰ πάσης τῆς ἰσότητος, καὶ ὁ ἀναγνώστης εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ἀπὸ τὰς παρούσας τὰς παρελθούσας.

----------

(1) Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν, ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός, ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿ ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων, βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός.

(2) Οἱ λαοὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐσυνήθισαν τόσον νὰ εἶναι δοῦλοι, ὁποὺ χωρὶς νὰ τρομάζουν εἰς τὸ νὰ ἐξεύρουν, ὅτι ὁ μονάρχης ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, εὐχαριστοῦνται μόνον νὰ ἐπαινῶσι κείνους, ὁποὺ δὲν πράττουσι ὅσα κακὰ ἠμποροῦσι.

(3) Ποῖος φονεύει τὸν ἀδελφόν του, διὰ νὰ τοῦ ἁρπάσῃ τὸ σκῆπτρον. Ποῖος φονεύεται παρὰ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία θέλει νὰ βασιλεύσῃ μόνη της. Ἄλλος φαρμακεύει τὸν πατέρα του, καὶ ἄλλη τὰ ἴδια τέκνα της θανατώνει.

(4) Αὐτὸς ἐξυπνᾶ τὸ μεσημέρι, σηκώνεται εἰς τὴν μίαν ὥραν, ἐξοδεύει ἄλλην μίαν διὰ νὰ προγευθῇ, ἄλλη μία χρειάζεται διὰ νὰ τὸν ἐνδύσουν, εἰς τὰς τρεῖς τὸν φέρουν εἰς τὴν περιδιάβασιν, εἰς τὰς πέντε ἐπιστρέφει εἰς τὸ γεῦμα, καὶ μένει ἕως εἰς τὰς ἑπτά. Ἄλλην μίαν ὥραν, βέβαια, τὴν ἐξοδεύει διὰ νὰ πάρῃ τὸν καφφέ, καὶ νὰ εἰπῇ μερικὰ ξυλολογήματα, εἰς τὰς ὀκτὼ ξαναεβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, εἰς τὰς ἐννέα ὑπάγει εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὰς δώδεκα ἐπιστρέφει εἰς τὸ παλάτιον, καὶ δειπνεῖ ἕως εἰς τὰς δύο, ἔπειτα κοιμᾶται ἕως εἰς τὸ μεσημέρι. Ἴσως τινὰς μοῦ ἀποκριθῇ, ὅτι καθημερινῶς αὐτὰ δὲν ἀκολουθοῦν, ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ πρότερον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέφερα τὰ ἐλαττώματά των ἀκόμη: Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά, διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις κάθε στοχασμόν, ὁποὺ ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ ἡ μεγαλειότης του τὸν διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον πατέρα δι᾿ αὐτά.

(5) Ἡ θρησκεία, ὦ Ἕλληνες, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πλάστην τοῦ παντός, βέβαια εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ παλαιότερα συστήματα τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐξακολούθως οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἐστάθησαν ἱερεῖς. Αὐξάνοντας ὅμως αἱ ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, ἀπεφάσισαν νὰ τιμήσουν τὸν κτίστην τοῦ παντός, ὄχι πλέον μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν, ἀλλὰ μὲ πομπὴν καὶ πολυτελῆ δῶρα. Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ εὐκολοκατάπειστον λαόν, ὥστε ὁποὺ εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησαν εἰς τὸν κόσμον, καὶ βέβαια ὁ πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νὰ κλαύσῃ, ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν ἱστορίαν των.

(6) Ἂν τινὰς ἐπρόβανε κανενὸς πλουσίου εὐγενοῦς, νὰ τοῦ φονεύσῃ ἢ ἕνα ἄλογον, ἢ δύο δούλους, βεβαιότατα, ὦ Ἕλληνες, ἤθελε προκρίνει νὰ χάσῃ τοὺς δούλους, ἐπειδὴ εὕρισκεν καὶ ἄλλους οὐχὶ δὲ τὸ ἄλογον, ὁποὺ δυσκόλως ἤθελεν ἐπιτύχει ἄλλο παρόμοιον.

(7) Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν, τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ, καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε, καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας των.

(8) Εἰς μίαν πολιτείαν, παραδείγματος χάριν, ἐτύχαινεν ἕνας κυβερνητὴς καλοηθὴς καὶ δίκαιος, καὶ ἐκεῖνος ὁ λαὸς εὐχαριστεῖτο, εἰς ἄλλην δὲ ὁποὺ ὁ λαὸς ἐτυραννεῖτο, δὲν ἐτολμοῦσαν οἱ κάτοικοι νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν των, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης διαφορᾶς εἰς τὴν ποσότητα ἀναμεταξὺ τῆς πολιτείας των καὶ τῶν ἄλλων πολιτειῶν.


ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ

 

Πρὶν ὅμως νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην ἔρευναν, ὦ ἀγαπητοί, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐξιστορήσω, ἐν συντόμῳ, τοῦ παρόντος αἰῶνος τὴν ἑλληνικὴν ἀθλίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν, ἀναγινώσκοντες οἱ μεταγενέστεροι ὁμογενεῖς μου, νὰ ἀναστενάξουν καὶ νὰ κλαύσουν, οἱ δὲ νῦν νὰ ἐξυπνήσουν μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν δουλικὴν ληθαργίαν, διὰ νὰ ἠμπορέσουν οἱ μέλλοντες νὰ τοὺς δοξάζωσι καὶ εὐχαριστῶσι μὲ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης.

Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα (1). Τὰ ἤθη των εἶναι βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος. Ἡ ἀμάθειά των ἄκρα καὶ γενική (2).

Ὁ τύραννος εἶναι πάντη ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε στοχασμὸν περὶ τῆς διοικήσεως, καὶ εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι· οἱ νόμοι των δέ, ἐπειδὴ τὸν ἀποθεώνοσι, διὰ τοῦτο δὲν τοῦ συγχωροῦσι νὰ λάβῃ γυναῖκα ὡς σύζυγον, ὡς πρᾶγμα οὐτιδανὸν πρὸς τὴν μεγαλειότητά του (3). Ἐβγαίνει μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὸ παλάτιόν του καὶ ὑπάγει νὰ προσκυνήσῃ τὸν κτίστην τοῦ Παντὸς εἰς τὸν ναόν του.

Αὐτός, δὲν εἶναι εἰς χρέος νὰ ἠξεύρῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ τρώγῃ, νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ στέκεται εἰς τὸ ἄλογον. Ὅσον μὲν διὰ τὰς ἐπιστήμας ἢ ξένας γλώσσας τοῦ εἶναι ἐμποδισμένη ἡ σπουδή των ἀπὸ τοὺς νόμους των, ἂν δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του γλῶσσαν δὲν ἤθελεν ἠξεύρει νὰ προφέρῃ εἰμὴ δέκα λέξεις, βέβαια ἤθελε τοῦ ἦτον ἀρκεταί, ὡσὰν ὁποὺ ποτὲ δὲν ἔχει χρείαν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὅταν ὁμιλῇ, μόνον προστάζει νὰ φονεύουν τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Ὁ λόγος του εἶναι νόμος ἀπαράβατος, καὶ οἱ σκλάβοι του νομίζουσι μεγαλείτερον ἁμάρτημα τὴν παρακοὴν πρὸς τὰ ἐντάλματά του, παρὰ ἐνεργοῦντες τα νὰ ἤθελαν ἐκτελέσει τὰς πλέον φοβερὰς ἀδικίας (4). Ὅθεν, δὲν εὑρίσκεται οὔτε ἕνας, ὁποὺ νὰ ζῇ βέβαιος ὑπὸ τῆς δυναστείας του, δὲν λέγω διὰ μίαν ἡμέραν, ἀλλ᾿ οὔτε διὰ μίαν ὥραν (5).

Αὐτὸς προσέτι νομίζεται παρὰ τῶν ὀθωμανῶν ὡς καρδιογνώστης. Ὅθεν, εὐθὺς ὁποὺ τινὸς ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοῦ ἀρέσει, μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ ρίπτει τὴν κεφαλὴν χαμαί. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, αὐτὸς καταδικάζει εἰς θάνατον ὅποιον θελήσῃ, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοῦ ἀποκριθῇ. Τὸ «διατί;» εἶναι ἁμάρτημα τοιοῦτον ὡς πρὸς αὐτόν, ὁποὺ ἂν ἤθελεν ἔχει ἐκεῖνος ὁποὺ ἤθελε τὸ προφέρει δέκα ζωάς, βέβαια ἤθελε τοῦ δοθῶσι δέκα θάνατοι (6). Δὲν εὑρίσκεται πρᾶγμα, ὁποὺ οἱ νόμοι νὰ ἐμποδίζουσι τοῦ τυράννου, ἐκτὸς τοῦ οἴνου. Ἀλλ᾿ αὐτός, ὁποὺ εἶναι συνηθισμένος νὰ μὴν ὑπακούῃ, ὅταν ἐνθυμῆται αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν τοῦ Μωάμεθ, ἀδημονεῖ, καὶ ἀλλέως δὲν ξεθυμώνει, παρὰ χύνοντας τὸ αἷμα τινῶν ὑπηκόων. Τοιοῦτος, λοιπόν, ὑπάρχει, ὦ ἀγαπητοί μου, ὁ τῶν Ἑλλήνων τύραννος, καὶ βέβαια πολλὰ χειρότερος ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὸν ἐπερίγραψα, καθὼς ὅλοι σας τὸν γνωρίζετε.

Αὐτό, λοιπόν, τὸ ἄγαλμα τῆς μωρίας ἐκλέγει ἕναν ἀπὸ τοὺς προειρημένους δούλους τῆς ἀσωτείας του, καὶ βέβαια τὸν χειρότερον, καὶ τὸν κηρύττει ἐπίτροπόν του, ἤτοι ἀντιβασιλέα, καὶ δίδοντάς του τὴν σφραγῖδα τῆς κυριότητος, ὅσα κάμῃ, εἶναι καλὰ καμωμένα. Ἰδοὺ ἄλλος τύραννος χείρων τοῦ πρώτου. Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ βαστᾶ εἰς τὰς μιαρὰς χεῖρας του τοὺς βαρυτάτους χαλινοὺς τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τόσα μιλλιούνια ὑπόκεινται εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς ἀμαθοῦς τέρατος, ὁποὺ γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς εἰς τὸν κόλπον τῆς δουλείας καὶ τῆς ἀσωτείας, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄξιος νὰ διοικήσῃ, ἀλλ᾿ οὔτε ἄξιος ἤθελεν ἦτον νὰ εἶναι ὁ ὑποδεέστερος τῶν ὑπηκόων. Ὤ! ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ τὸν ὑπακούοσι!

Ἀκούσετε τώρα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς διοικεῖ. Ὁ πρῶτος, καὶ κυριώτερος, καὶ ἀπαράβατος νόμος εἶναι θέλησίς του. Ὅθεν, ἂν ἐξαιρέσωμεν μερικὰς ἐντολὰς τῆς θρησκείας των, κάθε ἄλλον νόμον ἀφανίζει τὸ κῦρος του. Ἡ ἀμάθειά του τὸν βιάζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα κριτήν, τοῦ ὁποίου δίδει τὸν τίτλον τοῦ Σοφωτάτου, ὁ ὁποῖος ἄλλο δὲν ἠξεύρει, εἰμὴ νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν γλῶσσαν του, μαζὶ μὲ μερικὰ κεφαλαιώδη προστάγματα τοῦ Μωάμεθ, ὁποὺ νὰ τὰ ἀκούσῃ τινάς, τοῦ ἐρεθίζουν γέλωτα. Τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐντάλματα ἀναφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τῆς θρησκείας καὶ μάλιστα εἰς τὴν διαφύλαξιν τῆς ἀμαθείας.

Ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ κριτοῦ εἶναι ἀναντίρρητος. Ὁ κῶδιξ τῶν τιμωριῶν του εἶναι βραχύτατος, καὶ δὲν περιέχει, εἰμὴ τρεῖς μόνον τιμωρίας - τὴν φυλακὴν λέγω, τὸ ράβδισμα, καὶ τὸν θάνατον, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε ἑνωμέναι μὲ τὴν χρηματικὴν παιδείαν. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει καὶ ἀποφασίζει αὐτὸς ὁ μωροκριτής, εἶναι τόσον παιδαριώδης καὶ ἀνόητος, ὁποὺ δύο ψευδομάρτυρες καὶ ἕνας κακοῦργος, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀφανίσουν τὸν πλέον ἐνάρετον πολίτην (7). Ὁ δὲ κριτὴς καθημερινῶς πολιτεύεται, καὶ ἀποφασίζει τοιουτοτρόπως, οὔτε ποτὲ τὸν τύπτει τὸ συνειδὸς διὰ τοιαύτας ἀνομίας (8).

Διὰ τὴν φύλαξιν καὶ εὐταξίαν τῆς πόλεως, ὁ ἀντιβασιλεὺς δίδει ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἑνὸς δούλου του, νὰ κάμνῃ ὅ,τι τοῦ φανῇ εὔλογον. Αὐτός, μὴν ἠξεύροντας πῶς νὰ μεταχειρισθῇ τὸν καιρόν του, εἰς ἄλλο δὲν καταγίνεται, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς προδότας καὶ κακούργους τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἐφευρίσκῃ τρόπους εἰς τὸ νὰ ἀδικῇ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον (9). Ὅταν τινὰς ἤθελεν ἀποκριθῆ εἰς αὐτοὺς τὸν παραμικρὸν λόγον, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν ὑπογράψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ θανάτου του, ἐπειδὴ εὐθὺς τὸν συκοφαντοῦσι, καὶ μὲ δύο ψευδομάρτυρας ἔμπροσθεν τοῦ κριτοῦ των βεβαιοῦσι, ὅτι τοὺς ὕβρισε τὴν θρησκείαν, καὶ παραχρῆμα τὸν θανατώνοσι (10). Ἰδού, ἀγαπητοί μου, πῶς διοικεῖται τὴν σήμερον ἡ ὀθωμανικὴ δυναστεία. Διοίκησις, ὅσον τυραννική, τόσον εὔκολος, καὶ τοιαύτη, ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ὑποθέσῃ μίαν χειροτέραν ἀπὸ αὐτήν.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἀντιβασιλεὺς ἐκλέγει πάντοτε ὅποιον θελήσῃ, τὰς περισσοτέρας φορὰς ὅμως δίδει αὐτὴν τὴν τιμήν, ἢ τοῦ μαγείρου του, ἢ τοῦ δούλου του, καὶ τὸν ψηφίζει κυβερνήτην καὶ ἀπόλυτον κύριον μιᾶς πόλεως τῆς ἐπικρατείας, εἰς τρόπον ὁποὺ κάθε πόλις τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διοικεῖται ἀπὸ ἕνα μάγειρα ἢ ἕνα δοῦλον (11).

Ἡ ὀθωμανικὴ αὐλὴ δὲν φυλάττει μισθωτὰ στρατεύματα, καθὼς τὰ ἑτερογενῆ βασίλεια, ἐκτὸς ἀπ᾿ ὅσα διὰ τὴν κοινὴν εὐταξίαν ὑποθέτει ἀναγκαῖα εἰς τὴν βασιλεύουσαν. Ὅθεν, ὅταν τῆς χρειασθοῦν, αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ τῶν διαφόρων πόλεων εἶναι εἰς χρέος, νὰ εὕρουν στρατιῶτας καὶ νὰ τοὺς πληρώσουν ἐξ ἰδίων των, ὁ καθεὶς κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἐπικρατείας του.

Ἡ πενιχρότης τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν, πρὶν λάβωσι τὸ σκῆπτρον τῆς δυνάμεως, ἀρκετῶς μᾶς δηλοποιεῖ τὴν πτωχείαν των, καὶ τὰς περισσοτέρας φοράς, ὅταν πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπικρατείας των, εὑρίσκονται καταχρεωμένοι, διὰ τὰ χαρίσματα ὁποὺ εἶναι βιασμένοι νὰ κάμνωσι, καὶ διὰ τὴν ἄκραν πολυτέλειαν, ὁποὺ φυλάττουσι. Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς, εἰσέρχεται εἰς ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ (12). Ἀλλὰ μὲ ποῖον τρόπον ἆρα γε πλουτίζει; Ἔ, πολλὰ εὔκολος εἶναι δι᾿ αὐτόν. Εὐθύς, ὁποὺ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν, κράζει τοὺς πλουσιωτέρους πολίτας, καὶ τοὺς λέγει, ὅτι ὁ βασιλεύς των ἔχει χρείαν ἀπὸ στρατεύματα, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰς χρέος νὰ προβλέψῃ ἀναλόγως εἰς τὴν δύναμίν του. Ὅθεν, ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον.

Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην, τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους (13) καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.

Παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστην νὰ μὴν θαυμάσῃ διὰ τὴν τοιαύτην διήγησιν. Ἐγὼ τὴν ἔγραψα, ὄχι πὼς δὲν ἠξεύρω, ὅτι εἶναι πασίδηλος τοῖς ὁμογενέσι μου Ἕλλησι, ἀλλ᾿ ἂν κατὰ τύχην τὸ παρὸν βιβλιάριον ἐκπέσῃ εἰς τὴν ὄψιν τινῶν, ὁποὺ ἔχουσι τὴν αὐθάδειαν νὰ ὁμολογοῦσι, ὅτι σχεδὸν σχεδὸν τοὺς ἀρέσκει ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις, νὰ καταλάβουν, ἂν εἶναι δυνατόν, μίαν φορὰν τὸ λάθος των, καὶ νὰ τρομάξουν εἰς τὴν ἀναισθησίαν των.

***

Τώρα, ἀγαπητοί μου, ὁποὺ ἐδιηγήθην τὸν ἀνυπόφορον τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος, ὄχι βέβαια ὅσον ἔπρεπε διεξοδικῶς, ἀλλ᾿ ὅσον τὸ παρὸν θέμα καὶ ὁ σκοπός μου τὸ ἐσυγχώρησε, τώρα, λέγω, ὁποὺ ἡ μόνη διήγησις, ἀρκετῶς μᾶς ἀπέδειξε, πόσον εἶναι ὁ αὐτὸς τρόπος τυραννικὸς καὶ ἀνυπόφορος, μὲ τὴν αὐτὴν συντομίαν θέλω σᾶς ἐνθυμίσει μὲ πόσην στενοχωρίαν οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες ἀναπληροῦσι εἰς τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, καὶ πόσα βάρη ὑποφέρουσι. Μετὰ ταῦτα δὲ θέλω ἐρευνήσει τὰς αἰτίας τῆς μέχρι τοῦδε ἀναιδεστάτης μας ὑπομονῆς.

Διὰ περισσοτέραν σαφήνειαν ὅμως κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν τυράννων αὐτῶν. Ἀλλ᾿ ἐπειδή, ὦ ἀγαπητοί μου, τὰ περιστατικὰ μ᾿ ἐμπόδισαν ἀπὸ τὸ νὰ ἐκτελέσω τὴν θέλησίν μου, καὶ νὰ περιδιαβάσω τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλην την ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, διὰ νὰ ἐπαριθμήσω μόνος μου καὶ καθὼς πρέπει, τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας, διὰ τοῦτο συντρέχω εἰς τοὺς πλέον νέους καὶ πλέον ἀξιοπίστους γεωγράφους, νὰ ἀντλήσω κἂν ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐκεῖνο, ὁποὺ μόνος μου δὲν ἐδυνήθην νὰ ἀπολαύσω.

Ἀφοῦ, λοιπόν, μὲ ἄκραν ἐπιμέλειαν ἐξέτασα πολλοὺς συγγραφεῖς, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν συμφωνοῦσιν ἀλλήλων των, καὶ σχεδὸν ὅλοι ἐκτείνονται εἰς περιττολογίας καὶ ἀφήνουσι εἰς σκότος τὰ ἀναγκαιότερα πράγματα τῆς γεωγραφίας, εὗρον δι᾿ ἀληθεστέραν ἢ πλησιεστέραν εἰς τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐπακόλουθον ἐπαρίθμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν, βέβαια, οὔτε ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ καταπεισθῶ μὲ ἀναμφιβολίαν, ἀλλ᾿ οὔτε ἀπίστευτος καθόλου μοῦ φαίνεται. Ὅθεν, ἐγὼ μὲν τὴν ἐκθέτω, ὅποιος δὲ εἶναι βεβαιότερος, ἂς τὴν διορθώσῃ, καὶ θέλω τοῦ μείνει εὐχάριστος.

***

Τὸ ὀθωμανικὸν βασίλειον εἰς τὴν Εὐρώπην διαιρεῖται εἰς τὰς ἀκολούθους δεκατρεῖς ἐπαρχίας, δηλαδὴ Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μπόσναν, Δαλματίαν, Ἀλβανίαν, Ἤπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν καὶ Ρούμελην. Οἱ κάτοικοι δὲ εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους, ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω (14). Τόσον πλῆθος Ἑλλήνων, ὦ ἀγαπητοί, πῶς ἆρα γε νὰ ζῇ; Αὐτὸ λοιπόν, θέλω ἐξετάσει τώρα καὶ ἀκούσετε.

Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς πόλεις (15) μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν εἰς τὰ χωρία (16). Ἐκ τῶν ὀθωμανῶν οὖν οἱ περισσότεροι ζῶσιν ἀπὸ χρονικὰ εἰσοδήματα, ὁποὺ συναθροίζουσιν ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ὑποστατικῶν των, οἱ δὲ λοιποὶ διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τεχνῶν, ὡς πάντως ἀσύδοτοι, κερδίζουσιν ἀρκετῶς, καὶ ζῶσιν κάλλιστα. Ἀλλ᾿ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι, εἶναι τὴν σήμερον τὸ πλέον θλιβερὸν θέαμα εἰς τὸ θέατρον τοῦ κόσμου.

Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.

Τόσα μεγάλα εἶναι τὰ βάρη, ὁποὺ ὑποφέρουσι, καὶ τόσον μιαρὰ ἡ ψυχὴ τῶν ὀθωμανῶν (17). Ὁ τρόπος δὲ τῆς συμφωνίας των μετὰ τῶν κυρίων τῶν ὑποστατικῶν, ἐκτὸς ὁποὺ εἶναι τυραννικώτατος, εἶναι, πρὸς τούτοις, καὶ ἀκατάστατος καὶ ἄνομος (18). Πῶς οὖν ζῶσι; Ἔ! ἀδελφοί μου, φίλτατοί μου Ἕλληνες, ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ. Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα. Βέβαια, ὁ πλούσιος ὀθωμανὸς τρέφει τὰ ἄλογά του μὲ πολλὰ καλλιότερα φαγητὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποὺ φυλάττουσιν εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὰς θλίψεις τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον χωριάτην.

Ἀλλά, μήπως τελειώνει εἰς αὐτὰ μόνον ἡ δυστυχία του; Αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος πρέπει πρὸς τούτοις - ὦ ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! - πρέπει, λέγω, νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν καὶ τοῦ ληστοῦ τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ὡς κατωτέρω ρηθήσεται, εἰς τρόπον ὁποὺ οἱ χωριάτες, ἐξαιρῶντας ἐκείνους τοὺς προδότας καὶ κακοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μὴν διψήσωσι, πίουσι τὸ αἷμα τῶν συναδελφῶν των, καὶ ἀποκαθίστανται συνεργοὶ τῶν τυραννικῶν προσταγμάτων, ἀφοῦ χάνουν τὰ ὅσα οἱ ὀθωμανοὶ τοὺς ἁρπάζουσι καὶ τὰ ὅσα δίδουσι τῶν καλογήρων, μόλις ἠμποροῦσι νὰ ζήσωσι ἀπ᾿ ὅσα τοὺς μένουσι (19).

Ἀλλά, πῶς νὰ παραιτήσω τὰς καθημερινὰς ἀγγαρείας ὁποὺ ὑποφέρουσι! Ὦ οὐρανέ, πῶς δὲν κατακαίεις μὲ τοὺς κεραυνούς σου τόσα βδελυρὰ τέρατα, ὁποὺ μιαίνουν καὶ ἀφανίζουν τὸ ἀνθρώπινον γένος! Δὲν εἶναι χωρίον, ὦ ἀγαπητοί, καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐπικράτειαν τοῦ τυράννου τῶν Ἰωαννίνων, ὁποὺ καθ᾿ ἑκάστην νὰ μὴν πέμπῃ τὸ ἓν τρίτον τῶν κατοίκων του, διὰ νὰ δουλεύῃ εἰς τὰ ἀνωφελῆ καὶ πολυέξοδα κτίρια τοῦ τυράννου, χωρὶς ἄλλην ἀνταμοιβήν, εἰμὴ ραβδίσματα καὶ πολλάκις θάνατον (20). Τοιαύτην λοιπὸν θλιβερὰν καὶ ἀνυπόφορον ζωὴν διάγουσιν οἱ χωριάτες τῆς ἑλληνικῆς γῆς, καί, βέβαια, πολλὰ χειροτέραν ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὴν παρέστησεν ἡ διήγησίς μου.

Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας; Ἔ, αὐτοὶ χωρὶς νὰ ἔχουν ὀλιγοτέρους κόπους καὶ μόχθους ἀπὸ τοὺς χωριάτας, ἔχουν τὰ βάσανα, καὶ περισσότερα καὶ φοβερώτερα, ἀπὸ αὐτούς. Οἱ τεχνῖται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδὸν 18 ὥρας τὸ ἡμερόνυκτον, καὶ ποτὲ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀναπληρώσουν τὰς ἀναγκαίας χρείας των. Οἱ προεστοὶ μὲ τὰ ἄδικα δοσίματα, ὁποὺ τοὺς ἐπιφορτώνοσι, τοὺς ἁρπάζουσιν, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, τὸν ὀλίγον καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι, καὶ ἀνάμεσα εἰς τόσας χιλιάδας, ὅταν τινὰς φθάσῃ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς χρείας του μὲ ὅσον κέρδος τοῦ μένει, νομίζεται πολλὰ εὐτυχής.

Πρόσθες ἀκόμη τὰ ἀνυπόφορα κακά, ὁποὺ καθημερινῶς δοκιμάζουσιν ἀπὸ τοὺς ἀχρείους ἐπιστάτας τοῦ τυράννου, οἱ ὁποῖοι, μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν, καὶ χωρὶς συνείδησιν, ἐπιφορτώνοσιν εἰς τοὺς ἄλλους τὰ βάρη τοῦ μέρους των, καὶ αὐτοὶ μένουν ἀσύδοτοι. Ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ ἄφρονες καὶ μωροὶ ἄνθρωποι, ὁποὺ κράζονται προεστοὶ καὶ ἄρχοντες, οἵτινες, ἀπὸ τὴν βρωμερὰν συνήθειαν, ἔχασαν σχεδὸν καὶ τὴν ἐντροπὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν δὲν διστάζουσιν ἀπὸ τὸ νὰ ἀρνῶνται, ποτὲ μέν, τὰς ποσότητας τῶν πληρωμῶν, ποτὲ δέ, νὰ ξαναζητῶσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔλαβαν ἤδη, καὶ τὸ χειρότερον νὰ καυχῶνται, εἰς τὸ νὰ δεικνύωνται πιστοὶ ὀπαδοὶ καὶ δοῦλοι τοῦ τυράννου ἑκούσιοι. Ἔ, σκληροὶ καὶ ἀναιδέστατοι ἄνθρωποι, ταχέως θέλετε μετανοήσει, ναί, θέλετε μετανοήσει καὶ θέλετε κλαύσει πικρῶς διὰ τὰς κακοεργίας σας.

Ποῦ νομίζετε, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, νὰ στέλνωσι, διὰ νὰ κατοικήσωσι, αὐτοὶ οἱ ἀπάνθρωποι καὶ ἀναιδέστατοι ἄρχοντες ἐκείνους τοὺς δυσώδεις καὶ βρωμεροὺς Ἀλβανίτας ἢ ἄλλης ἐπαρχίας ὀθωμανούς, ὁποὺ ὁ κάθε τύραννος βαστᾶ διὰ τὴν φύλαξίν του, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Θετταλίαν καὶ Ἤπειρον; Ἴσως εἰς ὀσπίτια καμωμένα ἐξεπίτηδες, ἴσως εἰς τὰ εὐρύχωρα μετόχια τῶν μοναστηρίων, ἴσως εἰς τὰ μεγάλα παλάτια των, ἴσως ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἢ εἰς ἔρημά τινα κτίρια, ἤ, τέλος πάντων, εἰς τὰ μοναστήρια; Οὐχί, οὐχί, ἀγαπητοί μου, μὴν προσμένετε τόσην κρίσιν ἀπὸ τὸν μεμεθυσμένον τους δουλικὸν νοῦν· αὐτοὶ ἐκλέγουσι καὶ πέμπουσιν αὐτοὺς τοὺς αἱμοβόρους λύκους εἰς τὰ ὀσπίτια, ὅπου εὑρίσκονται γυναῖκες καὶ κοράσια.

Καθείς, ὦ ἀγαπητοί μου, καθεὶς ἀπὸ ἐσᾶς ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ καταλάβῃ τὰς φοβερὰς ἐξακολουθήσεις. Ἐγὼ δέ, ἀπὸ τὴν δικαίαν μου ἀγανάκτησιν, ἡ χείρ μου τρέμει καὶ ἡ ὅρασις μου ἐθάμπωσε, οὔτε πλέον ἠμπορῶ νὰ ἐπαριθμήσω τὰς δυστυχίας τῶν Ἰωαννίτων καὶ ὅλων τῶν Θετταλῶν, χωρὶς ἀπὸ τὸν θυμόν μου νὰ εἰπῶ, βέβαια, ὀλιγότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουσι ἐκείνων τῶν μωροαρχόντων ἀλλ᾿ ἴσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ χρηστοήθεια καὶ τὸ ὁμογενὲς μὲ διδάσκουσι.

Ἂν ἐγώ, ὅμως, σιωπῶ, δὲν θέλουσι σιωπήσει αἱ τρομασμέναι μητέρες, ὁποὺ μετὰ δακρύων καὶ γονυκλιτῶς ἔμπροσθεν αὐτῶν τῶν ἀχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ᾿ ἑκάστην, σπανίως δὲ ἐκεῖνοι καταδέχονται νὰ τὰς ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις, ἀντὶς νὰ τὰς παρηγορήσωσι, τὰς ἐπιπλήττουσι καὶ μὲ βίαν τὰς ἐκβάλλουσιν ἔξω, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς δώσωσι τὴν παραμικρὰν βοήθειαν (21). Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, βέβαια, τὰ κρεμνισμένα ὀσπίτια τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, τὰ ξεσχισμένα στολίδια τῶν ὀσπιτίων των, αἱ αἱματωμέναι ὁδοὶ καὶ τείχη τῶν πόλεων ἀρκετῶς ὁμιλοῦσι εἰς τὰς ὁράσεις, ὄχι μόνον τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ξένων. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, ἀκούονται ὅμως οἱ ἀναστεναγμοὶ τῶν δυστύχων πατέρων, οἵτινες, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ κερδίσωσι τὴν ζωοτροφίαν των, οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἀφήσουν εἰς τὴν φαμελίαν των δέκα ὀθωμανοὺς καὶ ἄλλα τόσα ἄλογα, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ὄχι ὀλίγας φοράς, εἰς θάνατον. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, θέλει λαλήσουν τὰ ἀθῶα στόματα τῶν τρομασμένων κορασίδων καὶ πεφοβισμένων ἐφήβων. Καὶ ἂν ἐγώ, τέλος πάντων, δὲν τοὺς δηλοποιῶ τὸ τέλος των, τὰ παραδείγματα καὶ αἱ ἱστορίαι ὅλου τοῦ κόσμου μὲ μεγάλην σαφήνειαν τοὺς τὸ προλέγουσι, καὶ ἀρκετὰ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ προϊδῶσι μόνοι των, ἂν ἄξιοι κρίσεως καὶ συλλογισμοῦ ἦτον τοιαῦτα τέρατα.

Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, οἱ τεχνῖται πῶς ζῶσι, καὶ μὴν νομίσετε ὅτι ἐννοῶ διὰ μόνον τοὺς Ἰωαννίτας. Αὐτοὶ δὲν εἶναι δυστυχέστεροι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὁ τύραννός των εἶναι κακοηθέστατος. Ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εὑρίσκεται ἡ αὐτὴ διοίκησις, ὁ αὐτὸς τρόπος, αἱ ἰδίαι αἰτίαι, καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν κλάσιν τῶν πραγματευτῶν, λέγω, ἐκείνων, ὁποὺ πωλῶσι διάφορα εἴδη εἰς τὰ ἐργαστήριά των, διότι περὶ τῶν ταξιδευόντων περαιτέρω ρηθήσεται. Ἀλλὰ τί ἠμπορῶ νὰ εἰπῶ δι᾿ αὐτούς, χωρὶς νὰ ξαναειπῶ τὰ ἴδια προλεχθέντα διὰ τοὺς τεχνίτας;

Αὐτοὶ βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν κακὴν τύχην, μάλιστα δὲ αἱ δυστυχίαι των αὐξάνουσιν ἀναλόγως μὲ τὰς ὑποθέσεις των. Αὐτοὶ καθ᾿ ἑκάστην δίδοσι τῷ τυράννῳ τόσας ποσότητας ἀπὸ κάθε εἶδος πραγματείας, ὁποὺ ἔχουσι, αὐτοὶ πληρώνοσι βαρύτατα δοσίματα, αὐτοὶ ὑποφέρουσι μὲ μεγαλειτέρας ζημίας εἰς τὰ ὀσπίτιά των πάντοτε τοὺς βρωμεροὺς Ἀλβανίτας (22). Αὐτοὶ εἰς φυλακήν, αὐτοὶ εἰς ἀγγαρείας (23). Αὐτοὶ τέλος πάντων εἶναι ὑποκείμενοι εἰς ὅλα τὰ χειρότερα κακά, ὁποὺ ἠμπορεῖ τινὰς νὰ στοχασθῇ. Πολλάκις ἡ τύχη τοὺς κατατρέχει καὶ εἰς τὰς ἐμπορικάς των ἐπιχειρήσεις, καὶ πολλοὶ ἀπεθνήσκουν εἰς τὴν φυλακήν.

Ποῖος ἐμβαίνει εἰς μίαν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν αἰσθάνεται μίαν ψυχρότητα εἰς τὴν καρδίαν του, ἀκούοντας πανταχόθεν νὰ ἐξέρχεται τὸ ἒ καὶ τὸ ἀλλοίμονον! Τί ἄλλο ἀκροάζεται ἕνας ξένος, πάρεξ ἀναστεναγμούς; Τί ἄλλο βλέπει ὁ Ἕλλην, εἰμὴ δάκρυα; Τί ἄλλο εὑρίσκεται, τέλος πάντων, εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ λύπη, φόβος, φυλακὴ καὶ θάνατος; Ἕνα γενικὸν μουρμούρισμα λύπης, μία σιωπὴ ἀπελπισίας κυριεύει ὅλων τὰς καρδίας. Καὶ πολλῶν ἡ ἀδυναμία μιᾶς δικαίας ἐκδικήσεως καὶ ἡ πολλὰ αἰσθαντική των καρδία φθείρει τὴν ζωὴν καὶ θνήσκουν ἀπελπισμένοι. Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.

***

Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται, δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.

Συγχωρήσετέ με, ὦ ἄνδρες γενναιότατοι καὶ φιλεύσπλαγχνοι, ἂν μία μεγάλη αἰτία μ᾿ ἐμποδίζῃ ἀπὸ τὸ νὰ ἐκθέσω εἰς τοῦτον μου τὸν λόγον τὰ ἔνδοξα ὀνόματά σας· ἡ εὐγνωμοσύνη μου ὅμως ὡς Ἕλλην, καὶ τὸ χρέος τῶν συναδελφῶν μας, ἐντὸς ὀλίγου θέλουν ἐνεργήσει, διὰ νὰ ἐγχαράξουν μὲ χρυσᾶ ψηφία τοιοῦτον κατάλογον εἰς τοὺς ναοὺς τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ τώρα τὸν φυλάττουσι ἐγκεχαραγμένον εἰς τὰς καρδίας των. Δὲν μένει τώρα ἄλλη κλάσις, εἰμὴ τῶν ταξιδιώτων, ὁποὺ νὰ ζητῇ ἐξήγησιν, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν, ὡς προεῖπον, θέλω ὁμιλήσει παρεμπρός, καὶ τελειώνω τοιαύτην θλιβερὰν διήγησιν μὲ μίαν γλυκεῖαν παρατήρησιν, ὁποὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, διὰ κοινήν μας χαράν.

Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας (24). Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του. Σύ, ὁποὺ χαρακτηρίζεις καὶ καταστεῖς ἀμετάτρεπτον τὸν ἐνάρετον. Ναί, ὁ ναός σου δὲν εἶναι ἐσφαλισμένος εἰς τὴν ὑποδουλωμένην Ἑλλάδα! Σύ λατρεύεσαι ἀπὸ τοὺς εὐεργέτας τοῦ γένους.

Αὐτοὶ σὲ τιμοῦσι μὲ τὰ καθημερινὰ δῶρα, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἐγὼ τοὺς τὸ κοινοποιῶ διὰ δόξαν μας. Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ, διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου, τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐνάρετον (25).

***

Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει, καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει (26), ἀλλ᾿ ἐκεῖνο, ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον του ἐνάρετον.

Εἰς τὰς νομαρχικὰς διοικήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ κυρία βάσις καὶ τὸ θεμέλιον ὅλης τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς, ὁ ἐνάρετος κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ ποτὲ δὲν ζημιοῦται, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν συγχωρεῖ ἡ ὀρθὴ διοίκησις ξεχώρισιν ἀπὸ τὰς μερικὰς εἰς τὰς κοινὰς ὑποθέσεις, καθὼς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ παρόντος μου λόγου ἀρκετῶς ἀπεδείχθη. Καὶ ἐξακολούθως, ὁ ἐνάρετος κάμνοντας ὅ,τι τὸν διδάσκει ἡ ἀρετή, κάμνει πρῶτον μὲν τὸ χρέος του ὡς πολίτης, καὶ δεύτερον, ὠφελῶντας τοὺς ἄλλους· ἡ ἕνωσις, ὁποὺ εὑρίσκεται ἀναμεταξὺ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, κάμνει νὰ ὠφελῆται καὶ ὁ ἴδιος.

Πολλὰ διαφορετικὸν εἶναι ὅμως τὸ πρᾶγμα εἰς τὰς τυραννικὰς διοικήσεις, ὅταν καμμίαν φορὰν ἐμφανίζεται ἡ ἀρετή - τὸ ὁποῖον, ἀγκαλὰ καὶ σπανίως, πλὴν ἀκολουθεῖ, καὶ εἰς κάθε τόσον εὑρίσκονται μερικοὶ ἐνάρετοι διὰ τιμὴν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ διὰ μεγαλειτέραν ἐλπίδα μιᾶς ταχέας ἐπανορθώσεως ἐκείνου τοῦ γένους, ὁποὺ τυραννεῖται (27) - ὡσὰν ὁποὺ ἡ τυραννία ἔχει διὰ βάσιν καὶ θεμέλιον τὴν ἀνομοιότητα καὶ τὴν ἀδικίαν. Ὅσοι δοῦλοι εἶναι, τόσαι διαιρέσεις εὑρίσκονται, καὶ εἰς τὸ λεξικὸν τῆς δεσποτείας ἡ λέξις «ἕνωσις» δὲν εὑρίσκεται. Ὅθεν, εἶναι φανερὸν, ὅτι ἕνας ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ πάσχῃ, καὶ ἐξακολούθως, ὅποιος δὲν πάσχει ὑπὸ τῆς δουλείας, δὲν εἶναι ἐνάρετος.

Καλὸν ἤθελεν ἦτον, ὦ Ἕλληνες, ἂν οἱ ἐνάρετοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελον ὑποφέρει, ἀλλά, κάμνοντες τὸ χρέος των, ἤθελον ὠφελήσει τοὺς ἄλλους καὶ τὸν ἑαυτόν τους. Πλὴν αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ, ἕως ὁποὺ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τυραννίας. Ἂς ὑποφέρωσι λοιπὸν ὡς φιλογενεῖς καὶ φιλελεύθεροι, καὶ ἂς μάθωσιν ὅτι, ὅποιος ἠμπορῶντας νὰ ὠφελήσῃ περισσότερον, ὠφελεῖ ὀλιγότερον, δὲν εἶναι ἐνάρετος.

Ἐγὼ ἔλαβα τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίσω ἀρκετοὺς ἐναρέτους Ἕλληνας καὶ εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων ἡ φιλευσπλαγχνία καὶ ἡ καλὴ καρδία, δὲν μοῦ συγχωροῦσι νὰ τοὺς κράξω μὴ ἐναρέτους, ὄντας βέβαιος ὅτι, ἂν δὲν κάμνουσι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον ἔπρεπε καὶ ὅσον ἠμποροῦσαν, ἡ μόνη αἰτία εἶναι, ὁποὺ δὲν γνωρίζουσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔπρεπε νὰ κάμωσι, ἐπειδή, ὦ Ἕλληνες, δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἕνα καλὸν ἄνθρωπον νὰ κάμῃ ἓν καλὸν ἔργον τόσον, ὅσον εἶναι δύσκολον νὰ τὸ κάμῃ καλῶς καὶ καθὼς πρέπει. Ὅθεν, παρεμπρός, θέλω φανερώσει πρὸς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, καὶ ἐλπίζω ὡς ἐνάρετοι, ὁποὺ εἶναι, νὰ κάμωσι τὸ χρέος των, καθὼς τυχαίνει, διὰ νὰ ἀποκαθιστῶσι ἄξιοι τῆς ἀρετῆς.

Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ τῆς Ἑλλάδος (28).

Οἱ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, λοιπόν, ἂς μὴ νομίζωσι, ὅτι ὠφελοῦσιν, ὅσον πρέπει τὴν πατρίδα των, εὐεργετῶντας τινὰς Ἕλληνας. Ἡ Ἑλλὰς βλάπτεται, ἡ κοινὴ ἐλπὶς ὀλιγοστεύει, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, ἂν οἱ εὐεργέται του δὲν ἀλλάξωσι σκοπόν, καὶ δὲν μεταχειρισθῶσιν εἰς ἄλλον τρόπον τὰς εὐεργεσίας των (29). Κάτωθι λοιπὸν θέλω ἀποδείξει, ὡς προεῖπον, τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, διὰ νὰ ἐξαλείψουν τὰς χρείας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν ἀχρήστους τὰς εὐεργεσίας των μὲ τὴν ἰδίαν εἰλικρινότητα, ὁποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ γένους μου καὶ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος μὲ διδάσκουσι.

----------

(1) Τοὺς σεληνιαζομένους νομίζουσιν ὡς ἁγίους.

(2) Οἱ νόμοι των τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ σπουδάσωσιν ἐπιστήμας, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν οἱ φιλόσοφοί των, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσωσι μ᾿ εὐκολίαν τὰ ἐντάλματα τοῦ Μωάμεθ.

(3) Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην χρῆσιν προσδιωρισμένους.

(4) Ὅταν διορίζῃ καμμίαν συνέλευσιν εἰς τὸ παλάτιόν του, τότε αὐτὸς δὲν φανερώνεται, ἐπειδὴ φοβεῖται νὰ μὴν τυφλώσῃ τοὺς παρεστηκότας μὲ τὴν λάμψιν τῆς βασιλείας του. Ὅθεν, κρεμᾶ ἀπὸ τὸ παράθυρον τὸ μανίκι τοῦ φορέματός του, καὶ αὐτὸς μένει μέσα νὰ πελεκᾷ μερικὰ ξυλαράκια διὰ νὰ παστρεύῃ τὰ ὠτία του. Ὅταν, πάλιν, ἐβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, διὰ νὰ μὴν μιανθῇ ἀπὸ τὴν οὐτιδανότητα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ αὐτὸς νομίζει κατωτέρας φύσεως καὶ ὅτι νὰ ἐγεννήθησαν ἐξεπίτηδες διὰ νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτόν, ἀλλάζει μορφήν, καὶ ἐνδύεται κοινὰ φορέματα, τὸ ὁποῖον τοῦ ὁρίζεται ἀπὸ τοὺς νόμους. Ὅσας φορὰς δὲ περιδιαβάζει εἰς τὴν πολιτείαν, ἢ δύο ἢ τρεῖς, πάντοτε, προστάζει νὰ φονευθοῦν, πρὶν ἐπιστρέψῃ, καὶ παραχρῆμα ὁ δήμιος, ὁποὺ τὸν ἀκολουθεῖ, τοὺς ἀποκεφαλίζει ἐπ᾿ ὁδοῦ.

(5) Ἄν τινας ἤθελε συγγράψει τὰ ὀνόματα μόνον τῶν ὅσων ὁ νῦν ὀθωμανὸς τύραννος ἐφόνευσεν ἀδίκως, ἤθελεν ὑπερέβη τοιαύτη καταγραφὴ τὸν παρόντα μου λόγον εἰς τὴν ποσότητα τῶν σελίδων.

(6) Κάθε φαμελίτης, ὅταν ἐβγαίνῃ ἀπὸ τὸ ὀσπίτιόν του, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἀγοράν, νὰ θεωρήσῃ τὰς ὑποθέσεις του, νομίζει τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἐπήγαινε εἰς τὸν πόλεμον, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι βέβαιος, ἂν πλέον ἐπισστρέψῃ· ὅταν δὲ ἐπιστρέφῃ, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε τότε νὰ αἰσθανθῇ τὴν γλυκύτητα τῆς συναναστροφῆς τῶν τέκνων του καὶ συγγενῶν του, φοβούμενος εἰς κάθε στιγμὴν νὰ ἰδῇ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

(7) Ἂν κανεὶς κακοποιὸς φθονῇ κανένα πλούσιον, τρέχει εὐθὺς πρὸς τὸν κριτὴν καὶ λέγει ὅτι ἐκεῖνος νὰ τοῦ χρεωστῇ τόσην ποσότητα. Ὁ κριτής, ἀφοῦ δοξάσῃ πρῶτον τὴν τύχην διὰ τὸ ἄφευκτον μέλλον κέρδος του, κράζει τὸν ἐναγόμενον καὶ τὸν ἐρωτᾷ, ἂν ἀληθῶς χρεωστῇ τοῦ ἐνάγοντος ἐκείνην τὴν ποσότητα ὁποὺ τοῦ ζητεῖται, ἀποκρινόμενος δὲ αὐτὸς τὸ ὄχι, τότε ἐρωτᾷ τὸν ἐνάγοντα ἂν ἔχῃ μάρτυρας, ὁ ὁποῖος λέγει τὸ ναί, καὶ ὁ μωροκριτὴς τοῦ δίδει καιρὸν τρεῖς ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας, καὶ τὸν ἐναγόμενον βάζει εἰς φυλακήν. Ἂν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐνάγων εὕρῃ καὶ παρησιάσῃ δύο ψευδομάρτυρας, ὁ ἐναγόμενος εἶναι εἰς χρέος νὰ πληρώσῃ ὅσα ἐκεῖνοι ψευδομαρτυρήσουν ὅτι χρεωστεῖ, ἂν δὲ καὶ δὲν τοὺς φέρῃ, τότε ὁ κριτὴς ἐλευθερώνει τὸν ἀδικημένον, πλὴν λαμβάνει παρ᾿ αὐτοῦ τὸ δέκατον εἰς τὴν ποσότητα ὁποὺ ἀδίκως τοῦ ἐζητήθη, χωρὶς ποσῶς νὰ τιμωρήσῃ τὸν ψεύστην. Ἂν πάλιν ὁ ἀδικημένος ὁρκισθῇ ὅτι δὲν χρεωστεῖ, τότε οἱ μάρτυρες δὲν χρησιμεύουν, καὶ αὐτὸς δὲν πληρώνει ἄλλο εἰμὴ τὸ δέκατον, εἰς τρόπον ὁπού, ἂν καὶ ἀληθῶς εἶναι χρεώστης, μὲ τὸ ἴδιον μέσον τοῦ ὅρκου δὲν πληρώνει τὸ χρέος του.

(8) Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.

(9) Περιφερόμενος εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς τὰς ὁδούς, ἔχει κάθε ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ ξυλίσῃ καὶ νὰ φυλακώσῃ ὅποιον θελήσῃ ἀπὸ τοὺς πολίτας, πολλάκις δὲ καὶ θανατώνει, καὶ μένει πάντοτε ἀνερεύνητος. Οἱ βαρβαρώτατοι ὀπαδοί του μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν καὶ αὐθάδειαν, ποῖον κτυποῦσι, ποίου ἁρπάζουσι χρήματα, ἄλλου φορέματα, ἄλλου εἴδη πραγματειῶν, καὶ κανεὶς δὲν τολμᾶ νὰ τοὺς εἰπῇ κανένα λόγον. Οἱ Θεσσαλονικεῖς καὶ Λαρσινοὶ ὑποφέρουσι κατ᾿ ἀναλογίαν πολλὰ περισσότερον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας, ὡσὰν ὁποὺ σχεδὸν καθ᾿ ἑκάστην φονεύονται δύο καὶ τρεῖς χριστιανοί.

(10) Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά. Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν, πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.

(11) Αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ εἶναι σχεδὸν ὅλοι ἀγράμματοι, ὅταν δὲ συμβαίνῃ ν᾿ ἀπολαύσῃ μία πόλις διὰ κυβερνητὴν κανένα ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἀσωτείαν τοῦ τυράννου, τότε ἐκείνη ἡ πόλις νομίζεται εὐτυχής, διὰ τοιαύτην τιμήν, καὶ ὁ κυβερνητὴς λαμβάνει, μαζὶ μὲ τὸν τίτλον, καὶ τρεῖς οὐρὰς ἀλόγων χάρισμα ἀπὸ τὸν βασιλέα, διὰ σημεῖον μεγαλειότητος.

(12) Δύο αἴτια τὸν βιάζουσι, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ πλουτίσῃ μὲ ἀδικίας· τὸ μὲν πρῶτον, εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν πρὸ αὐτοῦ, τὸ δὲ δεύτερον, ὁ ἄφευκτος καὶ ταχὺς ἐξορισμὸς ὁποὺ τὸν προσμένει. Ὅθεν καὶ προσπαθεῖ, ὅσον ὀγληγορώτερα δυνηθῇ, νὰ συνάξῃ περισσότερα χρήματα.

(13) Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας, ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τοὺς διαφόρους τρόπους, ὁποὺ ἐπιχειρίζεται, διὰ νὰ ἐκδύῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὁ συχνότερος εἶναι ὁ ἀκόλουθος: Ἐκλέγει κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν κάμνει διοικητὴν εἰς ἕνα ἢ εἰς περισσότερα χωρία, πλὴν αὐτὴν τὴν διοίκησιν τοῦ τὴν πωλεῖ ὅσον θέλει. Ὅθεν ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐβγάλῃ τὰ ὅσα ἐπλήρωσε, καὶ νὰ κερδίσῃ, ἁρπάζει πλέον καὶ ἐκδύει φανερὰ ὅλους, ἀλλ᾿ ἀφοῦ πλουτίσῃ, εὐθὺς ὁ τύραννος τὸν κράζει, τὸν βάζει εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τοῦ τὰ παίρνει, καὶ ἔπειτα, ἢ τὸν φονεύει, ἢ τὸν ξαναβάνει εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρῶτον τέλος.

(14) Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπαρίθμησιν, εὐκόλως φαίνεται, ὑφείλοντας ἀπὸ κάθε ἑκατὸν μόνον δεκαπέντε, ὅτι ἄξιοι διὰ τὰ ἅρματα ἀπὸ μὲν τοὺς χριστιανοὺς ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι 2.156.250, ἀπὸ δὲ τοὺς ὀθωμανοὺς 543.750. Εἶναι πρὸς τούτοις ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως δὲν εἶναι ὅσον οἱ χριστιανοὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἅρματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν κατωτέρω ρηθήσεται.

(15) Τοιαύτας καλῶ, ὅσας περιέχουσσι μίαν ποσότητα 20 χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα κατοίκων.

(16) Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.

(17) Πασίδηλος εἶναι ἡ φθορὰ ὁποὺ προξενεῖται εἰς τὰ χωρία, ὅταν διέρχωνται τὰ ἄτακτα στρατεύματα τῶν ὀθωμανῶν. Αὐτοὶ οἱ βάρβαροι καὶ σκληροκάρδιοι Ἀλβανῖται, ἀφοῦ λάβωσι ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χωριάτες ὅσον τοὺς ζητήσουσι, καὶ ἀφοῦ φάγωσιν πλουσιοπαρόχως καὶ γαστριμάργως ὅσα πρόβατα καὶ ἄλλα εὕρωσιν, ἡ ἀχόρταγος ψυχή των ποτὲ δὲν εὐχαριστεῖται, καὶ μὲ βίαν τοὺς ἁρπάζουσιν, δὲν λέγω χρήματα, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν, ἀλλ᾿ ὅ,τι τοὺς εὕρουσι, καὶ ἀσπλάγχνως ἄλλον τύπτουσι, ἄλλον ὀνειδίζουσι, καὶ πολλοὺς φονεύουσι.

(18) Ὁ κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τὸν σπόρον τοῦ γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δουλεύσῃ μαζὶ μὲ τὴν συμβίαν του καὶ τέκνα του δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον, ἀφοῦ, λέγω, ἀφανίσῃ τὰ βόδια του καὶ καταχαλάσῃ τὰ ἐργαλεῖα του, συνάζει, τέλος πάντων, τὸν καρπόν, -καὶ πολλάκις ἡ φύσις δὲν ἀνταποκρίνεται δικαίως εἰς τοὺς κόπους του- τὸν ὁποῖον ἂς ὑποθέσωμεν ὣς 10. Εὐθὺς ὁ κύριος τοῦ χωραφίου λαμβάνει τὰ 2/3, καὶ μένουσι 3 1/3. Ὁ ἐπιστάτης τοῦ χωρίου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ φανερὸς κλέπτης, ἁρπάζει ἄλλο ἕν, καὶ μένουν 2 1/3. Ὁ κύριος τοῦ χωραφίου λαμβάνει διὰ τὸν σπόρον 1/3 καὶ οὕτως μένουν τοῦ γεωργοῦ μόνον 2, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ζωοτραφῇ καὶ νὰ ἐνδυθῇ αὐτὸς καὶ ἡ φαμιλία του. Τοιαύτη περιγραφὴ πρέπει νὰ κινήσῃ εἰς σπλάγχνος τὰς πλέον σκληρὰς καρδίας, καὶ κάθε Ἕλλην πρέπει νὰ κλαύσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσίν της.

(19) Τὰ συνηθισμένα των φαγητὰ εἶναι ἀγριολάχανα καὶ ψωμὶ ἀπὸ κριθάρι, δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον μόνον τρώγοσι κρέας.

(20) Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων, ὁποὺ ὑποφέρουσι, πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.

(21) Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν, ὁποὺ ἔτυχα παρών, ὅταν μιὰ γυναίκα χήρα καὶ μὲ πέντε τέκνα ἀνήλικα εἶχεν ὑπάγει νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα σιωπῶ διὰ ὀλιγοτέραν του ἐντροπήν, διὰ νὰ τῆς κατεβάσουν τὸ δόσιμον, λέγουσα, ὅτι, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀπερασμένον, εἶχεν πωλήσει κάθε περιττὸν στολίδι, ὁποὺ τῆς εἶχεν μείνει, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ πωλήσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὅσα τῆς ἐζητοῦσαν, μάλιστα κλαίουσα ἐφώναζεν, πὼς ἔχει νὰ θρέψῃ καὶ νὰ ἐνδύσῃ τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο υἱούς... ὁ σκληρὸς ἄρχων δὲν τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ τὴν περίοδον, καὶ εὐθύς, ὁποὺ ἤκουσε νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει τόσα παιδία, μὲ ἀνήκουστον βαρβαρότητα καὶ ἀδιαφορίαν τῆς λέγει: «πώλησον δύο ἀπὸ τὰ παιδία σου καὶ πλήρωσον τὸ δόσιμον». Ἐγὼ σιωπῶ, ὁ δὲ ἀναγνώστης ἂς κρίνῃ, ὅπως θελήσῃ.

(22) Πολλοὶ εὑρίσκονται στενοχωρημένοι ἀπὸ ξυλίσματα καὶ φοβερισμοὺς τῶν ἀπανθρώπων Ἀλβανίτων, ἐκτὸς τῆς κατοικίας, νὰ τοὺς δίδωσι καὶ τὴν ζωοτροφίαν.

(23) Εἰς τὰ Ἰωάννινα ἔφερον τὰ ξύλα, τὰς πέτρας καὶ τὴν λάσπην ὅλοι οἱ κάτοικοι χωρὶς ἐξαίρεσιν.

(24) Εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξόχως εἰς τὰ Ἰωάννινα, κάθε ἡμέραν ὅλοι οἱ συμπολῖται, στέλνουσιν εἰς τοὺς φυλακωμένους καὶ φαγητὰ καὶ ἐνδύματα καὶ κάθε ἄλλον ἀναγκαῖον· ὅταν δὲ κανεὶς ἀδικῆται καὶ κατατρέχεται, κάθε γείτων νομίζει χρέος του νὰ τὸν βοηθήσῃ, ὡς δύναται.

(25) Ἂς μὴν παραξενευθῇ ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ ὅτι, ὁσάκις βλέπομεν ἕνα ἐνάρετον νὰ κάμνῃ περισσότερα καλὰ ἀπὸ ἕνα ἄλλον ἐνάρετον, αἰτία εἶναι μόνον καὶ μόνον αἱ περιστάσεις.

(26) Πολλοὶ ἐνόμισαν καὶ νομίζουν ἐναρέτους τινὰς βασιλεῖς, διὰ τὸ ὅτι ἔκαμον καλὰ πράγματα, χωρὶς νὰ ἐρευνήσουν τὸ ὅ,τι ἠμποροῦσαν νὰ κάμωσι.

(27) Οἱ περίεργοι ἀλλογενεῖς, καὶ μάλιστα οἱ Βρεττανοί, περιερχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπαντοῦντες ἔνθεν κακεῖθεν διεσπαρμένα τὰ διάφορα λείψανα τῆς μεγαλειότητός της, εὑρίσκονται ὑποχρεωμένοι νὰ κράζωσι: «Ἐδῶ ἐστάθη τὸ σχολεῖον τῆς οἰκουμένης». Οἱ δὲ νῦν φιλόσοφοι καὶ πολυπράγμονες Ἕλληνες, θεωρῶντες ἀναμεταξὺ εἰς τοὺς ταλαιπώρους ὁμογενεῖς μας μερικοὺς ἐναρέτους καὶ ἀξίους ἄνδρας, μὲ κρυφίαν ἡδονὴν κραυγάζουσι: «Οὐχί, οὐχί, ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει μείνει διὰ πολὺν καιρὸν ὑπὸ τῆς τυραννίας, ἀλλὰ ταχέως θέλει συντρίψει τὰς ἁλύσους της».

(28) Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν εἰπεῖ, εἶναι δυνατὸν ἓν χρηστὸν ἔργον νὰ βλάψῃ; Ἔ, ἀγαπητέ! δὲν εἶναι τὸ ἔργον, ὁποὺ προξενεῖ τὴν ζημίαν, ἀλλ᾿ ἡ περίστασις. Ὁ εὐεργέτης, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖ, νομίζει πὼς κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ μένει ἀκίνητος. Ὁ εὐεργετούμενος δέ, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖται, δὲν ἀπελπίζεται, καὶ μένει ὑπὸ τῆς δουλείας. Τὰ χρηστὰ ἔργα πρέπει νὰ τὰ κάμῃ τινὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, διότι αἱ περιστάσεις πολλάκις ἀνατρέπουσι τὸ καλὸν εἰς κακόν. Ἂν παραδείγματος χάριν ἕνας ἀρχιστράτηγος εἰς τὸν καιρὸν τῆς μάχης ἤθελε προστάξει, φιλευσπλαγχνίᾳ κινούμενος, νὰ περιποιηθοῦν τοὺς πληγωμένους καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τοὺς ἀπεθαμένους, βέβαια ἤθελε νικηθῆ ἀπὸ ἕνα ἐχθρόν, ὁποὺ δὲν ἤθελε τὸν ὁμοιάσει καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία του, κακῶς ἐνεργημένη καὶ παράκαιρα, προξενεῖ τὴν δυστυχίαν ἑνὸς γένους ὁλοκλήρου.

(29) Ἂς μὴν τολμήσῃ ὁ ἀναγνώστης, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ὁρκίζω ἔμπροσθεν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν ναὸν τῆς ἀρετῆς, ἂς μὴν τολμήσῃ, λέγω, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι, νὰ μὲ κράξῃ ἀγνώμονα. Ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως εἰς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος ὄχι ὀλίγον, εἶμαι εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς των, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Πόσον ὅμως ἤθελεν ἦτον καλλίτερον, νὰ μὴν ἤθελον ἔχει χρείαν ἀπὸ τὰς εὐεργεσίας των. Ὅποιος ἰατρεύεται ἀπὸ μίαν ἀσθένειαν, εἶναι εὐγνώμων πρὸς τὸν ἰατρόν του, πλὴν ὅλοι παρακαλοῦσι νὰ μὴν λάβωσι χρείαν ἀπὸ τὸν ἰατρόν.


ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΟΙ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ

Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν. Εἰς τὴν διήγησιν τῆς δευτέρας αἰτίας, εἰς τὴν ὁποίαν συγκαταλέγεται καὶ ἡ κλάσις τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος, θέλω φανερώσει τὸ χρέος των, ὡς ἔταξα. Τὰ δὲ προλεχθέντα περὶ τῆς ἀρετῆς αὐτῶν χρησιμεύουν ὡς προλογίδιον εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐν ᾗ εἰσέρχομαι τώρα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε δειλία, οὔτε ἀστοχασία τῶν Ἑλλήνων, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττει ὑπὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, καὶ νὰ ἀποστομώσω τὰς φθονερὰς καὶ καταλάλους γλώσσας τῶν ἀλλοφύλων.

Ἀλλά, πόσον θέλει συγχύσει, ἡ ἀκόλουθος διήγησις τῆς πρώτης αἰτίας μερικοὺς ἀρχιεπισκόπους, ἢ ἄλλου τάγματος ἱερεῖς, ἂν κατὰ τύχην τὸν παρόντα μου λόγον ἀναγνώσωσι - τὸ ὁποῖον μοῦ φαίνεται δύσκολον - βλέποντας ξεσκεπασμένας τὰς ψευδεῖς των ἀρετάς.

Ὤ, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν εἰς τὸ πῦρ τοῦτο μου τὸ βιβλιάριον, ὅσοι φοβοῦνται τὸ φῶς τῆς ἀληθείας! Διὰ τοῦτο λοιπὸν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ τοὺς προειδοποιήσω, ὅτι τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ προστάζει νὰ ὁμιλήσω τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν φοβοῦμαι οὔτε τοὺς ἀμαθεῖς, οὔτε τοὺς σπουδαίους καὶ ἐναρέτους (1). Τοὺς μὲν πρώτους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄξιοι φόβου, τοὺς δὲ δευτέρους ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια δὲν ἐπιδέχεται κατάκρισιν. Μᾶλλον δὲ οἱ σπουδαῖοι θέλουν ἐπικυρώσει τοὺς λόγους μου μὲ τὴν νουνεχῆ των ἐπιβεβαίωσιν, καὶ θέλουν προσπαθήσει, ὅσον ὀγληγορώτερον δυνηθῶσι, νὰ διορθώσωσιν ὁπωσοῦν τὰς φοβερὰς καὶ ἐπιζημιώδεις καταχρήσεις αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τάγματος, διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν προτέραν της λάμψιν καὶ εὐτυχίαν.

Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους, καὶ νὰ ἀποδείξω μὲ γεωμετρικὴν βεβαιότητα τὸ πόσον κακὸν προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα.

Ἂς μὴν μὲ νομίσουν ἀνευλαβῆ, ἂν ἀκούσωσι νὰ καταφρονῶ τὴν σημερινὴν καλογερικήν των σύστησιν καὶ διαγωγήν, ἀλλ᾿ ὡς ζηλωταὶ τῆς ἐπανορθώσεως καὶ δόξης τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, νὰ στοχασθῶσι, ἂν εἶναι εὔκολον, νὰ ξαναλάβῃ τὸ γένος μας τὴν ἐλευθερίαν του, ἐν ὅσῳ σώζεται ὁ οἰκιακὸς ἐχθρός της, ἡ ἀμάθεια, λέγω, ἡ δεισιδαιμονία καὶ ἡ κατάχρησις τῆς θρησκείας, ἢ ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις, καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.

Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.

Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τί ὁμοιάζεις, ἤθελα νὰ ἠξεύρω ἀπὸ ἐσὲ τώρα ὁποὺ σὲ ἐρωτῶ, εἰς τί, λέγω, ὁμοιάζεις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἴσως εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν, ὁποὺ ἐκεῖνοι ἐκήρυττον; Ἀλλ᾿ ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς. Ἴσως εἰς τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον μεγάλον ξεφάντωμα δὲν εὑρίσκεται μέρος ἀπὸ τοὺς συγκλήτους σου, καὶ ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λατρεύει δύο καὶ τρεῖς ἀρχοντίσσας μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν καὶ σχεδὸν φανερά (2);

Μήπως τοὺς ὁμοιάζεις κἂν εἰς τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει τὴν ἄκραν ἀνευλάβειάν σου καὶ ποῖος δὲν ἠξεύρει πόσον γελοιωδῶς καὶ χλευαστικῶς ἐκτελεῖς τὰς ἱερουργίας (3); Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Εἰς τὴν φιλανθρωπότητα; Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς. Ἡ λύσσα σου διὰ τὰ χρήματα εἶναι ἀπερίγραπτος (4). Τοὺς ὁμοιάζεις ἴσως εἰς τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει πόσον προσπαθεῖ ὁ ἕνας νὰ βλάψῃ τὸν ἄλλον (5). Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Βέβαια εἰς οὐδέν. Ὢ τῆς δυστυχίας σας, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ μωροί. Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, διὰ νὰ σᾶς φωτίσῃ, ἐπειδὴ ἐσεῖς οὔτε κἂν στοχάζεσθε νὰ ἀνοίξητε ποτὲ ἓν βιβλίον, διὰ νὰ λαμπρύνητε τὸν ἐσκοτισμένον σας νοῦν.

Σύ, λοιπόν, ὦ Σύνοδος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ φέρῃς τοὺς τίτλους τῆς ἁγιωσύνης καὶ τὰ σημεῖα τῆς ἀρετῆς, οὐχί, οὐχί, ποσῶς δὲν ὁμοιάζεις τὰ ὑποκείμενα, ὁποὺ προσπαθεῖς νὰ παρησιάσῃς. Σὺ εἶσαι μία μάνδρα λύκων, ὁποὺ δὲν ὑπακούεις τὸν ποιμένα σου καὶ κατατρώγεις τὰ ἀθῶα καὶ πολλὰ ἥμερα πρόβατα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ὡς τοιαύτην λοιπὸν θέλω σὲ νομίσει εἰς τὸν παρόντα μου λόγον, καὶ ἂν ἡ ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου, τὸ φῶς τῆς μαθήσεως καὶ ὁ ἥλιος τῆς ἀληθείας θέλουσι σᾶς ἀποδείξει εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς ὅλων, ὄχι καθὼς προσποιεῖσθε νὰ εἶσθε, ἀλλὰ καθὼς εἶσθε τωόντι. Καὶ θέλουσι σᾶς διδάξει ἐνταυτῷ τὴν ἀληθῆ ὁδὸν τῆς ἀρετῆς καὶ ἱερατικῆς διαγωγῆς.

***

Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν, ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία. Στοχαστικώτατος καὶ μεγάλος ἄνθρωπος ἐστάθη βέβαια ὁ νομοδότης Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος προβλέποντας τὰ ἄφευκτα κακά, ὁποὺ ἤθελε προξενήσει εἰς τοὺς συμπατριῶτας του ἡ μεταχείρισις τῶν χρημάτων, τὴν ἀπέβαλεν ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν Σπάρτην, καὶ κατέστησεν ἐκεῖνον τὸν καλότυχον λαὸν τόσον εὐτυχῆ καὶ ἐνάρετον, ὥστε ὁποὺ θέλει δοξάζεται καὶ τιμεῖται, ἕως ὁποὺ ὑπάρχωσιν οἱ ἄνθρωποι. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον τὸν χρυσόν, δὲν νομίζω περιττὸν, εἰ καὶ συντόμως, νὰ εἰπῶ τι περὶ τῆς χρήσεώς του καὶ τῆς αὐτοῦ καταχρήσεως.

Δὲν εἶναι ὅμως ὁ σκοπός μου νὰ καταπείσω τοὺς χρυσολάτρας, ὅτι ἀπατῶνται, ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται τὸ ἴδιον, ἂν ἤθελα παραστήσει τί ἐστὶ μανία, διὰ νὰ καταπείσω ἕνα τρελλόν, ὅτι εἶναι τρελλός. Αὐτός, ἐν ὅσῳ εἶναι τρελλός, δὲν τὸ πιστεύει νὰ εἶναι, μάλιστα κρίνει τὸν ἑαυτόν του φρονιμώτερον ἀπὸ κάθε ἄλλον. Οὕτως καὶ οἱ χρυσολάτραι. Ἕως ὁποὺ μὲ τὸν χρυσὸν κάμνουσιν ὅ,τι θέλουσι, βέβαια δὲν νομίζουσι ἄτοπον τὴν λατρείαν των. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι διὰ τοὺς πρώτους ἡ φρόνησις καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἡ καλὴ διοίκησις. Καὶ τότε ἠμποροῦν νὰ καταλάβουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦτον λωλοί, καὶ ἐτοῦτοι ὅτι ἐβαστοῦσαν τόσον καπνὸν, ἐσφαλισμένον εἰς σιδερένια σεντούκια. Ὁμιλῶ μόνον, λοιπὸν, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία περιεργείας, καὶ ἐπειδὴ νομίζω νὰ μὴν δυσαρέσῃ κάθε ἐξέτασις πραγμάτων, ὁποὺ ἀναφέρονται εἰς τὸ κοινὸν καλῶς ἔχειν.

Τὰ χρήματα, ὦ Ἕλληνες, εἰς ἄλλο δὲν χρησιμεύουν, οὔτε δι᾿ ἄλλο τέλος ὁ ἐφευρέτης τὰ ἐμεταχειρίσθη, παρὰ μόνον διὰ σημεῖα ἀριθμητικά, ἤτοι διὰ μέτρον γενικὸν τῶν πραγμάτων καὶ δηλωτικὸν τῆς τιμῆς των. Οὕτως λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς, διὰ νὰ διευκολύνουν τὰ δανείσματα καὶ ἀλλαγὰς τῶν διαφόρων ἀναγκαίων των πραγμάτων, οἱ ἄνθρωποι ἔκαμαν τόσας μονάδας χρυσᾶς ἢ χαλκίνους, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἐμετροῦσαν καὶ τὰ ἐμοίραζον ὀρθῶς. Αὐτὴ ἡ ἐφεύρεσις εἰς ὀλίγον καιρὸν εὐκόλυνεν τὰς ἀμοιβαίας ἀλλαγάς, ὄχι μόνον ἀπὸ ἕνα ὑποκείμενον εἰς ἄλλον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πόλιν εἰς πόλιν, καὶ ἀπὸ γένος εἰς γένος (6). Αὐξάνοντας λοιπὸν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον αἱ χρυσαῖ μονάδες καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ αὐξήσουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα, ἐφευρέθησαν τὰ μὴ ἀναγκαῖα. Καὶ οὕτως ἐγεννήθη ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους (7).

Ἡ πολυτέλεια δὲ ὡς γέννημα καὶ ἀποτέλεσμα σκιώδους καὶ φανταστικῆς δυνάμεως, καθὼς εἶναι ἡ μεταχείρισις τοῦ χρυσοῦ (8), ἐφύλαξεν τὴν ἰδίαν δύναμιν καὶ αὐτή, καὶ οὕτως μὲ τὸ νὰ ἐπιδέχωνται τὰ μὴ ἀναγκαῖα εἴδη, τιμὴν ἰδεαστικὴν καὶ ἀόριστον, καὶ αὐξάνοντας αἱ χρυσαῖ μονάδες ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ τὰ διάφορα εἴδη ἀπὸ τὸ ἄλλον, τὴν σήμερον σχεδὸν τὰ τρία τέταρτα τῶν ἀνθρώπων ἐνασχολοῦνται ὄχι εἰς ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ δίδουν σήμερον τιμὰς ἰδεαστικὰς εἰς ἓν εἶδος, διαφορετικὰς ἀπὸ ἐκείνας, ὁποὺ εἶχεν χθές, εἰς τρόπον ὁπού, κάθε ἡμέραν ξεκάμνοντες τὰ ὅσα εἶχον καμωμένα, δὲν εὑρίσκονται ποτὲ ἀργοί. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ φτιάσιμον καὶ ξεφτιάσιμον τὸ ὠνόμασαν ἐμπόριον (9).

Τώρα, λοιπόν, ὁποὺ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ὑπόληψις, ὁποὺ τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ χρήματα, εἶναι θετὴ καὶ ἰδεαστική, πολλὰ εὐκόλως ἠμποροῦσε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι καὶ ἄχρηστος εἶναι, μᾶλλον δὲ ἐπιζήμιος, ὁμιλῶντας γενικῶς, ἡ ἐφεύρεσις καὶ μεταχείρισίς των. Ἀλλὰ διὰ περισσοτέραν σαφήνειαν, ἂς ὑποθέσωμεν δύο, ἐξ ὧν ὁ εἷς νὰ διαυθεντεύῃ τὴν ἐφεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὁ ἄλλος νὰ τοῦ εἶναι ἐναντίος, καὶ ἂς συγγράψωμεν τοὺς διαλόγους των.

***

Ὁ πρῶτος λοιπόν, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἰπεῖ: Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων εὐκόλυνεν τοὺς τρόπους τῆς ζωοτροφίας, ἔδωσεν ἐκεῖνα τὰ εἴδη εἰς ἓν γένος, ὁποὺ δὲν τὰ εἶχε, ηὔξησε τὰς ἰδέας τῶν ἀνθρώπων, αὐξάνοντας τὸν ἀριθμὸν τῶν πραγμάτων. Ἐγκαρδίωσεν τοὺς τεχνίτας, τιμῶντας καὶ ἀγοράζοντας τὰ τεχνουργήματά των, καί, τέλος πάντων, ἐτίμησε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν κατέστησεν εὐγενῆ καὶ χρηστοηθῆ.

Ὁ ἄλλος, βέβαια, ἤθελεν ἀποκριθῆ: Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων ἠθέλησεν κατ᾿ ἀρχὰς νὰ μετρήσῃ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα πράγματα, ἔπειτα ἐμέτρησεν καὶ τὰ μὴ ἀναγκαῖα, καὶ μετὰ ταῦτα ἔγινεν ἀνταμοιβὴ καὶ μέτρον τῆς ἀρετῆς. Ἀλλ᾿ αὐξάνοντας περισσότερον τὰ μέτρα ἀπὸ τὰ μετρητά, ἐξ ἀνάγκης καὶ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ των τὰ μετρητὰ ἐμέτρησαν τὰ μέτρα, καὶ ἐξακολούθως τὴν σήμερον τὰ χρήματα μετρῶνται ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ οἱ ἠθικοὶ ὁρισμοὶ κατεστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ (10). Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων κατέστησεν τοὺς ἀνθρώπους ἐχθροὺς τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των(11). Ἡ ἐφεύρεσίς των κάμνει νὰ πιστεύουν οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων, μεγαλείτερον τὸ μικρὸν ἀπὸ τὸ μεγάλον (12). Ἡ ἐφεύρεσίς των ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν (13), καί, τέλος πάντων, τὰ χρήματα ἔδωσαν ὕπαρξιν ἄλλων δύο γενῶν ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ὅθεν, ἐκτὸς τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ, τὴν σήμερον εὑρίσκεται τὸ τρίτον γένος, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πλουσίων, καὶ τὸ τέταρτον, τῶν πτωχῶν.

Ποῖος ἔχοντας κρίσιν στοχασμοῦ δὲν φρίττει θεωρῶντας τοὺς ἐνενήντα ἐννέα νὰ μὴν ζῶσι, νὰ μὴν δουλεύωσι, νὰ μὴν κοπιάζωσι δι᾿ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὸν ἑαυτόν των, παρὰ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ ἑνός; Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει, ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα δέκα ἀνθρώπους»!

Πῶς ἠμπορεῖ, ἐκεῖνος ὁποὺ τὰ στοχάζεται, νὰ ζήσῃ, καὶ νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ πωληθῇ ἕνας, τὸν ἀγοράζουν μὲ βίαν, καὶ μάλιστα νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑποχρεωμένος νὰ ἀγοράσῃ ἄλλους, καὶ νὰ γίνῃ κακός, θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας; Ὁποία εἶναι ἡ καλωσύνη, ὁποὺ μᾶς ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἐφεύρεσιν τῶν χρημάτων; Ἴσως ὁποὺ μᾶς εὐκόλυνεν τὰς ἀμοιβαίας διαλλαγάς; Ἀλλὰ ποία ἀνάγκη ἦτον, διὰ νὰ μᾶς τὰς εὐκολύνῃ; Καὶ πῶς ἐζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, πρὶν νὰ ἐφεύρουν τοὺς χρυσοῦς ἀριθμούς; Οἱ Ἀμερικάνοι πρὸ τεσσάρων αἰώνων δὲν ἔτρωγον ἴσως, δὲν ἐνδύοντο, δὲν εἶχον ἴσως ὅλας τὰς ἀρετάς, μὴν ἔχοντες κανένα ἐλάττωμα; Ἀπέθανον ἀπὸ πεῖναν ἴσως οἱ Λάκωνες, ὁποὺ δὲν ἐμεταχειρίζοντο τὸν χρυσόν; Ἢ μήπως δὲν ἠφανίσθη ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐξ αἰτίας του; Δὲν τυραννεῖται μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ αὐτόν; Καί, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος δὲν ἀσχημώθη τόσον ἀπὸ αὐτόν;

Δὲν πωλεῖται ἴσως ἡ δικαιοσύνη διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν ἀγοράζονται ἴσως οἱ κριταὶ διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν σκεπάζει ἴσως ὁ πλούσιος τὰς ἀνομίας του διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν χάνει ἴσως ὁ πτωχὸς τὰ δίκαιά του διὰ τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρυσοῦ (14); Διατί, τάχατες, νὰ βλέπωμεν ἕνα ἄνθρωπον νὰ ὁρίζῃ ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ δέκα ἄνθρωποι νὰ τρέχουν ὄπισθεν εἰς τὸν ἕνα, ὡσὰν νὰ ἦτον αὐτοὶ χοῖροι, καὶ αὐτὸς χοιροβοσκός;

Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχει αὐτός, ὁποὺ τόσον αὐστηρῶς καὶ ὑπερηφάνως κτυπᾶ, ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ τοὺς ἄλλους; Διατί, διατί, ὁ ἕνας νὰ ὀνομάζεται δοῦλος καὶ ὁ ἄλλος κύριος; Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ, νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε, νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;

Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ὦ ἄνθρωποι, παρὰ ἡ ἐφεύρεσις τοῦ χρυσοῦ; Ποία ἀνάγκη μᾶς βιάζει, λοιπόν, νὰ τὸν φυλάττωμεν; Μήπως οἱ ἄνθρωποι ζῶσι μὲ μέταλλα, ἢ μήπως διὰ τοῦ χρυσοῦ καλλιεργεῖται ἡ γῆ; Καὶ διατί τάχατες δὲν ἤθελον ἠμπορέσει νὰ ζήσουν οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὸν χρυσόν; Καὶ τί ἤθελε γίνει ὁ χρυσός, ἂν τοῦ ἔλειπεν ἀπὸ ὅλους ἡ ὑπόληψις (15); Καὶ διατί τοσαύτη ὑπόληψις εἰς ἓν μέταλλον (16);

Δὲν εἶναι ἴσως ἡ πρώτη καὶ ἡ κυρία πρόξενος τόσων φοβερῶν πλημμελημάτων ὁ χρυσός (17); Δὲν πωλεῖται ἡ τιμὴ ἴσως διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν ἀγοράζεται ἴσως ἡ ἀξιότης δι᾿ αὐτοῦ; Δὲν κλαίει, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος ἐξ αἰτίας του; Ἐν ἑνὶ λόγῳ δὲν εἶναι πρόξενος τῆς πολιτικῆς ἀνυποφόρου ἀνομοιότητος καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς προερχομένων μυρίων κακῶν; Φεῦ! Βαβαί!...

***

Τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἐτελείωσεν καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἐναντίου, τί μέλλει νὰ εἰπῇ ὁ ἀναγνώστης; Ὁ ἀναγνώστης ἂς ἀποφασίσῃ, ὅπως τοῦ φανῇ εὐλογώτερον. Μία καλὴ διοίκησις ὅμως ἠμπορεῖ νὰ διορθώσῃ τὴν κατάχρησιν τῶν πλούτων, καὶ ἂν δὲν ἠμπορέσῃ νὰ ἐξαλείψῃ ὅλα τὰ εἰρημένα κακά, ὁποὺ προξενεῖ ἡ ὑπόληψις τοῦ χρυσοῦ, κἂν θέλει τὰ μετριάσει, ἐπειδή, ἀγαπητοί μου, κάθε δύναμις σκιώδης καὶ ψευδής, ὅσον περισσοτέραν ἐνέργειαν ἔχει εἰς τὴν ἀρχήν της, τόσον περισσότερον καταφρονεῖται εἰς τὸ τέλος, καὶ ἀφοῦ γνωρισθῇ. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα μεγάλου ἀνδρός, διότι ὁ καλὸς νομοδότης φέρεται πρὸς τὸν λαόν, ὡς ἄριστός τις ἰατρὸς πρὸς τὸν ἄρρωστον. Καὶ καθὼς ἐτοῦτος, πρὶν δώσῃ τὸ ἰατρικόν, ἐξετάζει πρῶτον τὴν κρᾶσιν τοῦ ἀσθενοῦντος, ὡσὰν ὁποὺ πολλάκις τὸ ἴδιον ἰατρικόν, ὁποὺ ἰατρεύει ἕνα, ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ ἄλλον, οὕτως καὶ ὁ νομοδότης, ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθη ἑνὸς γένους καὶ τὸ κλῖμα τῆς κατοικίας του, τότε δίδει ἀναλόγους τοὺς νόμους, ἐπειδὴ τὴν σήμερον εἰς μερικὰ γένη ὁ χρυσὸς εἶναι ἀναγκαιότατος, καὶ ἐνταυτῷ εἰς ἄλλα, ὄχι μόνον ἄχρηστος, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος (18).

Δὲν ἦτον βέβαια ἐτοῦτος ὁ τόπος νὰ ὁμιλήσω διὰ αὐτῶν, ἐπειδὴ περὶ τοιούτων θεμάτων ἢ πρέπει τινὰς νὰ ὁμιλῇ διεξοδικά, ἢ μὲ τελειότητα, ὡσὰν ὁποὺ ἡ συντομία ἀποβάλλει τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις. Πλὴν ἐγώ, ἂν ἔσφαλα εἰς τοῦτο, νομίζω νὰ εἶμαι συμπαθισμένος, μὲ τὸ νὰ γράφω, ὄχι διὰ ἐκείνους τῶν ὁποίων πρέπει νὰ εἰπῇ τινὰς ὅλα καὶ διεξοδικῶς, ἀλλὰ πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες γνωρίζουσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι μαζί μου θέλουσι φωνάξει: «Ἔ! ἂς ἐξαλειφθοῦν, ὅποιαι καὶ ἂν εἶναι, αἱ αἰτίαι τῶν δυστυχιῶν τῆς ἀνθρωπότητος».

***

Ἂς εἰσέλθωμεν τώρα εἰς τὴν διήγησιν τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου, ἡ ὁποία ὄχι ὀλίγον θέλει μᾶς παραστήσει τὰ κακά, ὁποὺ προξενεῖ ἡ κατάχρησις τῶν χρημάτων. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, λοιπόν, εὑρίσκεται ὁ πατριάρχης καὶ ἡ Σύνοδος· ἄλλος πατριάρχης εὑρίσκεται εἰς Ἀλεξάνδρειαν· ἄλλος εἰς τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ἄλλος εἰς Ἱερουσαλήμ. Ὁ πρῶτος ὀνομάζεται οἰκουμενικός. Καὶ ἂν ἄλλο δὲν σημαίνῃ αὐτὸς ὁ γελοιώδης τίτλος μαζὶ μὲ τοὺς τόσους ἄλλους ὁποὺ λαμβάνει, φανερώνει ὅμως, ὅτι οἱ ἄλλοι τρεῖς πατριάρχαι ὑπόκεινται εἰς αὐτόν. Αὐτὸς λοιπὸν διαμοιράζει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, καὶ πολλάκις πέμπει καὶ ἐκεῖ ὁποὺ δὲν εἶναι χριστιανοί, τόσας ἑκατοντάδας ἀρχιεπισκόπους, ἐξ ὧν ὁ καθεὶς ἔχει τέσσαρας ἢ πέντε ἐπισκοπάς, εἰς τὰς ὁποίας πέμπει καὶ αὐτὸς τόσους ἐπισκόπους. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὁ τρόπος δὲ τῆς διοικήσεως εἶναι ὁ ἀκόλουθος:

Ἡ Σύνοδος ἀγοράζει τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ἀντιβασιλέα διὰ μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, ἔπειτα τὸν πωλεῖ οὗτινος τῆς δώσῃ περισσότερον κέρδος, καὶ τὸν ἀγοραστὴν τὸν ὀνομάζει πατριάρχην. Αὐτός, λοιπόν, διὰ νὰ ξαναλάβῃ τὰ ὅσα ἐδανείσθη διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ θρόνου, πωλεῖ τὰς ἐπαρχίας, ἤτοι τὰς ἀρχιεπισκοπάς, οὗτινος δώσῃ περισσοτέραν ποσότητα, καὶ οὕτως σχηματίζει τοὺς ἀρχιεπισκόπους, οἱ ὁποῖοι πωλῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς ἄλλους τὰς ἐπισκοπάς των. Οἱ δὲ ἐπίσκοποι τὰς πωλῶσι τῶν χριστιανῶν, δηλαδὴ γυμνώνουσι τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐβγάλωσι τὰ ὅσα ἐξώδευσαν. Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκλέγονται τῶν διαφόρων ταγμάτων τὰ ὑποκείμενα, δηλαδὴ ὁ χρυσός.

Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκπληροῦσι τὰς ὑποσχέσεις των πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Ὁ πατριάρχης, ἀφοῦ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ δύο κατεβατὰ ἀπὸ τὸ Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ, κρίνεται ἄξιος τοιαύτης ἀρχῆς ἀπὸ τὴν Σύνοδον, αὐτὴ δὲ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (19). Διὰ νὰ γράψῃ, δὲν ἐρωτᾶται ἂν ἠξεύρῃ, ἐπειδὴ δὲν τοῦ εἶναι ἀναγκαῖον. Μάλιστα, τὸ ὄνομά του τὸ γράφει μὲ τόσα κλωθογυρίσματα - εἰς τὸ ὁποῖον τὸν μιμοῦνται καὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι καὶ μερικοὶ πρωτοσύγκελλοι - ὁποὺ καὶ ἀνορθόγραφον ἂν εἶναι, ὅπερ καὶ πιθανώτατον, κανεὶς δὲν τὸ καταλαμβάνει, καὶ διὰ τοῦτο φυλάττει γραμματικούς, νέους προκομμένους, ἔχει δὲ καὶ τὸν πρωτοσύγκελλον καὶ ἀρχιμανδρίτην, οἵτινες ὁπωσοῦν μετριάζουν τὴν θηριότητα τῆς ἀμαθείας τοῦ κυρίου των.

Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου. Καὶ αὐτὸ τὸ κάμνει διὰ δύο αἴτια: Πρῶτον μέν, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ κλέπτῃ μὲ περισσότερον θάρρος, δεύτερον δὲ νὰ κλέπτῃ διὰ περισσότερον καιρόν, ὡσὰν ὁποὺ αὐτὴ ἡ Σύνοδος ἔχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν ὀθωμανικὴν δυναστείαν, καὶ ἐξακολούθως, ὅταν ὁ πατριάρχης, δὲν τῆς ἀρέσκῃ, εὐθὺς τὸν ἐξορίζει. Καὶ δὲν τῆς ἀρέσκει πάντοτε, ὅταν δὲν ὁμογνωμῇ μὲ αὐτήν, καὶ ὅταν δὲν ὑπογράφῃ, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ ὅ,τι γράμμα τοῦ παραδώσῃ.

Ὁ πατριάρχης ἔχει μίαν ἐξουσίαν σκιώδη καὶ ψεύτικην ἐπάνω εἰς τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τολμεῖ νὰ ἐξορίσῃ κανένα ἀπὸ αὐτήν, ἂν καὶ ὅλα τὰ δίκαια ἤθελε τὸν βιάσουν, ἐπειδή, τότε, οἱ λοιποὶ εὐθὺς ἐξορίζουν αὐτόν, καὶ βάζουν ἄλλον καὶ ξανακαλεῖ τὸν ἐξορισθέντα σύντροφόν των. Διὰ τοῦτο, πολλάκις ἔτυχε νὰ πατριαρχεύσουν, ποῖος ὀκτὼ μῆνας, ποῖος ἕξ, καὶ ποῖος δύο μόνον. Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ διεστραμμένη ψυχὴ αὐτῶν τῶν δώδεκα μωρῶν τῆς Συνόδου τοὺς ἐμποδίζει ἀπὸ τὸ νὰ στοχασθῶσι τὴν φθοράν, ὁποὺ προξενοῦσι εἰς τὸν λαὸν μὲ τὰ μεγαλώτατα ἔξοδα τῶν συχνῶν ἀλλαγῶν τῶν πατριαρχῶν, καὶ ἄλλο δὲν ἐνθυμοῦνται, παρὰ ὅτι, ὅσα ἐξοδεύσουν, τὰ ξαναλαμβάνουν ἀπὸ τὸν νεόφυτον, καὶ πάντοτε μὲ τὸ διάφορόν τους.

Εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ὁ ἀναγνώστης τὰ περὶ τῶν ἀρχιεπισκόπων, ὅταν ἡ ἀρχὴ εἶναι τοιαύτη. Ἂς μάθῃ ὅμως, ὅτι αὐτοὶ ὑπερβαίνουσιν καὶ εἰς τὴν ἀμάθειαν καὶ εἰς τὰ κακὰ ἔργα, καὶ τὴν Σύνοδον καὶ τὸν πατριάρχην. Ἐπειδὴ ἡ μὲν Σύνοδος, ὁποὺ ἐξοδεύει, διὰ νὰ κάμῃ τὸν πατριάρχην ὅπως θέλει, λαμβάνει εὐθὺς ἀπὸ τὸν ἴδιον τὰ ὅσα ἐξώδευσεν, ὁμοίως καὶ ὁ πατριάρχης τὰ ξαναλαμβάνει ἀπὸ τοὺς ἀρχιεπισκόπους διπλᾶ καὶ τριπλᾶ. Ἀλλὰ αὐτοί, ἀφοῦ λάβουν μέρος ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, τὰ λοιπὰ πρέπει νὰ τὰ ἐβγάλουν ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, καὶ εἰς αὐτὸ μιμοῦνται τοὺς ὀθωμανικοὺς διοικητὰς τῆς ἀρχιεπισκοπῆς των, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ ὅτι οἱ ἀρχιεπίσκοποι πληρώνουν αὐτούς, καὶ αὐτοὶ τοὺς δίδουν τὴν ἄδειαν νὰ κλέψωσιν ὅσα ἠμποροῦσι.

***

Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται. Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἀφορισμόν, ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς. Καὶ ἂν πολλάκις μ᾿ ἕτερον κατεβατὸν μ᾿ εὐχάς, εὐλογίας καὶ συγχώρησιν, διαλύουσι τὸν ἀφορισθέντα, δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν τὸ κάμνουσι, παρὰ διὰ νὰ ἠμπορέσωσι νὰ τὸν ξαναφορίσωσι. Ἐπειδὴ τὸν ἀφορισθέντα δὲν δύνανται νὰ τὸν ξαναφορίσωσι, ἂν πρῶτον δὲν τὸν συγχωρήσωσι (20). Μετὰ τὸν ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα (21). Καὶ τέλος πάντων, τὸ μεγαλείτερον κέρδος των εἶναι αἱ κληρονομίαι καὶ τὰ χαρίσματα (22). Ἂν εἰς αὐτὰ εὕρῃ ἀνθίστασιν, τότε εὐθὺς ἀφορίζει, δὲν δίδει τὴν ἄδειαν τῶν ἱερέων νὰ βαπτίσουν τὸ γεννηθὲν βρέφος, οὔτε νὰ θάψουν τὸν νεκρόν.

Ἀλλὰ ποῦ νὰ διηγηθῶ, ὅσα ἡ μιαρά των ψυχὴ ἐφευρίσκει! Φθάνει λοιπὸν νὰ ἠξεύρετε, ὅτι, ὅσα καὶ ἂν κάμνωσι, τὰ κάμνοσι διὰ χρημάτων, καὶ πληρώνοντάς τους τινὰς ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ τὴν συγχώρησιν διὰ κάθε ἁμάρτημα. Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων! Πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιεπίσκοπος πωλεῖ τὰς ἐνορίας τῆς πόλεως οὗτινος ἱερέως θελήσῃ, καὶ ἔπειτα κάμνει ἀργὸν ἢ ἐξορεῖ ὅποιον θέλῃ ἀπὸ αὐτούς, καὶ ξαναπωλεῖ τὴν ἐνορίαν ἄλλου, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ τὸ ἴδιον ὕστερα ἀπ᾿ ὀλίγον. Κάθε τόσον τοὺς ζητεῖ δάνεια, καὶ ποτὲ δὲν τοὺς τὰ ἐπιστρέφει. Κανεὶς δὲν τολμεῖ νὰ ἀντισταθῇ εἰς τοὺς λόγους του, ἐπειδὴ εὐθὺς τὸν ἀφορίζει καὶ ἔπειτα τὸν ἐξορεῖ καὶ λαμβάνει τὴν περιουσίαν του (23). Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.

Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι (24). Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ (25). Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες.

Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα (26) τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι».

Αὐτοί, λοιπόν, περιφέρονται εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν ἐκδύουσι τοὺς πολλὰ ἀθώους χωριάτας, καὶ μάλιστα τὰς γυναῖκας. Ὅταν δὲν τοὺς εὑρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος ἁρπάζουσι ἓν φόρεμα, τίνος ἓν ἐργαλεῖον τῆς γεωργικῆς, τίνος ἓν στολίδι τῆς γυναικός του, καὶ φθάνουσι νὰ τοὺς παίρνουσιν ἕως καὶ τὰ δοχεῖα τῶν φαγητῶν. Ἀπὸ ἄλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλὰ σιτάρι ἢ τόσον κρασί. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, τοὺς γυμνώνουσι, καὶ ἔπειτα τοὺς εὐλογοῦσι καὶ φεύγουσι. Πολλάκις δὲ περιέρχεται ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος, ἀφοῦ τρώγει δι᾿ ὅσας ἡμέρας μένει εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινότητα, ἀφοῦ ἁρπάζει ὅσα περισσότερα δυνηθῇ, τότε ἀφορίζει ἕνα δύο, καὶ ἄλλους τόσους κάμνει παπάδες, καὶ ἔπειτα φεύγει.

Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει ἄξιον, ἕνα χωριάτην, τῆς ἱερωσύνης, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Πρῶτον τοῦ ζητεῖ ἑκατόν, ἢ περισσότερα, ἢ ὀλιγότερα γρόσια, καὶ τὰ λαμβάνει, ἔπειτα τὸν ρωτᾶ, ἂν ἠξεύρῃ γράμματα, ἤτοι νὰ γράψῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ, ὕστερον τοῦ φέρει τὸ Ψαλτήριον, καὶ αὐτὸς ἀναγινώσκει ἓν κατεβατόν, καὶ εὐθὺς τὸν κάμνει ἱερέα. Ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ἱερέων εἶναι ἄκρα, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς οἱ περισσότεροι κατὰ συμβεβηκὸς ἀποκαθίστανται ἀρχιμανδρῖται, ἔπειτα δὲ κερδίζοντας, ἀγοράζουν ἐπισκοπάς, καὶ ἐξακολούθως γίνονται ἀρχιεπίσκοποι καὶ ὄχι ὀλίγας φορὰς πατριάρχαι. Ὅθεν, ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἐκκλησίας κατάγονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα, καὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀμαθέστατοι (27).

Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται - μὲ κάποιας πανταχούσας (28). Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.

Τὸν τρόπον, ὁποὺ μεθοδεύονται, εἶναι ἄξιος γέλωτος ἐνταυτῷ καὶ δακρύων. Αὐτοὶ ἔχουσιν ἓν κιβωτίδιον γεμάτον ἀπὸ ἀνθρώπινα κόκκαλα καὶ κρανία ἀκέραια, τὰ ὁποῖα ἀσημώνοσι, καὶ ἔπειτα ὀνοματίζουσιν, ἄλλα μὲν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καὶ ἄλλα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, δὲν ἀφίνουν ἅγιον, χωρὶς νὰ ἔχουν μέρος ἀπὸ τὰ κόκκαλά του (29). Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κοκκαλοπωλητὰς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Ἄθους, ὁποὺ ὀνομάζουν Ἅγιον Ὄρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῶν τῶν καλογήρων.

Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα χρήματα, διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ μοναστήριά των (30). Αὐτὰ τὰ τέρατα λοιπόν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τοὺς ἐβγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τους ἕνας ἀναστεναγμός, συνηθίζουν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν ἀπάθειαν, καὶ φθάνουσιν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὁπού, ὁ κόσμος καὶ ἂν χαλάσῃ, τίποτε δὲν τοὺς μέλει. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ ἂν εἰς καμμίαν πολιτείαν εὑρεθῇ τινάς, ἢ ἱερεύς, ἢ λαϊκός, νὰ εἶναι ὁπωσοῦν προκομμένος, αὐτοὶ τὸν ἔχουσι διὰ ἐχθρόν τους ἀθανάσιμον. Τότε περιφερόμενοι εἰς τὰ ὀσπίτια, εὐθὺς μὲ ἄκρον ὑποκριτικὸν τρόπον τὸν κακολογοῦσι, τὸν κηρύττουσιν εὐθὺς ἀνευλαβῆ καὶ ἄθεον. Ὁ μεγαλείτερος στοχασμός των εἶναι νὰ κρύπτωσι τὴν ἀμάθειάν των, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι πάντοτε νὰ συνομιλῶσι μὲ τὰς γυναῖκας.

Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες! Ποῦ εἶσθε τὴν σήμερον, νὰ ἰδῆτε τοὺς ἀπογόνους σας, καὶ νὰ συγκλαύσητε, μαζὶ μὲ ὅσους τὴν ἀλήθειαν γνωρίζουσι, διὰ τὴν ἀθλιότητά τους; Ἐσεῖς ἐπαραγγείλετε τὴν νηστείαν, διὰ νὰ χαλινώσητε ὁπωσοῦν τοὺς γαστριμάργους, αὐτοὶ ἀναθεματίζουσι καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, ὅταν κρεοφάγωσι. Ἐσεῖς ἐδιωρίσατε τὰς ἐλεημοσύνας, διὰ νὰ στερεώσητε τὴν ἀρετήν, αὐτοὶ δὲ ἁρπάζουσι καὶ ἀπὸ πλουσίους καὶ ἀπὸ πτωχούς, ὅσα περισσότερα δυνηθῶσι. Ἐσεῖς ἐνομοθετήσετε τὴν ἐξομολόγησιν, διὰ νὰ παρηγορῆτε τοὺς λυπημένους καὶ βασανισμένους, διὰ νὰ νουθετῆτε τοὺς χρείαν ἔχοντας καὶ ἀμαθεῖς, αὐτοὶ δὲ τὴν ἐνεργοῦσι διὰ μόνην περιέργειαν εἰς τὸ νὰ μάθωσιν τὰ ξένα πράγματα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ κοινολογοῦσι, ὄχι μόνον ὅταν τοὺς ὠφελῇ, ἀλλὰ ὅταν δὲν τοὺς βλάπτῃ (31). Ἐσεῖς ἐκηρύξατε τὴν ὁμόνοιαν, τὴν ἀδελφότητα, τὴν ὁμοιότητα καὶ τὴν ἐλευθερίαν, αὐτοὶ δὲ διδάσκουσι μὲ τὰ παραδείγματά των τοὐναντίον. Ἐσεῖς, τέλος πάντων, εἴχετε τὴν ἀρετὴν διὰ ὁδηγόν, αὐτοὶ ἔχουσι τὰ χρήματα.

Τί ἤθελεν εἰπεῖ, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες, ὁ Λόγος τῆς Σοφίας, ὁ ἡδύτατος Χριστός, εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηρέτας του; Ὤ ! ἡ ἀπόφασίς του εἶναι φανερά, καὶ ἄμποτες οἱ ταλαίπωροι νὰ διορθωθοῦν ὁπωσοῦν, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἄφευκτον ποινὴν τῶν πλημμελημάτων των. Ποῖος δὲν βλέπει, ὦ Ἕλληνες, τὸν ἀφανισμόν, ὁποὺ εἰς τὴν Ἑλλάδα προξενεῖ τὴν σήμερον τὸ ἱερατεῖον;

Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι (32) ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ (33). Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.

Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, ἀφοῦ ἀκούσουν ἐλευθερίαν, τοὺς φαίνεται μία ἀθανάσιμος ἁμαρτία. Τί λοιπὸν διδάσκουσι τὸν ἁπλούστατον λαόν; Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; Φέρουσιν ἴσως τὰς παραβολὰς τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ νὰ παρακινήσωσιν τοὺς ἀκροατὰς εἰς τὴν ὁμόνοιαν; Ἐξηγοῦσιν ἴσως τὴν πρώτην καὶ μεγάλην ἐντολὴν τοῦ «Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, ὡς ἑαυτόν»; Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται; Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις; Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς, καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;

Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν (34). Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι. Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται αὐτοὶ οἱ φιλόζωοι καὶ αὐτόματοι ψευδοκήρυκες: «Ὁ Θεός, ἀδελφοί, μᾶς ἔδωσεν τὴν τυραννίαν ἐξ ἁμαρτιῶν μας, καὶ πρέπει, ἀδελφοί, νὰ τὴν ὑποφέρωμεν μὲ καλὴν καρδίαν καὶ χωρὶς γογγυσμόν, καὶ νὰ εὐχαριστηθῶμεν εἰς ὅ,τι κάμνει ὁ Θεός». Καὶ ὕστερα ἀπὸ τέτοια ξυλολογήματα λέγουσι καὶ τὸ ρητὸν «ὃν ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει».

Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι; Δὲν καταλαμβάνετε, ἀνόητοι, ὅτι τὸ «παιδεύω», εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐννοεῖ ποτὲ μὲν τὸ «διδάσκω», ποτὲ δὲ τὸ «τιμωρῶ», καὶ ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ρητὸν ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐννοῇ τὸ «διδάσκω»; Καὶ οὕτως ὁ πατήρ, ἐπειδὴ ἀγαπᾶ τὸν υἱόν του, τὸν διδάσκει, ἤτοι τὸν παιδεύει. Ἀλλ᾿ ἂς τὸ ἐξηγήσωμεν κατὰ τὸ λεξικὸν τῆς ἀμαθείας, καὶ νὰ εἰπῶμεν, ὅτι τιμωρεῖ ἕνας ὅποιον ἀγαπᾷ. Ἀλλά, διατί τὸν τιμωρεῖ; Βέβαια, διὰ νὰ τὸν διορθώσῃ ἀπὸ τὰ σφάλματά του καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ χρηστοηθῆ καὶ ἐνάρετον. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία, ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας; Πῶς, χυδαῖοι, δὲν τὸ βλέπετε, μόνον ἐκφωνεῖτε ὅ,τι σᾶς ἔλθῃ εἰς τὴν ἐνθύμησιν, χωρὶς νὰ στοχασθῆτε, ὅτι εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις ἡ παραμικρὰ κακοεξήγησις φέρει ἀνεκδιήγητα καὶ πολυάριθμα κακὰ εἰς τοὺς ἀκροατάς;

Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ παρηγορία σας! Αὐτὴ εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν τῆς θλίψεως, καὶ εἰς ἄλλο δὲν χρησιμεύει, παρὰ εἰς τὸ νὰ καταστῇ τοὺς Ἕλληνας πάντοτε ἀξίους παρηγορίας. Ἐσεῖς φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον; Ποῖος Ἐσκαριώτης σᾶς ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν, νὰ προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, ὅταν δὲν ἠξεύρετε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ὦ ἀναίσχυντοι; Τὰ ἁμαρτήματα, ἴσως, παιδεύονται μὲ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὦ ἄφρονες; Δὲν στοχάζεσθε, πόσον ἀτιμεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τοὺς παραλογισμούς σας;

Ὅτι ἡ τυραννία εἶναι μισητὴ καὶ ἀπὸ τὸν θεὸν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅτι εἶναι κακόν, ποῖος δὲν τὸ ἠξεύρει; Πῶς ἐσεῖς λοιπὸν τὴν παρασταίνετε σχεδόν - σχεδόν, ὡς ἕνα καλὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας; Ποῖος φίλος παρηγορεῖ τὸν φίλον του διὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του, πρὶν ἀπεθάνῃ; Καὶ ἐσεῖς, ὁποὺ ὀνομάζεσθε ὑπερασπισταὶ καὶ φίλοι τῆς ἀνθρωπότητος, παρηγορεῖτε τοὺς Ἕλληνες, ὡσὰν νὰ εἶχαν χάσει τὴν πατρίδα των, καὶ τοὺς νομίζετε ὡσὰν τοὺς Ἑβραίους; Τί ἄλλο λέγουσιν οἱ φίλοι ἑνὸς υἱοῦ, ὁποὺ ἔχει τὸν πατέρα του ἄρρωστον, εἰμὴ ὅτι νὰ ἐλπίζῃ, νὰ κράξῃ ἰατρούς, καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν ἰατρεύσῃ; Διατί καὶ ἐσεῖς δὲν λέγετε τὰ ἴδια πρὸς τοὺς Ἕλληνας διὰ τὴν ἀσθενῆ πατρίδα των, ἀλλὰ συμβουλεύετε ὅλον τὸ ἐναντίον ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ εὐαγγέλιον παραγγέλλει; Ἐσεῖς οὐχί, οὐχί! δὲν εἶσθε ποιμένες, οὔτε ὁδηγοὶ τοῦ φωτός, ἀλλὰ λύκοι, καὶ ἡ καθέδρα τοῦ σκότους εἶσθε, ὦ ψεῦσται καὶ ὑποκριταί. Ἕως πότε ἡ ἀμάθεια θέλει καλύπτει τὴν μιαράν σας ψυχὴν μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρισίας;

Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.

Μὴν λέγῃς πάντοτε καὶ ὅλων τὰ ἴδια, πάντοτε νηστείαν καὶ ἐλεημοσύνην. Μὴν ὁμοιάζῃς ἐκείνους τοὺς ἀμαθεῖς ἰατρούς, ὁποὺ εἰς κάθε ἀρρωστίαν διορίζουν τὸ ἴδιον ἰατρικόν. Ἐνθυμήσου μίαν φορὰν διὰ πάντα, ὅτι ὁ Χριστὸς σοῦ παραγγέλλει νὰ ἰατρεύσῃς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν σοῦ διορίζει τὰ ἴδια μέσα διὰ ὅλους. Εἰπὲ τοῦ πλησίου νὰ δώσῃ ἐλεημοσύνην, ἀλλ᾿ εἰπὲ καὶ τοῦ πτωχοῦ, ὅτι ἡ πτωχεία δὲν εἶναι ἀτιμία. Μὴν οὐτιδανώνετε τὰς ἁπλὰς ψυχὰς τῶν γλυκυτάτων μου Ἑλλήνων μὲ τὰς μωρολογίας σας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ κακή μας τύχη σᾶς ἐπολλαπλασίασε, καὶ εἶσθε καὶ τόσον ἀμαθεῖς, προσπαθήσετε κἂν νὰ μὴν βλάπτετε, ἂν δὲν δύνεσθε νὰ ὠφελῆτε, τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς.

Παύσατε, τέλος πάντων, ἀπὸ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας, διὰ νὰ ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν. Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.

Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν, ἂν οἱ πνευματικοὶ δὲν ἦτον ἀμαθεῖς, καθὼς εἶναι, καὶ ἂν ἐδίδασκον εἰς τὴν ἐξομολόγησιν μὲ γλυκὰ λόγια τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀρετήν, τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ὁμόνοιαν, καὶ ὅλα τὰ μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐτυχίας. Ἀλλὰ πῶς νὰ φωτίσουν οἱ ἐσκοτισμένοι καὶ νὰ διδάξουν οἱ ἀμαθεῖς; Ἂς σιωπήσουν τὸ λοιπόν, ἂν δὲν ἠξεύρουν τί νὰ εἰποῦν.

Καὶ ἐσεῖς, ὦ ἐπίσκοποι καὶ ἀρχιεπίσκοποι, παύσατε, διὰ ὄνομα τοῦ θεοῦ, παύσατε πλέον ἀπὸ τὸ νὰ χειροτονήσετε ἱερεῖς, καὶ μή, φοβούμενοι νὰ πτωχύνῃ ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ὑπηρέτας, τὴν γεμίζετε ἀπὸ ἀναξιωτάτους σκλάβους. Παύσατε ἀπὸ τὸ νὰ ἁρπάζητε πλέον, διότι ὅσα ἔχετε σᾶς φθάνουν νὰ ζήσητε ὡς ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ. Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου. Ἔκλεξον ἀρχιερεῖς τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους, καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσῃς τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, διόρθωσον μερικὰς συνηθείας τῆς θρησκείας, ὁποὺ τὴν σήμερον φανερῶς βλάπτουσι κατὰ πολλὰ τοὺς χριστιανούς (35). Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους, νὰ ὑπάγουν νὰ σπουδάξουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὁποὺ ἐξοδεύουσι εἰς τὸ νὰ περιφέρωνται ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, εἰς τὴν μελέτην τῶν σοφῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Πρόσταξε νὰ μένουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν ἀποκαταστῶνται εἶδος ἐμπορίου. Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν (36). Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του, χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων (37). Ἤ, τέλος πάντων, ἂν παντάπασιν δὲν ἠμπορέσῃς νὰ τὰ ἐξαλείψῃς, σμίκρυνε κἂν τὸν ἀριθμόν των καὶ τὴν ἀναίσχυντον καὶ βάρβαρον κατάχρησιν, ὁποὺ οἱ καλόγηροι τῶν μοναστηρίων ἔκαμαν (38).

Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας τὰς γυναῖκας, ἤτοι τὰς καλογραίας, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων (39). Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ ἱερατεῖον, ὁποὺ σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ καὶ ἀποστρέφεται, θέλει σέβεται καὶ ἐπαινεῖται. Τότε, θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ εὐτυχία καὶ ἡ παρηγορία τῶν πιστῶν, ὄχι δὲ ἡ μάστιξ καὶ ἡ λύπη. Καὶ τότε τέλος πάντων - ὁποὺ εἶναι τὸ ἀναγκαιότερον - ἡ τυραννία θέλει ἀδυνατίσει, καὶ πολλὰ εὐκολώτερα θέλει λάμψει εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ εὐαγὲς ἄστρον τῆς ἐλευθερίας.

Ναί, πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, ὁποὺ τὸ ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης φέρετε, μὴν ἀδημονήσετε ἀπὸ τοὺς λόγους μου, ὁποὺ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πατριωτικὴ ἀγάπη μου μοὶ ὑπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ με πρὸς τούτοις, ἂν οὕτως σᾶς φανῇ εὔλογον, διὰ τὴν τόλμην καὶ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς ὡμίλησα, καὶ κάμετε μὲ τὸ παράδειγμά σας, νὰ σιωπήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε χριστιανὸς ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς συμβουλεύῃ. Μὴν καταδέχεσθε πλέον νὰ σᾶς κράζουν προδότας καὶ λαοπλάνους. Ἐγκαλιασθῆτε τὴν ἀρετήν. Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας. Καλέσετε τὴν ἀξιότητα εἰς τὴν διοίκησιν, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἶσθε εἰς τὸ ἑξῆς ἐκεῖνο ὁποὺ τάζετε νὰ εἶσθε.

Ἐσεῖς δέ, ὦ ἐνάρετοι καὶ σεβάσμιοι ἄνδρες, ἂν καὶ ἀναγνώσετε ποτὲ τοῦτον μου τὸν λόγον, παρακαλῶ σας θερμῶς, νὰ μὴν ὑποψιάσητε εἰς ἐμένα οὔτε ἀνευλάβειαν, οὔτε κακοήθειαν. Ὁ ζῆλος τῆς πατρίδος μου, ὁ ἔρως τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἡ ἐλεεινὴ σημερινὴ κατάστασις τῶν Ἑλλήνων τὸν ἔγραψαν διὰ μέσον μου. Ἐγώ, βέβαια, ἂν δὲν ἐγνώριζα καὶ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως πολλοὺς ἐναρέτους σοφοὺς ἱερεῖς καὶ ἀληθεῖς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἤθελα ἀρχίσει ποτὲ νὰ γράψω. Ἔγραψα, διότι ἐλπίζω τὸ περισσότερον ἀπὸ ἐσᾶς. Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.

Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, διὰ νὰ δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ. Μὴν νομίσετε, πρὸς τούτοις, ὡς τέλος, ἀλλ᾿ ὡς ἀρχὴν τοῦ σκοποῦ μου τὸ παρὸν βιβλιάριον.

Ἐσεῖς δέ, ὦ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, ὁποὺ καὶ τὸ πολύτιμον φόρεμα τῆς διδασκαλίας ἔχετε, καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τοὺς νέους διδάσκετε, μὴν ἀμελήσητε καὶ διὰ φωνῆς, καὶ διὰ γραμμάτων, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐσεῖς ἔχετε διὰ τοιοῦτον τέλος τὰ ἀναγκαιότερα μέσα, τὴν ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν σοφίαν. Γράψατε καὶ πλατύτερα καὶ σαφέστερα τὴν ἀλήθειαν ἀπ᾿ ὅ,τι ἐγὼ ἔκαμα, καὶ μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἡ πατρίς μας θέλει δοξάσει τὰ ὀνόματά σας, καὶ οἱ Ἕλληνες δὲν θέλει φανῶσιν ἀγνώμονες εἰς τὰς χάριτάς σας.

Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ. Μιμηθῆτε τὸν ἀξιάγαστον καὶ ἀληθῆ ἱερέα καὶ ὀπαδὸν τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἐν Κερκύρᾳ, λέγω, κὺρ Παπ᾿ Ἀνδρέα. Ἐκριζώσατε τὴν δεισιδαιμονίαν καὶ τὴν ἀμάθειαν μαζί, καὶ θυσιάσατε, ἂν ἡ χρεία τὸ καλῇ, κάθε μερικόν σας καλὸν διὰ τὸ καλὸν τῆς κοινότητος.

Ἀλλά, εἰς τί ὁ πατριωτικὸς ἐνθουσιασμός μου μὲ παρακινεῖ! Ἐγὼ νὰ νουθετήσω τὰ ὑποκείμενά σας; Ἔ, μὴ γένοιτο! Ἐσεῖς πολλὰ καλὰ γνωρίζετε τὸ χρέος σας, καὶ ἐλπίζω ὀγλήγορα νὰ τὸ βεβαιωθῶ ἐμπράκτως.

Ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἀρκετῶς ἀπεδείχθη, πόσον τὸ σημερινὸν ἑλληνικὸν ἱερατεῖον ἐμποδίζει καὶ κρύπτει τὴν ὁδὸν τῆς ἐλευθερώσεως τῶν Ἑλλήνων, καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ πρώτη καὶ μεγαλειτέρα αἰτία, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Μετ᾿ αὐτῆς δὲ ἀκολουθεῖ ἡ δευτέρα αἰτία, ἡ ὁποία, ἂν καὶ δὲν κατέχῃ τὸν πρῶτον τόπον, δὲν εἶναι ὅμως ὀλιγότερον ἐπιζήμιος εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθὼς θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω. Αὕτη δὲ εἶναι, ὡς προεῖπον, ἡ ἀπουσία τῶν ἀξιωτέρων ὑποκειμένων τῆς Ἑλλάδος.

***

Ὤ, πόσον μοῦ τρέμει ἡ καρδία εἰς ἐτούτην τὴν στιγμήν, ὁποὺ περὶ αὐτῶν θέλω ὁμιλήσει, φοβούμενος μήπως τοὺς δυσαρέσῃ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου, καὶ δὲν καταπεισθῶσι. Τώρα, λέγω, ὁποὺ πρέπει νὰ τοὺς φανερώσω, καθὼς ἔταξα, τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσιν οἱ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, φοβοῦμαι μήπως δὲν εἰσακουσθῶ. Ἔ, ἂν ἤξευρα, ὁποῖον τρόπον νὰ μεταχειρισθῶ, διὰ νὰ μὴν τοὺς δυσαρέσῃ ἡ ἀλήθεια, ἤθελα κάμει κάθε προσπάθησιν νὰ τὸν ἀποκτήσω.

Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅσοι Ἕλληνες εὑρίσκεσθε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴν πατρίδα μας, καὶ ἐσεῖς οἱ ἴδιοι εὐεργέται αὐτῆς, τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ σας, νὰ μὴν ἀδημονήσητε, ἀλλὰ νὰ καταλάβητε τὸ χρέος σας καὶ νὰ τὸ ἐκτελέσητε.

Ἕλληνες, ἐπιστρέψετε εὐθὺς εἰς τὴν πατρίδα σας. Εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, μισεύσετε παραχρῆμα διὰ τὴν πατρίδα σας. Ἰδοὺ τὸ χρέος σας, ἰδοὺ τὸ ὅ,τι πρέπει νὰ κάμητε, ἰδοὺ τὸ ὅ,τι σᾶς ἔταξα νὰ σᾶς εἰπῶ. Ἀφοῦ μὲ ἀκρίβειαν ἐπαρίθμησα τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς τε Εὐρώπης καὶ Ἀσίας πόρρω τῆς πατρίδος των εὑρίσκονται, καὶ ὕφειλον τὸ ἓν τρίτον, διὰ περισσοτέραν ἀσφάλειαν τοῦ λογαριασμοῦ, εὗρον νὰ εἶναι σχεδὸν εἴκοσι χιλιάδες (40). Ἀπὸ αὐτάς, λοιπὸν τὰς εἴκοσι χιλιάδας, ἂς λάβωμεν τὸ πέμπτον μέρος, ἤ, τέλος πάντων, τὸ δέκατον διὰ πραγματευτὰς πλουσίους ἀπὸ χρήματα καὶ ἀπὸ χρηστὰς ἰδέας. Ὅθεν, ἰδοὺ δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι νὰ ἐπιχειρισθοῦν κάθε ὑπόθεσιν μὲ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, τόσοι ὑπερασπισταὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς, καὶ αὐτοὶ ἠμποροῦσαν μὲ τὴν παρουσίαν τους, νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας.

Ἕως τὴν σήμερον, ἴσως, ἠμποροῦσαν νὰ δικαιολογηθῶσι λέγοντες, ὅτι «ἐξενιτεύθημεν, διὰ νὰ συνάξωμεν τὰ φῶτα τῆς μαθήσεως, ὁποὺ εἰς τὴν πατρίδα μας δὲν εὑρίσκαμεν, ἐξενιτεύθημεν, διὰ νὰ κερδίσωμεν καὶ νὰ ὠφελήσωμεν τὸ γένος μας». Καλῶς οὖν μέχρι τῆς σήμερον ἐκάματε, ἀλλὰ ποῦ τὸ τέλος τοῦ σκοποῦ σας; Δὲν ἠξεύρετε ἴσως, ὅτι τὸ τέλος ἀποφασίζει διὰ καλὴν ἢ κακὴν μίαν ἐπιχείρησιν; Διατί τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἀποκτήσατε τὰ ὅσα ἠθέλατε, δὲν ἐπιστρέφετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Διατί, ἀστοχάστως θαυμάζοντες, λέγετε: «Πῶς νὰ μὴν εὑρέθη ἕως τώρα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἓν ἄξιον ὑποκείμενον, διὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσῃ;» καὶ ἐνταυτῷ μένετε μακρὰ ἀπὸ αὐτήν;

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀγανακτήσῃ ἡ πατρὶς ἐναντίον σας, καὶ ὁποῖον ἔπαινον προσμένετε ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς σας; Στοχάζεσθε, ἴσως, καθὼς σᾶς τὸ προεῖπον, νὰ ἐκτελῆτε τὸ χρέος σας, πέμποντες μερικὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας; Ἡ πατρὶς τὰ δέχεται, ναί, μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, ἀλλὰ μόνον τὰ δέχεται μὲ τὸ νὰ ἐλπίζῃ νὰ σᾶς ἀπολαύσῃ ἐσᾶς τοὺς ἰδίους. Ἀλλεωτρόπως οὐχὶ ὡς δῶρον θέλει τὰ νομίσει, ἀλλ᾿ ὡς πληρωμὴν κακοῦ ἔργου. Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας. Τί κάμνετε, λοιπόν, καὶ δὲν μισεύετε; τί προσμένετε; Βαβαὶ τῆς ἀπανθρωπότητός σας, ὅσοι καὶ ὅποιοι ἂν εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ ἀλησμονήσατε τὴν πατρίδα σας! Ἐσεῖς, οὐχί, οὐχί, τέκνα τῆς Ἑλλάδος πλέον μὴν ὀνομάζεσθε (41), ἀλλὰ τέκνα τῆς κακοηθείας καὶ ἀσωτείας σας.

Τί στοχάζεσθε, ἀδελφοί μου Ἕλληνες, διὰ τοὺς ὁμογενεῖς μας, ὁποὺ πόρρω τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται; Ἴσως πὼς σᾶς συγκλαίουσι; Ἴσως πὼς προσπαθοῦσι νὰ φωτίσωσι τὸ γένος μας; Πιστεύετε, ἴσως, πὼς πραγματεύονται μὲ σκοπὸν νὰ θυσιάσωσιν ἔπειτα τὰ κέρδη των διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος των; Ὤ, πόσον λανθάνεσθε, ἂν οὕτως νομίζετε!

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε κἂν σᾶς ἐνθυμοῦνται, οὔτε κἂν ἐρωτῶσι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ὑπάρχῃ πλέον. Ἡ πατρὶς αὐτῶν εἶναι καμμία πόρνη, ὁ στοχασμός των εἶναι αἱ τρυφαί, ἡ δὲ συναναστροφή των συνίσταται εἰς ὅ,τι ἄλλο ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, καὶ ὄχι ποτὲ διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος.

Καὶ τόσον δὲν τοὺς μέλει διὰ τὴν πατρίδα μας, ὥστε ὁποὺ οἱ περισσότεροι προσπαθοῦσι μὲ κάθε κόπον νὰ μιμηθῶσι τὴν κακοήθειαν τῶν ἀλλογενῶν, διὰ νὰ μὴν γνωρίζωνται ὅτι εἶναι Ἕλληνες. Καὶ ἂν ἦτον τρόπος νὰ ἀλλάξουν πατρίδα, ἤθελον ἀγοράσει μίαν ξένην μ᾿ ἕνα ὀφθαλμόν τους. Ὦ ἀληθεῖς ἐχθροὶ καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὀθωμανοὺς τύραννοι τῆς Ἑλλάδος! Ὦ ἐντροπὴ τοῦ γένους μας καὶ θανατηφόρος πληγὴ τῆς πατρίδος!

Δὲν ἠμπορεῖτε, ὦ Ἕλληνες, νὰ καταλάβητε, ὅσον πρέπει, τὴν οὐτιδανότητα τῆς ψυχῆς μερικῶν, μάλιστα τῶν ὅσων διὰ κλοπῆς καὶ πολλῶν χρόνων κολακείας, ἀπόκτησαν πολλὰ χρήματα. Ὦ Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα ἐκφέρουσι παντοτινὰ ἀπὸ τὰ στόματά των, ὄντες ὄντως κόρακες, ἐνδυμένοι μὲ τὰ πτερὰ τοῦ παγωνίου.

Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ κερδίσωσι χρήματα, χωρὶς νὰ ἀλλάξωσιν ἰδέας, πίπτουσι εἰς τὴν λάσπην τῆς ἀσωτείας καὶ κυλίονται μέχρι θανάτου ὡς οἱ χοῖροι. Ἡ κακοήθεια, ὁποὺ κυριεύει τοὺς ἀλλογενεῖς, εὐθὺς τοὺς παρασταίνει εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὴν ἀπώλειάν τους, ἐν ᾗ μένοσι μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν τε καὶ ἀναισχυντίαν. Ποῦ πατρίς! Ποῦ Ἑλλὰς δι᾿ αὐτούς! Αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν, παρὰ τὴν κατοικίαν τῆς παλλακίδος των, καὶ τὴν Ἑλλάδα ἴσως τὴν νομίζουσι ἀνάμεσα εἰς τὰ νησία τῆς Ἰνδίας. Ἂν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς καταλαμβάνῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀλλογενῆ, τότε ἀναγινώσκει μὲ εὐχαρίστησιν τὰ δράματα τοῦ θεάτρου, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, τὰ ποιήματα χωρὶς νόημα, ἀλλὰ τὸν Πλούταρχον καὶ τὸν Ξενοφῶντα ἴσως τοὺς νομίζουσιν Ἀμερικάνους.

Τρέχουσι μὲ κάθε ταχύτητα εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἀκούσωσι τὸ τραγώδιον μιᾶς γυναικός, ἢ ἑνὸς ἀνδρός, ἢ ἄλλου τινὸς εὐνούχου, καὶ τοὺς ἐφημίζουσι - ἀλλ᾿ ὅποιος τοὺς διηγηθῇ τὰ βάσανα τῆς πατρίδος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ τοὺς ἔδερνε, καὶ φεύγουσι πάραυθα. Στέκονται μὲ ἄκραν ὑπομονήν, καὶ πολλάκις χωρὶς εὐχαρίστησιν, νὰ θεωρῶσι τοὺς χοροὺς εἰς τὸ θέατρον καὶ τὰ ἀγάλματα τῆς ἀσωτείας τριγύρωθεν, ἀλλ᾿ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοδεύσουν μίαν ὥραν εἰς ἀνάγνωσιν τῆς πατρικῆς μας ἱστορίας. Καὶ οὕτως κεχαυνώνονται, εἰς τρόπον, ὁποὺ καθίστανται ἄξιοι συμπονέσεως. Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν, φθείροσι τὰ ἤθη των μὲ τὴν ἀσωτείαν, καὶ γίνονται ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη.

Μερικοὶ νέοι μάλιστα, εὐθὺς ὁποὺ ἀλλάξουν τὰ φορέματα τῆς πατρίδος, θέλουσιν ἐξ ἀποφάσεως νὰ φανῶσιν ἀλλογενεῖς καὶ σχεδὸν δὲν καταδέχονται οὔτε κἂν νὰ συναναστρέφωνται εἰς τὴν ὁδὸν μὲ τοὺς ὁμογενεῖς των. Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν, τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας; Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.

Ἡ Ἰατρικὴ διδάσκει πῶς νὰ θεραπεύουν τὸ σῶμα, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουν χρείαν ἀπὸ διδασκάλους ἐπιστημῶν. Τὰ μυθολογικὰ δέ, ἐξαιρῶντας πολλὰ ὀλίγα, ἄλλο δὲν διδάσκουσι, εἰμὴ τὸ πῶς νὰ ἐνδυθῶσι, πῶς νὰ στολισθῶσι (42), πῶς νὰ ὁμιλῶσι, πῶς νὰ περιπατῶσι, καὶ πῶς νὰ τρώγωσι (43). Αὐτοί, ἀφοῦ μάθουν νὰ χορεύουν καὶ νὰ τραγωδῶσι, νομίζονται πλέον τέλειοι πολῖται. Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν, καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας ἀρχοντίσσης, καὶ πλέον ἄλλο δὲν τοὺς μέλει.

Τί νὰ εἰπῶ πάλιν διὰ ἐκείνους, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἀτενίζουσι, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσωσι πολλὰ χρήματα; Αὐτοὶ λατρεύουσι μόνον τὰ πλούτη. Δι᾿ αὐτὰ πωλῶσι καὶ τιμὴν καὶ πατρίδα. Δὲν φροντίζουσι νὰ μάθωσι τίποτες ἄλλο, ὅταν ἠξεύρουσι νὰ γράψωσι μίαν γραφήν, ὁποὺ πολλάκις πρέπει ὁ ἀναγινώσκων νὰ προφητεύῃ τὸ τί ἐννοοῦσεν ὁ γράψας, ἐπειδὴ πολλὰ ὀλίγοι ἠξεύρουσι νὰ γράψωσιν ἐκεῖνα ὁποὺ ὁμιλοῦσι (44).

Αὐτοὶ οἱ χρυσολάτραι εἶναι ὄντως αὐτόματοι, τὰ βιβλία δὲ τῆς μελέτης των εἶναι αἱ ἐφημερίδες (45), περὶ πατρίδος δέ, οὔτε κἂν ἀναφέρουσι τὸ ὄνομά της (46). Ποῖος τολμεῖ νὰ τοὺς ἀναφέρῃ ἐλευθερίαν καὶ λύτρωσιν τῆς Ἑλλάδος; Οἱ νέοι δὲν σὲ ἀκροάζονται, οἱ χρυσολάτραι σὲ νομίζουν τρελλόν. Ἡ ἀπόκρισίς των εἶναι, ὅταν τινὰς τοὺς τὸ προβάλλῃ: «δὲν εἶναι δυνατόν!». «Ἀλλὰ διατί;» τοὺς ἐρωτᾶ τινὰς πάλιν. «Δὲν εἶναι δυνατὸν» τοῦ ἀποκρίνονται. Καὶ ἂν χίλιας φορὰς τοὺς ξαναειπῇ τινὰς χίλια δικαιολογήματα, ἄλλας τόσας θέλει ἀκούσει τὴν ἰδίαν ἀπόκρισιν (47). Ὅταν αὐτοὶ ζῶσι καλά, ἡ πατρίς των οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἂν ἀφανισθῇ, δὲν τοὺς μέλει τίποτες (48). Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ διὰ ἐκείνους, ὁποὺ κατὰ δυστυχίαν μας δὲν εἶναι ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποξενωθῶσι παντάπασιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀλησμονήσουν ἕως καὶ τὸ ὄνομά της, ἀπεφάσισαν μὲ ἄκραν ἀφροσύνην καὶ ἔλαβον εἰς ξένην γῆν διὰ σύζυγον ἀλλογενῆ γυναῖκα; Ὤ, ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! Δὲν στοχάζεσθε, ὦ ἀχάριστοι υἱοὶ τῆς δυστυχεστάτης πατρίδος μας, τὰ κακὰ ὁποὺ προξενεῖτε, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας ἀκόμη; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμογνωμήσῃς μὲ τὴν σύζυγόν σου, ὅταν εἰς τὸ κυριώτερον εἶσθε τόσον διάφοροι; Καὶ ποῦ εἶναι εὐτυχία, ὅπου δὲν εὑρίσκεται ἡ ὁμόνοια; Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν (49); Πῶς θέλεις νὰ εὕρῃς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅταν αὐτὴ πωλῇ τὴν τιμήν σου καί, τὸ χειρότερον, ὁποὺ πολλάκις ἐσὺ δὲν τὸ ἀγνοεῖς; Καὶ πῶς ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ἀμφιβάλλῃ μὲ τόσα συχνὰ καὶ καθημερινὰ παραδείγματα, ὁποὺ ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν του;

Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως, ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των; Ποῦ νὰ δώσῃς ἀκρόασιν καὶ πίστιν, ὦ τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, εἰς τοὺς πλαστοὺς λόγους της γυναικός σου, ἡ ὁποία ἀφοῦ ὑπανδρευθῇ μαζί σου, ἄλλο δὲν προσμένει, παρὰ νὰ ἀπεθάνῃς, διὰ νὰ σὲ κληρονομήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἄλλον ἄνδρα (50); Πῶς νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;

Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν (51), ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.

Αὐτοὶ σὲ μισοῦν, σὲ καταφρονοῦν καὶ σὲ περιγελοῦν παντοτινά. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς λέγει· «ἰδὲ τὸν χοῖρον, τὸν χυδαῖον Ἕλληνα, διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν οὐτιδανότητά του, ἠθέλησε νὰ λάβῃ σύζυγον ἀπὸ τὸ γένος μας. Ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος· τὰ βάρβαρα ἤθη τῆς πατρίδος του δὲν τὰ ἄλλαξεν (52)». Τί στοχάζεσαι, ὦ ἀληθῆ κακότυχε, πὼς σὲ ἀγαπᾶ ἡ γυναῖκα σου; Μὴν ἀπατᾶσαι, σοῦ τὸ ξαναλέγω! Αὐτὴ σὲ περιγελᾶ, σὲ ἀτιμάζει, σὲ κλέπτει, καὶ πολλάκις σοῦ ἑτοιμάζει τὸν θάνατον παράκαιρα.

Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὄντως ἀνοήτους; «Ὁ ἔρως μ᾿ ἐπλήγωσε, τὰ θέλγητρά της μ᾿ ἐσκλάβωσαν, ἡ αἰσθαντική μου καρδία δὲν ἠμπόρεσε πλέον νὰ ἀντισταθῇ». Ὦ ἀναίσχυντοι καὶ ὄντως μωροί! Ἐγώ, ὁποὺ περὶ πατρίδος καὶ περὶ τῆς ἐλευθερώσεώς της σήμερον γράφω, ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι τὴν σήμερον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ὁ ἔρως εἶναι τὸ μεγαλείτερόν τους ἁμάρτημα. Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι νὰ μὴν ἀγαπᾶτε, παρὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἀγαπήσητε ὅ,τι τυχαίνει. Ἐγώ, τέλος πάντων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσω τὴν ὠφέλειαν, ὁποὺ ἐκάματε εἰς τὴν πατρίδα σας, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἔπειτα, εἰς τί θέλει σᾶς φέρει ὁ ἔρως σας.

Ἀλλὰ τοιαῦτα λόγια δὲν εἶναι διὰ τὰς ἀκοάς σας, οὔτε ἐγὼ θέλω κοπιάσει ματαίως νὰ σᾶς τὰ εἰπῶ, καὶ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἔρως γεννᾶται ἀπὸ ἀμοιβαίαν κλίσιν καὶ ἀπὸ μίαν συμπάθειαν καὶ συμφωνίαν εἰς τὰς ἰδέας ἀμφοτέρων. Ὅθεν, ὁ ἐδικός σας δὲν εἶναι ἔρως, ἀλλὰ μία ἄλογος ἐπιθυμία, ὡσὰν ὁποὺ τόσον δύσκολα εἶναι νὰ συμφωνήσουν τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων μ᾿ ἐκεῖνα τῶν ἀλλογενῶν, ὅσον φανερὸν εἶναι, ὁποὺ ὅσοι ἀλλογενεῖς συζύγους ἔχουσι, ἐξ ἀνάγκης χάνουσι τὰ ἤθη των καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλο ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ ἡ ὀνομασία.

Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν (53).

Ὦ θανατηφόρος ἔλλειψις τῆς πατρίδος! Πόσους καὶ πόσους διαυθεντευτάς της καὶ ὑπερασπιστάς της ἡ ἀσωτεία καὶ κακοήθεια τῶν ἀλλογενῶν τῆς κλέπτει! Πόσων ποτίζει τὸ βρωμερὸν ὕδωρ τῆς λήθης! Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ἂν οἱ ξενιτευμένοι δὲν ἀλλάξουν γνώμην καὶ δὲν ἐνθυμηθοῦν, ὅτι, ὅπου εἶναι ἡ πατρίς, ἐκεῖ καὶ ἡ εὐτυχία, καὶ νὰ ἀποδειχθοῦν ἀληθεῖς υἱοὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τί; Πρέπει νὰ ἀπελπισθῶ ἴσως; Πρέπει, ἴσως, νὰ νομίσω ὅλους τοὺς ξενιτευμένους τόσον ἀναξίους τοῦ ὀνόματός των; Ἔ, μὴ γένοιτο! Ἐγὼ σᾶς γνωρίζω, ἀγαπητοί μου. Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ ἐξ ἀνάγκης, διὰ νὰ κερδίσητε τὴν ζωοτροφίαν τῶν φαμελίων σας, ἐξενιτεύθητε, καὶ ὅσα κερδίζετε πέμπετε εἰς τὴν πατρίδα σας. Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ ἀφοῦ μὲ τοὺς ἵδρωτάς σας καὶ ἀγχίνοιάν σας ἐκερδίσατε καὶ περισσότερα, ἀποφεύγοντες δὲ τὸ βρωμερὸν παράδειγμα τῶν φιλαργύρων, δαψιλῶς εὐεργετήσατε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐπαρηγορήσατε μὲ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα σας.

Ὅλοι σας, λοιπόν, οἱ φιλοπάτριδες, καὶ ἐσεῖς ἀκόμη ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφανήκατε ἀχάριστοι εἰς τὴν πατρίδα, ἀκούσετε δι᾿ ἀγάπην της καὶ διὰ τιμὴν τοῦ ἑαυτοῦ σας, ἀκούσατε προσεκτικῶς τὴν γλυκεῖαν φωνήν της. Ἀνοίξατε τὰ ὦτα τοῦ νοός σας καὶ προσέξετε εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀσθενὴς καὶ γεμάτη ἀπὸ πληγάς, μὲ θλιβερὰν φωνὴν σᾶς ὁμιλεῖ λέγουσα:

«Ὦ Ἕλληνες! Ὦ τέκνα μου! Ποῦ μὲ ἀφήσετε; Πῶς δὲν σᾶς πονεῖ δι᾿ ἐμέ; Διατί μ᾿ ἐπαρατήσατε; Διατί φεύγετε καὶ δὲν ἐπιστρέφετε πλέον; Τί σᾶς ἔκαμα καὶ δὲν μ᾿ ἐνθυμεῖσθε; Εἰς τί σᾶς ἔβλαψα καὶ δὲν μὲ ἀγαπᾶτε; Ποία μήτηρ ἐστάθη δυστυχεστέρα ἀπὸ ἐμένα; Τί οὖν, ἀγαπητοί; Τί στοχάζεσθε; Τί ἀποφασίζετε;»

Εἶναι ἡ πατρὶς ὁποὺ φωνάζει εἰς τέτοιον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ὁποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται. Ἡ ἀπουσία σας ποτὲ δὲν τὴν ὠφέλησεν, τώρα ὅμως τὴν ἀφανίζει. Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν γνωρίζει καλότατα εἰς τίνων χεῖρας εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία τῆς κάθε πόλεως κατὰ μέρος εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σήμερον; Ὅποιος ἔχει περισσότερα χρήματα ἢ περισσότερα μέσα εἰς τὸν τύραννον, ἐκεῖνος οἰκονομεῖ καὶ διοικεῖ τοὺς λοιπούς. Ἀλλ᾿ οἱ τοιοῦτοι εἶναι τόσον βάρβαροι καὶ ἀνάξιοι, ὁποὺ μόλις ἠξεύρουν νὰ ζήσουν αὐτοί, ὄχι δὲ νὰ εὐτυχίσουν τὴν ζωὴν τῶν λοιπῶν.

Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε - ὃ μὴ γένοιτο, Θεέ μου! - τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ, ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;

Στοχάζεσθε, μήπως καὶ δὲν κερδίσετε εἰς τὴν πατρίδα, ὅσα κερδίζετε μακρὰ ἀπ᾿ αὐτήν; Ἀλλ᾿ ὅσα ἂν κερδίσητε εἰς τί σᾶς ὠφελῶσι, ἂν εἶσθε ὀρφανοὶ ἀπὸ πατρίδα (54); Μήπως δέν ἠθέλατε ἀποκτήσει καὶ εἰς τὴν πατρίδα σας τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἂν ὄντως ἠθέλατε προσπαθήσει διὰ τὸ καλόν της καὶ διὰ τὸ καλόν σας; Διατί λοιπὸν τόσας ἀποικίας καὶ αἰωνίους ξεχωρισμοὺς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σας καὶ φίλους σας (55);

Ἴσως δὲν σᾶς καλοφαίνεται νὰ τυραννῆσθε, ὦ ἀδελφοί μου, καὶ καταδέχεσθε νὰ τυραννῶνται οἱ συγγενεῖς σας, καὶ ἐσεῖς νὰ τρυφῆτε καὶ νὰ σπαταλᾶτε μακρὰ ἀπὸ αὐτούς; Πῶς ἠμπορεῖτε νὰ σφαλίζετε τοὺς ὀφθαλμούς σας, χωρὶς νὰ σᾶς τρομάζῃ κάθε στιγμὴ ἡ θλιβερὰ εἰκὼν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ μέσον τῶν ὀνείρων; Ἴσως νομίζετε πὼς ἀπὸ μακρόθεν ὠφελεῖτε περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες; Ὤ, πόσον λανθάνεσθε, ἀγαπητοί μου. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι μία συμβουλή, μία μόνη λέξις πολλάκις, ἐκφωνουμένη ἀπὸ ἄνδρας πεπαιδευμένους, ἐνεργεῖ περισσότερον, παρὰ δέκα διδαχαὶ γεγραμμέναι;

Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ πρὸς ἐκείνους, ὁποὺ περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι (56). Καὶ ποῖος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ὅταν ἐσεῖς λείπετε; Ποῖος νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὰς συνελεύσεις, ὁποὺ τὴν σήμερον συνηθίζουν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ κάμνουσιν οἱ προεστοὶ τῆς κάθε πολιτείας, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν μητρόπολιν, καὶ νὰ διορθώσῃ ὁπωσοῦν τὰς τόσας καὶ τόσας ἀδικίας, ὁποὺ κάμνουσι; Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;

Ἄν, λοιπόν, ἕως τὴν σήμερον, ὦ ἀκριβοί μου Ἕλληνες, ἢ ἀπὸ ἄγνοιάν σας ἢ ἀπὸ ἀδιαφορίαν σας ἤ, τέλος πάντων, ἀπὸ μόνην ἀστοχασίαν σας ἐμείνατε ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα σας, μὴν μένετε περισσότερον, ἂν θέλετε ὁποὺ αἱ μέχρι τοῦ νῦν εὐεργεσίαι σας πρὸς αὐτὴν νὰ μὴν κατασταθῶσι σημεῖα κατακρίσεώς σας.

Μὴν καυχᾶσθε, πρὸς τούτοις, διὰ τὰς εὐεργεσίας ὁποὺ τῆς ἐκάματε, ἐπειδὴ τὸ χρέος σας ζητεῖ περισσότερον, παρὰ τὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας. Τὴν παρουσίαν σας, τὴν συνέργειάν σας ζητεῖ, ὦ Ἕλληνες, καὶ ὄχι ἄλλην βοήθειαν. Μὴν ἀμφιβάλλετε δὲ διὰ τὸ καλὸν τέλος. Ὑπάγετε εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν θέλετε αἰσθανθῆ τὴν διαφοράν, ὁποὺ θέλει προξενήσει ἡ παρουσία σας εἰς τὴν κατάστασίν της. Αἱ ἑρμηνεῖαι σας καὶ οἱ ὀρθοὶ στοχασμοί σας θέλουν ξεμακρύνει ἀπὸ τὰς κεφαλὰς τῶν Ἑλλήνων τὴν δεισιδαιμονίαν, αἱ συμβουλαί σας θέλουν ἀποδείξει εἰς τοὺς συμπατριῶτας μας τὸ εἶναι των.

Οἱ Ἕλληνες - ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε - δὲν εἶναι οὔτε Σκῦθαι, οὔτε βάρβαροι, ὁποὺ νὰ χρειασθοῦν πολλοὺς χρόνους, διὰ νὰ καταλάβουν τὸ εἶναι τους. Ἀρκεῖ μόνον, νὰ τοὺς δείξῃ τινὰς τὸ χρέος των, καὶ εὐθὺς τὸ ἐκτελοῦσι. Ἀλλ᾿ ἔχουν χρείαν ἀπὸ διδασκάλους, ἀληθεῖς φιλέλληνας, ἀπὸ ἀνθρώπους προκομμένους, τέλος πάντων, καὶ ἐσεῖς μόνον εἶσθε ἐκεῖνοι. Μήπως, ἀδελφοί μου, προσμένετε νὰ ἐλευθερωθῇ πρῶτον ἡ Ἑλλάς, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς; Τότε εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἐλέγετε, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐλευθερωθῇ ποτέ (57). Θέλετε, ἴσως, νὰ κτίσητε πύργον χωρὶς θεμέλια; Καὶ ποῖος θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα, καὶ ἐσεῖς νὰ λείπητε;

Δὲν ἐντρέπεσθε κἂν ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς, ὁποὺ σᾶς ἀκούουν νὰ λέγητε τὰ τοιαῦτα; Ἀλλ᾿ ἂν οἱ ἀλλογενεῖς, ὑστερημένοι ἀπὸ πατρίδος ἔρωτα, δὲν σᾶς καταφρονοῦν, ὄχι ὅμως οἱ ἴδιοι Ἕλληνες τοὺς μιμοῦνται. Αὐτοὶ θέλει σᾶς ἀναθεματίζουν ἀπὸ τὸ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ θέλει σᾶς νομίζουν μὲ κάθε δίκαιον τόσους ἐχθροὺς τῆς πατρίδος. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! Καὶ ἀπὸ ποῖον προσμένετε, παρακαλῶ σας, τὴν ἐλευθερίαν; Νὰ σᾶς ἔλθῃ, ἴσως, φορτωμένη ἀπὸ τὸν ὠκεανὸν μὲ κανένα ἐμπορικὸν πλοῖον, καὶ νὰ τὴν ἐκστρατεύσητε εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἢ προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. Ἡ ἐλπίδα σας ὅμως εἶναι ματαία. Ἐσεῖς δὲν θέλετε ἀπολαύσει, βέβαια, τὴν πατρίδα σας ἐλευθέραν, καθὼς τώρα δούλην τὴν ἀλησμονήσατε, ἀλλ᾿ ἐξωρισμένοι διὰ παντὸς εἰς βαρβάρους γαίας, δὲν θέλετε ἀναπνεύσει πλέον τὸν ζωηρότατον ἑλληνικὸν ζέφυρα, καὶ τὰ ὀνόματά σας θέλουσι κατασταθῆ λέξεις ἀτιμίας καὶ μίσους εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ στόματα τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων.

Ἴσως, τέλος πάντων, προσμένετε νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν κανένας ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς δυνάστας; Ὦ Θεέ μου! Ἕως πότε, ὦ Ἕλληνες, νὰ πλανώμεθα τόσον ἀστοχάστως; Διατί νὰ μὴν στρέψωμεν καὶ μίαν φορὰν τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὰ ἀπελθόντα, διὰ νὰ καταλάβωμεν εὐκολώτερα καὶ τὰ μέλλοντα; Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κύριος στοχασμὸς τῶν ἀλλογενῶν δυνάστων εἶναι εἰς τὸ νὰ προσπαθήσουν νὰ κάμουν τὸ ἴδιόν των ὄφελος μὲ τὴν ζημίαν τῶν ἄλλων;

Καὶ ποῖος στοχαστικὸς ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὅποιος ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς δυνάστας ἤθελε κατατροπώσει τὸν ὀθωμανόν, ἤθελε μᾶς ἀφήσει ἐλευθέρους; Ὤ, ἀπάτη ἐπιζήμιος! Μὴν εἶσθε, ἀδελφοί μου, τόσον εὐκολόπιστοι. Ἀναγνώσετε τὴν ἱστορίαν καὶ μάθατε, ὅτι οἱ Ρωμαῖοι ἔταξαν τῶν Ἑλλήνων καὶ διαυθέντευσιν καὶ ἐλευθερίαν, ἀλλ᾿ ἀφοῦ ἐμβῆκαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐθὺς τὴν ἐκήρυξαν ἐπαρχίαν τους. Ἴδετε καὶ τὰ τωρινὰ παραδείγματα, ὁποὺ ἡ πολυποίκιλος στροφὴ τῆς γαλλικῆς στάσεως μᾶς παρασταίνει. Ὁ δυνάστης των μὲ ταξίματα μεγάλα καὶ μὲ τοιαῦτα μέσα, ἀπόκτησεν ὅσα κατὰ τὸ παρὸν ἔχει, καὶ πῶς ἐσεῖς νομίζετε νὰ σᾶς δοθῇ ἡ ἐλευθερία ἀπὸ ἀλλογενεῖς; Πῶς νὰ μὴν εἰπῇ τινάς, ὅτι ὀνειρεύεσθε ἔξυπνοι; Καὶ εἰς τί, παρακαλῶ σας, θεμελιώνετε τὰς ἐλπίδας σας; Εἰς τὴν ἀρετὴν τῶν ἀλλογενῶν δυνάστων ἴσως; Ἐλπίζετε νὰ κινηθοῦν εἰς σπλάγχνος ἐκεῖνοι διὰ τὰς δυστυχίας τὰς ἐδικάς μας;

Δὲν ἠξεύρετε, ὦ Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἀρετὴ τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοὺς θρόνους; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι οἱ Ἕλληνες μισοῦνται δοῦλοι, ἐπειδὴ ἤθελε τοὺς φθονήσει ἐλευθέρους κάθε μεγάλη δυναστεία ἀπὸ τὰς παρούσας τῶν ἀλλογενῶν; Ἀλλά, τέλος πάντων, ὑποθέτοντας κανένα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δυνάστας ὁπωσοῦν φιλέλληνα, δὲν ἠξεύρετε, ὅτι μόνος του δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τὸ οὐδέν, καὶ ὅτι οἱ ἐπίτροποί του ἢ εἶναι ἐχθροί μας, ἢ εἶναι ἀδιάφοροι, ἤ, τέλος πάντων, ἄσωτοι καὶ διεφθαρμένοι τὰ ἤθη; Τί στοχάζεσθε, τέλος πάντων, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγὸν διὰ χειρὸς ἄλλου δυνάστου, νὰ γίνῃ ἀληθῶς εὐτυχής; Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;

Διατί, ἀδελφοί μου, νὰ θέλωμεν νὰ ἀλλάξωμεν κύριον, ὅταν μόνοι μας ἠμποροῦμεν νὰ ἐλευθερωθῶμεν; Νομίζετε νὰ εἶναι ἐλαφρότερος ὁ ζυγὸς μιᾶς ξένης δυναστείας; Δὲν στοχάζεσθε, ὅτι πάλιν ζυγὸς εἶναι; Στρέψατε τὰ ὦτα σας καὶ τοὺς ὀφθαλμούς σας εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἀκούσατε τοὺς γογγυσμούς της, καὶ ἴδατε τὰ δάκρυά της, διὰ νὰ καταλάβητε τί θέλει νὰ εἰπῇ ἐλευθέρωσις ἀπὸ ξένους. Καταδέχεσθε ἐσεῖς νὰ ὁμολογῆσθε χρεῶσται ἀλλογενῶν τῆς ἐλευθερώσεώς σας; Μή, λοιπόν, μὴ ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μὴ δεικνύεσθε τόσον παράφρονες εἰς τὸν ἀναγκαιότερον συλλογισμόν, ἐσεῖς, ὁποὺ τόσον ἀψευδῶς προβλέπετε εἰς τὰς ἐμπορικάς σας ἐπιχειρήσεις τὸ μέλλον, καὶ ἀναγκάζονται οἱ ἴδιοι ἀλλογενεῖς, ὁποὺ μᾶς μισοῦσι, νὰ σᾶς θαυμάζουσι. Μὴν ἀπατᾶσθε, καὶ μὴν τρέφετε καμμίαν ἀπὸ τὰς εἰρημένας ἐλπίδας, ἀλλὰ προβλέπετε τὸ πλέον φανερὸν ἀπὸ κάθε μέλλον, τὴν ἀναγκαίαν, λέγω, ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του, καὶ μὴν ἀργοπορῆτε αὐτὴν μὲ τὴν ἀπουσίαν σας.

Ἐσεῖς δέ, φίλοι μου καὶ σύγχρονοι νέοι, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ μὲ τόσους κόπους καὶ ἀγρυπνίας διδάσκεσθε τὰς ἐπιστήμας εἰς τὰς ἀκαδημίας τῶν ἀλλογενῶν, καὶ ὁποὺ ἐξ ἀνάγκης ἐγνωρίσατε τί ἐστὶ πατρίς, τῆς ὁποίας ὁ ἔρως σᾶς ἐνθουσιάζει, καὶ ἤδη ἀρχίσατε παντοίοις τρόποις νὰ ξαναδώσητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα τὸ παλαιὸν σέβας, ὁποὺ εἶχεν καὶ ἔχασεν, ἐσεῖς, λέγω, ὁποὺ μὲ τὴν φυσικήν σας ἀγχίνοιαν ἀποδεικνύετε φανερῶς τῶν ἀλλογενῶν συμμαθητῶν σας τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα ὁποῖον εἶναι, μὴν βραδύνετε πλέον τὸν μισευμόν σας διὰ τὴν Ἑλλάδα.

Ὑπάγετε νὰ προητοιμάσητε τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν συμπατριώτων μας. Ἡ δόξα σᾶς προσμένει μὲ τοὺς στεφάνους τῆς νίκης εἰς τὰς χεῖρας καὶ μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοικτάς. Μὴν ξεχάσετε, ὅτι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀληθὴς φιλοσοφία εἶναι τὸ νὰ ζῇ τινὰς εἰς πολλούς, καὶ αὐτὸ ἀποκτᾶται ὠφελῶντας τους. Σπουδάσατε μὲ ταχύτητα, ὅσοι μέχρι τοῦ νῦν δὲν τὸ ἐπράξατε, τὴν πολεμικὴν τέχνην καὶ μεταχείρισιν τῶν ἀρμάτων. Ἐσεῖς ἔχετε τὴν διάθεσιν ἐξαίρετον. Ἂς διώξωμεν μίαν φορὰν τὸν ὀθωμανὸν εἰς τὴν Ἀφρικήν, ὦ Ἕλληνές μου, καὶ ἔπειτα θέλετε ἰδεῖ εἰς πόσον ὀλίγους χρόνους ἡ Ἑλλὰς θέλει ξαναλάβει τὴν προτέραν της λάμψιν. Ἂς ἐβγάλωμεν, ἀδελφοί μου, τὴν βρῶμαν, διὰ νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν μυρωδίαν τῶν ἀνθῶν. Τὰ μέσα τὴν σήμερον εἶναι ἀρκετά· ἡ μηχανή, τέλος πάντων, εἶναι τελειωμένη. Ἄλλο δὲν λείπει, παρὰ νὰ τὴν κινήσῃ τινάς, καὶ ἔπειτα μόνη της θέλει δουλεύσει.

----------

(1) Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ, ὁ σοφώτατος λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου, ὁ ὁσιώτατος καὶ ἐλλογιμώτατος διδάσκαλος εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας ἱερεύς, καὶ ἄλλοι πολλοί.

(2) Ὁ νῦν ἀρχιερεὺς τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης, χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν.

(3) Ἐγὼ εἶδα πολλάκις ἕνα ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὴν μέσην τῆς λειτουργίας, νὰ ὑβρίζῃ, νὰ ἀναθεματίζῃ, καὶ νὰ δέρνῃ οὐκ ὀλίγας φορὰς τοὺς παπάδες, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστο τοὺς διακόνους.

(4) Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, ὁποὺ μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐκλέφθησαν μερικὰ χρήματα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν του.

(5) Ὁ θάνατος κανενὸς ἀριχεπισκόπου ἀποδεικνύει φανερώτατα τὸν βρωμερὸν χαρακτῆρα τῆς Συνόδου. Ἐπειδὴ τότε γεννᾶται ἓν μῖσος ἀναμεταξύ των, μεταχειριζόμενος καθεὶς κάθε οὐτιδανώτερον μέσον, ὁποὺ δυνηθῇ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἐκείνην τὴν ἐπαρχίαν, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ εἰς ὅποιον δώσῃ περισσότερα χρήματα.

(6) Αἱ βασιλεύουσαι τῶν νῦν δυναστειῶν ὅλης τῆς γῆς, καὶ αἱ ἐμπορικαὶ πόλεις, διὰ μέσου τοῦ χρυσίου, καὶ τοῦ ἀλλεπαλλήλου παντοτινοῦ δανείσματος, δὲν ξεχωρίζονται πλέον ἀνάμεσόν των, ἐπειδὴ ὅσα εἴδη ἐκφέρει ἡ Αἴγυπτος, εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ ὅσα ἡ Γαλλία τεχνεύεται, πωλῶνται εἰς τὴν Πετρούπολιν καὶ καθεξῆς.

(7) Ὁ Α. ἐπὶ παραδείγματι εἶχεν ἓν χωράφιον καὶ ὁ Β. ἑκατὸν πρόβατα. Ὅθεν, ὁ ἕνας ἄλλαζεν μέρος σιταρίου μὲ μέρος μαλλίου τοῦ ἄλλου καὶ ἔζουν ἀμφότεροι εὐχαριστημένοι. Ἔπειτα ἠθέλησαν νὰ δώσουν μίαν ἰδεαστικὴν τιμὴν αὐτῶν τῶν δύο εἰδῶν, καὶ εἶπον, τὸ ἓν κιλὸν σιτάρι νὰ ἀξίζῃ ὣς δύο, καὶ τὸ μαλλὶ ἑνὸς προβάτου ὣς τρία. Ἔπειτα ἔδωσαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν μὲ τόσας μεταλλένιας μονάδας. Τότε ὁ Γ. ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἔσκαπτε τὸ χωράφιόν του, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ σιτάρι, βλέποντας ὅτι ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ μονάδας καὶ νὰ λάβῃ σιτάρι, τοῦ ἐφάνη εὐκολώτερον νὰ πλάσῃ ἀπὸ αὐτὰς παρὰ νὰ σκάψῃ. Ὁ Δ. ὁποὺ δὲν ἤθελεν οὔτε νὰ σκάψῃ, οὔτε νὰ ζητήσῃ τὸ μέταλλον, ἐπιτηδεύθη νὰ ἐφεύρῃ ἓν εἶδος καινούργιον, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐτελείωσεν, ἤρεσεν τοῦ Ε. ὁποὺ εἶχεν πολλὰς μονάδας, καὶ εὐθὺς τὰς ἄλλαξεν μ᾿ ἐκεῖνο. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἤρχισαν νὰ πληθύνουν τὰ μὴ ἀναγκαῖα πράγματα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ τὸ περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν, δὲν ἦτον ἀναγκαῖον εἰς κανένα, ὡσὰν ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώγει, ἀφοῦ χορτάσῃ· ἀλλ᾿ αἱ μονάδες ηὔξησαν εἰς ἄκρον. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ ἀγοράσουν καὶ ἄλλα εἴδη, ἐκτὸς τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, καθὼς ἠκολούθησεν· καὶ τὴν σήμερον εἶναι περισσότερα τὰ μὴ ἀναγκαῖα εἴδη, ὁποὺ μεταχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι, παρὰ αἱ πολιτεῖαι ὅλης τῆς γῆς.

(8) Οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εὐχαριστοῦνται περισσότερον νὰ ἀκούωσι πράγματα ἰδεαστικά, παρὰ ἀληθῆ, ὡσὰν ὁποὺ τὰ μὴ ἀληθῆ μὲν ἐπιδέχονται κάθε αὔξησιν καὶ ἐλάττωσιν, ὁποὺ ὁ καθεὶς ἤθελε τοὺς δώσει κατὰ τὴν ἀρέσκειάν του, τὰ δὲ ἀληθῆ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ νομίσῃ ἀλλέως, εἰμὴ καθὼς εἶναι. Ὅθεν, καὶ γενικῶς μία ἀλήθεια προξενεῖ ὀλιγότερον κρότον, παρὰ ἓν ψεῦμα, ὅταν πιστεύεται ὡς μία ἀλήθεια, καθὼς βλέπομεν νὰ ἠκολούθησεν εἰς τὴν ἐφεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ.

(9) Τὸ ἐμπόριον ἀποδεικνύει φανερῶς τὴν ἰδεαστικὴν ὑπόληψιν τῶν χρημάτων μὲ τὴν ἐφεύρεσιν τῶν ἀριθμητικῶν χαρτίων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων μὲ μίαν κονδυλίαν μελάνι ἠμπορεῖ τινὰς νὰ μετρήσῃ ὅλα τὰ πλούτη τῆς γῆς. Πολλὰ μὲ λυπεῖ, ὁποὺ αἱ περιστάσεις δὲν μοῦ τὸ συγχωροῦσι νὰ ὁμιλήσω τι περὶ ἐμπορίου. Ἴσως ἄλλος τις ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν μου. Ὁ νέος Σοφοκλῆς τῆς Ἰταλίας, εἰς ἓν σατιρικόν του ἐγχειρίδιον ὁμιλῶντας περὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ πραγματευτῶν, κατὰ πολλὰ νουνεχῶς τε καὶ ἀστείως λέγει:

»Questi in cifre numeriche si alteri,
»Ad onta nostra, dall’ Età future
»Faran chiamarci, i popoli de’ zeri.

Vitt. Alfieri

 (10) Πρῶτον δηλαδὴ ἔλεγεν τινὰς ἓν κιλὸν σιτάρι ἀξίζει τρεῖς μονάδας χρυσίου. Ὕστερα ἀπ᾿ ὀλίγον εἶπεν ὅτι καὶ μία ἀρετὴ ἀξίζει δέκα μονάδας, καί, τέλος πάντων τώρα, ἢ λέγομεν, ἢ ὑπονοεῖται ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του, ὅτι τρεῖς μονάδες χρυσίου ἀξίζουν ἓν κιλὸν σιτάρι, καὶ δέκα μονάδες ἀξίζουν μίαν ἀρετήν, ὥστε ὁποὺ διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τινὰς πολλὰς ἀρετάς, ἄλλο δὲν τοῦ χρειάζεται, εἰμὴ νὰ ἔχῃ πολλὰς μονάδας χρυσίου.

(11) Ἡ Ἀφρικὴ κάθε χρόνον θυσιάζει πλῆθος ἀνθρώπων, ὁποὺ ἡ ἀχόρταγος λύσσσα τῶν ὑπερηφάνων Βρεττανῶν καὶ ἄλλων ἁρπάζει καὶ πέμπει εἰς τὴν Ἀμερικήν, διὰ νὰ σκάπτουν καὶ νὰ ἐβγάζουν αὐτὰ τὰ μέταλλα ἀπὸ τὰ βαθύτατα ἐντόσθια τῆς γῆς. Οἱ ταλαίπωροι, ὅταν ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν θάνατον δέκα ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν εἰς ἕνα χρόνον, νομίζονται κατὰ πολλὰ εὐτυχεῖς. Τόσον μεγάλους κόπους, ραβδίσματα, φόνους καὶ πεῖναν ὑποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εὑρισκόμενοι εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, κρεμνίζεται τὸ χῶμα καὶ θάπτει ζωντανοὺς πολλὰς ἑκατοντάδας.

(12) Εἶναι πασίδηλον πόσον νομίζονται ἀξιώτεροι οἱ ἀνάξιοι πλούσιοι ἀπὸ τοὺς ἀξιωτάτους πτωχούς.

(13) Ἡ πολυτέλεια ἐδίδαξεν ὅποιον εἶχεν πολλὰς μονάδας, ὄχι μόνον νὰ μὴν δουλεύῃ πλέον τὴν γῆν καὶ νὰ μὴν φυλάττῃ τὰ πρόβατα, ἀλλ᾿ οὔτε νὰ κοιμᾶται, χωρὶς νὰ τοῦ ἑτοιμάσουν τὴν κοίτην, οὔτε νὰ τρώγῃ, χωρὶς νὰ τοῦ ἑτοιμάσουν τὸ φαγὶ καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ δὲ μὴ ἔχων μονάδας, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ, ἠναγκάσθη νὰ ὑπάγῃ εἰς δούλευσιν τοῦ ἔχοντος.

(14) Ἡ πτώχεια, φεῦ, ἐκνευρώνει καὶ ἀδυνατίζει τὰς πλέον σταθερὰς καὶ ἡρωικὰς ψυχάς, πόσον μᾶλλον τοὺς ἁπλοῦς καὶ ἀθώους νῦν Ἕλληνας, ὁποὺ τὴν ὑποφέρουσι. Ἕνας πατὴρ δέκα τέκνων, μὴν ἔχων τὴν ἀναγκαίαν κυβέρνησιν, ποῦ δύναται, ἢ ποῦ τοῦ μένει καιρὸς νὰ στοχασθῇ διὰ τὸ μέλλον καλόν, ὅταν τὰ τέκνα του παντοτινὰ τοῦ ζητοῦσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον;

(15) Ὤ, πόσον ἄξιον γέλωτος θέαμα ἤθελεν σταθῆ, ἂν καθ᾿ ὑπόθεσιν ἤρχετο μία γενικὴ θέλησις τῶν ὅσων δὲν ἔχουν χρυσάφι, νὰ σηκώσουν τὴν ὑπόληψιν ἀπὸ αὐτὸ δι᾿ ὀλίγον καιρόν! Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πλουσίων! Πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἤθελον μείνει πάντοτε εἰς τὸ κρεβάτι, μὴ ἔχοντας τὸν δοῦλον, ἢ τὴν δούλην νὰ τοὺς σηκώσῃ! Πόσοι ἤθελον κατακοπρισθῆ ἐπάνω των, μὴν ἠξεύροντες πῶς νὰ λύσουν τὰ δεσίματα τῶν φορεμάτων των! Πόσοι ἤθελον σκωληκιάσει καθήμενοι, μὴν ἠξεύροντες νὰ περιπατήσουν! Πόσοι ἄλλοι ἤθελον μείνει γυμνοὶ μὴν ἠξεύροντες πῶς νὰ ἐνδυθῶσι! Καὶ ἀναμφιβόλως ἤθελον ἀπεθάνει οἱ περισσότεροι ἀπὸ πεῖναν, μὴν ἔχοντες ποῖον νὰ τοὺς μαγειρεύσῃ. Ὤ, πρᾶγμα γελοιῶδες, ὁποὺ ἤθελεν σταθῆ! Ἀνθρωπότης, ἀνθρωπότης, ἕως πότε νὰ μὴν βλέπῃς μὲ τὰ ὀμμάτια ἀνοικτά!

(16) Οἱ γέροντες εὔχονται καὶ λέγουσι τῶν νέων: «Προσπάθησε, τέκνον μου, νὰ γίνῃς ἄνθρωπος», ἐννοοῦντες, νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα. Καὶ πάλιν λέγουσι: «Ὁ δεῖνας πρὸ τριῶν χρόνων δὲν ἦτον τίποτες, τώρα ἔγινεν ἄνθρωπος», δηλαδὴ ἀπόκτησε χρυσάφι, εἰς τρόπον, ὁποὺ οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον, δὲν νομίζονται παρ᾿ αὐτῶν ἄνθρωποι.

(17) Οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον προσπαθοῦσι νὰ ἀπολαύσωσι, καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιτύχουσι τοῦ σκοποῦ των ταχέως διὰ τὴς ὀρθῆς ὁδοῦ, ποῖος γίνεται φονεύς, ποῖος προδότης καὶ σχεδὸν ὅλοι κόλακες καὶ κλέπται.

(18) Ἀγκαλὰ καὶ κοινῶς μία ψευδὴς δύναμις νὰ μὴν ὠφελῇ, μ᾿ ὅλον τοῦτο ἡ συνήθεια πολλάκις κατασταίνει ἀναγκαῖα τὰ πλέον ἄχρηστα πράγματα. Ἐκεῖνοι, ὅμως, ὁποὺ εὐτυχοῦσι διὰ τῶν χρημάτων, ὡς πρὸς τοὺς λοιπούς, ὁποὺ δυστυχοῦσι, εἶναι ὡς ἡ γῆ μας πρὸς τὸ πᾶν. Τὰ χρήματα, τέλος πάντων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς μίαν ράβδον, αἱ δὲ νῦν δυναστεῖαι εἰς τόσους ποδαλγούς. Καί, καθὼς ἐτοῦτοι βαδίζουσιν ὁπωσοῦν μὲ τὴν βοήθειαν τῶν βακτηριῶν, οὕτως καὶ τὰ νῦν βασίλεια, ὡς διοικήσεις ἀτελεῖς καὶ κακῶς κυβερνημέναι, μόλις βαστῶνται διὰ μέσου τῶν χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἀνίσως ὁ ποδαλγὸς ἰατρευθῇ, δὲν ἔχει πλέον χρείαν ἀπὸ ράβδον, διὰ νὰ ἀκουμβήσῃ· οὕτως καὶ αἱ διοικήσεις, ὅταν διορθωθοῦν, δὲν θέλουν ἔχει πλέον χρείαν ἀπὸ χρήματα.

(19) Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη».

(20) Οἱ ἀφορισμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐξόχως εἰς τὰ Ἰωάννινα καὶ Πάτραν, ἤθελαν νομισθῇ εὐχαὶ τῆς λειτουργίας ἀπὸ κανένα ἀλλογενῆ. Τόσον εἶναι συχνοί, καὶ σχεδὸν κάθε Κυριακὴν εἰς κάθε ἐκκλησίαν ἀναγινώσκονται δύο καὶ τρεῖς ἀφορισμοί, πάντοτε δὲ διὰ οὐτιδανωτάτας διαφοράς, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ δύο ἢ τριῶν γροσίων ὑπόθεσιν.

(21) Αὐτοὶ οἱ ἀναιδέστατοι ἄνδρες, εὐθὺς ὁποὺ ἔλθουν εἰς τὴν ἀρχιεπισκοπήν των, ὑποχρεώνουν ὅλους τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς τὰ ὀσπίτιά των, διὰ νὰ τοὺς ψάλωσι τὸν ἁγιασμόν, καὶ οὕτως λαμβάνουσι τὴν πληρωμὴν ἀπὸ πενήντα ἕως δέκα γρόσια τὸ ὀλιγότερον. Τὰ δὲ μνημόσυνα συνίστανται εἰς τὸ νὰ λειτουργοῦν διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ ὁποίου ξεθάπτουν τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ εὐλογοῦν.

(22) Ὅταν ἀπεθάνῃ κανένας πολίτης τῆς πρώτης ἢ δευτέρας κλάσεως καὶ τὸ ἀκούσῃ ὁ ἀρχιερεύς, εἶναι δι᾿ αὐτὸν μία ἀνεκδιήγητος χαρά, ἐπειδή, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ τὸν θάψουν, πρέπει, ἀφοῦ πληρώσουν τὸν ὀθωμανὸν τύραννον, νὰ πληρώσουν καὶ τὸν ἀρχιερέα. Ἡ ποσότης ὅμως εἶναι ἀόριστος, πότε δέκα χιλιάδας γρόσια, πότε πέντε, καὶ τὸ ὀλιγότερον χίλια. Ὅταν πάλιν ὁ πολίτης μισεύῃ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, πρέπει νὰ δώσῃ ἕνα χάρισμα τοῦ ἀρχιερέως. Ὅταν ἐπιστρέφῃ, πάλιν τοῦ χαρίζει. Ἀλλὰ τί λέγω τοῦ χαρίζει; Καὶ πῶς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ δῶρον ἐκεῖνο ὁποὺ ζητεῖται μὲ βίαν;

(23) Ὁ νῦν Ἰωαννίνων ἔλαβε τὴν αὐθάδειαν νὰ ἀφορίσῃ τὸν ἐνάρετον καὶ φιλόσοφον κὺρ Κοσμᾶ, διὰ νὰ μὴν ἠμπόρεσε νὰ τὸν καταπείσῃ εἰς τὰς κακάς του θελήσεις.

(24) Ὁ νῦν Ἰωαννίνων, καθὼς ἤκουσα ἀπὸ ἕνα μάρτυρα αὐτόπτην, εἰς τὸ πρόγευμα τρώγει δύο ὀκάδες γιαούρτι, καὶ εἰς τὸ δειλινὸν μισὴν ὀκᾶ σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τὰς ὁποίας τρώγει μὲ τὸ χουλιάρι.

(25) Ὁ Ἄρτης, ὁ Γρεβενῶν καὶ ὁ Ἰωαννίνων εἶναι οἱ πρῶτοι προδόται τοῦ τυράννου, καθὼς ὅλοι τὸ γνωρίζουσι. Ὁ ὕστερος ἀπὸ αὐτοὺς ἱκέτευσεν τὸν τύραννον, καὶ ἐκούρευσεν τὸν ἔγγονά του, ὡς νὰ τοῦ ἐγίνετο νουνός. Ὁ Ἄρτης ἠπάτησεν καὶ ἐπρόδωσεν τοὺς ἥρωας Σουλιῶτας· εἶναι δὲ καὶ οἱ τρεῖς ἀσελγεῖς, ἄσωτοι εἰς τὸ ἄκρον, μοιχοί, πόρνοι καὶ ἀρσενοκοῖται φανεροί.

(26) Μίαν φορὰν ἐρώτησα ἕνα παπᾶν χωριάτην, ἕως ἑξηκοντούτην, πόθεν εἶχεν ἀγοράσει τὸ κονδύλι του, τὸ ὁποῖον ἦτον λεπτόν, ὡς τὸ μεγαλείτερόν μου δάκτυλον, καὶ μοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι τὸ εἶχε κληρονομήσει ἀπὸ τὸν πατέρα του, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τρεῖς υἱούς, εἶχε σκοπὸν νὰ τὸ κάμῃ τρία κομμάτια, καὶ νὰ ἀφήσῃ ἀπὸ ἕνα τοῦ κάθε υἱοῦ του. Ἄλλος ἕνας, μὲ πλατὺ ράσον, ἠθέλησεν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ, ὅτι τὰ μὲν «γενέσια» ἐννοεῖ τὴν γέννησιν, τὰ δὲ «γενέθλια» ἐννοεῖ τὸν θάνατον. Ὁ Ἕλλην ἀναγνώστης ἂς μὴν γελάσῃ, ἀλλὰ ἂς κλαύσῃ.

(27) Ἕνας ἀρχιμανδρίτης, ἀναγινώσκοντας ἐπ᾿ ἐκκλησίας τὸ εὐαγγέλιον, ἔτυχεν εἰς τὸ τέλος τοῦ κατεβατοῦ τὸ ἀπαρέμφατον ἐπανέρχεσθαι. Ὅθεν αὐτὸς ἀνέγνωσε τὸ ἐπανερ- ὅπου ἐτελείωνε τὸ κατεβατόν, καὶ ἔπειτα γυρίζοντας τὸ φύλλον ἐπρόφερετο τὸ -χέσθαι, εἰς τρόπον ὁποὺ ἐρέθισε ἕνα γενικὸν γέλωτα εἰς τοὺς παρεστῶτας.

(28) Αὐταί, αἱ οὕτως καλούμεναι πανταχοῦσαι, εἶναι κἄποιαι παρακαλεστικαὶ ἐπιστολαὶ τῶν μοναστηρίων, ὁποὺ τὰς στέλνουν πρὸς τοὺς χριστιανούς, καὶ εἶναι γεγραμμέναι μὲ διάφορα χρώματα καὶ μὲ μεγάλα στοιχεῖα.

(29) Ἐγώ, ἕως τώρα βέβαια, εἶδα ἕως τέσσαρας κεφαλὰς τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἐπειδή, ὅταν ἀκολουθῇ ἡ πανοῦκλα, τότε κάθε πολιτεία ἔχει ἀπὸ μίαν κεφαλὴν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.

(30) Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα πνευματικὸν Ἁγιορείτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτον τόσον ἀμαθής, ὅσον ἦτον ὑποκριτὴς καὶ φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώμενος μοῦ ἐδιηγεῖτο, ὅτι εἰς εἴκοσι χρόνους ἔκαμεν ἕνα καπιτάλι ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδες γρόσια, καὶ εἶχε δοσμένα εἰς τὸ μοναστήριόν του τὰ δύο τρίτα, τὰ δὲ λοιπὰ εἶχε μοιρασμένα εἰς διαφόρους πραγματευτὰς μὲ τὸ διάφορον. Αὐτὸς εἶχε τὴν κάραν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου.

(31) Δὲν εἶναι κρυφόν, ἀλλ᾿ ὅλοι τὸ ἠξεύρουν, ὅτι εἰς τὰ Ἰωάννινα οἱ πνευματικοὶ ἀναφέρουσι κάθε ὑπόθεσιν, ὁποὺ ἀκούουσιν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὸν ἀρχιερέα, καὶ αὐτὸς εὐθὺς κάμνει ἕνα κατάλογον μὲ προσθήκην καὶ τὸν προσφέρει τοῦ τυράννου, εἰς τρόπον ὁποὺ ἡ ἐξομολόγησις, τὴν σήμερον, εἶναι ἓν μέσον προδοσίας.

(32) Οἱ τοιοῦτοι, ὄντες ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε στοχασμὸν καὶ φροντίδα, χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν καὶ τρώγοσι διὰ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδας.

(33) Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.

(34) Ἄλλο δὲν λέγουσι, ἢ ἄλλο δὲν ἠξεύροσι νὰ εἴπωσι, παρὰ νὰ μὴν φάγῃ ὁ λαὸς λάδι τὰς Τετράδας καὶ νὰ δώσῃ χρήματα τῶν καλογήρων.

(35) Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν, καὶ αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δουλεύουν, διὰ δὲ τὰς σαρακοστάς, νὰ τὰς σμικρύνῃ, καὶ τὰς περισσοτέρας νὰ τὰς ἀποβάλῃ. Καὶ τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα, καὶ τρέφεται καλλιότερα. Βέβαια δὲ ὁ ἐντελὴς οἰκονόμος τοῦ παντὸς δὲν θέλει τιμωρήσει τοὺς χριστιανούς, διὰ νὰ ἐπροσπάθησαν τὸ καλόν τους εἰς δόξαν του.

(36) Πόσον, τῇ ἀληθείᾳ, ἡ ἀμάθεια κατασταίνει τοὺς ἀνθρώπους μωρούς. Οἱ καλόγηροι νομίζουν μὲ τὰ θαύματα νὰ κάμνουν τιμὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν βλέπουν τὴν ἄκραν ἀτιμίαν ὁποὺ κάμνουσι καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν τους καὶ εἰς τὴν θρησκείαν. Θαῦμα ὀνομάζουσιν, ὅταν φαίνεται νὰ ἀκολουθῇ ἓν πρᾶγμα, ὁποὺ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀκολουθήσῃ. Λοιπόν, ἂν αὐτὸ ἀκολουθῇ, εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ Θεὸς ξεκάμνει ἐκεῖνο ὁποὺ ἔκαμε, καὶ τὸ κάμνει διαφορετικόν· ὅθεν, ἢ ἐμετανόησεν ὅτι τὸ ἔκαμε, ἢ τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τούτου κακόν, διὰ νὰ τὸ κάμῃ ἔπειτα καλλιότερον. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς δύο τρόπους εἶναι ἀπαίσιος ὁ στοχασμός. Κατὰ μὲν τὸν πρῶτον, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς προβλέπει τὸ μέλλον, καὶ ἡ μετάνοια δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄκραν σοφίαν καὶ ἀλάνθαστον ἔννοιάν του. Κατὰ δὲ τὸν δεύτερον, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ὅσα ἔκαμεν, τὰ ἔκαμεν καλά.

(37) Ἴσως ὁ ἀναγνώστης, ἂν εἶναι κανένας καλόγηρος, ὁποὺ νὰ ἔχῃ καμμίαν ὀκᾶ κόκκαλα, μὲ ἀναθεματίσει, καὶ μὲ νομίσει ὅτι δὲν πιστεύω εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὁ καρδιογνώστης Θεός μου γνωρίζει καλότατα ποῖος ἀπὸ τοὺς δύο μας πιστεύει καλλιότερα, αὐτὸς ὁποὺ ἀπατᾶ τὸν κόσμον, ἢ ἐγὼ ὁποὺ ξεσκεπάζω τὸ ψεῦδος.

(38) Ὅταν κανένας ἄρρωστος ἰατρευθῇ, ὁ καλόγηρος τὸ κράζει θαῦμα τοῦ ἁγίου του. Ὅταν γεννήσῃ καμμία γυναῖκα, καὶ τοῦτο θαῦμα τὸ ὀνομάζει. Ὅταν κατέβῃ τινὰς τὴν σκάλαν καὶ δὲν τζακίσῃ τὸν λαιμόν του καὶ αὐτὸ θαῦμα τὸ κράζουσι. Ἀλλὰ ποῖος ἀπεθαίνει χωρὶς νὰ ἔχῃ δύο τρεῖς κασέλας λείψανα ὁλόγυρά του; Ποία γεννᾶ ἢ ἀπεθαίνει χωρὶς νὰ ἔχῃ τόσας εἰκόνας τριγύρω της; Αὐτοὶ οἱ ἀναίσχυντοι ἔφθασαν νὰ ὀνομάσουν θαῦμα τὸ νὰ παίρῃ ἕνας ἀμαθὴς καὶ ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὴν δεισιδαιμονίαν εἰς τὰ πανηγύρια τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου εἰς τὰς χεῖρας του, καὶ νὰ τρέχῃ ἔνθεν κἀκεῖθεν ὡσὰν τρελλός.

(39) Μία καλογραιοποῦλα ἐκοινοποιοῦσεν, ὅτι κάθε βράδυ ἐπήγαινεν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἐσυνομιλοῦσε μαζί της. Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, δι᾿ ὀλίγους μῆνας, τὴν ἐδόξαζον ὡς ἁγίαν, ἀλλ᾿ ἀφοῦ, μετὰ ἐννέα μῆνας, ἐγέννησεν ἓν ἀρχαγγελόπουλον, τότε αἱ ἄλλαι γυναῖκες τὴν ἐμίσησαν, αὐτὴ δὲ ἐνομίζετο πάντοτε ἁγία ἀπὸ ἁπλότητά της, καὶ ὁ σοφὸς ἔκλαιε διὰ τὴν βαρβαρότητα τῆς ἀνθρωπότητος.

(40) Τὸ Τεργέστιον, ἡ Ὀδέσσα, ἡ Νίζνα, καὶ αἱ ἄλλαι διάφοροι πόλεις, εἶναι σχεδὸν κατοικημέναι ἀπὸ μόνον Ἕλληνας.

(41) Γνωρίζω μερικούς, ὁποὺ σχεδὸν - σχεδὸν ἐντρέπονται νὰ λέγωσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες.

(42) Εἶναι μερικοὶ νέοι, ὁποὺ χρωματίζουσι τὸ πρόσωπόν τους ὡς αἱ πόρναι.

(43) Μερικοὶ καυχῶνται εἰς πράγματα τόσον μικροπρεπῆ καὶ οὐτιδανά, ὁπού, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι ἄξιοι γέλωτος, καὶ τόσον, ὥστε νὰ τοὺς πτύσῃ τινὰς εἰς τὸ πρόσωπον.

(44) Ἡ ἐμπορικὴ ἀνταπόκρισις τῶν ἔξω τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εἰς τὴν γλῶσσαν μας γεγραμμένη, ἀλλ᾿ εἶναι ἓν μῖγμα γλωσσῶν, ὁποὺ προξενεῖ ἀνυπόφορον ἀηδίαν.

(45) Ὤ, πόσον γέλωτα προξενοῦσι, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν λύπην, ὅταν συναναστρέφωνται ἀναμεταξύ των καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἐμπορίου; Ποῖος παρακαλεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ πεῖνα, ποῖος προσμένει μὲ χαρὰν τὸν πόλεμον, ἄλλος τὸ ναυάγιον κανενὸς καραβίου, καὶ ἄλλος ἄλλην καμμίαν δυστυχίαν. Ἀξιώτεροι γέλωτος εἶναι ὅμως, ὅταν ὁμιλοῦσι περὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων καὶ φέρουσι τὰς μαρτυρίας τῶν ἐφημερίδων· πολλοὶ δὲ ἀπὸ αὐτοὺς νομίζουσι τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν τόσας πόλεις, καὶ ἄλλοι δίδουσιν πίστιν εἰς ὅσα εὑρίσκοσι γεγραμμένα.

(46) Ἡ ὁμιλία τῶν χρυσολάτρων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὰ βαμπάκια καὶ τελειώνει εἰς τὰ φασούλια, ἡ δὲ τῶν νέων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὸ θέατρον καὶ παύει εἰς τὰς γυναῖκας.

(47) Εἶναι μερικοί, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἀποκριθοῦν πάλιν «δὲν εἶναι δυνατόν!», ὅταν τινὰς τοὺς ἐρωτᾶ «διατί δὲν εἶναι δυνατόν;», τότε λέγουσι «διατὶ ἔτζι!»

(48) Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.

(49) Οἱ Ἕλληνες, εἰ μὲν εἶναι πλούσιοι καὶ ἄξιοι, φθονῶνται παρὰ τῶν ἀλλογενῶν, εἰ δὲ πτωχοὶ καὶ ἀνάξιοι, καταφρονῶνται.

(50) Ὅσαι ἀλλογενεῖς γυναῖκες ἔλαβον Ἕλληνας δι᾿ ἄνδρας, ὅλαι τὸ ἔκαμαν ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ ἢ δὲν εὑρῆκαν ὁμογενῆ των ἢ δὲν εἶχον ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι.

(51) Παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστην, νὰ μὴν νομίσῃ τὰ λεχθέντα γενικῶς, ἀλλ᾿ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· ἐπειδὴ ἀναμεταξὺ εἰς αὐτὰς εὑρίσκονται μερικαὶ φαμελίαι, ὁποὺ κατοικεῖ ἡ ἰδία τιμὴ καὶ σωφροσύνη.

(52) Οὕτως ὀνομάζουσιν οἱ ἀλλογενεῖς τῶν Ἑλλήνων τὰ ἤθη καὶ μάλιστα τὴν προσοχήν των εἰς τὴν διαφύλαξιν τῆς τιμῆς των.

(53) Μερικὰ γεννήματα τοιούτου μίγματος λαμβάνουν τὸ ἐπίκλην τῆς μητρός των, τόσον δὲν καταδέχονται νὰ κράζωνται υἱοὶ Ἑλλήνων.

(54) Εἶναι μερικοί, ὁποὺ νομίζουν τάχατες, ὅτι δὲν τοὺς μέλει διὰ τὴν πατρίδα των, ἀλλὰ ματαίως προσπαθοῦν νὰ ἀπατήσουν τὴν φύσιν· μία μικρὴ θέρμη, μία διαφορὰ μὲ ἄλλον τινά, καὶ μία ἀνάμνησις τῶν συγγενῶν, ἀρκετῶς ἀποδεικνύει εἰς αὐτοὺς τὴν ἡδύτητα καὶ ἀνάγκην μιᾶς πατρίδος.

(55) Εἶναι μερικοὶ Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν γνωρίζουν τοὺς ἀδελφούς των καὶ τοὺς πατέρας των, καὶ οἱ περισσότεροι ξενιτευμένοι λείπουσι ἀπὸ τὴν πατρίδα των ἢ τριάντα ἢ εἴκοσι ἢ δέκα χρόνους τὸ ὀλιγότερον.

(56) Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὅσοι περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι ἀπὸ διδαχήν, δὲν ἠξεύρουσι γράμματα. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁμιλοῦντος, διὰ νὰ καταπείσῃ τοὺς πεπλανημένους εἰς τὸ ψεῦδος.

(57) Οἱ περισσότεροι σχεδὸν ἀπὸ τοὺς ξενιτευμένους, ἔχουσιν αὐτὸν τὸν ἄλογον στοχασμόν, καὶ χωρὶς ἐντροπὴν λέγουσι ὅτι, «ὅταν ἐλευθερωθῇ ἡ Ἑλλάς, εὐθὺς θέλομεν μισεύσει δι᾿ ἐκεῖ». Τόσον ἐχαλινώθησαν ἀπὸ τὴν ψευδευτυχίαν τῶν ἀλλογενῶν!


ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ἀρκετῶς ἀποδεδειγμένη καὶ ἡ δευτέρα αἰτία τῆς μέχρι τοῦ νῦν ἐπιμονῆς τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς τυραννίας.

Ἄλλο δὲν μοῦ μένει τώρα, παρὰ νὰ ἀποδείξω τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς της, διὰ νὰ τελειώσω τὸν λόγον μου, καὶ ἄμποτες ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ σᾶς καταπείσῃ, καθὼς τὸ ἐλπίζω, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ἐμπράκτως τὰ ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον.

***

Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους. Ἐκεῖνοι, τέλος πάντων, ὁποὺ μὲ ἄκραν οὐτιδανότητα ψυχῆς, ἀφοῦ πωλήσουν ἑκουσίως τῷ τυράννῳ καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸ ἔχειν τους καὶ τὴν τιμήν τους, καυχῶνται εἰς τὸ νὰ διαφέρωσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὁποὺ εἶναι ἀκούσιοι σκλάβοι.

Οἱ τοιοῦτοι, ὦ ἀδελφοί μου, μὴν ἔχοντες ἀρετὴν καμμίαν, καὶ γνωρίζοντες τὸν ἑαυτόν τους ἀναξιώτατον, κρίνουν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Πρὸς τούτοις, ἡ ἀπαιδευσία των δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ καταλάβωσι τοὺς τόσους καὶ τόσους τρόπους, ὁποὺ οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες ἠμποροῦσι νὰ μεταχειρισθῶσι διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους, καὶ ἐμποδίζοντάς τους ἐνταυτῷ ἀπὸ τὸ νὰ καταλάβουν τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν σήμερον τὸ γένος μας νὰ ἐπανορθωθῇ ἐξ ἀποφάσεως, τοὺς ἀποκαταστῶσι εἰς τὰς κεφαλάς των τὴν ὑπόθεσιν τόσον δύσκολον, ὅσον ἀδύνατον πιστεύουσι τὸ νὰ συνεργήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι. Τὸ δὲ προσωρινὸν καλῶς ἔχειν τους, τοὺς χαλινώνει καὶ τοὺς συνδένει μὲ τὴν δουλείαν, ὁποὺ οὔτε κἂν τὴν αἰσθάνονται, μάλιστα δὲ οὔτε τοὺς δυσαρέσκει, καὶ σχεδὸν - σχεδὸν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἀγαπῶσι, ὡσὰν ὁπού, ἀφοῦ ζῶσιν αὐτοὶ ἀσύδοτοι, ὡς προεῖπον, καὶ τρόπον τινὰ εὐχαριστημένοι, διὰ τοὺς λοιποὺς δὲν τοὺς μέλει τίποτες.

Τί λέγουσι, λοιπόν, αὐτοὶ οἱ βρωμεροὶ καὶ χυδαιότατοι ἄνθρωποι; «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νικηθῇ ἓν τόσον μεγάλον βασίλειον; Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κυβερνηθῶμεν μόνοι μας. Ποῦ νὰ εὕρωμεν ἕνα ἄλλον βασιλέα τόσον εὔσπλαγχνον, καὶ τόσον καλόν; Τί εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία; Ἡ ἐλευθερία οὔτε ἐστάθη, οὔτε θέλει σταθῆ. Ποῦ νὰ χύσωμεν τόσον αἷμα! Οἱ ὀθωμανοί, εὐθὺς ὁποὺ καταλάβουν, ὅτι ἔχομεν τοιοῦτον σκοπόν, θέλουσι μᾶς ἀποκεφαλίσει ὅλους, ὡς τόσα πρόβατα, καὶ ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης... » καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ὁποῖα εἰς ἕνα στοχαστικὸν καὶ φρόνιμον ἄνθρωπον, φαίνονται, καθὼς εἶναι, τόσοι μῦθοι, ἀλλ᾿ εἰς τοὺς ἁπλοῦς καὶ εὐκολοπίστους εἶναι τόσοι χρησμοί, καὶ ὡς ἀλάνθαστοι προρρήσεις, καὶ ἐνταυτῷ, ὁποὺ δηλοποιοῦσι τὴν ἄνανδρον καὶ ὄντως ἑβραϊκήν των καρδίαν, ἀπομωρώνουσι καὶ πολλοὺς ἄλλους.

Μήπως εἶνε ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὸ δίκαιον, διὰ νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ τινάς (1); Ὦ ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀνόητοι, καὶ ἱσχυρογνώμονες, ὁποὺ ὅλοι οἱ Δημοσθένεις τοῦ κόσμου δὲν ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ τοὺς καταπείσουν. Νὰ ὁμιλήσῃ τινὰς μὲ αὐτοὺς εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν νὰ ἀκροάζεται, καὶ νὰ τοὺς ἀποκρίνεται πάντοτε τὸ ναί, μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ βρωμοάρχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁποὺ ὅσον ὕφος καὶ ἀλαζονείαν ἔχουσι, ἄλλην τόσην ἀμάθειαν καὶ ἱσχυρογνωμίαν φυλάττουσιν ἐπάνω των, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν νὰ εἰπῶσι, εἰμὴ δυσκολίας, ἀπορίας, καὶ ἀμφιβολίας πλῆθος. Ἡ ψυχή των εἶναι τόσον μικρὴ καὶ οὐτιδανή, ὁποὺ οἱ ψύλλοι εἰς τὰ ὄμματά των φαίνονται τόσοι ἀνδριάντες.

Τί, λοιπόν, ἠμπορῶ νὰ τοὺς εἰπῶ, διὰ νὰ τοὺς καταπείσω, ὅταν δὲν καταλαμβάνουν τί ἐστὶ δίκαιον; Νὰ τοὺς κράξω, ἴσως, ἀτίμους; Ἀλλ᾿ αὐτοὶ τὸ ἔχουν διὰ προτέρημα. Νὰ τοὺς ἐνθυμίσω πόσον εἶναι ἀνάξιοι εἰς τὸ νὰ ὠφελήσουν τὴν πατρίδα, καὶ πόσον ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ τὴν ζημιώσουν; Ἀλλ᾿ αὐτοὶ καυχῶνται εἰς αὐτό. Νὰ τοὺς ὀνειδίσω, τέλος πάντων, ὡς ἀνελεήμονας, ἀδίκους καὶ σκληρούς; Ἀλλὰ ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν τοὺς γνωρίζει, καὶ δὲν τὸ ἠξεύρει; Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, εἶναι, ἐπειδὴ πρέπει νὰ εἶναι· ὡσὰν ὁπού, καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους.

Οὗτος ὁ πολλὰ ἐνοχλητικὸς καὶ βραχὺς πρόλογος ἦτον πολλὰ ἀναγκαῖος διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν πλέον μεγάλην δι᾿ ἡμᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ τώρα ἀρχίζω νὰ ἐρευνήσω, λέγω τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουσι, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν, καὶ τὰ εὐκολώτατα μέσα μιᾶς ἀναμφιβόλου ἐπιτεύξεως.

***

Ἀναγνῶστα ἀγαπητέ, ὅποιος καὶ ἂν εἶσαι, σὲ παρακαλῶ, νὰ στοχασθῇς ἀρκετά, πρῶτον μόνος σου τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀναγνώσῃς τοῦτα τὰ ὑστερινὰ κατεβατὰ τοῦ πονήματός μου, νὰ στοχασθῇς, λέγω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι κοινόν, ὅτι ἡ τιμή σου, ἡ εὐτυχία σου καὶ ἡ ζωή σου κρέμανται ἀπὸ τὸν ὀρθὸν στοχασμόν σου. Πρόσεχε οὖν νὰ μὴν ἀπατηθῇς ἀπὸ ἱσχυρογνωμίαν σου καὶ προδώσῃς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν καὶ πατρίδα καὶ συγγενεῖς καὶ εὐτυχίαν καὶ τιμὴν καὶ ζωήν.

Ὤ, πόσον τὸ πλῆθος τῶν ἰδεῶν, ὁποὺ εἰς ἐτούτην τὴν στιγμὴν μοῦ παρησιάζονται εἰς τὸν νοῦν, μ᾿ ἐμποδίζουν σχεδὸν ἀπὸ τὸ νὰ τὰς ἐκθέσω καθὼς τυχαίνει, καὶ θέλοντας νὰ γράψω εἰς ὀλίγα λόγια, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὅσα ὁ ἔρως τῆς πατρίδος μὲ διδάσκει, δὲν θέλω δυνηθῇ, ἴσως, νὰ εἰπῶ τὸ ὀλιγότερον μέρος εἰς πολλὰ κατεβατά. Ἀλλ᾿ ὁ στοχασμός μου, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, δὲν εἶναι νὰ γράψω δι᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρείαν νὰ ἀκούσωσι ἐξ ἄλλων ὅλα, ὅσοι δὲ ἔχουν τὸ πνεῦμα ἔξυπνον, ἀρκοῦσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ ὀλίγα. Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.

Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον, ὅταν εἶναι αὐτή. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης τὰ προλεχθέντα περὶ τῶν διαφόρων διοικήσεων, καί, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πολιτικῶν σωμάτων, ὅτι δηλαδὴ γεννῶνται, αὐξάνουσι, γηράζουσι, καὶ τέλος πάντων θνήσκουσι.

Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀλοίσθια τοῦ θανάτου, καὶ ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἓν σῶμα ἀνθρώπινον, κατακρατημένον ἀπὸ ἀποπληξίαν καὶ μὴ ἔχον ἐλευθέραν, εἰμὴ τὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία, μὴν λαμβάνουσα τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον ἀδυνατίζει καί, τέλος πάντων, θνήσκει. Οὕτως καὶ ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν τὴν σήμερον, εἰς ἄλλο δὲν γνωρίζεται ὅτι ὑπάρχει, εἰμὴ εἰς τὴν Βασιλεύουσαν. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ πρώην Τζεζάρ, κυβερνητὴς εἰς τὸ Ἄκρι, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουε εἰς τὸν βασιλέα του, ἀλλὰ καὶ ἀντιστέκετο εἰς ὅλας του τὰς προσταγάς, καὶ πολλάκις φανερὰ τὸν ὕβριζε, καὶ διὰ γραμμάτων πάντοτε τὸν ἐπεριγελοῦσε. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ Πασβάνογλους, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν πόλεμον ἐναντίον τοῦ βασιλέως του, καὶ ἐνίκησε πάντοτε. Ἔστω πρὸς τούτοις διὰ παράδειγμα ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν τὸ φανερώνῃ, ὅλοι ὅμως ἀρκετῶς τὸ ἠξεύρουσι ὅτι δὲν φοβεῖται, οὔτε ποτὲ ὑπακούει εἰς τὰς προσταγὰς τοῦ βασιλέως του.

Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου, τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες; Ποῖος δὲν ἠξεύρει τὸ πλῆθος τῶν ἀποστάτων, ὁποὺ ἀφανίζουν τὰ χωρία καὶ τοὺς ὁδοιπόρους μὲ ἀκαταπαύστους κλοπὰς καὶ συνεχεῖς φόνους, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ αὐτὸς ποτὲ νὰ τοὺς καταδαμάσῃ μὲ τὰ στρατεύματά του; Ἀλλὰ τί λέγω στρατεύματα; Αὐτὰ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία συνάθροισις τόσων βαρβάρων, χωρὶς τάξιν καὶ χωρὶς τέχνην· οὔτε διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς ἀγρίους τοῦ Καναδᾶ εἰς ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ φορέματα (2).

Πρόσθες καὶ τὸ ἀνεξάλειπτον μῖσος, ὁποὺ εὑρίσκεται ἀναμεταξύ των· μία δυσπιστία, μία ἀμάθεια, ὁποὺ τοὺς ἀποκαταστᾶ χειροτέρους ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα. Εἰς τὴν Βασιλεύουσαν ὁρίζουν περισσότερον οἱ μάγειρες τῶν πρέσβεων καὶ ἐπιτρόπων τῶν ξένων βασιλειῶν, παρὰ οἱ σύγκλητοι τῆς ὀθωμανικῆς αὐλῆς. Ὁ Ἀντιβασιλεὺς προστάζει, καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ὑπακούεται. Τί ἄλλο, λοιπόν, φανερώνουν αὐτά, εἰμὴ τὸ γῆρας τῆς τυραννίας καὶ τὸ ἄφευκτον καὶ ὀγλήγορον πέσιμόν της; Ποῖος δὲν βλέπει, ὅτι ὁ πρῶτος ὁποὺ παρησιασθῇ, θέλει εἶναι ὁ νικητής (3);

***

Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἀποκαταστῶσιν εὔκολον τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν Ἑλλήνων· πρώτη λοιπόν, εἶναι ἡ προχώρησις τοῦ γένους μας εἰς τὰ μαθήματα. Ὤ, πόση διαφορὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ δέκα χρόνους ἕως τὴν σήμερον! Μεγάλη, ὦ ἀδελφοί μου, μεγαλοτάτη καὶ καθ᾿ ἑκάστην πρὸς τὸ κρεῖττον φέρεται. Τώρα ἄρχισαν αἱ Μοῦσαι νὰ ἀναλάβουν, καὶ πάλιν νὰ ἐπανορθωθῶσιν εἰς τὰ χρυσόχροα ὄρη τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἀπόλλων πάλιν ἐμφανίσθη εἰς τὸ ἀρχαῖον του παλάτιον. Δὲν εὑρίσκεται πόλις τὴν σήμερον, ὁποὺ νὰ μὴν ἔχῃ δύο καὶ τρία σχολεῖα.

Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· οὔτε οἱ διδάσκαλοι τὴν σήμερον ἔχουσι ἐκείνην τὴν ἐνοχλητικὴν καὶ βραδεῖαν μέθοδον τῆς παραδόσεως, οὔτε οἱ μαθηταὶ φυλάττουσι τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀμέλειαν, ὁποὺ εἶχον, ἀλλ᾿ ἀμφότεροι, μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν καὶ ἐπιμέλειαν ἀντλίζουν ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν τῆς μαθήσεως ἐκεῖνα τὰ φῶτα, ὁποὺ στολίζουσιν τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα καὶ τὸ ἀποδεικνύουσιν ἄξιον τοῦ πλάστου του (4). Ἡ πολυμάθεια, τέλος πάντων, ἀπέβαλεν τὴν δισχυρογνωμίαν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἔπαυσεν ἐκείνη ἡ ἀδιαφορία, ὁποὺ πρότερον τόσον ἐδειλίαζεν τοὺς ταλαιπώρους νέους, οἵτινες ἐποθοῦσαν νὰ παύσωσι τὴν δίψαν των μὲ τὰ καθαρὰ νάματα τῆς σπουδῆς καὶ σχεδὸν δὲν ἐτολμοῦσαν.

Τὴν σήμερον οἱ σπουδαῖοι, ἂν κατὰ χρέος ἀκόμη δὲν εὐλαβῶνται καὶ δὲν τιμῶνται, δὲν καταφρονῶνται ὅμως, οὔτε περιπαίζονται. Καὶ καθεὶς ἀπὸ τοὺς προεστούς, ἀντὶς νὰ σφαλίσῃ τὸν υἱόν του εἰς τὸ ὀσπίτιόν του, καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἀμαθέστατον, μετὰ πάσης τῆς ἐπιμελείας τὸν πέμπει εἰς τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ φωτισθῇ.

Εἰς αὐτὰ κράζω διὰ μάρτυρας ὅλους σας, ὦ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα ὅσους ἔχουσιν υἱούς (5). Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι πλέον ἔρημα ὡς καὶ πρότερον, ἀλλὰ τὸ καθὲν περιέχει πενήντα καὶ ἑκατὸν μαθητάς, οἵτινες ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τὸν ἡδύτατον Ξενοφῶντα, τὸν νουνεχῆ Πλούταρχον καὶ τοὺς λοιποὺς ἱστορικοὺς φιλοσόφους τῶν προγόνων μας, ἐγνώρισαν τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας καὶ κλαίουσι πικρῶς διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος μας. Δὲν προφέρουσι πλέον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας μὲ φόβον, μήπως καὶ τοὺς ἀκούσωσιν οἱ προεστοὶ ἢ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς κηρύξουσιν ἀθέους, ὡς πρότερον ἔκαμνον, ἀλλὰ τὸ προφέρουσι μὲ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, ὁποὺ οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχωσι. Δὲν παύουσιν ἀπὸ τὸ νὰ νουθετῶσι τοὺς ἀμαθεῖς φίλους των, καὶ μὲ τὸ παράδειγμά των ἐπαρακίνησαν ὅλους νὰ στοχασθῶσι μίαν φορὰν καθὼς πρέπει, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον δὲν τὸ ἔκαμνον.

Ἐν ἑνὶ λόγῳ, διὰ νὰ λάβῃ τὸ πᾶν τὸ ποθούμενον τέλος, ἄλλο δὲν τοὺς λείπει, εἰμὴ ἡ ἐλευθερία. Ἡ ἀγχίνοιά των εἶναι ἀμίμητος. Οἱ Ἕλληνες, ὦ ἀδελφοί μου, ἔχουσι μίαν φυσικὴν διάθεσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμῶνται, - ὁμιλῶντας γενικῶς - ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νὰ ἐφευρίσκωσι. Οἱ νόες των εἶναι γεννητικοὶ εἰς τὸ ἄκρον, εἰς τρόπον ὁπού, μετὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, δύο χρόνων διάστημα εἶναι ἀρκετώτατον νὰ ξαναδώσῃ εἰς ἡμᾶς τὰς προτέρας μας ἀρετάς.

Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε (6); Δὲν ἀποδεικνύουσιν αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι! Τὴν σήμερον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται βέβαια ἀπὸ αὐτοὺς περισσότεροι ἀπὸ δέκα χιλιάδας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀδιήγητος καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους ἀπερίγραπτος.

Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀξίζει δέκα ἀρχιστρατήγους ἀλλογενεῖς διὰ τὴν ἐξυπνότητα τοῦ νοὸς καὶ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐφευρέσεις, διὰ δὲ τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παρομοιάσῃ τινὰς μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀρχιστρατήγους (7).

Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσίς των. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα οἱ χωρικοί, ἔχουσι μεγαλωτάτην κλίσιν εἰς τὰ ἅρματα (8). Σχεδὸν καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἔχει δύο καὶ τρία ἅρματα, καὶ εἶναι ἀξιοθαύμαστοι κυνηγοί (9). Εἶναι δὲ γενικῶς πεπροικισμένοι ἀπὸ τὴν φύσιν μ᾿ ἓν πνεῦμα γεννητικὸν καὶ ὀρθόν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τὰς φυσικάς των ἀρετάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ φιλοξενία εἶναι εἰς αὐτοὺς γενική. Τέλος πάντων φιλόθρησκοι καὶ εἰς τὸ ἄκρον ἐναντίοι τῶν ὀθωμανῶν.

Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον (10). Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος. Τὸ σέβας των πρὸς τοὺς γέροντας καὶ ἡ ἀγάπη των διὰ τὴν δόξαν εἶναι ὁμοῖαι μὲ τῶν Σπαρτιάτων. Εἶναι λίαν εὔστροφοι, ἀγαποῦσι καταπολλὰ νὰ ἐπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ὑπόθεσιν, καὶ εἶναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρὰ δειλοί (11).

Ἡ διαγωγή των εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.

Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά. Διὰ τοῦτο λοιπόν, θέλοντας νὰ ἐβγάλω ἀπὸ αὐτοὺς τοιαύτην ἀμφιβολίαν, θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω ἐν συντόμῳ τὰς αἰτίας τοιούτου χαρακτῆρος.

Τὸ νὰ διαφέρωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀναμεταξύ των, τόσον κατὰ τὸ σῶμα, καθὼς καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα, οὐδεὶς βέβαια ἀμφιβάλλει. Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τοιούτου ἀποτελέσματος. Ἡ θέσις μιᾶς ἐπαρχίας ὡς πρὸς τὴν γηΐνην σφαῖραν, τὸ κλῖμα καὶ αἱ περιστάσεις. Ἡ μὲν πρώτη προξενεῖ τὴν διαφορὰν εἰς τὰ γένη, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ Ρῶσσος διαφέρει ἀπὸ τὸν Ἀφρικάνον. Ἡ δὲ δευτέρα ἐκτελεῖ τὸ αὐτὸ ἀπὸ πολίτην εἰς πολίτην, καὶ οὕτως ὁ Ἀθηναῖος διαφέρει ἀπὸ τὸν Λακεδαίμονα. Καὶ ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ δύο πρῶται πολλὰ συνεισφέρουσι, ἀποκαταστεῖ μεγαλειτέραν τὴν διαφορὰν ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ διὰ τοῦτο ὁ εἷς διαφέρει τοῦ ἄλλου.

Ἡ διοίκησις, ἡ θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω, τῶν περιστάσεων. Ὅθεν καὶ εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ καθενὸς ἔχει τὸ μεγαλείτερον μέρος. Ἀδύνατον εἶναι τώρα νὰ ἐπαριθμήσῃ τινὰς ὅλα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συνίσταται ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρώπων. Φθάνει, ἐν συντόμῳ, νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι ἡ μὲν θέσις κατὰ μοίρας, ὡσαύτως καὶ τὸ κλῖμα, ἀποκαταστῶσι τοὺς ἀνθρώπους, ἢ μιᾶς κράσεως ὑγιεστάτης, ἢ ἀδυνάτου, ἐκ τῶν περιστάσεων δὲ ἡ μὲν νομαρχία καταστεῖ τὸν ἄνθρωπον ἄφοβον, εἰλικρινῆ καὶ ἐνάρετον, ἡ τυραννία δὲ δειλόν, πονηρὸν καὶ ὑποκριτήν. Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.

Πρὸς τούτοις, τὸ συμβεβηκὸς ἔχει δύναμιν πολλάκις νὰ χαρακτηρίσῃ ἕνα λαόν. Τυχαίνοντας, παραδείγματος χάριν, ἓν γένος εἰς πόλεμον μὲ διάφορα ἄλλα γένη, καὶ νικῶντας τα δύο καὶ τρεῖς φοράς, λαμβάνει βαθμηδὸν ἓν θάρρος τοσοῦτον, ὥστε ὁποὺ μὲ τὸν καιρὸν τοῦ μένει ξεχωριστόν του κτῆμα. Οὕτως ἠκολούθησεν εἰς τοὺς Σπαρτιάτας καὶ τὸ ἴδιον μᾶς τὸ βεβαιοῦσιν οἱ Σπαρτιᾶτες τοῦ νῦν αἰῶνος, λέγω οἱ θαυμαστοὶ Σουλιῶτες, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἐκαταδέχθησαν νὰ πολεμήσουν τοὺς ἐχθρούς των, ἂν πρότερον δὲν τοὺς ἔβλεπον δεκαπλασίως περισσοτέρους των. Τὸ κλῖμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ κατὰ μοίρας θέσις αὐτῆς εἶναι ἐξαίρετα. Ὅλη σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς εἶναι στολισμένη μὲ λόφους καὶ πεδιάδας θαυμασίας, τὰ περισσότερα χωρία εὑρίσκονται εἰς ὕψος, ἡ γῆ εἶναι καταπολλὰ καρποφόρος, τὰ νερὰ καθαρώτατα, ὁ ἀὴρ εὔκρατος, ὅθεν καὶ γενικῶς οἱ Ἕλληνες εἶναι ὑγιεῖς καὶ εὐφυεῖς. Αἱ περιστάσεις δὲ ὁποὺ εἰς τὸν παλαιὸν καιρὸν κατέστησαν τοὺς Ἕλληνας τόσον ἀξιωτέρους ἀπὸ τὰ ἄλλα γένη, τοὺς ἐχαρακτήρισαν διὰ φιλοξένους, μεγαλοψύχους, ζηλωτὰς τῆς πατρίδος των καὶ λατρευτὰς τῆς ἐλευθερίας.

Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.

Τὰ ἤθη, λοιπόν, καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν Ἑλλήνων προδεικνύει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς των. Ἀλλὰ ἂς στρέψωμεν, τέλος πάντων, τὰ ὄμματά μας εἰς τὰ παραδείγματα, διὰ νὰ καταπεισθῶμεν εὐκολώτερα. Ἐγὼ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἀναφέρω χίλια παραδείγματα γενικῶν ἐπαναστάσεων, παλαιῶν τε καὶ νέων εἰς διάφορα μέρη τῆς γῆς, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι, ὅταν μία ἐπανάστασις ἔχει διὰ ὅρον καὶ τέλος τὴν ἐλευθερίαν, ὅταν δηλ. ἡ ὑπόθεσις ἐγγίζει τοὺς περισσοτέρους, πάντοτε εὐδοκιμεῖ. Ἀλλ᾿ ἡ διήγησίς των ἤθελεν σταθῆ πολλὰ διεξοδική, ὡσὰν ὁποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω καὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἐπίλοιπα.

Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!

Ὦ Ἕλληνες, μάθετέ το διὰ πάντοτε, τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀνίκητα, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ θέλουν φύγει ἀπ᾿ ἔμπροσθεν τῶν ἁρματωμένων Ἑλλήνων. Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων. Ἴδετε ὅτι οἱ ὀθωμανοὶ ποτὲ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τοὺς καταδαμάσουν, οὔτε κἂν νὰ πλησιάσωσι τολμοῦσι πλέον εἰς τὰ σύνορά των. Ἐνθυμηθῆτε, τέλος πάντων, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς νίκης εἶναι ἡ ἀνθίστασις, καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οὔτε ἄγριοι, οὔτε οὐτιδανῆς ψυχῆς, καθὼς οἱ ἐχθροί των ὀθωμανοί.

Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, τί νὰ σᾶς εἰπῶ περισσότερα, χωρὶς νὰ σᾶς ξαναειπῶ τὰ ἴδια. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι τόσον φανερά, ὁποὺ μοῦ κακοφαίνεται τῇ ἀληθείᾳ, νὰ ἠθέλησα νὰ σᾶς τὴν ἀποδείξω. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀνάμεσα εἰς ἐκείνους ὁποὺ ἀμφιβάλλουν ἀπὸ ἱσχυρογνωμίαν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κακογνωμίαν, εὑρίσκονται τινές, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουσιν ἀπὸ ἀμάθειαν, διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀπεφάσισα νὰ παραστήσω τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουσιν ἐνταυτῷ καὶ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας.

***

Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὰς προειρημένας αἰτίας, ὁποὺ ἀνέφερον, μένει ἀκόμη μία, ἡ ὁποία τόσον εἶναι μεγάλη καὶ εὐκολονόητος, ὁποὺ πρέπει νὰ καταπείσῃ καὶ τοὺς πλέον ἱσχυρογνώμονας: Ποῖος ἀμφιβάλλει, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι τὸ μέρος εἶναι μικρότερον ἀπὸ τὸ ὅλον; Ποῖος πρὸς τούτοις ἀμφιβάλλει, ὅτι μία δύναμις ὣς πέντε νικᾶ μίαν ἄλλην ὣς δύο; Βέβαια οὐδείς. Οἱ Ἕλληνες λοιπὸν πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὣς τὰ ἑπτὰ πρὸς τὸ ἕν, καθὼς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη. Καὶ ποῖος, παρακαλῶ σας, τώρα δὲν θέλει καταπεισθῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δεῖξιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ νικήσωσι τοὺς ὀθωμανοὺς; Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ νὰ ἀμφιβάλλῃ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁλοτελῶς ἀναίσθητος; Ἐγὼ θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ κανεὶς τόσον δύσνους καὶ ἀνόητος.

Ὦ Ἕλληνες! Ὦ ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Καὶ ὀλιγότεροι ἂν ἤμεθα ἀπὸ τοὺς ὀθωμανούς, ἀφεύκτως ἠθέλαμεν τοὺς νικήσει, διὰ τὰς τόσας αἰτίας ὁποὺ ἀνωτέρω εἶπον, πόσῳ μᾶλλον ὄντες ἑπτάκις ἀνώτεροι εἰς τὴν ποσότητα! Οἱ ἐχθροί μας δὲ ὄχι κατὰ τὸν ἀριθμὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ ἤθη, κατὰ τὴν ἀνδρείαν καὶ κατὰ τὴν μεγαλοψυχίαν, εἶναι ἑκατὸν φορὰς ὑποδεέστεροί μας. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν νικήσωμεν τοὺς ἐχθρούς μας;

Ἴσως πάλιν κανένας ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ συνηθίζουν νὰ ἐρωτῶσι, χωρὶς νὰ καταλαμβάνωσι, ἤθελεν ἀποκριθῆ: «Ἂν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, διατί λοιπὸν μέχρι τῆς σήμερον δὲν τοὺς ἐνίκησαν;» Καὶ πότε ἐπολέμησαν, ἀνόητε ἄνθρωπε, καὶ δὲν τοὺς ἐνίκησαν; Αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι φευγάτοι εἰς τὰ δάση, ὁποὺ καθημερινῶς πολεμοῦσι καὶ νικοῦσι, δὲν εἶναι ἱκανοὶ ἴσως νὰ σοῦ ἀποδείξουν τὴν ἀλήθειαν; Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων, ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των; Ὁ Γεώργιος δὲν ἐλευθέρωσεν ἴσως τοὺς Σέρβους; Καὶ ποῖος ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ Ρήγας ἤθελεν ἐλευθερώσει τὴν Ἑλλάδα, ἂν ἡ φθονερὰ τύχη μας δὲν ἤθελεν δανείσει τῆς προδοσίας τὸ μιαρὸν ξίφος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ σκληροῦ Οἰκονόμου;

Ἀλλ᾿ ἰδοὺ πάλιν ἄλλος, ἀπ᾿ ἐκείνους ὁποὺ κρίνουν τὰ πράγματα καθὼς τὰ βλέπουν, καὶ ὄχι καθὼς εἶναι, νὰ λέγῃ: «Ἔ! ἕνας ἦτον ὁ Ρήγας, καὶ ἄλλος δὲν εὑρίσκεται». Ὤ, πόσον λανθάνεται, ὅποιος ἔτζι στοχάζεται! Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω τοιαύτην ἀτιμίαν τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ μάλιστα τοῦ γένους μας, πιστεύοντάς το. Καὶ ἂν μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἐφάνη, ὄχι διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου; Μόνον οἱ ἀκατάπειστοι ἂς προσμείνουν νὰ ἰδοῦν εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐντροπήν τους.

Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε μερικὰς ἐνθυμήσεις, ὁποὺ τώρα θέλω σᾶς καταγράψει, διὰ νὰ δώσω τέλος τοῦ λόγου μου, καὶ ἐνταυτῷ νὰ ἀποδείξω τὰ μέσα μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ ἐπανορθώσεως τοῦ γένους μας.

Ἐγὼ δὲν νομίζω μ᾿ ἐτοῦτο νὰ σᾶς συμβουλεύσω, ὦ ἀγαπητοί μου, ἐπειδὴ ἠξεύρω, ὅτι ὁ μεγαλείτερος διδάσκαλος εἶναι ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ ἐσεῖς τὸν αἰσθάνεσθε, ὅσον χρειάζεται. Τὸ θέμα ὅμως τὸ καλεῖ, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἀρετὴ πρέπει νὰ εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῶν ἐπιχειρημάτων σας. Ὁ σκοπός σας πρὸς τὸ καλὸν τὸ γενικόν, καὶ ὄχι τὸ μερικόν, νὰ ἀποβλέπῃ πάντοτε.

Ἡ φρόνησίς σας θέλει σᾶς διδάξει, πῶς νὰ φυλάξητε τὸ μυστικόν. Ἐγὼ σᾶς ἐνθυμῶ μόνον, ὅτι οἱ προδόται εὑρίσκονται πανταχόθεν. Ἡ ἐμπειρία σας θέλει σᾶς δείξει τὰ εὐκολοφύλακτα χωρία καὶ τοὺς φιλοπάτριδας καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ἐγὼ δὲ σᾶς ἐνθυμῶ πόσον συμφέρουν εἰς τὴν ἐπιχείρησίν σας. Ἐσεῖς δὲν εἶσθε χρυσολάτραι, ἐγὼ δὲ σᾶς ἐνθυμῶ, ὁπόσον οὐτιδανώνει ἡ φιλαργυρία μίαν ἡρωϊκὴν ψυχήν. Ἐσεῖς, τέλος πάντων, ἠξεύρετε πῶς νὰ νικήσητε, ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω νὰ καλομεταχειρισθῆτε τὰς νίκας σας.

Μὴν ἀλησμονήσητε τὴν ταχύτητα τοῦ καιροῦ, διὰ νὰ μὴν ἀπερνᾶ οὔτε μία στιγμή, ὁποὺ νὰ μὴν εἶναι στεφανωμένη ἀπὸ τὰ χρηστὰ κατορθώματά σας. Εἶσθε προβλεπτικοί. Βραβεύσατε τὴν ἀξιότητα εἰς ὅποιον ὑποκείμενον τὴν εὕρετε, τιμωρήσετε τὰ ἁμαρτήματα ὁμοίως. Καί, τέλος πάντων, κράξατε πρὸς τοὺς συναδελφούς μας Ἕλληνας καὶ εἴπατε αὐτῶν:

Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας. Ποῖος δὲν κόπτει τὸν δάκτυλον, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ τὴν χεῖρα του; Λάβετε τὰ σπαθία τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας. Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ποία μεγαλειτέρα εὐχαρίστησις διὰ ἕνα ἄνθρωπον ἀπὸ αὐτὴν! Μὴν βραδύνετε λοιπόν, ὦ ἀγαπητοί, τὴν ὑπόθεσιν. Ἂς ξεσπαθώσωμεν μίαν φοράν, καὶ τὸ πρᾶγμα θέλει ἔλθει μόνον του εἰς τὸ τέλος.

Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, πρέπει νὰ πέσῃ ἐξ ἀποφάσεως, ἢ οὕτως ἢ οὕτως. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὸ γένος μας, ἂν κυριευθῇ ἀπὸ ἑτερογενὲς βασίλειον. Τότε οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν μείνει πλέον Ἕλληνες, ἀλλὰ κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον θέλουν διαφθαρῆ τὰ ἤθη των, καὶ θέλομεν μείνει πάλιν δοῦλοι, καὶ δοῦλοι ἴσως, πάλιν, ἀλευθέρωτοι διὰ πολλοὺς αἰῶνας.

Διὰ τὴν ἀγάπην τῆς τιμῆς μας, στοχασθῆτε το μὲ προσοχήν. Μὴν σᾶς πλανήσουν τὰ ταξίματα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἀποστολῶν τῶν ξένων βασιλειῶν. Αὐτοὶ εἶναι τόσοι σκλάβοι, καὶ διὰ νὰ μετριάσουν τὴν ἐντροπήν των, προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸν ἀριθμόν των. Αὐτοὶ δὲν προσκυνοῦσι, εἰμὴ τὸν βασιλέα των καὶ τὸν χρυσόν. Μὴν στοχάζεσθε, ὦ ἀδελφοί μου, ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς θέλει θυσιάσει καὶ χρυσὸν καὶ στρατιῶτας, διὰ νὰ διώξῃ τὸν ὀθωμανὸν καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἔπειτα ἐλευθέρους! Ὤ, κάλλιον ἕνας σεισμὸς ἢ ἕνας κατακλυσμὸς νὰ μᾶς ἀφανίσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν πλέον εἰς ξένον σκῆπτρον.

Διατί, ὦ Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, νὰ προσμείνωμεν νὰ μᾶς δανείσῃ ἄλλος ἐκεῖνο, ὁποὺ ἡμεῖς ἔχομεν; Χίλιας φορὰς περισσότερον αἷμα ἤθελεν ἐκχυθῆ, ἂν ἤθελεν εἰσέλθει ξένον σπαθὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρὰ ἂν ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ μόνοι μας. Μὴν σᾶς δειλιάσῃ πρὸς τούτοις ἡ ἀπειρία μας, ἀλλ᾿ ἴδατε τοὺς Σέρβους (12). Ἴδατε ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.

Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, ὅτι χρειάζονται αἰῶνες, διὰ νὰ καλλωπισθῇ τὸ γένος μας καθὼς πρέπει. Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Τὸ νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ νὰ καλλωπισθῇ εἶναι τὸ αὐτό, καὶ θέλει ἀκολουθήσει εἰς τὸν ἴδιον καιρόν. Μὴν σᾶς φοβίσουν τὰ μέσα, ὅ,τι λογῆς καὶ ἂν εἶναι· ἀποβλέψατε μόνον εἰς τὸ χρηστὸν τέλος. Ὁ καλὸς ναύτης ταξιδεύει μὲ ὅλους τοὺς ἀνέμους. Οὕτως καὶ ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδος, εἰς κάθε περίστασιν, ὁποὺ τὸ τυχὸν διορίσῃ, ἠμπορεῖ πάντοτε νὰ διοικήσῃ καλῶς, ὡσὰν ὁποὺ ὁ σκοπός του εἶναι ἕνας, ἓν τὸ τέλος του, λέγω τὸ κοινὸν ὄφελος.

Ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ηὔξησεν τόσον, ὁποὺ μόνη της προδεικνύει τὸν ἀφανισμόν της. Ἡ Ἐλευθερία ἐπλησίασεν εἰς τὴν προτέραν της κατοικίαν. Ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγος τοῦ Ἄρεως ἐξύπνησεν ἀπὸ τοὺς τάφους των τῶν προγόνων μας τοὺς ἥρωας. Ἰδοὺ ὁ Δημοσθένης, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, θεωρεῖ δεύτερον Φίλιππον εἰς τὸν τύραννον τῆς Ἠπείρου. Ἰδοὺ ὁ Λυκοῦργος βλέπει ἄλλους Σπαρτιάτας εἰς τοὺς Σουλιώτας καὶ Μανιάτας. Ὁ μέγας Λεωνίδας ἀκούει τὰ τύμπανα τῆς νίκης καὶ εὐφραίνεται. Ὁ τύραννος τῆς Συρακούζης Διονύσιος βλέπει καὶ αὐτὸς μακρόθεν τὸν τύραννον τῶν ὀθωμανῶν καὶ προβλέπει τὸ τέλος του. Ἤγγικεν ἡ ὥρα, ὦ Ἕλληνες, τῆς ἐλευθερώσεως τῆς πατρίδος μας! Τὸ τέλος τῶν τυράννων εἶναι, ἀδελφοί μου, πασίδηλον! Ὅλοι ἀπὸ τὸν θρόνον μετέρχονται εἰς τὸν ᾍδην μὲ βίαιον θάνατον καὶ δὲν μένει ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλο, εἰμὴ τὸ βρωμερὸν ὄνομά των διὰ κατάραν εἰς τὰ στόματα τῶν μεταγενεστέρων.

Ὦ Ἕλληνες! Οἱ ποταμοὶ αἵματος τῶν συγγενῶν μας καὶ φίλων μας, ὁποὺ ἐχύθησαν ἀπὸ τὸ ὀθωμανικὸν σπαθί, ζητοῦσιν ἐκδίκησιν. Τόσοι ἄλλοι, ὁποὺ μέλλουσι νὰ χυθῇ, ζητοῦν βοήθειαν. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὰ ἀπρόσεκτα πνεύματα, καὶ μακάριοι οἱ συνδρομηταί!

Ναί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀκόμη μίαν φορὰν διὰ πάντα σᾶς τὸ ἐνθυμῶ, ὅτι καιρὸς τῆς δόξης ἔφθασεν, καὶ κάθε μικρὰ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος καταπολλὰ εἰς ἡμᾶς. Ἂς τρέξωμεν λοιπὸν ὅλοι μας, ναί, ὅλοι μας, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἄμποτες κἀγώ, σὺν τοῖς λοιποῖς φιλογενέσι μου, νὰ ἀξιωθῶ ὀγλήγορα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς γλυκυτάτης μου πατρίδος καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι μας ἢ τὴν χαρὰν τοῦ Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα.

Ἔ! πόσον γλυκὺ πρᾶγμα εἶναι νὰ ὁμιλῇ τινὰς τὴν ἀλήθειαν! Γλυκύτερον ὅμως καταπολλὰ εἶναι νὰ ἐκφέρῃ εἰς φῶς ἀληθείας ἐπωφελεῖς. Αὐτὸ ἐγὼ ἐπροσπάθησα, ἀγαπητοί μου, νὰ ἐκτελέσω καὶ ἐλπίζω νὰ ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ μου. Ἄχρηστον ἤθελεν εἶναι εἰς ἕνα ἄρρωστον, ἂν ὁ ἰατρός, ἀφίνοντας κατὰ μέρος τὸ πάθος του, ἤθελε τοῦ ὁμιλήσει περὶ ἄλλων παθῶν. Διὰ τοῦτο κἀγώ, γνωρίζοντας τὴν ἀληθῆ ἀσθένειαν τῆς Ἑλλάδος, περὶ αὐτῆς μόνον ἀπεφάσισα καὶ ὡμίλησα τῶν ἀδελφῶν μου Ἑλλήνων.

Ἀπέδειξα τί ἐστὶ ἐλευθερία. Ἔπειτα ἐφανέρωσα πόσον ἀναγκαῖον ἀπόκτημα εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον· ὅτι μόνον αὕτη τὸν ἀποκαταστεῖ ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, ὄντας ὁ δοῦλος ποταπότερος καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα.

Τὰ ὀλίγα παραδείγματα ὁποὺ ἀνέφερα ἀπὸ τὴν ἀναρίθμητον ποσότητα, ὁποὺ ἡ ἱστορία μᾶς διηγεῖται, ἀπέδειξαν ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία. Δὲν ἔλειψα ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τὸ χρέος, ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν Πατρίδα του καὶ τὴν Ἐλευθερίαν του. Τέλος πάντων, ἀγαπητοί μου, ἐπροσπάθησα νὰ σᾶς ἀποδείξω, πόσον εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ χαρακτήρ μας, ἡ ποσότης μας, τὰ ἤθη μας, τὸ γῆρας τῆς τυραννίας, τὸ πλῆθος τῶν συνδρομητῶν καὶ ἡ φυγὴ τῆς ἀμαθείας, ἐστάθησαν τὰ ἀναντίρρητα δικαιολογήματά μου. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἔδειξα τοῦ καθενὸς ποῦ εὑρίσκεται ἡ εὐτυχία του. Ἄμποτες, λοιπόν, ὅλοι μας νὰ κινήσωμεν πρὸς ἀπάντησίν της, καὶ νὰ ἀξιωθῶμεν ταχέως νὰ δοξάσωμεν τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος, καὶ σκιρτίζοντες νὰ ἀλαλάξωμεν: Ζήτω ἡ Ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων εἰς αἰῶνας αἰώνων! Γένοιτο, γένοιτο!

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

----------

(1) Οἱ τοιοῦτοι ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς τὰς γραίας γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δίκαιον, καὶ ὅταν τινὰς τῶν ἀποδείξῃ τὸ ἄδικόν των, αὐταί, εὐθὺς ἀλλάζουσι ὁμιλίαν, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσῃ τινὰς νὰ τὰς καταπείσῃ.

(2) Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου, ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!

(3) Εὑρίσκονται μερικοὶ ὀθωμανοί, ἤ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁπωσοῦν ἄνθρωποι, ὁποὺ δὲν παύουν, ἀπὸ τὸ νὰ λέγωσι ἐν παρρησίᾳ, ὅτι ἔφθασεν τὸ βασίλειόν των εἰς τὸ τέλος του. Οἱ ἴδιοι ἀλλογενεῖς, τὸ βλέπουσι, καὶ ἄλλοι μὲν χαίρονται, ὅσοι τοὺς Ἕλληνας δὲν μισοῦσι, οἱ περισσότεροι ὅμως λυποῦνται.

(4) Ὤ, πόσον ταχύτερα καὶ εὐκολώτερα ἤθελε φωτισθῶσιν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, ἂν αἱ παραδόσεις τῶν ἐπιστημῶν ἐγίνοντο εἰς τὴν ἁπλῆν μας διάλεκτον! Ἄμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφεῖς νὰ πλουτίσωσι καὶ τιμήσωσι τὴν γλῶσσαν μας μὲ τὰ πονήματά των, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ μείνῃ μία μάθησις ξεχωριστή, καὶ νὰ νομίζηται ὡς ἕνας στολισμὸς κατὰ μέρος ἑνὸς μαθητοῦ, καὶ ὄχι ποτὲ ἀναγκαῖον μέσον, καθὼς ἦτον, ἕως τὴν σήμερον, εἰς τὸ νὰ σπουδάσῃ τινὰς τὰς ἐπιστήμας. Καὶ διατί νὰ χάσῃ ὁ ταλαίπωρος νέος τρεῖς καὶ τέσσαρας χρόνους εἰς τὴν σπουδὴν μιᾶς γλώσσης -καὶ σχεδὸν νὰ μὴν τὴν μάθῃ!- εἰς καὶ καιρόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε μὲ ὀλιγοτέρους κόπους- οὖσα ἡ σπουδὴ μιᾶς γλώσσης ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ - καὶ εἰς ὀλιγότερον καιρὸν νὰ σπουδάσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐντελῶς τὰς ἀναγκαιοτέρας τῶν ἐπιστημῶν; Ἂς ἀποδώσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τυφλότητά μας, μαζὶ μὲ τόσας ἄλλας, εἰς τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὄλεθρος τοῦ ὀρθῶς νοεῖν, καὶ ἂς ἐλπίσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ἠμποροῦν, ἀφοῦ τὸ εἰπῶσι, νὰ τὸ κάμωσιν ἐνταυτῷ, ἐγὼ δὲ σιωπῶ ἐξ αἰτίας τῆς συντομίας, ὁποὺ εἶμαι στενοχωρημένος νὰ φυλάξω. Τὸ κοινὸν ὄφελος πρέπει νὰ προκρίνεται ἀπὸ τὸ μερικόν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ νεολαία δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ πλέον τοιαύτην ἀνόητον συνήθειαν, ὁποὺ νὰ ζητῇ τὰ ἀφανῆ διὰ τῶν ἀφανῶν, οὔτε μερικοὶ διδάσκαλοι νὰ καυχῶνται παραπολὺ διὰ τὸ ὅτι ἠξεύρουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν μὲ τινάς, οἵτινες ὄντες γυμνοὶ εἰς τὸ σῶμα, φέροσι πολύτιμα καλύμματα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα νέον ὁποὺ εἶχε σπουδάξει δέκα ἓξ χρόνους εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Πάτμου, καὶ ἦτον εἴκοσι ἓξ χρόνων, ὅταν ἐβγῆκεν μὲ τὸ τίτλον τοῦ λογιωτάτου, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤξευρε νὰ παραστήσῃ πῶς γίνεται ἡ ἔκλειψις τῆς σελήνης. Ἤξευρεν ὅμως ἐκ στήθους ὅλον σχεδὸν τὸ τρίτον τοῦ Γαζῆ.

(5) Ἡ Ἑλλὰς χρεωστεῖ αὐτὴν τὴν χάριν ἐκείνων τῶν ὀλίγων φιλοπάτριδων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν μέρος τῆς περιουσίας των καὶ ἔκτισαν σχολεῖα, πληρώνοντες ὄχι μόνον τοὺς διδασκάλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰδίους μαθητάς, ὅταν εἶναι πτωχοί. Ἐπλούτισαν τὰ σχολεῖα μὲ τὰ ἀναγκαιότερα βιβλία, τόσον ἐπιστημονικὰ καθὼς καὶ ἠθικά, ὁποὺ ἔκδωσαν εἰς τύπον, μὲ τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα τῆς μαθηματικῆς καὶ φυσικῆς, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, τὰ πάντα ἐπρόβλεψαν.

(6) Εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ, ὁποὺ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἥρωας μὲ μόνον δέκα ἓξ συντρόφους ἐφυλάχθη πολλοὺς χρόνους ἐλεύθερος εἰς τὰ μέρη τοῦ Ξηρομεριοῦ, καὶ συνεκρότησεν μυρίους πολέμους ἐναντίον πολλῶν ἑκατοντάδων ἐχθρῶν.

(7) Οἱ νῦν ἀρχιστράτηγοι τῶν ἀλλογενῶν, ἀφοῦ κατὰ συνήθειαν προστάξωσιν ὅσα ἔμαθον νὰ λέγωσι, τότε ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰ ὄπισθεν, μὲ πρόφασιν διὰ νὰ μὴν βάλουν εἰς κίνδυνον τὰ στρατεύματα μὲ τὸν χαμὸν τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτως πολλάκις κλέπτουσι τὴν τιμὴν μιᾶς νίκης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἔλαβον ἴσως τὸ παραμικρὸν μέρος, καὶ πάντοτε μὲ τὴν ἀπουσίαν τους προξενοῦσι τὴν σύγχυσιν, ὁποὺ εἶναι πρόδρομος τῆς ἥττας.

(8) Τὸ μικρὸν παιδάριον ἑνὸς ἥρωος Σουλιώτου, ὁποὺ ὁ τύραννος Ἀλῆς ὡς αἰχμάλωτον ἐφύλαττε εἰς τὴν μητρόπολιν τῶν Ἰωαννίνων μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του καὶ ἀδελφάς του, δὲν ὑπέφερνε τοιαύτην φυλακήν, καὶ ἀλλέως δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τὸ ἡμερώσουν, παρὰ δίδοντάς του τὰ πολεμικὰ ἅρματα, μὲ τὰ ὁποῖα παίζοντας ἡσύχασεν.

(9) Πολλοὶ χωριάτες, μάλιστα δὲ οἱ Σουλιῶτες, τόσον εἶναι ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ σημαδεύουσιν μὲ τὸ βόλι, ὁποὺ πολλάκις τὸ περνοῦσι ἀπὸ ἓν δακτυλίδι. Ἔχουσι δὲ καὶ τὴν ὅρασιν τόσον ὀξεῖαν καὶ καθαράν, ὁποὺ βλέπουσι τὴν νύκτα περισσότερον ἀπ᾿ ὅ,τι βλέπουσιν οἱ ἀκαδημικοὶ τῆς Κρούσκας τὴν ἡμέραν.

(10) Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος.

(11) Ὅποιος παρατηρήσῃ τὰ παιγνίδια τῶν παίδων καὶ νέων εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἡρωϊκὸν πνεῦμα των, ὡσὰν ὁποὺ ἡ τύχη δὲν ἔχει τὸ παραμικρὸν μέρος εἰς αὐτά, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀνδρεία, καὶ μᾶλλον ἡ ἀγχίνοια. Πρὸς τούτοις τὰ παιδάρια συγκροτοῦν πολέμους ἀναμεταξύ των, τόσον εἰς ὅλα τὰ χωρία σχεδόν, καθὼς καὶ εἰς διαφόρους πόλεις (εἰς τὰς ὁποίας τῶν ὀθωμανῶν τὰ παιδία εἶναι διὰ παραπλήρωσιν καὶ φεύγουν τὰ πρῶτα εἰς τὴν παραμικρὰν στενοχωρίαν). Τὰ ἅρματά των εἶναι τόσα ξύλα, καὶ πολλάκις μεταχειρίζονται καὶ πέτρας. Τόσον τακτικὰ καὶ στοχαστικὰ διαυθεντεύονται καὶ πολεμοῦσι, ὁποὺ εἶναι ὄντως ἄξια θαυμασμοῦ. Πολλάκις ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀδιάκοπος συγκρότησις βαστᾶ ἕως τρεῖς ὥρας. Φυλάττουσι μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν τοὺς πολεμικούς των νόμους, καὶ ἂν κανένας δὲν ὑπακούσῃ, εὐθὺς οἱ λοιποὶ τὸν ἐκβάλλουν ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν πολεμούντων. Ὑποδέχονται τοὺς αἰχμαλώτους μὲ κάθε καλωσύνην, ἀγκαλὰ καὶ νὰ τοὺς παρηγοροῦσιν εἰρωνικῶς. Αὐταὶ αἱ γυμνάσεις ἀκολουθοῦν εἰς τὰς ἑορτάς, καὶ πάντοτε κρυφίως, ἐπειδὴ ὁ ὀθωμανὸς κυβερνητὴς δὲν τοὺς τὸ συγχωρεῖ ἢ ἀπὸ ἀμάθειαν ἢ ἀπὸ φθόνον. Πολλάκις ἀκολουθεῖ καὶ θάνατος εἰς αὐτὰς τὰς γυμνάσεις. Μ᾿ ὁλον τοῦτο ἡ φυσικὴ κλίσις τῶν νέων εἰς τὰ ἅρματα δὲν ψηφεῖ οὔτε φοβερισμούς, οὔτε κίνδυνον, καὶ σχεδὸν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ συνήθεια.

(12) Ὁ ἀγαλματοποιὸς προτιμεῖ ἓν μάρμαρον ἀκέραιον καὶ ἀδούλευτον, παρὰ ἓν μισοδουλευμένον. Ἐπειδὴ μὲ τὸ πρῶτον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι λογῆς ἄγαλμα θελήσῃ, ἀλλὰ μὲ τὸ δεύτερον πρέπει νὰ κάμῃ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ θέλει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ὁποὺ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Οὕτω καὶ οἱ νῦν Ἕλληνες, μὴ ὄντες γενικῶς πεπαιδευμένοι, εἶναι εὐκολώτερον νὰ καλοπαιδευθῶσιν, παρὰ ἂν ἦτον κακῶς πεπαιδευμένοι. Ἡ ἐλευθερία εἶναι σχολεῖον εὐρυχωρότατον καὶ ἡ θέλησις ὁ πλέον ἐπιτήδειος διδάσκαλος.


ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΑΝΑΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ
Σ. ΚΑΙ Κ.

Ο ΣΥΓ(ΓΡΑΦΕΥ)Σ. Ἀδελφοί μου, χαίρετε! (τοὺς ἀσπάζεται).

Ο Σ. Δὲν ἠξεύρω πότε θέλει ἀλλάξεις ἰδιώματα. Αὐτὰ τὰ φιλιά σου!..

Ο Κ. Τῇ ἀληθείᾳ εἶναι παράξενος· (λέγει πρὸς τὸν Σ.) Εἰς ὅποιον μέρος μὲ ἀπαντήσῃ, εὐθὺς ὁρμεῖ νὰ μὲ φιλήσῃ. Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸν ἀφήνω, καὶ πολλάκις...

Ο ΣΥΓ. Διατί, ἀδελφοί μου, σᾶς κακοφαίνεται; Ἐσεῖς γνωρίζετε τὴν καρδίαν μου πόσον εἶναι καταπικραμένη ἀπὸ τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ θέλετε νὰ μὲ ὑστερήσητε ἀκόμη ἀπὸ αὐτὸ τὸ μόνον καλὸν ὁποὺ μοῦ ἔμεινε! Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ὅταν σᾶς φιλῶ, αἰσθάνομαι μίαν ἡδύτητα ἀνέκφραστον, καὶ... Ἀλλ᾿ ἂς ἀφήσωμεν τὰ τοιαῦτα. Εἰπέτε μοι, παρακαλῶ, ἀναγνώσατε τὸ βιβλίον, ὁποὺ πρὸ ἡμερῶν σᾶς ἔδωσα;

Ο Σ. Τὸ θαυμαστὸν πόνημά σου; (εἰρωνικῶς).

Ο Κ. Τὴν Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν; (εἰρωνικῶς).

Ο ΣΥΓ. Ναί.

Ο Σ. [Τὸ ἀναγνώσαμεν].

Ο Κ. [Τὸ ἀναγνώσαμεν].

Ο Σ. Τί λωλαμάδα! Ἠθέλησες καὶ σὺ νὰ δείξῃς τὴν ἀξιότητά σου, καί, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ ὑπερηφάνειά σου σ᾿ ἐτύφλωσε τόσον, ὁποὺ μὲ τοὺς ἰδίους σου κόπους καὶ μὲ ἔξοδά σου ἠθέλησες νὰ ἀποκτήσῃς βάσανα. Καὶ ἐνθυμήσου τοὺς λόγους μου.

Ο Κ. Τῇ ἀληθείᾳ, ἂν κανένας ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ὀνειδίζεις, κατὰ δυστυχίαν, γνωρίσῃ ὁποῖος εἶσαι, ἠμπορεῖ νὰ σὲ βλάψῃ, καὶ ἴσως περισσότερον ἀπ᾿ ὅ,τι φοβεῖσαι.

Ο Σ. Καὶ ποῖον ἄφησε ἄβριστον; Βασιλεῖς, ἀρχιεπισκόπους, εὐγενεῖς, πλουσίους...

Ο Κ. Ἠθέλησες πρὸς τούτοις, φίλε μου, νὰ ὁμιλήσῃς διὰ πολλὰ πράγματα· καὶ εἰς τόσον μικρὸν βιβλίον, βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ εἰπῇ ὅσα χρειάζονται.

Ο Σ. Ἔ, κάψε τα, κάψε τα, ἀγαπητέ μου, ὅσα σώματα καὶ ἂν ἐτύπωσες, κάψε καὶ τὸ χειρόγραφον, διὰ νὰ μὴν εὕρῃς βάσανα.

Ο ΣΥΓ. Νὰ τὰ κάψω! (μὲ ἐνθουσιασμὸν καὶ μεγαλοφώνως). Ὦ Πατρίς! Ὦ Ἑλλάς! Ὦ Ἕλληνες! Ὦ φίλοι μου γλυκύτατοι! (πίπτει λιποθυμισμένος).

Ο Σ. Πῶς ἔμεινεν ἄλαλος! (λέγει πρὸς τὸν Κ.).

Ο Κ. Πῶς ἐκιτρίνισε!

Ο Σ. Μοὶ φαίνεται νὰ δακρύζῃ.

(Ὁ Κ. τὸν ἀνασηκώνει καὶ μετ᾿ ὀλίγου, ἀναλαμβάνων ὁ συγγραφεύς, λέγει:)

Ο ΣΥΓ. Ὦ Θεέ μου! Εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ μοῦ λέγετε τοιαῦτα λόγια; Ἔ, ἀδελφοί μου, ἐσεῖς βέβαια δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις ὁποὺ εὑρίσκομαι ἐγώ, οὔτε αἰσθάνεσθε ὅλον τὸ βάρος τῆς τυραννίας καὶ ὅλας τὰς δυστυχίας τῆς Ἑλλάδος ὅσον ἐγὼ τὰς αἰσθάνομαι. Ἐγώ, ναί! Ἐγὼ δὲν ζῶ, εἰμὴ ὡς Ἕλλην οὔτε ἄλλο τι ἠμπορεῖ νὰ μοῦ καταστήσῃ ποθητὴν τὴν ζωήν μου, εἰμὴ ἡ Ἑλλάς. Ἡ καρδία μου εὐθὺς ἀρχίζει νὰ ταράττεται βιαίως, ὅταν ἀκούω τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μου.

Ἔ, φίλοι μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς παραστήσω τὴν ταλαιπωρίαν τοῦ γένους μας· οὔτε ὅλοι ὑποφέρουσιν ἐξ ἴσου, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ αἰσθανθῶσι μὲ τὴν ἰδίαν δύναμιν ὅλοι οἱ Ἕλληνες τὰ ἀνυπόφορα κεντήματα τῆς ἀγανακτήσεως ἐναντίον τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο... (οἱ φίλοι του θέλουσι νὰ τὸν ἀντισκόψωσι ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν, καὶ ὁ συγγραφεὺς ἐξακολουθεῖ οὕτως:) Ἐγὼ προβλέπω τί θέλετε νὰ μ᾿ ἐρωτήσητε, ὦ ἀγαπητοί μου, καὶ ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς προλαμβάνω. Ἀκούσατε λοιπὸν μὲ πᾶσαν εἰλικρίνειαν τὸ πῶς καὶ διατί ἐσύνθεσα αὐτὸν τὸν λόγον μου, καὶ ἐλπίζω νὰ ἀπολαύσω τὴν συγνώμην σας εἰς τὰ ἀκούσια σφάλματά μου καὶ τὴν εὐχαρίστησίν σας εἰς τὸ ἐπιχείρημά μου.

Περιττὸν μοῦ φαίνεται νὰ σᾶς παραστήσω τὸν χαρακτῆρα μου, ἐπειδὴ οὐδεὶς ἄλλος καλλιώτερα ἀπὸ ἐσᾶς μὲ γνωρίζει. Δὲν ἀγνοεῖτε πρὸς τούτοις, ὅτι αἱ δυστυχίαι τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης ἀπὸ τὸ ἄλλον, ηὔξησαν τὰς κατὰ μέρος ἐδικάς μου δυστυχίας εἰς τὸ ἄπειρον. Δι᾿ ἀρκετοὺς χρόνους, λοιπόν, ἔζησα τυραννημένος ἀπὸ μίαν ἀδιάκοπον ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία μ᾿ ἐφύλαττε παντοτινὰ καταβεβυθισμένον εἰς θλιβεροὺς στοχασμούς.

Τὰ ψυχικὰ πάθη μου σχεδὸν εἶχον νενεκρωθῆ, καὶ εἰς ἄλλο δεν ἐτελείωνε κάθε στοχασμός μου, παρὰ εἰς τὸ ἀδιακόπως παρ᾿ ἐμοῦ μελετημένον τέλος. Οὔτε δι᾿ ἄλλο τίποτε ἐστοχάσθην, εἰμὴ διὰ τὸ πῶς νὰ ἠμπορέσουν νὰ παύσουν αἱ γενικαὶ δυστυχίαι τοῦ γένους μας, ὁποὺ νὰ παύσουν ἐξακολούθως καὶ αἱ ἐδικαί μου, οὖσαι τόσον ἑνωμέναι ἀλλήλων των, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀναπαυθῇ ὁ φίλος σας, ἐν ὅσῳ σώζεται ἡ τυραννία τῆς Ἑλλάδος. Ὅθεν, μόνον ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, μόνον καὶ μόνον αὐτὸς ἐκυρίευεν τὴν ψυχήν μου· οὔτε ἄλλη ἐπιθυμία ἠμποροῦσε πλέον νὰ ἔχῃ χώραν, αὐτοῦ ὄντος, εἰμὴ τὸ θεῖον δῶρον τῆς φιλίας. Καὶ οὕτως ἡ γλυκεῖα συναναστροφή σας καὶ ἡ ἀνάγνωσις τινῶν συγραφέων μ᾿ ἐπαρηγοροῦσαν ὁπωσοῦν.

Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον! Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;»

Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὸν λαβύρινθον τοσούτων θλιβερῶν στοχασμῶν, ὅλος ἐνθουσιασμένος ἐλάμβανα τὸ κονδύλι καὶ ὀλίγον χαρτάκι, καὶ ἔγραφα ὅ,τι ὁ ἐνθουσιασμός μου καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος μοὶ ἐπαγόρευεν εἰς ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἐτελείωνα, ἔρριπτον εἰς ἓν κιβώτιον τὸ γεγραμμένον χαρτίον, καὶ οὕτως ἀναπαύετο ὁπωσοῦν ἡ ψυχή μου.

Τοιουτοτρόπως, ὦ ἀγαπητοί, ἠκολούθησα διὰ πολὺν καιρόν, ὅταν, τέλος πάντων, ἡ ποσότης τῶν αὐτῶν χαρτίων μὲ κατέστησεν περίεργον νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἤρχισα λοιπὸν νὰ ἀναγινώσκω καὶ νὰ τὰ βάνω εἰς τάξιν, ἐπειδή, καθὼς εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε, δὲν εἶχον τὴν παραμικρὰν εὐταξίαν. Ἄλλα εὑρῆκα γεγραμμένα ἰταλιστί, ἄλλα γαλλιστί, ἄλλα εἰς τὴν γλῶσσαν μας, καὶ ὅλα τόσον κακῶς γεγραμμένα, ὁποὺ μόλις ἠμποροῦσα νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἐνθυμοῦμαι ὁποὺ εἰς ἓν κατεβατὸν ὁλόκερον δὲν ἦτον ἄλλο τι γεγραμμένον, εἰμή: «κακὲ ἄνθρωπε καὶ σκληροτράχηλε τύραννε!». Τέλος πάντων, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἄσχημον ὅλον, ἐσύναξα καὶ ἐσύνθεσα αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ ἰδοὺ τὸ πῶς ἠκολούθησεν ἡ σύνθεσίς του.

Ο Σ. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκει τινὰς ἐκείνην τὴν ἀναγκαίαν ἐξακολούθησιν τῶν νοημάτων.

Ο ΣΥΓ. Βέβαια δὲν εἶναι καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον.

Ο Κ. Ἡ συντομία δὲν συμφωνεῖ ποτὲ μὲ τὰ μεγάλα θέματα.

Ο ΣΥΓ. Ἡ αὐτὴ συντομία μὲ ὑποχρέωσε νὰ βάλω εἰς ὑποσημειώσεις πολλὰ πράγματα, ὁποὺ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ τινὰς εἰς διάφορα ξεχωριστὰ κεφάλαια δι᾿ αὐτά. Καὶ ἡ συντομία, τέλος πάντων, ὑποχρεώνοντάς με νὰ ἑνώσω βιαίως διάφορα θέματα εἰς ἕν, ἔδωσεν εἰς μερικὰ κατεβατὰ μεγάλην ἐνέργειαν, καὶ εἰς ἄλλα ἄκραν ξηρότητα. Ἀφοῦ λοιπόν, ὦ ἀγαπητοί μου, τὸν ἐσύνθεσα, ἀκούσατε τὸ διατί ἠθέλησα νὰ τὸν τυπώσω. Πρῶτον μέν, διὰ νὰ ὠφεληθοῦν μερικοὶ ὁποὺ ἤθελε τὸν ἀναγνώσουν μὲ ἐκείνην τὴν ἰδίαν ἀγάπην καὶ διάθεσιν τῆς ψυχῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὸν ἐσύνθεσα. Δεύτερον δέ, διὰ νὰ παρακινήσω τοὺς προκομμένους τοῦ γένους μας νὰ συνθέσουν εἰς τὸ ἴδιον θέμα ἀξιώτερα πονήματα.

Ο Κ. Τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ, πῶς μερικοὶ ὁποὺ διάφορα πονήματά των ἐξέδωκαν εἰς φῶς, κανεὶς σχεδὸν δὲν ὡμίλησε καθὼς πρέπει περὶ τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος.

Ο ΣΥΓ. Ἐλπίζω, ὦ ἀδελφέ μου, εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ μάλιστα ὀγλήγορα, νὰ πληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία μας.

Ο Σ. Εἰπέ μας, ὦ φίλε, μόνον δύο αἴτια σ᾿ ἐπαρακίνησαν νὰ τυπώσῃς τὸ πόνημά σου, ἢ ἔχεις καὶ κανένα ἄλλο;

Ο ΣΥΓ. Ναί, ὦ φίλοι, ἔχω καὶ τὸ τρίτον καὶ ὕστερον αἴτιον, τὸ...

Ο Σ. Τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ νὰ ἠθέλησες νὰ δείξῃς καὶ σὺ τὴν ἀξιότητά σου;

Ο ΣΥΓ. Οὐχί, ἀδελφέ, διότι ἤθελα ἀποδείξει, τοὐναντίον, τὴν ἀναξιότητά μου. Μάλιστα βλέπεις ὅτι δὲν ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.

Ο Κ. Μερικοὶ δὲν βάζουν τὸ ὄνομά τους, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς κατακρίσεις ὁποὺ τοὺς τυχαίνουν.

Ο Σ. Οὐχί, ὦ Κ. Ὁ φίλος μας δὲν τὸ ἔβαλεν, διὰ τὰς αἰτίας ὁποὺ ἠξεύρομεν.

Ο ΣΥΓ. Σᾶς βεβαιῶ ὡς ἀδελφός, ὅτι καὶ αἱ αἰτίαι ὁποὺ λέγεις ἂν δὲν ἤθελε ἦτον, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤθελα τὸ βάλει, ὡς μὴ ἀναγκαῖον. Ἂν ὅμως ἤθελε γράψει τις ἐναντίον...

Ο Σ. Ἔ, δὲν ἐλπίζω νὰ εὑρεθῇ Ἕλλην τις, νὰ γράψῃ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Εἰπέ μας τώρα τὸ τρίτον αἴτιον.

Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ, μὴν...

Ο Κ. Εἰπέ μοι, εἰπέ μοι, σὲ παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴν τὸ ἀλησμονήσω. Διατί ἔβαλες εἰς τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ὅταν καθ᾿ αὑτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἕνας λόγος...

Ο Σ. Αὐτό, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι σφάλμα ἀσυγχώρητον. Ἐγὼ ἀναγινώσκοντας τὸν τίτλον, ἐνόμιζα νὰ εὕρω τὸν τρόπον τῆς συστήσεως αὐτῆς τῆς διοικήσεως, καί, τοὐναντίον, εὑρῆκα ἄλλα.

Ο ΣΥΓ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό, ὦ ἀδελφοί μοι, καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸ σφάλμα μου, τὸ ἔβαλα ὅμως διὰ...

Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ὁ...

Ο Σ. Ἔ, νὰ τὸν πάρῃ ἡ κατάρα!

Ο ΣΥΓ. Ὑπομονή! Αὔριον ἑτοιμασθῆτε νὰ μοῦ δώσητε τὴν γνώμην σας εἰς πολλὰ ζητήματά μου. Ἔρρωσθε.

 

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΜΝΗΜΕΙΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΧΟΛΙΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Γ. ΒΑΛΕΤΑΣ

ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ: Ν. Α. ΒΕΗΣ - Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ

ΕΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ, ΑΘΗΝΑ, ΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ,1957

 

 

ΑΠΑΤΕΣ ΑΘΕΙΣΜΟΥ

 

 

Κεντρική σελίδα με απάτες αθεϊσμού

 

 

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΓΕΝΝΟΥΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΝΟΜΑΡΧΙΕΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 24-25, 29, 51-52, 56)

 

«Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον, νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του. Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία, ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 56)

«Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 29)

«Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες, ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν. [...] Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα. [...] Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 51-52)

«Ὁ ἐντελὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζῃ τὴν γλῶσσαν τῶν ἐχθρῶν του, καὶ τὰς φυσικὰς κλίσεις των, νὰ γνωρίζῃ κατὰ μέρος τὸν ἀρχιστράτηγον αὐτῶν, καὶ τὴν ἀξιότητά του, ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλας τὰς στρατιωτικὰς γυμνάσεις, τῆς τε ἱππικῆς καὶ τοῦ πεζοῦ στρατεύματος, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προστάζῃ ὀρθῶς, καὶ νὰ ὑπακούεται εὐθύς. Ὡσὰν ὁποὺ ὅποιος ἀρχιστράτηγος ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου μεγάλου ἐπαγγέλματος ἄνθρωπος, δὲν ὑπακούεται, τὰς περισσοτέρας φορὰς τὸ σφάλμα εἶναι ἐδικόν του, ἐπειδὴ ὅποιος ἠξεύρει νὰ προστάζῃ, ἀναμφιβόλως καὶ ὑπακούεται.

Τοιαῦται γυμνάσεις καὶ μαθήσεις, μὲ πολλὰς ἄλλας, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω, ἐνεργοῦντο μὲ πᾶσαν προσοχὴν καὶ τελειότητα παρὰ τῶν προγόνων μας, καὶ αὐταὶ ἐσύνθετον τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἤτοι τὴν τακτικήν.

Περὶ δὲ τῶν στρατιωτῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν, διὰ τῆς πράξεως, ἐντελῶς, τὴν γύμνασιν τῶν ἀρμάτων, καὶ νὰ βαδίζουν τακτικῶς, νὰ ὑπακούουν εὐθὺς εἰς τὰς προσταγὰς τῶν ἀρχηγῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύλογοι.

Τέλος πάντων, πρέπει νὰ εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὸ νὰ ὑποφέρουν κάθε κόπον, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα διὰ μέσον τῆς καλῆς διοικήσεως μόνον ἀποκτῶνται, καὶ μόνη ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος καὶ πρώτη αἰτία τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 24-25)

«Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 50)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Άλλο δεν κάνει η ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος» παρά να θεωρεί δειλούς, ή δούλους, όλους εκείνους οι οποίοι δεν μεγάλωσαν μέσα σε «Νομαρχίες», δηλαδή πολιτικές διοικήσεις που προσανατολίζονται, σύμφωνα με το διαφωτισμό, προς καθεστώτα της αρχαίας Ελλάδας, ως εκείνο της Σπάρτης ή της Αθήνας. Αυτό αποτελεί ένα τραγικό λάθος της ρηθείσας ρητορικής, καθόσον αυτή ζητά να αποδείξει ότι οι Μοναρχίες, ή οι Τυραννίες, δεν έδωσαν άξιους μαχητές εις το ιστορικό ρουν της ιστορίας.

Όπως πολλές φορές έχει λεχθεί στην παρούσα σελίδα, ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» έχοντας σκοπό την πρόσκληση εις επανάσταση, μεταχειρίζεται ιστορικές αναλήθειες, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Σήμερα, δηλαδή εν έτη 2011, εμφανίζονται διάφοροι «διανοούμενοι» του διαδικτύου, οι οποίοι υιοθετούν τις λαθεμένες κι ανιστόρητες αυτές απόψεις, αναπαράγοντας «καρμπόν» το κείμενο του «Ανωνύμου του Έλληνος», ως τούτο να ʼναι κάποιο «φαεινόν βιβλιάριον», χωρίς όμως από την άλλη μεριά να ʼχουν ως σκοπό τους την πρόκληση μιας κάποιας «ἐθνικῆς ἐξεγέρσεως» ενάντια σε κάποιον ξένο δυνάστη.

 

ΝΑΖΙΣΤΕΣ & ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΙ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» δικαιολογείται, μετά δυσκολίας, να έχει τέτοιες απόψεις περί υποτίθεται ανίκανων εις τη μάχη «δούλων», δηλαδή υπηκόων κάποιου Μονάρχη, -τέτοιος ήταν κι ο μεγαλύτερος στρατηλάτης όλων των εποχών ο Μέγας Αλέξανδρος-, εν αντιθέσει με τους μαχητικά ικανούς «ἐλευθέρους» της «Νομαρχίας», τότε δεν δικαιολογούνται διόλου οι νεοπαγανιστές· ιδιαίτερα όταν εκείνοι είναι που θαυμάζουν τις πολεμικές αρετές των αυτοκρατορικών Ιαπώνων του 20ου αιώνα, των παλαιοτέρων Σαμουράι, καθώς και των υπό του τυραννικού Χίτλερ γερμανών ναζί, των οποίων τα στρατεύματα κολακεύουν καθώς τα παραβάλλουν και πάλι με την αρχαία Σπάρτη, ακολουθώντας πιστά τα βήματα του πάλαι μάχιμου ελληνικού Διαφωτισμού.

 

Αριστερά: «Τυμπανιστές της χιτλερικής νεολαίας. Η νεολαία αυτή ακολουθούσε την εκπαίδευση των ιλών και αγελών της αρχαίας σπαρτιατικής νεολαίας». (Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο Φως,  τεύχος 50, άρθρο Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, σελίδα 34)

Δεξιά: «Ο αρχηγός της χιτλερικής νεολαίας Αρθούρος Άξμαν συγχαίρει μέλη της μεραρχίας SS- Hitlerjugend με το αριστερό του χέρι. Το δεξί το έχασε στο ρωσικό μέτωπο!» (Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο Φως, τεύχος 50, άρθρο Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, σελίδα 34)

 

Θαυμάζουν λοιπόν οι νεοπαγανιστές, το γενικευμένο πολεμικό πνεύμα και την αυτοθυσία των αυτοκρατορικών Ιαπώνων του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και παράλληλα αποδέχονται τις κατάρες του «Ανωνύμου του Έλληνος» για κάθε ένα μαχητή που υπόκεινται σε «τύραννον»:

«δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», σελ. 52

 

Αριστερά: Αεροσκάφος καμικάζι πίπτει επί αμερικανικού αεροπλανοφόρου κατά τον Β΄ Π.Π. (Πηγή: The color of War, part 6)

 

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είναι διόλου δικαιολογημένος να υποστηρίζει το μακρινό έτος 1806, πως οι Μοναρχίες μέχρι τις μέρες του δεν είχαν δώσει άξιους μαχητές, τότε οι νεοπαγανιστές με την υποκριτική τους στάση, ζώντας σε μια εποχή όπου τα μέσα που παρέχει ο σύγχρονος πολιτισμός για πολυποίκιλη παιδεία είναι απείρως περισσότερα, είναι αδικαιολόγητοι και καταδικαστέοι.

Η θυσία των αυτοκρατορικών Ιαπώνων Καμικάζι, τους οποίους οι ίδιοι νεοπαγανιστές μες την παραζάλη του επικαλούνται, είναι ενδεικτική. Οι καμικάζι υπάκουαν σχεδόν τυφλά εις τον αυτοκράτορά τους για την υπεράσπιση του πατρίου [αυτοκρατορικού (!) = επεκταμένου] εδάφους κι αυτό αποδεικνύει του λόγου το αληθές· ιδιαιτέρως δε όταν αναλογισθεί κανείς ότι μερικά μόλις έτη πριν τους καμικάζι, οι αυτοκρατορικοί Ιάπωνες ήταν από εκείνους τους ελαχίστους μαχητές, οι οποίοι δε γνώριζαν τι εστί η λέξη «παράδοσις» εις τον εχθρό (πρβλ. Μάχη Οκινάβας, Γκουανταλκανάλ κ.α.)· προτιμούσαν τον ηρωικό θάνατο, παρά την ατιμωτική παράδοση.

Αληθεύει δε ότι η μαχητική αξία των Ιαπώνων του 1941-1945, όπως και τον Αράβων της Βυζαντινής εποχής, στηρίζεται ίσως κυρίως σε θρησκευτικές πεποιθήσεις για την μεταθανάτιο ζωή· κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για να αρθεί η μεταφυσική πίστης του Διαφωτισμού, πως τα στρατεύματα των «ελευθέρων νομαρχιών» είναι πιο αξιόμαχα από εκείνα των Μοναρχιών, εφόσον η θρησκεία είναι εκείνη η οποία εμπλέκεται περισσότερο εις τον ηρωισμό, σε αυτήν την περίσταση, παρά ο «ορθολογιστικός» υπολογισμός της μορφής του πολιτεύματος.

 

Αριστερά: Αεροσκάφος καμικάζι πίπτει επί αμερικανικού αεροπλανοφόρου κατά τον Β΄ Π.Π. (Πηγή: The color of War, part 6)

 

 

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Η δεινή θέση νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών, που συμμερίζονται την «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, γίνεται ακόμη μια φορά πρόδηλη, όταν παρατίθενται εις τον επαναστατικό λίβελο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» παραδείγματα μέσα από την σκλαβωμένη Ελλάδα, εις «υποστήριξη» των θεωριών τους:

«Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω, τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία, καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!

Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους· ἡ διαυθέντευσίς των διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἡρωϊκὰς πράξεις, ὥστε παράδοξον ἤθελε φανῆ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη ἐναντίον των μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη», σελ. 34

Οι ιδεολογίες αυτών των άνω δηλωθέντων χώρων, που κινούνται με απειλητικές διαθέσεις κατά της Ορθοδοξίας, διδάσκουν πως οι Χριστιανοί ήταν το 1821 πρόθυμα «δοῦλοι» εις το Σουλτάνο, ή εις τους Τούρκους γενικότερα. Παραβλέπουν κι οι δύο αυτοί χώροι να υποσημειώσουν, πως οι Σουλιώτες ως Ρωμιοί, επιτρεπόντων εις αυτούς των γεωγραφικών συνθηκών, μπορούσαν να επαναστατούν και να νικούν, και πως η θρησκεία τους ή το πολίτευμά τους (βλ. παράρτημα ενότητας) λίγο, ως ελάχιστα είχε να κάνει με τη σκλαβιά τους.

 

ΤΑΚΤΙΚΗ vs  ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Είναι πράγματι αστείο, το ότι οι δύο αυτοί πολέμιοι του Χριστιανισμού χώροι, νεοπαγανισμός και διαφωτισμός, μαζί με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», υβρίζουν διαρκώς τους Ρωμιούς της Ελλάδος, επειδή δεν «επαναστάτησαν» τόσο, όσο οι ίδιοι αυτοί θα επιθυμούσαν, όταν ο «Ανώνυμος Έλλην» χύνει τόνους μελάνι για να σημειώσει έντονα εις το μυαλό του αναγνώστη την επιστήμη του πολέμου και τη σημασία της τακτικής, ήτις εκείνες τις συνθήκες οι οποίες για πολλά χρόνια δεν είχαν τύχει να ευδοκιμήσουν εις τον Ελλαδικό χώρο, για να επιφέρουν ένα σίγουρο νικηφόρο αποτέλεσμα των Ορθοδόξων δυνάμεων, προ του 1821:

α. «Δι᾿ ὃ τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι μικρὸν περὶ αὐτῆς...», σελ. 34

β. «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι, ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας», σελ. 31

γ. «...τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς», σελ. 28

κ.λ.π.

Παρότι λοιπόν κι οι δύο αυτοί ιδεολογικοί χώροι φαίνεται πως συμφωνούν «άπλετα» με την «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» για τη σημασία της «ἐπιστήμης τῶν ἀρμάτων», εντούτοις απορούν μαζί με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» χάρη ρητορείας ενάντια εις τους Έλληνες Ρωμιούς, αναιρώντας έτσι τη σημασία που αποδίδουν εις την τελευταία, την οποία είχαν ξεκάνει 400 χρόνια κατάκτησης:

«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

Δεν «έκλιναν το κεφάλι όλα τα χωριά», αλλά όπου οι τακτικές συνθήκες το επέτρεπαν (β. Σούλι ή αλλαχού Α.Σ. 6) υπήρχε δυνατότητα για επανάσταση, όπως έγινε πλείστες φορές προ του 1821. Όταν δε γίνεται λόγος περί «τακτικῶν συνθηκῶν», εννοούνται όχι μόνο ο γεωγραφικός χώρος, οι στρατιωτικές δυνάμεις, οι καιρικές συνθήκες κ.λ.π. αλλά κι αυτή ακόμη η επιλεγόμενη χρονική στιγμή. Ακόμη και για τους ίδιους τους «σημαίνοντες» διαφωτιστές υπήρχαν σημεία των καιρών που αποδείκνυαν ότι μια εξέγερση ήταν εφικτή:

«Δύο θεμελιώδη ιστορικά γεγονότα είχαν αποδειχθεί κατά τον Κοραή τα αποφασιστικά αίτια, που επιτάχυναν τις διαδικασίες αυτές και επέτειναν τον αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία και στα ελληνικά πνεύματα, περί τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Το πρώτο από αυτά τα γεγονότα ήταν η νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών στον πόλεμο του 1768-1774. Η έκβαση του πολέμου αποτελούσε τη ζωντανή επιβεβαίωση της αδυναμίας της άλλοτε τρομερής αυτοκρατορίας των Οθωμανών, που είχαν πανικοβάλει τις δυνάμεις της Ευρώπης στο παρελθόν. Οι ρωσικές επεμβάσεις στην Ανατολή έδειχναν στους Έλληνες ότι οι άγριοι δεσπότες του δεν ήταν αήττητοι και έτσι τους έφεραν σε επίγνωση της δυνατότητας της ελευθερίας. Το άλλο δραματικό γεγονός που ενέτεινε τον άνεμο της αλλαγής στην Ανατολή ήταν η Γαλλική Επανάσταση. [Αδαμάντιος Κοραής, Μémoire sur l’ état actuel de la civilisation dans la Grèce lu à la Société des observateurs de l’ homme, le 16 Nivose an XI (6 Janvier 1803) par Coray, Docteur en médecine et membre de la dite Société, Παρίσι 1803, σσ. 462-464, 476,481-482]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 390-391)

Ακόμη χειρότερα, οι ίδιοι αυτοί «σημαίνοντες» διαφωτιστές δεν ήσαν υπέρ μιας εξέγερσης με όλα τα μέσα, αν πριν από όλα δεν εκπληρώνονταν ορισμένες ιστορικές συνθήκες. Κι η εξέγερση σε ορισμένες ιστορικές συνθήκες σήμαινε μια χρονική τακτική, ή καλύτερα να λεχθεί, μια πολεμική στρατηγική αναμονής:

α. «Ο δρόμος προς την ελευθερία έπρεπε να περάσει πρώτα από τη νίκη κατά της αμάθειας και την κατάλυση του βασιλείου του σκότους. [...] Η πολιτισμική ανανέωση και ο Διαφωτισμός αντιμετωπιζόταν ως τμήματα μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, η οποία περιέκλειε την πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία ως τελικούς αν και σχετικά απομακρυσμένους στόχους.

Πριν οι σαφώς πολιτικοί, και εμφανέστερα ανατρεπτικοί στόχοι μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο ρεαλιστικής θεώρησης και επιδίωξης, ο Κοραής επέμενε ότι το έθνος όφειλε να φτάσει στην ωριμότητα μέσω της κατάλληλης εκπαιδευτικής προετοιμασίας.»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 394-396)

β. «Η αμάθεια αποτελούσε πρωταρχική αιτία της κοινωνικής δυσπραγίας. Στο μέτρο που η άγνοια μπορούσε να ξεπεραστεί και να ξεριζωθεί, η διαφθορά θα μπορούσε να δαμαστεί και να επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση. Με βάση αυτή την αιτιολογία των κοινωνικών δεινών, η θεωρητική ενασχόληση του Μοισιόδακα συναρθρώθηκε γύρω από τις προϋποθέσεις της πολιτισμικής ανανέωσης και τα μέσα για τον έλεγχο της αμάθειας. Η κριτική του εμπνεόταν από αυτόν τον στόχο και επιδίωκε να εκθέσει τα εμπόδια και τους περιορισμούς που έπρεπε να παραμεριστούν πριν παταχθεί η αμάθεια. Μόνον αφού θα είχε συντελεστεί αυτή η αρχική φάση της κριτικής, θα ήταν δυνατό να τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Ηθική Φιλοσοφία, σσ. ια -ιδ] », (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 227)

«Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχε στρέψει όλη την ενεργητικότητά του [ο Αδαμάντιος Κοραής] στην προσπάθεια της πολιτισμικής αναδημιουργίας και της ηθικής αναμόρφωσης, η οποία έπρεπε να προηγηθεί της κατάκτησης της ελευθερίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 408)

Ο Αδαμάντιος Κοραής, η «αἰχμὴ τοῦ δόρατος» του νεοελληνικού διαφωτισμού συνιστούσε μετριοπάθεια:

α. «Θεωρούσε πάντως [ο Κοραής] ότι απαιτούνταν αρκετές δεκαετίες για να ωριμάσουν στην Ελλάδα οι κοινωνικές προϋποθέσεις μιας ελεύθερης πολιτείας. [Στην Αυτοβιογραφία του, γραμμένη το 1829 και δημοσιευμένη για πρώτη φορά στη Συλλογή Προλεγομένων (1833), σσ. ζ-λθ,, ιδιαίτερα σ. κθ, ο Κοραής διατυπώνει την πεποίθηση ότι η Ελληνική Επανάσταση, έπρεπε να πραγματοποιηθεί γύρω στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα (σημ:1850). Φθάνοντας τριάντα χρόνια νωρίτερα, η επανάσταση είχε προηγηθεί της εμφάνισης μίας ώριμης πολιτικής ηγεσίας που θα μπορούσε να καθοδηγήσει ις τύχες του έθνους με μεγαλύτερη σύνεση.]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 408 & 588)

β. «Σε αυτή την προοπτική η προτίμηση του Κοραή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα μπορούσε να φανεί άκαιρη, γιατί οι βάσεις της κοινωνικής μετριοπάθειας που θα προσέδιδαν βιωσιμότητα σε ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα απουσίαζαν από την οθωμανική Ελλάδα, η οποία πολύ απείχε από τη φιλελεύθερη Βρετανία. Η επίγνωση αυτού του εξόφθαλμου γεγονότος, την οποία διέθετε πλήρως ο Κοραής, εξηγεί και τη θέση του υπέρ της εξελικτικής αλλαγής \και της αναβολής της επαναστατικής έκρηξης ως τη στιγμή που θα ωρίμαζαν οι προϋποθέσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Διαφορετικά φοβόταν ότι ο Διαφωτισμός θα έχανε τη μάχη, όπως άλλωστε συνέβη τελικά. Στην ελληνική ιστορία, κατά συνέπεια, ο Διαφωτισμός παρέμεινε μάλλον περίγραμμα οραματισμών του μέλλοντος και κριτικής του παρόντος παρά ένα εφαρμόσιμο πρόγραμμα πρακτικών επιλογών. »,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 504)

Την ίδια ώρα που ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» έπλεκε τον ψόγο κατά των «δούλων» συμπατριωτών του, απόδιδε εύσημα στις συμβουλές του Κοραή, που επεδίωκαν την καθυστέρηση της επανάστασης:

«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.»,  σελ. 127

Ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν υπέρ του «δέοντος καιρού», αποφεύγοντας τις ενθουσιώδεις απερισκεψίες:

«Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι», σελ. 139»

Θα μπορούσε λοιπόν να έχει σώα τη λογική εκείνη η θεώρηση, νεοπαγανιστών και διαφωτιστών, η οποία ενώ επιθυμεί την πάλαι επανάσταση τόσο πολύ σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, ταυτόχρονα παραβλέπει τόσο ανόητα τις τακτικές, στρατηγικές κι οικονομικές ανάγκες ενός ενόπλου αγώνος, λες κι η κάθε επανάσταση είναι «μία βόλταν γιὰ καφέ εἰς τὴν πλατείαν»; (βλ. Α.Σ. 4).

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» είναι ίσως «δικαιολογημένος», για το ότι στην εποχή που εξέδωσε την «Ἑλληνικήν Νομαρχίαν» δεν πρόλαβε να αποκτήσει εμπειρία της πτώσης του Σουλίου, το θάνατο και την στρατιωτική ήττα του επαναστάτη Καραγεώργη, που τόσο θαυμάζει κι εξυμνεί, οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές μερικούς αιώνες αργότερα δεν είναι διόλου.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» αναφέρει τις κάτωθι ρήσεις, μετά τα λεχθέντα του περί Λεωνίδα - Θερμοπυλών, πως τάχατες οι Τούρκοι θα φύγουν αμαχητί, μόλις δουν του Έλληνες να πολεμούν ενάντιά τους. Βέβαια, το αξιοπερίεργο δεν είναι τα επιχειρήματα εκείνου του διαφωτισμένου συγγραφέα· το αξιοπερίεργο είναι η πίστη που αποδίδουν τη σήμερον εποχή ορισμένοι κουφιοκέφαλοι, σε τέτοιου είδους τιτάνια ψέματα:

α. «Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των», σελ. 29

β. «καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς τὸν ὕστερον [οἱ Σπαρτιάτες], ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30

Έπειτα, όσο κι αν προσπαθεί ο «Ανώνυμος Έλλην», στο τέλος δεν καταφέρνει να πείσει για την δειλία των Τούρκων, «δούλων τοῦ Σουλτάνου», δηλαδή ενός Μονάρχη:

α. «τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου», σελ. 37

β. «ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161

Δεν καταφέρνει να πείσει, διότι μέσα στο ίδιο το «βιβλιάριόν» του αναλίσκεται εις τον τονισμό της σημασίας της πολεμικής τακτικής σε αρκετές σελίδες. Τί σημασία λοιπόν έχει η τακτική αν είναι κανείς να πολεμήσει ενάντια σε «δειλούς»;

«...ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161

Αυτά βεβαίως είναι σημάδια ρητορικής τέχνης εις προτροπή εξεγέρσεως προ μερικών αιώνων. Το γιατί όμως νεοπαγανιστές, νεοδιαφωτιστές κι εχθροί της εκκλησίας τους αποδίδουν τόση σημασία παραμένει «ακόμη άγνωστο»...

 

ΣΟΥΛΙ vs  ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Περεταίρω, σαφώς αληθεύει πως το Σούλι κι οι Σουλιώτες, η Μάνη κι οι Μανιάτες, που ο «Ανώνυμος Έλλην» θεωρεί παραδείγματα γεννήσεως «Λεωνίδων & Θεμιστοκλέων», δεν υπόκειντο σε πολιτικό σύστημα «Νομαρχίας», αλλά κάτι που έμοιαζε με πολιτικό σύστημα «Ὁλιγαρχίας», ή Ορθόδοξου κοινοτισμού, προς «απογοήτευση» τόσο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος», όσο και των νεοπαγανιστών:

α. «Ἓν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σοῦλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, ὁποὺ οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας», σελ. 36

β. «Ὦ Ἕλληνες, μάθετέ το διὰ πάντοτε, τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀνίκητα, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ θέλουν φύγει ἀπ᾿ ἔμπροσθεν τῶν ἁρματωμένων Ἑλλήνων. Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158

Το Σούλι είναι μια έμμεση ισχυρότατη κατάρριψη της θεωρητικής επικεφαλίδας του έργου του «Ανωνύμου Ἕλληνος» [περί «Νομαρχίας» κι «Ἐλευθερίας»]. Διότι αποδεικνύεται ότι όπου η τακτική του «πολεμεῖν» είχε το πάνω χέρι, ο τρόπος της διοικήσεως δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τα πολεμικά κατορθώματα και την επαναστατική τάση των εντόπιων προς ένα Τύραννο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να έχει;

Απορεί ο «Ανώνυμος Έλλην», και μαζί του, νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές:

«Τίς ἄλλη, παρακαλῶ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἰτία, εἰμὴ ὁ ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου; Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σοῦλι; Ἔ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἰτία: ὅσα ὑποδουλώθησαν παρ᾿ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του.», σελ. 36

Κι όμως τον «ἔρωτα τῆς ἐλευθέρας ζωῆς» δεν τον απέδωσε μία «Δημοκρατική Νομαρχία», αλλά ένα πολιτικό σύστημα ως η διοίκηση του Σουλίου εξόχως διαφορετικό από όσα φαντάζονται οι εχθροί της Εκκλησίας (βλ. παράρτημα ενότητας)

 

ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ : Ορισμένες «ρευστές» εγκυκλοπαίδειες του διαδικτύου, ως π.χ. η Wikipedia, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις κακές επιρροές της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» επί των αρθρογράφων τους· για παράδειγμα, εις το άρθρο για το Σούλι, όπου αναπτύσσεται η αυστηρή «ελληνικότητα» των Σουλιωτών, παρότι όντων αυτών «διγλώσσων» (Ελληνικά - Αλβανικά), μια μεταφορά από το γραπτό του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» χρησιμοποιείται ως «απόδειξη ελληνικότητας» των κατοίκων του: «ένας άγνωστος συγγραφέας δήλωσε πως "Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς"». Η αλήθεια είναι πως, ανεξαρτήτως αν ήταν Αλβανοί, ή ήταν Έλληνες, κι η αλήθεια ήταν πως ζούσαν ανάμεικτοι, παρέμεναν εντούτοις Χριστιανοί, παρά τις διαφορετικές εθνικιστικές σημερινές προσδοκίες ορισμένων. Και το δε Σούλι, είναι Αρβανίτικη λέξη, όχι Ελληνική.

«Η γαλούχηση της ελληνικής νεολαίας με αναγνώσματα που εξυμνούσαν τις αρετές και τα κατορθώματα των προγόνων της θα την ενδυνάμωνε και θα την εμψύχωνε. Η αισιόδοξη αυτή προοπτική έκανε πολλούς να οραματίζονται την εμφάνιση ενός Θεμιστοκλή ή ενός Αριστείδη [Φιλοθέου Πάρεργα, σελ 54, εκδ. Bouchard, σελ. 120]», σελ.111

(Πηγή: http://el.wikipedia.org)

 

ΥΔΡΑ, ΣΠΕΤΣΕΣ & ΨΑΡΑ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

«Στον αγώνα [του 1821] πρωτοστάτησαν τα τρία νησιά, τα λεγόμενα ναυτικά, Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά. Τα ασήμαντα εκείνα νησάκια, που οι αρχαίοι σχεδόν τα αγνοούν, κατά τον Ιζ΄ αιώνα με τη ναυτιλία και το εμπόριο είχαν γίνει σπουδαία. Η τουρκική επικυριαρχία πάνω σʼ αυτά ήταν μια ελαφριά επικυριαρχία. Υπάγονταν απευθείας στον Καπετάν Πασά (=ναύαρχο του τουρκικού ναυτικού), πλήρωναν ετήσιο φόρο και κάθε χρόνο έστελναν κάμποσους ναύτες στην υπηρεσία του σουλτανικού ναυτικού. Ως προς τα άλλα ήταν αυτόνομα και αυτοδιοίκητα, γιατί δεν είχαν ούτε Τούρκους κατοίκους ούτε Τούρκο διοικητή. Κυβερνιόταν με ολιγαρχικό σύστημα από την τάξη των πλουσίων ναυτικών, που τους ονόμαζαν νοικοκυραίους.» , (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 203)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ 1940 vs  ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

Στη σύγχρονη Ελλάδα ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 είναι ένα ακόμη ισχυρότατο παράδειγμα, όπου η θέληση για πόλεμο και πατριωτική ελευθερία δεν έχει σχέση με το πολιτικό σύστημα. Είναι βέβαιο πως ο «Ανώνυμος Έλλην» θα δυσκολευόταν πάρα πολύ να πιστέψει πως ένα φασιστικό σύστημα του Μεταξά, έστειλε εις το μέτωπο στρατιώτες με τόσο ενθουσιασμό για την υπεράσπιση της πατρίδος.  

 

Αριστερά και δεξιά: Εικόνες από τη γενική επιστράτευση των ελλήνων το 1940. Μέσο: Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς κι ο Βασιλεύς Γεώργιος.

Κατά την γενική επιστράτευση του ελληνικού κράτους εις τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, καταργήθηκαν κι ακόμη μια φορά οι διαφωτιστικές αναλήθειες περί των τελούντων πολιτών υπό μη «Νομαρχιακὰ» καθεστώτα: «Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες, ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν. [...] Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα. [...] Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», (Πηγή: «Ελληνική Νομαρχία», Ανώνυμος Έλλην σσ. 51-52)

Οι ρητορικές υπερβολές της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν μπορούν να σταθούν ενάντια στα ιστορικά δεδομένα. Αυτό συμβαίνει μόνο εις τα φανατισμένα μυαλά αντιχριστιανών, των οποίων η σκέψη τελεί υπό τη μέθη της φαντασίας και της μυθιστορηματικής παιδικής υπερβολής.

 

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ

Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία ο πόλεμος δεν έγινε τόσο ολοκληρωτικός, όσο ήταν κατά την περίοδο 1941-1945, όπου βρέθηκαν σε σύγκρουση ο ναζισμός του Αδόλφου Χίτλερ κι ο κομμουνισμός του Ιωσήφ Στάλιν. Παρότι και τα δύο καθεστώτα ορισμένες φορές πίεσαν τους μαχητές τους εις τα άκρα, ιδιαίτερα η κομμουνιστική Ρωσία κατηγορείται περισσότερο για την δια της χρήσης βίας φανέρωσης της πολεμικής ανδρείας των μαχητών της, εντούτοις πλειάδα ηρωικών επεισοδίων σε αυτή την τιτανομαχία δεν έλειψαν. Άπειρες φορές σε αυτή την ολοκληρωτική μάχη, κανενός είδους «Νομαρχίας» δε χρειάστηκε για να κατανοήσουν τα αντίπαλα στρατεύματα το καθήκον τους και να πολεμήσουν με άκρατο φανατισμό. Και σε αυτή την ιστορική περίπτωση λοιπόν, το επιχείρημα του Διαφωτισμού, ο οποίος αντλούσε παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα και διαστρεβλωτικά τα έριπτε εις τη δική του εποχή, μα και στη νέα, υπέρ μιας κάποιας ανωτέρας μαχητικής αξίας πολιτών μιας κάποιας «Νομαρχίας», καταντά στην προκειμένη περίπτωση φρούδα διδασκαλία.

 

Είχαν προκαλέσει πάνω από 4000. απώλειες στον εχθρό [οι Γερμανοί ναζί]

...και πολλοί απορούσαν με την αντοχή των Σοβιετικών. Μπορεί να υστερούσαν σε στρατιωτική ικανότητα αλλά έμοιαζαν αποφασισμένοι να καλύψουν αυτή τους την αδυναμία...

με φανατική -και καμιά φορά μάταιη- γενναιότητα. Ο Γκαίμπελς [Υπουργός προπαγάνδας των Ναζί] τους αποκαλούσε  «άμυαλα ρομπότ» μια εικόνα που διατηρήθηκε για πολύ καιρό μετά το 1945.

Οι ρώσοι αγρότες αρχικά θεωρούσαν τους Γερμανούς απελευθερωτές. Πολλοί Ρώσοι κατέφυγαν στα δάση και τις στέπες όπου ενώθηκαν με τα στρατεύματα των ανταρτών που πολεμούσαν τους κατακτητές.

Έχει υπολογιστείς ότι από το 1942 έως το 1945 οι αντάρτες σκότωσαν, τραυμάτισαν ή έπιασαν αιχμαλώτους 1.5 εκατομμύριο στρατιώτες των γερμανικών δυνάμεων και των δυνάμεων του άξονα [Ρουμάνους -Ιταλούς κ.α.]

21.000 τρένα εκτροχιάστηκαν, 12.000 γέφυρες ανατινάχθηκαν, 1100 αεροπλάνα καταστράφηκαν σε γερμανικά αεροδρόμια.

(Πηγή: Το Τρίτο Ράιχ του Χίτλερ, επεισόδιο 4 «Από τη Μόσχα στο Στάλινγκραντ», Bright Star Publishing plc 2000)

 

Η ενεργή αντίσταση των Ρώσων παρτιζάνων πίσω από τις γερμανικές γραμμές (βλ. Σούλι), παρότι οι ίδιοι διατελούσαν υπό το βαρύ καθεστώς του Στάλιν, ξαποστέλλει στον κάλαθο των αχρήστων τα επιχειρήματα των νεοπαγανιστών δια της χρήσεως της «Ελληνικής Νομαρχίας» περί υπεράνω «ἐλευθέρων» μαχητών μιας κάποιας «ἀρχαίου τύπου πολιτείας / πολιτῶν»

 

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Οι σύγχρονοι «δοῦλοι» της πένας του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», δεν απορούν με την αρχαία Μ. Ασία, το ίδιο όπως απορούν με την Ήπειρο του 18ου αιώνος, όταν εκείνη η πρώτη δεν κατάφερνε να ελευθερωθεί μόνη της τόσο επιτυχημένα από τους Πέρσες, παρά μόνο κατόπιν βοηθείας των εν στερεά Ελλάδι ευδοκιμησάντων πόλεων των Αθηνών, της Σπάρτης ή του βασιλείου της Μακεδονίας, με όσα αυτές σήμαιναν σε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς τους Μικρασιάτες Ίωνες.

Μήπως πιστεύουν οι νεοπαγανιστές ότι το να συγγράφει ένας Εσπεριώτης, ως ο «Ανώνυμος Έλλην», πολύ μακριά από την πατρίδα κι εκ του ασφαλούς ένα σύγγραμμα υπέρ μιας εξεγέρσεως μέσα σε ένα τυπογραφείο είναι «νταϊλίκι καὶ μαγκιά», ή ίσως κι «ἐπανάσταση» ακόμη, η οποία έπρεπε οπωσδήποτε να αποτελεί αιτία εντροπής για τη θέση των υπολοίπων υπόδουλων Ρωμιών στην Ελλάδα τότε; Τί στα αλήθεια παραπάνω επιτέλεσε απ’ αυτούς τους τελευταίους ο «Ανώνυμος Έλλην» συγγράφοντας ένα ρητορικό δοκίμιο στην Δύση, όταν αυτοί εργάζονταν, σκοτώνονταν, βασανίζονταν, πλήρωναν φόρους εις την περιπετειώδη γεωγραφική τους πατρίδα; Στα αλήθεια η «Ἐλληνική Νομαρχία», ως «διαφωτισμός» έφερε την επανάσταση στην Ελλάδα;

Ο ίδιος ο «Άνώνυμος Ἕλλην» κατηγορεί όλους τους Έλληνες ανεξαιρέτως που δεν στοχάστηκαν κάτι επαναστατικό για τους υπολοίπους συμπατριώτες τους και ζούσαν «βολεμένοι» μέσα εις τον Ελλαδικό χώρο:

«... λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους.», σελ. 144

Η αλήθεια είναι πως του «Ανωνύμου του Έλληνος» ο στοχασμός «διὰ τοὺς ἄλλους», δηλαδή τους Έλληνες σκλαβωμένους, δεν θα μπορούσε να ήταν η συγγραφή ρητορικών κειμένων, φυλλαδίων ή κειμένων· αντίθετα θα πρέπει να θεωρηθεί στοχασμός  «διὰ τοὺς ἄλλους», κυρίως η ένοπλη επαναστατική πράξη ενάντια στον κατακτητή Οθωμανό· διότι κάθε οποιαδήποτε διαφορετική δράση δεν έκανε τίποτα άλλο, βάση των ιδικών του λόγων, παρά να βαστά «περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας». Τί κι αν ο Ρήγας έγραφε τη Χάρτα του; Τί κι αν ο «Ανώνυμος Έλλην» στηλίτευε τους πάντες, εμμέσως και τον ίδιον του τον εαυτό με το «βιβλιάριον» του; Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε σημασία, αν μήτε ένας Ρωμιός δεν έπαιρνε στα χέρια του το καριοφίλι. Διότι ο κατακτητής δε διώκεται με χαρτοπόλεμο, αλλά με μολυβένια βλήματα· κι αυτά τα βλήματα σφύριζαν στην Ελλάδα προ πολλού της ενάρξεως της διαφωτιστικής πολυλογίας.

 

ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Κανείς νεοπαγανιστής ή νεοδιαφωτιστής δεν παρατηρεί, πως τον καιρό που οι Σουλιώτες εμάχοντο κατά του Αλή Πασά, ο «περισπούδαστος διαφωτιστής» Αθανάσιος Ψαλίδας, ένας από τους «ηγέτες» του «Ἐλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ», ο οποίος υποτίθεται θα έπρεπε να προσάγει συμπεριφορά χαρακτηριστική, «ἐλεύθερη» και σύμφωνη προς τις «Νομαρχίες», αντιθέτως ήτο γραμματεύς εκείνου του οποίου ο «Ανώνυμος Έλλην»:

α. χαρακτηρίζει ως να «ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ, κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος. Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του, νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον», σελ. 35

β. λέγει ότι ήταν «ὠμότατος τύραννος», σελ. 35

γ. «Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά. Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν, πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.», σελ. 82

δ. «Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του», σελ. 36

Ήταν κι ο διαφωτιστής «Ἀθανάσιος Ψαλίδας» ένας από εκείνους τους «ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του» που «κατεφθάρη» από τον Αλή Πασά ή όχι; Αν δεν ήταν τότε οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές αστειεύονται σαν μιλούν για τους Ρωμιούς· αν ήταν, τότε ο Χριστιανισμός δεν ήταν η αιτία της δουλείας των Ελλήνων εις τους Οθωμανούς. Πώς θα μπορούσε να ήταν άλλωστε; Μόνο τρελοί για δέσιμο μπορούν να έχουν τέτοιες απλοϊκές απόψεις για τόσα πολλά υπόδουλα έθνη τα οποία ήταν κατακτημένα από τους Οθωμανούς Μουσουλμάνους, όπως ήταν κι οι Έλληνες ή Ρωμιοί.

Θα πρέπει εδώ ο αναγνώστης επί της ευκαιρίας, να θυμηθεί και τις βολές των νεοπαγανιστών ενάντια στους «Χριστιανούς Σταυροφόρους», οι οποίοι συλλήβδην υβρίζονται, ακόμη κι εκείνοι οι τρομεροί πολεμιστές Ναΐτες, ιδιαίτερα όταν πολεμούσαν ενάντια σε παγανιστές του βορρά. Σε εκείνες τις περιπτώσεις οι «Χριστιανοί Σταυροφόροι» είναι πολύ «ἄγριοι» κι «ἄκαρδοι» ενάντια στους «ἀπίστους» εθνικούς, ομόθρησκους των νεοπαγανιστών. Αν είναι όμως Χριστιανοί να ελευθερώσουν με τα όπλα την Ελλάδα από τους Τούρκους και δεν το πράττουν, τότε χλευάζονται με την περίφημο ρήση «Σφάξε με Ἀγὰ μου ν’ ἀγιάσω», η οποία σαφώς και δεν έχει καμία θρησκευτική ισχύ για τους Χριστιανούς [πρβλ Α.Σ. «Σφάξε με αγά μου νʼ αγιάσω»].

 

ΒΥΖΑΝΤΙΟ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Τί παραπάνω όμως υπαινίσσονταν οι διαφωτιστές, οι οποίοι κουβάλησαν μια κουτσουρεμένη γνώση στον ελληνικό χώρο; Υπαινίσσονταν πως οι Σπαρτιάτες, φύλαξαν την ελευθερία τους για αιώνες, επειδή ήταν «ἐλεύθεροι» ως πολίτες:

«Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των, καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς αἰῶνας.», σελ. 47

Αν όμως χαρακτηρίζονται «ἐλεύθεροι» και πρότυπο μιμήσεως οι μη Δημοκρατικοί Σπαρτιάτες, επειδή φυλούσαν «τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς αἰῶνας», τότε γιατί δεν χαρακτηρίζονται «ἐλεύθεροι» οι Ρωμιοί Έλληνες του Βυζαντίου, οι οποίοι διαφύλαξαν την ζωή του βασιλείου τους για δέκα αιώνες και δηλαδή πολύ περισσότερο από τους Σπαρτιάτες κι ενάντια σε μυριάδες κι ατρόμητους εχθρούς;

 

ΔΟΞΑ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Ένα ακόμη τέχνασμα της ρητορικής της «Ελληνικής Νομαρχίας», είναι εκείνο κατά το οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη της, πως μόνο οι «Νομαρχίες» καταφέρνουν να εκκολάψουν στα σπλάχνα τους ήρωες πολεμιστές, καθόσον οι εξαγγελλόμενες τιμές προς αυτούς είναι τόσο μεγάλες, που προτρέπουν διαρκώς σε νέα κατορθώματα:

α. «Ἀλλ᾿ εἰς τὴν νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν, παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.», σελ. 26

β. «Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, τὸ μόνον ὁποὺ νὰ παρακινῇ ὅλους ὁμοίως, καὶ τὸ ἀνώτερον, εἶναι ἡ φιλοδοξία. Διὰ μέσον τῆς ἀληθοῦς φιλοδοξίας, ἀποκαθίστανται ἥρωες οἱ ἐλεύθεροι, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ δόξα συνίσταται εἰς τὴν διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος των καὶ τῆς ἐλευθερίας των.», σελ. 45

Βέβαια αυτό είναι ένα άλλο ακόμη ανήκουστο ψέμα της ρητορικής τέχνης, καθόσον τα ολοκληρωτικά καθεστώτα τιμούν τους νεκρούς και ζώντες ήρωές τους, αν όχι καλύτερα, τουλάχιστον παρόμοια με τις «Νομαρχίες». Ο «Ανώνυμος Έλλην» είναι τόσο προσηλωμένος εις τις διαφωτιστικές ιδέες ώστε υβρίζει τον Μέγα Αλέξανδρο, ένα Μονάρχη τον οποίον πολλές ανθρώπινες κοινωνίες, ανεξαρτήτου πολιτεύματος, φυλής και έθνους, τίμησαν ποικιλοτρόπως για τα στρατιωτικά επιτεύγματά του, όχι μόνο με ανδριάντες, αλλά με πληθώρα από συγγραφικά, κι όχι μόνο, έργα:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

 

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ  vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Ο «Ἁνώνυμος Ἕλλην» πράττει παν δυνατόν για να καταστήσει στο γραπτό του βδελυρούς όλους τους δειλούς, «δούλους», υπηκόους όλων των τυράννων / μοναρχιών, και θαυμάζει τους «ἐλεύθερους Σουλιώτες» παρότι δεν έχουν σπουδαιότερη, από άποψη ελευθεριών και νόμων (βλ. Νομαρχία), διοικητική οργάνωση. Εις την προσπάθειά του όμως να αποδείξει ότι η τυραννία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας καταρρέει, ξεχνιέται κι ανατρέχει εις τις επαναστάσεις των διαφόρων Πασάδων ανά την Οικουμένη· παραχωρεί δηλαδή θεωρητικά τη δυνατότητα εξεγέρσεως στους πολίτες ενός κράτους, άνευ της παρουσίας μιας κάποιας Νομαρχίας, όπως αυτή ίσως την φαντάζονταν ο ελληνικός διαφωτισμός:

α. «Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀλοίσθια τοῦ θανάτου, καὶ ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἓν σῶμα ἀνθρώπινον, κατακρατημένον ἀπὸ ἀποπληξίαν καὶ μὴ ἔχον ἐλευθέραν, εἰμὴ τὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία, μὴν λαμβάνουσα τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον ἀδυνατίζει καί, τέλος πάντων, θνήσκει. Οὕτως καὶ ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν τὴν σήμερον, εἰς ἄλλο δὲν γνωρίζεται ὅτι ὑπάρχει, εἰμὴ εἰς τὴν Βασιλεύουσαν. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ πρώην Τζεζάρ, κυβερνητὴς εἰς τὸ Ἄκρι, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουε εἰς τὸν βασιλέα του, ἀλλὰ καὶ ἀντιστέκετο εἰς ὅλας του τὰς προσταγάς, καὶ πολλάκις φανερὰ τὸν ὕβριζε, καὶ διὰ γραμμάτων πάντοτε τὸν ἐπεριγελοῦσε. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ Πασβάνογλους, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν πόλεμον ἐναντίον τοῦ βασιλέως του, καὶ ἐνίκησε πάντοτε. Ἔστω πρὸς τούτοις διὰ παράδειγμα ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν τὸ φανερώνῃ, ὅλοι ὅμως ἀρκετῶς τὸ ἠξεύρουσι ὅτι δὲν φοβεῖται, οὔτε ποτὲ ὑπακούει εἰς τὰς προσταγὰς τοῦ βασιλέως του.», σελ. 148

β. «Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου, τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες;», σελ. 148

γ. «Ὁ Ἀντιβασιλεὺς προστάζει, καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ὑπακούεται.», σελ. 149

Αυτά συμβαίνουν την ίδια ώρα που η όποια Νομική Αρχή της Οθωμανικής Εξουσίας έχει κατακρεουργηθεί από τη ρητορική του διαφωτισμού:

«Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους.», σελ. 77

Από τα άνωθι γίνεται φανερό, πως η ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος» δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά γράμμα, ειδάλλως θα πρέπει να θαυμάζει κανείς όλους τους «πασάδες» που σήκωσαν κεφάλι εις το Σουλτάνο της Κωνσταντινουπόλεως μη δεχόμενοι οι ίδιοι να είναι «δοῦλοι» ενός κάποιου τυράννου. Μια τέτοια σκέψη, ο θαυμασμός ενός αλλοεθνή δυνάστη, για έναν που προτρέπει σε εθνική επανάσταση ή για ένα εθνικιστή, είναι κάτι το ανίερο.

Η γόμωση αυτών των ιδεολογημάτων, πηγασμένων εκ του διαφωτισμού, στηρίζεται εις τα δήθεν ορθολογικά φληναφήματα περί «πολιτικῆς ἡθικῆς», όπου ως «ὁρθὴ [πολιτικὴ] ἡθικὴ» για μίμηση, εννοείται ασφαλώς και το «imperatum» της πόλεως των Αθηνών επί των υπολοίπων ελληνικών κατά την αρχαιότητα:

«Η μελέτη του κλασικού πολιτισμού ως οργανικής ενότητας διερμήνευε την πεποίθηση ότι η αρχαία δημοκρατική Αθήνα αντλούσε την πολιτική της δύναμη από την ηθική και πολιτισμική της αίγλη, από το σύστημα των κοινωνικών και πολιτειακών της θεσμών. Δεδομένου ότι επρόκειτο για σύστημα βασισμένο στην ευθύνη των δημόσιων λειτουργών έναντι του οργανωμένου συνόλου, ήταν προφανές ότι, στο μέτρο που λειτούργησε αποτελεσματικά, συνέβαλε στην ακμή της πόλης και ανέδειξε το αθηναϊκό μεγαλείο.  Η χαλάρωση του συστήματος οδήγησε στην παρακμή και στην υποταγή της πόλης στο ρωμαϊκό ζυγό: "Αὐτὸ τὸ σύστημα διήρκεσεν εἰς πολὺν καιρὸν, καὶ μὲ αὐτὸ ἔλαβον αἱ Ἀθῆναι ὅλην τὴν δύναμιν καὶ λαμπρότητα. Ἀθετήθη ὅμως μετέπειτα, ἀφ’ οὗ αἱ Ἀθῆναι παθοῦσαι πολλὰς τυραννίας ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς τῶν Μακεδόνων, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν ζυγὸν τῶν Ρωμάνων"»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 101)

[Περισσότερα στην απάτη «Η Ηθική κι η Ηθική»]

 

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ  vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ Νο2

Ελέχθη ανωτέρω, ότι ποικίλοι στρατιώτες μη «Νομαρχιακών» συστημάτων πολέμησαν επαξίως υπέρ της πατρίδος των και υπέρ της εθνικής των ελευθερίας. Ο «Ανώνυμος Έλλην», παρότι έχει «ψάλει τὸν ἑξάψαλμον» εις τους «δούλους» τόσες φορές στο παρελθόν περί της «δειλεῖας» των, τελικά αναγκάζεται να ομολογήσει εκείνο ακριβώς που δεν θέλει να παραδεχθεί γι’ αυτούς:

«Αὐτοὶ δὲν εἶδον κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου των, καὶ τρέμουσι εἰς κάθε προσταγήν του, χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ τόσον βδελυκτοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἐνταυτῷ τόσον ἄξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Βέβαια, μεγάλη εἶναι ἡ ἀναισθησία αὐτῶν τῶν δούλων, καὶ ὠφέλιμον εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας, διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς.», σελ. 49

Στην τελευταία φράση κρύβεται και το τέχνασμα του διαφωτισμού. Η φράση «διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς», άλλο τι δεν αποκαλύπτει πως ο διαφωτισμός κάποια στιγμή της κυματώδους ιστορίας του, δεν είχε τη θέληση να αποδεχθεί μίαν αλήθειαν· τον ηρωισμό των μαχίμων ανθρώπων, ανεξαρτήτου ισχύουσας πολιτικής αρχής· διότι αν κι ο «Ανώνυμος Έλλην» αναγνωρίζει την «ἀναισθησία[ν ] αὐτῶν τῶν δούλων» όταν ρίχνονται εις την μάχη και «φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν» (βλ. ανωτέρω παραδείγματα Καμικάζι), εντούτοις δεν επιθυμεί να θαυμάσει αυτό τον ηρωισμό, καθόσον ένας τέτοιος θαυμασμός θα ανακάτευε άσχημα το αχυρένιο θεωρητικό κατασκεύασμα περί «ἐλευθέρων» πολιτών που πλασάριζε ο διαφωτισμός· έτσι, ανατρέχει εις την πεπατημένη οδόν, δηλαδή «εἰς τὸ στρίβειν διὰ τοῦ ἀρραβῶνος»: «ὠφέλιμον εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας», αυτού του «ἀποδιοπομπαίου», δηλαδή μη θαυμαζομένου, μη «Νομαρχιακού» τύπου ηρωισμού· αιτίες, οι οποίες θα «πρέπει» να είναι «υποδεέστερες» από εκείνες των μαχίμων πολιτών της όποιας Σπάρτης ή Αθήνας· πράγματι, οι «αιτίες», κατά τον «Άνώνυμον Ἕλληνα», είναι μόνο μία: «Ἄλλη, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ αἰτία, ὁποὺ τοὺς παρακινεῖ νὰ θυσιάζωνται τόσον ἀνοήτως, εἰμὴ ὁ φόβος.», σελ. 50

Ασφαλώς ο διαφωτισμός δεν αρκούνται εις την απαγόρευση του θαυμασμού περί του ηρωισμού των όποιων πολιτικών «δούλων»· εκβίαζε παράλληλα το θαυμασμό του δικού του διδασκομένου στρατιωτικού ηρωισμού, ακριβώς από εκείνους τους οποίους χλεύαζε:

«Θαυμάζουν οἱ δοῦλοι, βλέποντες τοὺς ἐλευθέρους στρατιῶτας νὰ ἀψηφῶσι τοσοῦτον τὸν θάνατον, καὶ νὰ ὁρμῶσι μὲ ἀνέκφραστον θάρρος εἰς ἀπάντησίν του.», σελ. 42

Για το διαφωτισμό λοιπόν, δεν είχε σημασία ο στρατιωτικός ηρωισμός, παρά τα πολλά μα φτωχά λόγια του πρώτου· σημασία είχε το πολιτικό του υπόβαθρο. Βάση της πολιτικής επιλογής του υποβάθρου, κατασκευάζονταν φιλολογικά οι «δοῦλοι» κι «ἥρωες» -αφέντες της ανθρώπινης ιστορίας.

Για να κλείσει με ταχύτητα εδώ το κεφάλαιο των ρητορικών αντιφάσεων της «Ελληνικής Νομαρχίας», αρκεί να παρατεθούν τα ίδια τα λόγια του συγγραφέως της· έτσι από τη μια μεριά οι πολίτες της Σπάρτης χαρακτηρίζονται ως «ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες», την ίδια ώρα που από την άλλη, γίνεται παραδεχτό πως αυτοί οι τελευταίοι ευλόγησαν «τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων» που δυνάστευσαν την Αθήνα μετά την ήττα της κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο:

α. «Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των, καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς αἰῶνας.», σελ. 47

«Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως ἠκολούθησεν [..] Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου [...] Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης, ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν, καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος, τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας, βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.», σσ. 70-71

 

ΣΠΑΡΤΗ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Ο διαφωτισμός κουβάλησε μαζί του μια σειρά από παιδαγωγικά στερεότυπα:

α. «Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.»

β. «Ἡ λέξις «Πατρὶς» ἐρέθιζε εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν προγόνων μας ὅλας τὰς ἰδέας τῶν καλῶν τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅλην τὴν εὐδαιμονίαν τῆς ζωῆς των . Καὶ διὰ τοῦτο, ὅλοι ὁμοῦ, εἰς τὴν πατρίδα των μόνον εὕρισκον τὴν εὐτυχίαν των, καὶ δι᾿ αὐτὴν μόνον ἐφύλαττον τὴν ζωήν των, τὴν ὁποίαν ἐθυσίαζον εἰς κάθε της χρείαν.», σελ. 42

Μέσα στα στερεότυπά του, διδάσκονταν πως υπήρχε μια κάποια «διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων», η οποία στελεχώνονταν από το παράδειγμα του Λεωνίδα, και δηλαδή των Σπαρτιατών. Η απόκρυψη όμως των διαφωτιστών ήταν αρκούντως έντεχνη. Ποτέ δεν τολμούσαν να αναφέρουν ότι τα «ἐλεύθερα στρατεύματα» των Σπαρτιατών απαρτίζονταν κι από «δούλους» Είλωτες, που δεν ζούσαν κάτω από κανένα καθεστώς «Νομαρχίας» ή μιας κάποιας πολιτικής «Ἐλευθερίας»:

«Εν καιρώ πολέμου και πάλιν αστυνομικά, κατά κανόνα, καθήκοντα είχον οι Ιππείς, παρακολουθούντες τους στρατευθέντας Περιοίκους και Είλωτας. Εν περιπτώσει στρατοπεδεύσεως, οι Είλωτες έμενον εκτός του στρατοπέδου, επιτηρουμένοι υπό των Ιππέων». (Πηγή: «Οι παντοδύναμοι Έφοροι της Σπάρτης», Σαράντος Αντωνάκος, Υπαστυνόμος Α΄, Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 48, σελ.31) 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΜΕΤΡΟ & ΔΟΥΛΟΜΕΤΡΟ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ

Για το τέλος αφέθηκε προς σχολιασμό ξανά η ρητορική του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος»:

α. «Πῶς λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; », σελ. 72

β. «Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

Ο «Άνώνυμος Ἕλλην» υποστήριζε ότι οι δούλοι δεν πολεμούν γιατί είναι δειλοί:

γ. «Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι; Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν; ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν;», σελ. 51

Ο ίδιος συγγραφέας επίσης υποστήριζε, πως το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου απαρτίζεται από δούλους:

δ. «Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται, δὲν κρίνω τόσον ἀναγκαῖον νὰ περιγράψω καταλεπτῶς τὴν ἰδιότητά της, μάλιστα εἰς ἐσᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἐντὸς ὀλίγου περὶ τῶν ὀθωμανῶν θέλω ὁμιλήσει.», σελ. 32

Αν λοιπόν οι Έλληνες ήταν δούλοι από την εποχή της Ρώμης, θα έπρεπε να είχαν αφέντες/κυρίους, καθόσον δούλος άνευ αφέντη/κυρίου δε νοείται. Κι η αλήθεια είναι ότι ο συγγραφεύς της «Νομαρχίας» με όλα του τα δόγματά δεν υπαινίσσεται τίποτα άλλο παρά το ότι οι «γενναῖοι ἐλεύθεροι Ἕλληνες» είχαν γίνει «ὑπόδουλοι» των «δειλῶν δούλων Ρωμαίων», οι οποίοι βρίσκονταν «ὑπὸ θεοκρατίας»:

«...ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει.», σελ. 70

Όμως πώς στα αλήθεια θα μπορούσε να λεχθεί ότι πράγματι τα στρατεύματα των τυραννιών είναι «φυγάδες», όταν ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως οι «δοῦλοι Ρωμαίοι» ήσαν οι «ἀξιώτεροι στρατιῶται»;

«ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος. Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿ αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου», σελ. 73

Ο «Ανώνυμος Έλλην» για να ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό παραδέχεται πως «νόμους παρὰ» των Ελλήνων είχαν λάβει. (!) Εντούτοις...

Όταν φθάνει κανείς διανοητικά στην εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απορεί με το ότι ακολουθούν τον «Ανώνυμο Έλληνα» οι σύγχρονοι παγανιστές και νεοδιαφωτιστές εις τους συλλογισμούς του, όταν αυτοί οι τελευταίοι δεν μπορούν να εξηγήσουν βάση αυτών, τον τρόπο με τον οποίον στρατιώτες Οθωμανοί «δούλοι» του Σουλτάνου, που ανήκαν εις «τὰ [δούλα] ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης», κατάφεραν και διαφέντευαν για τετρακόσια χρόνια με τη σπάθη τους ως αφεντικά τους Έλληνες, αλλά κι άλλους λαούς, όχι μόνο των Βαλκανίων, όταν θα έπρεπε «εὐθὺς νὰ φεύγουν... ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν». Μήπως αλήθεια δε συνάντησαν αντίσταση από τα τόσους και τόσους εμπειροπόλεμους στρατούς; δεν συνάντησαν τόσα και τόσα επαναστατικά κινήματα στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια προ του 1821; ή πιστεύουν οι νεοπαγανιστές και οι νεοδιαφωτιστές ότι ο Βυζαντινός κι ο Βενετικός στρατός που νικήθηκαν αρκετές φορές από αυτούς, ήτο στρατοί «τῆς πλάκας»;

Αλήθεια, θα μπορούσαν να είναι αυτές οι «στρατιωτικές τακτικές» και «στρατηγικές» ερμηνείες που δέχονται οι παγανιστές σήμερα; Δέχονται δηλαδή ότι οι πολεμιστές της υφηλίου διαχωρίζονται με ρητορικά σχήματα σε μαχητές «δούλους» και μαχητές «ἐλευθέρους», όπου πάντα οι δεύτεροι νικούν τους πρώτους; Αλήθεια, πότε ανακάλυψαν οι νεοπαγανιστές το «δουλόμετρο» και το «ἐλευθερόμετρο» των λαών; Ή μήπως το «ἐλευθερόμετρο», γι’ αυτούς τους «ἀργοὺς» της λογικής, δείχνει πάντα τη μέγιστη τιμή εις την αρχαία Ελλάδα και εις τους δικούς της μόνο στρατιώτες; Πώς εξηγούν οι νεοπαγανιστές κάνοντας χρήση του εγχειριδίου της λογικής του «Ανωνύμου του Έλληνος», την νίκη των Ελλήνων εις το Αλβανικό Μέτωπο του 1940 κατά των Ιταλών, όταν ήτο «δούλοι» του φασίστα Μεταξά;

Έπειτα, ενώ οι φίλτατοι νεοπαγανιστές ψοφάνε στην κυριολεξία όταν ομιλούν περί «Χριστιανικῆς θεοκρατίας», όπως ανωτέρω ομίλησε με κατηγορίες για τη Ρωμαϊκή «τυραννικὴν θεοκρατίαν» ο έλληνας ρήτορας, εντούτοις οι ίδιοι αυτοί θα ξεπεράσουν όποιες επικλήσεις ή αναμίξεις του αρχαίου κόσμου προς/με τους αρχαίους παγανιστικούς θεούς, ή βεβαίως τις επεμβάσεις του μαντείου των Δελφών σε όλες σχεδόν τις σημαντικές αποφάσεις «εθνικού», στρατιωτικού και πολιτικού ενδιαφέροντος του αρχαίου Ελληνικού κόσμου:

«Αὐτὸς ὁ ἥρως, βλέποντας τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς πατρίδος του, καὶ προβλέποντας τὸν μέλλοντα αὐτῆς ἀφανισμόν, ἀπεφάσισεν νὰ θυσιασθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν της, καὶ οὕτως φεύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του, περιφέρεται δι᾿ ὀλίγον καιρὸν ἔνθεν κακεῖθεν, ζητεῖ συμβοηθοὺς καὶ συνδρομητάς, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς ὀλίγον καιρὸν προητοιμάζει τὰ πάντα. Εἰσέρχεται, νυκτός, εἰς τὴν ἀγαπητήν του πατρίδα μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως, ἐξυπνᾶ τοὺς συμπατριῶτας του ἀπὸ τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας, φωνάζει εἰς τοὺς κεκωφωμένους ἤδη ἀπὸ τὴν δουλείαν: «Δεῦτε, συμπολῖται, δεῦτε, ἀδελφοί μου, νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν προτέραν μας εὐτυχίαν. Ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι πρὸς βοήθειάν μας! Ἂς ἐκβάλωμεν τὴν θανατηφόρον νόσον τῆς κυριότητος, ἂς γίνωμεν ἄξιοι τοῦ ὀνόματός μας, ἂς δειχθῶμεν ἀληθεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἂς ἀποβάλωμεν τοὺς τυράννους».», σελ. 71

Μήπως δεν αποτελεί ύβρη της λογικής, το ότι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές αποδέχονται τον «Ανώνυμο Έλληνα» σαν λέγει πως οι «δοῦλοι» των μοναρχιών είναι γεμάτοι «δειλία», ενώ γνωρίζουν πως οι πολεμιστές του Μ. Αλεξάνδρου απεδείχθησαν ιστορικά οι μεγαλύτεροι στρατιωτικοί κατακτητές όλου του αρχαίου, κι όχι μόνο, κόσμου ενάντια στις στρατιωτικά «φθηνές Νομαρχίες» που ονειρεύονται όλοι τους μαζί, χάριν του «μοντέρνου» αντιχριστιανισμού;

Οι ανωτέρω υπέρ της «Ελληνικής Νομαρχίας» συλλογισμοί ανήκουν σε ανθρώπους οι σκέψεις των οποίων είναι «τρελές για δέσιμο». Και δεν ελέχθη λάθος. Ο «Ανώνυμος Έλλην» ήταν ρήτορας και ρητορική είναι κι η πραμάτεια του. Σαν όμως εκλαμβάνεται εις τα σοβαρά από τους νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, άλλο δε δείχνει τούτο, παρά το ότι εκείνοι που τον ακολουθούν, δε διαφέρουν σε τίποτα από τους πολίτες της αρχαίας Αθήνας, που συγκινημένοι από τους πολιτικούς της μετά Περικλέους εποχής, έπεφταν στη δύνη της Σικελικής Εκστρατείας, που είχε δημιουργήσει ο ανεμοστρόβιλος της ρητορικής τέχνης.

 

 

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1648 - ΚΡΟΜΒΕΛ

 

Η έπανάσταση του Κρόβμελ αποτελεί ένα από τα πολλά παραδείγματα της ιστορίας που καταρρίτπουν τις αγέρωχες ρητορείες του «Ἀνώνυμου Έλληνα» κι όσων άλλων ονειροπαρμένων οπαδών του, που αποδέχονται ότι οι «δημοκρατικοί» στρατιώτες «πρέπει» να αποδίδουν καλύτερα από τους «αυτοκρατορικούς», επειδή το λέγει αυτό η «Ελληνική Νομαρχία»:

 

«Έτσι άρχισε [ο βασιλιάς της Αγγλίας Κάρολος ο Α(1625-1649) ήρθε σε φανερή ρήξη με το κοινοβούλιο (απολυταρχικά μέτρα και θρησκευτικές καινοτομίες) και βγήκε στις επαρχίες, για να οργανώσει τον πόλεμο εναντίον του] ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στο βασιλιά και το κοινοβούλιο. Με το μέρος του βασιλιά τάχθηκαν οι ευγενείς, οι οπαδοί των επισκόπων και γενικά οι δυτικές και βόρειες επαρχίες, ενώ οι ανατολικές και οι νότιες που αποτελούσαν το πολυπληθέστερο και πλουσιότερο μέρος της Αγγλίας, υποστήριξαν το κοινοβούλιο. Ο στρατός του βασιλιά ήταν πιο ικανός για πόλεμο, γιατί αποτελούνταν από εξασκημένους και τολμηρούς ευγενείς ιππείς και το ιππικό αποτελούσε ακόμη τη σπουδαιότερη δύναμη του στρατού της εποχής εκείνης. Γιʼ αυτό ο στρατός του κοινοβουλίου είχε πολλές αποτυχίες.

 

Δεξιά: Ο Κρόμβελ διαλύει το Κοινοβούλιο, Andrew Gow, 1907, (Πηγή: http://mistrisparliament.wordpress.com/tag/parliament/)

Αριστερά: Οι πολιορκίες του Pembroke & Tenby 1648 (Σειρά Εμφύλιες Μάχες των Άλλγων, συγγραφεύς: Tim Beardsworth, Έκδοση: Paperback 20 pages (March 1999), (Πηγή: http://www.virtualtenby.co.uk/Wales_Tenby_history_books.asp)

 

Ο Ολιβέριος Κρόμβελ (Cromwell) ήταν βουλευτής και αξιωματικός στην υπηρεσία του κοινοβουλίου και χρησιμοποίησε καινούργιο σύστημα. Κατάρτησε ιππικό από ορεινούς πουριτανούς, που ήταν φανατικοί στην πίστη τους και δεν πολεμούσαν σαν τους μισθοφόρους για το χρήμα, αλλά από αφοσίωση προς τη θρησκεία τους. Οι πολεμιστές αυτοί, όπως το μεγαλύτερο μέρος του αγγλικού λαού, αντιπαθούσαν κάθετί το καθολικό. Ο Κρόμβελ λοιπόν κατόρθωσε να τους διεγείρει το θρησκευτικό συναίσθημα με αυστηρό τρόπο ζωής, με προσευχές, με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και με άσματα από το Ψαλτήρι. Έτσι ο στρατός αυτός δεν άργησε να φανεί ανώτερος από το στρατό του βασιλιά. Ο Κρόμβλε διορίστηκε αρχιστράτηγος και νίκησε το βασιλιά, που αναγκάστηκε να καταφύγει στη Σκοτία. Αλλά οι Σκότοι τον παρέδωσαν στο αγγλικό κοινοβούλιο.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 55-56)

 

 

 

Πρβλ. ενότητα «Η αλαζονεία του «Ανωνύμου του Έλληνος» και των υποστηρικτών του»

Πρβλ απάτη «Τα δύο αίτια της υποδούλωσης»

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΟΥΛΙΟΥ

Οι Σουλιώτες είχαν μια δική τους μορφή κοινωνικής οργάνωσης που βασιζόταν στην οικογενειοκρατία, τη λεγόμενη φάρα, που έφθαναν σε αριθμό περίπου τις 47, που αντιπροσώπευαν 150 οικογένειες. Σπουδαιότερες εξ αυτών ήταν η φάρα του Δημοδράκου, του Ζέρβα, του Μπότσαρη, του Τζαβέλλα, του Δαγκλή, του Καραμπίνη, του Κουτσονίκα κ.ά.

Κάθε φάρα είχε τον δικό της αρχηγό του οποίου το αξίωμα ήταν κληρονομικό. Οι αρχηγοί των «φαρών» συγκροτούσαν μια μορφή κυβέρνησης που λεγόταν «Κριτήριο της Πατρίδας» με κύριο καθήκον να κρίνει επί παντός και να αποφασίζει σχετικά, με αναμφίβολα και δικαστική εξουσία που βασιζόταν στο έθιμο.

Ανώτατη εξουσία ασκούσε το «Γενικό Συνέδριο» στο οποίο λάμβαναν μέρος εκτός από τους αρχηγούς των οικογενειών και κάθε Σουλιώτης που είχε διακριθεί σε ανδραγαθία. Αυτό αποφάσιζε θέματα πολέμου, ειρήνης, συμμαχίας και οτιδήποτε αφορούσε τις εξωτερικές σχέσεις της «συμπολιτείας», της οποίας πρωτεύουσα ήταν το Σούλι όπου και γίνονταν οι συνελεύσεις των δύο παραπάνω οργάνων.

Ήθη - έθιμα

Για τα ήθη και τα έθιμα των Σουλιωτών χαρακτηριστικές είναι οι πληροφορίες που άφησε ο Χριστόφορος Περραιβός στην ιστορική συγγραφή του, που άντλησε κατά την επιτόπια έρευνά του όταν στάλθηκε εκεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη για να τους μυήσει στο ξεσηκωμό του Γένους. Σημειώνει λοιπόν ο Περραιβός: «Κανένας από τους Σουλιώτες καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν».

Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη τα Σουλιωτοχώρια συντηρούσαν περίπου 2.500 ένοπλους λιτοδίαιτους, σκληραγωγημένους και ολιγαρκείς, οι οποίοι και αποτελούσαν εγγύηση της ασφάλειας της περιοχής, έναντι των Τούρκων, ο δε συνολικός πληθυσμός υπολογίζεται πως έφθανε περί τους 10.000 έως 12.000).

Γενικά οι Σουλιώτες επιδείκνυαν χαρακτηριστική τυφλή υπακοή και πειθαρχία στους αρχηγούς τους στην περίοδο των πολέμων τους. Θεωρούσαν την ελευθερία πολυτιμότερη της ζωής τους. Τα δε ήθη τους ήταν πολύ αυστηρά Σέβονταν τις γυναίκες τους, τιμούσαν τους διακρινόμενους σε μάχες, περιφρονούσαν τους δειλούς όπως και τις γυναίκες αυτών. Μία απλή υπόνοια για την ηθική μιας γυναίκας αρκούσε για να λιθοβοληθεί με απόφαση του αρχηγού της φάρας. Σε περίπτωση μοιχείας τη μοιχαλίδα την έβαζαν μέσα σε τσουβάλι (σάκο) και την γκρέμιζαν σε φαράγγι του Αχέροντα.. Οι Σουλιώτες διακρίνονταν για τις υποσχέσεις και συμφωνίες τους που θεωρούσαν ιερές (κοινώς: μπεσαλήδες), και θανάτωναν όσους παρέμβαιναν τις αρχές τους. Η αντεκδίκηση (κοινώς βεντέτα) ήταν νόμος απαράβατος (ιερός). Γενικά όμως ήταν γενναίοι, ριψοκίνδυνοι, ευσταλείς, γρήγοροι, φιλελεύθεροι, αρκετές φορές μεγαλόψυχοι, φιλοπάτριδες, αλλά και εξ ανάγκης αφοσιωμένοι σε ...επιδρομές και λαφυραγωγήσεις.

Άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία ήταν ότι δεν κουρεύονταν, φορούσαν και αυτοί φουστανέλα και στολίζονταν στο στήθος με «τσαπράζια». Τα δε ρούχα των γυναικών ήταν όλα κεντητά. Αγαπημένο μουσικό όργανο των Σουλιωτών ήταν ο ταμπουράς. Ζούσαν με πολύ περιορισμένα προϊόντα λόγω του άγονου του ορεινού εδάφους με συνέπεια αυτή η ίδια η φύση να τους εξαναγκάζει πολλές φορές να προβαίνουν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές να ληστεύουν και να λαφυραγωγούν υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους σε χρήμα αλλά και σε είδος. Οι δε κάτοικοι αυτών των 70 περίπου κατακτηθέντων χωριών καλούνταν «Παρασουλιώτες». Η δε σχέση μεταξύ Σουλιωτών και Παρασουλιωτών έφερνε στη μνήμη, όπως σημειώνει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, εκείνη μεταξύ των αρχαίων Σπαρτιατών και των Περιοίκων.

Το δε άκρον άωτον των Σουλιωτών ήταν ότι και αυτοί πλήρωναν στον Σουλτάνο ετήσιο φόρο, τον λεγόμενο κεφαλικό και τον λεγόμενο «προβατικόν», (που προηγουμένως μάζευαν από τους Παρασουλιώτες), και αυτό για να μη τους ενοχλεί (!), παρουσιάζοντας έτσι μια περίεργη εικόνα αρχόντων και αρχομένων. Η κατάσταση όμως αυτή δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί άλλο, μέσα στην επικράτεια (Πασαλήκι) του Αλή Πασά που δικαιολογημένα, για ευνομούμενους λόγους, στράφηκε εναντίον τους. (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες)

 

 

ΟΙ «ΚΛΕΦΤΕΣ» & ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ.114-115 )

 

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 114-115)

«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι [...] φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Μια περεταίρω απόδειξη, από τις πολλές, του ότι η «Ἕλληνική Νομαρχία» είναι ένα «Βολταιρόφρον» ρητορικός λίβελλος, κι όχι κείμενο εις το οποίο ο καθείς θα έπρεπε να ανατρέχει για να βρει «ὅλες τὶς ἀλήθειες», όπως πράττουν νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, βρίσκεται στους ηθικούς (βλ. πολιτικούς) έλεγχους των αντιπάλων του· εκεί, καθετί που προμηνύει πολιτική επανάσταση καθαγιάζεται και καθετί ενάντιο ή ουδέτερο ρίπτεται εις το βόρβορο της κολάσεως.

 

Ο πολιτικός έπαινος των Κλεφτών

Η διαγωγή των «κλεφτῶν», ενόπλων συμμοριών ληστών των Βαλκανίων οι οποίοι θα βοηθήσουν την επανάσταση στα τελευταία 50 περίπου χρόνια προ του 1821, εξιδανικεύεται, στολίζεται με ανθρωπισμό και γενικεύεται από τον «Ἀνώνυμο Ἕλληνα»:

«Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε; Δὲν ἀποδεικνύουσιν αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι! Τὴν σήμερον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται βέβαια ἀπὸ αὐτοὺς περισσότεροι ἀπὸ δέκα χιλιάδας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀδιήγητος καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους ἀπερίγραπτος.

Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀξίζει δέκα ἀρχιστρατήγους ἀλλογενεῖς διὰ τὴν ἐξυπνότητα τοῦ νοὸς καὶ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐφευρέσεις, διὰ δὲ τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παρομοιάσῃ τινὰς μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀρχιστρατήγους.», σελ. 152

Κατόπιν της άνωθι επαινετικής πολιτικά πληροφορίας, ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» ουδέν ζήτημα ηθικής κινεί εναντίων των, όπως π.χ. ανάλογα κινεί τόσο σχολαστικά για τους εκκλησιαστικούς· για τους τελευταίους, ζητήματα πορνείας, αρσενοκοιτίας, γαστριμαργίας ή ανάγνωσης (!)  ακόμη, μπαίνουν εις το «μικροβιολογικὸν ἐργαστήριον» του διαφωτισμού:

«Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ λέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

 Κι αν δε τύχει να φανερωθεί κάτι «ἄσχημον» για τη ζωή των κλεφτών, δεν θα έχει ως ηθικό στόχο τους τελευταίους, αλλά ως πολιτικό στόχο το Σουλτάνο και συγκεκριμένα την ισχύ του (βλ. κατωτέρω)

 

Οι κλέφτες

Οι κλέφτες ήταν συνεργοί της επανάστασης, αδούλωτα πνεύματα που δεν άντεξαν σε όλα την κατοχή των Οθωμανών· όμως η δική τους ιστορία καν λόγω της απελευθέρωσης, καν λόγων της πολιτικής τους εν τέλει δράσης θαυμάζεται, ως τους θαύμασε σε πολλές περιπτώσεις ο λαός, εντούτοις δεν ακολουθεί πάντοτε πιστά το ίδιο μοτίβο μιας κάποιας «ἡθικῆς μεγαλειότητος» κι αυτό είναι λογικό επόμενο. Όταν κάποιος Ρωμιός σκότωνε ένα μπέη ή ένα τούρκο, για οποιοδήποτε λόγο, δεν χρειάζονταν ο λόγος αυτός να ήταν «πατριωτικὸς» κι ήθελε να ζήσει, δεν του έμενε παρά να γίνει κλέφτης :

α. «Ο καθένας τους εξασφάλιζε την ελευθερία μόνο για τον εαυτό του και φρόντιζε να ζήση, όπως μπορούσε, ληστεύοντας στην ανάγκη και Έλληνες ακόμη [...] αυτονόητο είναι ότι οι κλέφτες κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας δεν είχαν στην συνείδηση ότι αγωνίζονται για την ελευθερία ολόκληρου του έθνους [...] ότι τους ξεχώριζε από τους κοινούς κλέφτες ήταν μόνο το έντονο μίσος εναντίον των κατακτητών και των συνεργατών τους και η συμπάθεια προς τους κατατρεγμένους. Έτσι ο κλέφτης άρχισε να γίνεται ίνδαλμα», (Πηγή: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Βακαλοπούλου, τόμος Β΄, σελ. 369)

β. «Τα χωριά γενικά του Βερμίου καταπιέζονται τόσο από τους κλέφτες, όσο και από τους Αλβανούς αντιπάλους των. Έτσι η γνωστή Καστανιά είχε ερημωθή:», (Πηγή: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Βακαλοπούλου, τόμος Δ΄, σελ. 726)

γ. «Το κοινωνικά προσδιορισμένο ληστρικό φαινόμενο των κλεφτών, που αψηφούσαν και παρενοχλούσαν εξίσου τόσο τις οθωμανικές αρχές όσο και τους Έλληνες προύχοντες, συνέχιζε να εξαπλώνεται στα ελληνικά βουνά. Από μορφή πρωτόγονης κοινωνικής διαμαρτυρίας η ελληνική κλεφτουριά περιβαλλόταν σταδιακά, χάρη και στις ρομαντικές ερμηνείες φιλελλήνων όπως ο Byron, και από την αίγλη του σχηματισμού αντίστασης κατά της τυραννίας.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 485)

δ. «Οἱ κλέφται, διάγοντες ὲπὶ τῶν ὅρεων καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθώσι, ἔζων ἐκ τῆς λῃστείας ἥν ἤσκουν κυρίως εἰς βάρος τῶν Τούρκων, ἐνίοτε ὅμως καὶ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν.», (Πηγή: Ν. Καλομενόπουλος, υποστράτηγος ε.α. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Ελλάς, τόμος Ι, σελ.205)

ε. Εκείνο το παράθεμα που προκαλεί εντύπωση για τη ρητορική της «Ελληνικής Νομαρχίας» είναι το εξής: «στην στεριά, ιδίως στη Θεσσαλία, Τούρκοι στρατιώτες, Έλληνες και Αλβανοί κλέφτες και ληστές λεηλατούν τα χωριά. Οι Κοζανίτες παραπονούνται ότι κατοικούν «εἰς τόπον ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων»», (Πηγή: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Βακαλοπούλου, τόμος Δ΄, σελ. 570)

Προκαλεί δε εντύπωση αυτό το παράθεμα, λόγω των ακραίων χαρακτηρισμών του «Ανωνύμου του Έλληνος». Αυτός, βάπτιζε τους επισκόπους κι αρχιεπισκόπους ως «λύκους» που «ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα», την ίδια ώρα που οι απλοί συμπατριώτες του Κοζανίτες χαρακτήριζαν ως τέτοιους, τους ανθρώπους μερικών ενόπλων ληστρικών ομάδων που εκείνος επαινούσε σύσσωμα· αυτό δείχνει την απόσταση της πολιτικής ιδεολογίας που γεννήθηκε στη Δύση, του Διαφωτισμού, σε σχέση με την καθημερινή πραγματικότητα των Ρωμιών στην Ανατολή. Αυτή την πολιτική ιδεολογική πραγματικότητα επαναλαμβάνουν «εὐλαβικὼς» λίγα ίσως βιβλία, τα οποία συνεχίζουν να «παραδέχονται» με τη σιωπή τους, πως το κοινωνικό πρόβλημα της εποχής για τον ελληνικό λαό ήταν «ὁ πλοῦτος» της Εκκλησίας, όπως συνέβαινε στη Δύση:

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους [...] Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι [...] φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 119

Ας έχει υπόψιν του ο αναγνώστης, πως οι συμμορίες των κλεφτών, δεν ήτο πάντοτε αποτελούμενες από εθνικώς ή θρησκευτικώς «καθαρά» στελέχη. Για παράδειγμα, η συμμορία στην οποία συμμετείχε ο Σέρβος Καραγεώργης (βλ. δεσμό), τον οποίο, πολιτικά ορμώμενος, θαυμάζει για την επαναστατική του δράση ο «Ανώνυμος Έλλην», ιδρύθηκε από τον  αποστάτη Γενίτσαρο Χαζλή κι έλαβε μέρος σε σφαγές, τόσο μουσουλμάνων όσο και Χριστιανών αδιακρίτως, εις εξεύρεση του «κλέφτικου ἐπιουσίου ἄρτου»:

«Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», σελ. 157

Τέτοιες συμμορίες δεν πρέπει να θεωρούνται αρχικά έχοντες πατριωτικούς στόχους, με τη  σημασία που οι σύγχρονοι αποδίδουν, αλλά μήτε και «διάγωντες θρησκευτικόν τίνι βίον». Οι όροι της επιβίωσης των κλεφτών είναι απάνθρωποι, τουλάχιστον για τη σύγχρονη εποχή, ως το παράδειγμα του Γεωργίου, αλλά κι άλλων, επιδεικνύει.

Μετά πάσης σημασίας πρέπει να σημειωθεί επαναληπτικά το εξής παράθεμα για να εννοήσει ο αναγνώστης την απαρχής της κλεφτουριάς:

«Ο καθένας τους εξασφάλιζε την ελευθερία μόνο για τον εαυτό του και φρόντιζε να ζήση, όπως μπορούσε, ληστεύοντας στην ανάγκη και Έλληνες ακόμη... »

Άμεση λογική συνέπεια μιας αντίδρασης προς τις Οθωμανικές αρχές, είναι η απόφαση της «λογικής» διατήρησης του εαυτού:

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου [...] ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14

Με άλλα λόγια η απαρχή της κλεφτουριάς στηρίζεται εις τον ίδιο μηχανισμό για τον οποίο ο «Ἄνώνυμος Ἕλλην» κατηγορεί γενικευμένα τους κληρικούς αδίκως:

«...ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί.», σελ. 144

Η «κλεφτουριὰ» δε ξεκίνησε επειδή κάποιοι ένιωθαν «περισσότερο Έλληνες»  ή επειδή  «στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους»· ξεκίνησε γιατί  στοχάζονταν «τι διὰ τοὺς» εαυτούς τους:

«Μάνα σοῦ λέω, δὲν βαστῶ τοῦ Τούρκου νὰ δουλεύω

Δὲν ἡμπορῶ, δὲ δύναμαι ἐμάλιασ’ ἡ καρδιὰ μου·

Θὰ πάρω τὸ τουφέκι μου νὰ πάω να γίνω κλέφτης

νὰ κατοικήσω στὰ βουνὰ καὶ στὶς ψηλὲς ραχούλες.

θὰ φύγω μάνα καὶ μὴν κλαῖς μόν’ δὸς μου τὴν εὐχὴ σου

κι εὐχήσου με, μανούλα μου, Τούρκους πολλοὺς νὰ σφάξω», (Πηγή: Ν. Καλομενόπουλος, υποστράτηγος ε.α. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Ελλάς, τόμος Ι, σελ.204)

Η απόδειξη αυτού του συλλογισμού στηρίζεται εις την ιστορική εξακολούθηση της ληστείας στην Ελλάδα, ακόμη και μέχρι τα χρόνια της εθνικής αντίστασης του 1941 (βλ. παράρτημα). Κι αυτή, η μετά την επανάσταση ληστεία, ανδρώθηκε κι εξακολούθησε βάση του ίδιου μηχανισμού, δηλαδή του στοχασμού του ιδίου συμφέροντος, το οποίο όμως δεν κατόρθωσε, δεδομένων και των νέων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών να μεταστραφεί σε «πατριωτικὸν ἀγώναν» (βλ. επόμενη ενότητα).

 

Οι αρματολοί

Οι αρματολοί δεν θα αναφερθούν διόλου εις τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», ούτε θα τύχουν μιας κάποιας «αὐστηρὰς ἡθικῆς ἐξετάσεως» ως υφίστανται οι κληρικοί εκ μέρους, αφού το ενδιαφέρον του συγγραφέως αυτού δεν είναι μια κάποια «χριστιανικὴ ἤ φιλοσοφικὴ ἡθικὴν» αλλά συγκεκριμένοι πολιτικοί στόχοι. Κι οι πολιτικοί στόχοι στη Δύση ήταν οι κληρικοί, ο βασιλιάς κι οι ευγενείς οι οποίοι «μετεκενώθηκαν» στην Ανατολή. Έτσι, αν κι οι προεστοί θα βληθούν, όχι βέβαια τόσο σκληρά όσοι οι κληρικοί, εντούτοις οι εν συνεργασία πολλές φορές μαζί τους «ἀρματολοὶ», δεν θα θιχτούν μήτε στο ελάχιστο και στην «Ελληνική Νομαρχία», αυτό το διαφωτιστικό κείμενο, καταλαμβάνουν την θέση «φαντασμάτων»· γεγονός που δηλοί την «πειραγμένη» πλάστιγγα του συγγραφέως της.

«Οι "ἀρματολοὶ". Οι αρματολοί ήταν τα εκτελεστικό όργανα της ιδιότυπης πολιτειακής οργάνωσης που επικρατούσε στις ορεινές περιοχές της υπόδουλης Ελλάδας. Οι Τούρκοι, χαρακτηριστικά φυγόπονοι, προτιμούσαν να κατοικούν στα χωριά του κάμπου παρακολουθώντας τα "τσιφλίκια" τους. Στα ορεινά χωριά κατοικούσαν πολύ σπάνια. Εκεί η ζωή γι’ αυτούς ήταν πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Τον έλεγχο των χωριών για την τήρηση της τάξης και την πληρωμή των φόρων την ανέθεταν στους αρματολούς, που τους διόριζαν με "φιρμάνι" και τη διοίκηση την ασκούσαν οι "πρόκριτοι" ("κοτσαμπάσηδες"). Οι αρματολοί συντηρούσαν ένοπλα σώματα για την άσκηση των καθηκόντων τους, που τα αποτελούσαν μισθοφόροι χωρικοί, αλλά και κλέφτες, που κατέφευγαν στα ορεινά ύστερα από σύγκρουση με τους Οθωμανούς (φόνους, κλεψιές κλπ.) και πληρώνονταν από τους χωρικούς. Οι αρματολοί έδιναν διαβεβαίωση στους Τούρκους ότι θα διατηρούν την τάξη στα χωριά και θα εξασφαλίζουν μαζί με τους κοτσαμπάσηδες την κανονική καταβολή των φόρων. Παράλληλα διαβε­βαίωναν τους κατοίκους των χωριών ότι δε θ’ αφήσουν να πατήσει εκεί τούρκικος στρατός.

Οι Τούρκοι ένιωθαν θανάσιμο μίσος ενάντια στους κλέφτες, που δημιουργούσαν αυτοδιοικούμενες εστίες από τ’  Άγραφα ως τον Τυμφρηστό, όπως και σ’ άλλες ορεινές περιοχές της Ελλάδας. Ήταν, έτσι, αναγκασμένοι να έχουν διαρκώς σε ετοιμότητα ή σε κίνηση τ’ αποσπάσματα τους για να προλάβουν τις επιδρομές από τα βουνά, να διατηρήσουν ή ν’ αποκαταστήσουν τις συγκοινωνίες ανάμεσα σε πόλεις και θέσεις στρατηγικής σημασίας και να ελέγχουν γενικά την κατάσταση. Γι’ αυτούς τους λόγους υποχρεώνονταν συχνά να συνθηκολογούν με τους κλέφτες, αλλά συνήθως χωρίς αποτέλεσμα. Οδηγήθηκαν τότε στην απόφαση ν’ αναθέσουν στους αρματολούς το κυνήγημα των κλεφτών, να εξασφαλίσουν, με τη βοήθεια των κοτζαμπάσηδων ή δημογερόντων την τάξη. Οι αρματολοί πληρώνονταν από ειδικό φόρο ("λοῦφες"), που κατέβαλαν οι ραγιάδες. Οι αρχηγοί των αρματολών ήταν συνήθως ατίθασα άτομα, που κρατούσαν κληρονομικά το αρματολίκι. [Κατά τον Ν. Κασομούλη: Πολλοί Έλληνες ραγιάδες μη υπομένοντες τας αδικίας των διοικητών Τούρκων, τα βαριά δοσίματα και τους τυραννικούς προεστούς πάντοτε φοβέριζαν με το: "σηκώνομαι κλέφτης". Οι κλέφτες προστάτευαν τους αδικημένους, τους αγρότες, τους φτωχούς].»

Συνεργασία κλεφτών κι αρματολών. Η δραστηριότητα τον αρματολών ενάντια στους κλέφτες περιοριζόταν όσο γινόταν πιο πολύ, ανάλογα με τις περιστάσεις. Γεγονός είναι ότι απέφευγαν συστηματικά τις συγκρούσεις μαζί τους, όσο κι αν τους ωθούσαν οι δερβεναγάδες προς τη δράση αυτή. Όμως δεν έλειψαν κι οι περιπτώσεις εμφύλιων συγκρούσεων, κάποτε με τη βοήθεια και των Τούρκων. Άλλοτε οι αρματολοί έρχονταν σε σύγκρουση με τους κοτσαμπάσηδες και τους Τούρκους, περνούσαν με την κλεφτουριά. Άλλοτε πάλι κάποιοι κλέφτες συνθηκολογούσαν με τους Τούρκους (τα έκαναν "καπάκια") και γίνονταν αρματολοί. Καθώς περνούσαν τα χρόνια και το νόημα της λευτεριάς συνειδητοποιούνταν από τους ραγιάδες, τα σύνορα ανάμεσα στους κλέφτες και τους αρματολούς έγιναν δυσδιάκριτα. Ο λαός έλεγε: "Καὶ στὸν κλέφτη ψωμί καὶ στὸν ἀρματολὸν χαμπέρι". Τους ένιωθε σχεδόν όμοια και τους δυο. Ο Μηλιώνης, ο Ζήδρος, ο Μπουκουβάλας, ο Καραϊσκάκης, οι Γιολδασαίοι, ο Ράγκος, ο Σαφάκας, οι Κοντογιανναίοι, ο Ίσκος, ο Στουρνάρης κι άλλοι γνωστοί στ’  Άγραφα και στα χωριά της Ευρυτανίας αρματολοί στελέχωσαν τα επαναστατικά κινήματα πριν από το ’21 όπως και κατά τη μεγάλη Εθνεγερσία. Ο αρματολισμός κι η κλεφτουριά υπήρξαν μεγάλα πρακτικά σχολεία πολεμικής τέχνης. Πολλοί οπλαρχηγοί από τ’ αρματολίκι των Αγράφων και της ορεινής Ευρυτανίας είχαν περάσει από τη στρατιωτική σχολή του Αλή πασά στα Γιάννενα. Σπούδασαν την πολεμική τέχνη, τις πανουργίες, τα τεχνάσματα και τις αρχές γενικά του κλεφτοπολέμου, απαραίτητα στην ιδιότυπη εκείνη κατάσταση Κι οι οργανωμένες φάλαγγες των πολεμιστών που ανέλαβαν την ευθύνη του μεγάλου αγώνα της Επανάστασης με το νικηφόρο αποτέλεσμα του, κάτω από τη διοίκηση τέτοιων αρχηγών κινήθηκαν. (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)

 

Στιγμιότυπα από την «Κλεφτουριὰ» και το «Ἀρματολίκι» κατά της «Ελληνικής Νομαρχίας»

Στην «Ελληνική Νομαρχία» η πολιτική καταδίκη κοινωνικών στρωμάτων της ρωμαίικης κοινωνίας είναι απόλυτη, δίχως στεγανά: «θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα»:

«Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί.», σελ. 144

Καίτοι ο συγγραφέας της ελέγχει «αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους» ποιώντας «ἡθικὴν» τάχα αποστολή, εξετάζοντας ακόμη και γεγονότα άνευ ουσιώδης σημασίας (π.χ. ορθογραφία ή ανάγνωση) εξυμνεί, δίχως περιστολή ή «ἡθικὴν σκιὰν», τους «κλέφτας» οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλή κινητικότητα με τους «ἀρματολοὺς», περνώντας δηλαδή ο εις, στις τάξεις του άλλου κι αντιστρόφως. Ο απόλυτος λοιπόν αυτός διαχωρισμός κοινωνικών τάξεων, ως τις παρουσιάζει ο «Ανώνυμος Έλλην», σε «προδότες» και «πατριῶτες», κι ακόμη χειρότερα σε «ἡθικῶς» μεμπτούς ή όχι, δεν υφίσταται στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Κληρικοί, μοναχοί, επίσκοποι, αρχιερείς και προεστοί θα βρεθούν στη θέση του επαναστάτη και «κλέφτες», ή «ἀρματολοὶ», εξ των πραγμάτων θα αναγκαστούν να σκύψουν το κεφάλι ή θα ακολουθήσουν το προσωπικό συμφέρον, ακόμη και το καθαρά εγωιστικό, ενάντια εις εκείνο το «πατριωτικὸν».

Η προπαγάνδα η οποία επιζητά κάποιους να είναι «παντοτινοὶ πατριῶτες» κι άλλους να είναι «παντοτινοὶ προδότες» περί το 1821, αλλά και επί άλλων παγκοσμίων πολεμικών συγκρούσεων,  διαχωρίζοντας «ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα» βρίσκεται τις περισσότερες φορές μόνο εις την πολιτική ρητορική και τον φανατισμό, σαν αυτή του «Ανωνύμου του Έλληνος». Αυτός ο πολιτικός φανατισμός έγκειται εις την με όλα τα μέσα «διανοουμενίστικην» προσδοκία του απέναντι όπως εβρίσκεται με ένα «τυφέκιον ἀνὰ χεῖρας» πυροβολώντας κατά παντός εχθρού «εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις» μη αναλογιζόμενος ποτέ βάση της «Λογικῆς», που οι φιλο-διαφωτιστές παρατάσσουν στο ανόητο οπλοστάσιό τους, την εύνοια των ιστορικών συνθηκών, τα υπέρ και τα κατά, τις πιθανότητες επιβίωσης ή επιτυχίας  κ.λ.π.

Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να φανερωθούν για ακόμη μια φορά οι πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις της «Ελληνικής Νομαρχίας». Η συνέχεια αποδίδεται μέσα από γεγονότα της επανάστασης· εκεί όπου η «προδοσία» κι ο «πατριωτισμὸς» ανακατεύονται ανάλογα με τις περιστάσεις κι εκεί όπου οι μισητοί για τον «Ἀνωνύμον Ἕλληνα», κληρικοί και μοναχοί εμφανίζονται να συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα, που ο ίδιος δεν παραδέχεται ούτε μία φορά ότι συμμετείχαν ή ότι υπάρχει περίπτωση να συμμετάσχουν. Εκεί, όπου αρχικά η «κλεφτουριὰ», όπως και το «ἀρματολίκι» ξεκίνησαν ως ατομικός βιοπορισμός και μόνον αργότερα θα στραφούν αποκλειστικά στον εθνικό αγώνα· τότε «κλέφτες» και «ἀρματολοὶ», θα αρχίσουν να  «στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους»· όταν δε άρχισαν να «στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους» εθνικά, είχαν αρχίσει και πολλοί άλλοι μαζί τους να σκέφτονται ομοίως:

α. «Στις 21 Μαρτίου του 1821 στην Τατάρνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με τον ηγούμενο Κυπριανό και τους καλογήρους της μονής έστησαν ενέδρα σε απόσπασμα χρηματαποστολής, που το συνόδευαν 60 Τούρκοι υπό τον Χασάμπεη Γκέκα και συγκρούστηκαν μαζί τους. Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκαν 25 Τούρκοι και πολλοί συνελήφθησαν και αφοπλίστηκαν.»

β. «Η επανάσταση των Αγράφων κίνησε επίσημα, θα λέγαμε, από τους οπλαρχηγούς: Κώστα Βελή, Σταμούλη Γάτσο και Λογοθέτη Ζώτο (Γκαβοστέργιο). Ο Κώστας Βελής (Κ. Στεργιόπουλος) εμφανίζεται στη δυτική Ευρυτανία στα τέλη του Απριλίου του 1821. Αρχικά βρέθηκε στο μοναστήρι της Τατάρνας. Τούτος υπήρξε μια εξαιρετική και έμπειρη προσωπικότητα και είχε υπηρετήσει στη σωματοφυλακή του Αλή-πασά. Υπηρέτησε κοντά στο Βελη-Γκέκα κι όταν εκείνος σκοτώθηκε, ανέλαβε τη διοίκηση του στρατεύματός του κι έτσι ονομάστηκε Βελής Κώστας. Όταν ο Αλής αποφάσισε να χτίσει το φρούριο του Παλέρμου ανέθεσε στο Βέλη το έργο. Κατόπιν, το 1815, ο πασάς για να τον ευχαριστήσει που έκαμε καλή δουλειά, έκανε το Βέλη βοεβόδα της Κοζάνης στη Μακεδονία. Αργότερα (στα 1820), όταν μετά τον Αλή ανέλαβε ο Χουρσίτ πασάς, τον διόρισε βοεβόδα στην Καρδίτσα της Θεσσαλίας, όπου ο Βελής δείχτηκε και πάλι αγαπητός απ’ όλους. Τότε ήταν που ο Βελής μπήκε στη Φιλική Εταιρεία. Ο Βελής βρήκε τον Σταμούλη Γάτσο, το Λογοθέτη Ζώτο και τον Στουρνάρη και μαζί τους συσκέφθηκε για την παραπέβασή τους. Γύρισε κατόπιν στο Κεράσοβο την ιδιαίτερη πατρίδα του και στις 10 Μαΐου του 1821 ύψωσε την επαναστατική σημαία στο σπίτι του και απ’ εκεί απέστειλε με δικούς του ανθρώπους χειρόγραφη επιστολή-προκήρυξη προς όλες τις αρχές.

Η Επανάσταση του 1821 στην Ευρυτανία

Τον Μάρτιο του 1821, ενώ το αρματολίκι του Καρπενησιού νόμιμα κατείχαν οι Γιολδασαίοι, τ’ Άγραφα ουσιαστικά έμειναν χωρίς καπετάνιο. Ο Καραϊσκάκης είχε τραβηχτεί προς τη Βόνιτσα, οι άλλοι Ευρυτάνες οπλαρχηγοί αδράνησαν για ποικίλους λόγους. Τότε ήταν που ο γενναίος Ευρυτάνας, ο Κώστας Βελής από το Κεράσοβο, όντας μυημένος στη Φιλική Εταιρία, βλέποντας την καθυστέρηση της επαναστατικής εκδήλωσης στην περιοχή, πήρε την πρωτοβουλία για την επιτέλεση του μεγάλου πατριωτικού χρέους. Έτσι στις 10 Μαΐου του 1821 στη γενέτειρά του Κεράσοβο κήρυξε την επανάσταση:

"Ἦλθεν ἡ ὥρα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ να ἀπελευθερώσωμεν τὴν πατρίδαν ἀπὸ την τουρκικὴν τυραννίαν λοιπὸν ἀμα λαβητε τὸ πάρον να λάβητε τὰ ἅρματα σᾶς καὶ να ἔλθετε ὅπου σᾶς περιμένω ἔδω, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, διότι ὁ καιρὸς δεν μας περιμένει περισσότερον. Να εἴμαστε ἕτοιμοι διὰ να κάμωμεν τὸ χρέος μας εἰς τὴν πατρίδα", Κεράσοβο 10 Μάη 1821, Κώστας Βελής»

γ. «Οι Τούρκοι [Βελήμπεης], βρίσκοντας την πόλη [του Καρπενησίου 19/06/1821] απροστάτευτη. Βγήκαν στους δρόμους (20 Ιουνίου), λεηλάτησαν και έκαψαν τα σπίτια των ντόπιων, (που τα είχαν εγκαταλείψει φεύγοντας στα γύρω χωριά). Πυρπόλησαν ακόμα,  4 εκκλησίες (Αγ. Παρασκευή, Παναγία, Αγ. Νικόλαος και Αγία Τριάδα, που επειδή ήταν λιθόκτιστη και δεν καίγονταν την γκρέμισαν). Βλέποντας όμως, ότι δεν μπορούσαν να κρατήσουν την πόλη, έκαναν ένα γιουρούσι και στα χωριά της Ποταμιάς (20-21 Ιουνίου), καίγοντας μερικά σπίτια στο Βουτύρο, Κορυσχάδες, Γοργιανάδες, καθώς και τα δύο μοναστήρια των Κουμασιών και της Μεσαμπελιάς.»

δ. «1823. Ηρωίδες δυο γυναίκες ρασοφόρων. Με την ηρωική θυσία δυο γυναικών στον ονομαστό από τότε "Βράχο τῆς Παπαδιὰς" σφραγίζεται η είσοδος στο 1823. Η Αγγελική (σύζυγος του Παπακώστα) κι η Μαριώ (σύζυγος του διάκου Αρσένη), από το μοναστήρι της Τατάρνας, ντυμένες καλογερικά, κουβαλούσαν τρόφιμα και πολεμοφόδια στα γύρω λημέρια. Τις έπιασαν όμως οι Τούρκοι, είδαν ποιες ήταν κι ο δερβέναγας του τόπου διέταξε να εκτελεστούν (9 Ιανουαρίου). Όμως σε λίγες μέρες κι εκείνος πλήρωσε το έγκλημα του, αφού τον σκότωσε σε μάχη ο καπετάν Αντρέας Ίσκος με τα παλικάρια του (22 Ιανουαρίου).

Το δημοτικό τραγούδι πήρε στα φτερά του τον απαράμιλλο ηρωισμό των δυο γυναικών και τον μετέφερε σ’ όλα τα γύρω χωριά:

Ποῖος εἶδε θηλυκὸν παπὰ καὶ διάκο γκαστρωμένο

ποῖος εἶδε τὴν Ἀγγελικὴ τὰ ῥάσα να φοράει

καὶ τῇ Μαρίᾳ τὴν ὄμορφη τῇ μικροπαντρεμένη

να περπατεῖ μὲ τὸν τρουβὰ φυσέκια φορτωμένη;»

ε. «Οι μάχες στο Κεφαλόβρυσο και την Καλιακούδα. Αρχές του καλοκαιριού του 1823, αρχίζει μεγάλη εκστρατεία των Τούρκων με σκοπό πνίξουν την επανάσταση στο Μοριά, (αφού όμως κάνουν δικό τους το Μεσολόγγι, την πρωτεύουσα της μαχόμενης Δ. Στερεάς Ελλάδας, που ήταν επαναστατική φλόγα που φώτιζε και θέρμαινε όλη τη Ρούμελη). Ο Καραϊσκάκης άρρωστος όπως ήτανε, με κρίση της φυματίωσης που του κατέτρωγε τα στήθια, τραβήχτηκε στο μοναστήρι του Προυσού για να γιατροκομιστεί. »

στ. «1824. Εμφύλια διαμάχη Καραϊσκάκη - Ράγκου. Τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης, σκιάζει η εμφύλια διαμάχη Καραϊσκάκη-Ράγκου για το αρματολίκι των Αγράφων. Ο Καραϊσκάκης πάντα εποφθαλμιούσε το αρματολίκι των Αγράφων, που κατείχε ο Ράγκος. Ακολούθησε μια παρωδία δίκης (1 και 2 Απριλίου 1824) ενάντια στον Καραϊσκάκη, με μάρτυρα κατηγορίας το Βουλπιώτη. Μάταια προσπάθησε ο Μαυροκορδάτος κι οι δικαστές - καπεταναίοι κι ο δεσπότης Πορφύριος. Δεν κατόρθωσαν τίποτε άλλο παρά μονάχα να τον εξορίσουν. Τον υποχρέωσαν και μέσα σε 2 μέρες, με 80 παλικάρια, έφυγε για τα βουνά. Στο δρόμο τον ακολουθούσαν όλο και πιο πολλοί γιατί πλήρωνε μισθούς κι υπολόγιζαν σε λάφυρα από μάχες νικηφόρες με τους Τούρκους.

Τ’ Άγραφα κι η Ευρυτανία είναι απαλλαγμένα, έστω και προσωρινά από τα τούρκικα κι αρβανίτικα λεφούσια. Ο λαός όμως δε βρίσκει ησυχία. Μέσα στο Μάρτιο, ο Ράγκος κι η παρέα του ενισχυμένοι από Τούρκους μπήκαν στα "χαλασμένα" Άγραφα κι άρχισαν να βασανίζουν το λαό και να λεηλατούν τα υπάρχοντα του, γιατί τον θεωρούσαν φίλο του Καραϊσκάκη. Εκείνος τραβάει για να σωθεί στην Πίνδο. Τον κυνηγούν κατά πόδι ο Ν. Στορνάρης κι ο Γρηγ. Λιακατάς. Στον Κόζιακα οι δυο αντίπαλες φάλαγγες πλησιάζουν πολύ κι έπεσαν 2 μπαταριές. Έγινε τότε η αναγνώριση κι ανταλλάχτηκαν επιστολές. Στον Καραϊσκάκη πρότειναν συμφιλίωση για να χτυπήσουν μαζί τα Τρίκαλα, να τα κυριεύσουν και να τραβήξουν για τη Λάρισα. Το σχέδιο ήταν παραπάνω από παράτολμο, ήταν ύποπτο. Ο Καραϊσκάκης το απέρριψε και με γρήγορες κοπιαστικές νυχτερινές πορείες κατευθύνεται προς το Καρπενήσι. Από την Καστανιά φθάνει στο Κλειτσό και προχωρεί για το "μοναστήρι τῆς Μεταμόρφωσης" στη Βράχα.

Ο Γάτσος ζητάει ενίσχυση από τους Τούρκους για να αντιμετωπίσει τον Καραϊσκάκη. Μαζί του έχει τον Ράγκο, ενώ ο Στορνάρης αρνείται να συμπαραταχθεί με Τούρκους και αποχωρεί. Από τη Ρεντίνα ξεκινάν πεζοί και καβαλαρέοι, άλλοι από τον Κλειτσό κι άλλοι από τη Φουρνά κατά του Καραϊσκάκη. Στο μεταξύ κινήθηκαν εναντίον του κι οι Τούρκοι που ήταν στρατοπεδευμένοι στο Μαυρίλο.  Εκεί πληγώθηκε το πρωτοπαλίκαρο, ο Ζαραλής (σε λίγο πέθανε στο μοναστήρι), μαζί με άλλα έξι-εφτά παλικάρια του Καραϊσκάκη. Αν και οι αντίπαλοί του Ράγκος και λοιποί, έπαθαν φοβερή νίλα, ο θάνατος του Ζαραλή τσάκισε ψυχικά τον Καραϊσκάκη. Οπισθοχωρώντας πέρασε στην Παπαδιά κι από κει, πήγε στα Πολιτοχώρια του Καρπενησίου. Εκεί τον περίμενε ο Γιολδάσης. Ύστερα τράβηξε για τη Δομνίστα κι από κει για τη Γραμμένη Οξιά όπου συνάντησε τον Αντρέα Ίσκο, το Διαμαντή Ζέρβα, το Γ. Δράκο, και το Χριστόφορο Περραιβό, που του εξασφάλισαν καταλύματα και του φέρθηκαν πολύ φιλικά.

Οι εμφύλιες όμως συγκρούσεις του είχαν αναστατώσει την ψυχή. Πονούσε πολύ για όσα έγιναν και για όσα γίνονταν. Αυτό τον αναγκάζει, να γράψει γράμμα (27 Μαΐου 1824) από τη Δομνίστα στο Μαυροκορδάτο και να του ζητάει συγχώρηση. Παράλληλα  κατεβαίνει στο Ναύπλιο, στη Διοίκηση, για να ζητήσει να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.

Το αρματολίκι των Αγράφων το διαφεντεύει πια ο Ράγκος, σιγουρεμένος καπετάνιος, αναγνωρισμένος κι από τη Διοίκηση (Μαυροκορδάτος) κι από τους Τούρκους των Τρικάλων. Γυρεύοντας νέες δόξες και λάφυρα φεύγει για το Βάλτο κι από κει για την Ήπειρο. Αντικαταστάτη του αφήνει τον τουρκολάτρη Γάτσο και τον Αρβανίτη Καραταΐρη, που διαγούμιζαν τα χωριά, έπιαναν και βασάνιζαν τους φίλους του Καραϊσκάκη, σπέρνοντας συμφορά στον τόπο. Η φοβέρα, ο τρόμος κι η αγανάκτηση όλο και μεγάλωναν στα χωριά της περιοχής. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, 56 πρόκριτοι και πληρεξούσιοι των Αγράφων απευθύνουν υπόμνημα παρέμβασης στη Διοίκηση στο Ναύπλιο (28 Οκτ. 1824). Η Διοίκηση με πράξη της (Ναύπλιο 6 Δεκ. 1824), αποφασίζει να δώσει από το μισό αρματολίκι των Αγράφων στον Καραϊσκάκη και το άλλο μισό στο δοσίλογο Ράγκο, με ισάριθμη στρατιωτική δύναμη. Έτσι τελείωσε στα χαρτιά της Διοίκησης ο εμφύλιος πόλεμος Καραϊσκάκη-Ράγκου.

Οι ραδιουργίες, το μίσος του Μαυροκορδάτου κατά του Καραϊσκάκη, επικράτησαν, καθώς μάλιστα σε λίγο τ’ άρματα των Αγράφων έμειναν οριστικά μόνο στο Ράγκο. Αποτέλεσμα της τακτικής του Μαυροκορδάτου ήταν ν’ αδυνατίσει ο αγώνας στα Άγραφα κι η επαρχία αυτή με την τέτοια ιστορία και τις τόσες θυσίες να μείνει για πολλά χρόνια μετά την ανακήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, έξω από τα ελληνικά σύνορα.»

ζ. «1825. Οι Τούρκοι λυμαίνονται τα χωριά του Καρπενησίου. Επίθεση κατά των Τούρκων στο Καρπενήσι. Οι Τούρκοι, ξεθαρρεμένοι από την απουσία ελληνικού στρατού, είχαν ξεχυθεί στα χωριά του Καρπενησίου τρομοκρατώντας το λαό, ληστεύοντας τα υπάρχοντά του, αρπάζοντας ανθρώπους και ζητώντας λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Ο Γιολδάσης, μπροστά στην ανυπόφορη κατάσταση που επικρατούσε εκεί, αφήνει τα χωριά του Καρπενησίου και καταφεύγει στην Αποκλείστρα του Προυσού μαζί με τον πληθυσμό από τέσσερις επαρχίες. Απελπισμένος γράφει στον Καραϊσκάκη να σπεύσει στην Ευρυτανία.

Το γράμμα βρήκε τον Καραϊσκάκη κάπου στην Παρνασσίδα. Ξεκινώντας αρχές Ιουλίου από το Λιδορίκι, τρέχει για το Καρπενήσι. Δίνει μάχες στα πέντε Όρια και διαλύει τους Τούρκους που θέλουν να του κόψουν το δρόμο. Αφού σμίγει με τους οπλαρχηγούς που έρχονται από τα Κράβαρα, καθώς και με τους Γιολδασαίους, το Σιαφάκα, το Βαλτινό, το Μήτσιο Κοντογιάννη, τον Κ. Τζαβέλα και το Χρ. Φωτομάρα, πανέτοιμοι ("στὸ γελέκι") 800 πολεμιστές ρίχνονται κατά των Τούρκων της περιοχής του Καρπενησίου. Τους εκτόπισαν απ’ όλες τις θέσεις τους, σκότωσαν και τραυμάτισαν πολλούς, απελευθέρωσαν ελληνικές οικογένειες και πήραν πολλά λάφυρα, κοπάδια και ζώα φορτιάρικα. Δεν απελευθέρωσαν όμως το Καρπενήσι, παρ’ όλο που οι Τούρκοι ήταν λίγοι. Προτίμησαν να τους αποκλείσουν σε μια μάντρα και να τους κόψουν το νερό. Στις μάχες της περιοχής του Καρπενησίου σκοτώθηκαν ο Χρ. Σέρβος, σημαιοφόρος του Καραϊσκάκη, ένας στρατιώτης του Γιολδάση και 46 Τούρκοι. Οι προσκυνημένοι τουρκολάτρες, που οδηγούσαν τα τουρκικά ασκέρια στις λεηλασίες και το κυνηγητό των Ελλήνων εξαφανίσθηκαν. Όλος ο τόπος ησύχασε, ανάσανε κι ο λαός αναγνώριζε για σωτήρα του τον Καραϊσκάκη.

Η κυβέρνηση, διορίζει τον Καραϊσκάκη αρχηγό στα στρατεύματα της Δυτ. Στερεάς για ν’ ασφαλίσει το Μεσολόγγι, που μόλις είχε γλυτώσει από τον κίνδυνο του Κιουταχή. Φτάνει σε λίγο εκεί, ενώ ο πληθυσμός κι οι πολεμιστές γιορτάζουν τον ερχομό του. Μόλις έβαλε σε τάξη την ασφάλεια του Μεσολογγίου ξαναγυρίζει στο Καρπενήσι περνώντας από τα Κράβαρα, ενώ ένα πλήθος εθελοντές πολεμιστές που ολοένα αβγατίζει, τον ακολουθεί στη εκστρατεία του. Η δόξα του μεγαλώνει, η αναγνώριση είναι γενική αλλά το κόμμα του Μαυροκορδάτου συνεχίζει τις αυθαιρεσίες του. Παίρνει από τον Καραϊσκάκη την αρχηγία των στρατευμάτων που κινούνται γύρω στο Μεσολόγγι και τη δίνει στον Κώστα Μπότσαρη.»

η. «1826. Πέφτει το ηρωικό Μεσολόγγι. Ο Κιουταχής ρημάζει τη Ρούμελη. Κυριακή των Βαΐων, 10 προς 11 Απριλίου 1826 πέφτει το Μεσολόγγι ματοβαμμένο, μπαρουτοκαπνισμένο, στάχτη. Όσοι, λίγοι, γλύτωσαν τρέχουν στα βουνά γυρεύοντας σωτηρία. Άρρωστος πάλι από το χτικιό ο Καραϊσκάκης, πικραμένος, απογοητευμένος τους περιμένει στον Πλάτανο να τους ανακουφίσει.

Απελπισία απλώνεται παντού. Πολλοί πίστεψαν πως η Επανάσταση έσβησε πια οριστικά, πως χάθηκε. Ο Κιουταχής, νικητής και κυρίαρχος πια στη Ρούμελη, αμολάει τα τσιράκια του τους τουρκολάτρες και προσφέρει, με πολιτικάντικη μεγαλοψυχία το συγχωροχάρτι και το έλεος στους καπετανέους, στους προεστούς, στον κλήρο, στους ραγιάδες. Με τέτοια χαρτιά στο χέρι μπορούν να κινούνται οι προσκυνημένοι παντού, οι καπετανέοι νάχουν τα καπετανάτα τους, τις απολαβές τους. Φτάνει να μη σηκώνει κανείς κεφάλι. Είναι μια δύσκολη στιγμή για την Ελλάδα μα πιο πολύ για τη Ρούμελη. Οι οπλαρχηγοί Μήτσιος Κοντογιάννης, Ανδρίτσος Σαφάκας, Γ. Δυοβουνιώτης, Κομνάς Τράκας, Γιάννης Ρούκης, οι Γιολδασαίοι από το Καρπενήσι, ο Σωτ. Στράτος κι ο Σταμ. Γάτσος από τ’ Άγραφα προσκυνούν, κάνουν "καπάκια" με τον Κιουταχή και παίρνουν τ’ αρματολίκια τους. Οι Τούρκοι γύριζαν πάλι ανενόχλητοι παντού. Οι ραγιάδες είναι, τρομοκρατημένοι.»

θ. «1827. Θάνατος του Καραϊσκάκη. Πανωλεθρία των Ελλήνων στον Ανάλατο. Μαθαίνοντας ο Καραϊσκάκης ότι ο Κιουταχής οργανώνει όλο και πιο καλά το στρατόπεδο της Αθήνας και περισφίγγει την Ακρόπολη, αφήνει τη Ρούμελη και κατηφορίζει στην Αττική. Ξέρει ότι από τη μάχη της Αθήνας και της Ακρόπολης κρέμεται η τύχη της Ρούμελης. Ενώ σχεδιάζει τη μάχη κατά του Κιουταχή τον βρίσκει ο θάνατος από βόλι αγνώστου πάνω στο άλογο του και την επόμενη (23  Απριλίου 1827) ο δοξασμένος ήρωας της Επανάστασης, ο ελευθερωτής του λαού των Αγράφων κι όλης της Ρούμελης, ο αρχιστράτηγος της κρίσιμης αυτής στιγμής του Αγώνα ξεψυχάει άδοξα. Το θάνατο του ακολουθεί η πανωλεθρία του ελληνικού στρατού κι ο χαμός τόσων καπετανέων στη μάχη του Ανάλατου (24 Απριλίου) κι η παράδοση των πολεμιστών της Ακρόπολης (24 Μαΐου). Τα γεγονότα σπέρνουν νέα απογοήτευση σ’ όλη την Ελλάδα. Η Ρούμελη πενθεί. Μόνο σε κάποια απάτητα βουνά συντηρείται η επαναστατική φλόγα. Λίγοι καπετανέοι στέκονται όρθιοι. Οι άλλοι ξαναπροσκύνησαν, έκαμαν πάλι "καπάκια". Το Καρπενήσι και πάλι στρατόπεδο των Τούρκων. Όλα τα χωριά βρίσκονται κάτω από το χατζάρι των αγριεμένων κατακτητών.»

Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/H_epanastasi_1.htm

ι. «Οι Τούρκοι επί Μουράτ Β μη μπορώντας να καταλάβουν τους ατίθασους κατοίκους των ορεινών Αγράφων και ενδιαφερόμενοι για την είσπραξη από αυτούς κάποιας φορολογίας, αναγκάστηκαν να ανανεώσουν τα προϋπάρχοντα από τους Βυζαντινούς προνόμια αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από το τέλος του 15ου αιώνα και στη συνέχεια από την αρχή του 16ου, να υπογράψουν με τους Αγραφιώτες τη γνωστή συνθήκη του Τσαμασίου. Το πρώτο αρματολίκι αναγνωρίστηκε στα Άγραφα για την τήρηση της τάξης και την ασφάλεια των διαβάσεων και την υποχρέωση των προεστών για τη μεταφορά της φορολογίας, που καθορίστηκε κατά κοινότητα, στην έδρα της Τουρκικής αυτοκρατορίας, την Πόλη. Αλλά προτού να αναγνωριστούν τα αρματολίκια του Καρπενησίου και των Αγράφων και ύστερα από την αναγνώρισή τους, ο τόπος αυτός υπήρξε φυσικό καταφύγιο των διωκομένων από τις γύρω περιοχές και το ορμητήριο της κλεφτουριάς, και των αρματολών. »

ια. «Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι Ευρυτάνες, αν και κατατρεγμένοι πολύπλευρα και μειωμένοι αριθμητικά, είχαν το κουράγιο να πάρουν μέρος σε διάφορα προεπαναστατικά κινήματα έστω και αν μόνο αμυδρές ελπίδες υπήρχαν μιας κάποιας λύτρωσής τους. Αξίζει να θυμηθούμε το κίνημα που οργανώθηκε το 1601 στο μοναστήρι της Τατάρνας από το γενναίο φιλόσοφο και φιλελεύθερο Μητροπολίτη "Τρίκκης καὶ Λαρίσης" Διονύσιο το Β΄ τον Σκυλόσοφο και που δυστυχώς απέτυχε με αποτέλεσμα τη σφαγή και τις λεηλασίες των αγραφιώτικων πληθυσμών και μερικών κληρικών. Τότε απαγχονίστηκε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ, που θεωρήθηκε ως συνεργός και αναγνωρίστηκε ύστερα από το ορθόδοξο Πατριαρχείο της Πόλης ως θαυματουργός Άγιος»

ιβ. «Στην τετρακοσιόχρονη σκλαβιά τα καλυβόσπιτα της Ευρυτανίας, και τα μοναστήρια της είχαν μεταβληθεί σε λημέρια κλεφταρματολών. Από τα απόμερα αγροτόσπιτα των κατοίκων της Ευρυτανίας, τα σκαρφαλωμένα στις άγονες βουνοπλαγιές της, βγήκαν όχι λίγα και ηρωικά παλικάρια, που πήραν μέρος στον ιερό αγώνα του ’21.»

ιγ. «Η Βενετοκρατία και η εξέγερση των αρματολών. Τα ευρωπαϊκά πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα, στα μέσα του 16ου αιώνα εις βάρος της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά την ήττα της, όταν επιχείρησε για δεύτερη φορά το 1683 την κατάληψη της Βιέννης και την συσπείρωση των χριστιανικών δυνάμεων. Η συμμαχία των ευρωπαίων κατά της Τουρκίας, πλημμύρισε τους Έλληνες με ενθουσιασμό. Αρχιερείς, πρόκριτοι, αρματολοί και γενικά ο λαός ετοιμάζονται και πάλι για νέο "σεφέρι"».

ιδ. «Ο ευρυτανικός λαός θρήνησε τον ηρωικό χαμό του αρματολού, ενώ συγχρόνως στο τραγούδι του κατήγγειλε τον προεστό του Καρπενησίου Κωνσταντάκη, τον Τουρκοκωσταντάκη, εχθρό και αντίπαλο του Λιβίνη. Η αντίθεση άλλωστε αρματολών και προεστών είναι σχεδόν μόνιμη στην περιοχή».

ιε. «Η πνοή της επανάστασης [Ορλωφικά] φλογίζει και την Ανατολική Στερεά: Υπάτη και Φθιώτιδα, Δωρίδα και Παρνασσίδα. Όλοι σχεδόν οι ντόπιοι οπλαρχηγοί γίνονται κύριοι των επαρχιών τους, χωρίς να λείπουν και οι αντιθέσεις μεταξύ τους. Ο Σταθάς Γεροδήμος κυνήγησε τους Τούρκους από το Βάλτο, προχώρησε στην Ευρυτανία κι έφτασε ελευθερωτής στο Καρπενήσι.

Το ορλωφικό όμως κίνημα απέτυχε. Οι υποσχέσεις για βοήθεια από το "Μόσκοβο" και το "ξανθὸ γένος", αποδείχθηκαν χίμαιρες για τους σκλάβους Έλληνες, ενώ καινούργιες περιπέτειες τους περίμεναν. Οι Τουρκαρβανίτες βρήκαν πάλι την ευκαιρία, παρακινούμενοι κι από τους Τούρκους και ξεχύθηκαν σαν λαίλαπα στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, ρημάζοντας τα χωριά. Οι κλεφταρματολοί αδυνατούσαν να τους συγκρατήσουν. Ο Γεροδήμος συνθηκολόγησε μαζί τους, εξασφαλίζοντας τ’ αρματολίκια, του Βάλτου για τον Μπουκουβάλα, των Αγράφων για τον Καρακίτσο και του Πατρατζικιού για τον Κοντογιάννη. Μόνο ο γενναίος αρματολός του Ξηρόμερου ο Χρίστος Γρίβας αντιστάθηκε κι έδωσε φονική μάχη με τα 300 παλικάρια του στο Αγγελόκαστρο, αλλά σκοτώθηκε πολεμώντας, στη θέση που από τότε έχει το όνομα: "Στῶν Γριβαίων τὰ κόκκαλα". Ο λαός έμεινε απροστάτευτος για 4 χρόνια (1770-1774) στη μανία των Αρβανιτάδων, που άρπαζαν τα υπάρχοντα του, αφάνιζαν τα χωριά, έσφαζαν. Πολλές εκκλησίες πυρπολήθηκαν. Τότε, πιθανότατα, πυρπολήθηκε το μοναστήρι κι η σχολή Της Αγίας Παρασκευής στη Γούβα των Βραγγιανών κι η σχολή του Ευγένιου Γιαννούλη στην εκκλησία Αγία Τριάδα Καρπενησίου. Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την περιπέτεια των Ορλωφικών κάηκε και η Κάψη του Τυμφρηστού (άγνωστο πότε πήρε το χωριό αυτό το όνομα. Ίσως από τότε).»

ιστ. «Επαναστατικές κινήσεις πριν τον ξεσηκωμό. [...] Η πρώτη σύγκρουση του Κατσαντώνη με τους Τουρκαλβανούς ήταν στην Κρύα Βρύση Ευρυτανίας το 1805, όπου οι 300 Τουρκαλβανοί υπό τον Δερβέναγα Ιλιάσμπεη έπαθαν εδώ μεγάλη πανωλεθρία και ο Ιλιάσμπεης σκοτώθηκε από τον ίδιο τον Κατσαντώνη. Ο γιουσούφ Αράπης τον διαδέχεται τότε στην καταδίωξη. Τούτος φτάνοντας στην Κατούνα αποστέλνει εναντίον του τον Κουτσομουσταφάμπεη με 150 άνδρες. Ο Αράπης πιάνει πέντε προκρίτους ως τροφοδότες του Κατσαντώνη. Ενώ οι Τουρκαλβανοί γύριζαν στον Γιουσούφ χτυπήθηκαν από τον Κατσαντώνη κοντά στην Κεχρινιά του Βάλτου και εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι. [...] Σύσσωμος ο κόσμος αυτής της περιοχής στάθηκε στο πλάι του Κατσαντώνη όλα εκείνα τα χρόνια. Μόνιμα και σίγουρα στέκια του καπετάνιου ήσαν τα Μοναστήρια της Τατάρνας και τ’ Αι-Γιαννιού στο Παλαιοκάτουνο.»

ιζ. «Οι Τουρκαρβανίτες δεν έβρισκαν πουθενά ησυχία από τον Κατσαντώνη. Και όσοι τόλμησαν να τα βάλουν μαζί του άφησαν το κορμί τους στις ρεματιές της Ηπείρου και της Δυτ. Στερεάς Ελλάδας. Γι’ αυτό ο Αλής, αφού δεν μπόρεσε να καταστρέψει με τα όπλα την κλεφτουριά των Αγράφων και να συλλάβει τον Κατσαντώνη, έβαλε σε κίνηση όλα τα ύπουλα και σατανικά του τεχνάσματα, για να εξοντώσει το "μεγάλο ἀετὸ" των Αγράφων. [Στον κύκλο αυτών των διεργασιών εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αλή για τη σύσκεψη των κλεφταρματολών στο Καρπενήσι το καλοκαίρι του 1805. Ο απώτερος σκοπός του ήταν η αυτονόμηση της σουλτανικής τοπαρχίας και η μετατροπή της σε ανεξάρτητο κράτος. (Με τη σύμπραξη των Μπουκουβαλαίων, του Τσόγκα, των Κοντογιανναίων και άλλων αρματολών της Στερεάς, ο Αλή πασάς εξουθενώνει τους ισχυρότερους Τούρκους μπέηδες και αγάδες της Ηπείρου, Αλβανίας και Θεσσαλίας: πολλούς εγκλείει στις φυλακές με διάφορες κατηγορίες, ενώ άλλους τους οδηγεί σε τέτοια απόγνωση ώστε μοναδικός δρόμος σωτηρίας τους να απομένει η "ἐκπατρίωσις". Στους χριστιανικούς πληθυσμούς παρέχει πλήρεις θρησκευτικές ελευθερίες, ενώ ως πολιτικούς του συμβούλους προσλαμβάνει συντρόφους του Ρήγα Φεραίου, υπόσχεται την παροχή Συντάγματος, οργανώνει σύστημα αστικής και ποινικής δικαιοσύνης και είναι ο πρώτος που τιμάει με ομαδικές εκδηλώσεις τη μνήμη του Κοσμά Αιτωλού). Ο Κατσαντώνης δεν πήρε μέρος στο συνέδριο αυτό και συνέχισε αδιάλλακτος τον αγώνα του. Το 1807 πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα άλλο συνέδριο των κλεφταρματολών, που το συγκάλεσε ο Καποδίστριας, με επίνευση των Ρώσων, που κυριαρχούσαν τότε στα Εφτάνησα. Ο Κατσαντώνης πήρε μέρος κι ανακηρύχθηκε εκεί από τους συνέδρους πολέμαρχος, αρχηγός της κλεφτουριάς στην Ήπειρο, τη Ρούμελη και το Μοριά»

ιη. «Το συμβούλιο των Ελλήνων κλεφταρματολών στο Καρπενήσι είναι ιστορικό γεγονός της εποχής. Πρωταγωνιστικό ρόλο για τη σύγκληση του συμβουλίου από τη μεριά των καπεταναίων διαδραματίζει ο Δημήτριος Παλαιόπουλος, πρώην αρματολός και ήδη προεστός του Καρπενησίου. Πρόκειται για μια σημαντική προσωπικότητα, με αξιόλογη παιδεία και μεγάλο κύρος ανάμεσα στους κλεφταρματολούς της εποχής. Ήταν γιος του θρυλικού και τραγουδημένου αρματολού Ιωάννη Παλαιόπουλου του ΙΗ΄ αιώνα. Ο Pouqueville γράφει σχετικά: «Ὁ Δημήτριος Παλαιόπουλος ἐν Καρπενησίω γεννηθείς, ἐκ τίνος τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι διέμενον ἀνάστατοι ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος αὐτῶν, συνεδέθη διὰ φιλίας μετὰ τοῦ Νούτζου Μάκρη-Μήτσου ὅτε ὁ πράκτωρ οὗτος τοῦ Ἁλῆ ἀπεστάλη παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἵνα διαμείψη λόγους εἰρήνης μετὰ τῶν πολεμικῶν στιφῶν ἅτινα ἦσαν διεσκορπισμένα ἀνὰ τὴν σειρὰν τοῦ Πίνδου καὶ τοῦ ὅρους τῆς Οἴτης». Ο Δημήτριος Παλαιόπουλος αλληλογραφούσε με τον Μέγα Ναπολέοντα, καθώς και με τον Ρήγα Φεραίο. Ήταν άνθρωπος με πολλές γνωριμίες και υψηλές διασυνδέσεις και είχε αναλάβει ως μεσολαβητής για την προώθηση της συνδιαλλαγής ανάμεσα στον Αλή πασά και τους κλεφταρματολούς. Η ενέργεια του αυτή εναρμονιζόταν με τις πολιτικές επιδιώξεις του Ρήγα, που επίσης αλληλογραφούσε με τους Αλβανούς Άγο Μουχουρντάρη, στρατηγό του Αλή, και Μουχουρντάρ-Πότσα. Ας σημειωθεί πως ο Άγος Μουχουρντάρης ήταν μεταξύ των προσώπων του Αλή, που έλαβαν μέρος στο συμβούλιο του Καρπενησίου. Το συμβούλιο των κλεφταρματολών στο Καρπενήσι συνήλθε, κατά τον Fauriel, για να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο σχέδιο, που είχαν «μελετήσει καὶ κανονίσει ἀπὸ συμφώνου» ο Δημήτριος Παλαιόπουλος και ο Θύμιος Βλαχάβας: "Ὁ Παλαιοπουλος διεκρίνετο διὰ τὸν ἡρωικὸν τοῦ πατριωτισμὸν καὶ ἦτο προικισμένος μὲ κάθε εἶδος ταλέντου, μὲ ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα να ἀντιμετωπίζη κάθε ζήτημα, καὶ μὲ μίαν ψυχικὴν δύναμιν εἰς τάς δοκιμασίας τῶν κινδύνων, τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν δυστυχιῶν. Τὸ σχέδιον τῶν ἦτο ἁπλοῦν καὶ ἴσως τὸ φρονιμώτερον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δεν διενοοῦντο να ἐπιχειρήσουν μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν, οὔτε πάλιν να ἐπιτύχουν διὰ μιᾶς καὶ ἀποτόμως τὴν ἀνεξαρτησίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἐπρόκειτο μόνον να ἀνατρέψουν τὸν Ἁλῆ πασὰν καὶ να ἐγκαταστήσουν μίαν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν εἰς τάς ἐπαρχίας τῆς κυριαρχίας των, περιμένοντες καταλληλοτέρας εὐκαιρίας διὰ να ἐπιτύχουν περισσότερα».  Οι προθέσεις ή τα σχέδια αυτά περιέρχονται σε γνώση του Αλή πασά, πού διαθέτει άριστο δίκτυο πληροφοριών. Γι’ αυτό και ο Παλαιόπουλος συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για δυο χρόνια στα Γιάννενα. Όταν κατορθώνει και δραπετεύει από τις φυλακές, κατεστραμμένος πλέον οικονομικά, αποδημεί στην Κωνσταντινούπολη, οπού ζητάει άσυλο στη γαλλική πρεσβεία. Τελικά, με τη μεσολάβηση διακεκριμένων συμπατριωτών του στην Πόλη, καταλήγει στη Μολδαβία ως Φιλικός αγωνιστής στο πλευρό του Αθανασίου Καρπενησιώτη]»

Τον Ιούνιο του 1807 ο Κατσαντώνης μαζί με το Γερο-Δίπλα, τον Κίτσο Μπότσαρη και άλλους καπεταναίους έδωσαν γενναία μάχη με τους Τούρκους στη γέφυρα Μανώλη. Στη μάχη εκείνη πιάστηκε αιχμάλωτος ο Κατσαντώνης, αλλά ο Γερο-Δίπλας θέλοντας να τον σώσει, έπεσε ο ίδιος ανάμεσα στους Τούρκους λέγοντας τους πως αυτός είναι ο Κατσαντώνης και όχι εκείνος ο πραγματικός που συλλάβανε. Οι Τούρκοι, που δε γνώριζαν τον Κατσαντώνη, τον πίστεψαν και, πάνω στην ανακατοσούρα εκείνη σκότωσαν το γέρο-Δίπλα. Έτσι σώθηκε τότε ο "αετός των Αγράφων", χάριν της αυτοθυσίας του γερο-Δίπλα. Στη συνέχεια της σύγκρουσης σε άλλες συμπλοκές οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη πανωλεθρία.
Το ίδιο έτος (1807), ο Κατσαντώνης, αρρώστησε από ευλογιά κι ανέθεσε την αρχηγία του νταϊφά του στον αδελφό του Κώστα Λεπενιώτη (που αποτελούνταν από 200 άνδρες). Τούτος ο γενναίος γυρίζει στο όρος Ουρανό και τρομοκρατεί τη μαύρη ακρίδα.
Λίγο καιρό αργότερα, κατά τη λαϊκή μούσα, ο Κατσαντώνης έχοντας υψηλό πυρετό διψάει και ζητά να του φέρουν νερό.

«Διψάει ὁ Ἀντώνης για νερὸ καὶ ποῖος να πάει να φέρει:

Να πάει ὁ Γιάννης σκιάζεται, ὁ Κώστας να πάει φοβάται,

-ν- ὁ Γιώργης (Χασιώτης) ἅρπαξε τ’ ἀσκὶ νερὸ να πάει να φέρει.

Γλέπει τσαντίρια τούρκικα καὶ τούρκικες σημαῖες...»

Ο Κατσαντώνης πιάστηκε στα 1807, μετά από προδοσία, βαριά άρρωστος σε σπηλιά στο Μοναστηράκι Αγράφων, μεταφέρθηκε στα Γιάννενα, όπου και εκτελέστηκε).»

ιθ. «Στα 1810, καθώς μαρτυρεί σχετική "ἐνθύμηση", στην περιοχή της Τατάρνας βρίσκεται εγκατεστημένος ο Τελχάμπεης με φρουρά 800 ανδρών. Άλλη "ἐνθύμηση" του 1811 αναφέρει την παρουσία αρκετών Λιάπηδων πού επιτηρούν το ίδιο μέρος για 8 συνεχείς μήνες. Οι φρουρές αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο ή οκτάμηνο. Η επιλογή της τοποθεσίας για την εγκατάσταση ισχυρής φρουράς δεν γίνεται τυχαία, ούτε γιατί το μοναστήρι παρέχει τους οικονομικούς πόρους για τη συντήρηση των στρατιωτών. Αποστολή της φρουράς είναι ό έλεγχος των διαβάσεων στις κοντινές γέφυρες των ποταμών Αγραφιώτη και Αχελώου, όπου σημειώνονται συχνές ληστείες κατά των εμπόρων.»

κ. «Το Μάρτιο του 1821 αρχίζει η επανάσταση από το Μοριά και τον Απρίλιο περνάει στη Δυτική Ρούμελη.
Τον Μάρτιο του 1821, ενώ το αρματολίκι του Καρπενησιού νόμιμα κατείχαν οι Γιολδασαίοι, τ’ Άγραφα ουσιαστικά έμειναν χωρίς καπετάνιο. Ο Καραϊσκάκης είχε τραβηχτεί προς τη Βόνιτσα, οι άλλοι Ευρυτάνες οπλαρχηγοί αδράνησαν για ποικίλους λόγους, ώστε ένας άλλος γενναίος πατριδολάτρης Ευρυτάνας, ο Κώστας Βελής (Στεργιόπουλος), (που από τον Χουρσίτ είχε διορισθεί Βοεβόδας της Θεσσαλίας), όντας μυημένος στη Φιλική Εταιρία και βλέποντας την καθυστέρηση της επαναστατικής εκδήλωσης στην Ευρυτανία, πήρε την πρωτοβουλία για την επιτέλεση του μεγάλου πατριωτικού χρέους. Έτσι στις 10 Μαΐου του 1821, ο Βελής, κήρυξε την επανάσταση, στη γενέτειρά του Κεράσοβο Ευρυτανίας...

(Νωρίτερα, στις 21 Μαρτίου του 1821 στην Τατάρνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με τον ηγούμενο Κυπριανό και τους καλογήρους της μονής έστησαν ενέδρα σε απόσπασμα χρηματαποστολής, που το συνόδευαν 60 Τούρκοι υπό τον Χασάμπεη Γκέκα και συγκρούστηκαν μαζί τους. Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκαν 25 Τούρκοι και πολλοί συνελήφθησαν και αφοπλίστηκαν).»

κα. «Οι μεγάλες μάχες βέβαια δόθηκαν στα 1823, στο Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου, όπου τη νίκη των Ελλήνων σκίασε ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη και στην Καλιακούδα, όπου η ήττα οφείλεται στις έριδες και την έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των οπλαρχηγών, σύνηθες γεγονός μεταξύ των Ελλήνων.»

Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm

κβ. «Μετά από συνεννοήσεις ο Μάρκος Μπότσαρης με 1250 πολεμιστές μαζί με τους ντόπιους καπεταναίους που είχαν στη διάθεσή τους περί τους 2000 πολεμιστές, αποφασίσανε να χτυπήσουν τον πολυάριθμο στρατό των Τούρκων. [Στις 30 Ιουλίου συναντήθηκε με τον Καραϊσκάκη στου Σοβολάκου, αλλά δεν τον ακολούθησε γιατί ταλαιπωρημένος από την αρρώστια του τράβηξε κατά το μοναστήρι του Προυσού (6-8-1823), όπου παρέμεινε σαράντα μέρες: Παναγία Προυσιώτισσα Πνευματικό κέντρο και αποκούμπι των αρματολών στην Τουρκοκρατία, το μοναστήρι του Προυσού...

Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Kefalobryso_Kaliakouda.htm

κγ. «Δεν έλειπαν, βέβαια, κι οι διαμάχες ανάμεσα στους κοτσαμπάσηδες και τους αρματολούς στη διεκδίκηση των αξιωμάτων και των οικονομικών προνομίων, όπως στην περίπτωση των Χατζαίων και των Κοντογιανναίων. »

Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/dioikitika2/t.a_tourkokratias.htm

Προσοχή: στην παρούσα σελίδα δεν ακολουθείται η γραμμή «ὁ τάδε εἶναι προδότης καὶ ὁ δείνα εἶναι πατριώτης» για τους κλέφτες και τους αρματολούς. Το ενδιαφέρον της παρούσης έχει να κάνει με την πολιτικά κινούμενη «ἡθικὴν» της «Ελληνικής Νομαρχίας» περί πατριωτικών στεγανών: «θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα»...

Παρά τα άνωθι παραδείγματα κληρικών και μοναχών στον αγώνα (πρβλ. απάτη «Καταδάφισον τὰ Μοναστήρια») στόχοι της «Νομαρχίας», κι άλλων «προοδευτικῶν δυνάμεων τῆς διανοήσεως» σήμερα παρά την πληθώρα ιστορικών στοιχείων, είναι ο δήθεν «ἀτομικισμὸς» των κληρικών κι ο «αὐστηρὸς ἡθικὸς τους ἔλεγχος», ο οποίος έμπροσθεν κλεφτών και αρματολών κάνει φτερά εφόσον δεν είχε πολιτικό ενδιαφέρον, όπως ακριβώς δεν έχει σήμερα, επειδή κλέφτες και αρματολοί απουσιάζουν από την κοινωνία· κι αν θα μπορούσε κανείς να αστειευτεί, θα τους έβρισκε να έχουν μετασχηματισθεί σε νέα κοινωνικά μορφώματα δίχως οπλισμό, εις τις κυβερνήσεις και στις αντιπολιτεύσεις, όπου ο ένας κυνηγά τον άλλον κι οι δύο μαζί εργάζονται για το καλό του έθνους και που και που την πληρώνει κι ο λαός.

 

Οι πειρατές

Ο «πολιτικὸς πράκτωρ» με το όνομα «Ανώνυμος Έλλην» συνεχίζοντας το πολιτικό παιχνίδι του κατά των εκκλησιαστικών της Ανατολής ελέγχοντας τους ηθικά και μη προσβάλλοντας ποτέ τους «θεμελιωτές» των πολιτικών του επιδιώξεων:

α. έτσι, μετά τους ολοκληρωτικούς επαίνους προς τους ληστές, θα υποστηρίξει πως οι οι Έλληνες του Αιγαίου αντιμετωπίζουν «ἀλλογενεῖς πειρατὰς»: «Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων, ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των;», σελ. 159

β. Το μόνο που έχει να πει για τους Μανιάτες είναι έπαινοι: «Ὦ Ἕλληνες [...] Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158

Η ιστορική αλήθεια έχει πολλές πτυχές:

α. «Η πειρατική δράση των χριστιανών έχει για τους Έλληνες ιδιαίτερη σημασία. Οι Ιωαννίτες ιππότες, που από το 1522 εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα, επιδόθηκαν στην πειρατεία. Στους στόλους τους υπηρέτησαν όχι μόνο Γάλλοι, αλλά και Ιταλοί και Κορσικανοί, συχνά όμως και Μανιάτες και Υδραίοι. Τις πειρατικές επιδρομές ευνόησαν οι τουρκοβενετικοί πόλεμοι (1645-1669 και 1684-1699)˘ Οι ελληνικοί πληθυσμοί βρίσκονταν συνεχώς στο έλεος των δυτικών πειρατών. Η Μήλος, η Κίμωλος, η Πάρος και άλλα νησιά αναδείχθηκαν καταφύγια και ορμητήριά τους. Ορισμένοι όμως πειρατές είχα το σεβασμό και την αγάπη των νησιωτών», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 84)

β. «Δεν έφταναν οι Τούρκοι και οι Φράγκοι κατακτητές, ο Ελληνισμός, κυρίως οι κάτοικοι των νησιωτικών περιοχών, επιπλέον αντιμετώπιζαν τις επιδρομές των πειρατών, που ήταν ήταν Αφρικανοί, Μαλτέζοι κ.α. Ευρωπαίοι, αλλά και Τούρκοι και Φράγκοι. Ορισμένοι από αυτούς δημιουργούσαν βάσεις σε νησιά, όπου επέστρεφαν για να συνεχίσουν τις λεηλασίες τους. Υπήρχαν όμως και Έλληνες πειρατές, που έγιναν ο φόβος και ο τρόμος των νησιωτών του Αιγαίου.

Οι πειρατές δεν λεηλατούσαν μόνο τα σπίτια, αρπάζοντας πολύτιμα αντικείμενα, τρόφιμα, κρασιά και λάδια, αλλά και γυναικόπαιδα που τα έσερναν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 68)

 

«Οὐρούτ Παζαρί», αγορά σκλάβων. Το εμπόριο των σκλάβων ήταν διαδεδομένο και μάλιστα όσο ήταν σε ακμή η πειρατική δραστηριότητα. Η Εκκλησία κατέβαλλε κάθε προσπάθεια να εξαγοράσει σκλάβους ή να ανακουφίζει την κατάστασή τους. Το εμπόριο σκλάβων είχε σοβαρές συνέπειες στη σύνθεση του πληθυσμού, προκαλώντας δημογραφικές μεταβολές, πολλές φορές καταστροφικές. Ήταν μία από τις μεγάλες και πιο επικίνδυνες αιμορραγίες στο σώμα του Γένους. (Χαλκογραφία, Allom, Constantinople, Λονδίνο 1838, Συλλογή Κ. Κούτσικα), (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ 85)

 

 

Είναι απολύτως κατανοητές σήμερα οι πολιτικές θέσεις του «Ανωνύμου του Έλληνος». Αν μέσα στο «πονημάτιον» του αναγκάζονταν από την ιστορική αλήθεια να στιγματίσει ηθικώς κλέφτες έλληνες κι έλληνες πειρατές, ο αναγνώστης του θα απομακρύνονταν από τους κύριους στόχους της δικής του πολιτικής ιδεολογίας. «Αναγκαστικά» λοιπόν, για τις πολιτικές του επιδιώξεις, θα στιγματίσει με κάθε τρόπο ηθικά τους κληρικούς της Ορθοδοξίας, ενώ θα επαινέσει Υδραίους και Μανιάτες, μη ρίχνοντας ούτε ένα ελαφρύ ψεγάδι για τη συμμετοχή τους στην πειρατεία. Ασφαλώς αυτό μπορεί να γίνεται κι από άγνοια· όμως αυτό αφορά την αλαζονεία του ιδίου και τις γνώμες εκείνων των συγχρόνων που υποστηρίζουν πως ο «Ανώνυμος Έλλην» στην εποχή του ήταν «γνώστης τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος».

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», παρά την θεατρική του παράσταση, δεν θα μπορούσε ποτέ να πετύχει σε μια τέτοιου ύψους πολιτική προπαγάνδα, η οποία αποσιωπούσε το ότι οι «πειρατές δεν λεηλατούσαν μόνο τα σπίτια, αρπάζοντας πολύτιμα αντικείμενα, τρόφιμα, κρασιά και λάδια, αλλά και γυναικόπαιδα που τα έσερναν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής»· διότι η εκκλησία, την οποία εις όλα καθύβριζε, προσπαθούσε ποικιλοτρόπως να ανατρέψει αυτή την απάνθρωπη κατάσταση:

«Ο Ιμπραήμ έστειλε χιλιάδες Έλληνες αιχμαλώτους από την Πελοπόννησο στην Αίγυπτο, όπου τους αγόρασαν από τα σκλαβοπάζαρα πλούσιοι Αιγύπτιοι μουσουλμάνοι. Εκτός από τις προσπάθειες που κατέβαλε ο πρόξενος της Ελλάδας και πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας (1843) εθνικός ευεργέτης Μιχαήλ Τοσίτσας, αποκορύφωση των οποίων ήταν να περιληφθεί στη συνθήκη της 27/9 Αυγούστου 1828, που υπογράφτηκε στην Αλεξάνδρεια μεταξύ Κόδριγκτον και Μωχάμετ Άλυ, άρθρο με το οποίο απελευθερώνονταν όλοι οι Έλληνες σκλάβοι που είχαν μεταφερθεί από το Μοριά, τόσο ο πατριάρχης Ιερόθεος στο Κάιρο όσο και ο ηγούμενος της μονής του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια πρωτοσύγκελος Γεράσιμος ενεργούν για την απελευθέρωσή τους. Το μοναστήρι αυτό υπήρξε κατά την περίοδο εκείνη καταφύγιο για τους Έλληνες αιχμαλώτους και δούλους που προσέτρεξαν εκεί (βλ. Θ.Δ. Μοσχονά: Πληροφορίαι περὶ τῶν εν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων δούλων τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, Αλεξάνδρεια 1947, σσ. 11-13. Ι.Μ. Ζατζηφώτη: Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992, σσ. 78-79. Όπως ήταν φυσικό, ένας αριθμός Ελλήνων σκλάβων αφομοιώθηκε, ιδίως ωραίες γυναίκες που χάθηκαν στα χαρέμια της Ανατολής. Μία από αυτές ήταν η σύζυγος ενός τσαγκάρη της Μεθώνης, που έφυγε με τον Αιγύπτιο στρατηγό Σολιμάν. Ο Μ. Γιαλουράκης, αφηγείται την ιστορία της με τα παρακάτω σχόλια:

"Η Μαρία, όπως την έλεγαν, γέννησε μια κόρη με τον στρατηγό, που την παντρεύτηκε ο Σερίφ πασάς. Το παιδί τους παντρεύτηκε το Σαμπρί πασά. Έκανε μαζί του τρία παιδιά, Το ένα έγινε βασίλισσα της Αιγύπτου. Η Νάζλι, μητέρα του τελευταίου βασιλιά, του Φαρούκ. Η Μαρία διατηρούσε στο παλάτι της δύο εικονίσματα . Της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου, κι είχε αφήσει παραγγελία να μη σβήσουνε το καντήλι τους μετά το θάνατό της,  στην πιστή της υπηρέτρια, Ελληνίδα επίσης. Ένα από τα εικονίσματα αυτά, ο άγιος Γεώργιος βρίσκεται σήμερα [1967] στην κατοχή της Καϊρινής Αναστασίας Καφούτη απ’ την Ικαρία που το κληρονόμησε απ’ τον θείο της Νικ. Αγορόπουλο, στον οποίο το είχε εμπιστευθεί η υπηρέτρια της Μαρίας" [Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, Αθήνα 1967,σσ.105-106]», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σσ. 70-71)

Η Ορθόδοξη Ιεραρχία πρόσφερε όσο μπορούσε, ενώ η αναπαραγωγή ολοκληρωτικών αντιλήψεων των παλαιών ακραίων διαφωτιστών μέσα από βιβλία Πανεπιστημίων ή ιστοσελίδες φανατικών αντιχρίστων, δεν είναι επαρκώς κατατοπιστική, μήτε επιμορφωτική:

α. «Η Ορθόδοξη ιεραρχία εξάλλου ήταν παραδομένη στην αναίσχυντη εκμετάλλευση της λαϊκής δεισιδαιμονίας και μόνη της απασχόληση ήταν η συσσώρευση πλούτου και οι απολαύσεις της σάρκας. "Περὶ δὲ τῆς Ἕλλάδος, ποὺ λέτε, ὀλίγον μὲ μέλλει, ἄν τυραννιέται", λέγει ο μητροπολίτης, ένα από τα πρόσωπα του διαλόγου, το οποίο ο ο συγγραφέας του Ρωσοαγγλογάλλου χρησιμοποιεί για να σατυρίσει την αδιαφορία των ανώτερων κληρικών για τα κοινά [Ανωνύμου, Ρωσσαγγλογάλλος, 1805]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 340)

β. «Για την ταυτότητα πάντως του συγγραφέα της σάτιρας [Ρωσσαγγλογάλλος] τα ιστορικά στοιχεία είναι τόσο πενιχρά που δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε βάσιμη υπόθεση. Το μόνο που μας επιτρέπει να υποθέσουμε το ίδιο το κείμενο, είναι κάποια σχέση του συγγραφέα με τον σύγχρονό του ιταλικό ριζοσπαστισμό, αν η μερική συγγένεια του τίτλου με τον αντίστοιχο Il Misogallo του Alfieri μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδεκτό τεκμήριο.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 339)

 

«Έλληνες και ξένοι συγγραφείς διεκτραγωδούν την επικρατήσασαν εις τας Ελληνικάς θάλασσας κατάστασιν. Εν υπομνήματι του έτους 1143 ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Λέων λέγει ότι ηναγκάσθη να μεταθέση εξ Αρείας την υπ’ αυτού ιδρυθείσαν μονήν, "ἐπειδὴ τὰ καθ’ ἡμᾶς ταῦτα παράλια καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτὸν πλήρη τυγχάνουσι θαλαττίων λῃστῶν, κατὰ πᾶσαν ἄδειαν τὰ πάντα ληϊζομένων καὶ ὅ,τι βούλονται ἄτοπον δρώντων κατὰ παντὸς τοῦ εἰς σφῶν χεῖρας ἐμπίπτοντος" [Acta et diplomata Graeca, τ.Ε΄, σ. 178 ε.]. Εξ άλλου αι συγγραφαί του μητροπολίτου Αθηνών Μιχαήλ του Χωνιάτου επανελλειμμένως αναφέρονται εις τα εκ της πειρατείας κακά, δια τα οποία η "πάλαι μὲν μήτηρ σοφίας παντοδαπῆς καὶ πάσης καθηγεμὼν ἀρετῆς"», πόλις των Αθηνών φέρεται νυν «σκαφιδίοις ὀλίγοις πειρατικοῖς καταπολεμουμένη καὶ ληϊζομένη τὰ ἐπὶ θαλάττῃ πάντα». Τους πειρατές τούτους περιγράφει ο λόγιος ιεράρχης «ληϊζομένους τὰ κύκλῳ τῆς Ἀττικῆς καὶ νῦν μὲν ἀγέλας βοσκημάτων ἐλαύνοντας, κατακόπτοντας, νῦν δὲ τοὺς ἀνόπλους καὶ ἀρράβδους ἀγεληδὸν καὶ αὐτοὺς ἀνδραποδιζομένους καὶ σιδήρου ποιουμένους πάρεργον ἤ τὰ ἐνεργὰ καὶ τὰ καιριώτερα τῶν μελῶν ἀκρωτηριάζοντας ἤ τὸ τελευταῖον ἄπεμπολοῦντας, ὁπότε καὶ φιλανθρωπεύσασθαι βούλονται, πλὴν οὐκ ἀλογοπραγήτως καὶ ἄλλως ἀβασανίστως, ἄλλὰ μετὰ τὸ τυπτῆσαι πολλὰ καὶ στρεβλῶσαι καὶ ἀναρτῆσαι καὶ τῷ βυθῷ καταδῦσαι πολλάκις καὶ οὕτω λαβεῖν ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς τῶν ἀθλίων πάντα τὰ προσόντα σφίσι, πρὸς δὲ καὶ ὅσα δυνηθεῖεν παρὰ τῶν φιλανθροποτέρων δανείσασθαι» (Τα σωζόμενα, εκδ. Σπ. Λάμπρου, τ. Α΄, σ. 147 ε., Β΄ σελ. 42). Συνομολογούν και οι ξένοι συγγραφείς, ως ο Βενέδικτος του Peterborough, όστις το 1192 μαρτυρεί ότι πολλαί των ελληνικών νήσων ήσαν άοικοι δια τον φόβον των πειρατών.»

Πηγή: Α.Β. Δασκαλάκης, Καθηγητής της Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Ελλάς, τόμος Ι, σελ. 291

 

Είναι ευρέως γνωστό πως η πειρατεία επιδεινώθηκε κατά τον 16-17ο αιώνα, αντί να μειωθεί.

 

 

Ο «Ανώνυμος Έλλην» καίτοι θα καυτηριάσει την δουλεία με «ἀνθρωπισμὸν», λιθοβολεί «ἡθικῶς» διαρκώς τους εκκλησιαστικούς, μη αναφερόμενος ποτέ κατά εκείνων των συμπατριωτών του που την εξασκούσαν:

«Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει, ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα δέκα ἀνθρώπους»!», σελ.106

Μέσα σε όλο αυτόν τον κυκεώνα, ή κολοφώνα, δολοφονιών κι εξανθρωπισμών που συνέβαιναν στην Ελλάδα από ενόπλους, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα υποστηρίξει πως όλα «τὰ ἐγκλήματα» συμβαίνουν στις μονές του Αγίου Όρους, ενώ εκτός του Αγίου Όρους ίσως επικρατεί «ἀνθρωπιστικὸς Παράδεισος»:

«Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.», σελ. 119

Αυτή η ρητορική είναι χαρακτηριστική του πολιτικού φανατισμού και της «πλύσεως ἐγκεφάλου», την οποία με ιδιαίτερη χαρά έχουν αποδεκτοί οι εχθροί της Εκκλησίας, ωσάν να ήτο κάποιο «φρέσκον καὶ ἀπαλὸν σαμπουὰν». Δεν εκπλήσσεται ο αναγνώστης σαν βλέπει την «Ελληνική Νομαρχία» να φιγουράρει σε σελίδες πολιτικά, ή θρησκευτικά, φανατισμένων.

 

 Η ιστορία ενός έλληνα πειρατή vs «Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα....»

«Από το 1688 η κατάσταση στην Ευρυτανία και τα Άγραφα, όπως και στην υπόλοιπη Στερεά, γίνεται πιο περίπλοκη. Οι Τούρκοι απελευθερώνουν από τη φυλακή τον Μανιάτη πειρατή Λιμπεράκη Γερακάρη, υπό τον όρο να πολεμήσει στο πλευρό τους εναντίον των Βενετών και των Ελλήνων. Αμέσως ο περιώνυμος εκείνος τυχοδιώκτης έρχεται στο τουρκικό στρατηγείο της Θήβας, προσκυνάει τον σερασκέρη και τίθεται στη διάθεση του. Εκεί συγκεντρώνει 10.000 άνδρες. Από τη μεριά τους, Βενετοί και Έλληνες, για την αντιμετώπιση του Γερακάρη, το Μάρτιο του 1689 συγκροτούν δυο στρατόπεδα, το ένα στο Λιδορίκι και το δεύτερο στο Καρπενήσι (με αρχηγούς τον Bossina και τον Vito Luposovich, που περιλάμβανε τα αρματολίκια του Σπανού της Ύπατης και του Χουρμόπουλου των Αγράφων). Οι διοικητές των στρατοπέδων, ως πρώην ανώτεροι αξιωματικοί του βενετικού στρατού, αναλαμβάνουν τη στρατιωτική εκγύμναση των κατοίκων και την οχύρωση των επίκαιρων θέσεων. Αυτοί αποφασίζουν για τον τρόπο προσβολής των τουρκικών κάστρων και την απόκρουση των επιθέσεων.

Τον Μάιο του 1689 ο Γερακάρης, ξεκινά από τη Θήβα, με 2500 άνδρες, που ανάμεσα τους είναι και αρκετοί Έλληνες, για το Ξηρότερο, Βάλτο και Αγγελάκαστρο. Επιτίθεται στο Μεσολόγγι, όπου διενεργεί ποικίλες λεηλασίες, αρπαγές και αιχμαλωσίες κατοίκων και κατόπιν πηγαίνει στο Βραχώρι (Αγρίνιο). Αργότερα χτυπά το Αιτωλικό, επεκτείνει τις λεηλατικές του επιδρομές ως τα Σάλωνα και τελικά εγκαθίσταται στο Καρπενήσι, όπου καταφέρνει να εκτοπίσει τον Bossina, (που αποσύρεται με το σώμα των λιποτακτών Σκλαβούνων στα γύρω χωριά). Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην περιοχή μένει ανοιχτό και ο Γερακάρης προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον Bossina, προτείνοντάς του συνεργασία, στα πλαίσια μιας διπλής φορολόγησης των κατοίκων (να εισπράττουν και οι δυο φόρους: για λογαριασμό των Τούρκων ο πρώτος και των Βενετών ο δεύτερος). Όμως ο Bossina, αμφιβάλλοντας για την ειλικρίνεια του Γερακάρη, απορρίπτει τις προτάσεις του. Αμέσως ο Γερακάρης εκδίδει προκήρυξη προς τους κατοίκους του Καρπενησίου, απαιτώντας με την απειλή της ποινής του θανάτου την πληρωμή των οφειλόμενων φόρων, τους οποίους εισπράττει αναγκαστικά. Αρχίζει κατόπιν να ισχυροποιεί τη θέση του: Με την παροχή πλούσιων δώρων και υποσχέσεων στρατολογεί αρκετούς Ευρυτάνες και διορίζει πρωτοπαλίκαρό του τον αρματολό Κώστα Ράβδα (από το Νεοχώρι Τυμφρηστού), χτίζει πολυτελέστατο σπίτι στο Καρπενήσι, (κατά το οικιστικό πρότυπο των πύργων της Μάνης), ενώ για να αποκτήσει τοπική επιρροή έρχεται σε δεύτερο γάμο με τη μοναχοκόρη του βαθύπλουτου ισχυρού κοτζαμπάση Χατζή Οικονόμου από το Μαυρίλο. (Με τον γάμο αυτό ο Γερακάρης εξασφαλίζει σοβαρές προσβάσεις και ερείσματα στις προυχοντικές οικογένειες της Ευρυτανίας και Υπάτης). Συγχρόνως ο Γερακάρης προβαίνει και σε αγαθοεργές πράξεις: με δικά του χρήματα, χτίζει ή επιδιορθώνει εκκλησίες, όπως την Αγία Τριάδα Καρπενησίου και τον Άγιο Αθανάσιο Νεοχωρίου, «εἶτε πρὸς ἄφεσιν τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀμαρτιῶν εἴτε πρὸς σκόπιμον ἐπίδειξιν». Παρά τις διαβεβαιώσεις του, η πολιτική του Γερακάρη δεν επιφέρει καμιά ανακούφιση στους κατοίκους του Καρπενησίου και των Αγράφων. Μόνο δεινά και δυσβάστακτες οικονομικές εισφορές φορτώνει στη ράχη τους. Οι κάτοικοι υποφέρουν από παντοειδείς καταπιέσεις. Μετά την εδραίωση του στο Καρπενήσι, ο Γερακάρης επεκτείνει τα όρια της επικράτειας του προς το Λιδορίκι. Αφού εκτοπίζει από εκεί τον Damianovih, που καταφεύγει στα Σάλωνα και ακολούθως στο Αγρίνιο, επιχειρεί επιδρομή στην περιοχή της Ναυπάκτου. Οι Βενετοί όμως προετοιμάζουν αντεπίθεση από την Πελοπόννησο. Διαπεραιώνουν στη Στερεά καταδρομείς και περιτρέχουν τη χώρα φτάνοντας το φθινόπωρο του 1694 στο Καρπενήσι. Λεηλατούν και φονεύουν πολλούς Τούρκους αλλά και Έλληνες, αρπάζουν ολόκληρη την περιουσία του Γερακάρη και καίνε το σπίτι του στο Καρπενήσι. Τότε είναι που παρεμβαίνει η βενετική διπλωματία, που προσεγγίζει τον Γερακάρη και το 1696 τον κάνει όργανο της αντί σοβαρών παροχών: τον τιμάει με το αξίωμα του ιππότη του Αγίου Μάρκου, του δίδονται χρήματα, πρόσοδοι και στρατιωτικοί βαθμοί και του παρέχονται τα μέσα διατροφής για 15 πρόσωπα της φρουράς του, (ανάμεσά τους είναι και ο αδερφός του Γεώργιος). Η αποστασία του Γερακάρη επιφέρει μεγάλο πλήγμα στους Τούρκους. Από τότε ο Γερακάρης δρα με τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας και τους Βενετούς εναντίον των Τούρκων. Στην τελευταία του επιδρομή διατρέχει τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία, μπαίνει στην Ήπειρο και λεηλατεί απάνθρωπα και αδιάκριτα τους κατοίκους της Άρτας. Οι Βενετοί, για να καθησυχάσουν τους εξαγριωμένους κατοίκους της Ηπείρου και των Αγράφων, τον μεταφέρουν υπό επιτήρηση στο Ναύπλιο. Από κει τον στέλνουν μαζί με τον αδελφό του στη Βενετία, όπου τους φυλακίζουν χωριστά. Ο αδελφός του αυτοκτονεί, ενώ ο ίδιος φθίνει μέσα στη φυλακή της Brescia. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος του Λιμπεράκη Γερακάρη, που συνέδεσε το όνομα του και τη δράση του με την ιστορία της Ευρυτανίας.

Η ανώμαλη κατάσταση εξακολουθεί να πλήττει ανηλεώς τους πληθυσμούς. Οι κάτοικοι των Αγράφων, της Ευρυτανίας κι άλλων μερών της Στερεάς δεινοπαθούν από τους λιποτάκτες Σκλαβούνους. Συγχρόνως οι Έλληνες οπλοφόροι συνεχίζουν την πολεμική τους δράση στην Ευρυτανία, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Βοιωτία, Αττική. Κυριεύουν τη Λαμία και μέρος της Θεσσαλίας, ενώ ο βενετικός στόλος αγκυροβολεί στον κόλπο της Στυλίδας. Τα επαναστατικά αυτά σώματα εξολοθρεύουν και εκμηδενίζουν τους Τούρκους παντού όπου τους συναντούν κατά την προέλασή τους. Έχουν όμως και αποτυχίες, που οφείλονται σε συγκεκριμένες αιτίες: την έλλειψη γενικού αρχηγού ως συντονιστή, τις αντιζηλίες μεταξύ των τοπικών ηγετών, αλλά και την αδιαφορία των Βενετών για την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων. (Εκείνο πού ενδιέφερε πλέον τους Βενετούς ήταν η εκδίωξη των Σκλαβούνων, γιατί τους θεωρούσαν ως κύριους υπεύθυνους για την ελάττωση των δημοσιονομικών πόρων του κράτους).

Ο επίλογος του δεκαεξάχρονου πολέμου γράφεται με τη "συνθήκη ειρήνης του Karlowitz" (26  Ιανουαρίου 1699), ανάμεσα στη Βενετία, Γερμανία και Πολωνία από τη μια μεριά και τον σουλτάνο από την άλλη. Η Γερμανία και η Πολωνία αποσπούν συγκεκριμένα εδάφη. Οι Βενετοί διατηρούν τη Δαλματία, την Πελοπόννησο, την Αίγινα και τη Λευκάδα, ενώ επιστρέφουν στον σουλτάνο μια σειρά από ελληνικά εδάφη: Ναύπακτο, Αντίρριο, Ξηρόμερο, Πρέβεζα, Βάλτο, Άγραφα, Ευρυτανία, ενώ το 1715, οι Τούρκοι ανακτούν και την Πελοπόννησο. Ο ζόφος της τουρκικής κυριαρχίας απλώνεται και πάλι πάνω στην Ελλάδα. Το μόνο που δεν απασχόλησε τους δυτικούς συνεταίρους του πολέμου στο Karlowitz ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδας» (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)

 

Κοσμική-πολιτική αρετή έναντι Χριστιανικής «ηθικής»

Όπως ελέχθη ανωτέρω, ο Διαφωτισμός  κατά των κληρικών, κινούσε ποικίλα ηθικά ζητήματα πορνείας, αρσενοκοιτίας, γαστριμαργίας και ανάγνωσης (!)  ακόμη, ενώ οι συμμορίτες κλέφτες εμφανίζονταν ως «ἀδιάφθοροι» της επαρχίας, πρόθυμοι να διατελέσουν την μισητή του διαφωτισμού «νηστείαν» προκειμένου να μην «βλάψουσιν μύγαν»:

«Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», σελ. 152

Και πώς άλλωστε θα μπορούσε να κινήσει  ηθικούς ελέγχους κατά των κλεπτών ο Διαφωτισμός, αυτό το σύστημα «ξυλοσοφίας» εις το οποίο η «ἀρετὴ» ήταν ζήτημα πολιτικών πράξεων παρά θρησκευτικών;

Προς τούτο και πολύ υποκριτικά εκ μέρους του «Ανωνύμου του Έλληνος», οι οπλισμένοι κι αιματοβαμμένοι κλέπτες δράττουν όλα τα εύσημα, επειδή μάχονται κατά ενός πολιτικού τυράννου, κι όχι επειδή δεν ήσαν βαπτισμένοι χριστιανοί, ενώ οι κληρικοί, υποτιθέμενοι όλοι μαζί παντοτινοί συνεργάτες του τυραννικού πολιτεύματος, καταλασπώνονται με κάθε επιθετικό επιχείρημα «ἡθικοῦ παραπτώματος» έναντι του ευαγγελίου, το οποίο άλλωστε δεν φαίνεται να «ἐλέγχει» κανέναν οπλισμένο επαναστάτη μέσα στα κείμενα του ακραίου διαφωτισμού, ως η «Ελληνική Νομαρχία».

Για το Διαφωτισμό, πολιτική και θρησκευτική ηθική είχαν γίνει ένα μπερδεμένο μείγμα, ένα ωφελιμιστικό κουβάρι, που χρησιμοποιούνταν κατά το δοκούν ανάλογα με τις επιδιώξεις του κάθε «κομματάρχη»:

α. «ο Δαπόντες εκθείαζε τον ηρωισμό του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, ενώ τοποθετούσε τον Αχιλλέα, τον Ηρακλή, τον Θησέα και τον Αλέξανδρο στο ίδιο βάθρο με τον Σαμψών», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 91)

β. «...κατά τον Κοραή [...] αν η κατάκτηση της ελευθερίας απαιτούσε μόνον ανδρεία και ηρωισμό, η διατήρηση της προϋπέθετε δικαιοσύνη, σύνεση και αρετή [Ἀριστοτέλους πολιτικῶν τὰ σωζόμενα, επιμ. Α. Κοραή, Παρίσι 1821, σ. ρμβ]. Επομένως, ο Κοραής θεωρούσε ότι αυτό που χρειάζονταν οι Έλληνες ως προπαρασκευή για να ζήσουν ως ελεύθεροι πολίτες ήταν η ακριβής γνώση των αρχών της πολιτικής επιστήμης , "ἥτις ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἡ τέχνη πῶς νὰ συζῶσι μετ’ ἀλλήλων εἰρηνικῶς οἱ ἄνθρωποι".», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 412)

γ. «Η γνώση της αρχαίας ιστορίας ήταν πρωταρχικά χρήσιμη εξαιτίας του ηθικού της περιεχομένου. Αποτελούσε την κυριότερη πηγή των ηθικών διδαγμάτων που υποδείκνυαν τους κανόνες της "πολιτικής επιστήμης"», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 117)

Η «ηθική» (βλ. «ἀρετὴ») του διαφωτισμού ήταν ένα πολιτικό κατασκεύασμα, το οποίο χρειάζονταν την μονοπώληση της παιδείας και την υφαρπαγή της από την Εκκλησία, ειδάλλως δεν υπήρχε περίπτωση ο λαός να μετατρέψει την χριστιανική ηθική του σε πολιτική (βλ. κοσμική) «ἀρετὴ»:

«Από την πίστη του στη θεωρία της προόδου, που είχε διδαχθεί από τον Condorcet πήγαζε η ελπίδα του ότι η μελλοντική αναβίωση της ενότητας πολιτικής και ηθικής ήταν δυνατή ως μέρους του θριάμβου του ορθού λόγου επάνω στα πάθη -του θριάμβου που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις της δίκαιης κοινωνίας [Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, Παρίσι 1822, σσ. μγ-μδ με περικοπές Condercet, Esquisse d’ un tableau historique des progrès de l’ esprit humain, σελ. 440, 1822]. Ο Κοραής μνημόνευε τη φιλοσοφική προφητεία του Condorcet [...] Κατά την κρίση του μία πρακτική προσέγγιση προς την ηθική αναμόρφωση της κοινωνίας διαφαινόταν στην πρόταση των Ιδεολόγων ότι με τη συστηματική εκπαίδευση ένας λαός θα μπορούσε να διδαχθεί την αρετή. [ο.π, σελ. οδ, αναφορά Destutt de Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale d’ un peuple, Παρίσι 1819. Πρβλ. Picavet, Les Idélogues, σσ. 391-398]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 418)

Τα κάτωθι παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά· ο ενάρετος εξαρτάται από την πολιτεία κι όχι από το Ευαγγέλιο ή κάποια «στωικὴ» φιλοσοφία:

α. «Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων», σελ. 50

β. «Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς, παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ὁ ἀθῶος ἐφυλάχθη ἀπὸ τοὺς νόμους; Πότε ἐτόλμησεν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φωνάξῃ μὲ θάρρος ἔμπροσθεν ὅλων τῶν ἐχθρῶν του: «Οὐχί! δὲν σᾶς φοβοῦμαι, ἐγὼ εἶμαι διαυθεντευμένος ἀπὸ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι θέλει σᾶς τιμωρήσουν διὰ τὴν συκοφαντίαν σας;», σελ. 49

γ. «...ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του», σελ. 56

δ. «Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον ὁποὺ ἐδιηγήθην, τότε, ἀγαπητοί μου, εἶναι πολλὰ δύσκολον νὰ ξαναλάβῃ μόνη της τὴν ἐλευθερίαν της, καθὼς φανερὰ μᾶς τὸ παρασταίνει ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει. [...] .», σελ. 70, «Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος», σελ. 67

ε. «Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν, ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία. », σελ. 101

στ.  «Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία, ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας;»,  σελ. 120

Το ότι η πολιτική «ἀρετὴ» έχει μέγιστη σημασία στο Διαφωτισμό, το αντιλαμβάνεται κανείς, όχι μόνο σαν Χριστιανός από την ηθική που εκπέμπει η Αγάπη του Κυρίου, αλλά από τις αυτές ιδέες της «Ελληνικής Νομαρχίας»· ο «Ανώνυμος Έλλην» υπαινισσόταν πως άπαξ κι έπεφτε η οιαδήποτε πολιτική Τυραννία κι υπήρχαν νόμοι (βλ. τίτλο «Ελληνική Νομαρχία»), όλα θα καθίστατο «ἡθικῶς λαμπρὰ» εις την κοινωνία:

«Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί, νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.», σελ. 24

Όμως η χωρίς Ευαγγέλιο «ἀρετὴ» όλων των ανθρώπων, για τον Χριστιανό, είναι φρούδες υποσχέσεις:

α. «Γι’ αυτό τον έθλιβαν [τον Κοραή] οι ηθικοί κίνδυνοι που διέκρινε ότι υπονόμευαν εσωτερικά την επανάσταση. Το κύριο αίτιο της ανησυχίας του παρέμενε η έπαρση και ο φανατισμός των "κολάκων τῆς ἐλευθερίας", οι οποίοι συνέχιζαν να αναμοχλεύουν τα κοινωνικά πάθη, για να εξυπηρετήσουν τους ιδιοτελείς τους στόχους. Ένα εύγλωττο δείγμα της άκρατης ματαιοδοξίας τους ήταν η υιοθέτηση από μερικούς ηχηρών τίτλων, όπως "πρέσβεις τῆς ἀνθρωπότητας" και "ρήτορες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους". Καθώς αυτή η αδιάντροπη αλαζονεία γινόταν περισσότερο απροκάλυπτη και επιθετική, οι ανησυχίες του Κοραή μεγάλωναν. Γνώριζε καλά ότι η ελευθερία δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει χωρίς αρετή.[...]

Οι φόβοι του Κοραή φάνηκαν να επαληθεύονται από τις συνέπειες του δράματος της βασιλοκτονίας. Η καταστροφή της παλαιάς μυθολογίας αποχαλίνωσε τα πάθη και την εκδικητικότητα, με αποτέλεσμα την αιφνίδια μετάπτωση από τη δεσποτεία του παραλόγου στην τυραννία του τρόμου.  Την αρνητική όψη της Επανάστασης εκπροσωπούσε ο αιμοδιψής Marat , άλλοτε γιατρός του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον  εκατόν πενήντα χιλιάδων ανθρώπων. Συντετριμμένος από τις ακρότητες της τρομοκρατίας, ο Κοραής σ’ ένα ξέσπασμα υπερβολής, υποστήριζε ότι το πρόγραμμα του Marat τέθηκε σε εφαρμογή από τον ομοϊδεάτη του Ροβεσπιέρο.

Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής παρέμεινε σιωπηλός.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-270)

β. «Ο Condorcet -Κονδορκέτιος κατά τον Κοραή-"ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους λογίους τοῦ Παρισίου, ἄν καὶ ἐχθρὸς ἐπίσημος τοῦ βασιλέως", μάταια προσπάθησε να σώσει τον βασιλικό θεσμό κάνοντας έκκληση στη λογική και τον ανθρωπισμό. Η έκκλησή του δεν εισακούσθηκε. Η αποτυχία του Condorcet έδειχνε, κατά τον Κοραή, ότι, καθώς υψωνόταν το κύμα των παθών, η φωνή της λογικής είχε καταπνιγεί», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 264)

«Η φωνή της λογικής είχε καταπνιγεί» διότι δεκάδες διαφωτιστές με τις φυλλάδες τους, άναβαν πολλά χρόνια τα πολιτικά πάθη· κατόπιν ήτο πολύ αργά να σβήσουν με τα «δάκρυὰ» τους, τη φωτιά που είχαν ανάψει οι ίδιοι, παριστάνοντας τάχατες τους «θλιμμένους καὶ πικραμμένους ἱερεῖς τοῦ ὁρθοῦ λόγου».

 

Εισαγωγή στο ηθικό λάθος της πολιτικής του «Ανωνύμου του Έλληνος»

Είδε ο αναγνώστης ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» τέλεσε με τη ρητορική του τέχνη τον καθαγιασμό ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι προ της επανάστασης αρπάζοντας το σπαθί, απέδιδαν «δικαιοσύνην», ακόμη κι επί του απλού χωριάτη μερικές φορές για να επιβιώνουν, δίχως να υπόκεινται σε κανενός είδους «Δυτικόφερτης Νομαρχίας»· συγκεκριμένα αυτός ο καθαγιασμός επιτελέστηκε επί της σελίδας 152.

Αντίθετα, όταν ο ίδιος ο συγγραφεύς βρίσκεται εις την «κολακευτικήν πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἔξοδον τοῦ βιβλιαρίου» του, λησμονά όσα περίγραφε για τους κλέφτες νωρίτερα, δηλαδή το ότι «ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», και ζητώντας αντιθέτως να αποδείξει ότι ο καιρός της επανάστασης είχε έρθει αφού ο Σουλτάνος δεν είχε πια ουσιαστική εξουσία, παραδέχεται εμμέσως το πλιατσικολόγημα των ληστών, δηλαδή ότι αντιθέτως με τις πρώην του κολακείες εκείνοι «ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας» μέχρι αφανισμού των:

«Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου, τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες; Ποῖος δὲν ἠξεύρει τὸ πλῆθος τῶν ἀποστάτων, ὁποὺ ἀφανίζουν τὰ χωρία καὶ τοὺς ὁδοιπόρους μὲ ἀκαταπαύστους κλοπὰς καὶ συνεχεῖς φόνους, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ αὐτὸς ποτὲ νὰ τοὺς καταδαμάσῃ μὲ τὰ στρατεύματά του; », σελ. 148

Εις επανάληψη σημειώνεται πως ο σχολιασμός του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τις κλοπές και τούς φόνους των ληστών δεν γεννάται από κάποιο εσκεμμένο ηθικό έλεγχο των τελευταίων, αλλά εκφέρεται εις απόδειξη της πτώσης της τυραννικής της των Οθωμανών δυνάμεως προς κατάπειση του αναγνώστη εις το εφικτό της πολιτικής επανάστασης.

Με δυο λόγια, όταν οι κλέφτες εξυμνούνται, ο πολιτικός στόχος είναι η μίμησή τους κι η συμπόρευση του λαού εις την επανάσταση· όταν δε κακολογούνται, αυτό συμβαίνει εκ παραδρομής διότι πολιτικός στόχος είναι να αποδειχθεί ότι η επανάσταση είναι δυνατή, εφόσον ο Τύραννος σουλτάνος βρίσκεται σε αδύναμη και μειονεκτική θέση να ελέγξει τις όποιες «ἐγκληματικὲς ἐνέργειες» συμβαίνουν στην αυτοκρατορία του.

Παρότι λοιπόν ο συγγραφέας θα εξιδανικεύσει τους «κλέφτες», χωρίς ποτέ να αναφερθεί επίσης ούτε μία φορά εις τα σώματα των «ἀρματωλῶν», οι οποίοι ήσαν υπόδουλοι σε εθελοντική αστυνομική υπηρεσία υπέρ του Τουρκικού κράτους, θα πέσει σε τραγικούς ηθικούς υπερβάλλοντες ελέγχους κατά του ιερατείου, το οποίο φαίνεται πολιτικώς ότι μισεί. Ας προσέξει ο αναγνώστης πώς ορίζει την κλεψιά ο συγγραφεύς αυτός:

α. «Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται - μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)

β. «Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα χρήματα [τῆς ἐλεημοσύνης], διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ μοναστήριά των», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 117)

 

Η θυελλώδης μανία της «Ελληνικής Νομαρχίας»

Η μανία μετά τρέλας του «Ανωνύμου του Έλληνος» να υπαινιχθεί διαρκείς «κλοπὲς» των κληρικών και μοναχών γίνεται πρόδηλη όταν διδάσκει πως τα «κλοπιμαία» των μοναχών από το λαό, ξανακλέβονται εις βάρος των μονών από τους τελευταίους, και δηλαδή εις διπλούν από τους μοναχούς:

«Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα χρήματα, διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ μοναστήριά των. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...», σελ. 117

Κατά αυτόν τον τρόπο αναγάγει αυτό που εκείνος θεωρεί κοινωνική «κλάσιν», αντίθετα εις «ἀτομικὴν ἀλητείαν» του καθενός ξεχωριστά· τόση είναι η πολιτική του αντιπάθεια για τους ρασοφόρους όπου δείχνει να μην κατανοεί ούτε ο ίδιος τι λέγει:

«Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων!», σελ. 113

Θεωρεί δε τους «κλέπτας» των «κλοπιμαίων» μοναχούς «κατήγορους εἰς τὸ ἄκρον», χωρίς να μπορεί και να δείξει εις το παραμικρό λίγη ταπεινοφροσύνη, αναλογιζόμενος ότι το δικό του το γραπτό είναι μια  «ἀσταμάτητη διαφωτιστικὴ ὑποκριτικὴ καὶ κακόγουστη κατηγορία», όπου οι «ληστεῖες» των κληρικών συνεχίζονται με όπλον.... την ελεημοσύνη των πιστών, η οποία «περιορίζεται» έναντι «ὑποβαθμισμένας σ’ ἀρετὰς», υπό του «Ἀνωνύμου Ἔλληνος»,  «γυναῖκας»: («...καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», σελ. 116).

 

Το λάθος

Συνοψίζοντας λοιπόν, εκείνο που συμπεραίνεται για τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» είναι ότι οι πραγματικά ιστορικοί «κλέφτες», έστω κι αν μετέπειτα επαναστάτες, «δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», παρότι «ἀφανίζουν τὰ χωρία», ενώ η ελεημοσύνη προς το «Ὁρθόδοξον Ἵερατεῖον» από τους εντόπιους της υπαίθρου και των πόλεων επιτυγχάνονταν με την «ἄδειαν τοῦ κλεψίματος» υπό του κατά τόπους «ἀρχιερέως»:

Ποιό μπορεί όμως να ’ναι άραγε το «λημέριον» αυτών των «ληστῶν» άνευ σπάθης και τυφεκίου οι οποίοι «ληστεύουν» με το «διαμοιρασμό λειψάνων»;

«Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κοκκαλοπωλητὰς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Ἄθους, ὁποὺ ὀνομάζουν Ἅγιον Ὄρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῶν τῶν καλογήρων.»,  σελ. 117

Βεβαίως «κλοπή» είναι το να αρπάζει κανείς δια της βίας τον πλούτο του άλλου, δίχως την συγκατάθεση του τελευταίου, όπως έκαναν οι «κλέφτες» που «δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν» αλλά που «ἀφανίζουν τὰ χωρία»· οφθαλμοφανώς αυτό δε συντρέχει εις την ελεημοσύνη η οποία είναι εθελούσια. Κι όμως ο «Ανώνυμος Έλλην» θα αρκεστεί να παρουσιάσει ως «ἄρπαγαν» τον «ἐπίσκοπον» παρά τον «κλέφτην»:

«Πολλάκις δὲ περιέρχεται ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος, ἀφοῦ τρώγει δι᾿ ὅσας ἡμέρας μένει εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινότητα, ἀφοῦ ἁρπάζει ὅσα περισσότερα δυνηθῇ, τότε ἀφορίζει ἕνα δύο, καὶ ἄλλους τόσους κάμνει παπάδες, καὶ ἔπειτα φεύγει», σελ. 115

Θα ονοματίσει δε ως «ληστὰς» τους μοναχούς:

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν...», σσ. 114-115

Αν λοιπόν αυτή η αντίληψη της αντιστροφής του τι είναι «κλοπὴν» δεν είναι ρητορική τέχνη, δηλαδή επιστήμη της καταπείσεως έστω και με ψέματα ή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, τότε τί άλλο μπορεί να είναι; Ίσως θα μπορούσε και να είναι η «διδακτορικὴ διατριβὴ»  κάποιου νεοπαγανιστή ή νεοδιαφωτιστή για την επανάσταση του 1821 στο «Ἀχερώνειον Ἄνδρον» ή στο «πεφωτισμένον Παρίσιον», αν μη τι άλλο, η οποία όπως και να έχει, δεν μπορεί παρά να βάλει τον κάθε αναγνώστη σε αρκετή περίσκεψη, για το ποιόν της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» και των διάφορων υποστηρικτών της:

«H πειρατεία είναι γνωστό πρόβλημα που για πολλούς αιώνες ταλάνισε τον Άθω. Ιδιαίτερα συχνή στον 13ο αι. μετά την τέταρτη Σταυροφορία και την εγκατάσταση των Λατίνων στην Ανατολή, λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις στον 14ο αι. (είναι γνωστές οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν στον Άθω οι πειρατικές επιδρομές της καταλανικής εταιρείας στις αρχές του αιώνα αυτού), όταν στους δυτικούς πειρατές θα προστεθούν και οι Τούρκοι. O θρυλούμενος πλούτος των μοναστηριών συνέχισε να ελκύει ακατάπαυστα χριστιανούς και μουσουλμάνους κουρσάρους, και αργότερα συμμορίες ληστών, ώς τον 17ο αι., οι οποίοι επιχειρούσαν επιθέσεις όχι μόνο σε παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις, αλλά και σε ιδρύματα που βρίσκονται στο δασώδες και ορεινό εσωτερικό της χερσονήσου"», (Πηγή: "Διὰ τὸν φόβον τῶν κουρσαρέων", KPITΩN XPYΣOXOΪΔHΣ, Δ/ντής Eρευνών-Iνστιτούτο Bυζαντινών Eρευνών-Eθνικό Ίδρυμα Ερευνών, http://clubs.pathfinder.gr/kellion/1210874)

Στην «Ελληνική Νομαρχία», ο ηθικός έλεγχος λοιπόν του πολιτικά κινούμενου σύμφωνα με τις διαφωτιστικές επιταγές παραβλέπεται, και μετατρέπεται σε «πολιτικὴν ἀρετὴν», δηλαδή υπακοή στους διαφωτιστές, ενώ ο ηθικός έλεγχος βάση του ευαγγελίου εις την περίπτωση των κληρικών, φτάνει εις το αναίσχυντο σημείο της διαστροφής των σημασιών των φαινομένων, όπου η ελεημοσύνη πράττεται δια μέσω «κλοπής».

Οι «ἄθλιοι» είναι ένα μυθιστόρημα του Β. Ουγκώ το οποίο μπορεί να έχει μια κάποια ελάχιστη σχέση με τις συγγραφικές «ἀθλιότητες» του «Ανωνύμου του Έλληνος»· παρατίθενται μερικές «κλοπὲς», για κάθε «φωτισμένον» νου:

α. «Βγαλμένα από την αγροτική ζωή είναι και τα παρακάτω κάλαντα της νήσου Λήμνου, που ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός - Καθηγητής Γεώργιος Α. Μέγας περιέλαβε στο σπουδαίο έργο του "Ἑλληνικαὶ ἐορταὶ καὶ ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας":

[...]

Βάλε τ’ ἀφέντη μ’, βάλε τὸ τὸ χέρι σου στὴ τζέπη.

Ἂν εὕρεις γρόσα δῶ μας τά, φλουριὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι·

βάλε καὶ τὸ γλυκὸ κρασί, νὰ πιοῦν τὰ παλικάρια."», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 248)

β. «Μερικές φορές το έκαναν αυτό και στις νηστείες της Σαρακοστής, όπως του Αγίου Ανδρέα. Η λύρα συνοδεύει περίφημα τους χορούς τους. Στα Σφακιά χορεύοντας οι άντρες κρατούσαν και τα όπλα τους, αφού ο χορός ήταν πολεμικός («πυρίχειος»). Απαραίτητα προηγείτο το θρησκευτικό μέρος. Ρίχνανε όλοι τον οβολό τους για την εκκλησία και μετά το έριχναν στο φαγοπότι και στο χορό.», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 226)

 

 

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

 

Ο πολιτικός φανατισμός της «Ελληνικής Νομαρχίας», κι «ὁ Θεὸς νὰ τὴν ἐκάμη ἑλληνικὴν», θα επιτεθεί μετά πάσης μανίας ενάντια στους μοναχούς της Ελλάδος, θεωρώντας τους «κοινωνικὴν τάξιν» σαν τους δυτικούς· έτσι παρότι ο συγγραφέας της, γνωρίζει το φαινόμενο της πειρατείας στα ελληνικά ύδατα, θα παραλείψει την αναφορά στις Μονές του Αγίου Όρους, που άλλωστε έχει σαν στόχο, και θα αναφερθεί μόνο εις το Αιγαίο:

«Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων, ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των;», σελ. 159

 

ΠΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

ΓIΩTΑ MYPTΣIΩTH

Επιμέλεια αφιερώματος

Σαν φρούριο απόρθητο μπορεί να φανταστεί κανείς την Αθωνική Χερσόνησο από τα πρώτα κιόλας χρόνια του οργανωμένου μοναχικού βίου (δεύτερο μισό 10ου αι.) ως τα τέλη του 17ου αι. αρκεί και μόνον ο αριθμός των πύργων -το πιο εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό στοιχείο της οχυρωματικής τέχνης- για να αντιληφθεί τη μέριμνα των μοναχών για την ασφάλεια της Μοναστικής Πολιτείας από τις πειρατικές επιδρομές κατά τους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους.

Εκατόν είκοσι δύο πύργοι -από τους σωζόμενους, τους ερειπωμένους, τους μνημονευόμενους στις γραπτές πηγές και τις παλιές απεικονίσεις- διάσπαρτοι στα συγκροτήματα των μονών, τους αρσανάδες, τις κορυφές των λόφων, προστάτευαν την Κιβωτό της Ορθοδοξίας από τους έξωθεν κινδύνους.

Είτε ως χώροι διαμονής για την άμυνα και την ασφάλεια, είτε ως αποθήκες πολύτιμων αγαθών και αντικειμένων, μία και κύρια ήταν η χρήση τους ανά τους αιώνες: η φύλαξη του Αγιορείτικου ορθόδοξου μοναχικού πολιτισμού.

«Πύργοι του Όρους οι πύρινοι»

 ΦΑΙΔΩN XΑTZHΑNTΩNIOY

Αρχιτέκτων - αναστηλωτής

 Φαίνεται κατ’ αρχάς παράξενο ότι ένας στρατιωτικός παρατηρητής, όπως ο Οθωμανός ναύαρχος, χαρτογράφος και εξερευνητής, πρώην διάσημος πειρατής Πίρι Ρεΐς, περιγράφοντας, στο «Kitab-i Bahriye» (1521), το βιβλίο του για τη θάλασσα με τους περίφημους πορτολάνους, το τειχισμένο λιμάνι της αγιορείτικης Λαύρας, το Μαντράκι, δεν αναφέρει στο κείμενο, ούτε σχεδιάζει στον χάρτη, το οχυρό με τον βυζαντινό πύργο που ελέγχει στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου το θαλάσσιο πέρασμα από τα στενά του Βοσπόρου προς το κεντρικό Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα. Άλλωστε, στην Αθωνική Χερσόνησο δεν αναφέρει πουθενά την ύπαρξη πύργων και οχυρών, όπως κάνει σχολαστικά στις υπόλοιπες ακτές που χαρτογραφεί. Στο Άγιον Όρος καταγράφει μόνο σημεία όπου μπορεί ένα πλοίο να καταφύγει σε περίπτωση κακοκαιρίας.

Επισημαίνει, ωστόσο, ο Πίρι Ρεΐς ότι οι μοναχοί «ποτέ δεν δίνουν πληροφορίες στους Τούρκους πειρατές για τους απίστους ή στους απίστους πειρατές για τα τουρκικά πλοία, ούτε διστάζουν ποτέ να εφοδιάζουν και τους μεν και τους δε». Επομένως, μάλλον αντιλαμβάνεται ο Τούρκος ναύαρχος την ουδετερότητα της μοναστικής κοινοπολιτείας και τη σημασία της αποχής των Αγιορειτών από τα εγκόσμια, αφού αμέσως δηλώνει πως οι μοναχοί «ενεργούν έτσι όχι από φόβο». Αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι τα αγιορείτικα οχυρά εξυπηρετούν καθαρά αμυντικές ανάγκες μιας κοινωνίας αναχωρητών, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν στρατηγική σημασία.

[...]

Χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί

Η εποχή κατά την οποία επισκέπτεται ο Ιωάννης Κομνηνός το Όρος είναι σχετικά ήσυχη. Οι τρομερές επιδρομές των Καταλανών στις αρχές του 14ου αι. δεν έχουν ξεχαστεί, αλλά φαντάζουν πλέον μακρινές, ενώ η πανούκλα της πειρατείας του 16ου αι. αποτελεί κι αυτή παρελθόν. Οι αγιορείτικοι πύργοι και τα οχυρά αλλάζουν χαρακτήρα και χρήσεις. Τα παλιά κανόνια (λουμπάρδες) εξυπηρετούν πια περισσότερο άλλους σκοπούς, ειρηνικούς.

Γράφει ο Κομνηνός για το Μαντράκι της Λαύρας: «Ἔχει τὸ μοναστήριον κάτω εἰς τὸν αἰγιαλὸν λιμένα κατασκευαστόν, καὶ ἀρσανὰν ἐπιτήδειον διὰ τὰ πλοιάρια, καὶ πύργον ὑψηλὸν καὶ ἀξιοθέατον, κτίσμα βασιλικόν, μὲ πατώματα ἐξ. [...] Καὶ ἐπανωθεν λουμπάρδαις μεγάλαις καὶ καλαῖς διὰ φύλαξιν τοῦ λιμένος, καὶ διὰ να δίδουσιν εἴδησιν εἰς τὸ μοναστήριον ἐπάνω, ὅταν ὑπάγῃ κανένας προσκυνητής. Καὶ διὰ να ὑποδέχωνται καὶ τοὺς ἀπὸ τῶν ταξιδίων ἐρχομένους προηγουμένους καὶ ἱερομονάχους μετὰ χαρὰς καὶ ἀγαλλιάσεως».

[...]

Πύργοι οχυρωματικοί είναι τα βαριά και ογκώδη κτίσματα των Mονών, που χρησίμευαν για την απόκρουση πειρατικών και ληστρικών εφόδων. Θεμελιώνονται στο ψηλότερο σημείο της μονής και συνδέονται οργανικά με το περιφερειακό τείχος της. O βράχος στη βάση του πύργου κοιλαίνεται, έτσι που να χρησιμεύει για κρύπτη πολυτίμων αντικειμένων ή για δεξαμενή νερού. Στον τελευταίο όροφο, ή και σε κανέναν ενδιάμεσο, χτίζεται το παρεκκλήσι. Τη σκεπή κοσμούν τα θωράκια ή επάλξεις ή πολεμίστρες ή προμαχώνες (στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ονομάζονταν μπαρμακάδες).

Έχοντας «καθημερινὸν φόβον θανάτου καὶ τὸ ξίφος ἐγγὺς», οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έβλεπαν τον πύργον ως την έσχατην καταφυγή. H όλη διαδικασία της αμυντικής άρχιζε με το σύνθημα του βιγλάτορα. Αυτός, που είχε σε ψηλότερο σημείο, έξω από τη Mονή, το παρατηρητήριό του, επεσήμαινε πρώτος τα πειρατικά πλοία, στο βάθος του ορίζοντα, ή τη ληστρική συμμορία, να τρέχει το φιδωτό λιθόστρωτο δρόμο προς τη μονή. Με το σήμα του συναγερμού έκλειναν οι καλυμμένες με σιδερένιες ταινίες βαριές πόρτες και περνούσε από πίσω τους το οριζόντιο χοντρό δοκάρι, ο ζυγός. Προηγουμένως όμως, οι μοναχοί τραβούν την απλωμένη πάνω από την τάφρο γέφυρα, την «καταρρακτὴν», όπως παρατηρούμε να υπάρχει η τάφρος αυτή στον αρσανά της Mεγ. Λαύρας, τη M. Βατοπεδίου, την Kαλιάγρα. Mε το τράβηγμα της γέφυρας «δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ἄλλος τινὰς νὰ εἰσέβη εἰς αὐτόν», τον πύργο.

O πειρατικός κριός και ο καταπέλτης κρούουν την εξωτερική δρύινη πόρτα, ενώ οι μοναχοί αμύνονται, ρίχνοντας από τις καταχύστρες ή ζεματίστρες ζεματιστά υγρά. Από τις επάλξεις, ή τον περίπατον του τείχους με το λιθοβόλο μηχάνημα, τον πετροβόλο, ή πετρόμαχο, πέτρες. Από τα στενά παράθυρα των προβόλων βέλη, αν και δεν είναι εξακριβωμένο ότι οι άκακοι δούλοι του Xριστού χρησιμοποιούσαν βέλεμνα και ξίφη. Οι πειρατές αποκρούουν τις πέτρες με την «ἀσπίδα» ή τη «χελώνα», μια μεγάλη ξύλινη ομπρέλα. Εξάλλου και οι ίδιοι ανταπαντούν, ρίχνοντας «δίκην χαλάζης πυκνῆς τοὺς λίθους» που ηχούν «χειροποιήτῳ βροντῇ». Για την απόκρουση των βελών φορούν σιδερένια πουκάμισα. Ταυτόχρονα άλλοι πειρατές, «δίκην συῶν ἀγρίων», προσπαθούν να στήσουν στις πλευρές του τείχους όλα τα «τειχομαχικὰ ἐργαλεία», τα «μηχανήματα»: «ἀμάξας», «κλίμακας» και «ξυλοσυνθέτους πύργους» ή «προβόλους», τις γνωστές «ἐλεπόλεις». Αν όμως έβλεπαν την πύλη να μη πέφτει, τότε συγκέντρωναν σε μια άμαξα «ξύλων πληθὺν καὶ φρυγάνων σωρείαν, πίσσῃ καὶ θεάφω καταρραντισμένα» και την κυλούσαν προς την πόρτα, δίνοντάς την φωτιά και ελπίζοντας η υπερθέρμανση των σιδερένιων ταινιών να μεταδοθεί στα ξύλα της πόρτας...

Με την απώλεια της «ἔξω πύλης» οι ληστές εισέρχονται στη μονή, περνούν το «διαβατικὀ» και φτάνουν στην «ἔνδον πύλην», την οποία προσπαθούν με τον «κριὸ» να καταρρίψουν. Όμως, κι εδώ δέχονται νέο καταιγισμό από καταπακτή που βρισκόταν πάνω από τα κεφάλια τους, μεταξύ των δύο πυλών. Στο μεταξύ άλλοι από τους μοναχούς φυγαδεύουν τα ιερά κειμήλια από την «παραπυλίδα», το παραπόρτι, που βρίσκεται μακριά από το πεδίο της μάχης. Οι υπόλοιποι οχυρώνονται στον πύργο. Στη M. Iβήρων, όπου συναντάμε το τελειότερο σύστημα αμυντικής, υπάρχει υπόγεια σήραγγα που ενώνει τη μονή με τον πύργο του αρσανά. Όμοιος περίπου είναι και ο πύργος του αρσανά της M. Kαρακάλλου[...] Mε την πτώση και της δεύτερης πόρτας οι ληστές γίνονται κύριοι της μονής και αρχίζουν με μανία δαιμονική περισσότερο την καταστροφή, παρά τη λεηλασία. Όμως, οι μοναχοί έχουν προνοήσει για την περιφρούρηση όλων των πολυτίμων αντικειμένων: τα έκρυψαν στις υπόγειες κρύπτες, ή τα φυγάδευσαν από την παραπυλίδα.

Έρχεται και η σειρά του πύργου. Οι πειρατές ζητούν να αιχμαλωτίσουν και έμψυχο υλικό, που δεν είναι ευκαταφρόνητο στα ανθρωποπάζαρα ή στην ανταλλαγή λύτρων. Υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες, όπου αναφέρεται ότι πολλές φορές αυτός ή και ολόκληρη η μονή, έμενε «τῆς ἐπιβουλῆς ἀπείρακτος». Ακόμα και αν οι πειρατές κατάφερναν να σπάσουν τη μικρή σιδερένια πόρτα του πύργου, θα βρίσκονταν σ’ ένα δωμάτιο άδειο, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα ν’ ανέβουν στο παραπάνω, αφού την ξύλινη κλίμακα που ένωνε τα δύο δωμάτια οι μοναχοί την τράβηξαν στο επάνω πάτωμα, φράζοντας και την καταπακτή.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Tο Άγιον Όρος» του μοναχού Δωρόθεου, εκδ. Tέρτιος, Kατερίνη 1985.

Στέρεοι, απόρθητοι (I)

ΠΛOYTΑPXOΣ Λ. ΘEOXΑPIΔHΣ

αρχιτέκτων-αναστηλωτής-

10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων                      

 Τα μεγάλα και πλούσια κοινοβιακά μοναστήρια που άρχισαν να κατακλύζουν την Αθωνική Χερσόνησο στο δεύτερο μισό του 10ου αι., φαίνεται ότι από νωρίς περιλάμβαναν πύργους στα οχυρωμένα κτιριακά τους συγκροτήματα. Ωστόσο, από την εξέταση των μνημείων προκύπτει ότι ως τα τέλη του 12ου αι. ο αριθμός των πύργων δεν πρέπει να ήταν μεγάλος, σε σύγκριση με αυτό που συνέβη στους αιώνες που ακολούθησαν. Τα ίδια τα μνημεία, αλλά και οι γραπτές πηγές, ορίζουν δύο βασικές περιόδους, στη διάρκεια των οποίων η δραστηριότητα για την ίδρυση ή την επισκευή πύργων ήταν ιδιαίτερα έντονη: τον 14ο και τον 16ο αι. Στον 14ο αι., οι πλούσιες αγιορείτικες μονές αγωνίζονταν να διασφαλίσουν τα κεκτημένα τους μέσα στην ανασφάλεια που προέκυψε από την πολιτική αστάθεια και τη σταδιακή κατάρρευση του βυζαντινού κράτους. Κατά τα τέλη του 15ου και τον 16ο αι., με την οικονομική ανάκαμψη που σημειώθηκε ύστερα από την παγίωση της οθωμανικής εξουσίας, οι προσπάθειες των μονών ήταν επικεντρωμένες στη γενικότερη ανασυγκρότηση και ανοικοδόμησή τους, καθώς και στην αποτελεσματική προστασία τους από τις συχνές επιδρομές των πειρατών.

 

 

Στη Μονή Kαρακάλλου

XPHΣTOΣ XEIΛΑΣ

Αρχιτέκτων - αναστηλωτής του ΚεΔΑΚ

 ΑΠO TO ΣYNOΛO των οχυρωματικών έργων του Αγίου Όρους, ο πύργος της Ι. Μονής Καρακάλλου είναι ίσως αυτός για τον οποίο διαθέτουμε τις λιγότερες γραπτές μαρτυρίες. Οι σύγχρονοι συγγραφείς ιστορικών μελετημάτων, οδοιπορικών, οδηγών και άλλων σχετικών με το Άγιον Όρος δημοσιευμάτων, τον παρακάμπτουν, παρά την έντονη παρουσία του όγκου του και το οικοδομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει. Το ενδιαφέρον αυτό εστιάζεται στον αμιγή οχυρωματικό χαρακτήρα του πύργου, στις περιορισμένες φθορές και στις ελάχιστες οικοδομικές παρεμβάσεις που έχει υποστεί στη διάρκεια του χρόνου.

Ξεκινώντας από τη μορφή του πύργου, σε σύγκριση με τη μορφολογία των υπολοίπων οχυρωματικών του Αγίου Όρους, και αφού λάβουμε υπόψη μας ότι κατά τον 16ο αι. πλήθος οχυρωματικών έργων κατασκευάζονται, συμπληρώνονται ή επισκευάζονται στην αθωνική Πολιτεία, εξαιτίας της έξαρσης της πειρατείας και μιας σχετικής οικονομικής άνθησης, θα μπορούσαμε, χωρίς βεβαιότητα φυσικά, να τοποθετήσουμε την κατασκευή του πύργου στον αιώνα αυτό

 

 

«Διὰ τὸν φόβον τῶν κουρσαρέων»

KPITΩN XPYΣOXOΪΔHΣ

Δ/ντής Eρευνών-Iνστιτούτο Bυζαντινών Eρευνών-Eθνικό Iδρυμα Eρευνών

H πειρατεία είναι γνωστό πρόβλημα που για πολλούς αιώνες ταλάνισε τον Άθω. Ιδιαίτερα συχνή στον 13ο αι. μετά την τέταρτη Σταυροφορία και την εγκατάσταση των Λατίνων στην Ανατολή, λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις στον 14ο αι. (είναι γνωστές οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν στον Άθω οι πειρατικές επιδρομές της καταλανικής εταιρείας στις αρχές του αιώνα αυτού), όταν στους δυτικούς πειρατές θα προστεθούν και οι Τούρκοι. O θρυλούμενος πλούτος των μοναστηριών συνέχισε να ελκύει ακατάπαυστα χριστιανούς και μουσουλμάνους κουρσάρους, και αργότερα συμμορίες ληστών, ώς τον 17ο αι., οι οποίοι επιχειρούσαν επιθέσεις όχι μόνο σε παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις, αλλά και σε ιδρύματα που βρίσκονται στο δασώδες και ορεινό εσωτερικό της χερσονήσου.

H ασφαλής διαβίωση της μοναστικής κοινότητας και η ασφάλεια του Άθω γενικότερα φαίνεται ότι αποτελούσε πρωταρχική μέριμνα των μεγάλων αθωνικών μονών, όπως ανάγλυφα αποτυπώνεται ως τις μέρες μας στους εντυπωσιακούς πύργους που είναι προσαρμοσμένοι στα οχυρωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα και στους αρσανάδες. Ωστόσο εγείρονται ερωτήματα, όσον αφορά στη χρήση τους, για μεγάλο αριθμό πύργων που σώζονται ακέραιοι ή σε ερειπιώδη κατάσταση, διάσπαρτοι στην ακτογραμμή ή στις κατάφυτες ερημιές της χερσονήσου, μακριά από τις γνωστές μονές.

[...]

Κάθισμα Μυλοποτάμου

[...]Tο 1527/28 καταστράφηκε από πειρατές. O τότε οικιστής του, μητροπολίτης Tυρνόβου Θεόφιλος, ανέλαβε την επισκευή του πυρπολημένου οικοδομήματος, ενισχύοντας την οχύρωση και ιδιαίτερα του τριώροφου πύργου. Προνοώντας για τη μελλοντική του ασφάλεια, ζήτησε από την κυρίαρχη μονή της Mεγίστης Λαύρας, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη τάξη του Αθω, σύμφωνα με την οποία τα εξαρτήματα (κελλιά) παραχωρούνταν σε 2 ή 3 πρόσωπα, να επιτρέψει την εγκατάσταση τουλάχιστον δέκα καλογήρων γιατί δεν ήταν δυνατή η επιβίωση τόσο λίγων μοναχών «διὰ τὸν φόβον τῶν κουρσαρέων». Το σωζόμενο σχεδόν ακέραιο οχυρωμένο κτίσμα αναβίωσε στις μέρες μας.

Λίγα χρόνια μετά την ανοικοδόμηση του Mυλοποτάμου, στα 1533, ο Γρηγόριος Γηρομερίτης αγόρασε από τη μονή Φιλοθέου το ερειπωμένο κάθισμα του Σταυρονικήτα, που δεν είναι άλλο από το αρχαίο μονύδριο του Στραβονικήτα μαρτυρούμενο ήδη στο έτος 1012. Tότε περίπου πρέπει να χρονολογείται, στην αρχαία φάση του, και ο εντυπωσιακός πύργος. Διαλυμένο, το μονύδριο υπήχθη τελικά το 1287 στη μονή Φιλοθέου. Ωστόσο ο πύργος του, λόγω της στρατηγικής θέσης, φαίνεται να λειτουργούσε ως βίγλα των Kαρυών, ενταγμένος στο αμυντικό δίκτυο για την ασφάλεια της περιοχής. O Γρηγόριος αγοράζοντας την περιοχή ανέλαβε την υποχρέωση να ενισχύσει τον παλαιό πύργο, καθιστώντας τον φρούριο με σκοπό να προστατεύονται από τις πειρατικές επιδρομές όχι μόνον οι μοναχοί που θα ζούσαν εκεί αλλά και όλη η δυτική πλευρά του Αγίου Όρους. Το έργο επιτελέσθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τον πατριάρχη Iερεμία Α΄ και το μονύδριο αναδείχθηκε στη γνωστή μονή Σταυρονικήτα.

[...]

Σε καίρια θέση

H ομαλή διαμόρφωση του εδάφους της βορειοανατολικής πλευράς του Άθω, περί τη μονή Xιλιανδαρίου, που ευνοούσε ιδιαίτερα τη δράση πειρατών, φαίνεται να είναι η αιτία της παρουσίας ενός ακόμη αμυντικού πύργου.

Πηγή: http://clubs.pathfinder.gr/kellion/1210874

 

Η αναισχυντία της «Ελληνικής Νομαρχίας» & το Σούλι

Εκεί που χαρακτηριστικά διαφαίνεται η ασυδοσία του «Ανωνύμου του Έλληνος» κι η δική του «ἀναισχυντία», είναι όταν εξυμνεί τους Σουλιώτες για την αντίστασή τους κατά του Αλή Πασά, έχοντας αποκρύψει επιμελώς τις όντως «κλεψιὲς» αυτών επί των συμπατριωτών τους. Αυτές ήταν που τους επέτρεπαν να πληρώνουν εις τον Σουλτάνο τον απαιτούμενο φόρο, μένοντας οι ίδιοι «ἐλεύθεροι» έναντι του Αλή Πασά, την ίδια ώρα που ο Σουλτάνος δεν τους θεωρούσε «ἐπαναστάτες»· «ἐπαναστάτες» ήταν μόνο έναντι στον «τύραννο» των Ιωαννίνων:

α. «Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω, τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία, καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!», σελ. 34

β. «Γενικά όμως [οι Σουλιώτες] ήταν γενναίοι, ριψοκίνδυνοι, ευσταλείς, γρήγοροι, φιλελεύθεροι, αρκετές φορές μεγαλόψυχοι, φιλοπάτριδες, αλλά και εξ ανάγκης αφοσιωμένοι σε ...επιδρομές και λαφυραγωγήσεις. [...] Ζούσαν με πολύ περιορισμένα προϊόντα λόγω του άγονου του ορεινού εδάφους με συνέπεια αυτή η ίδια η φύση να τους εξαναγκάζει πολλές φορές να προβαίνουν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές να ληστεύουν και να λαφυραγωγούν υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους σε χρήμα αλλά και σε είδος. Οι δε κάτοικοι αυτών των 70 περίπου κατακτηθέντων χωριών καλούνταν «Παρασουλιῶτες». Η δε σχέση μεταξύ Σουλιωτών και Παρασουλιωτών έφερνε στη μνήμη, όπως σημειώνει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, εκείνη μεταξύ των αρχαίων Σπαρτιατών και των Περιοίκων.

Το δε άκρον άωτον των Σουλιωτών ήταν ότι και αυτοί πλήρωναν στον Σουλτάνο ετήσιο φόρο, τον λεγόμενο κεφαλικό και τον λεγόμενο «προβατικὸν», (που προηγουμένως μάζευαν από τους Παρασουλιώτες), και αυτό για να μη τους ενοχλεί (!), παρουσιάζοντας έτσι μια περίεργη εικόνα αρχόντων και αρχομένων. Η κατάσταση όμως αυτή δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί άλλο, μέσα στην επικράτεια (Πασαλήκι) του Αλή Πασά που δικαιολογημένα, για ευνομούμενους λόγους, στράφηκε εναντίον τους». (Πηγή: http://www.el.wikipedia.org/)

Λέγεται πάρα του «Ανωνύμου του Έλληνος» ότι «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36

Αυτούς τους πατριώτες, πραγματικής νοοτροπίας «κλέφτες», θα συγκαλύψουν ηθικά κι οι σύγχρονοι διαφωτιστές νεοπαγανιστές και θα επικεντρωθούν μαζί με άλλες «προοδευτικές» δυνάμεις ενάντια εις τον κατά συντριπτική πλειοψηφία άοπλο Ορθόδοξο κλήρο, πολύ απλά επειδή ο τελευταίος είναι πολιτικός στόχος, ενώ το Σούλι όχι. Να λοιπόν ποια είναι η σχέση των «Ἀθλίων» του Β. Ουγκώ και των «πολιτικῶν ἀθλιοτήτων» μιας ολιγομελούς «κάστας διανοουμένων».

Πρέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί, πως η ιστορία κι ιδίως ο λαός έχουν αποδώσει τον όρο «κλέφτες» σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων της τουρκοκρατίας, κι ο όρος αυτός αποδόθηκε δικαιωματικά στη δράση τους. Αιώνες αργότερα, νεοπαγανιστές και διαφωτιστές με παλαιούς λίβελους ενδεικτικούς της πνευματικής τους κακομοιριάς και πτώχειας, προσπαθούν «ἀναισχύντως» να την διαστρεβλώσουν:

α. «Η αυθαίρετη διακυβέρνηση και η ληστρική φορολογία, που επιβάλλονταν στους καλλιεργητές της γης, είχαν οδηγήσει στην παραμέληση της γεωργίας και την υπονόμευση των κινήτρων της οικονομικής δραστηριότητας. Έτσι, η φτώχεια εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και ο λιμός ήταν συχνό φαινόμενο [Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σελ. 128]. Το όργιο της πειρατείας στη θάλασσα και η επικράτηση της παρανομίας κατέπνιγαν κάθε δυνατότητα για εμπορική ανάπτυξη», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 150)

β. «Στα 1810, καθώς μαρτυρεί σχετική "ἐνθύμηση", στην περιοχή της Τατάρνας βρίσκεται εγκατεστημένος ο Τελχάμπεης με φρουρά 800 ανδρών. Άλλη "ἐνθύμηση" του 1811 αναφέρει την παρουσία αρκετών Λιάπηδων πού επιτηρούν το ίδιο μέρος για 8 συνεχείς μήνες. Οι φρουρές αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο ή οκτάμηνο. Η επιλογή της τοποθεσίας για την εγκατάσταση ισχυρής φρουράς δεν γίνεται τυχαία, ούτε γιατί το μοναστήρι παρέχει τους οικονομικούς πόρους για τη συντήρηση των στρατιωτών [αρματολίκι]. Αποστολή της φρουράς είναι ό έλεγχος των διαβάσεων στις κοντινές γέφυρες των ποταμών Αγραφιώτη και Αχελώου, όπου σημειώνονται συχνές ληστείες κατά των εμπόρων.» (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)

Σε πάρα πολύ δύσκολες εποχές, όπου ο σημερινός νεοέλληνας δεν μπορεί καν να φανταστεί, δεν μπορεί να είναι κανείς απαιτητικός για τους υπολοίπους. Δεν θα πρέπει δηλαδή να ξεφεύγει εις τον κάθε αναγνώστη πως η παρούσα σελίδα δεν έχει σκοπό να στραφεί ενάντια εις τους Σουλιώτες, εις τους Μανιάτες, εις τους Αθηναίους, εις τους Κρητικούς κ.λ.π. της εποχής της τουρκοκρατίας, όπως πράττει ο «Ανώνυμος Έλλην» για πλειάδα Ρωμιών. Επιθυμεί μόνο να επιδείξει την «κακοήθειαν» των «διεφθαρμένων» από τη δυτική κουλτούρα παλαιών και σύγχρονων «προοδευτικῶν».

Αυτοί, εφαρμόζοντας την «διαφωτιστικὴν ἀρετὴν» του πυκνού ομιχλώδους σκοταδισμού, για τους πολιτικά φιλικά διακείμενους προς αυτούς, κάνουν τα «ἡθικὰ στραβὰ μάτια», ενώ για αυτούς που θεωρούν «πολιτικούς» τους αντιπάλους, τους κληρικούς και τους μοναχούς, επιδίδονται σε ακροβατικούς ηθικούς ελέγχους βασισμένους ψευδώς εις το ευαγγέλιο:

«Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 114

Το ευαγγέλιο όμως δεν κάνει εξαιρέσεις για κανένα, είτε είναι κληρικός ή κοσμικός, προοδευτικός ή οπισθοδρομικός, διαφωτισμένος ή άκρα σκοτισμένος:

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Κγ΄ «23 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, [...] 24 ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες!», «10 μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητὴς, ὁ Χριστός».

Ακόμη κι αν ο «Ανώνυμος Έλλην» είναι δικαιολογημένος ως έχων άγνοια για πολλά ιστορικά γεγονότα, παρότι κομπάζει για την «ἀμάθειαν» των υπολοίπων συμπολιτών του, αντίθετα καμία δικαιολογία δεν μπορεί να δοθεί στου σύγχρονους «χαρτογιακάδες πνευματικοὺς» του ακολούθους, οι οποίοι επιμένουν εις τις κακοήθειές του, της μακρόθεν «Ἐσπεράντζας».

 

 

Εμπροσθογεμές τυφέκιο με επίχρυσο διάκοσμο και πλάκες ελεφαντόδοτου και σουλιώτικο γιαταγάνι με επίχρυση ασημένια θήκη. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σελ. 80)

 

 

Η θρησκευτική ελεημοσύνη είναι «κλοπὴ» & η πολιτική ελεημοσύνη είναι «δωρεὰ»

Ως ήδη ελέχθη, ο «Ανώνυμος Έλλην» ζητά από τους αναγνώστες του να εκλάβουν υπόψη τους τις πολιτικές συμβουλές του διαφωτιστή Αδαμάντιου Κοραή:

«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.»,  σελ. 127

Εκεί, μπρος εις τον «πολιτικὸν πνευματικὸν του προπάτοραν» ο «Ανώνυμος Έλλην» θα παραμείνει «δοῦλος» σιωπηλός, σαν το άγαλμα της «ἐλευθερίας». Ειδικότερα, ως ήδη έχει δηλωθεί στον αναγνώστη, η φιλανθρωπία προς την εκκλησία θεωρείται «κλοπή θησαυρών» από καλόγηρους, ιδίως με την «εκμετάλλευση» κάποιων γυναικών «θυμάτων»:

«...μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», σελ. 116

Αντίθετα, οι γυναίκες της Γαλλίας οι οποίες δίνουν ελεημοσύνη στους πολιτικούς ταγούς και στα κόμματα του διαφωτισμού, καθίστανται «ἐνάρετες»:

«Με θαυμασμό ο Κοραής μνημονεύει τις ενάρετες κυρίες του Παρισιού που δώρισαν τα κοσμήματά τους στην Εθνοσυνέλευση, ως συνεισφορά στο έργο της αναμόρφωσης του έθνους. [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία 1774-1798, σσ. 118-119]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 259)

Εκεί, οι «ληστείες», για να γίνει χρήση των όρων του «Ανωνύμου του Έλληνος», των διαφωτιστών εις βάρος των πρώτων ορίζονται ως λαμβανόμενες «δωρεές»· οι «πολιτικοὶ ταγοὶ» που υπόσχονται «λαγοὺς μὲ πετραχίλια» στους «δούλους» των μοναρχιών για ελευθερία, δεν ορίζονται ως «κλέφτες», τα κόμματά των δεν είναι «λημέρια» κλεπτών, αλλά όλα βρίσκονται «ὑπὸ τὴν ἄψογην λειτουργίαν τοῦ πολιτικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ὁρθοῦ λόγου», της πολιτικής «κομπίνας» και της «ἀρπαχτῆς» εδώ και πλέον 300 έτη:

Με αυτά τα «ἄθλια», του Β. Ουγκώ, διπλά και τριπλά ζύγια της «δικαίας κριτικῆς» του διαφωτισμού μπορεί να γελά κι ο κάθε πικραμένος, ιδίως όταν βλέπει λίγους υπηρέτες της γραβάτας και του λευκού κολάρου των ελληνικών πανεπιστημίων και περισσότερους ελληνικών κομμάτων, να σέβονται «μετὰ μεγίστης εὐσεβείας» αυτές τις ανοησίες «του δημοτικού σχολείου» τις οποίες εκφράζει ο «Ανώνυμος Έλλην» μέσα στο πολιτικά προπαγανδιστικό του φυλλάδιο, που θυμίζει τα πιο σκοτεινά πολιτικά χρόνια της ανθρωπότητας και τους χειρότερους πολιτικούς που θα μπορούσε ποτέ να γεννήσει μια κοινωνία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, το πόσο σοβαρά θα μπορούσε κανείς στην αρχαία Αθήνα, που τόσο θαυμάζουν οι «φωστήρες» του Διαφωτισμού, να λάβει υπόψιν του το πολιτικό γραπτό ενός αγνώστου συγγραφέα που βρίθει υποκρισίας και ψεμάτων.

 

Τα πολιτικά κόμματα & οι «κλέπτες»

Είναι ανώφελο να παρατεθούν εδώ οι πακτωλοί χρημάτων, και οι σκοποί αυτών (βλ. μίζες, λαδώματα, διαφθορά) που τριγυρίζουν στα γραφεία των πολιτικών κομμάτων. Κάποιοι έχουν φτάσει να αποστέλλουν στο κόμμα και τους ίδιους τους τους μισθούς, την ίδια ώρα που στις σελίδες τους φιγουράρει η «Ελληνική Νομαρχία»· για τους πολιτικούς αυτούς, η Εκκλησία «κλέβει» με τα «παγγάρια», λέγοντας «ψέματα» για τον Παράδεισο· η δε πολιτική τους παράταξη που λαμβάνει ως «δωρεὰ» τους μισθούς τους, υπόσχεται την «ἐπίγειαν ἀπολύτρωσιν»... 2500 χρόνια πτώχειας για ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού του ελληνισμού, για την ανθρωπότητα ούτε λόγος, κι ο ελληνικός λαός δεν έβαλε μυαλό. Εξακολουθεί να περιμένει «πολιτικοὺς Μεσσίας» που θα τον οδηγήσουν εις την «γὴν τῆς ἐπαγγελίας» ενός «ἐνδόξου» μνήματος κάποιου σκοτεινού, κατά τις βραδινές ώρες, νεκροταφείου κι όπου το «μνημόσυνον» θα τελείται με την ανάγνωση του «πολιτικοῦ εὐαγγελίου» της «Ελληνικής Νομαρχίας»..., αμ δε.

«Ο Κοραής ένιωθε πως όλα αυτά μπορούσαν να καταπλήξουν τον καθένα, αλλά "δι’ ἕνα Ἕλληνα, ὅστις ἠξεύρει ὅτι πρὸ δύο χιλιάδων ἐτῶν οἱ πρόγονοί τους εἰς τὰς Ἀθήνας εἶχε φθάσωσιν εἰς τὸν αὐτὸν (καἰ ἵσως ἀνώτερον) βαθμόν τῆς σοφίας, μὲ τὴν ἔκπληξιν σμίγεται καὶ μελαγχολία· ὅταν ὅμως προσεπιλογγισθῇ ὅτι τὰ τοσαῦτα καλὰ ὄχι μόνον ἀπέκτησαν τῆν σήμερον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ΄ ἀντιεισήσχθησαν ἀντ’ αὐτῶν μύρια κακὰ, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἐβασίλευαν οἱ σοφώτατοι νόμοι τοῦ Σόλωνος [...], δυναστεύει τὴν σήμερον ἡ ἀμάθεια, ἡ κακία, ἡ βία, τὸ ζορμπαλίκι, ἡ αὐθάδεια καὶ ἡ ἀναισχυντία, ὅτι ἀντὶ τῶν Μιλτιάδων καὶ Θεμιστοκλέων, τοὺς ὁποίους ἀκόμη θαυμάζει ἡ Εὐρώπη, κυβερνώμεθα οἴμοι! ἀπὸ ποίους; Ἤ ἀπὸ χαμάληδες καὶ ντεβετζῆδες ἤ ἀπὸ βαρβάρους καλογερίσκους, χειρότερους καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἔξωτερικοὺς τυρράννους [...] Ὅταν [...] ὁ δυστυχὴς ἕλλην βλέπων ταῦτα, συλλογισθῇ ἐκεῖνα, τότε [...] ἡ μελαγχολία μεταβάλλεται εὶς ἀγανάκτησιν καὶ ἀπόγνωσιν." [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, τομ. Α, 1774-1798, επιμ. Κ.Θ. Δημαρά κ.α., Αθήνα 1964, σσ.100-101]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 253)

Σήμερα (2011) που δεν «κυβερνώμεθα [...]  ἀπὸ χαμάληδες καὶ ντεβετζῆδες ἤ ἀπὸ βαρβάρους καλογερίσκους, χειρότερους καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἔξωτερικοὺς τυρράννους », η Ελλάς με την «Ελληνική Νομαρχία» της «χαίρει» άκρας οικονομικής καταρρεύσεως· το σύγχρονο κράτος της Ελλάς βρέθηκε σε «πτώχευσιν» αρκετές φορές· το δε «σκοταδιστικὸν καλογερικὸν Βυζάντιον» με την «μισητὴν Μοναρχίαν - Τυραννίαν» για τους διαφωτιστές, στα 1000 χρόνια της ζωής του δεν φαλίρισε ούτε μία φορά (πρβλ. Καραγγιανόπουλος, Βυζαντινή Ιστορία):

«Ἄν μας ἔλεγε κανένας αὐτείνη τὴν λευτεριὰ ὁποῦ θὰ γευόμαστε, θὰ περικαλούσαμε τὸν Θεὸν νὰ μᾶς ἀφήση εἰς τοὺς Τούρκους ἄλλα τόσα χρόνια, ὅσο νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τί θὰ εἰπῆ πατρίδα, τί θὰ εἰπῆ θρησκεία, τί θὰ εἰπῆ φιλοτιμία, ἀρετὴ καὶ τιμιότη. Αὐτὰ λείπουν ἀπ᾿ ὅλους ἐμᾶς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Τῆς πρόσοδες τῆς πατρίδας τῆς κλέβομεν, ἀπὸ ὑποστατικὰ δὲν τῆς ἀφήσαμεν τίποτας, σὲ ῾πηρεσίαν νὰ μποῦμεν, ἕνα βάνομεν εἰς τὸ ταμεῖον, δέκα κλέβομεν. Ἀγοράζομεν πρόσοδες, τῆς τρῶμεν ὅλες. Χρωστοῦν εἰς τὸ Ταμεῖον δεκοχτῶ ῾κατομμύρια ὁ ἕνας κι᾿ ὁ ἄλλος· ὁ Μιχαλάκης Γιατρὸς πεντακόσες χιλιάδες, ὁ Τζοῦχλος τρακόσες, ὁ Γιωργάκης Νοταρᾶς τρακόσες πενήντα – ὅλο τέτοιγοι χρωστοῦνε αὐτά. Ὁ κεντρικὸς ταμίας ὁ Φίτζιος – τρακόσες πενήντα του λείπουν ἀπὸ τὸ ταμείον· κι᾿ ἀκόμα δὲν κυτάχτηκαν πόσα θὰ λείψουν ἀκόμα. Τὸ ἴδιο ντογάνες κι᾿ ἄλλα. Τέτοιοι μπαίνουν εἰς τὰ πράματα καὶ τέτοιους συντρόφους βάνουν. Δύσκολο εἶναι ὁ τίμιος ἄνθρωπος νὰ κάνη τὰ χρέη τοῦ πατριωτικῶς. Οἱ ἀγωνισταὶ οἱ περισσότεροι καὶ οἱ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ δυστυχοῦν. Πολυτέλεια καὶ φαντασία – γεμίσαμεν πλῆθος πιανοφόρτια καὶ κιθάρες. Οἱ δανεισταί μας ζητοῦν τὰ χρήματά τους, λεπτὸ δὲν τοὺς δίνομεν ἀπὸ – κάνουν ἐπέβασιν εἰς τὰ πράματά μας. Καὶ ποτὲς δὲν βρίσκομεν ἴσιον δρόμον. Πῶς θὰ σωθοῦμεν ἐμεῖς μ᾿ αὐτὰ καὶ νὰ σκηματιστοῦμεν εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ κόσμου ὡς ἄνθρωποι; Ὁ Θεὸς ἂς κάμη τὸ ἔλεός του νὰ μᾶς γλυτώση ἀπὸ τὸν μεγάλον γκρεμνὸν ὁποῦ τρέχομεν νὰ τζακιστοῦμεν.», (Πηγή: Φωτιάδης Δ., Αλεξίου Έλλη, Βλαχογιάννης Ι., «Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη», Βιβλίο Δ΄, Κεφ. 4, εκδ. Μέρμηγκα, Αθήνα 1980, σελ. 544-545)

 

Πρβλ. ενότητα «Το παραμύθι του τέλειου πολιτεύματος»

Πηγή Φώτο: http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε

 

 

Η λύσσα της απελπισίας του διαφωτισμού

Ο «Ανώνυμος Έλλην» διαπίστωνε στο βιβλίο του την σχέση μεταξύ Ορθόδοξου λαού και Εκκλησίας:

«Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν.», σελ. 123

Ακόμη και οι συμβουλές του επισκόπου, «παραλογισμοὶ» για τους απίστους διαφωτιστές, γίνονται δεκτοί «ὁμοφώνως»· έτσι ζητούνται ενισχύσεις «διαφωτιστῶν» για να διασπαστεί αυτή η παρουσιαζόμενη αγαστή ομοφωνία:

«Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139

Κάτω από το βάρος της απελπισίας αυτής, ο διαφωτισμός ενορχήστρωνε τα πιο σκοταδιστικά επιχειρήματα της πολεμικής του κατά των μοναχών:

«Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.», σελ. 119

Σύμφωνα με τους «φωτισμένους» του διαφωτιστικού μεσονυχτίου, στο «Ἅγιον Ὄρος» συνέβαιναν όλα τα ανθρώπινα αμαρτήματα· την ίδια ώρα οι πολιτικοί «ξυλόσοφοι» της Γαλλίας με τη ρήση «Ἐλευθερία ἤ θάνατος» έστελναν δια μέσω των «ἀναμαρτήτων» θεωριών τους στη λαιμητόμο, χιλιάδες ανυποψίαστους πολίτες, τραγουδώντας χαρμόσυνα και χορεύοντας ως «ἀναίσχυντοι ἤ μανιακοὶ καρνα-(κανι)-βαλιστὲς» την «γλυκιὰν» Καρμανιόλα· πολιτικές «ἱερὲς ἐξετάσεις», υπό το όνομα «Ἐπιτροπὲς Κοινῆς Σωτηρίας», διαπίστωναν τον «Δημοκρατικὸν Φρονιματισμὸν» των αδιαφώτιστων· σαν άξιοι μαθητές οι διαφωτισμένοι, δεν άκουγαν «κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν», αλλά ξεπερνώντας τους Ισπανούς αιρετικούς διδασκάλους τους, και τις πολιτικές του Πάπα, «καθαγίαζον» τις πράξεις τους με τα ηχηρά ονόματα «πρέσβεις τῆς ἀνθρωπότητας» και «ρήτορες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους» εγκαθιστώντας τα χρόνια της γνωστής Τρομοκρατίας. Αυτή την κοινωνική και πολιτική τρομοκρατία, η ιστορία έχει καταγράψει ως αποτέλεσμα του Διαφωτισμού, κι όχι ως αποτέλεσμα του μοναχισμού του Αγίου Όρους:

 «...ο αιμοδιψής Marat , άλλοτε γιατρός του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον  εκατόν πενήντα χιλιάδων ανθρώπων [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, 1774-1798, σελ. 307]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-269)

 

Μέσο: Έλεγχος των κοινωνικών φρονημάτων ενός Γάλλου από μέλη της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 75, άρθρο «Σαιν Ζυστ, ο Θεωρητικός της Γαλλικής Τρομοκρατίας (17992-94)», Ξένη Δ. Μπαλωτή, Ιστορικός Πανεπιστημίου Σορβόννης (Paris IV), σελίδα 68)

 

Όπως ανάλογα ο «Ανώνυμος Έλλην» καυτηρίαζε ηθικά το «Ἄγιον Ὅρος», παραμένοντας εξαιρετικά σιωπηλός για τα αιματοβαμμένα «αἴσχη» της πνευματικής του μήτρας, το αυτό έπραττε κι ο «Βολταὶρ» του ελληνικού διαφωτισμού: «Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής παρέμεινε σιωπηλός»., (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-269)Είνια περιττό να ειπωθεί

 

 

 

ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΛΕΦΤΗ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821

Ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου

 

Το κάτωθι ιστορικό παράδειγμα κλέφτη είναι χρήσιμο από πολλές απόψεις:

 

1 ) Ένα μοναστήρι είναι το ορμητήριο ενός κλέφτη.

Αυτό πιστοποιεί τις κατά γενικές γραμμές καλές σχέσεις κλεπτών και μοναχών καθώς και την πνευματική τους σύνδεση. (πρβλ. απάτη «Καταδάφισον όλα τα Μοναστήρια»)

 

2) Ένας πρόκριτος βοηθά ένα κλέφτη.

Είναι κάτι που επαναλαμβάνεται στην ελληνική ιστορία, παρά τα στεγανά «πατριωτισμού» & «προδοσίας» που θέτει η «Ελληνική Νομαρχία» βάση κοινωνικής τάξης: «θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· ...οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί.», σελ. 144

 

3) Μανιάτες βρίσκονται στην «αναγκαστική» αρματολίτικη υπηρεσία καταδίωξης ενός κλέπτη, του Ανδρίτσου κι άλλων αντιστασιακών. Ο διαφωτισμός θα φανεί πολύ «αὐστηρός» με τους κληρικούς και πολύ «χαλαρὸς» με τους κλέπτες ή τους αρματολούς εις την ηθική του κριτική, μη μπορώντας έτσι να αποκρύψει επιτυχώς τους κρύφιους στόχους των πολιτικών του πεποιθήσεων. Λέγει ο «φωστὴρ Ανώνυμος Έλλην»:

«ἀποφασίζω νὰ λέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

Παρά τον όποιον εξαγγελλόμενο του διαφωτισμού «πόλεμον κατὰ τῆς διαφθορὰς» και της «ἀμαθείας», όχι μόνο αρματολοί δεν ελέγχονται ηθικά, αλλά κι όποια «ἀμάθεια» σε άλλα στρώματα του λαού γίνεται αντικείμενο αξιοπερίεργης συγκαταβατικότητας, αρκεί αυτή να συμβάλει εις τον επιθυμητό πολιτικό σκοπό:

α. «Ἴδατε ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162

β. «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς», σελ. 37

γ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς [τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.», σελ. 157

Από την άλλη δε μεριά, επειδή η «ἀμάθεια» των καλόγηρων δεν συνέβαλλε εις τους πολιτικούς στόχους του Διαφωτισμού, ελέγχονταν «αὐστηρῶς».

 

4) Ο Καπετάν Ανδρίτσος ζητά τρισάγιο και μνημόσυνο για τον επερχόμενο θάνατό του λέγοντας στην οικογένειά του: «σᾶς ἐκαρτερῶ στον ἄλλο κόσμο».

Ας θυμηθεί ο αναγνώστης τις σκωπτικές εξαγγελίες του διαφωτισμού για τους κληρικούς:

«Μετὰ τὸν ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα.», σελ. 112

 

5) Ένας συναγωνιστής μέχρι το τέλος του Πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Καπετάν Ανδρίτσου, και φυλακισμένος μαζί του είναι ο Ιερέας Ιωσήφ Γκινάκας

Η τελευταία λεπτομέρεια πράγματι δύναται να κάμει να «τρίξουν τὰ κόκκαλα τοῦ θανόντος πλέον Ανωνύμου του Έλληνος», εφόσον ένας Ιερέας αντιστασιακός και πρωτοπαλίκαρο, αντιμαχόμενος από Μανιάτες αρματολούς επί χρήμασι των Τούρκων , πέφτει τελικά στα χέρια των τελευταίων:

α. «Ὦ Ἕλληνες [...] Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158

β. «Ἀλλὰ ποῦ νὰ διηγηθῶ, ὅσα ἡ μιαρά των ψυχὴ ἐφευρίσκει! Φθάνει λοιπὸν νὰ ἠξεύρετε, ὅτι, ὅσα καὶ ἂν κάμνωσι, τὰ κάμνοσι διὰ χρημάτων[...] Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων!», σελ. 113

γ. «ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον τὸν χρυσόν», σελ. 102

 

Αριστερά: Ο καπετάν Ανδρίτσος σε εικόνα του Σ. Μπαράλντι (Π.Μπίκος: Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς, Εκδόσεις Στρατίκη). (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σελ. 74)

 

«Τα επόμενα χρόνια, ο Ανδρίτσος [πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου] μετέφερε τα λημέρια του στον Ελικώνα. Με ορμητήριο το ιστορικό μοναστήρι του Οσίου Λουκά, οι κλέφτες επέδραμαν κατά των χωριών του κάμπου της Λιβαδειάς και της Θήβας. Τον Απρίλιο του 1780, όμως, βρέθηκαν για πρώτη φορά σε δεινή θέση. Πολυάριθμη οθωμανική δύναμη κύκλωσε το μοναστήρι όπου αναπαυόταν ο ίδιος ο Ανδρίτσος και 72 κλέφτες του. Επί τέσσερα ολόκληρα μεσόνυκτα, οι κλέφτες απέκρουαν ηρωικά τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων. Την τέταρτη νύχτα, εκείνοι μετέφεραν κανόνια από τη Λιβαδειά σχεδιάζοντας την αυγή να προβούν σε κανονιοβολισμό του μοναστηριού. Υπολογίζοντας ορθά ότι αυτό θα αποτελούσε το τέλος τους, ο Ανδρίτσος αποφάσισε έξοδο απελπισίας. Σύροντας λοιπόν τα σπαθιά τους, οι κλέφτες πραγματοποίησαν έξοδο.

Αποφασισμένοι και μαχόμενοι με τη δύναμη της απόγνωσης, διέσπασαν τον θανάσιμο κλοιό. Όταν έφτασαν σε απόσταση ασφαλείας από τους διώκτες τους, διαπίστωσαν πως είχαν αφήσει πίσω τους μόνο πέντε νεκρούς συντρόφους τους, γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες αποτελούσε άθλο.

Το 1784 ο Ανδρίτσος εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη αλλά και τολμηρότερη έως τότε επίθεσή του. Ο σχεδιασμός της παραπέμπει σε σημερινές επιχειρήσεις καταδρομικού τύπου. Λίγες δεκάδες κλέφτες, με επικεφαλής τον ίδιο τον καπετάνιο τους, διείσδυσαν ένα βράδυ στην ίδια τη Λιβαδειά. Κινούμενοι μέσα από τα πιο στενά σοκάκια και καλυπτόμενοι από το σκοτάδι, έθεσαν πυρ σε πολλά διαφορετικά σημεία. Τα ξύλινα σπίτια του τουρκομαχαλά της πόλης, παραδόθηκαν στη φωτιά. Οι αλλόφρονες Μουσουλμάνοι έβγαιναν από τα φλεγόμενα σπίτια τους αλλά οι κλέφτες είχαν στήσει ενέδρες και τους πυροβολούσαν. Η Λειβαδιά έζησε μια νύκτα τρόμου. Εκατοντάδες Οθωμανοί, στρατιώτες και άμαχοι, φονεύθηκαν.

[...] Η επιτυχημένη επίθεση στη Λειβαδιά, πρέπει να κατατρόμαξε τους Τούρκους. Ένα έγγραφο του πασά της Άρτας, με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1787, αναφέρει ότι "ο κλέφτης και ζορμπάς Ανδρούτσος, εχάλασε μέρος της Λειβαδιάς και τώρα, λαβωμένος, ευρίσκεται εις Πρέβεζαν όπου φυλάττεται." Ο πανικός των Τούρκων και η σπουδή τους να εξοντώσουν τον Ανδρίτσο αποκαλύπτεται πιο κάτω, στο ίδιο γράμμα, όπου ο πασάς της Άρτας επισημαίνει πως ο Ανδρίτσος "δεν ησυχάζει, παρά ανταμώνει με παρομοίους κακοποιούς και μελετούν την ερχόμενη άνοιξη να έβγουν πάλι ζορμπάδες να χαλάσουν τον τόπο του βασιλέως μας".», (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σσ. 74-76)

 

Δεξιά: Το Πάσχα του 1780, στην ιστορική μονή του Οσίου Λουκά, ο Ανδρίτσος και οι άνδρες του έδωσαν επική μάχη κατά χιλιάδων Τουρκαλβανών που τους περικύκλωσαν. Ο πίνακας του Σ. Μπαράλντι απεικονίζει την έφοδο των Τουρκαλβανών (Π. Μπίκος:Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς, Εκδόσεις Στρατίκη), (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σελ. 75)

 

Ο Ανδρίτσος τραυματίστηκε και δέχθηκε περίθαλψη στη Βενετοκρατούμενη Πρέβεζα από τον πρόκριτο Δημήτριο Τσαρλαμπά, του οποίου νυμφεύτηκε την μοναχοκόρη Ακριβή το Μάρτιο του 1876.  Η δράση του συνεχίσθηκε:

«Υπήκοος ονόματι Ανδρούτσος, όστις έγινε κλέφτης, μεταβείς εις Πρέβεζαν ενυμφεύθη την κόρην κάποιου Τσαρλαμπά, ονόματι Ακριβή. Από τότε έως τώρα, όποτε θέλει και ιδίως το θέρος, έρχεται με καΐκια και αποβιβάζεται εις τα μέρη μας και λυμαίνεται και καταστρέφει τα χωριά των Οθωμανών. Τα κακουργήματα του απαισίου τούτου έγιναν γνωστά και εδημοσιεύθη σουλτανικό φιρμάνι για την σύλληψίν του. Εξαιτίας των αιμοβόρων πράξεών του, που αυτός κάμνει κατά των υπηκόων του Μεγάλου Αυθέντου... είναι δίκαιον να τιμωρηθεί δια θανάτου ένας τέτοιος άνθρωπος.», γράφει στα «Ανέκδοτα ιστορικά στοιχεία περί Αλή Πασά Τεπελενλή» ο Κωνσταντίνος Μέρζτιος παραδίδοντας επιστολή του Αλή Πασά του Αυγούστου 1789.

Ο Ανδρίτσος κι ο Κατσώνης συναντήθηκαν στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης το 1792, όπου το είχε για βάση του ο πρώτος ελπίζοντας στην στρατολόγηση μανιατών. Επειδή όμως το αυτό έτος η Αγία Πετρούπολη και η Υψηλή Πύλη ειρηνεύθηκαν, ο Ανδρίτσος και ο Κατσώνης δέχθηκαν επίθεση από «ισχυρή μοίρα του οθωμανικού σόλου από 18 καράβια, με επικεφαλής τον ίδιο τον Καπουδάν Πασά [ναύαρχο] ... με τη σύμπραξη και δύο γαλλικών φρεγατών (οι σχέσεις Υψηλής Πύλης και Γαλλίας διέρχονταν περίοδο θερμού ειδυλλίου)», (Πηγή: ό,π. σελ. 81)

Η άμυνα στο Πόρτο Καγιά ήταν πολύ επιτυχημένη αρχικά [2000 Τούρκοι νεκροί έναντι 200 Ελλήνων]. Στη συνέχεια οι «Τούρκοι ανάγκασαν τον μπέη της Μάνης Τζανέτο Γρηγοράκη να συναθροίσει όσους Μανιάτες ήσαν σε ηλικία να πολεμήσουν. Στη συνέχεια, θα κατευθυνόταν δια ξηράς κατά του Ανδρίτσου.

Ο Γρηγοράκης, υπακούοντας αναγκαστικά, συγκέντρωσε 7000 ενόπλους, φρόντισε όμως να ειδοποιήσει (*) τους έγκλειστους στο Πόρτο Κάγιο, οι οποίοι αποφάσισαν να αποχωρήσουν», (Πηγή: ό,π. σελ.82)

 

Αριστερά: Η περιπετειώδης καταδίωξη του Καπετάν Ανδρίτσου από τη Μάνη μέχρι τα παράλια της Ρούμελης, (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σελ. 83)

 

Έτσι ξεκίνησε η οπισθοχώρηση από το Πόρτο Κάγιο στο Αίγιο, στην άλλη, βόρεια, άκρη της Πελοποννήσου. Οι πρόξενοι των Δυτικών δυνάμεων της εποχής χαρακτήρισαν την πορεία «ξενοφώντειο». Χάθηκαν 97 πολεμιστές του.

Ο Ανδρίτσος αποφάσισε να περάσει στη Δαλματία που ήταν Βενετοκρατούμενη μαζί με τους συντρόφους του. Εκεί συνελήφθη στο λοιμοκαθαρτήριο [Λαζαρέτο] στις 20 Σεπτεμβρίου 1792 και μεταφέρθηκαν στο τέλος του ίδιου έτους στις φυλακές της Ζάρας. Τους διεκδικούσαν Ρώσοι και Τούρκοι. Οι έμποροι Βενετοί τελικά ενέδωσαν στις σκληρές πιέσεις της Υψηλής Πύλης στις 24 Αυγούστου 1793. Νωρίτερα έγραφε ο Ανδρίτσος στη γυναίκα του, σε επιστολή που διέσωσε ο Βλαχογιάνννης:

«"Ἀκριβῆ,  σοῦ φανερώνω τὴν ἀνελπίστη δυστυχία μου, ὅτι (οἱ Βενετοὶ) ἀποφάσισαν να μας ἐπαραδώσουν τῶν Τούρκων, ὅπου αὐτὸ δεν τὸ ἔλπιζα. Ἂν ἴσως καὶ μάθεις που μας ἐθανάτωσαν, σὲ παρακαλῶ, στο ψωμὶ ὅπου ἐφάγαμεν, να μοῦ κανεὶς τὰ καλὰ τῆς ψυχῆς μου".

Σε άλλη επιστολή του προς τη μητέρα του και τους αδελφούς του Γιάννη, Αλέξανδρο και Βαγγέλη, τους παρακαλεί να του κάνουν τρισάγιο και μνημόσυνο, καθώς και να φροντίσουν τα παιδιά του, τα ανίψια του και την οικογένειά του. Κλείνει μάλιστα την τραγική επιστολή με τη φράση "σᾶς ἐκαρτερῶ στον ἄλλο κόσμο". [...] Ένα στρατιωτικό απόσπασμα του τακτικού Οθωμανικού Στρατού, παρέλαβε τον Ανδρίτσο και δύο από τους συναγωνιστές του, τον Ιερέα Ιωσήφ Γκινάκα και το φίλο του Πάνο Τζήρα. Μετά πορεία τριών μηνών, οι τρεις κρατούμενοι διέσχισαν με τους φρουρούς τους τη Βαλκανική και κατέληξαν στην Κωνσταντινούπολη. Με εντολή του Σουλτάνου κλείσθηκαν στα κάτεργα του ναυστάθμου του οθωμανικού στούλου, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν τραγικές. Θεωρείτο βέβαιο ότι βασανίσθηκαν, ενώ εκδόθηκε φιρμάνι να εκτελεστούν και οι τρεις. Η εκτέλεσή του όμως αναβλήθηκε επ’ αόριστον, ύστερα  από ρωσική διπλωματική διακοίνωση. Φαίνεται πως οι συνεχείς πιέσεις των Ρώσων, πιθανότατα μετά από παραινέσεις του Κατσώνη, έφεραν κάποιο αποτέλεσμα, καθώς το καλοκαίρι του 1795 οι Τούρκοι απελευθέρωσαν τον Πάνο Τζήρα και τον παπα-Γκινάκα. Αρνήθηκαν όμως κατηγορηματικά να συζητήσουν ένα παρόμοιο ενδεχόμενο για τον ίδιο τον Ανδρίτσο.

Ακολούθησε μια μακριά στασιμότητα, με τον νέο γενναίο καπετάνιο να βασανίζεται και να εξαντλείται στα ανήλιαγα μπουντρούμια του ναυστάθμου. Είχε πλέον κλείσει πέντε χρόνια φυλακισμένος, όταν ο σουλτάνος έδωσε τη συγκατάθεσή του να τον εκτελέσουν. Υπό αδιευκρίνιστες  συνθήκες, το νήμα της ζωής του καπετάν Ανδρίτσου κόπηκε τα Χριστούγεννα του 1797. Σύμφωνα με μια εκδοχή, τον στραγγάλισαν και το πτώμα του το έριξαν στα παγωμένα νερά του Βοσπόρου. Αντίθετα, ο Φωριέλ υποστήριξε πως απεβίωσε από ευλογιά ή κάποιο μεταδοτικό νόσημα. Ο Αναστάσιος Γούδας αναπαρήγαγε την τουρκική εκδοχή, ότι προσπάθησε να δραπετεύσει και τον τιμώρησαν αποκεφαλίζοντάς τον. Οι περισσότεροι ερευνητές υποστήριξαν ότι οι Τούρκοι τον στραγγάλισαν και εξαφάνισαν το πτώμα του πετώντας το στο Βόσπορο», (Πηγή: ό,π. σσ. 85-86)

 

Δεξιά: Ο αποχαιρετισμός του Ανδρίτσου και του Λάμπρου Κατσώνη στη Μάνη. Αυτή ήταν η τελευταία τους συνάντηση (πίνακας του Σ. Μπαράλντι στο έργο του π. Μπίκου: Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς, Εκδόσεις Στρατίκη), (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σελ. 78)

 

* Ο μπέης της Μάνης Τζανέτος Γρηγοράκης ειδοποίησε τον Ανδρίτσο για να αποφύγει τα χειρότερα, δηλαδή την ολική απώλεια. Αυτό πάντα αποτελεί σημάδι υποβόσκοντα πατριωτισμού. Εντούτοις είναι επίσης και πρόδηλο της ασφυκτικής τεράστιας φυσικής πίεσης που μπορούσαν να  ασκούν οι Οθωμανοί σε ρωμιούς πολεμιστές, την οποία σύγχρονοι «ἀναλυτὲς» κατά των επισκόπων ή του Πατριαρχείου δεν λαμβάνουν υπόψιν, δεχόμενοι αυτούς ως «προδότας».

Εντούτοις, η σύμπραξη Μανιατών και Τούρκων οδήγησε σε εγκατάλειψη μιας σημαντικής βάσης , του Πόρτο Κάγιο, στο χαμό 97 πολεμιστών, οι οποίοι σαφώς δεν πέθαναν από «γρίπη» αλλά από βλήματα αρματολών και Τούρκων και τελικά στη διάλυση των αντιστασιακών και στη σύλληψή τους.

 

 

 

 

Επίλογος

Στην εκκίνηση του «πονηματίου» του, ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας»  θα θέσει μια σειρά από φιλοσοφίες εις αντάμωση του δικού του αναγνώστη. Ανάμεσα σ’ αυτές, παρουσιάζεται ότι ο πλούτος είναι αποτέλεσμα της τύχης· ως τύχη δε εννοείται εκείνο που δεν μπορεί να υπολογισθεί:

α. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, [...] Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.», σελ. 18.

β. «Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα...», σελ. 144

γ. «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19

δ. «Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ», σελ. 39

Παρότι δε η φιλοσοφία του διδάσκει πως «εἶναι ἡ τύχη» που «ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον», εντούτοις θα παρατήσει τη φιλοσοφία αυτή, δυνάμενος «νὰ προϊδῇ» όλους εκείνους τους μη τυχαίους τρόπους με τους οποίους οι κληρικοί «πλουτίζουσι»:

α. «Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι». σσ. 114-115

β. «ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται. Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἀφορισμόν, ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς.», σελ. 112

γ. «Μετὰ τὸν ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα.», σελ. 112

δ. «Αὐτοὶ οἱ ἀναιδέστατοι ἄνδρες, εὐθὺς ὁποὺ ἔλθουν εἰς τὴν ἀρχιεπισκοπήν των, ὑποχρεώνουν ὅλους τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς τὰ ὀσπίτιά των, διὰ νὰ τοὺς ψάλωσι τὸν ἁγιασμόν, καὶ οὕτως λαμβάνουσι τὴν πληρωμὴν ἀπὸ πενήντα ἕως δέκα γρόσια τὸ ὀλιγότερον. Τὰ δὲ μνημόσυνα συνίστανται εἰς τὸ νὰ λειτουργοῦν διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ ὁποίου ξεθάπτουν τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ εὐλογοῦν.», σελ. 113

Αν ο ελληνικός λαός, μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη του τις όποιες επιμέρους βαριές «ἡθικὲς» ατασθαλίες κλεφτών ή αρματολών (λεηλασίες, φόνοι, ένοπλη καταστολή επανάστασης) τότε οι επιμέρους πραγματικές, κι όχι κατασκευασμένες, ελάχιστες «ἡθικὲς» ατασθαλίες κληρικών ή μοναχών, όλοι άνθρωποι είναι, μπορούσαν ευκολότερα να παραμερισθούν μπρος εις την γενικευμένη «καλὴν διαγωγὴν» τους:

«Την αντίδραση του Γένους εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας και τη θέληση του να μη συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, ενσάρκωνε στην πράξη το κίνημα των Κλεφτών. Οι Κλέφτες ήταν αντάρτες των βουνών, που φεύγοντας την καταπίεση των Τούρκων ή των Ελλήνων κυρίων τους, σχημάτιζαν στα βουνά οπλισμένες ομάδες, που ζούσαν με τη λεηλασία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλουσίων Ελλήνων γαιοκτημόνων. Έδειχναν όμως παραδειγματικό σεβασμό στην κλήρο και προστάτευαν τους φτωχότερους αγρότες. Ζούσαν συνεχώς "μὲ τ’ ἄρματα στὸ χέρι". Ο πόλεμος ήταν γι’ αυτούς τρόπος ζωής και η λεηλασία βιοπορισμός. Δεν έπεφταν όμως καθόλου στη λαϊκή συνείδηση. Τόσο ο λαός, όσο και κληρικοί και μοναχοί, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να τους βοηθούν και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Κλέφτες, με την ένοπλη αντίστασή τους, συντηρούσαν, ένα πνεύμα ακριβώς στους αντίποδες του ραγιαδισμού. Ήταν το πνεύμα, που κρατούσε μόνιμα αναμμένη την επαναστατική φλόγα.», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σσ. 97-98)

 

Πρβλ. απάτη «Ηθική & Ηθική»

Πρβλ. ενότητα «Το μεγαλύτερο ατόπημα του "Ανωνύμου του Έλληνος"»

 

Σημειώσεις

1. Πρβλ. Cyril Mango, "Byzantinism and Romantic Hellenism", Byzantium ad its Image, Λονδίνον:Variorum 1984, μελέτη Ι, ιδίως σσ.32-36 & XVI, σσ. 59-93 & Ν.Γ. Πολίτης, "Δημώδεις δοξασίαι περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους", Λαογραφικά Σύμμικτα, Αθήνα 1920, τομ. Α, σσ. 14-27, Νίκου Βέη, "περί του ιστορημένου χρησμολογίου της Κρατικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου και του θρύλου του ’μαρμαρωμένου βασιλιά’, Byzantinisch- Neugriechische Jahrbücher, 13(1936-1937),σσ. 203-244, B. Knös, "Les Oracles de Léon le Sage", Αφιέρωμα στη μνήμη Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Αθήνα 1960, σσ. 155-188, Asterios Argyriou, Les éxégèses grecques de l’ Apocalypse à l’ époque turque (1453-1821). Esquisse d’ une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, Θεσσαλονίκη 1982  "]

2. Πρβλ. Eric J. Hobawm, Social Bandits and Primitive Rebels, Glencoe, III. 1959, σσ. 57-65, 105-107 & ιδίου Bandits, Λονδίνο 1969, σ. 23, Noman Cohn, The Pursuit of the Millenium, Λονδίνο 1957, σσ. 21-32, 307-314

3. Πρβλ. Fernard Brautel, The Mediterranean and the Mediterranean World in the Age of Phillip II, Νέα Υόρκη 1972, σσ. 769-770, E.Eickoff, Venedig, Wien und die Osmanen (1645-1700), Μόναχο 1970, A. Bernardy, Venezia e il Turco nella seconda metà del secolo XVII, Φλωρεντία 1902, και του ιδίου L’ ultima guerra turco-veneziana (1714-1718), Φλωρεντία 1902, P. Preto, Venezia e i Turchi, Φλωρεντία 1975

4. Κουρίλας, Θρακικά, 5 (1934), σσ. 156-158 & Ν.Γ. Πολίτης, «Αγαθάγγελος», Εστία, 27 (Ιανουάριος -Ιούνιος 1889), σσ. 38-40

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Από τον Γιαγκούλα και τον Νταβέλη στον Παλαιοκώστα

Οι εγκληματίες περίμεναν το θύμα τους σε κλεισούρα ή σύρτες, ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας θεωρούσαν τον όμηρο ιερό και του εξασφάλιζαν περιποίηση

Το δημοφιλές τσάμικο «Παπαλάμπραινα» βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που διαδραματίστηκαν το 1860 στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας.

Εφημέριος του χωριού ήταν ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας. Ένας συγχωριανός του έφερε κρυφά από τη γειτονική Αρκαδία σαράντα ληστές για να του πάρουν ό,τι πολύτιμο μπορούσε να είχε στο σπίτι, αλλά και να του απαγάγουν την κόρη του, την Παναγιώτα.

Οι ληστές κρύφτηκαν στο δάσος, που βρίσκεται ανατολικά του χωριού. Δύο απ αυτούς προχώρησαν προς το σπίτι του ιερέα. Προσποιήθηκαν ότι ήθελαν να αγοράσουν το βόδι, που πουλούσε ο παπάς. Πέρασε η ώρα και νύχτωσε. Ο παπα-Λάμπρος προθυμοποιήθηκε να τους φιλοξενήσει.

Όταν όλοι κοιμήθηκαν, ένας από τους μουσαφίρηδες βγήκε αθόρυβα έξω και έτρεξε να ειδοποιήσει τους κρυμμένους στο δάσος. Δεν άργησε το σπίτι να γεμίσει ληστές, που έψαχναν για λεφτά και χρυσαφικά.

Κάποια στιγμή η Παναγιώτα κατάφερε να ξεφύγει από την επιτήρηση των ληστών και χρησιμοποιώντας τη σκάλα βγήκε στο κατώγι. Με ουρλιαχτά άρχισε να καλεί σε βοήθεια τα εξαδέλφια της Γιώργη και Κώστα Ζέρβα.

Ολόκληρο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Οι άντρες αρπάξανε τους γκράδες τους κι άρχισαν να πυροβολούν προς πάσα κατεύθυνση. Οι ληστές πανικόβλητοι έφυγαν τρέχοντας από το σπίτι. Ένας δικός τους τραυματίστηκε θανάσιμα και τον έθαψαν στη θέση Χίλια Χωριά.

Αυτή, λοιπόν, η Παναγιώτα ήταν «η λυγερή» του δημοτικού τραγουδιού, που «φώναξε και τους κλέφτες τους ετρόμαξε».

 

Η δράση

Σε καιρούς σαν τους δικούς μας, που οι ληστείες γίνονται καθημερινό φαινόμενο και που οι απαγωγές για την είσπραξη λύτρων ξανάκαναν την εμφάνισή τους, θα είχε ίσως ενδιαφέρον να ρίξει κανείς μια ματιά στις δεκαετίες μετά την Επανάσταση του 1821 και την ανακήρυξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Οι «βασιλείς των ορέων», όπως αποκάλεσε ο Αμπού Εντμόντ τους λήσταρχους, κυριάρχησαν στην ελληνική ύπαιθρο περισσότερο από έναν αιώνα. Μόλις στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης εξαφανίστηκε η ληστοκρατία.

Οι ληστές στο μεγαλύτερό τους μέρος κολυμπούσαν στο έγκλημα. Ο ερευνητής Δημήτρης Χαλατσάς σπεύδει να διευκρινίσει:

«Όταν λέμε έγκλημα δεν εννοούμε μόνο τη ζωοκλοπή ή τη λιποταξία ή την απαγωγή ή ακόμα την καθαυτό ληστεία με λύτρα, αλλά κυρίως την ανθρωποκτονία, τον φόνο. Οι βασικοί εκπρόσωποι της ληστοκρατίας στα χρόνια εκείνα, έξω από τα άλλα, βαρύνονταν κυρίως με ανθρωποκτονίες, που τις περισσότερες φορές δεν είναι απλώς φονικά, αλλά αποτρόπαια και ειδεχθή, στυγερά κακουργήματα, που φτάνουν έως τη θηριωδία».

Οι ληστές στήνουν το καρτέρι τους σε κλειστό τόπο (κλεισούρα) ή σε μονοπεράσματα (σύρτες). Τρεις, τέσσερις ή και περισσότεροι κάνουν την επιχείρηση. Ο αρχηγός με τους υπόλοιπους λουφάζουν κάπου κοντά με στημένα καραούλια.

Όταν εμφανιστεί το θύμα βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπο με τα προτεταμένα όπλα και τις φωνές των κλεφτών: «Ψηλά τα χέρια! Μην κουνηθεί κανένας! Στον τόπο!». Οποίος τολμήσει και αντισταθεί χάνει τη ζωή του επιτόπου.

 

Η τακτική

Η ομάδα κρούσης αφαιρεί από τον συλληφθέντα τιμαλφή, ρολόγια και χρήματα. Αυτά τα κρατά για λογαριασμό της. Δεν έχει μερίδιο ούτε ο αρχισυμμορίτης ούτε οι άλλοι σύντροφοί του. Ο αιχμάλωτος οδηγείται στον αρχιληστή, που ορίζει το ποσό των λύτρων για την εξαγορά, ποιοι θα το φέρουν, πώς και πού.

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας οι όμηροι θεωρούνται ιερό πράγμα και τυγχάνουν περιποίησης από τη συμμορία. Σε περίπτωση μετακίνησης συχνά του δένουν τα μάτια για να μην ξέρει πού βρίσκεται και πού πάει. Η προσκόμιση της εξαγοράς γίνεται από δαιδαλώδη δρόμο για ασφάλεια.

Οι ληστές ορίζουν όποιος θα φέρει την εξαγορά να ακολουθήσει για ώρα μια συγκεκριμένη διαδρομή πολλών χιλιομέτρων και δύσβατη. Σε κάποιο άγνωστο σημείο θα βγουν και θα πάρουν τα λύτρα. Αλλοτε πάλι διατάσσουν τους συγγενείς να αφήσουν τα χρήματα σε κάποιο δύσβατο σημείο και να εξαφανιστούν.

Με την είσπραξη των λύτρων ο όμηρος αφήνεται ελεύθερος. Σε αυτό το θέμα ο λόγος τους είναι συμβόλαιο. Αν δεν αποδοθεί η εξαγορά ή αν ειδοποιηθεί η Χωροφυλακή και εμφανιστεί καταδιωκτικό απόσπασμα, ο κρατούμενος κατακρεουργείται.

 

Το τέλος της συμμορίας του

Ο Γιαγκούλας αποκεφαλίζεται για την αρπαγή εξαδέλφων

Η απαγωγή δύο νεαρών εξαδέλφων σήμανε το τέλος για τη συμμορία του Φώτη Γιαγκούλα, του ληστή που έδρασε τα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Ήταν ο μικρός Μήτσος Ράπτης και ο μεγαλύτερος Νίκος, φοιτητής της Ιατρικής, που οι ληστές είχαν αιχμαλωτίσει. Τους οδήγησαν στο λημέρι τους στον Ολυμπο, δεκατέσσερις ώρες δρόμο με τα πόδια από την Κατερίνη και οκτώ από τη Βροντού, στη θέση Κόκκαλα, πάνω από τη Κλεφτόβρυση.

Ο Γιαγκούλας είχε συντροφιά άλλους τρεις ληστές: τους αδελφούς Πάντο και Λεωνίδα Μπαμπάνη, και τον εξάδελφό τους, Κώστα Τσαμήτα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, ημέρα Κυριακή, τους εντόπισε ένα απόσπασμα, αποτελούμενο από είκοσι τέσσερις χωροφύλακες και πέντε καλά εκπαιδευμένους αγροφύλακες, που τους συνόδευε ως οδηγός ένας κτηνοτρόφος.

Οι ληστές ζητούσαν για την απελευθέρωση 3.000.000 δραχμές, ποσό αστρονομικό για την εποχή.

Οι άνδρες του αποσπάσματος περικύκλωσαν τα μέλη της συμμορίας, που έτρεξαν να ταμπουρωθούν στο βάθος μιας γειτονικής ρεματιάς, που σε λίγο μεταβλήθηκε σε κόλαση φωτιάς.

Μέσα στον ορυμαγδό της μάχης, τα δύο εξαδέλφια προσπαθούν να λουφάξουν πίσω από βράχια και να μείνουν αλώβητα από τις σφαίρες. Ο Γιαγκούλας δεν θα αργήσει να πέσει νεκρός από τις σφαίρες των χωροφυλάκων. Είχε προηγηθεί ο Τσαμήτας. Μία ώρα αργότερα θα ακολουθήσει ο Πάντος Μπαμπάνης.

Ο τελευταίος επιζών, Λεωνίδας Μπαμπάνης, δολοφονεί εν ψυχρώ τον Μήτσο Ράπτη, ένα παλικαράκι 12 χρόνων. Ο άλλος όμηρος, σε μια απελπισμένη προσπάθεια για τη σωτηρία του, ορμά πάνω στον σφαγέα και καταφέρνει να τον αφοπλίσει Τα κεφάλια και των αδελφών Μπαμπάνη θα εκτεθούν σε δημόσια θέα στην Κατερίνη.

 

Η δράση τους

Οι μετρ των απαγωγών «Ρετζαίοι»

 

Βασιλείς της Ηπείρου αποκλήθηκαν οι φοβεροί λήσταρχοι, αδελφοί Γιάννης και Θύμιος Ρέτζος. Έμειναν γνωστοί ως Ρετζαίοι. Έτσι έγραφε και η σφραγίδα που χρησιμοποιούσαν.

Ληστές έγιναν το 1917, όταν υπηρετούσαν τη στρατιωτική θητεία τους. Πληροφορήθηκαν τη δολοφονία του πατέρα τους από τρεις ζωοκλέφτες. Λιποτάχτησαν από τον στρατό και ανέβηκαν στο Ανώγι της Πρέβεζας, απ όπου ήταν η καταγωγή τους, Εντόπισαν και σκότωσαν τους φονιάδες, παίρνοντας εκδίκηση.

Έως το 1930, που συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στην Αθήνα, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν, η δράση τους είχε σημαδευτεί από 47 δολοφονίες και αναρίθμητες κλοπές, ληστείες, απαγωγές για την απόδοση λύτρων.

Από τις σημαντικότερες ενέργειές τους ήταν οι απαγωγές του εμπόρου Φουρναρόπουλου (το 1920) και του υιού Παπαγιαννόπουλου (το 1923) από τις οποίες αποκόμισαν ως λύτρα μεγάλα ποσά.

Τον Νοέμβριο του 1923 αιχμαλώτισαν τον Ελιά Μαραμένου, γιο Ισραηλίτη εμπόρου στα Γιάννενα. Ζήτησαν και έλαβαν το ιλιγγιώδες ποσό των 3.000.000 δραχμών. Το παρέλαβαν οι ίδιοι, που μπήκαν ανενόχλητοι στην πόλη των Ιωαννίνων. Μάλιστα κάλεσαν και φωτογράφο και πόζαραν εν μέσω της οικογενείας του θύματος.

 

Η αμνηστία

Στις 14 Νοεμβρίου 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος εξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο αμνηστεύονταν όσοι ληστές αιχμαλώτιζαν ή σκότωναν άλλον επικηρυγμένο ληστή. Οι Ρετζαίοι εκμεταλλεύτηκαν την περίσταση σκοτώνοντας τους συντρόφους τους Σιντόρη και Κοντογιώργο.

Συμπεριλήφθηκαν στα ευεργετικά μέτρα και εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα. Επικηρύχτηκαν με το ποσό των 2.000.000 δραχμών ύστερα από τη φονική ληστεία της χρηματαποστολής της Εθνικής Τράπεζας στη θέση Πέτρα των Ιωαννίνων. Αρχικά κατάφεραν να διαφύγουν. Στη Βουλγαρία εντοπίστηκαν από τις ελληνικές διωκτικές αρχές, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σιδηροδρομικά στην Αθήνα σιδηροδέσμιοι. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν 5 Μαρτίου 1930.

Φώτο από την ληστεία στην Πέτρα

 

Άγγλος ο εγκέφαλος

Η σφαγή στο Δήλεσι ρίχνει την κυβέρνηση του Ζαϊμη

Ένα συνταρακτικό γεγονός για την Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικών δεκαετιών ήταν η σφαγή στο Δήλεσι. Πρόκειται για τη θανάτωση από τους λήσταρχους Αρβανιτάκηδες ομάδας Άγγλων και Ιταλών περιηγητών, κατά τον Απρίλιο του 1870 στο Δήλεσι Αττικής.

Ο αντίκτυπος που είχε στις διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αγγλία και την Ιταλία ήταν τέτοιος που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαϊμη.

Την ομάδα των περιηγητών αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο δικηγόρος Λόιντ με τη σύζυγό του και την εξάχρονη κόρη τους, ο εγγονός του κόμη Γκρέι, Φρειδερίκος, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας Αλβέρτος ντε Μπόιλ. Τους συνόδευε ένας Έλληνας ξεναγός, ονόματι Αλέξανδρος Ανεμογιάννης. Για την ασφάλειά τους ταξίδευαν μαζί και τέσσερις χωροφύλακες.

Οι ταξιδιώτες έφτασαν στον προορισμό τους, που ήταν ο Μαραθώνας, και επισκέφθηκαν το πεδίο, όπου πραγματοποιήθηκε η περίφημη μάχη του 490 π.Χ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα και φτάνοντας στο Πικέρμι, δέχτηκαν επίθεση από συμμορία περίπου 25 ατόμων, με επικεφαλής τους αδελφούς Τάκη και Χρήστο Αρβανιτάκη.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν οι δύο από τους τέσσερις χωροφύλακες. Η συμμορία, αφού λήστεψε τους ξένους επισκέπτες, τους αιχμαλώτισε και τους οδήγησε σε μια σπηλιά της Πεντέλης, που τότε ήταν πνιγμένη στα πεύκα. Κατόπιν άφησαν ελεύθερους τους δύο επιζήσαντες, αλλά βαριά τραυματισμένους χωροφύλακες, καθώς και τις γυναίκες της συντροφιάς. Τους άφησαν για να διαβιβάσουν τους όρους τους στην κυβέρνηση. Ζητούσαν το αστρονομικό για την εποχή εκείνη ποσό των 50.000 χρυσών λιρών και την παροχή αμνηστίας.

Η αγγλική πρεσβεία ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Όμως, ο Σκαρλάτος Σούτσος, υπουργός Στρατιωτικών, ήταν ανένδοτος.

Η απάντηση καθυστερούσε και αυτό εξόργισε τους ληστές. Η κυβέρνηση έστειλε στρατιωτικό απόσπασμα για να καταδιώξει τους κακοποιούς, οι οποίοι μαζί με τους ομήρους μετακινήθηκαν βορειότερα, προς τον Ωρωπό. Η διαπραγμάτευση για την αποχώρηση του αποσπάσματος ναυάγησε. Οι ληστές θανάτωσαν τέσσερις από τους αιχμαλώτους. Στη συμπλοκή που ακολούθησε, κοντά στο χωριό Δήλεσι, σκότωσαν και δέκα στρατιώτες.

Οι ληστές κατάφεραν να διαφύγουν και συνελήφθησαν αργότερα. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με λαιμητόμο που στήθηκε στο Πεδίον του Αρεως. Στο μεταξύ ξέσπασε σάλος στην Αγγλία και το Λονδίνο χαρακτήρισε την Ελλάδα ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.

Στην ίδια τη δίκη φάνηκε ο καταχθόνιος ρόλος που η Βρετανία είχε παίξει σε βάρος της Ελλάδας. Ως εγκέφαλος της απαγωγής φωτογραφήθηκε ο Φρανκ Νόελ, ένας Άγγλος τσιφλικάς με τεράστια κτηματική περιουσία στην ελληνική επικράτεια.

 

Ο Νταβέλης σε κλοιό απέναντι σε αδελφικό του φίλου - χωροφύλακα

Σ ένα ύψωμα ανάμεσα στη Δαυλίδα και το Δίστομο, στο Ζεμενό, κοντά στο σημείο που ο Οιδίποδας είχε σκοτώσει τον Λάιο, δόθηκε στις 12 Ιουλίου 1856 μία από τις σημαντικότερες μάχες μεταξύ ληστών και καταδιωκτικών αποσπασμάτων.

Επικεφαλής της ληστρικής συμμορίας, που την αποτελούσαν 24 παράνομοι, ήταν ο Χρήστος Νταβέλης. Μαζί του μερικοί από τους πιο ξακουστούς ληστές της εποχής: Μπελούνιας, Ζαφείρης, Φουντούκης, Κουκουβίνος.

Στην Αθήνα η κυβέρνηση είχε πληροφορίες πως ο Νταβέλης θα προχωρούσε σε απαγωγή «προσώπου ἐπισήμου» και θα εκβίαζε το κράτος για τη χορήγηση αμνηστίας, πράγμα που ήταν πάγιο αίτημα όλων ανεξαιρέτως των ληστών. Έτσι με δυνάμεις της Χωροφυλακής άσκησε πίεση στη συμμορία, που κυνηγημένη άφησε την Αττική και πέρασε στη Βοιωτία.

Το καταδιωκτικό απόσπασμα είχε τη συνδρομή έμπειρων ιχνηλατών και πολλών ντόπιων χωρικών, που είχαν επιστρατευθεί από δημάρχους. Επικεφαλής ήταν ο υπολοχαγός Ιωάννης Μέγας. Ο θρύλος θέλει αυτόν τον αξιωματικό να είναι παλιός αδελφικός φίλος του Νταβέλη και πρωτοπαλίκαρό του σε παράτολμες επιδρομές. Όμως κατάφερε και πήρε αμνηστία, οπότε πέρασε στο στρατόπεδο των διωκτών του.

Το πρωί, πριν αρχίσει η μάχη, οι ληστές ζήτησαν καταφύγιο στη Μονή Ιερουσαλήμ, κοντά στη Χαιρώνεια. Εντοπίστηκαν από τους διώκτες τους και οχυρώθηκαν στο Ζεμενό.

Πολιορκήθηκαν στενά από τους άνδρες του αποσπάσματος. Άντεξαν ώσπου τους σώθηκαν τα πυρομαχικά. Τότε ο Μέγας έδωσε το σύνθημα της εφόδου και ρίχτηκε πρώτος στα ληστρικά ταμπούρια. Τον σκότωσαν με τα γιαταγάνια τους οι έτσι κι αλλιώς ξεγραμμένοι άνδρες του Νταβέλη.

Στρατιώτες και χωρικοί είχαν ακολουθήσει τον Μέγα και μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας εξόντωσαν τη συμμορία. Μόνο ένας κατάφερε να διαφύγει, αλλά πιάστηκε σε λίγες μέρες στην Παρνασσίδα. Το κομμένο κεφάλι του Νταβέλη εκτέθηκε στην Πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα.

Ο Χρήστος Νταβέλης είχε γίνει λαοφιλής την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-1856) και της αγγλογαλλικής κατοχής σε Αθήνα - Πειραιά. Πολλοί ληστές είχαν αμνηστευτεί για να περάσουν τα σύνορα και να πολεμήσουν πλάι στους επαναστατημένους Θεσσαλούς και Ηπειρώτες. Στην Αθήνα η κυβέρνηση κρατούσε την περίφημη «ἄψογον στάσιν» και δεν αποτολμούσε να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία παρά το πλευρό των Ρώσων.

Μόνον ο Νταβέλης όρθωσε το ανάστημά του. Απήγαγε με τη συμμορία του τον Γάλλο υπολοχαγό Μπερτό, εισέπραξε λύτρα και τον άφησε ελεύθερο μόνον όταν οι Αγγλογάλλοι σταμάτησαν την κατοχή της Αθήνας και του Πειραιά. Πήρε τη φήμη εθνικού ήρωα σε σημείο που ο κόσμος στους δρόμους φώναζε «Ζήτω ο Νταβέλης!».

Πηγή: http://www/ethnos.gr / ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ
 

 

 

Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ & Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 121)

(Κατά: Λιλής Ζωγράφου, Αντιγνώση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 18η έκδοση, Αθήνα, σελ.32)

 

«Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι; Δὲν καταλαμβάνετε, ἀνόητοι, ὅτι τὸ «παιδεύω», εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐννοεῖ ποτὲ μὲν τὸ «διδάσκω», ποτὲ δὲ τὸ «τιμωρῶ», καὶ ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ ρητὸν ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐννοῇ τὸ «διδάσκω»; Καὶ οὕτως ὁ πατήρ, ἐπειδὴ ἀγαπᾶ τὸν υἱόν του, τὸν διδάσκει, ἤτοι τὸν παιδεύει. Ἀλλ᾿ ἂς τὸ ἐξηγήσωμεν κατὰ τὸ λεξικὸν τῆς ἀμαθείας, καὶ νὰ εἰπῶμεν, ὅτι τιμωρεῖ ἕνας ὅποιον ἀγαπᾷ. Ἀλλά, διατί τὸν τιμωρεῖ; Βέβαια, διὰ νὰ τὸν διορθώσῃ ἀπὸ τὰ σφάλματά του καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ χρηστοηθῆ καὶ ἐνάρετον. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία, ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας; Πῶς, χυδαῖοι, δὲν τὸ βλέπετε, μόνον ἐκφωνεῖτε ὅ,τι σᾶς ἔλθῃ εἰς τὴν ἐνθύμησιν, χωρὶς νὰ στοχασθῆτε, ὅτι εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις ἡ παραμικρὰ κακοεξήγησις φέρει ἀνεκδιήγητα καὶ πολυάριθμα κακὰ εἰς τοὺς ἀκροατάς; [άρα η αμάθεια είναι στους ακροατές; ]

Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ παρηγορία σας! Αὐτὴ εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν τῆς θλίψεως, καὶ εἰς ἄλλο δὲν χρησιμεύει, παρὰ εἰς τὸ νὰ καταστῇ τοὺς Ἕλληνας πάντοτε ἀξίους παρηγορίας. Ἐσεῖς φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον; Ποῖος Ἐσκαριώτης σᾶς ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν, νὰ προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, ὅταν δὲν ἠξεύρετε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ὦ ἀναίσχυντοι; Τὰ ἁμαρτήματα, ἴσως, παιδεύονται μὲ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὦ ἄφρονες; Δὲν στοχάζεσθε, πόσον ἀτιμεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τοὺς παραλογισμούς σας;», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 120-121)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην, Λιλή Ζωγράφου

Απάντηση: Υπάρχουν δύο θέσεις του «Ανωνύμου του Έλληνος» γύρω από το ζήτημα της παρηγόρησης του υπόδουλου ρωμαίικου λαού, είτε αυτή η παρηγόρηση αφορά τους οικονομικούς ευεργέτες της, είτε αυτή αφορά τους εκκλησιαστικούς κύκλους. Μέσα από αυτές τις θέσεις του συγγραφέως φανερώνεται γυμνή η υποκριτική στάση αυτού και του ακραίου διαφωτισμού, έναντι της Ορθόδοξης πίστης και της Εκκλησίας της Ανατολής, κι όχι μόνο.

 

Ζήτω οι παρηγορητές & η παρηγοριά

Ο «Ανώνυμος Έλλην» όταν θα επιτεθεί εις το ιερατείο της Ορθοδόξου Εκκλησία δια μέσω των διαφωτιστικών αντικληρικαλιστικών στεροτύπων, θα θελήσει να «διδάξει» τον Οικουμενικό Πατριάρχη πως η αναμόρφωση των ιερέων θα καταστήσει αυτούς πραγματική παρηγοριά προς τους συμπολίτες τους:

«Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ ἱερατεῖον, ὁποὺ σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ καὶ ἀποστρέφεται, θέλει σέβεται καὶ ἐπαινεῖται. Τότε, θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ εὐτυχία καὶ ἡ παρηγορία τῶν πιστῶν...», σελ. 125

Θα κατανοήσει ακόμη ότι, όλες οι χρηματοοικονομικές βοήθειες των ευεργετών προς τους υποδούλους λειτουργούν παρηγορητικά. Έτσι θα τονίσει πως:

α. με τις «εὐεργεσίας ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται, δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα», σελ. 92

β. «Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ ἐξ ἀνάγκης, διὰ νὰ κερδίσητε τὴν ζωοτροφίαν τῶν φαμελίων σας, ἐξενιτεύθητε, καὶ ὅσα κερδίζετε πέμπετε εἰς τὴν πατρίδα σας. Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ ἀφοῦ μὲ τοὺς ἵδρωτάς σας καὶ ἀγχίνοιάν σας ἐκερδίσατε καὶ περισσότερα, ἀποφεύγοντες δὲ τὸ βρωμερὸν παράδειγμα τῶν φιλαργύρων, δαψιλῶς εὐεργετήσατε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐπαρηγορήσατε μὲ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα σας.», σελ. 134

Ο «Ανώνυμος Έλλην» γνωρίζει και κατανοεί τη σημασία της παρηγοριάς, ιδίως όταν υπάρχει στρατιωτική ξένη κατοχή· άλλωστε αυτός, όπως και τόσοι ξενιτεμένοι είχαν φύγει μακριά από την Ελλάδα «διὰ νὰ συνάξωσιν τὰ φῶτα τῆς μαθήσεως, ὁποὺ εἰς τὴν πατρίδα των δὲν εὕρισκαν, διὰ νὰ κερδίσωσιν καὶ νὰ ὠφελήσωσιν τὸ γένος των» (πρβλ. σελ 123), όπως διηγούνται εξιδανικεύοντας τα γεγονότα πολλές φορές, οι σύγχρονοι διαφωτιστές· όχι δα κι από προσωπικό «συμφέρον» :

«Ἴσως δὲν σᾶς καλοφαίνεται νὰ τυραννῆσθε, ὦ ἀδελφοί μου, καὶ καταδέχεσθε νὰ τυραννῶνται οἱ συγγενεῖς σας, καὶ ἐσεῖς νὰ τρυφῆτε καὶ νὰ σπαταλᾶτε μακρὰ ἀπὸ αὐτούς;», σελ. 138

Σύμφωνα με τον «Ανώνυμο Έλληνα» η καρτερία εις τις δύσκολες καταστάσεις επιτυγχάνεται δια μέσω της ελπίδας, την οποία γεννά η παρηγοριά· όταν αυτή εκλείπει δύναται να γεννήσει την αυτοχειρία εις τον απελπισμένο:

«Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ νὰ μὴν αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι, ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον ὁ δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν κινήσῃ ἐναντίον του.»,  σελ. 43

Ακόμη και το ίδιο το πολίτευμα της «Νομαρχίας» θεωρείται παρηγορητικό έναντι της φύσης:

«Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομαρχία, χωρὶς νὰ θελήσῃ ματαίως νὰ κάμῃ ὅλους δυνατούς, ὅλους πεπαιδευμένους, ὅλους πλουσίους, ἢ τοὐναντίον, ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα, ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι. Αὐτὴ ἔδωσεν εὐθὺς τόπον τῶν δυνατῶν, νὰ διαυθεντεύσουν τὴν πατρίδα των, ἐπαρηγόρησεν τοὺς ἀδυνάτους, μὲ τὸ σκῆπτρον τῆς δικαιοσύνης, ἐδίδαξε τοὺς ἀτάκτους νὰ εὕρωσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς τὴν χρηστοήθειαν, ἐβράβευσεν τοὺς καλοηθεῖς, καὶ τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀκατάστατον τοῦ συμβεβηκότος, ἐτίμησε μόνον τὴν ἀξιότητα τοῦ ὑποκειμένου, καὶ οὕτως μὴ καταφρονοῦσα τὸν πτωχόν, ἀπεδίωξε ἀπὸ τὸν πλούσιον τὴν λύσσαν τῶν χρημάτων», σσ.18-19

 

Κάτω οι παρηγορητές & οι παρηγοριές

Ο «Ανώνυμος Έλλην», όπως ελέχθη, γνώριζε πάρα πολύ καλά τη σημασία της παρηγοριάς όταν υπάρχει ξένη κατοχή· άλλωστε ο ίδιος, όπως τόσοι άλλοι, δεν φαίνεται να άντεξε αυτήν την τελευταία. Αυτός παρηγορήθηκε ανατρέχοντας εις τη Δύση· εκεί ελάμβανε φυσική παρηγοριά με την σχετικά ανεμπόδιστη επιβίωση του, όσο και πνευματική παρηγοριά από τους «στοχαστὲς» με τους οποίους «συστοχαζόταν»:

«Τὰ ψυχικὰ πάθη μου σχεδὸν εἶχον νενεκρωθῆ, καὶ εἰς ἄλλο δεν ἐτελείωνε κάθε στοχασμός μου, παρὰ εἰς τὸ ἀδιακόπως παρ᾿ ἐμοῦ μελετημένον τέλος. Οὔτε δι᾿ ἄλλο τίποτε ἐστοχάσθην, εἰμὴ διὰ τὸ πῶς νὰ ἠμπορέσουν νὰ παύσουν αἱ γενικαὶ δυστυχίαι τοῦ γένους μας, ὁποὺ νὰ παύσουν ἐξακολούθως καὶ αἱ ἐδικαί μου, οὖσαι τόσον ἑνωμέναι ἀλλήλων των, ὥστε ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀναπαυθῇ ὁ φίλος σας, ἐν ὅσῳ σώζεται ἡ τυραννία τῆς Ἑλλάδος. Ὅθεν, μόνον ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, μόνον καὶ μόνον αὐτὸς ἐκυρίευεν τὴν ψυχήν μου· οὔτε ἄλλη ἐπιθυμία ἠμποροῦσε πλέον νὰ ἔχῃ χώραν, αὐτοῦ ὄντος, εἰμὴ τὸ θεῖον δῶρον τῆς φιλίας. Καὶ οὕτως ἡ γλυκεῖα συναναστροφή σας καὶ ἡ ἀνάγνωσις τινῶν συγραφέων μ᾿ ἐπαρηγοροῦσαν ὁπωσοῦν.», σελ. 167

Παρότι ακόμη κι ο ίδιος παρηγορούνταν ποικιλοτρόπως εις τη Δύση, για χάρη της αναμόρφωσης που επεδίωκε ο διαφωτισμός που θα ’πρεπε να συντελεσθεί «πάσῃ θυσίᾳ», και την οποία βεβαίως άλλοι θα επιτελούσαν πληρώνοντας ποταμούς αίματος, «στοχάστηκε» να συγγράφει κατά της παρηγοριάς των υπολοίπων, επιθυμώντας ουδείς ξενιτεμένος ευεργέτης της Ελλάδος να μην αποστέλλει οικονομική βοήθεια εις τους κατατρεγμένους Ρωμιούς:

α. «Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ τῆς Ἑλλάδος», σελ. 96

β. «Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀγανακτήσῃ ἡ πατρὶς ἐναντίον σας, καὶ ὁποῖον ἔπαινον προσμένετε ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς σας; Στοχάζεσθε, ἴσως, καθὼς σᾶς τὸ προεῖπον, νὰ ἐκτελῆτε τὸ χρέος σας, πέμποντες μερικὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας; Ἡ πατρὶς τὰ δέχεται, ναί, μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, ἀλλὰ μόνον τὰ δέχεται μὲ τὸ νὰ ἐλπίζῃ νὰ σᾶς ἀπολαύσῃ ἐσᾶς τοὺς ἰδίους. Ἀλλεωτρόπως οὐχὶ ὡς δῶρον θέλει τὰ νομίσει, ἀλλ᾿ ὡς πληρωμὴν κακοῦ ἔργου. Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας.», σελ. 129

Η του «ὁρθοῦ λόγου» παύση της παρηγόρησης των Ελλήνων, προέκυπτε από την μ’ όλα τα μέσα καθοδήγησή τους εις την απελπισία, δηλαδή εις την «ἀπέλπιδον προσπάθεια τῆς ἐπαναστάσεως»:

«Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε - ὃ μὴ γένοιτο, Θεέ μου! - τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ, ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;»,  σελ. 137

Όλη αυτή η πνευματική καθοδήγηση που επιτελεί ο «ἐν τῇ Δυτικῇ ἀσφαλείᾳ» συγγραφέας δια μέσω του ρητορικού του κειμένου προς τους λοιπούς «φωτισμένους καὶ ξενιτεμένους Ἕλληνας» γίνεται πάντοτε «ἐν ἀγνοίᾳ» του υποδούλου και δοκιμαζομένου λαού· άλλοι κινούν τα νήματα της απελπισμένης, δίχως «παρηγορίας» ιστορίας του, χωρίς ο ίδιος, όντας αγράμματος, να το γνωρίζει:

α. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ...», σελ. 112

β. «...οι πολιτικές επιδιώξεις του επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνο τις κοινωνικά και ιδεολογικά προηγμένες ομάδες που ποσοτικά αντιπροσώπευαν μόνο έναν πολύ μικρό, αν και δυναμικό, τμήμα της κοινωνίας»,   (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 310)

Μάλιστα, ο αυτός διαφωτιστής, «Ανώνυμος Έλλην» με τα διαρκή «ξυλοσοφήματα» του εκπλήσσει τον επιμελή αναγνώστη· ενώ επιζητεί την πτώχεια των Ελλήνων, και τη δημιουργούμενη εξ αυτής απελπισίας, αντιλαμβάνεται ότι «νηστικόν ἀρκούδιον δὲ χωρεύει»· το τονίζει αυτό όταν επιτίθεται εις το πολιτικό σύστημα της τυραννίας:

«Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.», σελ. 92

Παρότι το διαφωτιστικό σχέδιο του «Ανωνύμου του Έλληνος» κινδυνεύει να «καταβάλλει τὴν γενναιότητα» των Ελλήνων, αλλά και την πολυέξοδη στρατιωτική τους επιμελητεία, δια μέσω της παύσης των οικονομικών εισροών στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο, παριστάνει για πολλοστή φορά τον δακρυσμένο για «τὰς... δυστυχίας» του ελληνικού λαού:

«Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.»,  σελ. 92

Τα ερωτήματα όμως τίθενται αμείλικτα έναντι του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

α. Πώς άραγε νιώθει αυτός «τὰς... ἑλληνικάς... δυστυχίας» ως «κοινὰς», όταν άλλοι είναι αυτοί που θα πεινάσουν, βάση των δικών του οδηγιών προς τους ευεργέτες των ελλήνων;

β. Αν οι ευεργέτες με τις ευεργεσίες τους είχαν «τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα» έναντι του ελληνικού λαού, τότε ο «Ανώνυμος Έλλην» πρέπει να έχει την «κακὴν κι ἀφιλάνθρωπον καρδίαν» του «πράκτορος», που απλά υπολόγιζε «ἀνέσπλαγχνα» πως θα πετύχει τους σκοπούς του:

α. «Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν», σελ. 29

β. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161

γ. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25

Την ίδια ώρα που ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» εκβίαζε την πτώχεια των Ελλήνων, με τις «ξυμβουλές» του προς τους οικονομικούς ευεργέτες, μίανε με τις λέξεις του την «Ἱερὰν Σύνοδον» της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την συμπεριφορά της προς τους πτωχούς:

«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, [...] Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς.», σελ. 100

Ξόδευε επίσης υποκριτικά και τα αισθήματά του για τις «ἀγγαρείας» του ελληνικού λαού:

«...τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι», σελ. 88

 

Ζήτω η «αγανάκτηση» του αναγνώστη

Μέσα στους ρητορικούς του ελιγμούς ο «Ανώνυμος Έλλην» θα ζητήσει την παρηγοριά, αντί για την «ἀπελπισίαν» ως ελάφρυνση των κατατρεγμένων Ελλήνων:

«Ἂν ἐγώ, ὅμως, σιωπῶ, δὲν θέλουσι σιωπήσει αἱ τρομασμέναι μητέρες, ὁποὺ μετὰ δακρύων καὶ γονυκλιτῶς ἔμπροσθεν αὐτῶν τῶν ἀχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ᾿ ἑκάστην, σπανίως δὲ ἐκεῖνοι καταδέχονται νὰ τὰς ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις, ἀντὶς νὰ τὰς παρηγορήσωσι, τὰς ἐπιπλήττουσι καὶ μὲ βίαν τὰς ἐκβάλλουσιν ἔξω, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς δώσωσι τὴν παραμικρὰν βοήθειαν. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, βέβαια, τὰ κρεμνισμένα ὀσπίτια τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, τὰ ξεσχισμένα στολίδια τῶν ὀσπιτίων των, αἱ αἱματωμέναι ὁδοὶ καὶ τείχη τῶν πόλεων ἀρκετῶς ὁμιλοῦσι εἰς τὰς ὁράσεις, ὄχι μόνον τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ξένων. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, ἀκούονται ὅμως οἱ ἀναστεναγμοὶ τῶν δυστύχων πατέρων, οἵτινες, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ κερδίσωσι τὴν ζωοτροφίαν των, οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἀφήσουν εἰς τὴν φαμελίαν των δέκα ὀθωμανοὺς καὶ ἄλλα τόσα ἄλογα, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ὄχι ὀλίγας φοράς, εἰς θάνατον. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, θέλει λαλήσουν τὰ ἀθῶα στόματα τῶν τρομασμένων κορασίδων καὶ πεφοβισμένων ἐφήβων. Καὶ ἂν ἐγώ, τέλος πάντων, δὲν τοὺς δηλοποιῶ τὸ τέλος των, τὰ παραδείγματα καὶ αἱ ἱστορίαι ὅλου τοῦ κόσμου μὲ μεγάλην σαφήνειαν τοὺς τὸ προλέγουσι, καὶ ἀρκετὰ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ προϊδῶσι μόνοι των, ἂν ἄξιοι κρίσεως καὶ συλλογισμοῦ ἦτον τοιαῦτα τέρατα.», σελ. 90

Στο άνωθι παράδειγμα ο συγγραφέας δε θα ζητήσει την αγανάκτηση «τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν» προς επανάσταση, αλλά θα ζητήσει μια κάποια παρηγοριά προς τις μητέρες ορισμένων βιασθέντων κορασίδων· κάθε τι άλλο φαντάζει πολύ πιο απάνθρωπο.

Ο λόγος αυτής της ανακολουθίας των λόγων του συγγραφέως είναι εξαιρετικά απλός· με τούτο το παράδειγμα της αρπαγής κορασίδων από Αρβανίτες ή Οθωμανούς άνευ ουδεμίας παρηγοριάς, ζητά να αγανακτήσει τον αναγνώστη του, όχι τον ζημιωμένο «Θετταλὸν κι Ἡπειρώτην», και να οδηγήσει τον πρώτον εις «τὴν ἀπελπισίαν» η οποία με την σειρά της θα επιφέρει ενδεχομένως την τιμωρία των «αἰτίων», δηλαδή των κληρικών:

«Παύσατε, τέλος πάντων, ἀπὸ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας, διὰ νὰ ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν. Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

 

Κάτω οι εκκλησιαστικές παρηγοριές & η απόκρυψη των προφητειών

Υπό του δύσκολου κλίματος της Ρωμαίικης υποδουλώσεως η Εκκλησία είχε μια διττή παρηγοριά προς τους σκλαβωμένους:

Ι) από την μία προσπαθούσε να απαλύνει το βάρος της σκλαβιάς υποστηρίζοντας, πως η δουλεία ήταν «Θείαν Τιμωρίαν» (Θεοεγκατάλειψη) κι οδός προς τον «Παράδεισον»

ΙΙ) κι από την άλλη διακινούσε τις προφητείες εκείνες, οι οποίες μιλούσαν για την ανάσταση του γένους και τριγύριζαν από άκρη σε άκρη στην Ελλάδα, γνωστές ακόμη και στους πιο αμόρφωτους.:

α. «Αυτοί οι αρχέγονοι πόθοι και προσδοκίες, η κατ’ επανάληψη αναζωπύρωση του προφητικού χιλιασμού και οι συγκλονιστικές πράξεις ατομικού ηρωισμού και θυσίας, που υπαγορεύονταν από τους παραδοσιακούς κώδικες τιμής της μεσογειακής κοινωνίας, καθόρισαν το κοινωνικό κλίμα της Ελληνικής Επανάστασης...», έστω κι αν δεν ήταν οι «μοναδικές».  (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 471)

β. «Σε ολόκληρη τη δεκαετία ο προφητικός χιλιασμός σημείωσε νέες εξάρσεις, αρχικά με τις προφητείες του Ιωάννη Π. Σερίφιου τ 1852, και στη συνέχεια με την αναβίωση της παράδοσης του Αγαθαγγέλου, της οποίας οι καταβολές ανάγονταν στη δεκαετία του 1750, αλλά αναζωογονήθηκε από τα ερεθίσματα του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-1856) [...] Το συσσωρευμένο αποτέλεσμα της έξαρσης του θρησκευτικού αισθήματος θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αντίδραση κατά των κινδύνων που η θρησκευτική συνείδηση έβλεπε να απειλούν την "ἑλληνικὴ παράδοση", ως συνέπεια του εκσυγχρονισμού και της εκκοσμίκευσης που συμβόλιζαν ο Διαφωτισμός και η συγκρότηση του δυτικότροπου κράτους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 478)

γ. «Η αντιτουρκική προδιάθεση της χρησμολογικής παράδοσης ενισχύθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα υπό την επίδραση της άποψης του Διαφωτισμού για τον βάρβαρο και εκφυλισμένο Τούρκο, που κατέστρεφε τον πολιτισμό οπουδήποτε τον συναντούσε [Πρβλ. Montesquieu, Lettres persannes, αρ. XIX]. », (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 489)

δ. «Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος με τη σθεναρή αντίστασή του έγινε για τον υπόδουλο Ελληνισμό θρυλικός ήρωας, που δεν πέθανε, αλλά "μαρμαρώθηκε" και κάποια στιγμή θα ξυπνούσε, για να διώξει τους Τούρκους ως την Κόκκινη Μηλιά και ν’ απελευθερώσει το Γένος. Ήταν ο "μαρμαρωμένος βασιλιάς", που έθρεψε τα εθνικά όνειρα. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του "Γέρου τοῦ Μοριὰ", του θυμόσοφου αρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης σε μια παρατήρηση του Άμιλτον: εμείς οι Έλληνες έχουμε το βασιλιά μας, είναι ο "μαρμαρωμένος βασιλιάς" κι έχουμε τα κάστρα μας, είναι η Μάνη και το Σούλι, οι περιοχές που δεν έσκυψαν ποτέ κεφάλι στον Τούρκου.

Το Γένος δεν λησμόνησε ποτέ την άρνηση του να παραδώσει την Πόλη στον Πορθητή. Ο ποιητής Γ. Βιζυηνός με θαυμάσιο ΄ποιητικό τρόπο απέδωσε τον μεταξύ τους "διάλογο":

"-Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ Κωνσταντίνου κράζει, καὶ τὸ σπαθί σου δός μου.

-Ἔλα καὶ παρ’ τά! λέγ’ αὐτὸς τοῦ Τούρκου τοῦ μουχτάτη.

Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ’ ἐνόσω βράζει

μία στάλα γαῖμα ἐντός μου!"», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 48)

ε. «Η προσδοκία των υποδούλων να απελευθερωθούν δεν τους εγκατέλειψε ποτέ. Τα βλέμματά τους στρέφονταν προς την ομόδοξη Ρωσία, το "ξανθόν γένος" των λαϊκών προφητειών, όπως οι αποδιδόμενες στον Αγαθάγγελο, από την οποία περίμεναν βοήθεια. Στο Μοριά, ο μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Ανανίας (βλ. Λύσανδρου Π. Παπανικολάου: Σκηνές από την καθημερινή ζωή στην Τουρκοκρατία, Αθήνα 1995, σσ. 122-129) ηγείτο ενός επαναστατικού κινήματος, που απέβλεπε στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από την Πελοπόννησο. Άλλοι αρχιερείς, όπως ο Π. Πατρών, ο Κορίνθου και ο Κερνίτσης και διάφοροι προεστοί από την Πάτρα, την Κόρινθο, τη Σπάρτη, τα Καλάβρυτα, την Καλαμάτα κ.λ.π. συνεργάζονταν μαζί του. Προδόθηκαν όμως κάποια στιγμή στους Τούρκους, οι οποίοι το 1764 ή το 1767 συνέλαβαν τον Ανανία και τον αποκεφάλισαν», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 370)

στ. «Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Ρήγας προσπάθησε να μεταδώσει το μήνυμά του εκδίδοντας, προφανώς κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του εκδοτικού του προγράμματος το 1790, τις προφητείες του Αγαθαγγέλου, που προέβλεπαν την επερχόμενη ανάσταση του γένους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 309)

ζ. «...πολλές λαϊκές προφητείες φούντωναν τον πόθο των Ελλήνων και τους έκαναν πρόθυμους να ακούνε τις προσκλήσεις της Ρωσίας. Γιʼ αυτό ακριβώς με τους πολέμους της Ρωσίας εναντίον του Σουλτάνου συνδέθηκαν κινήματα των Ελλήνων, που είναι οι πρώτοι πραγματικά αγώνες τους για την ανεξαρτησία.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 181)

Αυτές τις «ἐπαναστατικὲς» προφητείες ο «Ανώνυμος Έλλην» θα τις αποκρύψει στο πικρόχολο «πονημάτιον» του  κατά των Εκκλησιαστικών, όταν ο Ρήγας, εις τον οποίο από πλήρη θαυμασμό αφιερώνει το γραπτό του ο πρώτος, τις χρησιμοποιούσε ευρέως:

«ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήτου Ἕλληνος ΡΗΓΑ τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος, χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι. Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor.

Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως, παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι᾿ ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 4

Τοιουτοτρόπως συμπεριφερόμενος, δηλαδή αποκρύπτοντας τις προφητείες του Αγαθάγγελου, τις οποίες κι οι διαφωτιστές χρησιμοποιούσαν εις όφελός τους, ο αντιεκκλησιαστικός «πράκτωρ» με το όνομα «Ανώνυμος Έλλην» θα κατακεραυνώσει την μόνη παρηγοριά που δεν έστεκε «επαναστατικά» στο μάτι του· δηλαδή εκείνη περί της «Θείας Τιμωρίας» που οδηγούσε εις τον «Παράδεισον», πολεμώντας έτσι έναν ανισόρροπο αγώνα από θέση πλεονεξίας κατά της εκκλησίας· εκείνον άλλωστε που θα διάλεγε κάθε δειλός κι άνανδρος, δηλαδή κάθε «πολιτικὸς πράκτωρ».

Αξίζει όμως κανείς να δει πως γεννήθηκαν και που αυτές οι προφητείες:

ζ. «Ένα ιδεολογικό ρεύμα άσχετο προς τον Διαφωτισμό, το οποίο όμως ανάβλυζε βαθιά μέσα από την ελληνική λαϊκή πολιτισμική παράδοση και τις λαϊκές ελπίδες, περιλάμβανε το πλέγμα των δοξασιών του προφητικού χιλιασμού, με επίκεντρο τη μελλοντική απολύτρωση του γένους. Οι ελπίδες αυτές ενσωματώνονταν σε λαϊκούς θρύλους και δημοτικά τραγούδια, που είχαν παραδοθεί από το απώτερο μεσαιωνικό παρελθόν και συνδέονταν με τα τραύματα που προκάλεσαν στη λαϊκή ψυχολογία η παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με τον προφητικό χιλιασμό, τα δεινά της αιχμαλωσίας στα χέρια του άγριου και άπιστου κατακτητή θα έπαιρναν τέλος με την ανάσταση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων, όταν θα είχε συντελεστεί η εξιλέωση των αμαρτημάτων που ευθύνονταν για την αιχμαλωσία. Η οθωμανική αιχμαλωσία, λοιπόν, γινόταν κατανοητό ως συλλογικό επίγειο καθαρτήριο, το οποίο διατηρούσε κάποια, έστω θαμπή και μακρινή, υπόσχεση απολύτρωσης.(1)

Αυτό το υπόστρωμα του προφητικού χιλιασμού, γεμάτη και στην περίπτωση του υπόδουλου ελληνισμού, όπως και αλλού με επαναστατικές δυνατότητες (2), παρέσχε την ψυχολογική βάση σε μια πολιτική θεωρία εθνικής απολύτρωσης, η οποία συνάρπασε τόσο τη λαϊκή φαντασία όσο και την πολιτική συλλογιστική των ελληνικών κοινωνικών και πνευματικών ηγεσιών στον δέκατο όγδοο αιώνα. [...] Οι φιλοδοξίες της Ρωσίας και τα επεκτατικά σχέδια προς το νότο, τα οποία την οδήγησαν σε αναπόφευκτη σύγκρουση με την οθωμανική αυτοκρατορία, αποτέλεσαν το περίγραμμα των ελληνικών υπολογισμών και ελπίδων. Η σύνδεση της Ρωσίας με τους ελληνικούς πόθους για απολύτρωση εξετόπισε τις προσδοκίες, οι οποίες σε προγενέστερες περιόδους είχαν επικεντρωθεί στην πολιτική και υποδαυλιστεί από την προπαγάνδα άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αυστρίας και της Βενετίας (3). [...]

 Στο φως των εξελίξεων, η παραδοσιακή ελληνική ελπίδα για απολύτρωση του γένους διαμορφώθηκε σε ένα νέο όραμα, που  κυριάρχησε στην πολιτική σκέψη διαδοχικών γενεών Ελλήνων λογίων και λαϊκών ή εκκλησιαστικών ηγετών. Η λύτρωση του γένους αναμενόταν να προέλθει από την επέμβαση της "Τρίτης Ρώμης", όπου είχε μετατοπιστεί η ισχύς της ορθόδοξης αυτοκρατορίας.  Αυτός ο πολιτικός υπολογισμός ήταν προικισμένο με τη δυναμική της πλατιάς λαϊκής απήχησης, που οφειλόταν στην διασύνδεση της νέας ανάγνωσης των δυνατοτήτων της διεθνούς ζωής με την ψυχολογική ισχύ της χρησμοδοτικής παράδοσης.[...]

Η αποφασιστική σύνδεση της ρωσικής προσδοκίας με την παράδοση του προφητικού χιλιασμού πραγματοποιήθηκε στις μεσαίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα, ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας του Θεόκλητου Πολυείδη, "Ἀρχιμανδρίτου Πολυανῆς", ο οποίος εγκατέλειψε την εκκλησιαστική του διακονία στη Μακεδονία για να ταξιδέψει στην Κεντρική Ευρώπη στις δεκαετίες του 1720 και του 1730. Η τροπή των στρατιωτικών και διπλωματικών γεγονότων στην Ανατολική Ευρώπη εκείνης της εποχής είχε δημιουργήσει ένα κλίμα που ευνοούσε την επανεξέταση του ελληνικού προβλήματος. Οι ήττες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από τις συνθήκες του Κάρλοβιτς (1699) και του Πασάροβιτς (1718), και ο πρώτος ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1736-39 ενθάρρυναν για πρώτη φορά υπολογισμούς σχετικά με τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να προέλθουν για το ελληνικό γένος από τις συνέπειες αυτών των αναστατώσεων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Πολυείδης προσπάθησε να προωθήσει την ελληνική υπόθεση προσδιορίζονταν τις ευνοϊκές διεθνείς συγκυρίες, των οποίων μπορούσαν να επωφεληθούν οι Έλληνες. Την ίδια εποχή, παράγοντας ο ίδιος ένα νέο είδος χρησμοδοτικής φιλολογίας, προσπάθησε να διαπλάσει κατάλληλα τη δεκτικότητα της λαϊκής ψυχολογίας, ώστε να παρακινηθούν οι ελληνικές μάζες να συμπράξουν με τους Ευρωπαίους αντιπάλους των Οθωμανών, σε περίπτωση που οι ισχυροί της εποχής ανταποκρίνονταν στα ελληνικά αιτήματα. [...]

Επίκεντρο των εκδηλώσεων του προφητικού χιλιασμού ήταν ο φάρος της Ορθοδοξίας και της παραδοσιακής παιδείας, το Άγιον Όρος. Ο Πολυείδης αφομοίωσε+ αυτές τις επιδράσεις κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Άθω (4) [...] το μήνυμα των προφητειών του είχε πλατιά απήχηση στα αισθήματα και στη φαντασία των συμπατριωτών του. Οι προφητείες του κυκλοφορούσαν υπό το μυθώδες όνομα του "μακαρίου Ἀγαθαγγέλου" και διαδόθηκαν πλατιά σε χειρόγραφα σε όλον τον ελληνικό κόσμο κατά τη διάρκεια του δεύτερου ημίσεως του δέκατου όγδοου αιώνα.». (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 169-172,175, 177-178)

Ο ακραίος διαφωτισμός του εξωτερικού, δεν μπορούσε να αποδεχθεί ουσιαστικό πολιτικό ή άλλο βαρύνοντα κοινωνικό ρόλο εις την Εκκλησία. Έτσι εξ ανάγκης ο δικός της παρηγορητικός λόγος έπρεπε να κατακεραυνωθεί:

«Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ παρηγορία σας!», σελ. 121

Η κατάπαυση της όποιας εκκλησιαστικής παρηγοριάς, ξεπερνούσε κάθε έλεγχο της λογικής, αφού υπεισέρχονταν κι εις στο χώρο της βουλήσεως του Θεού, με μια ορθολογική μανία που θυμίζει άθεο της σύγχρονης εποχής:

«Ἐμπόδισε [ὦ πατριάρχα] τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν», σελ. 124

Η «δεισιδαιμονία» των διαφωτιστών, ήταν πολλές φορές ο χώρος εις τον οποίο κινείται ο ίδιος ο Θεός, παρεκτός βεβαιωμένης πλάνης.

Τα θαύματα σε κάθε εποχή, δύσκολη ή εύκολη, είναι εξαιρετικά παρήγορα για τον κάθε πιστό· διότι είναι το ίδιο το ενδιαφέρον ενός ανωτέρου πλάσματος προς τα κατώτερα. Όμως τόση θεολογική «λογικὴν» είχαν οι διαφωτιστές με την «ἀπελπισίαν» των Ελλήνων Ρωμιών, ώστε ζητούσαν να φύγει παντελώς ο Θεός από το Ποίμνιό Του. Βεβαίως εκείνοι δεν πίστευαν, ούτε πιστεύουν, προς τούτο κάθε επέμβαση του Θεού αναγκαστικά είναι, κι ήταν, μια «ἀπάτη τῶν μοναχῶν» γι’ αυτούς. Ευτυχώς για τους υποδούλους, οι μοναχοί δεν εμπλέκονταν, ούτε εμπλέκονται σε κάθε είδους τέτοια «δεισιδαιμονίαν».

 

Σημασία παρηγοριάς για τον υπόδουλο ελληνισμό

Η σημασία της ψυχολογικής και πνευματικής παρηγοριάς σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση ως ήταν η Οθωμανική κυριαρχία, ήταν βαρύνουσας σημασίας. Ο αυτός κατήγορος «Ανώνυμος Έλλην» είχε δηλώσει πως ο απαρηγόρητος δύνανται να οδηγηθεί εις την «αὐτοχειρίαν», ως ανωτέρω ελέχθη:

«Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ νὰ μὴν αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι, ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον ὁ δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν κινήσῃ ἐναντίον του.», σελ. 43

Ο στοχασμός του «ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος», για τον «Ανώνυμο Έλληνα», διαφωτιστή Κοραή, «είχε πλήρη συνείδηση τόσο στη δύναμη της θρησκείας όσο και της επιρροής της εκκλησίας, ως πηγής παρηγοριάς και ελπίδας και ως παράγοντα ηθικής και πνευματικής αγωγής των λαϊκών μαζών», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 416)

Οι ξενιτεμένοι Έλληνες, ως ο «Ανώνυμος Έλλην» παρότι οι ίδιοι παρηγορημένοι από τα υλικά αγαθά υποβίβαζαν με πολιτική μέθοδο όχι μόνο τις χριστιανικές παρηγοριές, αλλά και τις ίδιες αυτές πόλεις μέσα εις τις οποίες οι ίδιοι οι διαφωτιστές παρηγορούνταν με την ευμάρεια των:

 «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν»,  σελ. 36

 

Τετρακόσια (400) χρόνια παρηγοριές

Η διαφωτιστική αναίδεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι εξαιρετικά ευμεγέθης, όχι γιατί αντιστέκεται εις τις παρηγοριές της Εκκλησίας εις την εποχή του, αλλά γιατί δεν εξέφρασε ποτέ, όπως τόσοι άλλοι διαφωτιστές, ένα ελάχιστο τόσο δα μικρό ευχαριστώ σε μια Εκκλησία, η οποία είχε το δυσβάστακτο ρόλο της παρηγοριάς ολάκερων εθνών, όταν οι καιροί ήσαν δύσκολοι για τέσσερις αιώνες. Από την εποχή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης μέχρι την εποχή των διαφωτιστών είχαν περάσει πάρα πολλά έτη:

«Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης, καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς.», σελ. 75

Αν η Εκκλησία είχε φροντίσει για ολάκερα 453 χρόνια, αντί να παρηγορεί τους Έλληνες, να τους οδηγεί διαρκώς εις την «ἀπελπισίαν» ως οι διαφωτιστές ήθελαν, ώστε οι πρώτοι να επαναστατούν παντού και πάντα, τότε ο ελληνισμός θα είχε καβουρδιστεί υπερβολικά εις την «κάμινον τοῦ πολέμου» έχοντας καεί ολοσχερώς.

Άλλωστε, μια τέτοια απαίτηση διαρκούς επαναστατικού κλίματος κατόπιν διαρκούς απελπισίας, είναι παραπάνω από ανισσόροπη κοινωνικά και στρατιωτικά ομιλώντας. Το παράδειγμα του επαναστάτη ιεράρχη «Σκυλοσόφου», αλλά κι άλλων, είχε δείξει πως δεν ήταν δυνατές οι χωρίς σοβαρές προϋποθέσεις εξεγέρσεις, οι οποίες καταπνίγονταν πολύ άγρια στο αίμα. Ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» το γνώριζε πάρα πολύ καλά, εφόσον είχαν προηγηθεί της εποχής του οι ανεκπλήρωτες βοήθειες Ρώσων και Γάλλων:

«Ἴσως, τέλος πάντων, προσμένετε νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν κανένας ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς δυνάστας; Ὦ Θεέ μου! Ἕως πότε, ὦ Ἕλληνες, νὰ πλανώμεθα τόσον ἀστοχάστως; Διατί νὰ μὴν στρέψωμεν καὶ μίαν φορὰν τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὰ ἀπελθόντα, διὰ νὰ καταλάβωμεν εὐκολώτερα καὶ τὰ μέλλοντα;»,  σελ. 141

Μα δεν είναι μόνο αυτό· ο ίδιος πάλι ο συγγραφέας γνώριζε περίφημα πως οι καιροί δεν ήσαν όλοι ίδιοι για μια εξέγερση (Πρβλ. στην απάτη «Δύο αίτια» την ενότητα «Θεωρία των «καταλλήλων καιρῶν» VS Θεωρία 2 αιτίων»): «Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 139)

Κι ο Αδαμάντιος Κοραής πίστευε πως ο καιρός της παρηγοριάς είχε περάσει εις την δική του εποχή:

«Δύο θεμελιώδη ιστορικά γεγονότα είχαν αποδειχθεί κατά τον Κοραή τα αποφασιστικά αίτια, που επιτάχυναν τις διαδικασίες αυτές και επέτειναν τον αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία και στα ελληνικά πνεύματα, περί τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Το πρώτο από αυτά τα γεγονότα ήταν η νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών στον πόλεμο του 1768-1774. Η έκβαση του πολέμου αποτελούσε τη ζωντανή επιβεβαίωση της αδυναμίας της άλλοτε τρομερής αυτοκρατορίας των Οθωμανών, που είχαν πανικοβάλει τις δυνάμεις της Ευρώπης στο παρελθόν. Οι ρωσικές επεμβάσεις στην Ανατολή έδειχναν στους Έλληνες ότι οι άγριοι δεσπότες του δεν ήταν αήττητοι και έτσι τους έφεραν σε επίγνωση της δυνατότητας της ελευθερίας. Το άλλο δραματικό γεγονός που ενέτεινε τον άνεμο της αλλαγής στην Ανατολή ήταν η Γαλλική Επανάσταση.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 390-391)

Άλλωστε χωρίς τη Γαλλική επανάσταση των «κατάλληλων καιρῶν» ο Κοραής κι οι οπαδοί του δεν θα μπορούσαν να εκδίδουν τις απόψεις τους στην Ευρώπη τόσο εύκολα. Οι προτροπές «Ανωνύμου του Έλληνος» προς τους ευεργέτες αυτό έδειχναν· στην δική του σκέψη επανάσταση δίχως την παρουσία «ἀρίστων συμπολιτῶν», που γεννήθησαν σε «κατάλληλους καιροὺς»  ήταν αδύνατη:

«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;                                                                                                                                               

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140

Αν λοιπόν ήταν αδύνατη η επανάσταση δίχως τους «ἀρίστους συμπολίτας» κι ο ελληνικός λαός παρέμενε υπό «τὴν τυραννίαν» ως τίνα άνθρωπο «ἄρρωστον», δίχως «ἰατρούς», τότε η εκκλησία δεν έσφαλε σε τίποτα σαν παρηγορούσε, εφόσον δεν υπήρχε περίπτωση ιάσεως.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να ακολουθεί τον δρόμο για «τὴν ἀπελπισίαν» των Μ.Μ.Ε. της «ὑψηλῆς τηλεθέασης», ούτε το ρόλο των πολιτικών με τις διαρκείς προσκλήσεις για εξέγερση σε περιόδους κρίσεων ή κατοχής (βλ. κάτωθι εικόνες). Πόσο μάλλον των αντιχριστιανών ακραίων διαφωτιστών.

Η Εκκλησία ήταν κι είναι κυρίως «παρηγορητικὸς» παράγων, παρά αντιδραστικός. Αν η Εκκλησία αναλάμβανε το ρόλο του υποκινητή των πολιτικών ή των εθνικών εξεγέρσεων, δεν θα ήτο εκκλησία του Θεού, αλλά υποχείριο της κάθε ανθρώπινης πολιτικής ή εθνικής άποψης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Θα πρέπει εδώ άλλωστε ο αναγνώστης να θυμηθεί την πολιτική/εθνική μειοδοσία των Εβραίων έναντι του Ιησού (Πρβλ. απάτες «Οι Εβραίοι & οι Εβραίοι» & «Η Ηθική & η Ηθική»). Με αυτήν δε διέφεραν σε τίποτα οι ακραίοι διαφωτιστές κι οι πλανεμένοι ακόλουθοι τους, αφού αντέγραφαν τη στάση εκείνων των «λαδωμένων» πολιτικών Εβραίων που είχαν τοποθετήσει οι Ραβίνοι τα χαράματα στη στημένη δίκη του Χριστού, κι ήταν πρόθυμοι να επιλέξουν την πολιτική επανάσταση (Βαραββά) έναντι του Σωτήρα των ψυχών Ιησού Χριστού.

Ο Χριστιανισμός δεν ήταν πολιτική επανάσταση, του ενός «συστήματος» έναντι του άλλου, αλλά ήταν επανάσταση του ανθρώπου ενάντια στον εαυτό του:

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιστ΄ «24 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπεν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι. 25 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δʼ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν. 26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; »

Αν όλοι είχαν νικήσει την επανάσταση ενάντια στον εαυτό τους, τότε όλα τα πολιτικά συστήματα θα λειτουργούσαν άψογα με «ἀγάπη».

Πρβλ. την ενότητα «Η απάτη του παραμυθένιου πολιτεύματος»

Πηγή Φώτο: http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε

 

 

«Είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε αριθμοί». Ποιός όμως μπορεί να καθορίσει τι είναι άνθρωπος, πέρα από τον ίδιο τον Δημιουργό;

Οι περισσότεροι άνθρωποι που εμπλάκηκαν εις την πολιτική, διανοήθηκαν ότι μπορούν να αλλάξουν τους υπολοίπους με κανόνες, νόμους, μέτρα και σταθμά, με τη βία, τους φόνους ή την καταστολή. Άλλοι ενεπλάκησαν, κι αυτοί είναι οι περισσότεροι, για προσωπικούς κερδοσκοπικούς σκοπούς ή από οίηση και κενοδοξία.

Καίτοι οι ρυθμίσεις ή οι νόμοι μπορούν να φέρουν μια καλύτερη λειτουργία ενός συστήματος, το ζήτημα χωλαίνει πάντα στα ίδια τα πάθη του ανθρώπου και την ίδια την «ἡθικὴν» του, αμαρτωλή προς το Θεό,  συμπεριφορά ή «διαφθορὰ». Οι «μὲν» επιζητούν να αλλάξουν τους «δὲ» κι ο «τάδε» τον «δείνα». Μέσα τους όμως επιζητούν για τον εαυτό τους, την «εὐκολίαν εἰς τὸ κέρδος καὶ εἰς τὸν βίον».

Πλειάδα από «ἐθνοσωτήρες» και «κοσμοσωτήρες» αστόχησαν, αστοχούν και θα αστοχούν. Όσο κανείς δεν προσπαθεί να αλλάξει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό προς το καλύτερο, είναι άτοπο να ζητά να αλλάξουν οι άλλοι ή να τους αλλάξει ο ίδιος.

Ο «Ανώνυμος Έλλην», μαζί με τους διαφωτιστές, επιζητούσε από μια Εκκλησία ανθρώπων να μην είναι «διεφθαρμένη»· την ίδια ώρα εκείνος μπορούσε να κατηγορηθεί για «διαφθορὰ», όσο πλούμιζε το γραπτό του με πλειάδα κατασκευασμένων κατηγοριών και ψεμάτων, υιών της αντικληρικαλιστικής του εμπαθείας, που του είχαν επισυνάψει οι δεύτεροι.

Πηγή Φώτο: http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε

 

 

 

Η πολεμική του «Ανωνύμου του Έλληνος» ενάντια στην Εκκλησιαστική παρηγοριά

«Ἐσεῖς φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον; [...] Τί ἄλλο λέγουσιν οἱ φίλοι ἑνὸς υἱοῦ, ὁποὺ ἔχει τὸν πατέρα του ἄρρωστον, εἰμὴ ὅτι νὰ ἐλπίζῃ, νὰ κράξῃ ἰατρούς, καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν ἰατρεύσῃ; Διατί καὶ ἐσεῖς δὲν λέγετε τὰ ἴδια πρὸς τοὺς Ἕλληνας διὰ τὴν ἀσθενῆ πατρίδα των, ἀλλὰ συμβουλεύετε ὅλον τὸ ἐναντίον ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ εὐαγγέλιον παραγγέλλει; Ἐσεῖς οὐχί, οὐχί! δὲν εἶσθε ποιμένες, οὔτε ὁδηγοὶ τοῦ φωτός, ἀλλὰ λύκοι, καὶ ἡ καθέδρα τοῦ σκότους εἶσθε, ὦ ψεῦσται καὶ ὑποκριταί. Ἕως πότε ἡ ἀμάθεια θέλει καλύπτει τὴν μιαράν σας ψυχὴν μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρισίας;», σσ. 120-121

Αυτή η ερμηνεία του «Ανωνύμου του Έλληνος» θα μπορούσε να ευσταθεί περισσότερο αν δεν υπήρχαν οι προφητείες του Αγαθάγγελου για την «Ἀνάστασιν τοῦ Γένους», τις οποίες ο ίδιος προσπερνά· πλαισιωμένη από τις προφητείες αυτές, η παρηγοριά της Εκκλησίας, ήταν σαν μια «παραμυθία» για έναν «ἄρρωστον» για τον οποίο κανείς δεν έβρισκε «νὰ κράξῃ ἰατρούς». Ο «Ανώνυμος Έλλην» θα το παραδεχθεί αυτό, τονίζοντας δια μέσω και της ανωτέρω απουσίας των «φωτισμένων» ότι:

«ἡ προθυμία των [Ἑλλήνων] εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154

Όταν δεν υπάρχει γιατρός, τότε η παρηγοριά είναι το πιο ανακουφιστικό μέσο εις ένα ασθενή· διότι η στάθμευση εις την απελπισία άνευ τρόπου ιάσεως, επιφέρει τον κίνδυνο να «αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι» είτε από «ἀπελπισίαν» είτε από απελπισμένη επανάσταση· και την απελπισμένη επανάσταση δεν την επιθυμούσαν μήτε οι πιο «φωτισμένοι» διαφωτιστές:

«Ο δρόμος προς την ελευθερία έπρεπε να περάσει πρώτα από τη νίκη κατά της αμάθειας και την κατάλυση του βασιλείου του σκότους. [...] Η πολιτισμική ανανέωση και ο Διαφωτισμός αντιμετωπιζόταν ως τμήματα μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, η οποία περιέκλειε την πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία ως τελικούς αν και σχετικά απομακρυσμένους στόχους.

Πριν οι σαφώς πολιτικοί, και εμφανέστερα ανατρεπτικοί στόχοι μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο ρεαλιστικής θεώρησης και επιδίωξης, ο Κοραής επέμενε ότι το έθνος όφειλε να φτάσει στην ωριμότητα μέσω της κατάλληλης εκπαιδευτικής προετοιμασίας. Και σ’ αυτή του την άποψη ο Κοραής δεν παρεξέκλινε από τις απόψεις των Ιδεολόγων, που θεωρούσαν ότι η πολιτισμική και η πολιτική υπόσταση μιας κοινωνίας είναι αλληλένδετες και προσαρμόζονται η μία προς την άλλη. [Πρβλ. Gusdorf, Introduction aux sciences humaines, σελ. 274] Συνεπώς η εκπαίδευση θα ’πρεπε να εξαπλωθεί όσο το δυνατόν πιο πλατιά μεταξύ των νεότερων Ελλήνων, οι οποίοι, με αυτόν τον τρόπο, θα εξοικειώνονταν με την παιδεία του Διαφωτισμού και με τους κλασσικούς της αρχαίας κληρονομιάς τους», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 394-396)

Η ενθουσιώδη «νεοφώτιστη» πίεση του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» για μια επανάσταση με όλα τα κόστη, ήταν τόσο «φωτεινὴὴ», ώστε παρότι ζητούσε στους άλλους να ακροάζονται τον Κοραή («Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ. 127»), ο ίδιος δεν τον «ἀκροάζετο»:

«Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, ὅτι χρειάζονται αἰῶνες, διὰ νὰ καλλωπισθῇ τὸ γένος μας καθὼς πρέπει. Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Τὸ νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ νὰ καλλωπισθῇ εἶναι τὸ αὐτό, καὶ θέλει ἀκολουθήσει εἰς τὸν ἴδιον καιρόν. Μὴν σᾶς φοβίσουν τὰ μέσα, ὅ,τι λογῆς καὶ ἂν εἶναι· ἀποβλέψατε μόνον εἰς τὸ χρηστὸν τέλος. Ὁ καλὸς ναύτης ταξιδεύει μὲ ὅλους τοὺς ἀνέμους. Οὕτως καὶ ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδος, εἰς κάθε περίστασιν, ὁποὺ τὸ τυχὸν διορίσῃ, ἠμπορεῖ πάντοτε νὰ διοικήσῃ καλῶς, ὡσὰν ὁποὺ ὁ σκοπός του εἶναι ἕνας, ἓν τὸ τέλος του, λέγω τὸ κοινὸν ὄφελος.»,  σελ. 162

Πρβλ. στην απάτη «Δύο αίτια» την ενότητα «Θεωρία των «καταλλήλων καιρῶν» VS Θεωρία 2 αιτίων»

 

Το ξεγύμνωμα της Διαφωτιστικής υποκρισίας κατά της Εκκλησίας (Αντικληρικαλισμός)

Αν κι ο διαφωτισμός ασχολούνταν με την λογική θεμελίωση των επιχειρημάτων του επιφανειακά, δεν μπορούσε να θεμελιώσει αυτά εις βάθος. Διότι από το απύθμενο αυτό «σκοτεινὸν βάθος τῆς ἀβύσσου» εξέρχονταν συγκεκριμένες κατευθυντήριες αρχές, και συγκεκριμένα αντικληρικαλιστικές, οι οποίες έπρεπε να ακολουθηθούν «πάσῃ θυσίᾳ» · ειδάλλως δεν θα επρόκειτο περί διαφωτισμού, αλλά περί άλλης τινά ιδεολογίας.

Ανωτέρω φάνηκε πολύ ξεκάθαρα πως ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην» δεν επιθυμούσε ο Ρωμαίικος λαός να ανακουφίζεται από τα βάρη της δουλείας, διότι η «ἀπελπισία» είναι «ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος». Ζητούσε λοιπόν οι ξενιτεμένοι ευεργέτες της Ελλάδος να μην ανακουφίζουν τους Έλληνες αποστέλλοντας βοήθεια:

«Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας.», σελ. 129

Αν λοιπόν ο διαφωτισμός ημπορούσε να θεμελιώσει σε βάθος την επιχειρηματολογία του, τότε δεν θα ’πρεπε να δυσανασχετεί με τους μοναχούς ή τους κληρικούς όταν αυτοί «ἔκλεπτον» τους λαϊκούς·  γιατί με την «κλοπὴν» αυτήν, οι τελευταίοι θα έπρεπε να «ἀπελπίζοντο» περισσότερο, οδηγούμενοι εξ αυτής προς επανάσταση,  που οι «διαφωτισταί» απαιτούσαν ως απεδείχθη ανωτέρω «μετὰ πάσης ξηροκαμπίας» κι νεοφώτιστου ενθουσιασμού:

«Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται - μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.»,  σελ. 116

Δεν είναι όμως μόνο αυτό το παράδειγμα που στελεχώνει την απόδειξη της διαφωτιστικής αντικληρικαλιστικής λύσσας για το ζήτημα της παρηγοριάς. Ίσως ο αναγνώστης να έχει μελετήσει τις προσπάθειες του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας»  εις την εκτόξευση κατηγοριών εις το Μυστήριο της Ιεράς εξομολογήσεως. Εκεί, σ’ αυτό το Μυστήριο, επιθυμούσε οι κληρικοί να διδάσκουν πολιτική κι επαναστατικές ιδεολογίες:

 «Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.», σελ. 122

Αυτή η προτροπή του είναι σύμφωνη με τις παρούσες κατηγορίες για την παύση της όποιας «παρηγορίας» από τους εκκλησιαστικούς προς τους λαϊκούς.

Δυστυχώς γι’ αυτόν και την ασάφεια του αντικληρικαλιστικού δόγματος που ακολουθούσε, προκειμένου να επιτίθεται εις τους κληρικούς «ἐπὶ παντοίας εὐκαιρίας», ως κατεχόμενος από «ὑστερικὴν λύσσαν» ή «παροξυσμὸν», σε άλλη «ξυλοσοφικὴν» παράγραφό του, όπου επιθυμεί ανεπιτυχώς να «ἐλέγξει» ηθικά τους «ὁμόθρησκοὺς» του, θα παραδεχθεί αντιθέτως ότι η εξομολόγηση είναι νομοθετημένη για την παροχή «παρηγορίας», κι όχι δηλαδή για τη δημιουργία «ἀπελπισίας»· για να αποδείξει μάλιστα τους ισχυρισμούς του θα επικαλεστεί, υποκριτικά εννοείται, τον Ιησού Χριστό, τους Αποστόλους και τους φιλόσοφους Πατέρες:

«Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες! Ποῦ εἶσθε τὴν σήμερον, νὰ ἰδῆτε τοὺς ἀπογόνους σας, καὶ νὰ συγκλαύσητε, μαζὶ μὲ ὅσους τὴν ἀλήθειαν γνωρίζουσι, διὰ τὴν ἀθλιότητά τους; Ἐσεῖς ἐπαραγγείλετε τὴν νηστείαν, διὰ νὰ χαλινώσητε ὁπωσοῦν τοὺς γαστριμάργους, αὐτοὶ ἀναθεματίζουσι καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, ὅταν κρεοφάγωσι. Ἐσεῖς ἐδιωρίσατε τὰς ἐλεημοσύνας, διὰ νὰ στερεώσητε τὴν ἀρετήν, αὐτοὶ δὲ ἁρπάζουσι καὶ ἀπὸ πλουσίους καὶ ἀπὸ πτωχούς, ὅσα περισσότερα δυνηθῶσι. Ἐσεῖς ἐνομοθετήσετε τὴν ἐξομολόγησιν, διὰ νὰ παρηγορῆτε τοὺς λυπημένους καὶ βασανισμένους, διὰ νὰ νουθετῆτε τοὺς χρείαν ἔχοντας καὶ ἀμαθεῖς, αὐτοὶ δὲ τὴν ἐνεργοῦσι διὰ μόνην περιέργειαν εἰς τὸ νὰ μάθωσιν τὰ ξένα πράγματα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ κοινολογοῦσι, ὄχι μόνον ὅταν τοὺς ὠφελῇ, ἀλλὰ ὅταν δὲν τοὺς βλάπτῃ»,  σελ. 343

Ακόμη μια φορά λοιπόν διαπιστώνει άπλετα ο αναγνώστης πως ο «Νομαρχιακὸς Παραλογισμὸς» της υποκρισίας, νικά όλες εκείνους τους αφορισμούς του Διαφωτισμού για τους πολιτικούς του αντιπάλους:

α. «Ποῖος Ἐσκαριώτης σᾶς ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν, νὰ προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, ὅταν δὲν ἠξεύρετε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ὦ ἀναίσχυντοι; Τὰ ἁμαρτήματα, ἴσως, παιδεύονται μὲ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὦ ἄφρονες; Δὲν στοχάζεσθε, πόσον ἀτιμεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τοὺς παραλογισμούς σας;», σελ. 121

β.. «Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν, τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ, καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε, καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας των.», σελ. 69

γ. «Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139

δ. «Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν. (Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.)», σελ. 133

 

Τύραννοι & Τύραννοι, ήτις διπλή τυραννία

Ο «Ανώνυμος Έλλην» είχε βαπτίσει  τους έλληνες του εξωτερικού που παρηγορούσαν τους ομοεθνείς τους, «τυράννους» , ενώ δε συμπαθούσε με τίποτα κληρικούς και μοναχούς:

α. «Ἐσεῖς, οὐχί, οὐχί, τέκνα τῆς Ἑλλάδος πλέον μὴν ὀνομάζεσθε, ἀλλὰ τέκνα τῆς κακοηθείας καὶ ἀσωτείας σας. [...] Ὦ ἀληθεῖς ἐχθροὶ καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὀθωμανοὺς τύραννοι τῆς Ἑλλάδος! Ὦ ἐντροπὴ τοῦ γένους μας καὶ θανατηφόρος πληγὴ τῆς πατρίδος!»,  σελ. 129

β. «Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν, ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία. »,  σελ. 101

Όμως, τον «Ἀνώνυνον Ἕλληνα» είχαν καταντήσει χειρότερο «τύραννον» μερικά δυτικά αναγνώσματα κι οι πολιτικές του πεποιθήσεις για τη Σπάρτη και την Αθήνα, εφόσον επιθυμούσε οι «ραγιάδες» να νιώσουν περισσότερο «ραγιάδες» μέσα στην απελπισία, που ο ίδιος ήθελε περισσότερο να δημιουργήσει παραδίδοντας «ξυμβουλὲς» για σταματημό της παρηγοριάς.

Σαν να ήταν εκείνος ο χειρότερος «τύραννος» από όλους, ζητούσε με όλα τα μέσα την «πτωχείαν» των ελλήνων στους ξενιτεμένους έλληνες εκδίδοντας «ἐγκυκλίους ἡθικῆς συμπεριφορὰς», ενώ από την άλλη μεριά παρίστανε τον δυσανασχετημένο επειδή «οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί», σελ. 92, είχαν «πτωχύνει» αφού τους απασχολούσαν «ὁ ἀφορισμὸς [...] ἡ ἐλεημοσύνη [...] οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα» που εκπλήρωναν οι κληρικοί.

 Το παράδοξο βέβαια, που τονίζεται κι αλλού, είναι πως την ελεημοσύνη, τη συγχώρεση και τους αγιασμούς, τους «πλήρωνε» ο ίδιος ο «πτωχὸς» λαός ελεύθερα εν γνώση του· την περικοπή όμως της οικονομικής βοηθείας από το εξωτερικό, που την προωθούσε η πένα ενός «Φραντσέζου» λαμβάνοντας την τιμή του «στοχασμοῦ» έναντι των υπολοίπων («...χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους.», σελ. 144) δεν μπορούσαν να την ελέγξουν οι άμεσοι ενδιαφερόμενοι, παρά τους μακαρισμούς του συγγραφέως για «τὰς ἁπλὰς ψυχὰς τῶν γλυκυτάτων [...] Ἑλλήνων», σελ. 123

Επιθυμούσε ο συγγραφέας, ο ελληνικός λαός να καταπιέζεται ασφυκτικά, ακόμη και οικονομικά, για να επαναστατήσει εναντίων των πολιτικών του τυράννων ασχέτως εθνικότητας, ως η αντιπάθεια προς Φίλιππο και Μέγα Αλέξανδρον καταδεικνύει,  κινούμενος από την αγανάκτηση της απελπισίας· παράλληλα αυτός ο συγγραφέας, ως άξιος υποκριτής, έσερνε όλες εκείνες τις διαφωτιστικές κατάρες ενάντια στους κληρικούς επειδή «ληστεύουν» τον λαό· στην ουσία, ως ελέχθει, θα έπρεπε να τους επαινεί, βάση των δικών του πάντοτε διδασκαλιών, αφού θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει τον ελληνικό λαό μια ώρα αρχύτερα εις την «πολυπόθητον διαφωτιστικὴν... ἀπελπισίαν» και την κατάρριψη του τυράννου:

α. «Ποῖος δὲν βλέπει, ὦ Ἕλληνες, τὸν ἀφανισμόν, ὁποὺ εἰς τὴν Ἑλλάδα προξενεῖ τὴν σήμερον τὸ ἱερατεῖον;»,  σελ. 118

β. «προσπαθήσετε κἂν νὰ μὴν βλάπτετε [ἱερεῖς], ἂν δὲν δύνεσθε νὰ ὠφελῆτε, τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς.»,  σελ. 122

Γι’ αυτά τα κτυπήματα «κάτωθεν τῆς γαστέρας» ήταν άξιος ο διαφωτισμός μέσα από την ανακολουθία των λόγων του και των βαθύτερων σκέψεών του. Μέσα από το πολυποίκιλο μίσος του για την Εκκλησία σε όλες της τις εκφάνσεις, έπεφτε στα πιο ανόητα θεωρητικά του λάθη. Αιώνες πέρασαν, γενιές γεννήθηκαν και πέθαναν, αλλά μερικοί «συνταξιοῦχοι ὑπὸ τοῦ διαφωτισμοῦ» καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων συνεχίζουν να μάχονται υπέρ του, ως αυτός να ήταν η «νεοτέρα καὶ ἀκριβοτέρα καθεστηκυία φιλοσοφικὴ ἀξία» που γνώρισε ποτέ το ρωμαίικο έθνος των Βαλκανίων.

Η αύξηση της αγανάκτησης του λαού, όπως και του αναγνώστη της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας», ακολουθεί το ίδιο μοτίβο:

α. «Τα λείψανα του αρχαίου πολιτισμού θύμιζαν βέβαια σε όλους τις μέρες της αρχαίας δόξας. Όμως αυτή ακριβώς η ανάμνηση έκανε τη βίωση του παρόντος ακόμη πιο οδυνηρή», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 130)

β. «Οι φωτισμένοι διανοούμενοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν μια τέτοια μεταχείριση, επέμενε ο Μοισιόδαξ. Κι αυτό γιατί ήταν άτομα "τοῦ πολιτικοῦ κόμματος", φορείς κοσμικών αξιών και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να επιδείξουν την υπομονετική καρτερία των μαρτύρων και των αποστόλων», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 221)

γ. «Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν [και δια μέσω των διαφωτιστικών βιβλίων], καὶ δὲν τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται...», σελ. 23

 

Η κατασκευή της «ἀληθοῦς τυραννίας» & οι εξισλαμισμοί

«Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν [και δια μέσω των διαφωτιστικών βιβλίων], καὶ δὲν τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται...», σελ. 23

Αυτή η, επιπλέον της φυσικής, «ἀληθή» ψυχολογική τυραννία της κατηχούμενης αγανάκτησης την οποία δίδασκαν οι διαφωτιστές, δεν θα μπορούσε να διδάσκεται για 400 ή 300 χρόνια στον ελληνικό λαό, εν όσο ήταν υπόδουλος σε έναν, για την ώρα, πανίσχυρο δυνάστη· θα τον είχε άκρα εξουθενώσει ψυχολογικά και θα είχε προκαλέσει περισσότερες αλλαξοπιστίες, εξισλαμισμούς κι άρα εκτουρκισμούς εις βάρος των Ελλήνων.

Ήταν προτιμητέο για 400 χρόνια, αντί ο ελληνικός λαός να αποτελείται από εκείνους που «ἀληθῶς τυραννοῦνται», αντιθέτως να βρίσκεται στη ίδια θέση με τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους του παραδείγματος του «Ανωνύμου του Έλληνος», όπου «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας», σελ. 55:

«Όπως είναι γνωστό, η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων από το 1645 (Χανιά, το Ρέθυμνο έπεσε το 1646) ως το 1669, που κατέλαβαν τον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Τότε άρχισαν στη μεγαλόνησο οι εξισλαμισμοί των Χριστιανών. "Οι λόγοι", γράφει ο Μανόλης Γ. Πεπονάκης, "που τους προκάλεσαν ήταν αρχικά τα δικαιώματα που παρείχε το Ισλάμ στους αρνησίθρησκους, η οικονομική εξουθένωση μέρους του πληθυσμού από τις μακροχρόνιες πολεμικές επιχειρήσεις, η προσπάθεια της Πύλης να οργανώσει ισχυρό ντόπιο στρατό, είτε μέσω παιδομαζώματος είτε με προσφορά χρηματικών ποσών στους νεοφώτιστους μουσουλμάνους, οι νίκες των Οθωμανών και το ιεραποστολικό έργο των μπεκτασήδων δερβίσηδων. Στους λόγους αυτούς προστέθηκαν μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης οι φορολογικές καταπιέσεις, που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους στην περίοδο 1770-1821" [Μανόλης Γ. Πεπονάκης, Εξισλαμισμοί και επαναχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899), Ρέθυμνο 1997, σελ. 161]», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 54)

«[...] οι περιοδείες [του Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779)] σε ολόκληρη σχεδόν τη νοτιότερη Βαλκανική στα χρόνια 1761-1779 απέβλεπαν να καλλιεργήσουν τη θρησκευτική αντίσταση του χριστιανικού πληθυσμού κατά των εξισλαμισμών που φαίνεται ότι ανησυχούσαν ζωηρά την Εκκλησία την περίοδο αυτή. Προς την κατεύθυνση αυτή ο πατρο-Κοσμάς έδρασε συστηματικά υπό την ευλογία διαδοχικών πατριαρχών της Κωνσταντινουπόλεως και δη του Σεραφείμ Β΄ (1757-1761), του οποίου είναι γνωστές οι σχέσεις με τη ρωσική πολιτική. Η πλατιά απήχηση του κηρύγματος του στις μάζες δεν μπορεί να ήταν άσχετη με την αναμόχλευση των χιλιαστικών οραμάτων γύρω στα μέσα του αιώνα, η εμβέλεια όμως του πολιτικού προγράμματος με το οποίο συνδεόταν ο λαϊκός ευαγγελισμός του Κοσμά, διαφαίνεται, έστω και αμυδρά, αν συνυπολογιστούν οι σχέσεις του με τον Ευγένιο Βούλγαρη και το περιβάλλον της Αθωνιάδας. Δυστυχώς η μεταγενέστερη εθνικιστική μυθολογία, που σφετερίστηκε τον Κοσμά, και το γεγονός ότι οι διδαχές του παραδόθηκαν μόνον ως προφορική παράδοση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να ελεγθεί η αυθεντικότητα τους, καθιστούν ιδιαίτερη προβληματική τη σοβαρή μελέτη της άκρως σημαντικής, αυτής εκδήλωσης της ελληνικής πολιτικής δυναμικής του δεκάτου ογδόου αιώνα».  Κανείς δεν πρέπει να παραμελεί την οπτική της «άκρως σημαντικής αυτής εκδήλωσης της ελληνικής πολιτικής δυναμικής του δέκατου όγδοου αιώνα», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 178)

Η γνώση της ταύτισης Χριστιανισμού και Ελληνισμού είναι ξεκάθαρη στον «Ανώνυμο Έλληνα»:

«οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86

Η διδασκαλία της Εκκλησίας για «τὸν παράδεισον» κράτησε πολλούς Έλληνες εις υπομονή σε καιρούς μεγάλων βασάνων· οιαδήποτε περαιτέρω αγανάκτηση θα είχε επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα:

«Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον;», σελ. 121

Το ότι ο Διαφωτισμός παρουσιάστηκε σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, οι οποίες περιέκλειαν σπουδαιότερα και την αποδυνάμωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν μπορεί να αποδώσει εις τον πρώτο το δικαίωμα της περιθωριοποιήσεως του ρόλου της  Εκκλησίας, όλα εκείνα τα χρόνια που προηγήθηκαν των ευνοϊκών για την επανάσταση συγκυριών.

 

Πρβλ. απάτη «Το καλό μέσα στο κακό»

Πρβλ. απάτη «Οι μαυροφορεμένοι είναι αργοί»

Πρβλ. απάτη «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης & ο Οικουμενικός Πατριάρχης»

Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ’ ἀμβωνος»

 

Τραγικός Επίλογος.

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» είχε ψέξει τους εκκλησιαστικούς λέγοντας:

«Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ... Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ παρηγορία σας! », σσ. 120-121

Καθώς ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» έψεγε την «παρηγορίαν» των εκκλησιαστικών, που καλλιεργούσε την υπομονή των Ελλήνων, παράλληλα θαύμαζε αυτή την καρτερία των ομοεθνών του εις τα «βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας» και την θεωρούσε σημάδι της «ἀνότης τῆς ψυχῆς των»:

 «Ἡ διαγωγή των [Ἑλλήνων] εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154

Τοιουτοτρόπως, οι διδασκαλίες των εκκλησιαστικών που αύξαιναν την μακροθυμία των Ελλήνων στα «βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας», αποδίδονταν σε ανθρώπους που είναι «βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ», ενώ οι κάτοχοι αυτής μακροθυμίας ήταν εκείνοι που η «διαγωγή των εἶναι ἐνάρετος».

Επιπλέον, οι διδάσκαλοι αυτής της μακροθυμίας θεωρούνταν υπεύθυνοι για την τυραννία («Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί [...] τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον», σελ. 98»). Οι «μαθητές» τους δε όχι, επειδή, αν κι εφάρμοζαν εμπράκτως τις διδασκαλίες για μακροθυμία έναντι της Οθωμανικής Πύλης, εντούτοις αυτοί πρόσμεναν «μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον» για «νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους»· για τον συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» οι ««βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ» δεν θα μπορούσαν να τον προσμένουν ομοίως.

Η παρέλαση του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν μπορούσε παρά να περνά μέσα από αυτές τις άμετρες αντιφάσεις. Από τη μια μεριά ο έντονος αντικληρικαλισμός του κι από την άλλη μεριά οι κολακείες του προς τους Έλληνες, λειτουργούσαν σαν «συμπληγάδαι πέτραι» που σύνθλιβαν την «λάμψιν» των «φωτισμένων στοχασμῶν» του.

Παρομοίως λειτουργούσε ο αντικληρικαλισμός του και εις τις «ξυμβουλὲς» του προς τον Πατριάρχη· τότε ζητούσε στον τελευταίο να βοηθήσει τους Έλληνες να ανακουφιστούν με «κάθε περισσότερον κέρδος»:

α. «Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν, καὶ αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δουλεύουν, διὰ δὲ τὰς σαρακοστάς, νὰ τὰς σμικρύνῃ, καὶ τὰς περισσοτέρας νὰ τὰς ἀποβάλῃ. Καὶ τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα, καὶ τρέφεται καλλιότερα.», σελ. 123

β. «...τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι», σελ. 88

Όμως, τί νόημα έχει άραγε να καταγγέλλει κανείς την εκκλησία επειδή με τα λόγια της αύξανε την «παρηγορίαν» του ελληνικού λαού, την ίδια ώρα που την κατάγγελλε ότι δεν βοηθούσε εις το «περισσότερον [παρηγορητικὀν] κέρδος»; Και τί νόημα έχει να ζητά κανείς στην Εκκλησία να αυξήσει «κάθε περισσότερον κέρδος» εις το λαό, την ίδια ώρα που ζητά δια μέσω των ευεργετών αυτό να στραγγαλίσει;

Όλα τα ανωτέρω συνιστούν ακόμη μια τραγική υλοποίηση του λυσσαλέου και με όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένων τους ψεύδους και της κακοηθείας, αντικληρικαλισμού του ακραίου διαφωτισμού.

Παρότι η Εκκλησία διαρκώς παρηγορούσε, εξεγέρσεις εκκλησιαστικών δεν εξέλειπαν, αντιθέτως· όμως ο «Ανώνυμος Έλλην» θα κρατήσει απόλυτη σιγή γι’ αυτές χαμένος μέσα εις πολυδαίδαλες πολιτικές του σκοπιμότητες. Θα τον ακολουθήσουν ελάχιστοι πανεπιστημιακοί ή ακαδημαϊκοί, που χαρακτηρίζοντας αυτόν ως «ἀνώνυμο πατριώτη» (1) δεν τους μένει τίποτα άλλο παρά, συμφωνώντας μαζί του, να χαρακτηρίσουν εμμέσως την Εκκλησία ως «προδότρια», τσουλώντας αργά το κάρο της «διανόησης» μέσα στη «φθηνο-π-ορεινὴν λάσπην» της φευγαλέας κριτικής των:

α. «Αυτή ήταν η παρηγοριά, με την οποία η Εκκλησία προσπαθούσε να κρατήσει τους πιστούς στους κόλπους της σ’ εκείνη την εποχή της ιδεολογικής διαμάχης και της αυξανόμενης αμφισβήτησης. Ο Ανώνυμος ο Έλλην όμως ήταν βέβαιος ότι όλα αυτά εμπνέονταν από την ίδια διάθεση που είχε παρακινήσει και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 358)

β. «....προκύπτει το συμπέρασμα, το οποίο εκτίθεται στο επόμενο κεφάλαιο, όπου "ἀπελέγχονται οἱ ἀρχιερεῖς ὡς ἐχθροὶ τοῦ γένους" [βλ. Ανωνύμου, Λίβελλος κατὰ τῶν Ἀρχιερέων, «Ἡ σκληροτέρα μάστιξ τοῦ γένους εἰσὶν οἱ ἀρχιερεῖς»]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 274, 580, 581)

 

Σημειώσεις

1. «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 374

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Ανοίγω την τηλεόραση και μου μαυρίζει η ψυχή». «Μιλάνε σαν να είναι ένας τυφώνας που μας έχει παρασύρει όλους». «Ξέρω ότι τα πράγματα είναι άσχημα, αλλά δεν μπορώ να πενθώ συνέχεια». Αυτές είναι μερικές από τις επαναλαμβανόμενες φράσεις-κλειδιά που εντόπισαν οι φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου σε έρευνα για το πώς τα ΜΜΕ καλύπτουν την οικονομική κρίση. Η έρευνα, που περιλαμβάνει αποκωδικοποίηση των οπτικοακουστικών μηνυμάτων από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων και τις εφημερίδες και συνεντεύξεις με πολίτες 18-50 ετών, ξεκίνησε ενώ το ΔΝΤ ήταν ακόμα προ των πυλών, πριν από τη μεγάλη διαδήλωση της 5ης Μαΐου και τους θανάτους που τη σημάδεψαν.

Μιλήσαμε με την καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Αλεξάνδρα Κορωναίου, που συντονίζει την έρευνα στο πλαίσιο του μαθήματος Ψυχοκοινωνιολογία στα ΜΜΕ. Τα συμπεράσματα της έρευνας, που συνεχώς εμπλουτίζονται καθώς η επικαιρότητα τρέχει με απρόβλεπτους ρυθμούς, είναι αποκαλυπτικά: άγχος, φόβος, απέχθεια, κατάθλιψη είναι μερικά από τα συναισθήματα που προκαλεί ο τρόπος που καλύπτουν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ αλλά και οι εφημερίδες την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, η επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων γεννά και την αντίθετη άποψη: την αμφισβήτηση, τη δυσπιστία, τη στροφή σε εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης -κυρίως στο ιντερνέτ- ειδικά για τις νεαρές ηλικίες.

Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στις εφημερίδες «Αυγή» και «Δρόμος» και έκανε μια δεύτερη καριέρα στα διαδικτυακά μπλοκ, τα ΜΜΕ προσεγγίζουν την κρίση με πέντε βασικούς τρόπους:

1. Δραματοποίηση

Η κρίση παρουσιάζεται σαν μια φυσική καταστροφή αναπόφευκτη και ανεξήγητη, σαν μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου. Ακολουθείται η ίδια «συνταγή» παρουσίασης, χωρίς να αναλύονται οι βαθύτεροι λόγοι ούτε να ακούγονται τρόποι διεξόδου από την κρίση. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι «εφιαλτικό σενάριο», «απελπιστική κατάσταση», «δεν υπάρχει άλλος δρόμος», «σκληρά αλλά αναγκαία μέτρα», «είμαστε στο χείλος του γκρεμού».

Πλάι στις παρατηρήσεις της έρευνας θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι το μοντέλο της δραματοποίησης ακολουθείται όχι μόνο στην παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης, αλλά και στην αντιμετώπιση των αντιδράσεων και διαδηλώσεων. «Τα πλάνα από την πορεία που έδειχναν τη μαζικότητα του κόσμου ήταν ελάχιστα σε σχέση με τις εικόνες από τις καταστροφές και τη φονική πυρκαγιά» επισημαίνει η πανεπιστημιακός, σχολιάζοντας την κάλυψη της πορείας της 5ης Μαΐου.

Πράγματι, ο τραγικός θάνατος τριών εργαζομένων κατάπιε το ανθρώπινο τσουνάμι που πλημμύρισε τους δρόμους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον των ΜΜΕ από τις κοινωνικές αντιδράσεις στην καταδίκη της βίας. Το τριπλό έγκλημα μούδιασε την κοινωνία στο σύνολό της· όμως, τα ανακλαστικά των ΜΜΕ να παρουσιάσουν με όρους θρίλερ μία ήδη δραματική κατάσταση, αποκρύπτοντας, παραπληροφορώντας ή παραποιώντας γεγονότα, ακόμα και στοχοποιώντας διαδηλωτές, ακολουθεί πάλι την ίδια συνταγή «το δράμα πάνω από τα γεγονότα».

Οσοι έβλεπαν μόνο τηλεόραση εκείνες τις ημέρες, χωρίς να διαβάζουν εφημερίδες ή διαδίκτυο, το πιο πιθανό είναι να άκουσαν ότι κάποιοι φώναξαν «να καούν» παρά να έμαθαν ότι διαδηλωτές, και μάλιστα μετανάστες, έσπευσαν να διασώσουν τους εγκλωβισμένους. Η «άβυσσος» και η «έκτακτη ανάγκη» έδωσαν χώρο σε ηλεκτρονικές και έντυπες φωνές που ζητούσαν να καταργηθούν άρθρα του Συντάγματος και να επιβληθεί «όχι ακριβώς δικτατορία» αλλά κάτι που της μοιάζει ανησυχητικά.

2. Ενοχοποίηση του κοινού

Φταίμε όλοι, και μάλιστα σχεδόν το ίδιο, για την κατάσταση στην οποία φτάσαμε. Το ίδιο όσοι έφαγαν εκατομμύρια με σκάνδαλα που ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν, το ίδιο και όσοι έχουν απλήρωτα δάνεια και υπερχρεωμένες πιστωτικές. Ο ψιλικατζής και ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο άνεργος και το γκόλντεν-μπόι, ο συνταξιούχος και ο εκατομμυριούχος αντιμετωπίζονται ως συνυπεύθυνοι σε μια διάχυση της διαφθοράς που θα λυθεί «αναλαμβάνοντας όλοι τις ευθύνες μας». Όπως τονίζεται στην έρευνα, «η εικόνα που μεταφέρουν είναι η εικόνα μιας διεφθαρμένης κοινωνίας στο σύνολό της. Η συλλογική ενοχοποίηση "απαγορεύει" στο θυμό και την οργή να εκφραστούν με στόχο τους πραγματικούς υπεύθυνους, δημιουργώντας συναισθήματα αυτοαπόρριψης και αυτομομφής. Έτσι καθηλώνει τους πολίτες και οδηγεί αθόρυβα στην αποδοχή των μέτρων. Μόνο τα ΜΜΕ και οι άνθρωποί τους δεν εμφανίζονται ποτέ να εμπλέκονται σε σκάνδαλα, ύποπτες δραστηριότητες, φοροδιαφυγή κ.ά.».

3. Έμφαση στο ατομικό

Η ανασφάλεια υπερτονίζεται ως το μόνο επιτρεπτό συναίσθημα. Οι συλλογικές αντιδράσεις (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.) προβάλλονται συνήθως τελευταίες, άρα ασήμαντες και, τελικά, μάταιες. Ελάχιστη ώρα καταλαμβάνουν στα δελτία οι μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες· μόνο τα σπασίματα παρουσιάζονται με έμφαση. Το ζουμ του φακού γίνεται στο ατομικό δράμα: μία άνεργη μητέρα, ένας συνταξιούχος, ένας έμπορος εμφανίζονται ως ατομικές περιπτώσεις, αποκομμένες από το συλλογικό. Κατά το δόγμα «ένας θάνατος είναι τραγωδία, χίλιοι θάνατοι είναι στατιστική», οι «συλλογικότητες» εμφανίζονται με τη μορφή στατιστικών πινάκων: 1.000.000 άνεργοι, το 20% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας κ.ο.κ. Φυσικά, οι στατιστικές είναι νούμερα και δεν έχουν δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα. Στην τελική, είναι διεσπαρμένες μονάδες, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, κατά το θατσερικό ρητό «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα».

4. Υποβάθμιση στο συλλογικό

Όσο προβάλλεται κατά κόρον το μοτίβο «είμαστε όλοι υπαίτιοι», η αντιμετώπιση της κρίσης παρουσιάζεται ως: α) υπόθεση των πολιτικών που χειρίζονται τα πράγματα και β) ατομική υπόθεση του καθενός να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί. Οι συλλογικές μορφές αγώνα (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.) υποβαθμίζονται ως «άκαιρες», «υπερβολικές» ή/και «καταστροφικές» για τη χώρα. Σε έναν εσκεμμένο συμψηφισμό, κάποιοι έφτασαν να συγκρίνουν τη μαζική απόπειρα εισόδου των διαδηλωτών στη Βουλή με τον εμπρησμό της Μαρφίν, προκαλώντας τον γκεμπελικό συνειρμό «διαδηλωτής = πιθανός δολοφόνος».

5. Κοινωνικός αυτοματισμός

Η παρουσίαση των μέτρων αλλά και των αντιδράσεων στοχεύει στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, ώστε η μία κοινωνική ομάδα να στρέφεται εναντίον της άλλης και να φαίνεται ότι απειλεί την ευημερία της άλλης. Δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον ιδιωτικών (βλέπε και την αποτυχημένη απόπειρα να παρουσιαστεί ότι η κυβέρνηση «έσωσε» τάχα τον 13-14ο μισθό των ιδιωτικών), διαδηλωτές εναντίον εμπόρων και τουρισμού, απεργοί εναντίον εργαζομένων. «Η λογική τού διαίρει και βασίλευε» παρατηρεί η Αλ. Κορωναίου «εδραιώνει την κυριαρχία όχι των πολιτικών προσώπων (άλλωστε, εύκολα γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι), αλλά των ίδιων των δημοσιογράφων και των μέσων. Μόνο αυτοί μένουν στο απυρόβλητο».

Όπως, όμως, μας είπε η ίδια η καθηγήτρια και συντονίστρια της έρευνας, ο τρόπος που τα κυρίαρχα ΜΜΕ παρουσιάζουν την κρίση συντελεί στην ίδια την κρίση και την απαξίωση των ΜΜΕ. «Όλο και περισσότεροι νέοι δεν ενημερώνονται από την τηλεόραση, ειδικά οι ηλικίες κάτω των 25. Γιʼ αυτό στρέφονται σε μέσα που ενθαρρύνουν το διάλογο, όπως το διαδίκτυο. Όσο για την τηλεόραση, στρέφονται κυρίως σε χιουμοριστικές εκπομπές, όπως το "Αλ Τσαντίρι Νιους" και το "Ράδιο Αρβύλα", ακόμα και στα λεγόμενα ψυχαγωγικά δελτία ειδήσεων».

Όπως φάνηκε μέσα από συνεντεύξεις με το κοινό, πολλοί αποφεύγουν συνειδητά τις ειδήσεις, γιατί τους προκαλούν άγχος και απέχθεια, τους οδηγούν στην κατάθλιψη. «Χαρακτηριστικά θυμάμαι τη φράση μια κοπέλας, ότι όταν βλέπει τηλεόραση είναι σαν να πενθεί διαρκώς. Όπως γνωρίζουν οι ψυχολόγοι, το παρατεταμένο εσωτερικευμένο πένθος είναι κλινικό σύμπτωμα της κατάθλιψης. Ήδη ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε προειδοποιήσει από το 2008 ότι η οικονομική κρίση θα αυξήσει τα συμπτώματα κατάθλιψης και τις αυτοκτονίες. Αυτό φάνηκε με δραματικό τρόπο και στη χώρα μας, με τέσσερεις αυτοκτονίες σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο. Ο τρόπος που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ την κρίση δεν διευκολύνει το διάλογο και σίγουρα επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία. Ο θεατής το εισπράττει ως μία συνθλιπτική απουσία ελέγχου στη ζωή του, στο παρόν και στο μέλλον του, ότι τα μέτρα είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει συλλογική διέξοδος, παρά μόνο η ατομική συμμόρφωση».

Κι όμως, όπως φαίνεται μέσα από τις συνεντεύξεις, πάρα πολλοί ερωτώμενοι αμφισβητούν πως τα πράγματα είναι έτσι όπως μας τα παρουσιάζουν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των νεότερων ηλικιών είναι πεπεισμένη ότι θα υπάρξει κοινωνική αντίδραση.

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.home&id=162334

 

 

Είναι πασιφανές τι επρόκειτο να συμβεί στους Έλληνες, αν η Εκκλησία κατά την διάρκεια της 400χρονης Οθωμανικής κυριαρχίας δεν τους παρηγορούσε, αλλά μιλούσε διαρκώς για εξέγερση, ενώ το απελευθερωτικό αποτέλεσμα δεν ήταν εφικτό, ή τους μιλούσε διαρκώς για το «δράμα» της Ελλάδος σε καιρούς οι οποίοι δεν ήσαν οι κατάλληλοι, προκαλώντας τους την «ἀπελπισίαν» που ζητούσε ο «Ανώνυμος Έλλην». Θα είχαν αυξηθεί οι εξισλαμισμοί κι η εξαφάνιση του ελληνικού έθνους μαζί με την εξαφάνιση της Χριστιανικής πίστεως.

 

 

 

ΟΙ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΟΙ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119 )

 

«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων», σελ. 119

 

Μυθοπλάστης:  «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Μπορεί να υπάρξει «πιότερον ἀστραπιαία» διαπίστωση της δογματικής αντικληρικαλιστικής λύσσας των ακραίων διαφωτιστών από την παρούσα;

Μάλλον όχι:

«Ἀλλὰ ποῦ νὰ διηγηθῶ, ὅσα ἡ μιαρά των ψυχὴ ἐφευρίσκει! Φθάνει λοιπὸν νὰ ἠξεύρετε, ὅτι, ὅσα καὶ ἂν κάμνωσι, τὰ κάμνοσι διὰ χρημάτων, καὶ πληρώνοντάς τους τινὰς ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ τὴν συγχώρησιν διὰ κάθε ἁμάρτημα. Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων! Πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιεπίσκοπος πωλεῖ τὰς ἐνορίας τῆς πόλεως οὗτινος ἱερέως θελήσῃ, καὶ ἔπειτα κάμνει ἀργὸν ἢ ἐξορεῖ ὅποιον θέλῃ ἀπὸ αὐτούς, καὶ ξαναπωλεῖ τὴν ἐνορίαν ἄλλου...», σελ. 113

Τελικά πότε οι «περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ» για τον «Ανώνυμο Έλληνα» και τους χονδρόμυαλους ακολούθους του;

Όταν αυτοί είναι όντως «μαυροφορεμένοι» ή όταν δεν είναι;

 

Πρβλ. ενότητα «Αριθμοί & Αριθμοί»

Πρβλ. απάτη «Φτώχεια & Φτώχεια»

Πρβλ. απάτη «100.000 Μαυροφορεμένοι»

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«Από το αρχείο της μονής Πανορμίτου Σύμης εκδώσαμε έγγραφο με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1833, που υπογράφει "ὁ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξανδρείας Πρωτοσύγκελλος καὶ Ἐπίτροπος Μελέτιος" και φέρει στρογγυλή σφραγίδα με την ένδειξη "Τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἠμῶν Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου 1814" από το οποίο προκύπτει ότι οι μοναχοί του Αγίου Σάββα ασκούσαν γενικά λιμενικά καθήκοντα και τα πιστοποιητικά τους αναγνωρίζονταν από τις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως φαίνεται, τα λιμενικά προέκυψαν από τα υγειονομικά, που βέβαια οφείλονταν στη λειτουργία νοσοκομείου στο μοναστήρι (β. Ι.Μ. Χατζηφώτη: Αλεξάνδρεια, οι δύο αιώνες του Νεότεροι Ελληνισμού (19ος-20ος), δεύτερη έκδοση Αθήνα 1999, σελ. 40)», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 93)

 

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144 )

 

«Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144)

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 114-115)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Η μονομέρεια της «Ἑλληνικῆς Νομαρχὶας» γίνεται κατανοητή μέσα από τις άνωθι ρητορείες περί αμαθών κληρικών. Σε μια εποχή που όλος ο ελληνικός λαός ήταν αμόρφωτος, όπως κι ο ευρωπαϊκός κι η ανωτέρα παιδεία ήταν προνόμιο σε τραγική πλειοψηφία του κλήρου τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, οι φανατικοί διαφωτιστές έμπαιναν στο ατόπημα να κατηγορήσουν ειδικά τον τελευταίο σύσσωμα για «ἀμορφωσιὰ». Αυτό συνέβαινε, ενώ μόλις δειλά δειλά την εποχή του Διαφωτισμού ορισμένοι λαϊκοί (μη κληρικοί), ιδίως έμποροι, είχαν αρχίσει να μορφώνονται. Στο δε Βαλκανικό χώρο η τάξη των Φαναριωτών ως εξαιρετέα τύχαινε από χρόνους ευρείας παιδεύσεως. Κι όμως, ούτε αυτοί οι μορφωμένοι Φαναριώτες δε θα γλιτώσουν την αυστηρή κριτική του «πεπαιδευμὲνου» της «Ελληνικής Νομαρχίας»· οι λόγοι αυτής της συμπεριφοράς;

1ον απομίμηση της δυτικής «νέας» τότε κουλτούρας

2ον οι πολιτικοί στόχοι του Διαφωτισμού.

 

Η αμάθεια ως κατηγορητήριο: Όλοι είναι αμαθείς [πλην των διαφωτιστών].

Ορισμένα παραδείγματα της «Ελληνικής Νομαρχίας», όπου το επιχείρημα της «ἀμαθείας» χρησιμοποιείται κατά κόρον:

α. «...τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον...», σελ. 98

β. «Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους.», σελ. 144

γ. «Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του, μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος», σσ. 66-67

δ. «Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ εὐκολοκατάπειστον λαόν», σελ. 67

ε. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111

στ. «Διατί δὲν στοχάζονται οἱ μοναρχολάτραι, ὅτι καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας βασιλεὺς νὰ ἠμπορέσῃ κατὰ χρέος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πάντα; Πῶς, ἀγαπητοί μου, ἕνας ἀμαθὴς καὶ ὀκνηρὸς νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα, ὁποὺ εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας τόσοι ἐνάρετοι καὶ ἄξιοι πολῖται...»

ζ. «Μὴν λέγῃς πάντοτε καὶ ὅλων τὰ ἴδια, πάντοτε νηστείαν καὶ ἐλεημοσύνην. Μὴν ὁμοιάζῃς ἐκείνους τοὺς ἀμαθεῖς ἰατρούς [...] Καὶ ἐπειδὴ ἡ κακή μας τύχη σᾶς ἐπολλαπλασίασε, καὶ εἶσθε καὶ τόσον ἀμαθεῖς», σελ. 123

η. «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς]», σελ. 67-68.

θ. «Ὁ πατριάρχης [...]  ἔχει δὲ καὶ τὸν πρωτοσύγκελλον καὶ ἀρχιμανδρίτην, οἵτινες ὁπωσοῦν μετριάζουν τὴν θηριότητα τῆς ἀμαθείας τοῦ κυρίου των.», σελ. 111

ι. «...τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους, καὶ νὰ ἀποδείξω μὲ γεωμετρικὴν βεβαιότητα τὸ πόσον κακὸν προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα», σελ. 99

ια. «Πολλάκις δὲ περιέρχεται ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος...», σελ. 115

ιβ. «... ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί.», σελ. 74

ιγ. «ἡ ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101

 

Ποιοί δεν ήσαν αμαθείς;

Εκείνος ο οποίος δε θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί «ἀμαθὴς» σύμφωνα με τις ιδεολογικές ασημαντολογίες της «Ἑλληνικῆς Νομαρχὶας», είναι ο σπουδάζων εις την εποχή προ της ελληνικής επαναστάσεως εις το εξωτερικό «τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς» προς όφελος της πατρίδος, δηλαδή εκείνος ο οποίος ασχολείται με τον πολιτικό κι εθνικό στόχο της επανάστασης:

«... δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι νὰ ἐπιχειρισθοῦν κάθε ὑπόθεσιν μὲ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, τόσοι ὑπερασπισταὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς, καὶ αὐτοὶ ἠμποροῦσαν μὲ τὴν παρουσίαν τους, νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας.», σελ. 128

Συγκεκριμένα ωφέλιμες σπουδές για εκείνον τον καιρό προς «ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας» ήταν, σύμφωνα με τον «Ανώνυμο Έλληνα» η πολιτική, η νομική, η τακτική [του πολέμου] κ..α.:

«Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν, τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας; Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.», σελ. 131

Σε αυτές θα μπορούσε να προσκομίσει κανείς ευδιακρίτως την επιστήμη της ιστορίας, αποκλειστικά όμως εκείνη της αρχαίας Ελλάδας, ως λ.χ. της Αθήνας ή της Σπάρτης, κι όχι του Βυζαντίου ή του Μ. Αλεξάνδρου, ως αντιπροσωπευτικών προς αποφυγήν παραδειγμάτων μοναρχίας ή καθεστώτων θρησκευτικής συζήτησης:

α. Με «τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας [...] φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.», σελ. 26

β. «Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, [Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι]  ... Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν;», σελ. 119

γ. «Έτσι, σύμφωνα με τον Βενιαμίν, διαλύθηκε η αμάθεια που η νεότερη Ελλάδα είχε κληρονομήσει από το Βυζάντιο, όπου "τὰ πνεύματα εἶχον δοθεῖ διόλου εἰς τὰς θρησκευτικὰς συζητήσεις." »,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 466)

 

Η αμάθεια ως ηθική [πολιτική] δυσπραγία & το Ευαγγέλιο κατά των κληρικών

Στο βιβλίο του θαυμαστή του Διαφωτισμού Κιτρομηλίδη, θα παρατηρήσει κανείς αναφορές κατά της ηθικής δυσπραγίας, η οποία συνυφαίνεται με την «ἀμάθειαν», καθώς ο πρώτος περιγράφει την πνευματική σκέψη του διαφωτιστή Μοισιόδακα:

α. «Η αμάθεια αποτελούσε πρωταρχική αιτία της κοινωνικής δυσπραγίας. Στο μέτρο που η άγνοια μπορούσε να ξεπεραστεί και να ξεριζωθεί, η διαφθορά θα μπορούσε να δαμαστεί και να επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση. Με βάση αυτή την αιτιολογία των κοινωνικών δεινών, η θεωρητική ενασχόληση του Μοισιόδακα συναρθρώθηκε γύρω από τις προϋποθέσεις της πολιτισμικής ανανέωσης και τα μέσα για τον έλεγχο της αμάθειας. Η κριτική του εμπνεόταν από αυτόν τον στόχο και επιδίωκε να εκθέσει τα εμπόδια και τους περιορισμούς που έπρεπε να παραμεριστούν πριν παταχθεί η αμάθεια. Μόνον αφού θα είχε συντελεστεί αυτή η αρχική φάση της κριτικής, θα ήταν δυνατό να τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Ηθική Φιλοσοφία, σσ. ια -ιδ] », (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 227)

β. «Μια άλλη πικρή αλήθεια ερχόταν τώρα στην επιφάνεια: υπεύθυνη για την αμέλεια [του κλασσικού πολιτισμού] ήταν η αδιαφορία των ίδιων των ελλήνων και όχι ο ζυγός της δουλείας, στον οποίο αποδίδονταν όλες οι ανεπάρκειες της ελληνικής παιδείας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 229)

γ. «Για μία ακόμη φορά φαινόταν ότι η πραγματική ρίζα των παθημάτων των Ελλήνων δεν ήταν η αιχμαλωσία -η οποία καθεαυτή ήταν αποτέλεσμα μάλλον παρά αίτιο- αλλά η αμάθεια. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Φυσική Φιλοσοφία, σσ. κβ-λ]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 232)

Για τους δε Φαναριώτες ο Κιτρομηλίδης παραπέμπει:

δ. «Ήταν το μέτρο της διαφθορά της [η αρετή κι η κακία]. Η απαιδευσία είχε εξελιχθεί σε καθοριστική δύναμη στην ελληνική κοινωνία: συντηρούσε τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις "κακοκυβερνησίες" [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Πραγματεία περί παίδων αγωγής ή Παιδαγωγία, Βενετία 1779,Προοίμιον, σσ. 4-9]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 234)

Η δυσκολία απελευθέρωσης του έθνους από την Τυραννία, σύμφωνα με τους διαφωτιστές, οφειλόταν κι εις την πολιτική ηθική δυσπραγία. Ο «Ανώνυμος Έλλην» έχει επισημάνει πλείστες φορές στο γραπτό του την ηθική κακότητα των ιερωμένων κι έχει προσάγει πλείστες [πολιτικές] ηθικές κατηγορίες εναντίων τους, κάνοντας χρήση ακόμη και του ίδιου του «ηθικού» κώδικα του Χριστιανικού Ευαγγελίου, παρότι το τελευταίο δεν έχει καμία σχέση με τα «παιδαγωγικά μέσα» που κήρυσσε ο Διαφωτισμός. (βλ. ανωτέρω ενότητα: την πολιτική, νομική, τακτική [του πολέμου] κ..α, εκείνων που «ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς», σελ.128).

Στην παρακάτω ενότητα ευκρινώς διακρίνεται η πολιτική χροιά των διαφωτιστικών επιθέσεων, όπου ωφέλιμο πράγμα δεν μοιάζει να είναι η σωτηρία του ανθρώπου, αλλά αντίθετα η επίγεια πολιτική δράση του (« δίδαξόν μας, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ πάτερ,[...] οὐχὶ τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὰ καθήκοντα τῆς πολιτικὴς κοινωνίας"»).

«"[...] Οἱ Ἀρχιερεῖς μισούσι τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας καθὼς οἱ ’φθαλμιῶντες τὸν ἥλιον ἤ καθὼς οἱ κλέπται τοὺς λύγχνους. Οἱ Ἀρχιερεῖς θέλουσι τοῦς νέους Γραικοὺς ἀμαθεῖς καὶ ἀπαιδεύτους, διὰ νὰ κύπτουσι τὸν αὐχένα ὡς ἄλογα κτήνη εἰς τὸν γυζὸν τῆς πλάνης. Θέλουσι τοὺς Χριστιανοὺς ἀμαθεῖς, διὰ νὰ πιστεύωσιν ὡς δόγματα πίστεως τὰ ἐφευρήματα τῆς δεισιδαιμονίας, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπελέγχει ὡς αἱρέσεις. Μισοῦσιν οἱ Ἱεροὶ τοῦ γένους τὸν φωτισμὸν διότι πειράζει τὰ παράνομα αὐτῶν εἰσοδήματα καὶ τὰ ἄδικα δικαιώματα. Μισοῦσιν τοῦ γένους τὸν φωτισμὸν ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ δίστομος μάχαιρα ἥτις μέλλει νὰ κατακόψῃ τὰς κεφαλὰς τῆς πολυκεφάλου ὕδρας, λέγω τῆς δεισιδαιμονίας [...]

Δυσχαιρένουσιν οἱ Ἅγιοι ὅταν βλέπωσιν ἐκδιδόμενα εἰς φῶς βιβλία ἐπιστημονικὰ καὶ φιλολογικὰ, τὰ ὁπόῖα φωτίσουζι τὸ γένος. [...] δίδαξόν μας, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ πάτερ, οὐχὶ τὴν ὑποταγὴν τοῦ κόσμου ἀλλὰ τὸ καλῶς ζῆν ἐν τῷ κόσμῳ, οὐχὶ τὴν μισανθρωπίαν τοῦ Τίμωνος, ἀλλὰ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Σωκράτους, οὐχὶ ὀπτασίας ἀλλὰ ἡθικὴν, [...] οὐχὶ τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὰ καθήκοντα τῆς πολιτικὴς κοινωνίας", [«Λίβελλος κατὰ τῶν Ἀρχιερέων», σσ. 119-122]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 376-378).

Επόμενο λοιπόν ήταν, εφόσον ο Διαφωτισμός παρουσιάστηκε ως πολιτική φιλοσοφία, να επιτεθεί ενάντια σʼ όλους εκείνους που δε βοηθούσαν ανοιχτά στα οράματά του· οράματα τα οποία κάθε φορά άλλαζαν ανάλογα με τις σκέψεις του κάθε πολιτικού φιλοσόφου εν δράση. Ιδιαίτερης παρατήρησης πρέπει να τύχει το γεγονός ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» αποδίδει στους ιερείς χαρακτήρα πολιτικό κι όχι θρησκευτικό, δηλαδή εκτός πολιτικής σημασίας («τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς [...] αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα»):

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Δυστυχώς αιώνες πέρασαν από την εποχή του Διαφωτισμού, διάφοροι πολιτικοί -ισμοί ενεφανίσθησαν επί της γης, φρούτα του διαφωτισμού, ξέκαναν τους ανθρώπους με τους παγκόσμιους στρατιωτικούς και οικονομικούς τους πολέμους και παρόλα αυτά, με εξαιρετική ικανότητα εμφύτευσαν στο μυαλό του κόσμου ότι η «Εκκλησία» ήταν εκείνη η οποία είχε φέρει τη δυστυχία στην Ευρώπη με την Ιερά Εξέταση [της δύσης].

 

Οι εκκλησιαστικοί ως πεπαιδευμένοι της κοινωνίας

Η διαπαιδαγώγηση των κληρικών προ του Διαφωτισμού, είναι ιστορικά τεκμηριωμένη.

α. «Διανοητικά ο Μεθόδιος [Ανθρακίτης] ανήκε στους τελευταίους εκπροσώπους της παλιότερης παράδοσης του θρησκευτικού ουμανισμού, που είχε επηρεάσει σημαντικά την ποιμαντική και παιδευτική πολιτική της εκκλησίας τον προηγούμενο αιώνα. Την παράδοση αυτή εκπροσωπούσε μια πλειάδα διακεκριμένων λογίων κληρικών του δέκατου έβδομου αιώνα, οι πλείστοι των οποίων διατηρούσαν πνευματικές σχέσεις με την Ιταλία και συνδύαζαν στο έργο τους τα ιερά γράμματα με την καλλιέργεια της κλασσικής παιδείας. », (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 43)

β. «Όπως ήταν ο κανόνας για τους περισσότερους διανοουμένους που ήθελαν να ακολουθήσουν εκπαιδευτική σταδιοδρομία, ο Θεοτόκης σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθε στις τάξεις του κλήρου», σελ. 66

γ. «Η εμφάνιση της κοσμικής διανόησης του Διαφωτισμού, που προερχόταν από τα εμπορικά στρώματα και έτεινε να υποκαταστήσει στην πνευματική ηγεσία της ελληνικής κοινωνίας τους παλαιότερους κληρικούς λογίους...», σελ. 78

δ. «Αγροτόπαιδο από ένα χωριό "Μοισιοδάκων" της νότιας όχθης του Δούναβη, ο Ιώσηπος άδραξε τη μοναδική διαθέσιμη ευκαιρία μόρφωσης και κινητικότητας με την ένταξή του στις τάξεις του ορθοδόξου κλήρου. Αυτό τον οδήγησε, νεαρό διάκονο ακόμη, στα μεγάλα κέντρα της ελληνικής παιδείας, στις μεσαίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Σμύρνη και τελικά την Αθωνιάδα, όπου σπούδασε κοντά στον Βούλγαρη. Από αυτή την παιδευτική εμπειρία αναδύθηκε τελείως εξελληνισμένος και ακολούθησε την πορεία των νεαρών Ελλήνων της εποχής, που αναζητούσαν ανώτερη μόρφωση. Πήγε στη Βενετία όπου υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου...», σελ. 226

ε. «Για πραγματική πρόοδο της ελληνικής παιδείας μπορεί να γίνει λόγος μόνο κατά τον Ιη΄ αιώνα. Γιατί, ενώ παλαιότερα η παιδεία περιοριζόταν μόνο στον Κλήρο και σχολεία συντηρούνταν μακριά από το βλέμμα της τουρκικής εξουσίας σε μοναστήρια ή στους νάρθηκες των εκκλησιών, τώρα η παιδεία τείνει να γίνει πιο κοσμική, γιατί η τάξη των εμπόρων ζητεί διαφορετική μόρφωση. Γιʼ αυτό δημιουργούνται εκπαιδευτήρια σε πολλά μέρη. Κατά το πρότυπο της Πατριαρχικής Σχολής του Φαναρίου, η οποία διατελούσε κάτω από την επίβλεψη του Κλήρου και γιʼ αυτό είχε αποκτήσει μεγάλη υπόληψη, ιδρύθηκαν κατά τον Ιη΄ αιώνα ανώτερα σχολεία στην Πάτμο, τα Ιωάννινα, τη Λάρισα, τη Θεσσαλονίκη, στον Τύρναβο, στην Αδριανούπολη.

[...]

Η ιστορία της ελληνικής παιδείας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είναι περισσότερο συνυφασμένη με την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γιʼ αυτό και ένα μεγάλο μέρος της είναι έργο των κληρικών. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στους μακροσκελείς καταλόγους των Ελλήνων διανοουμένων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας τα δύο τρία και περισσότερο από τους διδασκάλους είναι ιερωμένοι», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 175).

Άλλωστε, δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ανάμεσα στους πρώτους διαφωτιστές στην Ελλάδα υπήρξαν κληρικοί και μοναχοί, απόδειξη του ότι ο κλήρος στην Ελλάδα ανακατεύονταν με ποικίλες σπουδές και βιβλία, επηρεαζόμενος ως ένα βαθμό από τη δυτική φιλοσοφία και σκέψη. Ούτε είναι τυχαίο το ότι οι διάσημοι διαφωτιστές, Βολταίρος (Voltaire 1694-1778) και Ντιντερό (Diderot 1713-1784) είχαν σπουδάσει σε σχολή Ιησουιτών, (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 109, 110).

Όμως για τον «Ανώνυμο Έλληνα» οι κληρικοί ήταν αποκλειστικά οι «αμόρφωτοι» της εποχής· ιδιαίτερα οι μοναχοί, οι κύριοι και μισητοί αντίπαλοι του Διαφωτισμού. Αυτό ήταν αποτέλεσμα κακών επιρροών της δυτικής κουλτούρας η οποία είχε φανατίσει τους πολιτικά ενδιαφερόμενους και δεν είχαν συνειδητοποιήσει, ούτε είχαν αντιληφθεί τι είναι ο μοναχισμός:

«Ο "Έλληνας Βολταίρος" [Ο Αδαμάντιος Κοραής], υπέρμαχος της αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές οικονομικές μονάδες», «νωθροί πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας» (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

Ο πολιτικός φανατισμός των διαφωτιστών γίνεται εξαιρετικά αντιληπτός από τη μανία κατά της Ιεράς Συνόδου, η οποία εκτός από πνευματικό, ήταν και πολιτικό όργανο των Ελλήνων υπό, κι έναντι του Σουλτάνου· πολιτικό όργανο το οποίο ο Διαφωτισμός ήθελε να απομακρύνει και να ξεκάνει, αφού το πολιτικό του όραμα δεν συμπεριελάμβανε κληρικούς, όπου στην Δύση ήταν η μία από τις τρεις κοινωνικές τάξεις της Γαλλίας:

 «ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101

Η «ἀμάθεια» για την οποία κατηγορούνται οι Έλληνες της εποχής, δεν ήταν άλλη παρά η πολιτική, βάση της οποίας το «κράτος» (!) των εκκλησιαστικών έπρεπε να απομακρυνθεί από την ελληνική κοινωνική σκηνή· προς τούτο ζητούνταν τα παραδείγματα των πολιτικών και στρατιωτικών της αρχαίας Ελλάδος, τα οποία όμως εις την δική τους εποχή δεν ήταν τόσο απομονωμένα από την ιδική των θρησκεία ως επαρουσίαζε η νεώτερη πολιτική σκηνή του αθεϊσμού:

«Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, [Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι]  ... Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν;», σελ. 119

 

Φαναριώτες, «αμάθεια» & αρχαία Ελλάδα

Η πολιτική αντιπάθεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» προς τους Φαναριώτες είναι φανερή στην πραγματεία του. Εις το δοκίμιό του καταδικάζει ένα Φαναριώτη για στρατιωτική συνεργασία με τους Οθωμανούς:

«Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου, ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα, καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!», σελ. 148

Ξεχνά όμως εις όλο το δοκίμιο του να κατηγορήσει, τους «Ἀρματολούς» ή τους Έλληνες πειρατές του Αιγαίου, όσο κι εκείνους που υπηρετούσαν εις το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό· όλοι προστατεύονται με αφάνεια μέσα στο γραπτό της «Ἑλληνικῆς Νομαρχὶας». Ακόμη κι αν υποθέσει κανείς πως οι αρματολοί εβοήθησαν εις την επανάσταση, παρά τα «καπὰκια» τους με την Οθωμανική εξουσία, το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για τους Φαναριώτες (βλ. την επανάσταση στην Μολδαβία).

Η επίθεση αυτή προς τον Φαναριώτη, του οποίου το όνομα άλλωστε δεν αναφέρεται για ευνόητους λόγους, αποτελεί πολιτική πράξη, εφόσον ως ελέχθη οι τόσο γνωστοί «ἀρματολοὶ» σκεπάζονται μέσα στην αφάνεια της ιστορικής απουσίας.

 

Αριστερά: Ο Αθηναίος πολιτικός Αλκιβιάδης που έμεινε γνωστός στην αρχαία ελληνική ιστορία για την θέλησή του να περάσει τις δικές του βουλές ως πολιτική του κράτους των Αθηνών. Μεταχειρίστηκε «αθέμιτα» μέσα, όπως την «αλλαξοπιστία» εις τη Σπάρτη και την αυλή του Πέρση ηγεμόνα.

 

Άξιο δε προσοχής για τον πολιτικό χαρακτήρα της «Ελληνικής Νομαρχίας» που έχει φανερές σκοπιμότητες είναι το γεγονός ότι, ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» καυτηριάζει τους σύγχρονούς του κατʼ επιλογήν για «προδοσίες»  (Φαναριώτες, Κληρικούς, ενώ αποκρύβει Αρματολούς), το ίδιο ποιεί και ως προς την αρχαία Ελλάδα, όπου οι Μακεδόνες Μ. Αλέξανδρος κι Φίλιππος ρίπτονται στον Καιάδα ως «Βασιλείς», χωρίς ποτέ να καυτηριάζονται τα «καπάκια» των Σπαρτιατών, του Μαντείου των Δελφών και όποιων Αθηναίων (βλ. Αλκιβιάδη) με τους Πέρσες. Η τραγική βέβαια διαφορά σε αυτές τις «προδοσίες» είναι πως εκείνες των Ελλήνων «του 1821» δικαιολογούνται με μεγαλύτερη επιείκεια ως ενέργειες ανθρώπων βρισκόμενων στην αδύναμη θέση των υπό ξένου κατακτητή, ενώ οι «προδοσίες» των αρχαίων Ελλήνων ως του Αλκιβιάδη, του Μαντείου των Δελφών και των Σπαρτιατών δεν μπορούν να τύχουν τόσης επιεικείας, εφόσον η κατοχή της Ελλάδος υπό τους Πέρσες δεν ήταν μια στρατιωτική, ούτε πολιτική πραγματικότητα:

 «...μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων», σελ. 29

Ενώ του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος» μπορεί να του συγχωρεθεί η έλλειψη πληροφόρησης, εφόσον εις την εποχή του τα παιδευτικά μέσα ήταν ελλιπή, εντούτοις δεν μπορεί να συγχωρεθεί αυτή επί τους σύγχρονους νεοπαγανιστές και στους όποιους σύγχρονους πολιτικούς «διαφωτιστές» οι οποίοι θα ʼπρεπε να γνωρίζουν πως εις την εποχή της ελληνικής επαναστάσεως η αλλαγή στρατοπέδου με σκοπό την επιβίωση ήταν νόμος σχεδόν απαράβατος, ακόμη και για αυτούς τους Σουλιώτες που θαυμάζει διαρκώς ο «Ανώνυμος Έλλην» έναντι των τότε συμπατριωτών τους:

α. «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827) γεννήθηκε στο Μαυρομάτι κοντά στην Καρδίτσα. Η μάνα του ήταν ανεψιά του ξακουστού οπλαρχηγού της Άρτας του Γώγου Μπακόλα. Πέρασε τα νιάτα του μέσα σε περιπέτειες και αναμίχτηκε στους πολέμους του Αλή Πασά είς ως μισθοφόρος είτε ως αντίπαλός του. Από τους πρώτους άρπαξε τα όπλα κι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Η κυβέρνηση του Ζαΐμη τον διόρισε αρχιστράτηγο της Ανατολικής Ελλάδος.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 255)

β. «Στην Ήπειρο συνεχίζονταν η πάλη ανάμεσα στον Αλή και τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Η κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη σκέφτηκε τότε τους παλιούς εχθρούς του βεζίρη των Ιωαννίνων και έδωσε διαταγή στον αρχηγό του σουλτανικού στρατού να τους καλέσει εναντίον του Αλή. Οι εξόριστοι [Σουλιώτες], που επί δεκαεπτά χρόνια έτρωγαν το ψωμί της εξορίας στα Επτάνησα, κοιτάζοντας από μακριά με ματωμένη καρδιά τα βουνά της πατρίδας τους, πέρασαν το στενό ανάμεσα από την Κέρκυρα και την Ήπειρο και παρουσιάστηκαν στο στρατόπεδο των Τούρκων μπροστά στα Γιάννενα. Μα το ένστικτό τους τους οδηγούσε να καταλάβουν πως δεν τους συνέφερε να εξοντωθεί εντελώς ο ένας από τους αντιπάλους. Γιʼ αυτό συνεννοήθηκαν με τον Αλή και ο αρχηγός τους Μάρκος Μπότσαρης πέρασε νύχτα τη λίμνη και συναντήθηκε με τον Αλή. Εκείνος τον αγκάλιασε με δάκρυα και του υποσχέθηκε πως θα επιτρέψει στους Σουλιώτες να γυρίσουν στους δοξασμένους βράχους τους. Έτσι στις 6 Δεκεμβρίου του 1820 οι Σουλιώτες τριακόσιοι πολεμιστές, άφησαν το τουρκικό στρατόπεδο και, αφού απόκρουσαν τις επιθέσεις των Τούρκων, απέκτησαν πάλι την παλιά τους πατρίδα.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 200-201)

Την εποχή της Οθωμανικής κατοχής, και όποιας άλλης κατοχής, μα και της ίδιας της ελληνικής επανάστασης, η επιβίωση πολλές φορές περνούσε μέσα από «καπάκια»· αυτά τα «καπάκια» δεν αφορούσαν μονομερώς εκείνους που ο διαφωτισμός υποδείκνυε:

«Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

Είναι γνωστό πως πλειάδα Ελλήνων έσωσαν τη ζωή τους λαμβάνοντας αμνηστία, όταν προσκύνησαν εξ ανάγκης τον Ομέρ Βρυώνη το 1821 στην Πελοπόννησο. Επέζησαν τότε αρκετοί μʼ αυτόν τον τρόπο για να πολεμήσουν ξανά την «επομένη μέρα», είτε γιατί το σκόπευαν, είτε γιατί οι καταστάσεις οι ίδιες τους ώθησαν προς τον αγώνα.

Η μονομέρεια λοιπόν της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» κατά συγκεκριμένων πολιτικών, ή μη, μονάδων του ελληνικού χώρου συνοδεύτηκε κι από την μονομέρεια της χρήσης του επιχειρήματος περί «ἀμαθείας». Δεν ξέφυγαν από αυτήν την πολιτική κατηγορία, ούτε οι πιο μορφωμένοι των Βαλκανίων εκείνης της εποχής, δηλαδή οι Φαναριώτες (β. Α.Σ. 2):

α. «...μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ βρωμοάρχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁποὺ ὅσον ὕφος καὶ ἀλαζονείαν ἔχουσι, ἄλλην τόσην ἀμάθειαν καὶ ἱσχυρογνωμίαν φυλάττουσιν ἐπάνω των...», σελ. 146

β. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111

Η αλήθεια είναι πως στους Φαναριώτες οι Οθωμανοί είχαν αναθέσει σημαντικότατες διοικητικές θέσεις παρότι ξένοι ως προς τους δεύτερους:

«Ο νέος αυτός κοινωνικός σχηματισμός ήταν η φαναριώτικη "αριστοκρατία", μια κοινωνική ομάδα η οποία αναδείχθηκε χάρη τις επιδόσεις της στο εμπόριο και στα επιστημονικά επαγγέλματα [...] Η οικονομική ευμάρεια επέτρεψε στους Φαναριώτες [...] να μορφωθούν στη Δύση και να σταδιοδρομήσουν ως λόγιοι, πράγμα που τους έδωσε τη δυνατότητα να αναλάβουν την καθοδήγηση της ανώτερης ελληνικής εκπαίδευσης και να καταλάβουν αξιώματα στην πατριαρχική αυλή», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 32-33)

Την ευρυμάθεια του κύκλου των Φαναριωτών σχολιάζουν κι οι ίδιοι οι μελετητές του Διαφωτισμού:

«Ακολουθώντας την τυπική κοινωνική και γεωγραφική πορεία της εποχής, ο Ρήγας πήγε να αναζητήσει την τύχη του και τα φώτα της γνώση στην Κωνσταντινούπολη και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου ήρθε σε επαφή με τη φαναριώτικη κοινωνία. Οι ιδέες του ωρίμασαν υπό την επίδραση του γαλλικού φιλοσοφικού εγκυκλοπαιδισμού, ο οποίος κυριαρχούσε στην όψιμη φαναριώτικη παιδεία στο χώρο των ηγεμονιών [...] για ένα διάστημα ο Ρήγας υπηρέτησε ως αξιωματούχος στη φαναριώτικη διοίκηση της Βλαχίας και ανέπτυξε στενούς δεσμούς με τους εκεί φιλελεύθερους Γάλλους διανοούμενους και διπλωμάτες, όπως ο D Hauterive και ο Gaudin. Σ’ αυτόν τον χώρο ο Ρήγας κατέστρωσε το διαφωτιστικό του πρόγραμμα [...] δίδοντας συγκεκριμένη έκφραση στις πολιτικές του επιδιώξεις, μέσα από το πρόγραμμα του πολιτικού ριζοσπαστισμού», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 289-290)

Οι διαφωτιστές είχαν στηρίξει τις πολιτικές του επιδιώξεις επί των «πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου», όπως είχαν πράξει με την Αικατερίνη της Ρωσίας και τους «αφόρισαν» με τα περί «ἀμαθείας» επιχειρήματα όταν δεν ικανοποιήθηκαν πολιτικά από αυτούς:

«Ο Μοισιόδαξ και ο Καταρτζής είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη διακυβέρνηση των Φαναριωτών ηγεμόνων, οι οποίον τον δέκατο όγδοο αιώνα διοικούσαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας υπό οθωμανική επικυριαρχία. Υπήρχαν πολλά στο ενεργητικό των Φαναριωτών ηγεμόνων που δικαιολογούσαν αυτές τις ελπίδες. Υπό το φαναριώτικο καθεστώς είχαν γίνει σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και κυρίως η νομοθετική κατάργηση της δουλοπαροικίας από τον Κωνσταντίνο Μαυροκορδάτο με τα διατάγματα των ετών 1746-1749, Η εύνοια προς την παιδεία, που έδειχναν σοβαροί ηγεμόνες, όπως ο Γρηγόριος Γκίκας και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, είχε δημιουργήσει υποδοχές για τον Διαφωτισμό στο χώρο των ηγεμονιών. Οι ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου αναδείχθηκαν στις σημαντικότερες εστίες του Διαφωτισμού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο Μοισόδαξ είχε κατά καιρούς διδάξει και στις δύο ακαδημίες, ενώ ο Καταρτζής σταδιοδρόμησε σε υψηλά αξιώματα στην αυλή του Βουκουρεστίου. Έτσι και οι δύο είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν την πρακτική της μεταρρυθμιστικές μοναρχίας κε των ένδον. Για μια στιγμή φάνηκε ότι η φωτισμένη απολυταρχία θα μπορούσε όντως να θέσει σε πράξη το αίτημα της πολιτισμικής αλλαγής. Ο Μοισιόδαξ εξέφρασε αυτή του την προσδοκία στην εναρκτήρια ομιλία του, όταν ανέλαβε τη σχολαρχία της αυθεντικής Ακαδημίας του Ιασίου του 1765, καθώς και στα αφιερωματικά σημειώματα προς τους ηγεμόνες, τα οποία προέταξε στα δύο τελευταία βιβλία του το 1781 και το 1784. Ο Καταρτζής βίωσε διαισθητικά τις υποσχέσεις τη φωτισμένης απολυταρχίας χάρη στη θέση του στη ηγεμονική αυλή.»  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 218-219)

Η «[Δια]Φωτισμένη Μοναρχία» ήταν ένας πολιτικός στόχος των διαφωτιστών. Ένας που έγραψε από το πνευματικό περιβάλλον των ηγεμονιών διεξοδικά περί φωτισμένης μοναρχίας ήταν ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, Πολιτικά παράλληλα και Πολιτικά σοφίσματα, Άπαντα, επιμ. εκ. Γ. Βαλέτα, Αθήνα 1969, σσ. 341-477 & Nestor Camariano, Athanasios Christopoulos. Sa vie, son oeuvre littéraire et ses rapports avec la culture roumaine, Θεσσαλονίκη 1981 (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σel. 557).

«Κατά τη δεκαετία του 1790, ο ελληνικός Διαφωτισμός αναζητούσε ήδη πολιτική έκφραση πέρα από τα όρια της φωτισμένης απολυταρχίας», (Πηγή: ο.π, σελ. 220) .

Το πρόβλημα ήταν «Η αμφισβήτηση της ηθικής αυθεντίας των Φαναριωτών (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)]», όχι η μόρφωσή τους, η οποία τελικά οδήγησε τους διαφωτιστές σαν τον «Ανώνυμο Έλληνα» σε λεκτικές υπερβολές γύρω από αυτήν, όπως ακριβώς τον είχε οδηγήσει ενάντια στους ιερείς κάνοντας χρήση της ιδίας κατάκρισης της «ηθικής αυθεντίας»:

«...τὸ ἱερατεῖον, [...] σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ καὶ ἀποστρέφεται», σελ. 125

Το λογικό του ανθρώπου δε «χάνονταν» μόνο από την «ἀμάθεια», αλλά κι από εκείνο το οιοδήποτε πολίτευμα το οποίο δε συμπαθούσαν οι διαφωτιστές:

α. «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν» σελ. 14

β. αλλά «οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν», σελ. 50

Η αμάθεια, ως πολιτική, κι όχι επιστημονική γνώση, επέφερε την μισητή υποδούλωση εις τους στους πολιτικούς στόχους του διαφωτισμού:

«... ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί.», σελ. 74

Αυτό που ενοχλούσε το διαφωτισμό τελικά ήταν ότι οι πολίτες τους οποίους προσπαθούσαν να φωτίσουν «ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των».

 

Μια παρωχημένη πολιτική ερμηνεία & ο εξοβελισμός του Βυζαντίου

Ο οιοσδήποτε αναγνώσει διαφωτιστικά κείμενα, πόσο μάλλον την επιθετική «Ελληνική Νομαρχία», θα παρατηρήσει ευθύς αμέσως πως το κατηγορητήριο περί «ἀμαθείας / [πολιτικῆς] ἡθικῆς» ιερέων, λαού, ηγεμόνων κι εν γένει παντός αντιπάλου ήταν το «ἐπιστημονικὸν / ὁρθολογικὸν» αίτιο το οποίο «μπορούσε» να ερμηνεύσει όλες τις κοινωνικές αποτυχίες των ανθρώπων:

α. «Η εμπειρία του μεγαλείου και της παρακμής είχε σημαδέψει την κοινωνική ιστορία και των δύο άλλων κοινωνιών της Μεσογείου στις οποίες αναφέρονται οι Φιλιππίδης και Κωνσταντάς: της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Και εδώ η τυραννική διακυβέρνηση, και, πάνω από όλα, ο διεφθαρμένος κλήρος και η Ιερά Εξέταση, έφεραν την ευθύνη για τη δυσπραγία των δύο εθνών.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 145)

β. «Η ιστορική αλλαγή, η πτώση των κλασσικών δημοκρατιών και η απώλεια της ελευθερίας των αρχαίων ελληνικών πόλεων ερμηνεύονταν με τη θεωρία της ηθικής αποσύνθεσης και της κοινωνικής διαφθοράς»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 112)

γ. «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.», σελ. 22

Ειδικότερα για το χώρο της Ελλάδας η «ἀμάθεια» για τους διαφωτιστές ήταν υπεύθυνη:

α. για την ανηθικότητα ως διαφθορά των [πολιτικών] ηθών και

β. τη σκλαβιά του ελληνικού έθνους.

Για το γνώστη της παγκόσμιας ιστορίας, κι οι δύο αυτές δογματικές διατυπώσεις του διαφωτισμού δεν μπορεί παρά να ήταν τα μεγαλύτερα κι ανηθικότερα θεωρητικά του ψεύδη, καθόσον:

α. στη σημερινή εποχή του 21ου αιώνα όπου η «ευρυμάθεια» βασιλεύει εις τη δύση, η ανηθικότητα κι η διαφθορά των πολιτικών, αυτών των «μὴ ἀμαθῶν», αλλά κι ευρέων τμημάτων της κοινωνίας η οποία έχει δεχθεί σημαντικότατη μόρφωση στα δημόσια σχολεία απείρως μεγαλύτερη από εκείνην των 18ου-19ου αιώνα των διαφωτιστών, δεν έχει εκλείψει αλλά αντιθέτως φαίνεται να έχει αυξηθεί.

β. δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν οι υποδουλώσεις ολάκερων λαών σε αλλοδαπούς στρατούς - κατακτητές βάση της «ἐλείψεως τῆς μαθήσεως», όπου ως αμάθεια νοείται η πολιτική κρατών άνευ «Νομαρχίας». Για παράδειγμα εις τον Β΄ Π.Π. οι προσκείμενοι εις τον Χίτλερ «ἀμαθεῖς» Γερμανοί Ναζιστές σάρωσαν τους «εὐρυμαθεῖς» Γάλλους «Δημοκράτες» και τους Βρετανούς συμμάχους τους στις πεδιάδες της Γαλλίας κατά την εαρινή επίθεση τους τον Μάιο του 1940.

Προς υποστήριξη δε του τελευταίου αρκούν οι αντιφατικές απόψεις των ίδιων των διαφωτιστών, οι οποίοι παρουσιάζονται ως άλαλοι κάθε φορά που «ἀμαθεῖς» ανάτρεπαν τις θεωρητικές τους ασημαντολογίες στον καθημερινό πρακτικό βίο της εποχής τους.  Συγκεκριμένα, στο έργο του «Ανωνύμου του Έλληνος» θαυμάζονται τα κατορθώματα επί αμάθειας  κλεφτών & ναυτικών της Ελλάδος, όσο κι η απλότητα της Σερβίας, η οποία δε θα έπρεπε να προδικάζει ελευθερία δια μέσω εξέγερσης. Έτσι για τα ήθη και τα έθιμα των Σουλιωτών, που άπαντες οι διαφωτιστές θαυμάζουν για τον ηρωισμό τους, ο Χριστόφορος Περραιβός στην ιστορική συγγραφή του, που άντλησε κατά την επιτόπια έρευνά του όταν στάλθηκε εκεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη για να τους μυήσει στο ξεσηκωμό του Γένους σημειώνει:

α. «Κανένας από τους Σουλιώτες καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν». (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες)

β. Ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» αναφέρει «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς», σελ. 37

γ. «Ἴδατε ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162

δ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς [τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.», σελ. 157

Την ίδια δηλαδή στιγμή που κατακρίνονταν η «ἀμάθεια» των κληρικών εκ μέρους των διαφωτιστών, την ίδια ακριβώς ώρα θαυμάζονταν τα αποτελέσματα της «ἀμάθειας» σʼ εκείνους τους πολίτες που ως επί το πλείστον υλοποιούσαν τα πολιτικά οράματα των διαφωτιστών.

Αξίζει δε να σημειωθεί πως, οι ίδιοι αυτοί μοναχοί που κατακρίνονταν ως το βασικό αίτιο της «ἀμάθειας» του λαού, δεν απείχαν της επαφής με τις ίδιες αυτές ομάδες οι οποίες τύγχαναν θαυμασμού και παραδειγματισμού για τους διαφωτιστές:

«Στη βάση του συστήματος ήταν οι πανταχού παρόντες μοναχοί, που περιέρχονταν τις επαρχίες και τις πόλεις, αναμοχλεύοντας τους τυφλούς φόβους στα πνεύματα των ανθρώπων και εδραιώνοντας έτσι την ερεβώδη άγνοια.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 357)

Το ίδιο το Βυζάντιο είχε δώσει δεκάδες μάχες ενάντια σε πλείστους εχθρούς, είχε διατηρήσει την αρχή του δεκάδες φορές περισσότερα χρόνια από ότι η Σπάρτη κι η Αθήνα, κι επιβίωσε στρατιωτικά και οικονομικά για τόσους αιώνες, που ο ίδιος ο Περικλής θα έτριβε τα μάτια του αν μπορούσε να το γνωρίζει αυτό στην εποχή του· εντούτοις, το Βυζάντιο θα υποπέσει στην ίδια κακή μεταχείριση από τους διαφωτιστές, επειδή συνιστούσε πολιτικό βρόγχο για το λαιμό τους. Κάθε μοναρχική εξουσία, κάθε εκκλησιαστική εξουσία, πνευματική ή πολιτική, έπρεπε να εξορκιστεί μέσα από τα βιβλία της κοσμικής ιστορίας· αυτό το ρόλο του εξορκιστή, είχαν αναλάβει οι διαφωτιστικές θεωρητικές φαιδρότητες, οι οποίες δεν ανέχονταν πολιτικές επιτυχίες εκ μέρους των κοινωνικών ή πολιτικών αντιπάλων τους:

«Έτσι, σύμφωνα με τον Βενιαμίν, διαλύθηκε η αμάθεια που η νεότερη Ελλάδα είχε κληρονομήσει από το Βυζάντιο, όπου "τὰ πνεύματα εἶχον δοθεῖ διόλου εἰς τὰς θρησκευτικὰς συζητήσεις." »,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 466)

Η μανία των διαφωτιστών να χαρακτηρίζουν τους πάντες ως «ἀμαθεῖς», επειδή εκείνοι είχαν αναγνώσει λίγα γραπτά ορισμένων φιλοσόφων νέων ή παλαιών και βγάλει συμπεράσματα κατά το δοκούν, δεικνύει ότι έπασχαν σύσσωμοι από το σύνδρομο της «πνευματικῆς οἰήσεως», όπου δηλαδή θεωρούσαν ανωτέρα την ιδική των θέση «μαθήσεως» έναντι των υπολοίπων· προς τούτο άλλωστε κάποιοι εξ αυτών έφτασαν εις το σημείο να αποβάλλουν από την καρδιά τους το Χριστό και να αδράξουν τις πολιτικές αστειότητες ορισμένων ανθρώπων ως «μέγαν θεωρητικὸν εὐαγγέλιὸν» και πλοηγό της ζωής τους έναντι του Θεού.

 

 

ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ - ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ - ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

 

«Το σύνταγμα που κατάρτισε η πρώτη συντακτική συνέλευση, άλλαξε ριζικά το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της Γαλλίας.

Οι σπουδαιότερες διατάξεις του είναι οι εξής:

[...]

4) Τα εκκλησιαστικά κτήματα με τεράστια χρηματική αξία κηρύχθηκαν εθνικά.

5) Τα μοναχικά τάγματα καταργήθηκαν κι οι ιερείς και οι επίσκοποι έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι, που μισθοδοτούνταν από το κράτος. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, που ως τότε τα συντηρούσε ο Κλήρος, ανάλαβε να τα συντηρεί το κράτος.

Οι ιερείς υποχρεώθηκαν να ορκιστούν πίστη στο νέο πολίτευμα. Πολλοί όμως αρνήθηκαν να ορκιστούν και γιʼ αυτό ονομάστηκαν ανώμοτοι (insermentés), αλλά οι χωρικοί τους σέβονταν περισσότερο από αυτούς που ορκίστηκαν. Οι ιερείς που δεν ορκίστηκαν αντιδρούσαν εναντίον της επαναστάσεως και οι οπαδοί του παλαιού απολυταρχικού καθεστώτος βρήκαν σʼ αυτούς ισχυρό στήριγμα.

Τώρα πια δεν υπήρχαν ταξικές διαφορές στη Γαλλία, γιατί η τάξη των ευγενών καταργήθηκε.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 123-124)

«Η δεύτερη εθνοσυνέλευση της επαναστάσεως, που ονομάστηκε Convention Nationale ή Convent [...] κυβέρνησε τη Γαλλία τρία περίπου χρόνια (από τις 20 Σεπτεμβρίου του 1792 ως τις 26 Οκτωβρίου του 1795) και είναι η κυρίως επαναστατική συνέλευση. Η Convention κατά την πρώτη συνεδρίαση αποφάσισε ομόφωνα την κατάργηση της βασιλείας, ανακήρυξε τη Γαλλία δημοκρατία, άλλαξε τη χριστιανική χρονολογία κι ως αρχή της νέας χρονολογίας όρισε την ημέρα της ανακηρύξεως της δημοκρατίας.», , (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 127)

«Με πρόταση του Νταντόν συγκροτήθηκε έκτακτο επαναστατικό δικαστήριο με παραρτήματα στις επαρχίες, που αντιδρούσαν εναντίον της επαναστάσεως, και άρχισαν καταγγελίες εναντίον υπόπτων και ομαδικές εκτελέσεις. Αντιδραστικοί ιερείς, δραπέτες και γενικά καθένας, που είχε αντίθετα φρονήματα ή δεν ενέκρινε τις πράξεις των κυβερνητών, συλλαμβανόταν και ύστερα από πρόχειρη διαδικασία οδηγούνταν στην λαιμητόμο. Γιʼ αυτό την περίοδο των 14 μηνών από το Μάιο του 1793 έως τον Ιούλιο του 1794 την ονόμασαν Τρομοκρατία (Terreur)

Ο Νταντόν θεωρούσε την Τρομοκρατία προσωρινό μέτρο, για να στερεωθεί η Δημοκρατία (*) [...] τότε κυριάρχησε ο Ρομπεσπιέρ και ύστερα από την ψήφιση του νόμου, που επέτρεπε να καταδικάζεται κανείς χωρίς μάρτυρες, οι θανατικές εκτελέσεις ξεπέρασαν κάθε όριο. Κατά την περίοδο της τρομοκρατίας η λαιμητόμος λειτούργησε τακτικά σε δύο θέσεις του Παρισιού. Εκτελέσθηκαν γύρω στα 2600 άτομα, από τα οποία τα 1376 μέσα στις τελευταίες 39 μέρες, κατά τις οποίες κυριάρχησε ο Ρομπεσπιέρ.

Στο διάστημα της τρομοκρατίας ο Χριστιανισμός καταργήθηκε επίσημα. Αντί για τη χριστιανική χρονολογία καθιερώθηκε η χρονολόγηση από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας (22 Σεπτεμβρίου 1792) και τα λατινικά ονόματα των μηνών αντικαταστάθηκαν με λαϊκά ονόματα. Και αντί για τη διαίρεση σε εβδομάδες [Βίβλος] καθιερώθηκε η διαίρεση σε δεκάδες και η δέκατη μέρα αφιερώθηκε στη λατρεία του ανώτατου όντος»,

Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 128

Σημείωση: οι νεοπαγανιστές αν και διαμαρτύρονται λέγοντας πως ο Χριστιανισμός «επιβλήθηκε» στην Ελλάδα κι έτσι παρέμεινε εις τους αιώνες ως κυρίαρχη θρησκευτική πίστη, εντούτοις χειροκροτούν ένα πολίτευμα στη Γαλλία που χρειάστηκε πολλούς φόνους για να εδραιωθεί, απλά και μόνο επειδή υποστηρίχθηκε από τους διαφωτιστές ως έχον «κοσμικό» φρόνημα.)

 

Ο Ροβεσπιέρος ανεκήρυξε την λατρεία, adoration, της θεάς Λογικής. Είναι η Raison, ο Λόγος, η Λογική, η απολυτοποίηση της λογικής του ανθρώπου. Και μάλιστα, επειδή ήταν μασόνος είχε κάποια θρησκευτικά. (ακούτε ο άλλος «ο Θεός και ο Θεός». Μα για «θεό και θεό» μιλούν και οι μασόνοι. Εμείς δεν έχουμε «θεό». Έχουμε τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Αυτός είναι ο Θεός μας. Δεν είναι ο Θεός αόριστος.) Οπότε τί κάνανε; Στην Παναγία των Παρισίων, τον παπικό ναό -δε φταίει βέβαια ο ναός- κάμανε μια γιορτή του Υπερτάτου Όντος. Είναι αυτό που λέγεται «μια ανωτέρα Δύναμη» κ.τ.λ. (αυτά είναι μασονικά. Αν ακούτε κάποιον να λέει -εκτός κι αν είναι ανίδεος ο άνθρωπος και το λέει επειδή δεν ξέρει- «πιστεύω σε μια ανωτέρα Δύναμη, σε ένα ανώτερο Όν, κ.τ.λ.», αυτό είναι Μασονισμός, είναι η ορολογία του Μασονισμού). Στην εορτή του Υπερτάτου Όντος πήρανε μια πόρνη, κοινή γνωστή πόρνη στη Γαλλία της υψηλής αριστοκρατίας. Οι Γάλλοι είχανε πολλούς «οίκους». Οι οίκοι αυτοί ήταν οίκοι ανοχής αριστοκρατικοί. Πηγαίνανε εκεί για να παίξουν μπιλιάρδο και διάφορα άλλα και είχανε και προμήθεια γυναικών και αγοριών. Αυτά τα έχει γράψει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, δεν είναι εφευρήματα δικά μου. Και όποιος διαβάζει ιστορία ξέρει τα πράγματα, Την γύμνωσαν [την πόρνη] και την έβαλαν γυμνή πάνω στην αγία τράπεζα της Παναγίας των Παρισίων. Και μετά τρέχαν όλοι και την προσκυνούσαν, την φιλούσαν, κ.ά., ως θεά Raison, θεά Λογική (1). Έτσι λατρεύτηκε η θεά Λογική από την Γαλλική Επανάσταση. Ήταν η κορύφωση του Διαφωτισμού.

Πηγή: Απόσπασμα ομιλίας του κοσμήτορα της Θεολ. Σχολής του πανεπ. Αθηνών π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, η οποία δόθηκε στην εκκλησία του Αγ. Αντύπα, στο Γουδί αττικής, στις 03-11-2005, Απομαγνητοφώνηση: Θ.Α., Επιμέλεια: Θ.Φ.Δ.

 

 

Η θρησκευτική κατάρριψη του διαφωτιστικού επιχειρήματος περί «ἀμαθείας»

Η δήθεν «ἀμάθεια» η οποία «εξηγούσε» ορθολογικά όλες τις επαναστατικές αποτυχίες των Ελλήνων, ως οικειοθελή υποδούλωση, ιδίως εκείνη των κληρικών και μοναχών, έρχεται να αμφισβητηθεί πλαγίως κι από τους ιστορικούς του Διαφωτισμού, καθόσον σύμφωνα με αυτούς, ο αντικληρικαλισμός του τελευταίου, δεν πήγαζε υγιώς από μια κάποια γνήσια επίθεση κατά της ανηθικότητας των ιερέων, άρα μήτε ως κάποια γνήσια επίθεση κατά της «ἀμάθειας» τους. Αυτό γιατί ο αντικληρικαλισμός στελεχώνονταν αντίθετα από την υιοθέτηση της φυσικής θρησκείας ή ακόμη και την ίδια την κριτική της χριστιανικής πίστεως. Ως εκ τούτο, το περί «ἀμάθειας» επιχείρημα δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά στρατήγημα θρησκευτικής αποδόμησης, προσβάλλοντας κατʼ αρχάς όχι αυτή την ίδια τη χριστιανική πίστη, πράγμα «ακραίο» για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά τους πρεσβευτές της ως «ανθρώπους μη υπολογίσιμους εκπαιδευτικά & γνωσιολογικά»:

«Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει απ’ όσα έχουν προηγηθεί είναι το ακόλουθο: ήταν ο αντικληρικαλισμός του Διαφωτισμού μια απλή επίθεση κατά της διαφθοράς του κλήρου, μια κριτική, έστω δριμεία, των ηθικών αποτυχιών της εκκλησιαστικής ηγεσίας, κινημένη από γνήσια αφοσίωση στις πνευματικές και ηθικές απαιτήσεις της πίστης, όπως επέμεναν οι περισσότεροι από τους επικριτές της Εκκλησίας, ή η οξεία κριτική του κλήρου στην πραγματικότητα συνεπαγόταν την υιοθέτηση της φυσικής θρησκείας του Διαφωτισμού, οδηγώντας λογικά σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεμελίων της ορθόδοξης πίστης; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολες, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη την προφανή αντίφαση μεταξύ των δηλωμένων ορθόδοξων προθέσεων ορισμένων συγγραφέων από τη μια πλευρά και της αντιθρησκευτικής χροιάς των επιχειρημάτων από την άλλη.

Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση τόσο της Ελληνικής Νομαρχίας όσο και του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων. Οι διαβεβαιώσεις των συγγραφέων για τη γνησιότητα της εμμονής τους στην ευαγγελική αλήθεια και την Ορθοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τις διάφανες δεϊστικές θρησκευτικές τους προτιμήσεις, οι οποίες αντανακλώνται στην πρόκριση μιας απλουστευμένης και εξορθολογισμένης θρησκείας. Από αυτή την άποψη θα ήταν εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι οι περί της Ορθοδοξίας διακηρύξεις υπαγορεύονται κατά πρώτο λόγο από τακτικές σκοπιμότητες, συνδεδεμένες με την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής απήχησης για την επιχειρηματολογία τους, η οποία απευθυνόταν σε κοινό έντονα προσηλωμένο στη θρησκεία. Φαινόμενα θρησκευτικής κριτικής που ήδη μνημονεύσαμε, όπως ο αντικληρικαλισμός της Νεωτερικής Γεωγραφίας και η αντινομία που επισήμανε ο Μοισιόδαξ μεταξύ παιδευτικής προόδου και των απαιτήσεων της θρησκείας, αντιπροσώπευαν ουσιαστικά πρώιμες εκδηλώσεις αυτής της πνευματικής στάσης. Η θρησκευτική στάση του Κοραή, όπως θα παρουσιαστεί στο επόμενο κεφάλαιο, μπορεί να γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτή με ανάλογους όρους.

Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνες του Παμπλέκη και του "Ανώνυμου του 1789", τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Η θρησκευτική τους κριτική ξεπερνούσε το δεϊσμό, φτάνοντας σε αμφισβήτηση, ανασκευή, ακόμη και διασυρμό βασικών θρησκευτικών δογμάτων και εκκλησιαστικών μυστηρίων -μια θέση που στην ουσία ισοδυναμούσε με απόρριψη της θρησκευτικής πίστης. Μερικές αιχμές της επιχειρηματολογίας του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων, και ιδιαίτερα η άποψη ότι η θρησκεία υπνωτίζει τις μάζες- πράγμα που σχεδόν θυμίζει τη μεταφορά για το "ὄπιο τοῦ λαοῦ", μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη κάποιας συνάφειας αυτού του κειμένου με το ρεύμα του αντικληρικαλισμού, που εξελίχθηκε σε κριτική της ίδιας της πίστης.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 377-378)

 

Η «ἀμάθεια» του Σουλτάνου & των Οθωμανών

Οι αντιχριστιανοί χαρούμενοι πάντα αποδέχονται τις υπερβολές της «Νομαρχίας τοῦ Ἀνωνύμου» όπου του Πατριάρχου αρκούν «δύο κατεβατὰ ἀπὸ τὸ Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ». Χαίρονται να πιστεύουν πως η Ιερά Σύνοδος «δὲ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν» τον Πατριάρχην· στο ίδιο μήκος κύματος ο «ἀμαθὴς» Σουλτάνος, αρκείται σε «δέκα λέξεις» δια να επικοινωνεί:

α. «Ὅσον μὲν διὰ τὰς ἐπιστήμας ἢ ξένας γλώσσας τοῦ εἶναι ἐμποδισμένη ἡ σπουδή των ἀπὸ τοὺς νόμους των, ἂν δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του γλῶσσαν δὲν ἤθελεν ἠξεύρει νὰ προφέρῃ εἰμὴ δέκα λέξεις, βέβαια ἤθελε τοῦ ἦτον ἀρκεταί, ὡσὰν ὁποὺ ποτὲ δὲν ἔχει χρείαν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὅταν ὁμιλῇ, μόνον προστάζει νὰ φονεύουν τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον», σελ.78

β. «Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκπληροῦσι τὰς ὑποσχέσεις των πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Ὁ πατριάρχης, ἀφοῦ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ δύο κατεβατὰ ἀπὸ τὸ Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ, κρίνεται ἄξιος τοιαύτης ἀρχῆς ἀπὸ τὴν Σύνοδον, αὐτὴ δὲ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Διὰ νὰ γράψῃ, δὲν ἐρωτᾶται ἂν ἠξεύρῃ, ἐπειδὴ δὲν τοῦ εἶναι ἀναγκαῖον. Μάλιστα, τὸ ὄνομά του τὸ γράφει μὲ τόσα κλωθογυρίσματα - εἰς τὸ ὁποῖον τὸν μιμοῦνται καὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι καὶ μερικοὶ πρωτοσύγκελλοι - ὁποὺ καὶ ἀνορθόγραφον ἂν εἶναι, ὅπερ καὶ πιθανώτατον, κανεὶς δὲν τὸ καταλαμβάνει, καὶ διὰ τοῦτο φυλάττει γραμματικούς, νέους προκομμένους, ἔχει δὲ καὶ τὸν πρωτοσύγκελλον καὶ ἀρχιμανδρίτην, οἵτινες ὁπωσοῦν μετριάζουν τὴν θηριότητα τῆς ἀμαθείας τοῦ κυρίου των.», σελ. 111

Οι ρητορικές υπερβολές της «Νομαρχίας τοῦ Ἀνωνύμου» για την «ἀμορφωσιάν» των πολιτικών της αντιπάλων, για κάθε ανθρώπου που έχει σχέση με τα υπόδουλα έθνη εις τους Οθωμανούς ή μ’ αυτούς τους τελευταίους, διαφαίνονται επίσης όταν ο πρώτος προσπαθεί να πείσει τον αναγνώστη ότι ολάκερη η Οθωμανική αυτοκρατορία διοικείται από «ἀμαθεὶς». Έτσι πέρα από το προαναφερθέν για το Σουλτάνο («ἀπὸ τὴν ἰδίαν του γλῶσσαν δὲν ἤθελεν ἠξεύρει νὰ προφέρῃ εἰμὴ δέκα λέξεις») επίσης «ισχύουν»:

α. «Αὐτός, (ὁ ἀντιβασιλεύς) [...] ἄλλο δὲν ἠξεύρει, εἰμὴ νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν γλῶσσαν του, μαζὶ μὲ μερικὰ κεφαλαιώδη προστάγματα τοῦ Μωάμεθ... », σελ. 80

β. «Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἀντιβασιλεὺς ἐκλέγει πάντοτε ὅποιον θελήσῃ, τὰς περισσοτέρας φορὰς ὅμως δίδει αὐτὴν τὴν τιμήν, ἢ τοῦ μαγείρου του, ἢ τοῦ δούλου του, καὶ τὸν ψηφίζει κυβερνήτην καὶ ἀπόλυτον κύριον μιᾶς πόλεως τῆς ἐπικρατείας, εἰς τρόπον ὁποὺ κάθε πόλις τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διοικεῖται ἀπὸ ἕνα μάγειρα ἢ ἕνα δοῦλον»., σελ. 82

γ. «Τοὺς σεληνιαζομένους νομίζουσιν ὡς ἁγίους.», σελ. 77

δ.  «Οἱ νόμοι των τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ σπουδάσωσιν ἐπιστήμας, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν οἱ φιλόσοφοί των, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσωσι μ᾿ εὐκολίαν τὰ ἐντάλματα τοῦ Μωάμεθ.», σελ. 77

Τις ρητορικές αυτές γενικευμένες αναλήθειες του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» πιστεύουν ως «μαγικὸν φυλακτὸν» κατά του Χριστιανισμού οι σύγχρονοι «προοδευτικοί» κύκλοι. Διότι σπιλώνοντας στο μέγιστο την Οθωμανική αυτοκρατορία σε όλα τα επίπεδα, αυτομάτως και πλαγίως εξισώνουν μαζί της τους όποιους υπόδουλούς της, ιδίως τους κληρικούς, που εμφανίζονται «αδικαιολόγητοι», εφόσον ως ακαμάτηδες «δούλοι» δεν τολμούσαν να εξεγερθούν κατά τέτοιων «ἀμαθῶν καὶ ἀνικάνων» ως ήτο οι Οθωμανοί Τούρκοι, αλλά αντιθέτως τους «υπηρετούσαν».

Τον ίδιο μύθο περί «ἀμαθείας» του Σουλτάνου, όπως ανάλογα ανάπτυξαν στην Ελλάδα οι νεοφερμένοι διαφωτιστές ενάντια στους πολιτικούς τους αντιπάλους και προκάτοχούς τους, ανέπτυξαν στην Τουρκία οι νεοφερμένοι Κεμαλικοί εθνικιστές (όπου εθνικισμός απόρροια του διαφωτισμού) ως νέοι κι αυτοί πολιτικοί αντίπαλοι του Σουλτάνου:

«Η παλαιότερη ιστοριογραφική άποψη, αυτή του Abdulak Adnan, La science chez les Turcs Ottomans, Paris, 1939 υποστηρίζει την κεμαλική άποψη περί απόλυτου σκότους και λανθασμένης και ελλιπούς μεταφοράς της επιστήμης των Αράβων [στην Οθωμανική αυτοκρατορία]. Αντίθετοι με αυτές τις απόψεις παρουσιάζονται οι πιο σύγχρονοι ιστορικοί των επιστημών, όπως ο Ekmeleddin Ihsanoglu, ο οποίος με το πολύ πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό του έργο έχει αναδείξει πολλές άγνωστες πτυχές των οθωμανικών επιστημών και της οθωμανικής επιστημονικής παιδείας» (Πηγή: Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, Θόδωρος Κεχαγιάς, Παιδαγωγικό Τμήμα Δ.Ε., Πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 1, εδώ)

 

Αριστερά: Οι «μορφωμένοι» αντιχριστιανοί οπαδοί του Δαυλού, πιστοί ακόλουθοι του «διαφωτιστικού ιδεώδους», αναφωνούν προς τους «ἀμαθεῖς» Χριστιανούς: «’Ξου! Ρωμιοσύνη αναβαθή που ρεύεσαι σαπίλα». Στα τεύχη αυτού του περιοδικού, αλλά κι άλλων νεοπαγανιστικού περιεχομένου, όπως π.χ. το «Ιχώρ», τα διαφωτιστική επιχειρήματα περί «ἀμαθείας» των Ορθοδόξων αναπαράγονται αυτολεξεί. Κεμαλικοί, Δαυλικοί κι άλλοι εθνικιστές πιστεύουν εις τα άθεα εκκοσμικευμένα κράτη τα οποία ουδεμία σχέση μπορούν να έχουν με κράτη έχοντα μεταφυσική πίστη εις τον «Κτίστην τοῦ παντός».  (Πηγή Φώτο: Δαυλός, τεύχος 279)

 

Οι κόλακές νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, που υιοθετούν αβασάνιστα τις απόψεις του «Ανωνύμου του Έλληνος» στη σημερινή (2011) εποχή της πληροφορίας, φαντάζουν αλλοπρόσαλλοι· είναι πράγματι άγνωστο αν οι ίδιοι αποδέχονται με πλήρη σοβαρότητα ότι η «κάθε πόλις τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διοικεῖται ἀπὸ ἕνα μάγειρα ἢ ἕνα δοῦλον» ή αν αναγιγνώσκουν την «Ἑλληνικήν Νομαρχίαν» μόνο και μόνο για να γελούν με τους εαυτούς τους κοιταζόμενοι στον καθρέπτη της Ελληνικής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως.

Σίγουρα, οι χριστιανοί μαχητές της ελληνικής επαναστάσεως δεν είχαν αυτές τις γελοίες αντιλήψεις για τους στρατιωτικούς που έστελνε ο Σουλτάνος εναντίον τους, δηλαδή για τους Μουσταφάμπεη, Ομέρ Βρυώνη, Χουρσίτ, Δράμαλη, Κιουταχή, Ιμπραήμ κ.α., αλλά τους αντιμετώπιζαν με το σχετικό δέος κι άνευ πνεύματος υποτιμήσεως· δεν τους αντιλαμβάνονταν ως κάποιου είδους «μάγειρα ἢ [...] δοῦλον». Ιδιαίτερα ο Αλή Πασάς με τις τόσες απείθειες του, κάθε άλλο παρά «δοῦλος» του Σουλτάνου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί την εποχή του «Ανωνύμου του Έλληνος», όπερ κι η συνεργασία του με τους Σουλιώτης και τον Καραϊσκάκη (βλ. ανωτέρω) υποδηλώνει.

Η χλεύη του συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» κατά των Οθωμανών δεν παύει μήτε απέναντι στη στρατιωτικής τους δύναμη:

«Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου, τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες; Ποῖος δὲν ἠξεύρει τὸ πλῆθος τῶν ἀποστάτων, ὁποὺ ἀφανίζουν τὰ χωρία καὶ τοὺς ὁδοιπόρους μὲ ἀκαταπαύστους κλοπὰς καὶ συνεχεῖς φόνους, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ αὐτὸς ποτὲ νὰ τοὺς καταδαμάσῃ μὲ τὰ στρατεύματά του; Ἀλλὰ τί λέγω στρατεύματα; Αὐτὰ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία συνάθροισις τόσων βαρβάρων, χωρὶς τάξιν καὶ χωρὶς τέχνην· οὔτε διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς ἀγρίους τοῦ Καναδᾶ εἰς ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ φορέματα», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 148)

Όμως ο ελληνικός αγώνας δεν ήταν τόσο απλός. Οι έλληνες μαχητές δεν αντιμετώπισαν κάποιους «ἀγρίους», με την έννοια του ανικάνου:

«...ο ελληνικός αγώνας θα περνούσε μακροχρόνια και κουραστική ταλαιπωρία, γιατί είχε να αντιμετωπίσει μια ισχυρή αυτοκρατορία. Οι Έλληνες δεν είχαν ούτε χρήματα ούτε πολεμοφόδια ούτε στρατό. Γιʼ αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο να ετοιμαστεί αξιόμαχος στρατός. Από τους Πελοποννησίους μόνον οι Μανιάτες ήταν ασκημένοι στη χρησιμοποίηση των όπλων.

[...]

Οι περισσότεροι από τους πρώτους αυτούς αγωνιστές της πατρίδας ήταν άοπλοι, μερικοί ήταν οπλισμένοι με μαχαίρια, άλλοι με σφεντόνες και άλλοι με ειδικά χοντρά αλωνιστικά ραβδιά. Ο Κολοκοτρώνης διδάχτηκε γρήγορα κατά πόσο μπορούσε να στηριχθεί στο ασύντακτο εκείνος πλήθος, γιατί, μόλις εμφανίστηκε ο εχθρός, οι Έλληνες που πολιορκούσαν το φρούριο της Καρύταινας σκόρπισαν τρέχοντας στα βουνά και στις σπηλιές, ώστε ο Κολοκοτρώνης, παρά λίγο να πιαστεί αιχμάλωτος. Τότε μια γενική θλίψη κατέλαβε τους οπλαρχηγούς, που είχαν μείνει σχεδόν χωρίς μαχητές. Μα ο Κολοκοτρώνης έκαμε υπομονή και έμεινε σταθερός και έτσι ύστερα από λίγο κατόρθωσε να συγκεντρώσει 300 άνδρες. Δήλωσε ότι θα σχημάτιζε έναν ιερό λόχο, τους έβαλε σʼ ένα στρατόπεδο και προσπαθούσε να τους οργανώσει. Μα οι νεοχειροτονημένοι ιερολοχίτες, μόλις ξαναφάνηκε ο εχθρός, εγκατάλειψαν πάλι τον αρχηγό τους.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 211)

Έπειτα οι μετέπειτα Έλληνες μαχητές της επανάστασης του ʼ21 δε θα μπορούσα να πάρουν ποτέ στα σοβαρά τα λόγια του «Ανωνύμου του Έλληνος», εφόσον είχαν μαθητεύσει μαζί με «τοὺς ἀγρίους τοῦ Καναδᾶ» στις ίδιες «στρατιωτικές σχολές», ως ήταν ο Τουρκικός Στόλος αλλά κι η Αυλή του Αλή Πασά:

α. «Μερικοί αρματολοί, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μπότσαρης, μαθήτευσαν στην αυλή του Αλή Πασά της Ηπείρου και εκεί έμαθαν τη νέα πολεμική τέχνη και όταν κηρύχτηκε η επανάσταση του 1821 αναδείχτηκαν οι πρώτοι στρατιώτες της αγωνιζόμενης πατρίδας. » (Πηγή: http://www.livepedia.gr/index.php/Αρματολός)

β. «Πολλοί οπλαρχηγοί από τ’ αρματολίκι των Αγράφων και της ορεινής Ευρυτανίας είχαν περάσει από τη στρατιωτική σχολή του Αλή πασά στα Γιάννενα. Σπούδασαν την πολεμική τέχνη, τις πανουργίες, τα τεχνάσματα και τις αρχές γενικά του κλεφτοπολέμου, απαραίτητα στην ιδιότυπη εκείνη κατάσταση Κι οι οργανωμένες φάλαγγες των πολεμιστών που ανέλαβαν την ευθύνη του μεγάλου αγώνα της Επανάστασης με το νικηφόρο αποτέλεσμα του, κάτω από τη διοίκηση τέτοιων αρχηγών κινήθηκαν». (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)

γ. «Έλληνες και Αλβανοί υπηρέτησαν τον περιβόητο σατράπη και πολλοί από τους πολεμιστές του 1821 και από τα δύο στρατόπεδα είχαν εκπαιδευτεί στην υπηρεσία του, όπως λ.χ. ο γιός του Ανδρίτσου ο Οδυσσέας, ο Καραϊσκάκης, ο Ομέρ-Βρυώνης κ.α.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 181)

Θα λεχθεί για ακόμη μια φορά ότι ήδη έχει λεχθεί κι άλλοτε. Ο «Ανώνυμος Έλλην» προσπαθούσε να φέρει ένα έθνος σε μια επανάσταση εναντίον ενός ισχυρού κατακτητή· δικαιολογημένα χρησιμοποιούσε ίσως κάποιες υπερβολές. Αδικαιολόγητα όμως πιστεύουν αυτές τις υπερβολές σήμερα θρησκευτικοί και πολιτικοί κύκλοι προσκείμενοι εις αντιχριστιανικές επιδιώξεις. Αυτοί οι λεγόμενοι «ἀγρίοι τοῦ Καναδᾶ» Οθωμανοί στρατιωτικοί, τουλάχιστον όσον αφορά την αυλή του Αλή Πασά, είχαν διδάξει τις πολεμικές τέχνες σε πλειάδα ελλήνων επαναστατών της επαύριον και δεν ήταν εκείνα τα «πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, [που] ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ καὶ παραμικράν, εὐθὺς [...] φεύγουν.», σελ. 51

Το δοκίμιο «Στοχασμοὶ εἰς τοὺς παρόντας κρισίμους καιροὺς τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους» [Ευγένιος Βούλγαρης, Κέρκυρα 1854, Βλ. Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σσ. 29-30 & 157, Πρβλ. Π.Μ.Κιτομηλίδης, Η Πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη, πρακτικά του Ε ΄Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τομ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 601-614], που «προφανώς ήταν εμπνευσμένο από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 και μπορεί βάσιμα να αποδοθεί στον Βούλγαρη [...] αποπειράται να διαπραγματευθεί με τους όρους της θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα για την ισορροπία δυνάμεων -της "ἀντιρροπίας", όπως αποδίδει ο συγγραφέας τον όρο-τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκάλυπτε πολιτικό ρεαλισμό όσο και σοβαρή γνώση της οθωμανικής κοινωνίας και διοίκησης, ο συγγραφέας ανασκεύαζε αρκετές εσφαλμένες αντιλήψεις, τρέχουσες στη σύγχρονη του ευρωπαϊκή σκέψη, οι οποίες υποστήριζαν ότι η οθωμανική εξουσία είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και εκφυλισμό. Ο συγγραφέας προειδοποιούσε ότι, παρά τις πρόσφατες ήττες τους, οι Τούρκοι γρήγορα διδάσκονταν από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη. [ό.π,. σσ. 8-9, 18-22] Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν πλήρως.». Ο Βούλγαρης σχολίαζε πικρά την εγκατάλειψη των Ελλήνων από τους Ευρωπαίους ή ακόμη όταν εκείνοι «είχαν εμποδίσει τους επίδοξους ελευθερωτές τους» και πρόβαλλε την άποψη ότι «ο διαμελισμός των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής ηγεμονίας με περιορισμένη έκταση θα ευνοούσαν τη διατήρηση της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων [ο.π, σελ.43]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)

Αυτή η διδαχή των Τούρκων από τον «ευρωπαϊκό πολιτισμό» εμφανίστηκε πιο αργότερα από όσο περίμενε κανείς, όταν με τον Κεμάλ Ατατούρκ η Τουρκία κατασκεύαζε ένα κοσμικό νεοτουρκικό κράτος αντικείμενο εις τον Οθωμανισμό, που τόσο θαυμάζουν οι νεοπαγανιστές του περιοδικού «Δαυλός» ονειρευόμενοι ένα ελληνικό κοσμικό κράτος αντικείμενο στον Χριστιανισμό.

Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί στον αναγνώστη κάτι που αναφέρει ο «Ανώνυμος Έλλην» για τον Οθωμανό Σουλτάνο:

«Ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ κριτοῦ εἶναι ἀναντίρρητος. Ὁ κῶδιξ τῶν τιμωριῶν του εἶναι βραχύτατος, καὶ δὲν περιέχει, εἰμὴ τρεῖς μόνον τιμωρίας - τὴν φυλακὴν λέγω, τὸ ράβδισμα, καὶ τὸν θάνατον, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε ἑνωμέναι μὲ τὴν χρηματικὴν παιδείαν. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει καὶ ἀποφασίζει αὐτὸς ὁ μωροκριτής, εἶναι τόσον παιδαριώδης καὶ ἀνόητος, ὁποὺ δύο ψευδομάρτυρες καὶ ἕνας κακοῦργος, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀφανίσουν τὸν πλέον ἐνάρετον πολίτην», σελ. 80

Μπορεί όμως να ανησυχεί πραγματικά ο «Ανώνυμος Έλλην» για τον «πλέον ἐνάρετον πολίτην» υπό του Σουλτάνου, θέλοντας να θίξει τον τελευταίο για την «ἀμάθειάν» του, την ίδια στιγμή που σύμφωνα με τις ίδιες τις ιδεολογικές του τοποθετήσεις, κάθε ένας άνθρωπος που υπόκεινται θεληματικά υπό του οιοδήποτε τυράννου - βασιλέα δεν μπορεί να είναι «ἐνάρετος πολίτης», αλλά ένας οπωσδήποτε «δοῦλος»;

Μόνο ένεκα χαριτολογίας κι επειδή ακριβώς η «Ἑλληνική Νομαρχία» έχει πολιτικά κριτήρια ως προς τον καθορισμό της «ἠθικῆς» του «καλοῦ» και του «κακοῦ», αν δοθεί εδώ ένας συγκεκριμένος πολιτικός παραλληλισμός, αντλημένος μέσα από το νόημα της ιδίας, τότε οι «ψευδομάρτυρες» ή ο «κακοῦργος» δεν μπορούν παρά να είναι οι επαναστάτες κατά του Σουλτάνου, Κλέφτες & Σουλιώτες, ενώ ο «ἐνάρετος» πολίτης, πιθανόν «ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος [...] Αὐτὸς ὁ ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος», ή ίσως «...τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον...», «Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί» οι οποίοι υποτίθεται «υπάκουαν δουλικά» στην Τουρκική αρχή. Αν βέβαια προσκόμιζε κανείς εδώ κι εκείνον τον Πυθαγόρειο Φιλόσοφο με τον οποίο παραδειγμάτιζε ο «Ανώνυμος Έλλην» τους αναγνώστες του στο πονημάτιό του, είναι να απορεί κανείς που ένα τέτοιο «ελεύθερο πνεύμα» υπάκουε πρόθυμα σε ένα παρόμοιο τύραννο και «μωροκριτὴν», αφού «...μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον» υπό του τελευταίου.

 

Η κατακευραύνωση των λοιπών ως προς την «ἀμάθειαν» κι η συγχώρεση «ἡμῶν»

Μέσα στη μανία του ξένου Διαφωτισμού για την «ἀμάθεια», ακόμη και ξενιτεμένοι Έλληνες χλευάζονται για τη σπουδή της γραφής:

«Τί νὰ εἰπῶ πάλιν διὰ ἐκείνους, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἀτενίζουσι, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσωσι πολλὰ χρήματα; Αὐτοὶ λατρεύουσι μόνον τὰ πλούτη. Δι᾿ αὐτὰ πωλῶσι καὶ τιμὴν καὶ πατρίδα. Δὲν φροντίζουσι νὰ μάθωσι τίποτες ἄλλο, ὅταν ἠξεύρουσι νὰ γράψωσι μίαν γραφήν, ὁποὺ πολλάκις πρέπει ὁ ἀναγινώσκων νὰ προφητεύῃ τὸ τί ἐννοοῦσεν ὁ γράψας, ἐπειδὴ πολλὰ ὀλίγοι ἠξεύρουσι νὰ γράψωσιν ἐκεῖνα ὁποὺ ὁμιλοῦσι» και σημειώνει «ἐμπορικὴ ἀνταπόκρισις τῶν ἔξω τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εἰς τὴν γλῶσσαν μας γεγραμμένη, ἀλλ᾿ εἶναι ἓν μῖγμα γλωσσῶν, ὁποὺ προξενεῖ ἀνυπόφορον ἀηδίαν.», σελ. 132

Μέσα όμως εις τη συγγραφή του πονήματός του ο «Ανώνυμος Έλλην» θα μαρτυρήσει για τον εαυτό του εις τον «Διάλογον ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του»:

«Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον! Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;

Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὸν λαβύρινθον τοσούτων θλιβερῶν στοχασμῶν, ὅλος ἐνθουσιασμένος ἐλάμβανα τὸ κονδύλι καὶ ὀλίγον χαρτάκι, καὶ ἔγραφα ὅ,τι ὁ ἐνθουσιασμός μου καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος μοὶ ἐπαγόρευεν εἰς ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἐτελείωνα, ἔρριπτον εἰς ἓν κιβώτιον τὸ γεγραμμένον χαρτίον, καὶ οὕτως ἀναπαύετο ὁπωσοῦν ἡ ψυχή μου.

Τοιουτοτρόπως, ὦ ἀγαπητοί, ἠκολούθησα διὰ πολὺν καιρόν, ὅταν, τέλος πάντων, ἡ ποσότης τῶν αὐτῶν χαρτίων μὲ κατέστησεν περίεργον νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἤρχισα λοιπὸν νὰ ἀναγινώσκω καὶ νὰ τὰ βάνω εἰς τάξιν, ἐπειδή, καθὼς εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε, δὲν εἶχον τὴν παραμικρὰν εὐταξίαν. Ἄλλα εὑρῆκα γεγραμμένα ἰταλιστί, ἄλλα γαλλιστί, ἄλλα εἰς τὴν γλῶσσαν μας, καὶ ὅλα τόσον κακῶς γεγραμμένα, ὁποὺ μόλις ἠμποροῦσα νὰ τὰ ἀναγνώσω.», σελ. 168

Αν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» μετάφερε τα «γεγραμμένα ἰταλιστί, [...] γαλλιστί, [...] καὶ [τὰ] κακῶς γεγραμμένα [...] εἰς τὴν γλῶσσαν μας», δηλαδή εις την ελληνικήν, είναι επειδή χρειάστηκε να μπει εις την διαδικασία έκδοσης βιβλίου προς Έλληνες αναγνώστες. Ειδάλλως, δεν θα ’πρεπε να είχε κανέναν λόγο ώστε το ιδικόν του γραπτό να μην εμφανίζεται ως «ἐμπορικὴ ἀνταπόκρισις». Άλλωστε ο Διαφωτιστής Ρήγας Βελεστινλής συμβούλευε:

«Στις μεγάλες πόλεις έπρεπε επίσης να διδάσκονται η γαλλική και η ιταλική, ως γλώσσες του Διαφωτισμού [Ρήγας Βελεστινλής, Τα δίκαια του ανθρώπου, άρθρα 16-34]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 323)

Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης κατά της «ἀμαθείας» είναι ότι ενώ ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα καταδικάσει τον Πατριάρχη, τη Σύνοδο (βλ. παραπάνω) ή κι εμπόρους για την ορθογραφία και τη γλώσσα τους, προσπαθώντας να κατασκευάσει ένα ψηλό σκαλοπάτι από το οποίο θα μπορεί να δείχνει «ψηλὸς» στα μάτια των τυχόντων οπαδών του έναντι των αντιπάλων του, εντούτοις θα χαρίσει «ἄφεσι τῶν ἀμαρτιῶν» εις το δικό του γραπτό, όχι μόνο για τη γραμματική αλλά και για το συντακτικό:

«Ὧ ἀναγνώστα! [...] ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι·», σελ. 9

Αν κι ελάχιστοι έχουν υποστηρίξει κατά καιρούς πως το συνωμοτικό περιβάλλον της «Ελληνικής Νομαρχίας» υποχρέωσε το συγγραφέα της να προβεί σε εκούσια γραμματικά λάθη, εντούτοις αυτή είναι μια άποψη που η προηγούμενη φράση του συγγραφέως μπορεί να καταρρίψει· διότι ένας έξυπνος συνωμότης είναι πιθανότερο ότι δε θα προειδοποιούσε τόσο πρόδηλα για το ποια γραμματική εικόνα θα παρουσίαζε το γραπτό του, πράγμα που θα το έκανε εύκολα ένας που είχε το «γνώθι σ’ ἐαυτὸν» για την μη άριστη ικανότητά του εις τη συντακτική τέχνη.

 

«Αμορφωσιά» Ορθοδόξων Vs «επιστημονικότητα» Διαφωτισμών

Σε όποια αντιχριστιανικά βιβλία κι αν αποταθεί κανείς για έρευνα, ή ακόμη και σε πανεπιστημιακά που ασχολούνται με τον ελληνικό Διαφωτισμό, θα παρατηρήσει πως η απόκρυψη των ιερατικών ή μοναχικών τίτλων, διαφωτιστών, μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συντηρεί αρκετά καλά το μύθο περί «σκοταδιστικής» ντε και καλά «Εκκλησίας», εφόσον αντιπαραθέτει τεχνητά από τη μια μεριά, οπωσδήποτε «κοσμικούς» διαφωτιστές κι από την άλλη μεριά συνήθως μια Εκκλησία «ανώνυμη» δίχως αντιπροσώπους επώνυμους· ή αν τους παραθέτει, τους αποδίδεται η ρετσινιά του «σκοταδιστή»:

Ειδικότερα στα πανεπιστήμια προβάλλεται πλουσίως το ζήτημα της αντιπαράθεσης για τον ηλιοκεντρισμό, με τους εκκλησιαστικούς να είναι εκείνοι που αδικούν την επιστήμη, ενώ αποκρύβονται εντέχνως άλλα ζητήματα εις τα οποία οι διαφωτιστές έκαναν σοβαρά επιστημονικά λάθη, όπως το της νηστείας ή της αποτίμησης του πολιτισμού του Βυζαντίου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η μανία «ἐξορθολισμοῦ» ή επιστημονοποίησης των διαφωτιστών παρότι οι ίδιοι είχαν μεταφυσικές ανησυχίες και συγγράμματα· για παράδειγμα στην σελ. 63, του γνωστού βιβλίου «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» του Π. Μ. Κιτρομηλίδη, αναφέρεται ότι ο «Ευγένιος Βούλγαρης», δίχως να αναγράφεται η ιερατική του ιδιότητα πλησίον του ονόματος του, δίδασκε την «μεταφυσική του Genovesi».

Τα ερωτήματα είναι:

α. Αν οι διαφωτιστές είχαν και μεταφυσικές ανησυχίες -κι όντως είχαν, εφόσον αρκετοί από αυτούς αφού εξέπεσαν της Χριστιανικής θρησκείας εντάχθηκαν εις την φυσική θρησκεία ή ειδωλολατρία- τότε πώς γίνεται αυτοί να αντιπροσωπεύουν τα «επιστημονικά» (άθεα υποτίθεται) φανάρια της δια-φωτίσεως των υπολοίπων «πιστών-σκοταδιστών» της οιαδήποτε θρησκείας κι ιδίως της Χριστιανικής;

β. Αν οι διαφωτιστές ήταν οι «αυστηροί» επιστήμονες, ενώ ήταν και κληρικοί εντεταγμένοι στο σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τότε πως είναι δυνατόν να δημιουργείται η ξεκάθαρη πόλωση «επιστήμονες διαφωτιστές» vs «εκκλησιαστικοί σκοταδιστές», αφού ανάμεσα εις την ομάδα των «επιστημόνων διαφωτιστών» κινούνται μερικοί Ορθόδοξοι κληρικοί οι οποίοι μέχρι και το τέλος της παρούσης τους ζωής τους δεν αποποιήθηκαν την πίστη τους;

γ. Πώς απόκτησαν την «κάθαρση» του «ξερού επιστήμονα» οι διαφωτιστές, όταν ξεκάθαρα στα έργα περί διαφωτισμού, ο τελευταίος περιγράφεται ως φιλοσοφία και δη πολιτική;

i. «...ο Διαφωτισμός δεν μπορούσε να εξορκιστεί με εκκλησιαστικά επιτίμια, διωγμούς και προσωπικούς λιβέλλους. Τίποτε απʼ αυτά δεν μπορούσε να κάμψει τον ενθουσιασμό των οπαδών της νέας φιλοσοφίας..», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 372)

Ο «Ανώνυμος Έλλην» όταν στο γραπτό του επιτίθονταν κατά της εκκλησίας ανάφερε πως: «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

Όμως «δύο αἴτια» ένεκα των οποίων οι έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί έπρεπε να χαρακτηριστούν ως «σκοταδιστές-αμαθείς» εκ των πραγμάτων αναφέρονται στο έργο του Π. Κιτρομηλίδη:

«Εκτός από την παραδοσιακή χριστιανική κριτική των κακών κληρικών, που με κανέναν τρόπο δεν αποτελούσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Διαφωτισμού, η νέα φιλοσοφία ανέπτυξε δύο άλλες προσεγγίσεις στο πρόβλημα της Εκκλησίας. Η μία ήταν εκείνη που συνδεόταν με τον αντικληρικαλισμό του πολιτικού ουμανισμού, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις, προσπαθούσε να διασώσει τα βασικά στοιχεία του ορθοδόξου δόγματος και τόνιζε ότι το μόνο που ζητούσε ήταν η αποκάθαρση της Εκκλησίας και η αναβίωση της γνήσιας ευαγγελικής πίστης. Αυτό βεβαίως ισοδυναμούσε κατʼ με την υιοθέτηση προτεσταντικών θέσεων παρά τη διακήρυξη της αυστηρής Ορθοδοξίας των οπαδών της αντίληψης αυτής, μερικοί από τους οποίους, όπως ο Μοισιόδαξ και οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας, ήταν οι ίδιοι κληρικοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η δεύτερη προσέγγιση ήταν εκείνη, την οποία εκπροσωπούσαν οι πιο τολμηροί επικριτές της θρησκείας, η αρχική στάση των οποίων διαμορφωνόταν με βάση τα αξιώματα του ευρωπαϊκού δεϊσμού. Υπό την πίεση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ωστόσο, οι Έλληνες δεϊστές μετατοπίστηκαν προς μια εσωτερική κριτική και απόρριψη των θεμελιωδών αρχών της θρησκευτικής πίστης -κάτι το οποίο οι εκπρόσωποι του πολιτικού αντικληρικαλισμού, έχοντας συνείδηση των απαιτήσεων της πολιτικής στρατηγικής, και ίσως θεωρητικά αβέβαιοι και οι ίδιοι σχετικά με τη θρησκεία, απέφυγαν προσεκτικά να πράξουν.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 379-380)

β. «Στην πολιτική κοινωνιολογία της νεότερης Ευρώπης τα κυριότερα εμπόδια για την επανασύνδεση ηθικής και πολιτικής και για την αναγέννηση της ηθικής κοινότητας αποτελούσαν δύο διασπαστικές και δύστροπες φατρίες: οι μοναχοί και οι αριστοκράτες. Και οι δύο αυτές κοινωνικές ομάδες απολάμβαναν δυσανάλογα υλικά πλεονεκτήματα και κοινωνικά προνόμια, τα οποία θα έχαναν, αν υποτάσσονταν στις απαιτήσεις μιας φωτισμένης πολιτικής κοινότητας. Ο Κοραής, που ήταν εξίσου εξοικειωμένος με την ιστορική εμπειρία της νεότερης Ευρώπης όσο και της Ελλάδας, είχε κάθε λόγο να φοβάται τα ρήγματα που μπορούσαν να προκληθούν από τις δύο φατρίες στην αντίθεσή τους προς την κοινωνική αναμόρφωση [Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, Παρίσι 1822, σσ. μα-ν]. Ωστόσο, ως Ιδεολόγος και πνευματικός γόνος του Διαφωτισμού δεν απελπιζόταν. Από την πίστη του στη θεωρία της προόδου, που είχε διδαχθεί από τον Condorcet, πήγαζε η ελπίδα του ότι η μελλοντική αναβίωση της ενότητας πολιτικής και ηθικής ήταν δυνατή ως μέρος του θριάμβου του ορθού λόγου επάνω στα πάθη -του θριάμβου που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις της δίκαιης κοινωνίας.  [ό,π.,σσ. μγ-μδ, όπου παρατίθενται περικοπές του Condorcet, Esquisse d’ un tableau hisotrique des progrès de l’ esprit humain, σ. 440 της έκδοσης του 1822]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 417)

Σʼ όλο το βιβλίο του Π. Κιτρομηλίδη ο χαρακτηρισμός του «φανατικού» δεν θα εκτοξευθεί εναντίον κανενός διαφωτιστή· θα εκτοξευθεί όμως ενάντια σε έναν Άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος προφανώς ήταν «σκοταδιστής»· αυτό θα γίνει δύο φορές, τη μία εμμέσως και την άλλη άμεσα:

1. «Σε γενικές γραμμές οι απόψεις του Αθανασίου Παρίου απηχούσαν την αυθεντική στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στης προκλήσεις της πολιτισμικής και κοινωνικής αλλαγής στην ελληνική κοινωνία. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις τα επιχειρήματά του με την απαισιοδοξία και την ακαμψία τους θύμιζαν εκείνα του φανατικού καθολικού De Maistre, την εικόνα του οποίου για τον δήμιο ως στυλοβάτη της έννομης τάξης συχνά προσέγγιζε ο Πάριος, η έμπνευσή του πήγαζε κυρίως από την αναβίωση της Ορθόδοξης πνευματικότητας που εκπορεύονταν από το Άγιο Όρος στα τέλη του δεκάτου ογδόου και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα»,, (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 442)

2. «...σε αντιπαραβολή με το φανατισμό του Παρίου [Αθανασίου]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 442)

Το κωμικοτραγικό σημείο της υπόθεσης αυτής είναι ότι ο ίδιος ο Π. Κιτρομηλίδης δε θα καυτηριάσει τον Κοραή για τη σιωπή του ενάντια στην τρομοκρατία της Γαλλικής επανάστασης των διαφωτιστών, αλλά μήτε θα καυτηριάσει κάποιον διαφωτιστή γιʼ αυτές τις σφαγές. «Σκοταδιστές» ή «φανατικοί» ήσαν «απλά» οι Άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας:

α. «Οι φόβοι του Κοραή φάνηκαν να επαληθεύονται από τις συνέπειες του δράματος της βασιλοκτονίας. Η καταστροφή της παλαιάς μυθολογίας αποχαλίνωσε τα πάθη και την εκδικητικότητα, με αποτέλεσμα την αιφνίδια μετάπτωση από τη δεσποτεία του παραλόγου στην τυραννία του τρόμου.  Την αρνητική όψη της Επανάστασης εκπροσωπούσε ο αιμοδιψής Marat, άλλοτε γιατρός του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον  εκατόν πενήντα χιλιάδων ανθρώπων [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, 1774-1798, σελ. 307]. Συντετριμμένος από τις ακρότητες της τρομοκρατίας, ο Κοραής σ’ ένα ξέσπασμα υπερβολής, υποστήριζε ότι το πρόγραμμα του Marat τέθηκε σε εφαρμογή από τον ομοϊδεάτη του Ροβεσπιέρο.

Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής παρέμεινε σιωπηλός. Επιφύλαξε ωστόσο έναν σκληρό επιτάφιο στο Ροβεσπιέρο, την επαύριον του Θερμιδόρ.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-269)

Παρότι λοιπόν ο Κοραής θα σωπάσει όταν οι πολιτικές φιλοσοφίες του Διαφωτισμού γεννούσαν αυτές τις ακρότητες και δολοφονίες στη Γαλλία, παρότι μετά ο Διαφωτισμός θα γεννήσει με καισαρικής εθνικισμούς, φασισμούς και τους ναζισμούς, γνωστά «τοῖς πάσι», ο Κητρομηλίδης  θα «ανακαλύψει» τον «ἡθικὸ σκοταδισμὸ» στα μοναστήρια, παρά στο «σοφόν πρεσβύτην» εξ Παρισίων που είχε παρασυρθεί από αυτά τα επικίνδυνα για την ανθρώπινη κοινωνία Δυτικά «πολιτικὰ ξυλοσοφίσματα»:

α. «Ωστόσο, όταν τα νέα [της επανάστασης] έφτασαν στο Παρίσι, ο γέροντας θεωρητικός της ελληνικής παλιγγενεσίας, παρά τις προγενέστερες φιλοσοφικές του επιφυλάξεις για το αν ήταν σκόπιμη μια άμεση επανάσταση, ένιωσε την ψυχή του να δονείται [...] Ο σοφός πρεσβύτης δεν μπορούσε φυσικά να σπεύσει να προσχωρήσει στις τάξεις όσων πολεμούσαν τους τυράννους. Αντί γι’ αυτό ως γνήσιος διανοούμενος, θεώρησε ότι η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει τους μαχόμενους ήρωες για τις νέες πολιτικές περιστάσεις, των οποίων ο αγώνας για την ελευθερία ήταν το ιστορικό προοίμιο», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 408-409)

β. «Τα πλεονεκτήματα της κριτικής προσέγγισης στη βυζαντινή ιστορία ήταν προφανή για τη νέα θεωρία της ελληνικής συνέχειας: με τις νέες μεθόδους της ιστορικής κριτικής θα μπορούσε να μετατοπίσει την προσοχή από την κραυγαλέα εικόνα του μοναστικού σκοταδισμού και την αθλιότητα της μαζικής δεισιδαιμονίας...», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 107)

 

Έξοδος

«Ο υπερβατικός μυστικισμός του Μακαρίου Νοταρά και του [Αγίου (*)] Νικοδήμου Αγιορείτη αντιπροσώπευε μια κοσμοθεωρία εντελώς διαφορετική και διαμετρικά αντίθετη προς εκείνη του κοσμικού ορθολογικού διαφωτισμού. Πράγματι, εξέφραζε μια εναλλακτική θεώρηση του ίδιου του νοήματος του φωτισμού του ανθρώπινου πνεύματος, κηρύσσοντας την ηθική χρηστότητα, την καταστολή των παθών της σάρκας και την αυταπάρνηση που πήγαζε από το ιερό φως της πίστης και της μυστικής επικοινωνίας με τον Θεό, το θρησκευτικό σύστημα του ελληνορθόδοξου μυστικισμού στον φθίνοντα δέκατο όγδοο αιώνα μπορούσε -και πέτυχε- να προβάλει την αξίωση, ότι εκπροσωπούσε τη μόνη δυνατότητα γνήσιου φωτισμού σε αντίθεση με τις απατηλές ψευδαισθήσεις της κοσμικής φιλοσοφίας. Η έμπνευση της πολιτικής θέσης του Παρίου από αυτές τις πνευματικές προϋποθέσεις μπορεί κατά συνέπεια να θεωρηθεί κυριολεκτικά ως διατύπωση ενός γνήσιου Αντιδιαφωτισμού.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 443)

 

Διαφωτιστικά ανέκδοτα

α. «Ο Βολταίρος (Voltaire, 1694-1778) καταγόταν από πλούσια αστική οικογένεια και είχε σπουδάσει σε μια σχολή Ιησουιτών (μοναχών)», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 109)

β. «Ο Ντιντερό (Diderot, 1713-1784) καταγόταν, όπως ο Βολταίρος, από την αστική τάξη και είχε σπουδάσει, όπως κι εκείνος, σε σχολή Ιησουϊτών (μοναχών)», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 110)

 

 

Απολογητική Σημείωση

(*) Είναι άγνωστο αν οι Έλληνες κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, φιλόλογοι, συγγραφείς, ποιητές κ..α έμαθαν από τη Δύση να αφαιρούν τις θρησκευτικές κατατάξεις των προσώπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας κι έτσι λ.χ. ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης να αναφέρεται κοσμικά ως  «Νικόδημος Αγιορείτης».

Άραγε όταν οι ίδιοι αυτοί συγγραφείς αναφέρονται στον Άγιο Βενέδικτο, πώς τον καταγράφουν στα πονήματά τους; απλά ως «Βενέδικτο» ή ως «Άγιο Βενέδικτο της Λατινικής Εκκλησίας»;

Τα «ορθολογιστικά» βιβλία δε δύνανται να δεχθούν εις τις χιλιάδες αριθμημένες σελίδες τους τις κατατάξεις των Αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας ένεκα «καθωσπρεπισμού», φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων· μπορούν όμως «ορθολογικά» να ισχυρίζονται πως οι διαφωτιστές ήταν «φωτισμένοι» μεταφυσικά, αφού βάση του «ορθολογισμού» πουθενά δεν καταγράφηκε πειραματικά σε αυτές τις διανοήσεις κάποιο είδους φυσικού «φωτός» το οποίο να τους καθιστούσε ξεχωριστούς έναντι των υπολοίπων.

 

 

 

Πρβλ. απάτη «Η Αμάθεια κι η Αμάθεια»

Πρβλ. απάτη «Ελευθερία κι Αμάθεια & Ελευθερία κι Αμάθεια»

Πρβλ. απάτη «Κατεδάφισον τα Μοναστήρια»

Πρβλ. απάτη «Η Υγεία & η Υγεία»

 

 

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ & Ο «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ» ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 110 )

 

«Ὁ πρῶτος [Πατριάρχης] ὀνομάζεται οἰκουμενικός. Καὶ ἂν ἄλλο δὲν σημαίνῃ αὐτὸς ὁ γελοιώδης τίτλος...», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 110)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Η παρούσα ενότητα είναι ενδεικτικότατη του «ἀντικληρικαλιστικοῦ διαφωτιστικοῦ κουβαριοῦ», το οποίο ξετυλίγεται γελοιωδώς εις τα όμματα του αναγνώστη.

 

Περισσότερο από Οικουμενικός

Ο «Ανώνυμος Έλλην» επιμένει εις την περιφρόνηση του Πατριαρχείου και καταφεύγει σε μικρότητες που προδίνουν ίσως τυφλή εμπάθεια ή σίγουρα διαφωτιστικές επιρροές των οποίων τελεί ως «ὑπάκουον φερέφωνον»:

«Ὁ πρῶτος [Πατριάρχης] ὀνομάζεται οἰκουμενικός. Καὶ ἂν ἄλλο δὲν σημαίνῃ αὐτὸς ὁ γελοιώδης τίτλος...», σελ. 110

Η τυφλή εμπάθεια ή οι διαφωτιστικές αυτές επιρροές μαρτυρούνται από το ότι, ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» χλευάζει τον τίτλο του «Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», ως εκείνου που έχει μια φαιδρά ή άκαιρη οργανωτική ευθύνη για το πλήθος των επισκοπών και του χριστεπωνύμου πληρώματος, εντούτοις απευθύνει σε αυτόν συμβουλάς ως αυτός ο τελευταίος να είναι εκείνος ο οποίος, όχι μόνο τις έχει επί της ουσίας, αλλά και τις ξεπερνά, αφού τα αιτήματα του «Ανωνύμου του Έλληνος» προσπερνούν κατά πολύ τις αρμοδιότητες του «Οἰκουμενικοῦ» χαρακτήρα αυτού του Ιεράρχη:

α. «Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν, καὶ αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δουλεύουν, διὰ δὲ τὰς σαρακοστάς, νὰ τὰς σμικρύνῃ, καὶ τὰς περισσοτέρας νὰ τὰς ἀποβάλῃ.», σελ. 123

β. «Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου. Ἔκλεξον ἀρχιερεῖς τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους, καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσῃς τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, διόρθωσον μερικὰς συνηθείας τῆς θρησκείας, ὁποὺ τὴν σήμερον φανερῶς βλάπτουσι κατὰ πολλὰ τοὺς χριστιανούς. Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους, νὰ ὑπάγουν νὰ σπουδάξουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὁποὺ ἐξοδεύουσι εἰς τὸ νὰ περιφέρωνται ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, εἰς τὴν μελέτην τῶν σοφῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Πρόσταξε νὰ μένουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν ἀποκαταστῶνται εἶδος ἐμπορίου. Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν. Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του, χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων. Ἤ, τέλος πάντων, ἂν παντάπασιν δὲν ἠμπορέσῃς νὰ τὰ ἐξαλείψῃς, σμίκρυνε κἂν τὸν ἀριθμόν των καὶ τὴν ἀναίσχυντον καὶ βάρβαρον κατάχρησιν, ὁποὺ οἱ καλόγηροι τῶν μοναστηρίων ἔκαμαν.», σσ. 123-124

Όπως ανωτέρω φάνηκε, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα ζητήσει επιπλέον, η δύναμη του «Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου» να αφικνούνται μέχρι και την εμπόδιση των βουλών του Θεού, ή των εμπειριών για τις οποίες ευθύνεται η «ἀμάθειαν τοῦ λαοῦ»: 

«Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν...», σελ. 124

Πιο παραδόξως μάλιστα, ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα φανεί να αναγνωρίζει αυτό ακριβώς που χλευάζει· λέγοντας δηλαδή ότι  «ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας [Πατριάρχα] σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι»  διαπιστώνει ότι αντίθετα «αὐτὸς ὁ γελοιώδης τίτλος» κάτι ενδεχομένως να σημαίνει.

Κι αν αντιθέτως δε σημαίνει τίποτα, τότε η πρόσκληση στον  Πατριάρχη να επιβάλει την θέληση του «Ανωνύμου του Έλληνος» εις «τὴν δεισιδαιμονίαν» του λαού, δεικνύει «θρησκευτικὴν τυραννίαν» του ενός έναντι των πολλών, κι άρα μια θέση ενάντια εις τον «Λόγον περὶ Ἐλευθερίας» ή προς την «Ἕλληνικὴν Νομαρχίαν» η οποία υπακούσει αυστηρώς σε εκλεγμένους δημοκρατικά νόμους:

α. «Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! [...] σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας.», σελ. 17

β. «Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι. Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων», σελ. 13

 

Αντικληρικαλισμός ή «Ψευδεπίγραφος Ελληνική Νομαρχία» Νο1

Ο «Ανώνυμος Έλλην» σε όλο το έργο του άλλο δεν κάνει παρά να πλέκει τον ύμνο εις την Νομοθετημένη διοίκηση· αυτή η διοίκηση εις την περίπτωση της Εκκλησίας είναι οι «Ἀποστολικοί Κανόνες» που θεσπίστηκαν δια μέσω των όσο περισσότερο δυνατό δημοκρατικών «Οἰκουμενικῶν Συνόδων» (ψηφοφορία):

«ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις, καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.», σελ. 99»

Χάριν όμως των διαφωτιστικών θεατρινίστικων φιλοδοξιών του ο «Ανώνυμος Έλλην» απευθύνεται ευθέως εις τον Πατριάρχην ωσάν αυτός ο δεύτερος να είναι κάποιος βασιλιάς ή τύραννος, ενώ ο πρώτος ως κάποιος από όλους εκείνους, τους εις την ιστορία διατελέσαντες, που απόστελλαν λόγους «συμβουλευτικοὺς» («κάτοπτρα ἡγεμόνων») προς την εκάστοτε εξουσία, θεσπίζοντας έτσι εκείνο το οποίο τελικά ο Διαφωτισμός απέρριψε, δηλαδή τη «Φωτισμένην Μοναρχίαν», εις  αντίποδα της δικής του «Ἐλευθέρας Νομαρχίας»:

«Η επεξεργασία μιας πλήρως ανεπτυγμένης θεωρίας φωτισμένης απολυταρχίας στην ελληνική σκέψη ήρθε ως φυσική απόληξη της αρχαίας παράδοσης των κατόπτρων των ηγεμόνων, η οποία είχε κληροδοτηθεί από την ελληνιστική και τη βυζαντινή φιλολογία στη μεταβυζαντινή παιδεία», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 197)

Αναμένει ο «Ανώνυμος Έλλην» δε, η «τυραννίαν» αυτή του Πατριάρχη να εκπληρώσει τις δικές του «διαφωτιστικές» προσταγές, δίχως να λαμβάνει υπ’ όψιν του τις δημοκρατικά εκλεγμένες νομοθετικές διατάξεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή τους «Ἀποστολικοὺς Κανόνας»· για τέτοιους παραβάτες ο ίδιος συγγραφεύς ψευδεπίγραφα εκπλήσσεται:

«Καὶ πῶς νὰ διοικήσῃ ὀρθῶς ὁ παραβάτης τῶν νόμων;». σελ. 65

 

Αντικληρικαλισμός ή «Ψευδεπίγραφος Ελληνική Νομαρχία» Νο2

Ο ίδιος διαφωτιστής «ξυλόσοφος» θέλοντας να στιγματίσει την Ιερά Σύνοδο, αφού τον Πατριάρχη τον έχει ήδη στιγματίσει, ως φέροντα «γελοιώδην τίτλον» κι υπεύθυνο για όλα «τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά» του,  θα την κατηγορήσει, εκτός από πλουτισμό, και για «αθέμιτο έλεγχο» του Πατριάρχη: 

α. «Ἐπειδὴ ἡ μὲν Σύνοδος, ὁποὺ ἐξοδεύει, διὰ νὰ κάμῃ τὸν πατριάρχην ὅπως θέλει», σελ. 112

β. «ἡ Σύνοδος ἔχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν ὀθωμανικὴν δυναστείαν, καὶ ἐξακολούθως, ὅταν ὁ πατριάρχης, δὲν τῆς ἀρέσκῃ, εὐθὺς τὸν ἐξορίζει. Καὶ δὲν τῆς ἀρέσκει πάντοτε, ὅταν δὲν ὁμογνωμῇ μὲ αὐτήν, καὶ ὅταν δὲν ὑπογράφῃ, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ ὅ,τι γράμμα τοῦ παραδώσῃ.», σελ. 111

Τοιουτοτρόπως ο Πατριάρχης μετατρέπεται εις άβουλο «πιόνιν» της «Ἱερᾶς Συνόδου», ενώ η τελευταία εις «συμμορία ληστῶν», έναντι των ιστορικών «κλεπτῶν»:

«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως [...] ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς.», σελ. 100

Πώς λοιπόν οι προτροπές με το «ὦ πατριάρχα» μπορεί να έχουν ουσιαστικό νόημα, όταν ο ίδιος ο Διαφωτισμός αποδέχεται τον Πατριάρχη ως άβουλο «πιόνιν» που το χρησιμοποιεί η «μιαρὰ Σύνοδος»;

«Ὁ πατριάρχης ἔχει μίαν ἐξουσίαν σκιώδη καὶ ψεύτικην ἐπάνω εἰς τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τολμεῖ νὰ ἐξορίσῃ κανένα ἀπὸ αὐτήν, ἂν καὶ ὅλα τὰ δίκαια ἤθελε τὸν βιάσουν, ἐπειδή, τότε, οἱ λοιποὶ εὐθὺς ἐξορίζουν αὐτόν, καὶ βάζουν ἄλλον καὶ ξανακαλεῖ τὸν ἐξορισθέντα σύντροφόν των», σελ. 111

Εκτός κι αν ο «Ανώνυμος Έλλην» επιθυμεί να κάνει χρήση των όσο αθέμιτων μέσων καταγγέλλει για να «επιβάλει» επί της Συνόδου δια μέσω του Πατριάρχη τις διαφωτιστικές του τυραννικές προτροπές:

«Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου. Καὶ αὐτὸ τὸ κάμνει διὰ δύο αἴτια: Πρῶτον μέν, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ κλέπτῃ μὲ περισσότερον θάρρος, δεύτερον δὲ νὰ κλέπτῃ διὰ περισσότερον καιρόν, ὡσὰν ὁποὺ αὐτὴ ἡ Σύνοδος ἔχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν ὀθωμανικὴν δυναστείαν, καὶ ἐξακολούθως, ὅταν ὁ πατριάρχης, δὲν τῆς ἀρέσκῃ, εὐθὺς τὸν ἐξορίζει. Καὶ δὲν τῆς ἀρέσκει πάντοτε, ὅταν δὲν ὁμογνωμῇ μὲ αὐτήν, καὶ ὅταν δὲν ὑπογράφῃ, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ ὅ,τι γράμμα τοῦ παραδώσῃ.», σελ. 111

Γνωρίζει πως η «Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως» είναι μια μορφή δημοκρατικής διοικήσεως της Εκκλησίας, την οποία ως διοίκηση βεβαίως εξυμνεί ο εν λόγω συγγραφέας:

«Διατί δὲν στοχάζονται οἱ μοναρχολάτραι, ὅτι καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας βασιλεὺς νὰ ἠμπορέσῃ κατὰ χρέος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πάντα; Πῶς, [...] νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα, ὁποὺ εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας τόσοι ἐνάρετοι καὶ ἄξιοι πολῖται, προσπαθοῦντες ὅλοι μαζὶ διὰ τὸ κοινὸν ὄφελος, καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ὄχι ὀλίγας φορὰς σφάλλουσι;», σελ. 64

Αυτή τη δημοκρατική διοίκηση επιθυμεί να προσπεράσει με τις προτροπές του προς ένα πρόσωπο: «ὦ πατριάρχα». Κι αυτή είναι η δεύτερη φορά που ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα υποπέσει στην «Ἑλληνικὴν [Διαφωτιστικὴν - Φωτισμένην] Μοναρχίαν», ξεχασμένος μέσα εις το «σκοταδιστικὸν κουβάρι» του ακραίου διαφωτισμού, που ο ίδιος έχει πλέξει για τον εαυτόν του και τους κακόβουλους αναγνώστες του.

Θα πρέπει λοιπόν να του αποδοθεί άδικο, για πολλοστή φορά, εις τις διδασκαλίες του:

«Δὲν ἠξεύρετε, ὦ Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἀρετὴ τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοὺς θρόνους; [...] Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;», σσ. 141-142

Ο «Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης» δεν είναι τύραννος καίτοι πατά σε θρόνο επάνω, διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κυβερνάται από Νομοθετικά Διατάγματα θεσπισμένα δια μέσω δημοκρατικών διαδικασιών ψηφοφορίας των μελών της Εκκλησίας και διότι επιπλέον προεδρεύει ορθώς στις ψηφοφορίες της Ιεράς Συνόδου. Η δε Ιερά Σύνοδος είναι υπεύθυνη για την δημοκρατική εφαρμογή αυτών των Κανόνων:

«Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου ὡς νόμους ἀπαραβάτους... », σελ. 77

 

Εν τάχει...

Ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» επιθυμεί κάποιος που πατά «εἰς θρόνον» να επιληφθεί των ιδικών του συμβουλών εφαρμόζοντας τες επί των άλλων, δίχως καν να τους ρωτά, μετατρέποντας κατά αυτόν τον τρόπο το ιδικό του πόνημα «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν» εις «Ἑλληνικὴν [Διαφωτιστικὴν - Φωτισμένην] Μοναρχίαν». Αυτός άλλωστε είναι μερικές φορές ο συνηθισμένος κανόνας της Δυτικόφερτης διαφωτιστικής λαίλαπας. Η επιβολή κανόνων «ἐλευθερίας» δια μέσω νόμων «τυραννίας», όπου ο «ὡφελειμένος»  δεν ερωτάται για το ιδικόν του «ὥφελος».

Οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο «Ανώνυμος Έλλην» θα ενθυμηθεί τους ιερούς νόμους («Νομαρχίαν») και τη Δημοκρατία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι όταν ψέγοντας τους κληρικούς για ακόμη μια φορά επί της όποιας «δοθείσης» (κατασκευασμένης) ευκαιρίας, επιχειρηματολογεί αναιδέστατα υπέρ του εαυτού του

«Ἂς μὴν μὲ νομίσουν ἀνευλαβῆ, ἂν ἀκούσωσι νὰ καταφρονῶ τὴν σημερινὴν καλογερικήν των σύστησιν καὶ διαγωγήν, ἀλλ᾿ ὡς ζηλωταὶ τῆς ἐπανορθώσεως καὶ δόξης τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, νὰ στοχασθῶσι, ἂν εἶναι εὔκολον, νὰ ξαναλάβῃ τὸ γένος μας τὴν ἐλευθερίαν του, ἐν ὅσῳ σώζεται ὁ οἰκιακὸς ἐχθρός της, ἡ ἀμάθεια, λέγω, ἡ δεισιδαιμονία καὶ ἡ κατάχρησις τῆς θρησκείας, ἢ ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις, καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.», σελ. 99

Θα κατακρίνει επιπλέον την «Ἱερὰν Σύνοδον» δια μέσω «ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἠθικῶν νομοθεσιῶν», τους οποίους  προσπερνά ξεδιάντροπα όταν είναι να επιβάλλει την ιδική του «τυραννικήν» άποψη μη λογαριάζοντας τίποτα και κανέναν.

«ἡ Σύνοδος ἔχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν ὀθωμανικὴν δυναστείαν, καὶ ἐξακολούθως, ὅταν ὁ πατριάρχης, δὲν τῆς ἀρέσκῃ, εὐθὺς τὸν ἐξορίζει. Καὶ δὲν τῆς ἀρέσκει πάντοτε, ὅταν δὲν ὁμογνωμῇ μὲ αὐτήν, καὶ ὅταν δὲν ὑπογράφῃ, χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ ὅ,τι γράμμα τοῦ παραδώσῃ.», σελ. 111

Το «ὦ πατριάρχα» λοιπόν δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό νόημα, όταν ο ίδιος ο Διαφωτισμός απλά χλευάζει τον Πατριάρχη μαζί με τη νοημοσύνη του αναγνώστη. Ζητώντας υποκριτικά ο «Ανώνυμος Έλλην» την επιβολή μιας σειράς «ἡθικῶν διαφωτιστικῶν κανόνων» του Πατριάρχη επί των υπολοίπων Ορθοδόξων, έχει τη γνώμη πως:

«Ὁ πατριάρχης ἔχει μίαν ἐξουσίαν σκιώδη καὶ ψεύτικην ἐπάνω εἰς τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τολμεῖ νὰ ἐξορίσῃ κανένα ἀπὸ αὐτήν, ἂν καὶ ὅλα τὰ δίκαια ἤθελε τὸν βιάσουν, ἐπειδή, τότε, οἱ λοιποὶ εὐθὺς ἐξορίζουν αὐτόν, καὶ βάζουν ἄλλον καὶ ξανακαλεῖ τὸν ἐξορισθέντα σύντροφόν των», σελ. 111

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο «Ανώνυμος Έλλην» παραδοξολογεί από πολιτικό φανατισμό· όταν θα θελήσει να στηλιτεύσει την τυραννία του Σουλτάνου, πέρα του ότι θα υπαινιχθεί ότι κανείς δε ζούσε με βεβαιότητα για πάνω από μία ώρα ή μέρα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενδεικτικό του φανατισμού του, θα δεχθεί πως όλοι υπακούν απαράβατα στις εντολές του, σε βαθμό αμαρτήματος:

«Ὁ λόγος του εἶναι νόμος ἀπαράβατος, καὶ οἱ σκλάβοι του νομίζουσι μεγαλείτερον ἁμάρτημα τὴν παρακοὴν πρὸς τὰ ἐντάλματά του, παρὰ ἐνεργοῦντες τα νὰ ἤθελαν ἐκτελέσει τὰς πλέον φοβερὰς ἀδικίας. Ὅθεν, δὲν εὑρίσκεται οὔτε ἕνας, ὁποὺ νὰ ζῇ βέβαιος ὑπὸ τῆς δυναστείας του, δὲν λέγω διὰ μίαν ἡμέραν, ἀλλ᾿ οὔτε διὰ μίαν ὥραν.», σελ., 78

Εντούτοις, όταν θα θελήσει να ασκήσει ρητορική πίεση υπέρ μιας επαναστατικής ανατροπής, θα διδάξει πως οι εντολές του Σουλτάνου, «τέσσαρας ὥρας» απόσταση από την Κωνσταντινούπολη «δὲν ἀξίζουν τίποτες»:

«Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου, τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες;», σελ. 148

Προφανώς όντας ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» μακριά, πενήντα «τέσσαρας ὥρας» εις τη Δύση, ένιωθε ασφαλής από το Σουλτάνο· κι όπως δεν αντιλαμβάνονταν τη Διοίκηση της Εκκλησίας, ομοίως δεν αντιλαμβάνονταν ότι «τέσσαρας» και περισσότερες ώρες μακριά από τη Βασιλεύουσα, άλλοι έπαιζαν το κεφάλι τους κορώνα γράμματα και δεν είχαν τόσην χρεία από τις «ξυλοσοφίες» του.

 

Συμπέρασμα

Παραπάνω τέθηκε το εξής ερώτημα:

Πώς λοιπόν οι προτροπές με το «ὦ πατριάρχα» μπορεί να έχουν ουσιαστικό νόημα, όταν ο ίδιος ο Διαφωτισμός αποδέχεται τον Πατριάρχη ως άβουλο «πιόνιν» που το χρησιμοποιεί η «μιαρὰ Σύνοδος»;

Η απάντηση σε αυτή την απορία θα μπορούσε να δοθεί όταν αναλογισθεί κανείς την δυνατότητα υποκριτικής στάσης του «Ανωνύμου του Έλληνος», με την έννοια του ότι ενώ εις την ουσία φαίνεται να μισεί την Εκκλησία και να μην αντιλαμβάνεται τα δόγματα, τους θεσμούς και την πνευματική της διδασκαλία, παριστάνει τον έχοντα σχέση με τον ανώτερο κλήρο θέλοντας να αποκτήσει δια μέσω αυτού συγγραφικό κύρος μιας κι ένας εξ αυτού, δηλαδή ο Πατριάρχης, θα αναγνώσει υποτίθεται το έργο του, τουλάχιστον εις το μυαλό του δικού του διαφωτιστικού αναγνώστου, ως να είναι φυσικά παρόν («ὦ πατριάρχα»).

Από την άλλη μεριά πετυχαίνει δε να παρουσιάσει εαυτόν ως ενδιαφερόμενο περί του Ορθοδόξου δόγματος, διότι κάθε άλλη πιο ακραία, ίσως αντιχριστιανική, τοποθέτηση εις το γραπτό του, θα ξένιζε αρκετά τους δυνητικούς παραλήπτες Ρωμιούς, όπως σωστά σημειώνει ο Κιτρομηλίδης:

«Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει απ’ όσα έχουν προηγηθεί είναι το ακόλουθο: ήταν ο αντικληρικαλισμός του Διαφωτισμού μια απλή επίθεση κατά της διαφθοράς του κλήρου, μια κριτική, έστω δριμεία, των ηθικών αποτυχιών της εκκλησιαστικής ηγεσίας, κινημένη από γνήσια αφοσίωση στις πνευματικές και ηθικές απαιτήσεις της πίστης, όπως επέμεναν οι περισσότεροι από τους επικριτές της Εκκλησίας, ή η οξεία κριτική του κλήρου στην πραγματικότητα συνεπαγόταν την υιοθέτηση της φυσικής θρησκείας του Διαφωτισμού, οδηγώντας λογικά σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεμελίων της ορθόδοξης πίστης; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολες, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη την προφανή αντίφαση μεταξύ των δηλωμένων ορθόδοξων προθέσεων ορισμένων συγγραφέων από τη μια πλευρά και της αντιθρησκευτικής χροιάς των επιχειρημάτων από την άλλη.

Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση τόσο της Ελληνικής Νομαρχίας όσο και του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων. Οι διαβεβαιώσεις των συγγραφέων για τη γνησιότητα της εμμονής τους στην ευαγγελική αλήθεια και την Ορθοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τις διάφανες δεϊστικές θρησκευτικές τους προτιμήσεις, οι οποίες αντανακλώνται στην πρόκριση μιας απλουστευμένης και εξορθολογισμένης θρησκείας. Από αυτή την άποψη θα ήταν εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι οι περί της Ορθοδοξίας διακηρύξεις υπαγορεύονται κατά πρώτο λόγο από τακτικές σκοπιμότητες, συνδεδεμένες με την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής απήχησης για την επιχειρηματολογία τους, η οποία απευθυνόταν σε κοινό έντονα προσηλωμένο στη θρησκεία. Φαινόμενα θρησκευτικής κριτικής που ήδη μνημονεύσαμε, όπως ο αντικληρικαλισμός της Νεωτερικής Γεωγραφίας και η αντινομία που επισήμανε ο Μοισιόδαξ μεταξύ παιδευτικής προόδου και των απαιτήσεων της θρησκείας, αντιπροσώπευαν ουσιαστικά πρώιμες εκδηλώσεις αυτής της πνευματικής στάσης. Η θρησκευτική στάση του Κοραή, όπως θα παρουσιαστεί στο επόμενο κεφάλαιο, μπορεί να γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτή με ανάλογους όρους.

Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνες του Παμπλέκη και του "Ανώνυμου του 1789", τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Η θρησκευτική τους κριτική ξεπερνούσε το δεϊσμό, φτάνοντας σε αμφισβήτηση, ανασκευή, ακόμη και διασυρμό βασικών θρησκευτικών δογμάτων και εκκλησιαστικών μυστηρίων -μια θέση που στην ουσία ισοδυναμούσε με απόρριψη της θρησκευτικής πίστης. Μερικές αιχμές της επιχειρηματολογίας του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων, και ιδιαίτερα η άποψη ότι η θρησκεία υπνωτίζει τις μάζες- πράγμα που σχεδόν θυμίζει τη μεταφορά για το "ὄπιο τοῦ λαοῦ", μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη κάποιας συνάφειας αυτού του κειμένου με το ρεύμα του αντικληρικαλισμού, που εξελίχθηκε σε κριτική της ίδιας της πίστης.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 377-378)

Οι ακραίοι Διαφωτιστές της εποχής εκείνης δεν μπορούσαν να αποφύγουν τους παραλογισμούς, τις μικρότητες και τη χείριστη συμπεριφορά, ιδίως έναντι του κλήρου· αυτοί οι ακραία «πεφωτισμένοι» με την ανάγνωση λίγης Φυσικής ή Γεωγραφίας, ποιότητας του σημερινού Δημοτικού και λίγη ανάγνωση της ιστορίας του σημερινού Γυμνασίου, ένιωθαν να έχουν καταστεί «ἄνθρωποι ἀνωτέρας ἡθικῆς ποιότητος», την ίδια ώρα που πνίγονταν μέσα σε βούρκους αλαζονείας:

«Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη»», σελ. 111

Το ερώτημα είναι: γιατί αλήθεια θα έπρεπε όλοι οι ιερείς να γνώριζαν την επιστήμη;  Επειδή το διατυμπάνιζαν οι διαφωτιστές,... αυτοί οι «ἀνώτεροι»; Σάμπως όλος λαός τη γνώριζε ή τη γνωρίζει; σάμπως όλοι οι Διαφωτιστές γνωρίζουν ή γνώριζαν θεολογία, τι είναι ο Χριστός κι τι ο Τριαδικός Θεός;

Αν κρίνει κανείς από τα ίδια τους τα λόγια, οι περισσότεροι είχαν κι έχουν πλανηθεί από την «παρεπιστήμην», δηλαδή την κακή χρήση της γνώσης κι από ένα σωρό αιρετικές απόψεις που δεν τους βοηθούν καθόλου να δουν την αλήθεια. Άλλωστε η «κριτικὴ τῆς αὐθεντίας» τόλμησε να αγγίξει το «Ἰησούν Χριστόν». Κι αυτό δείχνει στο κάθε γνώστη του Θεού, την «ἀπέραντον καρδιακήν βλακείαν» εις την οποία είχαν κι έχουν μπλέξει από μόνοι τους, δίχως ίσως κανείς να τους την έχει διδάξει.

Πραγματικά, φοβερή η δική τους «αὐθεντικὴ ἀποκάλυψη ἱδεῶν» στον κόσμο. Τέτοιες ιδέες είχε ανακαλύψει κι ο «Διάβολος» πολύ πριν από αυτούς, αν και δεν φοίτησε σε κανένα «Πανεπιστήμιον τῆς Δύσεως»· κοκορεύονταν μόνο κι εκείνος για αυτές, ως έκαναν κι εκείνοι.

Τι λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην» εις τον «Πατριάρχην»;

«Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν...», σελ. 124

Μόνο που χρειάζεται ένα θαύμα για να πιστέψει κανείς τις παραδοξολογίες του.

 

Διαφωτιστικό Ανέκδοτο

«Στο έργο του Ηθική Φιλοσοφία, που και αυτό δεν εκδόθηκε παρά δύο σχεδόν αιώνες μετά το θάνατό του, ο Δαμοδός  [Βικέντιος Δαμοδός (1700-1752)] καταφέρεται ρητά κατά της δεσποτικής εξουσίας τόσο στην οικογένεια όσο και στην κοινότητα. Η εξουσία του συζύγου στην οικογένεια δεν είναι "δεσποτική", δηλαδή αυθαίρετη, αλλά "πολιτική", οφείλει δηλαδή να συμμορφώνεται με ορισμένους κανόνες δικαίου· με την ίδια έννοια η εξουσία των πατριαρχών και των επισκόπων "εἶναι πολιτικὴ, διὰ τοῦτο, ἄν ἕνας ἐπίσκοπος διατάξῃ ἕνα πράγμα ἄδικον, τοῦ ἀντιστέκεται ὁ λαὸς". [Βικέντιος Δαμοδός, Σύνοψις Ηθικής Φιλοσοφίας, επιμ. Τ. Ζήση και Λ. Δεπούντη, Αθήνα 1940, σ.90]»,  σελ. 52

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, .... καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια [...] διόρθωσον [...] Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους [...] Ἐμπόδισε τὰ θαύματα [...] σμίκρυνε ....», σσ. 123-124

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γεώργιος Τερτσέτης: «Ποίας καὶ πόσης εὐεργεσίας ἐστάθη μεστὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πατριαρχικὴ ἐξουσία, σᾶς ἐνθυμίζω μόνον ὡς παράδειγμα τὴν Ἑπτάνησο. Ἑπτὰ νησιά, κυματιζόμενα μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος μὴ ὑποκείμενα εἰς τὸν Σουλτάνο, πλακωμένα ὅμως ἀπὸ ξένη χέρα δεσποτικήν, μαγευμένα ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν χάριν τοῦ πολιτισμοῦ, ἀγριεμένα ἀπὸ τὸ θέαμα καὶ τὸ ἀκρόαμα τῆς γειτονικῆς βαρβαρότητας καὶ δουλείας, πλὴν διὰ παντὸς ἐφύλαξαν πίστιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα, χάριν τὸ περισσότερο ὡς μοῦ φαίνεται, εἰς τὴν ἀσάλευτην ὑποταγήν τους πρὸς τὸν πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σσ. 38-39)

 

 

Η ΥΓΕΙΑ & Η ΥΓΕΙΑ (ΝΗΣΤΕΙΑ)

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 123 )

 

«Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν, καὶ αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δουλεύουν, διὰ δὲ τὰς σαρακοστάς, νὰ τὰς σμικρύνῃ, καὶ τὰς περισσοτέρας νὰ τὰς ἀποβάλῃ. Καὶ τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα, καὶ τρέφεται καλλιότερα.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 123)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Η αντιπάθεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τον κλήρο, είναι στο γραπτό του πρόδηλη και μεταφέρεται με το ίδιο τσουβάλι επιχειρημάτων της δυτικής αντιθρησκευτικότητας.

 

Οι πνευματικές καταβολές

Οι έλληνες της δύσεως είχαν εμποτισθεί μερικές φορές από το Διαφωτισμό με ακραίες «ξυλοσοφίες». Οιαδήποτε ιδέα γεννιόταν εις τη Δύση, οι έχοντες «κόμπλεξ» [«σύμπλεγμα»] κατωτερότητας ιδεών, απόψεων ή αλήθειας, έτρεχαν να την προσλάβουν.

Λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην»: «Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ. 127

Ο Κοραής, σαν τους περισσότερους μαχητικούς διαφωτιστές, διαπνέονταν κι από αντικληρικαλισμό κι από αντιθρησκευτικότητα, αυτή την τελευταία εκφρασμένη ως «ὁρθολογικὴν» εξέταση του θρησκευτικού φαινομένου της Ορθόδοξης Ανατολής:

«Ο [Άγιος Αθανάσιος] Πάριος είχε κληρονομήσει τον ζήλο του δασκάλου του και πήρε για πρώτη φορά μέρος στις ιδεολογικές συζητήσεις του τέλους του δέκατου αιώνα, όταν το 1791 κυκλοφόρησε τα χειρόγραφα αντίγραφα επιστολιμαία διατριβή κατά των περί νηστείας απόψεων του Κοραή [Α. Κοραής, Αλληλογραφία, τομ. Α΄:  1774-1798, σσ.150-153]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 439)

Οι έλληνες διαφωτιστές είχαν κληρονομήσει από τη δύση την ιδεολογική μάχη κατά της Χριστιανικής Νηστείας. Ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» είχε ακολουθήσει τα χνάρια των ως  πειθήνιος ιδεολόγος.

 

Οι κολακείες, η νηστεία & η υγεία

Όπως κι αλλού ελέχθη, το «πονημάτιον» του «Ανωνύμου του Έλληνος» υποστηρίζει πως οι Ρωμιοί ένεκα της φύσης και των τροφών τους δεν αρρωσταίνουν ποτέ:

«Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των [Ἑλλήνων] καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον. Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος. Τὸ σέβας των πρὸς τοὺς γέροντας καὶ ἡ ἀγάπη των διὰ τὴν δόξαν εἶναι ὁμοῖαι μὲ τῶν Σπαρτιάτων. Εἶναι λίαν εὔστροφοι, ἀγαποῦσι καταπολλὰ νὰ ἐπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ὑπόθεσιν, καὶ εἶναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρὰ δειλοί. Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος», σσ. 153-154

Αν κι Έλληνες στην «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν» παρουσιάζονται ως υγιέστατοι, καίτοι αυτοί όντες για αιώνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι, δηλαδή ακολουθούντες τις Χριστιανικές νηστείες από εκατοντάδες χρόνους, πριν δηλαδή ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» κι οι όμοιοι του υπάρξουν ουσιαστικά κι ιδεολογικά, δια «χάριν τῶν Κοσμικῶν Ἀγίων Πατέρων Φραντζέζων» αυτών, ο τελευταίος θα υποστηρίξει ότι οι ορθόδοξες νηστείες βλάπτουν την υγεία με την στέρηση των ορισμένων δι’ αυτών τροφών: 

«εἰς τὸν λαόν [...] αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν..», σελ. 123

Έχει ξεχάσει ωστόσο ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» εκείνα που κατάγγελλε καθώς κατηγορούσε για πολλοστή φορά τον Οικουμενικό Πατριάρχη:

«Τὰ συνηθισμένα των φαγητὰ [τῶν χωριατῶν] εἶναι ἀγριολάχανα καὶ ψωμὶ ἀπὸ κριθάρι, δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον μόνον τρώγοσι κρέας.», σελ. 83

Αν οι Έλληνες χωριάτες, οι πιο πτωχοί για τον «Ανώνυμο Έλληνα», έτρωγαν 2 ή 3 φορές το χρόνο κρέας, τότε η νηστεία δεν επέφερε τίποτα περισσότερο σ’ αυτούς από ότι ήδη η τυραννία ή η κοινωνική διάταξη είχε επιφέρει.

Την μεγάλη φτώχεια των χωριατών σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες, είχε παραδεχθεί ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» αλλαχόθεν:

α. «Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.», σελ. 86

β. «Ἔ! ἀδελφοί μου, φίλτατοί μου Ἕλληνες, ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ. Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα. Βέβαια, ὁ πλούσιος ὀθωμανὸς τρέφει τὰ ἄλογά του μὲ πολλὰ καλλιότερα φαγητὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποὺ φυλάττουσιν εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὰς θλίψεις τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον χωριάτην.», σελ. 87

Εντούτοις, καίτοι ο  «Ανώνυμος Έλλην» είχε υποστηρίξει πως οι άρρωστοι δεν ευρίσκονταν στα χωριά της Ελλάδος, αλλά και πως το κρέας είναι λιγοστό, για να εκτοξεύσει ακόμη μια γενικευμένη κατηγορία προς την κλήρο θα παραδεχτεί, ότι οι Έλληνες αρρωσταίνουν, με το κρέας να φαίνεται διαθέσιμο, αλλά και πως οι κληρικοί «ἐν γένει» αφορίζουν τους αρρώστους που τρώνε κρέας:

«Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες! Ποῦ εἶσθε τὴν σήμερον, νὰ ἰδῆτε τοὺς ἀπογόνους σας, καὶ νὰ συγκλαύσητε, μαζὶ μὲ ὅσους τὴν ἀλήθειαν γνωρίζουσι, διὰ τὴν ἀθλιότητά τους; Ἐσεῖς ἐπαραγγείλετε τὴν νηστείαν, διὰ νὰ χαλινώσητε ὁπωσοῦν τοὺς γαστριμάργους, αὐτοὶ ἀναθεματίζουσι καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, ὅταν κρεοφάγωσι.», σελ. 118

Όλα αυτά συνθέτουν το χαρακτήρα της «Ελληνικής Νομαρχίας»· δηλαδή το μαχητικό διαφωτισμό εις τα άκρα. Από μία τη πλευρά κολακείες προς το ελληνικό έθνος, ότι τάχα κανείς δεν αρρωσταίνει αν είναι χωριάτης, κι από την άλλη υπεργενικεύσεις κι υπερβολές στα ρητορικά κατηγορητήρια κατά του κλήρου.

 

Ο αντικληρικαλισμός...    Η νηστεία αφανίζει την υγεία & η ακρασία αφανίζει την υγεία

Ο αντικληρικαλισμός έρχεται πιο ξεκάθαρα ακόμη στην επιφάνεια της «Ελληνικής Νομαρχίας», όταν κανείς αντικρίζει την ιδιαίτερη πολιτική αντιπάθεια του διαφωτισμού προς τους ιερείς και τους μοναχούς. Μέσα από αυτή την αντιπάθεια, ο «Ανώνυμος Έλλην» δια μέσω φιλοσοφικών ερωτημάτων απορούσε λέγοντας:

«Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι...», σελ. 114

Στο ερώτημα αυτό, έδινε μια κατηγορηματική απάντηση δια μέσω ενός συγκεκριμένου, πλην ανωνύμου, ιερατικού παραδείγματος «γαστριμαργικῆς πολυφαγίας», που ίσως προέκυπτε από τον πλούτο και τις «ληστείες»:

«Ὁ νῦν [ἀρχιεπίσκοπος] Ἰωαννίνων, καθὼς ἤκουσα ἀπὸ ἕνα μάρτυρα αὐτόπτην, εἰς τὸ πρόγευμα τρώγει δύο ὀκάδες γιαούρτι, καὶ εἰς τὸ δειλινὸν μισὴν ὀκᾶ σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τὰς ὁποίας τρώγει μὲ τὸ χουλιάρι.», σελ 114

Αν κρίνει κανείς από το ανωτέρω παράθεμα, θα αντιληφθεί πως η εγκράτεια εις τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα» θεωρείται «ἀρετὴ» («διὰ νὰ χαλινώσητε ὁπωσοῦν τοὺς γαστριμάργους») με την οποία θέλησε να ελέγξει τους κληρικούς, ως πνευματικούς αντίπαλους του Διαφωτισμού· εις αυτήν την «τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς» φαίνεται, πως οι νηστείες οι οποίες «ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν», τελικά δεν έχουν καμία επίπτωση· αν κι «ἀγανακτεῖ» ο συγγραφέας, εντούτοις «ὁφείλει» να τελέσει τη γνωστή σʼ αυτόν «θυσίαν»:

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.»,  σελ. 100

Η οκά την εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήτο 1,2829 χλγρ. (Πηγή: http://www.el.wikipedia.org/wiki/Οκά)· κατ’ αυτόν τον τρόπο 2 οκάδες γιαούρτι είναι 2.560 χλγρ = 630 Kcal ενώ μισή οκά σαρδέλες είναι 644χλγρ = 831Kcal. Σύνολο δηλαδή 1461 Kcal οι οποίες όχι μόνο πρέπει να συμπληρωθούν κατά 1000 ακόμη για να είναι πλήρης ως διατροφή ενός άρρενος ανθρώπου ημερησίως, αλλά χρειάζονται πολλές περισσότερες τροφές για να στηριχθεί μια κάποια βάσιμη κατηγορία περί του ότι οι κληρικοί «Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι» ή ότι ακόμη περισσότερο «πλουτίζουσι»:

«...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.

Με άλλα λόγια δεν είναι δυνατόν ο διαφωτισμός να απαιτεί για το λαό της εκκλησίας να πάψει τις νηστείες επειδή είναι «νηστικός», όταν παράλληλα τις απαιτεί εμμέσως εις τους ιερείς, δίχως και να μπορεί να στηρίξει αποδεικτικά κάποιες δικές τους «γαστριμαργικὰς πολυφαγίας»· δηλαδή να στηρίξει το ότι αυτοί δεν είναι «νηστικοί», καθόσον «πλούσιοι».

Η συνήθεια δε της λήψης κύριας τροφής (2 κιλά γιαούρτι) εις το «πρόγευμα», δεν αποτελεί απόδειξη περί του ότι θα ακολουθήσουν ακόμη περισσότερα ή πιο «πλούσια» γεύματα κατά την υπόλοιπη διάρκεια της ημέρας, διότι δια τους γνωρίζοντες άνω της μίας διατροφικών συνηθειών, αρκετοί μοναχοί ή ιερωμένοι ελάμβαναν ή λαμβάνουν το κύριο πιάτο της καθημερινής τους τροφής εις το πρόγευμα κι όχι κατά το μεσημέρι (γεύμα), ως συνήθιζαν ή συνηθίζουν οι περισσότεροι στη δύση. Άλλωστε, η μείωση της ποσότητας της τροφής (μισό κιλό σαρδέλες) κατά το δειλινό, εις το προαναφερθέν παράδειγμα αυτό υποδηλώνει.

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» μπορεί κατά κάποιο τρόπο να δικαιολογηθεί για τις υπερβολές του έχοντας άγνοια εις την εποχή του για τις θερμίδες των τροφών, αντιθέτως δεν μπορούν να απαλλαγούν εκ της κατηγορίας οι νεοπαγανιστές και οι νεοδιαφωτιστές οι οποίοι θα ’πρεπε να γνωρίζουν όχι μόνο τα προειρημένα, αλλά να καταπειστούν κι από τα συμπεράσματα της σύγχρονης ιατρικής για τα ποίκιλλα οφέλη που αποκομίζει τουλάχιστον η σωματική υγεία του ανθρώπου από τη νηστεία, πέρα των πνευματικών οφελών που αντιλαμβάνεται και γνωρίζει ο Χριστιανός Ορθόδοξος πιστός όλων των εποχών.

Η υπερβολή του αντικληρικαλισμού του «Ανωνύμου του Έλληνος» θα φανεί άλλωστε κι αλλού. Ως είδε ο αναγνώστης ο προειρημένος συγγραφεύς, θα φορτώσει γενικά στους ιερείς, ακόμη και σε εκείνους τους «χωριάτας», δια μέσω ενός παραδείγματος του «νῦν  Ἰωαννίνων», την έλλειψη της «ἀρετῆς» της «νηστείας». Θα τους αποδώσει δε ακόμη και τον ρόλο του κλέπτη, ενώ θα χαρίσει ένεκα πολιτικών λόγων, δηλαδή ένεκα της αντίστασηςτους στον «τύραννον», αμνηστία στους πραγματικούς «κλέφτες» της εποχής, αποδίδοντάς τους απλόχερα και την «ἀρετὴ» της «ἐγκρατείας», την ίδια ώρα που δύνανται να αρπάξουν δια της ένοπλης βίας:

«Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», σελ. 152

Το πανηγύρι όμως του αντικληρικαλισμού έχει ακόμη τρεις χορούς να επιτελέσει.

Η πρώτη χορευτική φιγούρα συντελείται από τον διαφωτιστή «Ανώνυμο Έλληνα» όταν επιτίθεται εις τους ξενιτεμένους ομοεθνείς του, παρότι κι ο ίδιος ξενιτεμένος· εκεί και τότε, στοχοποιώντας τους πολιτικά, θα καταδικάσει την «ἀκρασίαν», δηλαδή το αντίθετο της νηστείας / εγκρατείας, διότι με αυτήν εκείνοι «Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν» τους καταντώντας «ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη»:

«Ἂν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς καταλαμβάνῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀλλογενῆ, τότε ἀναγινώσκει μὲ εὐχαρίστησιν τὰ δράματα τοῦ θεάτρου, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, τὰ ποιήματα χωρὶς νόημα, ἀλλὰ τὸν Πλούταρχον καὶ τὸν Ξενοφῶντα ἴσως τοὺς νομίζουσιν Ἀμερικάνους.

Τρέχουσι μὲ κάθε ταχύτητα εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἀκούσωσι τὸ τραγώδιον μιᾶς γυναικός, ἢ ἑνὸς ἀνδρός, ἢ ἄλλου τινὸς εὐνούχου, καὶ τοὺς ἐφημίζουσι - ἀλλ᾿ ὅποιος τοὺς διηγηθῇ τὰ βάσανα τῆς πατρίδος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ τοὺς ἔδερνε, καὶ φεύγουσι πάραυθα. Στέκονται μὲ ἄκραν ὑπομονήν, καὶ πολλάκις χωρὶς εὐχαρίστησιν, νὰ θεωρῶσι τοὺς χοροὺς εἰς τὸ θέατρον καὶ τὰ ἀγάλματα τῆς ἀσωτείας τριγύρωθεν, ἀλλ᾿ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοδεύσουν μίαν ὥραν εἰς ἀνάγνωσιν τῆς πατρικῆς μας ἱστορίας. Καὶ οὕτως κεχαυνώνονται, εἰς τρόπον, ὁποὺ καθίστανται ἄξιοι συμπονέσεως. Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν, φθείροσι τὰ ἤθη των μὲ τὴν ἀσωτείαν, καὶ γίνονται ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη.», σσ. 129-130

Η δεύτερη χορευτική φιγούρα του διαφωτισμού συντελείται κατά τη στοχοποίηση άλλων πολιτικών αντιπάλων του «πράκτορος Ανωνύμου του Έλληνος», των μοναχών· αυτοί, αντί σαν τους ξενιτεμένους να «Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν», αντιθέτως, καίτοι τρώγοντας 1.5 φορά περισσότερο από όσο τους αναλογεί, «χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν»:

«Οἱ τοιοῦτοι [100.000 μοναχοὶ], ὄντες ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε στοχασμὸν καὶ φροντίδα, χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν καὶ τρώγοσι διὰ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδας.», σελ. 118

Την τελευταία «χορευτικὴν πιρουέταν» θα επιτελέσει ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» άθελά του, ξανά με την περιγραφή της ζωής των κλεφτών. Τότε, όπως ελέχθη, θα τους εξυμνήσει για τις διατροφικές τους στερήσεις:

«Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις [...] ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα», σελ. 152

Τα δημοτικά τραγούδια πιστοποιούν την διατροφική διαταραχή του βουνίσιου:

«Μαύρη ζωή που κάνομε ἐμεὶς οἱ μαῦροι κλέφτες

Ποτὲ μας δεν ἀλλάζαμε καὶ δεν ἀσπροφοροῦμε.

Ὁλημερὶς στον πόλεμο τῇ νύχτα καραούλι.

Δώδεκα χρόνους ἔκαμα στους κλέφτες καπετάνιος.

Ζεστὸ ψωμὶ δεν ἔφαγα γλυκὸ κρᾶσι δεν ἤπια.

Τὸν ὕπνο δεν ἐχόρτασα, τοῦ ὕπνου τῇ γλυκάδα(Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)

Αντί λοιπόν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» να ανησυχεί για την ιστορικά πιστοποιημένη σκληροτράχηλη ζωή των κλεφτών, ανησυχεί υποκριτικά για τους πεδινούς («αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν»). Άραγε, γιατί δεν συνιστά εις τους κλέφτες καλύτερη διατροφή; Αστεία πράγματα. Οι καλύτεροι στρατοί στον κόσμο εκπαιδεύτηκαν μιας εξ αρχής εις την λιτότητα και δεν κατέβηκαν ποτέ στο πεδίο της μάχης μετά από «πλούσια συμπόσια»:

«...ο στρατός [των Ελλήνων] είχε δύο μεγάλα προτερήματα, την αντοχή και την ολιγάρκεια. Γιʼ αυτό και ο Κολοκοτρώνης δεν ανησυχεί πολύ για τον ανεφοδιασμό. Τα ίδια προσόντα είχαν και οι πολεμιστές της θάλασσας, που προέρχονταν από τους ναύτες του εμπορικού των Ελλήνων.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 194)

Αν λοιπόν στην ανωτέρω ενότητα «Οι κολακείες, η νηστεία & η υγεία» συντέθηκε ο χαρακτήρας της «Ελληνικής Νομαρχίας», ως εκείνος ο μαχητικός εκ του διαφωτισμού εις τα άκρα, τότε στην παρούσα ενότητα παραλαμβάνει την πιστοποίησή του:

«Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι. Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ. Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες.». σελ. 114

Κι όλα αυτά τα ρητορικά κι άλλα πολλά λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην» παρέα με τα υποκριτικά του διαπιστευτήριά:

«...πόσον γλυκὺ πρᾶγμα εἶναι νὰ ὁμιλῇ τινὰς τὴν ἀλήθειαν! Γλυκύτερον ὅμως καταπολλὰ εἶναι νὰ ἐκφέρῃ εἰς φῶς ἀληθείας ἐπωφελεῖς. Αὐτὸ ἐγὼ ἐπροσπάθησα, ἀγαπητοί μου, νὰ ἐκτελέσω καὶ ἐλπίζω νὰ ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ μου.», σελ. 163

 

Οι νηστείες, οι ευεργέτες & ο αντικληρικαλισμός

Ο αντικληρικαλισμός του Διαφωτισμού είναι αχόρταγος, ενώ ο «Ανώνυμος Έλλην» είναι αχόρταγος από το Διαφωτισμό. Ο τελευταίος «πράκτωρ τῶν Φρατζέζων» «κλαίγοντας» για τον ελληνικό λαό διαλαλούσε:

«εἰς τὸν λαόν [...] αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν..», (σελ. 123),

Ο κάθε αναγνώστης θα πρέπει να φαντάζεται μια Εκκλησία «πολύ κακή», όπου θέσπιζε νηστείες εις «τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον χωριάτην.», σελ. 87

Εντούτοις, θα πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης πως ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» ζητούσε εις τους ευεργέτες να φέρουν σε εξάντληση «τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον χωριάτην» με την περικοπή των χρηματικών ευεργεσιών τους:

α. «Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀγανακτήσῃ ἡ πατρὶς ἐναντίον σας, καὶ ὁποῖον ἔπαινον προσμένετε ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς σας; Στοχάζεσθε, ἴσως, καθὼς σᾶς τὸ προεῖπον, νὰ ἐκτελῆτε τὸ χρέος σας, πέμποντες μερικὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας; Ἡ πατρὶς τὰ δέχεται, ναί, μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, ἀλλὰ μόνον τὰ δέχεται μὲ τὸ νὰ ἐλπίζῃ νὰ σᾶς ἀπολαύσῃ ἐσᾶς τοὺς ἰδίους. Ἀλλεωτρόπως οὐχὶ ὡς δῶρον θέλει τὰ νομίσει, ἀλλ᾿ ὡς πληρωμὴν κακοῦ ἔργου. Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας.», σελ. 129

β. «Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε - ὃ μὴ γένοιτο, Θεέ μου! - τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ, ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;»,  σελ. 137

Ο «Ανώνυμος Έλλην» ήτο «πατριώτης»· το «πατριωτικὸν χρέος» του τον οδηγούσε να κατηγορεί τους ιερείς, επειδή έθεταν νηστείες στους «χωριάτας», οι οποίοι, αναγκάζονταν λόγω πτώχειας «νὰ ζωοτρέφωνται» πάρα πολύ «χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα»· όμως αυτού του «κακοῦ καὶ πονηροτάτου πράκτορος» , τόση κακοπέραση δεν του ήταν αρκετή για να πετύχει την «πολιτικὴν του ἀναμόρφωσιν» εις την Ελλάδα. Επειδή «ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει», ζητούσε από τους ευεργέτες να τους «σφίξωσιν πιότερον τὸ ζωνάριον». Αυτό ήταν άλλωστε δικαίωμά του. Όμως η θέσπιση σκληρότερων μέτρων εκ μέρους του, δεν του επιτρέπει να παριστάνει τον συγκινημένο:

«Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας.»,  σελ. 92

Αυτή η κατάσταση ήταν μία από τις σημαντικές προσπάθειες του διαφωτιστή «πατριώτη»· είχε καταφέρει να ρίξει το βλέμμα των ανθρώπων, από την Ουράνια Βασιλεία εις την «ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων», (σελ.60). Ο άνθρωπος πλέον «δὲν ἐχρειάζετο» τη θρησκευτική νηστεία για να ζήσει «τὸν αἰώνιον Παράδεισον τοῦ Θεοῦ», αλλά «ἐχρειάζετο ἀπαραιτήτως» να «σφίξει πιότερον τὸ ζωνάριον» ώστε να αλλάξει μια πολιτική κατάσταση, π.χ. να εισέλθει εις την Ε.Ο.Κ. (νυν Ε.Ε.) ή να ανατρέψει μια τυραννία και να μπει στον «κοσμικὸν παράδεισον»· ο «αἰώνιος κι ἄχρονος Παράδεισος τοῦ Θεοῦ» είχε αντικατασταθεί από τις κρημνισμένες και φθαρτές «πυραμίδες τοῦ Χέοπος», ο «Ἄγιος τοῦ Χριστοῦ» με τις ευλαβικές του νηστείες, είχε αντικατασταθεί από τον «πεινασμένον κοσμικὸν ἤρωα» με το σπαθί (πρβλ. «ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα», σελ.152), ο «δοῦλος τοῦ Θεοῦ» είχε γίνει «δοῦλος τοῦ κοσμικοῦ Κράτους», η «σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου» είχε αντικατασταθεί με «τὴν σωτηρία τῆς πατρίδος» κι η «ἀθανασία τῆς ψυχῆς» είχε αντικατασταθεί με την «ἀθανασία τοῦ ὀνόματος»· όλα αυτά ήταν άξια, αρκεί βεβαίως να υπήρχε «Ελληνική Νομαρχία» κι «ἐλεύθεροι πολίται», ήτις ένα πολιτικό σύστημα «ἄξιον» να καταλάβει τη θέση του Θεού και Παντοκράτορα:

«Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.», σελ. 26

Με λίγα λόγια, οι «νηστείες» των Ελλήνων για χάρη ενός κοσμικού αποτελέσματος θεωρούνταν από τον συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» ως επισύρουσες έργο πατριωτικής θυσίας άξιο «μεταθανάτειων ἐνδόξων στεφάνων», ενώ οι θρησκευτικές νηστείες «διὰ [...] τοὺς γαστριμάργους» επικίνδυνες γιατί  «ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν..», σελ. 123

 

Η νηστεία & η πολυτέλεια

Ευρίσκονται ακόμη δύο άξια περιεργείας ζητήματα εις την διαφωτιστική πολεμική του «Ανωνύμου του Έλληνος»· το πρώτο είναι ότι θαυμάζοντας τους Σπαρτιάτες για τη λιτότητά τους μάχεται διαρκώς την πολυτέλεια σε πλείστες περιπτώσεις του δοκιμίου του:

α. «Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62

β. «Ἡ πολυτέλεια δὲ ὡς γέννημα καὶ ἀποτέλεσμα σκιώδους καὶ φανταστικῆς δυνάμεως», σελ. 103

Κι εξηγεί ότι αυτή επέρχεται από τη γέννηση των χρημάτων:

γ. «Ἡ ἐφεύρεσίς των [χρημάτων] ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν, [...] Ἡ Ἑλλὰς δὲ ἐλλιπής, κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἐποχάς, ἀπὸ ἀξίους στρατιῶτας, ὁπού, ὡς προεῖπον, εἶχαν θυσιάσει ἡ ματαιότης Φιλίππου καὶ Ἀλεξάνδρου καὶ οἱ ἀναμεταξύ των πολέμοι, ὡσαύτως καὶ ἀπὸ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ὁ φθόνος καὶ ἡ πολυτέλεια εἶχαν φθείρει, [...] Ἡ πενιχρότης τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν, πρὶν λάβωσι τὸ σκῆπτρον τῆς δυνάμεως, ἀρκετῶς μᾶς δηλοποιεῖ τὴν πτωχείαν των, καὶ τὰς περισσοτέρας φοράς, ὅταν πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπικρατείας των, εὑρίσκονται καταχρεωμένοι, διὰ τὰ χαρίσματα ὁποὺ εἶναι βιασμένοι νὰ κάμνωσι, καὶ διὰ τὴν ἄκραν πολυτέλειαν, ὁποὺ φυλάττουσι. [...] Αὐξάνοντας λοιπὸν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον αἱ χρυσαῖ μονάδες καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ αὐξήσουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα, ἐφευρέθησαν τὰ μὴ ἀναγκαῖα. Καὶ οὕτως ἐγεννήθη ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους.», σσ. 102-103

Λεπτομερέστερα ο «Ανώνυμος Έλλην» υποστηρίζει πως η πολυτέλεια γεννήθηκε από τα μη αναγκαία, τα οποία με τη σειρά τους γεννήθηκαν από την περίσσεια της τροφής:

δ. «Ὁ Α. ἐπὶ παραδείγματι εἶχεν ἓν χωράφιον καὶ ὁ Β. ἑκατὸν πρόβατα. Ὅθεν, ὁ ἕνας ἄλλαζεν μέρος σιταρίου μὲ μέρος μαλλίου τοῦ ἄλλου καὶ ἔζουν ἀμφότεροι εὐχαριστημένοι. Ἔπειτα ἠθέλησαν νὰ δώσουν μίαν ἰδεαστικὴν τιμὴν αὐτῶν τῶν δύο εἰδῶν, καὶ εἶπον, τὸ ἓν κιλὸν σιτάρι νὰ ἀξίζῃ ὣς δύο, καὶ τὸ μαλλὶ ἑνὸς προβάτου ὣς τρία. Ἔπειτα ἔδωσαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν μὲ τόσας μεταλλένιας μονάδας. Τότε ὁ Γ. ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἔσκαπτε τὸ χωράφιόν του, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ σιτάρι, βλέποντας ὅτι ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ μονάδας καὶ νὰ λάβῃ σιτάρι, τοῦ ἐφάνη εὐκολώτερον νὰ πλάσῃ ἀπὸ αὐτὰς παρὰ νὰ σκάψῃ. Ὁ Δ. ὁποὺ δὲν ἤθελεν οὔτε νὰ σκάψῃ, οὔτε νὰ ζητήσῃ τὸ μέταλλον, ἐπιτηδεύθη νὰ ἐφεύρῃ ἓν εἶδος καινούργιον, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐτελείωσεν, ἤρεσεν τοῦ Ε. ὁποὺ εἶχεν πολλὰς μονάδας, καὶ εὐθὺς τὰς ἄλλαξεν μ᾿ ἐκεῖνο. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἤρχισαν νὰ πληθύνουν τὰ μὴ ἀναγκαῖα πράγματα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ τὸ περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν, δὲν ἦτον ἀναγκαῖον εἰς κανένα, ὡσὰν ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώγει, ἀφοῦ χορτάσῃ·». σελ.103

Με άλλες λέξεις και σύμφωνα με τον συγγραφέα, η πολυτέλεια γεννήθηκε από όταν ο άνθρωπος χόρτασε· αυτή η πλήρωση της τροφής, δηλαδή η πλήρωση των «ἀναγκαίων», τον οδήγησε να τα υπερκεράσει και να καταπιαστεί με τα «μὴ ἀναγκαία».

Είναι σίγουρο πως όποιος δεν έχει να φάει δεν δύναται να χαρακτηριστεί τελών εν την πολυτέλεια. Διότι κύριο μέλημά του ανθρώπου είναι ζήσει και να φάγει· το αναγνωρίζει κι ο συγγραφεύς («....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14).  Κι αν δεν έχει να φάγει για να ζήσει, τότε πωλεί τα πολυτελή του είδη ή εργάζεται για να αγοράσει την τροφή του.

Το ερώτημα είναι: πώς είναι δυνατόν ο «Ανώνυμος Έλλην» να επιθυμεί τους Έλληνες να μην έχουν πολυτέλεια, όταν παράλληλα τους επιθυμεί καλοθρεμμένους κι επικερδείς;

«Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν [...] εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δουλεύουν [...] τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα, καὶ τρέφεται καλλιότερα.», σελ. 123

Το ότι ζητά να καταστήσει τους Έλληνες επικερδείς, κι άρα εν πολυτέλεια διατελούντες, ενώ μισεί αυτή, καταφαίνεται στο ότι τότε οι χωριάτες «μόλις ἠμποροῦσι νὰ ζήσωσι ἀπ᾿ ὅσα τοὺς μένουσι», σελ. 83.

Συνεπώς οποιοδήποτε παραπάνω κέρδος «ἐξ ἀνάγκης» θα τους έφερνε εις εκείνη την «πολυτέλειαν» για την οποία ο «Ανώνυμος Έλλην» χολοσκά με τις «ξυλοσοφίες» του. Αυτός ήταν που έλεγε προς τους ιερείς: «Παύσατε ἀπὸ τὸ νὰ ἁρπάζητε πλέον, διότι ὅσα ἔχετε σᾶς φθάνουν νὰ ζήσητε ὡς ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ», σελ. 123

Αυτός δε ήταν που δίδασκε επίσης ότι η αρετή μεσούσης της τυραννίας λάμπει «ἀποκαθιστῶντας ... ὀλίγας τὰς χρείας» του ανθρώπου:

«Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας. Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του. Σύ, ὁποὺ χαρακτηρίζεις καὶ καταστεῖς ἀμετάτρεπτον τὸν ἐνάρετον. Ναί, ὁ ναός σου δὲν εἶναι ἐσφαλισμένος εἰς τὴν ὑποδουλωμένην Ἑλλάδα!», σελ. 93

 

Έτι αντικληρικαλισμός;

Μία τελευταία απόδειξη της «πρακτορικῆς» ενασχολήσεως του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι οι προρρηθείσες κολακείες του προς την υγεία των Ελλήνων της υπαίθρου:

«Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των [Ἑλλήνων] καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον. Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος. Τὸ σέβας των πρὸς τοὺς γέροντας καὶ ἡ ἀγάπη των διὰ τὴν δόξαν εἶναι ὁμοῖαι μὲ τῶν Σπαρτιάτων. Εἶναι λίαν εὔστροφοι, ἀγαποῦσι καταπολλὰ νὰ ἐπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ὑπόθεσιν, καὶ εἶναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρὰ δειλοί. Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος», σσ 153-154

Αυτό συμβαίνει όταν αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά κακοπερνούν, «νηστεύοντας» με το «ζόρι»:

α. «Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες [...] σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.», σελ. 86

β. «Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα.», σελ. 87

Χωρίς να τρώνε διόλου καλά αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζονται κολακευτικά ή πραγματικά υγιέστατοι· ούτε καν λόγος πως οι νηστείες μπορούν να διατηρήσουν η να επιφέρουν την υγεία· εντούτοις αυτό είναι αδιάφορο  εις την προκειμένη. Σημασία έχει πως η υγεία τους λειτουργεί ως έπαινος, αφού βρίσκονται σε  «μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον»· και ποιος αμφιβάλλει ότι λειτουργεί έτσι;

Την ίδια ώρα, η υγεία των μοναχών χρησιμοποιείται, όχι ως έπαινος, αλλά ως ψόγος, κι «ερμηνεύεται» με την «πολυφαγία»:

«Οἱ τοιοῦτοι [100.000 μοναχοὶ], ὄντες ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε στοχασμὸν καὶ φροντίδα, χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν καὶ τρώγοσι διὰ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδας.», σελ. 118

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αντικληρικαλισμού που πρέπει να πείθει και τον πλέον κακόπιστο. Κι αν δεν πείθεται ας έχει τούτο...

Λέγει ο «φωστὴρ Ανώνυμος Έλλην»:

«ἀποφασίζω νὰ λέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

Παρά τον όποιον εξαγγελλόμενο του διαφωτισμού «πόλεμον κατὰ τῆς διαφθορὰς» και της «ἀμαθείας», η όποια «ἀμάθεια» σε άλλα στρώματα του λαού γίνεται αντικείμενο αξιοπερίεργης συγκαταβατικότητας:

α. «Ἴδατε ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162

β. «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς», σελ. 37

γ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς [τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.», σελ. 157

Βάση της ίδιας πολιτικής κακολογίας, οι Έλληνες εξάλλου «δε χρειάζονταν» στην εποχή του «Ανωνύμου του Έλληνος» ιατρούς, ωσάν οι τελευταίοι να είναι αθάνατοι κι υπερφυσικά υγιείς. Εντούτοις πολλοί Έλληνες φαίνεται ότι σπουδάζουν ιατρική στο εξωτερικό, «άγνωστο» για ποιον λόγο· πιθανόν, εφόσον «δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος» στα χωριά, τότε να βρίσκεται «μόνον» στις πόλεις:

«Μερικοὶ νέοι μάλιστα, εὐθὺς ὁποὺ ἀλλάξουν τὰ φορέματα τῆς πατρίδος, θέλουσιν ἐξ ἀποφάσεως νὰ φανῶσιν ἀλλογενεῖς καὶ σχεδὸν δὲν καταδέχονται οὔτε κἂν νὰ συναναστρέφωνται εἰς τὴν ὁδὸν μὲ τοὺς ὁμογενεῖς των. Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν, τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας; Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.», σελ. 131

 

Πανεπιστημιακών & Εμπόρων Επίλογος

Σε ορισμένα ελληνικά πανεπιστήμια, κάποιοι καθηγητές που διδάσκουν διαφωτισμό, και «δικαιωματικά» γι’ αυτούς επειδή τον συμπαθούν ή πρόσκεινται εις την ιδεολογία του, αρθρώνουν το μάθημά τους ως μια αντιπαράθεση «επιστημόνων» διαφωτιστών από τη μεριά και «σκοταδιστών» κληρικών από την άλλη.

Για να θεμελιώσουν αυτή την τραγωδία, ενώ η κύρια αντιπαράθεση των τότε ήταν ζήτημα πολιτικής για τους μεν, πνευματικής για τους δε, τί κάνουν;  Κατεβάζουν μια διαφωτιστική αυλαία συγκάλυψης εις τα κεφάλια των μαθητών τους, η οποία φανερώνει πως οι «διαφωτισταὶ» είχαν το «δίκαιον», εφόσον είχαν μαντέψει σωστά γύρω από το ζήτημα του ηλιοκεντρισμού, ενώ οι δε «συντηρητικοὶ» (μειωτικά)  ή «σκοταδισταὶ» (!) [λ. Κιτρομηλίδης] μοναχοί / κληρικοί, είχαν το «ἄδικον», εφόσον είχαν μαντέψει λάθος περί αυτού, βασιζόμενοι σε μια «παρωχημένη» ερμηνεία της «στάσεως τοῦ ἠλίου ἐπί Ἰησοῦ τοῦ Ναυὴ» και στην αρχαία ελληνική Πτολεμαϊκή παράδοση του γεωκεντρισμού.

Το ότι μαρτυρούν το ιστορικό γεγονός αυτής της αντιπαράθεσης είναι κατανοητό και θεμιτό. Όμως αυτό δεν το πράττουν από επιστημοσύνη ή δικαιοσύνη. Το πράττουν ως ένα είδους αντίβαρου που συμφέρει την «ἐπιστημονικὴν θεμελίωσιν» του διαφωτισμού, έναντι του αντίπαλου δέους, των Ορθοδόξων «συντηρητικῶν». Αυτό ενδείκνυται από δύο τινά:

α. Δίνουν βάση εις την διαμάχη του ηλιοκεντρισμού, διότι η κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο είναι «τῇ σήμερον γνωστὴ τοῖς πάσοι», συμπεριλαμβανομένων των μαθητών. Έτσι δεν θα χρειαστεί να θεμελιώσουν την «ἐπιστημοσύνην» των διαφωτιστών εμπλεκόμενοι σε πιο δύσκολα ζητήματα για τους μαθητές, ως η Φυσική, η Χημεία και τα Μαθηματικά, εις τα οποία οι «διαφωτισταὶ» δεν ήτο αλάθητοι, όπως κανείς άνθρωπος δεν είναι, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος.

β. Δεν θα παρουσιάσουν ποτέ τη διαμάχη της θρησκευτικής νηστείας, η οποία «τῇ σήμερον» έχει αποδειχθεί επιστημονικά (κοσμικά) ως συμφέρουσα τον «ἀνθρώπινον ὁργανισμὸν πολυποικίλως». Αν έπρατταν τοιουτοτρόπως, θα αναγκάζονταν να μειώσουν την αίγλη του διαφωτισμού έναντι των μαθητών τους· πράγμα που δεν επιθυμούν, ιδίως οι κάτοχοι εδρών σε πανεπιστήμια τα οποία υπήρξαν παλαιότερα «κέντρα ἀνθήσεως τοῦ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ»· αυτό ίσως να μείωνε εξαιρετικά το «prestige» (γαλιστί) που νιώθουν για την έδρα τους, ως «παλαιὸν κέντρον λογιοσύνης».

Το ελληνικό πανεπιστήμιο μερικές φορές δεν αναπτύσσει το διάλογο. Παρουσιάζει φαινόμενα «διδασκαλικῆς παπαγαλίας» υπέρ του διαφωτισμού από βιβλία ιδεολόγων που ντρέπονται ή απαξιούν να παρουσιάσουν τα Ορθόδοξα θρησκευτικά σχήματα ορισμένων ελλήνων διαφωτιστών. Οι μαθητές έτσι, αποκομίζουν την εσφαλμένη, ή όχι πλήρη ιδέα, πως όλα περιστρέφονται γύρω από «κοσμικὲς προσωπικότητες» δίχως πνευματική σημασία. Συγγραφείς ως ο Π. Κιτρομηλίδης δεν θα αισθανθούν την υποχρέωση να προσφωνήσουν στα βιβλία τους τον Αθανάσιο Πάριο ως «Ἄγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», καίτοι θα παρουσιάσουν τον Πατριάρχη ως «Πατριάρχην».  Όμως ο «Πατριάρχης» δεν είναι κοσμικός τίτλος, όπως δεν είναι το «Ἄγιος» ή «Ἀγία».

Εντούτοις, για να έλθει προς τον τερματισμό αυτή η ενότητα, εφόσον κατανόησε το πρόβλημα της αποκρύψεως του δικαίου των Ορθοδόξων της εποχής του νεοελληνικού Διαφωτισμού εις τη διαμάχη της νηστείας έναντι των διαφωτιστών, θα πρέπει κανείς να αναρωτηθεί:

«Ποιὸ ζήτημα εἶναι ἄμεσα πιὸ ἐνδιαφέρον, μεγαλύτερης σημασίας καὶ καθημερινὸ γιὰ ἕνα σπουδαστὴ ἢ μία σπουδάστρια; τὸ ζήτημα τοῦ ἡλιοκεντρισμοῦ ἢ τὸ ζήτημα τῆς διατροφῆς του καὶ τῆς ὑγείας του;»

 Από την απάντηση αυτής της ερωτήσεως κρίνεται η σπουδαιότητα του ηλιοκεντρισμού σε ορισμένες έδρες κι η σπουδαιότητα του επιλόγου.

Καταλήγοντας:

«Τις ημέρες της νηστείας, κατανάλωναν θαλασσινά, όπως χταπόδια, μαλάκια, σουπιές, καλαμάρια, γαρίδες, όστρακα, καβούρια, καραβίδες και αστακούς. Υπήρχαν ειδικοί τόποι, όπου γινόταν το ψάρεμα τους. Τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων κατανάλωναν και ψάρια, γιατί η νηστεία ήταν ελαφρύτερη, αλλά τότε οι τιμές τους έφταναν στα ύψη. Αλίευαν επίσης χέλια, λούτσους κ.λ.π. στις λίμνες και τους ποταμούς, που οι τιμές τους ήταν χαμηλότερες από των ψαριών της θάλασσας. Τα Γιάννενα φημίζονταν για τις πέστροφές τους κι η Λάρισα για τα ποταμίσια ψάρια του Πηνειού. Στο Μεσολόγγι έφτιαχναν εκλεκτό αβγοτάραχο. Το Αιτωλικό έκανε εξαγωγές στην Ιταλία. Στα Δωδεκάνησα πάστωναν σκάρους, που τους έπαιρναν μαζί οι ναυτικοί στα μακρινά ταξίδια τους μαζί μ’ ελιές και παξιμάδι.», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 206)

Η αύξηση των τιμών, άλλο τι δεν δείχνει παρά το ότι η οικονομική εκμετάλλευση της νηστείας και της όποιας άλλης αγοραστικής προτίμησης, γίνονταν από την «κλάσιν» εκείνη που κινούσε τα οικονομικά νήματα του διαφωτισμού· από το εμπόριο και τους έμπορους, δηλαδή τους κύριους αστούς της Γαλλικής Επανάστασης και τους κύριους χρηματιστές του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ο διαφωτισμός διακήρυσσε την απεμπολή της νηστείας κι οι έμποροι χρηματοδότες του  κατάσταιναν την όποια προσπάθεια για καλύτερη πρόσληψη πρωτεΐνης εις τον νηστευτή πιο δύσκολη και πιο ασύμφορη, ακολουθώντας τους «μεστοὺς κανόνας τοῦ γενικοῦ ἐμπορίου».

 

 

ΟΙ ΒΟΛΤΑΙΡΟΦΡΟΝΕΣ & Η ΝΗΣΤΕΙΑ

 

Οι «Φρατνσέζοι» του Διαφωτισμού, καταπολεμούσαν διαρκώς τη θρησκευτική νηστεία· η «ζηλωτικὴ πόρωσις» που βίωναν κατά της Χριστιανικής πίστεως, τους είχε κάνει να πιστέψουν πως η «θρησκευτικὴ νηστεία» επέφερε κάποιου είδους «κακοῦ» εις την ανθρωπότητα και στην υγιεινή του σώματος. Κι αυτή την «πόρωσιν» την επικέντρωναν επί συγκεκριμένων πολιτικών στόχων· μέσα σε αυτούς ήταν κι οι κληρικοί:

 

Βολταίρος (Πηγή: http://filosofia.gr/prosopaen.php?subaction=showfull&id=1114808086&archive=&start_from=&ucat=3&)

 

«Ο Βολταίρος εγκαθίσταται του λοιπού εις Συρέ (Cirey-sur-Blaise) παρά τα σύνορα της Λωρραίνης (όπως εις πρώτον συναγερμόν καταφεύγει εις τα δάση του Δουκός) παρά τη Κα-ντύ-Σατλέ "τῇ ὡραίᾳ Αἰμιλίᾳ", πρώην ερωμένη του δουκός Ρισελιέ κι άλλων τινών. [...] Ενταύθα ο Βολταίρος διάγει πολυτελή ζωή μεγάλου κυρίου κι ακαταπονήτου διανοητικής εργασίας. Ο θαλαμηπόλος ίστατο όπισθέν του κατά τα δείπνα, τα οποία ενίοτε διαρκούν από της 9ης μέχρι του μεσονυκτίου. Πίνει πολλούς καφέδες και προτιμά τους οίνους του Ρήνου, αλλά η "ὡραία Αἰμιλία" κανονίζει την δίαιτα αυτού και δεν του επιτρέπει κατάχρησιν· επί πλέον τον λογοκρίνει, εμποδίζουσα αυτόν να γράφει έργα θίγονται το πολιτικό και το θρησκευτικόν καθεστώς.[* Το 1749 η Κα-ντύ-Σατλέ αποθνήσκει κατόπιν επικινδύνου εις προβεβηκυίαν ηλικία εγκυμοσύνης, οφειλομένης εις τον νεαρόν αξιωματικόν Λαμπέρ]» (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ζ΄, σσ. 507-508)

Ορισμένα ενδιαφέροντα παραθέματα του «πατριώτου» με το όνομα «Ανώνυμος Έλλην»:

α. «Ὁ νῦν [ἀρχιεπίσκοπος] Ἰωαννίνων, καθὼς ἤκουσα ἀπὸ ἕνα μάρτυρα αὐτόπτην, εἰς τὸ πρόγευμα τρώγει δύο ὀκάδες γιαούρτι, καὶ εἰς τὸ δειλινὸν μισὴν ὀκᾶ σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τὰς ὁποίας τρώγει μὲ τὸ χουλιάρι.», σελ 114

β. «Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι.». σελ. 114

γ. «Οἱ τοιοῦτοι [100.000 μοναχοὶ], ὄντες ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε στοχασμὸν καὶ φροντίδα, χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν καὶ τρώγοσι διὰ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδας.», σελ. 118

 

>-----> «Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ, ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν.», σελ. 133

 

δ. «Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ, νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε, νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;

[...] Φεῦ! Βαβαί!...», σελ. 107

ε. «Πῶς νὰ γνωρίσῃ τὸ χρέος του ἐκεῖνος, ὁποὺ ἀνετράφη εἰς τὸν κόλπον τῆς ὀκνηρίας καὶ τῆς κολακείας; Ποῦ περισσεύει καιρὸς τοῦ μονάρχου, νὰ στοχασθῇ διὰ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ του [...] Αὐτὸς ἐξυπνᾶ τὸ μεσημέρι, σηκώνεται εἰς τὴν μίαν ὥραν, ἐξοδεύει ἄλλην μίαν διὰ νὰ προγευθῇ, ἄλλη μία χρειάζεται διὰ νὰ τὸν ἐνδύσουν, εἰς τὰς τρεῖς τὸν φέρουν εἰς τὴν περιδιάβασιν, εἰς τὰς πέντε ἐπιστρέφει εἰς τὸ γεῦμα, καὶ μένει ἕως εἰς τὰς ἑπτά. Ἄλλην μίαν ὥραν, βέβαια, τὴν ἐξοδεύει διὰ νὰ πάρῃ τὸν καφφέ, καὶ νὰ εἰπῇ μερικὰ ξυλολογήματα, εἰς τὰς ὀκτὼ ξαναεβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, εἰς τὰς ἐννέα ὑπάγει εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὰς δώδεκα ἐπιστρέφει εἰς τὸ παλάτιον, καὶ δειπνεῖ ἕως εἰς τὰς δύο, ἔπειτα κοιμᾶται ἕως εἰς τὸ μεσημέρι.», σελ.65

Βέβαια ο Βολταίρος ήταν «ξυλόσοφος» και δεν ήταν ανάγκη κανείς να τον ελέγχει· ο Ρήγας όταν αντιλήφθηκε ότι ο Βολταίρος είχε κάνει λάθος για τα παλιρροϊκά κύματα στη Μεσόγειο πρόσθεσε:  «καὶ ἀπόρησα πῶς ἔκαμε τοιτοῦτον λάθος ἕνα τόσον μεγάλο πνεῦμα; [Ρήγας Βελεστινλής, Φυσικής απάνθισμα, σελ. 64 ]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 311,  σελ. 293)

 

 

Πρβλ. απάτη «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης & ο Οικουμενικός Πατριάρχης»

Πρβλ. απάτη «Το Κέρδος & το Κέρδος»

Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

Πρβλ. απάτη «Παρηγοριά & Παρηγοριά»

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης δείχνει ότι οι διατροφικές επιταγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι άκρως ευεργετικές για την υγεία των παιδιών

Η νηστεία κάνει θαύματα

Οι ειδικοί λένε ότι η αποχή από τις ζωικές τροφές σε τακτά χρονικά διαστήματα αποτελεί λύση στο συνεχώς διογκούμενο πρόβλημα της παχυσαρκίας

ΜΑΧΗ ΤΡΑΤΣΑ | Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

 

Oι διατροφικές επιταγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας φαίνεται ότι λειτουργούν... θαυματουργά για την υγεία των παιδιών. Νέα μελέτη του Πανεπιστημίου Κρήτης καταδεικνύει ότι οι 180 με 200 ημέρες νηστείας τον χρόνο όχι μόνο δεν «φρενάρουν» την ομαλή ανάπτυξη όσων παιδιών απέχουν από την κατανάλωση ζωικών τροφίμων, αλλά βοηθούν και στη διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους, κόντρα στη διαρκώς αυξανόμενη παιδική παχυσαρκία.

Αφότου οι οικογένειες έπαψαν να μαγειρεύουν καθημερινά, τα παιδιά άρχισαν να καταναλώνουν συχνότερα φαγητά-«σκουπίδια», με συνέπεια το βάρος τους να αυξηθεί. Την τελευταία 25ετία στην Ελλάδα τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά διπλασιάστηκαν και υπολογίζεται ότι ζυγίζουν περίπου τρία κιλά περισσότερο από ό,τι μια δεκαετία πριν. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στη χώρα μας το 22,5% του πληθυσμού είναι παχύσαρκο. Η νηστεία, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής μεσογειακής διατροφής, μπορεί όπως λένε οι ειδικοί να δώσει λύση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας με τον πιο υγιεινό τρόπο.

Σύμφωνα με μελέτη, η οποία μόλις ολοκληρώθηκε και διεξήχθη σε 609 παιδιά ηλικίας 5 ως 15,5 ετών από τη Θεσσαλονίκη, το 12,1% των παιδιών και εφήβων ακολουθούν πλήρη νηστεία. Με άλλα λόγια, απέχουν από την κατανάλωση κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και αβγών, και γενικά από την κατανάλωση τροφών που επιβαρύνουν τον οργανισμό, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, καθώς και στις νηστείες των Χριστουγέννων (40 ημέρες- επιτρέπεται το ψάρι) και του Πάσχα (48 ημέρες- επιτρέπεται το ψάρι την 25η Μαρτίου και την Κυριακή των Βαΐων), των Αγίων Αποστόλων (7 ως 20 ημέρες- επιτρέπεται το ψάρι) και του Δεκαπενταύγουστου (15 ημέρες επιτρέπεται το ψάρι στη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος).

Όπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» ο επιστημονικός υπεύθυνος της μελέτης, καθηγητής Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κρήτης κ. Αντ. Καφάτος, τα παιδιά που συμμετείχαν στην έρευνα και ακολουθούσαν πλήρη νηστεία τα τελευταία 3,5 χρόνια δεν βρέθηκαν να έχουν σημαντικές διαφορές στο ύψος σε σχέση με εκείνα που νήστευαν μερικώς (δηλαδή, όχι όλες τις ημέρες της νηστείας) ή με εκείνα που δεν νήστευαν ποτέ. «Η νηστεία δεν επηρεάζει τη φυσιολογική τους ανάπτυξη, όπως πίστευαν παλαιότερα», επισημαίνει ο κ. Καφάτος.

Ενα από τα σημαντικά ευρήματα της μελέτης- για την πραγματοποίησή της συνεργάστηκαν οι Ελιάννα Χρυσοχόου, Μανόλης Λιναρδάκης , Ελπίδα Χατζηαγόρου και Ιωάννης Τσανάκας - ήταν ότι τα παιδιά που νηστεύουν, είτε όλες τις ημέρες της νηστείας είτε λιγότερες, καταναλώνουν σημαντικά περιορισμένο αριθμό θερμίδων σε σύγκριση με εκείνα που δεν νηστεύουν ποτέ. Ακόμη, στα παιδιά που νηστεύουν καταγράφηκε περιορισμένη πρόσληψη επικίνδυνων για την υγεία κορεσμένων λιπαρών οξέων και μικρότερη κατανάλωση κρέατος. Να σημειωθεί ότι κορεσμένα λιπαρά είναι όλα τα ζωικά λίπη, καθώς και τρία φυτικά λίπη: το φοινικέλαιο που χρησιμοποιείται από ορισμένες αλυσίδες φάστφουντ, το λίπος του κακάο, το οποίο βρίσκεται σε σοκολάτες, και το λίπος της ινδικής καρύδας. «Τα παιδιά που νηστεύουν φαίνεται να έχουν καλύτερες επιλογές στην κατανάλωση τροφίμων και πλησιάζουν περισσότερο τις ημερήσιες συνιστώμενες ποσότητες των περισσότερων θρεπτικών συστατικών, σε σχέση με εκείνα που δεν νηστεύουν καθόλου, ενώ δεν επηρεάζεται η σωματική τους ανάπτυξη», λέει ο καθηγητής.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΑΧΝΙΚΑ

Πολλαπλή ...υγεία

Τα μέλη της πολύτεκνης οικογένειας Σάχνικα ακολουθούν πιστά την ορθόδοξη νηστεία, με εξαίρεση τα τρία μικρότερα παιδιά, ηλικίας 5, 4 και 1 έτους. Τα υπόλοιπα έξι παιδιά (15 ετών το μεγαλύτερο) και οι γονείς Κωνσταντίνος και Κυριακή έχουν εξορίσει το κρέας και τα ζωικά προϊόντα από το τραπέζι τους για τουλάχιστον 180 ημέρες τον χρόνο. «Ολα οφείλονται στη σύζυγό μου.

Η οικογένειά της νήστευε συστηματικά. Εγώ δεν είχα τέτοιες εμπειρίες, αλλά τις υιοθέτησα μετά τον γάμο», λέει ο κ. ΚωνσταντίνοςΣάχνικας, ο οποίος εργάζεται στα ΚΤΕΛ του Κηφισού.

Η σύζυγός του δεν δουλεύει, οπότε φροντίζει να υπάρχει πάντοτε ένα υγιεινό μαγειρεμένο φαγητό στην κατσαρόλα. «Τα παιδιά δεν διαμαρτύρονται διότι ξεκίνησαν να νηστεύουν από τα πρώτα χρόνια της σχολικής τους ηλικίας και πλέον έχουν συνηθίσει. Ενας φυσικός χυμός αντικαθιστά περίφημα ένα ποτήρι γάλα για το διάστημα της νηστείας. Το ασβέστιο το αναπληρώνουν με τους ξηρούς καρπούς», αναφέρει ο κ. Σάχνικας. Και καταλήγει:« Τα παιδιά αναπτύσσονταιφυσιολογικά και έχουν το σωστό βάρος.

Βεβαίως, πρέπει να πω ότι η νηστεία προϋποθέτει μια άσκηση και για μένα συνδυάζεται με την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία».

Τι πρέπει να προσλαμβάνουν καθημερινά τα παιδιά

Θερμίδες

Ως 1.500 (για παιδιά ως 10 ετών) και κατά μέσον όρο 2.000 (για εφήβους ως 14 ετών, ανάλογα με φύλο,το ύψος και τη δραστηριότητα).

Λίπη

Ως 50 γραμμάρια.

2-3 ετών πρέπει να διατηρούν τη συνολική ημερήσια πρόσληψη λίπους στο 30%-35% των θερμίδων που καταναλώνουν.

4-18 ετών το ποσοστό πρέπει να περιοριστεί στο 25%-35%.

Τα περισσότερα λίπη πρέπει να προέρχονται από τις πηγές πολυακόρεστων και μονοακόρεστων λιπαρών οξέων,όπως είναι τα ψάρια,οι ξηροί καρποί,το ελαιόλαδο,και να αποφεύγουν τα κορεσμένα και τρανς λιπαρά.

Αλάτι

(Μία κουταλιά άλατος ισοδυναμεί με 2.300 mg):

Τον πρώτο χρόνο: Ως 1 γραμμάριο,δηλαδή 400 mg νάτριο.

2-3 ετών: 2 γραμμάρια 4-6 ετών: 3 γραμμάρια 7-10 ετών: 5 γραμμάρια Τέρμα το οξειδωτικό στρες
O... εξορισμός των τροφίμων ζωικής προέλευσης από το διαιτολόγιο όσων ακολουθούν την ορθόδοξη νηστεία δεν εξαντλεί τον οργανισμό. Και αυτό διότι εκείνοι οι οποίοι νηστεύουν καταναλώνουν άλλα τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας, όπως είναι τα θαλασσινά, το λάδι και το ταχίνι.

Σύμφωνα με έρευνες του Τμήματος Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής του Πανεπιστημίου της Κρήτης, όσοι νηστεύουν δεν έχουν σιδηροπενική αναιμία, ενώ η ολική τους χοληστερόλη είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με εκείνους που δεν νηστεύουν. Επίσης, τα άτομα που δεν νηστεύουν έχουν υψηλά επίπεδα οξειδωτικού στρες, δηλαδή, όπως εξηγεί ο κ. Καφάτος, «αυξάνονται οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου στον οργανισμό τους, οι οποίες είναι εξαιρετικά τοξικές και επιφέρουν βλάβες στις κυτταρικές μεμβράνες και στο DΝΑ των κυττάρων, δηλαδή προκαλούν αλλοιώσεις στο γονιδίωμα».

Οι ειδικοί είναι κατηγορηματικοί: η ορθόδοξη νηστεία αποτελεί ένα σημαντικό όπλο για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας και των νοσημάτων που τη συνοδεύουν (υπέρταση, υπερλιπιδαιμίες, σακχαρώδης διαβήτης, εγκεφαλικά και καρδιακά επεισόδια, καρκίνος κ.ά.).

Οι βασικοί κανόνες

Να αποφεύγετε το τηγάνισμα των θαλασσινών ή των λαχανικών και την υπερκατανάλωση υδατανθράκων (ψωμιά,μακαρόνια κ.ά.).

Να προτιμάτε το ελαιόλαδο από οποιοδήποτε άλλο φυτικό έλαιο.

Βάλτε στο διαιτολόγιό σας το ταχίνι και τους ξηρούς καρπούς, αλλά με μέτρο διότι παχαίνουν.

Καλύψτε την έλλειψη ζωικών πρωτεϊνών με όσπρια και θαλασσινά.

Μην παραλείπετε την πρόσληψη πρωτεϊνών, βιταμινών του συμπλέγματος Β, ασβεστίου και σιδήρου.

Έτσι δεν θα αισθάνεστε κουρασμένοι.

Η θρεπτική αξία

Ελαιόλαδο: Ενισχύει την άμυνα έναντι του καρκίνου. Ευεργετικές επιδράσεις στις μεταβολικές λειτουργίες της γαστρεντερικής οδού.

Λαχανικά, χόρτα και φρούτα: Ευεργετικά για την υγεία του πεπτικού και γαστρεντερικού συστήματος.

Μελέτες έχουν δείξει ότι μειώνουν τις πιθανότητες εκδήλωσης καρκίνου του παχέος εντέρου και καρδιαγγειακών νοσημάτων. Εχουν και αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

Ταχίνι: Εχει αντιγηραντικές και αντιυπερτασικές ιδιότητες. Βοηθά στην καταπολέμηση της χοληστερόλης, στο ανοσοποιητικό, στην πρόληψη του καταρράκτη, στην αντιμετώπιση του διαβήτη και της αρτηριοσκλήρυνσης και στη σωστή λειτουργία του ήπατος! Ξηροί καρποί: Περιέχουν υψηλές ποσότητες ασβεστίου. Πλούσιοι σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, πρωτεΐνες, ιχνοστοιχεία, φυτικές ίνες και βιταμίνες.

Θαλασσινά: Πλούσια σε βιταμίνες, ω-3 λιπαρά οξέα (ευεργετικά για το καρδιαγγειακό σύστημα) και ιώδιο. Πρέπει να αποφεύγονται από άτομα με αυξημένο ουρικό οξύ.

Πηγή:http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=316335&dt=21/02/2010

 

 

ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΚΟ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 120 )

 

«Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία, ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας;», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 120)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Επιλέχθηκε προς σχολιασμό η συγκεκριμένη ηθικοπλαστική φράση του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», ώστε να καταφανεί ακόμη και με τον πιο απλό τρόπο, ότι το έργο του ήταν στην ουσία μια προπαγανδιστική κατασκευή με έντονες πολιτικές σκοπιμότητες· ήταν δηλαδή ένα κείμενο άνευ ουσιαστικού βάθους αλήθειας κι πρόθεσης ειλικρινούς  καταγγελίας.

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», ο οποίος εκφράζοντας κλασσικές ατάκες των διαφωτιστών, προσπαθούσε στο δοκίμιό του να εξισώσει οιαδήποτε σύγχρονη της εποχής του μοναρχία, βασιλεία ή αυτοκρατορία κ.λ.π. με μια τύπου «κακὴν τυραννίαν» της αρχαίας Ελλάδος:

«Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;», σσ. 141-142

Το κύριο νόημα της εξεταζόμενης εξαγγελίας του ήταν ότι ουδέποτε θα μπορούσε να γεννηθεί κάποια «ἀρετὴ» μέσα εις την «κακίαν»· δηλαδή ότι ήταν αδύνατον οιαδήποτε Μοναρχία να γεννήσει κάτι το θετικό, όσο αφορά τα πολιτικά πράγματα ή ακόμη και τα ηθικά.

Αυτή η θέση του μετέδιδε στο αναγνωστικό του κοινό, ότι οι «Δημοκρατικές» απόψεις των εγχειριδίων προώθησης της Γαλλικής Επανάστασης δε θα μπορούσαν να ανεχτούν ποτέ αντίπαλα πολιτικά δέη με επιτυχίες εις τον ρουν της ανθρώπινης ιστορίας· προς τούτο άλλωστε η Διαφωτιστική πολιτική φιλοσοφία είχε φθάσει κι εις το έσχατο όριο της προπαγάνδας διατεινόμενη πως οι Μοναρχίες δε θα μπορούσαν να διαθέτουν άξιους πατριώτες μαχητές που θα μάχονταν και θα έπεφταν για τη δική τους ελευθερία τους, ανάλογα με το πως έπρατταν οι «Δημοκρατίες», (βλ. απάτη «Οι Ελεύθεροι γεννιούνται μέσα σε Νομαρχίες»).

Ασφαλώς για να επιτύχουν τους προπαγανδιστικούς σκοπούς τους ορισμένοι διαφωτιστές, όπως ο «Ανώνυμος Έλλην» είχαν επιτυχώς ανακατέψει προς σύγχυση των αναγνωστών τους, την ηθική της πολιτικής με την ηθική του ευαγγελίου. Έτσι, άλλοτε κατάγγελλαν ηθικά λάθη των πολιτικών τους εχθρών βάση του ευαγγελικού λόγου κι άλλοτε η ηθική διαστρέφονταν, ταυτιζόμενη με την επιλογή συγκεκριμένων ανθρωπίνων διοικητικών μορφωμάτων επί της γης.

Στις δύο αυτές κατηγορίες περί ηθικής ή πολιτικής και για τα ελληνικά πράγματα, κληρικοί ή Φαναριώτες, όπως αργότερα ο κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας, ήταν άμεσοι στόχοι αυτής της πολιτικής προπαγάνδας του Διαφωτισμού. Τοιουτοτρόπως ή όλοι μαζί αυτοί οι προαναφερόμενοι θεωρούνταν φανατικοί υποστηρικτές της «ἄδικης» Μοναρχίας κι άρα «ηθικοί» παραβάτες της Δημοκρατίας, εξαιρετική τακτική των σύγχρονων ελλήνων παγανιστών, είτε διαβάλλονταν συστηματικά για κάθε είδους ηθικό παράπτωμα που έχει σχέση με το ευαγγέλιο ή με κάποιους κοινούς ηθικούς κανόνες της κοινωνίας (συνηθέστερα χριστιανικούς ή αποκτήσαντες εξέχουσα σημασία μέσα στον Χριστιανισμό). Επί παραδείγματι, μια τέτοια συστηματική ηθική διαστρέβλωση στελεχώνονταν ενάντια στα Μοναστήρια και τους Μοναχούς, με απώτερο σκοπό την άμεση κατάργησή τους:

α. «Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.», σελ. 119

β. «Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου. [....] καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσῃς τὰ βάρη τοῦ λαοῦ...», σσ. 123-124

(βλ. απάτη «Καταδάφισον τα Μοναστήρια»)

 

Επιτυχημένοι στην διοίκηση βασιλείς στην Ευρώπη (βάσει της πολιτικής ηθικής των διαφωτιστών)

Τα κοσμικά ιστορικά κριτήρια για την διοίκηση κρατών από Μονάρχες, δεν είναι τόσο αυστηρά όσο επιθυμούσαν οι φανατικοί διαφωτιστές σαν τον «Ανώνυμο Έλληνα»· μέσα στον ιστορικό ρουν εμφανίστηκαν και πετυχημένοι για τα κράτη τους βασιλείς, οι οποίοι με τις πράξεις τους ανάτρεψαν το κοσμικό κατηγορητήριο του έλληνα «πατριώτη»· ορισμένα τέτοια παραδείγματα δίδονται εδώ, εκτός Βυζαντινής ιστορίας, για χάρη των αντιμαχομένων τους Ρωμηούς:

α. «Ο Κάρολος Ε΄ (1519-1556) είναι από τους πιο αξιόλογους ηγεμόνες της Ευρώπης. Η δύναμή του ήταν μεγάλη και οι κτήσεις του απέραντες... δίκαια έλεγαν ότι ο ήλιος δε δύει στο κράτος του.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 39)

β. «Η βασιλική οικογένεια της [Γαλλίας] δε διακόπηκε, αλλά έδωσε μια σειρά από πολύ ικανούς βασιλιάδες και έτσι στη Γαλλία δεν εξασθένησε η κεντρική εξουσία, όπως έγινε στη Γερμανία και στην Ιταλία. Αντίθετα, η χώρα συνεχώς συσπειρώνονταν όλο και πιο πολύ γύρω από το βασιλικό οίκο», (ό.π, σσ. 40-41)

γ. «Την προσπάθειά του τη συνέχισε ο γιός του Λουδοβίκος ο ΙΑ΄ (1461-1483), που ήταν έξυπνος και σκληρός σαν τον πατέρα του. Πολέμησε εναντίον των ισχυρών φεουδαρχών της χώρας του, από τους οποίους εξόντωσε πολλούς και συνένωσε τις κτήσεις τους με τις κτήσεις του στέμματος. Ταυτόχρονα βοήθησε να αναπτυχθούν οι πόλεις, το εμπόριο και η βιομηχανία και διπλασίασε τα εισοδήματα του κράτους με φροντισμένη διαχείριση των οικονομικών», (ό.π,  σελ. 42)

δ. «Ο Χαλίφης των Αράβων είχε πρωτεύουσα την Κορδούη. Οι Μουσουλμάνοι εισήγαγαν στην Ισπανία τον ανατολικό πολιτισμό, καλλιεργούσαν με επιμέλεια τη γη και είχαν εξαιρετικό σύστημα για την ύδρευση. Καλλιέργησαν τα γράμματα και τις επιστήμες σε αξιόλογο βαθμό κι έχτισαν εξαιρετικές οικοδομές, όπως είναι τα ανάκτορα της Αλάμπρας στη Γρανάδα.», (ό.π,  σελ. 42)

ε. «Ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα έγιναν απόλυτοι κύριοι στο κράτος τους και έκαναν απεριόριστη την εξουσία τους. Στηρίχτηκαν στην αστική τάξη, που αναπτυσσόταν τότε, και συνέτριψαν τους ευγενείς. Για το σκοπό αυτό ίδρυσαν το περίφημο δικαστήριο της Ιερής Εξετάσεως, που καταδίωξε τους ανυπότακτους φεουδάρχες», (ό.π,  σελ. 42)

στ. «Τότε φάνηκε ότι ανοίγεται λαμπρό μέλλον για την Ισπανία, που έφτασε σε πολύ μεγάλη λαμπρότητα και δύναμη στην εποχή του Καρόλου Α΄, ο οποίος ήταν εγγονός του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας. Ο Κάρολος έγινε αυτοκράτορας της Γερμανίας ως Κάρολος Ε΄ και χρησιμοποίησε τη μοναδική στην ιστορία δύναμη του, για να κάμει την Ισπανία κοσμοκράτειρα.», (ό.π,  σελ. 43)

ζ. «Ο Ερρίκος Η΄ (1509-1547) είναι ο περίφημος Άγγλος βασιλιάς, που βασίλεψε στα χρόνια της Αναγεννήσεως και της θρησκευτικής Μεταρρυθμίσεως και είναι γνωστός για τις εξαιρετικές του αρετές και την ανθρωπιστική του μόρφωση [...] Η επιμονή του να χωρίσει ύστερα από 18 χρόνια έγγαμου βίου (1527) τον έφερε σε σύγκρουση με τον Πάπα και τον οδήγησε στην απόφαση να εισαγάγει τη Μεταρρύθμιση στην Αγγλία.», (ό.π,  σελ. 45)

η. «Η Ελισάβετ (1588- 1603) εγκαινιάζει μια δοξασμένη περίοδο στην ιστορία του αγγλικού λαού. Όταν ανέβηκε στο θρόνο, η Αγγλία ήταν μια φτωχή αγροτική χώρα με 3 εκατομμύρια κατοίκους. Αλλά στο διάστημα της βασιλείας της μπήκαν οι βάσεις για τη βιομηχανία και για τη δημιουργία του ναυτικού και αποικιακού κράτους της [...] την οικονομική ακμή της Αγγλίας την ακολούθησε και μια αξιόλογη πνευματική ανάπτυξη. Η εποχή της Ελισάβετ είναι ο "Χρυσός Αιώνας" της πνευματικής ζωής της Χώρας. Στην εποχή της έζησαν ο μεγάλος δραματικός ποιητής Σαίξπηρ και ο φιλόσοφος Βάκων [...] Η Ελισάβετ [...] θεωρείται από τους θεμελιωτές του μεγαλείου της Αγγλίας», (ό.π,  σελ. 46)

θ. «Αυτοί [ο Φερδινάνδος Α΄(1558-1564) κι ο Μαξιμιλιανός Β΄ (1564-1576)] κυβέρνησαν με σύνεση και μετριοπάθεια και κατόρθωσαν να διατηρήσουν πάνω από μισό αιώνα τη γαλήνη, που προήλθε από τη θρησκευτική ειρήνη της Αυγούστας (1555)», (ό.π,  σελ. 49)

ι. «Στο μεταξύ ο Κρόμβελ διάλυσε με τη βία το Κολοβό Κοινοβούλιο και οι ανώτεροι αξιωματικοί τον αναγόρευσαν ανώτατο άρχοντα ισόβια με τον τίτλο του Λόρδου Προστάτη. Τότε ο Κρόμβελ απόκτησε πολύ μεγάλη δύναμη και  κυβερνούσε τη χώρα ως δικτάτορας. Η Αγγλία έγινε την εποχή του το πιο ισχυρό διαμαρτυρόμενο κράτος και οι βασιλιάδες της Ευρώπης ζητούσαν τη συμμαχία του, μολονότι τον αντιπαθούσαν ως βασιλοκτόνο», (ό.π,  σελ. 57)

ια. «Αποτέλεσμα της οικονομικής ακμής ήταν η μεγάλη στρατιωτική δύναμη του Λουδοβίκου Ιδ΄ (1661-1715). Ο βασιλιάς της Γαλλίας για πολλές δεκαετίες ήταν ο πιο πλούσιος ηγεμόνας της Ευρώπης. Δημιούργησε ισχυρό στρατό... Η Γαλλία την εποχή του Λουδοβίκου απόκτησε επίσης σπουδαία ναυτική δύναμη.», (ό.π,  σελ. 65)

ιβ. «Η χώρα κινδύνεψε πάρα πολύ [από τους Γάλλους του Λουδοβίκου Ιδ΄] και οι πόλεις δέχονταν τους Γάλλους χωρίς αντίσταση. Τότε ο Ολλανδικός λαός επαναστάτησε και έριξε την κυβέρνηση των μεγαλεμπόρων και έδωσε την εξουσία στον 22 χρονών νέο Γουλιέλμο της Οράγγης. Αυτός έδωσε διαταγή να γκρεμίσουν τους υδατοφράκτες, που προστάτευαν την Ολλανδία από τη θάλασσα, και έτσι όλη η χαμηλή χώρα σκεπάστηκε από τα νερά και οι Γάλλοι βρέθηκαν στο νερό και τη λάσπη.[...] Ο νέος Γουλιέλμος στις κρίσιμες τώρα περιστάσεις, αφού ανέλαβε την εξουσία (στα 22), κυβέρνησε την Ολλανδία επί 30 χρόνια και αναδείχθηκε έξοχος διπλωμάτης.», (ό.π,  σελ. 67)

ιγ. «Οι ηγεμόνες του Βρανδεμβούργου για πολλά χρόνια είχαν τον τίτλο του εκλέκτορα. Ένας από αυτούς , ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος (1649-1688), που κατόπιν ονομάστηκε Μεγάλος Εκλέκτορας, ήταν ένας ηγεμόνας με εξαιρετική αξία [...] Ο γιός του ο Φρειδερίκος ο Α΄(1688-1713) πήρε από τον πατέρα του κράτος οργανωμένο και στρατό αξιόλογο.», (ό.π,  σελ. 93)

ιδ. «Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α΄ (1713-1740), ο πατέρας του Φρειδερίκου του Μεγάλου [...] κατά βάθος είχε πρακτικό μυαλό και παρά τις παραξενιές του κυβέρνησε καλά. Κυρίως φρόντισε για τα οικονομικά και κατόρθωσε να αυξήσει αρκετά τα εισοδήματα του κράτους του.

[...]

αγάπησε με πάθος της στρατιωτικής ζωή. Πάντοτε φορούσε στρατιωτική στολή και συναναστρεφόταν με αξιωματικούς. Εισήγαγε  καινούργια τακτική στο στρατό. Καταπονούσε τους στρατιώτες με συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις. Ήθελε όλοι τους να εκτελούν ταυτόχρονα ομοιόμορφες κινήσεις, να σηκώνουν το πόδι τους στο ίδιο ύψος κ.τ.λ. Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη πρωσική τακτική. Όταν πέθανε, άφησε 8 1/2 εκατομμύρια τάλιρα περίσσεμα, 83 χιλιάδες στρατό και οι κάτοικοι τους κράτους του είχαν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του από 1.700.000 σε 2.700.000», (ό.π,  σσ. 93-94)

ιε. «...ασκήθηκε με επιμέλεια στα στρατιωτικά επί δέκα χρόνια, μυήθηκε στις υποθέσεις του κράτους κι άρχισε να εκτιμά τον πατέρα του. Έτσι, όταν ο Φρειδερίκος ανέβηκε στο θρόνο, λίγοι ηγεμόνες είχαν τη δική του κατάρτιση και λιγότεροι τη χρησιμοποιούσαν τόσο έξυπνα [..] Πίστευε δηλαδή ότι ο βασιλιάς πρέπει να κυβερνά με δικαιοσύνη και αφιλοκέρδεια και να έχει ως πρώτη φροντίδα του το συμφέρον του λαού, γιατί ο βασιλιάς υπάρχει για χάρη του λαού και όχι ο λαός για χάρη του βασιλιά. "Ο βασιλιάς, έλεγε, είναι ο πρώτος υπάλληλος του κράτους". Την αντίληψή αυτή της εποχής του για τα καθήκοντα του ηγεμόνα την ονόμασαν φωτισμένη δεσποτεία (despotisme éclairé).

[...]

... τα ιστορικά του συγγράμματα, παρόλο που έχουν ανώμαλο ύφος, είναι έργα με μεγάλη αξία και ξεχωρίζουν για τη βαθύτητα της ιστορικής αντιλήψεως.

Αλλά ο πολυμαθής και φιλόσοφος βασιλιάς φρόντισε περισσότερο για την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, της βιομηχανίας και του εμπορίου παρά για τα γράμματα και τις επιστήμες. Έμεινε ως το τέλος ο πιο ανεκτικός ηγεμόνας απέναντι στις άλλες θρησκείες. "Στην Πρωσία έλεγε, ο καθένας μπορεί να σώσει την ψυχή του, με όποιον τρόπο θέλει ο ίδιος". Η χώρα του πλούτισε, ο πληθυσμός της αυξήθηκε και μπήκαν οι βάσεις της κατοπινής βιομηχανικής ακμής [...]

Η πιο σπουδαία φροντίδα του Φρειδερίκου ήταν ο στρατός. Οργάνωσε αξιόλογη στρατιωτική δύναμη, έκανε μακροχρόνιους πολέμους και απόκτησε τη φήμη μεγάλου στρατηγού [...] κατόρθωσε να διατηρήσει τις κτήσεις του πολεμώντας εναντίον σχεδόν ολόκληρης της συνενωμένης Ευρώπης. Έτσι, ύστερα από βασιλεία 45 χρόνων, είχε διπλασιάσει σχεδόν σε έκταση το κράτους του (200.000 τετρ. χιλιόμετρα) και σχεδόν το είχε τετραπλασιάσει σε πληθυσμό (6 εκατομμύρια). Οι φόροι έδιναν 22 εκατομμύρια τάλιρα εισόδημα το χρόνο και το δημόσιο ταμείο είχε περίσσεμα 60 εκατομμύρια. Η γεωργία και η βιομηχανία βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.», (ό.π,  σελ. 95)

ιστ. «Η Μαρία η Θηρεσία ήταν ευχάριστη και εύθυμη, τολμηρή και ειλικρινής και έγινε ξακουστή για την οικειότητά της προς τους υπηκόους της. Αγαπούσε ιδιαίτερα το στρατό, που πολλές φορές τον επιθεωρούσε έφιππη. Ήταν αφοσιωμένη στο καθήκον της, αλλά αγαπούσε επίσης τη μουσική καιτ ους χορούς. Στην εποχή της η αυλή και γενικά η Βιέννη απόκτησαν την ξακουστή ευθυμία και λαμπρότητα τους.», (ό.π,  σελ. 99)

ιζ. «Ο Ιωσήφ Β΄(1780-1790) ήταν μια πολύ συμπαθητική μορφή. Ήταν ο βασιλιάς φιλόσοφος και ο σπουδαιότερος φιλάνθρωπος ηγεμόνας της εποχής του.

Η ζωή του ήταν πρότυπο τάξεως και εργατικότητας.

[...]

Ο Ιωσήφ προηγήθηκε σε πολλά από τους μεταρρυθμιστικούς θεσμούς της γαλλικής επαναστάσεως, που ξέσπασε κατά τον τελευταίο χρόνο της βασιλείας του. Αλλά η Αυστρία δεν ήταν το κατάλληλο έδαφος για τέτοιες ριζικές μεταρρυθμίσεις. Οι Ούγγροι εξοργίστηκαν για την κατάργηση της δουλοπαροικίας και οι Βέλγοι για τους θρησκευτικούς νεωτερισμούς. Οι διατάξεις για την ανεξιθρησκεία συγκρούστηκαν με την αμάθεια και το μίσος των φανατικών προς τις άλλες θρησκείες, ενώ η συγκεντρωτική διοίκηση έβαλε σε ανησυχίες τις εθνότητες της μοναρχίας. Οι Βέλγοι επαναστάτησαν, κήρυξαν έκπτωτο τον Ιωσήφ και απόκτησαν της ανεξαρτησία τους. Ο Ιωσήφ είδε την προσπάθειά του να γκρεμίζεται και πέθανε γεμάτος πικρία κοντά στο Δούναβη, όπου πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με το όνειρο να διαλύσει το κράτος των βαρβάρων και να ελευθερώσει  τους χριστιανικούς πληθυσμούς.

Ο αδερφός κα διάδοχος του Λεοπόλδος ο Β΄ (1790-1792) κατάργησε αμέσως σχεδόν όλες τις μεταρρυθμιστικές διατάξεις του, για να φέρει τη γαλήνη στο κράτος του. Πάντως η μεταρρυθμιστική προσπάθεια της Μαρίας και του Ιωσήφ δεν απότυχε στο σύνολό της, γιατί έκαμε την Αυστρία κράτος στρατιωτικό και ακμαίο από οικονομική άποψη κι έτσι μπόρεσε να ζήσει επί ένα και περισσότερο ακόμη αιώνα.», (ό.π,  σσ. 99-100)

ιη. «Ο Γεώργιος ο Γ΄ ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία 23 χρονών. Ήταν απλός στους τρόπους, ήρεμος στη ζωή, ευλαβής και ειλικρινής. Αντιπαθούσε τη διαφθορά...», (ό.π,  σελ. 103)

ιθ. «Ο Δεύτερος Πιτ (1759-1806) έγινε πρωθυπουργός στα 24 χρόνια του. Ήταν αδιάφθορος και πατριώτης, σαν τον πατέρα του, και ήρθε στην εξουσία κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις. Είχε με το μέρος του την κοινή γνώμη, αλλά το Κοινοβούλιο ήταν εναντίον του και τον καταψήφισε 16 φορές μέσα σε 3 μήνες. Ωστόσο ο Πιτ, αντίθετα από ότι συνηθιζόταν, δεν παραιτήθηκε και διέλυσε το Κοινοβούλιο. Οι εκλογές έφεραν πλειοψηφία αφοσιωμένη σʼ αυτόν και κυβέρνησε την Αγγλία ως απόλυτος κυρίαρχος πάνω από 20 χρόνια (1783-1806).

Εξύψωσε το ηθικό της χώρας, τακτοποίησε τα οικονομικά της, που έπαθαν καταστροφές από τον πόλεμο των αποικιών, και ανέπτυξε το εμπόριο. Χάρη σʼ αυτόν μετριάστηκε η αντίθεση ανάμεσα στους Ουίξ και τους Τόρις και σχηματίστηκε ένα κόμμα πατριωτικό, που ήταν αφοσιωμένο το βασιλιά και στο σύνταγμα. Έτσι το έθνος ενωμένο αντιμετώπισε τη γαλλική επανάσταση, εναντίον της οποίας ο Πιτ κήρυξε "εξοντωτικό πόλεμο".», (ό.π,  σελ. 103)

κ. «Το Λουδοβίκο Ιε΄ Διαδέχτηκε ο εικοσάχρονος εγγονός του Λουδοβίκος Ιστ΄. Ο νέος βασιλιάς ήταν καλόψυχος και ηθικός [...] δυσκολευόταν να πάρει μόνος του αποφάσεις και δεχόταν συνεχώς την επίδραση αυτών που βρίσκονταν γύρω του.», (ό.π,  σελ. 106)

κα. «Αποτέλεσμα της οικονομικής ακμής ήταν η μεγάλη στρατιωτική δύναμη του Λουδοβίκου Ιδ΄ (1661-1715). Ο βασιλιάς της Γαλλίας για πολλές δεκαετίες ήταν ο πιο πλούσιος ηγεμόνας της Ευρώπης. Δημιούργησε ισχυρό στρατό. [...] Η στρατιωτική δύναμη της Γαλλίας στην εποχή του Λουδοβίκου έφτασε τις 220 χιλιάδες, ενώ η χώρα δεν είχε περισσότερο από 15-20 εκατομμύρια κατοίκους.», (ό.π,  σελ. 65)

κβ. «Η εξουσία του Ναπολέοντα είχε αρκετά στερεό κοινωνικό στήριγμα, γιατί για τις λαϊκές μάζες ο αυτοκράτορας είχε συμβολική σημασία. Ήταν η προσωποποίηση της Δημοκρατίας και ο ισχυρός άντρας, που προστάτευε τις ελευθερίες, που αποκτήθηκαν με την επανάσταση. Η ανώτερη πάλι τάξη έβλεπε στο πρόσωπο του την πολιτική σταθερότητα, που εμπόδιζε τις ξαφνικές ανατροπές», (ό.π,  σελ. 137)

κγ. «Διοικητές, υποδιοικητές και δήμαρχοι των επαρχιών διορίζονταν όλοι από την κυβέρνηση. Έτσι καταργήθηκε η αυτοδιοίκηση και δημιουργήθηκε αυστηρό διοικητικό συγκεντρωτικό σύστημα. Εν τούτοις ο περισσότερος λαός ήταν ευχαριστημένος, γιατί το κράτος ξαναβρήκε τη γαλήνη και εξασφαλίστηκε η απονομή της δικαιοσύνης.

[...]

Επέβαλε αυστηρές οικονομίες και υποχρέωσε τις κατακτημένες χώρες να συντηρούν τα στρατεύματά του. Έτσι βλετιώθηκαν τα οικονομικά της Γαλλίας και στα 1800 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Γαλλίας. Φρόντισε για την εκπαίδευση, ιδρύοντας σχολεία, βιβλιοθήκες, μουσεία και το πανεπιστήμιο της Γαλλίας. Ο Ναπολέοντας ήθελε να προστατέψει τους ανθρώπους των γραμμάτων, όπως ο Λουδοβίκος ο Ιδ΄, αλλά δεν αγαπούσε τους φιλελεύθερους συγγραφείς. Εξόρισε τους δύο άριστους συγγραφείς της εποχής του, το Σατομπριάν και την κυρία Στάελ, ενώ προστάτεψε λογοτέχνες με κατώτερη αξία. Αλλά το σπουδαιότερο έργο του Ναπολέοντα ήταν η έκδοση του Ναπολεόντειου Κώδικα (1804), που περιλάμβανε το αστικό δίκαιο, το οποίο στηριζόταν στις νέες κοινωνικές αντιλήψεις και το μιμήθηκαν πολλές χώρες.», (ό.π,  σσ. 138-139)

κδ. «Ο Ναπολέοντας τελειοποίηση την πολεμική μέθοδο των στρατηγών της επαναστάσεως. Ξεκινούσε κι αυτός από το αξίωμα ότι ο περισσότερο πολυάριθμος στρατός νικά πάντοτε τον πιο ολιγάριθμο. Γιʼ αυτό ήθελε να κρατά συγκεντρωμένες τις δυνάμεις του και με τολμηρή επίθεση να συντρίβει το κυριότερο σώμα του εχθρού. Αναδείχτηκε αριστοτέχνης αυτής της τακτικής. Είχε το χάρισμα να υπολογίζει καλά τα πράγματα, να καταστρώνει με ταχύτητα σχέδια και να τα εκτελεί με θαυμάσια επίσης ταχύτητα. Ο στρατός του ήταν ακούραστος στις πορείες και με τις γρήγορες μετακινήσεις του στρατού και την επίκαιρη συγκέντρωση του εξασφάλιζε τη νίκη. "Με τις κνήμες μας κερδίζει τις μάχες", έλεγαν οι στρατιώτες του. Οι στρατηγοί του ακολουθούσαν την πολεμική μέθοδο του, ήταν αφοσιωμένοι στο πρόσωπό του και πολλοί από αυτούς δοξάστηκαν, όπως ο Νέυ, ο Μπερναντότ, ο Μασσενά, κ.α. (Ney, Bernadotte, Massenat)», (ό.π,  σελ. 139)

κε. «Ο Σουλεϊμάν Β΄ (1520-1566) είναι ο πιο ξακουστός από τους Τούρκους ηγεμόνες και ήταν σύγχρονος με τον Κάρολο Ε΄, το Γραγκίσκο Α΄, το Λέοντα Ι΄ και το Λούθηρο. Ευρωπαίοι συγγραφείς έγραψαν πολλά γιʼ αυτόν, Ευρωπαίοι ζωγράφοι τον απεικόνισαν και σώζονται μακροσκελείς εκθέσεις γιʼ αυτόν από Βενετούς Πρεσβευτές. Οι Ευρωπαίοι τον ονόμασαν Μεγαλοπρεπή (magnifique) και οι Τούρκοι Γιαβούζ (έξοχος) και Κανουνί (νομοθέτη). Ο Σουλεϊμάν διακρίθηκε ως πολεμιστής, ως προστάτης των γραμμάτων και ως νομοθέτης.», (ό.π,  σελ. 161)

 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΗΘΙΚΗ, «ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ» & ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

 

Στα 6 επεισόδια της ταινίας επιστημονικής φαντασίας «Ο Πόλεμος των Άστρων», διαδραματίζεται στο διάστημα περισσότερο η ηθική σύγκρουση δύο πολιτικών συστημάτων, παρά κάποιων «άστρων».

Στην εν λόγω ταινία αναπλάθονται τα πολιτικά στερεότυπα του Διαφωτισμού· δηλαδή κάθε διαφορετική πολιτική διαμόρφωση της «ανθρωπότητας», πέρα από εκείνη της «Δημοκρατίας» -αναγκαστικά της όποιας «Αυτοκρατορίας»- περιγράφεται ως «σκοτεινή» ενώ δε λείπουν οι μεταφυσικές διαστάσεις από τη σύγκρουση αυτή.

Έτσι οι «Ιππότες Τζεντάι», δηλαδή οι θρησκόληπτοι εκφραστές των πολιτικών απόψεων της Δημοκρατίας ή της Αυτοκρατορίας, συγκρούονται κάνοντας χρήση των δύο όψεων της «Δύναμης», μιας μαγικής ενέργειας που χωρίζεται σε δύο παρόμοιες πτυχές, στη «σκοτεινή» πλευρά [της αυτοκρατορίας] με τον εντελώς «κακό - δαιμονοπαρμένο» αυτοκράτορα, ενάντια στη «φωτεινή» των επαναστατών [«Δημοκρατικών»] ιδεολόγων της «ελευθερίας».

Η αντανάκλαση των δύο αυτών δυνάμεων, της καλής και της κακής, διακρίνεται και στην αμφίεση των κυρίως πρωταγωνιστών, όπου οι «κακοί» των ανωτέρων αξιωμάτων φοράνε μαύρα ρούχα.

Η πολιτική διαστρέβλωση που ποιείται μέσα εις τον κινηματογράφο δια μέσω ανάλογων ταινιών, και που ξεπερνά και τους ίδιους τους διαφωτιστές, είναι ότι η ηθική, των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών είναι σχεδόν παγιωμένη ανάλογα με το πολιτικό πεδίο μέσα εις το οποίο αυτοί δρουν. Έτσι για παράδειγμα οι δρώντες μέσα στο χώρο της αυτοκρατορίας είναι πάντοτε «κακοί», ενώ οι δρώντες εις το χώρο της δημοκρατίας πάντοτε «καλοί», εξ ανάγκης του πολιτικού συστήματος το οποίο τους περιβάλλει.

Συνέπεια αυτών των μηνυμάτων πολιτικής προπαγάνδας είναι μία και μοναδική. Ότι αντί να ξεχωρίζουν ή να διακρίνονται χαρακτήρες πολιτικών ανθρώπων, αντιθέτως ξεχωρίζουν ή διακρίνονται πολιτικά συστήματα, ενώ είναι ιστορικά εξακριβωμένο είναι πως και το τελειότερο πολιτικό σύστημα δια της διαφθοράς της ηθικής των ανθρώπων μπορεί να μεταλλαχθεί σε βάσανο ολάκερων λαών.

Έφερα ειρήνη... ελευθερία, δικαιοσύνη και ασφάλεια στη νέα μου αυτοκρατορία.

 

Ο «κακός» Τζεντάι ισχυρίζεται στην ταινία, πως έφερε «ελευθερία, δικαιοσύνη και ασφάλεια στη νέα [του] αυτοκρατορία». Όμως δε γίνεται πιστευτός καθόσον τα μέσα που χρησιμοποιεί θεωρούνται «κακά»: δολοφονίες, δολοπλοκίες, μίσος, θυμός, πολιτικές διαπλοκές, διαφθορά δια αξιωμάτων, καθιστώντας έτσι την αυτοκρατορία «απεχθές» πολιτικό μόρφωμα μέσα στην κινηματογραφική σειρά και κατά συνέπεια και στο «διάστημα» των κοινωνιών.

-Τη νέα σου αυτοκρατορία; Άνακιν παραμένω αφοσιωμένος στη Δημοκρατία!

 

Ο αυτοκρατορικός «κακός» Τζεντάι, τυφλός υπηρέτης του αυτοκράτορα, στην ουσία δε διαφέρει από τον «καλόν» Τζεντάι που «αφοσιωμένος στη Δημοκρατία» χρησιμοποιεί τις ίδιες βίαιες μεθόδους για να επιτύχει το δικό του πολιτικό σύστημα: φόνους σε μάχες και συμπλοκές, μυστικισμός, μαγεία - πειθώ προς εξαπάτηση του «στόχου -προσωπικότητας» κ.α., συνθέτουν μια αφοσίωση στο δικό του πολιτικό σύστημα που ξεπερνά τα όρια του «πολιτικού φανατισμού» και συμβαδίζει με τον Μακιαβελισμό.

Αν δεν είσαι μαζί μου... τότε είσαι εχθρός μου.

 

Ο «κακός» μαυροντυμένος Τζεντάι της Αυτοκρατορίας, ίσως «ανάλογος» υπηρέτης ενός αυτοκράτορα εξ «ηθικής πολιτικής» ανάγκης «μοχθηρού» ως λ.χ. θα μπορούσε να ήταν «Ιουστινιανός», χρησιμοποιεί μια φράση των λεγομένων του Ιησού με διαφορετική όμως ερμηνεία:

Κατά Λουκά, Κεφ. Ια΄ «23 ὁ μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ κατ' ἐμοῦ ἐστι»·  η απλή ταυτοποίηση ενός επιτιθέμενου δε σημαίνει κατʼ ανάγκη μια συμπεριφορά κατά του επιτιθέμενου, τουλάχιστον όσο αφορά τον Ευαγγελικό λόγο: Κατά Λουκά, Κεφ. Στ΄ «35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».

Ορισμένοι πολιτικοί γνωστής ιστορικής εμβελείας που επανέλαβαν τα λόγια αυτά, έδωσαν στο ακροατήριό τους συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία συνάγονταν εχθρική συμπεριφορά προς «τοὺς ἐχθροὺς» τους· ανάμεσα σʼ αυτούς περιφραστικά επανέλαβε τη φράση ο  Λένιν, επακριβώς ο φασίστας Μπενίτο Μουσολίνι «ή μαζί μας ή ενάντια σε μας», ενώ αντίθετα με τον κινηματογράφο, δεν έλειψαν και «Δημοκρατικοί» όπως η Χίλαρι Κλίντον «Κάθε έθνος πρέπει να είναι μαζί μας ή ενάντιά μας. Όποιος φροντίζει τρομοκράτες, ή τους χρηματίζει, θα πληρώσει το τίμημα» (1), κι ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Τζόρτζ Μπους: «ή είστε μαζί μας ή με τους τρομοκράτες» (2).

 

Σημειώσεις:

1. WhiteHouse.gov Address to a Joint Session of Congress and the American People.

2. H. Bruce Franklin (1988). War Stars: The Superweapon and the American Imagination. Oxford University Press. pp. 124–5. ISBN 0195066928.

Πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/You%27re_either_with_us,_or_against_us

 

«Μη με αναγκάσεις να σε σκοτώσω», λέει ο «κακός» αυτοκρατορικός Τζεντάι.

Αν κι ο «κακός» είναι αυτός που εκτοξεύει τις απειλές, τελικά στη μονομαχία που ακολουθεί, τον σκοτώνει ο «καλός».

Όλα αυτά συνεπάγουν μια αποτυχημένη «ηθική πολιτική» προσέγγιση των πολιτικών συστημάτων της ανθρωπότητας, όπου εξ ανάγκης οι «δημοκρατίες» που γεννήθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση αναπλάθουν τους «καλούς» της δυτικής ιστορίας, ενώ τα όποια διαφορετικά πολιτικά συστήματα αναγκαστικά αναπλάθουν τους «κακούς» της παγκόσμιας ιστορικής υπόθεσης.

 Τί κι αν οι «Δημοκρατίες» παράγουν δισεκατομμύρια ανέργους, αστέγους και δυστυχισμένους πολίτες σε όλο το «γαλαξία», τί κι αν ο πλούτος ο πλούτος διαμοιράζεται πάντοτε άδικα στους πολίτες; «σημασία» έχει πως  οι «Δημοκρατίες» είναι «ανώτερα» πολιτικά συστήματα βάση της «ηθικής» του Διαφωτισμού. Τα διαφορετικά συστήματα είναι «σκοτεινά», «κακά» και «δαιμονισμένα», αν και κατά τους διαφωτιστές, πάντοτε, ο χαρακτήρ των ανθρώπων είναι εκείνος ο οποίος διαπλάθει την «πολιτική αγαθότητα» μιας κοινωνίας.

Οι σημερινές «Δημοκρατίες» του Διαφωτισμού, έχουν αναλωθεί σε τακτές κι έκτακτες ιεροτελεστικές καταθέσεις στεφάνων υπέρ του «δικού» τους πολιτεύματος, ακόμη κι όταν τα πάντα μέσα τους ηθικά είναι σαπισμένα εκ των βάθρων: διαπλοκή, αδικίες, ατομισμός, τραγικές διαφορές στην κατοχή πλούτου, άνισες ευκαιρίες, άνιση αντιμετώπιση από το νόμο (ο κατέχων χρήματα πληρώνει δικηγόρους και επιβαρύνεται λιγότερα από τα πρόστιμα ως έχοντας περισσότερα), ενώ η συμμετοχή του πληθυσμού εις την «Δημοκρατία» πέρα του ότι αναλώνεται σε μια τυπική και βαρετή διαδικασία προσέλευσης σε μια μοιρολατρική κάλπη ανά «εύλογο» χρονικό διάστημα, από την άλλη έχει να αντιμετωπίσει το χάος της διαφοράς του μορφωτικού επιπέδου, κάνοντας χρήση της οποίας οι πολιτικοί  ρήτορες δημαγωγούν ή εξαπατούν τα ευρεία πληθυσμιακά στρώματα, που βρίσκονται σε αφασία πολιτικής κι εκπαιδευτικής μορφώσεως ή επιμορφώσεως δια μέσω της περιθωριοποίησης από την ανώτερη παιδεία που καλλιεργεί την αναπαραγωγή του ίδιου κοινωνικού μοντέλου.

Χιλιάδες ιστορικών βιβλίων της ευρείας δημόσιας εκπαίδευσης έχουν γραφεί αναλωμένα στις πολεμικές συγκρούσεις ενώ πολύ λίγα έως ελάχιστα εμβαθύνουν σε κοινωνικά κι οικονομικά προβλήματα της όποιας κοινωνίας. Άλλωστε αυτά τα τελευταία φυλάσσονται δια σπάθης από όλους εκείνους οι οποίοι γνωρίζουν να διαφυλάσσουν τα συμφέροντά τους στο πολιτικό κουκλοθέατρο της «φιλελεύθερης διαφωτιστής Δημοκρατίας».

 

 

Στην ίδια ταινία επιστημονικής φαντασίας, «ο Πόλεμος των Άστρων», οι «καλοί» ιππότες Τζεντάι χρησιμοποιούν ένα μαγικό τέχνασμα της «Δύναμης» για να σαμποτάρουν τη βούληση των αντιπάλων τους, μετατρέποντας τους εις άβουλα  κι υπάκουα όντα εις τις επιθυμίες της δικής τους νόησης και θέλησης· το τέχνασμα αυτό σηματοδοτείται με  κίνηση της χειρός την ίδια ώρα που ο «κινὼν τὴν χείραν» εκφέρει το υποσυνείδητο μήνυμα που θα υιοθετήσει αβούλως ο αντίπαλός του.

Αυτή η «χείρ» της «διαγαλαξιακῆς πλύσεως τοῦ ἐγκεφάλου» δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ενθυμίζει στον τηλεθεατή την «Ἀόρατην Χεῖραν» του οικονομολόγου φιλοσόφου του Διαφωτισμού Άνταμ Σμιθ, δια μέσω της οποίας τα υποβόσκοντα εις τις «Δημοκρατίες» πλήθη έχουν ενστερνιστεί με θρησκευτική ευλάβεια πως η δική τους «δημοκρατική» οικονομία «προστατεύεται» από κάποια μεταφυσική δύναμη που την ρυθμίζει καταλλήλως, ενώ αντίθετα αυτή είναι εκείνη η οποία αρπάζει το βιός του μέσου πολίτη δια της ταχυδακτυλουργικής επεμβάσεως «τεχνοκρατῶν» που έχουν σπουδάσει στα πνευματικά φροντιστήρια των «ιπποτών» του διαφωτισμένου φιλελευθερισμού.

 

Οι «Οικονομολόγοι» [του Διαφωτισμού]  & οι Ιππότες Τζεντάι

«Οι γνώμες για τον πλούτο των κρατών και τη διοίκηση των οικονομικών του κράτους άλλαξαν κατά τον Ιη΄ αιώνα. Οι συγγραφείς, που ασχολήθηκαν στα συγγράμματά τους με τα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας, όπως λέμε σήμερα, ήταν κυρίως Γάλλοι και ονομάστηκαν Οικονομολόγοι.

[...]

Ο Γκουρναί (Gourney, 1712- 1759) εξάλλου δίδαξε ότι η επέμβαση του κράτους στην οικονομική ζωή είναι επιζήμια και απαίτησε τέλεια ελευθερία της παραγωγής και του εμπορίου "laissez faire, laissez passer".

Τις θεωρίες αυτές τις συστηματοποίησε ο πιο διάσημος από τους οικονομολόγους του Ιη΄ αιώνα, ο Σκότος Αδάμ Σμιθ (Adam Smith, 1723- 1790), στο ονομαστό έργο του Έρευνες για τη φύση και τα αίτια του πλούτου των θεών. Δίδασκε ότι τον πλούτο τον παράγει η εργασία με όλες τις μορφές της και, για να πετύχουμε την ευημερία των ανθρώπων, πρέπει να αφήσουμε τον καθένα να δουλεύει, όπως θέλει. Οι ανθρώπινοι νόμοι, που έχουν σκοπό τάχα να προστατέψουν το κοινό συμφέρον,  φέρνουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. "Το άτομο, όταν δουλεύει για δικό του λογαριασμό, οδηγείται από ένα αόρατο χέρι, για να συμβάλει στο κοινό καλό". Αυτή είναι η θεωρία του ελεύθερου συναγωνισμού, που στηρίζεται στην προσφορά και στη ζήτηση των αγαθών.

Έτσι κατά τον Ιη΄ αιώνα, αντίθετα προς το προστατευτικό σύστημα της εποχής του μερκαντιλισμού, επικράτησε η αρχή της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας. Αυτή η λεγόμενη φιλελεύθερη τάση ή λιμπεραλισμός (Liberalismus)"», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 111-112)

 

 

 

Ηθικές επιτυχίες μέσα στην «τυραννία»

Ο ρήτορας «Ανώνυμος Έλλην» είχε υποστηρίξει με το «ηθικό» του κατηγόρημα, στην ουσία πάντοτε πολιτικό παρά οτιδήποτε άλλο, πως ένα «κακὸν» ως η «τυραννία» (οιαδήποτε Μοναρχία) δε θα μπορούσε να γίνει ποτέ πρόξενος του «καλοῦ»:

«Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία...;», σελ. 120

Ο ίδιος όμως αυτός συγγραφέας αντιθέτως είχε δώσει τέτοια παραδείγματα, όπου δηλαδή από μια κακή πολιτική κατάσταση μπορούσε να ευδοκιμήσει μια καλύτερη, έστω και κοσμική. Λεπτομερέστερα εξ ονόματος «Ανωνύμου του Έλληνος» μέσα εις την «Ελληνική Νομαρχία» ελέχθη:

α. Η φιλία θέριευε μέσα εις την τυραννία: «Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες, ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα καλά, ὁποὺ ὑστερεῖ τῆς ἀνθρωπότητος, κατασταίνει πρὸς τούτοις καὶ τὴν φιλίαν ἓν κτῆμα ἐπικίνδυνον. Ἡ φιλία, ἀδελφοί μου, γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ ἰδεῶν δύο ὑποκειμένων, καὶ αὐτὸ ἀκολουθεῖ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, εἰς τρόπον ὁποὺ θέλοντας ὁ ἕνας ὅ,τι θέλει καὶ ὁ ἄλλος, ἀγαπῶνται ἀμοιβαίως, καὶ τοιαύτην ἀγάπην οὐδὲν μέσον εἶναι ἱκανὸν νὰ τὴν διαλύσῃ, οὔτε ἡ ἰδία τυραννία δύναται νὰ σμικρύνῃ τὴν δύναμίν της, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας, καὶ ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἀπουσία περισσότερον τὴν στερεοῦσι, καὶ ἀσφαλεστέραν τὴν ἀποκαθιστῶσι.

Αἱ δυστυχίαι τοῦ ἑνὸς φίλου λογιάζονται ὡς ἴδιαι παρὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ἀμφότεροι χαίρονται εἰς τὰς ξεχωριστάς των εὐτυχίας. Ὁ ἕνας κινδυνεύει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ ἐκείνην τοῦ φίλου του, ὁ ἄλλος ἐξοδεύει ὅλην τὴν περιουσίαν του, διὰ νὰ φυλάξῃ τὸν φίλον του, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς δύο ἀληθεῖς φίλους τὰ πάντα εἶναι κοινά, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ μεγάλου Πυθαγόρα.», σελ. 54

β. Η αρετή έλαμπε μέσα στη τυραννία, γεννώντας ένα σωρό ευοίωνα χαρακτηριστικά:  «Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας. Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του. Σύ, ὁποὺ χαρακτηρίζεις καὶ καταστεῖς ἀμετάτρεπτον τὸν ἐνάρετον. Ναί, ὁ ναός σου δὲν εἶναι ἐσφαλισμένος εἰς τὴν ὑποδουλωμένην Ἑλλάδα!», σελ. 93

Επιπλέον, μέσα από μια γενικότερη θέση, ο συγγραφέας «πατριώτης» πίστευε πως από κάποιο άδικο, μπορούσε να γεννηθεί μια καλύτερη ή δικαιότερη κατάσταση:

γ. Από τον άδικο πόλεμο γεννιούνταν ο δίκαιος πόλεμος: «Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνέβωμεν εἰς τὴν παλαιότητα τῶν ἀπελθόντων αἰώνων, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν μὲ ἀκρίβειαν τὰ συμβεβηκότα τῶν ἀνθρώπων, θέλομεν εὕρει βέβαια τὸν πόλεμον τόσον παλαιόν, ὅσον τὴν αὐτὴν ἀνθρωπότητα, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐχρησίμευσεν διὰ νόμος, ἐπειδὴ ὁ καθεὶς ἐκδικεῖτο μόνος του, καὶ οὕτως, ἀπὸ τὸν πόλεμον ἄδικον, τοῦ ὁρμήσαντος, ἐγεννήθη ὁ πόλεμος δίκαιος, τῆς διαυθεντεύσεως.», σελ. 28

δ. Από τον ατελή νου πηγάζουν πράγματα πιο τέλεια: «Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν ἀτελειότητα φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς οὐδέν, δὲν εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.», σελ 60

Ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» παραδέχεται ότι μια σειρά από ηθικά χαρακτηριστικά αναπτύσσονται περισσότερο σε χειρότερες κοσμικές συνθήκες παρά σε καλύτερες· αυτό άλλωστε είναι ότι έχει υπαινιχθεί κι ο Χριστιανισμός της Κ.Δ. (βλ. κάτωθι).

 

Η ανατροπή του «Ανωνύμου του Έλληνος» από το Ευαγγέλιο

Ο «Ανώνυμος Έλλην» μέσα στο γραπτό του στηρίχθηκε πολλές φορές εις τον Ευαγγελικό λόγο για να επιτεθεί «ηθικά» έναντι των πολιτικών του αντιπάλων, αποκτώντας κατʼ αυτόν τον τρόπο οικειότητα κι εγκυρότητα στο νου του τότε, χριστιανού, μέσου αποδέκτη της «Ελληνικής Νομαρχίας». Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν το προσπάθησε ο συγγραφέας αυτού του πονηματίου, δεν μπόρεσε να καταπείσει μελετητές της Αγίας Γραφής ότι όντως ο λόγος του έχει άμεση πνευματική σχέση με τα 4 Ευαγγέλια. Αντιθέτως, ακόμη και μη θεολόγοι μελετητές έχουν κατανοήσει το υπερφίαλο των θρησκευτικών του υπαινιγμών· κι αυτό επαναλβάνεται για ακόμη μια φορά εδώ:

α. «οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86

β. Κατά Ματθαίον, Κεφ. Κα΄ «λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ

 

 

500.0000 - 200.000 - 10.000 ΑΠΡΑΓΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

(Κατά: Απανταχού νεοπαγανιστές & νεοδιαφωτιστές)

 

α. «Από αναφορές περιηγητών (στο Αγ. Όρος) συγκεκριμένα αρκετοί ηγούμενοι περηφανεύονταν για την αμορφωσιά τους. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι μοναχοί ήταν αγράμματοι. Συνήθως δυστυχισμένοι άνθρωποι που έβλεπαν τα μοναστήρια σαν την τελευταία ελπίδα σωτηρίας

Την περίοδο της άλωσης μάλιστα υπολογίζονται σε 500.000 ψυχές. Την ίδια ώρα στην Κωνσταντινούπολη αμύνονταν 5 ή 10.000 άνθρωποι»,

Πηγή: «Μικρός Παν», http://www.phorum.gr/viewtopic.php?p=668086, αποθηκευμένη εδώ.

 

β. «Θα ήθελα επίσης να προσθέσω πως ακόμη δεν είδαμε -τουλάχιστον για αρχή τον ρόλο της θρησκείας και του ιερατείου της- και να σημειώσω ενδεικτικά, πως λίγο πριν την άλωση της Πόλης, βεβαιώνουν κάποιοι ιστορικοί-δυστυχώς δεν έχω άμεσα τα στοιχεία, αλλά επιφυλάσομε (sic)-τα μοναστήρια της επικρατείας της Αυτοκρατορίας είχα(ν) πάνω από 500.000 μοναχούς.....!!!! και την στιγμή που ο Κων/νος Παλαιολόγος, μπροστά στον ορατό κίνδυνο των Οθωμανών.....! ζητούσε άμεσε γενική επιστράτευση.....!

Συνεχίζεται....

Έρρωσθε.... Φίλοι...

__________________

Σιωπή.....»

Πηγή: Χρήστης «Nasosddd», http://www.metafysiko.gr/forum/showthread.php?t=6267, αποθηκευμένη εδώ.

γ. «Και να σκεφτεί κανείς ότι την εποχή αυτή μέσα στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 300 μοναστήρια και 10.000 καλόγεροι και σε ολόκληρη την βυζαντινή αυτοκρατορία, άλλες 200.000 μοναχοί που θα μπορούσαν να την υπερασπισθούν. Ο τελευταίος όμως αυτοκράτορας είχε μείνει να υπερασπίζεται την πόλη με μόλις 10.000 άνδρες, από τους οποίους 7.000 ήσαν Γενοβέζοι.

*Ο Θεόδωρος Παναγόπουλος είναι τ. δικαστής και δικηγόρος».

Πηγή: Θεόδωρος Παναγόπουλος, http://www.patris.gr/articles/148746?PHPSESSID=, αποθηκευμένη εδώ.

 

Μυθοπλάστες: Απανταχού νεοπαγανιστές & «διαφωτιστές»

Απάντηση: Εδώ.

 

 

100.000 ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119 )

 

«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων», σελ. 119

 

Μυθοπλάστης:  «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Κατόπιν της «νεο-κλασσικής» απάτης περί 500.000 (ενίοτε 200.000 ή 10.000) καλόγηρων που ένεκα «δειλίας» μέσα στα Μοναστήρια τους «αδιαφορούσαν» καθώς η Κωνσταντινούπολη εμάχετο μόνη της έναντι των Οθωμανών, εις την «Ελληνική Νομαρχία» εμφανίζεται η «κλασσική» απάτη περί 100.000 μαυροφορεμένων που ζουν «εις βάρος» των Ελλήνων.

Φαίνεται πως αυτή η «κλασική» απάτη του Διαφωτισμού ήταν εκείνη η οποία «διαφώτισε» (άλλαξε τα φώτα) των σύγχρονων Χριστιανο-μάχων, οι οποίοι διδάχθηκαν εις τον ρουν της ιστορίας να φουσκώνουν τα παλαιά νούμερα, σε ακόμη πιο απίστευτα και να δημιουργούν περίτεχνες «νεο-κλασσικές» απάτες.

 

Τα ελληνικά Μοναστήρια την δεκαετία του ʼ60 - ʼ70

Μέσα στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Απόστολου Δανδράκη μπορεί κανείς να βρει στον τόμο Ελλάς, την απογραφή των ελληνικών ναών και μονών εκείνης της εποχής μαζί με τον αριθμό των μοναχών, ο οποίος παρατίθεται στον κάτωθι πίνακα.

 

 

α/α

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΕΣ

ΝΑΟΙ

ΜΟΝΕΣ

ΜΟΝΑΧΟΙ

01.

Αρχιεπισκοπή Αθηνών

182

3

161

 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ

 

 

 

02.

Αιτωλίας & Ακαρνανίας

211

6

19

03.

Αλεξανδρουπόλεως

69

-

-

04.

Αργολίδος

75

5

66

05.

Άρτας

78

4

-

06.

Αττικής & Μεγαρίδος

94

7

95

07.

Βεροίας & Ναούσης

94

4

12

08.

Γόρτυνος & Μεγαλουπόλεως

142

4

33

09.

Γρεβενών

92

1

9

10.

Γυθείου & Οιτύλου

101

2

12

11.

Δημητριάδος

131

4

 

12.

Διδυμοτείχου & Ορεστιάδος

101

-

-

13.

Δράμας & Φιλίππων

98

1

6

14.

Δρυϊνουπόλως, Πωγωνιανής & Κονίτσης

110

4

-

15.

Εδέσσης & Πέλλης

115

3

-

16.

Ελασσόνος

53

3

20

17.

Ελευθερουπόλεως

36

-

-

18.

Ζακύνθου

58

3

15

19.

Ηλείας

196

7

102

20.

Θεσσαλιώτιδος & Φαναριοφαρσάλων

255

7

21

21.

Θεσσαλονίκης

115

3

-

22.

Θηβών & Λεβαδείας

93

7

-

23.

Θήρας

32

4

19

24.

Ιερισσού Αγίου Όρους & Αρδαμερίου

55

1

5

25.

Ιωαννίνων

228

6

-

26.

Καλαβρύτων & Αιγιαλείας

149

7

122

27.

Καρυστίας & Σκύρου

99

3

-

28.

Κασσανδρείας

72

-

-

29.

Καστορίας

104

3

13

30.

Κερκύρας & Παξών

96

6

21

31.

Κεφαλληνίας

155

8

33

32.

Κίτρους

72

1

10

33.

Κορινθίας

144

7

82

34.

Κυθήρων

6

-

-

35.

Λαρίσης & Πλαταμώνος

103

1

6

36.

Λευκάδος & Ιθάκης

31

2

-

37.

Λήμνου

37

-

-

38.

Μαντινείας & Κυνουρίας

140

13

80

39.

Μαρωνείας

63

1

-

40.

Μεσσηνίας

236

5

120

41.

Μηθύμνης

33

3

37

42.

Μονεμβασίας & Σπάρτης

138

2

24

43.

Μυτιλήνης

60

2

25

44.

Ναυπακτίας & Ευρυτανίας

181

4

10

45.

Νευροκοπίου & Ζιχνών

68

5

-

46.

Νικοπόλεως & Πρεβέζης

107

2

-

47.

Ξάνθης

64

2

11

48.

Παραμυθίας, Φιλιατών & Γηρομερίου

139

2

4

49.

Παροναξίας

41

6

70

50.

Πατρών

-

8

65

51.

Πειραιώς

47

-

-

52.

Πολυανής & Κιλκισίου

129

-

-

53.

Σάμου & Ικαρίας

96

6

36

54.

Σερβίων & Κοζάνης

93

3

41

55.

Σερρών & Νιγρίτης

110

1

17

56.

Σιδηροκάστρου

57

-

-

57.

Σισανίου & Σιατίστης

94

2

5

58.

Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας & Μήλου

125

8

127

59.

Τρίκκης & Σταγών

181

10

66

60.

Τριφυλίας & Ολυμπίας

144

3

38

61.

Ύδρας, Σπετσών & Αιγίνης

44

9

165

62.

Φθιώτιδος

233

4

34

63.

Φιλίππων, Νεαπόλεως & Θάσου

80

1

-

64.

Φλωρίνης, Αλμωπίας & Εορδαίας

141

-

 -

65.

Φωκίδος

109

2

4

66.

Χαλκίδος

125

5

18

67.

Χίου

105

18

285

ΣΥΝΟΛΑ

7.065

254

2.164

ΑΝΑΛΟΓΙΑ

 

1

8,51

Πηγή: Γ.Ι. Κονιδάρης, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος «Ι ΕΛΛΑΣ», σελ. 174

 

Το παραμύθι της «Ελληνικής Νομαρχίας» για τα μυαλά των «διανοουμένων»

Από την άνωθι απογραφή προκύπτει πως σε όλη την τότε ελληνική επικράτεια αντιστοιχούσαν 254 μονές με μέσο όρο 8.51 μοναχούς ανά μονή (αναλογία 1:8,51). Συνολικά δηλαδή, σε όλη την επικράτεια του ελληνικού κράτους φαίνεται ότι βρίσκονταν 2.164 μοναχοί. Ο αριθμός των ναών ανέρχονταν βεβαίως σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνον των 254 μονών και άγγιζε τον αριθμό των 7.065 κτισμάτων.

Ο «Ἀνώνυμος Έλλην» υπαινίχθηκε πως «Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι» ήταν οι «μαυροφορεμένοι» Έλληνες πριν την ελληνική επανάσταση.

 

Αν υποθετικά δεχθεί κανείς για την περίοδο πριν της ελληνικής επαναστάσεως τον υπερπλούσιο αριθμό των 5 (!) ιερέων για κάθε ελληνικό ναό (είναι γνωστό πως 1 κληρικός υπάρχει σε κάθε ναό με εξαίρεση τις Μητροπόλεις, ενώ υπάρχουν ασφαλώς αρκετοί ναοί δίχως κληρικούς) και δεχτεί ότι επί τουρκοκρατίας υπήρχαν υπερπλουσίως 3000 (!) περισσότεροι ναοί και  υπερπλουσίως  3.000 (!) περισσότερα ελληνικά μοναστήρια από ότι υπήρχαν τις δεκαετίες 60-70 (η βαυαροκρατία κατάστρεψε λίγο περισσότερα από 400), δεχόμενος τον ίδιο μέσο όρο των 8,5 μοναχών ανά μοναστήρι, τότε προκύπτει ο εξής αριθμός «ἀργῶν μαυροφορεμένων» Ελλήνων για το 1821:

 

3.254   [3.000 + 254 μοναστήρια] × 8,51 [μοναχούς] = 27.691 μοναχοί

10.065 [3.000 +7.065ναοί]            × 5     [ιερείς]       = 50.325 ιερείς

----------------------------------------------------------------------------------------------------

Σύνολο                                                                   = 78.016 «μαυροφορεμένοι»

 

Δηλαδή, ακόμη κι αν χρησιμοποιήσει κανείς στους υπολογισμούς του τις πλούσιες υπερβολές (των 6.000 περισσοτέρων κτισμάτων και περίπου 5πλασίων ιερέων) που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν μπορεί να πλησιάσει τον αριθμό των  «Ἑκατὸν χιλιάδων, καὶ ἴσως περισσοτέρων» μαυροφορεμένων του αξιόπιστου (!) διαφωτιστή «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ούτε κατά 80%.

 

 

Πράγματι, οι «πηγές» του για την απαρίθμηση των 100.000 μαυροφορεμένων είναι οι ακριβώς οι ίδιες με εκείνες που μιλούν για 200.000 ή 500.000 ή 10.000 χιλιάδες μοναχούς την εποχή της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως λίγο πριν την πτώση της.

Όπως κάθε πρέπον «ορθολογιστής» που σέβεται τον εαυτό του, έτσι κι ο «Ανώνυμος Έλλην» εκφράζει αμφιβολίες για τις αριθμήσεις πληθυσμού σε έργα γεωγραφίας υπό άλλων συγγραφέων, τα οποία δεν παραθέτουν χειροπιαστή βάση για τα στοιχεία που παραθέτουν:

«...εὗρον δι᾿ ἀληθεστέραν ἢ πλησιεστέραν εἰς τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐπακόλουθον ἐπαρίθμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν, βέβαια, οὔτε ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ καταπεισθῶ μὲ ἀναμφιβολίαν, ἀλλ᾿ οὔτε ἀπίστευτος καθόλου μοῦ φαίνεται. Ὅθεν, ἐγὼ μὲν τὴν ἐκθέτω, ὅποιος δὲ εἶναι βεβαιότερος, ἂς τὴν διορθώσῃ, καὶ θέλω τοῦ μείνει εὐχάριστος.», σελ. 85

Εντούτοις δε φαίνεται να παρέχει καμία ένδειξη ή απόδειξη, κι ακόμη χειρότερα, δεν φαίνεται να παρέχει καμία «ἀναμφιβολίαν» για τις δικές του απαριθμήσεις περί «Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως» περισσότερους μαυροφορεμένους.

Με άλλες λέξεις, «πηγές» του για τις απαριθμήσεις «μαυροφορεμένων» είναι οι αστείρευτες οπτασίες της φαντασίας του, με τις οποίες ο «πατριώτης» [έτσι τον αποκαλούν ακαδημαϊκοί, να τον χαίρονται] διαφωτιστής, βάλθηκε να κοροϊδεύει την ελληνική και χριστιανική νοημοσύνη των ανθρώπων τόσο στην δική του εποχή όσο και στις επόμενες... Εκτός κι αν... ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» με τον όρο «μαυροφορεμένοι» δεν αναφέρονταν σε ιερείς αλλά σε μαυροντυμένους νίνζα, αφού ως γνωστό υπάρχουν, άσπροι και κόκκινοι νίνζα με τους οποίους δε θα πρέπει να συγχέονται οι πρώτοι! 

Αυτά τα αριθμητικά αποτελέσματα είναι ενδεικτικά της χροιάς του παροιμιώδους έργου του, αλλά κι ενδεικτικά της διαυγείας όλων εκείνων των θιασωτών, που λειτουργούν ως διαφημιστές του τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Έχει τονισθεί αρκετές φορές μέσα από την παρούσα ότι οι σύγχρονοι διαφημιστές της «Ελληνικής Νομαρχίας» (ακόμη και κοινοβουλευτικά κόμματα), δε δικαιολογούνται σε καμία περίπτωση όταν αναρτούν το έργο του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» ως κάποιου είδους αφηγητή της αλήθειας στους ιστοχώρους τους.

 

Διαφωτιστικά Ανέκδοτα

α. «Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, [...] διὰ νὰ δοξασθῆτε [...] ἐν τῷ οὐρανῷ. [...] Γράψατε καὶ πλατύτερα καὶ σαφέστερα τὴν ἀλήθειαν ἀπ᾿ ὅ,τι ἐγὼ ἔκαμα», σσ. 126-127

β. «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100

γ. «Ἀκούσατε [...] Ἕλληνες [...] τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128

 

Πρβλ. απάτη «Μαυροφορεμένοι Αργοί»

Πρβλ. απάτη «500.0000 - 200.000 - 10.000 άπραγοι μοναχοί στην άλωση της Κωνσταντινούπολης»

 

 

ΚΑΤΑΔΑΦΙΣΟΝ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 123-124 )

 

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου. [....] καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσῃς τὰ βάρη τοῦ λαοῦ [...] ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του, χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων. Ἤ, τέλος πάντων, ἂν παντάπασιν δὲν ἠμπορέσῃς νὰ τὰ ἐξαλείψῃς, σμίκρυνε κἂν τὸν ἀριθμόν των καὶ τὴν ἀναίσχυντον καὶ βάρβαρον κατάχρησιν, ὁποὺ οἱ καλόγηροι τῶν μοναστηρίων ἔκαμαν.», σσ. 123-124

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Ο Διαφωτισμός διακήρυσσε δια στόματος του «Ανωνύμου του Έλληνος» πως το άριστο πολίτευμα είναι η «Νομαρχία», δηλαδή εκείνη η διοίκηση που βασίζεται σε Νόμους παρά στην «αυθαίρετη» βούληση ενός Μονάρχη (σσ: ο «Ἀνώνυμος Έλλην» πολλές φορές θα θαυμάσει το Λυκούργο για την Νομοθεσία του, παρότι αυτή δε βασίσθηκε σε μια κάποια «Δημοκρατία» για τη θέσπισή της αλλά ήταν πράξη, σύμφωνα με την παράδοση, ενός και μόνο Νομοθέτη που ήταν άλλωστε μονάρχης βασιλιάς).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στηρίζεται για τη Νομική Λειτουργία της σε Αποστολικούς Κανόνες, δηλαδή σε μια Δημοκρατικά θεσπισμένη Νομοθεσία της οποίας ο «Ἀνώνυμος Ἔλλην» γνώριζε την ύπαρξη:

«...ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις, καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.», σελ. 99

Εντούτοις, παρότι ο «Ανώνυμος Έλλην» γνωρίζει την ύπαρξη αυτής της Αποστολικής Νομοθεσίας, παρότι το βιβλίο του τιτλοφορείται «Νομαρχία» και δη «Ἑλληνικὴ», παρακάμπτει τους όποιους νόμους κι επικαλείται στο γραπτό του μια και μοναδική «ανώτερη αρχή», εκείνη του Οικουμενικού Πατριάρχη, του οποίου τον τίτλο στο γραπτό του χλεύαζε, επιθυμώντας σχεδόν «τυραννικά» αυτή η αρχή ως «ἀπὸ μηχανῆς Θεὸς» να αποφασίζει όχι μόνο για τα μοναστήρια, αλλά για πλειάδα θρησκευτικών ζητημάτων, ωσάν η Εκκλησία του Χριστού να εναπόκειται εις τις αυθαίρετες αποφάσεις οιοδήποτε Πατριάρχου ή Μονάρχη, αλλά κι εν τέλει αυτού του ιδίου του «Ανωνύμου του Έλληνος» που προωθεί αυτές τις συμβουλές του προς τον Πατριάρχη ως διοικητικές πρακτικές εξαιρετικά ανατρεπτικές για τη Νομοθεσία της Εκκλησίας:

 «Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον...»

Αν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» παραβλέπει τις δικές του αυτές απόψεις περί διοικητικής «Νομαρχίας» στην περίπτωση της Εκκλησίας, επιθυμώντας την τελευταία να λειτουργεί υπό την αυθαιρεσία ενός ίσως «Ὁρθοδόξου Πάπα», είτε αυτός είναι ο Πατριάρχης είτε ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην», το πράττει πρωτίστως για λόγους σκοπιμοτήτων κι εντυπωσιασμού των όποιων αναγνωστών του.

 

Μοναστήρια - Κλήρος στη Δύση & στην Ανατολή

Όσοι Έλληνες λόγιοι κι έμποροι «διαφωτίσθηκαν» στην Δύση, αντιμετώπισαν τους μοναχούς και τα μοναστήρια της «Ανατολής», ανάλογα με τον τρόπο που η δυτική σκέψη αντιμετώπιζε τα δικά της, δηλαδή ως οικήματα μιας κοινωνικής τάξης ή κάστας:

α. «Οι κάτοικοι της Γαλλίας διαιρούνταν σε τρεις τάξεις: στις δύο προνομιούχες, δηλαδή τους ευγενείς και τον Κλήρο, και στο Λαό ή τρίτη τάξη, την Tiers état», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 121)

β. «Στην πολιτική κοινωνιολογία της νεότερης Ευρώπης τα κυριότερα εμπόδια για την επανασύνδεση ηθικής και πολιτικής και για την αναγέννηση της ηθικής κοινότητας αποτελούσαν δύο διασπαστικές και δύστροπες φατρίες: οι μοναχοί και οι αριστοκράτες. Και οι δύο αυτές κοινωνικές ομάδες απολάμβαναν δυσανάλογα υλικά πλεονεκτήματα και κοινωνικά προνόμια, τα οποία θα έχαναν, αν υποτάσσονταν στις απαιτήσεις μιας φωτισμένης πολιτικής κοινότητας. Ο Κοραής, που ήταν εξίσου εξοικειωμένος με την ιστορική εμπειρία της νεότερης Ευρώπης όσο και της Ελλάδας, είχε κάθε λόγο να φοβάται τα ρήγματα που μπορούσαν να προκληθούν από τις δύο φατρίες στην αντίθεσή τους προς την κοινωνική αναμόρφωση [Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, Παρίσι 1822, σσ. μα-ν]. Ωστόσο, ως Ιδεολόγος και πνευματικός γόνος του Διαφωτισμού δεν απελπιζόταν. Από την πίστη του στη θεωρία της προόδου, που είχε διδαχθεί από τον Condorcet, πήγαζε η ελπίδα του ότι η μελλοντική αναβίωση της ενότητας πολιτικής και ηθικής ήταν δυνατή ως μέρος του θριάμβου του ορθού λόγου επάνω στα πάθη -του θριάμβου που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις της δίκαιης κοινωνίας.  [ό,π.,σσ. μγ-μδ, όπου παρατίθενται περικοπές του Condorcet, Esquisse d’ un tableau hisotrique des progrès de l’ esprit humain, σ. 440 της έκδοσης του 1822]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 417)

Στην Ελλάδα είχε μεταλαμπαδευτεί δια μέσω του Διαφωτισμού η λαθεμένη άποψη ότι οι μοναχοί αποτελούσαν κι αποτελούν κοινωνική πολιτική τάξη, η οποία έπρεπε να περιοριστεί, ενώ συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο:

γ. «Η Εκκλησία στην τουρκοκρατία πορευόταν, ενεργούσε και αγωνιζόταν ως ένα διάτμητο σώμα. Ο κλήρος δε χωρίστηκε πότε από το λαό. Άλλωστε, στη γλώσσα της Ορθοδοξίας "λαὸς" δε σημαίνει τους λαϊκούς, αλλά όλο το σώμα, κληρικούς και λαϊκούς, το "Λαὸ τοῦ Κυρίου". Ενώ στη Δύση, με τη φραγκική κατάκτηση, ο κλήρος έγινε κοινωνική τάξη, στην Ανατολή ο κλήρος και λαός αντιμετώπισαν ενωμένοι τις συμφορές, που ανελέητα κτυπούσαν το Γένος. Και ενώ ο Πατριάρχης και οι μητροπολίτες, ως ανώτατοι υπάλληλοι του Κράτους, όφειλαν-τυπικά τουλάχιστον -να δείχνουν απόλυτη νομιμοφροσύνη, ο απλός εφημέριος, ο παπάς, δεν έχασε ποτέ την επαφή του με το ποίμνιο. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ποτέ κάποιο χάσμα ανάμεσα στο λαό και τον παπά του»,  (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 106)

δ. «Στο Βυζάντιο οι μοναχοί δεν αποτελούσαν μια ξεχωριστή κάστα, ξεχωριστά από την κοινωνία. Ήσαν πιστοί, όχι μόνο στους δικούς τους οίκους ή μοναστικούς ηγέτες, αλλά αποτελούσαν και μέρος ενός πλέγματος κοινωνικών, οικονομικών και πνευματικών σχέσεων οι οποίες έδεναν μαζί τους "ισχυρούς" στο μέσο Βυζαντινό κράτος.  Ο Μοναχισμός παρουσίαζε μια άκρως ατομιστική γραμμή, που δεν έμοιαζε με τις Δυτικές θρησκευτικές "τάξεις"», (Πηγή: Monks and laymen in Byzantium 843-1118, Rosemary Morris, Cambridge University Press 1995», οπισθόφυλλο)

Σε αυτή την άποψη δεν είχε συμβάλει μόνο το ότι ο κλήρος στη Δύση είχε καταντήσει όντως πολιτική τάξη, αλλά και το ότι η αυτή Δύση έβραζε μέσα σε θρησκευτικές απόψεις και Χριστιανικές αιρέσεις εν αντιθέσει με την Ορθόδοξη Ανατολή η οποία ειρήνευε θρησκευτικά από αιώνες μέσα στα πλαίσια της Ορθοδοξίας.

Στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία κ.λ.π., οι αιρέσεις των Προτεσταντών και των Καλβινιστών είχαν εξοκείλει τον Χριστιανισμό σε κάτι το θεολογικά κενό για την Ανατολή και εξέφραζαν αντι-ευαγγελικές γνώμες της κατάργησης του κλήρου, των μοναχών, των μυστηρίων («λογικό» άνευ ιερέων), τις οποίες εν τέλει έφεραν σε εφαρμογή στα πολιτικά τερατουργήματά τους με τα γνωστά σήμερα αποτελέσματα.

 

Δεξιά: «Στο Βυζάντιο οι μοναχοί δεν αποτελούσαν μια ξεχωριστή κάστα, ξεχωριστά από την κοινωνία. Ήσαν πιστοί, όχι μόνο στους δικούς τους οίκους ή μοναστικούς ηγέτες, αλλά αποτελούσαν και μέρος ενός πλέγματος κοινωνικών, οικονομικών και πνευματικών σχέσεων οι οποίες έδεναν μαζί τους "ισχυρούς" στο μέσο Βυζαντινό κράτος.  Ο Μοναχισμός παρουσίαζε μια άκρως ατομιστική γραμμή, που δεν έμοιαζε με τις Δυτικές θρησκευτικές "τάξεις".

Χρησιμοποιώντας αγιογραφίες, Χρονικά και αρχεία των Μονών του Άθωνος, το παρόν βιβλίο επανεκτιμά τον ρόλο των μοναχών στην Βυζαντινή κοινωνία και εξετάζει τους λόγους της άνθησης της μοναστικής ζωής στην περίοδο του 12ου αθώνα.  Απευθύνεται σε όποιον ενδιαφέρεται είτε για την Δυτική ή για την πρώιμη μεσαιωνική Βυζαντινή θρησκευτική ζωή», (Πηγή: Monks and laymen in Byzantium 843-1118, Rosemary Morris, Cambridge University Press 1995», οπισθόφυλλο)

Ο αντιδυτικισμός της Ανατολής είχε «όμως και προϋποθέσεις κοινωνικές. Την υποταγή της Εκκλησίας της Δύσης στη φραγκική φεουδαρχία, με την εκγράγκευση και του πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης (1014) με τη μεταβολή του σε Παπικό Κράτος. Έτσι η Φεουδαρχία, που θεμελιώθηκε πάνω στην πίστη για τη "φυσική" ανισότητα των ανθρώπων, έλαβε στη Δύση χριστιανική καταξίωση. Άλλʼ αυτό ισοδυναμούσε πάλι με ανατροπή του Χριστιανισμού», (Πηγή: Τουρκοκρατία - Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2000, σελ.87)

 

Η ανοησία της θρησκευτικής μεταρρύθμισης των Διαφωτιστών

Το έτος της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια (1831), ο Κοραής εκδίδει τον «Ἱερατικόν Συνέκδημον», κείμενο με το οποίο προτείνει μεταρρύθμιση της Εκκλησίας κατά τα πρότυπα του προτεσταντικού καλβινισμού. (σημ: επιχειρούσε την μετατροπή της Εκκλησίας σε «Εθνικό θεσμό» υπό κρατικό έλεγχο, βλ. Εθνικισμός).

Ποιές ήταν όμως οι Ευρωπαϊκές ρυθμίσεις των Διαμαρτυρομένων - Προτεσταντών - Μεταρρυθμιστών;

α. «Σύμφωνα με το Λούθηρο τα μυστήρια είναι δύο, το βάπτισμα και η Θεία ευχαριστία. Το δεύτερο είναι μία τελετή, κατά την οποία δε γίνεται μετουσίωση, αλλά απλώς παρουσία του Θεού. Η λατρεία πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που μιλιέται σε κάθε τόπο και όχι στη λατινική. Κέντρο της είναι το κήρυγμα. Γιʼ αυτό η προτεσταντική εκκλησία αντί για Ιερείς έχει ιεροκήρυκες», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 31)

β. «Ο Καλβίνος [πιο «προχωρημένος» Προτεστάντης] κατάργησε τον Κλήρο και όρισε να διοικούν την εκκλησία οι γέροι (πρεσβύτεροι) της κοινότητας. Γιʼ αυτό και η καλβινική εκκλησία ονομάζεται πρεσβυτεριανή.

Η Μεταρρύθμιση τού Καλβίνου διαδόθηκε στις νεολατινικές χώρες, ιδίως στη Γαλλία, όπου οι καλβινιστές ονομάστηκαν Ουγενότοι, στις Κάτω Χώρες, στη Σκοτία και στην Αγγλία», σελ. 35

γ. «Η Σκοτία εισήγαγε πιο ριζικές μεταρρυθμίσεις. Κατάργησε τους Επισκόπους και όλους τους εξωτερικούς τύπους, που θύμιζαν την καθολική Εκκλησία. Η σκοτική Εκκλησία διαμορφώθηκε σύμφωνα με το πρότυπο της καλβινικής (πρεσβυτεριανής) Εκκλησίας της Γενεύης.

Από την επίσημη αγγλική και σκοτική Εκκλησία αποσχίστηκαν δύο ομάδες πιο αυστηρών μεταρρυθμιστών, οι Πουριτανοί και οι Ανεξάρτητοι, πού απόρριπταν κάθε τελετή και δέχονταν την ισότητα ανάμεσα στους πιστούς. [δε δέχονταν δηλαδή ιερείς]», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 36)

Σημειωτέον πως ο μεταρρυθμιστής του Προτεσταντισμού, κι άρα του αντικληρικαλισμού σε όλη τη Δύση ήταν ο αυγουστινιανός καλόγερος Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546), που ήταν Ιεροκήρυκας και καθηγητής της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης.

Γιατί είναι «σημειωτέον» το ότι ο Μαρτίνος Λούθηρος ήταν καλόγερος;

Διότι όπως αναφέρουν οι Χ. Θεοδωρίδης - Α. Λάζαρος:

«η διδασκαλία του Λουθήρου δεν είναι ένα προϊόν επιστημονικής έρευνας, άλλα γέννημα μιας ζωηρής θρησκευτικής συγκινήσεως. [...] Μιλεί [ο Λούθηρος] με περιφρόνηση για την επιστήμη και αντιπαθεί την ορμή για έρευνα και για μάθηση, που χαρακτηρίζει την εποχή της Αναγεννήσεως. Η Μεταρρύθμιση στρέφεται εναντίον της μελέτης των αρχαίων ειδωλολατρών συγγραφέων και της χαρούμενης αντιλήψεως για τη ζωή, που ήταν συνέπεια αυτής της μελέτης. Και γιʼ αυτό είχε δίκιο ο Έρασμος, όταν έλεγε πως, όπου διαδίδεται ο λουθηρανισμός, εκεί καταστρέφονται οι επιστήμες. [...] Η διδασκαλία του Λουθήρου διαδόθηκε στη μέση και στη βόρεια Γερμανία, στη Σουηδία και στη Δανία, όπου τη δέχτηκαν οι ηγεμόνες και την έκαμαν θρησκεία του κράτους τους.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 31)

Οι διαφωτιστές, αυτά τα «φωτισμένα» πνεύματα που δίδασκαν σαν τον «Ἀνώνυμο Ἕλληνα», ή σαν τον Κοραή, την «ἀμάθειαν» των κληρικών και των καλόγηρων στην Ελλάδα, είχαν ασπασθεί ευλαβικώς τις αντικληρικαλιστικές αντιλήψεις καλόγηρων και κληρικών-ιεροδιδασκάλων, ιδίως του Καλβίνου, ο οποίος με τη σειρά του στηλίτευε την επιστημονική γνώση και τα αρχαία Ελληνικά κείμενα. Τόσο ακολουθούσαν στις αρχές τους  οι «ορθολογιστές», και παρʼ ολίγον «διαφωτιστές» των Ελλήνων, ώστε έκαναν «ὑπακοὴ» σε αιρετικούς καλόγερους· δεν τους ευαρεστούσαν οι δικοί τους. Από τότε αντικρίζει κανείς την μανία και πνευματική υποδούλωση των Ελλήνων εις την δύση.

Αυτή η πνευματική υποδούλωση ορισμένων Ελλήνων προς τη Δύση, εκφράζονταν με επιθυμίες μεταβολής των λειτουργιών του Εκκλησιαστικού σώματος τέτοιες, που θύμιζαν χρήση του τελευταίου κατά το δοκούν και για ιδιοτελείς πολιτικούς σκοπούς· το ότι π.χ. «η προτεσταντική εκκλησία αντί για Ιερείς έχει ιεροκήρυκες» θυμίζει έντονα την προτίμηση του «Ανωνύμου του Έλληνος» για πολιτικά κηρύγματα εντός των ναών, παρά για πνευματικά:

«Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν. Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι.», σσ. 119-120, (Πρβλ. απάτη «Μὴ λαλεῖς ἔπʼ ἄμβωνος»)

Τούτο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά πολιτική απομίμηση της Δύσης:

«Ένα άλλο δείγμα της κατάστασης των πνευμάτων ήταν ο λόγος ενός ιεροκήρυκα [στην επαναστατημένη Γαλλία που περιγράφει ο Κοραής], ο οποίος εδίδασκε "ἐπ’ ἄμβωνος ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ περὶ ἐλευθερίας". Ερμηνεύοντας τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου "ὑμεῖς γὰρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε", ο επαναστάτης ιεροκήρυκας υποστήριζε ότι οι "σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦν ἦσαν ἀριστοκράται (καλόγηροι δηλονότι καὶ εὐγενεῖς)..." και τούτο διότι ο Ιησούς υπερασπίζετο το τρίτον τάγματα και εδίδασκε την αδελφικήν ισότητα», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 259)

Μέσα σε τέτοια διαστρεβλωτικά θεολογικά μηνύματα κρύβονταν οι ταξικές διαφορές κλήρου - λαού [επαναστατών] των δυτικών κι η πολιτική ανάμειξη ηγεμόνων μέσα στα πλαίσια του Εκκλησιαστικού σώματος· έτσι Βασιλείς ή Μονάρχες χρίζονταν Επίσκοποι Εκκλησιών για λόγους πολιτικής κι εδαφικής αυτονόμησης από μεγαλύτερα πολιτικά μορφώματα, των οποίων νωρίτερα αποτελούσαν μέρος. Στη σύγχρονη εποχή αυτή η νοοτροπία θα μεταφραστεί, δια μέσου του λεξικού του Εθνικισμού, στη διάσπαση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με κεφαλή τον Οικουμενικό Πατριαρχείο, στις διάφορες αυτοκέφαλες Εκκλησίες των εθνικιστικών - εθνικών κρατών, μέσα εις τα οποία συγκαταλέγεται κι η Ελλάδα.

Εν έτη 2012 η εκκλησία των Σκοπίων αποτελεί ένα χαρακτηριστικό, για τους Έλληνες, δείγμα χειραγώγησης του Ορθοδόξου Πνεύματος που προκύπτει τόσο από την εθνικιστική αίρεση που έχει παρεισφρήσει μέσα στους ιερείς της, οι οποίοι διαπαιδαγωγήθηκαν ούτως από την παιδική ηλικία μέσα στα εθνικά σχολεία, όσο και από τις επεμβάσεις του κράτους επί της πρώτης, προς όφελος των εθνικών συμφερόντων του τελευταίου.

Σημειωτέον ότι οι διάφορες Χριστιανικές Εκκλησίες έχουν απαρχή έως και 19 αιώνες πριν, ενώ τα διάφορα κράτη ή πολιτικά μορφώματα τα οποία προσπαθούν πάντοτε να τις εγκιβωτίσουν στα δικά τους οράματα είναι κατά πολύ νεώτερα, ενώ δε βάση της ιστορικής σπουδής είναι σίγουρο ότι θα αντέξουν στον χρόνο πολύ λιγότερο από ότι θα αντέξει στο σύνολο του ο Χριστιανισμός επί της γης. Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι εγκλωβίζονται εντελώς μέσα στο χρονικό διάστημα εις το οποίο ζουν, πίπτοντας εις την πλάνη της επέκτασης του δικούς τους πολιτικού ή κοινωνικού γίγνεσθαι, αν όχι προς τα πίσω εις το παρελθόν, σίγουρα προς το εις αεί μέλλον, μη αντιλαμβανόμενοι τις ερχόμενες μεταβολές, μέσα εις τις οποίες τελευταία θα υπάρξει η Βασιλεία του Θεού, η οποία καμία σχέση δε θα έχει  με τα ανθρώπινα κοινωνικά ή πολιτικά μορφώματα:

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιθ΄ «30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι».

Για ακόμη μία φορά δυστυχώς, οι άνθρωποι της Δύσης όχι μόνο εγκλωβίστηκαν χρονικά εις τα κρατικά τους μορφώματα έναντι της Εκκλησίας, αλλά εν μέρει αντικατέστησαν την Χριστιανική χρηστότητα με την πολιτική χρηστότητα, παρότι η τελευταία έχει αποδειχθεί άπειρες φορές φρούδα ελπίδα, ιδίως όσο φορές τα οικονομικά συστήματα τελούν «ἔν κρίσει». Αυτή η υπεροχή της πολιτικής αποτυχούσας χρηστότητας, είναι αποκλειστικά έργο των διαφωτιστών και των θεωρητικο-πολιτικών τους γεννημάτων.

 

Γιατί έπεσαν εις την ανοησία του Γαλλικού Καλβινισμού οι Έλληνες Διαφωτιστές - «διανοούμενοι»;

Όπως ίσως παρατηρήσει ο αναγνώστης στα ιστορικά βιβλία, η διάδοση του Λουθηρανισμού και του Καλβινισμού, ήταν ευρεία αναμεταξύ των «διανοουμένων», κι όχι μόνο εκείνων των όποιων ευγενών που είχαν πολιτικές επιδιώξεις ανεξαρτησίας εις τη Δύση από ανώτερες προς αυτούς αρχές:

α. «Η Μεταρρύθμιση βρήκε κατάλληλο έδαφος στη Γερμανία, όπου οι διανοούμενοι τη δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Κυρίως όμως προόδευσε εδώ, γιατί την υποστήριξαν οι μικροί ηγεμόνες για πολιτικούς λόγους.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 32)

β. «Στο μεταξύ η Μεταρρύθμιση κέρδισε έδαφος και οργανώθηκε σε πολιτική κίνηση που στρεφόταν εναντίον του αυτοκράτορα Καρόλου του Ε΄. Πολλοί ηγεμόνες την εισήγαγαν στις χώρες τους, πήραν τα εκκλησιαστικά κτήματα και ανακήρυξαν τους εαυτούς τους αρχηγούς της εκκλησίας στα κράτη τους. Έτσι δημιουργήθηκαν οι τοπικές εκκλησίες της Γερμανίας. Όταν όμως ο Αυτοκράτορας επιχείρησε να περιορίσει την εξάπλωση της Μεταρρυθμίσεως, οι λουθηρανοί κατάθεσαν γραπτή διαμαρτυρία και γιʼ αυτό ονομάστηκαν Διαμαρτυρόμενοι (Protestantes), ενώ οι ίδιοι ονόμαζαν τους Εαυτούς τους Ευαγγελικούς (1529).», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 32-33)

γ. «Ο Γάλλος μεταρρυθμιστής Ιωάννης Καλβίνος (Calvin, 1509-1564) απομακρύνεται περισσότερο από το Λούθηρο. Στη Γαλλία ο λαός δεν ήθελε θρησκευτικούς νεωτερισμούς και οι βασιλιάδες καταπολέμησαν σκληρά την αίρεση, που απειλούσε να διασπάσει την ενότητα του κράτους. Παρʼ όλα αυτά η Μεταρρύθμιση βρήκε θερμούς οπαδούς σε πολλά μέρη της Γαλλίας, ιδίως στις πόλεις, ανάμεσα στους μορφωμένους. Ο Καλβίνος καταγόταν από τη βόρεια Γαλλία, είχε πάρει ανθρωπιστική μόρφωση και νέος ακόμη είχε υποστεί την επίδραση τού Λουθήρου.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 35)

Το ερώτημα είναι: γιατί αρκετοί «διανοούμενοι» επέλεξαν τον Καλβινισμό έναντι της «Καθολικής Εκκλησίας», δηλαδή του Παπισμού;

Είχε μήπως ο Καλβινισμός «ανώτερα δόγματα» τα οποία αυτά άξιζε κανείς να τα ασπασθεί έναντι της Λατινικής Παπικής Εκκλησίας;

Πέρα από τους πολιτικούς λόγους της Γαλλικής Επανάστασης και τις συνέπειες αυτής, οι οποίες εξετάζονται στην ενότητα περί «Φιλελευθερισμού», σπουδαίο ρόλο στη διάδοση των αιρέσεων αναμεταξύ των «διανοουμένων» του Διαφωτισμού υπήρξε η ίδια η προσωπικότητά τους, η οποία βρήκε ελεύθερο χώρο μέσα εις το χάος των δρόμων που άνοιξε η «Μεταρρύθμιση». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Χ. Θεοδωρίδης - Α. Λάζαρος:

«...ο Λούθηρος [δίδασκε] πως ο άνθρωπος δε σώζεται με μερικά έργα, που επιβάλλει ο νόμος (με ασκήσεις, νηστείες, προσευχές, προσκυνήματα κ.τ.λ.), αλλά με τη Θεϊκή χάρη. Ο κάθε άνθρωπος, μπορεί να σώσει την ψυχή του με την θερμή πίστη και με την απευθείας επικοινωνία με το Θεό, χωρίς να μεσολαβήσουν οι ιερείς, οι επίσκοποι ή ο Πάπας.

Την αληθινή διδασκαλία τού Χριστού τη βρίσκει κανείς μελετώντας ο ίδιος απευθείας την Αγία Γραφή. Η παράδοση, στην οποία στηριζόταν η Δυτική Εκκλησία, δεν έχει αξία, εφόσον δε συμφωνεί με την Αγία Γραφή. Αυτά είναι τα δύο γονιμότερα σημεία της νέας διδασκαλίας, που προξένησαν εντύπωση και προσέλκυσαν οπαδούς.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 31)

Οι «διανοούμενοι» δεν εντυπωσιάστηκαν από το ότι αρκετοί ηγεμόνες δια μέσω αυτών των ίδιων διδασκαλιών «βρήκαν» την ευαγγελική «αλήθεια» και «ανακήρυξαν τους εαυτούς τους αρχηγούς της εκκλησίας στα κράτη τους» δίδοντας το «ἄριστον πολιτικὸν & πενυματικὸν παράδειγμα»· δεν εντράπηκαν γιʼ αυτή την πολιτική-θρησκευτική κατάντια, αλλά πνιγμένοι μέσα στα στήθια της υπερήφανης προσωπικότητά τους, η οποία κολακεύτηκε από τις μωρολογίες του Καλβίνου και τις ξυλοσοφίες του Λουθήρου, άρπαξαν το μοναδικό σωσίβιο που θα μπορούσε να σώσει τους εγωισμούς τους μέσα στο χώρο της Χριστιανικής θρησκείας·  δέχθηκαν δηλαδή πως «την αληθινή διδασκαλία τού Χριστού τη βρίσκει κανείς μελετώντας ο ίδιος», κι έτσι διαμοιράστηκαν σε δεκάδες χιλιάδες, σήμερα πλέον, αιρέσεις και εκατομμύρια αιρετικούς, κηρύσσοντας ο καθένας ιερέας - κήρυκας, την αλαζονεία την δική του ως θρησκεία των υπολοίπων· οι δε εναπομείναντες είτε από αντίδραση προς αυτό τον εξαιρετικά γελοίο διασπασμό, είτε ένεκα των πασιφανών αιρετικών απόψεων και πράξεων, είτε για λόγους ακόμη μεγαλύτερης υπερηφάνειας, κατακεραυνώθηκαν από την αθεΐα και εξέπεσαν πνευματικά.

Στην Ελλάδα, ανάλογα με τη Δύση, σημειώθηκε το ίδιο κλίμα, υπερηφάνειας και πολιτικής σκοπιμότητας για τη διάδοση των νέων ιδεών:

«Το φιλοδυτικό ρεύμα» εκπροσωπούσαν κυρίως οι κύκλοι των διανοουμένων και των πολιτικών. Οι πρώτοι, γιατί ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους, ενώ οι δεύτεροι και για λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας)»,  (Πηγή: Τουρκοκρατία - Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2000, σελ.86)

Ήθελαν οι διαφωτιστές να σωθούν μόνοι τους, τόσο υπερήφανοι ήσαν. Δεν ήθελαν να τους εξομολογεί κανείς, λες κι ήταν αναμάρτητοι· δεν ήθελαν τις νηστείες, γιατί ήθελαν να αποφύγουν τις «ταλαιπωρίες» εφόσον ούτοι ήσαν «υψηλά ιστάμενοι». Απόρριψαν τη νηστεία των 40 ημερών του Ιησού Χριστού και την εγκράτεια που Εκείνος κι οι Απόστολοι δίδαξαν, κι ο καθένας έκανε υπακοή του υπερήφανου «κεφαλιού» του.

Όλα τούτα του Καλβίνου και του Λούθηρου πράγματι συνιστούσαν αναπόφευκτα μια διδασκαλία κολακείας για υπερήφανους «διανοουμένους» ή αυτοκέφαλους πολιτικούς. Ιδίως οι πρώτοι δεν μπορούσαν να δεχθούν από τις καθέδρες των πανεπιστημίων τους, ότι οι «ἀμαθείς» καλόγεροι μπορούσαν να γνωρίζουν περισσότερη θεολογία από αυτούς· «αναγκαστικά» και για κάθε παράδειγμα κοσμικής αμορφωσιάς καλογέρου ή κληρικού, το επιχείρημα γενικεύονταν και προσπερνούσε σαφώς τα σύνορα της ασκητικής γνώσεως του Θεού, δηλαδή τον μοναχισμό.

Έτσι, με πρόσχημα την έλλειψη κοσμικής μόρφωσης ορισμένων καλογήρων, οι υπερήφανοι διανοούμενοι έβρισκαν ευκαιρία για να μην κάνουν υπακοή, όχι στους Καλόγηρους, αλλά στην ίδια την Αγία Γραφή, πρεσβευτές της οποίας απαρασάλευτοι ήσαν τις περισσότερες φορές οι ίδιοι οι καλόγεροι μέσα από το στίβο της έμπρακτης άσκησης, αδιάφορο αν υπήρχαν κι ηθικές αποτυχίες· εξάλλου δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα ή κλάδος άνευ αποτυχιών. Ο ίδιος ο επιστημονικός χώρος έχει αποδείξει περίφημα πλειάδα αποτυχιών τόσο στον ηθικό τομέα όσο ξεκάθαρα στις επιστήμες καθώς αυτές εξελίσσονται.

Μέσα στην αλαζονεία τους λοιπόν πολιτικοί και διανοούμενοι παραμέρισαν τις ασκητικές εμπειρίες και θεογνωσίες Αγίων σαν τον Μέγα Αντώνιο ή τον Άγιο Σπυρίδωνα. Πίστεψαν στα δικά τους μυαλά, μη αποδεχόμενοι παραλλήλως όσα πρακτικά έργα ο Χριστός είχε παραδώσει μέσα από τις παραβολές Του:

α. την ακτημοσύνη

β. την ελεημοσύνη

γ. ιδίως την προσευχή

δ. τα μυστήρια

ε. το Ορθόδοξο δόγμα της αρχαίας Εκκλησίας

κ.λ.π.

Αυτοί οι πρακτικοί τρόποι συναντήσεως με το Θεό, είχαν μετατραπεί πλέον καθαρά απόκτημα της «νόησης» μόνο· τόσο «απλά». Μόνο που η νόηση δεν κυβερνά κατʼ αποκλειστικότητα κανένα επιστημονικό χώρο, ο οποίος βρίθει άλλωστε δοκιμαστικών πειραμάτων. Όμως, ορμώμενη από τη Δύση, η εξαίρεση είχε συντελεστεί κι αφορούσε το χώρο της Χριστιανικής πίστεως· λες κι η Χριστιανική πίστη ήσαν μόνο λέξεις γραμμένες επί χάρτου κι όχι πράξεις.

Πρακτικά λοιπόν η στάση των διανοουμένων που προέκυψαν από τον Καλβινισμό και τον Λουθηρανισμό, ήταν μια στάση που ήθελε να παραστήσει τον αθλητή του άλματος επί κοντώ, όχι μέσα σʼ ένα στίβο πρακτικής εξασκήσεως, αποτυχιών, ταπεινώσεων και επαναπροσπαθειών, αλλά μέσα στην αλαζονεία της εκτός στίβου συγγραφής «εγχειριδίων» χρήσης του «ακοντίου»· λογική συνέπεια αυτής της τοποθετήσεως ήταν να αγνοηθούν από τους ανατολίτες ασκητές μοναχούς αυτές οι αιρετικές τάσεις και στάσεις. Όπως δε θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί γνώση στη Χημεία άνευ πειράματος, δε θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί επιτυχία στο Χριστιανικό τρόπο ζωής άνευ άσκησης ή πρακτικής εφαρμογής των διδασκαλιών του. Όλα είχαν αναχθεί στο φιλολογικό επίπεδο ανάλυσης της γνώσης των Ιερών Κειμένων, όταν ο Χριστός είχε τονίσει τη σημασία της πρακτικής εφαρμογής της πίστεως ως θεμέλιο αποδείξεως και αποκαλύψες της ίδιας της θεότητας εις τον άνθρωπο:

Κατά Ιωάννη, Κεφ. Ιδ΄ «21 ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν».

Οι ιστορικοί που συνέγραψαν το βιβλίο της Ιστορίας του ΟΕΔΒ σημειώνουν:

«Μόνον από μια άποψη είχε γόνιμη επίδραση η Μεταρρύθμιση. Δίνοντας στον άνθρωπο την ελευθερία να διαμορφώσει την πίστη του μελετώντας ο ίδιος την Αγία Γραφή, ενίσχυε την προσωπικότητα του ανθρώπου και το θάρρος της γνώμης του. Μα τα αποτελέσματα αυτά φάνηκαν αργότερα», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 32-33)

Δυστυχώς η «ελευθερία»  διαμόρφωσης μιας πίστης μπορεί να ενισχύει την προσωπικότητα, αλλά από την άλλη μεριά η ελευθερία κάθε μαθητευομένου έχει κάποια όρια, ειδάλλως η πίστη γίνεται ξέφραγο αμπέλι της κάθε αιρέσεως. Σημειώνεται και πάλι, ότι η Ορθοδοξία έχει Ιερές Συνόδους και Οικουμενικές αποφάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζονται πλειοψηφία κάποιες απόψεις για να γίνουν αποδεχτές ως αλήθεια της αρχαίας Εκκλησίας, καθόσον απόψεις για τα διάφορα δόγματα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Όμως οι απόψεις όλων των ανθρώπων δε συνιστούν τα διάφορα επιμέρους δόγματα (Αλήθειες)· υπάρχουν πάντοτε και πλάνες μεταξύ των εχόντων «άποψη».

«Ἔπὶ τοῦ προκειμένου», ούτως ή άλλως οι κυριότερες απόψεις των διαφωτιστών για το Χριστιανικό δόγμα, όπως λ.χ. η απόρριψη της νηστείας, η κατάργηση ιερέων και μοναχών, δε θα μπορούσαν να στηριχτούν επί της ουσίας σε κανένα βιβλίο της Αγίας Γραφής. Η λέξη «νεωτερισμοί» αποδίδει μόνο μια «χρονική» και «γεωγραφική» διάσταση σε ένα ζήτημα και τίποτα παραπάνω επί της ουσίας.

 

Ήταν πράγματι ανεξάρτητοι εις τη φιλοσοφική & ηθική σκέψη οι Διαφωτιστές από τον Χριστιανισμό;

Μερικοί διαφωτιστές έφτασαν στο απώτατο άκρο, όχι μόνο της απόρριψης του Χριστιανισμού, σε εκείνη τη μορφή του την οποία είχαν συναντήσει επί το πλείστον στον τόπο τους (Δύση), αλλά επιπλέον είχαν χρισθεί με τον όρο των «φωτισμένων», χωρίς να είναι και ξεκάθαρο ποιό ήταν το φως που τους φώτιζε. Ακόμη κι αυτή η λέξη «Βούδας», σημαίνει «φωτισμένος» κι αν κρίνει κανείς από τη σύγχρονη εποχή, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι «φωτισμένοι» ακόλουθοι του Βούδα, παρά του Διαφωτισμού χωρίς αυτό να είναι και απόλυτο μέτρο εγκυρότητας του όποιου «φωτισμοῦ». Οι «φωτισμένοι» αιρετικοί της Δύσης μια φορά, μαζί με τους διανοουμένους του «φωτὸς» είχαν περιπέσει στο σκοτάδι για τους χριστιανούς της αλαζονείας:

«Την αληθινή διδασκαλία τού Χριστού τη βρίσκει κανείς μελετώντας ο ίδιος απευθείας την Αγία Γραφή.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 31)

Η αλαζονεία των διαφωτισμών είχε μέσα το «σκουλήκι» της δικής τους ταπεινώσεως. Αυτό το σκουλήκι ήταν η ίδια η ηθική της Χριστιανικής κοινωνίας μέσα εις την οποία είχαν μεγαλώσει όλοι οι διαφωτιστές της δύσης, από τη βρεφική ηλικία και κατόπιν καθώς αναπτύσσονταν ως έμβιοι οργανισμοί του ανθρωπίνου βιολογικού είδους.

Οι διαφωτιστές είχαν φροντίσει ως πολιτικοί αναλυτές και θεωρητικοί να επιλέξουν από την αρχαιότητα τις πολιτικές ηθικές που πίστευαν πως ήταν οι «καλύτερες» για μια φωτισμένη κοινωνία. Εκείνο που δε φαίνεται να είχαν καταλάβει είναι, ότι οι δικοί τους χαρακτήρες οι οποίοι και θα αξιολογούσαν τις «καλύτερες» ηθικές,  είχαν διαμορφωθεί κατά την ανάπτυξή τους ως βιολογικών και κοινωνικών οργανισμών από την ίδια τη χριστιανική πίστη της δυτικής κοινωνίας, έμμεσα ή άμεσα, έστω κι αν αυτή δεν ήταν αποκαθαρμένη από αιρετικές απόψεις.

Ενώ δεν υπάρχει γνώση πριν τη γέννηση ενός ανθρώπου, παρεκτός πίστης σε Κάρμα και μετεμψυχώσεις, οι διαφωτιστές νόμιζαν πως «μόνοι» τους θα διάλεγαν την «καλύτερη ηθική» της αρχαιότητας, κάνοντας πέρα τις διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Αυτό είναι πράγματι τόσο οξύμωρο, όσο οξύμωρο είναι να διατείνονται κάποιοι θεωρητικά για τη μορφή εξωγήινων οργανισμών στο διάστημα, δίχως να κάνουν αναφορά στις μορφές ζωής του πλανήτη Γη. Αυτό το ζήτημα αναφέρεται εδώ, ενάντια σε όλες εκείνες τις απόψεις που θεωρούν ότι η Ευρώπη δε χρωστάει τίποτα στο Χριστιανισμό για τον πολιτικό πολιτισμό της, ο οποίος εξακολουθεί και σήμερα ακόμη να κρίνεται μέσα από τις ηθικού περιεχομένου σελίδες του Ευαγγελικού λόγου.

 

Τα «σκληρά καρύδια» της Σκλαβιάς. Οι Νεομάρτυρες & τα Μοναστήρια στην Ελλάδα

Με τους εξισλαμισμούς γεννήθηκαν χιλιάδες Τούρκοι μέσα από τις στάχτες των αλλαξοπιστησάντων Ρωμηών:

«Σύμφωνα με μερικούς υπολογισμούς ο αριθμός εκείνων που στρατολογήθηκαν στους δύο πρώτους αιώνες, κυμαίνεται ανάμεσα στις 500.000 και το 1.000.000.» (1)

Ο εξισλαμισμός αποτελούσε μια ανοιχτή πληγή για τους Χριστιανούς γενικότερα. Οι βιαιότητες των Τούρκων, η φτώχεια ή οι ματαιοδοξίες για κοσμική άνοδο αρκετών υποδούλων, έτρεφαν τον Μουσουλμανικό πληθυσμό με νέους «γκιαούρηδες», ενώ στερούσαν τα διάφορα έθνη από τους μεταστραφέντες.

Μέσα όμως στους μεταστραφέντες ή μη, βρέθηκαν και μερικοί που τόνωσαν τη θέληση των υπολοίπων για αντίσταση και θεμελίωναν την παραμονή τους εις την Ορθόδοξη πίστη και την καταγωγή τους (ελληνοχριστιανική = Ρωμαίικη). Αυτοί ήσαν οι Νεομάρτυρες, την πίστη και σκληρή θέληση των οποίων στήριζαν τα ταπεινά μεν, αλλά «σκληρὰ καρύδια» του Ορθόδοξου Μοναχισμού:

«Στην αντίσταση του Γένους περιλαμβάνονται και οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη αντίσταση στον κατακτητή, χωρίς μάλιστα θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους. Οι μάρτυρες του υπόδουλου Γένους ξαναζωντάνεψαν μέσα στη δουλεία την αρχαία χριστιανική παράδοση του μαρτυρίου. Ήταν κυρίως νέοι διαφόρων επαγγελμάτων, που είτε προέβαλλαν άρνηση στον επιβαλλόμενο εξισλαμισμό τους, ή τον απέβαλλαν μετά την εξόμωσή τους. Οι περισσότερο ήταν πρώην εξωμότες, που κάποια στιγμή παρουσιάζονταν δημόσια στον τόπο, που είχε γίνει η αλλαξοπιστία τους και δήλωναν την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία, με αποτέλεσμα το μαρτύριο. Δεν ήταν όμως πεισιθάνατοι. Σʼ αυτούς δεν μπορεί να βρει εφαρμογή το γνωστό «σφάξε με, Πασᾶ μου, νʼ ἁγιάσω». Είναι συνεχιστές της παράδοσης των αρχαίων μαρτύρων. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής του πίστεως.

Οι Νεομάρτυρες, όπως ονομάστηκαν σε διάκριση από τους μάρτυρες της αρχαίας χριστιανοσύνης, διαφέρουν από τους εθνομάρτυρες. Μολονότι και οι δύο ομάδες θυσιάστηκαν για την ελευθερία, οι Νεομάρτυρες διακρίνονταν για την πνευματικότητα και αγιότητά τους, που φαινόταν από θαυμαστά σημεία, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρό τους δεν ήταν το μίσος εναντίον των αντιπάλων, αλλά η αγάπη για το Χριστό και τους ανθρώπους. Το μαρτύριό τους ήταν ομολογία της πίστης. Στο δίπτυχο «πίστη» και «πατρίδα» οι εθνομάρτυρες έρριχναν το βάρος στην πατρίδα. Οι Νεομάρτυρες όμως στην πίστη. Γιʼ αυτό ως εθνομάρτυρες τιμώνται ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας ή ο Καραϊσκάκης, ως Νεομάρτυρες όμως ο άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων (1838) ή ο οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ (1821) κ.α.

Το μαρτύριο των Νεομαρτύρων όμως δείχνει και τη συμμετοχή της Εκκλησίας στην αντίσταση και την ενότητα έτσι όλου του Γένους εναντίον του τυράννου. Στην επιστροφή και ομολογία των Νεομαρτύρων συνέβαλλαν αποφασιστικά οι Γέροντες - Πνευματικοί τους. Σʼ αυτούς κατέφευγαν, κυρίως στα αγιορείτικα μοναστήρια, για να μετανοήσουν και να εισαχθούν στην πνευματική ζωή. Τα ασκητήρια έγιναν, έτσι, «προμαχῶνες μπροστὰ στὰ κύματα τοῦ μουσουλμανισμοῦ» (2). Μετά την ολοκλήρωση της πνευματικής τους προετοιμασίας, με την άδεια του Πνευματικού τους, έδιναν την ομολογία της πίστης, που συνήθως κατέληγε στο μαρτύριο. Δεν ήταν, συνεπώς, πράξη αυτοκτονίας, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ήταν ενσυνείδητη ενέργεια, που προερχόταν από την επίγνωση της σημασίας του εξισλαμισμού. Αυτόν στην ουσία πολεμούσαν. Γιατί ήταν βέβαιοι για τη δυναμική, που θα ασκούσε το μαρτύριό τους στη λαϊκή ψυχή.

Οι Νεομάρτυρες ήταν μόνιμο στήριγμα των υποδούλων, κυρίως μετά το μαρτύριό τους. Γιατί αναγνωρίζονταν αμέσως ως άγιοι και πριν από την επίσημη από το Πατριαρχείο ανακήρυξή τους. Ένας από τους μεγάλους Κολυβάδες, ο Αθανάσιος ο Πάριος († 1813), διατύπωσε την ορθή θεολογικά άποψη, ότι «οἱ νέοι μάρτυρες εἰσίν ἄγιοι καὶ πρέπει νὰ τιμῶνται ὤς τοιοῦτοι καὶ ἄνευ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἑκκλησίας». Η θέση αυτή, που βρίσκει έρεισμα στην Ορθόδοξη παράδοση, διευκόλυνε και το οικουμενικό Πατριαρχείο, που δεν μπορούσε πάντα να προχωρεί στην επίσημη αναγνώριση των Νεομαρτύρων, χωρίς να προκαλεί την Πύλη.

Οι βίοι των Νεομαρτύρων κυκλοφορούσαν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις εκκλησίες ως συναξάρια. Η συμβολή τους αποδείχθηκε τεράστια. Αναγνωρίστηκαν ως διακεκριμένοι «ἀγωνιστὲς τῆς πίστης καὶ τῆς ἐλευθερίας» (3), που με τη θυσία τους βεβαίωναν, ότι ο αντίπαλος δεν ήταν ακαταγώνιστος. Ο μεγάλος υμνητής τους, άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, τους ονόμασε «ἀνακαινισμὸν ὅλης τῆς ὀρθοδόξου πίστεως» (4)

Σημειώσεις Ενότητας

1. Τουρκοκρατία - Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2000, σσ. 80-81

2. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Β΄, σελ. 229, ό.π., σελ. 184

3. Απ. Βακαλοπούλου, μν., εργ., σ. 236, ό.π., σελ. 184

4. Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, ά έκδ. Βενετία 1794. Το σπουδαίο αυτό έργο συνέβαλε πολύ στη διάδοση της τιμής των Νεομαρτύρων, ο.π., σελ. 184

Πηγή: Τουρκοκρατία - Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2000, σσ. 80-81, 98-101, 184

 

Τα «σκληρά καρύδια», οι Μοναχοί & οι υποκρισίες των διαφωτιστών

«Ο "Έλληνας Βολταίρος" (σσ:  Αδαμάντιος Κοραής), υπέρμαχος της αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές οικονομικές μονάδες», «νωθροί πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας».» (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

Ας αφήσει ο αναγνώστης πρόσκαιρα τα υπόλοιπά κι ας επικεντρωθεί στην παρούσα εις το περί «σκοταδιστικής κουλτούρας» κατηγόρημα κατά των μοναχών.

Αν η πηγή της επιστημονικής μάθησης μιας σημερινής κοινωνίας στεγάζεται περισσότερα στα πανεπιστήμια, παρά στις άλλες βαθμίδες εκπαίδευσης, τότε ο μοναχισμός είναι το «πανεπιστήμιο» για κάθε θεολογίζοντα άνθρωπο του ορθόδοξου χώρου. Αν επιθυμούσε λοιπόν κανείς να πολεμήσει την επιστημονική παιδεία ενός πληθυσμού, σίγουρα θα ξεκινούσε με το να περιορίζει την ανώτερη κι ανώτατη παιδεία, εκείνη των πανεπιστημίων, αφήνοντας τους περισσότερους εις τις κατώτατες βαθμίδες να απολαμβάνουν μια μετρίου επιπέδου επιστημονική μόρφωση.

Κατʼ αναλογία, αν επιθυμούσε κανείς να περιορίσει ένα ιεράτευμα και λαϊκούς σε μια δευτερεύουσα θεολογική παιδεία, θα ξεκινούσε με το να  καταργήσει τους μοναστικούς χώρους αφήνοντας την πλειοψηφία των όποιων επίδοξων θεολόγων, σε μία κάπως «ελαφρύτερη» θεολογική παιδεία, σε ένα λιγότερο «απαιτητικό» χώρο, εκείνον δηλαδή του απλού κληρικού ή ίσως και του κοσμικού απλού πολίτη.

Αναιρώντας ένας εχθρός  τις «εἰδικὲς δυνάμεις» ενός αντίπαλου στρατεύματος, ουσιαστικά  αποδυνάμωνε την μαχητική αξία του τελευταίου στο πεδίο της μάχης. Η μαχητική αξία του Ορθόδοξου χώρου στον αγώνα κατά του ελληνικού Διαφωτισμού εκδηλώθηκε άλλωστε ως επιτυχούσα από τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, παρότι έλληνες διαφωτιστές υπήρξαν και κάποιοι Ορθόδοξοι ιερομόναχοι.

Η θέληση των διαφωτιστών να καταργήσουν τα μοναστήρια δια νόμων, έδειχνε την αδυναμία τους να πολεμήσουν ιδεολογικά έναν αντικείμενο προς αυτούς χώρο. Αν μπορεί ο αναγνώστης να εισέλθει νοητικά στην αντιπέρα όχθη μπορεί να καταλάβει και την άδικη αυτή αντιμετώπιση του Μοναχισμού εκ μέρους του Διαφωτισμού. Αν δηλαδή κυβερνούσαν οι Μοναχοί το γαλλικό κράτος κι είχαν καταργήσει τα πανεπιστήμια φιλοσοφίας, μήπως αυτό δε θα χαρακτηρίζονταν «σκοταδισμός», ιδιαίτερα αν τα προς κατάργηση πανεπιστήμια ήταν επιπλέον κι αντίπαλοι θεωρητικοί χώροι του ίδιου του μοναχισμού;

Η ανωτερότητα μιας θεωρητικής φιλοσοφίας δεν μπορεί να αποδεικνύεται με το κλείσιμο των σπουδαιότερων και πιο σημαντικών «σχολών» του αντίπαλου δέους. Η αξία κάθε άποψης σε μια συζήτηση συνήθως στηρίζεται εις την πειθώ αυτής. Ο Διαφωτισμός παρότι κατάφερε να κλείσει δια των πολιτικών αντιπροσώπων του 412 (69.47%) μοναστήρια στην Ελλάδα , τελικά έχασε σε διάδοση απόψεων παρά κέρδισε. Έμεινε για πάντα μια ενασχόληση «ελαχίστων», παρά μια ενασχόληση των μαζών.

Η αδυναμία πειθούς του Διαφωτισμού, εμφανίζεται εμμέσως και στην «Ελληνική Νομαρχία», όταν λ.χ. ο συγγραφέας της επικαλείται μια «ανώτερη αρχή», του Πατριάρχη, για να επιβάλει τις απόψεις του, αδιαφορώντας για τις νομικές και δημοκρατικές αρχές που υποτίθεται ο δικός του ιδεολογικός του χώρος στηρίζει, αν δεν ενδιαφέρεται τουλάχιστον για τις δημοκρατικές αρχές της αντιπέρα όχθης δηλαδή της Οικουμενικής Συνόδου:

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου. Ἔκλεξον ἀρχιερεῖς τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους, καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσῃς τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, διόρθωσον μερικὰς συνηθείας τῆς θρησκείας, ὁποὺ τὴν σήμερον φανερῶς βλάπτουσι κατὰ πολλὰ τοὺς χριστιανούς. Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους, νὰ ὑπάγουν νὰ σπουδάξουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὁποὺ ἐξοδεύουσι εἰς τὸ νὰ περιφέρωνται ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, εἰς τὴν μελέτην τῶν σοφῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Πρόσταξε νὰ μένουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν ἀποκαταστῶνται εἶδος ἐμπορίου. Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν. Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του, χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων. Ἤ, τέλος πάντων, ἂν παντάπασιν δὲν ἠμπορέσῃς νὰ τὰ ἐξαλείψῃς, σμίκρυνε κἂν τὸν ἀριθμόν των καὶ τὴν ἀναίσχυντον καὶ βάρβαρον κατάχρησιν, ὁποὺ οἱ καλόγηροι τῶν μοναστηρίων ἔκαμαν.», σσ. 123-124

Αν πράγματι μπορούσαν οι διαφωτιστές δια μέσω της «Ελληνικής Νομαρχίας» να πείσουν, θα είχαν οδηγήσει τον λαό να εκτελέσει τα εντάλματα των κρύφιων πόθων τους, παρά θα πρόστρεχαν δια μέσω των γραπτών τους στον Πατριάρχη για να επηρεάσουν εμμέσως από τους Ρωμηούς:  «Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως [τῆς τῶν κληρικῶν], μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των», σελ. 123

 Στην ουσία ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» ακολουθεί λόγια την ίδια πολιτική με τον Οθωμανό Σουλτάνο, δηλαδή παρουσιάζει εαυτόν ως να πιέζει τον Πατριάρχη να εκτελέσει τις επιθυμίες του ακόμη κι αν αυτές αντιβαίνουν μια Δημοκρατική Σύνοδο, την οποία άλλωστε αντιπαθεί, παρομοίως με τον Πατριάρχη: «Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως...», σελ. 100

Οι ίδιοι οι Δυτικοί Παπικοί, αντίπαλοι των Διαφωτιστών και των Καλβινιστών, είχαν επιλέξει το δρόμο της πειθούς για να νικήσουν τις «αιρέσεις» (Προτεστάντες) με την ίδρυση «σκληρών καρυδιών» καλόγηρων. Οι διαφωτιστές με τις βίαιες καταστολές της όποιας Χριστιανικής αιρέσεως, είχαν καταστεί από μόνοι τους κατώτεροι των «δημοκρατικών» και «επιστημονικά» μεταδιδομένων «φώτων» τους:

«Το τάγμα των Ιησουιτών (Societas Jesu, 1540). Αυτό το ίδρυσε ο Ισπανός Ιγνάτιος Λοϋόλα (Loyola) και το οργάνωσε με σύστημα στρατιωτικό. Ο Ιησουίτης είναι καλόγερος και συγχρόνως στρατιώτης του Χριστού και της Παναγίας. Εκτός από τις αρετές του καλόγερου, την πενία και την παρθενία, πρέπει ακόμη να έχει και την αρετή της υπακοής, της τυφλής υπακοής προς τους ανωτέρους, τον αρχηγό τού τάγματος και τον Πάπα. Σκοπός του τάγματος ήταν να καταπολεμήσει την αίρεση, αλλά είχε καταπληκτική ανάπτυξη. Προτού να συμπληρωθεί αιώνας, οι Ιησουίτες είχαν απλωθεί σʼ όλη την Ευρώπη. Και, επειδή κατάλαβαν ότι η διαπαιδαγώγηση της νεολαίας ήταν ισχυρό όπλο, επιδίωξαν και κατόρθωσαν να πάρουν στα χέρια τους μεγάλο μέρος από την εκπαίδευση της Ευρώπης και μετάτρεψαν μοναστήρια σε σχολεία Μέσης Εκπαιδεύσεως.»,

Στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στις θεολογικές έριδες σχεδόν πάντοτε συμμετείχαν και μοναχοί ως πρεσβευτές δογμάτων, πολλές φορές ρηξικέλευθων. Αυτοκρατορικές εξουσίες που θέλησαν να επιβληθούν επί θεολογικών απόψεων που αντιτεινόταν εις την εξουσία τους, φρόντισαν να πλήξουν τους μοναστηριακούς χώρους με τη βία είτε με πλάγιους τρόπους. Οι διαφωτιστές έγιναν φορείς της αυτής πολιτικής βιαιότητας· ζητούσαν να καταργήσουν στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα για τα οποία άλλωστε υποτίθεται ότι μάχονταν με σκοπό να ξεκάνουν την όποια ηρωικά αντιστεκόμενη και μη μεταβαλλόμενη αντιδραστική φωνή στο πέρασμά τους.

 

Το ιστορικό του κλεισίματος των Ορθοδόξων Μοναστηριών επί Ελληνικού Εδάφους (Βαυαροκρατία)

Οι Προτεστάντες κατηγορούν την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία ότι άφησε το λαό ανευαγγέλιστο. Αυτό όμως που αποκρύπτουν, είναι ότι οι ίδιοι ευθύνονται γι’ αυτή την κατάσταση. Γιατί με τη σύσταση του Νεοελληνικού κράτους, οι προτεσταντίζοντες διαφωτιστές του Κοραή που πήραν την ηγεσία της χώρας, έσπευσαν να ληστέψουν και να κλείσουν τα μοναστήρια, που ήταν η πάλλουσα καρδιά της Ορθοδοξίας· αυτά δίδασκαν τον λαό την αγνή Ορθόδοξη πίστη. Οδήγησαν έτσι τους Έλληνες σε «ἀμάθειαν» της δικής του παράδοσης, για να την αντικαταστήσουν με Δυτικόφερτες ιδεοληψίες και αιρετικά δόγματα.

Το έτος της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια (1831), ο Κοραής εκδίδει τον «Ἱερατικὸν Συνέκδημον», κείμενο με το οποίο προτείνει μεταρρύθμιση της Εκκλησίας κατά τα πρότυπα του προτεσταντικού καλβινισμού. Επιχειρεί την μετατροπή της Εκκλησίας σε «Εθνικό θεσμό» υπό κρατικό έλεγχο. Μια ακόμα δημόσια υπηρεσία δηλαδή. Οι «Κοραϊκοὶ» θεωρούν απαραίτητη την απόσχιση της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού η Ελληνική Επανάσταση έγινε κατά των Τούρκων και των Ρωμαίων («Βυζαντινών») από τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων. Τις ιδέες του Κοραή θα εφαρμόσουν αργότερα οι συνεργάτες του, όπως λ.χ. ο Θεόκλητος Φαρμακίδης με την συνεργασία του Μάουρερ, οι οποίοι οργανώνουν Εκκλησιαστικό πραξικόπημα, με συνεργασία των Βαυαρών. Πλέον αρχηγός της Ι. Συνόδου θεωρείται ο αλλόδοξος (Παπικός) Όθωνας, ο οποίος προεδρεύει και τον οποίο πρέπει να μνημονεύουν οι Ιερείς [η αναλογία αυτής της εκκλησιαστικής κατάστασης με τους δυτικούς π.χ. αγγλικανούς, «κρατικούς» μονάρχες αρχηγών εκκλησίας είναι πρόδηλη]. Με βάση την νέα κατάσταση ο ξένος κι αλλόδοξος Βασιλιάς διορίζει την πενταμελή Ιερά Σύνοδο κατά τις απόψεις του. Ευτυχώς το σχίσμα αυτό δεν διαρκεί πολλά χρόνια και το 1850, μετά από ορισμένες υποχωρήσεις της Ελλαδικής Εκκλησίας το σχίσμα θεραπεύεται. Ας δούμε όμως τι συνέβη στην Εκκλησία της Ελλάδος μετά το 1833 και την επικράτηση των κοραϊκών:

«Είμαστε στο 1833. Το μικρό κράτος, το μέχρι της Μελούνας, μετρά τα μοναστήρια του. Βρέθηκαν 593. Πολλά είναι. Δεν χρειάζονται τώρα πια (λίγο πριν χρειάζονταν όμως). Με διάταγμα λοιπόν της Βαυαρικής Αντιβασιλείας (γράφε: Θεόκλητος Φαρμακίδης) της 25/9 του αυτού έτους καταργούνται 412 (69.47%), όλα όσα είχαν κάτω από εξ μοναχούς. Οι εγκαταβιούντες σ’ αυτά μοναχοί έπρεπε να εξωσθούν βιαίως, η δε περιουσία αυτών να κρατικοποιηθή.

 Με άλλο διάταγμα της αντιβασιλείας της 25/2 του επομένου έτους διατάσσεται ο περιορισμός των γυναικείων Μονών εις τρεις μόνον καθ’ άπασαν την επικράτειαν. Εις το κάθε ένα από αυτά να μη υπερβαίνουν οι μοναχές τις 40. Εάν τυχόν αι μοναχαί υπερέβαινον τον αριθμόν αυτόν, “θέλουν προσκληθῆ παρά τοῦ κατά τόπον ἐπισκόπου νά παραιτήσωσι τήν μοναστικήν ζωήν καί νά ἐπανέλθουν εἰς τόν κόσμον. Τόν ἐπίσκοπον θέλει ἐπιφορτίσει ἡ Σύνοδος νά κοινοποιήση πρός αὐτᾶς ἐν ὀνόματί της, ὅτι δύνανται νά πράξωσι τοῦτο ἀκατακρίτως”.

 Και ήθελεν ειπή τις: Καλά, αυτό είναι διαταγή του Κράτους. Η Σύνοδος τι έκαμε, αντέδρασε; Πώς να αντιδράση εφ’ όσον συντάκτης του διατάγματος και της εγκυκλίου ήταν ένα και το αυτό πρόσωπον, ο κοραϊστής Θεόκλητος Φαρμακίδης, Αρχιγραμματεύς της τετραμελούς Συνόδου; (Κορίνθου Κύριλλος, Βοιωτία Παϊσιος, Θήρας Ζαχαρίας, Αττικής Σοφρόνιος); Κάθε άλλο μάλιστα. Ευηρεστήθη τα μάλα. Άκου λοιπόν συνοδικάς αυτοκεφάλους επευφημίας:

 Εν Ναυπλία την 5 Μαϊου 1834

…Ὅθεν κατηργήθησαν τά ἔχοντα ὀλιγωτέρους τῶν ἕξ μοναχούς καί διατηροῦνται μόλις 80-90, ὅσα δηλαδή ἔχουσι περισσοτέρους τῶν ἕξ μοναχῶν…Κανείς βεβαιότατα δέν θέλει εὑρεθῆ ἐναντίος του χρησιμώτατου τούτου μέτρου, σκεπτόμενος ὀρθῶς καί ἀπαθῶς εἰς τά μεγάλα αὐτοῦ ἀποτελέσματα”.

Ποια αποτελέσματα;

Όσα εσεβάσθησαν οι κατακτηταί επί αιώνας, κατεστράφησαν σε δύο-τρεις μήνες. Η ζημιά για την Εκκλησία και το Γένος είναι ανυπολόγιστες. Ιερά κειμήλια χειρόγραφα ιερά σκεύη, άγια λείψανα, πετάχτηκαν στα ρέματα, πουλήθηκαν, κάηκαν. Μ’ ένα και μόνο σκοπό. Να μην μπορούν οι εκδιωχθέντες καλόγηροι να επιστρέψουν και πάλιν. Λες και οι χθεσινοί αγωνισταί έγιναν σήμερα άσπονδοι εχθροί.

 Την τραγικήν αυτή εικόνα παρουσιάζει εύγλωττα με τον δικό του μοναδικό τρόπο ο Μακρυγιάννης (Απομνημονεύματα, εκδόσεις Καραβία, σ. 362):

Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τά μοναστήρια καί οἱ καημένοι οἱ καλόγηροι, ὅπου ἀφανίσθησαν εἰς τόν ἀγώνα, πεθαίνουν τῆς πείνας, μέσα στούς δρόμους, ὁπού αὐτά τά μοναστήρια ἦταν τά πρῶτα προπύργια τῆς ἐπανάστασής μας… Καί θυσιάστηκαν οἱ καημένοι οἱ καλόγεροι, καί σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τόν ἀγώνα. Καί οἱ Μπαυαρέζοι παντύχαιναν ὅτι εἶναι Καπουτσίνοι τῆς Εὐρώπης, δέν ἤξεραν ὅτι εἶναι σεμνοί καί ἀγαθοί, ἄνθρωποι καί μέ τά ἔργα τῶν χεριῶν τούς ἀπόχτησαν αὐτά ἀγωνίζοντας καί δουλεύοντας τόσους αἰῶνες καί ζοῦσαν μαζί τους τόσοι φτωχοί κι ἔτρωγαν ψωμί. Καί οἱ ἀναθεματισμένοι τῆς πατρίδας πολιτικοί μας καί οἱ διεφθαρμένοι ἀρχιερεῖς…συμφώνησαν μέ τούς Μπαυαρέζους καί χάλασαν καί ρήμαξαν ὅλους τους ναούς τῶν Μοναστηριών”», (Πηγή: Αρχιμ. Δοσίθεου «Θέλω να πιώ όλο τον Βόσπορο», Β’ έκδοση, εκδ. Ι. Μονής Τατάρνης Ευρυτανίας, σελ. 256-257, σχολια: Θ.Φ.Δ)

 

Αριστερά: Η Υπουργός Παιδείας σατιρίζεται από νεοδιαφωτιστές να πολεμά το φίδι του διαφωτισμού: «Επανέρχεται η πολιτικώς ορθή ιστορική αφήγηση για τα Κρυφά Σχολειά, τα Κρυφά Γυμνάσια, αλλά και τα Κρυφά ΙΕΚ, ΑΕΙ και ΤΕΙ, τα οποία είχε ιδρύσει η εκκλησία επί τουρκοκρατίας. Παρατίθενται ιστορικές πηγές για τις κρυφές Πανελλαδικές Εξετάσεις που διεξήχθησαν, καθώς και για τα Κρυφά Μεταπτυχιακά, στους τομείς του μεσαιωνικού σκοταδισμού, των θρησκευτικών προκαταλήψεων και της αποτροπής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων».

Εκείνο που δεν φαίνεται να σημειώνουν οι σύγχρονοι διαφωτιστές είναι δύο σημαντικά στοιχεία της ελληνικής ιστορίας. Πρώτον, ακόμη και αν δεν υπήρξε Κρυφό Σχολείο, εντούτοις είναι γνωστό ότι υπήρξαν φανερά εκκλησιαστικά σχολεία στην Ελλάδα στην Τουρκοκρατία και την μόρφωση των Ελλήνων είχε αναλάβει πάντοτε το ιεράτευμα, μέχρις ότου οι διαφωτιστές κατάφεραν να το περιορίσουν και να το εξαλείψουν από τον χώρο της παιδείας. Δεύτερον, η απουσία οιονδήποτε κεντρικά ελεγχομένων «πανελλαδικών εξετάσεων» (εθνικών εξετάσεων) από κάποιο παλαιότερο ελληνικό κράτος, ως το σύγχρονο ελληνικό, εξασφάλιζε άθελά της την ελευθερία της μόρφωσης και της διδασκομένης ύλης, ως ανάλογα έπρατταν οι ποικίλες φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας. Αντίθετα η παρουσία ολοκληρωτικών μηχανισμών ελέγχου συνειδήσεων από τους διαφωτιστές εις εξασφάλιση των κοσμικών τους αντιλήψεων γύρω από την παρεχόμενη παιδεία των εθνικών κρατών που δημιούργησαν, λ.χ.οι πανελλαδικές, λειτουργούν αντίθετα με τις όποιες «φιλοσοφικές» τους εξαγγελίες περί ελευθέρων απόψεων (βλ. κάτωθι) (Πηγή Φώτο: http://salata.wordpress.com/2007/08/page/2/)

Μέσο: «Δε συμφωνώ ούτε με μια λέξη από όλα όσα λες, αλλά θα υπερασπίζω, και με το τίμημα της ζωής μου ακόμα, το δικαίωμά σου ελεύθερα να λες αυτά που πρεσβεύεις». Αυτά είπε ο Βολταίρος, ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού για να πείσει. Σήμερα όμως ο Διαφωτισμός και οι οπαδοί του επιδίδονται σε μια συνεχόμενη αντιχριστιανική επίθεση που είναι πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη. Η κατάργηση των όποιων Χριστιανικών σχολείων και η περιχαράκωση της παιδείας σε καθαρά «εθνική» υπόθεση διαψεύδει τις εξαγγελίες τους και το «αγγελικό» τους προσωπείο περί «ελευθερίας» λόγου. (Πηγή: http://filosofia.gr/prosopaen.php?subaction=showfull&id=1114808086&archive=&start_from=&ucat=3&)

Δεξιά: Η μονή Φιλοσόφου, Χριστιανοδιδασκαλείο, κρυφό ή φανερό, αδιάφορο. Οι διαφωτιστές κατάφεραν και το «έκλεισαν» αφού υποδούλωσαν την εκπαίδευση στον κεντρικό έλεγχο των ποικίλλων εξετάσεων, όχι του καθηγητή, αλλά του «Εθνικού Υπουργείου Παιδείας». Η διάλυση των μοναστηριών από τους νεο-διαφωτιστές του νεοελληνικού κράτους είχε ποίκιλλες συνέπειες στην πενυματική διάσταση των νεοελλήνων . (Πηγή: http://www.xfe.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=489)

 

Ο Βολταίρος, τα ρητά του κι η Ελλαδική πραγματικότητα

Ο Βολταίρος ισχυρίζονταν στη θεωρία: «Διαφωνώ με ότι υποστηρίζεις, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το υποστηρίζεις». Καθώς όμως ο πρακτικός Διαφωτισμός επιθυμούσε να γκρεμίσει τους χώρους από τους οποίους εξέρχονταν η αντίπαλη προς αυτόν γνώμη, δηλαδή τα μοναστήρια, διέψευδε τις ίδιες τις υποτιθέμενες αρχές των θεμελιωτών του, αφού έκοβε τη γλώσσα αυτών των εκφερομένων απόψεων σύριζα.

Υποτίθεται πως τα μοναστήρια εξέπεμπαν «σκοταδιστικὴν κουλτούραν»· εντούτοις οι φωταδιστές δεν κατάφεραν να διαφωτίσουν αυτό το «σκοτάδι» στην Ελλάδα, χάνοντας στην ουσία τη μάχη αλλά και τον πνευματικό αυτόν πόλεμο. Κατάφεραν όμως κάτι....

Στην Ορθόδοξη Ελλάδα επί Όθωνος, θα επιβεβαιωθεί ένα ρητό του Βολταίρου: «Είναι επικίνδυνο να έχεις δίκαιο σε ζητήματα που οι επικρατούσες αρχές έχουν άδικο». Έτσι επί της βαυαροκρατίας 400 και πλέον μοναστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας καταργούνται, αφού ελάχιστοι ιθύνοντες σε θέσεις κλειδιά είχαν επηρεασθεί από τον αντικληρικαλισμό των Καλβινιστών, δηλαδή μιας αίρεσης των Προτεσταντών αλλά κι από τους διαφωτιστές που δρούσαν ως φορείς αυτών των φασιστικών απόψεων ανά την Ευρώπη και την Αμερική.

Ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» ο οποίος έχει ελεγχθεί αρκούντως στην παρούσα εργασία για τα επιχειρήματά του, εκτόξευε το πιο απίθανο κατηγόρημα εναντίον του μοναχισμού με την ελπίδα να τον σπιλεύσει:

«Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.», σελ. 119

Σύμφωνα με τον «πατριώτην» των διανοουμένων, στα μοναστήρια είχαν διαπραχθεί όλα τα «τὰ ἐγκλήματα τοῦ κόσμου».... κι αυτό το σκεπτικό του Διαφωτισμού ίσως «αρκούσε» για να αποφασισθεί ο εγκλεισμός τους κι η δήμευση της περιουσίας τους αν κι ο λαός δεν ερωτήθηκε για τούτο. Όμως, αν πράγματι είχαν διαπραχθεί όλα τα εγκλήματα του κόσμου μέσα στα μοναστήρια, τότε σε τι διέφεραν τα μοναστήρια από τον υπόλοιπο κόσμο; μάλλον σε τίποτα. Κι όμως οι αποφάσεις στράφηκαν κατά των Μοναστηριών παρά εναντίον «τοῦ κόσμου ὅλου» κι άρα των ιδίων των διαφωτιστών που είχαν λάβει άλλωστε μέρος εις τις μαζικές κι αισχρές δολοφονίες της «Τρομοκρατίας» κατά την Γαλλική Επανάσταση.

 

Διαφωτιστικά Ανέκδοτα

α. «Ο Βολταίρος (Voltaire, 1694-1778) καταγόταν από πλούσια αστική οικογένεια και είχε σπουδάσει σε μια σχολή Ιησουιτών (μοναχών)», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 109)

β. «Ο Ντιντερό (Diderot, 1713-1784) καταγόταν, όπως ο Βολταίρος, από την αστική τάξη και είχε σπουδάσει, όπως κι εκείνος, σε σχολή Ιησουϊτών (μοναχών)», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 110)

γ. «Στο έργο του Ηθική Φιλοσοφία, που και αυτό δεν εκδόθηκε παρά δύο σχεδόν αιώνες μετά το θάνατό του, ο Δαμοδός  [Βικέντιος Δαμοδός (1700-1752)] καταφέρεται ρητά κατά της δεσποτικής εξουσίας τόσο στην οικογένεια όσο και στην κοινότητα. Η εξουσία του συζύγου στην οικογένεια δεν είναι "δεσποτική", δηλαδή αυθαίρετη, αλλά "πολιτική", οφείλει δηλαδή να συμμορφώνεται με ορισμένους κανόνες δικαίου· με την ίδια έννοια η εξουσία των πατριαρχών και των επισκόπων "εἶναι πολιτικὴ, διὰ τοῦτο, ἄν ἕνας ἐπίσκοπος διατάξῃ ἕνα πράγμα ἄδικον, τοῦ ἀντιστέκεται ὁ λαὸς". [Βικέντιος Δαμοδός, Σύνοψις Ηθικής Φιλοσοφίας, επιμ. Τ. Ζήση και Λ. Δεπούντη, Αθήνα 1940, σ.90]»,  σελ. 52

«Ὅπερ τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς»:  «Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, .... καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια....», σσ. 123-124

 

Πρβλ. απάτη «Ο Οικουμενικός κι ο Οικουμενικός»

Πρβλ. απάτη «500.0000 - 200.000 - 10.000 άπραγοι μοναχοί στην άλωση της Κωνσταντινούπολης».

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Μοναστήρια, επεισόδια αντίστασης & καταστροφών

Πριν από όλα, σημειώνεται εδώ πως τα μοναστήρια δεν ήταν, δεν είναι, ούτε μπορούν ποτέ να είναι «υποχρεωμένα» να συμμετέχουν στις πολιτικές ή εθνικές επαναστάσεις των λαών με «σκοπό» να λαμβάνουν «επιτυχώς εύσημα» από τους κατοπινούς επικριτές των. Σκοπός των μοναστηριών δεν είναι η εθνική, η πολιτική, η τέλος πάντως η όποια πολεμική ή ανατρεπτική σύρραξη επί «κάποιων αντιπάλων» που έχει επιλέξει ο οιοσδήποτε λαός ή η εξουσία σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, είτε αυτός ο λαός, ή ή εξουσία είναι Χριστιανικός ή μη. Ο σκοπός των μοναστηριών είναι η θεμελίωση της πίστεως δια της θεωρητικής, και ιδίως δια της πρακτικής οδού, ανεξαρτήτως πολιτικών και εθνικών καταστάσεων.

Είναι άτοπον να ζητείται εις τα μοναστήρια απολογισμός για την όποια μη συμμετοχή τους σε πολεμικές συγκρούσεις, πόσο μάλλον για τις έχουσες καθαρά πολιτική χροιά, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι άτοπο να ζητείται σε πανεπιστήμια, σχολεία, νοσοκομεία, θέατρα, βιβλιοθήκες ακόμη και σε σπίτια ή οικογένειες ο ίδιος αυτός απολογισμός κατόπιν κατηγορίας.

Εντούτοις, επειδή η επανάσταση του 1821 είναι ιδιόρρυθμη για τον ελληνικό χώρο, ως έχουσα σχέση και με την αντιπαλότητα θρησκευτικών δογμάτων, αναφέρονται εδώ ορισμένα περιστατικά συμμετοχής μοναστηριών εις τον απελευθερωτικό αγώνα, εις αντίκρουση των θεωριών της «Ελληνικής Νομαρχίας» περί «μὴ συμμετοχῆς» των κληρικών:

α. «Η μακραίωνη ιστορία της Μονής Τατάρνας χαρακτηρίζεται από συχνή εναλλαγή περιόδων ακμής με περιόδους μεγάλων καταστροφών. Γύρω στο 1600, έχουμε τις πρώτες μαρτυρίες για συμμετοχή του μοναστηριού σε επαναστατικά κινήματα και, συγκεκριμένα, στο πρώτο από τα δύο που οργάνωσε ο μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ο Φιλόσοφος και το οποίο κατέπνιξαν οι Τούρκοι το 1601.  Μετά την καταστροφή του 1601, η Μονή Τατάρνας πέρασε μια τριαντακονταετία ερήμωσης και δυστυχίας.

Κατά την επόμενη ιστορική φάση - μετά το 1650 - που μπορεί να θεωρηθεί περίοδος ακμής, πρωταγωνίστησε ο όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός.

Από την περίοδο αυτή γνωρίζουμε τρία ονόματα σημαντικών ηγουμένων της Μονής, οι οποίοι ανέλαβαν το αξίωμα αυτό με την καθοδήγηση του Ευγένιου. Αυτοί ήταν ο Δαμασκηνός  από το Βάλτο, ο Ιάκωβος από το Πέτα και ο Ανανίας ο οποίος διέμενε στο μοναστήρι και ονομαζόταν δεσπότης της Τατάρνας.

Την ταραγμένη αυτή περίοδο, οπότε μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων διεξήχθη στην Δυτική Στερεά, η Μονή Τατάρνας λόγω της θέσης της βρέθηκε στο κέντρο της εξέγερσης. Η Μονή καταστράφηκε ολοκληρωτικά το 1821. Μέχρι τότε όμως υπέστη πολλές λεηλασίες, πυρπολήσεις και αρπαγές ζώων, τόσο από τους Τούρκους διότι ήταν ύποπτο για φιλοξενία κλεφταρματωλών, όσο και από ποικίλες ληστρικές συμμορίες που λυμαίνονταν την περιοχή. Η σημαντικότερη από τις καταστροφές αυτές θα πρέπει να ήταν εκείνη του 1821, οπότε οι καλόγεροι μαζί με τον ηγούμενο Κυπριανό βοήθησαν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην νικηφόρα μάχη κατά των Τούρκων, που έγινε κοντά στην γέφυρα της Τατάρνας.»

β. «Παναγία η Δομνιαμίτισσα. Πυρπολήθηκε εν μέρει και καταστράφηκε αργότερα η δυτική πλευρά του Ι. Ναού επειδή συμμετείχαν οι μοναχοί σε προεπαναστατικά κινήματα.»

γ. «Το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας το δώρισε ο Καραϊσκάκης για να θεραπευτεί από τη θέρμη που τον τυραννούσε και εξαιτίας της οποίας έμενε κατά περιόδους στον Προυσό να αναρρώνει. Πριν το μοναστήρι τα δύο κάστρα αριστερά και δεξιά, οι "πύργοι τοῦ Καραϊσκάκη". Στο Μοναστήρι λειτουργεί ενδιαφέρον μουσείο με πολλά εκθέματα, όπως εικόνες από το 15ο και 16ο αιώνα, ιερά άμφια, αργυρά και χρυσά δισκοπότηρα, χειρόγραφοι κώδικες, τυπογραφημένα βιβλία και το σπαθί του Καραϊσκάκη. Το Μοναστήρι υπέστη πολλές καταστροφές και πυρπολήθηκε από πολλούς επιδρομείς με τελευταίους τους Γερμανούς στις 16 Αυγούστου το 1944, επειδή θεωρήθηκε ως κρησφύγετο των ανταρτών. Οι χωρικοί για να σώσουν την εικόνα την μετέφεραν στο χωριό Προυσό, ενώ στην πομπή μεταφοράς της εικόνας συμμετείχε τιμητικό απόσπασμα των Γερμανών. 

Το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων που βρίσκεται απέναντι από το Μοναστήρι κτίστηκε στα 1754. Επίσης, διασώζεται το κτίριο που στέγασε επί Τουρκοκρατίας τη "Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων" που λειτούργησε εδώ.»

δ. «1. Μονή Καταφυγίου (Κουμάσια):  Τον Ιούνιο του 1821 η μονή καταστράφηκε από τουρκαλβανικά στρατεύματα, αλλά ξαναχτίστηκε με εράνους. Η μονή είχε αξιόλογη βιβλιοθήκη με αρκετά χειρόγραφα, ανάμεσα στις ιδιοκτησίες της ήταν και μεγάλη λιβαδική έκταση, που εξυπηρετούσε 600 γιδοπρόβατα.

2. Μονή Μεσαμπελιάς: Πυρπολήθηκε τον Ιούνιο του 1821, ύστερα από την ατυχή μάχη των ελληνικών στρατευμάτων εναντίον Τουρκαλβανών στα Καγγέλια του Τυμφρηστού. Η μονή ήταν μάλλον φτωχή σε ακίνητα και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Είχε λίγα μόνο καλλιεργήσιμα κτήματα με οπωροφόρα δέντρα και βοσκότοπο για 200 γιδοπρόβατα.

3. Μονή Ιωάννη του Προδρόμου στο Παλαιοκάτουνο: Η μονή καταστράφηκε στην επανάσταση του 1821, αλλά ξαναχτίστηκε το 1850

4. Μονή της Παναγίας στη Γρανίτσα:Κατά την επανάσταση του Εικοσιένα είχε υποστεί σοβαρές καταστροφές. Στα 1895 σώζονταν ακόμα 13 ετοιμόρροπα κελιά και ερείπια ξενώνα.

5. Μονή Ιωάννη του Προδρόμου στο Βίρνικο: Από τη μονή αυτή, στην αριστερή όχθη του πόταμου Γρανιτσιώτη, σώθηκαν μόνον ερείπια. Τίποτε άλλο δεν θυμίζει την ακμή του παρελθόντος της. Ο ναός είναι νεότερος, χτισμένος σε μικρή απόσταση από τη θέση της παλαιάς μονής του ΙΖ’ αιώνα. Η μονή ήταν από τις πλουσιότερες της Απεραντίας. Κατείχε ολόκληρο τον κάμπο του Βιρνίκου, με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και χειμερινούς βοσκότοπους. Είχε επίσης στην ιδιοκτησία της δυο υδρόμυλους, μαντάνια και νεροτριβές, καθώς και μετόχια στις όμορες κοινότητες Βαλαώρας και Τοπολιάνων. Ολόκληρη η ακίνητη αυτή περιουσία αποτέλεσε αντικείμενο ερίδων και διεκδικήσεων ανάμεσα στη μονή και τους ενοικιαστές της. Ο κάμπος του Βιρνίκου καταπατήθηκε από τσελιγκάδες του Λιθοχωρίου, που ήταν και οι μισθωτές των βοσκοτόπων. Τα ποτιστικά κτήματα στις θέσεις Αρμαγάτικο και Ξερά Πλατάνια πέρασαν στις ιδιοκτησίες κατοίκων της Βαλαώρας. Την ίδια τύχη είχαν οι μύλοι και τα μετόχια.

6. Μονή Αγίου Δημητρίου στα Λεπιανά: Ως την επανάσταση του Εικοσιένα η μονή λειτουργούσε με 15 καλόγερους. Στα 1823 πυρπολήθηκε από τον πασά της Σκόδρας. Τελευταίος της ηγούμενος μνημονεύεται ο Παπαπαρθένιος.

7. Μονή Γούβας: Πρόκειται για το ιστορικό μονύδριο των Μεγάλων Βραγγιανών. Στην πραγματικότητα δεν ήταν οργανωμένη και συγκροτημένη μονή. Αποτελούσε ένα μικρό εκκλησιαστικό κτίσμα, που οι κάτοικοι της κοινότητας το ανακαίνισαν και το διαμόρφωσαν, προκειμένου να χρησιμεύσει ως κατοικία του Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού και έδρα Σχολής.

8. Μονή Σάικας: Η μονή της Σάικας υπήρξε ένα από τα κρησφύγετα των κλεφταρματολών. Κατά την επανάσταση του Εικοσιένα ο Κώστας Βελής τη χρησιμοποίησε ως αποθήκη πολεμοφοδίων, πού του προμήθευε ο Έβος Ρήγας από το Μεσολόγγι.

9. Μονή Στάνας ή Σίκας: Ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της Παναγίας και ανήκει στην ίδια περίπου εποχή των μέσων του ΙΖ’ αιώνα. Ήταν χτισμένη σε μια δρυόφυτη και δυσπρόσιτη βουνοπλαγιά, δεξιά της κοίτης του ποταμού Αγραφιώτη. Για την ιστορία της δεν υπάρχουν πληροφορίες. Μόνο ένα εκκλησάκι με λίγες τοιχογραφίες μαρτυρεί για την αλλοτινή ύπαρξη της. Η περιουσία της μονής ήταν κτηνοτροφική και ως τα μέσα του ΙΘ’ αιώνα έτρεφε σε δικά της λιβάδια 800 γιδοπρόβατα.

10. Μονή Βράχας: Στη μονή έβρισκαν φιλοξενία όχι μόνο διερχόμενοι αγωγιάτες και κάθε λογής επισκέπτες, άλλα και τρομεροί κλέφτες και ληστές από διάφορες περιοχές. Η μονή είχε σημαντική κτηνοτροφική περιουσία, άλλα και κτήματα στο χωριό Βράχα και στο Μεσολόγγι, όπου ξεχείμαζαν τα κοπάδια της.

11. Μονή Προφήτη Ηλία στην Αγία Τριάδα: Η μονή είχε αξιόλογη κτηματική περιουσία, καθώς και κοπάδια γιδοπροβάτων.

12. Μονή Ζωοδόχου Πηγής στη Φουρνά: Μετά τον θάνατο του Διονυσίου, οι ντόπιοι και οι ομογενείς Ευρυτάνες στήριξαν τη μονή, που στο μεταξύ είχε αποκτήσει και ακίνητη περιουσία. Οι αλλεπάλληλες όμως καταρρεύσεις του κτηρίου της από καθιζήσεις του εδάφους, επέφεραν και τον τελικό μαρασμό της »

http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/klironomia2/Ta_monastiria_mas_2.htm

 

Μοναχοί & Μοναστήρια στην Αντίσταση

Η Ευρωπαϊκή ιστορία έχει δείξει αρκετές φορές πως ο ασκητισμός μπορεί να μετατρέψει έναν άνθρωπο σε «σκληρό καρύδι», δηλαδή σε κάποιον που θα πολεμήσει για εκείνα τα ιδανικά  που έχει βαθέως ενστερνιστεί· οι διανοητές που υπήρξαν μετέχοντες της αδιάλλακτης μερίδας του Διαφωτισμού, δεν τα πήγαιναν καλά με τα μοναστήρια, γιατί γνώριζαν πως αυτά μόνο αντίπαλούς τους θα στελέχωναν, παρά συμμαχούς τους:

α. «Τον άλλο χρόνο (1808) [ο Ναπολέοντας] εισέβαλε στην Ισπανία. Υποχρέωσε το βασιλιά της να παραιτηθεί και έστεψε ως βασιλιά της Ισπανίας τον αδερφό του τον Ιωσήφ (1808). Προκάλεσε όμως πολύ μεγάλη αντίδραση, γιατί οι μάζες του Ισπανικού λαού ήταν πολύ συντηρητικές και οι παπάδες και οι καλόγεροι τις φανάτιζαν εναντίον των Γάλλων. Άρχισε τότε ένας μακροχρόνιος και επίμονος αγώνας για τους Γάλλους, που τους στοίχισε γύρω στις 300 χιλιάδες άνδρες. Οι Ισπανοί χωρισμένοι σε μικρά σώματα και με οδηγούς φανατικούς καλόγερους έκαναν κλεφτοπόλεμο (Guérilla), ενώ οι κινήσεις του γαλλικού στρατού δυσκολεύονταν πολύ στην ορεινή, θερμή και άγονη περιοχή.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 144)

β. «...τη Ρόδο (1310-1522) την κατείχε το τάγμα των ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, οι οποίοι ήταν καλόγεροι και συγχρόνως και πολεμιστές», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 160)

γ. Ο Αλή Πασάς στην τελευταία και καταστροφική για το Σούλι επιχείρησή του (1800-1804) χρησιμοποίησε το φανατισμό των καλόγηρων. «Οι δερβίσηδες (=μουσουλμάνοι καλόγεροι) και οι σεΐχηδες (=ηγούμενοι των μουσουλμανικών μοναστηριών, των τεκέδων) άναψαν το κοινό μίσος των Μωαμεθανών εναντίον των γκιαούρηδων. Έτσι με σπουδαία προετοιμασία και με μεγάλες δυνάμεις προσέβαλε τους Σουλιώτες.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 186)

δ. Ο καλόγερος Σαμουήλ είναι από τους γνωστούς ήρωες της τελευταίας μάχης του Σουλίου ενάντια στον Αλή (1800-1803).

ε. «Στα τέλη του 1820 έφτασε στην Πελοπόννησο ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντη ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος, ο γνωστός με το όνομα Παπαφλέσσας. Ήταν ένας δραστήριος και ορμητικός απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, ου έφερνε λίγη μπαρούτη και λίγα πολεμοφόδια, αλλά πολλές υποσχέσεις. Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι , που ήξεραν καλύτερα τα πράγματα, δεν πίστευαν στις υποσχέσεις του Παπαφλέσσα. Μάλιστα έκαμαν μια μυστική συνεδρίαση στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου κοντά στο Αίγιο και εκεί, αφού άκουσαν το Δικαίο, τον συμβούλεψαν να μη διαδίνει πράγματα αβάσιμα. Αλλά εκείνος διακήρυξε ότι η τελευταία προθεσμία, για να ξεσπάσει η επανάσταση, ήταν η 25η Μαρτίου,. Τότε οι πρόκριτοι τον απείλησαν, αλλά οι προτάσεις του Δικαίου έβρισκαν πρόθυμη υποδοχή στο λαό κι έτσι ημέρα με την ημέρα ωρίμαζε η ιδέα του κινήματος», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 201-202)

στ. «Στη Μακεδονία η Φιλική Εταιρεία είχε εργαστεί δραστήρια. Όταν διαδόθηκε η φήμη ότι ο Υψηλάντης είχε προχωρήσει θριαμβευτής ως την άκρη της Κωνσταντινουπόλεως, ξεσηκώθηκαν ο Πολύγυρος, η χερσόνησος της Κασσάνδρας και οι καλόγεροι από το Άγιο Όρος», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 208)

ζ. «Ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, από τους οποίους περίφημος ήταν ο Νικόλαος Κασομούλης από τη Σιάτιστα, που άφησε πολύ ενδιαφέροντα απομνημονεύματα τα "Στρατιωτικά Ενθυμήματα", κατάρτισε το ακόλουθο επαναστατικό σχέδιο δράσεως στη Μακεδονία.

 Κέντρο του αγώνα θα ήταν ο Όλυμπος. Θα επαναστατούσαν η Χαλκιδική, το Άγιο Όρος και η Νάουσα. Ταυτόχρονα θα καταλαμβάνονταν το πέρασμα του Αξιού, τα Τέμπη, τα στενά της Καστοριάς και άλλες επίκαιρες τοποθεσίες. Έτσι το πιο ισχυρό στρατιωτικό κέντρο της Μακεδονίας, η Θεσσαλονίκη, θα απειλούνταν από πολλά σημεία και θα υπόκυπτε. Μα το σχέδιο αυτό δεν εκτελέστηκε με ακρίβεια.

Η επανάσταση άρχισε από τη Χαλκιδική με πρωτεργάτη τον Εμαννουήλ Παπά. Αυτός καταγόταν από τη Δοβίτσα των Σερρών και ήταν ένας πλούσιος έμπορος, φλογερός πατριώτης και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Στις 23 Μαρτίου του 1821 ο Παπάς φόρτωσε με όπλα και πολεμοφόδια ένα πλοίο, που ανήκε στο Φιλικό ναυτικό Χατζηβισβίζη από τη Λήμνο και, αφού πήρε μαζί του όλη την κινητή περιουσία του, απόπλευσε για τον Άθωνα. Σε γενική συνέλευση οι ηγούμενοι των μοναστηριών αποφάσισαν μυστικά να κηρύξουν την επανάσταση στην κατάλληλη στιγμή και άρχισαν να ετοιμάζονται.»

[...]

Το Μάιο του 1821 οι κάτοικοι, του Πολύγυρου», οπλίστηκαν, ορκίστηκαν στο Σταυρό και κήρυξαν την επανάσταση. Αφού εξόντωσαν την ολιγάριθμη φρουρά της πόλεώς τους, έκαμαν επίθεση εναντίον του τουρκικού στρατού και τον ανάγκασαν να υποχωρήσει. Τον καιρό που ύστερα από αυτά τα γεγονότα ο Τούρκος διοικητής αποκεφάλιζε στη Θεσσαλονίκη πολλούς σπουδαίους προκρίτους και τον Επίσκοπο Κίτρους, ο Παπάς σε μια γενική συνέλευση στις Καρυές κήρυξε την επανάσταση στο Άγιος Όρος. Ταυτόχρονα επαναστάτησαν η Κασσάνδρα, τα Μαντεμοχώρια και έγινε γενικό ξεσήκωμα σʼ όλη τη Χαλκιδική.

Οι Τούρκοι τότε κινητοποίησαν ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Οι ανθηρές κωμοπόλεις Πολύγυρος, Βασιλικά, Γαλάτιστα παραδόθηκαν στη φωτιά, ενώ οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να αποσυρθούν, άλλοι στην Κασσάνδρα και άλλοι στο Άγιο Όρος.», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 218)

η. «Τον Ιανουάριο του 1822 οι τρεις αυτοί αρχηγοί μαζί με μερικούς οπλαρχηγούς του Ολύμπου και προκρίτους από διάφορες πόλεις συγκεντρώθηκαν για σύσκεψη στο μοναστήρι της Παναγίας στο χωριό Δοβρά ανάμεσα στη Βέροια και τη Νάουσα. Εκεί λοιπόν αποφασίστηκε να αρχίσει αμέσως η επανάσταση, χωρίς να περιμένουν βοήθεια από τη νότια Ελλάδα, και να χτυπήσουν τη Βέροια και τη Νάουσα.

Στις 19 Φεβρουαρίου του 1822 εξουδετερώθηκε η μικρή φρουρά της Νάουσας και υψώθηκε η σημαία της επαναστάσεως. την άλλη μέρα ο Καρατάσος και ο Γάτσος με 1800 πολεμιστές έκαμαν τη νύχτα ξαφνική επίθεση εναντίον της Βέροιας, αλλά απότυχαν να καταλάβουν την πόλη. Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες ενισχύθηκαν από το Ζαφειράκη και, αφού οχυρώθηκαν στο ιστορικό μοναστήρι του Δοβρά, απόκρουσαν την επίθεση 4 χιλιάδων Τούρκων, που ήρθαν από τη Βέροια με αρχηγό τον Κεχαγιά-μπέη, και σκότωσαν περίπου 1500 εχθρούς.», σσ. 218-219

θ. «Όταν άρχιζε η επανάσταση, δεν υπήρχε κεντρική διοίκηση. Το παλιό κοινοτικό σύστημα συνέχιζε να λειτουργεί, όπως και κατά την τουρκική απολυταρχία. Εισπράττονταν οι φόροι και οι δημογέροντες διαχειρίζονταν τις κοινοτικές υποθέσεις. Το πρώτο πολιτικό σώμα, εντελώς τοπικό, συγκροτήθηκε στην Καλαμάτα αμέσως ύστερα από την άλωση της και ονομάστηκε Μεσσηνιακή Γερουσία.

Αλλά ήταν αισθητή η αναγκαία για μια κεντρική εξουσία, που πρώτα απʼ όλαθα φρόντιζε για την προμήθεια των αναγκαίων για τη συνέχιση του πολέμου. Γιʼ αυτό οι πρόκριτοι και οι αρχιερείς της Πελοποννήσου συγκεντρώθηκαν για σύσκεψη μαζί με τους στρατιωτικούς αρχηγούς στο μοναστήρι των Καλτεζών (Μαντίνεια Αρκαδίας) και διόρισαν μια επιτροπή, που ονομάστηκε Γερουσία της Πελοποννήσου.», σελ. 220

ι. «Προτού ακόμη να αρχίσει ο πόλεμος αυτός, η Αικατερίνη (Β΄ 1762-1796), για να δημιουργήσει στρατιωτικό αντιπερισπασμό στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε στείλει πράκτορες και καλόγερους, για να παρακινήσουν σε επανάσταση τους σκλαβωμένους στην Τουρκία χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής», (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 288)

ια. «Με τα χρόνια αυτά συμπίπτει η δράση του Κοσμά του Αιτωλού (1714 -1779). Γεννήθηκε στο χωριό ταξιάρχης, που βρίσκεται κοντά στο Μεγάλο Δέντρο της Αιτωλίας, και νεώτατος έγινε καλόγερος. Διψούσε για μάθηση και για δράση και κατόρθωσε με πολλές περιπέτειες να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνωρίστηκε και εκτιμήθηκε από τον Πατριάρχη και πολλούς Αρχιεπισκόπους και, σαν κυριεύτηκε από θεϊκή έμπνευση, άρχισε να κηρύττει το θεϊκό λόγο από το 1760. Γύρισε σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και τα Επτάνησα. Τα κηρύγματα του τα έκανε στην απλή γλώσσα του λαού και ξεσήκωσε ακράτητο ενθουσιασμό σε χιλιάδες λαό, που έτρεχε να παρακολουθήσει το κήρυγμά του. Στα τελευταία χρόνια του ο Κοσμάς είχε διαλέξει ως κέντρο της δράσεώς του την Ήπειρο. Εκεί τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό θάνατο στις 24 Αυγούστου του 1779. Η Εκκλησία μας τον κατάταξε ανάμεσα στους Αγίους», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 176)

 

 

Η ΑΜΑΘΕΙΑ & Η ΑΜΑΘΕΙΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116 )

 

«Ἔνας ἀρχιμανδρίτης, ἀναγινώσκοντας ἐπ᾿ ἐκκλησίας τὸ εὐαγγέλιον, ἔτυχεν εἰς τὸ τέλος τοῦ κατεβατοῦ τὸ ἀπαρέμφατον ἐπανέρχεσθαι. Ὅθεν αὐτὸς ἀνέγνωσε τὸ ἐπανερ- ὅπου ἐτελείωνε τὸ κατεβατόν, καὶ ἔπειτα γυρίζοντας τὸ φύλλον ἐπρόφερετο τὸ -χέσθαι, εἰς τρόπον ὁποὺ ἐρέθισε ἕνα γενικὸν γέλωτα εἰς τοὺς παρεστῶτας.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Θέλοντας ο «Ανώνυμος Έλλην» να στηρίξει την «ἀμάθειαν» ενός αρχιμανδρίτη, θα παρουσιάσει ένα παράδειγμα δίχως καμία κυριολεκτική αξία, μήτε καν αυτής της ελληνικής γραμματικής, που ακραίοι διαφωτιστές συμπεριλαμβανομένου του «Ανωνύμου του Έλληνος» φθονούσαν ως πολύ διαδεδομένης, έναντι άλλων σπουδών:

α. «Περισσότερον ἤθελ’ ὠφελήσειν τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς [Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, τομ. Α, Παρίσι 1833, σελ. 67]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 398)»

β. «Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἀποκαταστῶσιν εὔκολον τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν Ἑλλήνων· [...] Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν.», σελ. 149

γ. «Ὧ ἀναγνώστα! [...] ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι·», σελ. 9

 

Το «χέσθαι» και το «χεσθαὶ»

Πρόδηλος σκοπός του «Ανωνύμου του Έλληνος», με την παρούσα παρατήρηση κατά ενός αρχιμανδρίτη, η πρόκληση γελώτων εις τους αναγνώστες του χωρίς δε από την άλλη μεριά να υπάρχει καμία ουσιαστική απόδειξη για την αλήθεια του γεγονότος που περιγράφεται· κι αν αληθεύει, άλλο δεν δεικνύει παρά τη δική του αναλγησία ή εκείνου που του το μετέφερε και σίγουρα την «περὶ χριστιανισμοῦ ἀμάθεια» του πρώτου.

Κατ’ αρχάς η αναλγησία του πρώτου, ή του «πράκτορὰ» του, αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το απαρέμφατο «ἐπανέρχεσθαι». Εις όλο το Ευαγγέλιο μόνο μία και μόνη φορά εμφανίζεται αυτό το απαρέμφατο· κι εκεί που εμφανίζεται δύσκολα μπορεί να προφερθεί ως «-χέσθαι»:

Κατά Λουκά, Κεφ. Ι΄ «35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθὼν, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι.»

Ως «ἐπανρχεσθαί με», έχοντας  δύο τόνους ένεκα του εγκλητικού «με», τονίζεται στη λήγουσα κι οποιοδήποτε «τέλος τοῦ κατεβατοῦ» κι αν προέκυπτε θα οδηγούσε τον αρχιμανδρίτη να αναγνώσει «-χεσθαί με», κι όχι «-χέσθαι», πόσο μάλλον «-χέσθαι με». (1)

Εντούτοις, η εμφάνιση αυτού του δικού του σχολίου για το απόσπασμα του Λουκά Ι΄ 35 λίγες καλές εντυπώσεις μπορεί να αφήσει.

 

Η «περὶ χριστιανισμοῦ ἀμάθεια»

Τούτο συμβαίνει για 2 λόγους:

α. Η αοριστία για «τὸ τέλος τοῦ κατεβατοῦ» δείχνει πως ο παρών εις το προαναφερόμενο «επεισόδιο», αν αυτό είναι αληθές, δεν καταλάβαινε ότι η ανάγνωση γινόταν από το Ευαγγέλιο του Λουκά κατά τη νηστεία των Χριστουγέννων και την χαρακτηριστική, και σε όλους τους Χριστιανούς γνωστή, παραβολή του «καλοῦ Σαμαρείτου». Τουλάχιστον ο ίδιος ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» παριστάνει όχι απλά τον Χριστιανό («οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86) αλλά και τον αυστηρό ηθικό κριτή περί της θρησκείας, την ίδια ώρα που η γνωστή παραβολή δεικνύεται γενικόλογα εις τον αναγνώστη ως «τὸ τέλος τοῦ κατεβατοῦ»:

«Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ λέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

β. Το  το αόριστο «τέλος τοῦ κατεβατοῦ» αφορούσε την παραβολή του «ποῖος εἶναι ὁ πλησίον», για την οποία ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» στιγμάτιζε τους «ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας»:

«Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; [...] Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Μέσα από τέτοιες παρατηρήσεις ως άνωθι, που δεικνύουν ευαγγελική άγνοια, ο ακραίος διαφωτισμός έκανε ηθική κατήχηση περί ψεμάτων κι αληθείας:

α. «ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του [Θεοῦ], χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων.», σελ 124

β.  «Ὤ, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν εἰς τὸ πῦρ τοῦτο μου τὸ βιβλιάριον, ὅσοι φοβοῦνται τὸ φῶς τῆς ἀληθείας!», σελ. 98

Η δε ευαγγελικά άγνοια στελεχώνεται από του ότι για τον Χριστιανό στην ουσία δεν υπάρχει κανείς «ξένος»·  Εβραίοι και Σαμαρείτες παρότι υπάκουαν τους νόμους του Μωυσή, ήταν πάντα μεγάλοι εχθροί. Κι όμως εις την περικοπή αυτή, ο «ξένος» Σαμαρείτης θα βοηθήσει τον «ξένον» Ιουδαίο και δεν θα μπει στον κόπο να

 Ο ίδιος ο Ιησούς, αν κι οι περισσότεροι Εβραίοι απέφευγαν να περάσουν από τη Σαμάρεια, μπήκε στη περιοχή τους, και πήρε και τους αποστόλους του μαζί. Εκεί συνάντησε δίπλα σε ένα πηγάδι κοντά στη πόλη Συχάρ, μια Σαμαρείτισσα που πήγαινε να αντλήσει νερό, και της μίλησε· η γυναίκα εξεπλάγη που ο Ιησούς μιλούσε σε μία Σαμαρείτισσα κι οι απόστολοι εξεπλάγησαν που μιλούσε σε μια γυναίκα. Με τη πράξη του αυτή, ο Ιησούς παρουσίασε με απλό τρόπο ότι τους ανθρώπους που έχουν διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, τους ανθρώπους που είναι από μια διαφορετική εθνική ομάδα, τους ανθρώπους που είναι παραδοσιακά εχθροί, πρέπει να τους μεταχειρίζεται ο καθείς όπως όλους τους ανθρώπους. Να μην τους αγνοεί, να μην τους αποφεύγει, να μην τους προσβάλλει και να τους βοηθά όταν έχουν την ανάγκη του.

 

Η μικρότητα του «Ανωνύμου του Έλληνος»

Ο εν λόγω συγγραφέας, που πίστευε ότι «οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος», είναι «ὁμογενεῖς καὶ ὁμόθρησκοι» του δίδασκε:

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, [...] Ἔκλεξον ἀρχιερεῖς τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους, καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια [...] Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν.», σσ. 123-124

Όταν οι ακραίοι διαφωτιστές ομιλούν για «σοφοὺς καὶ ἐναρέτους», αναφέρονται στους ανθρώπους της ιδικής τους πνευματικής κάστας. Αυτοί οι άνθρωποι αν είχαν παρεισφρήσει εις όλες τις διοικητικές θέσεις της Εκκλησίας, πράγμα αδύνατον βέβαια, δεν ήθελαν αφήσει τίποτα όρθιο ως αποτέλεσμα της αντιεκκλησιαστικής τους λύσσας (2), η οποία μεταδίδονταν από διδασκαλίες «σικέ» ή «καρμπόν»: (πρβλ. Γαλλική γλώσσα):

«Τότε τὸ ἱερατεῖον, ὁποὺ σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ καὶ ἀποστρέφεται, θέλει σέβεται καὶ ἐπαινεῖται», σελ. 125

Το ιερατείο, σύμφωνα με το πολιτικό κίνημα του Διαφωτισμού, που υποτίθεται διακινούσε τα μηνύματα της «ἱσότητας» και της «ἐλευθερίας» με τις γνωστές σφαγές στη Γαλλία, θα ελάμβανε χάριν μόνο κι εφόσον αποτελείτο από διαφωτιστές, οι οποίοι άλλο σκοπό δεν είχαν παρά να το γκρεμίσουν εκ των έσω, με την ιδεολογία του «ὁρθολογισμοῦ» ή του ιδικού τους «παραλογισμοῦ».

Ο δικός τους παραλογισμός, δίδασκε πως ένα ανθρώπινο σώμα εδύνατο να μεταφερθεί επάνω σε μια «περικεφαλαίαν», παρά επάνω σε μια ασπίδα· προς τούτο, επειδή δηλαδή ο «Ανώνυμος Έλλην» ξεπέρασε κάθε όριο «ξηροκαμπίας» εις την παρούσα αντικληρικαλιστική του «διαβολὴν», παρατίθεται ως αντίβαρο εις τον υποτιθέμενο καταγγελλόμενο «ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν», (σελ. 139),  εκείνος ο δικός του, που ακόμη μια φορά εξηγεί τη μανία του κατά της γραμματικής του Γαζή και δεικνύει το πόσο «ὁρθὼς» ορισμένοι μετέφεραν εις «εἰς τοὺς παρεστῶτας» όσα άκουγαν ή μελετούσαν:

«Ἐκεῖνοι οἱ ἥρωες [οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες], ὅταν ἐκπορεύοντο πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐχθρῶν των, αἱ ἴδιαι μητέρες ἔδιδαν αὐτῶν τὰς περικεφαλαίας, καὶ τῶν ἔλεγον, «ἢ ἐπιστρέψετε μὲ αὐτὰς εἰς τὴν κεφαλήν, ἢ ἐπάνω εἰς αὐτάς», ἐπειδὴ ἐσυνήθιζον τοὺς ἐν πολέμῳ θανόντας, νὰ φέρωσιν ἐπάνω εἰς τὰς ἰδίας των περικεφαλαίας, καὶ κανεὶς ἔτι ζῶν δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτήσῃ τὰ ἄρματά του, διὰ τὴν ἄκραν ἀτιμίαν, ὁποὺ μία τοιαύτη δειλία ἐπροξενοῦσεν εἰς ὅποιον ἤθελε τὴν κάμει.», σελ. 47

 

Επίλογος

Το να «σφάλλει» κανείς εις την ανάγνωση, καν «ἀρχιμανδρίτης» δεν είναι απόδειξη αμαθείας· ιδίως όταν το έτος κείται μεταξύ 18ου και 19ου αιώνος. Αυτό που είναι τραγική «ἀμάθεια» είναι να εκφέρει κανείς, όχι μια κάποια κατηγορία ηθικού παραπτώματος ή προς κάποιο συγκεκριμένο θρησκευτικό δόγμα, αλλά μια σατυρική αστειότητα που προσβάλει το Άγιο Ευαγγέλιο και το ποίμνιο, παρέα με την νοημοσύνη του αναγνώστη, όταν χρησιμοποιεί μια τόσο κακόγουστη φράση ως «τὸ -χέσθαι»· υψηλό δείγμα του είδους του «χριστιανισμού» του συγγραφέως.

Ο «Πατριάρχης» του ελληνικού διαφωτισμού, Αδαμάντιος Κοραής κι οι φανατικοί οπαδοί του, χαρακτήριζαν τη «Μελέτη», έργο ζωής του αντιπάλου του Κοδρικά που δέχθηκε τον Οκτώβριο του 1819 συγχαρητήρια γι’ αυτό από τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, ως «κατακοπρισμένον λίβελλον» (3), δείχνοντας έτσι πρόδηλα ότι «τὸ -χέσθαι» ήταν «ανακάλυψη φωτίσεως», τμήμα της «κόπρου τοῦ Αὐγείου» με την οποία είχε «κατακοπρισθῆ» (4) από τις επαναλήψεις η κουρασμένη γραπτή διανόηση ελαχίστων φανατικών αντιπάλων της Ορθοδόξου Εκκλησίας:

 «Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ. 127

 

Πρβλ.  απάτη «Η Ελευθερία κι η Ελευθερία»

Πρβλ. απάτη «Το παραμύθι της Αμάθειας»

Πρβλ. απάτη «Ελευθερία κι Αμάθεια & Ελευθερία κι Αμάθεια»

 

Σημειώσεις

1. Όταν θέλει κανείς να δώσει έμφαση τότε το εγκλητικό διατηρεί τον τόνο του. Ένα τέτοιο παράδειγμα εγκλητικού δίδει η «Θεία Λειτουργία»: «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετὰ παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι σὲ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα, καὶ λέγειν·»

 Στην παραπάνω πρόταση το «σὲ» που είναι μετά το απαρέμφατο «ἐπικαλεῖσθαι» διατηρεί τον τόνο του επειδή υπάρχει έμφαση η οποία πρέπει να αποδοθεί στο κείμενο. Σε αυτή την περίπτωση το «σὲ» προφέρεται ξεχωριστά στο «ἐπικαλείσθαι σὲ»· όταν δε τον χάνει, προφέρεται μαζί με το «ἐπανέρχεσθαι» και διαβάζεται σαν μια λέξη παρότι είναι δύο : «ἐπανέρχεσθαίμε»

2. «Ανώνυμος Έλλην» για τους Ρωμιούς ιερείς: «Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

3. Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, σελ. 366

4. α. «Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πλουσίων! Πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἤθελον μείνει πάντοτε εἰς τὸ κρεβάτι, μὴ ἔχοντας τὸν δοῦλον, ἢ τὴν δούλην νὰ τοὺς σηκώσῃ! Πόσοι ἤθελον κατακοπρισθῆ ἐπάνω των, μὴν ἠξεύροντες πῶς νὰ λύσουν τὰ δεσίματα τῶν φορεμάτων των! [...] Ἀνθρωπότης, ἀνθρωπότης, ἕως πότε νὰ μὴν βλέπῃς μὲ τὰ ὀμμάτια ἀνοικτά!», σσ. 107-108 

 

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ & Ο ΟΡΘΟΣ ΛΟΓΟΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 14 )

 

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον, ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 14)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Ένα γνωστό χαρακτηριστικό της «Ελληνικής Νομαρχίας», είναι η παράθεση φιλοσοφιών εις πλαισίωση των αντικληρικών και αντιθρησκευτικών απόψεων του συγγραφέως της. Ανάμεσα εις τις διάφορες «φιλοσοφικὲς διατριβὲς», όπως αυτές που αφορούν λ.χ. το χρήμα ή την πολιτική, έρχονται και οι διατριβές που εισάγουν προτιμήσεις περί του βίου που ο κάθε άνθρωπος καλείται να επιλέξει βάση του συμφέροντος.

Επειδή το ίδιο αυτό το βιβλιάριο δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά έναν «ἀφορισμὸν», για τους περισσότερους Ρωμιούς, ευεργέτες, ξενιτεμένους, προεστούς, μοναχούς κ.α., ο οποίος συνοδεύεται από βαρύγδουπους χαρακτηρισμούς περί «ἀμαθείας» και ύψιστο αίσθημα περισπούδαστης «οἰήσεως» του συγγραφέως, θα τύχει εδώ ενός ταχύ σχολιασμού των «φώτων» που προτείνει, βάση ακριβώς όσων επικαλείται: του «λογικοῦ», της «ὠφελείας» και της «διαφύλαξης τῆς ζωῆς».

 

Οι αναθεματισμοί κατά των ξενιτεμένων

Ο «Ανώνυμος Έλλην» αναθεματίζει όλους τους ξενιτεμένους Έλληνες που δεν επιστρέφουν στην Ελλάδα για να λάβουν μέρος εις την επανάσταση:

α. «Ἐσεῖς, οὐχί, οὐχί, τέκνα τῆς Ἑλλάδος πλέον μὴν ὀνομάζεσθε, ἀλλὰ τέκνα τῆς κακοηθείας καὶ ἀσωτείας σας. [...] Ὦ ἀληθεῖς ἐχθροὶ καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὀθωμανοὺς τύραννοι τῆς Ἑλλάδος! Ὦ ἐντροπὴ τοῦ γένους μας καὶ θανατηφόρος πληγὴ τῆς πατρίδος!», σελ. 129

β. «Δὲν ἐντρέπεσθε κἂν ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς, ὁποὺ σᾶς ἀκούουν νὰ λέγητε τὰ τοιαῦτα; Ἀλλ᾿ ἂν οἱ ἀλλογενεῖς, ὑστερημένοι ἀπὸ πατρίδος ἔρωτα, δὲν σᾶς καταφρονοῦν, ὄχι ὅμως οἱ ἴδιοι Ἕλληνες τοὺς μιμοῦνται. Αὐτοὶ θέλει σᾶς ἀναθεματίζουν ἀπὸ τὸ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ θέλει σᾶς νομίζουν μὲ κάθε δίκαιον τόσους ἐχθροὺς τῆς πατρίδος.», σελ. 140

γ.«Ἡ ἐλπίδα σας ὅμως εἶναι ματαία. Ἐσεῖς δὲν θέλετε ἀπολαύσει, βέβαια, τὴν πατρίδα σας ἐλευθέραν, καθὼς τώρα δούλην τὴν ἀλησμονήσατε, ἀλλ᾿ ἐξωρισμένοι διὰ παντὸς εἰς βαρβάρους γαίας, δὲν θέλετε ἀναπνεύσει πλέον τὸν ζωηρότατον ἑλληνικὸν ζέφυρα, καὶ τὰ ὀνόματά σας θέλουσι κατασταθῆ λέξεις ἀτιμίας καὶ μίσους εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ στόματα τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων.», σελ. 140

δ. «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134

ε. «Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν»., σσ. 135-136

 

Η καλοπέραση & η λογική

Όλοι αυτοί οι άνωθι αφορισμοί και αναθεματισμοί του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατά των ξενιτεμένων, συνέβαιναν επειδή οι τελευταίοι το είχαν ρίξει εις την καλοπέραση του «ἐξωτερικοῦ», την ίδια ώρα που η δική του φιλοσοφία, εκείνη με «τὸν ὀρθὸν λόγον» του Διαφωτισμού, τη συνιστούσε ανεπιφύλακτα:

«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον, ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον.»,, σελ. 14

Αυτή τη φιλοσοφική στάση παρατηρεί και σημειώνει ο γνωστός μελετητής του νεοελληνικού Διαφωτισμού Π. Κιτρομηλίδης:

«Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Ανώνυμο, είναι προικισμένοι από τη φύση με τον ορθό λόγο που τους οδηγεί στην επιδίωξη της ευτυχίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 345)

Την ίδια στάση ακολούθησαν κι έμποροι:

«...ποιά ήταν η στάση των αστών εμπόρων που θα ’πρεπε να είναι φυσιολογικοί εχθροί της τυραννίας και υπέρμαχοι της ελευθερίας και του Διαφωτισμού; Ο συγγραφέας διαπίστωνε με θλίψη και αγανάκτηση ότι η στάση των Ελλήνων εμπόρων διέλυε κάθε ψευδαίσθηση ότι η ελευθερία θα μπορούσε να προέλθει με δική τους πρωτοβουλία. Παρά το γεγονός ότι ο ζυγός της τυραννίας βάραινε την Ελλάδα, η μόνη φροντίδα των εμπόρων ήταν οι επιχειρήσεις τους. [Ανώνυμος Συγγραφέας, Ρωσσαγγλογάλος]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)

Τη στάση «καλοπέρασης» εμπόρων και νεαρών διαπιστώνει ο «Ανώνυμος Έλλην» με απέχθεια:

«Ἡ ὁμιλία τῶν χρυσολάτρων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὰ βαμπάκια καὶ τελειώνει εἰς τὰ φασούλια, ἡ δὲ τῶν νέων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὸ θέατρον καὶ παύει εἰς τὰς γυναῖκας.», σελ. 132

Η δημιουργία ενός ελεύθερου ελληνικού  κράτους ήταν «κατάστασιν [...] καλλιοτέραν», της τότε παρούσης με την Οθωμανική διοίκηση, για τους περισσοτέρους ενοικώντας εις τον Ελλαδικό χώρο· αλλά είναι αμφίβολο αν ήταν και για τους ξενιτεμένους:

 «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36

Ακόμη και σήμερα, εν έτη 2011, είναι ευνόητο, ότι πολλοί πλούσιοι έλληνες του εξωτερικού δεν επιθυμούν να χρηματοδοτήσουν το χρέος της Ελλάδας και των πολιτικών, ούτε οι διαμένοντες εις το εξωτερικό θα προστρέξουν εις την Ελλάδα για να μιζερο-διαβαίνουν, όταν μπορούν να περνούν και να εργάζονται καλύτερα εκτός Ελλάδος· αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται για τον άνθρωπο που είναι «πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν», ο «Ανώνυμος Έλλην» κι ούτε κι ο Κοραής, ο «Ἕλλην Βολταίρος» δεν απετέλεσε εξαίρεσε για ένα διάστημα:

«Ο Κοραής είχε υπηρέτη στην Ολλανδία έναν Πάτμιο, τον Πέτρο Σταμάτη, που αργότερα πλούτισε κι όταν γύρισε στο νησί του έγινε πρόξενος της χώρας αυτής [...]. Στο Άμστερνταμ ο Κοραής επιδόθηκε και σε εμπορικές επιχειρήσεις που δεν πήγαν καλά κι έτσι το εγκατάλειψε το 1777 (Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τρίτη έκδοση, Αθήνα 1964, σελ. 195), αφού όπως φαίνεται από μαρτυρίες του Σταμάτη, έζησε κοσμική ζωή και γλέντησε για τα καλά», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 101)

Η δε προτροπή για την αύξηση της χρήσης της «λογικής» στους μοναχούς μοιάζει να είναι πραγματικά άκαιρη για την επιτυχία της επανάστασης, αφού προκρίνει τον άμεσο μελετημένο ωφελιμισμό της επιβίωσης («προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον [πράγμα] τὸν ὠφελεῖ περισσότερον»), έναντι της θυσίας για το καλό των υπολοίπων:

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, [...] Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους, νὰ ὑπάγουν νὰ σπουδάξουν εἰς τὰ σχολεῖα [...] τὸν ὀρθὸν λόγον. », σσ. 123-124

 

Η ευτυχία & ο πόλεμος

Εκ των άνωθι προκύπτει το προβληματικό της υποστηρίξεως της επανάστασης, από όλους εκείνους του εξωτερικού που ο  «Ἀνωνύμος Ἕλλην» αναθεματίζει, κι οι οποίοι δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κερδίσουν αφήνοντας την καλοπέρασή τους, για τη δημιουργία ενός αμφίβολου ακόμη κράτους, με παράλληλη  θυσία αίματος ή χρημάτων.

Οι αναμοχλεύσεις όλων αυτών των «ξυλοσοφιμάτων» του «Ανωνύμου του Έλληνος» περί θυσίας κι ευτυχίας, είναι φανερό και εις τον πιο μικρό των ελαχίστων ότι δημιουργούν αντίθετες πολώσεις, αφού «ἀναγκαιότερος στοχασμὸς [τοῦ ἀνθρώπου] εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του»:

α. «Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν», σελ. 29

β. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161

γ. «Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα», σελ. 47

δ. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52

ε. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140

στ. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25

ζ.  «Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του», σελ. 30

η. «Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; », σσ. 52-53

θ. «Ὅθεν, ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του. [...] Ἡ νίκη, ἢ ὁ θάνατος ἂς μὲ στέψωσιν, καὶ ἂς φύγῃ μακρόθεν ἀπὸ ἐμὲ κάθε δειλὸς στοχασμός. Ναί, πατρίς μου ἱερά, ἐγὼ τρέχω πρὸς διαυθέντευσίν σου, ἄμποτες νὰ ἀποδειχθῶ εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς σου καὶ νὰ συναριθμηθῶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν διαυθεντευτῶν σου.», σελ. 53

 

Η λογική της καλής επιβίωσης

Ο «Ανώνυμος Έλλην» διαπιστώνει ότι η λογική της καλοπέρασης του ξενιτεμένου, ως του ίδιου του εαυτού, νικά τις όποιες «αἰματηρὲς θυσίες» προ του θανάτου:

«Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα...», σελ. 170

Έτσι, αν ο άνθρωπος «εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου [...] ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14

... τότε η «λογικὴ τῆς ἐπιβιώσεως... ἀπὸ κάθε ἐναντίον» και που στρέφεται ενάντια στην επανάσταση όσο αφορά τους ξενιτεμένους Έλληνες, θα έπρεπε βάση της διαφωτιστικής παιδείας που προτείνουν νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, να είχε αυξηθεί ιδιαίτερα την εποχή του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

«Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων...», σελ. 156

Βάση πάντα της δικής του θεωρίας ή «ξυλοσοφίας», εκείνοι που «ἐφωτίσθησαν» εις το εξωτερικό «μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς» θα πρέπει να ήταν οι λιγότερο πρόθυμοι να τρέξουν εις τον αγώνα, παρότι βασίζονταν ο ίδιος επάνω τους:

α. «Ὅθεν, ἰδοὺ δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι [...] Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς, καὶ αὐτοὶ ἠμποροῦσαν μὲ τὴν παρουσίαν τους, νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας.», σελ. 128

β. «Ὅθεν, εἶναι φανερόν, ὅτι ἂν καὶ ἡ ζωή, εἶναι τὸ τιμιώτερον πρᾶγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ εὐτυχία ὅμως καὶ τὸ καλῶς ἔχειν του εἶναι πολλὰ περισσοτέρας τιμῆς ἄξια καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν του ζωήν», σελ. 43

 

 

 

ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ & ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 112-116,123-124 )

 

«... καὶ ὁ πατριάρχης τὰ ξαναλαμβάνει ἀπὸ τοὺς ἀρχιεπισκόπους διπλᾶ καὶ τριπλᾶ. Ἀλλὰ αὐτοί, ἀφοῦ λάβουν μέρος ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, τὰ λοιπὰ πρέπει νὰ τὰ ἐβγάλουν ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, καὶ εἰς αὐτὸ μιμοῦνται τοὺς ὀθωμανικοὺς διοικητὰς τῆς ἀρχιεπισκοπῆς των, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ ὅτι οἱ ἀρχιεπίσκοποι πληρώνουν αὐτούς, καὶ αὐτοὶ τοὺς δίδουν τὴν ἄδειαν νὰ κλέψωσιν ὅσα ἠμποροῦσι.

ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται. Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἀφορισμόν, ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς. Καὶ ἂν πολλάκις μ᾿ ἕτερον κατεβατὸν μ᾿ εὐχάς, εὐλογίας καὶ συγχώρησιν, διαλύουσι τὸν ἀφορισθέντα, δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν τὸ κάμνουσι, παρὰ διὰ νὰ ἠμπορέσωσι νὰ τὸν ξαναφορίσωσι. Ἐπειδὴ τὸν ἀφορισθέντα δὲν δύνανται νὰ τὸν ξαναφορίσωσι, ἂν πρῶτον δὲν τὸν συγχωρήσωσι.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 112)

«Ὁ νῦν Ἰωαννίνων ἔλαβε τὴν αὐθάδειαν νὰ ἀφορίσῃ τὸν ἐνάρετον καὶ φιλόσοφον κὺρ Κοσμᾶ, διὰ νὰ μὴν ἠμπόρεσε νὰ τὸν καταπείσῃ εἰς τὰς κακάς του θελήσεις.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 114)

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 114-115)

«Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται - μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου [...]. Πρόσταξε νὰ μένουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν ἀποκαταστῶνται εἶδος ἐμπορίου. Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν. Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του, χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων. Ἤ, τέλος πάντων, ἂν παντάπασιν δὲν ἠμπορέσῃς νὰ τὰ ἐξαλείψῃς, σμίκρυνε κἂν τὸν ἀριθμόν των καὶ τὴν ἀναίσχυντον καὶ βάρβαρον κατάχρησιν, ὁποὺ οἱ καλόγηροι τῶν μοναστηρίων ἔκαμαν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 123-124)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειωθούν οι τρόποι με τους οποίους οι «ληστές» κληρικοί «κλέπτουν» τον λαό, για να αντιληφτεί ο αναγνώστης το «πνεύμα» ορισμένων οπαδών του Διαφωτισμού: «Μετὰ τὸν ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα. », σελ. 112

Όπως αλλού έχει δηλωθεί, κλοπή είναι η υφαρπαγή περιουσίας δίχως τη συγκατάβαση του «βλαπτομένου»· επειδή όμως δεν υπάρχει κλοπή στις παρούσες περιπτώσεις, που ο «Ανώνυμος Έλλην» αναφέρει, προκύπτει πως ο ενάγων διαφωτιστής μεταφορικά έκανε λόγο για εξαπατήσεις, δηλαδή θεωρούσε τα μνημόσυνα και τις προσευχές περί των κεκοιμημένων ως απάτη, την ίδια στιγμή που δήλωνε Χριστιανός· πράττοντας έτσι μοιάζει σαν να μην πιστεύει στο Θεό, στους Αγίους, στις συνόδους, στις προσευχές των ιερέων ή των πιστών κ.λ.π. κι όλα αυτά τα αντιλαμβάνεται ως μίαν «ἄκραν ἐπικερδὴν ἐπιχείρησην», ακόμη κι όταν το ιερατείο δεν είχε κάποιο κρατικό εισόδημα ως εν έτη 2011:

«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τί ὁμοιάζεις, ἤθελα νὰ ἠξεύρω ἀπὸ ἐσὲ τώρα ὁποὺ σὲ ἐρωτῶ, εἰς τί, λέγω, ὁμοιάζεις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἴσως εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν, ὁποὺ ἐκεῖνοι ἐκήρυττον; Ἀλλ᾿ ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς.», σελ. 100

Σπουδαίο δε, πως ανάμεσα στα άλλα, «κλοπή» θεωρείται κι η «ἐλεημοσύνην» που καταγγέλλεται ότι εκτελείται από για τους πνευματικούς «λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», σελ. 116»

 

Οι δωρεές, η ελεημοσύνη & ο διαφωτισμός

Τίποτα άλλο δεν μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη εντύπωση εις τον αναγνώστη παρά αυτή η τραγική εκδήλωση αδυναμίας εκ μέρους του Διαφωτισμού και των οπαδών του:

α. «...νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην...»

β.  «Καὶ τέλος πάντων, τὸ μεγαλείτερον κέρδος των εἶναι αἱ κληρονομίαι καὶ τὰ χαρίσματα.»

Οι διαφωτιστές «ξυλόσοφοι» υπό στοχασμού επιπληττόμενοι, ανησυχούσαν ως καλοί και «γνήσιοι διανοούμενοι», επειδή ο ελληνικός λαός άφηνε «ἐλεημοσύνην», «κληρονομίαι καὶ ...χαρίσματα» εις την Εκκλησία, όταν την ίδια στιγμή οι «πνευματικοὶ πατέρες» του ελληνικού διαφωτισμού, και συγκεκριμένα ο ίδιος ο «Ἕλλην Βολταἰρ», ένιωθε ιδιαίτερη ικανοποίηση που το χρήμα έμπαινε εις τη μηχανή των δικών τους πεποιθήσεων:

Ο Κοραής «...εγκαινίασε το 1805, με την οικονομική αρωγή των πλουσίων Ηπειρωτών εμπόρων της Ρωσίας, των αδελφών Ζωσιμά, τη μνημειώδη σειρά εκδόσεων κλασσικών κειμένων που έμελε να απαρτίσουν την Ελληνική Βιβλιοθήκη.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 396)

Είναι ανώφελο να καταγραφούν εδώ οι δεκάδες δωρεών, αφιερώσεων και βοηθείας που έλαβαν μερικοί διαφωτιστές από πλουσίους του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού· εξάλλου εκείνοι ήσαν πολλές φορές έμποροι ενώ άλλοτε στόχευαν στην επίκληση αυτών των εμπόρων, ως ισχυρής οικονομικής τάξης που θα αναλάμβανε τα ηνία της πολιτικής αναμόρφωσης, έναντι των όποιων ιλαρών «μπατίρηδων», για τους οποίους ο «Ανώνυμος Έλλην» έριχνε τα δάκρυα του μέσα από τους ατραπούς της «ἐθνικής ευσεβείας»:

α. «...ποιά ήταν η στάση των αστών εμπόρων που θα ’πρεπε να είναι φυσιολογικοί εχθροί της τυραννίας και υπέρμαχοι της ελευθερίας και του Διαφωτισμού;», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)

β. «...ο Κοραής παρουσίαζε ουσιαστικά μια περίπτωση εμπειρικής εφαρμογής της θεωρίας του Montesquieu για τη σχέση εμπορίου και ελευθερίας...»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 390)

Είναι κωμικό παράδοξο πως, ο διαφωτισμός που ήθελε για συνέταιρους του τους εμπόρους, εχθρεύονταν την καταγγελλόμενη ως «εμπορική» συμπεριφορά της Εκκλησίας· κι αυτό συνέβαινε διότι δεν μπορούσε να την συμπεριλάβει εις τους κοινωνικούς του συμμάχους:

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, [...] Πρόσταξε νὰ μένουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν ἀποκαταστῶνται εἶδος ἐμπορίου.», σσ. 123-124

Έτσι, όταν κι έμποροι στην Ελλάδα έστριψαν τις πλάτες στο διαφωτισμό, αφορίστηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους:

«...ποιά ήταν η στάση των αστών εμπόρων που θα ’πρεπε να είναι φυσιολογικοί εχθροί της τυραννίας και υπέρμαχοι της ελευθερίας και του Διαφωτισμού; Ο συγγραφέας διαπίστωνε με θλίψη και αγανάκτηση ότι η στάση των Ελλήνων εμπόρων διέλυε κάθε ψευδαίσθηση ότι η ελευθερία θα μπορούσε να προέλθει με δική τους πρωτοβουλία. Παρά το γεγονός ότι ο ζυγός της τυραννίας βάραινε την Ελλάδα, η μόνη φροντίδα των εμπόρων ήταν οι επιχειρήσεις τους. [Ανώνυμος Συγγραφέας, Ρωσσαγγλογάλος]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)

 

Οι Δωρεές& το θαύμα

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει δε η περίπτωση δωρεών για την επανάσταση:

«Με θαυμασμό ο Κοραής μνημονεύει τις ενάρετες κυρίες του Παρισιού που δώρισαν τα κοσμήματά τους στην Εθνοσυνέλευση, ως συνεισφορά στο έργο της αναμόρφωσης του έθνους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 259)

Στο ανωτέρω παράδειγμα, οι γυναίκες του εξωτερικού, σαν αυτές που ο «Ανώνυμος Έλλην» υβρίζει διαρκώς, αφιερώνουν χρήματα στα κόμματα της πολιτικής επανάστασης του διαφωτισμού· για την «φωτισμένην» αυτή ενέργειά τους, κολακεύονται ως «ενάρετες κυρίες»· όταν αντιθέτως γυναίκες αφιερώνουν χρήματα εις τους σκοπούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τότε χαρακτηρίζονται εμμέσως ως «ἀμαθεῖς» συνομιλήτριες των καλόγηρων:

«Ὁ μεγαλείτερος στοχασμός των [καλογήρων] εἶναι νὰ κρύπτωσι τὴν ἀμάθειάν των, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι πάντοτε νὰ συνομιλῶσι μὲ τὰς γυναῖκας.», σελ. 117

Η οικονομία κινεί οιαδήποτε προσπάθεια επί της γης. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία του Χριστού να μην έχει οικονομικούς πόρους, την ίδια ώρα που οι αντίπαλοί της προσπαθούν με κάθε μέσο να έχουν για να την πολεμούν· αν κανείς θεωρεί «σκοταδισμὸν» την μίσθωση της μετάδοσης του Ευαγγελίου και «φὼς» την χρηματοδότηση των «ἐξορθολογιστῶν» ή των αρνητών του, τότε έχει βαθύτατα μεσάνυχτα, όσο κι αν σκάνδαλα ή μη σκάνδαλα έχουν προκύψει από τη διαχείριση του χρήματος αυτού εις τους κόλπους της εκκλησίας.

Ο  «Ανώνυμος Έλλην», όπως και τόσοι άλλοι νεορθολογιστές ή άθεοι, ισχυρίζονται πως τα έσοδα της εκκλησίας πρέπει να μειώνονται διαρκώς· πότε με φορολογίες, πότε με περικοπές, πότε με υφαρπαγές περιουσίας κ.λ.π. Ενώ προσπαθούν πάντα να πλήξουν την Εκκλησία οικονομικά, χωρίς υποτίθεται να την «εχθρεύονται», ισχυρίζονται να περισταλούν τα θαύματα:

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι, προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου [...]. Ἐμπόδισε τὰ θαύματα, διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν.», σσ. 123-124

 Το να ισχυρίζεται όμως κανείς, πως μια εκκλησία επί της γης μπορεί να ορθοποδήσει, όταν της έχουν απομυζηθεί πάντες οι οικονομικοί πόροι, είναι σαν ισχυρίζεται ότι πιστεύει σε θαύματα, ενώ διαλαλεί πως αυτά πρέπει να εκλείψουν: «Ἐμπόδισε τὰ θαύματα...» αλλά επαύξανε την ορθολογιστική «δεισιδαιμονίαν».

 

Η αμάθεια του λαού

«Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία [...], ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς.», σελ. 112

Αυτή η «ἀμάθεια τοῦ λαοῦ» για την οποία κάνει λόγο ο Διαφωτισμός, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εμπιστοσύνη του λαού προς την Εκκλησία παραφρασμένη με άλλες λέξεις. Κι αυτό γίνεται ξεκάθαρο από τον τρόπο που ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην» διηγείται τους τρόπους που χρησιμοποιεί η Εκκλησία για να «κλέπτει». Διότι η δωρεά γίνεται μόνο προς εκείνους που κάποιος έχει εμπιστοσύνη· και μόνοι εκείνοι που δεν τους έχει γίνονται ή είναι κλέπτες.

Ο κάθε διαφωτιστής θα επιθυμούσε να ’βλεπε τους Έλληνες να απέχουν από την Εκκλησία και να γίνονται πειθήνια όργανα των δικών του διδασκαλιών, οι οποίες πολλές φορές έφταναν στην αθεΐα ή στη «φυσικὴν θρησκείαν ἤ εἰδωλολατρίαν». Τότε και μόνον τότε θα ήτο «φωτισμένοι»... από παχύ και βαθύ σκοτάδι:

«Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν», σελ. 123

Η στενή σχέση λαϊκών και μοναχών είναι ένα φαινόμενο της ημετέρας Ανατολής, σημειωμένο από την εποχή του Βυζαντίου και δεν έχει σχέση με τις μοναστικές μονάδες της Δύσης έναντι των οποίων εστράφη ο Διαφωτισμός, αντιμετωπίζοντάς τες ως τα καταλύματα μιας κοινωνικής τάξης, εκείνης των μοναχών.

 

Οι αφορισμοί του Διαφωτισμού

Ο Διαφωτισμός έριχνε πολλούς και καυτούς αναθεματισμούς, φοβέρες και «κατάρας» εις πάντες, παρά τις όποιες αλαζονικές κι υποκριτικές κατηγορίες του προς την Εκκλησία. Είναι γνωστές ποικίλες διαμάχες μεταξύ διαφωτιστών με απρεπείς όρους. Κι επειδή ήταν «ἀφορισμοὶ» πολλές φορές του ενός υπερήφανου ενάντια εις τον άλλο υπερήφανο, δεν είχαν ουσιαστικό, έστω και διοικητικό αποτέλεσμα επί αλλήλων· επιπροσθέτως, αυτό συνέβαινε κι εξαιτίας του ότι ο διαφωτισμός αφορούσε περισσότερο μια μικρή «φαμίλια» διανοουμένων «Βολταιροφρόνων» παρά την ευρύτερη λαϊκή μάζα. Ο καθένας εξ αυτών, είτε «αφοριζόταν» από τη μία μερίδα, είτε όχι, τραβούσε το δρόμο του.

Οι τρομερές διαμάχες μεταξύ των εντύπων «Λογίου Ἑρμοῦ», διαφωτιστικού, και «Καλλιὸπης», συντηρητικού, είναι γνωστές· στα δύο αυτά έντυπα κοραϊστές και συντηρητικοί αλληλο-αφορίζονταν. Είναι ανώφελο να επεκταθεί κανείς εις το είδος της κατηγορίας που εξαπολύει ο «Ανώνυμος Έλλην» αφ’ υψηλού, όσο αφορά τα πάθη των διαφωτιστών. Διότι αυτοί δεν αφόριζαν ακολουθώντας κάποιον κανόνα· αφόριζαν πολλές φορές με τις δικές τους προσωπικές εμπάθειες και πίστεις. Όλοι οι χώροι της επιστήμης, και ακόμη της ίδιας της λογιοσύνης βρίθουν από αφορισμούς παράλληλα με τους επαίνους.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είναι εξαίρεση στα όσα ελέχθησαν. Οι αναθεματισμοί του -παρακάτω- για τους ξενιτεμένους Έλληνες που δεν επιστρέφουν στην Ελλάδα, για τους εκκλησιαστικούς ούτε λόγος, είναι χαρακτηριστικοί· τις «κατάρας» απεύθυνε προς πάσα κατεύθυνση, για όλους εκείνους που δεν του στέκονταν καλά στο μάτι· τη λέξη δε «κατὰρας», πρέπει να τη ζυγίζει κανείς βαρύτερα από τον αφορισμό, ο οποίος είναι απλή αποκοπή από το σώμα της εκκλησίας· οι κατάρες των Διαφωτιστών, επειδή ακριβώς δεν ήταν αφορισμοί, ήσαν πολύ χειρότερες:

α. «Ἐσεῖς, οὐχί, οὐχί, τέκνα τῆς Ἑλλάδος πλέον μὴν ὀνομάζεσθε, ἀλλὰ τέκνα τῆς κακοηθείας καὶ ἀσωτείας σας. [...] Ὦ ἀληθεῖς ἐχθροὶ καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὀθωμανοὺς τύραννοι τῆς Ἑλλάδος! Ὦ ἐντροπὴ τοῦ γένους μας καὶ θανατηφόρος πληγὴ τῆς πατρίδος!», σελ. 129

β. «Δὲν ἐντρέπεσθε κἂν ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς, ὁποὺ σᾶς ἀκούουν νὰ λέγητε τὰ τοιαῦτα; Ἀλλ᾿ ἂν οἱ ἀλλογενεῖς, ὑστερημένοι ἀπὸ πατρίδος ἔρωτα, δὲν σᾶς καταφρονοῦν, ὄχι ὅμως οἱ ἴδιοι Ἕλληνες τοὺς μιμοῦνται. Αὐτοὶ θέλει σᾶς ἀναθεματίζουν ἀπὸ τὸ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ θέλει σᾶς νομίζουν μὲ κάθε δίκαιον τόσους ἐχθροὺς τῆς πατρίδος.», σελ. 140

γ.«Ἡ ἐλπίδα σας ὅμως εἶναι ματαία. Ἐσεῖς δὲν θέλετε ἀπολαύσει, βέβαια, τὴν πατρίδα σας ἐλευθέραν, καθὼς τώρα δούλην τὴν ἀλησμονήσατε, ἀλλ᾿ ἐξωρισμένοι διὰ παντὸς εἰς βαρβάρους γαίας, δὲν θέλετε ἀναπνεύσει πλέον τὸν ζωηρότατον ἑλληνικὸν ζέφυρα, καὶ τὰ ὀνόματά σας θέλουσι κατασταθῆ λέξεις ἀτιμίας καὶ μίσους εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ στόματα τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων.», σελ. 140

δ. «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι, δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134

ε. «Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν»., σσ. 135-136

Έπειτα ο «Ἀνώνυμος Ἔλλην» είναι εκείνος που διαρκώς «ἀφορίζει» (ἐκβάλει) δια μέσω της «Νομαρχίας» πολλούς Ρωμιούς κι όλους τους εκκλησιαστικούς· ο αναγιγνώσκων το γραπτό του αυτό αντιλαμβάνεται πέρα πάσης αμφιβολίας:

«Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους. Ἐκεῖνοι, τέλος πάντων, ὁποὺ μὲ ἄκραν οὐτιδανότητα ψυχῆς, ἀφοῦ πωλήσουν ἑκουσίως τῷ τυράννῳ καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸ ἔχειν τους καὶ τὴν τιμήν τους, καυχῶνται εἰς τὸ νὰ διαφέρωσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὁποὺ εἶναι ἀκούσιοι σκλάβοι.», σελ. 144

(Πρβλ. «Η ελληνική επανάσταση & ο ορθός λόγος»)

 

Η αντίσταση, ο αφορισμός & ο παραλογισμός

Το ότι «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία» ενοχλεί τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» διότι «κανεὶς δὲν [...] ἀντιστέκεται»  σε «ἀρχιεπισκόπους [και]  ἐπισκόπους». Από την άλλη μεριά ο ίδιος  αφορίζει τον ελληνικό λαό για να μάθει αντιθέτως ν’ «ἀντιστέκεται» εις τον Οθωμανό και στα «ἀρχιερατικὰ σπαθία».

Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική όταν αναλογισθεί κανείς πως οι δηλώσεις του «Ανωνύμου του Έλληνος» ενέχουν έναν παραλογισμό. Κι αυτός είναι το ότι, ενώ αποδέχεται πως  «κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται» παράλληλα υποστηρίζει πως «Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἀφορισμόν, ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς».

Όμως δεν είναι δυνατόν η υπακοή εις τους κανόνες της εκκλησίας να γεννά πάντοτε τους αφορισμούς. Ο αφορισμός συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων μόνο κατόπιν παρακοής ή κάποιας παρεξηγήσεως. Κι όχι μόνον αυτό. Υπάρχει διπλός παραλογισμός εις τα λόγια του «Ἁνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», ίσως ζήλεια και πικρία για την  πίστη των Ρωμιών εις τις διδασκαλίες της Εκκλησίας του Χριστού:

«διαλύουσι τὸν ἀφορισθέντα, δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν τὸ κάμνουσι, παρὰ διὰ νὰ ἠμπορέσωσι νὰ τὸν ξαναφορίσωσι. Ἐπειδὴ τὸν ἀφορισθέντα δὲν δύνανται νὰ τὸν ξαναφορίσωσι, ἂν πρῶτον δὲν τὸν συγχωρήσωσι», σελ. 112

Για να συγχωρεθεί κάποιος, θα πρέπει ο αφορισθείς να ζητήσει, ή εκδηλώσει, από μόνος του μετάνοια και δηλαδή να δηλώσει «ἐλευθέρως» υπακοή εις τις διδασκαλίες της Εκκλησίας. Κι εκεί χολοσκάει η απόλυτη διαφωτιστική επιχειρηματία περί «κλοπὴς» για δεύτερη φορά.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» προσπερνά αδιάφορα τέτοιους συλλογισμούς και παρασέρνει και τον αναγνώστη του ομοίως, γιατί στόχος του είναι το ιεράτευμα κι όχι κάποιος «ὀρθὸς λόγος», επειδή, εκεί όπου υπάρχει μίσος και υποκρισία, δεν μπορεί να υπάρξει καμία ορθή κριτική έναντι του άλλου. :

«Μάλιστα δὲ σύ, ὦ πατριάρχα [...] Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους, νὰ ὑπάγουν νὰ σπουδάξουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὁποὺ ἐξοδεύουσι εἰς τὸ νὰ περιφέρωνται ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, εἰς τὴν μελέτην τῶν σοφῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον.», σσ. 123-124

Αν έπειτα ο ελληνικός λαός εκβιάζεται τόσο εύκολα ως καταγγέλλει ο «Ανώνυμος Έλλην» είναι άξιον απορίας γιατί ο διαφωτισμός δεν είχε την απήχηση που απαιτούσε εις τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, όταν γέμιζε τα βιβλία του,  ως η «Ελληνική Νομαρχία», εκτός από σοφίες και πλουμιστές «ξυλοσοφίες», με τόσες κατάρες και πικρόχολα σχόλια κατά του κλήρου:

«Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

 

Αφορισμοί, λείψανα, αγιασμοί, μνημόσυνα & υποκρισίες

Η παρούσα ενότητα θα θυμίσει στον αναγνώστη εκείνες τις «ξυλοσοφίες» του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τους αφορισμούς, τα λείψανα, τους αγιασμούς και τα μνημόσυνα:

α. Αφορισμοί

Γνωστοί σε κάθε έθνος ή σύγχρονο κράτος. Μέλος κοινότητας που δεν ακολουθεί τους κανόνες εξοβελίζεται, βασανίζεται, σκοτώνεται. Ιδίως τα εθνικά κράτη στέλνουν σε εκτέλεση τους παντοειδούς «προδότας» δια «ἐσχάτην προδοσίαν». Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως δεν εκτελεί, δεν μαστιγώνει, δεν βασανίζει· ως φιλάνθρωπη αφορίζει για να δεχθεί τον αφορισθέντα ξανά αν μετανοήσει. Προδότης εθνικού κράτους εν καιρώ πολέμου δεν δύναται συγχωρήσεως. Η «ἐθνικὴ ἀπιστία» ξεπλένεται με αίμα. Εκατομμύρια νεκρούς είχαν κι έχουν άθεες κρατικές κοινωνικές υποστάσεις· ακόμη κι η Γαλλική Επανάσταση με την τρομοκρατία έστειλε στην γκιλοτίνες χιλιάδες «ἀπίστους» της πολιτείας της.

Ο «Ανώνυμος Έλλην» θα επισημάνει αυτές τις αφοριστικές καταστάσεις στο γραπτό του:

«Τὸ κοινὸν χρέος ὑποχρεοῖ τοὺς ἐλευθέρους ἄνδρας, ἢ νὰ νικήσουν, ἢ νὰ ἀπεθάνουν. Ἀλλοίμονον, ὦ Ἕλληνες, εἰς τοὺς λιποτάκτας καὶ αὐτομόλους! Αὐτοὶ εἰς τοὺς προγόνους μας δὲν ἠμποροῦσαν πλέον νὰ χαροῦν οὐδένα ἀπὸ τὰ νόμιμα δίκαια τῶν συμπολιτῶν, αὐτοὶ ἐμισοῦντο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συμπατριῶτας των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους των γεννήτορας. Οἱ συγγενεῖς των ἐντρέποντο, ὅταν ἤκουον τὰ ὀνόματά των, εἰ μὲν ἦτον ἄγαμοι, κανεὶς δὲν τοὺς ἔδιδε τὴν θυγατέρα του διὰ γυναῖκα, καὶ ἂν ἦτον ὑπανδρευμένοι, ἐβδελύττοντο ἀπὸ τὰς ἰδίας των συζύγους καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια τέκνα των.

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν προκρίνῃ ὁ ἐλεύθερος χίλιας φορὰς καλλιότερα τὸν θάνατον, ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἄτιμον ζωήν, καὶ νὰ φύγῃ; Μήπως τοῦ ἔμνησκεν ἴσως ἐλπίδα νὰ σμικρύνῃ τὴν ἀτιμίαν του, διὰ μέσου τῶν προγόνων του; Ἔ! τὰ τοιαῦτα οὐτιδανὰ μέσα, ὁποὺ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀνθίζουν, ὡς οὐδὲν λογίζονται εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, καὶ ὄχι μόνον ὁ δειλὸς ἐκατάσταινε τὸν ἑαυτόν του τόσον ἄτιμον, ἀλλὰ διεδίδετο τοιαύτη ἀτιμία καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του, εἰς τρόπον, ὁποὺ τὰ τέκνα του τὸν ἀναθεμάτιζον καὶ ἐντρέποντο νὰ κράζωνται υἱοί του, ἕως ὁποὺ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ των, μὲ κανένα ἄξιον ἔργον, ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ ξαναλάβουν τὴν χαμένην των δόξαν καὶ κοινὴν ὑπόληψιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος, παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας», σσ.47-48

Οι αφορισμοί (διαχωρισμοί) είναι αμφίδρομοι:

Κατά Λουκά, Κεφ. Στ΄«22 μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. »

 

Αριστερά: Το σπάσιμο του σπαθιού του Εβραίου Ντρέιφους πριν από την εκτέλεσή του από Γαλλικό στρατιωτικό απόσπασμα. Η συνέχεια της δίκης περί εθνικής προδοσίας ακολουθήθηκε από καταστροφές συναγωγών στην Γαλλία αλλά και επιθέσεις εναντίων Εβραίων. (Πηγή: http://israelvets.com/pictorialhist_nation_reborn.html)

Μέσο: Έλεγχος των κοινωνικών φρονημάτων ενός Γάλλου από μέλη της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας. (Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 75, άρθρο «Σαιν Ζυστ, ο Θεωρητικός της Γαλλικής Τρομοκρατίας (17992-94)», Ξένη Δ. Μπαλωτή, Ιστορικός Πανεπιστημίου Σορβόννης (Paris IV), σελίδα 68)

Δεξιά: Κομμουνιστική προπαγάνδα με τυπικά συνθήματα: «Η θρησκεία είναι το όποιο του λαού. Δεν θα μας σώσει κανένα ανώτερο ον, κανείς Θεός, κανείς Κάιζερ ούτε δικαστήριο». Η κομμουνιστική βία ήταν εντονότερη από αυτή των εθνικοσοσιαλιστών. (Πηγή: Η Άνοδος του Γ΄ Ράιχ, Ιωάννης Κούτουλας, Ιστορικός, Παγκόσμια Ιστορία, τεύχος 7, σελ. 61)

 

β. Λείψανα

Ακόμη κι αν η Εκκλησία δεν είχε λείψανα αγίων, για να «κλέπτει» τους πιστούς, ο καθείς γνωρίζει πως το κράτος διαθέτει νεκροταφεία όπου φορολογεί τάφους λειψάνων. Λείψανα δε ηρώων, φιλοσόφων, επιστημόνων, φυλάσσονται με έξοδα των κρατών, δηλαδή με έξοδα των φορολογουμένων, δίχως κανένα αντίκρισμα, π.χ. «ἀγιασμοῦ». Το κράτος δεν «κλέπτει» ζητώντας μια κάποια «ἐλεημοσύνην» που στηρίζεται εις την ελεύθερη βούληση του άλλου, αλλά φορολογεί και απαιτεί το χρήμα.

 

Αριστερά: Η «βαλσαμωμένη» μούμια του υλιστή φιλόσοφου Jeremy Bentham, άγγλου διαφωτιστή. Παρά τις όποιες προσπάθειές του για συσσώρευση υλικών αγαθών προς επίτευξη ευτυχίας απεβίωσε και αυτός, εγκαταλείποντας τον «μάταιο» τούτο κόσμο άνευ ουδενός υλικού αγαθού εις συνοδεία του. «Ευαισθησίες» νεοπαγανιστών και νεο-διαφωτιστών κατά Ορθοδόξων λειψάνων προσπερνούν αδιάφορα τέτοια φαινόμενα υλιστικής μουμιοποίησης και εξαναγκασμένης «ιεροποίησης» προσώπων-ατόμων. Αν τα ορθόδοξα λείψανα είναι «πηγή εσόδων» για την Εκκλησία, τότε όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα του κόσμου είναι ομοίως  απλή «πηγή εσόδων» για όλους εκείνους που τα διαχειρίζονται (Πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Image:Jbentham.600px.jpg)

Δεξιά: Η μούμια του Λένιν. Αντί οι κομμουνιστές να προσκυνούν τα άφθαρτα λείψανα των αγίων του ζώντος Θεού,  κατασκεύασαν δικούς τους ταριχευμένους «άγιους» ως πολιτικοί παγανιστές και λάτρευαν τους κτιστούς πολιτικούς τους. Με αυτό τον τρόπο οι λεγόμενοι άθεοι «θρησκεύουν» και πιστεύουν σε φυσικά πρόσωπα. (Πηγή Φώτο: http://nowscape.com/star_city/Lenin.html)

 

γ. Αγιασμοί

Κοσμικές ιεροτελεστίες «αγιασμών» διαπιστώνονται σε όλες τις κρατικές εξουσίες, ακόμη και σε άθεα κράτη. Τα κοψίματα «κορδελών» εγκαινίων, η κατανάλωση επετειακών πιτών γεγονότων άνευ πνευματικής αξίας, οι κοσμικές ιεροτελεστίες της αφίξεως της πρωτοχρονιάς, οι «φλόγες» των Ολυμπιακών, οι ιεροτελεστίες των πλουσιοτάτων Μασονικών Στοών του διαφωτισμού, και γενικά όλες οι εκδηλώσεις χαράς και λύπης ενέχουν ευχές (πρβλ. θρησκευτικοί «ἀγιασμοὶ») της κοινωνίας, που εκδηλώνονται κατόπιν κερδών εκ της φορολογίας. Και μπορεί πολλές από αυτές τις εκδηλώσεις να είναι  ασύμβατες με την θεολογία, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Κι αν υπάρχουν αυτές οι εκδηλώσεις, δεν υπάρχει κανένα λογικό θεμέλιο εις τον κόσμο που να μπορεί να αποτρέπει τους Ορθοδόξους αγιασμούς εις το όνομα της Αγίας Τριάδος για χάρη κάποιων αντιχριστιανών μοιρολατρών.

Πιθανώς, για την νόηση του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», ακόμη κι οι λαϊκοί τραγουδιστές των καλάντων θα μπορούσαν θεωρούνται, ομοίως με τους κληρικούς, ως «ἀναιδέστατοι ἄνδρες» όπου έψαλλαν τα κάλαντα για να  «κλέψωσιν», όπως άλλωστε τόσοι κοσμικοί βάρδοι:

«Βγαλμένα από την αγροτική ζωή είναι και τα παρακάτω κάλαντα της νήσου Λήμνου, που ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός - Καθηγητής Γεώργιος Α. Μέγας περιέλαβε στο σπουδαίο έργο του "Ἑλληνικαὶ ἐορταὶ καὶ ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας":

[...]

Βάλε τ’ ἀφέντη μ’, βάλε τὸ τὸ χέρι σου στὴ τζέπη.

Ἂν εὕρεις γρόσα δῶ μας τά, φλουριὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι·

βάλε καὶ τὸ γλυκὸ κρασί, νὰ πιοῦν τὰ παλικάρια."», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 248)

 

δ. Μνημόσυνα

 Ι. «Αὐτοὶ οἱ ἀναιδέστατοι ἄνδρες, εὐθὺς ὁποὺ ἔλθουν εἰς τὴν ἀρχιεπισκοπήν των, ὑποχρεώνουν ὅλους τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς τὰ ὀσπίτιά των, διὰ νὰ τοὺς ψάλωσι τὸν ἁγιασμόν, καὶ οὕτως λαμβάνουσι τὴν πληρωμὴν ἀπὸ πενήντα ἕως δέκα γρόσια τὸ ὀλιγότερον. Τὰ δὲ μνημόσυνα συνίστανται εἰς τὸ νὰ λειτουργοῦν διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ ὁποίου ξεθάπτουν τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ εὐλογοῦν.», σελ. 113

ΙΙ. «Μετὰ τὸν ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα. »

Ο Διαφωτισμός υπόσχονταν οπωσδήποτε μια κάποια κρατική λειτουργία, αφού ήταν πολιτικό κίνημα. Μέσα εις την πολιτεία που φαντάζονταν ο «Ανώνυμος Έλλην» υπήρχαν αναθεματισμοί για τους «προδότας», και ποιος αμφιβάλει ότι υπάρχουν ακόμη και σήμερα, ενώ υπόσχονταν και μεταθανάτια «μνημόσυνα» για τους ήρωες της:

«Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.», σελ. 26

Ο Διαφωτισμός υπόσχονταν την «ἀθανασία τοῦ ὀνόματος» του νεκρού:

«καλότυχε, λέγει, σύ, ὦ υἱέ μου, ὁποὺ τόσον τιμίως ἀπέθανες. Τὸ ὄνομά σου ἐγράφη εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀθανασίας», σελ. 37

Δεν μπορούσε, ούτε μπορεί να υποσχεθεί την «ἀθανασία τῆς ψυχῆς» ούτε την «ἀνάσταση τοῦ σώματος» που υποσχέθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, γι αυτό και δεν εκπλήσσει η φυγή του «Ανωνύμου του Έλληνος» έμπροσθεν του θανάτου.

 

Ο αφορισμός του «Κοσμά» (Μπαλάνου)

Ο «Ανώνυμος Έλλην» για να καταπολεμήσει αφορισμούς, πέρα από «επικερδείς», διέδωσε πως:

«Ὁ νῦν [ἐπίσκοπος] Ἰωαννίνων ἔλαβε τὴν αὐθάδειαν νὰ ἀφορίσῃ τὸν ἐνάρετον καὶ φιλόσοφον κὺρ Κοσμᾶ, διὰ νὰ μὴν ἠμπόρεσε νὰ τὸν καταπείσῃ εἰς τὰς κακάς του θελήσεις», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 114)

Ο μόνος «ἐνάρετος καὶ φιλόσοφος κὺρ Κοσμᾶς» της εποχής εκείνης εις τον οποίο θα μπορούσε να αναφέρεται είναι ο «ὁ σοφώτατος λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου»:

«Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ, ὁ σοφώτατος λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου...», σελ. 99

Δυστυχώς για τον συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» ο Κοσμάς Μπαλάνου δεν αφορίστηκε, ούτε ήταν πνευματικός αντίπαλος της Εκκλησίας·  ήτο «συντηρητικός» (βλ. Παράρτημα). Ίσως ο συγγραφέας να έχει μπερδέψει τις ειδήσεις και να παραβλέπει πως το μόνο πρόβλημα στη Μπαλαναία σχολή ήταν οι διδασκαλίες του Αθανασίου Ψαλλίδα.

Αναρωτιέται κανείς αν «Ὁ νῦν [ἐπίσκοπος] Ἰωαννίνων ἔλαβε τὴν αὐθάδειαν... νὰ ἀφορίσῃ» κάποιους ή αντιθέτως ήταν εξαρχής ο ακραίος Διαφωτισμός που αφόριζε πάντες τους εκκλησιαστικούς συλλήβδην, αποσκοπώντας εις την άνοδο μιας νέας κοινωνικής τάξης, με όσα οικονομικά συμφέροντα συνεπάγονταν αυτό για τους «πνευματικοὺς» της κόλπους.

 

Δεξιά: Πορτραίτο του Κοσμά Μπαλάνου στο εξώφυλλο του έργου του «Ἔκθεσις συνοπτικὴ ἀριθμητικῆς ἀλγέβρας καὶ χρονολογίας», Βιέννη, 1798. [Το περίγραμμα αναγράφει «ΚΟΣΜΑΣ ΙΕΡΕΥΣ ΜΠΑΛΑΝΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ & ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ» & η πινακίδα, «Δέρκεον ὄν Μπαλάνος σοφὸς ὑιέα γείνατο Κοσμᾶν, ἀρχιπρεσβύτερος τὸν μέγαν Οἰκονόμον αψ45 »]

Πηγή: http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/0/05/Balanos_Kosmas.JPG

 

Ο αφορισμός της Εκκλησίας

Μετά τον αφορισμό του Χριστόφορου Παμπλέκη και του συγγράμματος του, για τις αντιχριστιανικές του πεποιθήσεις, ακολούθησε απόδοση τιμών σε αυτόν εκ μέρων Ελλήνων φοιτητών της Λειψίας· εκεί φάνηκε ότι: 

«...ο Διαφωτισμός δεν μπορούσε να εξορκιστεί με εκκλησιαστικά επιτίμια, διωγμούς και προσωπικούς λίβελλους. Τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να κάμψει τον ενθουσιασμό των οπαδών της νέας φιλοσοφίας και τη δύναμη των πεποιθήσεών τους, οι οποίες τους οδηγούσαν σε τόσο δραματικές πράξεις αμφισβήτησης της παραδοσιακής αυθεντίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 372)

Για τους διαφωτιστές, η αποκοπή (αφορισμός) από το σώμα της Εκκλησίας, ήταν κάτι που εκλαμβάνονταν με «ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ» ως κάποιου είδους «ἐξορκισμὸς» ή «ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας».

Στην ουσία ο αφορισμός ήταν μια προειδοποίηση της Εκκλησίας για την τραγική πνευματική πορεία κάποιου, όχι για την πολιτική του θέση (Δημοκρατία/Μοναρχία ή Ελευθερία/Δουλεία) κι ασφαλώς όχι ένα μήνυμα εχθρότητας. Είχε σκοπό συνετισμού της κοινωνίας κι όσον ενδιαφέρονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους, εφόσον διακατέχονταν από πνεύμα συγχωρήσεως, παρότι ο «Ανώνυμος Έλλην» αρέσκεται να το σατιρίζει:

«Καὶ ἂν πολλάκις μ᾿ ἕτερον κατεβατὸν μ᾿ εὐχάς, εὐλογίας καὶ συγχώρησιν, διαλύουσι τὸν ἀφορισθέντα, δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν τὸ κάμνουσι, παρὰ διὰ νὰ ἠμπορέσωσι νὰ τὸν ξαναφορίσωσι. Ἐπειδὴ τὸν ἀφορισθέντα δὲν δύνανται νὰ τὸν ξαναφορίσωσι, ἂν πρῶτον δὲν τὸν συγχωρήσωσι.»,  σελ. 112

Ήταν μια προεικόνιση της αποκοπής από τη Βασιλεία του Θεού· πράγμα πολύ τραγικό παρά «τον ενθουσιασμό των οπαδών της νέας φιλοσοφίας»:

α. Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιγ΄ «49 οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος. ἐξελεύσονται οἱ ἄγγελοι καὶ ἀφοριοῦσι τοὺς πονηροὺς ἐκ μέσου τῶν δικαίων».

β. Κατά Ματθαίον, Κεφ. Κε΄ «31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετʼ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπʼ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. »

Ο «ἀφορισμὸς» ως διαχωρισμός (1) είναι κάτι που συμβαίνει αμφίδρομα:

1. Κατά Λουκά, Κεφ. Στ΄«22 μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.»

2. Β΄ Κορινθίους, Κεφ. Στ΄ «16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. 17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, 18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ

Ο Χριστόφορος Παμπλέκης είχε ήδη αφορίσει την εκκλησία, και τον εαυτό του μένοντας εκτός του πληρώματος αυτής, με το αντιχριστιανικό του, πριν η εκκλησία τον αφορίσει με τη σειρά της. Για το Χριστιανικό Ευαγγέλιο η εχθρότητα προς το πρόσωπο του Χριστού είναι αυτεξούσιο χώρισμα (αφορισμός) από το πλήρωμα της Εκκλησίας:

Α΄ Κορινθίους, Κεφ. Ιβ΄ «3 διὸ γνωρίζω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς ἐν Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν λέγει ἀνάθεμα Ἰησοῦν, καὶ οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.»

Α΄ Κορινθίους, Κεφ. Ιστ΄ «22 εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα»

 

Πρβλ. απάτη «Οι κλέφτες & Οι κλέφτες»

Πρβλ. απάτη  «Δύο αίτια»

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

 

Σημειώσεις

1. Προς Γαλάτας, Κεφ. α΄ «15 Ὅτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ».

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Κοσμάς Μπαλάνος: Υιός του Μπαλάνου Βασιλόπουλου, ον θανόντα το 1760 διεδέχθη εν τη διευθύνσει της εν Ιωαννίνης Μπαλαναίας σχολής. Γεννηθείς το 1731 εν Ιωαννίνοις, εμαθήτευσε παρά τω πατρί, ον και εβοήθει εν τω διδακτικώ του έργω κατά τα τελευταία του έτη. Γενόμενος μέγας οικονόμος Ιωαννίνων διηύθυνε την σχολήν επί 47 ολόκληρα έτη (1760-1807), φημισθείς και αυτός, ως ο πατήρ του, δι την σοφίαν του και την διδακτικήν του ικανότητα, αναδειχθείς «εἷς τῶν καλυτέρων καὶ φιλομαθεστέρων λογίων τοῦ ἡμετέρου ἔθνους» και εις άκρον τιμώμενος υπό των μαθητών του, ων πολλοί διέπρεψαν βραδύτερον ως διδάσκαλοι του γένους. Άγαν συντηριτικός, ως και ο πατήρ του, διεφέρετο προς τον από του 1797 προϊστάμενον της Καπλανείου σχολής Αθανάσιον Ψαλλίδαν, τον οποίον οι της Μπαλαναίας σχολής εθεώρουν ως βολταιριστήν και ελευθερόφρονα. Ο Κοσμάς έγραψε και μαθηματικόν σύγγραμμα υπό τον τίτλον «Ἔκθεσις συνοπτικὴ ἀριθμητικῆς ἀλγέβρας καὶ χρονολογίας» (Βιέννη 1798, σελ. 374 εις 8ον), όπερ αφιέρωσε τοις αδελφοίς Ζωσιμά και έγραψε κυρίως χάριν των μαθητών του. Εν χειρογράφω σώζεται και ιστορικόν της Ηπείρου, κατά παράδοσιν Κοσμά Μπαλάνου. Υπό του Κρεμμύδα («Περὶ Ἔλληνικῆς γλώσσης») διεσώθησαν και τινες επιστολαί του. Ο Κοσμά εκύρηττε συχνάκις και από του άμβωνος, ερμηνεύων τας Γραφάς.

Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιζ΄, σσ. 476-477

 

 

Η ΗΘΙΚΗ & Η ΗΘΙΚΗ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 157)

 

 «Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 157)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Οι παραπάνω έπαινοι του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» προς τον Καραγεώργη της Σερβίας, μπορούν να αποδείξουν ακόμη μια φορά την Μακιαβελική κι αντικληρική στάση του πρώτου. Με τον μακιαβελισμό εννοείται η ηθική, «ὁ σκοπὸς ἀγιάζει τὰ μέσα», όπου στην προκειμένη περίπτωση με στόχο την εξέγερση κατά ενός πολιτικού τυράννου,  δύναται να παραβλεφθεί οιοδήποτε ηθικό παράπτωμα των συμμετεχόντων εις την εξέγερση, ενώ ελέγχονται εκείνοι που δεν εξεγείρονται δια πάσα ηθική συμπεριφορά, μετά πάσης κακίας, υπερβολής & υποκρισίας:

«Στην περιγραφή της ιστορικής φθοράς ο Ανώνυμος ακολουθούσε περισσότερο τον Machiavelli παρά τον Αριστοτέλη. Ο αμφιλεγόμενος Φλωρεντινός φυσικά δεν αναφέρεται ποτέ ονομαστικά από τον Ανώνυμο τον Έλληνα, ο οποίος έχει απορροφήσει τη μακιαβελική επιρροή έμμεσα, από τους Ιταλούς επιγόνους του Machiavelli του δέκατου όγδοου αιώνα, ανάμεσα στους οποίους έζησε και τα ίχνη των οποίων είναι προφανή στη σκέψη του. [βλ. Elizabeth Rawson, The Sparta Tradition in European Thought, Οξφόρδη 1969, σσ. 301-305. Ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας είχε δεχθεί την άμεση επίδραση του Alfieri, από το έργο του οποίου Della Tyrannide υπάρχουν παραθέματα στη σελ. 157]. Η περιγραφή της ηθικής και κοινωνικής αποσάθρωσης του αρίστου πολιτεύματος στην Ελληνική Νομαρχία παραπέμπει στην ανατομία της κοινωνικής διαφθοράς στις Διατριβές στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου, και πιο συγκεκριμένα στις Φλωρεντινές Ιστορίες [Πρβλ. Machiavelli, The Discourses, Βιβλίο Ι, κεφ. 16-18 & J.G.A. Pocock, The Machiavellian Moment, Princeton 1975, σσ. 204-211]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 349)

 

Οι αντικληρικές κατηγορίες

Πριν οδηγηθεί κανείς εις απόδειξη των αστοχιών του «Ανωνύμου του Έλληνος» προς το Ορθόδοξο ιερατείο, οφείλει συντόμως να περάσει ταχέως από τις ποίκιλλες κατηγορίες του πρώτου έναντι του τελευταίου. Αυτές εν ολίγοις είναι:

α. προδοτική συνεργασία με τον τύραννο, π.χ.: «Δὲν εἶναι κρυφόν, ἀλλ᾿ ὅλοι τὸ ἠξεύρουν, ὅτι εἰς τὰ Ἰωάννινα οἱ πνευματικοὶ ἀναφέρουσι κάθε ὑπόθεσιν, ὁποὺ ἀκούουσιν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὸν ἀρχιερέα, καὶ αὐτὸς εὐθὺς κάμνει ἕνα κατάλογον μὲ προσθήκην καὶ τὸν προσφέρει τοῦ τυράννου, εἰς τρόπον ὁποὺ ἡ ἐξομολόγησις, τὴν σήμερον, εἶναι ἓν μέσον προδοσίας.», σελ. 118 [πρβ. απάτη «Μη λαλείς επ’ ἀμβωνος»]

β. «κλοπή» του ελληνικού λαού, π.χ.: «Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα χρήματα [τῆς ἐλεημοσύνης], διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ μοναστήριά των», σελ. 117 [πρβλ. απάτη «οι Κλέφτες & οι κλέφτες»]

γ. ανηθικότητα & πάθη (γαστριμαργία, πορνεία, αργία, φιλαργυρία κ.α.), π.χ.

Ι. «Ὁ νῦν ἀρχιερεὺς τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης, χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν», σελ. 100

ΙΙ. «Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, ὁποὺ μὲ τὸ νὰ τοῦ ἐκλέφθησαν μερικὰ χρήματα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν του.». σελ. 100.

ΙΙΙ. «Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ...», σελ. 119 [πρβλ. απάτη «Οι μαυροφορεμένοι είναι αργοί»]

δ. η διατήρηση της τυραννίας, π.χ. «Ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἀρκετῶς ἀπεδείχθη, πόσον τὸ σημερινὸν ἑλληνικὸν ἱερατεῖον ἐμποδίζει καὶ κρύπτει τὴν ὁδὸν τῆς ἐλευθερώσεως τῶν Ἑλλήνων, καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ πρώτη καὶ μεγαλειτέρα αἰτία, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας.», σελ. 127

Οι ικανότητες του Διαφωτισμού είναι απίστευτες. Οι ιερείς κατηγορούνται ακόμη για:

ε. ανορθογραφία

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. [...] Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν...», σελ. 115

στ. πτώχεια, [πρβλ. απάτη «Φτώχεια & φτώχεια»]

ζ. κακή ανάγνωση [πρβλ. απάτη «η αμάθεια & η αμάθεια»]

 

Η «συγχώρεση τῶν ἀνομημάτων»

Ο λογισμός που ξεσκεπάζει τις κρυψίνοες πεποιθήσεις τον «πράκτορα τοῦ Ναπολέοντος», ως προς τους διαρκείς κι εξωφρενικούς ελέγχους για την ηθική που εκπέμπουν οι «μαυροφορεμένοι», έρχεται μέσα από τις δικές του υποσχέσεις περί «ἐπιγείου & ἐπουρανίου παραδείσου»:

«Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, διὰ νὰ δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ. Μὴν νομίσετε, πρὸς τούτοις, ὡς τέλος, ἀλλ᾿ ὡς ἀρχὴν τοῦ σκοποῦ μου τὸ παρὸν βιβλιάριον.

Ἐσεῖς δέ, ὦ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, ὁποὺ καὶ τὸ πολύτιμον φόρεμα τῆς διδασκαλίας ἔχετε, καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τοὺς νέους διδάσκετε, μὴν ἀμελήσητε καὶ διὰ φωνῆς, καὶ διὰ γραμμάτων, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐσεῖς ἔχετε διὰ τοιοῦτον τέλος τὰ ἀναγκαιότερα μέσα, τὴν ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν σοφίαν. Γράψατε καὶ πλατύτερα καὶ σαφέστερα τὴν ἀλήθειαν ἀπ᾿ ὅ,τι ἐγὼ ἔκαμα, καὶ μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἡ πατρίς μας θέλει δοξάσει τὰ ὀνόματά σας, καὶ οἱ Ἕλληνες δὲν θέλει φανῶσιν ἀγνώμονες εἰς τὰς χάριτάς σας.», σσ. 126-127

Ο «Ανώνυμος Έλλην», ενώ εις όλο το μήκος του γραπτού του εξίσταται για την ηθική συμπεριφορά αρχιμανδριτών, επισκόπων, αρχιεπισκόπων & πατριαρχών, δείχνει πρόθυμος να ξεχάσει κάθε  ανόμημα τους, αρκεί εκείνοι ν’ αρχίζουν να ομιλούν για επανάσταση· έτσι παρ’ όλες τις αμαρτίες του κλήρου, ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» απευθυνόμενος εις τα μέλη του, διδάσκει αυτά ευθέως πως, θα «δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ», ωσάν να ήταν κάποιος θρησκευτικός «προφήτης τοῦ Ἱσλὰμ».

Τοιουτοτρόπως, δια το σκοπό της υποστηρίξεως μιας επαναστάσεως, ενός δηλαδή πολιτικού γεγονότος, παύει κάθε κατηγορία μοιχείας, κλοπής, φιλαργυρίας, πορνείας, γαστριμαργίας και εν τέλει οιαδήποτε άλλης πράξης στο χώρο της ανηθικότητας και δίνονται υποσχέσεις αναλήψεως εις τον «παράδεισον τοῦ Μωάμεθ», όπου «δόξα, πιλάφια, ἀχαλίνωτος ἔρως», κοσμικές κι επουράνιες ανταμείψεις φαντάζουν ορατές. Εις αντίθετη περίπτωση η κόλαση διαφαίνεται στον ορίζοντα:

α. «Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», σελ. 123

β. «ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν», σελ. 122

 

Η παράβλεψη των παραπτωμάτων & η χειραγώγηση του ράσου

Εις ενίσχυση της άνωθι θεωρήσεως, δηλαδή πως ο ηθικός έλεγχος του Ορθοδόξου Ιερατείου είναι υπερβολές πολιτικών σκοπιμοτήτων ή μια καλοστημένη αντικληρική παγίδα, έρχονται δύο τινά:

α.  αν ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν υπόσχονταν μια όποια ανταμοιβή προς τον κλήρο, ωσάν ο ίδιος να είναι ο «Ἀνώτατος Κριτὴς» που δύναται να αποδίδει Μωαμεθανικές υποσχέσεις σωτηρίας «ἐν τῷ οὐρανῷ», βασιζόμενος άγνωστο σε ποιο θρησκευτικό σύστημα, τότε θα φάνταζε ολότελα αδικαιολόγητος στα μάτια του αναγνώστη. Αποδίδοντας μία ύστατη ελπίδα κοσμικής «παρηγορίας», λογαριάζει να «λυτρώσει μεταφυσικὰ» τους «προδότας» εις τα μάτια του μελετητή, για να μην κατηγορηθεί ο ίδιος ως «ἀνεύσπλαγχνος κυνηγὸς κληρικῶν» κι άρα ως ένας ακόμη απλός αντιχριστιανός· προς τούτο φροντίζει τις ηθικές κατηγορίες του, να τις να συνοδεύσει με πολιτικές - «εθνικές»:

«Ναί, πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, ὁποὺ τὸ ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης φέρετε, μὴν [...] καταδέχεσθε πλέον νὰ σᾶς κράζουν προδότας καὶ λαοπλάνους.», σσ. 125-126

Η «φραντσέζικη πολιτικὴ σαλάτα» ηθικής, δήθεν διδασκαλίας, γίνεται πρόδηλη, όπου κι αν κοιτάξει κανείς τα διαφωτιστικά κείμενα και τους μελετητές τους:

«Ένα άλλο δείγμα της κατάστασης των πνευμάτων ήταν ο λόγος ενός ιεροκήρυκα [στην επαναστατημένη Γαλλία που περιγράφει ο Κοραής], ο οποίος εδίδασκε "ἐπ’ ἄμβωνος ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ περὶ ἐλευθερίας". Ερμηνεύοντας τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου "ὑμεῖς γὰρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε", ο επαναστάτης ιεροκήρυκας υποστήριζε ότι οι "σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦν ἦσαν ἀριστοκράται (καλόγηροι δηλονότι καὶ εὐγενεῖς)..." και τούτο διότι ο Ιησούς υπερασπίζετο το τρίτον τάγματα και εδίδασκε την αδελφικήν ισότητα», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 259)

Αν λοιπόν οι «καλόγηροι» λογίζονταν ως «ἀριστοκράται» και ως «σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦν», δεν τους έμενε παρά να «ἐξιλεωθοῦν πολιτικῶς» έναντι των «Ἀγίων Πατέρων αὐτῶν» διαφωτιστών με τους πολιτικούς τους επαναστατικούς λόγους ή να μετατραπούν σε διαφωτιστές οι ίδιοι:

«Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ, ὁ σοφώτατος λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου, ὁ ὁσιώτατος καὶ ἐλλογιμώτατος διδάσκαλος εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας ἱερεύς...», σελ. 99

Τόσο ο «Κοσμᾶς Μπαλάνου» όσο κι ο «εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας» θεωρούνται διαφωτιστές από τον «Ανώνυμο Έλληναν»· ο πρώτος δεν ήταν, αλλά προφανώς πρόκειται περί λάθους  του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» που θεωρεί ότι αυτός αφορίστηκε από τον Επίσκοπο Ιωαννίνων:

«Ὁ νῦν Ἰωαννίνων ἔλαβε τὴν αὐθάδειαν νὰ ἀφορίσῃ τὸν ἐνάρετον καὶ φιλόσοφον κὺρ Κοσμᾶ, διὰ νὰ μὴν ἠμπόρεσε νὰ τὸν καταπείσῃ εἰς τὰς κακάς του θελήσεις.», σελ. 114,   [Πρβλ. απάτη «Οι αφορισμοί & οι αφορισμοί»]

Μια ακόμη εξιλέωση προς τον «παράδεισον», που συνδυάζεται ανεπιτυχώς με ηθικές κατηγορίες υπερβολών και «κολάσεως», υπάρχει εις την περίπτωση της ιεράς εξομολογήσεως. Εκεί, ενώ η εξομολόγηση είχε καταδικασθεί ως κέντρο πολιτικής προδοσίας, καθαγιάζεται μόνο με την επιτέλεση μίας πολιτικής, ή εθνικής, παλιγγενεσίας:

α. «...ἡ ἐξομολόγησις, τὴν σήμερον, εἶναι ἓν μέσον προδοσίας.», σελ. 118

β. «Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς», σελ. 122

Ο ψευδής συναισθηματισμός του συγγραφέως, ο οποίος «μετὰ δακρύων» ανησυχεί για τους πτωχούς συμπατριώτες του, χρησιμοποιείται ομοίως για να πατρονάρει τους ορθοδόξους κληρικούς, των οποίων την ισχύ επί του ποιμνίου γνωρίζει πάρα πολύ καλά:

α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν», σελ. 123

β. «Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Προστρέχοντας λοιπόν στην κατασκευή «ἡθικῶν παραπτωμάτων» με εξόφθαλμες και ελεγχόμενες υπερβολές, θέλει να λειτουργήσει αυτές με ρητορική δεινότητα ως μοχλό πίεσης, για να κατορθώσει την επιτέλεση της ιδικής του πολιτικής σκοπιμότητας· δηλαδή τη συμμετοχή του ιερατείου στο δικό του πολιτικό σχέδιο

«Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της», σελ. 126

 Κατ’ αυτόν τον τρόπο η σπίλωση του ιερατείου επιβεβαίωνε το Μακιαβελικό νόμο της «ἡθικῆς» που ακολουθούσε ο «Ανώνυμος Έλλην»:

α. «ὁ σκοπὸς ἀγιάζει τὰ μέσα»

β. «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100)

Αν ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν εξέφραζε τις όποιες ηθικές κατηγορίες προς κολασμό των κληρικών, δεν θα μπορούσε ποτέ να υποσχεθεί τον πολιτικό τρόπο της της εξιλέωσης των, με ανταμοιβή σε κάποια Ηλύσια Πεδία. Κι αυτό ήταν το πρόβλημα της ηθικής του διδασκαλίας· η ανάμειξη της ηθικής κολάσεως με αμαρτήματα περί της Χριστιανικής ζωής, που δεν οδηγούν «ἐν τῷ οὐρανῷ», με τον αγώνα για  παράδεισο «ἐπὶ τῆς γῆς».

 

Η περίπτωση του Πατριάρχη

Την ίδια τακτική κατασκευής ηθικών κατηγοριών ως προσπάθεια χειραγώγησης του ιερατείου, μπορεί να δει κανείς ξεκάθαρα εις την περίπτωση των πολυπληθών κι εμπαθών  καταγγελιών κατά του [εκάστοτε] Οικουμενικού Πατριάρχου· τότε, ανάμεσα στα άλλα, χλευάζοντας τον τίτλο της οικουμενικότητας, έλεγε ο «Ανώνυμος Έλλην»:

«Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας τὰς γυναῖκας, ἤτοι τὰς καλογραίας, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων. Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ ἱερατεῖον, ὁποὺ σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ καὶ ἀποστρέφεται, θέλει σέβεται καὶ ἐπαινεῖται. Τότε, θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ εὐτυχία καὶ ἡ παρηγορία τῶν πιστῶν, ὄχι δὲ ἡ μάστιξ καὶ ἡ λύπη. Καὶ τότε τέλος πάντων - ὁποὺ εἶναι τὸ ἀναγκαιότερον - ἡ τυραννία θέλει ἀδυνατίσει, καὶ πολλὰ εὐκολώτερα θέλει λάμψει εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ εὐαγὲς ἄστρον τῆς ἐλευθερίας.», σελ. 125

Ακόμη και μια κατηγορία ερωτικού ελέγχου κι ηθικής, παρέα με άλλες, συνυφαινόταν με την επίτευξη ενός πολιτικού σκοπού, την πτώση του τυράννου, ή του βασιλέα, και τον ερχομό της ελευθερίας (βλ. γαλλική επανάσταση). Η μείξη πολιτικών στόχων δια μέσω θρησκευτικού/ηθικού  ελέγχου είναι εμφανής και στα κάτωθι λόγια του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας»

«Ἂς μὴν μὲ νομίσουν ἀνευλαβῆ, ἂν ἀκούσωσι νὰ καταφρονῶ τὴν σημερινὴν καλογερικήν των σύστησιν καὶ διαγωγήν, ἀλλ᾿ ὡς ζηλωταὶ τῆς ἐπανορθώσεως καὶ δόξης τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, νὰ στοχασθῶσι, ἂν εἶναι εὔκολον, νὰ ξαναλάβῃ τὸ γένος μας τὴν ἐλευθερίαν του, ἐν ὅσῳ σώζεται ὁ οἰκιακὸς ἐχθρός της, ἡ ἀμάθεια, λέγω, ἡ δεισιδαιμονία καὶ ἡ κατάχρησις τῆς θρησκείας, ἢ ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις, καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.», σελ. 99

Η αναμόχλευση των εκκλησιαστικών νόμων προς επίτευξη πολιτικής επιτυχίας είναι ξεκάθαρη· προφανώς αυτή ήταν επηρεασμένη από τις δυτικές φιλοσοφίες της εποχής για τη Ρώμη και το θρήσκευμά της, που είχαν εμποτίσει κι άλλους διαφωτιστές εκείνης της «προοδευτικῆς»,  επηρεασμένης από πολιτικές - «κομματικές» επιδιώξεις, εποχής:

«Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών, εγγύηση όχι μόνο καλής και σταθερής διακυβέρνησης αλλά και πολιτικού μεγαλείου, οι συγγραφείς συμπεριέλαβαν την πολιτική θρησκεία της αρχαίας Ρώμης. Το σύστημα της δημόσιας θρησκευτικής πρακτικής, της συλλογικής λατρείας και των κοινών μεταφυσικών δοξασιών είχε διδάξει τους αρχαίους Ρωμαίους να θεωρούν την πόλη τους και τη δόξα της ως προϊόν των ατομικών τους επιδιώξεων, γέννημα των προσπαθειών τους, των θυσιών και της πολιτικής τους αρετής. Φτάνοντας να θεωρούν τους εαυτούς τους πατέρες της πόλης τους, οι Ρωμαίοι είχαν διαποτισθεί με τέτοιο πατριωτικό ζήλο, που μόνο με θρησκευτική έξαρση θα μπορούσε να συγκριθεί. Οι συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις, τις οποίες η Ρώμη διεξήγε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, κρατούσαν αυτόν το ζήλο αμείωτο. Αυτός ακριβώς δημιούργησε το μεγαλείο της Ρώμης [Γεωγραφία Νεωτερική, σσ. 393-394].

Εγκόσμια επιτεύγματα τέτοιου μεγέθους μπορούσαν να δικαιώσουν τις πρωτογενείς εκφράσεις θρησκευτικής πίστης και δεισιδαιμονίας, από τις οποίες πήγαζε ο ρωμαϊκός πατριωτικός ζήλος. Έδειχναν εξάλλου τις δυνατότητες που είχε η θρησκεία ως συνεκτικό κοινωνικό πνεύμα από τη στιγμή που θα ελευθερωνόταν από τη μάστιγα της απάτης και της διαφθοράς του κλήρου.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 144)

 

Η περίπτωση του Καραγιώργη

Παρότι ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», πνιγμένος εις την δική του «οἴησιν», κατηγορούσε τους πάντες για «ἀμάθειαν», ενδέχεται, όπως δε γνώριζε πλειάδα ιστορικών συμβάντων της εποχής του, ομοίως να μη γνώριζε και τα κατωτέρω για τον Σέρβο Καραγεώργη, γεγονός προκλητικό αν αναλογισθεί κανείς πως σήμερα (2011) γίνεται χρήση του πρώτου από αντιχριστιανικούς κύκλους για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, όταν τα μέσα επιμορφώσεως είναι τραγικώς αυξημένα σε σχέση με τη δική του «φωτεινὴν» πλην «σκοτεινὴν» εποχή.

Ο εν λόγω συγγραφέας, στο βιβλιάριό του περιγράφει τον Σέρβο Καραγεώργη με όρους εξυψωτικούς ως: «παράδειγμα ... ἀξιοθαύμαστον [...] ὁ θαυμαστὸς στρατηγός [...] ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος»· σημειωτέον πως με τον ίδιο όρο εξυμνεί τον Ρήγα Φεραίο και τον Πλούταρχο: «ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως [...] ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ [...] ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος». Χαρακτηρίζει τον Καραγεώργιο έτσι, ίσως γιατί δε γνώριζε τα πάντα για τη ζωή του. Αν αντιθέτως γνώριζε, τότε τίποτα άλλο περισσότερο δεν έκανε παρά να προσθέτει εις τον εαυτό του ακόμη μία υποκρισία, σαν τις τόσες που βρίσκονται κάτωθι (ως Ι.ΙΙ. & ΙΙΙ). Κι αυτές οι υποκρισίες, πρόδηλες του χαρακτήρα του ή του σκοπού του έργου του, εξασφαλίζουν στον μελετητή την εξαγωγή εκείνου του συμπερασμού όπου, ακόμη κι αν γνώριζε, πάλι το δρόμο της τεχνητής υποκριτικής άγνοιας θα είχε ακολουθήσει.

Αποσπάσματα του βίου αυτού του Σέρβου κρατήθηκαν τελευταία εις υποστήριξη των όσων ελέχθησαν μέχρι τούδε:

«Καραγεώργης (ο και Τσερνογιώργη σλαυϊστί καλούμενος) Ο περίφημος κνιέζος (αρχηγός) των Σέρβων κατά την μεγάλη των επανάστασιν μεταξύ των ετών 1804 και 1813, την πνιγείσαν εις το αίμα από τον Χουρσήτ πασάν, τον κατόπιν νικητή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Γεννηθείς το 1766 εκ πτωχού τινός χωρικού, έδειξεν εξ απαλών ονύχων την υπεροχήν, ήτις τον ήγαγεν εις τα ύπατα αξιώματα και μάλιστα εις την δημιουργίαν βασιλικής δυναστείας, της των μετά ταύτα βασιλέων της Σερβίας Καραγεώργεβιτs. Το 1777, μόλις ενδεκαετής, εξηναγκάσθη ν’ ακολουθήσει την συμμορίαν Τούρκου αποστάτου, του Φαζλή - αγά παλαιού γενιτσάρου, όστις ελεηλάτει τα χωρία, φονεύων αδιακρίτως Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Κατόπιν μετανοήσας ο Καραγεώργης απεχωρίσθη του Φαζλή και εγκατασταθείς εις την Κροατίαν ενυμφεύθη ωραίαν χωρικήν. Πελώριος το σώμα, αγριωπός την όψιν, ακατάλληλος δια τον ήσυχον βίον, προεκάλεσε μετ’ ου πολύ διάφορα επεισόδια, τα αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε να φονεύση επίσημον τινα Τούρκον. Καταδιωκόμενος εκρύβη εις το μοναστήριον του Κρούσσεβατς, εκεί δε υπηρετήσας ως δασοφύλαξ επί δύο ολόκληρα έτη διέφυγε την σύλληψιν. [...] Μετά τη συνθήκην του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, επέστρεψεν εις την Σερβίαν [...]ε, σχηματίσας σώμα Χαϊντούτων (είδους Σλαύων κλεφτών), επανήρχισε τον ληστρικόν βίον των πρώτων ετών του. Εφόνευσε δε τόσους Τούρκους κατά τα τέλη του ΙΗ΄ και τας αρχάς του ΙΟ΄ αιώνος, ώστε το όνομά τον κατέστη μυθικόν, τότε δε επωνομάσθη παρά μεν των Τούρκων «Καρᾶ-Γεώργης», παρά δε των Σλαύων «Τσερνο-Γιώργι», όπερ είναι το ίδιον.» (Πηγή: Κορομηλάς, Γ.Δ., Δημοσιογράφος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Ιγ΄, σελ. 788)

Στην περίπτωση λοιπόν του Καραγεώργη, αλλά και των κατωτέρω αριθμημένων (Ι. ΙΙ. & ΙΙΙ), η συγχώρεση ή η απόκρυψη «ἀπασῶν τῶν ἡθικῶν ἀνομημάτων» για χάρη μιας επανάστασης, ακόμη και πολιτικής, γίνεται προφανής. Συγκεκριμένα «ὁ θαυμαστὸς στρατηγός [...] ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος» που ήταν παραδεισένιο πολιτικό «παράδειγμα [σαφώς] ἀξιοθαύμαστον»], συγχωρούνταν προκλητικά για την ηθική κόλαση επί της γης καθώς «ελεηλάτει τα χωρία, φονεύων αδιακρίτως Χριστιανούς και Μουσουλμάνους», την ίδια ώρα που συνέβαινε:

Ι. συγχώρεση της δράσης των κλεπτών/αρματολών/πειρατών με παράλληλη καταδίκη εφευρεμένων «κλοπῶν» του ιερατείου

ΙΙ. απόκρυψη της ένοπλης συνεργασίας και δράσης των αρματολών, με ψευδείς γενικόλογες κατηγορίες συνεργασίας μετά των τυράννων επί των κληρικών (εξομολόγηση)

ΙΙΙ. συγχώρεση των σουλιωτών για τις λεηλασίες επί των 70 χωριών των Παρασουλιωτών, με παράλληλη καταδίκη για «ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας».

Αν λοιπόν στις πιο παραπάνω ενότητες, η ηθική κόλαση ήταν ο «γαλλικὸς λεβιὲς» για την προώθηση των κληρικών υπέρ του υποσχόμενου πολιτικού επί της γης παραδείσου που είχε αποφασίσει ο Διαφωτισμός, εδώ αντιστρόφως, ο πολιτικός επί της γης «παράδεισος» του σέρβου Καραγεώργη και των λοιπών, ως βίαιη κοινωνική επανάσταση, «καθαγίαζε» το ηθικό της κολαστήριο.

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» είχε σημειώσει άλλωστε: «ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας». Μία από αυτές τις τόσες «θυσίες», ήταν κι η απόκρυψη «ἀπασῶν τῶν ἡθικῶν ἀνομημάτων» για χάρη μιας επανάστασης, όπου τόσο αδίκως και ψευδώς εκβιάζονταν χρονικά κατά της «ἔνστολης Ἐκκλησίας»:

«Ναί, σεβάσμιοι πατέρες [...] Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της», σελ. 126

Γιατί στα αλήθεια ο Διαφωτισμός ζητούσε «ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της» Ελλάδος κι όχι λ.χ. από τους ένοπλους αρματολούς και κλέφτες; στρατός ήταν η Εκκλησία ή υποχείριο της κάθε πολιτικής άποψης;

Συνεχίζοντας ο κορμός των σκέψεων του «Ανωνύμου του Έλληνος» διατύπωνε:

«Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

Μια αυστηρότητα που, εις την περίπτωση του Καραγεώργη, των ληστών της Ελλάδας, των πειρατών και των αρματολών, είχε εξανεμιστεί μπρος εις τους τροχούς της επιθυμούμενης πολιτικής ανακατάταξης.

Πρβλ. ενότητα «Το μεγαλύτερο ατόπημα του Ανωνύμου του Έλληνος».

 

Η ελληνική επανάσταση & οι κοινωνικές τάξεις της Γαλλίας

Στην «Ελληνική Νομαρχία» η πολιτική καταδίκη κοινωνικών στρωμάτων της ρωμαίικης κοινωνίας είναι απόλυτη, δίχως στεγανά: «θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα»:

«Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί.», σελ. 144

Καίτοι ο συγγραφέας της ελέγχει «αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους» ποιώντας «ἡθικὴν» τάχα αποστολή, εξετάζοντας ακόμη και γεγονότα άνευ ουσιώδης σημασίας [π.χ. την ορθογραφία  («μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν», σελ.115) ή την ανάγνωση) εξυμνεί, δίχως περιστολή ή «ἡθικὴν σκιὰν», τους «κλέφτας» οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλή κινητικότητα με τους «ἀρματολοὺς»· περνούσαν δηλαδή ο εις, στις τάξεις του άλλου κι αντιστρόφως.

Ο απόλυτος λοιπόν αυτός «ἡθικὸς» διαχωρισμός κοινωνικών τάξεων, ως τις παρουσιάζει ο «Ανώνυμος Έλλην», σε «προδότες» και «πατριῶτες», κι ακόμη χειρότερα σε «ἡθικῶς» μεμπτούς ή όχι, δεν υφίσταται στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης στο βαθμό εις τον οποίο ο πρώτος έχει αντιγράψει από τη Δύση για τις κοινωνικές της τάξεις. Κληρικοί, μοναχοί, επίσκοποι, αρχιερείς και προεστοί θα βρεθούν στη θέση του επαναστάτη και «κλέφτες», πειρατές, «ἀρματολοὶ» ή κι ο απλός λαός, ακόμη κι οι Σουλιώτες ή οι Μανιάτες, εκ των πραγμάτων θα αναγκαστούν να σκύψουν το κεφάλι ή θα ακολουθήσουν το προσωπικό συμφέρον, ακόμη και το καθαρά εγωιστικό, ενάντια εις εκείνο το «πατριωτικὸν» προδίδοντας, λεηλατώντας, σκοτώνοντας και κλέβοντας συμπατριώτες τους. [πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»]. Για τους μη συμμετέχοντες απλούς λαϊκούς εις την επανάσταση, ούτε λόγος να γίνεται. Αριθμητικά ήταν πολύ περισσότεροι από τους αστράτευτους εν γένει κληρικούς ή μοναχούς. Κι όμως ο «πέλεκυς» του πολιτικού στιγματισμού θα βαρύνει μόνο τους τελευταίους.

Η προπαγάνδα η οποία επιζητά κάποιες «κλάσεις» να είναι «παντοτινοὶ πατριῶτες» κι άλλες να είναι «παντοτινοὶ προδότες» περί το 1821, αλλά και επί άλλων παγκοσμίων πολεμικών συγκρούσεων,  διαχωρίζοντας «ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα» βρίσκεται τις περισσότερες φορές μόνο εις την πολιτική ρητορική και τον φανατισμό, σαν αυτή του «Ανωνύμου του Έλληνος» η οποία αν δεν εξυπηρετεί συγκεκριμένη «κλάσιν», πιθανώς εκείνη των εμπόρων η οποία στη δύση προσδοκούσε να αντικαταστήσει στα κέρδη την «κλάσιν» των ευγενών και των εκεί κληρικών, τότε πρόκειται περί ατυχούςς αντιγραφής της δυτικής κοινωνικής κριτικής επί της εν κατοχή τελούσης ελληνικής πραγματικότητας κι αυτό δείχνει προχειρότητα και «νεοφωτισμὸν». (Πρβλ. Α.Σ. 14)

Αυτή η ατυχής αντιγραφή της δυτικής κοινωνικής κριτικής κατά «κλάσεις» ενορχηστρώνεται με υπερβολές, σύμφωνα με τις οποίες οι Έλληνες κληρικοί εισέρχονται εις την «ἱεροσύνην» επειδή «ἀναξίως» μισθώνουν κάποιον επίσκοπο:

«Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον [ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος] κρίνει ἄξιον, ἕνα χωριάτην, τῆς ἱερωσύνης, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Πρῶτον τοῦ ζητεῖ ἑκατόν, ἢ περισσότερα, ἢ ὀλιγότερα γρόσια, καὶ τὰ λαμβάνει, ἔπειτα τὸν ρωτᾶ, ἂν ἠξεύρῃ γράμματα, ἤτοι νὰ γράψῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ, ὕστερον τοῦ φέρει τὸ Ψαλτήριον, καὶ αὐτὸς ἀναγινώσκει ἓν κατεβατόν, καὶ εὐθὺς τὸν κάμνει ἱερέα. Ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ἱερέων εἶναι ἄκρα, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς οἱ περισσότεροι κατὰ συμβεβηκὸς ἀποκαθίστανται ἀρχιμανδρῖται, ἔπειτα δὲ κερδίζοντας, ἀγοράζουν ἐπισκοπάς, καὶ ἐξακολούθως γίνονται ἀρχιεπίσκοποι καὶ ὄχι ὀλίγας φορὰς πατριάρχαι. Ὅθεν, ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἐκκλησίας κατάγονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα, καὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀμαθέστατοι.», σελ. 115

Αυτή η καταγωγή «ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα» στην ουσία άλλο δεν δείχνει, πως στην Ελλάδα και στον Ορθόδοξο χώρο οι κληρικοί δεν ήταν μια κάποια κοινωνική «κλάσις» ή «κάστα» αλλά ότι υπήρχε στενότατη σχέση κλήρου και λαού:

«Η Εκκλησία στην τουρκοκρατία πορευόταν, ενεργούσε και αγωνιζόταν ως ένα διάτμητο σώμα. Ο κλήρος δε χωρίστηκε πότε από το λαό. Άλλωστε, στη γλώσσα της Ορθοδοξίας "λαὸς" δε σημαίνει τους λαϊκούς, αλλά όλο το σώμα, κληρικούς και λαϊκούς, το "Λαὸ τοῦ Κυρίου". Ενώ στη Δύση, με τη φραγκική κατάκτηση, ο κλήρος έγινε κοινωνική τάξη, στην Ανατολή ο κλήρος και λαός αντιμετώπισαν ενωμένοι τις συμφορές, που ανελέητα κτυπούσαν το Γένος. Και ενώ ο Πατριάρχης και οι μητροπολίτες, ως ανώτατοι υπάλληλοι του Κράτους, όφειλαν-τυπικά τουλάχιστον -να δείχνουν απόλυτη νομιμοφροσύνη, ο απλός εφημέριος, ο παπάς, δεν έχασε ποτέ την επαφή του με το ποίμνιο. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ποτέ κάποιο χάσμα ανάμεσα στο λαό και τον παπά του»,  (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 106)

Με άλλα λόγια δεν θα μπορούσε να στελεχωθεί καμία αντιμετώπιση ως «κλάσις» του Ορθοδόξου κλήρου, ως για παράδειγμα στελεχώνονταν για την κληρονομικότητα των «εὐγενῶν»

«Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων εὐγενῶν; [...] Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των.», σελ 63

Η κληρονομιά τίτλων, ή κοινωνικών αξιωμάτων, απομάκρυνε τους ανθρώπους και τους χώριζε. Το ιερατείο, όπως επίσης κι οι μοναχοί στην Ελλάδα, είχαν την αμέριστη συμπαράσταση του λαού, ένεκα της ταπεινής - λαϊκής τους καταγωγής («ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα») πράγμα που συνέβαινε και στο Βυζάντιο· προς τούτο μερικοί αυτοκράτορες για πολιτικούς στόχους προσπάθησαν να διασπάσουν αυτή τη συμπαράσταση καταστρέφοντας μοναστήρια, πράγμα που ζητά ομοίως κι ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» ακριβώς για να πετύχει στην δική του πολιτική βλέψη.  Ο «Ανώνυμος Έλλην» παραδέχεται αυτή τη συνεργασία λαού - κλήρου και την ανυπαρξία «κλάσις», χωρίς ίσως και να το καταλαβαίνει:

«Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν», σελ. 123

Όμως, σε ποιούς «ἀδελφοὺς» του μιλούσε ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» , αν οι κληρικοί και λαϊκοί προέρχονταν «ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα», δηλαδή τον ελληνικό λαό, που αυτός χλεύαζε; (πρβλ. απάτη «Η Φτώχεια & η Φτώχεια»)

 

«Ο "Έλληνας Βολταίρος", υπέρμαχος της αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές οικονομικές μονάδες», «νωθροί πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας». Συνεπής με αυτές τις θέσεις, ο Κοραής ήταν υπέρ της δήμευσης των μεγάλων κτημάτων των μοναστηριών - ωστόσο, δεν διαμαρτυρήθηκε όταν αυτά δεν δόθηκαν σε ακτήμονες αγρότες, αλλά σε μεγαλοαστούς κεφαλαιούχους...» (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

 Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833). (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

Λέγει ο «Ανώνυμος Έλλην»: «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100

Όταν το «ἱερὸν τάγμα» (;) μετατρέπεται σε «κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς» κι όχι της «θρησκευτικῆς», τότε ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως ο στόχος του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν ήταν η «ηθική» των κληρικών, παρότι περιστρέφονταν ανεπιτυχώς γύρω κι από χριστιανικά ζητήματα «ἠθικῆς», όπως λ.χ. η νηστεία· στόχος του ήταν οι πολιτικές θέσεις των ιερέων οι οποίες δε συμφωνούσαν πάντα με εκείνες των διαφωτιστών· ούτως ή άλλως δε θα μπορούσαν ποτέ να συμφωνήσουν σύσσωμα με κάποιο πολιτικό κόμμα στον παρόντα ή μέλλοντα αιώνα, παρόλες τις προσπάθειες πολιτικών χώρων και δημοσιογράφων προς τούτο.

 

 

Προς τι ο διαχωρισμός σε «κλάσεις»;

Ο πολιτικός φανατισμός των «κλάσεων» που «μετεκενώθηκε» στην Ανατολή από τη Δύση, μέσα από τα «φωτισμένα πνεύματα» των διαφωτιστών, στηρίζεται στην με όλα τα μέσα «διανοουμενίστικην» κατηγορία της απέναντι «κλάσεως», όπως αυτή εβρίσκεται με ένα «τυφέκιον ἀνὰ χεῖρας» πυροβολώντας κατά παντός εχθρού «εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις», μη αναλογιζόμενη ποτέ βάση της «Λογικῆς», που οι φιλο-διαφωτιστές παρατάσσουν στο ανόητο οπλοστάσιό τους, την εύνοια των ιστορικών συνθηκών, τα υπέρ και τα κατά, τις πιθανότητες επιβίωσης ή επιτυχίας και κυρίως την βαρύτητα και την προτεραιότητα των ατομικών αποφάσεων για την επιβίωση πέρα των συλλογικών της «κλάσεως»  κ.λ.π.

Ακριβώς εκείνοι που με τόσο στόμφο προτάσσουν τα «ἐγχειρίδια τῆ Λογικῆς» απέναντι εις την «χριστιανικὴν πίστην» για τα χρόνια του διαφωτισμού και της επανάστασης, θα φανερωθούν πολλές φορές με ένα εξόχως παράλογο φανατισμό, υποτίθεται, «πατριωτικὸν συναίσθημα», ως κύρια κατηγορία, που ξεπερνά και τους πιο «παράλογους φανατικούς μουσουλμάνους καμικάζι αὐτόχειρες», εφόσον θέλοντας να αμαυρώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, κάθε μη συμμετοχή σε μια σύρραξη ή πολιτική αντιπαράθεση από κάποιο στέλεχος μιας «κλάσεως» βαπτίζεται ως «προδοσία» όλης της «κλάσεως», ακόμη κι αν οι μαθηματικές στατιστικές επιβίωσης ή επιτυχίας μιας πολεμικής προσπάθειας είναι με το μέρος των κατηγορουμένων ή όχι. Προς τούτο οι φανατικοί πολιτικοί προτάσσουν τα παραδείγματα των Θερμοπυλών, δηλαδή το παράδειγμα εκείνο εις το οποίο δεν επέζησε κανείς:

«Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.», σελ. 29

Το ψέμα βέβαια αυτού του παραδείγματος για την δημιουργία δικανικής κατηγορίας έναντι μιας κάποιας «κλάσεως» ως προδοτικής, όποτε αυτή δεν αποφασίσει να «θυσιάσει εαὐτὴν» για τους πολιτικούς στόχους της «τάξεως» των κατηγόρων, έγκειται στο ότι οι παρουσιαζόμενοι «300», που δεν ήσαν «300» αν δεν παραβλέψει κανείς του Πλαταιείς που έπεσαν ομοίως ως άλλη περιθωριοποιημένη «κλάσις», ήταν ελάχιστον κλάσμα μιας Σπάρτης με πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη κι ανθρώπινο δυναμικό.

Άλλο δε παράδειγμα «πατριωτικοῦ ἤ πολιτικοῦ φανατισμοῦ» για την εκτόξευση κατηγοριών ενάντια σε «κλάσεις» είναι αυτό που παρουσιάζει  χαρακτηριστικά ο «Ανώνυμος Έλλην»:

«Εὑρισκόμενος ἕνας στρατιώτης, λέγει ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος, εἰς τὴν μάχην, καὶ ἀφοῦ ἐνίκησαν τὸν ἐχθρόν, ἔτρεξεν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πλοιάριον εἰς ἕνα ποταμόν, ὅπου ἤθελε νὰ διέλθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀντικειμένων, καὶ φθάνοντάς το τὸ ἥρπασε μὲ τὴν δεξιάν του χεῖρα, διὰ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ συμπολῖται του, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ πλοῖον τοῦ τὴν ἐσύντριψαν, αὐτὸς δὲ παραχρῆμα ἐκτείνει τὴν ἀριστερὰν καὶ ἔπαθε τὸ ἴδιον. Τότε, ὡς λέων, ὥρμησε μὲ τοὺς ὀδόντας νὰ τὸ ἁρπάσῃ, καὶ εὐθὺς τὸν ἀποκεφάλισαν. Ὤ! πόσον, πόσον ζῆλον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐμφυτεύσει εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνου τοῦ ἥρωος! Καὶ πόσον ἀπέδειξεν ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτήν!», σελ. 59

Για τη διανόηση του ακραίου και σημερινού «πολιτικοῦ διαφωτισμοῦ», ή άλλων «μερακλήδων πατριωτῶν» της «ὁρθογωνίου παραλληλογράμου καρέκλας, ἤ καναπὲ, γαλλιστὶ», η έμπρακτη ευγνωμοσύνη προς την πατρίδα «ἀποδεικνύεται» βάση «ἐπιθέσεων αὐτοκτονίας», ή άλλως «αὐτοχειρίας» ολάκερων «κοινωνικῶν κλάσεων», για την οποία οι ίδιοι οι διαφωτιστές διανοούμενοι δεν φημίζονται ως «κλάσις». Εντούτοις, καίτοι εμφανίζονται αυτοί οι τελευταίοι ως διδάσκαλοι της τυφλής επιθέσεως «καμικάζι», όπου βεβαίως άλλοι είναι εκείνοι που εκτελούν τις επιταγές της «κλάσεως τῆς λογιοσύνης», παραλλήλως επιθυμούν να εμφανίζονται ως ερευνητές της «Λογικῆς» και της «ἐπιστήμης» απέναντι στους ιδεολογικούς τους αντιπάλους:

«Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη»», σελ. 111

Όμως τι σχέση έχει η λέξη «ἐπιστήμη» με τους «ἡθικοὺς», τάχα, ελέγχους και την «πολεμικὴν αὐτοκτονίαν» (βλ. επανάσταση όπως και να ’χει);

Τί σχέση μπορεί να έχει η καταγγελία «κοινωνικῶν κλάσεων» στην Ελλάδα από τον διαφωτισμό,  με το «μετὰ θάνατον .... ἐγκεχαραγμένον ... ὄνομά» μιας ατομικότητας;

«Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα, μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον μνήμην.

Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.», σελ. 26

Η πολιτικοποιημένη σκέψη του «Ανωνύμου του Έλληνος» και της «Ελληνικής Νομαρχίας» εφαρμόζεται ως διαμοιρασμός της υποδουλωμένης Ελλάδας σε «κλάσεις». Κι εκεί ασφαλώς έγκειται η σημερινή χρήση της «Ελληνικής Νομαρχίας» από κομματικά στελέχη, τα οποία όντας ίσως και άθεα, δεν απασχολούνται από θεολογία, αλλά καθαρά από εκκοσμικευμένα κριτήρια κοινωνικών «κλάσεων»:

α. «Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν [...] Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του, μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ [...] ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος», σσ. 66-67

β. «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100

γ. «Οἱ ἱερεῖς, [...] Ὅσα ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰπῇ τινὰς δι᾿ αὐτὴν τὴν κλάσιν, ἡ συντομία τοῦ παρόντος μου λόγου μοῦ τὰ ἐμποδίζει. Καὶ μόνον ἀφήνω νὰ στοχασθῇ καθείς, ὅτι τόσον πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν λοιπῶν, πόσον μεγαλείτερον εἶναι, ἀπ᾿ ὅλα τὰ βάρη μιᾶς ὑποδουλωμένης πολιτείας, καὶ πόσον βοηθεῖ τὴν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, οὖσαι καὶ αἱ δύο δυνάμεις ἰδεαστικαὶ καὶ ἀνύπαρκτοι.»

δ. «Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας...»

ε. «Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν κλάσιν τῶν πραγματευτῶν, [...] περὶ τῶν ταξιδευόντων περαιτέρω ρηθήσεται. Ἀλλὰ τί ἠμπορῶ νὰ εἰπῶ δι᾿ αὐτούς, χωρὶς νὰ ξαναειπῶ τὰ ἴδια προλεχθέντα διὰ τοὺς τεχνίτας;»

στ. «Δὲν μένει τώρα ἄλλη κλάσις, εἰμὴ τῶν ταξιδιώτων...»

Είναι αναντίρρητο πως εις την Επανάσταση του 1821 οι ιερείς κι οι μοναχοί έλαβαν μέρος.  Το να κατηγορούνται αυτοί με ποικίλα κατηγορητήρια για παραπτώματα ηθικής, με σκοπό να αμαυρωθούν πολιτικά όλοι τους ως αντι-επαναστάτες ή «κλέφτες», είναι ότι πιο γελοίο και διαστροφικό γέννησε η αρρωστημένη αντιεκκλησιαστική διανόηση του Διαφωτισμού κι ο πολιτικός φανατισμός στην Ελλάδα.

 

Το παραμύθι του «ἡθικοῦ» (β. πολιτικού) ελέγχου

Θα επαναληφτούν στον αναγνώστη, από άλλες ενότητες, δύο παραδείγματα της συμπεριφοράς του «Ανωνύμου του Έλληνος», που σαφώς αποδεικνύουν ότι η κριτική του δεν είναι υγιής, αλλά παρασύρεται από το αντικληρικαλιστικό πνεύμα του Διαφωτισμού.

Ο άνωθι συγγραφέας παραδέχθηκε πως η υγεία των Ελλήνων της υπαίθρου είναι εξαιρετική:

«Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των [Ἑλλήνων] καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον. Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος. Τὸ σέβας των πρὸς τοὺς γέροντας καὶ ἡ ἀγάπη των διὰ τὴν δόξαν εἶναι ὁμοῖαι μὲ τῶν Σπαρτιάτων. Εἶναι λίαν εὔστροφοι, ἀγαποῦσι καταπολλὰ νὰ ἐπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ὑπόθεσιν, καὶ εἶναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρὰ δειλοί. Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος», σσ 153-154

Αυτό συμβαίνει όταν αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά κακοπερνούν, «νηστεύοντας» με το «ζόρι»:

α. «Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες [...] σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.», σελ. 86

β. «Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια ζῶα.», σελ. 87

Χωρίς να τρώνε διόλου καλά αυτοί οι άνθρωποι, εμφανίζονται κολακευτικά, ή πραγματικά, υγιέστατοι. Η υγεία τους λοιπόν λειτουργεί ως έπαινος, αφού βρίσκονται σε  «μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον»· και ποιος μπορεί να αμφιβάλλει ότι πράγματι λειτουργεί έτσι;

Την ίδια ώρα, η υγεία των μοναχών χρησιμοποιείται, όχι ως έπαινος, αλλά ως ψόγος, κι «ερμηνεύεται» με την «πολυφαγία»:

«Οἱ τοιοῦτοι [100.000 μοναχοὶ], ὄντες ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε στοχασμὸν καὶ φροντίδα, χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν καὶ τρώγοσι διὰ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδας.», σελ. 118

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα αντικληρικαλισμού που πρέπει να πείθει και τον πλέον κακόπιστο.

Την δε αμάθεια των καλόγηρων, ο «Ανώνυμος Έλλην» προθυμοποιείται να την ελέγξει «αὐστηρῶς»:

«ἀποφασίζω νὰ λέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

Παρά τον όποιον εξαγγελλόμενο του διαφωτισμού «πόλεμον κατὰ τῆς διαφθορὰς» και της «ἀμαθείας», όχι μόνο αρματολοί δεν ελέγχονται ηθικά, αλλά κι όποια «ἀμάθεια» σε άλλα στρώματα του λαού γίνεται αντικείμενο αξιοπερίεργης συγκαταβατικότητας, αρκεί αυτή να συμβάλει εις τον επιθυμητό πολιτικό σκοπό:

α. «Ἴδατε ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162

β. «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς», σελ. 37

γ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς [τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.», σελ. 157

Από την άλλη δε μεριά, επειδή η «ἀμάθεια» των καλόγηρων δεν συνέβαλλε εις τους πολιτικούς στόχους του Διαφωτισμού, ελέγχοντας «αὐστηρῶς».

 

Η πολιτική επανάσταση, ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής & οι κλεφταρματολοί

Το ότι ο Διαφωτισμός στην Ελλάδα γέννησε τον αντικληρικαλισμό, και χάριν αυτού τον «ἡθικὸν» έλεγχο των κληρικών, ως παιδί της δυτικής σκέψης και πολιτικής αλλαγής, είναι ορατό μέσα από την επαναστατική ματιά του Ρήγα Φεραίου ή Βελεστινλή, η οποία είναι καθαρώς πολιτική και ουδεμία σχέση έχει με κάποιαν «ἐθνικὴν ἐπανάστασιν», με τον τρόπο που την εννοούν σήμερα τα μυαλά των «μερακλήδων πατριωτῶν ἤ ἀντιχριστιανῶν», που δεν έχουν εννοήσει πλήρως τι εστί διαφωτισμός και νομίζουν εσφαλμένα πως από τη μια μεριά βρίσκονται κάποιοι «πατριῶτες» κι από την άλλη κάποιοι «προδότες» ή ακόμη χειρότερα από τη μια μεριά κάποιοι «δημοκράτες» κι από την άλλη κάποιοι «βασιλόφρονες».

Για τον πολιτικό επαναπροσδιορισμό της κοινωνίας του Ρήγα Βελεστινλή και των κλεφταρματολών, η αλλαγή περνούσε μέσα από την συνεργασία με τον Τούρκο ή Οθωμανό Αλή Πασά, επειδή αυτός ο τελευταίος ήταν επαναστάτης ενάντια στον «Αὐθέντην Σουλτάνον», δηλαδή ενάντια σε έναν πολιτικό «τύραννον» κι όχι κατ’ ανάγκη επειδή αυτός ήταν «ἀλλογενὴς», δηλαδή Τούρκος ή Οθωμανός:

«Το συμβούλιο των Ελλήνων κλεφταρματολών στο Καρπενήσι είναι ιστορικό γεγονός της εποχής. Πρωταγωνιστικό ρόλο για τη σύγκληση του συμβουλίου από τη μεριά των καπεταναίων διαδραματίζει ο Δημήτριος Παλαιόπουλος, πρώην αρματολός και ήδη προεστός του Καρπενησίου. Πρόκειται για μια σημαντική προσωπικότητα, με αξιόλογη παιδεία και μεγάλο κύρος ανάμεσα στους κλεφταρματολούς της εποχής. Ήταν γιος του θρυλικού και τραγουδημένου αρματολού Ιωάννη Παλαιόπουλου του ΙΗ΄ αιώνα. Ο Pouqueville γράφει σχετικά: «Ὁ Δημήτριος Παλαιόπουλος ἐν Καρπενησίω γεννηθείς, ἐκ τίνος τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι διέμενον ἀνάστατοι ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος αὐτῶν, συνεδέθη διὰ φιλίας μετὰ τοῦ Νούτζου Μάκρη-Μήτσου ὅτε ὁ πράκτωρ οὗτος τοῦ Ἁλῆ ἀπεστάλη παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἵνα διαμείψη λόγους εἰρήνης μετὰ τῶν πολεμικῶν στιφῶν ἅτινα ἦσαν διεσκορπισμένα ἀνὰ τὴν σειρὰν τοῦ Πίνδου καὶ τοῦ ὅρους τῆς Οἴτης». Ο Δημήτριος Παλαιόπουλος αλληλογραφούσε με τον Μέγα Ναπολέοντα, καθώς και με τον Ρήγα Φεραίο. Ήταν άνθρωπος με πολλές γνωριμίες και υψηλές διασυνδέσεις και είχε αναλάβει ως μεσολαβητής για την προώθηση της συνδιαλλαγής ανάμεσα στον Αλή πασά και τους κλεφταρματολούς. Η ενέργεια του αυτή εναρμονιζόταν με τις πολιτικές επιδιώξεις του Ρήγα, που επίσης αλληλογραφούσε με τους Αλβανούς Άγο Μουχουρντάρη, στρατηγό του Αλή, και Μουχουρντάρ-Πότσα. Ας σημειωθεί πως ο Άγος Μουχουρντάρης ήταν μεταξύ των προσώπων του Αλή, που έλαβαν μέρος στο συμβούλιο του Καρπενησίου. Το συμβούλιο των κλεφταρματολών στο Καρπενήσι συνήλθε, κατά τον Fauriel, για να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο σχέδιο, που είχαν «μελετήσει καὶ κανονίσει ἀπὸ συμφώνου» ο Δημήτριος Παλαιόπουλος και ο Θύμιος Βλαχάβας: "Ὁ Παλαιοπουλος διεκρίνετο διὰ τὸν ἡρωικὸν τοῦ πατριωτισμὸν καὶ ἦτο προικισμένος μὲ κάθε εἶδος ταλέντου, μὲ ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα να ἀντιμετωπίζη κάθε ζήτημα, καὶ μὲ μίαν ψυχικὴν δύναμιν εἰς τάς δοκιμασίας τῶν κινδύνων, τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν δυστυχιῶν. Τὸ σχέδιον τῶν ἦτο ἁπλοῦν καὶ ἴσως τὸ φρονιμώτερον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δεν διενοοῦντο να ἐπιχειρήσουν μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν, οὔτε πάλιν να ἐπιτύχουν διὰ μιᾶς καὶ ἀποτόμως τὴν ἀνεξαρτησίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἐπρόκειτο μόνον να ἀνατρέψουν τὸν Ἁλῆ πασὰν καὶ να ἐγκαταστήσουν μίαν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν εἰς τάς ἐπαρχίας τῆς κυριαρχίας των, περιμένοντες καταλληλοτέρας εὐκαιρίας διὰ να ἐπιτύχουν περισσότερα».  Οι προθέσεις ή τα σχέδια αυτά περιέρχονται σε γνώση του Αλή πασά, πού διαθέτει άριστο δίκτυο πληροφοριών. Γι’ αυτό και ο Παλαιόπουλος συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για δυο χρόνια στα Γιάννενα. Όταν κατορθώνει και δραπετεύει από τις φυλακές, κατεστραμμένος πλέον οικονομικά, αποδημεί στην Κωνσταντινούπολη, οπού ζητάει άσυλο στη γαλλική πρεσβεία. Τελικά, με τη μεσολάβηση διακεκριμένων συμπατριωτών του στην Πόλη, καταλήγει στη Μολδαβία ως Φιλικός αγωνιστής στο πλευρό του Αθανασίου Καρπενησιώτη].», (Πηγή: Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)

Παρότι κι ο «Ἀλῆ πασὰς» τελικά θα ανατρέπονταν, ο οραματισμός του Ρήγα Βελενστινλή, δεν είναι αυτό που αντιλαμβάνονται πολύ σήμερα για την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Βουλγαρία κ.ο.κ. Στον οραματισμό του Ρήγα υπήρχε θέση για κάθε έθνος και θρήσκευμα· αυτό δείχνει πως τελικός στόχος ήταν ο «Σουλτάνος» ως μορφή πολιτικής εξουσίας (βλ. «τυραννίας»), κι όχι ως εθνικής ή θρησκευτικής αντιπροσώπευσης:

«Η εθνική μυθολογία, που ακολούθησε, μεγαλοποίησε το πρόγραμμά του [Ρήγα Φεραίου], ενώ οι προθέσεις του παραποιήθηκαν, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μεταγενέστερων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, αφού ο Ρήγας, ως πνευματικός πρόγονος, διεκδικήθηκε τόσο από την εθνικιστική δεξιά όσο και από την επαναστατική αριστερά.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 311)

Ὁραματισμὸς τοῦ Ῥήγα Βελεστινλὴ για τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Γένους

(Ἡ Οἰκουμενικὴ - Ῥωμαίικη Ἰδέα)

Νέα Πολιτικὴ διοιήκησις τῶν κατοίκων τῆς Ῥούμελης, τῆς Μ. Ἀσίας, τῶν μεσογείων νήσων καὶ τῆς Βλαχομπογδανίας ὑπὲρ τῶν νόμων

Ἐλευθερία - Ἰσοτιμία - Ἀδελφότης καὶ τῆς Πατρίδος

Ὁ λαὸς ἀπόγονος τῶν Ἑλλήνων, ὅπου κατοικεῖ τὴν Ῥούμελην, τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τάς Μεσογείους νήσους, τὴν Βλαχομπογδανίαν, καὶ ὅλοι ὅσοι στενάζουν ὑπὸ τὴν δυσφορωτάτην τυραννίαν τοῦ Ὀθωμανικοὺ βδελυρωτάτου δεσποτισμού, ἢ ἐβιάσθησαν να φύγουν εἰς ξένα βασίλεια διὰ να γλυτώσουν ἀπὸ τὴν δυσφορωτάτην τυραννίαν τοῦ Ὀθωμανικοὺ ζυγοῦ, ὅλοι, λέγω Χριστιανοὶ καὶ Τούρκοι, χωρὶς κἀν ἐχωρισμὸν θρησκείας (ἐπειδὴ ὅλοι πλάσματα Θεοῦ εἶναι καὶ τέκνα τοῦ πρωτοπλάστου), στοχαζόμενοι, ὅτι ὁ τύραννος ὀνομαζόμενος σουλτάνος κατέπεσεν  ὁλοτελὼς εἰς τάς βρωμερὰς θυλημανεὶς ὀρέξεις τοῦ, ἐπερικυκλώθη ἀπὸ εὐνούχους καὶ αἱμοβόρους ἀμαθεστάτους αὐλικούς, ἐλησμόνησε καὶ κατεφρόνησε τὴν ἀνθρωπότητα, ἐσκληρύνθη ἡ καρδίαν κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὸ πλέον ὡραιότερον βασίλειον τοῦ κόσμου, ὀποῦ ἐκθειάζετο πανταχόθεν ἀπὸ τοὺς σοφούς, κατήντησεν εἰς μιᾶς βδελυρὰν ἀναρχίαν τόσον, ὥστε κανένας δεν εἶναι σιγουρος μήτε για τῇ ζωῇ του, μήτε διὰ τὴν τιμὴ του, μήτε διὰ τὰ ὑποστατικὰ του [...]

Ὁ μέχρι τοῦδε, λέγω, δυστυχὴς οὗτος λαὸς βλέποντας, ὅτι ὅλαι του αἱ θλίψεις καὶ ὀδύναι, τὰ καθημερινὰ δάκρυά του, ὁ ἀφανισμὸς του, προέρχονται ἀπὸ τὴν κακὴν καὶ ἀχρειεστάτην διοίκησιν, ἀπὸ τὴν στέρησιν καλῶν νόμων, ἀπεφάσισεν ἐνανδριζόμενος μίαν φοράν, να ἀτενίσει πρὸς τὸν οὐρανόν, να ἐγείρῃ ἀνδρείως τὸν καταβεβαρημένον τράχηλον του καὶ ἐνοπλίζοντας ἐμμανὼς τοὺς βραχίονάς του μὲ τὰ ἅρματα τῆς ἐκδικήσεως καὶ τῆς ἀπελπισίας να ἐκβοήση μεγαλοφώνως ἐνώπιον πάσης τῆς οἰκουμένης, μὲ βροντώδη κραυγὴν τὰ ἱερὰ καὶ ἄμωμα δίκαια, ὅπου θεόθεν τῷ ἐχαρίσθησαν, διὰ να ζήση ἠσύχως ἐπάνω εἰς τὴν γῆν.

Ὅθεν, διὰ να ἠμποροὺν ὁμοθυμαδὸν ὅλοι οἱ κάτοικοι να συγκρίνωσι πάντοτε μὲ ἄγρυπνον ὄμμα τὰ κινήματα τῆς διοικήσεως τῶν διοικούντων, μὲ τὸν σκοπὸν τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν νομοθεσίας, ἐκτινάζοντες ἀνδρικὼς τὸν οὐτιδανὸν ζυγὸν τοῦ δεσποτισμοὺ καὶ ἐναγκαλιαζόμενοι τὴν πολύτιμον ἐλευθερίαν τῶν ἐνδόξων προπατόρων των  [...] Κυρήττεται λαμπροφανὼς ἡ ἀκόλουθος δημοσίας φανέρωσις τῶν πολυτίμων δικαίων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ ἐλευθέρου κατοίκου τοῦ βασιλείου.

ΤΑ ΔΙΚΑΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ἄρθρον 3. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Χριστιανοὶ καὶ Τούρκοι, κατὰ φυσικὸν λόγον εἶναι ἴσοι. Ὅταν πταίσῃ τινάς, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, ὁ νόμος εἶναι ὁ αὐτὸς διὰ τὸ πταῖσμα καὶ ἀμετάβλητος. ἤγουν δεν παιδεύεται ὁ πλούσιος ὀλιγώτερον καὶ ὁ πτωχὸς περισσότερον διὰ τὸ αὐτὸ σφάλμα, ἀλλ’ ἴσια-ἴσια [...]

Ἄρθρον 9. Ὁ νόμος ἔχει χρέος να διαφεντεύη τὴν κοινὴν ἐλευθερίαν ὅλου τοῦ ἔθνους καὶ ἐκείνην τοῦ κάθε ἀνθρώπου κατοίκου, εἰς ταύτην τὴν αὐτοκρατορίαν, ἐναντίον τῆς καταθλίψεως καὶ τῆς δυναστείας τῶν διοικητῶν· ὅταν αὐτοὶ διοικοῦν καλῶς, να τοὺς διαφεντεύη· εἰ δὲ κακῶς , να τοὺς ἀποβάλλῃ.

ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ἄρθρον 1. Ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία εἶναι μία, μ’ ὅλον ὀποῦ συμπεριλαμβάνει εἰς τὸν κόλπον τῆς διάφορα γένη καὶ θρησκείας· δεν θεωρεῖ τάς διαφορὰς τῶν λατρειῶν μὲ ἐχθρικὸν μάτι· εἶναι ἀδιαίρετος, μ’ ὅλον ὀποῦ ποταμοὶ καὶ πελάγη διαχωρίζουν τάς ἐπαρχίας της, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἕνα συνεσφιγμένον ἀδιάλυτον σῶμα [...]

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Ἀρθρον 7. Ὁ αὐτοκράτωρ (=αὐτεξούσιος) λαὸς εἶναι ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ βασιλείου τούτου χωρὶς ἐξαίρεσιν θρησκείας καὶ διαλέκτου, Ἕλληνες, Βούλγαροι, Ἀλβανοί, Βλάχοι. Ἀρμένιδες, Τούρκοι καὶ κάθε ἄλλο γένος.

Ἄρθρον 8. Αὐτὸς ὁ λαὸς μόνος του ὀνοματίζει τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς τὸν κοινὸν συμβούλιον τοῦ ἔθνους [...]

Ἄρθρον 21. Παρασταίνει (=ἀντιπροσωπεύει, μετέχει εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν)  ὅλον τὸ ἔθνος τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς θεμέλιον τῆς ἐθνικῆς παραστήσεως (=ἀντιπροσωπείας), καὶ ὄχι μόνον οἱ πλούσιοι ἢ οἱ προεστοὶ (τουρκ. κοτζαμπασῆδες) [...]

 Ἄρθρον 124. Ἡ κήρυξις τῶν δικαίων τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ νομοθετικὴ αὐτὴ πρᾶξις να χαραχθὴ ἐπάνω εἰς χαλκίνας πλάκας καὶ να στέκεται εἰς τὸν τόπο τῆς συναθροίσεως τοῦ Νομοδοτικοὺ Σώματος να γένουν τοιαῦτα ἀντίτυπα καὶ να στηθοὺν εἰς ὅλας τὰ πόλεις, χώρας καὶ χωρία τῆς Δημοκρατίας, εἰς τὰ μεσοχωρία, ὅπου κάθε ὥραν να βλέπῃ κάθε πολίτης, εἰς τὶ συνίσταται ὁ ἀτίμητος θησαυρὸς τῆς φιλτάτης ἐλευθερίας του.

Βλ. Αποστ. Β. Δασκαλάκη, Το πολίτευμα του Ρήγα Βελεστινλή, Αθήναι 1976, σ.74 ε.

Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σσ. 264-266

 

Η εκμετάλλευση της «ἡθικῆς» του Χριστιανισμού από τους διαφωτιστές & η καταπάτησή της

Ο «Ανώνυμος Έλλην» χρησιμοποίησε στο «πονημάτιόν» του την «ἡθικὴν» του Ευαγγελίου κατά των κληρικών, ενώ εμφανίζονταν ως εκείνος οποίος εδύνατο να τους αποδώσει «χάριν μεταφυσικῆς συγχωρέσεως»:

«Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, [...] διὰ νὰ δοξασθῆτε [...] ἐν τῷ οὐρανῷ. [...] Γράψατε καὶ πλατύτερα καὶ σαφέστερα τὴν ἀλήθειαν ἀπ᾿ ὅ,τι ἐγὼ ἔκαμα», σσ. 126-127

Η συγχώρεση αυτή θα επέρχονταν, αν υποτίθεται οι κληρικοί συμπεριφέρονταν πολιτικά κατά της «τυραννίας», ως για παράδειγμα συμπεριφέρονταν ο φονιάς μα αντιστασιακός σέρβος «Γεώργιος», έναντι του οποίου ουδεμία «ἡθικὴν ἀπαίτησιν» δεν υφίστατο εκ μέρους της «Ελληνικής Νομαρχίας», ή του Διαφωτισμού· και πως μπορούσε άλλωστε να υφίστατο ηθικός έλεγχος του σέρβου Καραγεώργη, όταν ο Διαφωτισμός ήταν άλλωστε «κατεξοχὴν πολιτικὸν φαινόμενον»; (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 9).

Η εκμετάλλευση της «χριστιανικὴς ἡθικῆς» ήταν ένα έντεχνο «διαβολικὸν τέχνασμα» (πρβλ. απάτη «Καταδάφισον όλα τα Μοναστήρια») της «Ελληνικής Νομαρχίας» όπου, ενώ εκεί ο συγγραφέας παρουσιάζει εαυτόν ως «ὁμόθρησκον» των Χριστιανών, στην ουσία ανήκει εις εκείνους τους διαφωτιστές που χρησιμοποιούν το μανδύα της θρησκείας «κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ τακτικὲς σκοπιμότητες», ως λέγει κι ο Π. Κιτρομηλίδης. (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 377). Κι αν δεν χρησιμοποιούσε ο «Ανώνυμος Έλλην» θρησκευτικό μανδύα, τότε είχε διαβρωθεί τόσο πολύ από το διαφωτισμό, που ούτε ο ίδιος δεν είχε καταλάβει το πόσο.

Αυτός λοιπόν ο «ἡθικὸς ἔλεγχος» των Εκκλησιαστικών βάση του Ευαγγελικού λόγου είναι πρόδηλος στην «Ελληνική Νομαρχία» :

α. «Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες!... », σελ. 117 

β. «ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν», σελ. 122

γ. «Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ», σελ. 125

δ. «Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της», σελ. 126

ε. «τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ;  [..] τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; [...] τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; [...] τὴν φιλανθρωπότητα; [...] τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, [...]», σσ. 100-101

στ. «Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 114

ια. «Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι;», σελ. 120

ιβ. «Τί ἤθελεν εἰπεῖ, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες, ὁ Λόγος τῆς Σοφίας, ὁ ἡδύτατος Χριστός, εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηρέτας του; », σελ. 118

ιγ. «Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ!», σελ. 121

ιδ. «Ἐνθυμήσου μίαν φορὰν διὰ πάντα, ὅτι ὁ Χριστὸς σοῦ παραγγέλλει νὰ ἰατρεύσῃς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ», σελ. 123

Όμως γιατί ο Διαφωτισμός χρησιμοποιούσε το ιερό Ευαγγέλιον για να ελέγξει ηθικά τους Εκκλησιαστικούς, από τη στιγμή που ως πολιτική φιλοσοφία δεν αποδέχονταν «αὐθεντίες», συνεπώς ούτε τον ίδιον τον «Σωτήρα Ἱησοῦν Χριστὸν»;

Πρώτα από όλα, επειδή ως «κατεξοχὴν πολιτικὸν φαινόμενον» όφειλε να αντλήσει μια ισχυρή λαϊκή δύναμη, που θα στήριζε το όλο αυτό καινοφανές οικοδόμημα «εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν», σελ. 123. Η λύση ήταν απλή. Εκμεταλλεύτηκε τους ήδη υπάρχοντες και πιο διαδεδομένους ηθικούς κανόνες. Κι αυτούς τους διαδεδομένους κανόνες τους προσέφερε ο εν Ευρώπη χριστιανισμός ο οποίος στην συντριπτική πλειοψηφία ήταν γνωστός κι αποδεκτός απ’ όλους.

Κατά δεύτερον λόγο, οι ίδιοι οι διαφωτιστές γεννήθηκαν και μορφώθηκαν μέσα σε Χριστιανικές κοινωνίες κι είχαν Χριστιανούς διδάσκαλους, τις περισσότερες φορές ιερείς, εφόσον οι τελευταίοι ήτο τότε κι οι μόνοι λόγιοι της κοινωνίας. Ο «Ανώνυμος Έλλην» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφωτιστή επηρεασμένου από την Χριστιανική ηθική διδασκαλία· αυτά λέγει για την διαμόρφωση του χαρακτήρα των ανθρώπων:

«Ἡ διοίκησις, ἡ θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω, τῶν περιστάσεων. Ὅθεν καὶ εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ καθενὸς ἔχει τὸ μεγαλείτερον μέρος. Ἀδύνατον εἶναι τώρα νὰ ἐπαριθμήσῃ τινὰς ὅλα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συνίσταται ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρώπων. Φθάνει, ἐν συντόμῳ, νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι ἡ μὲν θέσις κατὰ μοίρας, ὡσαύτως καὶ τὸ κλῖμα, ἀποκαταστῶσι τοὺς ἀνθρώπους, ἢ μιᾶς κράσεως ὑγιεστάτης, ἢ ἀδυνάτου, ἐκ τῶν περιστάσεων δὲ ἡ μὲν νομαρχία καταστεῖ τὸν ἄνθρωπον ἄφοβον, εἰλικρινῆ καὶ ἐνάρετον, ἡ τυραννία δὲ δειλόν, πονηρὸν καὶ ὑποκριτήν. Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους, φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.», σελ. 155

Ασφαλώς αν ο «Ανώνυμος Έλλην» είχε γεννηθεί εις τα βάθη της Τουρκίας θα είχε διαφορετικές απόψεις για την ηθική που θα έπρεπε να ακολουθήσει ο διαφωτισμός.

 

Ο Διαφωτισμός είχε χρησιμοποιήσει πονηρά τον «ἠθικὸν ἔλεγχον» κατά των κληρικών και των μοναχών, για να τους εξουδετερώσεις ως πολιτική δύναμη, υποστηρίζοντας ειδικά με την ακραία του μορφή της «Ελληνικής Νομαρχίας» εις την Ελλάδα, πως οι Αγιορείτες μοναχοί είχαν διαπράξει όλα «τὰ ἐγκλήματα» του κόσμου:

«Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.», σελ. 119

Χρησιμοποιούσε ο Διαφωτισμός το Ευαγγέλιο και τις εκκλησιαστικές νομοθεσίες, για να «ἐλέγξει» τους κληρικούς εις τα μάτια των πολιτών και παράλληλα χαίρονταν για τις ανακαλύψεις του:

«ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις, καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.», σελ. 99

Στην ουσία κληρικοί και λαϊκοί, όπως κι οι πολιτικοί, είναι άνθρωποι κι έχουν τις ίδιες σχεδόν πιθανότητες για «διαφθορὰ» ή αμαρτία έναντι του Θεού. Κι η ιστορική αλήθεια είναι πως, εφόσον η πολιτική ηγεσία ήτο εκείνη που είχε επωμισθεί το δύσκολο ρόλο της εκκοσμικευμένης διοικήσεως των ανθρώπων, εκείνη ήταν που θα επωμίζονταν τελικά και τους περισσότερους «ἡθικοὺς» ελέγχους γι’ αυτήν μέσα σε τούτο τον κόσμο.

Η δε προσπάθεια των διαφωτιστών πολιτικών να εμφανιστούν ως «καθαροὶ», δηλαδή «ἀναμάρτητοι», έναντι στους «ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», ήταν καταδικασμένη εξ αρχής σε αποτυχία. Το ίδιο μοτίβο αποτυχίας ακολουθούν και σημερινοί αντιεκκλησιαστικοί «δημοκόποι» του διαδικτύου, οι οποίοι ποτέ δεν ξεχνούν τις «ἡθικὲς» αστοχίες του κλήρου, διαπομπεύοντάς τες εις πλήρη ισχύ:

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ζ΄ «1 Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· 2 ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν. 3 τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς; 4 ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, Ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σοῦ; 5 ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σοῦ, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.»

 

Πολιτικοί γάμοι ομοφυλοφίλων εις την Ευρώπη [Σας ονομάζω «άνδρα» και «γυναίκα». Τέτοιες πρακτικές δεν απέχουν και πολύ από την μαγεία ή την δεισιδαιμονία, όταν δηλαδή κανείς μετατρέπει ή εξαναγκάζει με τα λόγια ένα ανδρικό κορμί να γίνει γυναικείο και ένα γυναικείο να γίνει ανδρικό] (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός NET, εκπομπή Transit, Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2004)

 Οι πολιτικοί φιλόσοφοι του διαφωτισμού, με την επιδιωκόμενη εκκοσμίκευση των μαζών κατάφεραν να πράξουν τα ακατόρθωτα. Στην αρχή στιγμάτιζαν τους κληρικούς για «ἡθικές» παραβάσεις, κάνοντας μάλιστα χρήση του Ευαγγελίου:

α. «Ὁ νῦν ἀρχιερεὺς τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης, χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν», σελ. 100

β. «Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 114

Κατόπιν αιώνων, πήραν το πάνω χέρι ως πολιτικοί, και γινόμενοι οι ίδιοι «ἱερείς», στη θέση των «ἀναξίων καλογήρων» νομιμοποιούσαν με τα δεσμά του γάμου (βλ. άνωθι φωτογραφίες), εκείνες τις σχέσεις που πριν μερικούς αιώνες κατακεραύνωναν και τις θεωρούσαν συμπεριφορές για «τυράννους»:

«Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ [τοῦ Σουλτάνου] καὶ οἱ βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην χρῆσιν προσδιωρισμένους.», σελ 78

Ο στιγματισμός του Αλή Πασά, αλλά και κάθε τύραννου για αυτή τη συμπεριφορά είναι χαρακτηριστικός:

«ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης...», σελ. 35

Παρότι σήμερα (2011) αυτές οι παραβάσεις νομιμοποιούνται κι επισημοποιούνται από τους ιδίους, κρατικά και με νόμους της πολιτείας, παραμερίζοντας το Ευαγγέλιο και τους νόμους του Θεού, οι διαφωτισμένοι δεν έχουν ξεχάσει την παλιά τους τέχνη· έτσι παρόμοιες παραβάσεις σε κληρικούς «καταγγέλονται αὐτεπάγγελτα» από πολιτικές εφημερίδες ως «ἐρωτικὰ σκάνδαλα» με μέγιστη υποκρισία· εκείνη την υποκρισία που κατάγγελλαν και πάλι για τους «τυράννους» της «Ὀθωμανικῆς ἀπιστίας», εις την οποία είχαν περιπέσει προ πολλού οι ίδιοι, παριστάνοντας τους «πεφ[τωφ]ωτισμένους»:

«Ἀφοῦ [ὁ Σουλτάντος] πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.», σελ. 81

 

Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

Πρβλ. ενότητα «Το μεγαλύτερο ατόπημα του "Ανωνύμου του Έλληνος"»

Πηγή Φώτο: http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε

 

Οι δούλοι της πολιτικής & οι δούλοι του πνεύματος

Παρά τις όποιες προσπάθειες εμφανίσεως του συγγραφέα της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» ως «ἡθικοῦ ελεγκτοῦ», εντούτοις τα ίδια του τα λόγια αποδεικνύουν τα θέματα πάνω εις τα οποία αυτός έστρεφε την βαρύτητά του:

«Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι [οι ιερείς].», σελ.126

Βέβαια, αφού γίνονταν πολιτικός λόγος για «τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος», ο αναγνώστης και κριτής της «Ελληνικής Νομαρχίας» θα έπρεπε να ’χει καταλάβει πως, αυτό «τὸ καλὸν» για την κάθε πολιτική παράταξη είχε, κι έχει σήμερον, διαφορετική σημασία κι εφαρμογή. Όπως σωστά υπογραμμίζει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός:

«Οι φιλενωτικοί, αντίθετα, πιστεύοντας στις υποσχέσεις της χριστιανικής Ευρώπης και δεμένοι ιδεολογικά μαζί της, ήταν πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστης, αρκεί να ενισχύονταν στον αγώνα για την απελευθέρωσιν», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 87)

Αυτό άλλωστε δηλώνει μετά «πάσης ξηροκαμπίας» ο «Ανώνυμος Έλλην»:

 «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Υπενθυμίζεται δε και το Μακιαβελλικόν «ὁ σκοπὸς ἀγιάζει τὰ μέσα»...

 

 

 

«Οι ακρότητες τις οποίες είδε στη Γαλλική επανάσταση τον δυσαρέστησαν, όπως απεδοκίμασε και τον βοναπαρτισμό: "λατρεύω" έγραφε, "τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τὴν βρίσκω πάντοτε θρονιασμένη ἀνάμεσα στὴν δικαιοσύνη καὶ τὸν ἀνθρωπισμὸ"· ή ακόμη "εἶμαι ἐρωτομανὴς τῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἀγαπῶ, φίλε μου, καὶ τὴν δικαιοσὺνην. Ἐλευθερία χωρίς δικαιοσύνην εἶναι καθαρὰ ληστεία". "Δὲν ἐσφάγη ποτὲ τυραννία μὲ σφαγὴν τυράννων", έγραφε πολύ αργότερα, πριν δολοφονηθεί ο [Κυβερνήτης της Ελλάδας] Καποδίστριας, εναντίον του οποίου είχε διεξάγει βιαιότατο αγώνα»,  (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 338)

 

Δεξιά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833). (Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)

 

Ο Αδαμάντιος Κοραής μπορεί να ήτο της άποψης, μακριά «ἀπὸ τὴν Σκύλλαν τῆς ἀπιστίας καὶ τὴν Χάρυβδιν τῆς δεισιδαιμονίας» (ό,π. σελ. 338), όμως ο ασπασμός του Διαφωτισμού εκ μέρους του, τον είχε φέρει εις την θέση εις την οποία δεν ήθελε να βρεθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα. Δηλαδή σε μια «Ἐλευθερία χωρίς δικαιοσύνην», όπου φόνοι και σφαγές της Γαλλικής Τρομοκρατίας κι Επανάστασης θα «μετεκενώνονταν» εν Ελλάδι, ή ακόμη χειρότερα σε μια ««Ἐλευθερία» του Διαφωτισμού «χωρὶς δικαιοσύνην» του Ευαγγελίου:

«οι Γάλλοι επαναστάτες εντύνονταν σαν τους αρχαίους, εξαρχάιζαν τα ονόματά τους, και μέσα σε γιορτές ειδωλολατρικές προσπαθούσαν να αναστήσουν λατρείες αρχαίες [...] προς τα κλασσικά πρότυπα μέσα από το δρόμο της μίμησης», (Πηγή: ο,π. , σελ. 344)

Μερικοί δε κύκλοι, γνωρίζοντας την αντίσταση του Διαφωτισμού, προς κάθε «Μονάρχην», Έλληνα ή ξένου, μετά τις αποτυχούσες προσπάθειες του πρώτου να τους προσεταιριστεί πολιτικά, έχουν επιρρίψει ηθικές ευθύνες στον Α. Κοραή για τη δολοφονία του Καποδίστρια.

Τέτοιες αντιπάθειες προς Έλληνες ηγεμόνες παρουσιάζει και το διαφωτιστικό κείμενο «Ελληνική Νομαρχία»:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

 

 

Η Ορθόδοξη εκκλησία από την άλλη μεριά, δεν μπορούσε να ταχθεί με τις αντιχριστιανικές διδασκαλίες του Διαφωτισμού, γιατί οιαδήποτε ελευθέρωση με παράλληλη αποδοχή των δογμάτων του τελευταίου, σήμαινε «πνευματικὴν ὑπωδούλωσιν» η οποία ήταν χειρότερη από την φυσική. Ο «Ανώνυμος Έλλην» δίχως και να το καταλαβαίνει, ως φερέφωνο του αντικληρικαλισμού, στην ουσία συμφωνούσε με τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Ο τελευταίος δίδασκε πως:

«Ἥξερεν ὁ Θεὸς, πὼς τὰ ἄλλα ρηγᾶτα (βασίλεια) μᾶς βλάπτουν εἰς τὴν πίστιν καὶ ὁ Τοῦρκος δὲν μᾶς βλάπτει. Ἄσπρα (χρήματα) δῶσ’ του καὶ καβαλλίκευσέ τον ἀπὸ τὸ κεφάλι», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 87)

 Ο «Ανώνυμος Έλλην» παραδέχονταν εμμέσως αυτή την αξία της εσωτερικής ελευθερίας με το παράδειγμα των δύο Πυθαγορείων φιλοσόφων, που έδινε στο δικό του γραπτό· για να γίνει το παράδειγμα κατανοητό μέσα εις τον Χριστιανισμό, αρκεί να αλλαχθεί η υπογραμμισμένη λέξη «φιλία» με την χριστιανικότερη λέξη «ἀγάπη», επί της οποίας αξίας άλλωστε στηρίζεται αξιοκρατικά η αξία της πρώτης (Πρβλ. και κάτωθι ενότητα):

«Ἰδού, ὦ ἀγαπητοί μου, πόσον δύναται νὰ πράξῃ ἡ φιλία, ὅταν εὑρίσκεται ὄντως ριζωμένη εἰς τὰς καρδίας δύο ὑποκειμένων. Στοχάζεσθε, ἴσως, νὰ εἶχον αὐτοὶ οἱ δύο φίλοι καρδίας δούλων; Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθίσῃ τοιαύτη φιλία εἰς σκλαβωμένας καὶ δούλας ψυχάς; Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, ἂν καὶ κατὰ συμβεβηκὸς συμφωνήσουν εἰς μερικὰς ἰδέας των, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ συμφωνήσουν εἰς τὸν κυριώτερον σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εὐτυχίας των, ὡσὰν ὁποὺ καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμενος εἰς μίαν παντοτινὴν ἀβεβαιότητα, φυλάττει καθεὶς ξεχωριστὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ ζῇ, καὶ ἐξακολούθως προσπαθεῖ διηνεκῶς νὰ διαφθείρῃ τὴν διαγωγήν του, καὶ νὰ τὴν παρομοιάζῃ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ τὸ πᾶν κρέμαται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 54-56)

Με τα άνωθι σχόλιά του ο «Ανώνυμος Έλλην» παραδέχονταν πως καίτοι εν Τυραννία ορισμένες αξίες των ανθρώπων δύνανται εσωτερικά να φυλάγονται. Με άλλα λόγια αυτό σήμαινε πως ορισμένες εσωτερικές αξίες ήταν σπουδαιότερες και δυνατότερες από τις εξωτερικές.

Οι ακραίοι διαφωτιστές είχαν χάσει τις εσωτερικές τους Χριστιανικές αξίες  είτε το καταλάβαιναν είτε όχι, ενώ λίγοι από τους ηπιότερους τις είχαν διαφθείρει· εκείνο που ενδιέφερε τους ακραίους ή ολίγους διεφθαρμένους ιδίως, ήταν το περίβλημα της εξωτερικής πολιτικής εξουσίας κι άρα λοιπόν της επίπλαστης «ἡθικῆς», η οποία ως «πολιτικὴ ἀξία» εδύνατο ν’ αλλάζει σε κάθε νέες «ἐκλογὲς», «πραξικόπημα», «λαϊκὴν ἐπανάστασιν» ή «τρομοκρατικὸν κτύπημα», χωρίς δηλαδή να έχει απόλυτη σχέση με το Ευαγγέλιο κι ας το επικαλούνταν αυτό για να «ἐλέγξουν» τους κληρικούς ή για όποιες άλλες σκοπιμότητες.

Έτσι η «πολιτικὴ ἡθικὴ» ορίζει ότι: επί δημοκρατίας «ἀμαρτωλοὶ» είναι οι φασίστες, επί χούντας «ἀμαρτωλοὶ» είναι οι αριστεροί, επί κομμουνισμού «ἀμαρτωλοὶ» είναι οι «ἐκμεταλλευτὲς τοῦ λαοῦ» κι για τους τρομοκράτες «ἀμαρτωλὸν» είναι το όλο σύστημα κι οι «ὑπηρέτες» του οι οποίοι την πληρώνουν με το κεφάλι τους.

Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά πως τον Ευαγγελικό λόγο προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν όλες οι πολιτικές παρατάξεις της νεότερης Ελλάδας, αλλά και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. Τον χρησιμοποίησαν κι οι ίδιοι οι Οθωμανοί Τούρκοι. Γιατί δεν θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιούσουν κι οι διαφωτιστές, εφόσον πολιτικά τους συνέφερε;

«Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι;», σελ. 120

Θα πρέπει εδώ άλλωστε ο αναγνώστης να θυμηθεί την πολιτική μειοδοσία των Εβραίων έναντι του «ἡθικοῦ» Ιησού (Πρβλ. απάτη «Οι Εβραίοι & οι Εβραίοι»). Σε αυτήν δεν διέφεραν σε τίποτα οι ακραίοι διαφωτιστές κι οι πλανεμένοι ακόλουθοι τους, αφού αντέγραφαν τη στάση εκείνων των «λαδωμένων» Εβραίων που είχαν τοποθετήσει οι Ραβίνοι τα χαράματα στη στημένη δίκη του Χριστού, κι επέλεγαν την πολιτική επανάσταση (Βαραβά) έναντι του Σωτήρα Χριστού.

Βεβαίως η Εκκλησία δεν επιθυμούσε την παντοτινή σκλαβιά εις τον Τούρκο. Αλλά ως ελέχθη δεν θεωρούσε το Διαφωτισμό κατάλληλο να φέρει μια κάποια «ἐλευθερία» στο ελληνικό γένος. Γι’ αυτό, κι αν υπάρχει μια μικρή αντίδραση στην αρχή προς της μαζικής εξεγέρσεως, αυτή πρέπει να εννοηθεί ως ανησυχία για το ερχόμενο πολιτικό γίγνεσθαι, το οποίο δεν ήταν γνωστό αν θα ήταν «ὁρθόδοξον» ή «διαφωτισμένον». Από τη στιγμή όμως που έπαψε η πλάνη του διαφωτισμού, η εκκλησία δεν είχε λόγο αντίδρασης στις βουλές του λαού.

 

«Η εσχατολογική ηθική δεν αρκεί σ’ αυτές τις γενιές που είναι γεμάτες κριτική διάθεση· θα χρειασθεί κώδικας ηθικής καινούργιος: τις θεολογικές αρετές θα τείνει να τις αντικαταστήσει ή μία και μόνη αρετή, του πολίτη»· στην υπόσχεση μια μεταθανατίας αμοιβής για τις γήινες αγαθές πράξεις, θα έρθει παράλληλα να τοποθετηθεί -μια που οι καιροί το επιτρέπουν- κι η επιδίωξη της επίγειας ευδαιμονίας.», (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 314)

ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ

ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ

ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΑΣΙΝΟΥ

ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ

Στο Διαφωτισμό, η βαρυσήμαντη ηθική του Ευαγγελίου, είχε αντικατασταθεί με την «ποικιλόχρωμην ἡθικὴν τῶν πολιτικῶν παρατάξεων καὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων».

 

Τα πιο ειδεχθή εγκλήματα της ανθρωπότητας δεν τα πραγματοποίησαν «Τύραννοι», επειδή απλά ήσαν «Τύραννοι» ακολουθώντας δηλαδή μια συγκεκριμένη μορφή πολιτεύματος· αλλά όσο περισσότερο ούτοι απείχαν από την «ἡθικὴν» που εξέφραζε ο  Ευαγγελικός Λόγος της «Ἀγάπης», όσο περισσότερο τον υποσκέλιζαν και τον παραμελούσαν, τόσο εμφάνιζαν στις ενέργειές τους την κτηνωδία της πολιτικής συμπεριφοράς (εγωισμοί, μικρότητες, υπερηφάνεια, σκληρότητα, ασπλαχνία, απιστία, ασέβεια, ασέλγεια, κλοπή, απάτη, διαβολή, φόνος, ματαιοδοξία, κενοδοξία, μίσος, καχυποψία, πονηρία, ψέμα, εκμετάλλευση κ.ο.κ).  Η «τυραννία» ως Μοναρχία δεν αντανακλούσε μόνο το χαρακτήρα ενός ανθρώπου, έναντι των υπολοίπων, αλλά εξέφραζε συνήθως και τις απόψεις ενός τμήματος της κοινωνίας, ιδιαίτερα εκείνου που συνεργάζονταν στενά με τον Μονάρχη και τον υποστήριζε.

 

το πείραμα συμπεριφοράς με τους επιστήμονες

Φώτο Ιουστιανιανού (σε τι μπορεί να συγκριθεί ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Αλέξανδρος με ένα Στάλιν ή έναν Χίτλερ;)

να μάθω για τσάρο νικόλαο

 

 

 

Τα οφειλόμενα ηθικά χρέη εις το Χριστιανισμό καταπατώνται

Σήμερα (2011) η Ευρώπη διολισθαίνει εις την απόφαση  να «αποκαθαίρει» την Χριστιανική της ιστορία, ως κάποιου είδους «μιάσματος». Κι όμως, και από την εποχή του Διαφωτισμού φαίνεται η διαπλοκή της ηθικής του Χριστιανισμού μέσα εις το νου των διαφωτιστών, κι άρα των διαμορφωτών της νεότερης πολιτικής Ευρώπης.

Όταν οι ακραίοι διαφωτιστές άρχισαν να ασχολούνται με την «κοσμικὴν ἀρετὴν» μη δεχόμενοι «αὐθεντίες», ως λ.χ. οι Απόστολοι κι ο Χριστός, βρέθηκαν υπό του προβλήματος της σχετικοποίησης της «ἀρετῆς», ως μια καθαρά ανθρώπινης κατασκευής· άρα κάθε καταπάτησή της δεν ήταν σε τίποτα αξιόμεμπτη πράξη για μερικούς (πρβλ. Νίτσε και Ναζί). Μπρος σε αυτό τον κίνδυνο, του δηλαδή να καταπατηθεί κι ίδιος ο Διαφωτισμός από την σχετικοποίηση των δικών του πολιτικών «ἡθικῶν» επιλογών, ορισμένοι προσέτρεξαν στο Ευαγγέλιο για να προσεταιρίσουν κυριότητα εις τις ηθικές τους «ξυλοσοφίες»:

«...ο Κοραής προχώρησε στην ανασκευή της θεωρίας κατά την οποία η διάκριση του αγαθού από το κακό και του ορθού από το εσφαλμένο είναι απλά ζήτημα κοινωνικής σύμβασης. Εναντίον αυτής της άποψης υποστήριζε ότι η δικαιοσύνη πηγάζει από τη φύση των πραγμάτων, από τη φυσική τάξη του κόσμου. Για να ενισχύσει τα επιχειρήματά του επικαλέσθηκε τις μαρτυρίες της κλασικής σοφίας και της ευαγγελικής αλήθειας [Διατριβὴ αὐτοσχέδιος περὶ τοῦ περιβοήτου δόγματος τῶν Σκεπτικῶν φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν "Νόμῳ Καλόν, Νόμῳ Κακόν", δημοσιευμένο με το ψευδώνυμο Στ. Πανταζής και εικονικό τόπο έκδοσης Λιψία, αλλά Βιέννη 1819, σσ. 2-3] [...] με το κύρος της αυθεντίας των αρχαίων και της Αγίας Γραφής, ο Κοραής κατέληγε θεωρώντας ότι είχε θεμελιώσει τις θέσεις του.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 410-411)      

Βέβαια αυτά συνέβαιναν όταν ο Διαφωτισμός αντιμάχονταν εξ ορισμού οιαδήποτε αυθεντία κι ενόσω ο Κοραής είχε λάβει παιδεία κι ηθική από ιερείς διδασκάλους, όπως κι ο ίδιος ο Βολταίρος είχε μορφωθεί άλλωστε σε μοναστήρι Ιησουϊτών, έστω κι «ἀνώμαλα» ως ανυπάκουος μαθητής.

Γενικά μπορεί να λεχθεί, πως την εποχή του Διαφωτισμού κανένας δεν ήταν που να μην έλαβε στοιχεία Χριστιανικής ηθικής στην Ευρώπη. Πάνω σε αυτή την χριστιανική ηθική που εσωτερικά βρίσκονταν σχεδόν εις τον καθένα, ένεκα και των κοινωνικών του σχέσεων προς τους συνανθρώπους του, βασίστηκε το κριτήριο επιλογής «καλυτέρων» ή «ἰσαξίων» ή «μίμησιν τῶν καλῶν»  αρχαιοτέρων δε «ηθικών διδαγμάτων» έστω και πολιτικών:

α. «οι αισιόδοξες δυνατότητες αυτής της νέας γνωστικής προσέγγισης μπορούσαν στη συνέχεια να δοκιμαστούν στην επιλογή και την ανάλυση ηθικών διδαγμάτων από την ιστορική εμπειρία των τριών μεγάλων πολιτειών της αρχαιότητας, της Αθήνας, της Σπάρτης και της Ρώμης [Μαυροκορδάτος, Φροντίσματα, σε. 202]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 103-104)

β. «Ἄν καὶ φράσεις μιμώμεθα, τὰ καλὰ τῶν λόγων μιμούμεθα, καὶ τῶν προγόνων ἡμῶν μίμισιν ἔχομεν· καὶ διὰ τοῦτο συγκίνει μᾶλλον πρὸς τοῦτο καὶ συνεπαὶνει πρὸς τὴν μίμησιν τῶν καλῶν·»"έλεγε ο Νεόφυτος Δούκας (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 338)

Σημειώνει ο Δημαράς, για τους νεολογισμούς των Διαφωτιστών:

«Ταυτόχρονα ένας καινούργιος όρος θα κρατήσει την προσοχή μας. Στους τίτλους που αναφέρω εδώ θα μπόρεσε  κιόλας ο αναγνώστης να παρατηρήσει τα "εὐτυχῶς" (νὰ ζήση τιμίως καὶ εὐτυχῶς) και "γαλήνη" (νὰ ζήσῃ τινὰς ἔν εἰρήνῃ καὶ γαλήνῃ)· πρόκειται πια για προβλήματα καθαρά επίγεια. Η μετατόπιση αυτή των κοινωνικών αξιών είναι αισθητότερη μέσα σε μια άλλη σημασιολογική εξέλιξη:στη σπουδαιότητα την οποία παίρνει ο όρος "εὐδαιμονία" στους τίτλους των έργων που έρχονται να αντικαταστήσουν τα εμπνευσμένα από τη θρησκεία παλαιά εγχειρίδια: "Ἀληθὴς εὐδαιμονία" (1791), "Ἀληθὴς ὁδὸς εἰς τὴν εὐδαιμονία", δηλαδή την ευτυχία σ’ αυτόν τον κόσμο, αφήνονταν κατά μέρος το πρόβλημα που επρώτευε άλλοτε, την "μακαριότητας", της ευτυχίας, στον άλλο κόσμο»., (Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 254)

Εκεί παραδίπλα υπόβοσκε κι η «πρακτορικὴ» συμπεριφορά της «Ελληνικής Νομαρχίας»· εκμεταλλεύονταν την «ἡθικὴν» του Ευαγγελίου έναντι των κληρικών, όχι για να την προωθήσει και να την τιμήσει, αλλά ουσιαστικά για να την πλήξη· στο μυαλό των διαφωτιστών, τα «κακὰ» δεν οφείλονταν στους ανθρώπους αλλά στο «εἶδος» της πολιτικής· η δε «ἀλήθεια» είχε πάψει να είναι η «νηστεία» κι η «ἐλεημοσύνη»· απεναντίας η «ἀλήθειαν» ήταν πλέον οι δικανικοί λόγοι της πολιτικής· όλα τα υπόλοιπα ήταν αποτέλεσμα της «ἀθλιότητος»:

α. «Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας [...] ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.», σελ. 122

β. «Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν. Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι.», σσ. 119-120

Το ότι το κείμενο της «Ελληνικής Νομαρχίας» διαδίδεται σήμερα (2011) κι από πολιτικές δυνάμεις, κι όχι μόνο από θρησκευτικές, ενάντια εις τον χριστιανισμό, αποδεικνύει κάθε άλλο παρά ποτέ το είδος της αντιχριστιανικής πολιτικής του προειρημένου κειμένου και την «ἡθικὴν» υποκρισία του συγγραφέως που υποθάλπεται εκατέρωθεν αυτής.

Αυτή την «ἡθικὴν ὑποκρισίαν» πολλοί έχουν βαπτίσει «πατριωτικὴν» κι άλλοι «ἑλληνικὴν», κι ο καθείς μπορεί να εννοήσει την ποιότητα του νοήματος που έχουν αποδοθεί σε αυτές τις δύο λέξεις, από τους κύκλους που προωθούν το «πονημάτιον» του «Ανωνύμου του Έλληνος», δύο αιώνες μετά το 1806, όταν ο πολιτικός στόχος του, υποτίθεται «ἡ ἐθνικὴ ἐπανάστασις», έχει προ πολλού επιτελεσθεί· εκείνο που δεν επιτελέσθηκε είναι η «ἔκπνευσις τοῦ Χριστιανισμοῦ» ή  η «σιωπὴ τῶν καλογήρων ἤ κληρικῶν»:

α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν», σελ. 123

β. «...παῦσον [...] ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν», σελ. 122

 

Πρβλ. απάτη «Έπρεπε να ξαναγυρίσει ο Χριστός».

Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες».

Πρβλ. απάτη «Η υγεία & η Υγεία».

Πρβλ απάτη «Η Ελευθερία & η Ελευθερία».

Πρβλ. απάτη «Καταδάφισον όλα τα Μοναστήρια».

Πρβλ. απάτη «Οι Εβραίοι & οι Εβραίοι»

Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ’ άμβωνος»

Πρβλ. ενότητα «Είναι ο "Ανώνυμος Έλλην" πολιτικός πράκτωρ;»

 

 

Η ΦΤΩΧΕΙΑ & Η ΦΤΩΧΕΙΑ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 92)

 

«Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 92)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Δεν έφταναν οι κολακείες κι η αναλήθεια εις τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» για να γεμίσει το «θεάρεστον» έργο του, αλλά ζήτησε και τη συνδρομή τόσο της συκοφαντίας, όσο και της ψευδόμενης υποκρισίας για να το συμπληρώσει. Στην παρούσα περίπτωση, κρύβονται ομοίως διάφορες απ’ αυτές τις πολυποίκιλες «ἀρετὲς» με τις οποίες ποτίσθηκαν όλα εκείνα τα ελάχιστα κι ακραία διαφωτιστικά κείμενα των ελλήνων διαφωτιστών των περασμένων αιώνων.

 

Ο ψυχρός υπολογισμός

Θα πρέπει ο αναγνώστης να ανατρέξει στα λόγια του συγγραφέα της «Ἑλληνικής Νομαρχίας» για να θυμηθεί τη σύνδεση ευεργετών και πτώχειας:

«Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 92)

Πλην παραλλήλως, ο «Ανώνυμος Έλλην» με διαφορετική επιχειρηματολογία, επιζητούσε την παύση της χρηματικής ευεργεσίας / παρηγορίας, προσδοκώντας την  «ἀπελπισίαν» που θα γεννούσε την επανάσταση (β. απάτη «η παρηγοριά & η παρηγοριά»):

α. «Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία.»,  σελ. 96

β. «Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;», σελ. 137

γ. «Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει, καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο, ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον του ἐνάρετον.», σσ. 93-94

δ. «Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν εἰπεῖ, εἶναι δυνατὸν ἓν χρηστὸν ἔργον νὰ βλάψῃ; Ἔ, ἀγαπητέ! δὲν εἶναι τὸ ἔργον, ὁποὺ προξενεῖ τὴν ζημίαν, ἀλλ᾿ ἡ περίστασις. Ὁ εὐεργέτης, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖ, νομίζει πὼς κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ μένει ἀκίνητος. Ὁ εὐεργετούμενος δέ, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖται, δὲν ἀπελπίζεται, καὶ μένει ὑπὸ τῆς δουλείας. Τὰ χρηστὰ ἔργα πρέπει νὰ τὰ κάμῃ τινὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, διότι αἱ περιστάσεις πολλάκις ἀνατρέπουσι τὸ καλὸν εἰς κακόν. Ἂν παραδείγματος χάριν ἕνας ἀρχιστράτηγος εἰς τὸν καιρὸν τῆς μάχης ἤθελε προστάξει, φιλευσπλαγχνίᾳ κινούμενος, νὰ περιποιηθοῦν τοὺς πληγωμένους καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τοὺς ἀπεθαμένους, βέβαια ἤθελε νικηθῆ ἀπὸ ἕνα ἐχθρόν, ὁποὺ δὲν ἤθελε τὸν ὁμοιάσει καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία του, κακῶς ἐνεργημένη καὶ παράκαιρα, προξενεῖ τὴν δυστυχίαν ἑνὸς γένους ὁλοκλήρου.», σσ. 96-97

 Άλλο τι δε σημαίνει αυτή η παρουσία σκέψεων εις το νου του συγγραφέως, παρά ρητορική δεινότητα. Το συναισθηματικό κλάμα της πτώχειας («...ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας»),  έκρυβε από πίσω έναν ψυχρό υπολογισμό, ο οποίος επιζητούσε την αύξηση της δυστυχίας και της πτώχειας («Ἡ εὐεργεσία [...] ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει»), εις επίτευξη μιας εξεγέρσεως, για ένα καλύτερο «κοινὸν ὄφελος», αποβάλλοντας την  «δυστυχίαν ἑνὸς γένους ὁλοκλήρου».

Ο ψυχρός υπολογισμός, ως ελέχθη, άλλο δεν παρουσιάζει παρά ρητορική δεινότητα, έναντι του βαρύ συναισθηματικού χρωματισμού· αυτό μπορεί να μην είναι ολότελα μεμπτό. Το τραγικό της ιστορίας αποκαλύπτεται μόνον όταν ο ψυχρός υπολογισμός, κυοφορεί το σκώμμα.

 

Τα συναισθηματικά δάκρυα του κροκοδείλου & η ανατροπή

Το σχολιαζόμενο εδάφιο της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν είναι το μόνο το οποίο στρέφεται κατά της πτώχειας των ελλήνων με συναισθήματα «δακρύβρεχτης κατανόησης»· ο συγγραφέας της, σημείωνε κατά πάσης θρησκευτικής αργίας:

α. «Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων, ὁποὺ ὑποφέρουσι [οἱ πολίται], πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.», σελ.88

β. «Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.», σελ. 86«Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», σελ. 152

Κι όμως, αυτά τα παράπονά του κατά της πτώχειας, τα οποία χρησιμοποιεί κατά των τυράννων αλλά και κατά των Ορθοδόξων κληρικών στρεβλώνονται παραδόξως στο κάτωθι παράδειγμα, όπου και πάλι χλευάζει, εκτός από τη θρησκευτική διδασκαλία ενός κληρικού, την τραγική πτώχεια ενός άλλου, ο οποίος είναι τόσο πολύ πτωχός που το κονδύλι που έλαβε από τον πατέρα του θα το σπάσει σε τρία τμήματα για να το αποδώσει ως κληρονομιά, με τη σειρά του, εις τους δικούς του τρεις υιούς· η όλη αυτή κακή προσπάθεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» εκκινεί από την μισαλλόδοξη και ψευδή διδασκαλία περί «ἀμαθῶν - κλεπτῶν Κληρικῶν, Ἀρχιμαδριτῶν & Πατριαρχῶν», όπου σε υποσημείωση αυτής της επίθεσης παραδίδει το ρηθέν αναιδέστατο σκώμμα:

«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. [...] Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν [*], καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι

Πολλάκις δὲ περιέρχεται ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος, ἀφοῦ τρώγει δι᾿ ὅσας ἡμέρας μένει εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινότητα, ἀφοῦ ἁρπάζει ὅσα περισσότερα δυνηθῇ, τότε ἀφορίζει ἕνα δύο, καὶ ἄλλους τόσους κάμνει παπάδες, καὶ ἔπειτα φεύγει.

Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει ἄξιον, ἕνα χωριάτην, τῆς ἱερωσύνης, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Πρῶτον τοῦ ζητεῖ ἑκατόν, ἢ περισσότερα, ἢ ὀλιγότερα γρόσια, καὶ τὰ λαμβάνει, ἔπειτα τὸν ρωτᾶ, ἂν ἠξεύρῃ γράμματα, ἤτοι νὰ γράψῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ, ὕστερον τοῦ φέρει τὸ Ψαλτήριον, καὶ αὐτὸς ἀναγινώσκει ἓν κατεβατόν, καὶ εὐθὺς τὸν κάμνει ἱερέα. Ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ἱερέων εἶναι ἄκρα, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς οἱ περισσότεροι κατὰ συμβεβηκὸς ἀποκαθίστανται ἀρχιμανδρῖται, ἔπειτα δὲ κερδίζοντας, ἀγοράζουν ἐπισκοπάς, καὶ ἐξακολούθως γίνονται ἀρχιεπίσκοποι καὶ ὄχι ὀλίγας φορὰς πατριάρχαι. Ὅθεν, ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἐκκλησίας κατάγονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα, καὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀμαθέστατοι.»

[*] «Μίαν φορὰν ἐρώτησα ἕνα παπᾶν χωριάτην, ἕως ἑξηκοντούτην, πόθεν εἶχεν ἀγοράσει τὸ κονδύλι του, τὸ ὁποῖον ἦτον λεπτόν, ὡς τὸ μεγαλείτερόν μου δάκτυλον, καὶ μοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι τὸ εἶχε κληρονομήσει ἀπὸ τὸν πατέρα του, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τρεῖς υἱούς, εἶχε σκοπὸν νὰ τὸ κάμῃ τρία κομμάτια, καὶ νὰ ἀφήσῃ ἀπὸ ἕνα τοῦ κάθε υἱοῦ του. Ἄλλος ἕνας, μὲ πλατὺ ράσον, ἠθέλησεν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ, ὅτι τὰ μὲν «γενέσια» ἐννοεῖ τὴν γέννησιν, τὰ δὲ «γενέθλια» ἐννοεῖ τὸν θάνατον. Ὁ Ἕλλην ἀναγνώστης ἂς μὴν γελάσῃ, ἀλλὰ ἂς κλαύσῃ.», σελ. 115

 

Το σκώμμα

Δύο πράγματα πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθούν στην παρούσα ενότητα:

α. Πρώτα από όλα πρέπει να σημειωθεί η δακρύβρεχτη υποκρισία του διαφωτιστή συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» η οποία αποκαλύπτει την κακοήθειά του· μέσα στην οικονομική του άνεση εις τη Βενετία, χύνει άσκοπα μελάνι κατά της πτώχειας των ελλήνων, προσβάλλοντας Πατριάρχη, Επισκόπους κι Αρχιμανδρίτες ως κλέπτες, παρουσιάζοντας παράλληλα το τραγικό παράδειγμα ενός πτωχότατου ιερέως, για να το περιγελάσει. Μια τέτοια αντιμετώπιση χλευασμού, μπορεί να ανήκει μόνο σε ένα εύρωστο οικονομικά άνθρωπο ο οποίος δεν γνώρισε ποτέ του πραγματική πτώχεια κι άρα δεν μπορεί να αντιληφθεί την κατωτάτη οικονομική κατάσταση του ιερέως αυτού. Και μη αντιλαμβανόμενος την πτώχεια, είτε «ξυλολογεὶ» για τις δυστυχίες του ελληνικού λαού, μένοντας συναισθηματικά αμέτοχος (βλ. «Ο ψυχρός υπολογισμός»), είτε η διαπότισή του με διαφωτιστικό αντικληρικό πνεύμα τον έχει επηρεάσει τόσο βαθιά, ώστε μισώντας κάθε έναν που έφερε στενό ή «πλατὺ ράσον», δεν αντιλαμβάνεται τίποτα άλλο πέρα από το χρώμα και το εύρος του ρούχου που κάθε κληρικός έφερε.

β. Κατά δεύτερο λόγο πρέπει να τονισθεί η «φωτισμένη» αντίληψή του εν λόγω συγγραφέα, που αν σημειώνει κάτι διαρκώς εις το γραπτό του, αυτό δεν είναι παρά η «ἀμάθεια» οιοδήποτε κληρικού,  μοναχού, ρασοφόρου ή ρωμιού· τονίζει δε την «ἀμάθειαν» με τόση ιστορική ξεδιαντροπιά, που εκπλήσσει και τον πιο άσχετο με τα ζητήματα περί διαφωτισμού, ξεχνώντας ότι ο εν λόγω ιερεύς θα μπορούσε να αφήσει κάλλιστα το κονδύλι μόνο εις τον ένα από τους τρεις υιούς· κι όμως πρόθεσή του είναι να το σπάσει εις τα τρία, ώστε να το κληρονομήσουν κι οι τρεις υιοί του· αν αυτό δεν δείχνει βαρύνον πατρικό ενδιαφέρον προς τα γράμματα, τότε ποια άλλη πράξη θα μπορούσε να το δείξει; σημειωτέα ξανά η πτώχεια του ιερέως, ο οποίος για να μην μπορεί να αφήσει κληρονομιά το κονδύλι εις έναν μόνο υιό, δεν θα είχε και τα ανάλογα αξίας χρήματα να τα μοιράσει εις τους άλλους δύο δικαίως εις αντιστάθμιση του εκλιπόντος κονδυλίου.

 

 

Συμπέρασμα

Το περί υποκρισίας ζήτημα των ακραίων διαφωτιστών, χαρακτηριστικό άλλωστε μιας σειράς σύγχρονων άθεων «Βολταιροψαλιδιτῶν», είναι ξανά επίκαιρο· εκείνο δε που αναβλύζει ως τρέχον νερό στην παρούσα ενότητα είναι ένα και το αυτό συμπέρασμα, το οποίο θα αποδοθεί εις το τέλος.

 Η υποσημείωση (*) του «Ανωνύμου του Έλληνος» η οποία προσβάλει την πτώχεια των υπόδουλων ελλήνων με τόση κακοήθεια, την ίδια ώρα που για χάρη κενής «λογιοσώνης» την ποτίζει με δάκρυα ψυχρής εθνικής ποταπότητας, φύεται και πάλι επ’ ευκαιρίας της πολλαχού εμφανιζομένης επιχειρηματολογίας, διαρκούς αυτο-οιήσεως, περί «ἀμαθείας» των κληρικών (βλ. «...μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν [*]»). Κι αυτό είναι ενδεικτικό των στερεοτύπων που εκτρέφονταν μέσα σε κάθε «φωτισμένην, πλὴν στενά κεφαλὴν» του μαχόμενου διαφωτισμού· αυτή κατάφερνε ταυτοχρόνως πότε να γεννά ψυχρούς υπολογισμούς για την πτώχεια, πότε να γεννά υπέρ αυτής δάκρυα τυπογραφικής μελάνης, και πότε γέλωτα «πτωχῆς ἀρετῆς» έναντι της, σαν είχε το μαύρο ένδυμα αντίκρυ.

«οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36

Αν στα αλήθεια οι Έλληνες των λοιπών πόλεων, πλην του Σουλίου και χωρίων, ζουν μέσα στην «πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν», διότι μόνο «μακρὰ» αυτών των δύο «ερμηνεύεται» η επιτυχής κι άξια μακαρισμών αντίσταση κατά των Οθωμανών, τότε πώς δύναται επίσης να αληθεύουν οι γέλωτες ή τα κλάματα, αδιάφορο, του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την πτώχεια των «γλυκυτάτων ἀδελφῶν καὶ ἀγαπητῶν Ἑλλήνων»,

Ο αντικληρικαλισμός του συγγραφέως, μπορεί να ειπωθεί ότι αρθρώνεται με τη συνοδεία έντονου αντιθρησκευτισμού· κι αυτό δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κανείς· αντλώντας «ὕδωρ» εκ της απάτης «Το Κέρδος & οι Αργίες» θα πρέπει να συμπεριληφθεί εδώ το ατόπημα του διαφωτιστή, το οποίο άλλο τι δεν κάνει, παρά να τον ξεγυμνώνει από «πάσαν σοφίαν», αφού τον έντυσε με «πάσαν ὑποκρισίαν».

Σε εκείνο το παράδειγμα, ο «Ανώνυμος Έλλην», ως περικαλλής διαφωτιστής, και «πατριώτης» για τους μελετητές του νεοελληνικού διαφωτισμού, ζητούσε, δια μέσου της κατάργησης μέρους των θρησκευτικών αργιών, την επίτευξη περισσοτέρου κέρδους για τον λαό, θέλοντας έτσι να νικήσει την πτώχεια. Η αύξηση αυτή του κέρδους έριχνε όμως στη φωτιά με την σειρά της το δικό του «ψυχρό υπολογισμό» που θα έφερνε την επανάσταση δια μέσω της φτώχειας ως απόρριψη των πλούσιων ευεργεσιών· τοιουτοτρόπως, προσθέτοντας απλόχερα ακόμη μια υποκρισία του στις τόσες, άφηνε ορφανό, κι  άρα, αποκλειστικό κληρονόμο της διανοίας του, το σκώμμα ενάντια στην φτώχεια, αφού τα δάκρυα του άλλωστε τα ’χε στεγνώσει γρήγορα, ο απρόσεχτος εμπρησμός του «ψυχρού υπολογισμού» του.

Η βαθειά αλήθεια είναι πως τόσο οι γέλωτες, τόσο και τα κλάματα, είχαν έναν και τον αυτόν στόχο· την αγανάκτηση του αναγνώστη, κατά «παντός ὑπευθύνου» (β. δύο αίτια).

Άλλωστε, η επίκληση των δακρύων εκ μέρους του, καταντά παντελώς θεατρική· εδώ, στο παρόν παράδειγμα, ενώ θα δακρύσει για τη πτώχεια, με στόχο «ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν» της ιεροσύνης, θα τολμήσει να χλευάσει αδικαιολογήτως έναν πάμπτωχο ιερέα· αλλού ξεπερνώντας θρησκευτικούς σκοπέλους, θα ελιχθεί με θεατρικά δάκρυα αντίκρυ σε ιερείς, για να επαναλάβει τα περί «ἀμαθείας» επιχειρήματά του κατά των μοναχών:

«Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους», σελ. 99

 

Πρβλ. απάτη «Η Παρηγοριά & η Παρηγοριά»

Πρβλ. ενότητα «Φυσικά Χαρακτηριστικά, Τύχη & Πλούτος»

 

 

ΟΙ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ & Η ΑΛΗΘΕΙΑ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 100)

 

 

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 100)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Ο παγανιστής ή αντιχριστιανός αναγνώστης, πάντοτε θα προσπεράσει την κρίση του συγγραφέως «διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς!», δηλαδή τους ορθοδόξους ιερείς, και θα ενθυμηθεί εις την κριτική του μόνο το προσωποποιημένο (ειδωλολατρικό) «ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας» έμπροσθεν του οποίου θα θυσιασθούν γενικόλογα οι πρώτοι, με την παράθεση ορισμένων παραδειγμάτων ηθικής ατέλειας· εκτός κι αν γίνεται γενικά αποδεκτό, πως ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» ψεύδεται, ως κάποιου είδους κόλακας, μη πιστεύοντας μετά παρρησίας τα όσα γράφει.

 

Ψεύτης & Κόλακας ή Σοβαρός & Αληθινός;

Εις το ερώτημα της άνω επικεφαλίδας ας απαντήσει ο καθείς μόνος του· ας γνωρίζει όμως πως όποια γραμμή κι αν ακολουθήσει, θα βρεθεί σε παλινδρομήσεις. Μια φορά Χριστιανός Πατέρας δεν ήταν ο «Ανώνυμος Έλλην», αλλά σιγουρότατα διαφωτιστής· όσοι τον ασπάζονται μετ’ ευλαβείας ας γινώσκουν τα εξής: 

«Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει απ’ όσα έχουν προηγηθεί είναι το ακόλουθο: ήταν ο αντικληρικαλισμός του Διαφωτισμού μια απλή επίθεση κατά της διαφθοράς του κλήρου, μια κριτική, έστω δριμεία, των ηθικών αποτυχιών της εκκλησιαστικής ηγεσίας, κινημένη από γνήσια αφοσίωση στις πνευματικές και ηθικές απαιτήσεις της πίστης, όπως επέμεναν οι περισσότεροι από τους επικριτές της Εκκλησίας, ή η οξεία κριτική του κλήρου στην πραγματικότητα συνεπαγόταν την υιοθέτηση της φυσικής θρησκείας του Διαφωτισμού, οδηγώντας λογικά σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεμελίων της ορθόδοξης πίστης; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολες, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη την προφανή αντίφαση μεταξύ των δηλωμένων ορθόδοξων προθέσεων ορισμένων συγγραφέων από τη μια πλευρά και της αντιθρησκευτικής χροιάς των επιχειρημάτων από την άλλη.

Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση τόσο της Ελληνικής Νομαρχίας όσο και του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων. Οι διαβεβαιώσεις των συγγραφέων για τη γνησιότητα της εμμονής τους στην ευαγγελική αλήθεια και την Ορθοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τις διάφανες δεϊστικές θρησκευτικές τους προτιμήσεις, οι οποίες αντανακλώνται στην πρόκριση μιας απλουστευμένης και εξορθολογισμένης θρησκείας. Από αυτή την άποψη θα ήταν εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι οι περί της Ορθοδοξίας διακηρύξεις υπαγορεύονται κατά πρώτο λόγο από τακτικές σκοπιμότητες, συνδεδεμένες με την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής απήχησης για την επιχειρηματολογία τους, η οποία απευθυνόταν σε κοινό έντονα προσηλωμένο στη θρησκεία. Φαινόμενα θρησκευτικής κριτικής που ήδη μνημονεύσαμε, όπως ο αντικληρικαλισμός της Νεωτερικής Γεωγραφίας και η αντινομία που επισήμανε ο Μοισιόδαξ μεταξύ παιδευτικής προόδου και των απαιτήσεων της θρησκείας, αντιπροσώπευαν ουσιαστικά πρώιμες εκδηλώσεις αυτής της πνευματικής στάσης. Η θρησκευτική στάση του Κοραή, όπως θα παρουσιαστεί στο επόμενο κεφάλαιο, μπορεί να γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτή με ανάλογους όρους.

Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνες του Παμπλέκη και του "Ανώνυμου του 1789", τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Η θρησκευτική τους κριτική ξεπερνούσε το δεϊσμό, φτάνοντας σε αμφισβήτηση, ανασκευή, ακόμη και διασυρμό βασικών θρησκευτικών δογμάτων και εκκλησιαστικών μυστηρίων -μια θέση που στην ουσία ισοδυναμούσε με απόρριψη της θρησκευτικής πίστης. Μερικές αιχμές της επιχειρηματολογίας του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων, και ιδιαίτερα η άποψη ότι η θρησκεία υπνωτίζει τις μάζες- πράγμα που σχεδόν θυμίζει τη μεταφορά για το "ὄπιο τοῦ λαοῦ", μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη κάποιας συνάφειας αυτού του κειμένου με το ρεύμα του αντικληρικαλισμού, που εξελίχθηκε σε κριτική της ίδιας της πίστης.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 377-378)

Ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» έχει διαφορετική άποψη για την απόφασή του προς «τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς!»· απευθυνόμενος προς τους ομοεθνείς του λέγει: «Ἀκούσατε [...] Ἕλληνες [...] τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128

Κολακεία που ο ίδιος κατηγορεί όταν ασχολείται με τους μονάρχες:  «Πῶς νὰ γνωρίσῃ τὸ χρέος του ἐκεῖνος, ὁποὺ ἀνετράφη εἰς τὸν κόλπον τῆς ὀκνηρίας καὶ τῆς κολακείας;», σελ. 65

Όμως, ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο της συνειδήσεως:  «Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά.», σελ. 155

Οι έπαινοι αυτοί γίνονται σαφείς στο τέλος του έργου του, ιδίως όταν υποστηρίζει πως οι έλληνες δεν αρρωσταίνουν ποτέ, όταν παράλληλα κατηγορεί το Χριστιανισμό για τις «ανθυγιεινές» νηστείες, τις οποίες άλλωστε ακολουθούσαν αιώνες πριν το διαφωτισμό οι έλληνες συμπολίτες του, προφανώς η μητέρα του κι ο πατέρας του, χωρίς κανένα πρόβλημα υγείας· το αντίθετο μάλιστα:

«Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος», σσ. 153-154

Εντούτοις, η ορθή παρατήρηση του Κιτρομηλίδη για τις πιθανές υποκρισίες, κι άρα για τις κολακείες του «Ανωνύμου του Έλληνος» έχει να κάνει με τη γενικότερη τακτική των διαφωτιστών εκείνη την εποχή:

 «Με τον τρόπο αυτόν είχε τη δυνατότητα [ο Κοραής] να ανασκευάσει και να καταρρίψει τα επιχειρήματα του έργου αυτού [Διδασκαλία Πατρική], χωρίς να εμπλακεί σε κατά μέτωπο επίθεση κατά της Εκκλησίας. Έτσι προσπαθούσε ν’ αποφύγει την ανοικτή ρήξη που θα εξέθετε την υπόθεση του Διαφωτισμού στον κίνδυνο να φανεί αντιθρησκευτική», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 278)

Αυτός ο κίνδυνος υπήρχε, μα αντικατοπτρίζονταν μόνο εις τα μάτια του λαού, τα οποία ο διαφωτισμός ποθούσε· άλλωστε η Εκκλησία στην ουσία δεν θα μπορούσε να πράξει τίποτα το αποτελεσματικό ενάντια εις το διαφωτισμό, αν αυτός αντιπροσωπευόταν από ευρείες μάζες, κι όχι από μια ολιγομελή ομάδα ανθρώπων, η οποία άλλωστε εξαφανίστηκε μετά το 1821 παραδίδοντας τα πνευματικά της όπλα. Έτσι, η όλη διαμάχη δόθηκε γύρω από την πνευματική καθοδήγηση του πολυάριθμου απλού «αγράμματου» λαού:

«Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὅσοι περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι ἀπὸ διδαχήν, δὲν ἠξεύρουσι γράμματα. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁμιλοῦντος, διὰ νὰ καταπείσῃ τοὺς πεπλανημένους εἰς τὸ ψεῦδος.», σελ. 138»

Αυτός είναι κι ο λόγος για τον οποίο άλλωστε ο «Ανώνυμος Έλλην» θεωρείται «ύποπτος» ως προς την παρουσιαζόμενη φιλική διάθεση προς την Χριστιανική θρησκεία, από την οποία όμως δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται πολλά· αντιθέτως, φαίνεται να την μεταποιεί ως κάποιου είδους αποκλειστική πολιτική διδασκαλία:

«Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ ποῖος ὁ ξένος; (!) Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν; Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται; Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις; Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς, καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Σημειώνεται πως με τη λέξη «ἀρετή» νοούνται πολιτικές ιδιότητες παρά χριστιανικές.

 

Επίλογος

Οι κολακείες του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» που κάποιοι διαπιστώνουν ίσως είναι κατανοητές· ο ίδιος ο συγγραφεύς αυτός είχε μελετήσει εις τη Δύση:

«Στην περιγραφή της ιστορικής φθοράς ο Ανώνυμος ακολουθούσε περισσότερο τον Machiavelli παρά τον Αριστοτέλη. Ο αμφιλεγόμενος Φλωρεντινός φυσικά δεν αναφέρεται ποτέ ονομαστικά από τον Ανώνυμο τον Έλληνα, ο οποίος έχει απορροφήσει τη μακιαβελική επιρροή έμμεσα, από τους Ιταλούς επιγόνους του Machiavelli του δέκατου όγδοου αιώνα, ανάμεσα στους οποίους έζησε και τα ίχνη των οποίων είναι προφανή στη σκέψη του. [βλ. Elizabeth Rawson, The Sparta Tradition in European Thought, Οξφόρδη 1969, σσ. 301-305. Ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας είχε δεχθεί την άμεση επίδραση του Alfieri, από το έργο του οποίου Della Tyrannide υπάρχουν παραθέματα στη σελ. 157]. Η περιγραφή της ηθικής και κοινωνικής αποσάθρωσης του αρίστου πολιτεύματος στην Ελληνική Νομαρχία παραπέμπει στην ανατομία της κοινωνικής διαφθοράς στις Διατριβές στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου, και πιο συγκεκριμένα στις Φλωρεντινές Ιστορίες [Πρβλ. Machiavelli, The Discourses, Βιβλίο Ι, κεφ. 16-18 & J.G.A. Pocock, The Machiavellian Moment, Princeton 1975, σσ. 204-211]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 349)

Ο Machiavelli ήταν εκείνος που υποστήριζε το «ὁ σκοπὸς ἀγιάζει τὰ μέσα»· ένα τέτοιο μέσο ήταν κι ο Χριστιανισμός, για ορισμένους ίσως «προοδευτικούς» των περασμένων αιώνων, που από τη μια μεριά επιζητούσαν να διαδώσουν λόγιες, κι άρα περιορισμένες, διδασκαλίες από μακρινές μήτρες μέσα σε πολυπληθείς ομάδες ξένες προς αυτές. Η ξενοκίνητη αυτή διδασκαλία που οδηγεί σε κολακείες, επιβεβαιώνεται από τη διάψευση του «Ανωνύμου του Έλληνος», ακριβώς από εκείνους που ζητά την υποστήριξη και που δεν επικυρώνουν έμμεσα την ειλικρίνεια των θέσεών του:

«Ὤ, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν εἰς τὸ πῦρ τοῦτο μου τὸ βιβλιάριον, ὅσοι φοβοῦνται τὸ φῶς τῆς ἀληθείας! Διὰ τοῦτο λοιπὸν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ τοὺς προειδοποιήσω, ὅτι τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ προστάζει νὰ ὁμιλήσω τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν φοβοῦμαι οὔτε τοὺς ἀμαθεῖς, οὔτε τοὺς σπουδαίους καὶ ἐναρέτους. Τοὺς μὲν πρώτους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄξιοι φόβου, τοὺς δὲ δευτέρους ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια δὲν ἐπιδέχεται κατάκρισιν. Μᾶλλον δὲ οἱ σπουδαῖοι θέλουν ἐπικυρώσει τοὺς λόγους μου μὲ τὴν νουνεχῆ των ἐπιβεβαίωσιν, καὶ θέλουν προσπαθήσει, ὅσον ὀγληγορώτερον δυνηθῶσι, νὰ διορθώσωσιν ὁπωσοῦν τὰς φοβερὰς καὶ ἐπιζημιώδεις καταχρήσεις αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τάγματος, διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν προτέραν της λάμψιν καὶ εὐτυχίαν.

Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους, καὶ νὰ ἀποδείξω μὲ γεωμετρικὴν βεβαιότητα τὸ πόσον κακὸν προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα.», σσ. 98-99

Ο Κητρομιλίδης, ως μελετητής σοβαρός, για την διεθνή «θύραθεν» κοινότητα του νεοελληνικού διαφωτισμού, κι αναλογικά ως ένας από τους «σπουδαίους καὶ ἐναρέτους» για τον ίδιον τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», πρόλαβε κι έρριψε το «λίθον τοῦ ἀναθέματος» έναντι της αξιοπιστίας και της σοβαρότητας του τελευταίου, όπως και δυο - τριών άλλων διαφωτιστών, πολύ προτού προλάβει να τον ρίψει ετούτη η σελίδα.

Ο χαρακτηρισμός δε του τελευταίου ως ανειλικρινή ή υποκριτή, ή ακόμη και Μακιαβελιστή, δεικνύει πως τα παρακάλια «μετὰ δακρύων [προς] τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης» είναι το πιθανότερο, ένα ατελέσφορο προπέτασμα καπνού που ο «Ανώνυμος Έλλην» ρίπτει προ των καταγγελιών για «τὰς φοβερὰς καὶ ἐπιζημιώδεις καταχρήσεις αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τάγματος», το αποτελούμενο από «τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους»· η καταγγελία του που στρέφεται προς από τους «σπουδαίους καὶ ἐναρέτους», δεν θα μπορούσε άλλωστε να απευθύνεται ουδέποτε προς «τοὺς ἀμαθεῖς (1) ... ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄξιοι φόβου» κι επειδή αυτοί αντιπροσώπευαν τον ρωμαίικο το λαό:

«Η εσωτερική αυτή αντινομία συνδεόταν με τη θέση των οπαδών του Διαφωτισμού στην ελληνική κοινωνία:  αποτελούσαν μια ισχνή μερίδα του πληθυσμού συγκεντρωμένη στις εμπορικές πόλεις των Βαλκανίων και της Δυτικής Μικράς Ασίας και στις κοινότητες της ελληνικής διασποράς, από δε τη φύση των πραγμάτων παρέμειναν γενικά απομονωμένοι από την κύρια μάζα μιας παραδοσιακής θρησκευτικά προσανατολισμένης και αναλφάβητης σε μέγιστο ποσοστό αγροτικής κοινωνίας. Απομονωμένοι κατά το πλείστον από το κύριο σώμα της κοινωνίας, την οποία ήθελαν να ποδηγετήσουν και να μεταρρυθμίσουν, οι οπαδοί του Διαφωτισμού είχαν επιπλέον να αναμετρηθούν με τους συντηρητικούς εκπροσώπους της συμβατικής ιδεολογίας. Οι συνακόλουθες διαμάχες διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στους κόλπους της λόγιας παιδείας και δεν ανατάραξαν τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 500)

 

Πρβλ. τελευταία ενότητα απάτης «Παρηγορία & Παρηγοριά»

Παράρτημα

«Δὲν ἠμπορεῖτε, ὦ Ἕλληνες, νὰ καταλάβητε, ὅσον πρέπει, τὴν οὐτιδανότητα τῆς ψυχῆς μερικῶν, μάλιστα τῶν ὅσων διὰ κλοπῆς καὶ πολλῶν χρόνων κολακείας, ἀπόκτησαν πολλὰ χρήματα. Ὦ Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα ἐκφέρουσι παντοτινὰ ἀπὸ τὰ στόματά των, ὄντες ὄντως κόρακες, ἐνδυμένοι μὲ τὰ πτερὰ τοῦ παγωνίου.», σελ. 130

 

 Σημειώσεις

1.  «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία...», (σελ. 112)

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΑΜΑΘΕΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ & ΑΜΑΘΕΙΑ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 54-56)

 

«Ὤ, πόσα παραδείγματα μᾶς παρασταίνει ἡ ἱστορία πρὸς τιμὴν τῆς φιλίας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ σιωπήσω τὸ ἀκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τοῦ Τυράννου εἰς Συρακούζην, ἐσυκοφαντήθη πρὸς αὐτὸν παρά τινος προδότου ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἑνωμένος μὲ τοὺς ἡδυτάτους δεσμοὺς μιᾶς εἰλικρινεστάτης φιλίας. Ὁ τύραννος οὖν, κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐπὶ θρόνου καθημένων, καταδικάζει τὸν ἀθῶον εἰς θάνατον, καὶ δὲν καταδέχεται οὔτε κἂν νὰ τὸν ἰδῇ, ὄχι δὲ νὰ τὸν ἀκούσῃ. Μανθάνει ὁ ἀθῶος τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς ἔκπληξιν, ὡσὰν ὁποὺ ἐγνώριζε, ὅτι οἱ δοῦλοι ὑπόκεινται εἰς τὸ νὰ χάσουν τὴν ζωήν των εἰς κάθε στιγμήν, καὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ τυράννου. Δὲν λυπεῖται δι᾿ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἄφηνε τὰς ὑποθέσεις του εἰς ἄκραν ἀταξίαν. Διὸ τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ δακρύων τὸν παρακαλεῖ, νὰ ἀναβάλῃ τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου του διὰ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του, διὰ νὰ διορθώσῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ὀσπιτίου του, καὶ ἔπειτα μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον. Ὁ τύραννος, λοιπόν, τοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι ἤθελε τοῦ κάμει τοιαύτην χάριν, πλὴν ὑπωψίαζε, μήπως δὲν ἤθελεν ἐπιστρέψει, καὶ διὰ τοῦτο ἂν ἤθελε τοῦ προσφέρει ἕνα ἐγγυητὴν - τὸν ὁποῖον νὰ ἤθελε θυσιάσει, ἂν αὐτὸς ἤθελε τὸν ἠπατήσει - τότε ἤθελε τοῦ δώσει τὴν ἄδειαν. Ἀκούσας δὲ ὁ φίλος του αὐτά, εὐθὺς τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ χαρᾶς τοῦ λέγει, δεικνύοντας τὸν ἑαυτόν του: «Ἰδοὺ ὁ ἐγγυητής του. Ἐγὼ μένω εἰς φυλακήν, ἕως εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φίλου μου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιασθῶ εἰς ἔλλειψίν του.

Τότε ὁ τύραννος ἐπροσδιώρισεν τὴν ἡμέραν, ἕως εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸν προσμείνει, καὶ παραχρῆμα ὁ μὲν πρῶτος ἀνεχώρησεν, ὁ δ᾿ ἄλλος ἐβάλθη εἰς φυλακήν. Καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἰδεασθῇ τὴν χαρὰν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς εὐπραξίας, ὁποὺ ἀμφότεροι αἰσθάνθησαν. Ἐπῆγεν, λοιπόν, εἰς τὸ ὀσπίτιόν του καὶ μετὰ πάσης σπουδῆς ἐδιώρθωσε τὰς ὑποθέσεις του, δίδοντας δὲ τὸν ὑστερινὸν ἀσπασμὸν εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τέκνα του, ταχέως ἐπέστρεφεν πρὸς τὸν τύραννον, καὶ ἔφθασεν πρὶν τοῦ τέλους τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας. Ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, βλέποντας τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τρόπον τινὰ ἐκινήθη εἰς σπλάγχνος καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ἀμφοτέρους.

Ἰδού, ὦ ἀγαπητοί μου, πόσον δύναται νὰ πράξῃ ἡ φιλία, ὅταν εὑρίσκεται ὄντως ριζωμένη εἰς τὰς καρδίας δύο ὑποκειμένων. Στοχάζεσθε, ἴσως, νὰ εἶχον αὐτοὶ οἱ δύο φίλοι καρδίας δούλων; Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθίσῃ τοιαύτη φιλία εἰς σκλαβωμένας καὶ δούλας ψυχάς; Οἱ δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, ἂν καὶ κατὰ συμβεβηκὸς συμφωνήσουν εἰς μερικὰς ἰδέας των, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ συμφωνήσουν εἰς τὸν κυριώτερον σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εὐτυχίας των, ὡσὰν ὁποὺ καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμενος εἰς μίαν παντοτινὴν ἀβεβαιότητα, φυλάττει καθεὶς ξεχωριστὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ ζῇ, καὶ ἐξακολούθως προσπαθεῖ διηνεκῶς νὰ διαφθείρῃ τὴν διαγωγήν του, καὶ νὰ τὴν παρομοιάζῃ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ τὸ πᾶν κρέμαται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 54-56)

 

Μυθοπλάστης: «Ανώνυμος Έλλην»

Απάντηση: Η αγκύλωση μέρους των διαφωτιστών προς την αρχαία Ελλάδα γίνεται πρόδηλη εις το παρόν παράθεμα. Ο Κητρομηλίδης παρουσιάζει δύο ακραίους διαφωτιστές που κατηγορούσαν τους Επισκόπους περί  «πάσης ξηροκαμπίας» [Περί Θεοκρατίας, Χριστόδουλος Παμπλέκης, σελ. 162 & «Ἀνώνυμος τοῦ 1789»]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης,  σελ. 371)

Η «πάση ξηροκαμπία» όμως της αρχαιομανίας είναι εκείνη η οποία αφήνει τον «Ανώνυμο Έλληνα» να παραλογίζεται μέσα σε λαβυρίνθους ακατάστατων συλλογισμών.

 

Δούλοι φρονούν ελευθέρως & ελεύθεροι φρονούν δουλικώς

Μέσα από το παράδειγμα της τυραννίας εκ της αρχαίας Ελλάδος, άλλο δεν παρουσιάζει ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» παρά δύο πολίτες που, αν κι είναι υποτελείς και πειθήνια όργανα στις διαταγές του τυράννου των, εντούτοις χαρακτηρίζονται ως έχοντες «ἐλεύθερον φρόνημα»:

«Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν τύραννον».

Παρατηρεί ο αναγνώστης πως οι δύο αυτοί αρχαίοι έλληνες, που είναι υποταγμένοι πολιτικά εις τον δικό τους «ἀρχαῖον Ἕλληνα» τύραννο, έναντι του οποίου δεν παρουσιάζουν καμία μετά όπλων εξέγερση, «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως»· ούτε λόγος να γίνεται περί «δουλεῖας» των.

Στο λίβελό του ο «Ανώνυμος Έλλην», παρότι ως είδε ο αναγνώστης έπλεξε τον ύμνο εις δύο πειθήνιους πολίτες εις την τυραννία, και μάλιστα σε τυραννία  απ’ ένα «βρωμερὸν τέρας», αντιμάχεται μετά παρρησίας κάθε έλληνα υπόδουλο εις τον τύραννο της Κωνσταντινουπόλεως πριν το 1821:

«Τίς ἄλλη, παρακαλῶ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἰτία, εἰμὴ ὁ ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου; Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σοῦλι; Ἔ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἰτία: ὅσα ὑποδουλώθησαν παρ᾿ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του.», σελ. 36

 Ας μη εισέρχεται εις κάποια σύγχυση ο αναγνώστης θεωρώντας πως ο μεν ένας τύραννος ήτο Έλληνας, κι «άρα» δικαιολογημένος (σημ. «βρωμερὸν τέρας»), ο δε άλλος ήτο Οθωμανός ή Τούρκος, κι «άρα» αδικαιολόγητος. Για την νόηση του διαφωτισμένου «Ανωνύμου του Έλληνος» η πολιτική θέση ενώπιων των τυράννων δεν έχει διαφορά, ανεξαρτήτου εθνικότητος:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος, ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν, ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του. Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων, καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς, ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73

Οι αφορισμοί εναντίον παντός έλληνα που υπόκεινται εις πολιτική τυραννία μέσα εις το γραπτό του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», είναι δεδομένη, όσο προσπαθεί αυτός να πετύχει μιαν αγανάκτηση των αναγνωστών προς άμεση κι ένοπλη εξέγερση. Πάρα ταύτα, όταν ο λόγος του μπολιαστεί μετά «πάσης ξηροκαμπίας» εκ της αρχαιότητος, τότε όχι μόνο θα υποστηρίξει, ως είδε ο αναγνώστης πως ο «δοῦλος φρονεῖ ἐλευθέρως» αλλά επιπλέον θα υποστηρίξει πως οι υποδουλωμένοι εις τους Οθωμανούς Ρωμιοί φρονούν ομοίως:

«...καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας»...

Αν πράγματι φρονούσαν ομοίως οι περισσότεροι «τοῦ γένους μας», τότε καταντά έξοχη υπερβολή η συγγραφή του δικού του πολιτικού έργου, με το οποίο όφειλε να πείσει τους «δούλους» να μην είναι «δούλοι»:

α. «...ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων», σελ. 11

β. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

γ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

 

Πυθαγόρεια φιλοσοφία & αμάθεια

Είναι γνωστό εις τον καθένα που έχει αναγνώσει την «Ελληνική Νομαρχία» επισταμένα, ότι ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», ως ακόμη ένας «γνήσιος διανοούμενος» πάλλεται μετά «πάσης ὑπερηφανείας» έναντι παντός αμαθούς· σύμφωνα με τις διαφωτιστικές προπαγανδιστικές προκηρύξεις της εποχής, μόνο η μόρφωση (προφανώς με «επιμορφωτική» ύλη επιλογής των διαφωτιστών) θα μπορούσε να οδηγήσει το ελληνικό γένος σε ανάσταση:

«Η αμάθεια αποτελούσε πρωταρχική αιτία της κοινωνικής δυσπραγίας. Στο μέτρο που η άγνοια μπορούσε να ξεπεραστεί και να ξεριζωθεί, η διαφθορά θα μπορούσε να δαμαστεί και να επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση. Με βάση αυτή την αιτιολογία των κοινωνικών δεινών, η θεωρητική ενασχόληση του Μοισιόδακα συναρθρώθηκε γύρω από τις προϋποθέσεις της πολιτισμικής ανανέωσης και τα μέσα για τον έλεγχο της αμάθειας. Η κριτική του εμπνεόταν από αυτόν τον στόχο και επιδίωκε να εκθέσει τα εμπόδια και τους περιορισμούς που έπρεπε να παραμεριστούν πριν παταχθεί η αμάθεια. Μόνον αφού θα είχε συντελεστεί αυτή η αρχική φάση της κριτικής, θα ήταν δυνατό να τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Ηθική Φιλοσοφία, σσ. ια -ιδ] », (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 227)

Αυτή η αμάθεια είχε, υποτίθεται, εν μέρει ρίξει το Βυζάντιο εις τα χέρια των Οθωμανών:

«Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης, καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς.», σελ. 75

Όμως, ποια στα αλήθεια ήταν τα δύο πρόσωπα που «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως» εις το «ξηροκαμπικὸν» ή «ξυλοσοφικὸν» παράδειγμα του «Ανωνύμου του Έλληνος»; ήταν κάποιοι αμαθείς ώστε να συμπεριφέρονταν πειθήνια εις τις εντολές του τυράννου τους ή μήπως ήταν κάποια «φωτεινὰ» παραδείγματα διακείμενα διαφορετικώς από ότι αναμένονταν;

Η «ιστορία» αυτή που περιγράφει ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» είναι μια «ιστορία» δύο Πυθαγορείων φιλοσόφων· για την οποία λέγεται:

«Η ιστορία των δύο φίλων, που παραδίδεται σε πολλές παραλλαγές, δεν είναι βέβαιο ότι απηχεί την ιστορική πραγματικότητα. Είναι μάλλον ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, οπωσδήποτε όμως αντανακλά τον στενό δεσμό που συνέδεε τους πυθαγορείους μεταξύ τους». (Πηγή: Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, Α΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2005,  σελ. 99)

 

Ηθική αρχαίας Ελλάδος & διαβολή Χριστιανισμού

Η προσφυγή εις μία, φανταστική ιστορία, άλλο δε δείχνει παρά την εμμονή εις την ελληνική αρχαιότητα για ηθικό παραδειγματισμό, ακόμη κι όταν το παράδειγμα ανατρέχει επί ενός τυραννικού, άρα μισητού για τους τελευταίους διαφωτιστές κι ιδίως για τον «Ανώνυμο Έλληνα», πολίτευμα.

Παρότι ο συγγραφεύς αναρωτιέται το «πόσα παραδείγματα μᾶς παρασταίνει ἡ ἱστορία πρὸς τιμὴν τῆς φιλίας», εντούτοις η «ξηροκαμπία» θα ανατρέξει μόνο προς την αρχαία Ελλάδα και μόνο (!) προς ένα τυραννικό, παρά δημοκρατικό πολίτευμα. Θυμίζοντας εδώ τις διδασκαλίες του «Ανωνύμου του Έλληνος» περί της φιλίας, ας σημειωθεί πως η φιλία αναμένεται περισσότερο να ευδοκιμεί εις την Νομαρχία παρά εις την Μοναρχία· εντούτοις η «ξηροκαμπία» θα αναστήσει στο βιβλιάριον του τη φιλία μεγαλεπηβόλως μέσα από την Μοναρχία - Τυραννία:

α. «Τοὐναντίον δέ, εἰς τὴν ἐλευθέραν ζωὴν [...] ἡ φιλία φυλαττομένη», σελ. 24

β. «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.», σελ. 22

Σημασία έχει εδώ πάντως, πως τα μεταφυσικά παραδείγματα του Ευαγγελικού λόγου είχαν λάβει τέλος εις την διοχετευόμενη λόγια παιδεία προς τους Έλληνες - Ρωμιούς κι είχαν αντικατασταθεί από κοσμικά, δηλαδή πολιτικά, έστω κι αν οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι αντιπροσώπευαν ένα θρησκευτικό σύστημα με αφιερωμένη λατρεία προς τον θεό Απόλλωνα:

α. «Η γνωριμία του παρελθόντος σήμαινε για το αναγνωστικό κοινό του Διαφωτισμού εξοικείωση με τον τρόπο ζωής και τη δυναμική του πολιτισμού των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Αυτό βέβαια συνεπαγόταν σαφή ιδεολογική διάσταση από την εξιστόρηση εξαιρετικών συμβάντων με μεταφυσική σημασία, η οποία συνιστούσε το περιεχόμενο των παραδοσιακών χρονικών. [...] Η νέα προσέγγιση στη μελέτη του παρελθόντος, με άξονα πλέον τον πολιτισμό, αποτέλεσε το δίαυλο δια του οποίου ο Διαφωτισμός διοχέτευσε τις πολιτικές ιδέες και τις ηθικές αξίες της κλασσικής εποχής στη νεότερη ελληνική σκέψη». (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 101)

β. «Η ανδρεία και η αρετή των πρωταγωνιστών, εκφρασμένη δραματικά με την πρόθυμη αυτοθυσία στο όνομα της ευγενικής φιλίας, έφερναν στο προσκήνιο την ηρωική ηθική των αρχαίων Ελλήνων, τους οποίους ονειρεύονταν να μιμηθούν οι νεότεροί τους απόγονοι. Έτσι, οι λογοτεχνικές επιδιώξεις του Ρήγα, ενοποιημένες στο συγκινησιακό τους περιεχόμενο από τον πόθο για ελεύθερη συναισθηματική έκφραση, ενσωματώθηκαν σ’ ένα ευρύτερο πατριωτικό πρόγραμμα αναβίωσης της ελληνικής αρετής.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 300)

γ. «Η γνώση της αρχαίας ιστορίας ήταν πρωταρχικά χρήσιμη εξαιτίας του ηθικού της περιεχομένου. Αποτελούσε την κυριότερη πηγή των ηθικών διδαγμάτων που υποδείκνυαν τους κανόνες της "πολιτικής επιστήμης"», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 117)

δ. Ο Κοραής θεωρούσε την ουσιαστική μόρφωση υπέρ της οποίας τάσσονταν ως «την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας που θα συνδύαζε την ηθική της κλασσικής εποχής με τη σύγχρονη φιλοσοφία και επιστήμη. Επέμενε ότι η αναγέννηση στην Ευρώπη είχε συντελεστεί με αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια η αναγέννηση ης Ελλάδας μπορούσε να επιτευχθεί με την ίδια μέθοδο [Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, τομ. Α, Παρίσι 1833, σσ.249-251]: "Περισσότερον ἤθελ’ ὠφελήσειν τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς" [ό.π, σελ. 67]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 398)

Ο «Ανώνυμος Έλλην» για να διδάξει τους «ἀμαθεῖς» έλληνες της εποχής του, είχε επιλέξει την κοσμική, πλην φανταστική - μεταφυσική, ιστορία δύο φιλοσόφων, οι οποίοι κάθε άλλο παρά επαναστάτες - «προοδευτικοί» ήταν· με το παράδειγμα δύο «δούλων» που δεν διέφεραν εις το ζήτημα της πολιτικής δουλείας από τους έλληνες της προς του ’21 εποχής, ο ίδιος συγγραφέας με αέρα φιλοσοφικής υπερηφάνειας, επιθυμούσε να «φωτίσει» με το «φως» της Εσπερίας, εκείνα τα Ρωμαίικα χωριά της Πίνδου που ήσαν και «πρότερον ὑποδουλωμένα» και που δεν «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως» σαν τους δύο «δούλους»*  φιλοσόφους, και προφανώς μήτε σαν τον ίδιο [* δικός του έμμεσος χαρακτηρισμός]

Εις ειρωνεία της αυτής ανωτέρου ψευδούς φιλοσοφικής ηθικοπλαστικής ιστορίας πρέπει να ριφθεί το εξής παράθεμα:

«"[...] Οἱ Ἀρχιερεῖς μισούσι τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας καθὼς οἱ ’φθαλμιῶντες τὸν ἥλιον ἤ καθὼς οἱ κλέπται τοὺς λύγχνους. Οἱ Ἀρχιερεῖς θέλουσι τοῦς νέους Γραικοὺς ἀμαθεῖς καὶ ἀπαιδεύτους, διὰ νὰ κύπτουσι τὸν αὐχένα ὡς ἄλογα κτήνη εἰς τὸν γυζὸν τῆς πλάνης. Θέλουσι τοὺς Χριστιανοὺς ἀμαθεῖς, διὰ νὰ πιστεύωσιν ὡς δόγματα πίστεως τὰ ἐφευρήματα τῆς δεισιδαιμονίας, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπελέγχει ὡς αἱρέσεις. Μισοῦσιν οἱ Ἱεροὶ τοῦ γένους τὸν φωτισμὸν διότι πειράζει τὰ παράνομα αὐτῶν εἰσοδήματα καὶ τὰ ἄδικα δικαιώματα. Μισοῦσιν τοῦ γένους τὸν φωτισμὸν ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ δίστομος μάχαιρα ἥτις μέλλει νὰ κατακόψῃ τὰς κεφαλὰς τῆς πολυκεφάλου ὕδρας, λέγω τῆς δεισιδαιμονίας [...]

Δυσχαιρένουσιν οἱ Ἅγιοι ὅταν βλέπωσιν ἐκδιδόμενα εἰς φῶς βιβλία ἐπιστημονικὰ καὶ φιλολογικὰ, τὰ ὁπόῖα φωτίσουζι τὸ γένος. [...] δίδαξόν μας, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ πάτερ, οὐχὶ τὴν ὑποταγὴν τοῦ κόσμου ἀλλὰ τὸ καλῶς ζῆν ἐν τῷ κόσμῳ, οὐχὶ τὴν μισανθρωπίαν τοῦ Τίμωνος, ἀλλὰ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Σωκράτους, οὐχὶ ὀπτασίας ἀλλὰ ἡθικὴν, [...] οὐχὶ τὰ ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὰ καθήκοντα τῆς πολιτικὴς κοινωνίας", [«Λίβελλος κατὰ τῶν Ἀρχιερέων», σσ. 119-122]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 376-378)

Είναι παράδοξο πως «ὠφέλιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον» ως «καθήκοντα τῆς πολιτικὴς κοινωνίας», είναι τα παραδείγματα εκείνων των πολιτών που εκτελούν πειθήνια τις εντολές του τυράννου τους:

α. «...καὶ ἔπειτα μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον», σελ. 54

β. «Ὁ δοῦλος, πιστεύσατέ μοι το ἀδελφοί, ποτὲ δὲν στοχάζεται, ὅτι εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν κύριόν του, ἀλλὰ εἶναι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος, καὶ ἐκεῖνος κύριος. Βαβαί!», σελ. 23

Πού είναι στα αλήθεια οι υπερφίαλες ρήσεις περί εξεγέρσεως; περί αυτοθυσίας; περί αιματοχυσίας; περί αντιστάσεως; περί πολέμου;

Πουθενά.

«Κανένα πρόβλημα»· άλλωστε δεν είναι η παρούσα σελίδα που έρριψε τον «λίθον τοῦ ἀναθέματος». Ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» τον έριξε κι ακόμη τον κυλούν άθεα και αρχαιολατρικά στοιχεία της ελληνικής κοινότητας. Εκεί όπου τα «βρωμερά τέρατα» φέρονται «σπλαχνικά»:

«ὁ τύραννος [αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας], βλέποντας τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τρόπον τινὰ ἐκινήθη εἰς σπλάγχνος καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ἀμφοτέρους»

 

Άλογα βόδια & πεφωτισμένοι

Οι δύο αυτοί φιλόσοφοι του παραδείγματος της «Ελληνικής Νομαρχίας» δεν ήταν κάποιοι εξεγερμένοι ενάντια σε κάποιο τύραννο. Πάραυτα χρησιμοποιούνται ως ηθικό παράδειγμα πολιτών που ασκούν τη «φιλίαν ἐλευθέρως», έναντι των Ρωμιών «δούλων». Υπενθυμίζονται εδώ ορισμένες ατάκες της ρητορικής του «Ανωνύμου του Έλληνος» έναντι όσων υπόκεινται εις τυραννία:

α. «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν» σελ. 14

β. αλλά «οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν», σελ. 50

γ. ανάμεσα στα άλλα κι επειδή «Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα», σελ. 50

δ. Ούτως ή άλλως, «Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα, οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων», σελ. 50

ε.  «Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος, ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα.», σελ.22

Ο θαυμασμός εις την πολιτική επανάσταση κατά των τυράννων, εις την οποία οι δύο φιλόσοφοι δεν φαίνονται πρόθυμοι ή συμμέτοχοι, είναι πρόδηλος στην «Ἑλληνικὴν Νομαρχία»:

α. «Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

β. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36.

γ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν τῆς δουλείας των;», σελ. 66

δ. «Κεχαυνωμένοι [οἱ Ἠπειρῶται] οὖν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του», σελ. 35

ε. «Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του ἀπάται [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του», σελ. 36

Κι ο πιο απρόσεχτος μπορεί να εννοήσει πως, αρχαίοι φιλόσοφοι ή αρχαίοι πολίτες, που υπόκεινται σε τύραννο θεωρούνται ως να «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως»· προφανώς θα επρόκειτο περί κάποιων άλλων αόπλων, σίγουρα «γνησίων διανοουμένων», εις τους οποίους η «ευρυμάθεια», έναντι της «ἀμαθείας», για ακόμη μια φορά, δεν έφερε το όπλο εις το χέρι, ούτε καν την ιδέα της επαναστάσεως εις τη διανόηση, παρότι «ἀρχαῖοι», ωσάν εκείνους τους Ίωνες της Μικράς Ασίας που υπόκειντο εις τους Πέρσες.

Από την άλλη δε, Ρωμιοί ονειδίζονται ποικιλοτρόπως για την ίδια συμπεριφορά ως «βόδια ἢ ἄλογα», ως ουτιδανότεροι «τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων», «τυφλοὶ καὶ ἀνόητοι», «δοῦλοι», υποκείμενοι εις «τυραννικὴν μέθην» ή «ἀναισθησίαν» και τέλος «ἀνάνδροι».

Αίτιο όλης αυτής της ιδεολογικής και φυσικής κατάστασης, σύμφωνα με αυτόν τον συγγραφέα που κινείται έναντι των Ρωμιών, είναι «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ [που] ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία]», (σελ. 112), ώστε με τη σειρά τους, κι ένεκα της δικής τους «ἀμαθείας», να ανταποδώσουν με την υποδούλωση του γένους εις τους Ρωμαίους και τους Οθωμανούς (!) και την κλοπήν.

Εντούτοις, ο ίδιος συγγραφεύς με μια αποκοτιά θα ισοσταθμίσει τους παραλογισμούς του δεχόμενος, ή κολακεύοντας αναγκαστικά τους Έλληνες, όταν σημειώνει προσεκτικά πως «τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας», τους οποίους χυδαία εξύβριζε, να φρονούν σαν τους τότε φιλοσόφους, όπου «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως». Από αυτούς «τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας»  θα πρέπει ίσως να αφαιρέσει κανείς τους μοναχούς και τους κληρικούς, αν έχει πεισθεί οριστικά και αμετάκλητα από τα λόγια του «Ανωνύμου του Έλληνος»:

α. «Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά.», σελ. 155

β. «Ἀκούσατε [...] Ἕλληνες [...] τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128

γ. «Ὤ! πόσον διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς προγόνους μας οἱ ταλαίπωροι! , σελ. 40

 

Επίλογος

Τα βήματα των ακραίων διαφωτιστών, κι αυτά μονάχα είναι που ακολουθούν σήμερα οι εχθροί της εκκλησίας του Ιησού Χριστού, όρισαν μία διπλή ανελέητη και υποκριτική τακτική. Αυτή την τακτική ακολουθεί κι ο «Ανώνυμος Έλλην»· επί παραδείγματι:

α. με μια κακοήθεια (βλ. «Η αμάθεια & η αμάθεια [ευαγγέλιο]») σπιλώνει έναν αρχιμανδρίτη  και ρίπτει μια έμμεση αιχμή έναντι του ευαγγελίου του Χριστού.

β. με μια ψεύτικη ιστορία, εξυψώνει δύο -όχι αμαθείς- φιλοσόφους και πολιτικούς «δούλους», μαθητές «τοῦ μεγάλου Πυθαγόρα», (σελ. 54) για να παραδειγματίσει ηθικά εκείνους που αποκαλεί συνεχώς «δούλους», επειδή «ἀμαθεῖς», της εποχής του.

Τα βήματα αυτά, του ακραίου διαφωτισμού ήταν μονόδρομος· για να περάσει εις την ψυχή των Ρωμιών ορισμένες αναλήθειες, έπρεπε πρώτα από όλα να χτίσει ένα ψηλό ιδεολογικό κυματοθραύστη «μορφώσεως» με την σταθερά προβαλλόμενη αγανάκτηση για την «ἀμάθειαν τοῦ λαοῦ»· αυτήν «μόνο» ο διαφωτισμός μπορούσε να ανατρέψει με τις «αληθινές» διδαχές του,  ενώ παράλληλα έπρεπε να αντικαταστήσει, έστω και με μεταφυσικά παραδείγματα κοσμικού φρονηματισμού, εκείνο που τόσο πολύ ζήλευε, την πνευματική ισχύ της διδαχής των κληρικών:

α. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία]», (σελ. 112)

β. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν», σελ. 123

Είναι δεδομένο πως οι τόσο κακόγουστες ύβρεις του συγγραφέως προς τους ομοεθνείς του, επιζητούσαν να προκαλέσουν αγανάκτηση προς άμεση εξέγερση ή προς μετεκένωση περισσοτέρων ομοίων ιδεών από άλλους, με την αύξηση της παραγωγής επαναστατικών κι αντικληρικών κειμένων:

«ἡθέλησα νὰ [...] τυπώσω [...] διὰ νὰ παρακινήσω τοὺς προκομμένους τοῦ γένους μας νὰ συνθέσουν εἰς τὸ ἴδιον θέμα ἀξιώτερα πονήματα.», σελ. 169

Η ίδια αυτή προκαλούμενη πολιτική αγανάκτηση από άλλους ρήτορες εις την Γαλλία, είχε προξενήσει σωρεία εγκλημάτων Γάλλων έναντι Γάλλων.

Σημερινοί αντιθρησκευτικοί κύκλοι, μη προσκείμενοι φιλικά προς την Ορθόδοξο Εκκλησία, επιμένουν να παραθέτουν τέτοιες υβριστικές ρητορείες ως «ἱστορικὸν τεκμήριον», διότι προφανώς, μετά «ἱδίας καὶ πάσης ξηροκαμπίας», ως ο «Ανώνυμος Έλλην» μαρτυρεί («Ἡ αὐτὴ συντομία μὲ ὑποχρέωσε [...] εἰς μερικὰ κατεβατὰ [...] ἄκραν ξηρότητα», σελ. 169) επιθυμούν να γίνουν η χρησμολογική ενσάρκωση του πνευματικού τους προγόνου:

«Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι μόνοι των.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 123)

Θα πρέπει να σημειωθεί προ του τέλους ένα και μόνο πράγμα εις συναγερμό του πνευματικού τους λήθαργου· η κακοηθέστατη κατηγορία για τον τάχα διωγμό της φιλοσοφίας εκ μέρους της Εκκλησίας· μιας φιλοσοφίας, που υποτίθεται δεν παράγει «δούλους», σαν αυτούς που υπακούνε τον Τύραννο των Συρακουσών εις το άνωθι παράδειγμα «ἐκ τῆς ξηροκαμπίας»:

«... ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί.», σελ. 74

Ο εξαιρετικά φοβούμενος τον αρχαίο τύραννο και μέχρι θανάτου υπάκουος, Πυθαγόρειος φιλόσοφος που « «...μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον» προφανώς «ἤξευρε τὸ διατί»...

 

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ άμβωνος»

Πρβλ. ενότητα «Είναι ο "Ανώνυμος Έλλην" πράκτωρ;»

Πρβλ. απάτη «Το παραμύθι της Αμάθειας»

Πρβλ. απάτη «Αμάθεια & Αμάθεια»

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«[3] καὶ γὰρ Διονυσίου τυραννοῦντος Φιντίας τις Πυθαγόρειος ἐπιβεβουλευκὼς τῷ τυράννῳ, μέλλων δὲ τῆς τιμωρίας τυγχάνειν, ᾐτήσατο παρὰ τοῦ Διονυσίου χρόνον εἰς τὸ περὶ τῶν ἰδίων πρότερον ἃ βούλεται διοικῆσαι: δώσειν δ᾽ ἔφησεν ἐγγυητὴν τοῦ θανάτου τῶν φίλων ἕνα. [4] τοῦ δὲ δυνάστου θαυμάσαντος, εἰ τοιοῦτός ἐστι φίλος ὃς ἑαυτὸν εἰς τὴν εἱρκτὴν ἀντ᾽ ἐκείνου παραδώσει, προσεκαλέσατό τινα τῶν γνωρίμων ὁ Φιντίας, Δάμωνα ὄνομα, Πυθαγόρειον φιλόσοφον, ὃς οὐδὲ διστάσας ἔγγυος εὐθὺς ἐγενήθη τοῦ θανάτου. [5] τινὲς μὲν οὖν ἐπῄνουν τὴν ὑπερβολὴν τῆς πρὸς τοὺς φίλους εὐνοίας, τινὲς δὲ τοῦ ἐγγύου προπέτειαν καὶ μανίαν κατεγίνωσκον. πρὸς δὲ τὴν τεταγμένην ὥραν ἅπας ὁ δῆμος συνέδραμεν, καραδοκῶν εἰ φυλάξει τὴν πίστιν ὁ καταστήσας. [6] ἤδη δὲ τῆς ὥρας συγκλειούσης πάντες μὲν ἀπεγίνωσκον, ὁ δὲ Φιντίας ἀνελπίστως ἐπὶ τῆς ἐσχάτης τοῦ χρόνου ῥοπῆς δρομαῖος ἦλθε, τοῦ Δάμωνος ἀπαγομένου πρὸς τὴν ἀνάγκην. θαυμαστῆς δὲ τῆς φιλίας φανείσης ἅπασιν, ἀπέλυσεν ὁ Διονύσιος τῆς τιμωρίας τὸν ἐγκαλούμενον, καὶ παρεκάλεσε τοὺς ἄνδρας τρίτον ἑαυτὸν εἰς τὴν φιλίαν προσλαβέσθαι.»

Πηγή: Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη 10.4, 3-6, http://www.kennydominican.joyeurs.com/GreekClassics/DiodorusSiculus10.htm

 

 

ΜΗ ΛΑΛΕΙΣ ΕΠ’ ΑΜΒΩΝΟΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 122)

 

«Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς...», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 122)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Η μερίδα εκείνων των φανατικών διαφωτιστών, όπως ο  «Ἁνώνυμος Ἕλλην», που πολεμά μετά μανίας τους κληρικούς της Ορθοδόξου Ελλάδος, εμφανίζεται πάντα καθήμενη επί κάποιας  «ἀνωτέρας ἡθικῆς καθέδρης». Από κει «ψηλὰ», δίδασκε τους «ἀμαθεῖς» κληρικούς της υποταγμένης στους Οθωμανούς Ελλάδας, πως να συμπεριφέρονται «γενναίως» και «μετὰ πνεύματος αὐτοθυσίας» (βλ. σφάξε με αγά μου να αγιάσω) διδάσκοντας τους συμπολίτες και πνευματικούς τους αδελφούς.

 

Η «ὑψηλὴ τῆς ἡθικῆς καθέδρα»

Ο «Ανώνυμος Έλλην» παρουσιάζεται ως κάποια «ἡρωϊκὴ» φωνή που σκοπό έχει να ελέγξει τους «δειλοὺς» κληρικούς:

«Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν!...»

Αυτό υποστηρίζει αλλπρόσαλα ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας», όταν η δική του συμπεριφορά κατηγορείται για «ἀναχωρητισμὸ» από τη σκλαβωμένη πατρίδα «ἐκ στόματι» Ξάνθου· στην ερώτηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη: «γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ελευθερωθούν ή, τουλάχιστο, να ελαφρώσουν το ζυγό τους;» ο τελευταίος απαντά, όπως διαφαίνεται στο γραπτό του Βακαλόπουλου, τα εξής: «Πώς να το καταφέρουν, πρίγκιπά μου; όλοι οι αξιόλογοι συμπατριώτες μας φεύγουν στη ξενιτιά και τους αφήνουν ορφανούς» (βλ. Α.Σ. 11)

Η αναχωρητική συμπεριφορά του «Ανωνύμου του Έλληνος» κατηγορείται εύστοχα με τις παραδοχές του Κιτρομηλίδη, τόσο έμμεσα δια μέσω της στάσης ενός άλλου διαφωτιστή του εξωτερικού, όσο και άμεσα:

α. «Η επιμονή του [Αθανάσιου Ψαλίδα] να ζει στο εξωτερικό μείωνε τη συνεισφορά του στο φωτισμό των συμπατριωτών του», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 193)

β. «Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ανώνυμος πατριώτης (βλ. «Ἀνώνυμος ἕλλην» θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Πολλές φορές αυτή η στάση των «σοφῶν» διανοουμένων, δηλαδή η εκείνη η εκτός σκλαβωμένης πατρίδος ή εκ των κοινών «ἀναχώρησις ἤ ἀναχωρητισμὸς» (αγαπητός όρος κατηγορίας ενάντια στο μοναχισμό από τους διαφωτιστές / παγανιστές), δικαιολογείται από μελετητές του διαφωτισμού ως «φυσικὴ» (ένεκα των γηρατειών) και ως «γνησία ἤ αὐθεντικὴ» (ένεκα του κοινωνικού ρόλου) πράξη:

«Ωστόσο, όταν τα νέα [της επανάστασης] έφτασαν στο Παρίσι, ο γέροντας θεωρητικός της ελληνικής παλιγγενεσίας, παρά τις προγενέστερες φιλοσοφικές του επιφυλάξεις για το αν ήταν σκόπιμη μια άμεση επανάσταση, ένιωσε την ψυχή του να δονείται [...] Ο σοφός πρεσβύτης δεν μπορούσε φυσικά να σπεύσει να προσχωρήσει στις τάξεις όσων πολεμούσαν τους τυράννους. Αντί γι’ αυτό ως γνήσιος διανοούμενος, θεώρησε ότι η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει τους μαχόμενους ήρωες για τις νέες πολιτικές περιστάσεις, των οποίων ο αγώνας για την ελευθερία ήταν το ιστορικό προοίμιο», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 408-409)

Άλλοι επίσης «γνήσιοι διανοούμενοι» του Διαφωτισμού, όπως π.χ. ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Αθανάσιος Χριστόπουλος δε θα συμμετάσχουν σε μάχες της ελληνικής επανάστασης.

Ο «Ανώνυμος Έλλην», δικαιολογώντας την απουσία του ονόματός του επί του έργου του, υποστηρίζει ως τρίτη υπʼ αριθμόν αιτία αυτής της συμπεριφοράς, την προσπάθεια αποφυγής του θανάτου ώστε να μπορεί αλώβητα να συνεχίζει να «ωφελεί» την Ελλάδα:

α. «Μάλιστα βλέπεις ὅτι δὲν ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.», σελ.169

β. «Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα...», σελ. 170

Η προστασία της ζωής του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» είναι λοιπόν άμεσος του σκοπός, ενώ παράλληλα διδάσκει δήθεν τους υπολοίπους:

α. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25

β.  «Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του», σελ. 30

γ. «Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; », σσ. 52-53

δ. «Ὅθεν, ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του. [...] Ἡ νίκη, ἢ ὁ θάνατος ἂς μὲ στέψωσιν, καὶ ἂς φύγῃ μακρόθεν ἀπὸ ἐμὲ κάθε δειλὸς στοχασμός. Ναί, πατρίς μου ἱερά, ἐγὼ τρέχω πρὸς διαυθέντευσίν σου, ἄμποτες νὰ ἀποδειχθῶ εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς σου καὶ νὰ συναριθμηθῶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν διαυθεντευτῶν σου.», σελ. 53

«Προφανώς» η «φυσικὴ», ένεκα των γηρατειών, κι η «γνησία ἤ αὐθεντικὴ», ένεκα του κοινωνικού ρόλου, υπεράσπιση του «ἀναχωρητισμοῦ» των διαφωτιστών προς αποφυγή σωματικών κινδύνων, δεν δύναται να στηριχθεί επαρκώς σε εκείνη την περίπτωση που έχει να κάνει με το «ἀφύσικον» γήρας ενός σφαγμένου ή απαγχονισμένου Πατριάρχου· τότε η κοινωνική του θέση ίσως να θεωρείται «κάλπικη ἤ ὑποκριτικὴ», αφού δεν ενέχει άμεσο κίνδυνο σωματικής εμπλοκής με τον τύραννο, εν αντιθέσει με εκείνη του διαφωτιστού που λαμβάνει όλα τα κοσμικά εγκώμια από μερικούς λαλίστατους καθηγητές Ελληνικών Πανεπιστημίων.

 

Ο φόβος & ο χρόνος

Δύο τινά καθορίζουν την νόηση του υπερήφανου και του υποκριτή.

1) Το πρώτον είναι να κατηγορεί τους άλλους ότι δε επιθυμούν να θυσιαστούν, όταν ο ίδιος είναι ζωντανός:

«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ, ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου;», σελ. 118

2) Το δεύτερον είναι να ζητά την ορατή «τοῖς πάσι» κι άμεση θυσία των υπολοίπων, επειδή το «έταξαν», όταν παράλληλα για τον δικό του εαυτό τηρεί κάποιο ευδιάκριτο χρονικό περιθώριο διαφορετικής δράσης, πριν την απόφαση της όποιας «αὐτοθελοῦς θυσίας»:

α. «Ναί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀκόμη μίαν φορὰν διὰ πάντα σᾶς τὸ ἐνθυμῶ, ὅτι καιρὸς τῆς δόξης ἔφθασεν, καὶ κάθε μικρὰ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος καταπολλὰ εἰς ἡμᾶς. Ἂς τρέξωμεν λοιπὸν ὅλοι μας, ναί, ὅλοι μας, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἄμποτες κἀγώ, σὺν τοῖς λοιποῖς φιλογενέσι μου, νὰ ἀξιωθῶ ὀγλήγορα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς γλυκυτάτης μου πατρίδος καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι μας ἢ τὴν χαρὰν τοῦ Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα.», σελ. 163

β. «Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα», σελ. 170

 

Ο Μητροπολιτικός ναός της Μαγνησίας. Η Ρωμανία - Βυζάντιο συνεχίσθηκε μέσα στην εκκλησιαστική ζωή και ιδιαίτερα στη λατρεία. Κάτω από τον τρούλο των ναών γινόταν συνείδηση η ενότητα του Γένους και ενισχυόταν η αδελφοσύνη όλων των Ρωμηών μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα. (Χαλκογραφία. TH. Allom, Constantinople, Λονδίνο 1838. Συλλογή Κ. Κούτσικα), (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 109)

 

Ο «επικίνδυνος» Άμβωνας & η «ασφαλής» Εξομολόγηση

Η ίδια αυτή καταγγελία περί μη ώθησης εις τον σωματικό κίνδυνο των υπολοίπων ομοεθνών του «Ανωνύμου του Έλληνος», θα συνεχιστεί περαιτέρω από αυτόν τον τελευταίο, όταν απαιτεί την «μυστικὴν» επαναστατική διδασκαλία στο μυστήριο της εξομολογήσεως, τουλάχιστον έναντι εκείνης της φανερής επί του άμβωνος, που ενέχει «φανερούς» κινδύνους. Κατʼ αυτόν τον τρόπο, ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην» θα «αποδείξει» στον αναγνώστη του, την «φιλευσπλαχνία» του ως «ἡθικοῦ ἐλεγχτοὺ» του «ἀμαθοῦς ἱερατείου»:

«Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς», σελ. 122

Προσοχή δε στο «τόσων καὶ τόσων». (βλ. παρακάτω ενότητα)

 

Η υποκρισία του αντικληρικαλισμού Νο1

Για ακόμη μια φορά, ο φανερός αντικληρικαλισμός του διαφωτισμού δεν μπορεί να αποκρυφτεί· διότι στην ουσία, όλη αυτή η διδασκαλία περί ηθικής του «Ανωνύμου του Έλληνος», δεν έχει στόχο μια κάποια επαναστατική δράση των ιερέων, παρότι έτσι εμφανίζεται, αλλά στόχο έχει την καταγγελία του κλήρου, και μόνον, σε αντιδιαστολή με την «ἀνωτέρα» συμπεριφορά των διανοουμένων, που μπορεί να ικανοποιηθεί και με κάποιες ελάχιστες «καλὲς» πράξεις εκ μέρους των ιερέων, εις ένδειξη «καλῆς θελήσεως» προς τα «φῶτα».

Πώς όμως ξεδιπλώνεται η υποκρισία;

Δύο πράγματα πρέπει να προσέξει ο καταδύτης των κειμένων.

α) Ο υποτιθέμενος «μυστικὸς» ή «κρύφιος» χώρος της εξομολόγησης, είχε θεωρηθεί νωρίτερα ως κέντρο προδοσίας από τον ίδιο συγγραφέα· κι ήταν κέντρο προδοσίας ξανά εις βάρος του κλήρου, ως η πάγια τακτική του «ἐμπνευσμένου» Διαφωτισμού δηλοί:

«Δὲν εἶναι κρυφόν, ἀλλ᾿ ὅλοι τὸ ἠξεύρουν, ὅτι εἰς τὰ Ἰωάννινα οἱ πνευματικοὶ ἀναφέρουσι κάθε ὑπόθεσιν, ὁποὺ ἀκούουσιν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὸν ἀρχιερέα, καὶ αὐτὸς εὐθὺς κάμνει ἕνα κατάλογον μὲ προσθήκην καὶ τὸν προσφέρει τοῦ τυράννου, εἰς τρόπον ὁποὺ ἡ ἐξομολόγησις, τὴν σήμερον, εἶναι ἓν μέσον προδοσίας.», σελ. 118

β) Όμως κι αυτός ο τεχνητός μονόδρομος της προδοσίας, δηλαδή ο εκκινούμενος μόνον από τα στόματα των εξομολόγων που «ακούν» τους εξομολογούμενους, είναι μια αντίφαση για τα χείλια του ίδιου αυτού συγγραφέα. Θα πρέπει να ανατρέξει ο αναγνώστης εις τις καταγγελίες των «Ανωνύμου του Έλληνος» προς όλον τον ελληνικό λαό όταν καταγγέλλονταν «προδόται» και «σκλάβοι» μαζί:

Ι. «Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος», σελ. 92

ΙΙ. «Ἐγὼ σᾶς ἐνθυμῶ μόνον, ὅτι οἱ προδόται εὑρίσκονται πανταχόθεν» ,σελ. 160

Συνεπώς δεν είχε καμία σημασία αν η επαναστατική διδασκαλία τελούνταν επί του άμβωνα ή στο εξομολογητήριο κελί. Διότι, σύμφωνα με τον «Ανώνυμο Έλληνα» η Ελλάς την τότε εποχή είχε αρκετούς «προδότες» και «δούλους», οι οποίοι θα μπορούσαν να καταστήσουν και τις δύο αυτές δραστηριότητες επικίνδυνες, είτε όταν πραγματοποιούνταν φανερά εις τον άμβωνα, είτε «κρυφά», εις το κελί:

α. «Εἰς αὐτὸ [Τὸ Σοῦλι] λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

β. «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ, καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.»,σελ. 22

 

Η Υποκρισία του αντικληρικαλισμού Νο2

Αισθανόμενος «τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν» για πολλοστή φορά ο «Ανώνυμος Έλλην» μαρτύρησε  τη «δειλίαν» των ιερέων αφού είχε τάξει ότι θα πράξει  «κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας» (σελ. 100)· και το έπραξε στο ατόπημα του:

«Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν [...] εἰπέ την [....] ὁποὺ ἐξομολογεῖς», σελ. 122

Άλλο δε ζητά από τους Ορθοδόξους ιερείς ο «Ανώνυμος Έλλην», παρά την επαναστατική τους κρυφή συνομωσία κατά του Οθωμανικού ζυγού. Όντας ο ίδιος συνωμότης και γνωρίζοντας πως κανείς, δε γνώριζε ποιος πραγματικά ήταν - ακόμη και μέχρι σήμερα [2011] παραμένει άγνωστος- εκτοξεύει έναν αντίθετο παραλογισμό επιζητώντας να γνωρίζει αυτός ο ίδιος, το ποιος ιερεύς εις την τότε Ελλάδα συνωμοτούσε κατά των Τούρκων· μάλιστα επιθυμεί να γνωρίζει τι συμβαίνει κατά την μυστική εξομολόγηση (!)· εκείνη την μυστική εξομολόγηση την οποία αυτός καυτηριάζει όταν κοινοποιείται:

«Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες! [...] Ἐσεῖς ἐνομοθετήσετε τὴν ἐξομολόγησιν, διὰ νὰ παρηγορῆτε τοὺς λυπημένους καὶ βασανισμένους, διὰ νὰ νουθετῆτε τοὺς χρείαν ἔχοντας καὶ ἀμαθεῖς, αὐτοὶ δὲ τὴν ἐνεργοῦσι διὰ μόνην περιέργειαν εἰς τὸ νὰ μάθωσιν τὰ ξένα πράγματα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ κοινολογοῦσι, ὄχι μόνον ὅταν τοὺς ὠφελῇ, ἀλλὰ ὅταν δὲν τοὺς βλάπτῃ.», σσ. 117-118

Εκείνος ήταν που χλεύαζε για παραλογισμούς τους αρχιεπισκόπους απαιτώντας από τους υπολοίπους να στοχασθούν ενάντιά τους, μα είχε ξεχάσει τους δικούς του παραλογισμούς και τους στοχασμούς που προξενούν σε τρίτους:

«Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν, καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139

Ο αριθμός των καταγγελλομένων παραπόνων είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει να οδηγήσει τον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» πράγματι κινείται από κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον «ἡθικῆς ἀναμορφώσεως» του ιερατείου. Περισσότερο όλα αυτά δεικνύουν διαφωτιστική επίδραση, η οποία άλλο σκοπό δεν είχε παρά τη βεβήλωση του ιερατείου και τον «ἐξορθολογισμὸν τῆς πίστεως μετὰ παραλογισμῶν», παρά βεβαίως κατάργηση της χριστιανικής θρησκείας.

Είναι δε ενδεικτικότατες οι υπερβολές του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τους «ἀρχιεπισκόπους» τους οποίους κατηγορεί ότι κοιμούνται 14 ώρες τη νύχτα και 2 ώρες το μεσημέρι, σύνολο 16 (!)· ούτε αιλουροειδή να ήταν [«ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως»]:

«Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι. Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ. Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες.

Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι». σσ. 114-115

 

Η Υποκρισία του αντικληρικαλισμού Νο3

Ο μέσος αναγνώστης ίσως να πιστεύει πως ο «ἄμβωνας» για τους διαφωτιστές, ως ο «Ανώνυμος Έλλην», είχε την αξία κάποιου ιδανικού «πατριωτικού», κι ουχί πολιτικού, μέσου αντίστασης κατά των όποιων ξένων κατακτητών, στην προκειμένη των Οθωμανών Τούρκων. Αυτό μακράν απέχει από την αλήθεια κι οφείλεται εις την μακροχρόνια πλύση εγκεφάλου του εθνικισμού επί των πολιτών.

Η αντικατάσταση της «εκκλησιαστικής ηθικής» δια εκείνης της πολιτικής ηθικής που επιζητούσε ο Διαφωτισμός κι η οποία  εφαρμόζονταν εις την επαναστατική Γαλλία, κι όχι μόνον, είναι ολοφάνερη εις τις απόψεις των παλαιών διαφωτιστών· αυτοί είχαν διαστρέψει ακόμη και τον ίδιον τον Ευαγγελικό λόγο της σωτηρίας των ψυχών, για τις δικές τους πολιτικές φιλοδοξίες· αυτό ζητούσαν στην ουσία από την Εκκλησία τότε, δηλαδή την παραχάραξη του Ευαγγελικού λόγου με σκοπό τις κοινωνικές αλλαγές, τις κοινωνικές διαμάχες και τις κομματικές διαφορές:

«Με θαυμασμό ο Κοραής μνημονεύει τις ενάρετες κυρίες του Παρισιού που δώρισαν τα κοσμήματά τους στην Εθνοσυνέλευση, ως συνεισφορά στο έργο της αναμόρφωσης του έθνους. Ένα άλλο δείγμα της κατάστασης των πνευμάτων ήταν ο λόγος ενός ιεροκήρυκα, ο οποίος εδίδασκε "ἐπ’ ἄμβωνος ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ περὶ ἐλευθερίας". Ερμηνεύοντας τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου "ὑμεῖς γὰρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε", ο επαναστάτης ιεροκήρυκας υποστήριζε ότι οι "σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦν ἦσαν ἀριστοκράται (καλόγηροι δηλονότι καὶ εὐγενεῖς)..." και τούτο διότι ο Ιησούς υπερασπίζετο το τρίτον τάγματα και εδίδασκε την αδελφικήν ισότητα [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία 1774-1798, σσ. 118-119, Παύλος Προς Γαλάτας, Κεφ. Ε, 13 ]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 259)

Σήμερα (2011) «απαγορεύεται» εις τους ιερείς να έχουν πολιτικό λόγο σε τηλεοπτικούς σταθμούς ή σε άμβωνες, μεσούσης της «Δημοκρατίας», ως κάτι το «ηθικά» άμετρο· αντίθετα, επί «τυραννικῶν» πολιτευμάτων, από τις τυχόν ακολουθούσες «Δημοκρατίες», επιζητείται ετεροχρονισμένα η παρουσία ιερατικών πολιτικών διδασκαλιών μέσα στις εκκλησίες ως κάποιου είδους «ἠθικὼς καλῆς ἐπαναστάσεως» κατά των πρώην τυράννων. Ως άλλοτε διαφωτιστές κατηγορούσαν τους ιερείς της Ελλάδος επειδή δημόσια δεν έπαιζαν το δικό τους πολιτικό παιχνίδι, στη σύγχρονη Ελλάδα ιερείς ψέγονται επειδή επί Χούντας δεν αντιστάθηκαν «ἐπ᾿ ἄμβωνος νὰ λαλήσουν τὴν ἀλήθειαν» (βλ. Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος).

Ο «Ανώνυμος Έλλην» προέτρεπε τους Έλληνες εις την εποχή του να ακούσουν το Διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή:

«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ. 127

Η συμπεριφορά «τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος» του «κυρίου Κοραῆ» αξίζει εδώ να σημειωθεί για τις «ἐπ ἄμβωνος» επιδόσεις του:

 «Γι’ αυτό τον έθλιβαν [τον Κοραή] οι ηθικοί κίνδυνοι που διέκρινε ότι υπονόμευαν εσωτερικά την επανάσταση. Το κύριο αίτιο της ανησυχίας του παρέμενε η έπαρση και ο φανατισμός των "κολάκων τῆς ἐλευθερίας", οι οποίοι συνέχιζαν να αναμοχλεύουν τα κοινωνικά πάθη, για να εξυπηρετήσουν τους ιδιοτελείς τους στόχους. Ένα εύγλωττο δείγμα της άκρατης ματαιοδοξίας τους ήταν η υιοθέτηση από μερικούς ηχηρών τίτλων, όπως "πρέσβεις τῆς ἀνθρωπότητας" και "ρήτορες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους". Καθώς αυτή η αδιάντροπη αλαζονεία γινόταν περισσότερο απροκάλυπτη και επιθετική, οι ανησυχίες του Κοραή μεγάλωναν. Γνώριζε καλά ότι η ελευθερία δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει χωρίς αρετή [...] Παρά τον πατριωτικό ενθουσιασμό που εκδηλωνόταν τόσο με πράξεις πραγματικής ανδρείας όσο και με το επαναστατικό σύνθημα "Ἐλευθερία ἤ θάνατος", η ηθική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε γύρω από τον Κοραή, του ενέπνεε ανησυχία: "Ἐλευθερία χωρὶς ἀρετὴν δὲν δύναται ποτὲ νὰ σταθῇ· οὓτοι ἐδῶ μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ Παρισίου εἶναι παντάπασι διεφθαρμένοι, καὶ ἠ μόνη σωτηρία των εἶναι νὰ μεταβάλωσι τὰ ἤθη. [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, 1774-1798, σελ. 228]"

Οι φόβοι του Κοραή φάνηκαν να επαληθεύονται από τις συνέπειες του δράματος της βασιλοκτονίας. Η καταστροφή της παλαιάς μυθολογίας αποχαλίνωσε τα πάθη και την εκδικητικότητα, με αποτέλεσμα την αιφνίδια μετάπτωση από τη δεσποτεία του παραλόγου στην τυραννία του τρόμου.  Την αρνητική όψη της Επανάστασης εκπροσωπούσε ο αιμοδιψής Marat , άλλοτε γιατρός του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον  εκατόν πενήντα χιλιάδων ανθρώπων [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, 1774-1798, σελ. 307]. Συντετριμμένος από τις ακρότητες της τρομοκρατίας, ο Κοραής σ’ ένα ξέσπασμα υπερβολής, υποστήριζε ότι το πρόγραμμα του Marat τέθηκε σε εφαρμογή από τον ομοϊδεάτη του Ροβεσπιέρο.

Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής παρέμεινε σιωπηλός. Επιφύλαξε ωστόσο έναν σκληρό επιτάφιο στο Ροβεσπιέρο, την επαύριον του Θερμιδόρ.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-269)

 

Το «Νεοπαγανιστικό» Κερασάκι στην Τούρτα

Ως παρατήρησε ίσως ο αναγνώστης, οι πολιτικές -«ηθικές»- απόψεις διαφόρων «διανοουμένων» περί της συμπεριφοράς των ιερέων προτείνουν, άλλοτε οι ιερείς πολιτικά να σιωπούν κι άλλοτε να επαναστατούν έναντι της ισχύουσας πολιτικής τάξης. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ιδίως μέσα από την νεοπαγανιστική πολυλογία κατά του Χριστιανισμού, έχει αναπτυχθεί επιχειρηματολογία υποστήριξης των διωγμών κατά των Χριστιανών από τους παλαιούς Ρωμαίους αυτοκράτορες. Η κατηγορία πάνω εις την οποία στηρίζονται οι άλλοτε διωγμοί, είναι η «πολιτικά επαναστατική» δράση των όποιων Χριστιανών. Μια τέτοια άποψη αναπαράγεται και σʼ ένα σύγχρονο περιοδικό ιστορικών ζητημάτων, από το χέρι μιας Εκπαιδευτικού:

«Οι δύο ολιγοετείς διωγμοί των Χριστιανών (από το 166 έως το 168 και από το 177 έως το 180) από αυτόν τον "άγιο" και πράο αυτοκράτορα [Μάρκο Αυρήλιο] (ο οποίος στα πρώτα 15 έτη της βασιλείας του τους προστάτευε όλως ιδιαιτέρως νομοθετώντας μάλιστα να δικάζονται όλοι όσοι τους ενοχλούσαν όχι για κάποιες αξιόποινες πράξεις τους αλλά απλώς λόγω της ιδιότητάς τους), αποτελούν μια καλή ιστορική μαρτυρία για το μέγεθος της εγκληματικής, εκείνη την εποχή, δραστηριότητας των τελευταίων. Παρασυρμένοι από την παραφροσύνη των κυρίαρχων τότε μοντανιστικών ιδεών, οι Χριστιανοί εξαπέλυαν ανοικτές επιθέσεις και βεβήλωναν θρησκευτική σύμβολα, βωμούς και ιερά ή προέτρεπαν ανοιχτά τον όχλο σε στάση κατά της πολιτείας και σε διάλυση ολόκληρου του κοινωνικού ιστού και του συστήματος αξιών της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Η φράση ότι "απαρνούνται τη ζωή παρακινούμενοι από μία στείρα αντιδραστική διάθεση, αντί να θυσιάζονται για χάρη θέσεων που βασίζονται σε λογικά επιχειρήματα", είναι η μοναδική σωζόμενη αναφορά του Μάρκου Αυρηλίου σε αυτούς», (Πηγή: Ξανθίππη Σ. Μπαλλή, Εκπαιδευτικός, Μάρκος Αυρήλιος, ο τελευταίος μεγάλος αυτοκράτορας της Ρώμης,  Ιστορικά Θέματα, σελ. 61)

Αυτή η τελευταία εδώ δημοσιευμένη άποψη ολοκληρώνει πλήρως τις αντιφατικές θέσεις των επιτιθεμένων, έναντι της πολιτικής στάσης που «πρέπει» να τηρούν οι Χριστιανοί. Ουσιαστικά μια τέτοια στάση ανάγεται εις την εξής «ηθική» ρήση: «πράττε ότι πράττω για να είσαι "καλός" Χριστιανός».

Σημ: παρατηρήστε τον ηθικό χαρακτηρισμό της αρθρογράφου προς τον «"άγιο" και πράο αυτοκράτορα [Μάρκο Αυρήλιο]» έναντι της «εγκληματικής», αν και «επαναστατικής» [προοδευτικής] για την εποχή, συμπεριφοράς των όποιων Χριστιανών. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί εις το ότι ο αυτοκράτορας τότε ήταν θεός εις τον οποίο άπαντες υποχρεώνονταν να προσφέρουν θρησκευτική λατρεία.

 

Παγανιστές του Υ.Σ.Ε.Ε., (Βλάσης Ρασιάς) υπέρμαχοι του αντιχριστιανικού διαφωτισμού, αποδίδουν τιμές σε έναν «ἑτερόδοξο τύραννον», σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμο Ἕλληνα» της «Ελληνικής Νομαρχίας». Οι νεοπαγανιστές της Ελλάδος έχουν το θράσος να χρησιμοποιούν το λίβελλο της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατά του Χριστιανισμού, μη αντιλαμβανόμενοι τις βαθύτερές πολιτικές της επιδιώξεις, τις οποίες μεταλλάσουν σε «εθνικές» και δη «πατριωτικὲς» (πρβλ. «Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;», σσ. 141-142).

 

Επίλογος

Αν όντως η εξομολόγηση εις το κελί κάποιου μοναχού ή κληρικού θεωρούνταν κέντρο προδοσίας και κοινολογήσεως από τον «Ανώνυμο Έλληνα», ποιο το νόημα της προώθησης της ως κέντρο «ἀσφαλοῦς» επαναστατικής διδασκαλίας και κατηχήσεως για «δειλοὺς» που επιθυμούν να αποφύγουν τον άμβωνα;

Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα υγιές νόημα στα χείλη του «Ανωνύμου του Έλληνος». Σε εκατοντάδες κελιά σε όλη την Ελλάδα οι Ρωμιοί ιερείς και μοναχοί εξομολογούσαν τις αμαρτίες «τόσων καὶ τόσων» Ρωμιών, κλεφτών, αρματολών, επαναστατών. Δεν χρειάζονταν η «φιλευσπλαχνία» μιας μερίδας πονηρών διαφωτιστών από τη Δύση, περί του πως να αποφύγουν οι Ορθόδοξοι τους όποιους κινδύνους της διδασκαλίας «ἐπ᾿ ἄμβωνος»:

α. «Έστειλαν οι Τούρκοι μια μέρα στο δεσπότη Έλους (στη Λακωνία) Άνθιμο έναν Τούρκο, που γνώριζε καλά τη γλώσσας μας και τις θρησκευτικές μας τελετές. Αυτός, καθώς πήγε στη Μητρόπολη, έπεσε, προσκύνησε το δεσπότη και του είπε: Δεσπότη μου, θέλω να σου εξομολογηθώ ως χριστιανός τις αμαρτίες μου. Ο Έλους του έδωσε την άδεια και αμέσως ο Τούρκος άρχισε να περιγράφει τις αμαρτίες του με κλάματα και προσποιητή κατάνυξη. Στο τέλος του είπε:

-Πότε θα έρθει, δεσπότη μου, η άγια εκείνη ώρα να πάρουμε τα άρματα και να σκοτώσουμε τους άπιστους τυράννους μας και να ρουφήξω το αίμα τους;» Ο δεσπότης έκανε τότε τα σημεία της Εταιρείας αλλά, καθώς είδε ότι δεν εννόησε τίποτα, κατάλαβε ότι είναι Τούρκος κι άρχισε να τον συμβουλεύει και να του λέει:

-Τέκνο, τι λόγια είναι αυτά; Μην πιστεύεις τα λόγια που λέγονται. Ο Θεός έβαλε στο κεφάλι μας το σουλτάνο για το καλό μας. Αυτόν έβαλε να μας εξουσιάζει και να είμαστε πιστοί ραγιάδες του και ευπειθείς, γιατί αυτός φροντίζει για μας, αλλιώτικα θα μας τιμωρήσει ο Θεός.

Έπειτα του διάβασε τη συνηθισμένη ευχή και τον έστειλε στο καλό. (Φωτάκου, απομνημονεύματα)», (Πηγή: Νεοελληνική Ιστορία της Στ΄ Δημοτικού, Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 2009, σελ. 91)

...

β. «Ἐγὼ σᾶς ἐνθυμῶ μόνον, ὅτι οἱ προδόται εὑρίσκονται πανταχόθεν», σελ. 160

γ. «Η προσδοκία των υποδούλων να απελευθερωθούν δεν τους εγκατέλειψε ποτέ. Τα βλέμματά τους στρέφονταν προς την ομόδοξη Ρωσία, το "ξανθόν γένος" των λαϊκών προφητειών, όπως οι αποδιδόμενες στον Αγαθάγγελο, από την οποία περίμεναν βοήθεια. Στο Μοριά, ο μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Ανανίας (βλ. Λύσανδρου Π. Παπανικολάου: Σκηνές από την καθημερινή ζωή στην Τουρκοκρατία, Αθήνα 1995, σσ. 122-129) ηγείτο ενός επαναστατικού κινήματος, που απέβλεπε στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από την Πελοπόννησο. Άλλοι αρχιερείς, όπως ο Π. Πατρών, ο Κορίνθου και ο Κερνίτσης και διάφοροι προεστοί από την Πάτρα, την Κόρινθο, τη Σπάρτη, τα Καλάβρυτα, την Καλαμάτα κ.λ.π. συνεργάζονταν μαζί του. Προδόθηκαν όμως κάποια στιγμή στους Τούρκους, οι οποίοι το 1764 ή το 1767 συνέλαβαν τον Ανανία και τον αποκεφάλισαν», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 370)

Η ιστορική αλήθεια βεβαιώνει πως οι ιερείς έπεσαν στις μάχες σαν τις σφήκες και δεν είχαν την ανάγκη ενός υποκριτή από τη Δύση να τους διδάσκει πως όταν πέθαιναν θα έβρισκαν τάχατες την «χαρὰν τοῦ Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα»:

. «Ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ απαριθμεί τις θυσίες των Ελλήνων κληρικών σε 11 πατριάρχες, 100 επισκόπους και 6000 ιερείς και καλόγερους. Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’, Κύριλλος ΣΤ’) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες.»

 

Συμπέρασμα

Μετά από όλα τα ακτεθέντα ανωτέρω κι ιδιαίτερα μέσα από την ενότητα «"Νεοπαγανιστικό" Κερασάκι στην Τούρτα», γίνεται φανερό ένα και μόνο συμπέρασμα:

Η Εκκλησία «οφείλει» να επαναστατεί, ή ανάλογα να σωπαίνει, όταν αυτό εξυπηρετεί τις προσδοκίες του αντιδίκου, πέρα από κάθε εθνικιστική, θρησκευτική, πολιτική, φιλοσοφική ή εθνικιστική πλειοψηφική άποψη, περί του Κοσμά του Αιτωλού ο λόγος (1714 -1779):

«Γεννήθηκε στο χωριό ταξιάρχης, που βρίσκεται κοντά στο Μεγάλο Δέντρο της Αιτωλίας, και νεώτατος έγινε καλόγερος. Διψούσε για μάθηση και για δράση και κατόρθωσε με πολλές περιπέτειες να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνωρίστηκε και εκτιμήθηκε από τον Πατριάρχη και πολλούς Αρχιεπισκόπους και, σαν κυριεύτηκε από θεϊκή έμπνευση, άρχισε να κηρύττει το θεϊκό λόγο από το 1760. Γύρισε σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και τα Επτάνησα. Τα κηρύγματα του τα έκανε στην απλή γλώσσα του λαού και ξεσήκωσε ακράτητο ενθουσιασμό σε χιλιάδες λαό, που έτρεχε να παρακολουθήσει το κήρυγμά του. Στα τελευταία χρόνια του ο Κοσμάς είχε διαλέξει ως κέντρο της δράσεώς του την Ήπειρο. Εκεί τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό θάνατο στις 24 Αυγούστου του 1779. Η Εκκλησία μας τον κατάταξε ανάμεσα στους Αγίους.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 176)

 

Πρβλ. ενότητα  «Ανώνυμος Έλλην. Σφάξον με να αγιάσω»

Πρβλ. απάτη «Η πτώχεια & η Πτώχεια»

Πρβλ. απάτη «Η ηθική & η Ηθική»

 

 

ΜΗ ΛΑΛΕΙΣ ΕΠʼ ΑΜΒΩΝΟΣ.

ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ «ΗΘΙΚΗΣ»

 

Βίντεο. Μέγεθος: 30.8 Μέγα -Διάρκεια: 7:49 (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Mega εκ του Youtube, 2011)

Εικονίζονται στον κάτωθι διάλογο από αριστερά προς τα δεξιά: Δημοσιογράφος 2   - Επίσκοπος - Δημοσιογράφος 1

 

 

Σεραφείμ Μητροπολίτης Πειραιώς & «Άμβωνας»

 

(1) Δημ1:Το να ονομάζεται όμως «Γραικύλους» τους κυβερνώντες κι ότι τα αφεντικά τους χαράσσουν την πολιτική κι αυτοί υλοποιούν και εξουθενώνουν τη θρησκεία είναι κουβέντες που.... κατά την άποψή μου ξεφεύγουν από το ρόλο της Εκκλησίας κι από το ρόλο των Δεσποτάδων.

 

(2) Δημ1:Εγώ λέω όμως ότι παρότι από την πλευρά σας έχετε δίκαιο κι είναι λογικό αυτό που λέτε, αυτό δε σας δικαιολογεί σε καμία περίπτωση να παρεμβαίνετε στα πολιτικά πράγματα, να μιλάτε για «Γραικύλους», για «αφεντικά» κι αυτά... αυτά είναι δουλειά... δουλειά κοσμικών, δουλειά πολιτικών.

 

(3) Επίσκ:-Να απομειώσουν την ιδιοπροσωπία μας ως Ελλήνων Ορθοδόξων...

Δημ1:-Ναι, εσείς λέτε στους πιστούς Χριστιανούς που σας πιστεύουν, λέτε ότι έχουν να κάνουν με «Γραικύλους»· αυτό το επόμενο βήμα ξέρετε ποιο είναι, ξέρετε πως αντιμετωπίζει κανείς τους «Γραικύλους»...

Δημ2:-Τους «Γραικύλους» τους στήνεις στον τοίχο ως προδότες...

 

(4) Δημ2:Ελάτε τώρα κ. Σεβασμιότατε... μία μη κυβερνητική οργάνωση είχε η Εκκλησία κι αυτή είχε σκάνδαλο... κι εσείς κάνετε κριτική στο πολιτικό σύστημα.

 

(5) Δημ2:-Ναι, αυτό για τα σκάνδαλα έχετε δίκιο...

Δημ1:-Η διαφωνία μας είναι... εμείς λέμε για τα σκάνδαλα, εμείς λέμε για την έλλειψη τιμωρίας, λέμε για την όλη αυτή ξεφτίλα του πολιτικού συστήματος, όπως λέμε καμιά φορά για την ξεφτίλα του εκκλησιαστικού συστήματος..

Επίσκ:-Να πω κάτι κύριε...

Δημ1:Η διαφωνία μας είναι ότι δεν έχετε καμία δουλειά εσείς να ανακατεύσετε με τα κοσμικά, εσείς οι δεσποτάδες εννοώ...

 

(6) Επίσκ: Δεν ανακατεύομαι με τα κοσμικά πράγματα απλώς... ερμηνεύομε... ερμηνεύομε...

Δημ1: Εμείς σας ακούμε με σεβασμό ως Δεσπότη αλλά δεν μπορείτε...

Επίσκ:...ερμηνεύομε τα πράγματα και κάνομε τη διάκριση των γεγονότων, έχομε το χρέος αυτό, δεν είμεθα εξωπραγματικοί, ούτε ζούμε σε μια σφαίρα...

Δημ1:Σεβασμιώτατε... με σεβασμό ακούμε τις απόψεις σας...

Επισκ:... ήρθε εδώ ένας μεγαλόσχημος τιτλ... ε... από τη Ρωσική Πρεσβεία για κάποιο θέμα που αφορούσε ένα μνημόσυνο  που θα γινόταν στο νεκροταφείο της Αναστάσεως για κάποιους Ρώσους που έχουν σκοτωθεί στο παρελθόν κι έχουν ενταφιαστεί εκεί. Λοιπόν, ξέρετε τί μου είπε; ότι απεγνωσμένα ζητεί η Ρωσική Ομοσπονδία τη δυνατότητα να κατεβεί ο Ρωσικός Στόλος στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο και επιμόνως αρνούνται οι Ελληνικές Κυβερνήσεις να παράσχουν σχετική συνδρομή. Ξέρετε τί σημαίνει αυτό; ότι θα αλλάξει το status όλης της περιοχής μας.. θα ////// το casus beli της Τουρκίας...

Δημ2:Όχι, δε σημαίνει αυτό, δε σημαίνει αυτό Σεβασμιότατε, δε σημαίνει αυτό...

Επισκ:... δεν είναι τα πράγματα τόσο απλά, είναι πολυσύνθετα...

Δημ2:... ξέρετε τί σημαίνει;.. ότι κάνετε εξωτερική πολιτική, αυτό σημαίνει.

Επισκ:Όχι δεν κάνουμε εξωτερική πολιτική...

Δημ2:... εμ, μα τώρα, μα μου λες, να κατέβει ο στόλος, να αλλάξει το status...

Επισκ: Δεν είμαι Έλλην πολίτης εγώ;... δεν μπορώ να σκεφτώ;

Δημ2:Βεβαίως είστε Έλλην!

Δημ1:Δεν είσαστε μόνο Έλλην, δεν είσαστε μόνο Έλλην πολίτης σεβασμιότατε...

Επισκ: Και τί είμαι;

Δημ1:Είσαστε και Δεσπότης κι έχει διαφορά αυτό...

Επίσκ: Έκανα κάποιο κήρυγμα...,

Δημ1:... η διαφωνία μας είναι ότι εμείς...

Επισκ: Με συγχωρείτε δε βγήκα στην Εκκλησία να πω να κατεβεί ο Ρωσικός στόλος στο Αιγαίο, σας το λέω τώρα σαν πληροφορία...

Δημ1: Όχι, αποκαλείται, ξαναλέω και πάλι, κι ίσως λίγα λέτε αλλά δεν είναι δική σας δουλειά, αλλά τα λέτε, αποκαλείται Γραικύλους αυτούς τους οποίους ψήφισε ο ελληνικός λαός να τους κυβερνήσει. Τώρα αν είναι άχρηστοι αυτοί...

Επισκ: Κοιτάξτε.... κοιτάξτε

Δημ1: ... είναι πρόβλημα του ελληνικού λαού, δεν έχετε καμία δουλειά εσείς να ανακατεύεστε με τα κοσμικά. Γραικύλους δεν τόλμησε να τους πει κανένας άλλος παρά εσείς, οι δεσποτάδες,...

Επίσκ: Στο πρόγραμμά τους όμως είχαν θέσει θέματα στο λαό;

Δημ1: ...που είστε οι τελευταίοι που νομιμοποιήστε, ... που νομιμοποιήστε να κρίνετε, γιατί έχετε βασική ευθύνη για αυτά που έχουμε καταντήσει (!), κι αυτό που έχουμε πάει...

Επίσκ: Γιατί έχουμε ευθύνη; Κυβερνούμε εμείς την Ελλάδα;

Δημ1:Έχετε βασική ευθύνη εσείς που είστε στην Εκκλησία για αυτό που έχει γίνει σήμερα κι είστε οι τελευταίοι που νομιμοποιήστε να λέτε γραικύλους αυτούς που τους ψηφίσανε.

 

(7) Επισκ: -Για να επιφέρουν την αλλαγή της ιδιοπροσωπείας των Ορθοδόξων Ελλήνων, γιατί Ορθόδοξος ξέρετε τί σημαίνει; Σημαίνει σκληρό καρύδι κι αντιστασιακός, ουσιαστικός ενάντια σε κάθε είδους καταδουλίευση της ελευθερίας του κόσμου

-Δημ1: -Ναι, σαν και τότε που ανεβάζατε, που φέρατε τα λάβαρα στο Σύνταγμα για να μη..., με τις «ταυτότητες»...

Επισκ: -Όταν τα λάβαρα τα σηκώναμε το 1821 και μαζί με τα λάβαρα και τα κορμιά των αρχιερέων, των ιερέων και των μοναχών, τότε ήταν καλά;

Δημ1: -Είναι αμφιλεγόμενο αυτό...

Επισκ: Αμφιλεγόμενο ήταν; Δεν μου λέτε... πείτε μου εσείς έναν Έλληνα, που άλλαξε την πίστη του κι έγινε Μουσουλμάνος τα 400 χρόνια κι έμεινε Έλληνας... όλοι εκτουρκίστηκαν. Λοιπόν, αν είμαστε σήμερα Έλληνες κι Ορθόδοξοι το οφείλουμε στη Μητέρα Εκκλησία. Αυτό μην το ξεχνάμε ποτέ...

Δημ1:-Κι εμείς πιστοί είμαστε Σεβασμιότατε κι Ορθόδοξοι....

 

(8) Δημ2: -Εγώ όταν κουβεντιάζω με εκπροσώπους της Εκκλησίας, μορφωμένους ανθρώπους που έχουν ένα ακροατήριο, διότι εσείς οι επίσκοποι έχετε ένα ακροατήριο από κάτω· υπάρχει κόσμος που σας ακούει, σας πιστεύει, σας εμπιστεύεται κι έχει μια αξία ο λόγος σας πολλαπλή.

-Με αυτό το κείμενο εγώ συμφωνώ σε πάρα πολλά· σε πάρα πολλά. Έχετε δίκιο. Κι όταν λέτε ότι σε κατοχή είμαστε δίκιο έχετε. Κι επίσης όταν λέτε ότι η πολιτική ηγεσία δεν έκανε τίποτα δίκαιο έχετε.

-Ότι υπάρχει μια παγκοσμιοποίηση και μια παγκόσμια συνομωσία, η οποία επιπλήττει πάνω στις κεφαλές μας, μας παίρνει την πίστη μας, μας κάνει κατοχές κ.λ.π., κ.λ.π.

 

(9) Δημ2:Με αυτό το κείμενο εγώ συμφωνώ σε πάρα πολλά. Σε πάρα πολλά... έχετε δίκιο. Κι όταν λέτε ότι σε κατοχή είμαστε, δίκιο έχετε. Κι επίσης όταν λέτε ότι η πολιτική ηγεσία τόσα χρόνια δεν έκανε τίποτα δίκιο έχετε.

 

(10) Έξοδος με απλή συζήτηση για το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας

 

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Εδώ θα πρέπει να σημειωθούν ενδεικτικά οι γνωστές θέσεις κατά του Εκκλησιαστικού πληρώματος που εμφανίζονται άνωθι:

 

1. Ότι «ξεφεύγουν από το ρόλο της Εκκλησίας κι από το ρόλο των Δεσποτάδων» οι πολιτικές τοποθετήσεις.

Αντίθετα το 1821 επιζητούνται επαναστατικές θέσεις κατά των Μοναρχών [Σουλτάνου ή Καποδίστρια αδιάφορο] από Εκκλησιαστικούς, όπως ανάλογα εις την περίοδο της Χούντας ζητούνται ομοίως κατά των Συνταγματαρχών.

 Ιδιαίτερης παρατήρησης πρέπει να τύχει το γεγονός ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» αποδίδει στους ιερείς χαρακτήρα πολιτικό κι όχι θρησκευτικό, δηλαδή εκτός πολιτικής σημασίας («τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς [...] αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα»), εν αντιθέσει με τη στάση των δημοσιογράφων της «Δημοκρατίας» (φιλελεύθερης αγοράς):

«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100

Επιθυμούσε δε ο ίδιος αυτός συγγραφέας να δίδει ο κλήρος εις το λαό πολιτικά παραδείγματα, πράγμα «απαγορευμένο» σήμερα, ιδίως αν αυτά τα παραδείγματα αφορούν πολικούς εν ζωή:

«Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, [Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι]  ... Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν;», σελ. 119

Ο λόγος αυτής της επιθυμούμενης σιωπής:

«Δημ2: -Εγώ όταν κουβεντιάζω με εκπροσώπους της Εκκλησίας, μορφωμένους ανθρώπους που έχουν ένα ακροατήριο, διότι εσείς οι επίσκοποι έχετε ένα ακροατήριο από κάτω· υπάρχει κόσμος που σας ακούει, σας πιστεύει, σας εμπιστεύεται κι έχει μια αξία ο λόγος σας πολλαπλή.»

 

2. Ότι επειδή μια οργάνωση της Εκκλησίας «είχε σκάνδαλο» δεν νομιμοποιούνται οι κληρικοί να κάνουν «κριτική στο πολιτικό σύστημα».

Αυτή η τοποθέτηση είναι η επιτυχημένη ηθική επίθεση του Διαφωτισμού κατά της Εκκλησίας. Με τον «ηθικό» έλεγχο της Εκκλησίας των ανθρώπων, προωθείται η πολιτική φίμωση της κατά τόπους και καιρούς· σημειωτέον ότι ο «ηθικός» έλεγχος παραβλέπεται όταν υπάρχει άμεση ανάγκη βίαιης ή ανατρεπτικής πολιτικής στήριξης, π.χ. περίοδο Κατοχής ή Χούντας (πρβλ. την απουσία ηθικού ελέγχου Κλεφτών - Αρματολών εκ μέρους του Διαφωτισμού).

 

3. «Έχετε βασική ευθύνη εσείς που είστε στην Εκκλησία».

Είναι το πιο απίστευτο επιχείρημα αλλά δεν εκπλήσσει. Κατηγορεί την Εκκλησία ως υπεύθυνη για την διαφθορά των πολιτικών και την οικονομική κρίση της Ελλάδας εν έτη 2011. Δεν εκπλήσσει λοιπόν αυτό το επιχείρημα, αν αναλογισθεί κανείς την επιχειρηματολογία που γέννησε ο Διαφωτισμός, όπου για την υποδούλωση των 400 χρόνων της Ελλάδος εις τους Τούρκους έφταιγε το ιερατείο, όχι λ.χ. ο Χουρσίτ, ο Ιμπραήμ, ο Κιουταχής κ.α. τούρκοι στρατηγοί και στρατιώτες στα πεδία των μαχών:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

α. «"Οἱ Μητροπολίται καὶ οἱ Ἀρχιεπίσκοποι τῆς νήσου [Κύπρου] ἰδιαιτέρως ἀνεγνωρίζοντο ὑπὸ τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸ 1660 ὡς Ἐθνάρχαι τοῦ λαοῦ. Ἐπίσημος ἀναγνώρισις ἐπιβεβαιωθεῖσα διὰ φιρμανίου, ἐγένετο πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Φιλόθεον τῷ 1754 [Σπυριδάκης Κωνσταντίνος, Σύντομος Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1972]"

Μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό, η Κύπρος εξεγέρθηκε το Εικοσιένα κατά του Τούρκου κατακτητή. Ο τότε διοικητής της νήσου Κιουτσούκ Μεχμέτ έπνιξε στο αίμα την επανάσταση. Στις 9 Ιουλίου 1821 και τις επόμενες απαγχονίστηκαν ή αποκεφαλίστηκαν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός (τον κρέμασαν από μια συκαμιά στην πλατεία του σαραγγιού), Οι Μητροπολίτες, οι Ηγούμενοι και εκατοντάδες άλλοι λαϊκοί και κληρικοί (Ήβης Ο. Νησιώτου: Ο Κύπρου Κυπριανός, Λευκωσία 1981, σελ.130. Σπυριδάκης, όπ., παρ., σελ. 144). Η Τουρκοκρατία συνεχίσθηκε στην Κύπρο ως το 1878, που η Τουρκία παρέδιδε τη μεγαλόνησο στη Μεγάλη Βρετανία.», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σσ. 41-42)

 

 

ΤΑ ΔΥΟ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98 )

 

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)

«Ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἀρκετῶς ἀπεδείχθη, πόσον τὸ σημερινὸν ἑλληνικὸν ἱερατεῖον ἐμποδίζει καὶ κρύπτει τὴν ὁδὸν τῆς ἐλευθερώσεως τῶν Ἑλλήνων, καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ πρώτη καὶ μεγαλειτέρα αἰτία, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Μετ᾿ αὐτῆς δὲ ἀκολουθεῖ ἡ δευτέρα αἰτία, ἡ ὁποία, ἂν καὶ δὲν κατέχῃ τὸν πρῶτον τόπον, δὲν εἶναι ὅμως ὀλιγότερον ἐπιζήμιος εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθὼς θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω. Αὕτη δὲ εἶναι, ὡς προεῖπον, ἡ ἀπουσία τῶν ἀξιωτέρων ὑποκειμένων τῆς Ἑλλάδος.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 127)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Το μόνο απολύτως βέβαιο για την «Ελληνική Νομαρχία» είναι πως από την αρχή μέχρι και το τέλος του γραπτού αυτού,  ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν θα κάνει ούτε μία ελάχιστη νύξη για τις απελευθερωτικές προσπάθειες του ελληνορθόδοξου κλήρου για το έθνος, όταν δεκάδες μαρτυρίες με επιστημονική τεκμηρίωση, ή τουλάχιστον αποδοχή, δεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.

Από την πρώτη γραμμή μέχρι την τελευταία γραμμή του πονήματός του «Ανωνύμου του Έλληνος», οι νεοπαγανιστές και σύγχρονοι διαφωτιστές αντλούν μέγιστη «ιστορική» δικαίωση, αν και υπάρχουν εκατοντάδες σύγχρονα πονήματα που ανατρέπουν τον «Νομαρχιακὸν παραλογισμὸν» τους. Προφανώς, όντας ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» για κάποιο χρονικό διάστημα εις τη Δύση ή μη έχοντας διαβάσει ή μάθει για τίποτα άλλο πέρα από τα γεγονότα της αρχαίας Ελλάδας, για τα οποία υπερηφάνως καθυβρίζει τους πάντες ως «ἀμαθεῖς» έχει άγνοια για τις μυστικές, ή φανερές, κινήσεις του κλήρου εις τον επαναστατικό αγώνα (βλ. Α.Σ. 10, 12).

Ούτως, για να μπορεί να υποστηρίζει κανείς ότι το ιερατείο κρατούσε τους Έλληνες υποτελείς στους Τούρκους για 400 χρόνια, θα πρέπει κάθε ρασοφόρος να αναπαριστά τουλάχιστον τον «ἑθνικὸν διάβολον» μέσα στο μυαλό του. Πόσο μάλλον περισσότερο όταν το ιερατείο ήταν «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων», σελ. 67, που όμως ήταν τόσο «καπάτσο», όσο κανένας πολιτικός πρόξενος κανενός κράτους ή αυτοκρατορίας σε όλους τους αιώνες και τόπους της γης.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι έμμεσες απόψεις περί «πολυμήχανων προδοτῶν ἱερέων» κυοφορήθηκαν μόνο μέσα στα «μεγάλα πνεύματα» ορισμένων από τους λίγους άλλωστε έλληνες Διαφωτιστές κι αυτό είναι ενδεικτικό του δικού τους «φωτισμοῦ». Μόνο να το συλλογιέται κανείς ότι... ένα «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων» ήταν υπεύθυνο για την υποδούλωση των Ρωμιών στους Τούρκους, ενώ εις την επικράτεια του Οθωμανικού κράτους τριγύριζαν ένοπλα τμήματα από ληστές, αρματολούς, βενετούς, γενουάτες, πειρατές και εγίνοντο πόλεμοι μεταξύ αυτού και Ευρωπαϊκών κρατών, όπως η Ρωσία ή η Αυστρία κ.λ.π., γεγονότα δηλαδή που οι ίδιοι οι ιερείς δεν μπορούσαν άμεσα να επηρεάσουν, όπως σαφώς δεν μπορούσε να ελέγξει πλήρως η ίδια η ένοπλη Οθωμανική Αυτοκρατορία, φέρνει πράγματι την απορία για το είδος του «φωτὸς» αυτής της «Δια[βολο]φωτίσεως».

Εκεί ακριβώς χωλαίνει όλη αυτή η «πατρικὴ διδασκαλία» των διαφωτιστών· διότι κι η πιο αχαλίνωτη φαντασία δεν είναι δυνατό να ερμηνεύσει την υποδούλωση Ασίας και Βαλκανίων σε μια Αυτοκρατορία δια μέσω κάποιων οδηγιών από «...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων»:

«Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης, καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς.», σελ. 75

Ασφαλώς εις την κατάκτησή του αυτή, δεν χρησιμοποίησε ο «ἀχρεῖος Αἰθίοψ» ρασοφόρους για οπλίτες του. Αναλυτικότερα...

 

Τα πολλά... δύο αίτια

Η «ερμηνεία» του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» περί των αιτίων της προ του Βυζαντίου υποδουλώσεως της Ελλάδος εις τους παγανιστές Ρωμαίους, ομοιάζει πλήρως κατά μέρος με εκείνα που την έφεραν εις την υποδούλωση των Οθωμανών· τα οποία δε διαφέρουν από αυτά που τη διατηρούν:

α. «Δύο αἴτια μὲ ἐμπόδισαν, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν ἐδιηγήθην καταλεπτῶς τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἔφερον τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν δουλείαν τῶν Ρωμαίων. Πρῶτον μέν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ἐχρειάζετο μίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διὰ νὰ μὴν μείνῃ ἀτελές, καὶ δεύτερον, ἔχοντας σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω πλατύτερα διὰ τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἕως τὴν σήμερον τὴν φυλάττουσι δούλην ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν, ἐνόμισα, ὅτι αἱ αὐταὶ αἰτίαι, ἂν καὶ εἰς τὸ ὅλον δὲν ὁμοιάζουσι μὲ ἐκείνας, βέβαια, εἰς μέρος αὐτῶν, ἠμποροῦσι νὰ ἀναφέρωνται μετὰ πάσης τῆς ἰσότητος, καὶ ὁ ἀναγνώστης εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ἀπὸ τὰς παρούσας τὰς παρελθούσας.», σελ. 76

Τα οποία αυτά «ιστορικά» αίτια της υποδούλωσης στους Οθωμανούς, που κατά μέρος είναι όμοια με εκείνα της υποδούλωση εις τους Ρωμαίους, είναι βασικά μόλις δύο:

β. «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», σελ. 98

Βέβαια η ξαφνιασμένη ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος» είχε υπαινιχθεί νωρίτερα ότι:

«...ἡ Ἑλλὰς τὴν σήμερον, ἡ ὁποία ἂν ἀκόμη δὲν ἐσύντριψε τὰς ἁλύσους της, πολλὰ εἶναι τὰ αἴτια, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται. Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιοῖ ἡ ἱστορία μὲ τὴν διήγησιν πολλῶν ὁμοίων συμβάντων.»,  σελ. 70

Εντούτοις ο ίδιος συγγραφέας κοροϊδεύοντας τον αναγνώστη του, θα αποφύγει να αποδώσει αυτά τα «πολλὰ [...] αἴτια [...] καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται» και καθοδόν θα περιοριστεί σ’ εκείνα τα ελάχιστα που οι εχθροί της Εκκλησίας ευχαριστιούνται να χρησιμοποιούν και που είδε ο αναγνώστης ανωτέρω: «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές...».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο «Ανώνυμος Έλλην» εφάρμοζε τον κανόνα της μαρτυρίας πολλών αιτίων από τα οποία αργότερα θα αναφέρει μόνο δύο ή μόνο ένα. Στο γραπτό του αναφέρει για τους υπηκόους των τυράννων, τους «δούλους»:

α. «Αὐτοὶ δὲν εἶδον κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου των, καὶ τρέμουσι εἰς κάθε προσταγήν του, χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ τόσον βδελυκτοὶ ἄνθρωποι, καὶ ἐνταυτῷ τόσον ἄξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Βέβαια, μεγάλη εἶναι ἡ ἀναισθησία αὐτῶν τῶν δούλων, καὶ ὠφέλιμον εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας, διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς.», σελ. 49

Εντούτοις οι μαρτυρίες δια «τὰς αἰτίας», κατά τον «Άνώνυμον Ἕλληνα», μετατρέπονται σε μία μόνο: «Ἄλλη, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ αἰτία, ὁποὺ τοὺς παρακινεῖ νὰ θυσιάζωνται τόσον ἀνοήτως, εἰμὴ ὁ φόβος.», σελ. 50

β. Στην έξοδο του γραπτού του σημειώνει: «Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον. [Για να καταλήξει μόνο σε μία, ίσως από έλλειψη εμπνεύσεως:] Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον, ὅταν εἶναι αὐτή.», σελ. 147

 

Η τύχη

Ο «Ανώνυμος Έλλην» παραδέχεται ότι « νομαρχία ὑποδουλώνεται ἀπὸ τοὺς γείτονάς της, ὅταν αὐτοὶ πρῶτον ὑποδουλωθῶσι, ἢ ἀπὸ κανένα τύραννον, ὁποὺ νὰ ἔλθῃ μὲ μεγάλας δυνάμεις νὰ τὴν κυριεύσῃ.», σελ. 61.

Στη δική του αντικρουόμενη διδασκαλία, η «νομαρχία» δεν εξαφανίζεται από προσώπου γης ένεκα μόνο «δύο αἰτίων», δηλαδή της απουσίας κάποιων «ἀρίστων συμπολιτῶν»  ή πόσο μάλλον ένεκα κάποιου «ἀμαθοῦς ἱερατεῖου»· όχι μόνον γιατί οι «μεγάλες δυνάμεις» έπαιζαν και παίζουν σημαίνοντα ρόλο, όπως φαίνεται και στην ιστορία της ελληνικής επανάστασης, αλλά και διότι μιλώντας για τον Ρήγα Φεραίο παραδέχεται πως  «ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπόν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τῆς δουλείας», σελ. 40.

Εκεί δηλαδή, αναγνωρίζει σαφέστατα και την ύπαρξη αστάθμητων παραγόντων για την εκδούλευση της Ελλάδος εις τους Οθωμανούς, ενώ παράλληλα τονίζει πως εκείνοι που δεν αποδέχονται αυτή την άποψη του, είναι για πολλοστή φορά «ἀμαθεῖς»: 

α. «Ἴσως, τινὲς τῶν Ἑλλήνων, μὴν στοχαζόμενοι εἰς βάθος τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν, εἰς τὸν ἑαυτόν των, ὡς μάταιον τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος ὅλους ἐκείνους τοὺς δισχυρογνώμονας, οἵτινες δὲν καταπείθονται, εἰμὴ εἰς τοὺς ἰδίους των στοχασμούς, καί, ἐξακολούθως, μὴν ἐξετάζοντας τὰς ἑτέρων γνώμας, μένουν πάντοτε σταθεροὶ εἰς τὴν ἀμάθειάν των, παρακαλῶ, ὅσους τὴν ἀλήθειαν ἀγαπῶσι νὰ μάθωσι, καὶ νὰ κρίνωσι δικαίως, νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἡ τύχη εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἔχει ἄκραν δύναμιν, ὡσὰν ὁποὺ τὸ παραμικρὸν συμβὰν εἰς τὰς μεγάλας ὑποθέσεις δύναται πολλάκις νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πᾶν, καὶ κανένα ἄλλο παράδειγμα δὲν μᾶς τὸ βεβαιοῖ περισσότερον, ὅσον τὸ θλιβερὸν συμβεβηκὸς τοῦ Ρήγα.», σελ. 39

Το ερώτημα είναι: αν πράγματι είναι «ἀμαθεῖς» εκείνοι οι οποίοι δεν παραδέχονται τον ρόλο της τύχης «εἰς τὰς μεγάλας ὑποθέσεις», τότε ο «Ανώνυμος Έλλην» μπορεί να χαρακτηρισθεί ακόμη μια φορά ως «ἀμαθής», βάση των δικών του πάντα διδασκαλιών, όταν για την διατήρηση της υποδούλωσης της Ελλάδας εις τους Οθωμανούς αποφαίνεται, δίχως να περικλείει το ρόλο της τύχης, πως μόνον «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές...»;

Έπειτα, μπορεί κανείς ν’ αμφιβάλει ότι η «τύχη» («τὸ ἀστάθμητον») δεν είναι απλά μόνον «Δύο αἴτια» αλλά αναλύεται σε πολλά περισσότερα, αμέτρητα θα έλεγε κανείς; Κι όσο περισσότερα είναι αυτά, άλλο τόσο περισσότερο  «ἀμαθής» είναι αυτός ο φανατικός του Διαφωτισμού ο υποστηρικτής· κι αν είναι αυτός «ἀμαθής», πόσο περισσότερο «ἀμαθεῖς» μπορούν να χαρακτηριστούν οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές όταν, τυφλωμένοι καθώς βρίσκονται από το μίσος τους προς την «Ὁρθόδοξον Ἐκκλησίαν», αναπαράγουν διαρκώς το ίδιο φιλοσοφικό αερολόγημα σε όλες αυτές τις κακόγουστες δημοσιεύσεις του έργου στο διαδίκτυο;

Ειδικότερα δε, οι παγανιστές «διανοούμενοι / φιλόσοφοι», που οφείλουν να υπηρετούν την ιδική τους «θεὰν Τύχην», θα κατασφάξουν ακόμη μία φοράν αυτήν πάνω εις το βωμό του αντιχριστιανικού τους μίσους χαμογελώντας με νόημα πίσω από την πλάτη των οπαδών τους.

 

Η Ειμαρμένη

Θα πίστευε κανείς, πως οι ανακολουθίες του «Ανωνύμου του Έλληνος» για τα «δύο αἴτια» της υποδουλώσεως ή της διατήρησής της θα μπορούσαν να τερματίσουν εις τις ανωτέρω παρατηρήσεις. Όμως ο ίδιος ο συγγραφεύς παραδίδει κι άλλα στηρίγματα εις τον κάθε πολέμιο των διδασκαλιών του, δίχως να γίνεται καμία χρήση του «συντακτικοῦ τοῦ Γαζῆ», που ο ίδιος «φοβάται» (βλ. σελ. 9):

«νομαρχία λοιπόν, ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη, ἡ καλλιοτέρα διοίκησις, καὶ μόνη πρόξενος τῆς εὐτυχίας μας, μ᾿ ὅλον τοῦτο, καὶ αὐτὴ ἔχει τὰ ἐλαττώματά της, ὡς ἔργον ἀτελοῦς ποιήματος, δηλαδὴ ὡς ἀνθρώπινον ἔργον, καὶ οὕτως, ἀφοῦ διέλθῃ τὴν νηπιότητα, τὴν νεότητα, τὴν ἀνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καὶ ἀπεθαίνει. Αὐτὴ ἡ διοίκησις ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα πύργον ὑψηλὸν καὶ περίφημον, ὁ ὁποῖος, ὅταν κτισθῇ ἀπὸ ἀρχιτέκτονα ἄξιον βέβαια, βαστᾶται καὶ μένει σῶος διὰ πολλοὺς αἰῶνας, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν ἄφευκτον νόμον τοῦ καιροῦ, καὶ πρέπει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του νὰ γκρεμνισθῇ. Ἀλλά, πολλάκις, τὸ συμβεβηκὸς προλαμβάνει. Ἕνας σεισμός, παραδείγματος χάριν, ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ καταδαφίζει αἰφνιδίως τὸ πλέον στερεὸν κτίριον! ἢ τὸ πέσιμον ἄλλου τινὸς πύργου, γκρεμνίζει καὶ αὐτόν, ἢ τέλος πάντων ἡ πυρκαϊά.», σελ. 61

Άλλο τι δεν θυμίζει ο συγγραφεύς παρά το  «τὰ πάντα ρεῖ πάντα χωρεῖ οὐδέν μένει» του Ηρακλείτου του Εφέσιου, αφού η «Νομαρχία», Ελληνική ή όχι, είναι καταδικασμένη να εκπέσει ένεκα του θεού «χρόνου / Κρόνου» ή ένεκα μιας κάποιας είδους «Εἰμαρμένης»· ακόμη κι αν κάποιο «συμβεβηκὸς» δεν προλάβει να την ρίξει, αυτή υποχρεωτικά θα γκρεμιστεί ούτως ή άλλως από τον «ἄφευκτον νόμον τοῦ καιροῦ».

Αυτό το θεώρημα του της «χρονικῆς ἀνάγκης» θα το επαναλάβει ακόμη τρεις φορές ο «Ανώνυμος Έλλην»:

α) μια φορά στις υποσημειώσεις του, όταν χρησιμοποιώντας την λέξη «πρέπει», θέλει να δικαιολογήσει την εμφάνιση και τη διατήρησης της «τυραννίας» για κάποιο χρονικό διάστημα:

«Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν, ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός, ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿ ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων, βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός», σελ. 61

β) ακόμη μια φορά, όταν θα διδάξει πως η ««χρονικὴ ἀνάγκη» θα ετοιμάσει την ελευθερία:

«Ἔ, Ἕλληνες! ἡ ἰδία βαρύτης εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἀδυναμίας των, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν λαόν, ὁποὺ ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπὸ τοιαύτης τυραννίας. Αὐτὸς κεχαυνώνεται τόσον, ὁποὺ χάνει τὴν δύναμιν τοῦ στοχασμοῦ. Ὅθεν, καὶ δυσκόλως ἐλευθερώνεται, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὴν δυστυχίαν του, καὶ μόνον ὁ καιρὸς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 66

γ) κι μια τελευταία όταν πάλι θα διδάξει πως ο καιρός σκοτώνει την εφαρμογή των νόμων:

 «Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας, ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62

Για το συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» ο νόμος της εναλλαγής των πολιτευμάτων είναι αδιάσπαστος:

«Τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἐβεβαιώθημεν διὰ τὴν ἄφευκτον μεταβολὴν τῶν διοικήσεων...», σελ. 60

Θα πρέπει να θυμηθεί εδώ ο αναγνώστης και πάλι τα λόγια του συγγραφέα για τον Ρήγα Βελεστινλή και να ιδεί πως συνδυάζει την τύχη με το αναγκαίο ἠ άλλως «τὴν τῶν ἀρχαῖων ἡμῶν φιλοσόφων Εἰμαρμένην»:

«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.

Ἐπειδή, ἀγκαλὰ καὶ ἡ φρόνησίς του νὰ ἐστάθη μεγάλη, ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπόν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τῆς δουλείας.», σσ. 39-40

Ο Κιτρομηλίδης έχει αντιληφθεί αυτή τη φιλοσοφική στάση περί της «Εἰμαρμένης» στη διανόηση του «Ανωνύμου του Έλληνος» επιτυχώς:

«Αν για τους αρχαίους Έλληνες η νομαρχία ήταν τρόπος ζωής, για τους νεότερους απογόνους τους αποτελούσε δίκαιο πόθο, ελπίδα λύτρωση από τη δουλεία. Στην άθλια υπόσταση της δουλείας τους είχε οδηγήσει ο αδυσώπητος νόμος της παρακμής και της διαφθοράς, που διαμόρφωνε την ιστορία της ανθρωπότητας.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 348)

Αυτή η άποψη μιας κάποιας «εἰμαρμένης» δεν μπορεί να αφήσει τους ιερείς και τους ευεργέτες ως τους μόνους υπευθύνους του μη ξεσηκωμού· τουλάχιστον βάση της φυσικής θρησκείας του Διαφωτισμού. Σημειωτέον πάντως, ότι οι ίδιοι αυτοί ιερείς είχαν ξεσηκωθεί περισσότερες φορές από όσες θέλει να φαντάζεται ο «Ανώνυμος Έλλην», και μαζί οι «φωτισμένοι», υπό το φως του μεσονυκτίου, ακόλουθοι του  (βλ. σελίδα Απελευθερωτικά κινήματα των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας).

Έτσι, αν πράγματι υπάρχει για το συγγραφέα κάποιος νόμος που εξαναγκάζει τις Νομαρχίες να εκπίπτουν, είναι άγνωστο γιατί οι νεοπαγανιστές κατηγορούν μόνο τους ιερείς ή γιατί ο «Ἀνώνυμος Ἔλλην» κατηγορεί τον Μέγα Αλέξανδρο ή τον πατέρα του Φίλιππο για αυτές τις εναλλαγές πολιτευμάτων. Το ορθότερο θα ήτο να υπήρχε μια «μοιρολατρία» εκ μέρους των πρώτων, με παράλληλη καταγγελία της «Εἰμαρμένης».

Έπειτα, αν ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Φίλιππος επέβαλαν την εναλλαγή της διοικήσεως δια του νόμου της ένοπλης βίας είναι αδιανόητο να κατηγορούνται οι ιερείς που δεν επέβαλλαν την «τυρραννίαν» του Σουλτάνου, μήτε τα οπλικά μέσα είχαν για να συνεχίσουν να την επιβάλλουν δια της βίας· αυτά τα είχαν οι ίδιοι οι μάχιμοι άνδρες των Οθωμανών με αντίποδα τον οπλισμένο Χριστιανικό λαό, όχι φυσικά το «ἄοπλον ἱεράτευμα». Εντούτοις...

 

Η φιλοσοφία & ο αντικληρικαλισμός

Ο συνδυασμός του άνωθι αντικληρικαλισμού στη σκέψη του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» με ανακόλουθες εξαγγελίες περί «Εἰμαρμένης», στηρίζεται στις επιρροές του από τα μελετήματά του· αυτά ήταν τόσο η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, όσο κι ο Διαφωτισμός:

«Η κλασσικά θεωρία της διαφθοράς των καθεστώτων, την οποία είχαν επεξεργαστεί ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης και συστηματικά εξέθεσε ο Πολύβιος στο σχήμα της ανακύκλωσης των πολιτευμάτων, επέστρεψε στην σκέψη των νεότερων Ελλήνων μέσω της επαφής τους με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό. Μολονότι ο Ανώνυμος ο Έλλην παρέθετε χωρία αρχαίων ηθικών συγγραφέων, όπως ο Ξενοφών και ο Πλούταρχος, ο κλασικισμός των πολιτικών του ιδεών ήταν εκείνος του Διαφωτισμού και του νεότερου πολιτικού ουμανισμού. Στην περιγραφή της πολιτικής φθοράς ο Ανώνυμος ακολουθούσε περισσότερο τον Machiavelli παρά τον Αριστοτέλη. Ο αμφιλεγόμενος Φλωρεντινός φυσικά δεν αναφέρεται ποτέ ονομαστικά από τον Ανώνυμο τον Έλληνα, ο οποίος είχε απορροφήσει τη μακιαβελλική επιρροή έμμεσα, από τους Ιταλούς επιγόνους του Machiavelli του δέκατου όγδοου αιώνα, ανάμεσα στους οποίους έζησε και τα ίχνη των οποίων είναι προφανή στη σκέψη του. Η περιγραφή της ηθικής και κοινωνικής αποσάθρωσης του άριστου πολιτεύματος στην Ελληνική Νομαρχία παραπέμπει στην ανατομία της κοινωνικής διαφθοράς στις Διατριβές στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου, και πιο συγκεκριμένα στις Φλωρεντινές Ιστορίες.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 349)

Ο αντιληρικαλισμός της δύσης, δηλαδή η οικονομική και διοικητική σύνδεση των κληρικών της, οι οποίοι αποτελούσαν κοινωνική τάξη, με το βασιλέα της Γαλλίας, είχαν εμπνεύσει τον «Ἀνώνυμο Ἕλληναν», ο οποίος με μια παράλληλη μετατόπιση αυτού του μοντέλου εις την Ανατολή, ποιώντας δηλαδή ένα πολιτικό κι επιφανειακό συγκρητισμό, είχε εννοήσει ότι οι «κατεξοχήν εχθροί της ελευθερίας και συνεργάτες της τυραννίας βρίσκονταν κατά τον Ανώνυμο μεταξύ των Μοναχών και της ιεραρχίας της Εκκλησίας.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 356)

Αυτό παρέχει σαφώς την ένδειξη, πως ο ίδιος ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είχε βαθιά γνώση των πραγμάτων γύρω από τον Ορθόδοξο κλήρο, είτε μιλούσε με την εμπάθεια ενός μασκαρεμένου απίστου:

«Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει απ’ όσα έχουν προηγηθεί είναι το ακόλουθο: ήταν ο αντικληρικαλισμός του Διαφωτισμού μια απλή επίθεση κατά της διαφθοράς του κλήρου, μια κριτική, έστω δριμεία, των ηθικών αποτυχιών της εκκλησιαστικής ηγεσίας, κινημένη από γνήσια αφοσίωση στις πνευματικές και ηθικές απαιτήσεις της πίστης, όπως επέμεναν οι περισσότεροι από τους επικριτές της Εκκλησίας, ή η οξεία κριτική του κλήρου στην πραγματικότητα συνεπαγόταν την υιοθέτηση της φυσικής θρησκείας του Διαφωτισμού, οδηγώντας λογικά σε αμφισβήτηση των ίδιων των θεμελίων της ορθόδοξης πίστης; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολες, ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψη την προφανή αντίφαση μεταξύ των δηλωμένων ορθόδοξων προθέσεων ορισμένων συγγραφέων από τη μια πλευρά και της αντιθρησκευτικής χροιάς των επιχειρημάτων από την άλλη.

Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση τόσο της Ελληνικής Νομαρχίας όσο και του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων. Οι διαβεβαιώσεις των συγγραφέων για τη γνησιότητα της εμμονής τους στην ευαγγελική αλήθεια και την Ορθοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τις διάφανες δεϊστικές θρησκευτικές τους προτιμήσεις, οι οποίες αντανακλώνται στην πρόκριση μιας απλουστευμένης και εξορθολογισμένης θρησκείας. Από αυτή την άποψη θα ήταν εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι οι περί της Ορθοδοξίας διακηρύξεις υπαγορεύονται κατά πρώτο λόγο από τακτικές σκοπιμότητες, συνδεδεμένες με την επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής απήχησης για την επιχειρηματολογία τους, η οποία απευθυνόταν σε κοινό έντονα προσηλωμένο στη θρησκεία. Φαινόμενα θρησκευτικής κριτικής που ήδη μνημονεύσαμε, όπως ο αντικληρικαλισμός της Νεωτερικής Γεωγραφίας και η αντινομία που επισήμανε ο Μοισιόδαξ μεταξύ παιδευτικής προόδου και των απαιτήσεων της θρησκείας, αντιπροσώπευαν ουσιαστικά πρώιμες εκδηλώσεις αυτής της πνευματικής στάσης. Η θρησκευτική στάση του Κοραή, όπως θα παρουσιαστεί στο επόμενο κεφάλαιο, μπορεί να γίνει σε μεγάλο βαθμό αντιληπτή με ανάλογους όρους.

Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνες του Παμπλέκη και του "Ανώνυμου του 1789", τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Η θρησκευτική τους κριτική ξεπερνούσε το δεϊσμό, φτάνοντας σε αμφισβήτηση, ανασκευή, ακόμη και διασυρμό βασικών θρησκευτικών δογμάτων και εκκλησιαστικών μυστηρίων -μια θέση που στην ουσία ισοδυναμούσε με απόρριψη της θρησκευτικής πίστης. Μερικές αιχμές της επιχειρηματολογίας του Λιβέλλου κατά των Αρχιερέων, και ιδιαίτερα η άποψη ότι η θρησκεία υπνωτίζει τις μάζες- πράγμα που σχεδόν θυμίζει τη μεταφορά για το "ὄπιο τοῦ λαοῦ", μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη κάποιας συνάφειας αυτού του κειμένου με το ρεύμα του αντικληρικαλισμού, που εξελίχθηκε σε κριτική της ίδιας της πίστης.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 377-378)

Το ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είχε βαθιά γνώση των πραγμάτων γύρω από τον Ορθόδοξο κλήρο ή μιλούσε με την εμπάθεια ενός μασκαρεμένου απίστου φαίνεται ξεκάθαρα από το ότι δεν έχει  παρουσιάσει ούτε μία φορά στο γραπτό επαναστατικές προσπάθειες κληρικών, ενώ οι μόνοι κληρικοί οι οποίοι φαίνεται να κολακεύει είναι οι διαφωτιστές.

Ο Ορθόδοξος κλήρος δεν αντιπροσώπευε κάποιο συνεργάτη του «βασιλέως», ούτε αποτελούσε μια κάποια κοινωνική τάξη, όπως συνέβαινε στη Δύση.

 

Τα 2 θεωρητικά αίτια = 1 θεωρητικό αίτιο = κανένα ιστορικό αίτιο

Το 2ο αίτιο της διατήρησης της υποδούλωσης των Ελλήνων εις τους Οθωμανούς, εις τη σκέψη του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος», παρουσιάζεται ως απουσία «ἀρίστων συμπολιτῶν». Αυτοί οι άριστοι συμπολίτες είναι, υποτίθεται, οι διαφωτισμένοι του εξωτερικού, εις αντιδιαστολή με «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον»:

«Ὅθεν, ἰδοὺ δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι νὰ ἐπιχειρισθοῦν κάθε ὑπόθεσιν μὲ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, τόσοι ὑπερασπισταὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς, καὶ αὐτοὶ ἠμποροῦσαν μὲ τὴν παρουσίαν τους, νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας.», σελ. 128

Γι αυτούς που «ἐφωτίσθησαν», ο ίδιος συγγραφεύς πρότεινε λίγο παραπάνω στην ίδια παράγραφο:

«Ἕλληνες, ἐπιστρέψετε εὐθὺς εἰς τὴν πατρίδα σας.», σελ. 128

Στην δική του σκέψη επανάσταση δίχως την παρουσία «ἀρίστων συμπολιτῶν» ήταν αδύνατη:

«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;                                                                                                                                               

Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140

Αν όμως ήταν αδύνατη η εξέγερση δίχως την παρουσία «ἀρίστων συμπολιτῶν», τότε είναι άγνωστο γιατί αίτιο της υποδουλώσεως είναι «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον»· εφόσον δε δηλώνεται πρόδηλα πουθενά εις τη σκέψη του συγγραφέως η αντίθετη σκέψη, δηλαδή να θεωρείται ομοίως «αδύνατη» η εξέγερση των ελλήνων άνευ της συμμετοχής του ιερατείου.

Όλα αυτά τα τολμά ο συγγραφεύς, όταν η δική του συμπεριφορά κατηγορείται ομοίως για «ἀναχωρητισμὸ» εκ της πατρίδος «ἐκ στόματι» Ξάνθου· στην ερώτηση του Αλέξανδρου Υψηλάντη: «γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ελευθερωθούν ή, τουλάχιστο, να ελαφρώσουν το ζυγό τους;» ο τελευταίος απαντά, όπως διαφαίνεται στο γραπτό του Βακαλόπουλου: «Πώς να το καταφέρουν, πρίγκιπά μου; όλοι οι αξιόλογοι συμπατριώτες μας φεύγουν στη ξενιτιά και τους αφήνουν ορφανούς» (βλ. Α.Σ. 11).

Η συμπεριφορά του «Ανωνύμου του Έλληνος» κατηγορείται εύστοχα με τις παραδοχές του Κιτρομηλίδη, τόσο έμμεσα δια μέσω της στάσης ενός άλλου διαφωτιστή του εξωτερικού, όσο και άμεσα:

α. «Η επιμονή του [Αθανάσιου Ψαλίδα] να ζει στο εξωτερικό μείωνε τη συνεισφορά του στο φωτισμό των συμπατριωτών του», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 193)

β. «Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Υποτίθεται πως, αυτή η επιστροφή των «πεφωτισμένων» θα απομάκρυνε το σκόπελο της «ἀμαθείας», ίσως και του ιερατείου, παραδίδοντας έτσι ουσιαστικά το βάρος της υποδούλωσης αποκλειστικά εις την απουσία «ἀρίστων συμπολιτῶν» από τους οποίους «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» θα τύγχανε ίσως μιας κάποιας «ἐπιμορφώσεως», η οποία με την σειρά της παρέχονταν «μόνον εἰς τὴν Δύσην» όπου οι διαφωτιστές αποκλειστικά «ἐταξίδευον»:

«Ἕλληνες, ἐπιστρέψετε εὐθὺς εἰς τὴν πατρίδα σας. Εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, μισεύσετε παραχρῆμα διὰ τὴν πατρίδα σας.[...] Ἀφοῦ μὲ ἀκρίβειαν ἐπαρίθμησα τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς τε Εὐρώπης καὶ Ἀσίας πόρρω τῆς πατρίδος των εὑρίσκονται [..]. Ὅθεν, ἰδοὺ δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι νὰ ἐπιχειρισθοῦν κάθε ὑπόθεσιν μὲ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, τόσοι ὑπερασπισταὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς.», σελ. 128

Εντούτοις, μήτε ακόμη κι αυτή η άποψη του «Ανωνύμου του Έλληνος» περί «ἀρίστων συμπολιτῶν» δεν έχει ευδοκιμήσει αρκετά εις τη σκέψη των μελετητών του διαφωτισμού, οι οποίοι αν και παραδέχονται την θεωρητική επήρεια των διανοουμένων της εποχής μέσα στο ελληνικό επαναστατικό πνεύμα, εντούτοις παραδέχονται ότι δεν ξεκίνησαν αυτοί αυτοπροσώπως την επανάσταση, μα μήτε την ξεκίνησαν εκείνοι οι οποίοι τους είχαν μελετήσει:

«Η επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με κορυφώσεις τους δύο εμφυλίους πολέμους στα 1823-1824. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι δυτικόφρονες διανοούμενοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία και , εξαιτίας των ιδεών τους, μειοψηφία όχι ιδιαίτερα δημοφιλή»., (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 467)

Αυτό δείχνει στη μετά διαφωτισμό σκέψη, βάση των ιστορικών πεπραγμένων,  πως

α)  η επανάσταση ήταν δυνατή άνευ των διαφωτιστών ενώ

β) επιβεβαιώνεται πως «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» δεν μπορούσε να συγκρατήσει μια επανάσταση, παρά τους ισχυρισμούς για αφορισμούς. Αντιθέτως, τα ιστορικά γεγονότα δείχνουν ότι την υπέθαλψε αρκετές φορές, τουλάχιστον δεκάδες ή εκατοντάδες φορές περισσότερες από τους «αφορισμούς».

 

Θεωρία των «καταλλήλων καιρῶν» VS Θεωρία 2 αιτίων

Αν δεχτεί κανείς σύμφωνα με τα ανωτέρω, πως η επανάσταση δε ξεκίνησε από κάποιους «διανοουμένους διαφωτιστὰς», τότε η εξέγερση των ελλήνων δεν ήταν απλά θέμα «ἀρίστων συμπολιτῶν»· φαίνεται πως μια σειρά από «ἀναγκαῖα συμβεβηκότα» συμπαρέσυρε σιγά σιγά όλο και περισσότερους ρωμηούς στην επανάσταση, όπως αναλόγως είχε συμβεί με λιγότερους κι ανεπιτυχώς στο παρελθόν. Κατόπιν, από το 1821 και μετά, οι επιτυχίες των εξεγερμένων θα συσσωρεύονται ή οι δυσκολίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να περιορίσει το φαινόμενο αυξάνονταν.

Τότε, δηλαδή μέσα από τις στρατιωτικές επιτυχίες των Ελλήνων, θα ανατείλει ασφαλής πλέον η θεωρία των «καταλλήλων καιρῶν» που θα τις ερμήνευε· βασικά αυτή είναι που δικαιώνει ορισμένες φορές τους διαφωτιστές σήμερα εις τα μυαλά των νεοτέρων. Διότι αν η ελληνική εξέγερση είχε αποτύχει, για πολλούς και διαφόρους λόγους, η θεωρία των «καταλλήλων καιρῶν» δεν θα είχε στεριώσει κι όλα θα μετατρέπονταν σε μια ακόμη επαναστατική απογοήτευση σαν τις προηγούμενες. Τότε, η επόμενη φορά δηλαδή που θα συνέβαινε μια κάποια επιτυχημένη επανάσταση θα ήτο η «πραγματική» στιγμή των νέων «καταλλήλων καιρῶν»· έτσι, αυτή η θεωρία, αποκτά ισχύ κυρίως κατόπιν των πεπραγμένων, παρά πριν, κι αυτό είναι κατανοητό «τοῖς πάσι».

Το μεγαλύτερο λοιπόν ψέμα πως για την υποδούλωση των Ρωμηών εις τους Οθωμανούς, ή ανάποδα για την μη εξέγερση των Ελλήνων για 400 χρόνια ευθύνονταν οι Ορθόδοξοι ιερείς, παρέχει η ίδια αυτή ιδέα του διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο περί «κατάλληλου καιροῦ» που οι συμπαθούντες την επανάσταση διακινούσαν:

α. «Δύο θεμελιώδη ιστορικά γεγονότα είχαν αποδειχθεί κατά τον Κοραή τα αποφασιστικά αίτια, που επιτάχυναν τις διαδικασίες αυτές και επέτειναν τον αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία και στα ελληνικά πνεύματα, περί τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Το πρώτο από αυτά τα γεγονότα ήταν η νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών στον πόλεμο του 1768-1774. Η έκβαση του πολέμου αποτελούσε τη ζωντανή επιβεβαίωση της αδυναμίας της άλλοτε τρομερής αυτοκρατορίας των Οθωμανών, που είχαν πανικοβάλει τις δυνάμεις της Ευρώπης στο παρελθόν. Οι ρωσικές επεμβάσεις στην Ανατολή έδειχναν στους Έλληνες ότι οι άγριοι δεσπότες του δεν ήταν αήττητοι και έτσι τους έφεραν σε επίγνωση της δυνατότητας της ελευθερίας. Το άλλο δραματικό γεγονός που ενέτεινε τον άνεμο της αλλαγής στην Ανατολή ήταν η Γαλλική Επανάσταση. [Αδαμάντιος Κοραής, Μémoire sur l’ état actuel de la civilisation dans la Grèce lu à la Société des observateurs de l’ homme, le 16 Nivose an XI (6 Janvier 1803) par Coray, Docteur en médecine et membre de la dite Société, Παρίσι 1803, σσ. 462-464, 476,481-482]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 390-391)

β. «Τα σημεία των καιρών...»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 365)

Είτε λοιπόν γιατί η ελληνική επανάσταση μέσα από έναν αιώνα συμπλοκών με τους Οθωμανούς στην αρχή, και με τους Νεότουρκους, Βούλγαρους κ.λ.π. κατόπιν, επέτυχε και επιβεβαίωσε κατά αυτόν τον τρόπο την θεωρία των «καταλλήλων καιρῶν», είτε γιατί όντως οι συνθήκες των «καταλλήλων καιρῶν» υπήρχαν κι επέτρεψαν την επιτυχία της επανάστασης, εντούτοις εκείνο που παραμένει είναι ότι οι ίδιοι οι διαφωτιστές παραδέχονταν και πίστευαν ακράδαντα αυτή τη θεωρία.

Εξαίρεση δεν αποτελεί ο «Ανώνυμος Έλλην», ο οποίος όχι μόνο αντιλαμβάνεται πως η εποχή του δεν ήταν όμοια με τον 16ο ή 17ο αιώνα, αλλά επιπλέον θα επαναλάβει το επιχείρημα περί της «Εἰμαρμένης» που αφορά βεβαίως την εποχή του:

««Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.

Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον, ὅταν εἶναι αὐτή. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης τὰ προλεχθέντα περὶ τῶν διαφόρων διοικήσεων, καί, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πολιτικῶν σωμάτων, ὅτι δηλαδὴ γεννῶνται, αὐξάνουσι, γηράζουσι, καὶ τέλος πάντων θνήσκουσι.», σσ. 147-148

Θα πρέπει δε να προσέξει ο αναγνώστης, πως το γήρας ως σίγουρο αίτιο της πτώσης «εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη [αἰτία], οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον». Συνεχίζοντας δε ο πολέμιος της Εκκλησίας, επιμηκύνει το συλλογισμό του, με πρακτικά παραδείγματα περί των «καταλλήλων καιρῶν» της εποχής του:

α. «Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀλοίσθια τοῦ θανάτου, καὶ ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἓν σῶμα ἀνθρώπινον, κατακρατημένον ἀπὸ ἀποπληξίαν καὶ μὴ ἔχον ἐλευθέραν, εἰμὴ τὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία, μὴν λαμβάνουσα τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον ἀδυνατίζει καί, τέλος πάντων, θνήσκει. Οὕτως καὶ ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν τὴν σήμερον, εἰς ἄλλο δὲν γνωρίζεται ὅτι ὑπάρχει, εἰμὴ εἰς τὴν Βασιλεύουσαν. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ πρώην Τζεζάρ, κυβερνητὴς εἰς τὸ Ἄκρι, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουε εἰς τὸν βασιλέα του, ἀλλὰ καὶ ἀντιστέκετο εἰς ὅλας του τὰς προσταγάς, καὶ πολλάκις φανερὰ τὸν ὕβριζε, καὶ διὰ γραμμάτων πάντοτε τὸν ἐπεριγελοῦσε. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ Πασβάνογλους, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν πόλεμον ἐναντίον τοῦ βασιλέως του, καὶ ἐνίκησε πάντοτε. Ἔστω πρὸς τούτοις διὰ παράδειγμα ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν τὸ φανερώνῃ, ὅλοι ὅμως ἀρκετῶς τὸ ἠξεύρουσι ὅτι δὲν φοβεῖται, οὔτε ποτὲ ὑπακούει εἰς τὰς προσταγὰς τοῦ βασιλέως του.»  σελ. 148

β. Πιο σπουδαία λέγει: «Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160

Άλλα «σημάδια των καιρών» που παραθέτει ο ίδιος ο συγγραφεύς είναι:

α. η αύξηση της παιδείας: «Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἀποκαταστῶσιν εὔκολον τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν Ἑλλήνων· πρώτη λοιπόν, εἶναι ἡ προχώρησις τοῦ γένους μας εἰς τὰ μαθήματα. Ὤ, πόση διαφορὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ δέκα χρόνους ἕως τὴν σήμερον! Μεγάλη, ὦ ἀδελφοί μου, μεγαλοτάτη καὶ καθ᾿ ἑκάστην πρὸς τὸ κρεῖττον φέρεται. Τώρα ἄρχισαν αἱ Μοῦσαι νὰ ἀναλάβουν, καὶ πάλιν νὰ ἐπανορθωθῶσιν εἰς τὰ χρυσόχροα ὄρη τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἀπόλλων πάλιν ἐμφανίσθη εἰς τὸ ἀρχαῖον του παλάτιον. Δὲν εὑρίσκεται πόλις τὴν σήμερον, ὁποὺ νὰ μὴν ἔχῃ δύο καὶ τρία σχολεῖα.

Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους, καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· οὔτε οἱ διδάσκαλοι τὴν σήμερον ἔχουσι ἐκείνην τὴν ἐνοχλητικὴν καὶ βραδεῖαν μέθοδον τῆς παραδόσεως, οὔτε οἱ μαθηταὶ φυλάττουσι τὴν ὀκνηρίαν καὶ ἀμέλειαν, ὁποὺ εἶχον, ἀλλ᾿ ἀμφότεροι, μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν καὶ ἐπιμέλειαν ἀντλίζουν ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν τῆς μαθήσεως ἐκεῖνα τὰ φῶτα, ὁποὺ στολίζουσιν τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα καὶ τὸ ἀποδεικνύουσιν ἄξιον τοῦ πλάστου του. Ἡ πολυμάθεια, τέλος πάντων, ἀπέβαλεν τὴν δισχυρογνωμίαν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἔπαυσεν ἐκείνη ἡ ἀδιαφορία, ὁποὺ πρότερον τόσον ἐδειλίαζεν τοὺς ταλαιπώρους νέους, οἵτινες ἐποθοῦσαν νὰ παύσωσι τὴν δίψαν των μὲ τὰ καθαρὰ νάματα τῆς σπουδῆς καὶ σχεδὸν δὲν ἐτολμοῦσαν.

Τὴν σήμερον οἱ σπουδαῖοι, ἂν κατὰ χρέος ἀκόμη δὲν εὐλαβῶνται καὶ δὲν τιμῶνται, δὲν καταφρονῶνται ὅμως, οὔτε περιπαίζονται. Καὶ καθεὶς ἀπὸ τοὺς προεστούς, ἀντὶς νὰ σφαλίσῃ τὸν υἱόν του εἰς τὸ ὀσπίτιόν του, καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἀμαθέστατον, μετὰ πάσης τῆς ἐπιμελείας τὸν πέμπει εἰς τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ φωτισθῇ.

Εἰς αὐτὰ κράζω διὰ μάρτυρας ὅλους σας, ὦ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα ὅσους ἔχουσιν υἱούς. Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι πλέον ἔρημα ὡς καὶ πρότερον, ἀλλὰ τὸ καθὲν περιέχει πενήντα καὶ ἑκατὸν μαθητάς, οἵτινες ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τὸν ἡδύτατον Ξενοφῶντα, τὸν νουνεχῆ Πλούταρχον καὶ τοὺς λοιποὺς ἱστορικοὺς φιλοσόφους τῶν προγόνων μας, ἐγνώρισαν τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας καὶ κλαίουσι πικρῶς διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος μας.», σσ. 149-150

β. Η αύξηση της ληστείας: «Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε; Δὲν ἀποδεικνύουσιν αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι! Τὴν σήμερον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται βέβαια ἀπὸ αὐτοὺς περισσότεροι ἀπὸ δέκα χιλιάδας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀδιήγητος καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους ἀπερίγραπτος.

Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀξίζει δέκα ἀρχιστρατήγους ἀλλογενεῖς διὰ τὴν ἐξυπνότητα τοῦ νοὸς καὶ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐφευρέσεις, διὰ δὲ τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παρομοιάσῃ τινὰς μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀρχιστρατήγους.», σσ. 152-153

γ. η αύξηση της ναυτικής δύναμης των Ελλήνων: «Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων, ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των;», σελ. 159

δ. η εξέγερση στη Σερβία: «Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, [...] Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες», σελ. 157 & «Ὁ Γεώργιος δὲν ἐλευθέρωσεν ἴσως τοὺς Σέρβους;», σελ. 159

Είναι δε ξεκάθαρο στο στοχασμό του, πως όλα τα πράγματα δεν πρέπει να ακολουθούνται ομοίως σε όλους τους καιρούς. Παραδέχεται συγκεκριμένες χρονικές περιστάσεις ειδικής δράσης:

α. «οἱ Ἠπειρῶται [...] Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του.», σελ. 35

β. «Ἔ, ἀγαπητέ! δὲν εἶναι τὸ ἔργον, ὁποὺ προξενεῖ τὴν ζημίαν, ἀλλ᾿ ἡ περίστασις. [...] Τὰ χρηστὰ ἔργα πρέπει νὰ τὰ κάμῃ τινὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, διότι αἱ περιστάσεις πολλάκις ἀνατρέπουσι τὸ καλὸν εἰς κακόν..», σελ. 96

γ. «Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει [...] νὰ εἶναι ἀγχίνους, διὰ νὰ προβλέπῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ βουλὰς τοῦ ἐχθροῦ· [...] καὶ αἱ παραμικραὶ ἀμέλειαι, πολλάκις, προξενοῦν μεγάλας καταστροφάς.», σελ. 31

δ. «Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι...», σελ. 139

Όλα αυτά συνθέτουν ένα σοβαρό αντεπιχείρημα εις την θέση του πως για τα 400 χρόνια σκλαβιάς ευθύνονταν «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» και η «ἀπουσίαν τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν», που άλλωστε σαν φράσεις λένε το αυτό και ίδιο πράγμα με άλλα λόγια.

 

Δύο (2) Αίτια VS Κλέφτες, Σούλι, Μάνη, Ύδρα, Σέρβους

Εις επιπλέον αντίκρουση της θεωρίας του «Ανωνύμου του Έλληνος» περί των 2 αιτίων, δηλαδή ότι «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» κι η «ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν» είναι που συγκρατούσαν τους Έλληνες για 400 χρόνια από την εξέγερση, έρχονται να παρουσιαστούν οι αυτές ιστορίες θαυμασμού του συγγραφέως περί των Κλεφτών, των Σουλιωτών, της Μάνης, των Σέρβων και των Υδραίων.

α. Το Σούλι: «Ἓν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σοῦλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, ὁποὺ οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας», σελ. 36

«Τὸ Σοῦλι ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...», σελ. 36

β. Η Μάνη:  «Ὦ Ἕλληνες [...] Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158

γ. Οι Υδραίοι: «Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων, ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των;», σελ. 159

δ. Οι κλέφτες: «Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε; Δὲν ἀποδεικνύουσιν αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι!», σελ. 152

ε. Οι Σέρβοι: «Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς. Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», σελ. 157

Το παράδοξο για τις κοινωνικές ομάδες όλων αυτών των παραδειγμάτων που φέρνει ο συγγραφέας, για να παρακινήσει άλλους σε επανάσταση, είναι και ότι είχαν κάποιο «ἱερατεῖον», αλλά παράλληλα δεν ήταν «κοσμημένα» με κάποιους που «ἐφωτίσθησαν» κατ’ ανάγκη στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, στο έργο του «Ανωνύμου του Έλληνος» τονίζεται τόσο η αμάθεια των κλεφτών, των ναυτικών της Ελλάδος, όσο κι η απλότητα της Σερβίας η οποία δεν προδίκαζε ελευθερία ή εξέγερση (περί αυτού του αναπάντεχου βλ. την παρακάτω ενότητα «Η στάση των Διαφωτιστών VS δύο (2) αιτίων»):

α. «Ἴδατε ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162

β. «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς», σελ. 37

γ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς [τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.», σελ. 157

Δια μέσω αυτών των λόγων του συγγραφέως, ξεσκεπάζεται ο σαφής αντικληρικαλισμός του Διαφωτισμού σε όλο του το μεγαλείο· διότι αν οι περιοχές οι οποίες δεν εξεγείρονταν λάμβαναν «δικαίως» την «ἀφεσιν τῶν ἀμαρτιῶν» δια μέσω της ενοχοποίησης του «ἀμαθοῦς ἱερατείου», που θεωρούταν «υπεύθυνο» για την μη επαναστατική συμπεριφορά του λαού, εντούτοις οι περιοχές που εξεγείρονταν δεν απεκόμιζαν εις το αυτό το ίδιο ιερατείο μια κάποια επιβράβευση βάση της συσχέτισης αιτίου - αιτιατού περί επανάστασης, που ο ίδιος συγγραφεύς αρέσκεται να παρουσιάζει όταν αναλίσκεται σε κατηγορίες:

«Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;», σελ. 119

Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή για πολιτικούς λόγους προτίμησης αλλά κι από μιμητισμό προς την αρχαιότητα και την παγιωμένη σκέψη του Διαφωτισμό, «μπορούσε» ίσως «Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς [να] ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς» αλλά για το μυαλό ενός Διαφωτιστή δεν θα μπορούσε ποτέ να «ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη ...» ιεροκήρυκες, κληρικούς, μοναχούς, επισκόπους, διακόνους, ψάλτες ή ακόμη καλύτερα Βελισάριους και Ναρσήδες. 

Αυτά λοιπόν τα άνωθι παραδείγματα των Κλεφτών, των Σουλιωτών, της Μάνης, των Σέρβων και των Υδραίων είναι από τα σημαίνοντα της αποτυχίας της διδασκαλίας περί «ἀρίστων συμπολιτῶν» και «ἀμαθοῦς ἱερατεῖου»· διότι σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις εξέγερσης κατά του τυράννου, τόσο η έλλειψη κάποιων «ἀρίστων συμπολιτῶν» εκ της Εσπερίας, όσο και η παρουσία του «ἀμαθοῦς ἱερατείου» δεν φαίνεται να κωλύουν όσα ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» θέλει με το γραπτό του να προκαλέσει κατά των Οθωμανών εκ μέρων των Ελλήνων Ρωμηών.

 

Δύο (2) αίτια ή πολλά αίτια;

Παρότι ο συγγραφέας της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» εστιάζεται φανερά στο γραπτό του σε 2 μόλις αίτια διατήρησης της υποταγής των Ελλήνων εις τους Οθωμανούς, υπογείως παρουσιάζει πολλά περισσότερα. Εκεί, στην υπόγεια σκέψη του συγγραφέως, θα αντικρύσει κανείς ότι αίτια διατήρησης της υποδούλωσης εις τους Οθωμανούς είναι:

α. Η τύχη κι η Ειμαρμένη: «Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.

Ἐπειδή, ἀγκαλὰ καὶ ἡ φρόνησίς του νὰ ἐστάθη μεγάλη, ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπόν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τῆς δουλείας.», σσ. 39-40

β. Τα χρήματα: 1. «Ἂς εἰσέλθωμεν τώρα εἰς τὴν διήγησιν τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου, ἡ ὁποία ὄχι ὀλίγον θέλει μᾶς παραστήσει τὰ κακά, ὁποὺ προξενεῖ ἡ κατάχρησις τῶν χρημάτων.», σελ. 110 & 2. «Ἢ μήπως δὲν ἠφανίσθη ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐξ αἰτίας του [χρυσοῦ]; Δὲν τυραννεῖται μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ αὐτόν; Καί, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος δὲν ἀσχημώθη τόσον ἀπὸ αὐτόν;», σσ. 106-107

γ. Η αμάθεια όλων των Ελλήνων : «ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101

δ. Οι ευεργεσίες των ευεργετών: «Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ τῆς Ἑλλάδος», σελ. 96 (και κακή παρηγορία)

ε. Η τυραννία: «Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν, ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία.», σελ. 101

στ. δια μέσω της ανάλυσης της ρωμαϊκής ιστορίας περισσότερα αίτια γίνονται φανερά παρά τις όποιες αντίθετες δηλώσεις του συγγραφέα:

«Ὤ! πόσον ἔκλαυσαν οἱ Ἕλληνες μετέπειτα! Ἀλλὰ ματαίως. Ὁ ἐχθρός των ἦτον μεγάλος. Αὐτοί, δὲν εἶχον στρατεύματα γυμνασμένα, οὔτε πόλεμον ἐδιδάσκοντο ἀπὸ τοὺς κυρίους των πλέον. Αὐτοί, ἐκυβερνοῦντο ἀπὸ σκιὰς καὶ φαντάσματα, καὶ ἀφοῦ ἀπέρασαν τὴν τυραννίαν τῶν Ρωμαίων καὶ ἔπειτα τῶν Ἱερέων, ἐκατήντησαν, τέλος πάντων, νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν πλέον σιχαμερὰν καὶ βάρβαρον κυριότητα, λέγω, εἰς τὴν τυραννίαν τῶν ὀθωμανῶν. Τὰ ἤθη των, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα, δὲν ἠμπόρεσαν ὅμως νὰ τοὺς ἐλευθερώσωσι ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν Ρωμαίων, ἐπειδὴ οἱ ἐχθροί των ἦτον δυνατοὶ καὶ πολλοί [...]», σελ. 154

Ο συγγραφεύς αναλογίζεται το γεωγραφικό εύρος της Ελλάδος και την αδυναμία στρατιωτικής εκπαίδευσης προ της ρωμαϊκής κατάκτησης, την οποία για το 1821 προσέφεραν τελικά α) οι ξένες δυνάμεις στους Έλληνες με την στρατολόγηση ελλήνων μισθοφόρων και β) οι Τούρκοι με το στόλο, ακόμη κι ο ίδιος ο Αλή Πασάς, παρά το ρητορικό του ιδίου διαφωτιστή υποτιμητικό σχόλιο : «οὔτε διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς ἀγρίους τοῦ Καναδᾶ [τὰ στρατεύματα τῶν Τούρκων] εἰς ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ φορέματα», σελ.148.

Η απουσία στρατιωτικής εκπαίδευσης, ενωμένης διοίκησης καθώς και το «διαίρει καὶ βασίλευε» με παροχή προνομίων σε περιοχές της Ελλάδας, όπως π.χ. του Αιγαίου, αντιπροσώπευαν ακόμη υπόγεια, μη φανερά μέσα στη σκέψη του «Ανωνύμου του Έλληνος», αίτια διατήρησης της υποδουλώσεως :

ζ. «Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν, καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας, ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν. Δὲν ἐδύναντο νὰ ἐλευθερωθῶσι ἀπὸ τοιοῦτον ζυγόν - ἀγκαλὰ καὶ τὰ ἤθη των νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα καὶ νὰ ὑπόκειντο εἰς ξένην ἀρχὴν - ἐπειδὴ ἡ ἐπικράτεια ἦτον μεγαλωτάτη, καὶ δὲν ὑπέφερον ὅλοι ἐξίσου τὰς δυστυχίας, καὶ ἐξακολούθως, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσουν τοὺς τυράννους των», σελ. 73

η. Την αποχή συγκεντρωτικής στρατιωτικής διοίκησης παραδέχεται ομοίως λέγοντας: «ἡ προθυμία των [Ἑλλήνων] εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154

θ. Ενώ την αρχή του «διαίρει καὶ βασίλευε» ως αίτιο διατήρησης της υποδούλωσης, που εφαρμόζουν κι οι Οθωμανοί, παραδέχεται αλλαχόθεν: «Εἰς μίαν πολιτείαν, παραδείγματος χάριν, ἐτύχαινεν ἕνας κυβερνητὴς καλοηθὴς καὶ δίκαιος, καὶ ἐκεῖνος ὁ λαὸς εὐχαριστεῖτο, εἰς ἄλλην δὲ ὁποὺ ὁ λαὸς ἐτυραννεῖτο, δὲν ἐτολμοῦσαν οἱ κάτοικοι νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν των, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης διαφορᾶς εἰς τὴν ποσότητα ἀναμεταξὺ τῆς πολιτείας των καὶ τῶν ἄλλων πολιτειῶν.», σελ. 73

ι. Διχόνοιες, ασυμφωνίες και έριδες μεταξύ των Ελλήνων (βλ. Α.Σ. 21), που θα εμφανιστούν και μετά την επανάσταση, θα παραδεχθούν άλλοι διαφωτιστές: «Οἱ Τοῦρκοι ὅταν ἦταν εἰς τὴν ἀκμή τους δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ὑποτάξουν τὴ Μάνη, εἰς τὴν παρακμή τους ὅμως τὸ ἐκατόρθωσαν· στοχάσου τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς διχόνοιας. [Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σελ. 149», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 151)

Όλα αυτά τα αίτια τριγυρίζουν κρυφά στη σκέψη και φανερά στα λόγια του συγγραφέως της «Ελληνικής Νομαρχίας», όταν σημείωνε το περιβόητο: «πολλὰ [...] αἴτια [...] καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται», και που όμως αποσόβησε χάριν αντικληρικαλισμού: «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί....».

 

Η στάση των Διαφωτιστών VS δύο (2) αιτίων

Υποθετικά μιλώντας, ακόμη κι αν οι διαφωτιστές μπορούσαν να ελέγξουν την επανάσταση στην Ελλάδα, ως διοικητική αρχή «ἀρίστων συμπολιτῶν» μιας κάποιας Δημοκρατικής αρχής ή ως στρατιωτική αρχή με «ἕνα ἀρχιστράτηγον [για να] ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους», είναι αμφίβολο για το αν θα μπορούσαν να συμφωνήσουν για την πιστοποίηση των  «καταλλήλων καιρῶν» της αυτής πραγματώσεως.

Ο διαφωτιστής «Ανώνυμος Έλλην» τόνιζε πως η επιμήκυνση της εξεγέρσεως οφείλονται εις «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» και εις την «ἀπουσίαν τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν»· εντούτοις υπάρχει μία τουλάχιστον περίπτωση όπου η «παρουσία» των τελευταίων θα την καθυστερούσε ακόμη περισσότερο. Ενώ ο ίδιος συμβούλευε να υπακούσουν οι Έλληνες στον Αδαμάντιο Κοραή, ξεχνούσε να παρατηρήσει πως ο τελευταίος, το πιο «ἀντιπροσωπευτικὸ πνεῦμα» του ελληνικού Διαφωτισμού (βλ. Κ.Θ Δημαρά, Νεοελ. Διαφωτισμός), ζητούσε την καθυστέρηση της εξέγερσης για ακόμη 30-50 χρόνια:

α. «Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος, τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ. 127

β. «Θεωρούσε πάντως [ο Κοραής] ότι απαιτούνταν αρκετές δεκαετίες για να ωριμάσουν στην Ελλάδα οι κοινωνικές προϋποθέσεις μιας ελεύθερης πολιτείας. [Στην Αυτοβιογραφία του, γραμμένη το 1829 και δημοσιευμένη για πρώτη φορά στη Συλλογή Προλεγομένων (1833), σσ. ζ-λθ,, ιδιαίτερα σ. κθ, ο Κοραής διατυπώνει την πεποίθηση ότι η Ελληνική Επανάσταση, έπρεπε να πραγματοποιηθεί γύρω στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα (σημ:1850). Φθάνοντας τριάντα χρόνια νωρίτερα, η επανάσταση είχε προηγηθεί της εμφάνισης μίας ώριμης πολιτικής ηγεσίας που θα μπορούσε να καθοδηγήσει τις τύχες του έθνους με μεγαλύτερη σύνεση.]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 408 & 588)»

γ. «Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχε στρέψει όλη την ενεργητικότητά του [ο Αδαμάντιος Κοραής] στην προσπάθεια της πολιτισμικής αναδημιουργίας και της ηθικής αναμόρφωσης, η οποία έπρεπε να προηγηθεί της κατάκτησης της ελευθερίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 408)

δ. «Σε αυτή την προοπτική η προτίμηση του Κοραή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα μπορούσε να φανεί άκαιρη, γιατί οι βάσεις της κοινωνικής μετριοπάθειας που θα προσέδιδαν βιωσιμότητα σε ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα απουσίαζαν από την οθωμανική Ελλάδα, η οποία πολύ απείχε από τη φιλελεύθερη Βρετανία. Η επίγνωση αυτού του εξόφθαλμου γεγονότος, την οποία διέθετε πλήρως ο Κοραής, εξηγεί και τη θέση του υπέρ της εξελικτικής αλλαγής \και της αναβολής της επαναστατικής έκρηξης ως τη στιγμή που θα ωρίμαζαν οι προϋποθέσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Διαφορετικά φοβόταν ότι ο Διαφωτισμός θα έχανε τη μάχη, όπως άλλωστε συνέβη τελικά. Στην ελληνική ιστορία, κατά συνέπεια, ο Διαφωτισμός παρέμεινε μάλλον περίγραμμα οραματισμών του μέλλοντος και κριτικής του παρόντος παρά ένα εφαρμόσιμο πρόγραμμα πρακτικών επιλογών. »,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 504)

Η περίπτωση του Κοραή δεν είναι η μόνη. Άποψη και του διαφωτιστή Μοισιόδακα ήταν, ότι η ηθική αναμόρφωση, δηλαδή η [διαφωτιστική] παιδεία, έπρεπε να προηγείται της εξέγερσης των λαών, η οποία δηλαδή θα έπρεπε να καθυστερείται ένεκα της πρώτης:

ε. «Η αμάθεια αποτελούσε πρωταρχική αιτία της κοινωνικής δυσπραγίας. Στο μέτρο που η άγνοια μπορούσε να ξεπεραστεί και να ξεριζωθεί, η διαφθορά θα μπορούσε να δαμαστεί και να επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση. Με βάση αυτή την αιτιολογία των κοινωνικών δεινών, η θεωρητική ενασχόληση του Μοισιόδακα συναρθρώθηκε γύρω από τις προϋποθέσεις της πολιτισμικής ανανέωσης και τα μέσα για τον έλεγχο της αμάθειας. Η κριτική του εμπνεόταν από αυτόν τον στόχο και επιδίωκε να εκθέσει τα εμπόδια και τους περιορισμούς που έπρεπε να παραμεριστούν πριν παταχθεί η αμάθεια. Μόνον αφού θα είχε συντελεστεί αυτή η αρχική φάση της κριτικής, θα ήταν δυνατό να τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Ηθική Φιλοσοφία, σσ. ια -ιδ] », (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 227)

Ακόμη και μέσα στη σκέψη του «Ανωνύμου του Έλληνος» αντιλαμβάνεται κανείς αυτή την άποψη της καθυστέρησης, όταν τον βλέπει να εκπλήσσεται για την επιτυχία της επαναστάσεως (σημ: πρόσκαιρη) στη Σερβία, όταν ο λαός αυτής ήτο «ὁ πλέον ἁπλούστατος»· διότι ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν μπορούσε να αποφανθεί περί αυτών ότι «ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς»:  «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς [τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.», σελ. 157

Προέκταση του παραπάνω είναι πως: «ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της «υπόκειται» στον Οθωμανό Τύραννο και «προκαλεί» καθυστέρηση]», σελ. 101

Η επιθυμούμενη καθυστέρηση μιας επανάστασης στην Ελλάδα υπό το φως των «ἀρίστων συμπολιτῶν», αν εδύνατο να την καθυστερήσει, θα οφείλονταν σε γενικότερες παραδοχές του Διαφωτιστών κι όχι σε κάποιο «ἀμαθὲς ἱερατεῖον»»:

«Ο δρόμος προς την ελευθερία έπρεπε να περάσει πρώτα από τη νίκη κατά της αμάθειας και την κατάλυση του βασιλείου του σκότους. [...] Η πολιτισμική ανανέωση και ο Διαφωτισμός αντιμετωπιζόταν ως τμήματα μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, η οποία περιέκλειε την πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία ως τελικούς αν και σχετικά απομακρυσμένους στόχους.

Πριν οι σαφώς πολιτικοί, και εμφανέστερα ανατρεπτικοί στόχοι μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο ρεαλιστικής θεώρησης και επιδίωξης, ο Κοραής επέμενε ότι το έθνος όφειλε να φτάσει στην ωριμότητα μέσω της κατάλληλης εκπαιδευτικής προετοιμασίας. Και σ’ αυτή του την άποψη ο Κοραής δεν παρεξέκλινε από τις απόψεις των Ιδεολόγων, που θεωρούσαν ότι η πολιτισμική και η πολιτική υπόσταση μιας κοινωνίας είναι αλληλένδετες και προσαρμόζονται η μία προς την άλλη. [Πρβλ. Gusdorf, Introduction aux sciences humaines, σελ. 274] Συνεπώς η εκπαίδευση θα ’πρεπε να εξαπλωθεί όσο το δυνατόν πιο πλατιά μεταξύ των νεότερων Ελλήνων, οι οποίοι, με αυτόν τον τρόπο, θα εξοικειώνονταν με την παιδεία του Διαφωτισμού και με τους κλασσικούς της αρχαίας κληρονομιάς τους.. Ο Κοραής θεωρούσε πρωταρχική του υποχρέωση την προσφορά εκδόσεων των Ελλήνων κλασσικών προς τους συμπατριώτες του, για να υποβοηθηθεί με τον τρόπο αυτόν η αναβίωση μεταξύ των νεοτέρων της σοφίας και της αρετής των αρχαίων.

[...] Με αυτό ακριβώς το πνεύμα εγκαινίασε το 1805, με την οικονομική αρωγή των πλούσιων Ηπειρωτών εμπόρων της Ρωσίας, των αδελφών Ζωσιμά, τη μνημειώδη σειρά εκδόσεων κλασσικών κειμένων που έμελλε να απαρτίσουν την Ελληνική Βιβλιοθήκη», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 394-396)

Δυστυχώς ή ευτυχώς, όπως οι περισσότεροι  Διαφωτιστές «ἄριστοι συμπολίτες», έτσι κι ο Κοραής, συνελήφθηκε εξ απήνης από την ελληνική επανάσταση· απόδειξη του κατά πόσο η όλη αυτή πολεμικής φύσεως κατάσταση δεν μπορούσε να εξαρτηθεί αποκλειστικά μήτε από «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον», μήτε από την «ἀπουσίαν τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν»:

«Ωστόσο, όταν τα νέα [της επανάστασης] έφτασαν στο Παρίσι, ο γέροντας θεωρητικός της ελληνικής παλιγγενεσίας, παρά τις προγενέστερες φιλοσοφικές του επιφυλάξεις για το αν ήταν σκόπιμη μια άμεση επανάσταση, ένιωσε την ψυχή του να δονείται [...] Ο σοφός πρεσβύτης δεν μπορούσε φυσικά να σπεύσει να προσχωρήσει στις τάξεις όσων πολεμούσαν τους τυράννους. Αντί γι’ αυτό ως γνήσιος διανοούμενος, θεώρησε ότι η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει τους μαχόμενους ήρωες για τις νέες πολιτικές περιστάσεις, των οποίων ο αγώνας για την ελευθερία ήταν το ιστορικό προοίμιο»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 408-409)

Επιπλέον, κι αυτό είναι το χειρότερο για την πολεμική του «Ανωνύμου του Έλληνος», το «ἀμαθὲς ἱερατεῖον» και οι «ἄριστοι συμπολίτες» υπήρχαν και κινούνταν ήδη εν αγνοία των «Κοραήδων» & «Ἀνωνύμου Ἕλληνος»:

Φιλική Εταιρία:  Έμποροι: 53,7% - Μορφωμένοι επαγγελματίες: 13,1% - Δεκαπέντε Επίσκοποι & κληρικοί: 9,5% (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 459 & 597, [George D. Frangos, The Philike Etaireia: A Prematur National Coalition, The Struggle for Greek Independence, επιμ. Richard Clogg, Λονδίνο 1971, σσ. 87-103])

Σημειωτέον πως η μικρότερη παρουσία κληρικών εις την Φιλική Εταιρία δεν παρουσιάζει μόνο το μικρότερο επαγγελματικό αριθμό κληρικών έναντι των εμπόρων στην ρωμέικη κοινωνία, αλλά και την οικονομική διαφορά αυτών των δυο, παρόλες τι ο «Ανώνυμος Έλλην» ισχυρίζεται πως το το «ἀμαθὲς ἱερατεῖον» ήταν οικονομικά ισχυρό:

«Ήδη το 1819 (και όχι το 1820, όπως γράφεται συνήθως) η ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας με τη ζωτικότητα και την αύξηση της προκάλεσε το ενδιαφέρον της Φιλικής Εταιρείας, που απέβλεπε στη μύηση οικονομικά ευπόρων ομογενών, ώστε να ενισχύσουν το έργο της. Όπως προκύπτει από τον Κατάλογο των Φιλικών του Αρχείου Παναγιώτη Δ. Σέκερη... [η μύηση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου Παγκώστα]..., του φλογερού αυτού Εθνεγέρτη από την Πάτμο [έγινε] το 1820 από τον Αντώνιο Πελοπίδα [βλ. Ι.Α. Μελετόπουλου: Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π, Σέκερη, Αθήναι 1967, σσ.102-162]», (Πηγή:  Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Χατζηφώτη, σελ. 95)

 

Σκληρότατα Αντίποινα. Βαρύνοντα αίτια της καθυστέρησης της εξέγερσης

Πριν προχωρήσει ο αναγνώστης εις τους παρακάτω συλλογισμούς, ας θυμηθεί την εξής παρατήρηση:

«Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)

Ο «Ανώνυμος Έλλην» δεν είναι ο μόνος που απόφυγε την συμπλοκή των επαναστάσεων της εποχής του ’21. Κι άλλοι διαφωτιστές δεν θα λάβουν ενεργά μέρος, εκτός από αυτούς που σημειώνονται εδώ:

«Ωστόσο, όταν τα νέα [της επανάστασης] έφτασαν στο Παρίσι, ο γέροντας θεωρητικός της ελληνικής παλιγγενεσίας, παρά τις προγενέστερες φιλοσοφικές του επιφυλάξεις για το αν ήταν σκόπιμη μια άμεση επανάσταση, ένιωσε την ψυχή του να δονείται [...] Ο σοφός πρεσβύτης δεν μπορούσε φυσικά να σπεύσει να προσχωρήσει στις τάξεις όσων πολεμούσαν τους τυράννους. Αντί γι’ αυτό ως γνήσιος διανοούμενος, θεώρησε ότι η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει τους μαχόμενους ήρωες για τις νέες πολιτικές περιστάσεις, των οποίων ο αγώνας για την ελευθερία ήταν το ιστορικό προοίμιο», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 408-409)

Άλλοι «γνήσιοι διανοούμενοι» του Διαφωτισμού, όπως π.χ. ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Αθανάσιος Χριστόπουλος δεν θα συμμετάσχουν σε μάχες της επανάστασης. Ομοίως συμπεριφέρεται και ο «Ανώνυμος Έλλην» όπου δικαιολογώντας την απουσία του ονόματός του επί του έργου του, υποστηρίζει ως τρίτο λόγο την αποφυγή του θανάτου:

α. «Μάλιστα βλέπεις ὅτι δὲν ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.», σελ.169

β. «Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου.», σελ. 170

Ο συγγραφέας της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» πρόσθετε στις επικρίσεις του κατά των μη πολέμιων του Οθωμανικού στρατού, διαφωτιστών εξαιρουμένων(;):

«Αὐτοὶ οἱ χρυσολάτραι εἶναι ὄντως αὐτόματοι, τὰ βιβλία δὲ τῆς μελέτης των εἶναι αἱ ἐφημερίδες, περὶ πατρίδος δέ, οὔτε κἂν ἀναφέρουσι τὸ ὄνομά της. Ποῖος τολμεῖ νὰ τοὺς ἀναφέρῃ ἐλευθερίαν καὶ λύτρωσιν τῆς Ἑλλάδος; Οἱ νέοι δὲν σὲ ἀκροάζονται, οἱ χρυσολάτραι σὲ νομίζουν τρελλόν. Ἡ ἀπόκρισίς των εἶναι, ὅταν τινὰς τοὺς τὸ προβάλλῃ: «δὲν εἶναι δυνατόν!». «Ἀλλὰ διατί;» τοὺς ἐρωτᾶ τινὰς πάλιν. «Δὲν εἶναι δυνατὸν» τοῦ ἀποκρίνονται. Καὶ ἂν χίλιας φορὰς τοὺς ξαναειπῇ τινὰς χίλια δικαιολογήματα, ἄλλας τόσας θέλει ἀκούσει τὴν ἰδίαν ἀπόκρισιν», σσ. 132-133

Η απόκρισης πως ορισμένων «δὲν εἶναι δυνατόν!» δεν είναι εντελώς αστήρικτη, ούτε μπορεί να την αντιπαρέρχεται κανείς, με χαρτιά όπου γράφονται «χίλια δικαιολογήματα». Οι σύγχρονοι μελετητές του νεοελληνικού Διαφωτισμού σημειώνουν πολύ καλά τις σκληρές τιμωρίες οιαδήποτε επαναστατικής αποτυχίας, η οποία δύναται να δικαιολογήσει επαρκώς τυχόν φόβους κι ανησυχίες:

α. «Η εξέγερση βέβαια στοίχισε πολλά σε ανθρώπινες ζωές και σε υλικές καταστροφές και προκάλεσε βαθιά απελπισία.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 190-191)

β. «οι Έλληνες της Πελοποννήσου [...] ύστερα από ένα σύντομο διάστημα επαναστατικού πυρετού, τα γνωστά "Ὀρλωφικά", υποβλήθηκαν σε σκληρά αντίποινα από τους Οθωμανούς κυρίους τους, οι οποίοι εξαπέλυσαν ορδές Αλβανών ατάκτων κατά της Πελοποννήσου [A. Camariano-Cioran, La Guerre rusoturche de 1768-1774 et les Grecs, Revue des études Sud-Est européennes, 3 (1965), σσ. 513-547, Π.Μ. Κοντογιάννης, Οι  Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσοτουρκικόν πόλεμον, 1768-1774 & Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν 1715-1821, Αθήνα 1939, σσ. 146-206]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 185)

γ. «Μέσα σε 5 δεκαπεντασύλλαβους, που είναι το μέτρο τους, καταγράφεται η επιδρομή του Ιμπραήμ που "κατέκαψε" τον Μοριά:

"Ὁ κοῦκος φέτος δὲ λαλεῖ, οὔτε καὶ θὰ λαλήσει

παρὰ ἡ τρυγόνα ἡ χλιβερὴ τὸ λέει τὸ μοιρολόγι.

Ἐσκλάβωσαν μικρὰ παιδιά, γυναῖκες μὲ τοὺς ἄντρες, ἢ ἐσκότωσαν λεβεντουριὰ καὶ τοὺς καπεταναίους, (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 220)

Ο ίδιος ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» παρέχει μιαν εικόνα:

«Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά. Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν, πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.», σελ. 82. (βλ. Α.Σ. 14 & 15)

Οι «Ἕλληνες Χριστιανοί» θανατώνονταν ακόμη και για φοροδιαφυγή. Για τις συνέπειες μιας αποτυχημένης επανάστασης ούτε λόγος (βλ. καταστροφή Χίου):

«...ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον. Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται.», σελ. 83

Η άγνοια για την οποία θα κατηγορήσει ο «Ανώνυμος Έλλην» τους υπόδουλους δε στέκει, αν αναλογισθεί κανείς τους ποταμούς αίματος:

«Πλήν, ματαίως καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πεφοβισμένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.», σελ. 51

Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής περιστατικά τα οποία είχαν κάνει τους Έλληνες αρκετά σκεπτικούς γύρω από τους βεβιασμένους ξεσηκωμούς:

α. «Ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄(1808-1839) απάντησε στην επανάσταση των Ελλήνων με τη συνηθισμένη τουρκική μέθοδο, δηλαδή με μαζικές σφαγές, για να τρομοκρατήσει τους Έλληνες, και έτσι να προλάβει την παραπέρα εξάπλωση του κινήματος. Η Πύλη κάτι είχε υποψιαστεί από τις ενέργειες της Φιλικής Εταιρείας και έκαμε μερικές συλλήψεις, έρευνες σε σπίτια και κάποιες σποραδικές θανατώσεις. Κι όταν έφτασε η είδηση ότι επαναστάτησε ο Υψηλάντης, προσπάθησε με κάθε τρόπο να ξυπνήσει το μωαμεθανικό λαό και να του δείξει τον κίνδυνο, που δημιουργούσε στη Μεγάλη Αυτοκρατορία η επανάσταση των απίστων.

Στις 9 ΜΑρτίου ο Σουλτάνος ζήτησε με φιρμάνι από τον Πατριάρχη 8 αρχιερείς, που τους κράτησε ως ομήρους. Συνάμα έφερε πολλούς Ασιάτες στρατιώτες που μαζί με τον οπλισμένο όχλο της πρωτεύουσας άρχισαν να σφάζουν και να λεηλατούν τους Έλληνες. Και στις 22 Μαρτίου ο Σουλτάνος θανάτωσε πολλά σπουδαία πρόσωπα από τους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως, που συγγένευαν ή σχετίζονταν με τους προύχοντες ομογενείς της Μολδαβίας.

Μα η τουρκική μανία αποκορυφώθηκε όταν στις 3 Απριλίου έφτασε ταχυδρόμος από την Αθήνα και ανάγγειλε την επανάσταση της Πελοποννήσου. Λένε πως ο Σουλτάνος άρχισε να αφρίζει από θυμό και να φωνάζει εκδίκηση. Κι όταν ο πρεσβευτής της Ρωσίας τον διαβεβαίωσε πως ο Τσάρος δεν είναι αναμιγμένος στις ταραχές των ηγεμονιών, οι Τούρκοι αποθρασύνθηκαν περισσότερο. Ο διερμηνέας της Πύλης Κωστάκης Μουρούζης φορώντας την επίσημη στολή του αποκεφαλίστηκε μπροστά στο Σουλτάνο κάτω από τη μεγάλη Πύλη των ανακτόρων, γιατί η Πύλη είχε πιάσει ένα γράμμα του Υψηλάντη που απευθυνόνταν σʼ αυτόν. Αλλά και χωρίς καμία φανερή αιτία αποκεφάλισαν ή κρέμασαν από τα παράθυρα των σπιτιών τους τραπεζίτες ή γιατρούς, που ήταν συγγενείς των άλλοτε οσποδάρων ή μεγάλων διερμηνέων. Και το Μεγάλο Σάββατο (9 Απριλίου) ύστερά από τη λειτουργία, αφού είχε διαλυθεί το αραιό και κατατρομαγμένο εκκλησίασμα, έφτασε στο Πατριαρχείο ο Αριστάρχης, αυτός που διαδέχτηκε τον απεκεφαλισμένο διερμηνέα, μαζί με το γραμματέα του Ρεΐς εφέντη (προέδρου του συμβουλίου του κράτους.) Συγκέντρωσε τους αρχιερείς και τους αρχηγούς των συντεχνιτών στη μεγάλη αίθουσα των Πατριαρχείων και εκεί τους διάβασε φιρμάνι, με το οποίο καθαιρούνταν ο Πατριάρχης. "Επειδή ο Πατριάρχης Γρηγόριος φάνηκε ανάξιος για τον πατριαρχικό θρόνο, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλη και δολοπλόκος γίνεται έκπτωτος από τη θέση του." Κατόπιν διάβασε το φιρμάνι για την εκλογή του νέου Πατριάρχη, ενώ το Γρηγόριο, αφού τον έβρισαν αρκετά, τον φυλάκισαν. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τον έβγαλαν από τη φυλακή, τον κακοποίησαν και τον κρέμασαν στη μεσαία πύλη των Πατριαρχείων, όπου ξεψύχησε αμέσως. Τρεις μέρες έμεινε το λείψανο στην κρεμάλα και την τρίτη παραδόθηκε στους Εβραίους, που το έσερναν στους δρόμους του Φαναριού κοροϊδεύοντας και βλαστημώντας το και τέλος το έριξαν στη θάλασσα. Από εκεί ύστερα από τρεις μέρες το περιμάζεψε ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Ιωάννης Σκλάβος, που το μετέφερε στην Οδησσό, όπου θάφτηκε με μεγάλες τιμές.

Την ίδια μέρα κρέμασε ο Σουλτάνος και τρεις από τους φυλακισμένους αρχιερείς, ενώ ο όχλος επιδόθηκε σε κάθε είδος ανηθικότητας. Επιτέθηκε εναντίον των εκκλησιών της πόλεως, τις βεβήλωσε και τις λεηλάτησε. Στο τέλος Απριλίου ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή να κρεμαστούν κι άλλοι τρεις φυλακισμένοι αρχιερείς. Ο δήμιος τους έβαλε μέσα σε μια βάρκα, έπλευσε προς τον Βόσπορο και τους κρέμασε στα τρία πολυπληθέστερα ελληνικά προάστια του Βοσπόρου. Στις επόμενες ημέρες συνεχίστηκε η μανία των Τούρκων και σε 10 χιλιάδες υπολογίζονται τα θύματα της τουρκικής αγριότητας μόνο στην Κωνσταντινούπολη. Όμοιες σκηνές βαρβαρότητας έγιναν και στη Σμύρνη, την Ανδριανούπολη, στην Αίνο και σε άλλα μέρη.

Με τις αγριότητες αυτές θέλησε η Πύλη να τρομοκρατήσει τους ραγιάδες. Αλλά κατά βάθος αυτός έδειχνε την ανικανόητά της να ενεργήσει με δραστηριότητα και αποτελεσματικότητα εναντίον των ειρηνικών και ακίνδυνων Ελλήνων της πρωτεύουσας και των επαρχιών. Με τις αιματηρές βιαιότητες άρχοντες και λαός ικανοποίησαν τα άγρια ένστικτά τους και νόμισαν πως έκαμα το καθήκον τους. Μα η τρομοκρατική μέθοδος ξεσήκωσε μεγαλύτερη αγανάκτηση στους Έλληνες και ο πόλεμος πήρε θρησκευτική, άγρια και εξοντωτική μορφή ανάμεσα στις δύο φυλές. Την ίδια εντύπωση προξένησε και στους Ευρωπαίους η διαγωγή το Σουλτάνου. Προπάντων προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στη χριστιανική και μάλιστα στην ορθόδοξη Ευρώπη ο απαγχονισμός του Πατριάρχη και τότε άρχισαν προστριβές ανάμεσα στην Πύλη και τον πρεσβευτή της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 210-211)

β. Κατά το Μάιο του 1821 «...το πάθημα του Τουρκικού στόλου το πλήρωσαν οι αθώοι ραγιάδες. Οι κάτοικοι της Μυτιλήνης σφάχτηκαν αλύπητα και έπαθε φοβερή καταστροφή η πόλη των Κυδωνιών (=Αϊβαλί), που τότε βρισκόταν σε ακμή. Οι κάτοικοι των Μοσχονησιών εκπατρίστηκαν και ο ελληνικός στόλος, που έσπευσε για βοήθεια, απόπλευσε μεταφέροντας χιλιάδες πρόσφυγες, που σκορπίστηκαν στα διάφορα νησιά, όπου ζούσαν άθλια ζωή. Πολλοί από τους Έλληνες που κατοικούσαν προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας, κατέβηκαν τότε στα παράλια και πέρασαν απέναντι στην Ελλάδα.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 217)

γ. «Ο τούρκος πασάς της Θεσσαλονίκης έγινε έξω φρενών για το κατόρθωμα των Ελλήνων στο Δοβρά [Φεβρουάριος 1822] και στις 14 Μαρτίου εμφανίστηκε μπροστά στη Νάουσα με μεγάλες δυνάμεις:16 χιλιάδες μαχητές, ιππικό και 10 κανόνια. Στα τείχη και στους προμαχώνες της Νάουσας έγιναν συγκρούσεις και διαδραματίστηκαν ηρωικά κατορθώματα, που θυμίζουν το Σούλι και τους αγώνες του. Η πόλη αναστατώθηκε για ένα μήνα.

Στις 13 Απριλίου, ημέρα Πέμπτη της Δικαινησίμου, οι Τούρκοι παραβίασαν τις πύλες του τείχους και μπήκαν στην πόλη, που παραδόθηκε στη φωτιά. Στη Νάουσα, με την ιδέα ότι είναι τόπος ασφαλισμένος, είχαν συγκεντρωθεί πολλές χιλιάδες άμαχος λαός. Όσοι δε σφάχτηκαν ή δεν κατόρθωσαν να ξεφύγουν αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα τη Θεσσαλονίκης και του Μοναστηριού.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 219-220

δ. «Η Χίος, το πιο πλούσιο και το πιο ειρηνικό από τα νησιά του Αιγαίου, με την υποκίνηση παράτολμων αντρών, που ήρθαν από έξω, προσχώρησε στο κίνημα. Ο ριψοκίνδυνος αρχηγός των Σαμιωτών επαναστατών Λυκούργος Λογοθέτης συνεννοήθηκε με το Χιώτη Αντώνη Μπουρνιά και στις 10 Μαρτίου αποβιβάστηκε στο νησί με 2500 άνδρες. Η τουρκική φρουρά στην αρχή τα ʼχασε και αποσύρθηκε στο φρούριο. το νησί παραδόθηκε στους Σαμιώτες ελευθερωτές, που μπήκαν στην πρωτεύουσα και άρχισαν να λεηλατούν και να σφάζουν τους Τούρκους. Το φρούριο όμως δεν κατόρθωσαν να το κυριέψουν.

Η τολμηρή πράξη της Χίου προκάλεσε κατάπληξη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλτάνος το θεώρησε αυτό ως προσωπική προσβολή. Οι γυναίκες του χαρεμιού του το εξωθούσαν με τις φωνές τους, γιατί τη Χίο την είχε παραχωρήσει στην αδελφή του, για να εκμεταλλευτεί το φόρο από τα μαστιχόδεντρα. Η Πύλη φυλάκισε αμέσως τους Χιώτες της Κωνσταντινουπόλεως και αποκεφάλισε 60 από αυτούς.

Στο τέλος Μαρτίου ο Καπετάν Πασάς Καρά - Αλής εμφανίστηκε με 46 πλοία στο βόρειο στενό του νησιού και με ισχυρό βομβαρδισμό, αποβίβασε στη νότια παραλία του νησιού (30 Μαρτίου) 7.000 στρατιώτες. Ταυτόχρονα έκανε επίθεση εναντίον της πόλεως και η φρουρά. Η πόλη και τα περίχωρα παραδόθηκαν στη φωτιά. Οι Σαμιώτες ύστερα από σύντομη αλλά ισχυρή αντίσταση εγκατέλειψαν το νησί στην τύχη του και σώθηκαν με τη βοήθεια μερικών ψαριανών πλοίων. Και αμέσως πέρασαν στο νησί οι ασιατικές πυκνές μάζες, που είχαν συγκεντρωθεί στην απέναντι παραλία, και κεντρισμένες από τη δίψα για λάφυρα και από την παρακίνηση των δερβίσηδων άρχισαν να σφάζουν άγρια τους Χριστιανούς. Ύστερα από λίγες ημέρες τα θύματα της τουρκικής μανίας ήταν 40 καμένα χωριά μαζί με την πόλη και σωρός από πτώματα. Έτσι το Πάσχα του 1822 βάφτηκε στο αίμα των Χιωτών, όπως το Πάσχα του 1821 είχε βαφτεί στο αίμα του Πατριάρχη και των θυμάτων της Κωνσταντινουπόλεως. Χιλιάδες Χιώτες πουλήθηκαν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας και της Τύνιδας και άλλες σκορπίστηκαν ως πρόσφυγες τους τέσσερις ανέμους. Σε ελάχιστους, από αυτούς που σώθηκαν, χάρισαν τη ζωή, για να περιποιούνται τους περίφημους κήπους με τα μαστιχόδεντρα. Υπολογίζουν ότι από τους κατοίκους του νησιού, που ξεπερνούσαν τις 100.000, έμειναν στο νησί μόνο δύο χιλιάδες, 23 χιλιάδες σφάχτηκαν και 47 αιχμαλωτίστηκαν.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 227-228)

Ακόμη κι άλλοι διαφωτιστές της εποχής του «Ανωνύμου του Έλληνος» αναγνωρίζουν πως η επανάσταση ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι χειρότερο από εκείνο με την φωτιά και πως οι μεγάλες δυνάμεις έπαιζαν σημαίνοντα ρόλο:

Το δοκίμιο «Στοχασμοὶ εἰς τοὺς παρόντας κρισίμους καιροὺς τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους» [Ευγένιος Βούλγαρης, Κέρκυρα 1854, Βλ. Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σσ. 29-30 & 157, Πρβλ. Π.Μ.Κιτομηλίδης, Η Πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη, πρακτικά του Ε ΄Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τομ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 601-614], που «προφανώς ήταν εμπνευσμένο από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 και μπορεί βάσιμα να αποδοθεί στον Βούλγαρη [...] αποπειράται να διαπραγματευθεί με τους όρους της θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα για την ισορροπία δυνάμεων -της "ἀντιρροπίας", όπως αποδίδει ο συγγραφέας τον όρο-τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκάλυπτε πολιτικό ρεαλισμό όσο και σοβαρή γνώση της οθωμανικής κοινωνίας και διοίκησης, ο συγγραφέας ανασκεύαζε αρκετές εσφαλμένες αντιλήψεις, τρέχουσες στη σύγχρονη του ευρωπαϊκή σκέψη, οι οποίες υποστήριζαν ότι η οθωμανική εξουσία είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και εκφυλισμό. Ο συγγραφέας προειδοποιούσε ότι, παρά τις πρόσφατες ήττες τους, οι Τούρκοι γρήγορα διδάσκονταν από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη. [ό.π,. σσ. 8-9, 18-22] Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για την ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν πλήρως.». Ο Βούλγαρης σχολίαζε πικρά την εγκατάλειψη των Ελλήνων από τους Ευρωπαίους ή ακόμη όταν εκείνοι «είχαν εμποδίσει τους επίδοξους ελευθερωτές τους» και πρόβαλλε την άποψη ότι «ο διαμελισμός των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής ηγεμονίας με περιορισμένη έκταση θα ευνοούσαν τη διατήρηση της διεθνούς ισσοροπίας δυνάμεων [ο.π, σελ.43]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)

Ο Κιτρομηλίδης θα υπερασπιστεί τον«Ανώνυμο Έλληνα» σημειώνοντας:

«Η ελευθερία για αυτούς [τους Φαναριώτες] δεν αποτελούσε μόνον υπόθεση χωρίς νόημα, αλλά και το τίμημα της σε αίμα το έβρισκαν πολύ μεγάλο εν όψει της αγριότητας των οθωμανικών αντιποίνων. Και ο Ανώνυμος Έλλην παρατηρεί: "καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους."» (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 354)

Ξέχασε να παρατηρήσει εκείνο που επίσης λέγει ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το οποίο τον καθιστά ομοίως «διαυθεντευτὴν τῆς τυραννίας»:

«Μήπως, ἀδελφοί μου, προσμένετε νὰ ἐλευθερωθῇ πρῶτον ἡ Ἑλλάς, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς; Τότε εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἐλέγετε, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐλευθερωθῇ ποτέ», σσ. 139-140

 

Οι Ρωμαίοι, το Βυζάντιο VS δύο (2) Αίτια

Σε αυτή την τελική παράγραφο θα πρέπει να αποδοθεί η βασική πηγή της σκέψης του «Ανωνύμου του Έλληνος» πως:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», σελ. 98

Αυτά έχουν άμεση συνάφεια με τα αίτια της πτώσης της Ελλάδας εις την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία:

 «Δύο αἴτια μὲ ἐμπόδισαν, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν ἐδιηγήθην καταλεπτῶς τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἔφερον τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν δουλείαν τῶν Ρωμαίων. Πρῶτον μέν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ἐχρειάζετο μίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διὰ νὰ μὴν μείνῃ ἀτελές, καὶ δεύτερον, ἔχοντας σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω πλατύτερα διὰ τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἕως τὴν σήμερον τὴν φυλάττουσι δούλην ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν, ἐνόμισα, ὅτι αἱ αὐταὶ αἰτίαι, ἂν καὶ εἰς τὸ ὅλον δὲν ὁμοιάζουσι μὲ ἐκείνας, βέβαια, εἰς μέρος αὐτῶν, ἠμποροῦσι νὰ ἀναφέρωνται μετὰ πάσης τῆς ἰσότητος, καὶ ὁ ἀναγνώστης εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ἀπὸ τὰς παρούσας τὰς παρελθούσας.», σελ. 76

Τα οποία αυτά «ιστορικά» αίτια της υποδούλωσης στους Ρωμαίους και στους Οθωμανούς, αλλά και της διατήρησής της εις τους τελευταίους, είναι γέννημα θρέμμα μιας παλαιάς και ξεπερασμένης άποψης του Διαφωτισμού:

«Η τυραννία της δεισιδαιμονίας δεν ήταν η τελευταία βαθμίδα της διαφθοράς. Ο κύκλος της αποσύνθεσης συνέχισε να ανελίσσεται μέχρι που έφτασε στο πιο τρομακτικό και απάνθρωπο σημείο, το οποίο σφραγίστηκε από την υποδούλωση της Ελλάδας στον οθωμανικό δεσποτισμό. Η δεισιδαιμονία και η άγνοια είχαν επί αιώνες προετοιμάσει το θρίαμβο των βαρβάρων, η άγρια πλημμυρίδα των οποίων δεν μπορούσε να αναχαιτισθεί από τους εξουθενωμένους Έλληνες. Η σύγχρονη δυσπραγία της Ελλάδας, που τόσο βαθιά έθλιψε τον ανώνυμο συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας, ήταν το τελικό προϊόν τριών διαδοχικών κύκλων τυραννίας: της τυραννίας των Ρωμαίων, της τυραννίας των κληρικών και τελικά της πιο απεχθούς απ’ όλες, της τυραννίας των Οθωμανών. [Αυτή ήταν η τυπική άποψη της ιστοριογραφίας του Διαφωτισμού για την ελληνική ιστορία. Πρβλ. Montesquieu, Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de décadence, κεφ. ΧΧΙ-ΧΧΙΙ & Voltaire, Essai sur les moeurs, κεφ. LXXXVII, LXXXIX, XCI, XCIII]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 352)

Με την «ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν» εννοούνταν η απουσία πολιτικών και στρατιωτικών εμπνευσμένων από αρχαιοελληνικά διοικητικά πρότυπα προ της εποχής του Φιλίππου & Μ. Αλεξάνδρου (η Ρώμη, η Σπάρτη & η Αθήνα θεωρούνται από τους διαφωτιστές «Δημοκρατίες» εις αντιδιαστολή με τον τελευταίο, τους διαδόχους του και το Βυζάντιο) ενώ με «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» στηλιτεύονταν μια κάποια υποτιθέμενη «δεισιδαιμονίαν» με την οποία είχε οδηγηθεί το Βυζάντιο εις την πτώση, είτε αυτό αφορούσε πίστεις, είτε αφιερώματα σε μοναστικές μονάδες κατά τους τελευταίους 2-3 αιώνες προ της πτώσης, είτε οτιδήποτε άλλο μπορεί να ευδοκιμήσει στην φαντασία του κάθε μελετητή.

Αυτό το μοντέλο «ερμηνείας» της ιστορίας αδυνατεί να εξηγήσει, τις στρατιωτικές νίκες όλων εκείνων των μοναρχικών πολιτευμάτων της δύσης επί άλλων στρατών, καθώς άπασα αυτά τα πολιτεύματα συνοδεύονταν αρκούντως από ιερατεία παρά την όποια «ἀπουσίᾳ τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν» εις τους προ Διαφωτισμού αιώνες. Επίσης η εποχή του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, αλλά κι ο εμφύλιος πόλεμος των Αθηνών - Σπάρτης που οδήγησε σε πλήρη οικονομική καταστροφή την αρχαία Ελλάδα, μπορεί να συνοδεύεται από υποτιθέμενη πολιτική «ἀπουσίᾳ τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν» αλλά δε συνοδεύεται με μια κάποια παρουσία από «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον», εννοούμενο το Χριστιανικό. Στο δε Βυζάντιο, η ίδια θεωρία δεν μπορεί να ερμηνεύσει τις τεράστιες στρατιωτικές και διοικητικές επιτυχίες των Βυζαντινών μέχρι το 1204 (άλωση υπό των Φράγκων με ληστεία) παρότι υποτίθεται υπάρχει η πολιτική «ἀπουσίᾳ τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν» ως νοουμένων εκείνων της δημοκρατίας, κι ενώ «τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον» βρίσκεται σε τεραστία ακμή, ακόμη και μεταξύ αιρετικών αντιδικιών και πολεμικών ερίδων.

Στη σημερινή εποχή του 21ου αιώνα, αυτές οι μακρινές «ερμηνευτικές» προσεγγίσεις του Διαφωτισμού είναι εξόχως λειψές, από επιστημονική άποψη, γενικόλογες και άλλο δεν κάνουν παρά να ρίχνουν ιστορικό σκοτάδι εκεί που υποτίθεται θα ’πρεπε να ρίχνουν κάποιο «φως».

 

Πραγματικά, πρέπει να φανταστεί κανείς τους νεοπαγανιστές και τους διαφωτιστές ως μικρά παιδιά του δημοτικού, που καθισμένα γύρω από τη φωτιά σε ένα απόμακρο χωριό τοτεμιστικών κανιβάλων, ακούγοντας την παραμυθένια αφήγηση μιας ηλικιωμένης «γραιάς μάντιδος», ενώ έξω πέφτει ασταμάτητα το χιόνι, χαίρονται που η Εκκλησία είναι η «αιτία» της υποδούλωσης της Ελλάδος εις τη Ρώμη, έστω κι αν η Εκκλησία ήτο ανύπαρκτη όταν η Ρώμη πρωτοεμφανίστηκε στο γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας· χαίρονται να ακούνε πως η Εκκλησία «ευθύνεται» για την «υποδούλωση» στο Βυζάντιο, για την Οθωμανική κατάκτηση και για την Οθωμανική διατήρηση της σκλαβιάς για 400 χρόνια. «Διανοούμενοι» με ρητορικά «γραιὰς μαντεύματα καὶ γέρου παραμύθια», φέρνουν εις την πραγματικότητα τα πιο όμορφα όνειρά τους, που είναι γεμάτα μίσος ή αποστροφή για το Χριστιανισμό. Τότε, κι υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε «εὔλογος αἰτία» για κάθε συμφορά του ελληνικού έθνους λαμβάνεται πάντοτε σοβαρά υπ όψιν, αφού εξυπηρετεί τις βαθιές επιθυμίες τους. (Αριστερά Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 23-24, άρθρο «Οι Μάορι, Μια ελληνόφωνη εστία στον Ειρηνικό», Σ. Δώρικος -Κ. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 107, Δεξιά Πηγή Φώτο: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 25, άρθρο «Οι Διάλεκτοι του Συμπλέγματος των νήσων Σαμόα και η αρχαιοελληνική τους προέλευση» ,Σ. Δώρικος -Κ. Χατζηγιαννάκης, σελίδα 97)

 

Έξοδος

Τελευταίος αφέθηκε ο σχολιασμός  εκείνης της φράσης η οποία αδειάζει το κρυφό «εἶναι» του Ανωνύμου του Έλληνος», και που λειτουργεί ως επισφράγιση της απόδειξης της αντικληρικαλιστικής τακτικής των διαφωτιστών, κι άρα και του ιδίου καθώς και της «ἀψευδέστατης» κολακείας που μαστίζει το έργο του τελευταίου.

Ο εν λόγω συγγραφέας εις την έξοδο του πονήματός του, αποφασίζει να εξυμνήσει κολακευτικά όλους εκείνους τους Έλληνες τους οποίους πολλάκις είχε κατηγορήσεις ως «δούλους» ενωρίτερα. Στην έξοδο λοιπόν αυτή, θαυμάζει την αντοχή των Ελλήνων εις «τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας», ενώ βάση του δικού του σκεπτικού, αυτοί δεν θα έπρεπε να τα ανέχονται αλλά να έχουν ήδη επαναστατήσει· δικαιολογεί τη στάση τους με την προσμονή για τον ιδανικό «ἀρχιστράτηγον», δικαιολογία που δεν προσάγει εις την «στάση» των ιερέων:

«Ἡ διαγωγή των εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154

Ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας», ως έχει δει ο αναγνώστης του εν λόγω βιβλιαρίου, έχει κατασπαταλήσει το «κονδύλιὸν» του να αναθεματίζει τους ιερείς επειδή παρηγορώντας τους έλληνες, διώχνουν την «ἀπελπισίαν» τους και τους αποτρέπουν από την επανάσταση:

«Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ παρηγορία σας! Αὐτὴ εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν τῆς θλίψεως, καὶ εἰς ἄλλο δὲν χρησιμεύει, παρὰ εἰς τὸ νὰ καταστῇ τοὺς Ἕλληνας πάντοτε ἀξίους παρηγορίας. Ἐσεῖς φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον;», σελ. 121

Ομοίως για τους ευεργέτες λέει πως, με το χρήμα που αποστέλλουν αυτοί στην Ελλάδα, παρηγορούν τους έλληνες, οι οποίοι εφησυχάζουν και δεν επαναστατούν.

«Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;», σελ. 137

 «Παραδίπλα», καταπολεμεί όλους εκείνους που εις την τυραννία δεν εξεγείρονται, τους «προδότας» προεστούς κ.λ.π..

«Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς Ἑλλάδος...», σελ. 92

 Αφού κατσαδιάσει όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του διαφωτισμού, εκτός του ιδίου του «ἀπλοῦ» ελληνικού λαού ευθέως, σε μια και μόνη παράγραφο του ανατρέπει τα πάντα.  Με το θαυμασμό του για το ότι οι Έλληνες «μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας», άλλο τι δε σημειώνει πως η «διαγωγή» της ανοχής της τυραννίας, κι άρα ο διωγμός της απελπισίας και της επαναστάσεως, «εἶναι ἐνάρετος» και δεικνύει «ἀνότης τῆς ψυχῆς των» Ελλήνων.

Εν κατακλείδι, ο «Ανώνυμος Έλλην» θα μπορούσε να υπαινιχθεί πως:

Υπάρχει μια ακόμη αιτία «ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττει δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας»· αυτή «εἶναι Ἡ ἐνάρετος διαγωγή των» ελλήνων που με «τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των»· αυτή τους κρατούσε μακριά από την «ἀπελπισίαν» και την «ἐπανάστασιν».

Παρά τους κρυψίνους, αλλά φανερούς, συλλογισμούς του διαφωτιστή κι αντικληρικαλιστή «Ανωνύμου του Έλληνος» για «πολλὰ [...] αἴτια, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται», αυτός θα επιμείνει εις το «διαφωτιστικὸν μονότονον βιολίνιον» της Βενετίας:

«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί...τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.», (σελ. 98) και θα αποφύγει να αποδείξει πως «Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιοῖ ἡ ἱστορία μὲ τὴν διήγησιν πολλῶν ὁμοίων συμβάντων.»,  σελ. 70

Σημειωτέον ότι «ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν» ήταν μια έμμεση κατηγορία του «Ανωνύμου του Έλληνος» προς τον ίδιον τον ελληνικό λαό, προφανώς του εαυτού του εξαιρουμένου...

 

Πρβλ. την απάτη «Η Παρηγοριά & η Παρηγοριά», ιδίως τους προφητικούς χρησμούς για την απελευθέρωση.

Πρβλ. την απάτη «Το Παραμύθι περί της Αμαθείας».

Πρβλ. ενότητα «Για όλα φταίει ο Κλήρος, ο Λαός κι η Τύχη».

 

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ & ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 88, 123)

 

«...τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι», σελ. 88

«Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν [...] ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν», σελ. 123

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Η προσπάθεια του «Ανωνύμου του Έλληνος» να παζαρέψει το πνευματικό κέρδος για χάρη του «Μαμμωνὰ» είναι πρόδηλη:

«Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν [...] ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν εἰς τὸν λαόν [...]. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ δουλεύουν [...]. Καὶ τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα [...] . Βέβαια δὲ ὁ ἐντελὴς οἰκονόμος τοῦ παντὸς δὲν θέλει τιμωρήσει τοὺς χριστιανούς, διὰ νὰ ἐπροσπάθησαν τὸ καλόν τους εἰς δόξαν του.», σελ. 123

 

Η εκκοσμίκευση κι ο «Μαμμωνὰς»

Αυτό το καταγγελλόμενο «πλῆθος τῶν ἑορτῶν» αναφέρεται σε θρησκευτικές χριστιανικές εορτές που ήσαν και παράλληλα αργίες. Παλαιότερα εν Ελλάδι υπήρχαν πολλές θρησκευτικές αργίες. Με τον καιρό το κοσμικό κράτος τις κατήργησε με το πρόσχημα για «περισσότερον κέρδος».

Εν έτη 2011 κι ενώ όλες σχεδόν οι θρησκευτικές αργίες, πλην ελαχίστων έχουν καταργηθεί, ο εμπορικός κόσμος πιέζει για την κατάργηση ακόμη κι αυτής της ίδιας της «Κυριακῆς» («τὰς μεγάλας ἑορτὰς ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς»), που είναι ημέρα αφιερωμένη εις την λατρεία του Θεού από τον Άγιο και Μέγα Κωνσταντίνο, προτάσσοντας και πάλι το ίδιο επιχείρημα: «περισσότερον κέρδος». Όμως, παρ’ όλες τις καταργήσεις θρησκευτικών αργιών, κι άρα απομάκρυνσης του λαού από τον εκκλησιασμό, πολύ λίγοι έχουν οδηγηθεί σε «περισσότερον κέρδος». Υπό το φάσμα της «οἰκονομικῆς κρίσεως» εν Ελλάδι των ετών 2009-2011 το πολλά υποσχόμενο «περισσότερον κέρδος» υπό του κοσμικού κράτους έχει καταστεί «ὄνειρον θερινῆς νυκτὸς». Ακόμη κι αν υπήρχε  «περισσότερον κέρδος» σε υλικά, δε θα υπήρχε σε πνευματικά. Η «οἰκονομικὴ κρίσις» ακολούθησε την «πνευματικὴν κρίσην».

 

Η διαχείριση του «περισσοτέρου Κέρδους»

Το πολιτικό πρόβλημα για τον διαφωτισμό δεν ήταν το «περισσότερον κέρδος» του λαού, αλλά η αδιαφορία προς τη θρησκεία ή η αποδυνάμωση της Εκκλησίας, με αύξηση της εκκοσμίκευσης. Κύριο μέλημά τους η διαφορετική χρήση των πόρων. Οι διαφωτιστές ζητούσαν από τον λαό κονδύλια για άλλους σκοπούς, διαφορετικούς από ότι ο λαός είχε συνηθίσει:

«Επιπλέον υπήρχαν εκείνοι οι εξωφρενικοί υποκριτές, που ισχυρίζοταν ότι η συλλογική δυσπραγία ενός αιχμάλωτου έθνους δεν μπορούσε να του επιτρέψει την πολυτέλεια της δαπάνες, που απαιτούσε η αναμόρφωση της εκπαίδευσης. Ξεχνούσαν φυσικά όλα εκείνα τα περιττά έξοδα που αφιερωνόταν σε θρησκευτικούς σκοπούς, τις "ἱεροδοξίες", που θα μπορούσαν να συντηρήσουν μια έξοχη ακαδημία [Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Πραγματεία περί παίδων αγωγής η Παιδαγωγία, Βενετία 1779,  σσ. 5-6, 27-28, 31, 42-52, 94-95]» (19), (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 241)

Η «ἀκαδημία» δεν είναι οπωσδήποτε κάτι το μεμπτό· την εποχή του Διαφωτισμού όμως οι οπωσδήποτε «φωτισμένοι» φαντάζονταν πως αυτά τα κτήρια θα μπορούσαν να γίνουν οι «παιδαγωγικαὶ μητροπόλεις» των ιδικών τους αντιθρησκευτικών και αντικληρικαλιστών δοξασιών, δια μέσω των οποίων επιθυμούσαν την «μετεκένωση» των ιδεών, τις οποίες θα προσλάμβαναν οι «ταλαίπωροι χριστιανοί»:

«Ο δρόμος προς την ελευθερία έπρεπε να περάσει πρώτα από τη νίκη κατά της αμάθειας και την κατάλυση του βασιλείου του σκότους. [...] Η πολιτισμική ανανέωση και ο Διαφωτισμός αντιμετωπιζόταν ως τμήματα μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, η οποία περιέκλειε την πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία ως τελικούς αν και σχετικά απομακρυσμένους στόχους.

Πριν οι σαφώς πολιτικοί, και εμφανέστερα ανατρεπτικοί στόχοι μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο ρεαλιστικής θεώρησης και επιδίωξης, ο Κοραής επέμενε ότι το έθνος όφειλε να φτάσει στην ωριμότητα μέσω της κατάλληλης εκπαιδευτικής προετοιμασίας. Και σ’ αυτή του την άποψη ο Κοραής δεν παρεξέκλινε από τις απόψεις των Ιδεολόγων, που θεωρούσαν ότι η πολιτισμική και η πολιτική υπόσταση μιας κοινωνίας είναι αλληλένδετες και προσαρμόζονται η μία προς την άλλη. [Πρβλ. Gusdorf, Introduction aux sciences humaines, σελ. 274] Συνεπώς η εκπαίδευση θα ’πρεπε να εξαπλωθεί όσο το δυνατόν πιο πλατιά μεταξύ των νεότερων Ελλήνων, οι οποίοι, με αυτόν τον τρόπο, θα εξοικειώνονταν με την παιδεία του Διαφωτισμού και με τους κλασσικούς της αρχαίας κληρονομιάς τους.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 394-396)

Πρβλ. ενότητα «η στάση των Διαφωτιστών Vs δύο (2) αιτίων» στο «Δύο Αίτια»

 

Η αντικληρικαλιστική υποκρισία

Αυτό το περί «περισσοτέρου κέρδους» δεν είναι όμως το μόνο παραμύθι του «Ανωνύμου του Έλληνος» που εμπλέκεται στις γενικότερες αντικληρικαλιστικές προσπάθειες του Διαφωτισμού. Ο ίδιος άλλωστε συγγραφέας υποστηρίζει πως το περισσότερο κέρδος των ιδιωτών για τον 19ο αιώνα άλλο δε σημαίνει παρά περισσότερο κέρδος για τους «δυνάστες» του λαού, δηλαδή τους «επισκόπους, μοναχούς, κληρικούς, προεστούς, άρχοντες, Οθωμανούς», ακόμη και για αυτή την «μιαρὰν Σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως» που είναι  «γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς» κλέπτει «ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς», σελ. 100

Χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφεύς πως τα 9/10 του κέρδους των πολιτών πηγαίνουν σε φόρους:

«Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων, ὁποὺ ὑποφέρουσι [οἱ πολίται], πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.», σελ.88

Για τους γεωργούς ούτε λόγος να γίνεται περί κέρδους μετά τα «δοσίματα» τους προς τους «κλέφτες»· μάλιστα η υποκρισία του «Ανωνύμου του Έλληνος» φτάνει εις το ανέλπιστο σημείο να παραπονείται για την έλλειψη «ἀργιῶν» προς ξεκούραση, όταν νωρίτερα τις καταγγέλλει προς τον Πατριάρχην, ως είδε ο αναγνώστης:

«Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.», σελ. 86

Ενώ ειδικότερα για την περιοχή του Αλή Πασά υποστηρίζει:

«Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας, ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν.», σελ. 84

Μάλιστα οι ίδιοι οι ρωμαίοι γνωρίζοντας την φορολογία του οθωμανικού κράτους, κατέφευγαν από μόνοι τους σε διαρκούσα αργία ή σε φοροδιαφυγή:

α. «Εντυπώσεις από τη Φιλιππούπολη (18ος αιων.). Μετά από ταξίδι τεσσάρων ημερών, από εκεί φτάσαμε στη Φιλιππούπολη, αφού διασχίσαμε τις κορυφογραμμές ανάμεσα στα βουνά Αίμο και Ροδόπη, που σκεπάζονται διαρκώς από χιόνι. Η πόλη είναι χτισμένη σε ανηφορικό έδαφος κοντά στον ποταμό Έβρο και κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Έλληνες. Διατηρούνται εδώ μερικές παλιές χριστιανικές εκκλησίες. Έχουν έναν επίσκοπο και μερικοί από τους πλουσιότερους Έλληνες ζουν εδώ. Ωστόσο οι τελευταίοι είναι αναγκασμένοι να κρύβουν τον πλούτο τους με μεγάλη προσοχή καθώς η επίδειξη φτώχειας (η οποία συμπεριλαμβάνει κι ένα μέρος από τις δυσχέρειες της τελευταίας) είναι η μοναδική προστασία τους από του να τη δοκιμάσουν πραγματικά. (Λαίδης Μόνταγκιου, Το Οδοιπορικό τριών Ηπείρων)», (Πηγή: Ιστορία της Ε΄ Δημοτικού, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 2010, σελ. 184)

β. «Η ζωή στο αιγαίο. Η ζωή των κατοίκων του Αιγαίου είναι απλή και καθόλου επιδεικτική. Ο πλούτος και η κάθε λογής πολυτέλειας δεν τολμούν να δείξουν το πρόσωπό τους, κρύβονται με επιμέλεια, γιατί ο τύραννος παραμονεύει να χιμήξει πάνω στα προϊόντα του μόχθου των υποδούλων. Οι Έλληνες ασκούν με μυστικότητα το εμπόριο τους. Κι όσοι ευδοκίμησαν (πρόκοψαν) στις συναλλαγές τους τρέμουν όχι μόνο για τα κέρδη τους αλλά και για τη ζωή τους. Η ευημερία πάλι των αγροτών, όπου υπάρχει, δεν κρύβεται, γι’ αυτό οι εργατικοί γεωργοί πρέπει να είναι άγρυπνοι μήπως πέσουν στα νύχια του αρπακτικού δυνάστη τους. Έτσι συχνά η γη μένει ακαλλιέργητη και σε κανένα σπίτι δε βλέπεις σημάδια επικίνδυνης ευημερίας. (Κ. Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Γάλλος περιηγητής Σονίνι ντε Μονανκούρ για το τέλος του 18ου αιώνα)», (Πηγή: Ιστορία της Ε΄ Δημοτικού, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 2010, σσ. 33-34)

Λοιπόν, έπειτα από αυτά, τι το ήθελε το περισσότερο «κέρδος» με την κατάργηση θρησκευτικών αργιών ο «Ανώνυμος Έλλην» όταν όλο αυτό θα κατέληγε ως πλούτος σε εκείνους ακριβώς τους κύκλους που ο ίδιος μισούσε;

«Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι, εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην, τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.», σελ. 84

«Αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος πρέπει πρὸς τούτοις - ὦ ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! - πρέπει, λέγω, νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν καὶ τοῦ ληστοῦ τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ὡς κατωτέρω ρηθήσεται, εἰς τρόπον ὁποὺ οἱ χωριάτες, ἐξαιρῶντας ἐκείνους τοὺς προδότας καὶ κακοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μὴν διψήσωσι, πίουσι τὸ αἷμα τῶν συναδελφῶν των, καὶ ἀποκαθίστανται συνεργοὶ τῶν τυραννικῶν προσταγμάτων, ἀφοῦ χάνουν τὰ ὅσα οἱ ὀθωμανοὶ τοὺς ἁρπάζουσι καὶ τὰ ὅσα δίδουσι τῶν καλογήρων, μόλις ἠμποροῦσι νὰ ζήσωσι ἀπ᾿ ὅσα τοὺς μένουσι.», σελ. 83

 

Η επαναστατική υποκρισία

Όμως η άνωθι υποκρισία του «πατριώτη», όπως αρέσκονται να τον αποκαλούν οι «καθηγηταὶ» των ελληνικών πανεπιστημίων, είναι σχετικά μικρή. Η μεγαλύτερή και σαφώς η πιο «ἀξιοθαύμαστη»  είναι η επόμενη.

Ίσως να θυμάται ο αναγνώστης πως επειδή ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» υποστήριζε με όλα τα μέσα την επανάσταση εις τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο, μάλωνε τους ευεργέτες της πατρίδος, ώστε αυτοί να μη στέλνουν χρήματα εις τους συμπατριώτες τους· ήθελε τους τελευταίους τόσο φτωχούς, ώστε να επαναστατήσουν ένεκα μιας κάποιας απελπισίας, και δηλαδή πτώχειας:

α. «Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει, καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ τῆς Ἑλλάδος», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 96)

β. «Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. [...] Αἱ εὐεργεσίαι σας εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 137)

Τα ερωτήματα λοιπόν που τίθενται έπειτα από αυτά είναι:

α. τι το ήθελε το περισσότερο «κέρδος» με την κατάργηση θρησκευτικών αργιών ο «Ανώνυμος Έλλην» όταν όλο αυτό θα κατέληγε εις βάρος της επανάστασης που ο ίδιος ποθούσε;

β. τι το ήθελε το περισσότερο «κέρδος» όταν αυτό θα παρηγορούσε τους έλληνες;

γ. τι το ήθελε το περισσότερο «κέρδος» όταν την ίδια στιγμή ζητούσε από τους οικονομικούς ευεργέτες να πάψουν να στέλνουν περισσότερο «κέρδος» εις τους υπόδουλους ρωμιούς;

Ο «Ανώνυμος Έλλην» λοιπόν θα ζητήσει «λιγότερον κέρδος» για τους Έλληνες την ίδια ώρα που κατακευραυνώνει την εκκλησία ως άσπλαχνη για τους πτωχούς:

«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, [...] Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς.», σελ. 100

Ζητά την πτώχεια των ελλήνων την ίδια στιγμή που ρίχνοντας δάκρυα κροκοδείλου λυπάται για την αφαίρεση χρημάτων από αυτούς κι ενώ κατακρίνει την πτώχεια:

α. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται. Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἀφορισμόν, ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς», σελ. 112

β. «Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.

Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ, ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 92

 

Η φιλοσοφική υποκρισία

Βέβαια, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά πως καθώς φιλοσοφούσε ο συγγραφεύς της «Ελληνικής Νομαρχίας» υπεστήριζε πως η φτώχεια κι ο πλούτος είναι αποτελέσματα της τύχης: «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, [...] Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.», σελ. 18.

Αν η τύχη είναι εκείνη που μεταφέρει τον πλούτο ανά χείρας των ανθρώπων, προς τι λοιπόν όλη αυτή η «ορθολογιστική» προσπάθεια εκκοσμίκευσης για «περισσότερον κέρδος»; Ας το απαντήσουν οι υπέρ διαφωτισμού «καθηγηταὶ» πανεπιστημίων αυτό.

 

Συμπέρασμα

Οι διαφωτιστές «έκλαιγαν» για την πτώχεια των Ελλήνων έναντι της Εκκλησίας, η οποία με τη θρησκεία δεν τους επέτρεπε «περισσότερον κέρδος», την ίδια ώρα που ζητούσαν από τον λαό κονδύλια για αλλότριους σκοπούς, διαφορετικούς από ότι ο λαός είχε συνηθίσει· αυτό είναι κάτι που αφήνει την πολεμική της «Ελληνικής Νομαρχίας» ακόμη πιο μετέωρη ως προς τη συμπόνια του για εκείνα που βίωναν ως έλλειψη πόρων οι «ταλαίπωροι χριστιανοί».

Έχοντας υπόψιν την ανωτέρω «επαναστατική υποκρισία» του «Ανωνύμου του Έλληνος» ας θυμηθεί ο κάθε αναγνώστης τα λόγια του τελευταίου:

«Μὴν οὐτιδανώνετε τὰς ἁπλὰς ψυχὰς τῶν γλυκυτάτων μου Ἑλλήνων μὲ τὰς μωρολογίας σας...», σελ. 123

 

Πρβλ. απάτη «Η Υγεία & η Υγεία».

Πρβλ. απάτη «Η Φτώχεια & η Φτώχεια»

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

 

 

Η ΕΛΛΑΣ ΓΕΝΝΑ ΑΚΟΜΗ ΛΕΩΝΙΔΕΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

«Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω, τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία, καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!

Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους· ἡ διαυθέντευσίς των διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἡρωϊκὰς πράξεις, ὥστε παράδοξον ἤθελε φανῆ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη ἐναντίον των μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

Μυθοπλάστες: Ανώνυμος Έλλην και λοιποί διαφωτιστές

Απάντηση: Η μανία της προσκόλλησης εις την αρχαία Ελλάδα εις εξαγωγή ηρωικών μοντέλων, με παράλληλο εξοβελισμό κι αμαύρωση του βυζαντίου, ήταν γέννημα θρέμμα της πολιτικής στάσης  του διαφωτισμού, που πραγματώνονταν:

α. με την «επιλογή και την ανάλυση ηθικών διδαγμάτων από την ιστορική εμπειρία των τριών μεγάλων πολιτειών της αρχαιότητας, της Αθήνας, της Σπάρτης και της Ρώμης [Μαυροκορδάτος, Φροντίσματα, σε. 202]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 104)

β. με τις «...επιθέσεις των ξένων παρατηρητών, οι οποίοι, επηρεασμένοι από την ιστορική θεωρία του Διαφωτισμού για την παρακμή των Ρωμαίων, κατηγορούσαν τους νεότερους Έλληνες για βαρβαρότητα και εκφυλισμό...», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 107)

γ. για να διαλυθεί «σύμφωνα με τον [Λέσβιο] Βενιαμίν [...]  η αμάθεια που η νεότερη Ελλάδα είχε κληρονομήσει από το Βυζάντιο, όπου "τὰ πνεύματα εἶχον δοθεῖ διόλου εἰς τὰς θρησκευτικὰς συζητήσεις." »,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 466)

Η μανία της προσκόλλησης εις την αρχαία Ελλάδα εις εξαγωγή ηρωικών στρατιωτικών μοντέλων ήταν χρήσιμη το 1821· αλλά δεν έπαυε από του να είναι μεροληπτική και σαφώς πολιτική απόφαση, όχι στρατιωτική:

«Τα σημεία των καιρών ήταν ευοίωνα: η ηρωική αντίσταση των Σουλιωτών κατά του δεσποτισμού έδειχνε ότι μεταξύ των νεότερων Ελλήνων αναβίωνε η πατριωτική ηθική των αρχαίων. [Αδαμάντιος Κοραής, Μémoire sur l’ état actuel de la civilisation dans la Grèce lu à la Société des observateurs de l’ homme, le 16 Nivose an XI (6 Janvier 1803) par Coray, Docteur en médecine et membre de la dite Société, Παρίσι 1803, σσ. 477-481] Ελευθερωμένοι από τη μοιρολατρία, όπου τους βύθιζε η προσδοκία της ξένης βοήθειας, οι νεότεροι Έλληνες άρχισαν να εμπιστεύονται τους δικούς τους αγώνες στην προσπάθεια τους για εκπολιτισμό και ελευθερία. Αποδείκνυαν με τον τρόπο αυτό έμπρακτα ότι ήταν οι πραγματικοί απόγονοι των ηρώων της κλασσικής Ελλάδας. Ο Κοραής μπορούσε έτσι να κλείσει την επισκόπηση της κατάστασης του πολιτισμού στην Ελλάδα με το αίσθημα ότι είχε φανεί πιστός τόσο στην αλήθεια όσο και στην τιμή της πατρίδας του. [ό.π, σσ. 485-489]», σελ. 392

Όλη αυτή η μανία της προσκόλλησης στην αρχαιότητα, στην ουσία αντέστρεφε τα πράγματα· επί της ουσίας μείωνε τον ηρωισμό των ρωμηών χριστιανών κατά πάρα πολύ εις τα μάτια των αναγνωστών εκείνων που μελετούσαν γραπτά επηρεασμένα από τις διαφωτιστικές και εθνικιστικές χημικές εργαστηριακές διαστρεβλώσεις. Αλήθεια, τί πάει να πει πως με την αντίσταση του Σουλίου, δηλαδή ενός χριστιανικού χωριού (Ελλήνων κι Αλβανών) «αναβίωνε η πατριωτική ηθική των αρχαίων» Ελλήνων ή πως αυτό «γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς»; γιατί δεν «αναβίωνε η πατριωτική ηθική» των Βυζαντινών; σάμπως δεν είχαν; γιατί το Σούλι δεν «γεννᾷ ἀκόμη» Βελισάριους ή Ναρσήδες; Εντούτοις το ζήτημα είναι πιο σοβαρό...

 

Αριστερά: «Ἀστερίκιος καὶ Κλεοπάτρα», μαμούθ Κόμιξ

Δεξιά: «Τὸ ἀντιστεκόμενον εἰς τὴν Ρωμαϊκὴν Αὐτοκρατορίαν χωριουδάκι τῆς Γαλατίας ἀντὶ τοῦ Σουλίου τῆς Ρωμανίας ποὺ ἀντιστέκεται εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν». 

 

Η επιμονή του Διαφωτισμού εις την επιλογή της αρχαίας Ελλάδας για πολιτικό παραδειγματισμό (δημοκρατικό πολίτευμα Αθηνών), που επεκτάθηκε αναγκαστικά και στον πολιτισμό (β. και σύγχρονο παγανισμό) ξέρασε από την ιστορία των Χριστιανών Ρωμηών τους ηρωισμούς του Βυζαντινού στρατού και των κατοίκων της παλαιάς Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατοπινή αισχρή συνέπεια τούτου ήτο οι Σουλιώτες να θεωρούνται «ἄξιοι ἀπόγονοι» ενός έθνους, των (αρχαίων) Ελλήνων παρότι διατελούσαν ανάμεικτοι με Αλβανούς. Ποτέ δε θεωρήθηκαν οι αντιστασιακοί Σουλιώτες αυτό που πράγματι κυρίως ήταν· Ρωμηοί -Χριστιανοί που αντιστεκόταν στους Οθωμανούς.

Οι διαφωτιστές είχαν το θράσος από τη μια να βάλουν την εκκλησία και ταυτόχρονα να υποστηρίζουν πως οι Σουλιώτες τάχα «μιμούνταν» τους αρχαίους Έλληνες εις τη λεβεντιά, όταν είναι γνωστό πως οι ίδιοι αυτοί Διαφωτιστές επέμεναν πως ο Ρωμαίικος λαός έπρεπε να διδαχθεί μέσα από το διαφωτισμό τη σχέση του με την αρχαία Ελλάδα, γιατί ήταν «αμαθής» ως προς τούτο:

«Το μέγεθος του συνειδησιακού προβλήματος απεικονιζόταν οδυνηρά στην καθιερωμένη συνήθεια των νεότερων Ελλήνων να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, όταν έπρεπε να δηλώσουν το εθνικό τους όνομα: "...τῶν ἱστορικῶν Βιβλίων ἡ σπάνις κρατεῖ τό ποτε εὐκλεὲς τῶν Ἑλλήνων γένος εἰς ἄγνοιαν, ἡ δὲ ἄγνοια τοσοῦτον κατακυρίευσεν αὐτὸ ὤστε καὶ τὸ ὄνομα Ἕλληνες, οὐ μόνον δὲν θέλομεν νὰ δεχώμεθα, ἀλλὰ καὶ ὅτε τὸ ἀκούωμεν, δυσαρεστούμεθα. Ρωμαῖοι δὲ καλούμενοι χαίρομεν, διὰ νὰ χαρακτηρίζωμενκαλλίτερον τὸ ὄνειδος τῆς δουλείας, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν λαὸν τῆς Ρώμης ὡς πατρικήν τινα ἀρετήν"»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 107)

Η αλήθεια είναι πως δεν θα έπρεπε να καθορίζονται οι Σουλιώτες κομπλεξικά ως «οι πραγματικοί απόγονοι των ηρώων της κλασσικής Ελλάδας», αλλά αντιθέτως οι αρχαίοι Έλληνες να είναι οι «πρόγονοι των πραγματικών ηρώων χριστιανών Σουλιωτών».

Τίθεται το εξής ερώτημα: πότε και πού στην αρχαία Ελλάδα ένα μικρό παγανιστικό ελληνικό χωριό αντιστέκονταν επί αιώνες στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία επιτυχώς, όπως ένα μικρό χωριό χριστιανών αντιστέκονταν (1635-1804 [1]) κατά της αυτοκρατορίας των Τούρκων; Η απάντηση είναι: ποτέ και πουθενά...

Κάτω από το σύμπλεγμα κατωτερότητας ως προς την αρχαιότητα, είναι βεβαίως επίσης πρόδηλο  το ότι ουδέποτε διαφωτιστές υπεστήριξαν πως οι παρουσιαζόμενοι υπ’ αυτών «προδόται - δοῦλοι» Φαναριώτες ήταν «ἄξιοι ἀπόγονοι» ενός αρχαίου έλληνα «Ἐφιάλτου» ή του αρχαίου πρόγονου «Ἀλκιβιάδου». Πιο πρόστυχα ακόμη, αντιστρέφοντας την ιστορία ηρωικές πράξεις χριστιανών αποδίδονταν μαγικά σε προγόνους μιας μακρινής κι αυθαίρετα επιλεγμένης εποχής, της Αθηναϊκής - Σπαρτιατικής, ούτε καν της Βυζαντινής, εκμηδενίζοντας έτσι τη θυσία τους και τον άνευ προηγουμένου ηρωισμό τους, ως κάποιου είδους «ὑποδεεστέρου πιθηκισίου μιμητισμοῦ», άξιου εκείνου του νεοελληνικού διαφωτισμού προς την δύση.

Αυτή η εκμηδένιση του αυθεντικού κατορθώματος των Σουλιωτών από τους διαφωτιστές κι από τους «ἀνισσορόπους δούλους» της αρχαίας Ελλάδος, συνοδεύτηκε χρόνια αργότερα  με ένα άλλο ψευδές εθνικιστικό παράδειγμα ενός άλλου λαού, του Γαλλικού της Διαφωτιστικής Επανάστασης, όταν κάποιοι υποτιθέμενοι ήρωες «Γαλάτες» ενός «μικροῦ χωριοῦ» αντιστέκονταν σε μια ολάκερη αυτοκρατορία μέσα σε ένα κόμιξ για «μικροὺς». Αξιοσημείωτο δε πως αυτό το κατόρθωμα επιτυγχάνονταν εις τη φαντασία του συγγραφέως με τη χρήση κάποιων «μαγικῶν ζωμῶν» ανακάλυψη κάποιων «παγανιστῶν Δρυίδων», όταν οι Σουλιώτες τα κατάφερναν στην πραγματικότητα μια χαρά, όχι στα γαλλικά κόμιξ αλλά στην ελληνική ιστορία, έχοντας και την ευλογία του Ορθόδοξου Χριστιανού παπά τους.

 

Σημειώσεις

1. http://el.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες

 

 

Ο ΧΡΥΣΟΣ & Ο ΧΡΥΣΟΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

«Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων κατέστησεν τοὺς ἀνθρώπους ἐχθροὺς τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των. Ἡ ἐφεύρεσίς των κάμνει νὰ πιστεύουν οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων, μεγαλείτερον τὸ μικρὸν ἀπὸ τὸ μεγάλον. Ἡ ἐφεύρεσίς των ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν, καί, τέλος πάντων, τὰ χρήματα ἔδωσαν ὕπαρξιν ἄλλων δύο γενῶν ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ὅθεν, ἐκτὸς τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ, τὴν σήμερον εὑρίσκεται τὸ τρίτον γένος, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πλουσίων, καὶ τὸ τέταρτον, τῶν πτωχῶν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Ανάμεσα στις ρητορικές υπερβολές του «Ανωνύμου του Έλληνος» είναι κι εκείνη που ασχολείται με την καταδίκη του χρήματος, ωσάν το χρήμα να είναι κακό κι όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι,  που έχουν την ηθική ευθύνη της διαχειρίσεώς του· σαν δηλαδή τα μολύβια γραφής να ευθύνονται για τα ορθογραφικά λάθη παρά ο άνθρωπος που γράφει· βασικά ούτε ο ίδιος  ο «Ἁνώνυμος Ἕλλην» δεν πιστεύει κάτι τέτοιο:

«Μάλιστα, τὸ ὄνομά του [ὁ Πατριάρχης] τὸ γράφει μὲ τόσα κλωθογυρίσματα - εἰς τὸ ὁποῖον τὸν μιμοῦνται καὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι καὶ μερικοὶ πρωτοσύγκελλοι - ὁποὺ καὶ ἀνορθόγραφον ἂν εἶναι, ὅπερ καὶ πιθανώτατον, κανεὶς δὲν τὸ καταλαμβάνει.», σελ. 111

Ο συγγραφεύς φέρνει ποίκιλλα παραδείγματα μέσα στην προσπάθεια να καταπείσει τους αναγνώστες του για το κακό του χρυσού:

α. «Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων κατέστησεν τοὺς ἀνθρώπους ἐχθροὺς τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των. Ἡ ἐφεύρεσίς των κάμνει νὰ πιστεύουν οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων, μεγαλείτερον τὸ μικρὸν ἀπὸ τὸ μεγάλον. Ἡ ἐφεύρεσίς των ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν, καί, τέλος πάντων, τὰ χρήματα ἔδωσαν ὕπαρξιν ἄλλων δύο γενῶν ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ὅθεν, ἐκτὸς τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ, τὴν σήμερον εὑρίσκεται τὸ τρίτον γένος, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πλουσίων, καὶ τὸ τέταρτον, τῶν πτωχῶν.», σελ. 105

β. «Ἢ μήπως δὲν ἠφανίσθη ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐξ αἰτίας του; Δὲν τυραννεῖται μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ αὐτόν; Καί, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος δὲν ἀσχημώθη τόσον ἀπὸ αὐτόν;

Δὲν πωλεῖται ἴσως ἡ δικαιοσύνη διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν ἀγοράζονται ἴσως οἱ κριταὶ διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν σκεπάζει ἴσως ὁ πλούσιος τὰς ἀνομίας του διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν χάνει ἴσως ὁ πτωχὸς τὰ δίκαιά του διὰ τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρυσοῦ; Διατί, τάχατες, νὰ βλέπωμεν ἕνα ἄνθρωπον νὰ ὁρίζῃ ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ δέκα ἄνθρωποι νὰ τρέχουν ὄπισθεν εἰς τὸν ἕνα, ὡσὰν νὰ ἦτον αὐτοὶ χοῖροι, καὶ αὐτὸς χοιροβοσκός;

Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχει αὐτός, ὁποὺ τόσον αὐστηρῶς καὶ ὑπερηφάνως κτυπᾶ, ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ τοὺς ἄλλους; Διατί, διατί, ὁ ἕνας νὰ ὀνομάζεται δοῦλος καὶ ὁ ἄλλος κύριος; Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ, νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε, νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;

Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ὦ ἄνθρωποι, παρὰ ἡ ἐφεύρεσις τοῦ χρυσοῦ; Ποία ἀνάγκη μᾶς βιάζει, λοιπόν, νὰ τὸν φυλάττωμεν; Μήπως οἱ ἄνθρωποι ζῶσι μὲ μέταλλα, ἢ μήπως διὰ τοῦ χρυσοῦ καλλιεργεῖται ἡ γῆ; Καὶ διατί τάχατες δὲν ἤθελον ἠμπορέσει νὰ ζήσουν οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὸν χρυσόν; Καὶ τί ἤθελε γίνει ὁ χρυσός, ἂν τοῦ ἔλειπεν ἀπὸ ὅλους ἡ ὑπόληψις ; Καὶ διατί τοσαύτη ὑπόληψις εἰς ἓν μέταλλον ;

Δὲν εἶναι ἴσως ἡ πρώτη καὶ ἡ κυρία πρόξενος τόσων φοβερῶν πλημμελημάτων ὁ χρυσός ; Δὲν πωλεῖται ἡ τιμὴ ἴσως διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν ἀγοράζεται ἴσως ἡ ἀξιότης δι᾿ αὐτοῦ; Δὲν κλαίει, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος ἐξ αἰτίας του; Ἐν ἑνὶ λόγῳ δὲν εἶναι πρόξενος τῆς πολιτικῆς ἀνυποφόρου ἀνομοιότητος καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς προερχομένων μυρίων κακῶν; Φεῦ! Βαβαί!...», σσ. 106-108

Ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» καταξοδεύει το λογισμό του για να αποδείξει την κακία του χρήματος, ενός δηλαδή αψύχου πράγματος· άλλο δε λέει πως ακόμη κι οι «ἐνάρετοι» Σπαρτιάτες κινδύνευαν από αυτό:

«Στοχαστικώτατος καὶ μεγάλος ἄνθρωπος ἐστάθη βέβαια ὁ νομοδότης Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος προβλέποντας τὰ ἄφευκτα κακά, ὁποὺ ἤθελε προξενήσει εἰς τοὺς συμπατριῶτας του ἡ μεταχείρισις τῶν χρημάτων, τὴν ἀπέβαλεν ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν Σπάρτην.», σελ. 101

Παρότι βέβαια θα καταδικάσει το χρήμα, κι όχι τις πράξεις των ανθρώπων, με ευκολία πλείστες φορές θα καταδικάσει τους ιερείς και τη Σύνοδο για τη φιλοχρηματία τους, κι όχι αυτό το χρήμα. Εντούτοις... στο τέλος του «βιβλιαρίου» του θα ανατρέψει τα πάντα με μια ηθική κολακεία προς τους ομοεθνείς του:

«Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των [Ἑλλήνων] καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον. Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος», σσ 153-154

 Εκεί, στο τέλος δηλαδή του συγγράμματός του, προσπαθώντας να ανατρέψει όλη αυτή την κακή εικόνα των «δούλων καὶ ἀμαθῶν Ἑλλήνων» που ο ίδιος είχε δημιουργήσει, ράβει ανεπιτυχώς το κολακευτικό κοστούμι των προτερημάτων του Ελληνικού έθνους· «σκλάβος» κι αυτός των  παραδειγμάτων από την αρχαία Ελλάδα δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να συγκρίνει την ηθική τελειότητα των Ρωμηών της εποχής του με τον «Χρυσούν Αἰώνα» της αρχαίας Αθήνας, αδυνατώντας να συλλάβει εις το νου του πως το όνομα εκείνου του αιώνα προέκυψε από ότι αυτός ο ίδιος στηλιτεύει, δηλαδή από τα πλούσια οικοδομικά κι όχι μόνο έργα, που πραγματοποιήθηκαν με τις χρηματικές, της τους χρυσού κλεψιές των Αθηναίων με αρχηγό τον Περικλή, εις βάρος των υπολοίπων ελλήνων της Αθηναϊκής Συμμαχίας:

«Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων κατέστησεν τοὺς ἀνθρώπους ἐχθροὺς τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των [...] Ἡ ἐφεύρεσίς των ἔφθειρε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν», σελ. 105

Τί την ήθελε ο συγγραφέας εκείνη τη χλεύη κατά του χρυσού («Δὲν πωλεῖται ἴσως ἡ δικαιοσύνη διὰ τοῦ χρυσοῦ») όταν ηθικό μοντέλο του είναι εκείνο το προδοτικά κι άδικα διαλυμένο ταμείο της Αθηναϊκής Συμμαχίας του «χρυσοῦ αἰῶνος» από τη μεγαλομανία του Περικλή και των Αθηναίων για πανελλήνια πολιτιστική και στρατιωτική κυριαρχία; ίσως γιατί ο Κοραής θεωρούσε την ουσιαστική μόρφωση υπέρ της οποίας τάσσονταν ως «την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας που θα συνδύαζε την ηθική της κλασσικής εποχής με τη σύγχρονη φιλοσοφία και επιστήμη. Επέμενε ότι η αναγέννηση στην Ευρώπη είχε συντελεστεί με αυτόν τον τρόπο και κατά συνέπεια η αναγέννηση ης Ελλάδας μπορούσε να επιτευχθεί με την ίδια μέθοδο [Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, τομ. Α, Παρίσι 1833, σσ.249-251]: "Περισσότερον ἤθελ’ ὠφελήσειν τὸ γένος σήμερον ὅστις καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς" [ό.π, σελ. 67],», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 398)

 

 

 

Η ΕΛΛΑΣ & Η ΕΛΛΑΣ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 39)

 

«Ὦ Πατρίς! Ὦ Ἑλλάς! Ὦ Ἕλληνες! Ὦ φίλοι μου γλυκύτατοι! (πίπτει λιποθυμισμένος).», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 166)

«Τότε δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἐμπράκτως τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην μας, ὑψώνοντες εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στεφάνους δόξης καὶ θριάμβους εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὡς ἀρχηγοῦ καὶ πρώτου συνεργοῦ εἰς τὴν τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέρωσιν.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 39)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Ο «Ανώνυμος Έλλην» ανάμεσα σ’ εκείνους που εξορκίζει για τα δεινά της Ελλάδος συμπεριλαμβάνει, τόσο το Μέγα Αλέξανδρο όσο και τον πατέρα του Φίλιππο. Αυτή η άποψη έχει τροφοδοτήσει το μυαλό ορισμένων παγανιστών (βλ. ΥΣΕΕ και Βλάση Ρασσιά) με την ιδέα πως όλα τα δεινά της Ελλάδας άρχισαν από τότε, ουδέποτε λ.χ. με τον Πελοποννησιακό πόλεμο των δύο «Νομαρχιῶν» της Αθήνας και της Σπάρτης. Ενώ, λοιπόν, αυτή η ιδέα υποβόσκει στο νου του «Ανωνύμου του Έλληνος», δικαίωμά του, αναφωνεί:

(1). «Ὦ Πατρίς! Ὦ Ἑλλάς! Ὦ Ἕλληνες! Ὦ φίλοι μου γλυκύτατοι! (πίπτει λιποθυμισμένος).», σελ. 166

(2). «...Ἐγώ, ναί! Ἐγὼ δὲν ζῶ, εἰμὴ ὡς Ἕλλην οὔτε ἄλλο τι ἠμπορεῖ νὰ μοῦ καταστήσῃ ποθητὴν τὴν ζωήν μου, εἰμὴ ἡ Ἑλλάς. Ἡ καρδία μου εὐθὺς ἀρχίζει νὰ ταράττεται βιαίως, ὅταν ἀκούω τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μου», σελ. 166

(3). «τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψει τὰς ἁλύσους της», σελ. 7

(4). «Τότε δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἐμπράκτως τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην μας, ὑψώνοντες εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στεφάνους δόξης καὶ θριάμβους εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὡς ἀρχηγοῦ καὶ πρώτου συνεργοῦ εἰς τὴν τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέρωσιν.», σελ. 39

Προκαλεί μεγάλη απορία η προσφώνηση της «Ἑλλάδος» και της «Πατρίδος» σε πλείστα σημεία του έργου του «Ανωνύμου του Έλληνος». Είναι δηλαδή περίεργος ο τρόπος με τον οποίο ο «Ανώνυμος Έλλην», κι οι νεοπαγανιστές που συμφωνούν μαζί του, αντιλαμβάνονται την έννοια της Ελλάδας και της Πατρίδος, όταν δε δέχονται το Βυζάντιο και ιδίως την ελληνιστική αυτοκρατορία του Αλέξανδρου. Διότι, προ αυτών των δύο, η Ελλάς δεν ήτο ενωμένη μήτε μπορούσε να θεωρηθεί «Πατρίδα». Πατρίδα για τον κάθε Έλληνα προ του Αλεξάνδρου ήταν η δική του μικρή πόλις-κράτος. Προ αυτού του βασιλέως δεσπόζουν ορισμένες συμπολιτείες κι οι δύο αντίπαλες πόλεις, η Αθήνα κι η Σπάρτη, γύρω από τις οποίες ο «Ανώνυμος Έλλην» διαρκώς περιστρέφεται με θαυμαστικά μέσα στο γραπτό του. Είναι σίγουρο πως ο σημερινός αναγνώστης της «Ελληνικής Νομαρχίας» αναγιγνώσκοντας το «Ὦ Πατρίς! Ὦ Ἑλλάς!» αντιλαμβάνεται εις το νου το σημερινό νεοελληνικό κράτος. Ο «Ανώνυμος Έλλην» όμως εις την εποχή του, δηλαδή προ της επαναστάσεως, κι οι πιστοί του σημερινοί ακόλουθοι νεοπαγανιστές, τί αντιστοίχως αντιλαμβάνονταν κι αντιλαμβάνονται άραγε;

«ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ

τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήτου Ἕλληνος

ΡΗΓΑ

τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος,

χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ

πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι.

Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor(*)

Virg.

Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως, παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι᾿ ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 4)

 

Αριστερά:  «Η ίδια η υπόμνηση της νίκης του ελληνισμού κατά του ασιατικού δεσποτισμού κατοπτριζόταν στην εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την οποία ο Ρήγας τύπωσε επίσης το 1797», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 308)

 

Ο Ρήγας Φεραίος, τον οποίον εξυμνεί ο «Ἁνώνυμος Ἕλλην», είχε κατά νου του μια υπερεθνική ελληνική Δημοκρατία, προς τούτο ει την «χάρτα» του απεικόνιζε τον Μέγα Αλέξανδρο. Τον τελευταίο υβρίζουν νεοπαγανιστές και διαφωτιστές επειδή ήτο «Μονάρχης» ή κατακτητής της νοτίου Ελλάδος, μη σχολιάζοντας αφετέρου τις κατακτήσεις των Αθηνών ή της Σπάρτης. Η πολιτική επανάσταση του Διαφωτισμού άλλωστε δύσκολα θα μπορούσε να συμπεριφερθεί διαφορετικά από του να σχολιάζει κακώς τον μαθητή του Αριστοτέλη. Κι όμως είχε το θράσος να μιλά παράλληλα για μια «ἀρχαῖα Ἑλλάδα», δηλαδή για μια κούφια πολιτικού νοήματος λέξη φιλολόγων και γεωγράφων.

Ο αναγνώστης της «Ελληνικής Νομαρχίας», καθώς ο «Ανώνυμος Έλλην» εξυμνεί το Ρήγα Φεραίο, αναγιγνώσκει ακόμη:

«Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἅπασα θέλει δοξάσει διὰ παντὸς τὸ ἀθάνατον ὄνομὰ σου, συναρριθμοῦσα αὐτὸ εἰς τὸν κατὰλογον τῶν Ἐπαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων καὶ Θρασυβούλων.», (σελ.10).

«Ἡ ἅπασα Ἑλλὰς» πολιτικώς και παιδαγωγικώς ομιλουμένως δεν υπήρχε την εποχή του «Ανωνύμου του Έλληνος», ώστε να αποδώσει συλλογικά τιμές σε τεθνεώτες υπέρ «Πατρίδος». Δεν υπήρχε μήτε την εποχή που εκείνος δέχονταν πως η Ελλάδα ήκμαζε:

«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της», σελ.73.

Η Ελλάδα υπήρξε ενωμένη μόνο κατά τη βασιλεία του Αλεξάνδρου του Μέγα και κατά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Όταν λοιπόν οι νεοπαγανιστές κι οι διαφωτιστές ακολουθώντας τον «Ανώνυμο Έλληνα» δεν αποδέχονται το βασίλειο του Αλεξάνδρου ή το Βυζάντιο ή ακόμη χειρότερα τη σημερινή χριστιανική Ελλάδα, τότε έχουν χάσει το μπούσουλα και παίζουν με λέξεις που έχουν κούφιο ιστορικό νόημα. Η διαιρεμένη Ελλάς είναι ξεκάθαρη έννοια εις τη σκέψη του συγγραφέως της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας», παρότι επηρεασμένη από το παλαιό δυτικό μίσος κατά του Βυζαντίου:

«Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν, καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας, ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν. Δὲν ἐδύναντο νὰ ἐλευθερωθῶσι ἀπὸ τοιοῦτον ζυγόν - ἀγκαλὰ καὶ τὰ ἤθη των νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα καὶ νὰ ὑπόκειντο εἰς ξένην ἀρχὴν - ἐπειδὴ ἡ ἐπικράτεια ἦτον μεγαλωτάτη, καὶ δὲν ὑπέφερον ὅλοι ἐξίσου τὰς δυστυχίας, καὶ ἐξακολούθως, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσουν τοὺς τυράννους των», σελ. 73

Σαν επίσης ο «Ανώνυμος Έλλην» διακηρύσσει κατά του Φιλίππου: «Ἰδοὺ ὁ Δημοσθένης, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, θεωρεῖ δεύτερον Φίλιππον εἰς τὸν τύραννον τῆς Ἠπείρου» (σελ. 162), είναι σίγουρο πως δεν έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του μια συγκεκριμένη μορφή ενωμένης Ελλάδος. Διότι ο Δημοσθένης πολεμούσε για μια μεγάλη Αθήνα, η οποία θα εξασκούσε ξανά τυραννικότατη εξουσία επί της Ελλάδος, όπως κι εξάσκησε επί Περικλέους. Κι αν ο «Ανώνυμος Έλλην» έλπιζε εις την εποχή του, όταν δεν υπήρχε η νέα Ελλάς, σε μια νέα Αθήνα ή σε μια νέα Σπάρτη, τότε σε τι ελπίζουν οι σημερινοί παγανιστές και διαφωτιστές που ζουν μέσα σε μια ήδη ενωμένη υπό του θρησκεύματος Ελλάδος, όπως αναφέρει ο «Ανώνυμος Έλλην» κάτωθι;

«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.». σελ. 156

Το πράγμα περιπλέκεται αν αναλογιστεί κανείς το νόημα της επόμενης ενότητας...

«...νὰ διορθώσωσιν ὁπωσοῦν τὰς φοβερὰς καὶ ἐπιζημιώδεις καταχρήσεις αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τάγματος, διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν προτέραν της λάμψιν καὶ εὐτυχίαν.

Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους, καὶ νὰ ἀποδείξω μὲ γεωμετρικὴν βεβαιότητα τὸ πόσον κακὸν προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα.

Ἂς μὴν μὲ νομίσουν ἀνευλαβῆ, ἂν ἀκούσωσι νὰ καταφρονῶ τὴν σημερινὴν καλογερικήν των σύστησιν καὶ διαγωγήν, ἀλλ᾿ ὡς ζηλωταὶ τῆς ἐπανορθώσεως καὶ δόξης τῆς κοινῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος», σελ. 99

Ποια «προτέραν της λάμψιν καὶ εὐτυχίαν» όμως δύναται να βρει «ἡ Ἑλλὰς» και ποια «Ἑλλὰς» είναι αυτή δίχως το ενωμένο κράτος του Μ. Αλεξάνδρου ή των Βυζαντινών ή του σημερινού κράτους;

Αυτή η δόξα που φαντάζονταν οι διαφωτιστές κι αυτή που αντιλαμβάνονται οι νεοπαγανιστές, βρίσκεται μόνο μέσα σε εγχειρίδια γεωγραφίας, σε φιλολογικά βιβλία ή σε προπαγανδιστικά φυλλάδια του παγανισμού. Η Ελλάς ιστορικώς πολιτικά ενώθη μόνο υπό του Αλεξάνδρου, μόνο εις το Βυζάντιο και μόνο εις το Ορθόδοξον νεοελληνικόν κράτος. Οποιοσδήποτε στοχάζεται το νεοελληνικό κράτος ως κάποιο γεωγραφικό ή κρατικό απόγονο του «λαμπεροῦ ἤ εὐτιχισμένου» αρχαίου, έχει χάσει την ιστορική του πυξίδα και ταξιδεύει σε πελάγη φιλολογικής φαντασίας κατακρεουργώντας παράλληλα τους κληρικούς όταν προ του 1821 έβλεπαν δικαιολογημένα ως κρατική πατρίδα τους το Αυτοκρατορικό Βυζάντιο ή Ρωμανία. Και για να ακριβολογεί κανείς, ο «Ανώνυμος Έλλην» φαντάζεται πολιτικά πως το 1821 επιτελείται η εξέγερση των αρχαίων ελλήνων κατά του «μισητού» Φίλιππου, παρά των Ρωμιών ενάντια στο Σουλτάνο:

«Ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ηὔξησεν τόσον, ὁποὺ μόνη της προδεικνύει τὸν ἀφανισμόν της. Ἡ Ἐλευθερία ἐπλησίασεν εἰς τὴν προτέραν της κατοικίαν. Ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγος τοῦ Ἄρεως ἐξύπνησεν ἀπὸ τοὺς τάφους των τῶν προγόνων μας τοὺς ἥρωας. Ἰδοὺ ὁ Δημοσθένης, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, θεωρεῖ δεύτερον Φίλιππον εἰς τὸν τύραννον τῆς Ἠπείρου.», σελ. 162

Για τον δε Αλή Πασά των Ιωαννίνων που αντιπαραβάλλεται με τον Φίλιππο παρατηρεί ο «Ανώνυμος Έλλην» ότι είναι  «ὠμότατος τύραννος» κι «ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ, κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος. Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του, νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον.», σελ. 35

Προφανώς για τον «Ανώνυμο Έλληνα», τον Φίλιππο, όπως και τον Μ. Αλέξανδρο, χαρακτήρισαν «πνευματώδη καὶ ἄξιον» όλοι εκείνοι οι ιστορικοί, «κόλακες», του σύγχρονου ελληνικού κράτους, κι όχι εκείνοι των αρχαίων διαιρεμένων και κρατικά αυτόνομων ελληνικών πόλεων της αρχαιότητας, που πολλές φορές έρχονταν σε άγριες πολεμικές συγκρούσεις αναμεταξύ των. Έτσι ο  «Ανώνυμος Έλλην» θα στηλιτεύσει τους αγνοούντες την πατρίδα βάση του «Ἐλευθέρου Νομαρχικοῦ» πολιτεύματος:

«Πατρὶς εἶναι μία λέξις, διὰ τῆς ὁποίας ὅλοι κοινῶς ἐννοοῦσι τὴν γῆν, εἰς ἣν ἐγεννήθησαν, οἱ μόνον ἐλεύθεροι ὅμως δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν μεγάλην αὐτῆς σημασίαν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ δοῦλοι ἀδιαφόρως προφέρουσι τοιοῦτον ὄνομα. Ὤ! πόσον διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς προγόνους μας οἱ ταλαίπωροι! Ἐκεῖνοι, ὅταν ὤμνυον εἰς τὴν πατρίδα των, ἔτρεμον, καὶ ἐφύλαττον τοιοῦτον ὅρκον μέχρι θανάτου, ἡμεῖς δὲ οὔτε κἂν διὰ ὅρκον νομίζομεν τοιαύτην λέξιν, καὶ αὐτό, ἀδελφοί μου, προέρχεται ἀπὸ τὴν δουλείαν, ἡ ὁποία οὖσα ἀντικειμένη καθ᾿ ὅλα εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ὅσα ἔργα εἰς τὴν μίαν δοξάζονται, εἰς τὴν ἄλλην καταφρονῶνται, καὶ ὅσα εἰς ἐκείνην πολλὰ εὐλαβοῦνται, εἰς ἐτούτην ὡς οὐδὲν λογίζονται.

Τὰ ὀνόματα, ἀγαπητοί μου, λαμβάνουν τὴν σημασίαν ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται. Ὅθεν, ἂν τινὰς δὲν γνωρίζει τὸ πρᾶγμα, εἰς οὐδὲν τοῦ χρησιμεύει ἡ ὀνομασία του. Καὶ καθὼς ὁ ἐκ γενετῆς ἀόμματος, προφέροντας τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν χρωμάτων, οὐδὲν ἐννοεῖ, ἐπειδὴ δὲν εἶδε ποτὲ τὰ χρώματα, οὕτως καὶ οἱ νῦν Ἕλληνες μὲ τὸ «Πατρὶς» ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι, εἰμὴ τὴν γῆν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν, ἐπειδὴ τοὺς λείπει ἡ ἐλευθερία.», σσ.41-42

Όμως κι η δική του πολιτική άποψη για την «Ἑλληνικὴν» πατρίδα δεν ήταν μεγαλύτερη από ότι το μέγεθος μιας αρχαίας πόλεως, ως η Σπάρτη ή η Αθήνα· προς τούτο οι διδασκαλίες τους εις εκείνον εναντιώνονται παρά σ’ άλλους: «Ὅθεν, ἂν τινὰς δὲν γνωρίζει τὸ πρᾶγμα, εἰς οὐδὲν τοῦ χρησιμεύει ἡ ὀνομασία του».

 

Νεοπαγανιστές, δούλοι & Ελλάς

 Ο «Ανώνυμος Έλλην» αναφέρει στο λίβελό του, τον οποίο οι νεοπαγανιστές έχουν αναγάγει σε ιστορικό έργο «ἀνυπολογίστης ἀξίας»:

«Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ. 14

Σύμφωνα με το συγγραφέα, όσο οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές δεν επιστρέφουν εις το προ-Ελλαδικό status quo, «εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν», όπου δηλαδή δεν υπήρχε καμία, μα καμία, «ΕΛΛΑΣ» για να συναριθμήσει τους οιοσδήποτε ήρωες της «εἰς τὸν κατὰλογον τῶν Ἐπαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων καὶ Θρασυβούλων.]», (σελ.10), τότε αυτοί παραμένουν δούλοι «ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του[ς], καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων», όπως ακριβώς εκείνοι θεωρούν δούλους, μόνο κι αποκλειστικά, τους Χριστιανούς του 1821 μέσα στη φαντασία τους.

Πλειάδα νεοπαγανιστικών σελίδων θεωρούν ότι σπιλώνουν τον Ορθόδοξο χώρο αναρτώντας το έργο του «Ανωνύμου του Έλληνος», αλλά στην πραγματικότητα το έργο του τελευταίου καθυβρίζει και τους ίδιους και την εθνικιστική τους μανία, η οποία δε βρίσκεται μέσα εις το σύστημα της «φύσεως» που διδάσκει το προσφιλές εις την αρχαία ελληνική φιλοσοφία βιβλιάριο του «Ανωνύμου του Έλληνος».

Άλλοι, εκατοντάδες ελλήνων παγανιστών και νεοδιαφωτιστών, έχουν μελετήσει ή αναγνώσει την «Ελληνική Νομαρχία». Κι όμως εκείνο που τους σημειώθηκε με «bold» εις το νου τους είναι πως: «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν», (σελ. 98).

Τα υπόλοιπα «ξυλοφιλοσοφήματα» τα προσπερνούν· ίσως γιατί, έχοντας πολύ μεγάλη οκνηρία ή υπνηλία για να τα παρατηρήσουν, αναλίσκονται σε χασμουρητά έναντι διατυπώσεων αυστηρώς «καθάριων» και «ξάστερων», σαν τα παιδάκια της δημοτικής εκπαίδευσης: «Δύο αἴτια...».

 

 

 

ΟΙ ΗΓΕΜΟΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΚΝΗΡΟΙ

(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 65)

 

«Πῶς νὰ γνωρίσῃ τὸ χρέος του ἐκεῖνος, ὁποὺ ἀνετράφη εἰς τὸν κόλπον τῆς ὀκνηρίας καὶ τῆς κολακείας; Ποῦ περισσεύει καιρὸς τοῦ μονάρχου, νὰ στοχασθῇ διὰ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ του [...] Αὐτὸς ἐξυπνᾶ τὸ μεσημέρι, σηκώνεται εἰς τὴν μίαν ὥραν, ἐξοδεύει ἄλλην μίαν διὰ νὰ προγευθῇ, ἄλλη μία χρειάζεται διὰ νὰ τὸν ἐνδύσουν, εἰς τὰς τρεῖς τὸν φέρουν εἰς τὴν περιδιάβασιν, εἰς τὰς πέντε ἐπιστρέφει εἰς τὸ γεῦμα, καὶ μένει ἕως εἰς τὰς ἑπτά. Ἄλλην μίαν ὥραν, βέβαια, τὴν ἐξοδεύει διὰ νὰ πάρῃ τὸν καφφέ, καὶ νὰ εἰπῇ μερικὰ ξυλολογήματα, εἰς τὰς ὀκτὼ ξαναεβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, εἰς τὰς ἐννέα ὑπάγει εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὰς δώδεκα ἐπιστρέφει εἰς τὸ παλάτιον, καὶ δειπνεῖ ἕως εἰς τὰς δύο, ἔπειτα κοιμᾶται ἕως εἰς τὸ μεσημέρι. Ἴσως τινὰς μοῦ ἀποκριθῇ, ὅτι καθημερινῶς αὐτὰ δὲν ἀκολουθοῦν, ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ πρότερον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἀνέφερα τὰ ἐλαττώματά των ἀκόμη: Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά, διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις κάθε στοχασμόν, ὁποὺ ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ ἡ μεγαλειότης του τὸν διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον πατέρα δι᾿ αὐτά.», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 65)

 

Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην

Απάντηση: Η πολιτική μανία της «Ελληνικής Νομαρχίας» φτάνει και ξεπερνά το βαθμό της σάτιρας και της χειρότερης δημοκοπίας. Ο συγγραφεύς της, που δεν πιστεύει σε θαύματα, είχε υποστηρίξει σε άλλο σημείο του πονηματίου του  ότι οι αρχιερείς κοιμούνται υπερφυσικά 16 ώρες την ημέρα:

 «...οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των [...] Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι . Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον...», σελ. 114

Τόσο υπναράδες παρουσιάσει ο «Ανώνυμος Έλλην» κι εδώ όλους τους ηγεμόνες, έχοντες προφανώς «διεφθαρμένα τὰ [εσωτερικά] ἤθη» των.

Ποιός μπορεί να αποδεχθεί ότι γνωστοί για τις στρατιωτικές και πολιτικές τους υπερδραστηριότητες μονάρχες ως ο Πύρρος της Ηπείρου, ο Αττίλας, ο Τζέγκινς Χαν, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Φίλιππος, ο Ιούλιος Καίσαρας κοιμούνται «όλη μέρα» επειδή το γράφει η πένα του «Ανωνύμου του Έλληνος»;

α. Ένας από τους αυλικούς του Ιουστινιανού χαρακτηρίζει τον τελευταίο ως «αὐτοκράτορα μὴ κοιμώμενόν ποτε»; (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 34).

β. Ο αχαρακτήριστος για τις σφαγές του Ιωσήφ Στάλιν, «Πατριάρχης» κάποιων αντιχριστιανικών πολιτικών δυνάμεων, «ήταν εργασιομανής. Αυτό το χαρακτηριστικό του μεγιστοποιήθηκε κατά τα χρόνια του πολέμου [Β΄ΠΠ], οπότε εργαζόταν ακατάπαυστα επί 16-18 ώρες καθημερινά». Τον οδήγησε σε «κάμψη της υγείας του [...] η εξαντλητική εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», (Πηγή: Πώς ακριβώς πέθανε ο Στάλιν;, Σαύρος Συμεωνίδης, Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος  98, σελ. 48)

γ. «Ο Μεγάλος Πέτρος είναι ο ηγεμόνας που εισήγαγε το λαό του στον πολιτισμό της δυτικής Ευρώπης και έκαμε τη Ρωσία μεγάλη δύναμη [...] πραγματοποίησε ταξίδια σε Ευρωπαϊκές χώρες, για να διδαχθεί ο ίδιος της τεχνική των Ευρωπαίων. Πέρασε από την Πρωσία και έφτασε στην Ολλανδία, όπου εργάστηκε σε ναυπηγεία ως εργάτης απλός, με το όνομα Πέτρος ο ξυλουργός. Από κει πέρασε στην Αγγλία, όπου έμεινε περισσότερο χρόνο, γιατί ο τρόπος (ναυπηγικής) εργασίας των άγγλων του άρεσε περισσότερο.»,  (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 85)

δ. «Τα πνευματικά χαρίσματα του Ναπολέοντα και η σωματική αντοχή του ήταν σπάνια. Είχε απεριόριστη μνήμη και πολύ μεγάλη διορατικότητα. Η ευκινησία του πνεύματός του ήταν ασυναγώνιστη. Είχε το χάρισμα να καταλαβαίνει τα πράγματα ως τις τελευταίες λεπτομέρειες και συγχρόνως να σχηματίζει στο μυαλό του καθαρή την εικόνα του συνόλου. Η αυτοπεποίθηση και η δύναμη της θελήσεώς του ήταν καταπληκτικές, αλλά και ο εγωισμός και η φιλοδοξία του δεν είχαν όρια. Η δραστηριότητά του ξεπερνούσε τα συνήθη ανθρώπινα όρια· μπορούσε να υπαγορεύει συγχρόνως τα έγγραφα όλων των υπουργείων. Πολλές φορές του έφτανε μόνο 3 ώρες ύπνος.»,  (Πηγή:  Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 138)

Η μοναρχία δεν είναι τρόπος διοικήσεως της Εκκλησίας, αλλά ποιός μπορεί να υποστηρίξει ότι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, οι Μακεδόνες ή οι Κομνηνοί ήσαν «ὠραῖαι κοιμωμέναι γυναῖκαι» μη στοχαζόμενοι ποτέ και τίποτα για το κράτος τους, όντας οι ίδιοι στρατιωτικοί;

«Οἱ αὐτοκράτορες οὗτοι [οἱ Μακεδόνες τοῦ Βυζαντίου]... ἤσαν ὅμως πολιτικοὶ ἄνδρες, τὰ μέγιστα ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου της αὐτοκρατορίας, ἔξοχοι πολεμικοὶ ἠγέται, οἱ ὁποῖοι διήρχοντο τὸν βίον αὐτῶν εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν [...].Ἤσαν ἄριστοι ἐν τῇ διοικήσει, ἀκαταπονήτου ὅσον καὶ διαρκοὺς δραστηριότηταος καὶ δὲν ὑπεχώρουν πρὸς οὐδενός, ἤρκει μόνον δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξησφαλίζετο τὸ κοινὸν συμφέρον. Ἐχθροὶ τῶν περιττῶν δαπανῶν, κυρίαν ἀπασχόλησιν εἶχον τὴν διαπαντὸς τρόπου ἐπιδίωξιν τῆς αὐξήσεως τοῦ κοινοῦ πλούτου· αἳ ἐπιδείξεις καὶ αἳ πολυτέλειαι, αἳ πομπαὶ τῶν παρατάξεων καὶ τῶν τελετῶν, δὲν διέφερον αὐτοὺς εἰμὴ καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ πάντων τούτων ἐξυπηρετεῖτο ἡ πολιτικὴ αὐτῶν καὶ διετηρεῖτο τὸ γόητρο τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῆς αὐτοκρατορίας [...] ἀπέφευγον κατὰ γενικὸν κανόνα νὰ ἔχωσιν εὐνοουμένους...», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 108)

Τέτοιες απόψεις, πως δηλαδή όλοι οι Μονάρχες συμπεριφέρονται ως «ὠραῖαι κοιμωμέναι», είναι ρητορείες της «κακιὰς ὥρας» που εξωραΐζονται από το υποκριτικό ενδιαφέρον περί «ἐπιστήμης» ενάντια στους «ἀμαθεὶς» κληρικούς:

«Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη»», σελ. 111

 

Οι νεοπαγανιστές

Κι αν αυτές οι απόψεις ενός πολιτικού ρητορίσκου, ως ο «Ανώνυμος Έλλην», μπορούν να τύχουν μιας «περὶ πολιτικῶν κομμάτων ἀνοησίας τὸ ἀνάγνωσμα», οι σύγχρονοι παγανιστές ή διαφωτιστές, όμως, υιοθετώντας τες δε δύνανται να έχουν «σώας τὰς φρένας», παπαγαλίζοντας εις τις σελίδες τους αυτά τα παραδείγματα;

Δεν μπορούν να τα παπαγαλίζουν διότι οι ίδιοι αρέσκονται σε «βασιλεὶς φιλοσόφους» ως ο Μάρκος Αυρήλιος:

«Η πολιτική και κυβερνητική παρουσία του Μάρκου Αυρηλίου στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτυπώνεται στην πλατωνική διαπίστωση ότι πραγματικός κυβερνήτης είναι ο φιλόσοφος βασιλιάς ή ο βασιλιάς φιλόσοφος. Τη δοκιμασία του βασιλιά φιλοσόφου εντοπίζει ο Μάρκος Αυρήλιος, όπως κι ο Πλάτων, στη διανοητική δοκιμασία της φιλοσοφικής ισχύος του [Ε.Barker, Ο πολιτικός στοχασμός στην Αρχαία Ελλάδα. Ο Πλάτων και οι καταβολές του (μτφρ. Κ. Κολιόπουλος), 2007, σσ.572-5, 579-82, Richard B. Rutherford, The Meditations of Marcus Aurelius. A Study, Οξφόρδη 1989)]», , (Πηγή: Μάρκος Αυρήλιος, ο τελευταίος μεγάλος αυτοκράτορας της Ρώμης, Ξανθίππη Σ. Μπαλλή, Εκπαιδευτικός, Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος  98, σσ. 67-69).

 

 

Παγανιστές του Υ.Σ.Ε.Ε., (Βλάσης Ρασιάς) υπέρμαχοι του αντιχριστιανικού διαφωτισμού, αποδίδουν τιμές σε έναν «ἑτερόδοξο τύραννον», σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμο Ἕλληνα» της «Ελληνικής Νομαρχίας».

Οι νεοπαγανιστές της Ελλάδος έχουν το θράσος να χρησιμοποιούν το λίβελλο της «Ελληνικής Νομαρχίας» κατά του Χριστιανισμού, μη αντιλαμβανόμενοι τις βαθύτερές πολιτικές της επιδιώξεις, τις οποίες μεταλλάσουν σε «εθνικές» και δη «πατριωτικὲς»:

«Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας; Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;», σσ. 141-142

...έστω κι αν είναι «στωικοὶ φιλόσοφοι» σαν τον Μάρκο Αυρήλιο, τον οποίο χαϊδεύουν υπογείως κρυφοί συνεργάτες των παγανιστικών θεωριών, μη δεχόμενοι επαναστάσεις Χριστιανών κατά του «θεού αυτοκράτορα»:

«Οι δύο ολιγοετείς διωγμοί των Χριστιανών (από το 166 έως το 168 και από το 177 έως το 180) από αυτόν τον "άγιο" και πράο αυτοκράτορα [Μάρκο Αυρήλιο] (ο οποίος στα πρώτα 15 έτη της βασιλείας του τους προστάτευε όλως ιδιαιτέρως νομοθετώντας μάλιστα να δικάζονται όλοι όσοι τους ενοχλούσαν όχι για κάποιες αξιόποινες πράξεις τους αλλά απλώς λόγω της ιδιότητάς τους), αποτελούν μια καλή ιστορική μαρτυρία για το μέγεθος της εγκληματικής, εκείνη την εποχή, δραστηριότητας των τελευταίων. Παρασυρμένοι από την παραφροσύνη των κυρίαρχων τότε μοντανιστικών ιδεών, οι Χριστιανοί εξαπέλυαν ανοικτές επιθέσεις και βεβήλωναν θρησκευτική σύμβολα, βωμούς και ιερά ή προέτρεπαν ανοιχτά τον όχλο σε στάση κατά της πολιτείας και σε διάλυση ολόκληρου του κοινωνικού ιστού και του συστήματος αξιών της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Η φράση ότι "απαρνούνται τη ζωή παρακινούμενοι από μία στείρα αντιδραστική διάθεση, αντί να θυσιάζονται για χάρη θέσεων που βασίζονται σε λογικά επιχειρήματα", είναι η μοναδική σωζόμενη αναφορά του Μάρκου Αυρηλίου σε αυτούς», (Πηγή: Ξανθίππη Σ. Μπαλλή, Εκπαιδευτικός, Μάρκος Αυρήλιος, ο τελευταίος μεγάλος αυτοκράτορας της Ρώμης,  Ιστορικά Θέματα, σελ. 61)

 

 

Έτι πολιτικές σκοπιμότητες & διαφωτιστική λαίλαπα 

Βαρυσήμαντο δε κι αναίσχυντο πολιτικό, παρά «πατρωτικὸν» σημάδι της «Ελληνικής Νομαρχίας», είναι ότι ο «Ανώνυμος Έλλην» συγκρίνει τον Μακεδόνα Φίλιππο με τους Τούρκους κατακτητές και συγκεκριμένα με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων:

«Ἰδοὺ ὁ Δημοσθένης, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, θεωρεῖ δεύτερον Φίλιππον εἰς τὸν τύραννον τῆς Ἠπείρου.», σελ. 162

Συγκρίνει δε τον Μακεδόνα Φίλιππο με τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, όταν γι αυτόν τον Οθωμανό έγραφε ο «Ανώνυμος Έλλην» ότι είναι  «ὠμότατος τύραννος» κι «ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ, κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος. Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του, νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον», σελ. 35

Αλήθεια, οι νεοπαγανιστές και διαφωτιστές της Ελλάδος συμφωνούν με τον «πολιτικὸν πατριωτισμὸν» του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», όταν θεωρούν το κείμενο του μέρος του βραδυφλεγούς οπλοστασίου των; ήταν «ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων (βλ. μοναρχών)» ακόμη κι όλων των Ελλήνων, αυτά που «κατείχε» ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων; ήταν δηλαδή όλοι αυτοί  «θηλυμανείς & ἀρσενοκοίτες»; Αυτή είναι τάχατες η «ριζοσπαστικὴ φωνὴ» που εκφράζει ο «Ανώνυμος Έλλην», σύμφωνα με διαφόρους ιντερνέτ-ειδήμονες κι Ακαδημαϊκούς «μέντορες»;

Αν δεν ευσταθούν τέτοιες πολιτικές κατηγορίες προς τους Μονάρχες, ως οι ανωτέρω και που ανάγονται εις την χειρότερη λεκτική πολιτική προπαγάνδα που γνώρισε ποτέ η σύγχρονη Ελλάς, τότε πώς δύνανται να τύχουν αποδοχής δίχως καμία αντίδραση ανάλογες, κατά του άλλου πολιτικού αντιπάλου του ελληνικού διαφωτισμού, του Ορθοδόξου κλήρου;

«Ὁ νῦν ἀρχιερεὺς τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης, χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν.», σελ. 100

Σημειωτέον πως ανάμεσα εις τους έχοντες «τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων» ανήκει κι ο Μέγας Αλέξανδρος.

 

Επίλογος

Ίσως η «Ἑλληνική Νομαρχία» να αποτελεί ένα σύγχρονο κείμενο που να μην έχει τύχει της κατάλληλης χρησιμοποίησης από τους εθνικιστές των οιοδήποτε «Σκοπίων». Όμως με τις «εὐγενεὶς» προσπάθειες και χορηγείες διαφωτιστών, παγανιστών κι άλλων «προοδευτικῶν» για τη διάδοση του κειμένου που «διαφωτίζει» τα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων, κάτι τέτοιο μπορεί να μην αργήσει να συμβεί.

Πιθανόν η ρητορική του «Ανωνύμου του Έλληνος» να ήτο επωφελής για την ενορχήστρωση φανατισμού και θυσίας εις μία μεγάλη εθνική επανάσταση, αλλά δεν μπορεί να είναι κι αληθής. Μόνο παγανιστές και διαφωτιστές μπορούν να πιστεύουν, ότι οι καθ’ όλα και δια πάντα υβριζόμενοι ως «δοῦλοι» από την αρχή μέχρι το τέλος στην εργασία του Ρωμιοί Έλληνες, λίγο προ του τερματισμού του πονήματός του λούζονται με όλες εκείνες τις κολακείες που κι ο ίδιος δεν μπορεί να αποκρύψει:

α. «Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά.», σελ. 155

β. «Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅσοι Ἕλληνες εὑρίσκεσθε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴν πατρίδα μας, καὶ ἐσεῖς οἱ ἴδιοι εὐεργέται αὐτῆς, τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128

Η κολακεία στην έξοδο του γραπτού έχει ένα απλό και βασικό σκοπό. Να φέρει τον αναγνώστη εκεί που οδηγούν συνήθως τα κινηματογραφικά έργα του Χόλυγουντ τους τηλεθεατές τους· σε ένα ευτυχισμένο τέλος (Happy Ending) πνευματικής αποχαύνωσης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το «κατορθώνει» αυτό, πλαισιώνοντας τις κολακείες του με έναν τελευταίον, εκτός νοήματος, «Διάλογον, ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του», σελ. 165

 

Πρβλ. ενότητα «Νεοπαγανισμός & "Ελληνική Νομαρχία"»

Πρβλ. απάτη «Ηθική & Ηθική»

 

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

 

 

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΟΥ 1821

 

Στιγμιότυπα του επαναστατικού αγώνος του 1821, όπως αυτά περιγράφονται μέσα εις ένα από τα πρόσφατα (2010) βιβλία ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού. Η επιλογή του βιβλίου έγινε ίνα αποδειχθεί πως η «Ἐλληνική Νομαρχία» είναι ρητορικό κείμενο και δεν θα έπρεπε να λαμβάνεται στα σοβαρά υπ’ όψιν από νεοπαγανιστές και άθεους, εφόσον σημερινά παιδάκια ηλικίας 12 ετών λαμβάνουν μια πληροφόρηση πιο σφαιρική, πιο πλούσια, πιο έγκυρη από εκείνη του «Ανωνύμου του Έλληνος», κι ανατρεπτική έναντι των στοιχείων του τελευταίου.

 

1. Τα αξιώματα εξαγοράζονται

«Όλα τα αξιώματα αγοράζονται στην οθωμανική διοίκηση. Δεν υπάρχουν μισθοί. Αμέσως μετά το διορισμό του κάθε Οθωμανός αξιωματούχος ξεκινούσε για την έδρα του με συνοδεία που καθόριζε ο ίδιος. Στο πέρασμά του πολιτείες και χωριά έπρεπε να καλύψουν όλες τις ανάγκες του χωρίς καμία αποζημίωση. Αμέσως μετά την εγκατάσταση του αναγκάζει τους δυστυχείς υπηκόους να καταβάλουν το ποσό που στοίχισε το αξίωμά του, το ποσό που έδωσε στους προστάτες του, το ποσό που έπρεπε να στέλνει κάθε χρόνο στους ανθρώπους του στην Πόλη για να παρεμβαίνουν, όταν φθάνουν τα παράπονα των καταπιεζομένων στο Μεγάλο Βεζίρη, το ποσό που χρειαζόταν για τη συντήρηση της φρουράς του, το ποσό που έπρεπε να παραμένει στο θησαυροφυλάκιό για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του αντιμετωπίζοντας τους ανταγωνιστές του. Όλα αυτά τα ποσά ήταν πρόσθετες επιβαρύνσεις, άσχετες με τις καθιερωμένες ετήσιες φορολογικές υποχρεώσεις των υπηκόων προς το σουλτάνο». (Κ. Σιμόπουλου, Ξένοι Ταξιδώτες στην Ελλάδα) ,σελ. 18

 

2. Οι Φαναριώτες

Οι Φαναριώτες αποτελούσαν μιαν ιδιαίτερη τάξη λαϊκών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων. Κατοικούσαν στο Φανάρι, συνοικία της Κωνσταντινούπολης που βρισκόταν στο μυχό (Το πιο βαθύ μέρος ενός τόπου, ιδίως κόλπου ή λιμανιού) του Κεράτιου Κόλπου.

Ήταν άνθρωποι μορφωμένοι που, επειδή γνώριζαν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, χρησιμοποιήθηκαν σε καίριες διπλωματικές και διοικητικές θέσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αξιοποιήθηκαν ως «διερμηνείς της Υψηλής Πύλης» στις διπλωματικές σχέσεις με τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών χωρών στην Κωνσταντινούπολη. Ως «δραγουμάνοι του στόλου» συνόδευαν τον αντιναύαρχο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο.

Τέλος, διορίζονταν, σχεδόν αποκλειστικά αυτοί, ως ηγεμόνες στις Παραδουνάβιες χώρες (Βλαχία και Μολδαβία).

Αρκετοί απ’ αυτούς προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στον υπόδουλο ελληνισμό. Περιόρισαν αυθαιρεσίες της οθωμανικής εξουσίας, βοήθησαν τους λόγιους, δημιούργησαν σχολεία, φρόντισαν για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας. Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς πλήρωσαν με τη ζωή τους τις υπηρεσίες τους προς τους συμπατριώτες τους.

Ονομαστές φαναριώτικες οικογένειες υπήρξαν οι Υψηλάντες, οι Μαυροκορδάτοι, οι Μουρούζηδες, οι Καλλιμάχοι κ.α. (σσ. 28-29)

 

3. Οι Προεστοί προστάτευαν τους ραγιάδες

Σε όλα τα μέρη, ο υποδουλωμένος πληθυσμός είχε τους μεσολαβητές του απέναντι στην οθωμανική εξουσία. Επίσκοποι, κοτζαμπάσηδες, προεστοί, δημογέροντες -όπως κι αν ονομάζονταν- ήσαν όλοι τους υπερασπιστές του καταπιεσμένου ελληνικού πληθυσμού. Είχαν την εξουσία να ρυθμίζουν όλες τις διαφορές μεταξύ των Ελλήνων, και οι Τούρκοι σέβονταν τις αποφάσεις τους, εφόσον στηρίζονταν στους βασικούς νόμους της χριστιανικής θρησκείας. Η δικαιοσύνη έβγαινε μέσα από τα έθιμα του τόπου, και από τους βυζαντινούς νόμους που είχαν διατηρηθεί μέσω της εκκλησίας.

Ήταν πια στο χέρι των Ελλήνων να επωφεληθούν απ’ το γεγονός και να αναδείξουν για αρχηγούς τους τίμιους και άξιους ανθρώπους, γιατί ο ελληνικός λαός, απ’ τη στιγμή που πέτυχε το δικαίωμα να έχει δικούς του προστάτες, έπρεπε να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια μπροστά στις αυθαιρεσίες του δυνάστη. Μπορούσε, με τη μεσολάβηση των προεστών του, κάτι να περισώσει για τον εαυτό του από τον καθημερινό μόχθο της δουλειάς του, να υποστεί λιγότερες ταπεινώσεις, να εκφράσει πιο ελεύθερα τη θρησκευτική του πίστη, να φτιάξει σχολεία, που θα του άνοιγαν το δρόμο της πολιτικής του αναγέννησης, τέλος να προετοιμαστεί για να κατακτήσει και πάλι την ελευθερία του. (Μάουερ, ο ελληνικός λαός.) (σελ. 38)

 

4. Οι Προεστοί καταπίεζαν τους ραγιάδες

Οι κοτζαμπάσηδες ήταν χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις και καθεμιά ακολουθούσε κι υπηρετούσε αντίστοιχη τουρκική παράταξη. Κάθε παράταξη ήθελε να έχει την εξουσία, για να διοικεί τον τόπο και να πλουτίζει.

Για να αποκτήσει την εξουσία η μια ή η άλλη παράταξη, έστελνε στο σουλτάνο αντιπροσώπους της, για να προστατέψουν τάχα τους ραγιάδες από τις καταχρήσεις των Τούρκων, ενώ στην πραγματικότητα τους έστελναν για να διώξουν τους αντιπάλους τους από την εξουσία και να την πάρουν αυτοί. Όλα τα έξοδα που γίνονταν για την αποστολή και διανομή των αντιπροσώπων στην Κωνσταντινούπολη από τον ίδιο τον ραγιά πληρώνονταν. Και η μια και η άλλη φατρία ξόδευαν και οποιαδήποτε έπειτα φαινόταν νικήτρια και είχε πασά δικό της, όλα τα έξοδα τα φόρτωνε στους ραγιάδες. (Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της ελληνικής επανάστασης). [τι άλλαξε σήμερα με τους πολιτικούς ;δημόσια έξοδα]

 

5. Η ζωή στο αιγαίο

Η ζωή των κατοίκων του Αιγαίου είναι απλή και καθόλου επιδεικτική. Ο πλούτος και η κάθε λογής πολυτέλειας δεν τολμούν να δείξουν το πρόσωπό τους, κρύβονται με επιμέλεια, γιατί ο τύραννος παραμονεύει να χιμήξει πάνω στα προϊόντα του μόχθου των υποδούλων. Οι Έλληνες ασκούν με μυστικότητα το εμπόριο τους. Κι όσοι ευδοκίμησαν (πρόκοψαν) στις συναλλαγές τους τρέμουν όχι μόνο για τα κέρδη τους αλλά και για τη ζωή τους. Η ευημερία πάλι των αγροτών, όπου υπάρχει, δεν κρύβεται, γι’ αυτό οι εργατικοί γεωργοί πρέπει να είναι άγρυπνοι μήπως πέσουν στα νύχια του αρπακτικού δυνάστη τους. Έτσι συχνά η γη μένει ακαλλιέργητη και σε κανένα σπίτι δε βλέπεις σημάδια επικίνδυνης ευημερίας. (Κ. Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Γάλλος περιηγητής Σονίνι ντε Μονανκούρ για το τέλος του 18ου αιώνα), σσ. 43-44

 

6. Οι Μανιάτισσες

Αξίωμα όλων των Ελλήνων είναι «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». Αυτό το αξίωμα τηρείται με ευλάβεια στη Μάνη  (Κ. Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, Γάλλος περιηγητής Σονίνι ντε Μονανκούρ για το τέλος του 18ου αιώνα), σελ. 50

 

7. Μια βεβαίωση για επισκευή εκκλησίας (1754)

Με αίτηση του Παπαϊωάννου Παπαμιχαήλ, Σταματίου Ισίδωρου και Ιωάνου Γεωργίου, επιτρόπων της εκκλησίας της Παναγίας, που βρίσκεται στο χωριό Λεπτόποδα, του Δήμου Επανωχώρων της Χίου, στάλθηκε ως πραγματογνώμονας ο δικός μας μολλάς (μουλλάς: μουσουλμάνος αξιωματούχος), για να επιθεωρήσει την εκκλησία αυτή. Την βρήκε να έχει επισκευαστεί χωρίς καμία εξύψωση (χωρίς να έχει ξεπεραστεί το κανονικό της ύψος) και χωρίς καμία επέκταση (χωρίς να έχει μεγαλώσει καθόλου), σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας που δόθηκε στα χέρια των επιτρόπων αυτής της εκκλησίας από το Ιεροδικείο. (Ι. Μαυρόπουλου, Τουρκικά έγγραφα ιστορίας Χίου), σελ. 64

 

8. Από τη ζωή των κλεφτών

...Μισθόν, όταν ήσαν αρματολοί, μοίρασμα των λαφύρων, όταν ήσαν κλέπται. Εδίδοντο και βραβεία εις τους αριστεύοντας. Όταν έσφαλλον, ήτον το κόψιμον των μαλλιών, το ξαρμάτωμα. Σέβας προς τας γυναίκας. Παιχνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα, χορούς, τραγούδια ηρωικά, τες ομάδες. Τα τραγούδια τα έκαμναν οι χωριάτες, οι στραβοί με τες λύρες.

Τα μοναστήρια τους εβοηθούσαν. Οι γεωργοί και οι ποιμένες έδιναν είδησιν εις τους κλέπτας, ζωοοτροφίας και πολεμοφόδια. Όταν εις τον πόλεμον ελαβώνετο κανένας βαρέως και δεν εμπορούσαν να τον πάρουν, τον εφιλούσαν και έπειτα του έκοφταν το κεφάλι. Το είχαν εις ατιμίαν οπού οι Τούρκοι να πάρουν το κεφάλι του. (Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα), σελ. 68

 

9. Αρματολοί και Κλέφτες σε Βαλκανικούς Λαούς

Κλέφτες και αρματολούς είχαν και οι Βούλγαροι, τους χαϊντούτους, οι Σέρβοι τους χαϊντούκους και οι Ρουμάνοι τους πανδούρους. Για όλους αυτούς, όπως και για τους δικούς μας κλεφταρματολούς, μιλούν τα ηρωικά τραγούδια, που εξυμνούν τις πράξεις τους και φανερώνουν τον κοινό πόθο για λευτεριά.

[...]

Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί

για την ελευθερία να ζώσομεν σπαθί [Θούριος του Ρήγα]

(Το όραμα του Ρήγα Φεραίου), σελ 81

 

10. Η Φιλική Εταιρεία

Από τους πρώτους που έγιναν Φιλικοί ήταν οι κλέφτες. Στη συνέχεια μπήκαν στην Εταιρεία έμποροι, κληρικοί και άλλοι.

Στη συνέχεια οι Φιλικοί απευθύνθηκαν στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που δέχτηκε με ενθουσιασμό κι έγινε ο γενικός αρχηγός της Φιλικής εταιρείας. σελ. 87

 

11. Μεγάλες Στιγμές

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος πήγε στην Πετρούπολη και πρότεινε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Μεταξύ τους έγινε ο παρακάτω διάλογος.

Υψηλάντης: Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ελευθερωθούν ή, τουλάχιστο, να ελαφρώσουν το ζυγό τους;

Ξάνθος: Πώς να το καταφέρουν, πρίγκιπά μου; Αφού όλοι οι αξιόλογοι συμπατριώτες μας φεύγουν στη ξενιτιά και τους αφήνουν ορφανούς; (Απ. Βακαλόπουλου, Η Ελληνική Επανάσταση), σελ. 90

 

12. Το μυστικό των Φιλικών

Έστειλαν οι Τούρκοι μια μέρα στο δεσπότη Έλους (στη Λακωνία) Άνθιμο έναν Τούρκο, που γνώριζε καλά τη γλώσσας μας και τις θρησκευτικές μας τελετές. Αυτός, καθώς πήγε στη Μητρόπολη, έπεσε, προσκύνησε το δεσπότη και του είπε: Δεσπότη μου, θέλω να σου εξομολογηθώ ως χριστιανός τις αμαρτίες μου. Ο Έλους του έδωσε την άδεια και αμέσως ο Τούρκος άρχισε να περιγράφει τις αμαρτίες του με κλάματα και προσποιητή κατάνυξη. Στο τέλος του είπε:

«Πότε θα έρθει, δεσπότη μου, η άγια εκείνη ώρα να πάρουμε τα άρματα και να σκοτώσουμε τους άπιστους τυράννους μας και να ρουφήξω το αίμα τους;» Ο δεσπότης έκανε τότε τα σημεία της Εταιρείας αλλά, καθώς είδε ότι δεν εννόησε τίποτα, κατάλαβε ότι είναι Τούρκος κι άρχισε να τον συμβουλεύει και να του λέει:

«Τέκνο, τι λόγια είναι αυτά; Μην πιστεύεις τα λόγια που λέγονται. Ο Θεός έβαλε στο κεφάλι μας το σουλτάνο για το καλό μας. Αυτόν έβαλε να μας εξουσιάζει και να είμαστε πιστοί ραγιάδες του και ευπειθείς, γιατί αυτός φροντίζει για μας, αλλιώτικα θα μας τιμωρήσει ο Θεός». Έπειτα του διάβασε τη συνηθισμένη ευχή και τον έστειλε στο καλό. (Φωτάκου, απομνημονεύματα), σελ. 91

 

13. Η Θυσία του Ιερού Λόχου

Έτσι έμειναν εκεί και πολεμούσαν οι Ιερολοχίτες εναντίον τόσων εχθρών ως τη δύση του ηλίου, περισσότερο από τέσσερις ώρες. Βλέποντας όμως τους εαυτούς τους εγκαταλειμμένους από κάθε συνδρομή και βοήθεια, αποφάσισαν τέλος να υποχωρήσουν. Στο μεταξύ είχαν λιγοστέψει απελπιστικά από τις εχθρικές σφαίρες, ώστε από τους τριακόσιους έμειναν μόλις εκατόν είκοσι και αυτοί αδύναμοι πια να αντέξουν τόσο πλήθος Τούρκων... Μολαταύτα δεν δείλιασαν καθόλου οι ήρωες που απέμειναν, αλλά υποχωρώντας με αργό βήμα προς τα πίσω, φώναζαν: «Εύκολα οι Έλληνες δεν παραδίδονται...», και η μάχη εξακολουθούσε μ’ απελπισία...

Την άλλη μέρα οι εχθροί ξαναγύρισαν, για να κυνηγήσουν εκείνους που είχαν απομείνει. Οι Ιερολοχίτες τότε κατέφυγαν στα κοντινά δάση και ελάχιστοι σώθηκαν στο μοναστήρι της Κόζιας... (Ηλία Φωτεινού, Οι άθλοι της εν Μολδοβλαχία Ελληνικής επαναστάσεως), σελ. 95

 

14. Η Επανάσταση εξαπλώνεται

Στο μεταξύ είχε φτάσει στην Πελοπόννησο, ως εκπρόσωπος της Φιλικής εταιρείας, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας και είχε γίνει η ψυχή του κινήματος. Ασυγκράτητος διέτρεχε την ύπαιθρο και, διαδίδοντας ότι όλα είναι έτοιμα, σκορπούσε τον ενθουσιασμό. Στη Μάνη, εξάλλου, βρισκόταν από καιρό ο πρωτοκλέφτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Οι Τούρκοι, βλέποντας τις ύποπτες κινήσεις, κάλεσαν στην Τριπολιτσά τους αρχιερείς και τους προεστούς για σύσκεψη. Όσους πήγαν τους φυλάκισαν. Οι περισσότεροι όμως δεν πήγαν, γιατί ήξεραν τι τους περίμενε. Αυτό τους εξέθεσε περισσότερο στα μάτια των Τούρκων.

 [...]

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄. μόλις πληροφορήθηκε για την Επανάσταση, οργίστηκε σε αφάνταστο βαθμό και έδωσε εντολή για αντίποινα εναντίον των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, το Αϊβαλί. Ανάμεσα στα πολλά θύματα του φανατισμού ήταν και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, Τον συνέλαβαν την ημέρα του Πάσχα και τον κρέμασαν μαζί με τρεις επισκόπους, Οι Τούρκοι ήθελαν μ’ αυτόν τον τρόπο να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες και να κάμψουν το φρόνημά τους, Οι αγριότητες όμως αυτές, που συνεχίστηκαν και στη διάρκεια της Επανάστασης, είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα των αγωνιστών και προκάλεσαν την αγανάκτηση των χριστιανικών λαών της Δύσης και της Ανατολής (σσ. 97-98)

 

15. Η Μακεδονία στον Αγώνα

Λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες χώρες η Μακεδονία ξεσηκώθηκε εναντίον των Τούρκων. Πρωταγωνιστής της εξέγερσης ήταν ο Εμμανουήλ Παπάς, μια από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνα της ανεξαρτησίας.

Ο Σερραίος αγωνιστής ορίστηκε από τη Φιλική εταιρεία αρχηγός του Αγώνα στη Χαλκιδική και το Μάρτιο του 1821 αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη για το Άγιο Όρος. Από κει άρχισε να ξεσηκώνει τις γύρω περιοχές. Ο Πολύγυρος, η Κασσάνδρα και η Σιθωνία επαναστάτησαν. Οι Τούρκοι αντέδρασαν συλλαμβάνοντας τους προκρίτους και αφοπλίζοντας τους κατοίκους των περιοχών αυτών. Οι ηγούμενοι των μονών του Αγίου Όρους σε γενική συνέλευση ονόμασαν τον Εμμανουήλ Παπά «ἀρχηγόν καὶ ὑπερασπιστήν» της Μακεδονίας και κήρυξαν επίσημα της Επανάσταση.

Οι Τούρκοι τότε με αρχηγό τον Μπαϊράμ Πασά πυρπόλησαν χωριά, σκότωσαν και αιχμαλώτησαν κατοίκους των επαναστατημένων περιοχών.

Ο Εμμανουήλ Παπάς με τους συναγωνιστές του πολέμησε με γενναιότητα, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα του, γιατί οι κάτοικοι είχαν τρομοκρατηθεί και οι μοναχοί ήταν απρόθυμοι να συνεχίσουν την Επανάσταση. Επίσης, τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του είχαν συλληφθεί, το σπίτι του είχε καεί και η περιουσία του είχε δημευτεί. Έτσι, αναχώρησε απογοητευμένος με προορισμό την Ύδρα. Πέθανε όμως στο ταξίδι και ενταφιάστηκε με τιμές στην Ύδρα. Τον αγώνα του συνέχισαν οι τέσσερις από τους οκτώ γιους του και από αυτούς οι τρεις σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του Αγώνα. σελ., 100

 

16. Προεπαναστατική σύσκεψη στη Βοστίτσα

Στη σύσκεψη που έγινε στη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο, οι πρόκριτοι και αρχιερείς που έλαβαν μέρος ήταν διστακτικοί. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ρώτησε τον Παπαφλέσσα: «Πού πολεμοφόδια; Πού όπλα, Πού χρήματα πολυάριθμα; Πού στρατός πεπαιδευμένος; Πού στόλος εφοδιασμένος; Οποίον αρχηγόν έχομεν; Υπάρχουν βάσιμες υποσχέσεις πως θα συντρέξει κάποια ξένη δύναμη;

Ο Παπαφλέσσας προσπάθησε να τους πείσει, βεβαιώνοντας τους ότι τάχα όλα έχουν προβλεφθεί κι ότι η επιτυχία είναι σίγουρη. Οι πρόκριτοι, εκτιμώντας πως η κατάσταση δεν είναι όπως την παρουσιάζει ο Παπαφλέσσας, αποφάσισαν να αναβάλλουν την Επανάσταση.» (Σπύρου Μελά, Ιστορικό θέατρο), σελ. 101

 

17. «Ο Κόσμος μας έλεγε τρελούς...»

Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την Επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμιν την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν, οπού ετελειώσαμεν με καλά τον πόλεμόν μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα. (Από το λόγο του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα, 13 Νοεμβρίου 1838), σελ. 101

 

18. Αναφορά στο Σουλτάνο

Ο Τούρκος δικαστής της Θεσσαλονίκης στέλνει αναφορά στο σουλτάνο για την επαναστατική αναταραχή στην πόλη κατά τις παραμονές και την έναρξη του αγώνα του 1821:

Ένα βράδυ φέραν και τον Νικολή εφέντη, τον επονομαζόμενο Μπιγικλού. Αυτός μας είπε φρικτά πράγματα. Οι Έλληνες του Μοριά, εδώ κι ένα μήνα, είχαν επαναστατήσει. Κι ο Γιουσούφ Βέης είχε πληροφορίες ότι θα επαναστατούσαν και οι άπιστοι της Θεσσαλονίκης και των γύρω χωριών. Για να προλάβει κάθε ενδεχόμενο κακό, ζήτησε από τους Ρωμιούς κι από τους καλογέρους του Άγιου Όρους να του στείλουν ομήρους. Κι έτσι μέσα στο Κονάκι βρίσκονταν φυλακισμένοι πάνω από τετρακόσιοι χριστιανοί, που οι εκατό τους ήταν μοναχοί. Όλοι αυτοί, όπως είναι δα φυσικό, κακοπερνούν στα χέρια του Γιουσούφ, τους μαστιγώνει, τους βρίζει, τους εξευτελίζει και τους θανατώνει ακόμα. Ο Θεός ας λυπηθεί και τους χριστιανούς κι αυτόν!... (Απ. Βακαλόπουλου, Πηγές της Ιστορίας της Μακεδονίας), σελ. 103

 

19. Η επανάσταση σημειώνει επιτυχίες

Ο Χουρσίτ στο μεταξύ είχε στείλει στην Ανατολική Ελλάδα κι άλλο στρατό με αρχηγούς τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη. Την πορεία αυτού του στρατού ανέλαβαν να ανακόψουν οι οπλαρχηγοί της Στεράς Ελλάδας στη Χαλκομάτα και την Αλαμάνα, χωρίς όμως επιτυχία. Έπεσαν στο πεδίο της μάχης κορυφαίες μορφές του Αγώνα, όπως ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, ενώ ο αρχηγός των αγωνιστών της Στερεάς Ελλάδας Αθανάσιος Διάκος πιάστηκε αιχμάλωτος και θανατώθηκε με απάνθρωπο τρόπο., σελ 105

 

20. Του Διάκου

Και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.

Κι Ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:

«Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις,

να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;»

«Πάτε κ’ εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες, να χαθείτε.

Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν’ αποθάνω.» (Δημοτικό), σελ. 109

 

21. Την Επανάσταση κλονίζουν αδυναμίες και εσωτερικές διαμάχες

Το τρίτο έτος της Επανάστασης (1823) δε συνέβησαν σημαντικά στρατιωτικά γεγονότα. Τα ταμεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν άδεια. Οι αντιζηλίες ανάμεσα στους πασάδες (διοικητές επαρχιών) ήταν συχνές και οι εξεγέρσεις των γενιτσάρων ήταν από τα κυριότερα προβλήματα στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Από την αδυναμία αυτή των Τούρκων δεν επωφελήθηκαν οι Έλληνες, για να ελευθερώσουν κι άλλες περιοχές. Χρήματα δεν υπήρχαν αρκετά. Επιπλέον ξέσπασαν έντονες διαμάχες για τον έλεγχο της εξουσίας ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς. Οι θρίαμβοι των στρατιωτικών στις διάφορες μάχες με τους Τούρκους προκάλεσαν την αντιζηλία των πολιτικών. Η Επανάσταση κλονιζόταν από αυτές τις εσωτερικές διαμάχες και οι στιγμές που περνούσε ήταν κρίσιμες.

[...]

Γενικά τα τρία πρώτα χρόνια της επανάστασης μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες ενεργούσαν χωρίς σχέδιο. Είχαν πολλούς αρχηγούς, οι οποίοι δεν κατάφερναν πάντα να συνεννοηθούν. Ανάμεσα στο στρατό ξηράς και στο στόλο υπήρχε ελάχιστη συνεργασία. Κι ακόμη από τα ελληνικά στρατεύματα έλειπε ο κατάλληλος οπλισμός και κυρίως κανόνια, που ήταν απαραίτητα για τις πολιορκίες των κάστρων. Υστερούσαν ακόμα στον ανεφοδιασμό, αφού συντηρούνταν μόνοι τους ή με προσφορές των ευπορότερων.

Το μεγάλο λάθος ήταν ότι δε δημιουργήθηκε τακτικός στρατός και οι Έλληνες περιορίστηκαν στην τακτική της ξαφνικής επίθεσης (γιουρούσι). Η έλλειψη αυτή θα φανεί λίγο αργότερα, όταν θα αναγκαστούν να πολεμήσουν με τον οργανωμένο στρατό των Αιγυπτίων, σσ. 117-118

 

22. Γράμμα του Παπαφλέσσα στον αδερφό του

Νικήτα,

          έλαβα την επιστολή σου και εις απάντησίν σου λέγω ότι δεν είμαι σαν και σε και σαν τον κουμπάρο σου τον Κεφαλά, όπου έτρεχε από ράχη σε ράχη στους Αϊ-Λιάδες. Εγώ άπαξ (μία φορά) ωρκίσθην να χύσω το αίμα μου εις την ανάγκην της πατρίδος και αυτή είναι η ώρα. Εύχομαι δε εις τον Θεόν πρώτη μπάλα του Ιμπραήμ να με πάρει εις το κεφάλι, διότι σας γράφω να ταχύνετε τον ερχομόν σας και σεις μου γράφετε κουραφέξαλα. (Φωτάκου, Βίος Παπαφλέσσα), σελ. 146

 

23. Μακρυγιάννης και Δεριγνί

Εκεί όπου ’ φκιανα τις θέσεις εις τους Μύλους ήρθε ο Ντερνύς (ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνί) να με ιδεί. Μου λέγει: «Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες· τι πόλεμον θα κάμετε με τον Μπραΐμη αυτού; -Του λέγω είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός όπου μας προστατεύει· και θα δείξομεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπο, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες, πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν· κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιαύτη· και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. -"Τρε μπειν (Πολύ καλά)", λέγει κι αναχώρησε ο ναύαρχος.» (Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα), σελ. 147

 

24. Η πολιορκία και η έξοδος του Μεσολογγίου

Ξημέρωνε Κυριακή των Βαΐων (11 Απριλίου 1826). Από τη νύχτα δόθηκε το σύνθημα κι άρχισε η ηρωική έξοδος. Ο αιφνιδιασμός, στον οποίον υπολόγιζαν οι Μεσολογγίτες δεν πέτυχε, γιατί το σχέδιο τους είχε γίνει γνωστό και ο εχθρός αγρυπνούσε και τους περίμενε. Κι ενώ τα δύο σώματα τραβούσαν μπροστά να περάσουν πολεμώντας μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, στο τρίτο σώμα ακούσθηκαν φωνές: «Οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά», που προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση και πανικό. Τα γυναικόπαιδα οπισθοχώρησαν προς την πόλη, όπου στο μεταξύ είχαν εισβάλλει και οι Τούρκοι. Πολλοί ήταν συγκεντρωμένοι στην μπαρουταποθήκη και, όταν μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, ο γέρο-πρόκριτος Χρίστος Καψάλης έβαλε φωτιά και τινάχτηκαν όλοι στον αέρα. Στους δρόμους, στα σπίτια και στους προμαχώνες οι Έλληνες συνέχιζαν το μάταιο πια αγώνα. Οι Τούρκοι κατέλαβαν το Μεσολόγγι και το μετέβαλλαν σ’ ένα σωρό ερείπια.

Το Μεσολόγγι, με τη γενναία αντίστασή του έναν ολόκληρο χρόνο, βοήθησε αποφασιστικά τον Αγώνα. Η θυσία του κέρδισε το θαυμασμό όλων των λαών της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις τους αναγκάστηκαν να επέμβουν και να πιέσουν το σουλτάνο να σταματήσει τον πόλεμο., σελ. 150

 

25. Ένας δάσκαλος δεκατεσσάρων χρονών

Στα χρόνια του Καποδίστρια, επειδή υπήρχε έλλειψη δασκάλων, σε πολλά σχολεία διδακτικό έργο αναλάμβαναν και οι καλοί μαθητές, οι πρωτόσχολοι, όπως τους έλεγαν. Για ένα διάστημα ως πρωτόσχολος δίδαξε και ο πατέρας του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Μονεμβάσια, όπου είχε καταφύγει με τους γονείς του. Το γεγονός είναι γνωστό από αναφορά του επιθεωρητή σχολείων Πελοποννήσου (1830):

«Στη Μονεμβασιά υπάρχει ένα αλληλοδιδακτικό σχολείο μέσα στο κάστρο, που στεγάζεται στο κτίριο της εκκλησίας και μπορεί να χωρέσει 250 μαθητές. Ο δάσκαλος όμως που το ίδρυσε έφυγε και οι πρόκριτοι έβαλαν ένα παιδί να διδάσκει· του υποσχέθηκαν 60 γρόσια. Το παιδί αυτό, που ονομάζεται Κυριακός Χατζηπέτρου Βενιζέλος κατάγεται από την Κρήτη και είναι φτωχό. Είναι έξυπνο και έχει γνώσεις περισσότερες από όσες έχουν κάποιοι δάσκαλοι. Κάνει μάθημα σε 26 παιδιά και δείχνει ενδιαφέρον και μεγάλη επιμέλεια. Με τα προτερήματα αυτά και το καλό τους ήθος, αν το βοηθήσει η Κυβέρνηση και μορφωθεί, μπορεί να γίνει λαμπρός δάσκαλος. Διδάσκει πολλούς μήνες και έχει λάβει ως μισθό μόνο 150 γρόσια από το διοικητή Λακωνίας από ελεημοσύνη» (Δ. Βαγιακάκου, Κυριακός Χατζηπέτρου Βενιζέλος [διασκευή]), σελ. 165

 

26. Το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου

Κορυφαία στιγμή της Κρητικής επανάστασης του 1866 ήταν το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου. Στο Αρκάδι, μοναστήρι κοντά στο Ρέθυμνο, είχαν μαζευτεί λίγοι αγωνιστές για να το υπερασπίσουν. Εκεί κατέφυγαν και πολλά γυναικόπαιδα και γέροντες για να βρουν προστασία.

Οι Τούρκοι πολιόρκησαν το μοναστήρι. Οι υπερασπιστές του αντιστάθηκαν ηρωικά. Ο αγώνας όμως ήταν άνισος. Οι πολιορκημένοι, για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων, έβαλαν φωτιά και ανατίναξαν την πυριτιδαποθήκη. Τινάχθηκαν όλοι στον αέρα. Μαζί τους σκοτώθηκαν και πολλοί Τούρκοι.

Η θυσία στο Αρκάδι σκόρπισε συγκίνηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έγινε αφορμή να δυναμώσει το φιλελληνικό ρεύμα. Μαζεύτηκαν χρήματα και γράφτηκαν άρθρα υπέρ του Κρητικού αγώνα. Στην Ευρώπη προσωπικότητες όπως ο Γαριβάλδι και ο Ουγκό ύμνησαν τους Κρητικούς αγωνιστές. Στην Αμερική το φιλελληνικό ρεύμα ενίσχυσε με ενέργειες του ο Χάου, ο οποίος μάλιστα ήρθε στην Ελλάδα για να παρακολουθήσει από κοντά τα γεγονότα, σελ. 179

 

27. Εντυπώσεις από τη Φιλιππούπολη (18ος αιων.)

Μετά από ταξίδι τεσσάρων ημερών, από εκεί φτάσαμε στη Φιλιππούπολη, αφού διασχίσαμε τις κορυφογραμμές ανάμεσα στα βουνά Αίμο και Ροδόπη, που σκεπάζονται διαρκώς από χιόνι. Η πόλη είναι χτισμένη σε ανηφορικό έδαφος κοντά στον ποταμό Έβρο και κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Έλληνες. Διατηρούνται εδώ μερικές παλιές χριστιανικές εκκλησίες. Έχουν έναν επίσκοπο και μερικοί από τους πλουσιότερους Έλληνες ζουν εδώ. Ωστόσο οι τελευταίοι είναι αναγκασμένοι να κρύβουν τον πλούτο τους με μεγάλη προσοχή καθώς η επίδειξη φτώχειας (η οποία συμπεριλαμβάνει κι ένα μέρος από τις δυσχέρειες της τελευταίας) είναι η μοναδική προστασία τους από του να τη δοκιμάσουν πραγματικά. Η περιοχή από εδώ μέχρι την Αδριανούπολη είναι από τις ωραιότερες του κόσμου. Παντού στους λόφους, φυτρώνουν αγριοκλήματα και η αιώνια άνοιξη που απολαμβάνουν, κάνει το κάθε τι χαρούμενο και λουλουδένιο. (Λαίδης Μόνταγκιου, Το Οδοιπορικό τριών Ηπείρων), σελ. 184

 

28. Εξελίξεις στον ελληνικό χώρο

Στο μεταξύ στην Κρήτη ξέσπασε νέο επαναστατικό κίνημα. Η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στο επαναστατημένο νησί στρατό και στόλο. Η Τουρκία κήρυξε πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, εισέβαλε στη Θεσσαλία (1897) και την κατέλαβε. Ο ελληνικός στρατός ηττήθηκε και η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμική αποζημίωση. Επειδή όμως δεν μπορούσε  να πληρώσει, ζήτησε δάνειο από τις Μεγάλες Δυνάμεις· κι εκείνες, για να το δώσουν, απαίτησαν να διαχειρίζονται ορισμένα από τα έσοδα του κράτους.

Και στην Τουρκία όμως η γενική κατάσταση δεν ήταν καλή. Η απολυταρχική διοίκηση του σουλτάνου και οι συνεχείς επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν προκαλέσει την αντίδραση πολλών φιλελεύθερων Τούρκων, που ονομάστηκαν Νεότουρκοι. Αυτοί οργάνωσαν επαναστατικό κίνημα το 1908 και ανάγκασαν το σουλτάνο να δώσει σύνταγμα.

Αυτήν την αναστάτωση στην Τουρκία εκμεταλλεύτηκε η Κρήτη (1908), που επαναστάτησε πάλι και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα. Η κυβέρνηση, από φόβο μήπως επαναληφθούν τα γεγονότα του 1897, τήρησε ουδέτερη στάση. Έτσι μεγάλωσε η λαϊκή αγανάκτηση, που υπήρχε εκείνη την εποχή, εξαιτίας της γενικότερης κατάστασης. Η αγανάκτηση αυτή οδήγησε σε κίνημα των αξιωματικών στο Γουδί (1909), που ανάγκασε την κυβέρνηση να παραιτηθεί. Οι στρατιωτικοί κάλεσαν ως σύμβουλο ένα νέο πολιτικό με επαναστατική δράση στην Κρήτη, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που λίγο αργότερα έγινε πρωθυπουργός της Ελλάδας, σσ. 185-186

 

29. Ο αγώνας για τη Μακεδονία

Οι Βούλγαροι ήθελαν την αυτονομία της Μακεδονίας, για να μπορέσουν ύστερα να πετύχουν την προσάρτηση της. Άρχισαν τότε να στέλνουν στη Μακεδονία αντάρτες (κομιταζτήδες) και πράκτορες, που πίεζαν τους κατοίκους, ιδίως τους ιερείς και τους δασκάλους, να δηλώσουν ότι ήταν εξαρχικοί, ότι δηλαδή ανήκαν στην ανεξάρτητη βουλγαρική εκκλησία.

Οι Έλληνες αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τη βουλγαρική απειλή. Οι ελληνικές κοινότητες και οι πολιτιστικοί σύλλογοι, το Οικουμενικό πατριαρχείο και οι μητροπόλεις, η ελληνική κυβέρνηση και τα προξενεία στη Μακεδονία ενίσχυσαν τα ελληνικά σχολεία της περιοχής και περιφρούρησαν τις εκκλησίες της.

Συγχρόνως αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, όπως ο Παύλος Μελάς από την Αθήνα, ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης και ο Τέλλος Αγαπητός (Άγρας) και οπλαρχηγοί από όλες τις ελληνικές περιοχές, ο Γεώργιος Τσόντος από την Κρήτη, ο Παναγιώτης Παπατζανετέας από τη Μάνη, ο Κωνσταντίνος Γαρέφης από το Πήλιο, ο Κώτας από τη Φλώρινα κ.α. μαζί με πολλούς ντόπιους Έλληνες, σχημάτισαν αντάρτικες ομάδες για την προστασία των Ελλήνων της Μακεδονίας. Τις προσπάθειες των ανταρτικών αυτών ομάδων συντόνιζαν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, διπλωμάτες, όπως ο πρόξενος Θεσσαλονίκης Λάμπρος Κορομηλάς, και ο υποπρόξενος στο Μοναστήρι Ίων Δραγούμης και ιεράρχες, όπως ο μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης κ.α.

Έτσι ναυάγησε η προσπάθεια των Βουλγάρων να αλλοιώσουν την εθνική συνείδηση των κατοίκων της Μακεδονίας, που απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), σελ. 191

 

Πηγή: Στα Νεότερα Χρόνια, Ιστορία Στ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ Αθήνα, Διονύσιος Ακτύπης - Αριστείδης Βελαλίδης - Μαρία Καΐλα - Θεόδωρος Κατσουλάκος - Γιάννης Παπαγρηγορίου - Κώστας Χωρεάνθης, Αναθεώρηση 1997, Θεόδωρος Κατσουλάκος - Αναστασία Κρκίνη - Μαρία Σταματοπούλου

 

 

 

Ο ΣΕΡΒΟΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΗΣ

 

Καραγεώργης (ο και Τσερνογιώργη σλαυϊστί καλούμενος) Ο περίφημος κνιέζος (αρχηγός) των Σέρβων κατά την μεγάλη των επανάστασιν μεταξύ των ετών 1804 και 1813, την πνιγείσαν εις το αίμα από τον Χουρσήτ πασάν, τον κατόπιν νικητή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Γεννηθείς το 1766 εκ πτωχού τινός χωρικού, έδειξεν εξ απαλών ονύχων την υπεροχήν, ήτις τον ήγαγεν εις τα ύπατα αξιώματα και μάλιστα εις την δημιουργίαν βασιλικής δυναστείας, της των μετά ταύτα βασιλέων της Σερβίας Καραγεώργεβιτs. Το 1777, μόλις ενδεκαετής, εξηναγκάσθη ν’ ακολουθήσει την συμμορίαν Τούρκου αποστάτου, του Φαζλή - αγά παλαιού γενιτσάρου, όστις ελεηλάτει τα χωρία, φονεύων αδιακρίτως Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Κατόπιν μετανοήσας ο Καραγεώργης απεχωρίσθη του Φαζλή και εγκατασταθείς εις την Κροατίαν ενυμφεύθη ωραίαν χωρικήν. Πελώριος το σώμα, αγριωπός την όψιν, ακατάλληλος δια τον ήσυχον βίον, προεκάλεσε μετ’ ου πολύ διάφορα επεισόδια, τα αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε να φονεύση επίσημον τινα Τούρκον. Καταδιωκόμενος εκρύβη εις το μοναστήριον του Κρούσσεβατς, εκεί δε υπηρετήσας ως δασοφύλαξ επί δύο ολόκληρα έτη διέφυγε την σύλληψιν. Κινδυνεύσας όμως και πάλιν, ηναγκάσθη να διαβή τα σύνορα, και, επωφεληθείς της στρατολογίας των Αυστριακών, ευρισκομένων εις πόλεμον με την Τουρκίαν, τω 1788, κατετάχθη ως αξιωματικός ιππέων Ουλάνων και διεκρίθη μέχρι του 1791, προαγόμενος και αμειβόμενος δια τα όντως εξαιρετικά του ανδραγαθήματα. Μετά τη συνθήκην του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, επέστρεψεν εις την Σερβίαν και εγκατεστάθη εις το χωρίον Τόπολα, όπου έζη ως αγαθός καί φιλήσυχος αγρότης. Αλλά δεν εβράδυνε να έλθη εις συγκρούσεις προς τους εκπροσώπους της τουρκικής εξουσίας, ούτω δε, σχηματίσας σώμα Χαϊντούτων (είδους Σλαύων κλεφτών), επανήρχισε τον ληστρικόν βίον των πρώτων ετών του. Εφόνευσε δε τόσους Τούρκους κατά τα τέλη του ΙΗ΄ και τας αρχάς του ΙΟ΄ αιώνος, ώστε το όνομά τον κατέστη μυθικόν, τότε δε επωνομάσθη παρά μεν των Τούρκων «Καρᾶ-Γεώργης», παρά δε των Σλαύων «Τσερνο-Γιώργι», όπερ είναι το ίδιον. Την εποχήν εκείνην, η επανάστασις του περιφήμου Πασβάντογλου, πασά του Βιδδινίου, είχεν εξοργίσει τα μαλιστα το Διβάνιον. Εις την ανταρσίαν εκείνην διέβλεπον οι εν Κωνσταντινουπόλει, και ουχί αδίκως, την έναρξιν της καταρρεύσεως του τουρκικού κράτους. Διά τούτο ελήφθησαν άγρια μέτρα. Αλλά αυτά, αν εστράφησαν εναντίον των κινδυνωδεστέρων Βουλγάρων, δεν σημαίνει ότι παρέλειψαν τούς Σέρβους. Πολλά και ούτοι υπέστησαν μέχρι τού 1804, οπότε συνεκροτήθη η πρώτη εθνική συνεύλεσις των πολεμιστών της χώρας και συνεζήτησε περί τον πρακτέου. Με πιέσεις εκ μέρους των γενιτσάρων και των δελήδων ήσαν αφόρητοι πλέον. Ουδεμία ασφάλεια ζωής, τιμής και ουσίας υπήρχε. Κανείς δεν ετόλμα εκ των πολεμαρχών εκείνων ν’ αναλάβη τον τεράστιον, τον γιγάντιον αγώνα. Μόνος ο πελώριος το δέμας Καραγεώργης, με την χαρακτηρίζουσαν αυτόν παιδικήν αφέλειαν, εδήλωσεν, ότι αναλαμβάνει να φέρη εις πέρας την ποθουμένην απελευθέρωσιν. Ομοφώνως και ανενδοιάστως ανεκηρύχθη κνιέζος, δηλαδή αρχηγός, με δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των λοιπών. Επειδή δ’ ευθύς αμέσως έκαμε χρήσιν καλήν του δικαιώματός του επί παραβατών και ανυποτάκτων, αμέσως και επεβλήθη επί των λοιπών. Χάρις εις τα σύντονα και δραστήρια μέτρα, άτινα έλαβεν, απήλλαξε την Σερβίαν των Τούρκων κατοίκων της. Διότι άλλους μεν έσφαξεν, άλλους δε ηνάγκασεν εις αειφυγίαν, δημεύσας τα υπάρχοντά των. Τόσον δ’ ειργάσθη καλώς, ώστε οι Σέρβοι ανεκήρυξαν αυτόν οσποδάρον (αυθέντην, ηγεμόνα) και ανεγνώρισαν κληρονομικόν το δικαίωμα τούτο εις τούς πρωτοτόκους απογόνους του. Τούτο συνέβη τω 1808, μετά την συνθήκην του Τιλσίτ, ήτις εφάνη διευθετούσα κάπως τα ρωσικά και συνεπώς σλαυϊκά ζητήματα εν σχέσει προς τα αυστριακά. Κατ’ εκείνους ακριβώς τους χρόνους εζήτησε να συνεργασθή μετά των Ελλήνων Κλεφτών του Ολύμπου, τότε δε συνέβη και η περιβόητος εκστρατεία του ΝικοΤσάρα εις Σερβίαν, ήτις τόσον θλιβερόν τέρμα έσχεν. Επί μίαν έκτοτε τετραετίαν ο Καραγεώργης ησχολήθη αποκλειστικώς εις την εσωτερικήν αναδημιουργίαν της χώρας του, επεδίωξε δε δια παντός τρόπον να εξασφαλίση εις αυτήν την αυτοδιοίκησιν. Τούτο όμως εξηρέθισε τους Τούρκους, και όταν υπεγράφη η μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας συνθήκη του 1812, ο Καραγιώργης, εγκαταλειφθείς από την Ρωσίαν, υπέστη όλον το βάρος των συνεπειών της τε ειρήνης και της οργής της Πύλης. Σοβαρώταται στρατιωτικαί δυνάμεις παρεσκευάσθησαν να εισβάλουν εις την Σερβίαν. Ο Καραγεώργης εκλήθη να καταθέση τα όπλα, μετά δε τούτο μόνον το Διβάνιον υπέσχετο να προέλθη εις συνεννοήσεις δια τα υποβληθέντα σερβικά αιτήματα. Επειδή δε ο Καραγεώργης, γνωρίζων καλώς τι εσήμαινε τοιούτος αφοπλισμός και ποίας θα είχε συνεπείας, ηρνήθη να υπακούση, εζήτησε δε να συνεννοηθή ως ίσος προς ίσον, η Πύλη διώρισε πασά του Βελιγραδίου τον περίφημον Χουρσήτ πασάν, ούτος δ’ απέστειλεν ως πρωτοπορίαν τον κεχαγιάν τον Κιοσσέ-Μεχμέτ, τον νικητήν της Αλαμάνας και των Ιωαννίνων. Η εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων υπήρξε τοιαύτη, ώστε, δια να μη επεκταθή το κακόν και ερημωθή η Σερβία, ο Καραγεώργης ηναγκάσθη να καταθέση τα όπλα και να διαπεραιωθή εις την γειτονικήν Ουγγαρίαν. Τον Καραγεώργην διεδέχθη τότε ο Μιλός Ομπρένοβιτς και εκείνος εξηκολούθησε τον σερβικόν αγώνα. Ο Καραγεώργης όμως, αντιλαμβανόμενος ότι μόνον δια κοινής των βαλκανικών λαών εξεγέρσεως θα ήτο εφικτή η απελευθέρωσις του χριστιανικού πληθυσμού της Τουρκίας, εκ των πρώτων ησπάσθη το πρόγραμμα της Φιλικής Εταιρείας. Τας διαπραγματεύσεις διεξήγεν ο Γεωργάκης Ολύμπιος, όστις κατά Μάιον του 1817 κατήχησε τον Καραγεώργην, ορκισθέντα να υπηρετήση ειλικρινώς την ιδέαν της Φιλικής Εταιρείας. Κατά τας  παραμονές του Αγώνος, αποφασισθέντος να διέλθη τα σύνορα δια να σπεύση εις Σερβίαν και εξεγείρη τα πλήθη, ο Καραγεώργης ωδηγήθη υπό του απεσταλμένου των Φιλικών Λεονάρδον, εντός κλειστής αμάξης, και δια της Βουκοβίνας, της Τρανσυλβανίας και του Βανάτου διεπεραιωθη εις την Σερβίαν, και παρεδόθη εις χείρας του πιστού οπαδού του Βοΐτσα Βουλίτσεβιτς. Ούτος, παλαιός φίλος του Καραγεώργη, αλλά οπαδός κατ’ εκείνον τον καιρόν του ισχύοντος κνιέζου Μιλός Ομπρένοβιτς, εχθρού του από τόσων ετών ζώντος εν τη εξορία Καραγεώργη, επεδίωξε να διαλλάξη τα δύο αντιμαχόμενα κόμματα. Αντί τούτου όμως προεκάλεσε την αντίδρασιν. Το πράγμα απεκαλύφθη  ες τον πασάν του Βελιγραδίου. Ούτος απήτησεν  από τόν υπεύθυνον κνιέζον Μιλός την κεφαλήν του  Καραγεώργη. Και ο παλαιός κνιέζος, ενώ εκοιμάτο αμέριμνος, διότι εστηρίζετο εις την φιλοξενία του Βοΐτσα Βουλίτσεβιτς, εσφάγη ανοικτιρμόνως υπ’ αυτού, η δε κεφαλή του εν θριάμβω απεστάλη εις Κωνσταντινούπολιν. Ο Καραγεώργης  υπήρξε πολεμικώτατος και στρατηγικώτατος ανήρ, καλός ήγεμών καί θερμός πατριώτης.

Πηγή: Κορομηλάς, Γ.Δ., Δημοσιογράφος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Ιγ΄, σελ. 788

 

 

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟΝ «ΑΝΩΝΥΜΟΝ ΕΛΛΗΝΑ»

 

α.  «Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς στο υπόβαθρο αυτής της επιχειρηματολογίας [της Ελληνικής Νομαρχίας] την ανατομία της γενεαλογίας της κοινωνικής διαφθοράς, που παρουσιάζει ο Rousseau στην πραγματεία του για την καταγωγή της ανισότητας», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 346)

β. «Στην αδιάφθορη μορφή τους όμως τόσο η αριστοκρατία όσο και η δημοκρατία περιφρουρούν την ελευθερία και το πνεύμα της νομαρχίας. Έτσι η επιλογή μεταξύ των δύο εξαρτάται από άλλες κοινωνιολογικές συντεταγμένες της πολιτείας, όπως ο αριθμός των κατοίκων ή η φύση του κλίματος. Οι τοποθετήσεις αυτές δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο Ανώνυμος ο Έλλην αντλεί την προβληματική του από τον Montesquie. Η νομαρχία είναι  αρχή που διέπει το πνεύμα τόσο των δημοκρατικών όσο και των αριστοκρατικών πολιτειών», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 347)

γ. «Η οργή του [Ανώνυμου Έλληνα] ήταν πράγματι η αγανάκτηση ενός τέκνου του Διαφωτισμού. Το φλογερό του ενδιαφέρον για το πεπρωμένο της πατρίδας του επανέφερε στη ζωή τους φιλοσοφικούς στοχασμούς του Voltaire και του Montesquie σχετικά με την παρακμή της Ελλάδας. Τόσο στη λογική δομή της όσο και στην ευγλωττία της, η ιστορική ανάλυση της πτώσης της Ελλάδας, παρ’ όλη τη συντομία της, διαθέτει επική ποιότητα, την οποία στο ελληνικό πλαίσιο ανακαλεί όσα γράφτηκαν πάνω στο ίδιο θέμα από έναν άλλο μεγάλο θαυμαστή του Montesquie, τον Edward Gibbon.», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 352)

δ. «Οι κατεξοχήν εχθροί της ελευθερίας και συνεργάτες της τυραννίας βρίσκονταν κατά τον Ανώνυμο μεταξύ των Μοναχών και της ιεραρχίας της Εκκλησίας. Οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας, πηγής που ο ανώνυμος πατριώτης είχε αναμφίβολα διαβάσει [Ελληνική Νομαρχία, σσ. 137-143], είχαν παραπονεθεί λίγα χρόνια προηγουμένως ότι οι ιεράρχες είχαν καταστήσει την εκκλησία οίκο εμπορίας των ιερών μυστηρίων, "μυστηριοπώλειο". Αυτό συνιστούσε μάλλον ήπια μομφή σε σύγκριση με τη βίαιη ευγλωττία, με την οποία ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας κατήγγελλε τον ανώτερο κλήρο ως πρωταρχικό εχθρό της ελευθερίας. [Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791 ,σσ. 217-218]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 356)

ε .«Το αποτέλεσμα απέδωσε το σπουδαιότερο μνημείο πολιτικής θεωρίας του νεοελληνικού Διαφωτισμού (της Ελληνικής Νομαρχίας), που προσφέρει μια οξυδερκή ερμηνεία της δυσπραγίας και των προοπτικών του ελληνικού γένους με τους όρους της πολιτικής σκέψης του Montesquieu, του Rousseau, του Alfieri και του Beccaria και με σταθερό υπόβαθρο τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα, τον Πολύβιο και τον Πλούταρχο», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 345)

Περισσότερα παραδείγματα στερεοτύπων από την επιρροή της δυτικής πολιτικής & θρησκευτικής σκέψης στο νου του «Ανωνύμου του Έλληνος» στη σελίδα Διαφωτισμός: Αντιγραφή της Δυτικής Σκέψης.

 

 

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ & ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΓΙΟΙ

 

Πόσες και πόσες φορές έχουν βρεθεί νεοπαγανιστές να χλευάζουν Αγίους για τον μαρτυρικό τους ζήλο πυέρ Σωτήρα Χριστού και τη σωτηρία του κόσμου; «τρελοὺς» τους ανεβάζουν «σαλοὺς τῷ ὄντι» τους κατεβάζουν. Προς τούτο δίδεται το κάτωθι παράθεμα του «Ανωνύμου του Έλληνος» του «μάχου ὑπὲρ πατρίδος» κι ας αναλογισθεί ο καθείς τι θα είχαν ακούσει τα αυτιά του οιοδήποτε Αγίου αν έδειχνε τέτοιο ζήλο για τον Κύριο Ιησούν Χριστόν:

«Εὑρισκόμενος ἕνας στρατιώτης, λέγει ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος, εἰς τὴν μάχην, καὶ ἀφοῦ ἐνίκησαν τὸν ἐχθρόν, ἔτρεξεν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πλοιάριον εἰς ἕνα ποταμόν, ὅπου ἤθελε νὰ διέλθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀντικειμένων, καὶ φθάνοντάς το τὸ ἥρπασε μὲ τὴν δεξιάν του χεῖρα, διὰ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ συμπολῖται του, ἀλλ᾿ οἱ ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ πλοῖον τοῦ τὴν ἐσύντριψαν, αὐτὸς δὲ παραχρῆμα ἐκτείνει τὴν ἀριστερὰν καὶ ἔπαθε τὸ ἴδιον. Τότε, ὡς λέων, ὥρμησε μὲ τοὺς ὀδόντας νὰ τὸ ἁρπάσῃ, καὶ εὐθὺς τὸν ἀποκεφάλισαν. Ὤ! πόσον, πόσον ζῆλον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐμφυτεύσει εἰς τὴν καρδίαν ἐκείνου τοῦ ἥρωος! Καὶ πόσον ἀπέδειξεν ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτήν!», σελ. 59

 

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΑΡΙΣΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

(Η «φωτισμένη» Δημοκρατία)

 

«Τί νὰ εἰπῶ πάλιν διὰ ἐκείνους, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἀτενίζουσι, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσωσι πολλὰ χρήματα; Αὐτοὶ λατρεύουσι μόνον τὰ πλούτη. Δι᾿ αὐτὰ πωλῶσι καὶ τιμὴν καὶ πατρίδα. Δὲν φροντίζουσι νὰ μάθωσι τίποτες ἄλλο, ὅταν ἠξεύρουσι νὰ γράψωσι μίαν γραφήν, ὁποὺ πολλάκις πρέπει ὁ ἀναγινώσκων νὰ προφητεύῃ τὸ τί ἐννοοῦσεν ὁ γράψας, ἐπειδὴ πολλὰ ὀλίγοι ἠξεύρουσι νὰ γράψωσιν ἐκεῖνα ὁποὺ ὁμιλοῦσι» και σημειώνει «Ἡ ἐμπορικὴ ἀνταπόκρισις τῶν ἔξω τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι εἰς τὴν γλῶσσαν μας γεγραμμένη, ἀλλ᾿ εἶναι ἓν μῖγμα γλωσσῶν, ὁποὺ προξενεῖ ἀνυπόφορον ἀηδίαν.», σελ. 132

Μέσα όμως εις τη συγγραφή του πονήματός του ο «Ανώνυμος Έλλην» θα μαρτυρήσει για τον εαυτό του εις τον «Διάλογον ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του»:

«Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον! Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;

Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὸν λαβύρινθον τοσούτων θλιβερῶν στοχασμῶν, ὅλος ἐνθουσιασμένος ἐλάμβανα τὸ κονδύλι καὶ ὀλίγον χαρτάκι, καὶ ἔγραφα ὅ,τι ὁ ἐνθουσιασμός μου καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος μοὶ ἐπαγόρευεν εἰς ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἐτελείωνα, ἔρριπτον εἰς ἓν κιβώτιον τὸ γεγραμμένον χαρτίον, καὶ οὕτως ἀναπαύετο ὁπωσοῦν ἡ ψυχή μου.

Τοιουτοτρόπως, ὦ ἀγαπητοί, ἠκολούθησα διὰ πολὺν καιρόν, ὅταν, τέλος πάντων, ἡ ποσότης τῶν αὐτῶν χαρτίων μὲ κατέστησεν περίεργον νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἤρχισα λοιπὸν νὰ ἀναγινώσκω καὶ νὰ τὰ βάνω εἰς τάξιν, ἐπειδή, καθὼς εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε, δὲν εἶχον τὴν παραμικρὰν εὐταξίαν. Ἄλλα εὑρῆκα γεγραμμένα ἰταλιστί, ἄλλα γαλλιστί, ἄλλα εἰς τὴν γλῶσσαν μας, καὶ ὅλα τόσον κακῶς γεγραμμένα, ὁποὺ μόλις ἠμποροῦσα νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἐνθυμοῦμαι ὁποὺ εἰς ἓν κατεβατὸν ὁλόκερον δὲν ἦτον ἄλλο τι γεγραμμένον, εἰμή: «κακὲ ἄνθρωπε καὶ σκληροτράχηλε τύραννε!»...», σελ. 168

 

 

 

Η «ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ» ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

α. «Γι’ αυτό τον έθλιβαν [τον Κοραή] οι ηθικοί κίνδυνοι που διέκρινε ότι υπονόμευαν εσωτερικά την επανάσταση. Το κύριο αίτιο της ανησυχίας του παρέμενε η έπαρση και ο φανατισμός των "κολάκων τῆς ἐλευθερίας", οι οποίοι συνέχιζαν να αναμοχλεύουν τα κοινωνικά πάθη, για να εξυπηρετήσουν τους ιδιοτελείς τους στόχους. Ένα εύγλωττο δείγμα της άκρατης ματαιοδοξίας τους ήταν η υιοθέτηση από μερικούς ηχηρών τίτλων, όπως "πρέσβεις τῆς ἀνθρωπότητας" και "ρήτορες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους". Καθώς αυτή η αδιάντροπη αλαζονεία γινόταν περισσότερο απροκάλυπτη και επιθετική, οι ανησυχίες του Κοραή μεγάλωναν. Γνώριζε καλά ότι η ελευθερία δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει χωρίς αρετή. Και στο ζήτημα αυτό η αρχαία ελληνική εμπειρία πρόσφερε τα πιο κατάλληλα ηθικά μαθήματα. Οι Έλληνες, "ὅταν μὲ τριακοσίους Σπαρτιάτας καὶ μὲ ὅλίγα ἄθλια πλοῖα κατέστρεψαν  τὸν πολυάριθμον στόλον καὶ τὴν ἄπειρον πεζικὴν δύναμιν τῶν Περσῶν, δὲν εἶχεν ἀκόμη γυμνωθῶσιν ἀπὸ τὰς ἀρετάς των". Από τη στιγμή που η αρετή αυτή μολύνθηκε από τη διαφθορά, η ελληνική ελευθερία παράκμασε και οι Έλληνες υποδουλώθηκαν "ὡς ἀνδράποδα" πρώτα τους διαδόχους του Αλεξάνδρου και στη συνέχεια στους Ρωμαίους. Παρόμοιος ήταν και ο έσχατος κίνδυνος που αντιμετώπιζε η Γαλλική Επανάσταση. Παρά τον πατριωτικό ενθουσιασμό που εκδηλωνόταν τόσο με πράξεις πραγματικής ανδρείας όσο και με το επαναστατικό σύνθημα "Ἐλευθερία ἤ θάνατος", η ηθική ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε γύρω από τον Κοραή, του ενέπνεε ανησυχία: "Ἐλευθερία χωρὶς ἀρετὴν δὲν δύναται ποτὲ νὰ σταθῇ· οὓτοι ἐδῶ μάλιστα οἱ κάτοικοι τοῦ Παρισίου εῑναι παντάπασι διεφθαρμένοι, καὶ ἠ μόνη σωτηρία των εἶναι νὰ μεταβάλωσι τὰ ἤθη."

Οι φόβοι του Κοραή φάνηκαν να επαληθεύονται από τις συνέπειες του δράματος της βασιλοκτονίας. Η καταστροφή της παλαιάς μυθολογίας αποχαλίνωσε τα πάθη και την εκδικητικότητα, με αποτέλεσμα την αιφνίδια μετάπτωση από τη δεσποτεία του παραλόγου στην τυραννία του τρόμου.  Την αρνητική όψη της Επανάστασης εκπροσωπούσε ο αιμοδιψής Marat , άλλοτε γιατρός του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον  εκατόν πενήντα χιλιάδων ανθρώπων. Συντετριμμένος από τις ακρότητες της τρομοκρατίας, ο Κοραής σ’ ένα ξέσπασμα υπερβολής, υποστήριζε ότι το πρόγραμμα του Marat τέθηκε σε εφαρμογή από τον ομοϊδεάτη του Ροβεσπιέρο.

Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής παρέμεινε σιωπηλός. Επιφύλαξε ωστόσο έναν σκληρό επιτάφιο στο Ροβεσπιέρο, την επαύριον του Θερμιδόρ. Έχοντας διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του μέσα στις αναταραχές της Επανάστασης, ο Κοραής προς στιγμήν φαίνεται να διολισθαίνει προς το μελόδραμα: η τυραννία του "τέρατος Ροβεσπιέρου" είχε ανοίξει βαθιές πληγές στη Γαλλία, που μόνον ο χρόνος και η σύνεση θα μπορούσαν να επουλώσουν. Η εξουσία του ήταν μισητή σε χιλιάδες έντιμους Γάλλους που, μαζί με τον Κοραή, ένιωθαν απέχθεια παρακολουθώντας τη μεγάλη Επανάσταση να εκφυλίζεται σε βαρβαρότητα και κανιβαλισμό. Ο αιώνας του Διαφωτισμού έμοιαζε να έχει αλωθεί από την επίθεση του εγκλήματος και της αμάθειας που συντάσσονταν υπό τη σημαία της αθεΐας, ενώ οι επιστήμες και οι τέχνες καταδικάζονταν σε λήθαργο από το βανδαλισμό, και η αρετή και το τάλαντο γίνονταν λεία του ξίφους των δολοφόνων. Ο καταληκτήριος αυτός υπαινιγμός του Κοραή, αποτελούσε οργισμένη ελεγεία για το ίνδαλμά του, τον Condorcet. Τη φωτισμένη στάση του Condorcet τόσο θαύμαζε ο Κοραής, ώστε διοχέτευε προς τους συμπατριώτες του φυλλάδια με τα έργα του φιλοσόφου, με σκοπό να τους πληροφορήσει όχι μόνο για τις προόδους της Επανάστασης, αλλά και του ανθρώπινου πνεύματος», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-270)

β. «Η απώλεια της ενότητας δημόσιας και ιδιωτικής ηθικής κατέστρεψε τη δημοκρατική ελευθερία στην αρχαία Ελλάδα. Οι άδικοι επιθετικοί πόλεμοι εξωτερικά και ο καθολικός πόλεμος μέσα στους κόλπους της κοινωνίας ήταν το αποτέλεσμα της διάζευξης της ηθικής από την πολιτική. [Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, σ. οδ αναφορά στον Destutt de Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale d’ un peuple, Παρίσι 1819. Πρβλ. Picavet, Les Idéologues, σσ. 391-398]»,  (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 417)

γ. «Ο Condorcet -Κονδορκέτιος κατά τον Κοραή-"ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους λογίους τοῦ Παρισίου, ἄν καὶ ἐχθρὸς ἐπίσημος τοῦ βασιλέως", μάταια προσπάθησε να σώσει τον βασιλικό θεσμό κάνοντας έκκληση στη λογική και τον ανθρωπισμό. Η έκκλησή του δεν εισακούσθηκε. Η αποτυχία του Condorcet έδειχνε, κατά τον Κοραή, ότι, καθώς υψωνόταν το κύμα των παθών, η φωνή της λογικής είχε καταπνιγεί», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 264)

«Ἄν μας ἔλεγε κανένας αὐτείνη τὴν λευτεριὰ ὁποῦ θὰ γευόμαστε, θὰ περικαλούσαμε τὸν Θεὸν νὰ μᾶς ἀφήση εἰς τοὺς Τούρκους ἄλλα τόσα χρόνια, ὅσο νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τί θὰ εἰπῆ πατρίδα, τί θὰ εἰπῆ θρησκεία, τί θὰ εἰπῆ φιλοτιμία, ἀρετὴ καὶ τιμιότη. Αὐτὰ λείπουν ἀπ᾿ ὅλους ἐμᾶς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Τῆς πρόσοδες τῆς πατρίδας τῆς κλέβομεν, ἀπὸ ὑποστατικὰ δὲν τῆς ἀφήσαμεν τίποτας, σὲ ῾πηρεσίαν νὰ μποῦμεν, ἕνα βάνομεν εἰς τὸ ταμεῖον, δέκα κλέβομεν. Ἀγοράζομεν πρόσοδες, τῆς τρῶμεν ὅλες. Χρωστοῦν εἰς τὸ Ταμεῖον δεκοχτῶ ῾κατομμύρια ὁ ἕνας κι᾿ ὁ ἄλλος· ὁ Μιχαλάκης Γιατρὸς πεντακόσες χιλιάδες, ὁ Τζοῦχλος τρακόσες, ὁ Γιωργάκης Νοταρᾶς τρακόσες πενήντα – ὅλο τέτοιγοι χρωστοῦνε αὐτά. Ὁ κεντρικὸς ταμίας ὁ Φίτζιος – τρακόσες πενήντα του λείπουν ἀπὸ τὸ ταμείον· κι᾿ ἀκόμα δὲν κυτάχτηκαν πόσα θὰ λείψουν ἀκόμα. Τὸ ἴδιο ντογάνες κι᾿ ἄλλα. Τέτοιοι μπαίνουν εἰς τὰ πράματα καὶ τέτοιους συντρόφους βάνουν. Δύσκολο εἶναι ὁ τίμιος ἄνθρωπος νὰ κάνη τὰ χρέη τοῦ πατριωτικῶς. Οἱ ἀγωνισταὶ οἱ περισσότεροι καὶ οἱ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ δυστυχοῦν. Πολυτέλεια καὶ φαντασία – γεμίσαμεν πλῆθος πιανοφόρτια καὶ κιθάρες. Οἱ δανεισταί μας ζητοῦν τὰ χρήματά τους, λεπτὸ δὲν τοὺς δίνομεν ἀπὸ – κάνουν ἐπέβασιν εἰς τὰ πράματά μας. Καὶ ποτὲς δὲν βρίσκομεν ἴσιον δρόμον. Πῶς θὰ σωθοῦμεν ἐμεῖς μ᾿ αὐτὰ καὶ νὰ σκηματιστοῦμεν εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ κόσμου ὡς ἄνθρωποι; Ὁ Θεὸς ἂς κάμη τὸ ἔλεός του νὰ μᾶς γλυτώση ἀπὸ τὸν μεγάλον γκρεμνὸν ὁποῦ τρέχομεν νὰ τζακιστοῦμεν.», (Πηγή: Φωτιάδης Δ., Αλεξίου Έλλη, Βλαχογιάννης Ι., «Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη», Βιβλίο Δ΄, Κεφ. 4, εκδ. Μέρμηγκα, Αθήνα 1980, σελ. 544-545)

 

Πρβλ. Η μεταφυσική του Διαφωτισμού ως «Αόρατο Χέρι» της Οικονομικής του Θεωρίας

Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»

Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»

 

 

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ & «ΑΟΡΑΤΟ ΧΕΡΙ»

ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΤΟΥ ΘΕΩΡΙΑΣ

 

 

  Πιέστε εδώ.

 

 

 

 

«ΣΦΑΞΕ ΜΕ ΠΑΣΑ ΜΟΥ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ»

 

Είναι χριστιανική διδασκαλία το «σφάξον με πασᾶ μου νʼ ἀγιάσω»;

 

Δριμυτάτη ἐπίπληξις κατὰ τῶν παραδιδομένων τοῖς δικασταῖς

«Ἐπὰν δʼ ἔμπαλιν εἴπῃ· "Ὅταν διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ φεύγεται εἰς τὴν ἄλλην", οὐχ ὡς κακὸν τὸ διώκεσθαι παραινεῖ φεύγειν, οὐδʼ ὡς θάνατον φοβουμένους, διὰ φυγῆς ἐκκλίνει προστάττει τοῦτον, βούλεται δὲ ἡμᾶς μηδενὶ αἰτὶους μηδὲ συναιτὶους κακοῦ τινος γίνεσθαι, σφίσιν τε αὐτοῖς, πρὸς δὲ καὶ τῷ διώκοντι καὶ τῷ ἀναιροῦντι· τρόπον γὰρ τινα προσαγγέλει ἑαυτὸν περιίστασθαι· ὁ δὲ παρακούων, τολμηρὸς καὶ ριψοκίνδυνος. Εἰ δὲ ὁ ἀναιρῶν "ἄνθρωπον Θεοῦ" εἰς Θεὸν ἁμαρτάνει, καὶ τοῦ ἀποκτιννύντος αὐτὸν ἔνοχος καθίσταται ὁ ἑαυτὸν προ;σαγων τῷ δικαστηρίῳ, οὗτος δʼ ἄν εἴη ὁ μὴ περιστελλόμενος τὸν διωγμὸν, ἁλώσιμον διὰ θράσος παρέχων ἑαυτὸν· οὗτος ἐστι, τὸ ὅσον ἐφʼ ἑαυτῷ, ὁ συνεργὸς γινόμενος τῇ τοῦ διώκοντος πονηρίᾳ. Εἰ δὲ καὶ προσερεθίζοι, τέλεον αἰτιος, ἐκκαλούμενος τὸ θηρίον. Ὡς δʼ αὔτως, κἄν αἰτίαν μάχης παράσχῃ τινὰ, ἤ ζημίας, ἤ δίκης, ἤ ἔχθρας, ἀφορμὴν ἐγέννησε διωγμοῦ. Διὰ τοῦτʼ οὖν μηδενὸς ἀντέχεσθαι τῶν ἐν τῷ βίῳ προστέτακται ὑμὶν, ἀλλὰ ἵνα ἀπροσπαθεῖς διαμένωμεων μόνον, ἀλλʼ ὡς μὴ, ἀντιποιούμενοι, τοὺς ἐπιδικαζομένους ἐφʼ ἑαυτοὺς ἀγριαίνωμεν, καὶ διʼ ἡμῶν ἐπὶ τὴν τοῦ ὁνόματος διακινώμεν βλασφημίαν»

Αυστηρή επίπληξη εναντίον όσων παραδίδονται στους δικαστές

Και όταν πάλι λέγει·  «Όταν σας καταδιώξουν στη μία πόλη, πηγαίνετε στην άλλη» [1], δεν παρακινεί σε φυγή επειδή η καταδίωξη είναι κακή, ούτε προστάζει, επειδή φοβόμαστε το θάνατο, να τον παρακάμπτομε με την φυγή, αλλά απλώς θέλει να μη γίνομε σε κανέναν αίτιοι ή συναίτιοι κάποιου κακού, και στον ίδιο τον εαυτό μας, κι επιπλέον σʼ εκείνον που μας καταδιώκει και σʼ εκείνον που θέλει να μας θανατώσει· παραγγέλλει δηλαδή κατά κάποιον τρόπο να τηρούμε απόσταση ασφαλείας, ενώ όποιος παρακούει είναι υπερβολικά τολμηρός κι απερίσκεπτος μπροστά στον κίνδυνο. Κι αν όποιος σκοτώνει «άνθρωπο του Θεού» αμαρτάνει στον Θεό, κι όποιος οδηγεί τον εαυτό τον στο δικαστήριο γίνεται ένοχος για εκείνον που θέλει να τον σκοτώσει, αυτός είναι όποιος δεν φυλάγεται από το διωγμό, αλλά από θρασύτητα παραδίνει τον εαυτό του στην καταστροφή. Αυτός είναι, όσο εξαρτάται από τον ίδιο, που γίνεται συνεργός της κακίας του διώκτη του. Κι αν επιπλέον εξαγριώνει προκαλώντας το θηρίο, είναι αποκλειστικός ένοχος. Όμοια κι αν γίνει αίτιος για κάποια μάχη ή κάποια ζημία ή δίκη ή έχθρα, προκάλεσε αφορμή διωγμού. Γιʼ αυτό έχομε εντολή να μην προσκολλόμαστε σε κανένα από τα πράγματα της ζωής, αλλά και «σʼ αυτόν που μας παίρνει το ιμάτιο να του δίνομε και το χιτώνα» [2]. Όχι μονάχα για να μένομε ελεύθεροι από πάθη, αλλά και με την απόστασή μας να μην εξαγριώνομε εναντίον μας τους αντιδίκους και διαμέσου μας προκαλούμε τη βλασφημία του ονόματός μας.

Πηγή: Κλήμης Ο Αλεξανδρινός, Άπαντα τα έργα 3, Στρωματείς Λόγος Δ΄,  Κεφάλαιο Ι΄, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερίου Μερετάκη, «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1995, σσ. 508-511, Εκ

 

Σημειώσεις

1. Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ι΄ «23 ὅταν δὲ διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, φεύγετε εἰς τὴν ἄλλην·»

2. Λουκά Κεφ. Στ, «29 ...καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς»

 

 

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

Εγκυκλοπαίδειες

1.  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμοι Δ΄, Ζ΄,  Ιγ΄, Ελλάς Ι

 

Βιβλία

01. Πολιτικοί Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις Πελεκάνος, Αθήνα

02. Βικέντιος Δαμοδός, Σύνοψις Ηθικής Φιλοσοφίας, επιμ. Τ. Ζήση και Λ. Δεπούντη, Αθήνα 1940, σ.90

03. Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Χατζηφώτη

04. Νεοελληνική Ιστορία της Στ΄ Δημοτικού, Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 2009

05. Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,  Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989

06. Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009

07. Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ,  Έκδοση Η΄, 1978

08. Monks and laymen in Byzantium 843-1118, Rosemary Morris, Cambridge University Press 1995

09. Τουρκοκρατία - Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2000

10.  Αντιγνώση, Λιλή Ζωγράφου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 18η έκδοση, Αθήνα, 1η έκδοση 1974

11.  Ελληνική Νομαρχία, Ανώνυμος Έλλην, Βενετία 1806

 

Περιοδικά

01. Απολλώνιο Φως,  τεύχος 50

02. Ιχώρ, τεύχη 23, 24, 25

03. Δαυλός, τεύχη 200-201, 279

04. Τρίτο Μάτι, τεύχη 109, 139

05. Περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τεύχος 75

06. Παγκόσμια Ιστορία, τεύχος 7

07. Ιστορικά Θέματα, τεύχος 98

08. Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 48

09. Science Illustrated, τεύχος 76

 

Φυλλάδια

1. Επιστήμες στην οθωμανική αυτοκρατορία: Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, Θόδωρος Κεχαγιάς, Παιδαγωγικό Τμήμα Δ.Ε., Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Τηλεοπτικοί Σταθμοί

1. Alter, εκπομπή «Χωρίς Μοντάζ ΙΙ», Σάββατο 07/02/2004

 

Εποπτικό Υλικό

1. DVD,  «Το Τρίτο Ράιχ του Χίτλερ», επεισόδιο 4 «Από τη Μόσχα στο Στάλινγκραντ», Bright Star Publishing plc 2000

 

Διαδίκτυο

01. http://el.wikipedia.org/wiki/Γεννάδιος_Σχολάριος

02. http://el.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες

03. http://www.kennydominican.joyeurs.com/GreekClassics/DiodorusSiculus10.htm

04. http://israelvets.com/pictorialhist_nation_reborn.html

06. http://en.wikipedia.org/wiki/Image:Jbentham.600px.jpg

07. http://nowscape.com/star_city/Lenin.html

08. http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=316335&dt=21/02/2010

09. http://clubs.pathfinder.gr/kellion/1210874

10. http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/H_epanastasi_1.htm

11. http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm

12. http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Kefalobryso_Kaliakouda.htm

13. http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/dioikitika2/t.a_tourkokratias.htm

14. http://www.enet.gr/?i=news.el.home&id=162334

15. http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε

16. http://www.livepedia.gr/index.php/Αρματολός

17. http://mistrisparliament.wordpress.com/tag/parliament/

18. http://www.virtualtenby.co.uk/Wales_Tenby_history_books.asp

 

Επιπλέον Βιβλιογραφία

01. Φιλοθέου Πάρεργα

02. Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791

03. Montesquie, Considérations sur les causes de la grandeur et de la décadence des Romains

04. Cyril Mango, "Byzantinism and Romantic Hellenism", Byzantium ad its Image, Λονδίνον: Variorum 1984, μελέτη Ι & XVI

05. Ν.Γ. Πολίτης, "Δημώδεις δοξασίαι περὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους", Λαογραφικά Σύμμικτα, Αθήνα 1920, τομ. Α

06. Νίκου Βέη, "περί του ιστορημένου χρησμολογίου της Κρατικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου και του θρύλου του ’μαρμαρωμένου βασιλιά’, Byzantinisch- Neugriechische Jahrbücher, 13(1936-1937)

07. B. Knös, "Les Oracles de Léon le Sage", Αφιέρωμα στη μνήμη Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Αθήνα 1960

08. Asterios Argyriou, Les éxégèses grecques de l’ Apocalypse à l’ époque turque (1453-1821). Esquisse d’ une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, Θεσσαλονίκη 1982

09. Eric J. Hobawm, Social Bandits and Primitive Rebels, Glencoe, III. 1959

10. Eric J. Hobawm, Bandits, Λονδίνο 1969, σ. 23, Noman Cohn, The Pursuit of the Millenium, Λονδίνο 1957

11. Fernard Brautel, The Mediterranean and the Mediterranean World in the Age of Phillip II, Νέα Υόρκη 1972

12. E.Eickoff, Venedig, Wien und die Osmanen (1645-1700), Μόναχο 1970

13. A. Bernardy, Venezia e il Turco nella seconda metà del secolo XVII, Φλωρεντία 1902

14. A. Bernardy, L’ ultima guerra turco-veneziana (1714-1718), Φλωρεντία 1902

15. P. Preto, Venezia e i Turchi, Φλωρεντία 1975

16. Κουρίλας, Θρακικά, 5 (1934)

17. Ν.Γ. Πολίτης, «Αγαθάγγελος», Εστία, 27 (Ιανουάριος -Ιούνιος 1889)

18. Ευγένιος Βούλγαρης, «Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του οθωμανικού κράτους», Κέρκυρα 1854

19. Batalden, Catherine II’s Greek Prelate

20. Π.Μ.Κιτομηλίδης, Η Πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη, πρακτικά του Ε ΄Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τομ. 4, Αργοστόλι 199

21. A. Camariano-Cioran, La Guerre rusoturche de 1768-1774 et les Grecs, Revue des études Sud-Est européennes, 3 (1965)

22. Π.Μ. Κοντογιάννης, Οι  Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσοτουρκικόν πόλεμον, 1768-1774

23. Μ.Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν 1715-1821, Αθήνα 1939

24. Αθανασίου Κομνηνού Υψηλάντη, Τὰ μετὰ τὴν Ἅλωσιν, Κωνσταντινούπολη 1870

25. Κοντογιάννης, Οι Έλληνες

26. Δ. Καταρτζής, Τα ευρισκόμενα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970

27. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός

28. Δημαράς, D. Catargi, Philosophe Gree’, Studies on Voltaire and the Eighteenth Century, 25 (1963)

29. Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Ηθική Φιλοσοφία

30. Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Πραγματεία περί παίδων αγωγής ή Παιδαγωγία, Βενετία 1779

31. Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Απολογία, Βιέννη  1780

32. Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία 1774-1798, επιμ. Κ.Θ. Δημαρά κ.α., Αθήνα 1964

33. Αδαμάντιος Κοραής, Άσμα Πολεμιστήριον (1800) και Σάλπισμα Πολεμιστήριον (1801), Παρίσι αλλά αναγράφουν τόπο έκδοσης Αίγυπτο και Αλεξάνδρεια αντίστοιχα

34. Αικ. Κουμαριανού, Ενέργειες του Κωνσταντίνου Σταμάτη για την απελευθέρωση της Ελλάδος, 1798-1799, Πρακτικά του Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, Τομ. Α, Αθήνα 1967

35. Ρήγας Βελεστινλής, Σχολεῖον τῶν ντελικάτων ἐραστῶν

36. Αλέξης Πολίτης, Η προσγραφόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου, Ο Ερανιστής, 8, τχ. 42 (Δεκέμβριος 1969)

37. Ρήγας Βελεστινλής, Τα δίκαια του ανθρώπου

38. Ανώνυμος Συγγραφέας, Ρωσσαγγλογάλος

39. Montesquieu, Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de décadence

40. Voltaire, Essai sur les moeurs

41. Αδαμάντιος Κοραής, Μémoire sur l’ état actuel de la civilisation dans la Grèce lu à la Société des observateurs de l’ homme, le 16 Nivose an XI (6 Janvier 1803) par Coray, Docteur en médecine et membre de la dite Société, Παρίσι 1803

42.  Gusdorf, Introduction aux sciences humaines

43. Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, Παρίσι 1833

44. Destutt de Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale d’ un peuple, Παρίσι 1819

45. Francǫis Picavet, Les Idéologues, Παρίσι 1891

46. E. Driault και M. Lhéritier, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, τομ. Β: Le règne d’ Othon. La Grande Idée 1830-1862, Παρίσι 1925

47. Ι.Α. Μελετόπουλου, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π, Σέκερη, Αθήναι 1967

48. Ρήγας Βελενστινλής, Φυσικῆς Ἀπάνθισμα γιὰ τοὺς ἀγχίνους καὶ φιλομαθεῖς Ἕλληνας, Βιέννη 1790

49. Χριστόφος Παμπλέκης, Περί Θεοκρατίας,

50. «Ἀνώνυμος τοῦ 1789»

51. «Διάλογος δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ. Πανταζίδην, Παρίσι 1830

52. Ε.Barker, Ο πολιτικός στοχασμός στην Αρχαία Ελλάδα. Ο Πλάτων και οι καταβολές του (μτφρ. Κ. Κολιόπουλος), 2007

53. Richard B. Rutherford, The Meditations of Marcus Aurelius. A Study, Οξφόρδη 1989

 

Αρχαίοι συγγραφείς

01. Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή

02. Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη