«ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ
ΗΤΟΙ
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
(Αντιπαράθεσης υπό του Ανωνύμου Απολογητού)
Η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία» του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος», είναι ένας
διαφωτιστικός πολιτικός λίβελος· το ότι το κείμενο της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» διαδίδεται ουσήμερα (2011) κι από πολιτικές δυνάμεις,
κι όχι μόνο από θρησκευτικές, αποδεικνύει περίφημα την πολιτική του χροιά.
Αποτελεί δε ένα πονημάτιο, του οποίου ο συγγραφέας ενδιαφέρεται
να κινήσει τους αναγνώστες του, Έλληνες Χριστιανούς, εις μια πολεμική προσπάθεια ενάντια εις
τον Οθωμανό Τύραννο, ίσως όχι επειδή ως Οθωμανός ήταν κατακτητής των Χριστιανών
Ελλήνων (Ρωμηών), αλλά γιατί σαν Οθωμανός ήταν Ηγεμόνας, δηλαδή μονάρχης ενός «Τυραννικοῦ
πολιτεύματος»· ο διαφωτισμός στη Δύση κινήθηκε
κατά της Δεσποτείας - Βασιλείας,
από την εποχή του Βολταίρου κιόλας, όταν δεν μπόρεσε τελικά να δελεάσει τους ηγεμόνες,εις τις πολιτικές του ιδέες, ως «κατεξοχὴν πολιτικὸν φαινόμενον»
(«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 9). Τοιουτοτρόπως
οδηγήθηκε στη Γαλλική επανάσταση, όπου Γάλλοι κινήθηκαν ενάντια στην ίδια τη δική
τους πολιτική αρχή, κι όχι ενάντια σε ξένους κατακτητές, για τον
προειρημένο λόγο.
Ο Διαφωτισμός, αφού δεν μπόρεσε να
δελεάσει τις δεσποτείες με τα κηρύγματά του, θα μάχονταν οιαδήποτε
παρούσα δεσποτεία στον ελληνικό χώρο, ακόμη κι αν αυτή αντιπροσωπεύονταν από ένα
Βυζαντινό αυτοκράτορα ή Έλληνα Κυβερνήτη (βλ. Ιωάννη Καποδίστρια & οπαδούς Κοραή),
παρά τον Σουλτάνο εάν κι εφόσον αυτή δεν ενστερνίζονταν τις διαφωτιστικές
ιδέες οργάνωσης μιας «ἑλληνικῆς πολιτείας»; Βέβαια, αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί τα αποτελέσματα του
διαφωτισμού εις την Ελλάδα θα ήταν εντελώς διαφορετικά και δε θα
περιλούζονταν με
τόσα όμορφα φώτα δημοσιότητας ως έχει τη σήμερον, αφού θα είχε προκαλέσει
εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Ρωμηών, όπως ανάλογα εις τη Γαλλία δημιούργησε τα χρόνια της
τρομοκρατίας με τις λαιμητόμους, όπου άνθρωποι θανατώνονταν υπό τους ύμνους της
δημοκρατικής «καρμανιόλας».
Ο Διαφωτισμός έσβησε άδοξα· εξάλλου
ήταν πάντα στο περιθώριο, κι αν έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις στο νου των
σημερινών πολιτών (2011), αυτό οφείλεται εις τα πανεπιστήμια, εις τους ολίγους
πάντοτε φανατικούς λογίους κι ιδίως στις ακραίες αντιχριστιανικές κοινότητες του
διαδικτύου, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την διάδοση των πιο σκοταδιστικών του
πολιτικών κειμένων, ως είναι η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία»
σε ένα ευρύ διαδικτυακό πεδίο.
Πολύ κακώς συμβαίνει κάποιοι ν’ αντιλαμβάνονται πως ο
Διαφωτισμός,
ή η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», είναι «πατριωτισμὸς»
κι υπόλοιπες αντιλήψεις είναι «προδοσία». Όσοι
αντιλαμβάνονται έτσι τα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος, έχουν πραγματικά πιει
μόνο τ’ «ἀφρόγαλον» από τον καφέ τους κι δεν έχουν
εντρυφήσει στο βάθος των γεγονότων. Άλλοι δε, εφόσον το «καϊμάκιον»
δεν τους απασχολεί, αρκούνται εις την διάδοση του «ἀφρογαλίου»,
ηδονιζόμενοι από την παρουσίαση μιας εκκλησίας «Μοναρχικῆς»
ἤ «προδοτικῆς» εις τους βιαστικούς περιηγητές
του διαδικτύου.
Ο
Ελληνικός Διαφωτισμός, συνοδεύθηκε από
δογματικές ακρότητες
κατά της Χριστιανικής Πίστεως, τις οποίες αρκετοί Έλληνες
διαφωτιστές κουβάλησαν, άλλοτε με τη θέλησή τους, άλλοτε άθελά τους εις την
Ανατολή, μη αναλογιζόμενοι τις άμεσες, πόσο μάλλον μακροπρόθεσμες, συνέπειες μια
τέτοιας πολιτικής πολεμικής. Επιπλέον, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία στιγματίστηκε για
τις κρατικές καταδίκες 2-3 αιρετικών,
ο Διαφωτισμός ως πολιτική, κι όχι ως
εθνική επανάσταση, είχε στείλει χιλιάδες ανθρώπους ως «ἐχθροὺς
τῆς ἐλευθερίας» στις λαιμητόμους των «φωτισμένων»
Παρισίων, την ίδια ώρα που ο Ορθόδοξος κλήρος κατηγορείτο ξεδιάντροπα για «ἠθικὴν
κατάπτωσην» από τα ελληνικά πολιτικά προπαγανδιστικά φερέφωνα της εν λόγω αιματοβαμμένης
«καρμανιόλικης» πολιτικής
επαναστάσεως Γάλλων, έναντι Γάλλων.
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», παρότι
παρουσιάζει εαυτόν ως «ὁμόθρησκον» των Χριστιανών, στην ουσία
ανήκει εις εκείνους τους διαφωτιστές που χρησιμοποιούν το μανδύα της
θρησκείας «κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ τακτικὲς σκοπιμότητες»,
(ως εννοεί ο Π. Κιτρομηλίδης, ό.π, σελ. 377). Έτσι, παραμένει κι αυτός ένας
ακόμη αντιγραφέας των Δυτικών «ἀντιχριστιανικῶν προπατόρων» από τους οποίους αντλεί την ίδια διαφωτιστική
επιχειρηματολογία, εξαπατώντας παράλληλα τους ρωμιούς παραλήπτες του έργου του,
με πλείστους «ξυλοσοφικοὺς» ελιγμούς, οι οποίοι
αφήνουν άφωνο και τον πλέον κακόπιστο.
Μέσα εις την προσπάθεια του να διαδώσει τις διαφωτιστικές απόψεις,
ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» μεταχειρίζεται κάθε μέσο του λόγου και της
ρητορικής, ακόμη και ψέματα, παρά τη δήλωσή του ότι θα διηγηθεί έργα θαυμαστά «ἀντὶ ρητορικῶν
φράσεων». Τον συγγραφέα αυτόν δεν απασχολεί τόσο η
αλήθεια, όσο η παρακίνηση του αναγνώστη εις το «παράλογον»· δηλαδή εις την
υπερνίκηση μιας αυτοκρατορίας - δεσποτείας, έστω και παραπαίουσας, από δράκες ενόπλων κι
ασυντόνιστων Ελλήνων, τους οποίους διαρκώς καθυβρίζει. Με άλλα λόγια, σκοπός του ρητορικού αυτού λιβελλου, που
δεν μπορεί να είναι ένα επιστημονικό έργο ιστορίας, ήταν η
παρότρυνση του αναγνώστη όπως θυσιάσει την ιδικήν του ζωή εν Ελλάδι, ενώ ο
συγγραφεύς φυλάσσει την ιδική του εις Εσπερία [ακόμη ένα παράλογο], όντας «ἀλήτης ἐν ταῖς ἀλλοδαπαῖς»
ως μαρτυρεί ο Μοισοιόδαξ για τον δικόν του εαυτόν (Απολογία, σελ. 122)· η θυσία των
Ρωμιών παρακινούνταν για ένα σκοπό
που, εις την αναφερόμενη εποχή φάνταζε αρκετά νεφελώδης κι επισφαλής και δεν θα
πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως σίγουρα τετελεσμένος, μέσα από τη σημερινή παρατήρηση
του αναγνώστη πολλούς χρόνους κατόπιν των πεπραγμένων και την επιτυχία της
επανάστασης του 1821.
Ο εν λόγω ρητορικός λίβελος για τον οποίο γίνεται λόγος, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από
νεοπαγανιστές ή άθεους
διαφωτιστές, οι οποίοι επιθυμούν να αποδείξουν δι’ αυτού, ότι η
«Ἀνατολικὴ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία» υπήρξε ένας «ἀντιεπαναστατικός
δυνάστης» των Ρωμιών (Ορθοδόξων Ελλήνων) προ του 1821
ή κάποια θρησκεία που αντιστρατεύονταν την ελευθερία των Ελλήνων. Η βαθιά
αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. Όχι μόνο γιατί η «πολιτικὴ
ἀναμόρφωση» δεν ήταν ένα απλό μήνυμα «ἐλευθερίας»,
αφού συνοδευόταν από ακρότητες, σφαγές και αντιθρησκευτικά πομπώδη κηρύγματα
ανοησιών, αλλά και διότι υπάρχουν σοβαρότατα
έργα της εποχής, που φανερώνουν είτε αντιεπαναστατικές αδυναμίες όλων των
Ρωμιών, προτού, κατά τη διάρκεια και κατόπιν της Επαναστάσεως, μα κι επειδή αυτά
τα ίδια φανερώνουν πλείστες
προσπάθειες εκκλησιαστικών εις την «ἀπελευθέρωσιν» του
γένους των Ελλήνων (βλ. Α.Σ. 8).
Το ερώτημα είναι: γιατί η παρούσα εργασία στρέφεται κατά της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας»; Δεν επιθυμεί την επιτυχημένη πλέον κι υπάρχουσα απελευθέρωσή της Ελλάδος;
Είναι γνωστό πως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
αν κι ό ίδιος κατήγορος, είναι με τη σειρά του κατήγορος των κατηγόρων: «...οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται
καὶ οἱ πνευματικοί. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...»,
σελ. 117. Ενώ κατηγορεί τους «συμπατριώτας» του,
παριστάνει τον θιγμένο έναντι της συμπεριφοράς των ξενιτεμένων Ελλήνων: «Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ,
ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ,
ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ
ἄκραν
ἀδιαφορίαν.», σελ. 133
Όπως λέγει ο μελετητής του νεοελληνικού
Διαφωτισμού Π. Κιτρομηλίδης: «Η πηγή αυτή [ένα αδημοσίευτο
ανώνυμο κείμενο για τη ιδεολογική διαμάχη στη Σμύρνη], μαζί με
το «Περί Θεοκρατίας» του Παμπλέκη και την «Ελληνική Νομαρχία», συμπληρώνει το
τρίπτυχο της πιο βίαιης καταγγελίας της στάσης της εκκλησίας απέναντι στο
Διαφωτισμό. [(«Νεοελληνικός Διαφωτισμός», ο.π, σελ. 373]», κι όχι
τη στάση της Εκκλησίας ενάντια εις την εθνική επανάσταση αυτή καθ’ εαυτή.
Εκείνο που
κατάφερε αρχικά ο Διαφωτισμός ήτο να ανησυχήσει την
ιεραρχία, για τους σκοπούς της τότε αυτής ιδεολογικής και κοινωνικής επανάστασης ως έχουσας
αντιχριστιανική
τινά χροιά και κατόπιν ετών, δια μέσω των φανατικών αντιχριστιανών και των
ερμηνευτικών διαστρεβλώσεων που αυτοί επέφεραν εις τις ιστορικές συμπεριφορές
προσώπων, επέτυχε να καταγγελθεί η ιεραρχία ως έχουσα αντεθνική, κι
όχι αντιδεοντολογική στάση, ως όντως είχε.
Σε αυτό το μύθευμα
συνεπικούρησε και συνεπικουρεί ακόμη, η τελείως επιφανειακή ενασχόληση του μέσου
αναγνώστη του διαδικτύου γύρω από το φαινόμενο του Διαφωτισμού, ο οποίος τις
περισσότερες φορές πίπτει επί αναρτημένων κειμένων, εξαιρετικά φανατισμένων κατά
της Εκκλησίας και του κλήρου.
Το ίδιο λυπηρό μονόχρωμο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε
αίθουσες ορισμένων πανεπιστημίων, όπου εκεί η προσέγγιση του μαθητή προς το
φαινόμενο αυτό είναι μονομερής και καθοδηγημένη «διὰ τῆς
εἰμαρμένης» εις «παπαγαλίαν» των σημειώσεων
που τριγυρίζουν με τις, υπέρ του διαφωτισμού, διαλέξεις του «καθηγητοῦ», οι οποίες αποκρύβουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα γεγονότα γύρω από τις διάφορες
αποτυχίες κι ακρότητες των διαφωτιστών ή των διδασκαλιών τους. Για παράδειγμα η
«θρησκευτικὴ νηστεὶα»
καταγγέλθηκε από το διαφωτισμό επικαλούμενη λόγους υγείας, όταν η σημερινή
ιατρική επιστήμη δεν είναι το αυτό
καταγγέλλουσα. Αυτό όμως
δε διδάσκεται στα ελληνικά, τουλάχιστον, Πανεπιστήμια.
Η παρούσα εργασία επιθυμεί επίσης να καταγγείλει τη
διανόηση όλων εκείνων που αντλούν αποσπάσματα από την «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν» κατά της Εκκλησίας, παραδίδοντας έτσι εις τον μέσο αναγνώστη τη
δυνατότητα να εννοήσει το επίπεδο των
συγγραμμάτων από τα οποία αντλούν επιχειρηματολογία αντιχριστιανικοί κύκλοι, οι
οποίοι μερικές φορές, φτάνουν εις το επίπεδο της ψευδούς ρητορικής «πολιτικῶν
κομμάτων», και των περί αυτών «κομματοκολάκων»,
που ενώ πληρώνονται από το δημόσιο κατά τη συμμετοχή τους εις το κοινοβούλιο, καταγγέλλουν το
χρηματισμό της Εκκλησίας και τον «πολιτικὸν»
της λόγο.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Κάτωθι παρουσιάζεται το σύγγραμμα του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» με σχολιασμούς του «Ἀνωνύμου Ἀπολογητοῦ»
οι οποίοι δεν πρέπει να γίνουν αντιληπτοί ως έχοντες αποκλειστικό στόχο
ορισμένες απόψεις του πρώτου.
Αντίθετα έχουν παράλληλο στόχο την υιοθεσία της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας»
υπό συγχρόνους νεοπαγανιστές και
διαφωτιστές οι οποίοι ασφαλώς δεν έχουν ως δικό
τους σκοπό μια
κάποια «ἐθνεγερσίαν» ή
πολιτική επανάσταση των Ελλήνων·
την «ἐθνεγερσίαν» ούτως η
άλλως επέτυχαν, οι μισητοί για τη θρησκεία
τους, προγονοί τους Ρωμιοί κι όχι ο διαφωτισμός
[:«Ἡ Ἐπανάσταση δὲν ἄρχισε ἀπὸ τοὺς
διανοουμένους τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀγροτικὲς μάζες στὴν Ἤπειρο καὶ στὴν
Πελοπόννησο, ποὺ εἶχαν φτάσει σὲ ἀπόγνωση ἐξαιτίας τῶν δηώσεων τῶν ὀθωμανικῶν
στρατευμάτων μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἄλῆ Πασᾶ» (ό,π. σελ.
408)], ενώ μια κάποια πολιτική επανάσταση τη σήμερον θα έπρεπε να στρέφονταν κατά
«άλλων» στόχων, παρά κατά των ιερέων και των μοναχών. Εκ τούτου συνεπάγεται ότι
η εμμονή τη σήμερον ημέρα εις αυτό το διαφωτιστικό «πονημάτιον»
εξυπηρετεί θρησκευτικούς λόγους, όχι επαναστατικούς ή πολιτικούς.
ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΧΙ ΕΘΝΙΚΗ
Έγραφε ο Αδαμάντιος Κοραής: «Τί συμφέρει εἰς τὴν
ἐλευθερωμένην ἀπὸ Τούρκους Ἑλλάδα νᾶ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας
περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας.
[«Διάλογος
δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ. Πανταζίδην,
Παρίσι 1830, 36 (είναι ψευδώνυμο του Κοραή)]»,
(Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,
Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σε λ. 514)
Η υποδούλωση «εἰς Χριστιανοὺς
τουρκίζοντας» είναι η διατήρηση της Βασιλείας έναντι της
Γαλλικής εμπνεύσεως Δημοκρατίας (βλ. γεγονότα με Καποδίστρια). Η
«ελευθερία» δεν ήταν ίσως ζήτημα αλλαγής «εθνικής» κυβέρνησης, αλλά
ζήτημα αλλαγής «πολιτικής» κυβέρνησης. Ζήτημα λεπτότατο, βαρύνον και
παντελώς παραμερισμένο από το σημερινό βόρβορο της αντικληρικής
μανίας ορισμένων.
Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833).
(Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό
Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64) Είναι πολλοί
οι εχθροί της Εκκλησίας οι οποίοι αποφεύγουν να ξεκαθαρίσουν ορισμένα
σημαντικά πράγματα εις το μυαλό του αναγνώστη τους. Από αυτά, το
κυριότερο ίσως είναι ότι ο Διαφωτισμός δεν στόχευε εις τις εθνικές
επαναστάσεις των λαών προς δημιουργία αντίστοιχων εθνικών κρατών. Στόχευε εις την
εγκαθίδρυση πολιτευμάτων «Δημοκρατίας». Προς τούτο εις την Γαλλία συνετέλεσε εις
την επανάσταση του ίδιου του Γαλλικού λαού εναντίον του βασιλέα του, της
αριστοκρατίας του και των κληρικών του οι οποίοι τον καταπίεζαν
οικονομικά:
«Η αποκήρυξη του δεσποτισμού σε όλες του
τις μεταμφιέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της "φωτισμένης"
εκδοχής του, η οποία είχε κυριαρχήσει στην ελληνική πολιτική σκέψη στο άμεσο
παρελθόν, ήταν μια ακόμη ένδειξη της ιδεολογικής απελευθέρωσης την οποία βίωνε η
ελληνική συνείδηση. Με το αβασίλευτο δημοκρατικό πολιτειακό σχήμα ο Διαφωτισμός
πρότεινε μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, την οποία αντιπαρέθετε στις
διαψευσμένες υποσχέσεις της απολυταρχίας.», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 350)
Όταν η ιδεολογία του Διαφωτισμού μεταλαμπαδεύτηκε
προς την Ελλάδα, το μήνυμα της Δημοκρατίας επέπεσε επί του εκείνην την
περίοδο ευρισκομένου ως Μονάρχη των Ελλήνων, δηλαδή του Τούρκου Σουλτάνου· επέπεσε
εναντίον του, όχι επειδή απλά ήτο Τούρκος, όπως σήμερα αντιλαμβάνεται ο μέσος
Έλληνες μετά από δεκαετίες
εθνικιστικής πλύσης εγκεφάλου, αλλά επειδή ήτο Μονάρχης.
Κανείς δε μπορεί να παραβλέπει την τελική δογματική αντιπάθεια των διαφωτιστών
για τις μοναρχίες και τους μονάρχες· και μάλιστα ακόμη κι εκείνη την
αντιπάθεια ενάντια σε Μονάρχες που ο ση μερινός ελληνικός
εθνικισμός, οπωσδήποτε
θαυμάζει, τους Μακεδόνες Φίλιππο και Μέγα Αλέξανδρο.
Ο Ρήγας Φερραίος (1759-1798) «κατόρθωσε
να κατηχήσει όχι μόνο πολλούς προκρίτους και αρματολούς, αλλά όπως λένε,
κατόρθωσε να προσελκύσει ακόμη κι αυτόν τον περίφημο Πασβάνογλου του
Βιδινίου.
[...]
Ο Ρήγας σύνθεσε το "Θούριό" του ως
Μασσαλιώτιδα της ελληνικής επαναστάσεως. Την επανάσταση τη φανταζόταν ως ένα
γενικό ξεσήκωμα των λαών της Τουρκίας εναντίον του απολυταρχικού
Σουλτάνου.
Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και
Ρωμιοί
νησιώτες κι Ηπειρώτες με μια κοινή
ορμή,
για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί.
[...]
νʼ ανάψουμε μία φλόγα εις όλην την
Τουρκιά,
να τρέξει από τη Μπόσνα έως την Αραπιά»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 190)
[
συνέχεια...]
«Η εμπειρία του μεγαλείου και
της παρακμής είχε σημαδέψει την κοινωνική ιστορία και των δύο άλλων
κοινωνιών της Μεσογείου στις οποίες αναφέρονται οι Φιλιππίδης και
Κωνσταντάς: της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Και εδώ η τυραννική
διακυβέρνηση, και, πάνω από όλα, ο διεφθαρμένος κλήρος και η Ιερά
Εξέταση, έφεραν την ευθύνη για τη δυσπραγία των δύο εθνών», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 145)
Το ίδιο μοντέλο «δυσπραγίας» σαν μήτρα καλουπιού «ερμήνευσε» όλες
τις αποτυχίες των κοινωνιών της Ευρώπης στα μάτια των διαφωτιστών,
ακόμη κι όταν η μεταφορά του στην Ελληνική χερσόνησο προσέκρουε σε
μια κατοχή 400 ετών του ελληνικού έθνους υπό ξένου στρατιωτικού
κατακτητή κι όχι απλά πολιτικού δυνάστη [Μονάρχη]. Για όλα, μέσα
στο μυαλό των ακραίων Διαφωτιστών, έφταιγαν
«οι κληρικοί και οι μοναχοί», ακόμη και για τη στρατιωτική δύναμη
των Οθωμανών: «Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι
δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον
καὶ ἡ ἀπουσία
τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)
Είναι απίστευτο ότι αυτές οι μωρολογίες τριγυρίζουν σε μυαλά «διανοουμένων»,
ενώ είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορούσαν ποτέ έστω και να
συγκινήσουν ελαφρώς τα μυαλά στρατιωτικών καριέρας.
Άλλοι διαφωτιστές, ακόμη κι ιερείς, στερέωσαν τις αντιμοναχικές τους
απόψεις επάνω σε
δυτικές θεωρίες: «Μολονότι
οι ίδιοι οι συγγραφείς ανήκαν στις τάξεις του κλήρου, αυτό δεν τους
εμπόδισε να επισημάνουν ότι το κακό αυτό δεν ήταν άλλο από την
κοινωνική θέση του κλήρου, και ιδιαίτερα του μοναχισμού. Εκκλησίες
και μοναστήρια ήταν πανταχού παρόντα στις ελληνικές περιοχές και τα
πιο σημαντικά απ’ αυτά μνημονεύονται από τους συγγραφείς, στις κατά
τόπους επισκοπήσεις τους. Στη θέα, ωστόσο, της μοναστικής πολιτείας
του Άθω, η δυσφορία τους έφτασε στο σημείο της έκρηξης.
[Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, γεωγραφία
Νεωτερική, Βιέννη 1791, σσ. 255-260] Ο Κωνσταντάς και ο Φιλιππίδης
θα θεωρούσαν άξια απορίας οιαδήποτε διαφορετική αντίδραση ενός
φωτισμένου (;) ατόμου, που θα αντίκριζε τα απέραντα εδάφη που
εξέτρεφαν την απραξία
των μοναχών του Άθω. Η οργή τους συνδυαζόταν με τη γνώση της
κοινωνικής ιστορίας του μοναχισμού στη βυζαντινή αυτοκρατορία.
Πράγματι, η εξάπλωση του μοναχισμού, που κορυφώθηκε με την ίδρυση
των μοναστηριών στην Αθωνική χερσόνησο, ήταν κατά την κρίση τους
υπεύθυνη για την καταστροφή της αυτοκρατορίας και την παρακμή του
ελληνικού πολιτισμού. [...] Ακολουθώντας
την ερμηνεία του Montesquie για την παρακμή της χριστιανικής
αυτοκρατορίας [Πρβλ. Montesquie,
Considérations sur les causes de la grandeur et de la décadence des
Romains, κεφάλαια XXI-XXIII], οι συγγραφείς της Νεωτερικής
Γεωγραφίας κατόρθωσαν να συνδέσουν το σύνδρομο της δεισιδαιμονίας
και της μοναστικής απραξίας με το κύκλο της διαφθοράς που θεωρούσαν
υπεύθυνο για την δυσπραγία της κοινωνίας τους.»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 155-156) Με αυτή
την υπεραπλούστευση πίστεως οι διαφωτιστές όρμησαν να αλλάξουν τον
κόσμο, αφού...: «οι μοναχοί κι οι κληρικοί έφταιγαν για όλα»...
ΑΝΤΙΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ»
Η τρέλα των Διαφωτιστών
Όπου παρακάτω
γίνεται αναφορά στην «αντικληρικαλισμό» της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας», αυτός θα πρέπει να εννοείται ως κατάργηση των
ιερέων, όσων και των μοναχών από τους όποιους
αιρετικούς Προτεστάντες - Διαμαρτυρόμενους - Ευαγγελιστές, αλλά
και τους Καλβινιστές. |
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ
|
1. |
|
2. |
|
3. |
|
4. |
|
5. |
|
6. |
|
7. |
|
8. |
|
9. |
|
10. |
|
11.
|
|
12.
|
|
13.
|
|
14.
|
|
15.
|
|
16.
|
|
17.
|
|
18.
|
|
19.
|
|
20.
|

(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, , σσ. 24-25, 29, 51-52, 56)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ.114-115)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 121)
(Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 18η έκδοση,
Αθήνα, σελ.32)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 110)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 123)
(Απανταχού νεοπαγανιστές & νεοδιαφωτιστές)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 120)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119 )
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 123-124 )
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 14 )
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 112-116,123-124 )
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 157)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 92)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 100)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 54-56)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 122)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 98)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 88, 123)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 105)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 39)
(Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 65)
|
21.
|
|
|
Πρώτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ & μετά ΕΛΛΗΝΑΣ ο Ρήγας Φεραίος
«Ομολογούσε [ο Ρήγας] ότι αισθανόταν βαθύ
μίσος για τη βάρβαρη τουρκική φυλή και δήλωνε ότι, μετά τη σωτηρία της ψυχής
του, η βαθύτερη επιθυμία του ήταν να δει τους Τούρκους να διώχνονται από την
Ελλάδα»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 314)
Άλλο δεν σημειώνει η παραπάνω μαρτυρία πως, ο
επηρεασμένος από το Διαφωτισμό Ρήγας
Φεραίος πρώτα ήταν Χριστιανός και μετά
Έλληνας· 1η προτεραιότητα του ήταν το σώσιμο
της ψυχής του και 2η η σωτηρία της πατρίδος του· σκεπτικό απόλυτα
σύμφωνο με τον «ἀγώνα ὑπὲρ πίστεως [1ο] καὶ πατρίδος
[2ο]»
των αγωνιστών του 1821, που κι ο ίδιος ο
«Ἀνώνυμος Ἕλλην» αναφέρει με την σωστή
προτεραιότητα: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»,
σελ. 119
Ας το έχουν
λοιπόν καλά βαλμένο στο μυαλό τους αυτό και
νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές,
όταν προσπαθούν δια μέσω του διαφωτισμού και των ελλήνων εκπροσώπων
του να συμπαρασύρουν πολίτες εις την
αθεΐα κι όταν
προσπαθούν τάχα κάτι να πουν ενάντια στον Γεννάδιο Σχολάριο:
«Η εθνική μυθολογία, που ακολούθησε,
μεγαλοποίησε το πρόγραμμά του [Ρήγα Φεραίου], ενώ οι προθέσεις του παραποιήθηκαν, για να
ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μεταγενέστερων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, αφού ο
Ρήγας, ως πνευματικός πρόγονος, διεκδικήθηκε τόσο από την εθνικιστική δεξιά όσο
και από την επαναστατική αριστερά.»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 311)
«Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε...»,
λέγει ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», αλλά οι
νεοπαγανιστές λατρεύουν τα είδωλα κι οι νεοδιαφωτιστές τη νοημοσύνη
τους, δίχως να λαμβάνουν υπόψη τους πλήρως τα λόγια του, σύμφωνα με
τον Κιτρομηλίδη (ό.π., σελ. 345), «ὀξυδερκοῦς
συγγραφέως». Αν οι πνευματικοί του ακόλουθοι δεν τον
λαμβάνουν πλήρως στα υπόψη, τότε ας μην περιμένουν να τον λάβουν οι
Χριστιανοί Ορθόδοξοι.
Δεξιά: O Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του
Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο (Πηγή:
http://el.wikipedia.org/wiki/Γεννάδιος_Σχολάριος)
Ο Ρήγας όταν αντιλήφθηκε ότι ο Βολταίρος είχε κάνει λάθος
για τα παλιρροϊκά κύματα στη Μεσόγειο πρόσθεσε: «καὶ
ἀπόρησα πῶς ἔκαμε τοιτοῦτον λάθος ἕνα τόσον μεγάλο πνεῦμα;
[Ρήγας Βελεστινλής, Φυσικής απάνθισμα, σελ. 64 ]»,
(Πηγή: ό.π., σελ. 293)
Ο
θαυμασμός των ικανοτήτων, των κατά μονάς Δυτικών φιλοσόφων για τα φυσικά
πράγματα, από τους νεοέλληνες διαφωτιστές, είχε φθάσει κοντά εις το σεβασμό των
Δυτικών για το πρόσωπο του Πάπα περί αοράτων πραγμάτων· δηλαδή πλησίαζε εις το «ἀλάθητον»·
ήταν δε ίσος με το σεβασμό των Ανατολικών για τα δόγματα των Πατέρων της
Εκκλησίας περί αοράτων, ενώ τους είχε κατά πολύ ξεπεράσει για εκείνα περί
ορατών. Πάρα ταύτα, δύο διαφωτιστές που είχαν εκπέσει της Ορθόδοξης πίστεως, χωρίς
να αναλογίζονται μετά ταπεινώσεως τη δική τους θέση, κατηγορούσαν τους
Επισκόπους περί «πάσης ξηροκαμπίας»
[Περί Θεοκρατίας, Χριστόδουλος Παμπλέκης, σελ. 162 & «Ἀνώνυμος
τοῦ 1789»]», (Πηγή: ό.π., σελ.
371)
|
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος», είναι ένας
πολιτικός επαναστατικός λίβελος. Ο συγγραφέας του ενδιαφέρεται
να κινήσει τους πιθανούς αναγνώστες, Έλληνες Χριστιανούς, σε μια πολεμική προσπάθεια ενάντια
στους
κατακτητές τους, Τούρκους Οθωμανούς κι ενάντια εις τους κοινωνικούς αντιπάλους
του Διαφωτισμού.
«...ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν
ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν
ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων», σελ. 11
Για να το πετύχει αυτό, μεταχειρίζεται κάθε μέσο του λόγου και της
ρητορικής τέχνης, παρά τη δήλωσή του, ότι θα διηγηθεί έργα θαυμαστά «Ἀντὶ ρητορικῶν
φράσεων».
Ο συγγραφεύς αυτός, δεν ενδιαφέρεται εμπράκτως τόσο για την
αλήθεια
των επιχειρημάτων του, παρ’ όλες τις διακηρύξεις του περί του αντιθέτου. Το έργο του δεν είναι επιστημονικό, όπως δεν μπορεί να
είναι επιστημονική μια επαναστατική ή μία πολιτική προκήρυξη. Σκοπός του είναι η παρακίνηση του αναγνώστη εις το
«παράλογον» (βλ. Α.Σ. 17),
δηλαδή εις την νίκη επί μιας αυτοκρατορίας (βλ. Οθωμανικής), έστω και
παραπαίουσας, από δράκες ενόπλων κι ασυντόνιστων Ελλήνων (βλ.
Α.Σ. 21), υπερνικώντας το
«ανυπέρβλητο», δηλαδή το «στοχασμό
της διαφύλαξης της ζωής», όπως λέγει ο ίδιος:
«....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος
στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ
ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14
Άλλωστε ο ίδιος, παρά τις όποιες ποίκιλλες του απόψεις,
γνωρίζει πως η ελευθερία των Ελλήνων δεν μπορεί να έρθει μόνο εκ των έσω· έτσι
μιλώντας εις τους ξενιτεμένους Έλληνες λέγει:
«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα
τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ
ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ
συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;
Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...», σελ. 140
Με άλλα λόγια, σκοπός του λιβελλου αυτού, είναι η
παρότρυνση του αναγνώστη όπως θυσιάσει την ιδικήν του ζωή εν Ελλάδι, ενώ ο
συγγραφεύς φυλάσσει την ιδική του εις Εσπερία [ακόμη ένα «παράλογον»] (βλ. Α.Σ. 11
& «Ἀνώνυμος Ἕλλην:
σφάξε με να αγιάσω»). Δηλαδή, να θυσιάσει ο πρώτος τη ζωή του για ένα σκοπό,
που για την αναφερόμενη εποχή (1806) φαντάζει αρκετά νεφελώδης κι επισφαλής και
δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως κάτι το απολύτως δυνατόν να επιτευχθεί, μέσα από τη
σημερινή παρατήρηση του αναγνώστη πολλούς χρόνους κατόπιν των πεπραγμένων και
την επιβεβαιωμένη πλέον επιτυχία της επανάστασης. Οι πολλαπλές διακυμάνσεις κι οι δυσκολίες μέσα από
τις οποίες πέρασε το ελληνικό έθνος μέχρι να καταφέρει να ελευθερωθεί πλήρως
είναι ενδεικτικές των δυσκολιών αυτών. Βέβαια, ουδείς αγών εύκολος.
Ο εν λόγω διαφωτιστικός λίβελος περί του οποίου ο λόγος, έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από
νεοπαγανιστές ή άθεους
διαφωτιστές, οι οποίοι επιθυμούν να αποδείξουν δι’ αυτού, ότι η
«Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία» υπήρξε ένας «αντιπεπαναστατικός δυνάστης»
των Ρωμιών (Ορθοδόξων Ελλήνων) προ της επαναστάσεως του 1821,
με την έννοια του ότι υποστήριζε τον Οθωμανισμό χάριν κάποιας «ανθελληνικής»
συμπεριφοράς.
Η φύση του
λιβελλου αυτού, δε δύνανται να αποδείξει κάτι τέτοιο. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν
πλείονα σοβαρότερα έργα της εποχής, που φανερώνουν ομοίως αντιεπαναστατικές αδυναμίες όλων των Ρωμιών ανεξαιρέτως
(βλ. Α.Σ. 22) προ της Επανάστασης (βλ.
Α.Σ. 16), κατά τη διάρκεια της, μα και κατόπιν αυτής (βλ.
Α.Σ. 28), μα διότι επιπλέον, αυτά τα ίδια φανερώνουν
πλείστες
προσπάθειες εκκλησιαστικών (βλ. Α.Σ. 10) εις την «εθνική αναγέννηση» του
1821
του ελληνικού έθνους (βλ. Α.Σ. 8).
Πρέπει δε, αφού σημειωθεί η πολιτική φύση του βιβλιαρίου
αυτού, να τονισθεί ότι
εν λόγω λίβελος, προέκυψε ως απάντηση, κατόπιν αντιδράσεων του
πληρώματος της εκκλησίας σε βίαιες αντιθρησκευτικές απόψεις του
διαφωτισμού· ως
εκ τούτου ήταν αναμενόμενο να έχει ακραία επιθετική μορφή. Μερικοί
νεοπαγανιστές
ή διαφωτιστές εμφανίζοντας αντίληψη
«ὑψηλοῦ ἐπιπέδου», παρουσιάζουν
μία ή δύο παραγράφους αυτού του λιβέλου, επιθυμώντας να «γράψουν ιστορία γεγονότων»·
μέσα από την παρούσα εργασία, η αλήθεια διαμορφώνεται αρκετά
διαφορετική:
«Ὦ Ἀναγνῶστα!
Ἐπειδὴ ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία διεξοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας·
ἐπειδὴ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων ὁποὺ κατὰ συνήθειαν, καὶ
χωρὶς αἰτίαν κάμνουσι, ὡς
οὐδὲν κρίνω·»., σσ. 8-9
Άραγε, μπορούν να υπάρξουν «ἀντιρρήσεις»
βασισμένες σε μίαν «αἰτίαν»
ή και περισσότερες, έπειτα από την προτροπή του συγγραφέως «ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ»;
Στην παρούσα εργασία αυτό θα δειχθεί· ότι μπορούν να
υπάρξουν καίριες αντιρρήσεις.
ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ, ΤΥΧΗ
& ΠΛΟΥΤΟΣ
Ο πνευματικός χώρος, ο οποίος γέννησε το πόνημα του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος», αντλεί σαφώς τα πολιτικά ιδανικά του από την
αρχαία Ελλάδα. Εις τις
όποιες φιλοσοφικές εντρυφήσεις αυτός ο χώρος προσφέρει,
έρχονται να προστεθούν ακόμη περισσότερες ανακυκλώσεις μέσα από την «Ἐλληνικὴν
Νομαρχίαν»:
«ἄνοιξον τοὺς
ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ
βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά, καὶ σύ, ταλαίπωρε, νὰ νομίζῃς
ἕναν ἄλλον ὅμοιόν σου ὡς ἕνα θεόν, νὰ τρέμῃς ἔμπροσθέν του, καὶ νὰ τοῦ πωλήσῃς τὸ
ἀξιώτερον δῶρον τῆς φύσεως, τὴν ἐλευθερίαν σου!», σελ. 23
Αυτά τα λόγια θυμίζουν το ευαγγέλιο, στο Κατά Ματθαίον,
Κεφ. Ε΄ «45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς,
ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους
καὶ ἀδίκους.»
Σύμφωνα με την αρχαία φιλοσοφική φυσιοκρατική αντίληψη, όλοι είναι
«ίσοι
απέναντι εις τη φύση», ενώ ο πολιτικός νόμος έφερε την τεχνητή διαφοροποίηση ανάμεσα στους
ανθρώπους. Παρότι ο
«Ἀνώνυμος Ἕλλην» αντιλαμβάνεται όλους τους ανθρώπους
ίσους βάση της φύσης κι άνισους ένεκα της πολιτικοποιημένης κοινωνίας -ελεύθερους/δούλους-
εντούτοις θέλει να κάνει τους αναγνώστες του να πιστέψουν, ότι η διαφορά πλούτου
και φτώχειας είναι αποτέλεσμα της «τύχης», κι όχι
κοινωνικών ή πολιτικών παραγόντων, ως λ.χ. οι πολιτικές, και κατά συνέπεια,
ταξικές επαναστάσεις (βλ. Γαλλική Επανάσταση):
α. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου,
[...] Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.»,
σελ. 18.
β. «Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ
τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ
χρήματα...», σελ. 144
γ. «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς
τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19
Παράλληλα ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
διακρίνει, ότι ο πλούτος της συσσώρευσης αγαθών «διὰ τὴν αὔριον» άρχισε με την κοινωνική
δημιουργία, κι όχι «τυχαίως»· ούτως ειπείν, διατεινόμενος ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ότι η τύχη βασικά είναι εκείνη που ορίζει τα
υλικά αγαθά του κάθε ανθρώπου, υποκρίνεται ή, άλλως ειπείν, ψεύδεται, παρότι
έχει εμμονή με την «ἐπιστήμην»:
«Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον
ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, [...] ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν
τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον».
Υποκρίνεται σαφώς, ή ασκεί τη ρητορική τέχνη· ιδίως, όταν επιδεικνύει με ποιους
τρόπους αποκτάται ο πλούτος από μερικούς:
α. «Εὐθύς,
λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς [τοὺς
κυβερνήτας], εἰσέρχεται εἰς
ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ,
διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ», σελ. 83
β. «Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους
του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα
τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας,
ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τοὺς διαφόρους
τρόπους, ὁποὺ ἐπιχειρίζεται, διὰ νὰ ἐκδύῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὁ συχνότερος εἶναι
ὁ ἀκόλουθος: Ἐκλέγει κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν κάμνει διοικητὴν εἰς ἕνα
ἢ εἰς περισσότερα χωρία, πλὴν αὐτὴν τὴν διοίκησιν τοῦ τὴν πωλεῖ ὅσον θέλει. Ὅθεν
ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐβγάλῃ τὰ ὅσα ἐπλήρωσε, καὶ νὰ κερδίσῃ, ἁρπάζει πλέον καὶ ἐκδύει
φανερὰ ὅλους, ἀλλ᾿ ἀφοῦ πλουτίσῃ, εὐθὺς ὁ τύραννος τὸν κράζει, τὸν βάζει εἰς τὴν
φυλακὴν καὶ τοῦ τὰ παίρνει, καὶ ἔπειτα, ἢ τὸν φονεύει, ἢ τὸν ξαναβάνει εἰς τὴν ἰδίαν
ἐπιχείρησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρῶτον τέλος.», σελ. 84
γ. «Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν, ὁποὺ ἔτυχα παρών, ὅταν μιὰ γυναίκα
χήρα καὶ μὲ πέντε τέκνα ἀνήλικα εἶχεν ὑπάγει νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου
τὸ ὄνομα σιωπῶ διὰ ὀλιγοτέραν του ἐντροπήν, διὰ νὰ τῆς κατεβάσουν τὸ δόσιμον, λέγουσα,
ὅτι, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀπερασμένον, εἶχεν πωλήσει κάθε περιττὸν στολίδι, ὁποὺ τῆς
εἶχεν μείνει, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ πωλήσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὅσα τῆς ἐζητοῦσαν,
μάλιστα κλαίουσα ἐφώναζεν, πὼς ἔχει νὰ θρέψῃ καὶ νὰ ἐνδύσῃ τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο
υἱούς... ὁ σκληρὸς ἄρχων δὲν τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ τὴν περίοδον, καὶ εὐθύς, ὁποὺ
ἤκουσε νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει τόσα παιδία, μὲ ἀνήκουστον βαρβαρότητα καὶ ἀδιαφορίαν τῆς
λέγει: «πώλησον δύο ἀπὸ τὰ παιδία σου καὶ πλήρωσον τὸ δόσιμον». Ἐγὼ σιωπῶ, ὁ δὲ
ἀναγνώστης ἂς κρίνῃ, ὅπως θελήσῃ.», σελ. 90
δ. «Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων
εὐγενῶν;
Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ
μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς
συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ
καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία,
τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος
μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.
Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν
κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ
γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον,
καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των », σελ
63
ε. «Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα
καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι,
εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην,
τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά
των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι
ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει
μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.», σελ. 84
στ. «Δὲν ἠμπορεῖτε, ὦ Ἕλληνες, νὰ καταλάβητε, ὅσον πρέπει, τὴν οὐτιδανότητα τῆς ψυχῆς
μερικῶν, μάλιστα τῶν ὅσων διὰ κλοπῆς καὶ πολλῶν χρόνων κολακείας, ἀπόκτησαν πολλὰ
χρήματα. Ὦ Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα ἐκφέρουσι παντοτινὰ ἀπὸ τὰ στόματά των, ὄντες
ὄντως κόρακες, ἐνδυμένοι μὲ τὰ πτερὰ τοῦ παγωνίου.», σελ. 130
ζ. «Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων,
ὁποὺ ὑποφέρουσι, πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον
εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.»,
σελ.83
Συνεπώς και σύμφωνα με την υποκριτική στάση του «Άνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» ανωτέρω, η δική του ρητορική ερώτηση («Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχει αὐτός, ὁποὺ τόσον αὐστηρῶς καὶ ὑπερηφάνως
κτυπᾶ, ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ τοὺς ἄλλους; Διατί, διατί, ὁ ἕνας νὰ ὀνομάζεται δοῦλος
καὶ ὁ ἄλλος κύριος; Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ,
νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε,
νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;», σελ. 107), μπορεί να
επιδεχθεί την εξής απάντηση δια της δικής του φιλοσοφικής σκέψεως: «διότι ἡ τύχη εἶναι τὸ αἴτιον τῆς τοιαύτης ἀνομοιότητος».
Και βεβαίως όταν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
φθάνει εις εκείνο το στόχο τον οποίο βάλλουν ομοίως οι
νεοπαγανιστές και
νεοδιαφωτιστές, δηλαδή τον εκκλησιαστικό τομέα, τότε λησμονεί ολωσδιόλου τη διδαχθείσα υπ’ αυτόν
«Θεάν Τύχην» που γεννά τον πλούτο και
ορίζει αντίθετα, ότι ο πλούτος γεννάται με την αρπαγή των κόπων:
«...πλῆθος
ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους
τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.
Τέτοιες παρατηρήσεις για τις «ἐπιστημονικές
ἤ φιλοσοφικὲς
ἀντιφάσεις» του συγγραφέως ξεφεύγουν από τους, κατά του
Χριστιανισμού, «ὁξυδερκείς» νεοπαγανιστές και
νεοδιαφωτιστές. Τους διαφεύγει επίσης ότι ο ίδιος συγγραφέας σε ανύποπτες στιγμές
γι’ αυτούς θα φτύσει τη φυσική ομοιότητα [«ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους»]
που θυμίζει την Κ.Δ., και θα διδάξει
αντίθετα ότι η φύση μερικούς τους προικίζει
διαφορετικά (βλ. ρητορική του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος»). Δίχως καμία μορφή «ὁξυδέρκειας»
αποδέχονται αρκετοί τα αποφθέγματα «τοῦ Ἄνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
ως έχουν, διότι έτσι εξυπηρετούνται οι κρύφιοι τους πόθοι κατά της
Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Όταν δε ο ίδιος συγγραφεύς ζητά με το έργο του να
προκαλέσει αγανάκτηση στους Ρωμιούς, για να τους οδηγήσει στην
ποθητή
επανάσταση, ακόμη κι ενάντια στους Προεστούς (βλ.
Α.Σ. 8), γνωρίζει πολύ καλά πως ο πλούτος ή η φτώχεια δεν είναι αποτέλεσμα
της τύχης· διότι η τύχη
δεν μπορεί να ανατραπεί με επαναστάσεις ούτε με κανέναν άλλον αυτοσχεδιασμό,
αφού αυτή είναι απροσδιόριστη ή «παράλογην» ως λέγει ο
Θουκυδίδης κι αναγνωρίζει ο ίδιος:
«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ
ὁ ἀνθρώπινος
νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα
τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος,
δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη
ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.»,
σελ. 40
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
υποστηρίζει την τύχη ως γενεσιουργό δύναμη του πλούτου στην αρχή του δοκιμίου
του, ίσως διότι δε
θέλει να προκαλέσει μια προσκόλληση σε μια κάποια κοινωνική τάξη των
Ελλήνων, μήτε
επιθυμεί να αναταράξει τα αισθήματα των παραληπτών του βιβλίου του, οι οποίοι
φαίνεται πως ήσαν περισσότερο εύποροι από τους συνήθεις «ἀμαθεῖς» της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας. Και τέτοιοι ήσαν πιθανώς οι έμποροι κι ιδιαίτερα οι αστοί.
Τέτοιοι παραλήπτες δε θα μπορούσαν να ήταν η πλειοψηφία του απλού αγράμματου
λαού, που δεν γνώριζαν καν ανάγνωση, αλλά κυρίως οι «γνώστες»,
γραμματιζούμενοι, «διανοούμενοι», ηγέτες, έμποροι που διακινούσαν βιβλία, ή άλλοι, με θέσεις σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
Γιατί είναι αμφίβολο κατά πόσον οι απλοί αγράμματοι Ρωμιοί γνώριζαν ποιός ήταν ο
«Ζεύς», ο «Λυκοῦργος», κ.α.
πρόσωπα της αρχαίας γραμματείας τα οποία ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
χρησιμοποιεί κατά κόρον:
«...οι πολιτικές επιδιώξεις του
επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνο
τις κοινωνικά και ιδεολογικά προηγμένες ομάδες που ποσοτικά αντιπροσώπευαν μόνο
έναν πολύ μικρό, αν και δυναμικό, τμήμα της κοινωνίας», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 310)
Είναι λάθος ο σημερινός αναγνώστης να αντιλαμβάνεται, πως το
κείμενο της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» τύγχανε στην εποχή
που εκδόθηκε, της ίδιας κατανόησης με τη σημερινή από τα κατώτερα
κοινωνικά στρώματα της Βαλκανικής, και κατ’ επέκταση της ίδιας της Ελληνικής
Χερσονήσου. Άλλωστε ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» το
επισημαίνει αυτό, όταν καλεί τους έλληνες που βρίσκονται σε άλλες χώρες, λέγοντας πως
στην Ελλάδα όλοι εκείνοι που χρειάζονται διδαχή, είναι εκείνοι που δε γνωρίζουν
ανάγνωση:
«Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὅσοι περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι
ἀπὸ διδαχήν, δὲν ἠξεύρουσι γράμματα. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁμιλοῦντος,
διὰ νὰ καταπείσῃ τοὺς πεπλανημένους εἰς τὸ ψεῦδος.», σελ. 138
Όμως, ακολουθεί ή όχι μία φιλήσυχη και συμφέρουσα για τις
ανώτερες κοινωνικές τάξεις «πολιτική γραμμή» ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» υποστηρίζοντας ότι εις την «Νομαρχίαν», επειδή ομοίως με την αρχαία Ελλάδα
σ’ αυτήν υπάρχει φροντίδα για τον πολίτη, δύναται «ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς
ἀτιμίαν»;, σελ.19.
Με άλλα λόγια, εις την «Νομαρχίαν»
του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ο φτωχός πρέπει να παραμένει πτωχός,
διότι ο πλούσιος πρέπει να παραμένει πλούσιος; Κι αυτή η ερώτηση τίθεται
ιδιαίτερα προς τους «προοδευτικοὺς» κύκλους που κάνουν
χρήση της «τοιαύτης Νομαρχίας» ομοίως με τους
νεοπαγανιστές, επειδή αντιπαθούν την Εκκλησία.
Είναι δύσκολο να απαντηθεί αυτή η ερώτηση με σιγουριά.
Όμως, δε θα πρέπει να παραβλεφθούν δύο πράγματα· πρώτον η προτίμηση του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» προς την «ἀριστοκρατία», αφού κι εκεί
«σώζεται ἡ Ἐλευθερία» του φτωχού επαναστατημένου, αλλά
ιδίως δε θα πρέπει να παραβλεφθεί αυτή η άποψη, η οποία είναι μια «παλαιὰ καραμέλα» της εμπορικής τάξεως και δηλαδή εκείνη η οποία ζητούσε την
κατάργηση των θρησκευτικών αργιών με πρόσχημα το «περισσότερον
κέρδος»:
«Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας;
[...] τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο
μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος», σελ. 88
[Σημ: Περισσότερα για το ζήτημα, πρβλ. εις την απάτη «Το
κέρδος & οι αργίες», ενώ για την υποκρισία του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» για την πτώχεια των κληρικών πρβλ. την απάτη «Η
φτώχεια & η Φτώχεια»].
Η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία» δε, ίσως να οφείλει αυτή την
προσκόλλησή της εις τη διατήρηση των κοινωνικών οικονομικών ανισοτήτων, εις την
αντανάκλαση που δέχεται από την Γαλλική Επανάσταση της «Δημοκρατίας», εκεί όπου
ο πλούτος δεν καταργήθηκε, αλλά άλλαξε χέρια και πέρασε από το βασιλιά και τους
αριστοκράτες της
Δύσης, εις τα ανώτερα αστικά στρώματα των πόλεων. Ο χωρικός κι ο μέσος αστός,
παρέμειναν πάντοτε παραμελημένοι και «πιόνια» των ανωτέρων στρωμάτων της
Ευρωπαϊκής κοινότητας, όπως ακριβώς επιθυμείτο να συμβεί και με την «τάξη»
του κληρικού και του μοναχού εις τις «επαναστατημένες» περιοχές. Προς τούτο οι
Ανατολικοί κληρικοί εις την «Ἑλληνικήν Νομαρχίαν» θεωρούνται
παραδόξως «πλούσιοι», ωσάν να ήτο Δυτικοί (τάξη) και κατηγορούνται έναντι του
πτωχού λαού (βλ. Α.Σ. 5 &
27)· έτσι «δικαιολογημένα» θα έπρεπε βάσει του
διαφωτισμού να στερηθούν οι πρώτοι αυτού του «πλούτου» εις το άμεσο
μέλλον, ωσάν να είναι «ἱδιώτες», με μια κάποια επιδιωκόμενη
πολιτικοοικονομική επανάσταση του τελευταίου:
«Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν
ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι
μόνοι των.», σελ. 123
Μόνο που... μια τέτοια κοινωνική επανάσταση πολύ λίγο θα είχε
να κάνει με την επενέργεια της τύχης ως δύναμης η οποία ανακατανέμει
δικαίως, αλλά
δεν εξαλείφει, αυτόν τον άδικο «πλούτο», σύμφωνα με τις επαναστατικές
κι αντικληρικαλιστικές επιδιώξεις της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»:
«Ο "Έλληνας Βολταίρος", υπέρμαχος της
αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του
μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές
οικονομικές μονάδες», «ν
ωθροί
πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας». Συνεπής με αυτές τις θέσεις, ο
Κοραής ήταν υπέρ της δήμευσης των μεγάλων κτημάτων των μοναστηριών - ωστόσο, δεν
διαμαρτυρήθηκε όταν αυτά δεν δόθηκαν σε ακτήμονες
αγρότες, αλλά σε μεγαλοαστούς κεφαλαιούχους...» (Πηγή:
Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ.
64)
Αριστερά: [Ο έλληνας διαφωτιστής] Αδαμάντιος Κοραής (1748 - 1833).
(Πηγή: Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό
Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ. 64)
Όσο περισσότερο μελετά κανείς την «Ἐλληνικὴν
Νομαρχίαν», τόσο αντιλαμβάνεται πως αυτή δεν απευθύνεται εις τον απλό
Ρωμιό κι επαναστάτη κάτοικο των χωριών της Πελοποννήσου, της Ηπείρου ή των
Νησιών. Άλλωστε αυτός ο τελευταίος δεν επρόκειτο ποτέ να δει, ούτε να παραλάβει
ποτέ, αυτόν τον «πλούτο» που «κρατούσε αδίκως» ο Ανατολικός κληρικός στα
χέρια του.
Έπειτα, για τον «Ἀνώνυμον
τὸν Ἕλληνα», αυτά τα ίδια πρόσωπα που θα σηκώσουν το κύριος βάρος του αγώνα
(βλ. Α.Σ. 24,
14 & 26
κ.α.), όσο
αφορά τις μάχες εις τις οποίες θα ρισκάρουν τον «ἀναγκαιότερο
στοχασμὸ», δηλαδή «τὴν ζωήν» τους,
περιγράφονται υπ’ αυτού με εκείνον τον όρο, που για την «Ἐλληνικὴν
Νομαρχίαν»
αποτελεί την ύψιστη προσβολή για το ανθρώπινο γένος, δηλαδή με τη λέξη «δούλος»:
«Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...»,
σελ. 36
Απορεί μετά συγγραφικής βδελυγμίας ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», αναφερόμενος εις τα υπόδουλα χωριά, κάνοντας χρήση τρίτου κι όχι
δευτέρου προσώπου:
«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί
τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;», σελ. 36
Βέβαια, είναι πολύ εύκολο να απορεί κανείς
μακρόθεν κι εκ
της Εσπερίας, με τους «δούλους» Ρωμιούς, που θα πρέπει
να ρισκάρουν τη ζωή τους, ενώ κάποιοι άλλοι εξίστανται μέσα από «βιβλιάρια» της Δύσης,
χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι εκ τους ασφαλούς:
«Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν
τῆς δουλείας των;», σελ. 66
Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» σε διαφορετική ενότητα:
«Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι
ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ
κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά.
Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς
τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους
ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν,
πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα
ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.»,
σελ. 82. (βλ. Α.Σ. 14 &
15)
Οι «Ἕλληνες Χριστιανοὶ»
θανατώνονταν ακόμη και για φοροδιαφυγή. Για τις συνέπειες μιας αποτυχημένης
επανάστασης ούτε λόγος (βλ. χαρακτηριστικά καταστροφή Χίου):
«...ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων,
καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον. Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα
καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι,
εὐθὺς θανατοῦται.», σελ. 83
Ακόμη κι άλλοι διαφωτιστές της εποχής αναγνωρίζουν πως η
επανάσταση είναι ένα παιχνίδι χειρότερο από εκείνο με την φωτιά:
α. Το δοκίμιο «Στοχασμοὶ εἰς τοὺς
παρόντας κρισίμους καιροὺς τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους» [Ευγένιος Βούλγαρης,
Κέρκυρα 1854, Βλ. Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σσ. 29-30 & 157, Πρβλ.
Π.Μ.Κιτομηλίδης, Η Πολιτική σκέψη του Ευγένιου Βούλγαρη, πρακτικά του Ε
΄Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τομ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 601-614], που «προφανώς
ήταν εμπνευσμένο από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 και μπορεί βάσιμα να
αποδοθεί στον Βούλγαρη [...] αποπειράται να διαπραγματευθεί με τους όρους της
θεωρίας του δέκατου όγδοου αιώνα για την ισορροπία δυνάμεων -της "ἀντιρροπίας",
όπως αποδίδει ο συγγραφέας τον όρο-τη θέση της Τουρκίας και της Ρωσίας στο
σύστημα των σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Με τρόπο αξιοθαύμαστο, που αποκάλυπτε
πολιτικό ρεαλισμό όσο και σοβαρή γνώση της οθωμανικής κοινωνίας και διοίκησης, ο
συγγραφέας ανασκεύαζε αρκετές εσφαλμένες αντιλήψεις, τρέχουσες στη
σύγχρονη του ευρωπαϊκή σκέψη, οι οποίες υποστήριζαν ότι η οθωμανική εξουσία
είχε περιέλθει σε πλήρη σήψη και εκφυλισμό. Ο συγγραφέας προειδοποιούσε ότι,
παρά τις πρόσφατες ήττες τους, οι Τούρκοι γρήγορα διδάσκονταν από τον ευρωπαϊκό
πολιτισμό και δεν θα αργούσαν να ανασυγκροτήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη. [ό.π,.
σσ. 8-9, 18-22] Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για την
ισορροπία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η άνοδος της ρωσικής ισχύος κατά τον δέκατο
όγδοο αιώνα αποτελούσε σημαντικό δίδαγμα, το οποίο οι Τούρκοι αντελήφθησαν
πλήρως.». Ο Βούλγαρης σχολίαζε πικρά την εγκατάλειψη των Ελλήνων από τους
Ευρωπαίους ή ακόμη όταν εκείνοι «είχαν εμποδίσει τους επίδοξους
ελευθερωτές τους» και πρόβαλλε την άποψη ότι «ο
διαμελισμός των ευρωπαϊκών επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η
δημιουργία μιας ανεξάρτητης ελληνικής ηγεμονίας με περιορισμένη έκταση θα
ευνοούσαν τη διατήρηση της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων [ο.π, σελ.43]»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)
β. «οι Έλληνες της Πελοποννήσου [...] ύστερα
από ένα σύντομο διάστημα επαναστατικού πυρετού, τα γνωστά "Ὀρλωφικά",
υποβλήθηκαν σε σκληρά αντίποινα από τους Οθωμανούς κυρίους τους, οι οποίοι
εξαπέλυσαν ορδές Αλβανών ατάκτων κατά της Πελοποννήσου [A. Camariano-Cioran, La
Guerre rusoturche de 1768-1774 et les Grecs, Revue des études Sud-Est
européennes, 3 (1965), σσ. 513-547, Π.Μ. Κοντογιάννης, Οι Έλληνες κατά τον
πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσοτουρκικόν πόλεμον, 1768-1774 & Μ.Β. Σακελλαρίου, Η
Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν 1715-1821, Αθήνα 1939, σσ. 146-206]», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 185)
Τέτοιοι διαφωτιστές και «διανοούμενοι»,
σαν τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα», κατάφεραν
να «σείσουν» τον δικό τους «βαρύτατον ζυγὸν
τῆς δουλείας» καταφεύγοντας εις τη δύση,
εγκαταλείποντας την πατρίδα
τους, από όπου άνανδρα κατηγορούσαν άπαντες τους Ρωμιούς για «δειλίαν»!
Μια ελληνική παροιμία λέγει: «Ὅποιος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν χορόν
πολλὰ τραγούδια ξεύρει».
Όμως, για να μην μένει κανείς μόνο εις τις παροιμίας, ας
δει την άποψη του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» περί της «δειλίας»
και το πως συνδυάζεται αυτή με τη φυγή «τῶν δούλων»:
«Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των
καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς
ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως
πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ
καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ
χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι;
Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν;
ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν
τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως
ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν;»,
σελ. 51. (βλέπε περισσότερα στην ενότητα που ο Ανώνυμος φοβάται
τη συνομωσία)
Αντιγραφείς άνανδροι του «Ἁνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» είναι οι σύγχρονοι παγανιστές και
«προοδευτικοί» διαφωτιστές, οι οποίοι
ενστερνιζόμενοι τις κατηγορίες του πρώτου ενάντια τους Χριστιανούς του
1821 περί
«δούλων», ξεχνούν ότι αυτοί ως κατήγοροι τυγχάνουν,
όχι υπόδουλοι μιας κάποιας βάναυσης αυτοκρατορίας που κυβερνά με το σπαθί, ενάντια εις
την οποία ο καθείς θέτει «τὴν κεφαλὴν» του κι εκείνη
της οικογενείας του εις
την περίπτωση πολεμικής αποτυχίας, αλλά απλοί πολυλογάδες και πολυγραφότατοι
αστοί που ζουν με όλες τις ανέσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, πίσω από μία
συγγραφική πένα ή ένα ασύρματο ποντίκι ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, που το μόνο
που γνωρίζει να πράττει είναι να εκτοξεύει κατηγορίες προς την Ορθόδοξον
Εκκλησία και το ποίμνιό της.
Αντιγράφουν αυτοί τόσο ξεδιάντροπα τις
ρητορείες του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», που πείθονται πως ενώ από τη μια μεριά η πτώχεια είναι
αποτέλεσμα της «τύχης» και μέσα στη
«Νομαρχίαν» μία αδιάφορη κατάσταση όπου μπορεί «ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς
ἀτιμίαν» σελ.19, από την άλλη δε, αποδέχονται αντιθέτως ότι η πτώχεια
είναι «θέρμη» και συνεπώς αρρώστια που χρήζει
θεραπευτικής αγωγής από πλούσιους «ευεργέτες»:
«Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία
ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα
καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.
Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ
γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ
τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ,
ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ
τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.»,
σελ. 92
Δεν χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να αντιληφτεί ο
καθείς ότι οι νόμοι δεν μπορούν να ισοζυγίσουν δίκαια την φτώχεια· διότι ακόμη
και εις την περίοδο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που τόσο θεωρείται θαυμαστή από
όλους τους «διανοούμενους»
παπαγάλους της Δύσης, όπως και σήμερα, το χρήμα
καθόριζε και καθορίζει την απονομή αυτής της δικαιοσύνης, είτε αυτή λέγεται
χρηματικό πρόστιμο (το πρόστιμο ίδιας αξίας επί διαφορετικού «πορτοφολιού» δεν
έχει την αυτήν βαρύτητα), είτε ενοικίαση ικανού ή μη δικηγόρου (ρήτορα) κ.λ.π. Το ρητό
«ὁ Νόμος εἶναι ἴσος γιὰ ὅλους» είναι ένα ψέμα
και «Νομαρχιῶν» ή «Μοναρχιῶν»· επί παραδείγματι, το πρόστιμο για
παράνομο παρκάρισμα είναι ίσης χρηματικής αξίας για πλούσιο είτε πτωχό· η εξαγορά ποινής
φυλάκισης είναι η αυτή για πλούσιο και πτωχό· η εξαγορά της στρατιωτικής θητείας
είναι η αυτή για πλούσιο και πτωχό, κ.ο.κ.
ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΛΗΡΟΣ, Ο ΛΑΟΣ, Ο
ΦΙΛΙΠΠΟΣ & Ο ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Όσοι κάνουν κακή χρήση της «Ἐλληνικῆς
Νομαρχίας», καλή χρήση άλλωστε δεν υπάρχει,
δε θα ομολογήσουν πως οι κατηγορίες της απευθύνονται εις την ουσία εις όλο τον ελληνικό λαό συλλήβδην,
παρά θα στρέψουν πονηρότατα την προσοχή αποκλειστικά και μόνον εις τον Ορθόδοξο
κλήρο:
α. «Αὐτός [ὁ Ἀλὴ Πασὰς], ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ
ἀνεξάρτητον κράτος τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς
τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ᾿ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως,
πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς,
ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεὶς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸν
ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν
καὶ ἕνα πατέρα.», σελ. 35
β. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»,
σελ. 36.
γ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν
τῆς δουλείας των;», σελ. 66
δ. «Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἰμὴ
τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ] ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ
τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν
καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ
τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του», σελ. 35
ε. «Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του
ἀπάται [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε
τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του», σελ. 36
στ. «Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...»,
σελ. 36
ζ. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς
ἀντιστέκεται.», σελ. 112
η. «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ
τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν [και των
ελλήνων]», σελ. 36
θ. «ἡ ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ
ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος
σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101
Τέτοιες παρουσιάσεις είναι φανερό πως μειώνουν την «αίγλη»
της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» ως διαφωτιστικού κειμένου
έναντι του ελληνικού λαού, αφού ο συγγραφεύς της
κατηγορεί τους πάντες κατά την ιδικήν του εποχή, άλλοτε ως «δούλους»
κι άλλοτε ως «προδότας»:
ι. «Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ
ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς
Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας
ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται,
δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς
παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα
μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.», σελ. 92
Κι ενώ στο παραπάνω εδάφιο του ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» αποδίδει κλάδους ελαίας εις τους ευεργέτες της Ελλάδος, δε θα
μπορέσει μήτε αυτούς στο τέλος να μη κατηγορήσει μέσα στο σύγγραμμά του:
ια. «Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται
τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ,
διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ
νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου,
τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς
καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ
εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον
ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον
ἐνάρετον.
Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ
εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του,
καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει,
καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο,
ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς
ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον
του ἐνάρετον.», σσ. 93-94
Αυτές οι κατηγορίες προς τους ευεργέτες της Ελλάδος,
παρά τις όποιες ευχαριστίες του συγγραφέως κατηγόρου, συνεχίζονται επί των σελίδων 94-96.
Αληθεύει δε ιστορικά, ότι ο Διαφωτισμός στην Ελλάδα
περίμενε μια υπερυψωμένη εκτίμηση ιδίως από τους εμπόρους, από τους οποίους
άλλωστε είχε αντλήσει πολλές φορές οικονομική δύναμη κι υποστήριξη:
«...ο Κοραής παρουσίαζε ουσιαστικά μια
περίπτωση εμπειρικής εφαρμογής της θεωρίας του Montesquieu για τη σχέση εμπορίου
και ελευθερίας...», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 390)
Όταν όμως οι
έμποροι κοιτώντας τα δικά τους συμφέροντα, αδιαφόρησαν για το
Διαφωτισμό στην Ελλάδα, τότε
έγιναν κι αυτοί ξεκάθαρος στόχος παραπόνων:
α. «...ποιά ήταν η στάση των αστών εμπόρων που
θα ’πρεπε να είναι φυσιολογικοί εχθροί της τυραννίας και υπέρμαχοι της ελευθερίας
και του Διαφωτισμού; Ο συγγραφέας διαπίστωνε με θλίψη και αγανάκτηση ότι η στάση
των Ελλήνων εμπόρων διέλυε κάθε ψευδαίσθηση ότι η ελευθερία θα μπορούσε να
προέλθει με δική τους πρωτοβουλία. Παρά το γεγονός ότι ο ζυγός της τυραννίας
βάραινε την Ελλάδα, η μόνη φροντίδα των εμπόρων ήταν οι επιχειρήσεις τους.
[Ανώνυμος Συγγραφέας, Ρωσσαγγλογάλος]», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)
β. «Οι έμποροι που αρνούνταν να επιστρέψουν,
το έκαναν από απληστία και αχαλίνωτη επιδίωξη ατομικού κέρδους. Οι δωρεές που
κατά καιρούς πρόσφεραν στην πατρίδα τους αρκούσαν μόνο για να απαλύνουν τις
τύψεις της συνείδησής τους. Όσο για τους σπουδαστές που επί χρόνια φοιτούσαν
στις ακαδημίες της Ευρώπης [...] προτιμούσαν να σπουδάζουν την επικερδή επιστήμη
της ιατρικής.», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)
Είναι γνωστό πως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
ως ακόλουθος του «μαχητικού» πνεύματος του Διαφωτισμού,
και δηλαδή κατήγορος των πάντων, είναι με τη σειρά του κατήγορος των κατηγόρων:
«...οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται
καὶ οἱ πνευματικοί. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...»,
σελ. 117
Κι ενώ κατηγορεί τους «συμπατριώτας»
του, παριστάνει τον θιγμένο έναντι της συμπεριφοράς των ξενιτεμένων ελλήνων που
δεν θίγονται όταν τους κατηγορούν:
«Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ,
ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ
ἄκραν
ἀδιαφορίαν. (Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά
των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν
ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας
φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.)»,
σελ. 133
Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» μπορεί να μην έζησε να δει την επανάσταση του 1821. Το πιθανότερο είναι,
ότι αν ζούσε μέχρι τότε, θ’ άλλαζε γνώμη για τους ίδιους αυτούς «δούλους»
και «προδότας» βλέποντας τη πατριωτική συμπεριφορά
τους· θα έβλεπε το ότι αυτοί οι ίδιοι «προδόται» έθυαν
εαυτούς (βλ. Α.Σ. 24) υπέρ «πίστεως
καὶ πατρίδος» (βλ. Α.Σ. 6), όπως
ο ίδιος άλλωστε έλπιζε:
«Ἡ διαγωγή των [Ἑλλήνων] εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς
ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι
δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι
ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι
ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154
Το «καίριο ερώτημα» λοιπόν είναι, γιατί (επιμ-) μένουν εις αυτή τη στάση
του χλευασμού προς τον κλήρο και το λαό της προ του 1821
εποχής οι σημερινοί
νεοπαγανιστές
και νεοδιαφωτιστές όταν αυτοί ακριβώς που κοροϊδεύουν ήταν εκείνοι που τελικά
συμμετείχαν ενεργά, κι όχι θεωρητικά, στην επανάσταση; Δεν έχουν αντικρύσει τόσα
και τόσα παραδείγματα αυτοθυσίας χριστιανών
για την πατρίδα τους, μέσα στα βιβλία της σύγχρονης ιστορίας του έθνους τους; τί
σημασία έχει πλέον η σκωπτική στάση για την εθνική, όχι
πολιτική,
επανάσταση, έστω
κι αν αυτοί ήσαν αντιδιαφωτιστές;
Όπως και να έχει το ζήτημα, δε θα
πρέπει να απορεί κανείς με τις ρητορείες του συγγραφέως που φέρει το όνομα «Ἀνώνυμος
Ἕλλην»· διότι αυτού του συγγραφέως, του φταίνε όλοι ανεξαιρέτως για την
υποταγή της Ελλάδος εις τους Τούρκους. Ακόμη κι ο ίδιος ο αρχαίος ο Μακεδόνας Φίλλιπος,
ενώ δεν μπορεί να λείπει εκ του συλλογισμού αυτού κι ο υιός του Φιλλίπου, ο
Μέγας Αλέξανδρος κι ίσως αυτές οι προτιμήσεις του να
δικαιολογούν το θαυμασμό του υπέρ του ρήτορα Δημοσθένη:
«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος,
ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν,
ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του.
Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς
ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον
ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων,
καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του
καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς,
ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73
Ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» αναγνωρίζει άλλωστε, μέσα από τα χείλια των «φίλων» του «Σ. & Κ.», ότι
δεν παραμέλησε κανέναν δίχως να υποστεί ύβρη («Καὶ ποῖον ἄφησε ἄβριστον; Βασιλεῖς, ἀρχιεπισκόπους, εὐγενεῖς, πλουσίους...»,
σελ. 166). Βεβαίως «ἄφησε ἄβριστον» τον ίδιον του τον
εαυτόν· ίσως σημάδι υπερήφανου ηθικοπλαστικού εγωισμού.
Κατόπιν των ανωτέρω, είναι λοιπόν παρήγορο το ότι μέσα σε όλους αυτούς που
κατηγορούνται για τα δεινά της Ελλάδος, όπου δεν εξαιρούνται ο Φίλιππος κι ο Μέγας
Αλέξανδρος, κατηγορούνται κι οι κληρικοί της
Ελλάδος και οι Πατριάρχες ως «ὑπεύθυνοι» για την Οθωμανική
κυριαρχία! Είναι παρήγορο, διότι μόνο μέσα σε ένα ρητορικό κείμενο θα βρει
κανείς κατηγορίες προς όλους τους Έλληνες για τα δεινά της Τουρκοκρατούμενης
Ελλάδας, πλην των ελαχίστων Σουλιωτών, που ήσαν κι Αλβανοί, παρότι ο ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» δεν φαίνεται να θέλει να το
αντιληφτεί, αν δεν το γνώριζε πνιγμένος μέσα στην τόση «μόρφωσὴ»
του.
Αντίθετα, δεν είναι διόλου παρήγορο το ότι
νεοπαγανιστές
και νεοδιαφωτιστές ασπάζονται αυτές τις ρητορείες περί ιστορικών αιτιών της
Τουρκοκρατίας στις σελίδες τους, οι οποίες ρητορείες είναι «τραβηγμένες από τα
μαλλιά», εφόσον απʼ όλους αυτούς τους «ὑπεύθυνους»
της Ρωμαϊκής κι Οθωμανικής κυριαρχίας που αναφέρει ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», οι
νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές επιλέγουν μόνο
το «παπαδαριὸ» και τους «Πατριάρχες»
για να επιρρίψουν τις ρηθείσες «ἱστορικές εὐθύνες»·
αν επέλεγαν αντίθετα να κατηγορήσουν τους πάντες, ως επιλέγει να πράξει ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», σήμερα θα χαρακτηρίζονταν ως άτομα πάσχοντα από «χρονίζων
θρησκευτικὸν ἤ ἐθνικιστικὸν παραλήρημα»· έτσι διαλέγουν και συμπεριφέρονται
μόνο ως αντιχριστιανοί καμουφλάροντας την άρρωστη διάνοιά τους πίσω από
μουχλιασμένες θεωρίες.
Ο δε «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
παρότι στην ουσία κατηγορεί τους πάντες για τα δεινά της νεότερης Ελλάδας, ακόμη κι ανθρώπους που
έζησαν 2000 χρόνια πριν (!), ωσάν να ευθύνονται εκείνοι για την εμφάνιση τόσο
μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων ως οι Άραβες, οι Νορμανδοί, οι έμποροι Βενετοί, οι
Βούλγαροι κι οι Οθωμανοί, μέσα στη ρητορική του
προσπάθεια θα υπερβάλλει ακόμη περισσότερο, υπακούοντας στον
αντικληρικαλισμό του Διαφωτισμού, λέγοντας πως:
«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι
δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία
τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.»,
σελ. 98
Η πασιφανής δε απόδειξη πως ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» στρέφεται βασικά έναντι όλων των Ελλήνων, είναι η ύπαρξη του ίδιου
του γραπτού του· διότι τί νόημα έχει άραγε η συγγραφή ενός επαναστατικού λιβέλου
προς ένα λαό, ο οποίος έχει ήδη επαναστατήσει ή προς ένα λαό που συμμετέχει σε
μεγάλο ποσοστό σε μια επανάσταση; καμία. Εξάλλου το γραπτό της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» ως πρόσκληση για επανάσταση συγγράφτηκε το 1804, όταν η
επανάσταση δεν έχει ξεκινήσει μαζικά. Σκοπός της η στοχοποίηση συγκεκριμένων
κοινωνικών ομάδων ως «κυρίως ὑπευθύνων» με παράλληλη «ἄφεση
ἀμαρτιῶν» του κυρίου και πολυάριθμου πολιτικού σώματος των Ρωμιών· ήτις,
το κείμενο αυτό, ενώ γνωρίζει τη συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας στο «ραγιαδισμὸ»
παράλληλα αναζητεί «ἀποδιοπομπαίους τράγους» για να μη
κατηγορήσει, βουβά δικαιολογώντας έτσι, τη στάση των υπολοίπων και περισσοτέρων:
α. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ
ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν
σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161
β. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ
αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν
τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει
τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52
γ. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα
τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν
πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν
ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ
ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140
Άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τη Ρούμελη.
Συγγράμματα, κονδύλια και μελάνι δεν μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να διώξουν τον
Τούρκο, αν δεν υπήρχαν μαχητές επαναστάτες, οι οποίοι προηγήθηκαν ιστορικά αυτού, των υπολοίπων διαφωτιστών
και των όποιων γραπτών τους. Με άλλα λόγια, αν όλοι ακολουθούσαν του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἑλληνος» την υπεροπτική θέση «επαναστατώντας» με λιβέλους, η «Ρούμελη»
δεν θα ελευθερώνονταν ποτέ.
Σήμερα (2011) το κείμενο της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» το διακινούν επί το πλείστον ξεκάθαροι εχθροί της εκκλησίας
και «διανοούμενοι», οι οποίοι εφόσον όλοι μαζί ζουν εις
την μετά την επανάσταση εποχή, βεβαίως δεν νιώθουν τύψεις να τους
βαραίνουν για κάποιο «ραγιαδισμὸ», τον οποίο θα ένιωθαν
σίγουρα το 1804 έναντι της «Ἑλληνικής Νομαρχίας», αφού
αποκλείεται εκ των πραγμάτων να ήτο όλοι «ἀρματολοὶ»
και «κλέφτες»· επιπλέον, κι αυτή είναι η χειρότερη
ειρωνεία της υπεροψίας, αρκετοί από τους σημερινούς «διανοουμένους»,
ακριβώς γιʼ αυτή την αγάπη τους για τα γράμματα θα εβρίσκονταν εις την θέση του
κληρικού ή του Φαναριώτη, τους οποίους σήμερα στοχοποιούν, μη αναλογιζομένοι από
την «μέθην τῶν γραμμάτων» ποια είναι η κοινωνική τους
θέση και ποια θα ήτο εις τα χρόνια της σκλαβιάς εκείνη η ανάλογη της σημερινής
τους.
Περισσότερα βλ. απάτη «Δύο
Αίτια».
ΤΑ «ΠΟΛΛΑ» ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΙΑ
ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ & ΟΙ «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ» ΤΩΝ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΩΝ
Ο αναγνώστης θα πρέπει να σταθεί στις
κατηγορίες του συγγραφέως προς τους Έλληνες ιερείς
του 1821·
διότι αυτές είναι οι οποίες εξάπτουν τη φαντασία νεοπαγανιστών και
νεοδιαφωτιστών:
«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν
μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα,
ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια
εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα
τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100
Ο παγανιστής αναγνώστης πάντοτε θα προσπεράσει την κρίση
του συγγραφέως «διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς!», δηλαδή τους ιερείς, και θα ενθυμηθεί εις την
κριτική του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» μόνο το προσωποποιημένο (ειδωλολατρικό) «ἄγαλμα
τῆς Ἐλευθερίας» έμπροσθεν του οποίου θα θυσιασθούν γενικόλογα οι πρώτοι
-υπάρχει δε κι η πιθανότητα ο συγγραφέας να ψεύδεται και
να κολακεύει.
Ο δε «Ἀνώνυμος Ἕλλην» κατηγορώντας
τους ιερείς, φέρνει τα εξής «πολλά» παραδείγματα για να αποδείξει τους
ισχυρισμούς του, τους οποίους με γενικολογικούς συλλογισμούς αποδέχονται οι οπαδοί του, ωσάν η ρητορεία να είναι «ἀλάνθαστον ἀκαδημαϊκόν
ἐγχειρίδιον»:
1. «Ὁ νῦν ἀρχιερεὺς [ἕνας] τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης,
χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν», σελ. 100
2. «Ἐγὼ εἶδα πολλάκις ἕνα [ἀκόμη ἕναν] ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὴν μέσην τῆς
λειτουργίας, νὰ ὑβρίζῃ, νὰ ἀναθεματίζῃ, καὶ νὰ δέρνῃ οὐκ ὀλίγας φορὰς τοὺς παπάδες,
καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστο τοὺς διακόνους.», σελ. 100
3. «Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα [ἀκόμη ἕναν] καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, ὁποὺ μὲ
τὸ νὰ τοῦ ἐκλέφθησαν μερικὰ χρήματα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν
του.». σελ. 100.
Αυτά τα τρία ανώνυμα επί το πλείστον αντικληρικά παραδείγματα, όλα κι όλα,
λοιπόν
δεν είναι σε καμία
περίπτωση περισσότερα από όσα τίθενται από την άλλη πλευρά της ζυγαριάς της
δικαιοσύνης του δικού του γραπτού:
«Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ
τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ [ἕνας], ὁ σοφώτατος
λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου, ὁ ὁσιώτατος καὶ ἐλλογιμώτατος
διδάσκαλος [ἕνας] εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας ἱερεύς, καὶ
ἄλλοι πολλοί.», σελ. 99 [Πρβλ. απάτη «Οι
αφορισμοί & οι αφορισμοί»]
Με τόσα «πολλά» παραδείγματα κατηγορίας, δηλαδή μόλις 3, που δεν
είναι καν επώνυμα όπως της υπεράσπισης, οι νεοπαγανιστές έχουν καταφέρει κι
αναγάγει μέσα στο μυαλό τους την «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν»
ως ένα «γερό» θεμέλιο, από τα «διάφορα», της αντιεκκλησιαστικής εκστρατείας τους
επειδή ο συγγραφέας του βιβλιαρίου αυτού φουσκώνει το αριθμό τους με ρητορικά
σχήματα.
Ας σημειωθεί ιδιαιτέρως, πως οι ψόγοι αυτοί με τα παραδείγματα δεν αφορούν
κάποια «ἀντιεπαναστατικὴν»
ή «ἀνθελληνικὴν» στάση, παρά μόνο «ἀντιευαγγελικὴν»,
για την οποία οι νεοπαγανιστές ειδικότερα δεν θα ’πρεπε να ιδρώνουν στα
αυτιά τους.
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» στενοχωριέται
ακόμη,
διότι αυτή η ανάρμοστη συμπεριφορά κατατρώγει «τὰ ἀθῶα καὶ πολλὰ ἥμερα πρόβατα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας»,
(σελ. 101)· λογικά πρόβατα για τα οποία οι σημερινοί νεοπαγανιστές δεν έχουν καμία έννοια
ή ανησυχία, εφόσον είναι ενάντιοι εις την «μάνδραν τοῦ Χριστοῦ».
Υπάρχουν δε εντελώς διαφορετικές ιστορικές, κι ουχί
ρητορικές, μαρτυρίες για την επανάσταση του 1821 και τους
ιερείς των Ελλήνων, τις οποίες οι αρνητές της εκκλησίας θα ξεπεράσουν για χάρη
του λιβέλου του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»:
1. «Ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ απαριθμεί
τις θυσίες των Ελλήνων κληρικών σε 11 πατριάρχες, 100 επισκόπους και 6000 ιερείς
και καλόγερους. Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις
πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς
υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους,
βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’, Κύριλλος
ΣΤ’) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες.»
2. «Ο κλήρος υπήρξε και ο οδηγός της φυλής
και το στήριγμα της», Ιστορικός Δ. Κόκκινος
3. «Ο Ορθόδοξος ελληνικός κλήρος απετέλεσε
πρωταρχικόν παράγοντα της κηρύξεως της επαναστάσεως και της επιτυχίας ταύτης…»,
Απόστολος Δασκαλάκης
4. «Ανάμεσα στους στρατιώτες
βρίσκονταν και μεγάλος αριθμός παπάδων. Αυτοί οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού»,
Χάμφρεϋς
5. «Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα
για να συλλάβουν παπάδες, γιατί όπως διαδίδεται οι παπάδες είναι αρχηγοί των
επαναστατών», Ντομένικο Οριγκόνο, Πρόξενος Ολλανδίας.
6. «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν
oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και
κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρο, δηλαδή οι
πραγματικοί ηγέται του Έθνους» (43), Μώραλη Μελίκ Μπέη
7. «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του
Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων», Ζανί Ζαντέ
8. «...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα
αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί
την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»,
Κ. Παπαρρηγόπουλος
α. Πρβλ σελίδα: «Εκκλησιαστική
Ιστορία της Ελλάδος, Τουρκοκρατία 1430-1821».
β. Πρβλ. σελίδα «Απελευθερωτικοί
αγώνες των Ελλήνων προ του 1821».
Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ» & ΤΩΝ
ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΩΝ ΤΟΥ
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
διατυμπανίζει, πως οι Έλληνες Ρωμιοί, παρέα με τους ιερείς, ήταν «ἀμαθείς»,
«δειλοί» & «δούλοι». Εκείνο
που δε γίνεται σαφέστατα αντιληπτό, είναι η αιτία για την οποία ο ίδιος δεν
θα μπορούσε να λάβει τουλάχιστον τον ίδιο τίτλο του «ἀμαθοῦς»,
όταν μπορεί να κερδίσει εύλογα τον τίτλο του «δειλοῦ»
μέσα από τους δικούς του υπαινιγμούς. Κι αν ο ίδιος δεν αρμόζει να λάβει
αυτόν τον τίτλο, αν σκόπιμα ρητορεύει
και δημαγωγεί χάριν επανάστασης, πράγμα «κατανοητό», τουλάχιστον το λιβελογράφημα
του οφείλει να τον λάβει μόνο και μόνο για τους σημερινούς του τυφλούς ακόλουθους, οι οποίοι είναι προφανές πως το
χρησιμοποιούν γιατί μισούν το Χριστιανισμό, και κατ’ επέκταση την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η αλαζονεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
είναι πρόδηλη σε όλο το έργο του και τον οδηγεί εις το να παραπέφτει σε
πλείστες
αντιφάσεις κι αστοχίες, τις οποίες δε λαμβάνουν στα υπ’ όψιν οι «αντιεκκλησιαστικοί»
του 21ου αιώνος, οι οποίοι δε θα έπρεπε να τον ακολουθούν εις τις μικρότητές
του, αν κινούνταν καθαρά από αγάπη προς την ιστορική αλήθεια.
Στη σελίδα 50 του έργου του π.χ., ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην»
αναλίσκεται να αποδείξει ότι οι «δούλοι», όντας
μισθοφόροι, αδυνατούν να νικήσουν σε ένοπλες συμπλοκές κι εγκαταλείπουν ως «δειλοί»
το πεδίον της μάχης, επειδή αυτό δεν αποτελεί εδαφικό τμήμα της πατρίδας τους,
και ξεχνά ή αγνοεί τα ανδραγαθήματα των επίφοβων μισθοφόρων Ελλήνων «τῶν
Μυρίων» του Ξενοφώντα εις το πεδίο της μάχης, όπου μεταξύ του Πέρση Μονάρχη Κύρου και του Μονάρχη της Ιωνίας Κροίσου,
πολεμούσαν «ἐπὶ μισθώσει» για χάρη του τελευταίου. Και τα αγνοεί
παριστάνοντας τον πεφωτισμένο, παρότι δείχνει σαφώς ότι έχει μελετήσει την
ελληνική αρχαιότητα, η οποία άλλωστε βρίθει κι από άλλα παραδείγματα άξιων
μισθοφόρων.
«Ξεχνά» και παραβλέπει ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
και μαζί του οι σύγχρονοι παγανιστές/διαφωτιστές, τους μισθοφόρους
στρατιώτες της Ρώμης, («οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται [...] τοῦ κόσμου»,
σελ. 73») που υπάκουαν εις ένα Μονάρχη κι όχι σε κάποιους «Νόμους»
μιας κάποιας «Νομαρχίας», και που διέπρεψαν εις τις
στρατιωτικές τους προσπάθειες κατά των «Ἐλευθέρων» της
αρχαίας Ελλάδας, με τους οποίους τελευταίους οι διαφωτιστές έχουν εξ ανάγκης συμπλεγματική
συμπάθεια έναντι του Βυζαντίου, ως αυθεντικοί εθνικιστές
του Διαφωτισμού:
α. «Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν
βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν,
καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας,
ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν.», σελ. 73
β. «Πῶς
λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως
τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; », σελ. 72
Ποιός αλήθεια είναι εκείνος του 21ου αιώνα επιστήμονας ο
οποίος μπορεί να δεχθεί, σαν τους σύγχρονους διαφωτιστές κι αντιπάλους της του
Χριστού Εκκλησίας πως οι Ρωμαίοι διέπρεψαν στρατιωτικά, επειδή «διδάχτηκαν από
τους Έλληνες επιστήμες και νόμους»;
«ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος. Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες,
ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿
αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου»,
σελ. 73
Εκείνος που ασπάζεται τέτοιες απόψεις, χάριν
κάποιου μίσους κατά του Χριστιανισμού, ως οι σύγχρονοι
νεοπαγανιστές, πρέπει να
έχει μια κάποια άγνοια γύρω από την στρατιωτική τέχνη των αρχαίων Ρωμαίων. Κι αν
ακόμη τέτοιες απόψεις, ήταν ποτέ δυνατόν να «ερμηνεύσουν» την υπεροπλία των
Ρωμαίων με ένα απλό «πιθηκισμό» της ελληνικής νομικής κι επιστήμης, τότε πώς
μπορούν να ερμηνεύσουν την τρομερά νικηφόρα τακτική, του «κτύπα και φεύγε», του ιππικού των Πάρθων, που έφερε νίκες επί των «ελληνο-διδαχθέντων» Ρωμαίων;
Σάμπως οι Πάρθοι ήσαν πολίτες μιας κάποιας «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»; Δεν είναι άλλωστε ο
αυτός ρήτορας «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
εκείνος που επισείει τη σημασία της στρατιωτικής τακτικής, εις το ρητορικό του κείμενο;
«Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι,
ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας», σελ. 31
Παρότι
οι ιστορικές γνώσεις του συγγραφέως αυτού μέσα από το γραπτό του φαίνονται
τουλάχιστον μεροληπτικές, αν όχι ελλιπείς και δικαιολογημένα αν σκεφτεί
κανείς την εποχή που αυτός έζησε, εντούτοις οι σύγχρονοι αντίπαλοι της Εκκλησίας
τον αποδέχονται για μέντορά τους. Ενώ αυτοί ζουν στον 21ο αιώνα της πληροφορίας,
ακόμη και της δημοτικής εκπαίδευσης,
εντούτοις αποδέχονται τυφλοσούρτη φληναφήματα εκείνου του μακρινού και
σκοτισμένου από το διαφωτισμό 19ου. Κανείς δε εκ των νεοπαγανιστών ή των νεοδιαφωτιστών δεν
παρατηρεί τα άστοχα, ήτις ρητορικά, παραδείγματα του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» περί της αρχαιότητος:
«Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζῃ ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν
τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], ὁπού, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787
μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ
Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάγχνως.», σελ. 34
Άστοχα παραδείγματα, γιατί αν είναι ντροπή ένα έθνος να
είναι σκλαβωμένο εις την υπεροπλία ενός διαφορετικού, τότε είναι χειρότερη
εντροπή, για τους εθνικιστές, το ίδιο έθνος να σπαράσσεται από
εμφυλίους 30 ετών, ως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που
περιέγραψε ο Θουκυδίδης εις τα βιβλία του:
«Ὁ πόλεμος ποτὲ μὲν εἶναι δίκαιος, ποτὲ δὲ ἄδικος, καὶ αὐτὸ κρίνεται ἀπὸ τὰς αἰτίας,
ὁποὺ τὸν προξενοῦν. Εἶναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, ὅταν κινεῖται πρὸς διαυθέντευσιν
τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἄδικος δέ, ὅταν ἕνας φθονερὸς καὶ ἅρπαξ, συναθροίζοντας
μαζί του, ἢ διὰ χρημάτων, ἢ διά τινων ἄλλων οὐτιδανῶν μέσων, τινὰς κακοτρόπους καὶ
κακοήθεις ἄνδρας, ὁρμεῖ ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, ἁρπάζει, λεηλατεύει
καὶ ἀσπλάγχνως καταφθείρει τὸ πᾶν, διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας του,
ἢ τῆς κενοδοξίας του.», σελ. 27
Πρβλ. απάτη «Οι
Ελεύθεροι γεννούνται μέσα σε Νομαρχίες».
Η ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ»
Δεν είναι να απορεί κανείς για το ότι ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ψεύδεται εις το σύγγραμμά του· αυτός υπαινίσσονταν στην αρχή
του δοκιμίου του πως θα διδάξει αλήθειες:
«Ναί, φιλτάτοι μου Ἕλληνες, τὸ
ἐπιχείρημα εἶναι δύσκολον δι᾿ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἡ Πατρὶς τὸ ζητεῖ, τὸ χρέος μου μὲ
βιάζει, καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν.»,
σελ. 11
Καθώς κατηγορεί τους Ρωμιούς Έλληνες για την υποταγή τους
εις τους Τούρκους, και τους βδελύσσεται ως ανόητους για την
αμάθειά τους, χρησιμοποιεί για παράδειγμά του
έναν αρχαίο ρήτορα, τον πολύ γνωστό «Δημοσθένην», και
ισχυρίζεται ότι μήτε εκείνος δε θα μπορούσε να τους διδάξει τη δικαιοσύνη και
την ελευθερία:
«Μήπως εἶνε ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὸ
δίκαιον, διὰ νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ τινάς; Ὦ ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀνόητοι,
καὶ ἱσχυρογνώμονες, ὁποὺ ὅλοι οἱ Δημοσθένεις τοῦ κόσμου δὲν ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ
τοὺς καταπείσουν», σελ. 146
Όμως, ποια σχέση μπορεί ν’ έχει το γραπτό του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» με την αλήθεια, σαν ασκεί τέτοιες συνδέσεις μεταξύ δικαίου,
αλήθειας και ρητορείας;
Ο Δημοσθένης, πέρα που ήταν εκείνος ο οποίος ζητούσε την
προσφυγή των Αθηναίων εις τους Πέρσες ενάντια εις τον Φίλιππο (4ος Φιλιππικός)
κι ήταν εκείνος που μάχονταν για μια Αθήνα ενάντια στο Μέγα Αλέξανδρο, βασιλιά
που μήτε ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» συμπαθεί, βασικά ήταν
εκείνος ο
ρήτορας ο οποίος «ενδίδει σε σφοδρές λοιδορίες και στη
χυδαία σπίλωση προσώπων» (Πηγή:
Michael Edwards, Οι Αττικοί Ρήτορες, 1994, Ινστιτούτο
του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2002, σελ. 60) όπως πράττει κι ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ως «ἄξιος μιμητὴς» του, κατά ιερέων,
μοναχών και πασών των ελλήνων ρωμιών.
Ο Δημοσθένης ήταν επίσης ο ρήτορας εκείνος που «οι
πελάτες του ήταν εύποροι και ο βασικός στόχος του [...] ως λογογράφου ήταν
καθαρά πρακτικός· να κερδίσει χρήματα» (ό,π., σελ. 63). Ήταν
επίσης αυτός που στο λόγο στο «Περὶ στεφάνου» «δεν
είναι αλήθεια όσα λέει [...], αλλά κατατροπώνει τον αντίπαλό του. Τα
γεγονότα της υπόθεσης καθεαυτήν φαίνονται μικρής σημασίας: αυτό που ενδιαφέρει
είναι το μεγαλείο της Αθήνας - κι ο ίδιος ο Δημοσθένης είναι ο μεγαλύτερος
τιμητής της» (ό,π.,σελ. 70).
Ανάλογα εις όλο το κείμενο της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» εκείνο που ενδιαφέρει είναι η
κοινωνική, εθνική
και
πολιτικού περιεχομένου επανάσταση μπρος εις την οποία όλες οι θυσίες είναι «κατανοητές»:
«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν
μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα,
ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια
εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα
τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100
Γενικά για τους ρήτορες ως ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», ισχύει ότι και για τον Δημοσθένη:
α. Η «ιδιαίτερη μέθοδος του Δημοσθένη
εντούτοις είναι να οδηγεί τα πράγματα σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα: η
κατηγορία εναντίον του Αδροτίωνος υπόκειται συστηματικά σε γενικεύσεις
και προβάλλεται μέχρι του σημείου η καταδίκη του να φαίνεται αναγκαία για
την ευημερία της πόλεως [των Αθηνών]» [24, «Κατὰ
Τιμοκράτους»], ό.π., σελ 65.
β. Στο λόγο 20, «Πρὸς Λεπτίνην»
«ο Δημοσθένης τάσσεται υπέρ της κατάργησης του νόμου...
Επρόκειτο σαφώς για ένα ζήτημα που επηρέαζε άμεσα όσους άνηκαν στη τάξη του
Δημοσθένη -στους χαμένους από την εφαρμογή του νόμου περιλαμβάνονταν κι ο
Εύβουλος- αλλά και πάλι ο Δημοσθένης διευρύνει το θέμα ώστε να
άπτεται του εθνικού [Αθηναϊκού] συμφέροντος»,
ό.π., σελ. 65
γ. Τέλος «η χρήση των ρητόρων θέτει τον
ιστορικό που μελετάει την αρχαιότητα πολλά θεωρητικά και μεθοδολογικά
προβλήματα. Ένας ομιλητής, στο δικαστήριο ή στη συνέλευση, δεν είναι αδιάφορος
για το αποτέλεσμα της αγόρευσης του· απεναντίας, έχει κατά νου πολύ συγκεκριμένο
στόχο, να κερδίσει την υπόθεσή του ή να κάνει αποδεκτή από τους άλλους την
πολιτική του, και έτσι θα ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέθοδο για να
επιτύχει αυτόν τον σκοπό, ακόμη και ανακρίβειες, ψευδή επιχειρήματα και
στρέβλωση ή παράλειψη των γεγονότων.».(ο.π., σελ. 97)
Παρομοίως πράττει κι ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
μέσα στις ρητορικές του εντρυφήσεις·
είναι ιδιαιτέρως δε ατυχές, το ότι το κείμενό του χρησιμοποιείται από πολλούς
σήμερα στο διαδίκτυο ως «ἐφημερὶς τῆς ἀληθείας». Επιβεβαίωση του παρόντος συμπερασμού, δηλαδή του ότι ο
«Ἀνώνυμος Ἕλλην» ψεύδεται ασυστόλως χάριν πολιτικών
σκοπιμοτήτων, είναι ότι η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία»
σήμερον, εν έτη 2011, δημοσιεύεται «μεγαλεπηβόλως»
από σελίδες κομμάτων, ή ιδεολόγων κομμάτων, επισφραγίζοντας κατά αυτόν τον
τρόπο το βωμό της ανοησίας, εις τον οποίο τα περισσότερα κόμματα φονεύουν
την αλήθεια ως θυσία, ονειρευμένα την χειραγώγηση του Χριστιανικού Ποιμνίου
της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού, κάτι για το οποίο ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», παριστάνοντας τον πολιτικά αδιάφορο, ως «ὁμόθρησκος»,
αποποιείται:
«Ἀλλά, εἰς τί ὁ πατριωτικὸς ἐνθουσιασμός μου μὲ παρακινεῖ!
Ἐγὼ νὰ νουθετήσω τὰ
ὑποκείμενά σας; Ἔ, μὴ γένοιτο!», σελ.
127
Τα ύψη των ρητορικών υπερβολών του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» είναι αρκετές φορές δυσθεώρητα:
α. «Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ
αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι . Κοιμῶνται
δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς
τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται
τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ. Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν
ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς
τόσοι ζέφυρες.
Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι
ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ
ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ
ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς
τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ
ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν
ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ
νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι».», σσ. 114-115
Βέβαια πρέπει να λεχθεί, ότι
νεοπαγανιστές και άθεοι νεοδιαφωτιστές δεν πιστεύουν στα
θαύματα καθόσον τα θεωρούν απίστευτα. Πιστεύουν όμως
με σχετική ευκολία κι ευλαβικώς τις απίστευτες υπερβολές του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι αρχιεπίσκοποι κοιμούνται στις μητροπόλεις τους
14 + 2 = 16 ώρες ημερησίως, ωσάν να μην ήτο Homo Sapiens
αλλά αιλουροειδή:
«ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ
ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως»....
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» δεν ήταν ο
μόνος από τους ελάχιστους 3-4 διαφωτιστές που χρησιμοποίησαν υπερβολές στα γραπτά τους· για τον «Λίβελλον κατὰ τῶν Ἀρχιερέων»,
τον οποίο ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» είχε μελετήσει
αναφέρεται ότι:
«Η ένταση της ιδεολογικής διαμάχης μπορεί να
ερμηνεύσει τόσο τη δριμύτητα της γλώσσας όσο και τις τυχόν υπερβολές στα
επιχειρήματα του κειμένου. Η ιστορική κριτική του κειμένου θα επισήμαινε φυσικά
την παρουσία μιας σημαντικής παράδοσης θρησκευτικής και κλασικής παιδείας στους
κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και την ηγετική συμβολή της ιεραρχίας
στις παιδευτικές προσπάθειες του υπόδουλου γένους. Το κείμενο, εν πάση
περιπτώσει, παρ’ όσα θα μπορούσαν να αντιταχθούν στα επιχειρήματα του συγγραφέα,
συνιστούσε σημαντικό τεκμήριο ενός ορισμένου ιδεολογικού κλίματος και της
αντίστοιχης συνειδησιακής κατάστασης σε μια κρίσιμη καμπή της κοινωνικής και
πολιτισμικής μεταβολής στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, ως ιστορική πηγή καταγράφει
με τρόπο δραματικό τη μαχητικότητα που εκδηλωνόταν κυρίως με την αντίθεση προς
την Εκκλησία, ως την κοινωνική και πνευματική δύναμη που πρόβαλλε ως ο
κυριότερος αντίπαλος του νέου συστήματος αξιών»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 376-377)
Ανάμεσα στις άλλες υπερβολές, υπάρχει και του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» η ρηθείσα «λύπη»
του, γι’ όλες αυτές τις λοιδορίες άνω ποταμών κατά των εκκλησιαστικών τις οποίες
«ἡναγκάσθη ὑπὸ τοῦ χρέους πρὸς τὴν πατρίδαν» να
εκφράσει. Όμως, δεν είναι δυνατό να υποστηρίζει
κανείς ότι λυπάται για την συμπεριφορά κάποιων, όταν παράλληλα την αμαυρώνει με
απίστευτες παραδοξολογίες.
Ρητορική δε προχειρότητα στο δοκίμιο του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» σημειώνεται στο απλό δόγμα, το οποίο πολλοί παγανιστές
προσκυνούν, πως «Ἡ Ἑλλάς,
[...] ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε», πράγμα εντελώς ανήκουστο,
γενικόλογο, γελοίο, ψευδές κι αυθαίρετο για τα ιστορικά πεπραγμένα της Ελλάδος
ως ενιαίου κράτους υπό το πρίσμα της
πολιτικής ιδεολογίας του διαφωτισμού.
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» πάντα σε
τόνο αλαζονικό κι υπεροπτικό, που τον έχει απονείμει εις τον
εαυτόν του δια μέσω της ανάγνωσης μερικών εγχειριδίων, τόσο της εποχής του, όσο και της
αρχαιότητος, από ξένες μεταφράσεις, σύμφωνα με τους μελετητές, λέγει ότι οι ιερείς πέτυχαν την «καταδυνάστευση» των
συμπολιτών του, ωσάν να είναι οι ίδιοι κατακτητές της Ελλάδος, κι όχι οι
Οθωμανοί Τούρκοι:
«...καθὼς μέχρι τῆς σήμερον [Οἱ ἱερεῖς], μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ κακομάθησιν ἐπέτυχον
τοῦ σκοποῦ των», σελ. 67
Η πνευματική τάξη από την οποία προέρχεται, ή από τα γραπτά της
οποίας έχει επηρεαστεί βαθιά, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
θεωρεί «ἀργοὺς» τους ιερείς, ιδιαίτερα τους
μοναχούς,
ωσάν οι ιερείς να μην επιτελούσαν διακονία των πνευματικών αναγκών των
σκλαβωμένων ορθοδόξων Ελλήνων στην Ελλάδα, μη διαφεύγοντας κι αυτοί ένεκα της «γραμματιζουμένης»
δειλίας τους εις την Ιταλία ή εις την Γαλλία, ομοίως ως έπραξαν όλοι οι «πνευματικοὶ
ἀδελφοὶ» με τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα»:
«...πλῆθος ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους
τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.
(Πρβλ. απάτη «Το
παραμύθι περί της αμαθείας»).
Δεν υπερβάλλει κανείς όταν αμφιβάλλει για την «επιστημονική»
αλήθεια των λόγων του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»,
αλλά κι εκείνων των σημερινών του «επιστημονικών» ακολούθων, που
χειρότερα πράττοντας, τον αντιγράφουν χάριν αντιχριστιανισμού:
«οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ
τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36
Αν στα αλήθεια Έλληνες των λοιπών πόλεων, πλην του Σουλίου
και χωρίων, ζουν
μέσα
στην «πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν», τότε πώς δύναται
επίσης να αληθεύουν οι ψεύτικοι μακαρισμοί του συγγραφέως της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» για την πτώχεια των «γλυκυτάτων ἀδελφῶν καὶ
ἀγαπητῶν Ἑλλήνων», που άλλη πρόθεση δεν έχουν παρά την αγανάκτηση του
αναγνώστη τους κατά «παντὸς ὑπευθύνου»
(πρβλ. απάτη «δύο αίτια»):
«Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ
γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ
τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ,
ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ
τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.»,
σελ. 92
Ποιά «λιτότηταν καὶ εὐτυχίαν»
θαυμάζει άλλωστε ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην»
κάτοικος της «πολυτελεστάτης» Εσπερίας; ποιά λιτότητα
θαυμάζουν άλλωστε οι Έλληνες παγανιστές κι οι διαφωτιστές,
κάτοικοι των σύγχρονων δυτικών πόλεων του 21ου αιώνα;
Είναι φανερό πως τους «διαφωτιστές» και τους πιστούς του
νεοπαγανισμού απασχολούν επιλεκτικοί στόχοι της «Ἐλληνικῆς
Νομαρχίας»,
ήτις αποκλειστικά και μόνον οι ιερείς κι η Ορθόδοξος Εκκλησία, ειδάλλως δεν
είναι δυνατόν να εξηγηθεί με ποίον τρόπο τέτοιες «διδασκαλίες», ως οι άνωθι,
δύνανται να γίνονται δεκτές τυφλοσούρτη από τους «διανοούμενους».
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
δε ήταν
εκείνος, που για να στηλιτεύσει τους Ρωμιούς ως «δούλους»,
υπαινίσσονταν ότι «ἡ φύσις» δεν επιφέρει διαφορές εις
τους ανθρώπους:
α1. «Πῶς λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ ταλαίπωρος δοῦλος,[...], πῶς, λέγω,
ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ, ὅτι ἡ φύσις μᾶς ἔκαμεν ὅλους ὁμοίους, καὶ ὅτι οἱ νόμοι πρέπει
νὰ βλέπωσιν ἀδιαφόρως ὅλους τοὺς πολίτας;», σελ. 22
α2. «Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε
τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος,
ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι
μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα.», σελ.22
α3. «τόσον καὶ σὺ [δοῦλε] διαφέρεις ἀπὸ τὸν κύριόν σου· ἄνοιξον τοὺς
ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ
βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά», σελ. 23
Χάριν ρητορείας αλλού διδάσκει διαφορετικά, υπαινισσόμενος
ότι «ἡ φύσις»
επιφέρει διαφορές εις το «πνεῦμα», κι άρα εις τις «διοικητικὲς»
ικανότητες, των ανθρώπων.
β. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί
μου [...]. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ ἰδία φύσις,
ἡ ὁποία ἄλλους μὲν ἔκαμεν δυνατῆς κράσεως, καὶ ἄλλους ἀδυνάτους, ἐχάρισε μερικῶν
περισσότερον πνεῦμα, καὶ ἄλλων τινῶν ὀλιγότερον, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν
ἐν πρώτοις ἀναμεταξύ των κατὰ φυσικὸν τρόπον», σελ. 17
γ. «Ἔ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω,
καὶ θαυμαστὸς Ρήγας,
ἂν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ ἦτον
ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χάριτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής,
ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ
ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις.», σελ. 38
δ. «Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει νὰ ἑνώσῃ εἰς πολλὰ φυσικὰ χαρίσματα πολλὰς ἀρετὰς
καὶ μαθήσεις.», σελ.31
Αλλού θα ομιλήσει για την «φυσικὴν ἀνομοιότητα»:
ε. «Ἡ ἀναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἁπλῆν φυσικὴν ἀνομοιότητα ἀνυπόφορον,
καὶ ἐξακολούθως ἡ μοναρχία, καὶ μετ᾿ αὐτῆς ἡ τυραννία, ἠθέλησαν νὰ μετριάσουν ὁπωσοῦν
τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα [...]
Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν
εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ
νομαρχία[...] ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον
καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα,
ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι», σελ. 18
Στις ίδιες ρητορικές κακοτοπιές περί φυσικών χαρισμάτων πίπτει και κατά την έξοδο του γραπτού
του, εκεί όπου τελειώνοντας κολακεύει τους Έλληνες
θέλοντας να αφήσει μια ευχάριστη
τελευταία αίσθηση εις τον αναγνώστη κατόπιν τόσων ψόγων επί των
πρώτων:
στ. «Οἱ Ἕλληνες, ὦ ἀδελφοί μου, ἔχουσι μίαν
φυσικὴν διάθεσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμῶνται, - ὁμιλῶντας γενικῶς - ἀλλὰ καὶ εἰς
τὸ νὰ ἐφευρίσκωσι.», σσ. 151- 152
ζ. «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες [...] Εἶναι δὲ γενικῶς πεπροικισμένοι ἀπὸ τὴν φύσιν μ᾿ ἓν πνεῦμα γεννητικὸν καὶ ὀρθόν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τὰς
φυσικάς των ἀρετάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ φιλοξενία εἶναι εἰς αὐτοὺς γενική»,
σελ. 153
Δεν είναι μήπως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
εκείνος, που αν κι «στολίζει» με τα πιο «όμορφα» επίθετα, όπως λ.χ. «κτῆνος»,
τον οιοδήποτε μονάρχη μη παραδεχόμενος πολιτικές προσωπικότητες ως «αὐθεντίες»,
χάρη επαναστάσεως, εντούτοις θαυμάζει έναν και μόνο νομοθέτη ως τον «ἀξιώτερον καὶ τιμιώτερον τῶν ἀνθρώπων»;
«Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν
νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι
μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ
εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης
εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων», σελ. 19
Με άλλα λόγια, γιατί άραγε δε θα μπορούσε αυτός «ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων»
νομοθέτης να ήτο ταυτόχρονα και μονάρχης,
όταν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» κι οι οπαδοί του
παραδέχονται πως η «φύσις», ίσως, του «ἐχάρισε
[...]
περισσότερον πνεῦμα» από τους υπολοίπους;
Μπορεί οι σύγχρονοι υποστηρικτές του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος»,
οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές, να μην εμφανίζουν συλλήβδην μοναρχικές τάσεις δια
μέσω της προβολής του έργου του πρώτου, εφόσον ως ελέχθη τους είναι ασύμφορο
ενάντια εις το «Χριστιανικὸν Μοναρχικὸν Βυζάντιον» κατά του
οποίου, ως αυτό να είναι κάποιο «Χριστιανικὸν
Οἱκουμενικὀν δόγμα», τάσσουν πάντοτε μία κάποιαν φανταστική «Δημοκρατίαν» ως αντίβαρο
για να δημιουργούν εντυπώσεις εις τους ανημέρωτους.
Αντιθέτως, ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην»
δεν είχε τέτοιους περιορισμούς εις το ρητορικό του έργο· πεπαιδευμένος κι αυτός
από τον προγονικό μονόδρομο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού,
ο οποίος χάραξε τα εθνικά κράτη της Ευρώπης, πέφτει στο ίδιο λάθος που πίπτουν
κι οι ακόλουθοί του. Δηλαδή, ενώ ρητορεύει υπέρ της νομοθεσίας μιας «Ἐλευθέρας
Πολιτείας Ἐλευθέρων Πολιτῶν», θαυμάζει το βασιλιά Λυκούργο, δηλαδή ένα
μονάρχη βασιλέα, επειδή ήτο «ἄριστος νομοθέτης»
και σίγουρα ακόμη περισσότερο επειδή ήτο «ἄρχαῖος Ἕλληνας»:
«Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος
καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα
τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος...», σσ. 19-20
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», δεν κωλύεται
από του να πτύει κατάμουτρα την μοναρχία, την οποία εις το πρόσωπο του
Λυκούργου θαυμάζει, επηρεασμένος από την αντίληψη του Διαφωτισμού
ότι η Σπάρτη ήταν «Δημοκρατία»,
μαζί με τη Ρώμη και την Αθήνα, προφανώς ανάλογη εκείνων των μιλιταριστικών της Λατινικής Αμερικής:
α. «ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς
ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς
τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος»,
σελ. 15
β. «Δὲν ἠξεύρετε, ὦ Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἀρετὴ τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοὺς θρόνους;
[...] Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας;
Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;»,
σσ. 141-142
Βέβαια, θα πρέπει να θυμηθεί ο αναγνώστης πως το ζήτημα εις
την παρούσα δεν είναι μόνο ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», ο οποίος με
τη ρητορική του δεινότητα στόχευε εις την επανάσταση των Ελλήνων. Στόχος, της
παρούσης σελίδας, είναι κυρίως η καταγγελία όλων εκείνων που γίνονται τυφλοί
«ιστορικοί» οπαδοί του, χάριν κάποιου μίσους κατά του Χριστιανισμού.
Κρατώντας λοιπόν εις την μνήμη του ο αναγνώστης τα άνωθι, θα
πρέπει να αντιληφθεί, ότι η προγονολατρία διαφωτιστών και
νεοπαγανιστών, όπως σαφώς
και του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», φτάνει σε τέτοια ύψη,
που τις πλείστες των περιπτώσεων δύο είναι τα μόνα πολιτικά στρατόπεδα που
θαυμάζονται· είτε «ἡ Ἀθήνα τοῦ Περικλέους», είτε «ἡ
Σπάρτη τοῦ Λυκούργου», αφού μόνο μέσα από αυτές τις δύο διαπιστώνονται κι
αντλούνται αρεστά
πολιτικά μοντέλα για τον Διαφωτισμό:
«Τὸ νὰ διαφέρωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀναμεταξύ των, τόσον κατὰ τὸ σῶμα, καθὼς καὶ κατὰ
τὸ πνεῦμα, οὐδεὶς βέβαια ἀμφιβάλλει. Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τοιούτου ἀποτελέσματος.
[...] Ἡ δὲ δευτέρα ἐκτελεῖ τὸ αὐτὸ ἀπὸ
πολίτην εἰς πολίτην, καὶ οὕτως
ὁ Ἀθηναῖος διαφέρει ἀπὸ τὸν Λακεδαίμονα.
», σελ. 155
Ο Κιτρομηλίδης, γνωστός μελετητής του νεοελληνικού
διαφωτισμού, σωστά δεικνύει την επαναλαμβανόμενη πολιτική προτίμηση των
διαφωτιστών, όπως και του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος», με
την «επιλογή και την ανάλυση ηθικών
διδαγμάτων από την ιστορική εμπειρία των τριών μεγάλων πολιτειών της
αρχαιότητας, της Αθήνας, της Σπάρτης και της Ρώμης [Μαυροκορδάτος, Φροντίσματα,
σε. 202]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 104)
Αυτή η προγονολατρία επιφέρει
πάντοτε τα
ίδια προβλήματα εις τους υποστηρικτές της. Όπως ελέχθη, ο νεοδιαφωτιστικός χώρος
ή ο νεοπαγανιστικός, φτύνει το «Χριστιανικὸν Βυζάντιον»
κατάμουτρα, χάρη αντιχριστιανισμού, αντιμοναρχισμού και «σκοταδισμοῦ»,
αυτού του τελευταίου ως μια δήθεν έλλειψη επιστήμης, αλλά χωρίς καμία δυσκολία,
και με απόλυτη «θρησκευτικὴν εὐλάβειαν», προσκυνά «τὴν
Σπάρτη τοῦ Λυκούργου», κι όχι μόνον.
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», αλλοπρόσαλλος
πάντοτε εις την επιχειρηματολογία του, θα παρομοιάσει
τη «δουλείαν» ως ένα δάσος, όπου τα φυτά εκεί
αναπτύσσονται χωρίς δόξα, μία πόλη όπου δεν προσφέρει εις τα τέκνα της ευκαιρίες
αναγνώρισης. Με άλλα λόγια θα ψάλλει τον ύμνο εις τον πολιτισμό, παρότι ως είδε
ο αναγνώστης εις την έναρξη της παρούσης έψαλλε τον ύμνο εις «τὸ φυσικὸν σύστημα»
του προ-βάρβαρου ανθρώπου:
«Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν
τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης
λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται
κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς
τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.
Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα
ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων
ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά
της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται,
καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.»
Ἀλλά, πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ
ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον! Αὐτὴ γὰρ ἀποκαταστεῖ γλυκεῖαν τὴν ζωήν,
αὐτὴ γεννᾶ διαυθεντευτὰς τῆς πατρίδος, αὐτὴ νομοδότας, αὐτὴ ἐναρέτους, αὐτὴ σοφούς,
αὐτὴ τεχνίτας, καὶ αὐτὴ μόνον, τέλος πάντων, τιμᾶ τὴν ἀνθρωπότητα.
Πόσοι, ἆραγε, ἄνδρες ἄξιοι γεννῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καθὼς γεννῶνται, οὕτως
καὶ ἀποθνήσκουν, μὴν ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν μεγάλα πράγματα.
Ἄν ἕνας νέος μεγάλου πνεῦματος παρ.
χάριν γεννᾶται ὑπό δουλεῖας υἱός χαλκέως, τί ἄλλο ἡμπορεῖ νά γίνῃ, παρὰ ἕνας
χαλκέυς; Ἅν ὅμως ὅ αὐτὸς εὑρίσκετο εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν τότε εἰς τὰ κοινὰ
φροντιστήρια ἥθελε φανῆ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸ εἶναι του, καὶ ἐξακολούθως ἥθελεν
ἀποκατασταθῆ ὅσον ἡμπορούσε ἀξιώτερος, καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἤθελε χάσει αὐτὸν ἵνα
διαυθεντευτήν, καὶ αὐτὸς ἥθελεν ἀπεθάνει μεγάλος ἄνθρωπος.», σελ. 25
Όσα λέγει ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» δεν
είναι πλήρως αναληθή. Ακόμη όμως κι αν ήτο, δεν μπορούν παρά να επισημάνουν κάτι
εις βάρος του νεοπαγανισμού και του νεοδιαφωτισμού. Η τόσο αγαπημένη «Σπάρτη
τοῦ Λυκούργου» άφησε εις την ιστορία πολύ λίγα γνωστά ονόματα, κι όσα
άφησε, ήσαν επί το πλείστον στρατιώτες. Το δε μισούμενο υπ’ αυτών «Χριστιανικὸν
Βυζάντιον» κι η «μισητὴ Μοναρχία» του, άφησε
πλείστους, όχι μόνο στρατιώτες, αλλά κι
ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, ενώ βεβαίως η «μισητὴ Μοναρχία
τοῦ Χριστιανικοῦ Βυζαντίου» εκ μέρους των παγανιστών, είχε
και Νόμους κι ήτο
και
«Νομαρχία», επέζησε δε εν μέσω πολλών εχθρών για πάρα
πολλούς αιώνες· εντούτοις...
α. «Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! Ὅσον γνωρίζομεν τὴν
ἀληθῆ σημασίαν σου, τόσον αὐξάνει ὁ πόθος μας εἰς τὸ νὰ σὲ ἀπολαύσωμεν. Ἐσὺ εἶσαι
ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας.
Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι
τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον!», σελ. 17
β. «Ὄντας φανερὸν λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐναρέτους,
καὶ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὸ εὖ πράττειν,
διὰ τοῦτο εἰς μόνον τὰς ἐλευθέρας πολιτείας γεννῶνται τὰ μεγάλα ὑποκείμενα, καὶ
ἰδοὺ τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.», σελ.
25
Γενικά το λιβελλογράφημα με τίτλο «Ἑλληνική
Νομαρχία» δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ασκεί κριτική σε όλους και σε
όλα, από την αρχή μέχρι το τέλος, από μειονεκτική πάντοτε θέση. Μειονεκτική,
διότι ασκεί κριτική κατά των Ρωμιών επειδή δεν επαναστατούν, ενόσω
ο συγγραφεύς
ζει και στη Δύση αρκετά εξασφαλισμένος.
Η ρητορική μανία του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» καταντά επίσης κωμική με σύνταξη τέτοιων προτάσεων κατά του
Ορθοδόξου κλήρου:
«ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν
τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον
τὸν χρυσόν», σελ. 102
Θέλοντας να στηρίξει με τη ρητορική του δεινότητα τη μανία
του κλήρου για χρυσό, περιγράφει μια αλυσίδα εξαρτώμενων εκ του Πατριαρχείου
αρχιεπισκόπων κι επισκόπων, όπου ο ένας πουλά εις τον επόμενο αρχιεπισκοπές κι
επισκοπές, ωσάν να ήτο τσιφλίκια, κι όπου ο τελευταίος επισκοπικός κρίκος αυτής
της αλυσίδας ξεπληρώνει τον προηγούμενο από τα χρήματα του λαού, πάνω εις τον
οποίο λογικά στηρίζει «ὁ Άνώνυμος Ἕλλην» όλο το
οικονομικό οικοδόμημα του ιερατείου, από επάνω έως κάτω:
«ἐπίσκοποι τὰς πωλῶσι
τῶν χριστιανῶν, δηλαδὴ γυμνώνουσι τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐβγάλωσι τὰ ὅσα ἐξώδευσαν»,
σελ. 110.
Με τον άνωθι τρόπο ερμηνεύει και στηρίζει ο συγγραφέας το
σίγουρο
αλισβερίσι των «αγορα-πωλημένων» επισκοπών· πλην ξεχνά, πως κατά τις δικές του
πάντοτε περιγραφές, ο τελευταίος κρίκος του «σίγουρου» αλισβερισιού των
επισκόπων «πολλάκις» αποσυντίθεται, αφού «ἑκατοντάδες» επισκοπές
δεν έχουν Χριστιανούς εις την «ποίμνη» τους :
«Αὐτὸς
[ὁ Πατριάρχης]
λοιπὸν διαμοιράζει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, καὶ πολλάκις πέμπει
καὶ ἐκεῖ ὁποὺ δὲν εἶναι χριστιανοί, τόσας ἑκατοντάδας ἀρχιεπισκόπους, ἐξ ὧν ὁ καθεὶς
ἔχει τέσσαρας ἢ πέντε ἐπισκοπάς, εἰς τὰς ὁποίας πέμπει καὶ αὐτὸς τόσους ἐπισκόπους.
Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς», σελ. 110
Ακόμη κι αν ο τελευταίος αυτός κρίκος δε γκρεμίζονταν από την έλλειψη χριστιανών,
θα γκρεμίζονταν από τη φτώχεια των Ελλήνων, πάνω εις την οποία αυτός ο
συγγραφέας στηρίζει όλον τον πλούτο των επισκόπων κι αρχιεπισκόπων, ωσάν ούτοι
να κέρδιζαν περισσότερα από τους Τούρκους από τους οποίους άλλωστε υποχρεωτικά
φορολογούνταν κι εις αυτούς κατέληγαν τα όποια αυτά χρήματα. Έτσι στο κείμενό του «ὁ
Άνώνυμος Ἕλλην» προσφωνεί μεν τους Έλληνες ως «πτωχούς»
κι «ἱλαρούς» μα εντούτοις από αυτούς τους πτωχούς ζουν
100.000 χιλιάδες «μαυροφορεμένοι» ως «ἀργοὶ»
πλουσιοπάροχα:
α. «Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ
γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ
τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ,
ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων»,
σελ. 92
β. «Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι
ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι
ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν
πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς
της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ
πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ . Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί
μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ
ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 119
Ακόμη και σήμερα που το ιερατείο της Ελλάδος μισθώνεται, οι
μοναχοί εργάζονται, όπως κι οι ιερείς.
Ίσως η ρητορική του να ήτο επωφελής για την ενορχήστρωση
φανατισμού και θυσίας εις μία
επανάσταση, αλλά δεν μπορεί να είναι κι αληθής. Μόνο παγανιστές και διαφωτιστές
μπορούν να πιστεύουν, ότι οι καθ’ όλα και δια πάντα υβριζόμενοι ως «δοῦλοι»
στην εργασία του από την αρχή μέχρι το τέλος Ρωμιοί Έλληνες, λίγο προ του
τερματισμού του πονήματός του λούζονται με όλες εκείνες τις
κολακείες που κι ο
ίδιος δεν μπορεί να αποκρύψει:
α. «Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους
ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους
τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά.», σελ. 155
β. «Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅσοι Ἕλληνες εὑρίσκεσθε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴν πατρίδα μας, καὶ
ἐσεῖς οἱ ἴδιοι εὐεργέται αὐτῆς, τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι
μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους», σελ. 128
Η κολακεία στην έξοδο του γραπτού έχει ένα απλό και βασικό
σκοπό. Να φέρει τον αναγνώστη εκεί που οδηγούν συνήθως τα κινηματογραφικά έργα
του Χόλυγουντ τους τηλεθεατές τους· σε ένα ευτυχισμένο τέλος (Happy Ending). Θα
μπορούσε κανείς να πει ότι το κατορθώνει αυτό, πλαισιώνοντας τις κολακείες του
με έναν τελευταίον, εκτός νοήματος, «Διάλογον, ἀναμεταξύ τοῦ
συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του», σελ. 165
Ακόμη κι όταν ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» θα προσπαθήσει να μιλήσει για τη λογική του ανθρωπίνου είδους,
δε θα πάψει από το να πέφτει σε αρχαίες ελληνικές κακοτοπιές:
«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν» σελ.
14
αλλά...
«...οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον
λογικόν», σελ. 50
ανάμεσα στα άλλα κι επειδή
«...Αὐτοὶ
οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα»,
σελ. 50
Ούτως ή άλλως:
«Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα,
οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων»,
σελ. 50
Ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» θα παραδειγματιστεί από τον αρχαίο Όμηρο για καίρια
ανθρωπιστικά ζητήματα χρησιμοποιώντας τον αρχαίο παγανισμό, όταν εις το γραπτό
του καθυβρίζει τους Ορθοδόξους Ιερείς για τις εκφάνσεις της δικής τους
θρησκείας:
«Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα
λαὸν ὑποδουλωμένον, εἰς τρόπον ὁποὺ φαίνεται φανερῶς, ὅτι ἐνόμιζεν τοὺς δούλους
νὰ εἶναι μιᾶς διαφορετικῆς φύσεως, καὶ πολλὰ κατωτέρας ἱκανότητος ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους.
Τόσον δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐλευθερίαν ἔκρινε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁποὺ χωρὶς αὐτὴν δὲν
μποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος», σελ. 21
Αυτές οι θρησκευτικές και παγανιστικές αντιλήψεις για τους
δούλους οδηγούν στις παρελθοντικές φιλοσοφικές
απόψεις περί «ἀνδραπόδων» της αρχαίας Ελλάδας, με ότι
αυτό συνεπάγεται.
Έπειτα, ασκώντας υπερβολικά τη ρητορική τέχνη προς θεατρική
τέρψιν νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών, ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» εκπλήσσεται για το ότι κάποιοι έχοντες ως ιδανικό το «χρυσίον»
δε θεωρούν ως ανθρώπους τους μη κατέχοντες αυτόν, ενώ δεν εκπλήσσεται με
τον δικό του εαυτόν σαν συμφωνεί με τους αρχαίους και δε θεωρεί ανθρώπους τους μη κατέχοντες την «ἐλευθερίαν»
α. «Οἱ γέροντες εὔχονται καὶ λέγουσι τῶν νέων: «Προσπάθησε,
τέκνον μου, νὰ γίνῃς ἄνθρωπος», ἐννοοῦντες, νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα. Καὶ πάλιν λέγουσι:
«Ὁ δεῖνας πρὸ τριῶν χρόνων δὲν ἦτον τίποτες, τώρα ἔγινεν ἄνθρωπος», δηλαδὴ ἀπόκτησε
χρυσάφι, εἰς τρόπον, ὁποὺ οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον, δὲν νομίζονται παρ᾿ αὐτῶν ἄνθρωποι.»,
σελ 108
β.«Ἀπέδειξα τί ἐστὶ ἐλευθερία. Ἔπειτα ἐφανέρωσα πόσον ἀναγκαῖον ἀπόκτημα εἶναι εἰς
τὸν ἄνθρωπον· ὅτι μόνον αὕτη τὸν ἀποκαταστεῖ ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, ὄντας ὁ δοῦλος
ποταπότερος καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα.», σελ. 163
Αφού ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» της
«Ἐλληνικῆς Νομαρχίας» εξέθεσε, εις την αρχή του
συγγράμματός του τις απόψεις του «υπέρ» του πολιτισμού, κατόπιν αλλάζει πορεία
πλεύσης, ίσως γιατί το
γραπτό του κείμενο είχε σκοπό να πείσει αστούς, ή τουλάχιστον χωρικούς της Ελληνικής
Χερσονήσου, κι όχι απολιτίστους των σπηλαίων, να νιώσουν «ἐλεύθεροι» ή «εὐτυχεῖς»
ξανά μέσα εις το «ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων»
του πολιτισμένου κόσμου. Δηλαδή, είχε σκοπό να πείσει εκείνους τους ανθρώπους, οι
οποίοι από χιλιετίες είχαν απορρίψει «τὸ φυσικὸν σύστημα»
της «μοναχικής ζωής του δάσους» κι είχαν αποφασίσει να ιδρύσουν κοινωνίες,
χωριά και πόλεις, για να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Κι αυτό μπορούσε να
γίνει μόνο με νόμους μιας αστικής κοινωνίας, όχι σαφώς με την «βαρβαρικὴν
ἐπιστροφήν εἰς τὴν φύσιν».
Η αλλαγή αυτή της πορείας, περί των παραληπτών του έργου του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος», έφερε τον τελευταίον εις τη δυσάρεστη θέση να υποστηρίξει
διαφορετικώς, από όσα διατύπωσε εις την εκκίνησή του έργου του· δηλαδή να υποστηρίξει, ότι
ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα εις την κοινωνία, δύναται να είναι ευτυχής, αρκεί να
ακολουθήσει τις επιταγές του συγγραφέως, κι όχι άλλου, ως προς τις πολιτικές του προτιμήσεις.
Αναφερόμενος, λοιπόν, ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς
Νομαρχίας»,
εις τις πολιτικές εκείνες προτιμήσεις κατά τις οποίες η «εὐτυχία»
δύναται να ευδοκιμήσει μεσούντος του πολιτισμού, εμφανίζει ακόμη μία ασύμφωνη
ιδεολογία με τις διαδρομές ποικίλλων νεοπαγανιστικών / νεοδιαφωτιστικών
κινημάτων. Η ασύμφωνη αυτή ιδεολογία του έχει να κάνει με την «ανοχή»
προς το αριστοκρατικό πολίτευμα, ήτις το πολίτευμα των ολίγων «ἀρίστων»,
την οποία μετέδιδε εν αρχή η κίνηση του διαφωτισμού:
«Ἡ
νομαρχία, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται τόσον εἰς τὴν δημοκρατίαν, καθὼς
καὶ εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἡ
μὲν δημοκρατία κλίνει εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ δὲ ἀριστοκρατία εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ
ὁποία πολλάκις εἶναι χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τυραννίαν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ εἰς
τὰς δύο αὐτὰς διοικήσεις σώζεται ἡ Ἐλευθερία, ἀδιάφορος εἶναι ἡ ἐκλογή», σελ.16
Θα έλεγε κανείς, πως αρκετοί από εκείνους που χρησιμοποιούν την «Ἐλληνικὴν
Νομαρχίαν»
κατά του Χριστιανισμού, θα εδύναντο να περιπέσουν εις «ὕβριν»
της «Χρυσῆς Δημοκρατίας τοῦ Περικλέους» ή των πολιτικών τους ιδεολογιών, άπαξ και τολμούσαν να
υπογραμμίσουν τέτοιες ελαφριές ανοχές προς «απολυταρχικά» καθεστώτα, ως εκείνο της
αριστοκρατίας δια μέσω του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»· διότι οι δικές τους πολιτικοκοινωνικές απόψεις, ως επί το
πλείστον,
απαξιώνουν τη «Βυζαντινὴν Θεοκρατίαν». Ούτως ειπείν, δε
θα ήταν δυνατό ενώ υβρίζουν μια βασιλευόμενη μοναρχία χάρη των
ειδώλων, να περιπέσουν εις την εξύψωση μιας
ολιγαρχίας για χάρη του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», και
δηλαδή, έναντι
κι εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Πρβλ. απάτη «Το
Παραμύθι της Αμάθειας».
Πρβλ. απάτη «Η Υγεία και η
Υγεία».
ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ & ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η «Ἑλληνικὴ
Νομαρχία» δε στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στο χριστιανικό ορθόδοξο ιερατείο, αλλά ενάντια σε
πλείστους Έλληνες της εποχής προ της επαναστάσεως
του 1821· ευρύ σύνολο που οι
νεοπαγανιστές
και νεοδιαφωτιστές δε επιθυμούν να υποσημειώσουν στις κριτικές τους. Όμως δύο θα μπορούσαν
ναι είναι, και είναι, οι λόγοι για τους οποίους οι
διαφωτισμένοι νεοπαγανιστές πρόσκεινται εις την ιδεολογία της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας»:
α. οι θέσεις της κατά του χριστιανικού ιερατείου.
β. η προσκόλληση του Διαφωτισμού
εις τον ιστορικό, πολιτικό και γενικότερο, παραδειγματισμό από τους «ἀρχαίους προγόνους»,
ή από την αρχαία Ελλάδα εκ της
οποίας άλλωστε αυτοί ζητούν να κατάγονται ιδεολογικά
Ο ιστορικός παραδειγματισμός από την
αρχαία Ελλάδα μέσα στην «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν» δεν μπορεί παρά να είναι μερικώς, όπως άλλωστε κι η ρητορική των
νεοπαγανιστών. Επικεντρώνεται εις τους πολέμους της εποχής προ του Μεγάλου
Αλεξάνδρου -οι πόλεμοι του τελευταίου είναι κατακτητικοί- και συγκεκριμένα
εις
εκείνους τους αμυντικούς κατά των Περσών, ενώ ποτέ δεν προσανατολίζεται εις τους
εμφυλίους των αρχαίων Ελλήνων. Η δε αναφορά
στους αμυντικούς πολέμους κατά των Μηδών, είναι συνέπεια των προσπαθειών του «Ἀνωνύμου» να παραδειγματίσει τους
Έλληνες Ρωμιούς ώστε αυτοί να επαναστατήσουν
και να νικήσουν τους Οθωμανούς· έτσι χρησιμοποιείται το παράδειγμα του Λεωνίδα,
όπου στις Θερμοπύλες οι ελάχιστοι
«νικούν» τους πολλούς.
Η προσπάθειά
του συγγραφέα της «Νομαρχίας» προς δημιουργία
γενικής αγανάκτησης εις τον αναγνώστη είναι λογική συνέπεια του σκοπού του. Από την άλλη μεριά είναι άγνωστο γιατί οι
νεοπαγανιστές κι
οι νεοδιαφωτιστές προσκολλώνται σε ένα τέτοιο ρητορικό κείμενο για να
εκτοξεύσουν αντιπάθεια προς τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό,
επιζητώντας ο
αναγνώστης τους να νιώσει
«δοῦλος Χριστιανὸς» και να θαυμάσει αντιθέτως την αρχαία
Ελλάδα των «μοναδικών» ηρώων, όταν οι περισσότεροι Έλληνες
πολιτικοί δούλοι που
σημειώθηκαν ποτέ στην ιστορία έζησαν στην τελευταία, υποδουλωμένοι μάλιστα σ’
Έλληνες στρατιωτικούς ή πολιτικούς, παρά σε κάποιους «ξένους
κατακτητές». Πώς όμως θα θαυμάσει κανείς την αρχαία Ελλάδα σε αυτό το
ζήτημα, όταν σημαντικές εξεγέρσεις δούλων σημειώνονται μόνο
εις την Σπάρτη κι όχι αλλού στην Ελλάδα, μαρτυρώντας έτσι ένα πνεύμα δουλείας,
δηλαδή άνευ όρων παράδοσης και κοινωνικού συμβιβασμού, ανώτερο από αυτό που
επιζητούν να εκτοξεύσουν κατά της Εκκλησίας;
Αν οι
Οθωμανοί μετέτρεψαν σε «δούλους» τους Έλληνες Ρωμιούς για 400 χρόνια, όπως υπαινίσσεται
ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», τότε στην αρχαία Ελλάδα,
Έλληνες
ήσαν δούλοι Ελλήνων για χιλιάδες χρόνια, ίσως και για «δεκάδες χιλιάδες», αν
κρίνει κανείς από τα μυθιστορήματα νεοπαγανιστών για «ἀρχαίους
ὑπερπολιτισμοὺς» του ελλαδικού χώρου ηλικίας «40.000», και βάλε ετών, που
για να ευδοκιμήσουν οικονομικά στηρίζονταν κυρίως στο θεσμό της δουλείας,
με σκλάβους οι οποίοι δεν φαίνεται να επαναστάτησαν επί το 99% των περιπτώσεων, παρεκτός,
ως ελέχθη, των ειλώτων της Σπάρτης.
Η αστειότητα εκείνων που ακολουθούν τη ρητορική πραμάτεια
του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ως «θέσφατο»
επιχείρημα κατά του Χριστιανισμού, γίνεται βεβαίως αντιληπτή από τη μανία του πρώτου
κατά του όρου της δουλείας και της πολιτικής του
σημασίας· εκείνος ήταν που προσπαθούσε να πείσει τους
Έλληνες Ρωμιούς της εποχής προ του 1821,
ότι
βρίσκονταν υπό δουλεία για πάρα πολλούς αιώνες·
συγκεκριμένα, ακόμη κι από αυτήν την μακρινή εποχή των Μακεδόνων Φιλίππου
και Μ. Αλεξάνδρου, σύμφωνα με το γραπτό του· νωρίτερα υποτίθεται πως «ἤκμαζαν»,
υποδουλώνοντας όμως «ἐλεύθερα» η μία πόλη την άλλην, κι
η συμμαχία της Σπάρτης τη συμμαχία της Αθήνας:
«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος,
ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν,
ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του.
Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς
ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον
ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων,
καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του
καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς,
ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73
Η απύθμενη μανία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»,
όχι μόνο κατά της δουλείας, αλλά και κατά των
δούλων, είναι τόσο επίμονη, που αν
το έργο του ληφθεί αληθοφανώς, όπως το λαμβάνουν οι
παγανιστές κι οι διαφωτιστές, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη σοβαρότητα των
προειρημένων αυτών κύκλων. Άραγε, εκείνοι που αποδέχονται τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα» και τη ρητορική του επιχειρηματολογία ως κάτι σοβαρότερο από
λίβελλο, μαίνονται ομοίως κατά των χαρακτηριζομένων ως δούλων, με τέτοια κωμικά επιχειρήματα, ως κι ο
συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»;
«Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον, ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν
ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν, ἢ ἀπὸ μόνην
φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν
λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον»,
σελ. 57
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» εις την εποχή
του, πίεζε με την πέννα του για μια επανάσταση, γι’ αυτό η επιχειρηματολογία του
κατά των πολιτικών δούλων έφθανε σε κάποια ρητορικά άκρα. Οι νεοδιαφωτιστές κι οι
νεοπαγανιστές στην Ελλάδα, που αποδέχονται αιώνες αργότερα το έργο του, σε τί
αποσκοπούν; Σήμερα (2011), ακόμη κι ο χειρότερος πολιτικός δεν δύναται να μιλεί δημοσίως με
τέτοιου είδους επιχειρήματα. Αντίθετα, οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές
ευφραίνονται με ασυναρτησίες του έργου της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» εις τους ιστοχώρους τους· ή μήπως θαρρούν πως με τέτοια
επιχειρηματολογία «προσφέρουν θαυμαστὲς ὑπηρεσίες ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀφυπνίσεως εἰς τοὺς
συμπολίτας των»;
«Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν
τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν,
ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος,
λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον,
καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι
τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ
ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά
των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον
ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς
λαμβάνουν διὰ γυναῖκας - περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα
ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν.», σελ. 59
Πρβλ. ενότητα
«Γυναίκα & Έρωτας».
Κανείς εξ αυτών των «διανοουμένων» κύκλων δεν εξηγεί στο
κοινό του, κατά ποίον τρόπο είναι δυνατόν να υπάρχει τόση αγάπη υπέρ της αρχαίας Ελλάδας
στο κείμενο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», όταν υπάρχει
ταυτόχρονα τόσο
μίσος κατά της δουλείας και των δούλων, οι οποίοι αντιπροσώπευαν όχι μόνο το
μεγαλύτερο ποσοστό των εργατών της αρχαίας Ελλάδα, όχι μόνο ένα ικανό αριθμό
εκείνων των μαχίμων αλλά κι όλους τους ευρισκόμενους υπό διαφορετικής πολιτικής
κατάστασης από εκείνην της δημοκρατίας/αριστοκρατίας που ελλόχευε επιφανειακά
και μόνον εις την αρχαία Αθήνα [ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» δίνει κυρίως πολιτική χροιά στον όρο «δοῦλος»]:
«Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει
παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων
ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον
ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει
εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα
βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.», σελ. 29
Αν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
ξεπερνά και δεν αναφέρεται στη δουλεία της αρχαίας
Ελλάδας χάρη μιας επιδιωκόμενης επανάστασης, τότε κανείς δε καταλαβαίνει γιατί
την ξεπερνούν κι οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές,
λάτρες της αρχαίας Ελλάδας, ασπαζόμενοι δε μεταξύ των άλλων της
«Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» τις βολές κατά του δουλεμπορίου:
«Ἡ Ἀφρικὴ κάθε χρόνον θυσιάζει πλῆθος ἀνθρώπων, ὁποὺ
ἡ ἀχόρταγος λύσσσα τῶν ὑπερηφάνων Βρεττανῶν καὶ ἄλλων ἁρπάζει καὶ πέμπει εἰς τὴν
Ἀμερικήν, διὰ νὰ σκάπτουν καὶ νὰ ἐβγάζουν αὐτὰ τὰ μέταλλα ἀπὸ τὰ βαθύτατα ἐντόσθια
τῆς γῆς. Οἱ ταλαίπωροι, ὅταν ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν θάνατον δέκα ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν εἰς
ἕνα χρόνον, νομίζονται κατὰ πολλὰ εὐτυχεῖς. Τόσον μεγάλους κόπους, ραβδίσματα, φόνους
καὶ πεῖναν ὑποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εὑρισκόμενοι εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, κρεμνίζεται
τὸ χῶμα καὶ θάπτει ζωντανοὺς πολλὰς ἑκατοντάδας.», σελ. 105
Εκείνο που δεικνύει τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληναν» ως ρήτορα και τους σημερινούς του θαυμαστές ως αυλοκόλακες είναι
η άποψη του ότι «Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ
ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της», (σελ. 73), όταν είναι παράλληλα γνωστό ότι ενυπήρχε εις αυτήν ο θεσμός της
δουλείας, την οποία θεωρεί ως το «Χειρότερον
πρᾶγμα», και τους ανθρώπους που την εξασκούν «οὐτιδανοὺς»
[τιποτένιους]:
«Ποῖος ἔχοντας κρίσιν στοχασμοῦ δὲν φρίττει θεωρῶντας τοὺς ἐνενήντα ἐννέα νὰ μὴν
ζῶσι, νὰ μὴν δουλεύωσι, νὰ μὴν κοπιάζωσι δι᾿ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὸν ἑαυτόν των, παρὰ
μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ ἑνός; Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει,
ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα,
ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας
μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται
ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν
νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα
δέκα ἀνθρώπους»!», σελ.106
Η συμπλεγματική κολακεία της αρχαιότητος εκ μέρους του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» ακολουθεί παρασάγγας την ιδεολογία της Ευρώπης της εποχής
του, την οποία παρακολουθούν αιώνες μετά με τη σειρά τους οι
νεοπαγανιστές της
σύγχρονης Ελλάδος. Έτσι, ενώ ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» κατηγορεί τις μητέρες της «Ἐσπερίας»
στην οποία ο ίδιος διατελούσε, ως «δοῦλες» που
εγκαταλείπουν τα παιδιά τους σε ξένα χέρια για 15 χρόνια, εντούτοις δεν παύει από
του να θαυμάζει το Λυκούργο και την αρχαία Σπάρτη, που ως κράτος στρατιωτικό άρπαζε τα παιδιά από
τους πολίτες του για επίσης 15 χρόνια:
«Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ
μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ
ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ
σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι. Πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς οὔτε κἂν γνωρίζουσι τὰ τέκνα των,
ἐπειδή, εὐθὺς ὁποὺ τὰ γεννῶσι, τ᾿ ἁρπάζει μία ξένη δούλη, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὰ μεταφέρουν
εἰς τὰ φροντιστήρια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κολαστήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐβγαίνουν,
εἰμὴ μετὰ δεκαπέντε χρόνους. Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν παύσῃ εἰς τοὺς νέους ἡ πρὸς τοὺς
γονεῖς των ἀγάπη, ἡ ὁποία γεννᾶται μόνον ἀπὸ τὴν καλοποιΐαν; Αἱ τοιαῦται μητέρες,
ὅταν ἐνθυμῶνται μόνον τὰ ὀνόματα καὶ τὸ γένος τῶν τέκνων των, εἶναι ἀρκετόν, μάλιστα
περισσόν.», σελ. 58
Οι παράξενες αυτές θέσεις για τους δούλους που προκαλεί
στο συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» η αρχαιομανία
δεν είναι οι μόνες. Ενώ ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» υποτίθεται
ότι πρεσβεύει μια κάποια
πολιτική επανάσταση
υπέρ μιας δημοκρατίας, θα θαυμάσει
τους ευγενείς της αρχαιότητας, καθώς θα τους συγκρίνει με τους ευγενείς της
εποχής του, και θα διαγράψει ίσως από το μυαλό του και του αναγνώστη του, όλες
εκείνες τις απίστευτες διαμάχες μεταξύ ευγενών και λαϊκών της αρχαίας Ελλάδας με
τις χιλιάδες σφαγών σε αρκετές περιπτώσεις·
αναγκαστικά δε, θα παραβλέψει και τους νόμους του Σόλωνα που αφορούσαν εκείνους και τις αδικίες
τους:
α. «Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων
εὐγενῶν;
Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ
μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς
συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ
καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία,
τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος
μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.
Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν
κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ
γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον,
καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των », σελ
63
β. «Ἀλλὰ εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ εὐγένεια, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες; Ἴσως εἰς τὰ χρηστὰ
ἤθη; Εἰς τὰ μεγάλα κατορθώματα, εἰς τὴν ἀξιότητα. Ἴσως εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν
δικαιοσύνην, καθὼς οἱ πρόγονοί μας ἐστοχάζοντο; Ἔ, οὐχί, οὐχί! Οἱ νῦν δοῦλοι κράζουν
εὐγενεῖς τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων, καὶ τόσον ἐβαρβαρώθησαν ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, ὁποὺ
εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγοράζεται
ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναισθήτους τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀναισθησία
καὶ ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ψευδοευγενῶν, καὶ ὅταν εὑρεθῇ ἀνάμεσα εἰς χιλίους ἕνας ὀλίγον
μέτοχος ἀνθρωπότητος, εἶναι βέβαια ἄξιον θαυμασμοῦ.», σελ. 63
Ομοίως, ενώ η αρχαιομανία υπέρ της αρχαίας Ελλάδος θα
κατακεραυνώσει τη θρησκεία καθώς εμφανίζεται στην κοινωνική ζωή της νεότερης
εποχής, δηλαδή εκείνη του συγγραφέως, θα την αποσιωπήσει αυστηρώς για την
αρχαιότητα, μη ζητώντας να αμαυρώσει το κοσμοείδωλο της αρχαίας Ελλάδος με τις
πανελλήνιες πολιτικές αποφάσεις του
μαντείου των Δελφών, το οποίο απεφάνθη πολλές φορές καταστροφικά για την
Ελλάδα· για παράδειγμα, ετάχθη υπέρ της κηρύξεως του αιματοβαμμένου απ’
άκρη εις άκρη
πελοποννησιακού πολέμου, όσο και υπέρ της υποδούλωσης εις τους Πέρσες, την
αντίσταση εις τους οποίους θαυμάζει ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
δια μέσω του Λεωνίδα:
α. «Τοιοῦτοι λαοί, ἀδελφοί μου, ἂν κατὰ τύχην ἐκβάλλουν ἕνα, εἰς ἄλλον τύραννον ὑπόκεινται,
καὶ πάντοτε μένουν δοῦλοι. Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν
καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν, ὁ δὲ λαὸς δὲν τὸν
ἐνθυμεῖται, παρὰ ὅταν ζητῇ τοὺς ἀξιωτέρους καὶ δικαιοτέρους συμπολίτας του, καὶ
δὲν τοὺς εὑρίσκῃ. Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του,
μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν
ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας
καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος»,
σσ. 66-67
β. «Ἡ θρησκεία, ὦ Ἕλληνες, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζῃ
ὁ ἄνθρωπος τὸν πλάστην τοῦ παντός, βέβαια εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ παλαιότερα συστήματα τῶν
ἀνθρώπων. Καὶ ἐξακολούθως οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἐστάθησαν ἱερεῖς. Αὐξάνοντας ὅμως αἱ
ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, ἀπεφάσισαν νὰ τιμήσουν τὸν κτίστην τοῦ παντός, ὄχι πλέον μὲ
τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν, ἀλλὰ μὲ πομπὴν καὶ πολυτελῆ δῶρα. Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿
ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ
εὐκολοκατάπειστον λαόν, ὥστε ὁποὺ εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησαν εἰς
τὸν κόσμον, καὶ βέβαια ὁ πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νὰ κλαύσῃ, ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν
ἱστορίαν των.», σελ. 67
Η αρχαιομανία ομάδων του Διαφωτισμού θα φλερτάρει με τον μονάρχη
βασιλιά Λυκούργο και τους νόμους του, την ίδια ώρα που οι νόμοι του Ιουστινιανού
αποτελούν το θεμέλιο δικανικό λίθο της δυτικής Ευρώπης· θα εξυβρίσει τη μοναρχία
ως υπεύθυνη για όλα τα κακά, όταν εις το πρόσωπο του Λυκούργου θα την κολακέψει:
α. «Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος
στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι
τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας
Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠπατήθη νὰ στοχασθῇ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον,
ἀλλὰ γνωρίζοντάς τους ὁποίας λογῆς εἶναι, τοὺς ἀπεκατέστησε, ὅσον ἦτον τὸ
δυνατόν, καλλιοτέρους.» (σελ. 19-20)
β. «ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς
πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ
μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ
δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος.», σελ. 15
Ο ίδιος δε συγγραφεύς θα έπρεπε να αναρωτηθεί, το γιατί η
Σπάρτη του θαυμασμένου Λυκούργου δεν κατόρθωσε να αφήσει περισσότερα γνωστά
ονόματα από ότι το Βυζάντιο ή η Αθήνα:
«Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν
γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ
τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς
ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται κανένα ἄξιον ὑποκείμενον,
μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν
ἀξιότητά του.
Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν,
ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ
πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν
ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά της, ὡς ἓν
καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται, καὶ
χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.»
Τέλος, άξιο προσοχής για τον πολιτικό χαρακτήρα της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» είναι το γεγονός ότι, ενώ ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
καυτηριάζει τους σύγχρονούς του για «προδοσίες» κατʼ επιλογήν (Φαναριώτες,
Κληρικοί έναντι λ.χ. Αρματολούς), το ίδιο ποιεί και ως προς την αρχαία Ελλάδα,
όπου ενώ οι Μακεδόνες Μ. Αλέξανδρος κι Φίλιππος ρίπτονται στον Καιάδα ως
«Βασιλείς», ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας, αν και «Βασιλέας» ανυψώνεται στο βάθρο της
αθανασίας, χωρίς ποτέ να καυτηριάζονται τα «καπάκια» των Σπαρτιατών, του
Μαντείου των Δελφών και όποιων Αθηναίων
(βλ. Αριστείδη) με τους Πέρσες.
α. «Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου,
ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα,
καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!»,
σελ. 148
β. «...μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα
θέλω ἀναφέρει...», σελ. 29
γ. «...πλῆθος
ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους
τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.
δ. «Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος,
ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν,
ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του.
Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς
ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον
ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων,
καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του
καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν.», σελ. 73
α. Πρβλ. απάτη «Η Ελλάς γεννά ακόμη Λεωνίδες».
β. Πρβλ. απάτη «Οι Ελεύθεροι γεννώνται μέσα
σε Νομαρχίες»
γ. Πρβλ. απάτη «Ο Χρυσός & ο Χρυσός»
δ. Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι
Κλέφτες»
ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ, ΑΡΙΘΜΟΙ
ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ & ΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ
Κύριος σκοπός του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
είναι η ανατροπή. Πάνω σε αυτό το βωμό
θυσιάζει τα πάντα· τίποτε άλλο δεν τον ενδιαφέρει:
«Μεγάλον βέβαια
εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα
τῆς Ἐλευθερίας», σελ. 100
Προσπαθώντας λοιπόν ο ίδιος να εκλογικεύσει την επικείμενη
επαναστατική νίκη των Χριστιανών επί των Οθωμανών, χρησιμοποιεί τη «λογική»
ζυγαριά του υπεραρίθμου έναντι του ολιγότερου, όπου ο πρώτος,
ο υπεράριθμος, «ἐξ ἀνάγκης»
νικά τον δεύτερο, τον ολιγάριθμο· δόγμα που ιστορικά έχει αποδειχθεί ψευδές
αρκετές φορές:
«Ποῖος ἀμφιβάλλει, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι τὸ μέρος εἶναι μικρότερον
ἀπὸ τὸ ὅλον; Ποῖος πρὸς τούτοις ἀμφιβάλλει, ὅτι μία δύναμις ὣς πέντε νικᾶ μίαν ἄλλην
ὣς δύο; Βέβαια οὐδείς. Οἱ Ἕλληνες λοιπὸν πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὣς τὰ ἑπτὰ πρὸς
τὸ ἕν, καθὼς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη. Καὶ ποῖος, παρακαλῶ σας, τώρα δὲν θέλει καταπεισθῆ
ἀπὸ αὐτὴν τὴν δεῖξιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ νικήσωσι τοὺς ὀθωμανοὺς;
Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ νὰ ἀμφιβάλλῃ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁλοτελῶς ἀναίσθητος; Ἐγὼ
θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ κανεὶς τόσον δύσνους καὶ ἀνόητος.»,
σελ. 158
Λίγο νωρίτερα ο ίδιος συγγραφέας είχε ισχυροποιήσει αυτό το επιχείρημα
της νίκης των Χριστιανών επί των Οθωμανών,
προστρέχοντας στην απογραφή των πληθυσμών των Βαλκανικών λαών παράλληλα με τις
πολεμικές τους αρετές, ωσάν οι στρατοί να προκύπτουν πράγματι από την απλή απαρίθμηση
άοπλων
κατοίκων· τότε είχε
υποστηρίξει πως:
α. Στο «ὀθωμανικὸν βασίλειον [...] Οἱ κάτοικοι
[...] εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ
δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους,
ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ
ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω.
Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς
τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ
πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς
πόλεις μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν
εἰς τὰ χωρία.», σσ. 85-86
β. «Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπαρίθμησιν, εὐκόλως φαίνεται, ὑφείλοντας
ἀπὸ κάθε ἑκατὸν μόνον δεκαπέντε, ὅτι ἄξιοι διὰ τὰ ἅρματα ἀπὸ μὲν τοὺς χριστιανοὺς
ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι 2.156.250, ἀπὸ δὲ τοὺς ὀθωμανοὺς 543.750. Εἶναι πρὸς τούτοις
ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς κατοικοῦσιν
εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως δὲν εἶναι ὅσον οἱ χριστιανοὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ
ἅρματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν κατωτέρω ρηθήσεται.», σελ. 86
γ. «Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν
εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες
καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.», σελ. 86
Το λάθος της απαρίθμησης πληθυσμών που λογίζονται ως
«μάχιμοι στρατιώτες» συμβαίνει και κατά τις καταγγελίες ορισμένεων
αντιεκκλησιαστικών κατά των «500.000» Μοναχών της
Βασιλεύουσας. Ο ίδιος δε συγγραφέας, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα αναγνωρίσει ότι πολλές
φορές οι αριθμοί των στρατευμάτων, πόσο μάλλον των κατοίκων, δεν έχουν καμία ίσως σημασία· τουλάχιστον δεν
είναι αυτοί που «ἐξ ἀνάγκης» από μόνοι τους
νικούν μάχες και πολέμους:
α. «Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι, ὑποθέτοντας τρεῖς ἄνδρας τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ
εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, οἱ δύο ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ νικήσουν τὸν ἕνα. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη
λοιπὸν ἐδίδαξε εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους μυρίους τρόπους καὶ τέχνας πρὸς διαυθέντευσίν
των ἐναντίον τῶν περισσοτέρων», σελ. 28
β. «Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τῶν τεχνῶν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μεγάλη καταπολλά, διὰ
τοῦτο καὶ ἡ νηπιότης αὐτῶν εἶναι μακρά· ὅθεν ἐχρειάσθησαν πολλοὶ αἰῶνες, ἕως τὸν
καιρὸν τῶν Αἰγυπτίων, Περσῶν, καὶ τέλος πάντων τῶν ἀξίων προγόνων μας Ἑλλήνων, εἰς
τὸν ὁποῖον ἡ τέχνη τῆς διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τὸν φόβον εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους,
καὶ αὐξάνουσα τὰς δυσκολίας εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἐσύστησεν, τρόπον τινὰ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ
της, τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς. Διὰ μέσον δὲ τῶν κανόνων αὐτῆς
καὶ ἐνασχολήσεως μερικῶν ἀξιολόγων ὑποκειμένων ἀπεκατεστάθη τόσον ἐντελὴς εἰς τοὺς
Ἕλληνας, ὁποὺ διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐνίκησαν ἐχθροὺς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος
κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐξακολούθως ἐτρόμασαν σχεδὸν ὅλην τὴν οἰκουμένην.
Αἱ νίκαι τῶν ὀλιγοτέρων ἐναντίον τῶν περισσοτέρων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθῶσι
εἰς τὰ πειράματα τῆς μηχανικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ὁ θεατής, ὁποὺ ἀγνοεῖ τὰς αἰτίας,
μένει ἔκθαμβος.», σελ. 28
γ. «Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θέλει πιστεύσει τὸν μηχανικόν, ὁποὺ λέγει ὅτι μὲ
ἓν βάρος ἕως δέκα, σηκώνει ἓν ἄλλο ὣς δέκα χιλιάδες. Ἀναγκαῖον,
λοιπόν, εἶναι νὰ τοὺς καταπείσῃ μὲ παραδείγματα καὶ ἀποδείξεις· οὕτως καὶ εἰς τὴν
τακτικήν, λέγοντας ἕνας ἀρχιστράτηγος, ὅτι οἱ δέκα πολλάκις νικοῦσι τοὺς ἑκατόν,
δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οἱ ἀγνοοῦντες τὴν αὐτὴν τέχνην· πλὴν φέροντας αὐτῶν χίλια
παραδείγματα τόσον τῶν παλαιῶν, καθὼς καὶ τῶν νέων, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ καταπεισθῶσι», σελ. 29
δ. «Ἡ τακτικὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὦ ἀδελφοί μου, εἶναι ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα, καὶ εἶναι
βεβαιωμένον ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μεγάλους πολεμάρχους, ὅτι δέκα χιλιάδες στρατιῶται καλῶς
γυμνασμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἀρχιστράτηγον ἄξιον, ἠμποροῦν νὰ νικήσουν εἴκοσι
χιλιάδας ἐχθρούς, καὶ περισσοτέρους τῆς ἰδίας ἀνδρείας, πλὴν ἀμοίρους τῆς τακτικῆς.»,
σελ.31
ε. «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι,
ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας. Ὤ, πόσον οἱ προπάτορές μας ἠγωνίζοντο,
ἐκ νεαρᾶς των ἡλικίας, διὰ νὰ μάθωσιν τὴν πολεμικὴν τέχνην! Διὰ μέσου λοιπὸν αὐτῆς
οἱ ὀλιγότεροι νικῶσι τοὺς περισσοτέρους», σελ. 31
στ. «καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς
τὸν ὕστερον [οἱ Σπαρτιάτες], ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν
των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν
νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30
Η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει ότι η απλή απαρίθμηση
στρατευμάτων δεν προδικάζει το αποτέλεσμα. Στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, 8 Οκτωβρίου 1827, «27
πολεμικά των Ευρωπαίων (12 αγγλικά, 8 ρωσικά, 7 γαλλικά) με 1324 πυροβόλα
έκαψαν την τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα, που αποτελούνταν από 89 σκάφη με 2.240
πυροβόλα [...]Μέσα σε 4 ώρες στις 6 μ.μ. όλα είχαν τελειώσει. Από τα 89
πλοία των μωαμεθανών τα 60 είχαν καταστραφεί εντελώς.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 259-260)
Ο τονισμός κι η ανάπτυξη ζητημάτων τακτικής συνεχίζεται επί
σελίδων· ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
γνώριζε πολύ καλά πως από πλευράς έμψυχης στρατολόγησης ο ελληνισμός δεν ήταν σε
σπουδαιότερη θέση από τους Τούρκους, γι’ αυτό
παρέθετε το παράδειγμα των Θερμοπυλών, τονίζοντας πως οι λίγοι είναι δυνατόν να
κερδίσουν, αν και στις Θερμοπύλες δεν κέρδισαν τελικά οι ολιγότεροι:
«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν
μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι
ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς.», σελ. 29
Μόνο η τελευταία υπογραμμισμένη φράση του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνα» αποδεικνύει πάρα πολύ φυσικά πως, όσοι δεν επαναστατούσαν
στον κατεχόμενο χώρο των Βαλκανίων, δεν ήταν εντελώς τρελοί ή ανήθικοι ή
προδότες. Οι προηγούμενες επαναστατικές
αποτυχίες των Ελλήνων, αλλά κι οι στρατιωτικές ήττες
Ευρωπαίων ενάντια στους Οθωμανούς, όσο και τα τραγικά αντίποινα των τελευταίων
ενάντια στους εξεγερμένους μαζί με τις ευρείες δυνατότητες στρατεύσεως των
πρώτων, λειτουργούσαν πολλές φορές αρνητικότερα από ότι η ίδια η σκλαβιά. Άλλωστε κι ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
εφαρμόζοντας την «λογικὴν» διατείνονταν:
«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου
συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον,
ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε
κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος
στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ
ἀπὸ κάθε ἐναντίον.», σελ.14
Η «λογικὴ τῆς ἐπιβιώσεως» θα
έπρεπε βάση της διαφωτιστικής παιδείας που προτείνουν
νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, να είχε
αυξηθεί την εποχή του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», όπως
άλλωστε μαρτυρεί κι ο τελευταίος, και να είχε αποτρέψει από μόνη της τον
ξεσηκωμό των Ελλήνων ενάντια στους Οθωμανούς:
«Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν
τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων...», σελ.
156
Θα έπρεπε δε να μπορεί να επιτρέψει τον ξεσηκωμό η λογική, μόνο και
μόνον όταν αυτή αναγνώριζε τη νίκη ως σιγουρότατη συνθήκη της πολεμικής προσπάθειας
των Ελλήνων. Όμως τα σκαμπανεβάσματα της ελληνικής επαναστάσεως κάθε άλλο παρά
αυτό επικυρώνουν.
Είναι λοιπόν ανούσιο όλα αυτά τα
πακέτα αντιεκκλησιαστικών ιδεολογιών, άλλοτε να μιλούν
περί λογικής ενάντια στην
Εκκλησία δια μέσω της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», άλλοτε για
προδοσίες κι εθνικές εξεγέρσεις θυσίας,
όταν κολακεύοντας τους ρήτορές τους, αδυνατούν να
παρατηρήσουν πως κύριοι εφαρμοστές αυτής της «λογικῆς τῆς ἐπιβιώσεως»
μακριά από επαναστάσεις, ήταν οι ίδιοι αυτοί ιδεολογικοί μέντορες του οπλοστασίου τους:
«Σιωπή, πλησιάζει ὁ...»
(πρβλ. ενότητα: «Ἀνώνυμος Ἕλλην. Σφάξον με να
αγιάσω»)
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» δε θα
επαναστατήσει μόνος του δίχως τη βοήθεια άλλων· ίσως «λογικά» να ανέμενε άλλοι να
συγκεντρωθούν πριν αυτόν και να πιάσουν τα όπλα του ξεσηκωμού:
«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα
τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ
ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ
συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;
Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...»,
σελ. 140
Ομοίως, ξανά «λογικά», ίσως να
προτιμούσε να «διαυθεντεύσῃ [τὴν ζωήν του]... ὅσον ἠμπορεῖ»
περισσότερο, αποκρύβοντας τις επαναστατικές του διαθέσεις από αγνώστους που
κρυφακούν:
«...καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει
τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους.»,
σελ. 146
Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν είναι παράξενη
από αυτή τη σκοπιά, μήτε η δική του υποστήριξη προς τούτο το απόφθεγμα του παγανισμού:
«Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα
λαὸν ὑποδουλωμένον...», σελ. 21
Δεν είναι παράξενη, διότι μόνο ένας λαός μισολογικός ή
μισοπαράλογος θα μπορούσε να αποφασίσει να εξεγερθεί και να σκοτωθεί, όταν οι
υποκινητές του «παραλογισμού» του παριστάνοντας τους «ξυλοσόφους» αναπαύονταν με «λογικὴν» εις την
μακρινή δύση, χύνοντας σωρεία μελανιού απ’ το «κονδύλιον»
τους, ώστε να εξορθολογήσουν την θυσία των παραληπτών της πένας τους.
Αληθεύει δε, πως εκείνο που ζητούσε ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» με χαρτί και καλαμάρι από τους υπόδουλους Ρωμιούς, πράγματι δεν
είναι τίποτα άλλο παρά κάτι παράλογο· δηλαδή να τολμήσουν οι Έλληνες όχι μόνο να
μην υπολογίσουν τη ζωή τους, αλλά και να νικήσουν μια δύναμη που ακόμη ήτο
αρκετά ισχυρή. Προς τούτο ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» ομιλεί και
συγγράφει διαρκώς για το «αἷμα» και παραδειγματίζει με
τους 300 του Λεωνίδα οι οποίοι πέθαναν:
α. «Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν»,
σελ. 29
β. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ
ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν
σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161
γ. «Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ
Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ
τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα», σελ. 47
δ. «Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «[...] ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ
αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν
τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει
τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του», σελ. 52
ε. «ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν
των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως
καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν
τῶν νόμων των. [...] Οὕτως λοιπόν, ἂν ὁ ἐλεύθερος διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, μὲ τὸ ἴδιόν
του αἷμα, κάμνει τὸ χρέος του.»
στ. «[ἀλλογενεῖς ... ἀχάριστα
τέκνα τῆς πατρίδος! ] καὶ ἂν
πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν
ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ
ἂν εἶσθαν παρόντες. », σελ. 140
Ούτως ή άλλως οι προσπάθειες του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» να ζυγίσει τους αριθμούς των Χριστιανών κατοίκων ενάντια εις
τους αριθμούς των Μουσουλμάνων, παρουσιάζοντας μια απλή πλειοψηφία «ἑπτὰ πρὸς
τὸ ἕν» του ενός επί του άλλου, για τους στρατιωτικά ζητήματα κατέχοντες,
κι όχι μόνο,
είναι «στρατιωτικοὶ ἀναλφαβητισμοὶ»· διότι οι ρητορείες
του συγγραφέως αυτού παραβλέπουν την επιμελητεία, δηλαδή τον εφοδιασμό σε
τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά και δηλαδή τα χρήματα τα οποία μπορούν να μετατρέψουν τους κατοίκους σε
πολεμιστές και να τους διατηρήσουν αξιόμαχα ως τέτοιους.
Μέσα εις το βιβλίο «Ἀπελευθερωτικοί
ἀγώνες τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ Τουρκοκρατίας» του Στέφανου Ι. Παπαδόπουλου
βλέπει κανείς χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάγκης πολεμικού εξοπλισμού κι
επιμελητείας του πολέμου κι άρα ανάγκης και χρημάτων. Έτσι για τη τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου λέγεται:
α. «Το γεγονός αυτό κάνει το Γάλλο
ιστορικό F. Braudel να παρατηρή πολύ σωστά, ότι χωρίς
το σιτάρι, το κριθάρι και τα ιταλικά τυριά, χωρίς το κρασί της Νεάπολης, ποιος
ξέρει αν θα γινόταν το θαύμα της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου», σελ. 69
β. «Στη συμφωνία αυτή οι Βενετοί είχαν
πετύχει να αναβληθούν και πάλι τα ισπανικά σχέδια και είχε αποφασισθεί να
συγκεντρωθούν εφόδια για την επτάμηνη επιχείρηση, καθώς και όπλα για την
εξέγερση των Ελλήνων της Πελοποννήσου», σελ. 73
Στις συνεννοήσεις των Κυπρίων με το Δουκάτο της
Σαβοΐας (1590-1611) αναγράφεται:
γ. «Στην Κύπρο, γράφει, υπάρχουν μόνο 8.000
άνδρες, ενώ οι μάχιμοι Κύπριοι ξεπερνούν τις 35.000 και εύκολα θα νικήσουν τους
Τούρκους, αν εξοπλιστούν», σελ. 90
Στα δε επαναστατικά κινήματα του Διονυσίου του «Σκυλοσόφου»
(1600 και 1611) αναφέρεται:
δ. «Με το υπόμνημά τους αυτό οι υπόδουλοι
ζητούσαν να σταλούν στρατεύματα, όπλα και πολεμοφόδια για τον εξοπλισμό 40.000
Ελλήνων και δήλωναν ότι είναι πρόθυμοι να εξεγερθούν κάτω από την καθοδήγηση των
μητροπολιτών Λαρίσης (δηλ. του Διονυσίου) και Ναυπάκτου και Άρτης», σελ.
92
ε. «Η θέση του Δράμαλη ήταν πολύ δύσκολη,
γιατί σε λίγο δεν είχε τροφές. Με συμβουλή του Κολοκοτρώνη τα σιτηρά της
περιοχής είχαν καεί και τα άλογα και γενικά τα υποζύγια πέθαιναν από έλλειψη
χόρτου, γιατί το θέρος ήταν ξερό. Γιʼ αυτό τίποτε άλλο δεν μπορούσε να κάμει
ο Δράμαλης παρά να γυρίσει πίσω στην Κόρινθο.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 233)
στ. «Οι Έλληνες επανέλαβαν την πολιορκία
του Ναυπλίου. Σε λίγο η θέση των πολιορκημένων από την έλλειψη των τροφών
έγινε φοβερή. Οι πολιορκητές με σκάλες ανέβηκαν και κυρίεψαν το
Παλαμήδι και ανάγκασαν τη φρουρά της πόλεως να συνθηκολογήσει (30 Νοεμβρίου
1822)»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 234)
ζ. Δύναμη των εμπολέμων: «Εναντίον των επαναστατών η Πύλη
έστελνε συνεχώς δυνάμεις, που ήταν λίγες και όχι καλά εφοδιασμένες. Επί
πλέον και το πυροβολικό της ήταν κακό. Γιʼ αυτό συνήθως δεν μπορούσε να
δράσει στην ορεινή χώρα και πολλές φορές από έλλειψη χόρτου
[για τα υποζύγια] γινόταν αυτό
μεγάλο εμπόδιο. Εναντίον αυτών των δυνάμεων λοιπόν, που ήταν άσχημα
εφοδιασμένες κα τις οδηγούσαν με τρόπο κακό οι αρχηγοί τους, οι Έλληνες
πολεμούσαν με επιτυχία κάνοντας κλεφτοπόλεμο.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 193)
η. «Ύστερα από την πτώση του Μεσολογγίου
[11 Απριλίου 1826, Κυριακή των Βαΐων] η επανάσταση φάνηκε ότι ξεψυχά. Οι δύο πολιορκητικοί στρατοί ήταν πια
ελεύθεροι να δράσουν αλλού. Ο Ιμπραήμ γύρισε στον Πελοπόννησο και άρχισε να
την καταστρέφει. Ο Κιουταχής κινήθηκε εναντίον της Αν. Ελλάδος, ενώ η
κατάσταση των Ελλήνων ήταν θλιβερή. Η κυβέρνηση ούτε χρήματα είχε ούτε
μπορούσε να επιβληθεί και επικρατούσε αναρχία και διχόνοια ανάμεσα στους
αρχηγούς.
[ ..]
Στη δύσκολη αυτή περίσταση έσωσε την
Ελλάδα η αντοχή του λαού της και η βοήθεια απʼ έξω. Οι φιλελληνικοί σύλλογοι
και οι φιλάνθρωποι της Ευρώπης στην κρίσιμη εκείνη στιγμή ανάπτυξαν μεγάλη
δραστηριότητα. Ιδίως η χρηματική βοήθεια ξαναζωντάνεψε όσο ήταν δυνατό την
επανάσταση.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 254)
θ. Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τους τούρκους το
1826 «ο Κωλέτης αποβιβάστηκε στην παραλία του Ευβοϊκού
κόλπου κοντά στην Αταλάντη, για να καταστρέψει τις σιταποθήκες του Κιουταχή.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 255)
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

α. «τὰ δὲ πολλὰ τοῦ
πολέμου γνώμη καὶ χρημάτων περιουσία κρατεῖσθαι»,
Θουκυδίδης, Ιστορία, 2,13,2.
[οι πόλεμοι πιο πολύ κερδίζονται με τη
σύνεση και την αφθονία χρημάτων]
β. «ἔστιν ὁ πόλεμος οὔχ
ὅπλων τὸ πλέον, ἀλλὰ δαπὰνης, διʼ ἤν τὰ ὅπλα ὡφελεῖ»,
Θουκυδίδης Ιστορία, 1,83,2
[ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με τα όπλα και
περισσότερο με τα χρήματα, που καθιστούν τα όπλα αποτελεσματικά]
Ο Θουκυδίδης είχε σημειώσει τη σημασία της
οικονομικής ευρωστίας για την έναρξη και διατήρηση μιας
πολεμικής αντιπαράθεσης.
Εντούτοις, όταν πολέμιοι του Χριστιανισμού,
και δη «ἀρχαιολάτρες», βρίσκονται στην
ψυχολογική ανάγκη να πολεμήσουν τον Χριστιανισμό, αρέσκονται σε
φληναφήματα απαρίθμησης πληθυσμών για να υποστηρίξουν όχι μόνο
το δυνατό μιας πολεμικής επιχείρησης, αλλά και την έκβαση αυτής.
Έτσι από την μια ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» απαριθμεί τους κατοίκους των Βαλκανίων για να
πολεμήσει με το μελάνι του την πάλαι Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ
οι νεοπαγανιστές του διαδικτύου εφευρίσκουν «500.000»
μοναχούς που «θα μπορούσαν» να είχαν αποκρούσει κατά την
πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως, τους Τούρκους, έστω κι αν δε
διέθεταν όπλα, εκπαίδευση, εφόδια κ.ο.κ. κι ακόμη περισσότερο
δεν υπήρχαν καν!
Βέβαια, ουχί η «ἀρχαιολατρεία»,
αλλά η «προγονοπληξία» τους, ως
αντιστάθμισμα τους στον Χριστιανισμό, οδηγεί αυτούς πάντα εις
την εκβίαση συμπερασμάτων, παρά εις την εξαγωγή των.
Για ενίσχυση αυτής της άποψης παρατίθεται
εδώ ένα τελευταίου παράδειγμα, συνέχισης της ανωτέρω περί
αριθμών ενότητος,
που δεικνύει πως ο πόλεμος έχει ανάγκη κι από εφόδια αλλά κι από
χρήματα που προηγούνται των εφοδίων:
Το 1824 η ελληνική «κυβέρνηση έδωσε στους
νησιώτες ένα μέρος από το αγγλικό δάνειο κι έτσι κατόρθωσε ο στόλος να
εξοπλιστεί και να πλεύσει εναντίον του εχθρού.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 248)
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το 1824, οι
διεθνείς συνθήκες είχαν αλλάξει σε σχέση με την εποχή που ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» συνέγραφε την «Ἔλληνικὴν
Νομαρχία» (Βενετία 1806). Το 1806 δηλαδή, ήταν εξαιρετικά
αμφίβολο (99%) αν θα μπορούσαν οι Έλληνες να εξοικονομήσουν
δάνεια από ξένους πλουτοκράτες για να κινητοποιήσουν όλους
αυτούς τους πληθυσμιακούς αριθμούς, που ο εν λόγω συγγραφέας
συγκρίνει και χειρίζεται στον λόγο του ως «ἐν
δυνάμει» στρατιωτικές ομάδες· για μονάδες μήτε λόγος να
γίνεται.
Αν κι οι Έλληνες ήταν ολιγαρκείς, αυτό δε
σημαίνει κατʼ ανάγκην ότι μπορούσαν να πολεμήσουν γευματίζοντας
«αέρα κοπανιστό» ή πυροβολώντας αντί για βόλια, «πέτρες»:
«...ο στρατός [των
Ελλήνων] είχε δύο μεγάλα
προτερήματα, την αντοχή και την ολιγάρκεια. Γιʼ αυτό και ο Κολοκοτρώνης δεν
ανησυχεί πολύ για τον ανεφοδιασμό. Τα ίδια προσόντα είχαν και οι πολεμιστές
της θάλασσας, που προέρχονταν από τους ναύτες του εμπορικού των Ελλήνων.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 194)
|
Πολεμικά ζητήματα λοιπόν δε λύνονται με ρητορικές
πραγματείες· ούτε είναι δυνατόν να εξεγείρεται ο κάθε Έλληνας της εποχής εκείνης
έχοντας για «πολεμοφόδια» το «γλαφυρώτατον καὶ ἐμψυχωτικὸν
πονημάτιον τοῦ Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», ή άλλων διαφωτιστών, υπό μάλης.
Η ρητορική του ρηθέντος συγγραφέως ασχολείται με την
ενθάρρυνση εκείνων που θα κληθούν αργότερα «ἐλεύθεροι»
και με την «δειλίαν τῶν δούλων»:
α. «Ἡ
δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς [τοὺς δούλους], ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς
ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι
ἀδύνατον.», σσ. 51-52
β. «Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος,
παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν
εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν
καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας, οὔτε ἐστοχάζετο
κἂν εἰς τὴν ζωήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δόξαν τῆς νίκης καὶ εἰς τὸ χρέος τὸ πατριωτικόν.»,
σελ. 48
γ. «Ὁ μὲν ἐλεύθερος, λοιπόν, οὔτε ἐλπίζει, οὔτε φοβεῖται εἰς τὸ ὅ,τι μέλλει νὰ πράξῃ,
διότι εἶναι βέβαιος, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι, ἂν πράττῃ καλῶς, ἤτοι κατὰ τὰς νομικὰς
διαταγάς, βραβεύεται, καὶ ἂν πράττῃ ἐναντίον αὐτῶν, παιδεύεται. », σελ.
50
δ. «Πλήν, ματαίως καὶ
οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι
τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πεφοβισμένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.»,
σελ. 51
Κι αν η πραγματεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
ασχολείται με τις ρητορείες περί θάρρους κι άλλες ρευστές
φιλοσοφίες, είναι σαφές εντούτοις πως τελεί εν σιγεί για σοβαρά πρακτικά
προβλήματα ενός επερχομένου αγώνος, εις τα οποία δεν ανήκει μόνον η επιμελητεία,
κι ας τον θαυμάζουν τον 21ο οι «προοδευτικοὶ κύκλοι»·
άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας αναλογίζεται ορθώς ότι:
«...τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι
μικρὸν περὶ αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ νῦν Ἕλληνες μεγάλην χρείαν ἔχουσι καὶ ἄμποτες
κανένας φιλογενὴς νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ νὰ μάθωσιν ὅλοι, πόσον ἡ τέχνη τοῦ πολέμου
εἶναι μεγάλη», σελ. 34
Τα δε παραδείγματα του ρηθέντος συγγραφέως εις υποστήριξη
των αριθμητικών υπεροχών ίσως να μπορούσαν να πείσουν τους σύγχρονούς του· μα
για μικρό χρονικό διάστημα· δε θα μπορούσαν όμως σε καμιά περίπτωση να πείσουν τους αμέσως
μεταγενεστέρους βάση της δικής του λογικής:
«Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον
εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς.
Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα
ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν
αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.
Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα
ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ
θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ
ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ
τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν
καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν
τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ
τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης
καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», σελ. 157
Ο Γεώργιος ο Σέρβος
σκοτώθηκε από τους Τούρκους κι η επανάσταση του καταπνίγει 6 χρόνια μόλις μετά
την πραγματεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος». Βεβαίως
κανείς δε επιμένει πως η προσπάθεια του πήγε παντελώς χαμένη για τις εθνικές
προσδοκίες των λαών της Βαλκανικής. Εκείνο που λέγεται είναι ότι το βιβλίο του
ρηθέντος συγγραφέως δε θα πρέπει να λογίζεται ως εκείνο το οποίο είχε το
απόλυτον δίκαιον την εποχή που γράφτηκε, ώστε οι υπόλοιποι διαφωνούντες μ’ αυτό
τότε, να καταδικάζονται από τους σημερινούς ως «προδόται»
ή «δοῦλοι».
Εκείνη την εποχή οι επαναστάσεις ήταν πολύ δύσκολες υποθέσεις κι ας τις εννοούν
σήμερα μερικοί ελαφρόμυαλοι «ξυλόσοφοι φραντζέζοι» ως «μεσημβρινοὺς περιπάτους εἰς
τὴν Ἀθηναϊκήν λαχαναγορὰν» κρίνοντας εκ του αποτελέσματος προσπαθειών αιώνων.
Εν κατακλείδι, ούτως ή άλλως όλη αυτή η «λογικὴ»
επιχειρηματολογία της αριθμητικής «ὑπεροπλίας»
αντικρούεται με τα δόγματα του συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»
κι αντιστρόφως:
α. «φοβηθέντες [οἱ ἐχθροὶ Πέρσες] ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν
νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν», σελ. 30
β. «Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς
ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως
πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ
καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν.», σελ. 51
Αν πράγματι τα «πολυάριθμα στρατεύματα
δούλων ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ
καὶ παραμικράν, εὐθὺς» το βάζουν στα πόδια χωρίς να τολμούν ποτέ «νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν»,
τότε ποιό το νόημα όλης αυτής της κακόγουστης επιχειρηματολογίας περί αριθμών;
Έπειτα, αν πράγματι οι Έλληνες, ή οι Χριστιανοί, είναι τόσοι
πολλοί έναντι των Οθωμανών, τότε γιατί εκφράζει αυτό το δικό του το παράπονο,
περί αριθμητικής κατωτερότητας;
«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι
ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι
ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν
πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς
της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ
πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ . Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί
μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ
ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 119
Είναι γνωστό σε αρκετούς, ότι με εκείνο το παράπονο πως τα
μοναστήρια «κατανάλωναν αξιόμαχους άνδρες» έχουν καταπιαστεί δεκάδες
νεοπαγανιστές.
Πρβλ. απάτη «500.000 - 200.000 -
10.000 άπραγοι Μοναχοί στην άλωση της Κωνσταντινούπολης»
Πρβλ. απάτη «100.000
Μαυροφορεμένοι»

«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ», ΓΥΝΑΙΚΑ & ΕΡΩΤΑΣ
Ο μελετητής των νεοπαγανιστικών ατοπημάτων
γνωρίζει, πως από τα τα διάφορα που έχουν εφευρεθεί, ορισμένα στρέφονται ενάντια στην Εκκλησία για την
«κακή» θέση
της γυναίκας στο Χριστιανισμό. Έτσι, παραβλέπουν εύκολα ποια είναι η «θέση
της γυναίκας» μέσα στην «Νομαρχίαν τοῦ Ἀνωνύμου»,
όπως επίσης και το ποια είναι η θέση του έρωτα εις το μυαλό του
εθνικιστή
[επιτρέπεται μεν ο έρωτας μεταξύ ομοεθνών,
απαγορεύεται δε αυστηρώς με αλλοεθνείς].
Μελετώντας λοιπόν κανείς το έργο του «Άνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» βλέπει ότι η αλλοεθνής γυναίκα παρουσιάζεται από τη μία
μεριά ως ένα «πονηρό»
πλάσμα που κοροϊδεύει το σύζυγό της, όταν αυτός είναι Έλληνας, κι από την άλλη ως
ένα «ανόητο» θύμα, αν είναι
ομοεθνής, δηλαδή ελληνίδα· το εκπληκτικό είναι δε, ότι αυτή η «ανοησία» της ομοεθνούς γυναίκας
αποδεικνύεται δια μέσω της χειραγώγησης αυτής της τελευταίας από την Εκκλησία (!), αφού «πάντοτε» καταφέρνουν να την ξεγελούν οι «ἀμαθεῖς
καλογήροι» αποσπώντας της χρηματικά ποσά:
α2. «Οἱ τοιοῦτοι [βρωμεροὶ καὶ
χυδαιότατοι ἄνθρωποι...[μὲ]
τὴν ἄνανδρον καὶ ὄντως ἕβραϊκὴν των καρδίαν] ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς τὰς γραίας
γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δίκαιον, καὶ
ὅταν τινὰς τῶν ἀποδείξῃ τὸ ἄδικόν των, αὐταί, εὐθὺς ἀλλάζουσι ὁμιλίαν, καὶ εἶναι
ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσῃ τινὰς νὰ τὰς καταπείσῃ.», σελ. 146
α3. «Ὁ μεγαλείτερος
στοχασμός των [καλογήρων] εἶναι νὰ κρύπτωσι τὴν ἀμάθειάν των, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι πάντοτε
νὰ συνομιλῶσι μὲ τὰς γυναῖκας.», σελ. 117
α4. «Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται
καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται
- μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ
δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας,
οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ
κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον,
νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.»,
σελ. 116
α5. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων
τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι
πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111
α6. «Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας τὰς γυναῖκας, ἤτοι τὰς καλογραίας, διὰ
νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων», σελ. 125
Η «ανοησία» της ομοεθνούς γυναίκας έναντι της «πονηρής»
αλλοδαπής «αποδεικνύεται» στο γραπτό του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» ακόμη κι έναντι του «σοφοῦ διαφωτιστῆ».
Αυτή τη φορά η χειραγώγησή της εκ μέρους της Εκκλησιάς, συμβαίνει όταν «ἀμαθεῖς
καλογήροι ἤ κληρικοὶ» πλέον δεν της αποσπούν χρηματικά ποσά, αλλά όταν «ἀσελγοῦσι
ἐπὶ αὐτῆς ἐν ἄγνοιὰ της» παρουσιαζόμενοι ως άγγελοι (!) Κυρίου (νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων)·
αυτή η διαπίστωση καθιστά τις γυναίκες πιο αμαθείς κι από τους
αμαθείς:
α7. «Μία καλογραιοποῦλα ἐκοινοποιοῦσεν, ὅτι κάθε βράδυ ἐπήγαινεν
ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἐσυνομιλοῦσε μαζί της. Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, δι᾿ ὀλίγους μῆνας,
τὴν ἐδόξαζον ὡς ἁγίαν, ἀλλ᾿ ἀφοῦ, μετὰ ἐννέα μῆνας, ἐγέννησεν ἓν ἀρχαγγελόπουλον,
τότε αἱ ἄλλαι γυναῖκες τὴν ἐμίσησαν, αὐτὴ δὲ ἐνομίζετο πάντοτε ἁγία ἀπὸ ἁπλότητά
της, καὶ ὁ σοφὸς ἔκλαιε διὰ τὴν βαρβαρότητα τῆς ἀνθρωπότητος.», σελ. 124
Η επίθεση κατά της «πονηρᾶς»
αλλοδαπής γυναίκας εκ μέρους του φανατικού διαφωτιστή είναι πρόδηλη:
α8. «Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως,
ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην
μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των; Ποῦ νὰ δώσῃς
ἀκρόασιν καὶ πίστιν, ὦ τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, εἰς τοὺς πλαστοὺς λόγους της γυναικός
σου, ἡ ὁποία ἀφοῦ ὑπανδρευθῇ μαζί σου, ἄλλο δὲν προσμένει, παρὰ νὰ ἀπεθάνῃς, διὰ
νὰ σὲ κληρονομήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἄλλον ἄνδρα; Πῶς νὰ γεννηθῇ
ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν
τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ
πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;», σελ. 134
α9. «Αὐτοὶ σὲ μισοῦν, σὲ καταφρονοῦν καὶ σὲ περιγελοῦν παντοτινά. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
λέγει· «ἰδὲ τὸν χοῖρον, τὸν χυδαῖον Ἕλληνα, διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν οὐτιδανότητά του, ἠθέλησε νὰ λάβῃ σύζυγον ἀπὸ τὸ γένος μας. Ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος· τὰ βάρβαρα
ἤθη τῆς πατρίδος του δὲν τὰ ἄλλαξεν». Τί στοχάζεσαι,
ὦ ἀληθῆ κακότυχε, πὼς σὲ ἀγαπᾶ ἡ γυναῖκα σου; Μὴν ἀπατᾶσαι, σοῦ τὸ ξαναλέγω! Αὐτὴ
σὲ περιγελᾶ, σὲ ἀτιμάζει, σὲ κλέπτει, καὶ πολλάκις σοῦ ἑτοιμάζει τὸν θάνατον παράκαιρα.».
σσ. 134-135
α10. «Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὄντως ἀνοήτους; «Ὁ ἔρως μ᾿ ἐπλήγωσε,
τὰ θέλγητρά της μ᾿ ἐσκλάβωσαν, ἡ αἰσθαντική μου καρδία δὲν ἠμπόρεσε πλέον νὰ ἀντισταθῇ».
Ὦ ἀναίσχυντοι καὶ ὄντως μωροί! Ἐγώ, ὁποὺ περὶ πατρίδος καὶ περὶ τῆς ἐλευθερώσεώς
της σήμερον γράφω, ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι τὴν σήμερον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ
εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ὁ ἔρως εἶναι τὸ μεγαλείτερόν τους ἁμάρτημα.
Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι νὰ μὴν ἀγαπᾶτε, παρὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἀγαπήσητε
ὅ,τι τυχαίνει. Ἐγώ, τέλος πάντων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσω τὴν ὠφέλειαν, ὁποὺ ἐκάματε
εἰς τὴν πατρίδα σας, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἔπειτα, εἰς τί θέλει σᾶς φέρει ὁ ἔρως σας.»,
σελ. 135
α11. «Ἀλλὰ τοιαῦτα λόγια δὲν εἶναι διὰ τὰς ἀκοάς σας, οὔτε ἐγὼ θέλω κοπιάσει ματαίως
νὰ σᾶς τὰ εἰπῶ, καὶ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἔρως γεννᾶται ἀπὸ ἀμοιβαίαν κλίσιν καὶ
ἀπὸ μίαν συμπάθειαν καὶ συμφωνίαν εἰς τὰς ἰδέας ἀμφοτέρων. Ὅθεν, ὁ ἐδικός σας δὲν
εἶναι ἔρως, ἀλλὰ μία ἄλογος ἐπιθυμία, ὡσὰν ὁποὺ τόσον δύσκολα εἶναι νὰ συμφωνήσουν
τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων μ᾿ ἐκεῖνα τῶν ἀλλογενῶν, ὅσον φανερὸν εἶναι, ὁποὺ ὅσοι ἀλλογενεῖς
συζύγους ἔχουσι, ἐξ ἀνάγκης χάνουσι τὰ ἤθη των καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλο ἀπὸ τοὺς
Ἕλληνας, εἰμὴ ἡ ὀνομασία.
Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον
πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας,
καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών
του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο
δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς;
Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί
σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν»., σσ.
135-136
α12. «Αὐτοί, λοιπόν, περιφέρονται εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν
ἐκδύουσι τοὺς πολλὰ ἀθώους χωριάτας, καὶ μάλιστα τὰς γυναῖκας.», σελ. 115
α13. «Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ
τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς
ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ
ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των
δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν,
τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν
ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ,
καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε,
καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον
πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας
των.», σελ. 69
α14. «Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ διὰ ἐκείνους, ὁποὺ κατὰ δυστυχίαν μας
δὲν εἶναι ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποξενωθῶσι παντάπασιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ
ἀλησμονήσουν ἕως καὶ τὸ ὄνομά της, ἀπεφάσισαν μὲ ἄκραν ἀφροσύνην καὶ ἔλαβον εἰς
ξένην γῆν διὰ σύζυγον ἀλλογενῆ γυναῖκα; Ὤ, ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! Δὲν στοχάζεσθε, ὦ
ἀχάριστοι υἱοὶ τῆς δυστυχεστάτης πατρίδος μας, τὰ κακὰ ὁποὺ προξενεῖτε, ὄχι μόνον
εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας ἀκόμη; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμογνωμήσῃς
μὲ τὴν σύζυγόν σου, ὅταν εἰς τὸ κυριώτερον εἶσθε τόσον διάφοροι;»,
σελ. 133
α15. «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται
ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί
σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα
τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε
ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι,
δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134
α16. «Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ
βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν,
καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας
ἀρχοντίσσης» σελ.132
α17. «Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως,
ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην
μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των;»,
σελ. 134
α18. «Ὅσαι ἀλλογενεῖς γυναῖκες ἔλαβον Ἕλληνας δι᾿ ἄνδρας,
ὅλαι τὸ ἔκαμαν ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ ἢ δὲν εὑρῆκαν ὁμογενῆ των ἢ δὲν εἶχον ποῦ τὴν
κεφαλὴν κλῖναι.», σελ. 134
Το μίσος του εθνικισμού για τους έρωτες μεταξύ αλλοεθνών
είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και δεδομένο (βλ. σελίδα
έρωτας-εθνικισμός). Δε θα μπορούσε να εκλείψει από τη
διαφωτιστική μανία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», η οποία
είναι πρόδρομος εκείνης της εθνικιστικής.
Οι επαφές προς την
Εσπερία άλλο δε δείχνουν πως το «μῆλον θὰ
πέσει ὑποκάτω τῆς μηλιὰς»:
α19. «Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ
μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ
ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ
σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι», σελ. 58
Περισσότερο δε από όλα απορεί κανείς με τους
νεοπαγανιστές, βλέποντας αυτά τα
λόγια του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»:
β. «εἰς τὴν δουλείαν [...] ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας»,
σελ. 57, ίσως για χάρη του: «εἰς τὴν δουλείαν [...] ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς
συζύγους των», σελ. 57
Αντιθέτως με μεγάλη τους χαρά, παγανιστές και διαφωτιστές
παρουσιάζουν το του Παύλου:
β1. «22 Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν
ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ», Προς Εφεσίους, Κεφ. Ε΄
Ευχαρίστως όμως θα αποκρύψουν την υπεράσπιση:
β2. «25 οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας
ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ
αὐτῆς», Προς Εφεσίους, Κεφ. Ε΄
Άλλωστε, αυτές δεν είναι οι μόνες μονομέρειες εκείνων των
σκοτεινών κύκλων που παρουσιάζονται με το «λυχνάρι φωτὸς»
στο χέρι. Θα αποκρύψουν ξανά του «ἐχθροῦ τῆς Ἐκκλησίας»
του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» το περιβόητο:
«εἰς τὴν δουλείαν [...] ὁ γάμος
ἐκτελεῖται ὁ ὕστερος», σελ. 57
Με κουτοπονηριά κι αλαζονεία οι αντιχριστιανικοί κύκλοι, όταν θα κατηγορήσουν την
Εκκλησία ως «αρνησίζωη» και «αντιερωτική», θα παραβλέψουν αυτό το τελευταίο
εδάφιο του
«Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», γιατί αν το δεχθούν θα πρέπει
παράλληλα να παραδεχθούν ότι οι ίδιοι αυτοί είναι «εἰς τὴν δουλείαν»,
όχι κάποιου Τυράννου πολιτικού, αλλά εις την τυραννία των
σαρκικών τους παθών.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΠΕΡΙ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ
Ο «Λόγος περὶ Ἐλευθερίας» κι υπέρ
«Νομαρχίας» του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», μόνο ρητορικά υπέρ της πολιτικής επαναστάσεως κατά των
Οθωμανών μπορεί να εννοηθεί, ειδάλλως οδηγεί σε απογοητεύσεις για τα διδάγματά
του.
Ο συγγραφεύς αυτού του έργου, λοιπόν, σαφώς
γνωρίζει κι υποστηρίζει τη σημασία της θέλησης της πλειοψηφίας ενός λαού έναντι
της μειοψηφίας του:
«Ὅθεν, διὰ νὰ εὐτυχήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατόν, πρέπει πρότερον
νὰ ἐξαλείψῃ ὅσας αἰτίας τῆς δυσαρεσκείας του ἠμπορέσῃ, δηλ. νὰ ὑπακούῃ εἰς τὴν θέλησίν
του. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον
οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν
νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι.
Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ
εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων», σελ. 13
Κατέχοντας ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» αυτή τη γνώση περί διαφοράς
πλειοψηφίας και μειοψηφίας κι ορμώντας
κατά το σύνηθες έναντι της «δουλεῖας»,
υποστηρίζει αντιθέτως ότι στην μεν «Νομαρχίαν»
όλοι, μηδενός εξαιρουμένου,
συμφωνούν, ενώ εις την «Τυραννίαν»
διαφωνούν, ως να μην υπάρχουν διαφορές πλειοψηφίας-μειοψηφίας εις την πρώτη·
φροντίζει δε να δηλώσει πως «ὅλοι διέταξαν τοὺς νόμους»
εις την δεύτερη, πράγμα αναμφισβητήτως αναληθές (βλ. διαφορά πλειοψηφίας και
μειοψηφίας):
α. «Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ
τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ απαξάπαντος ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν
τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο,
ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν
ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.
Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν
τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος
των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε
ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον,
νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί
μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή,
ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται
δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον
εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του.
Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν
ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία,
ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος», σελ. 56
β. «Ἀλλὰ τί ἐστὶ ἐλευθερία; Εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ
ἰσχυρότεροι, εἰς μὲν εἰς τὴν μοναρχίαν, οὐδεὶς δὲ εἰς τὴν τυραννίαν, καὶ ὅλοι εἰς
τὴν νομαρχίαν.
Ὅθεν, κατὰ μὲν τοὺς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως
τοῦ καθενός, ἐπειδή, εὑρισκόμενοι χωρὶς νόμους, καὶ χωρὶς κριτάς, ὁ μὲν ἅρπαξ ὀνομάζει
τὰς ἁρπαγάς του ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας του, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄσωτος τὰς ἀσωτίας
του, καὶ ὁ κακὸς τὰς κακίας του.
Κατὰ δὲ τοὺς δευτέρους, ὡσὰν ὁποὺ ἐπώλησαν τὴν ἐλευθερίαν τους ἑνός, ἄλλο δὲν
ἐννοοῦσι μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, εἰμὴ τὰς προσταγὰς τοῦ κυρίου των, καὶ εἶναι μόνον
ἐλεύθεροι διὰ νὰ τὸν ὑπακούωσι. Ὁ τύραννος δὲ καὶ οἱ δοῦλοι του ἀγνοοῦσι παντάπασιν
τοιαύτην λέξιν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὴν ἐδοκίμασαν, διὰ νὰ ἔχουν ἰδέαν περὶ αὐτῆς.
Ὑπὸ τῆς νομαρχίας,
τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν
εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς
ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς
ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία
παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία.
Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον
τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία
ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς
ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς
προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.», σελ. 16
Βέβαια, αν κι ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
δεν παρατηρεί λεπτομερώς την αρχαία Ελλάδα όποτε
αυτό δε συμφέρει το έργο του ως επαναστατικού λιβέλου, εντούτοις αδίκως και γελοιωδώς ακολουθείται
από τους ταγούς της νεοδιαφωτιστικής και νεοπαγανιστής προπαγάνδας κατά της
Εκκλησίας.
Υποστηρίζοντας δε πως η
ασυμφωνία είναι «σημεῖον δουλείας» ενώ η «ὁμόνοια... μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας»
(βλ. κάτωθι παράθεμα) ξεχνά πάλι να παραδειγματιστεί ως όφειλε από την αρχαία
Ελλάδα που αποτελεί δορυφόρο γνώσης του και να παρατηρήσει ότι διχόνοια «δουλεῖας» υπήρξε μεταξύ πολιτικών κομμάτων της «Νομαρχίας»
μετά την παρέλευση του Περικλή εις την Αθήνα, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της
Σικελικής Εκστρατείας. Αυτή η καταστροφή προέκυψε εκεί που έπρεπε «οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων».
Δεν οφείλονταν η διχόνοια αυτή σε κανένα εξωτερικό «Τύραννον».
Ομόνοια δε, παρατηρείται πολλάκις εις τις αποφάσεις μοναρχικών, παρά δημοκρατικών
πολιτευμάτων των «ἐλευθέρων πολιτῶν», άσχετα ή όχι από
καταστροφικές ή μη συνέπειες κι αυτό αφορά και τους δύο.
«Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε
ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον
ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια,
εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται
ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ
νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται.
Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν
ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.
Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ
ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς
ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου,
ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον
πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι
τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας,
καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται
ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.», σσ.
58-59
Στην πολιτικοφιλοσοφική σκέψη του «Άνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» η επιχειρηματολογία υπέρ της Νομαρχίας έναντι της Μοναρχίας
είναι αναιμική· επί παραδείγματι, οι νεοπαγανιστές, θα έπρεπε να είχαν
προσέξει πως για τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα» ο άνθρωπος έχασε την ελευθερία του κι έγινε «δοῦλος»
μόλις δημιούργησε κοινωνία (α)· παράλληλα, δια της «Νομαρχίας»
ο πρώτος
υποστηρίζει πως ο άνθρωπος «ελευθερώνεται» δια της κοινωνικής αναγνώρισης, δηλαδή της τιμής που
του προσφέρουν οι υπόλοιποι άνθρωποι με τους οποίους συμβιώνει (β)· βέβαια όλες αυτές οι αναγνωρίσεις υπηρεσιών ή επιβραβεύσεις,
προϋποθέτουν οργανωμένη κοινωνία, την οποία ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» θεώρησε ως αιτία «δουλεῖας» κι άρα «ἀνελευθερίας»·
συμπληρώνει δε, πως με τις αναγνωρίσεις αυτές ο πολίτης δύναται να «δουλεύσῃ
πιστῶς τὴν πατρίδα του» (δ)· η τελευταία παράθεση τίθεται παρά του γράφοντος,
περί του ότι αναγνώριση
τιμής προσφέρει κάλλιστα κι η Μοναρχία:
α. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον
ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς
ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν
τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε
νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ
ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ 14
β. «Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει
τὸ μέγα ὄφελος
τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του·
ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν τιμήν του· ὁ νέος εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὴν φυσικὴν κλίσιν του,
καὶ νὰ δείξῃ τὴν ἀγχίνοιάν του· ὁ στρατιώτης ἔχει ἀναμφίβολον τὴν εὐεργεσίαν εἰς
τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις του· ὁ πτωχὸς δὲν φοβεῖται ἀτιμίαν, ἀλλ᾿ εὑρίσκει συμπάθειαν
καὶ βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχίας του, καὶ οὐχὶ ὕβρεις καὶ ἀνυποληψίαν·»,
σελ.24.
γ. «Τοὐναντίον δέ, εἰς
τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς
τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ
ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ
ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί,
νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ
μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.», σελ.
24
δ. «Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς
στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν
θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα, καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως
παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του, καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ
θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της.», σελ. 26
«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ»:
«ΣΦΑΞΟΝ ΜΕ ΝΑ ΑΓΙΑΣΩ»;
Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ήταν εκείνος ο οποίος ασκούσε κριτική στους χριστιανούς ιερείς,
αποδίδοντάς τους τα «εύσημα» των υποκριτών, εφόσον δεν ακολουθούσαν σύμφωνα μʼ
αυτόν τις εντολές του Χριστού ενόσω
χριστιανοί. Όμως για υποκρισία μπορεί να κακολογηθεί κι ο ίδιος, όταν:
α) παριστάνοντας τον «Ἕλληναν ἐλεύθερον
πατριώτην» :
«Ὦ Θεέ μου! Εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ μοῦ λέγετε τοιαῦτα λόγια; Ἔ, ἀδελφοί μου,
ἐσεῖς βέβαια δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις ὁποὺ εὑρίσκομαι ἐγώ, οὔτε
αἰσθάνεσθε ὅλον τὸ βάρος τῆς τυραννίας καὶ ὅλας τὰς δυστυχίας τῆς Ἑλλάδος ὅσον ἐγὼ
τὰς αἰσθάνομαι. Ἐγώ, ναί! Ἐγὼ δὲν ζῶ, εἰμὴ ὡς Ἕλλην οὔτε ἄλλο τι ἠμπορεῖ νὰ μοῦ
καταστήσῃ ποθητὴν τὴν ζωήν μου, εἰμὴ ἡ Ἑλλάς. Ἡ καρδία μου εὐθὺς ἀρχίζει νὰ ταράττεται
βιαίως, ὅταν ἀκούω τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μου.», σελ. 166
β) ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» νιώθει
συνταραγμένος, ενώ βρίσκεται εις τη σιγουριά της Δύσης:
«Ναί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀκόμη μίαν φορὰν διὰ πάντα σᾶς τὸ ἐνθυμῶ, ὅτι καιρὸς
τῆς δόξης ἔφθασεν, καὶ κάθε μικρὰ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος καταπολλὰ εἰς ἡμᾶς. Ἂς
τρέξωμεν λοιπὸν ὅλοι μας, ναί, ὅλοι μας, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἄμποτες κἀγώ,
σὺν τοῖς λοιποῖς φιλογενέσι μου, νὰ ἀξιωθῶ ὀγλήγορα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν
σωτηρίαν τῆς γλυκυτάτης μου πατρίδος καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι μας ἢ τὴν χαρὰν τοῦ
Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα.», σελ. 163
Αν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» ήτο πράγματι
πιο «πατριώτης» από τους Ρωμιούς, κατά τον τρόπο που ο
ίδιος πίστευε, έπρεπε να ήτο ήδη νεκρός, ή ζωντανός, τότε κάπου στο γεωγραφικό χώρο
της σημερινής Ελλάδας ή των επαναστατημένων περιοχών, όχι να διαμένει εις την Εσπερία. Τουλάχιστον θα έπρεπε να
είχε παρουσιάσει, για να μην του αποδίδεται η ρετσινιά του «ὑποκριτοῦ»,
κάποιο παράδειγμα από τα δικά του «πολεμικὰ ἀνδραγαθήματα»,
κι όχι να ανατρέχει σε εκείνα της αρχαίας Ελλάδος και του Σουλίου για να πείσει
τους υπολοίπους «Ἕλληνας», όταν αυτοί οι Έλληνες θα
έδιναν καίρια τη ζωή τους, όπως την είχαν ξαναδώσει προ του
1821 (βλ.
Α.Σ. 9).
Αν κυριολεκτούσε και δε ρητόρευε ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», θα μπορούσε να του σημειώσει κανείς, ότι ακριβώς αξίζει να σημειώσει
ομοίως κι εις τους
νεοπαγανιστές και τους νεοδιαφωτιστές σήμερα· δηλαδή το
γράμμα του Παπαφλέσσα εις τον αδελφό του (βλ. Α.Σ. 22).
Έπειτα ο ίδιος συγγραφέας, θεωρεί πως το να χύσει κανείς «ὀλίγον
αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν» είναι μικρό πράγμα, αρκεί βέβαια να μην είναι το
«ιδικό του», δηλαδή του συγγραφέως το αίμα:
«Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν
σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας. Ποῖος δὲν κόπτει τὸν δάκτυλον, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ τὴν χεῖρα
του; Λάβετε τὰ σπαθία τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν,
διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σσ. 160-161
Η ρητορική δεινότητα του συγγραφέως είναι πρόδηλη στο
παραπάνω εδάφιο, μόνον όταν αυτό σταθμίζεται μαζί με το παρακάτω· εκεί,
συμβουλεύοντας τους Έλληνες του εξωτερικού να συμμετάσχουν εις τον αγώνα, το
πρώην παραινετικό απαραίτητο «ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν»
μετατρέπεται σε απειλή για ποταμούς «αἵματος»:
«...ἂν
πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας, δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν
ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ αἵματος περισσότερον, παρὰ
ἂν εἶσθαν παρόντες», σελ. 140
Αυτά έχει η ρητορική τέχνη· δεν μπορεί να είναι δόγμα
αληθείας
εκείνο το ρητό το οποίο διδάσκει στον έναν για το ίδιο ζήτημα,
διαφορετικά από ότι εις κάποιον άλλον.
Από τα ανωτέρω δε, έχει γίνει φανερό ότι ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ορμά εναντίον σχεδόν παντός ανθρώπου της τότε
γνωστής «Εὐρωπαϊκῆς Οἰκουμένης»· δεν είναι δηλαδή μόνο
οι Έλληνες της εποχής του, εκείνοι οι οποίοι του κάθονται στο λαιμό για την υποδούλωση,
πλην Σουλιωτών και Μανιατών, αλλά επίσης κι όλοι οι Ευρωπαίοι· κι αυτό δείχνει την
πολιτική χροιά του έργου του, παρά την εθνική:
α. «Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος
καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος
τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα
οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν
μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον!
Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι
ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;», σελ. 168
β. «Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι...»,
σελ. 36
γ. «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»,
σελ. 36.
δ. «Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν
τῆς δουλείας των;», σελ. 66
ε. «Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ
ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται», σελ. 32
Άλλοι διαφωτιστές νιώθοντας ίσως με διαφορετικό τρόπο
πατριώτες, δε συμφωνούσαν κι είχαν διαφορετική άποψη για τους Έλληνες
και τις δυτικόφρονες απόψεις του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος».
Έτσι ο Δημήτριος Καταρτζής:
«...απέρριπτε
ως κακόβουλο τον υπαινιγμό μερικών Ευρωπαίων ότι εξαιτίας της αιχμαλωσίας τους,
η πολιτική κατάσταση των νεότερων Ελλήνων ισοδυναμούσε με εκείνη των αρχαίων
ειλώτων, αφού δεν ανταποκρινόταν στο κριτήριο του Αριστοτέλη για την ιδιότητα
του ελεύθερου πολίτη, το «μετέχειν κρίσεως καῖ ἀρχῆς».
Αντικρούοντας τον ισχυρισμό αυτόν, ο Καταρτζής επισήμαινε, ότι, αν και οι
Έλληνες δεν έλεγχαν απόλυτα το κράτος στο οποίο ζούσαν, ωστόσο συμμετείχαν στην
διοίκησή του. Η εκκλησιαστική τους ηγεσία, τα πολιτικά του ήθη και οι
θρησκευτικές τους παραδόσεις απολάμβαναν της επίσημης αναγνώρισης των κρατούντων
και τους συνέδεαν μεταξύ τους σε ενιαίο έθνος. Επιπλέον, πολλά μέλη του γένους
καταλάμβαναν εξέχουσες θέσεις στη διοίκηση του κράτους, έχοντας ακόμη και
προσωπική πρόσβαση σον ίδιο τον κυρίαρχο ηγεμόνα και συμμετείχαν στις ευθύνες
της διακυβέρνησης. Συνεπώς οι Έλληνες μετείχαν "κρίσεως
καὶ ἀρχῆς", όπως απαιτούσε ο Αριστοτέλης. τέλος, το γένος
διέθετε το δικαίωμα έγγειας ιδιοκτησίας, και σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας οι
ελληνικές κοινότητες απέλαυαν προνομίων που προσέγγιζαν την ελευθερία.
Προσδίδονταν έτσι στον αριστοτελικό ορισμό του ελεύθερου πολίτη συγκεκριμένο
κοινωνιολογικό περιεχόμενο, ο Καταρτζής κατόρθωσε να διατυπώσει τα κριτήρια που
προσδιόριζαν τη νεότερη ελληνική εθνότητα. [για τη σύνδεση Καταρτζή &
Διαφωτισμού βλ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σσ.199-200, 236-237 και
Δημαράς, D. Catargi, Philosophe Gree’, Studies on Voltaire and the Eighteenth
Century, 25 (1963), σσ. 509-518]», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 183-184)
Βέβαια, τον εαυτό του ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
όπως κάθε νεοπαγανιστής και νεοδιαφωτιστής που
ταυτίζεται μαζί του, δεν θα τον συμπεριλάβει στον μακρύ και ατελείωτο
κατάλογο των «δούλων» που
καθυβρίζει· διότι όλοι οι προειρημένοι
λαμβάνουν από μόνοι τους τη
θέση της «ὑπερπατριωτικῆς»
φωνής της
συνειδήσεως, η οποία δεν μπορεί να φοβάται όσα φοβάται ο αποδέκτης της. Αυτή
είναι που πρέπει να μιλήσει για
πολιτική επανάσταση·
άλλοι βέβαια θα είναι εκείνοι που θα σκοτωθούν για χάρη δική της, αλλά αυτό
«δεν έχει» σημασία. Σημασία έχει ότι εκείνη πρέπει να επιμείνει εις τα πιστεύω
της με κάθε τρόπο ακόμη κι όταν μιλά με υπερβολές.
Μεγάλα λόγια για τους «300»:
«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν
μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι
ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. [...] Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι
καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν
τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿
αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε
διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν
του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του»», σσ. 29-30
Υπερασπιστικός λόγος:
«Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο
ίδιος ο ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική
αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της
τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω. Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει ότι ο
ίδιος έγραφε για πολιτικά ζητήματα και όχι για αδιάφορα θέματα...», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 360)
Αληθεύει δηλαδή, ότι αυτή η προειρημένη φωνή της συνείδησης του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» δικαιώνεται, μόνο από τα αποτελέσματα της ίδιας αυτής
επανάστασης των «δούλων», παρά από τη ιδική της
ικανότητα, διότι η ίδια εκείνη φωνή που χλεύαζε, ή απορούσε με τους Ρωμιούς
λέγοντας το «τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»,
λέγει επίσης και τα εξής στη έξοδο του βιβλιαρίου του υπό του τίτλου «Διάλογος
ἀναμεταξύ τοῦ συγγραφέως καὶ τῶν φίλων του Σ. καὶ Κ.»:
«Ο ΣΥΓ. [...] Μάλιστα βλέπεις ὅτι δὲν
ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.
Ο Κ. Μερικοὶ δὲν βάζουν τὸ ὄνομά τους, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς
κατακρίσεις ὁποὺ τοὺς τυχαίνουν.
Ο Σ. Οὐχί, ὦ Κ. Ὁ φίλος μας δὲν τὸ ἔβαλεν, διὰ τὰς αἰτίας ὁποὺ
ἠξεύρομεν.
Ο ΣΥΓ. Σᾶς βεβαιῶ ὡς ἀδελφός, ὅτι καὶ αἱ αἰτίαι ὁποὺ λέγεις ἂν
δὲν ἤθελε ἦτον, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤθελα τὸ βάλει, ὡς μὴ ἀναγκαῖον. Ἂν ὅμως ἤθελε
γράψει τις ἐναντίον...
Ο Σ. Ἔ, δὲν ἐλπίζω νὰ εὑρεθῇ Ἕλλην τις, νὰ γράψῃ ἐναντίον τῆς
Ἑλλάδος. Εἰπέ μας τώρα τὸ τρίτον αἴτιον.
Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ
δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿ ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ
λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς
παρακαλῶ, μὴν...
Ο Κ. Εἰπέ μοι, εἰπέ μοι, σὲ παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴν τὸ ἀλησμονήσω.
Διατί ἔβαλες εἰς τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ὅταν καθ᾿ αὑτὸ δὲν εἶναι ἄλλο,
εἰμὴ ἕνας λόγος...
Ο Σ. Αὐτό, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι σφάλμα ἀσυγχώρητον. Ἐγὼ
ἀναγινώσκοντας τὸν τίτλον, ἐνόμιζα νὰ εὕρω τὸν τρόπον τῆς συστήσεως αὐτῆς τῆς
διοικήσεως, καί, τοὐναντίον, εὑρῆκα ἄλλα.
Ο ΣΥΓ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό, ὦ ἀδελφοί μοι, καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸ
σφάλμα μου, τὸ ἔβαλα ὅμως διὰ...
Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ὁ...
Ο Σ. Ἔ, νὰ τὸν πάρῃ ἡ κατάρα!
Ο ΣΥΓ. Ὑπομονή! Αὔριον ἑτοιμασθῆτε
νὰ μοῦ δώσητε τὴν γνώμην σας εἰς πολλὰ ζητήματά μου. Ἔρρωσθε.», σελ. 170
Να τι λέει μία σελίδα περί του άνωθι διαλόγου για να
καταπεισθεί ο αναγνώστης κι από διαφορετική κριτική πηγή πέρα της παρούσης:
α. «Βέβαια
δεν αποκλείονται καθόλου στο διάλογο οι λόγοι της συνωμοτικότητας. Η
διαπίστωση του ενός από τους δύο φίλους και συνομιλητές ότι δεν έβαλε τ΄ όνομά
του για τους λόγους που ξέρουμε αλλά και το συνωμοτικό πνεύμα με το
οποίο διεξάγεται η συγκεκριμένη συζήτηση δείχνουν ότι η ανάγκη της
μυστικότητας ήταν σημαντική για την επιβίωση του συγγραφέα του
έργου. Ο συγγραφέας μας το δίνει επίσης να το καταλάβουμε αυτό με τον τρόπο που
τελειώνει ο διάλογος των τριών φίλων στο τέλος του έργου. Αναγκάζονται να
τον διακόψουν, επειδή τους πλησιάζει ανεπιθύμητο πρόσωπο, το οποίο σε καμιά
περίπτωση δεν πρέπει να καταλάβει το περιεχόμενο της συζήτησής τους»
(Πηγή: http://www.alfavita.gr/artra/art5_4_9_826.php)
β. Επίσης ο Κιτρομηλίδης μαρτυρεί: «Αυτό ήταν το μήνυμα και ενός άλλου
πατριώτη, που κατέφυγε στην προστασία της ανωνυμίας, προκειμένου να εκφράσει
ανεμπόδιστα την επαναστατική του πρόσκληση», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 343)
Στις άνωθεν σημειώσεις δε διαφεύγει ότι η συνωμοσία εμφανίζεται
υπό του φόβου σύλληψης κι απώλειας της ζωής. Κι εδώ είναι όλο το τραγελαφικό της
ηρωοποίησης του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» από όλους
εκείνους τους
«προοδευτικοὺς», έναντι των μετέπειτα πραγματικών επαναστατών και πολεμιστών
Χριστιανών Ρωμιών -«δούλων» για τον συγγραφέα-
Ελλήνων, που πλήρωσαν με τη ίδιο τους το αίμα, όσο μελάνι έχυσαν
και χύνουν «ηρωικά» κάποιοι άλλοι χλευάζοντάς τους. Διότι βασικά, ο συγγραφεύς αυτός
κατηγορεί διαρκώς όλους τους υπολοίπους για κάτι που ενδιέφερε άμεσα κι αυτόν
τον ίδιο:
«....ὁ πρῶτος τοῦ [ἀνθρώπου] λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος
στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ
ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14
Το ερώτημα είναι: θα «ἔκλινε κανεὶς τὸν αὐχένα» [«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»]
αν δεν επρόκειτο να χάσει τη ζωή του όπως τον «ἔκλινε»
ο «Ἀνώνυμος Ἕλληνας» εις την Εσπερία σιγώντας
έμπροσθεν του κινδύνου;
Επιπλέον, ενώ ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» παρατηρούσε πως ο «ἀναγκαιότερος
στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του» ο κάθε άνθρωπος, αντιθέτως
όταν μιλούσε για πολιτικούς «δούλους» και δηλαδή για τον
δικό του εαυτό, εξοστράκιζε αυτόν τον «στοχασμὸν» ως «μὴ ἀναγκαῖον»:
«Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος
στῦλος τῆς τυραννίας [...] Ἡ δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς
αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε
δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι ἀδύνατον.», σσ. 51-52
Γιατί λοιπόν σήμερα κάποιοι αποδέχονται τη ρητορική του
τέχνη ως «ἱστορικήν ἐπιστήμην τοῦ ἡρωϊσμοῦ» καθιστώντας
όλους τους υπολοίπους της εποχής εκείνης δειλούς ή «δούλους»;
Μήπως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» δεν ήταν εκείνος που
θεωρητικά υποστήριζε, ενώ πρακτικά παράβλεπε, ότι:
α. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ
ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25
β. «Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν
του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του», σελ. 30
γ. «Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν [τὴν πατρίδαν], οἱ
φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ
ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ
τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ
ἄτιμον φιλοζωΐαν; Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ
ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; », σσ. 52-53
Ουσιαστικά η απόκρυψη των επαναστατικών πολιτικών ιδεών του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» έμπροσθεν ενός αγνώστου κι η απόκρυψη του ονόματός του εις
το σύγγραμμά του, άλλο τι δε δείχνει παρά το ότι ορισμένες ενέργειες
χρειάζονται προσοχή και περίσκεψη δίχως φανερούς «ἡρωϊσμοὺς»
αυτοκτονίας, οι οποίοι άλλο τι δεν είναι παρά «σφάξον με ἀγὰ
μου νὰ ἀγιάσω» κι όπου ο «ἀγιασμὸς» τυγχάνει να
είναι κοσμικές αποδόσεις:
«Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ
θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα,
μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον
μνήμην.
Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά
των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ἄγαλμα,
καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του,
καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης
θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ
ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.
Ἀλλ᾿ εἰς τὴν
νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς
τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ
τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ
ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν,
παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων
μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται
ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι
ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.»,
σελ. 26
Τις παρακάτω κοσμικές αποδόσεις «ἀγιασμοῦ»
παραδίδει με το στόμα του Σπαρτιάτη Λεωνίδα ως εθνική διδασκαλία ο διαφωτιστής «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», παρότι δεν μπαίνει στον κίνδυνο της καταγγελίας του, μήτε
δημοσιεύοντας το όνομα του, μηδέ μιλώντας περί τέτοιων ζητημάτων σε γνωστούς
αντιεπαναστάτες:
«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν
μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι
ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας
νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των. Ἂς ὑπάγωμεν λοιπόν. Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι
καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν
τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿
αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε
διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν
του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του». Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκφράσω τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκείνου τοῦ
ἥρωος, καὶ τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν ἐπακολούθων αὐτοῦ; Τὰ τοιαῦτα, ὦ Ἕλληνες, δὲν
γράφονται, οὔτε διηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον αἰσθάνονται.», σσ. 29-30
Η αποφυγή της άσκοπης θυσίας «ὑπὲρ
πατρίδος», -«ὑπὲρ πίστεως» ούτε συζήτηση-, εκ μέρους του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
αποδίδεται δια στόματος ιδίου:
«Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿
ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν
πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου.», σελ. 170
Παράλληλα ο στοχασμός του αναφέρει:
«Οἱ νῦν ἀρχιστράτηγοι τῶν ἀλλογενῶν, ἀφοῦ κατὰ συνήθειαν
προστάξωσιν ὅσα ἔμαθον νὰ λέγωσι, τότε ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰ ὄπισθεν, μὲ πρόφασιν
διὰ νὰ μὴν βάλουν εἰς κίνδυνον τὰ στρατεύματα μὲ τὸν χαμὸν τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτως
πολλάκις κλέπτουσι τὴν τιμὴν μιᾶς νίκης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἔλαβον ἴσως τὸ
παραμικρὸν μέρος», σελ. 153
Ενώ λοιπόν ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» επιθυμεί να ζήσει συνωμοτώντας, αποφεύγοντας τους άκαιρους
«ηρωισμούς» κι αναγνωρίζοντας παράλληλα την ύπαρξη ευνοϊκών καιρών [«Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν
ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν
τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160 & «Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει
τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι...», σελ. 139], κατακρίνει τους ιερείς δια το ότι δεν
κηρύττουν δημοσίως από άμβωνος στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα (β) όσα αυτός δεν
τολμά να παρουσιάσει ανοικτά σε 2-3 γνωστούς του εις την απόμακρην Δύσην:
«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος
τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης
ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ,
ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; »,
σελ. 122
Επειδή η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ως
πολλές φορές ελέχθη, έχει στην ουσία ρητορική βάση κι είναι σαθρή για τις
υπερβολές της, θα πρέπει να λεχθεί τούτο το τελευταίο στην παρούσα ενότητα. Ο
συγγραφεύς της, αυτός που καθυβρίζει τους πάντες περί «δουλείας»,
είναι κι αυτός με την σειρά του «δοῦλος» και προσπαθεί
ομοίως «νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ
ἀπὸ κάθε ἐναντίον», όπως παρουσιάσθηκε ανωτέρω.
Με άλλα λόγια, η «Ἕλληνική Νομαρχία»
δεν είναι τίποτα άλλο, κι αυτό αφορά τους σύγχρονους
νεοπαγανιστές, νεοδιαφωτιστές που την προωθούν, παρά ένα «βιβλιάριον»
ενός «δούλου» που παραλήπτες έχει «τοὺς
λοιποὺς δούλους» ομότεχνούς του. Εκείνος, ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ήταν που χλευάζοντας υπερήφανα τους υπολοίπους έκφερε το παρακάτω, την
ώρα που συνωμοτικά σιωπούσε έμπροσθεν του πιθανού κινδύνου της καταδόσεώς του
και της αφαιρέσεως της ζωής του:
«[...] Δὲν προφέρουσι πλέον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας μὲ φόβον, μήπως καὶ
τοὺς ἀκούσωσιν οἱ προεστοὶ ἢ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς κηρύξουσιν ἀθέους, ὡς πρότερον
ἔκαμνον, ἀλλὰ τὸ προφέρουσι μὲ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, ὁποὺ οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ
ἔχωσι». (σελ. 151)
Τρέμοντας για την ίδια τη ζωή του, στην πολύ πιο ήπια σε
συνθήκες Εσπερία, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα βροντοφωνάξει
και θα τον θαυμάσουν οι «προοδευτικοί» της σύγχρονης Ελλάδος καθισμένοι εις τα
αναπαυτικά τους γραφεία:
«Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ
ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; [...] Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ
ποῖος ὁ ξένος; (!) Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι
ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν;
Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ
ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται;
Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις;
Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς,
καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;»,
σελ. 119
Αληθεύει πως όταν φοβάται κανείς για την ίδια του τη ζωή,
περιμένει τους άλλους να «ἐκβγάλουν τὸν ὅφιν ἔκ τῆς ὁπῆς»:
«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος
τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης
ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ,
ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ
ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος
νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ
τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ
πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν
πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.»,
σελ. 122
Θα πρέπει να του αποδοθεί πίσω στον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα» η δική του διδασκαλία:
«ὁ ἐλεύθερος
ἀγαπᾶ τὴν ζωήν του, ὡς καὶ ὁ δοῦλος, καὶ περισσότερον. Ἂν δέ, εἰς διαυθέντευσιν
τῆς πατρίδος του, μὲ τόσην ἀδιαφορίαν τὴν θυσιάζει καὶ μὲ εὐχαρίστησιν, αὐτὸ ἀκολουθεῖ
μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶ περισσότερον τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα,
μὲ τὸ νὰ μὴν ξεχωρίζῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς δούλους
δὲν εὑρίσκεται.», σελ. 43
Δύο πράγματα συμβαίνουν· είτε ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» ήτο δειλός ή παράλογος:
α. «ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161
β. «τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ
τυράννου», σελ. 37
Παράλογος γιατί μέσα στο ίδιο το «βιβλιάριόν»
του αναλίσκεται εις τον τονισμό της αξίας της πολεμικής τακτικής σε αρκετές
σελίδες. Λοιπόν, τί αξία μπορεί να ʼχει η τακτική, αν είναι κανείς να πολεμήσει ενάντια
σε «δειλοὺς», τους οποίους άλλωστε φοβάται;
«...ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161
Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ’
Άμβωνος»
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΤΟΠΗΜΑ του ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ
Διαβάζοντας κανείς την «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν» αντικρίζει μέσα της μία Ορθόδοξη Εκκλησία που αποτελείται από
Πατριάρχες, Επισκόπους, Αρχιμανδρίτες, Μοναχούς κι Ιερείς, «αγράμματους»,
«προδότες», «άρπαγες», «χρυσολάτρες» «μέθυσους», «κλέφτες», «γαστρίμαργους», «αρσενοκοίτες»,
«μοιχούς» κ.λ.π., παρότι ως ελέχθη τα παραδείγματά της είναι εξόχως
λειψά για να αποτελούν μια
ιστορικά γενικευμένη αλήθεια.
Σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμον τὸν
Ἕλληνα» αυτές οι ρηθείσες ομάδες ανθρώπων «κλέβουν» το λαό, είναι
«αμαθείς», διδάσκουν την «υποταγή» προς το Σουλτάνο και γενικά με κάθε τρόπο
«καταπιέζουν» τους Έλληνες...
Όλες αυτές οι περιγραφές, αν αληθεύουν με τον τρόπο που ο
ίδιος ο συγγραφέας διηγείται, θα περίμενε κανείς να προκαλούν τεράστια αποστροφή
για τα ανωτέρω πρόσωπα σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο στον σημερινό αναγνώστη, αλλά ιδιαίτερα
εις τους Έλληνες Ρωμιούς την εποχή του 1821.
Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Ο ίδιος
συγγραφεύς υποστηρίζει πως ο ρωμαίικος λαός, αντί να τους αποστρέφεται, τους
άκουγε πειθήνια ωσάν αυτά τα ιερά πρόσωπα να μην αποτελούν καμία
«βδελυρή» ομάδα ανθρώπων:
α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν
καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα
ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν», σελ. 123
β. «Την αντίδραση του Γένους εναντίον της
Οθωμανικής κυριαρχίας και τη θέληση του να μη συμβιβαστεί με τη νέα
κατάσταση, ενσάρκωνε στην πράξη το κίνημα των Κλεφτών. Οι Κλέφτες ήταν
αντάρτες των βουνών, που φεύγοντας την καταπίεση των Τούρκων ή των Ελλήνων
κυρίων τους, σχημάτιζαν στα βουνά οπλισμένες ομάδες, που ζούσαν με τη
λεηλασία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλουσίων Ελλήνων γαιοκτημόνων.
Έδειχναν όμως παραδειγματικό σεβασμό στην κλήρο και προστάτευαν τους
φτωχότερους αγρότες. Ζούσαν συνεχώς "μὲ τ’
ἄρματα στὸ χέρι". Ο πόλεμος ήταν γι’
αυτούς τρόπος ζωής και η λεηλασία βιοπορισμός. Δεν έπεφταν όμως καθόλου στη
λαϊκή συνείδηση. Τόσο ο λαός, όσο και κληρικοί και μοναχοί, θεωρούσαν
υποχρέωσή τους να τους βοηθούν και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Κλέφτες,
με την ένοπλη αντίστασή τους, συντηρούσαν, ένα πνεύμα ακριβώς στους
αντίποδες του ραγιαδισμού. Ήταν το πνεύμα, που κρατούσε μόνιμα αναμμένη την
επαναστατική φλόγα.»,
(Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ.
Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σσ. 97-98)
Αυτό που εύχονταν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» για τους
Ρωμιούς ιερείς δε συνέβη: «Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν
ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι
μόνοι των.»,
σελ. 123
Ο διαφωτισμός δεν ήταν μια
«επανάσταση εθνική»· ήταν μια «επανάσταση πολιτική», που σημαίνει πως μετά την
εθνική επανάσταση των Ελλήνων, η ουσία του διαφωτισμού θα επιτυγχάνονταν με
νόμους και αλλαγές εις την κοινωνική διάταξη.
Αναλογίζεται δε τόσο καλά
ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» την προσήλωση του λαού προς τους
ορθοδόξους ιερείς, ώστε αδυνατεί να φανταστεί κάποιον άλλον που να έχει τόση
ισχυρή επαναστατική επιρροή εις τους Έλληνες στη δική του εποχή· γι’
αυτό θέλει να τους προσεταιρίσει στο δικό του
πολιτικό άρμα:
«Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, ἀφοῦ ἀκούσουν ἐλευθερίαν, τοὺς φαίνεται μία ἀθανάσιμος
ἁμαρτία. Τί λοιπὸν διδάσκουσι τὸν ἁπλούστατον λαόν; Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ
ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; Φέρουσιν ἴσως τὰς παραβολὰς τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ νὰ παρακινήσωσιν
τοὺς ἀκροατὰς εἰς τὴν ὁμόνοιαν; Ἐξηγοῦσιν ἴσως τὴν πρώτην καὶ μεγάλην ἐντολὴν τοῦ
«Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, ὡς ἑαυτόν»; Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ
ποῖος ὁ ξένος; Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι
ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν;
Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ
ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται;
Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις;
Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς,
καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;»,
σελ. 119
Η βαρύτητα της τελευταίας πρότασης του συγγραφέως είναι
σημαντικός παράγον για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την ευρύτερη
αποδοχή των λόγων των Εκκλησιαστικών από τους λαϊκούς κύκλους της εποχής του
1821. Με άλλα λόγια, όταν ο ίδιος ο συγγραφέας
επιθυμεί εκείνοι που υβρίζει υποτιμητικά, εκείνοι να είναι που θα διδάσκουν όσα
αυτός υποστηρίζει, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να παραδέχεται πως η γνώμη των
Εκκλησιαστικών κύκλων είχε, όπως κι έχει, μεγάλη αποδοχή εις τον Ελληνικό λαό:
«(8) Δημ2: ...εσείς οι επίσκοποι
έχετε ένα ακροατήριο από κάτω· υπάρχει κόσμος που σας ακούει, σας πιστεύει,
σας εμπιστεύεται κι έχει μια αξία ο λόγος σας πολλαπλή.»,
(Πρβλ. «Μη λαλείς επ Ἀμβωνος»,
σταθμός Mega Channel)
Η κατάληξη δε αυτού του συμπερασμού είναι πως, οι
διαφωτιστικές ιδέες της αποστροφής προς το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ήταν
το 1821 στην κυριολεξία τραγική
μειοψηφία η οποία
έχει διογκωθεί εις το νου του σημερινού αναγνώστη, τόσο ένεκα της δημοσιότητας που
αποδίδουν εις το κείμενο αυτό νεοπαγανιστικοί και νεοδιαφωτιστικοί κύκλοι μέσα
εις την προσπάθειά τους να την επιμηκύνουν ιστορικά προς τα πίσω, όσο και λόγω του σύγχρονου ελληνικού πανεπιστημίου, το οποίο κατά
περιπτώσεις και με «φραντζέζους καθηγητὰς» ποιοί
συγκρίσεις διαφωτισμού κι εκκλησιαστικών κύκλων με ελαφρώς πειραγμένα σταθμά
(παρουσιαζόμενα δεδομένα) σε καίρια ζητήματα για τις κριτικές αποφάσεις των
σπουδαστών.
«Στην πραγματικότητα, η καθ’ αυτό
αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει ελάχιστη
έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε: Πρόκειται
κυρίως για ανώνυμα κείμενα, όπως ο Λίβελλος -κάποτε και έμμετρα- ή Ελληνική
Νομαρχία, κάποιες επιστολές και ορισμένα κείμενα του Κοραή - ο οποίος όμως σε
πολλά άλλα κείμενα του, όπως είδαμε, υποστηρίζει ευθέως την Ορθοδοξία και τον
παιδευτικό της ρόλο. Τα κείμενα των λογίων που υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και
την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα, αλλά η επιλεκτική χρήση των
αντικληρικαλικών κειμένων από εκείνους τους σύγχρονους ιστορικούς και
διανοουμένους που -καθόλου τυχαία- υποτιμούν την εθνική διάσταση των προβλημάτων
του σύγχρονου ελληνισμού, έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη
υπερτίμηση αυτών των κειμένων και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του "φωτισμοῦ
τοῦ γένους"», (Πηγή:
Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και
Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις,
Αθήνα 2009, σελ. 102-103)
«Ο Λόγιος Ερμής άρχισε να βγαίνει την 1η
Ιανουαρίου του 1811, επέρασε ύστερα στα χέρια του Θεόκλητου Φαρμακίδη στα 1813,
κατόπιν στον Δημήτριο Αλεξανδρίδη στα 1814, που εξέδιδε τότε ένα άλλο περιοδικό,
τον Ελληνικό Τηλέγραφο, και τέλος στον Θεόκλητο Φαρμακίδη και στον Κωνσταντίνο
Κοκκινάκη· όταν ο Φαρμακίδης εσυνέχισε μόνος την έκδοση, ως το τέλος της, Μάιο
του 1821. Φανερό από όλα αυτά ότι ο Λόγιος Ερμής επέρασε από ποικίλες δυσκολίες,
των οποίων κύρια αφορμή ήταν η αχρηματία. Δύο φορές εσταμάτησε η έκδοσή του.
Εβοηθούσαν, βέβαια, οι ολίγοι και φωτισμένοι (sic), όπως ο Αλέξανδρος Βασιλείου,
ο φίλος του Κοραή, ή το Λύκειο Βουκουρεστίου· αλλά το κοινό δεν παρακολουθούσε:
στα 1815 ο Αλεξανδρίδης γράφει ότι ο "Λόγιος Ἑρμῆς"
είχε στο σύνολο καμιά δεκαριά συνδρομητές "ἔξω"·
υποθέτω ότι εννοεί από το εξωτερικό. Στα 1819 έγινε προσπάθεια για να συσταθεί
μια εταιρία χορηγών για την έκδοση του περιοδικού, αλλά δεν φαίνεται να
ευοδώθηκε το σχέδιο τούτο. Έτσι όταν μιλούμε για την ακτινοβολία του Λόγιου
Ερμή στα χρόνια εκείνα, πρέπει να νοούμε την έμμεση ακτινοβολία,
εκείνη που εγινόταν μέσα από τους λογίους και τους δασκάλους όσοι
παρακολουθούσαν την έκδοση του περιοδικού»,
(Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,
Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 378)
Η άποψη του ίδιου του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
αρκεί πάντως για να κουτσουρέψει αυτή την ιδέα της «πλατιὰς
ἀπηχήσεως»:
«Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ
τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν. Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν
οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος
νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι.», σσ. 119-120
Όταν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» αγανακτεί
επειδή οι «ἱεροκήρυκες» δε διδάσκουν τον λαό όσα
αυτός επιθυμεί, αναγνωρίζει ότι κανείς άλλος δεν υπάρχει εκεί για να το πράξει:
α. «Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν
οἱ Ἕλληνες»;
β.
«Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;»,
σελ.119.
Τραγική επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού είναι τόσο η απουσία του
συγγραφέως της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» εις την
ασφαλέστερη Δύση από το φόβο περί απώλειας του, ή εν πάση περιπτώσει η προσφυγή
του εκεί προς κρυφή ανάπτυξη των επαναστατικών ιδεών του, αι οποίες εις την
Ελλάδα θα είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις επί του ιδίου, όσο κι η «ἀπουσία
τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν»· δηλαδή κάποιων άλλων σε θέση «πνευματικοῦ
ὁδηγοῦ» αντί της Ορθοδόξου Εκκλησίας:
«Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι
δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία
τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν.»,
σελ. 98
Αλήθεια, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί
νεοπαγανιστή ή κάποιο αντίχριστο, που
ενώ αντιπαθεί τους εκκλησιαστικούς σαν τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα»,
ταυτόχρονα παρακαλεί την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία να διδάσκει εκείνη Ησίοδο ή
νεοπλατωνική φιλοσοφία ή αντιχριστιανισμό παρά αυτός; [«Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;»] Σαφώς κι όχι. Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλληνας» όμως, αυτό ζητούσε εις την εποχή του από την Εκκλησία. Να
διδάσκει πολιτικό διαφωτισμό στη θέση τη δική του, γνωρίζοντας κι αναγνωρίζοντας δηλαδή
την αγάπη που είχε ο Ρωμαίικος λαός προς το Ορθόδοξο κι αμαρτωλό
/ ανθρώπινο
σαν όλους, Ιεράτευμα, όπως παράλληλα αναγνώριζε την απουσία επιπλέον
ικανών ανθρώπων καταγομένων από τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της υπόδουλης Ελλάδος.
Αυτό λοιπόν είναι εν τέλει το ατόπημά του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος»· ότι παρουσιάζει μια
Εκκλησία γενικά μισητή για τα «ἀνάρμοστὰ» της έργα, ενώ αναγνωρίζει ότι μόνον
εκείνος ή ο στενός του διανοουμενίστικος κύκλος τη θεωρεί ως τέτοια, αντιπαθώντας την. Σε αυτό τον
αντιγράφουν στην απαρχή του 21ου αιώνα οι
νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές.
α. «Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν
καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα
ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν...», σελ. 123
β. «Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ
οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν,
καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί
δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139
Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η Ηθική»
Πρβλ. απάτη «Οι Κλέφτες & οι Κλέφτες»
ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821;
Στην ανωτέρω ενότητα έγινε νύξη για την ευρύτητα του
κινήματος του Διαφωτισμού εις την Ελλάδα. Εδώ θα
παρατεθούν περισσότερα στοιχεία για την απάντηση εις την ερώτηση του τίτλου.
Ένας από τους πιο γνωστούς και κυριότερους μελετητές του
σύγχρονου διαφωτισμού σημειώνει τα εξής για το «εύρος» του διαφωτιστικού
κινήματος στην Ελλάδα και την απήχησή του στις ευρείες λαϊκές μάζες:
α. «Με την απόφασή τους να μεταφέρουν τις
προσπάθειες τους από τις πρωτεύουσες του Διαφωτισμού στο μελλοντικό πεδίο της
επανάστασής τους, πέτυχαν την ενότητα θεωρίας και πράξης που δεν κατορθώνουν
πάντοτε οι επαναστάτες διανοούμενοι. Η οργανωτική τους βάση [Ρήγα Βελεστινλή και
στενών του συνεργατών] ήταν βέβαια υποτυπώδης», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 315-316)
β. «Η επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια
αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με
κορυφώσεις τους δύο εμφυλίους πολέμους στα 1823-1824. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι δυτικόφρονες διανοούμενοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία και, εξαιτίας των ιδεών
τους, μειοψηφία όχι ιδιαίτερα δημοφιλή»., (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 467)
γ. «Οι νέες ιδέες και η φιλελεύθερη
προδιάθεση περιοριζόταν ως επί το πλείστον μεταξύ των νέων εμπόρων και των
διανοουμένων, που διατηρούσαν άμεσες ή έμμεσες επαφές με τη Δύση. Ο
Διαφωτισμός
έγινε δεκτός κατά κανόνα με καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα σε όλα σχεδόν τα
άλλα κοινωνικά περιβάλλοντα στην Ελληνική Ανατολή [...] όχι μόνο απομονώθηκαν
πολιτικά τα πιο προοδευτικά και ριζοσπαστικά στοιχεία, αλλά οι πλουσιότεροι
έμποροι, οι οποίοι βαθμιαία απέκτησαν συμφέροντα στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων,
ένωσαν τις δυνάμεις τους με τα παλαιότερα ολιγαρχικά στοιχεία και μετέβαλαν τις
φιλελεύθερες επιδιώξεις τους [...] οι διαφοροποιήσεις στη στάση και στη θέση
ισχύος των εξευρωπαϊσμένων εμπορικών στοιχείων στην ελληνική κοινωνία στέρησαν
τη διανόηση του Διαφωτισμού από τους φυσικούς της κοινωνικούς συμμάχους [...]
Αυτό εξηγεί τη βαθμιαία διάβρωση και την τελική απώλεια των ισχνών ούτως ή άλλως
κοινωνικών βάσεων του Διαφωτισμού, εξέλιξη που σφράγισε την πολιτική μοίρα του
φιλελευθερισμού.», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 506)
δ. «...οι διαφωτιστές δεν φαίνεται να είχαν
συνειδητοποιήσει την εσωτερική αντίφαση μεταξύ της πνευματικής ανάπτυξης μεταξύ
της πνευματικής ανάπτυξης και της αναιμικής κοινωνικής βάσης της θεωρητικής τους
θέσης. Η εσωτερική αυτή αντινομία συνδεόταν με τη θέση των οπαδών του
Διαφωτισμού στην ελληνική κοινωνία: αποτελούσαν μια ισχνή μερίδα του
πληθυσμού συγκεντρωμένη στις εμπορικές πόλεις των Βαλκανίων και της Δυτικής
Μικράς Ασίας και στις κοινότητες της ελληνικής διασποράς, από δε τη φύση των
πραγμάτων παρέμειναν γενικά απομονωμένοι από την κύρια μάζα μιας παραδοσιακής
θρησκευτικά προσανατολισμένης και αναλφάβητης σε μέγιστο ποσοστό αγροτικής
κοινωνίας. Απομονωμένοι κατά το πλείστον από το κύριο σώμα της κοινωνίας, την
οποία ήθελαν να ποδηγετήσουν και να μεταρρυθμίσουν, οι οπαδοί του Διαφωτισμού
είχαν επιπλέον να αναμετρηθούν με τους συντηρητικούς εκπροσώπους της συμβατικής
ιδεολογίας. Οι συνακόλουθες διαμάχες διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στους κόλπους
της λόγιας παιδείας και δεν ανατάραξαν τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 500)
ε. «Στην πραγματικότητα, η καθ’ αυτό
αντικληρικαλική φιλολογία στην προεπαναστατική Ελλάδα καταλαμβάνει ελάχιστη
έκταση στο σύνολο των γραπτών κειμένων και μαρτυριών που διαθέτουμε: Πρόκειται
κυρίως για ανώνυμα κείμενα, όπως ο Λίβελλος -κάποτε και έμμετρα- ή Ελληνική
Νομαρχία, κάποιες επιστολές και ορισμένα κείμενα του Κοραή - ο οποίος όμως σε
πολλά άλλα κείμενα του, όπως είδαμε, υποστηρίζει ευθέως την Ορθοδοξία και τον
παιδευτικό της ρόλο. Τα κείμενα των λογίων που υπερασπίζονται την Ορθοδοξία και
την Εκκλησία είναι κυριολεκτικά αναρίθμητα, αλλά η επιλεκτική χρήση των
αντικληρικαλικών κειμένων από εκείνους τους σύγχρονους ιστορικούς και
διανοουμένους που -καθόλου τυχαία- υποτιμούν την εθνική διάσταση των προβλημάτων
του σύγχρονου ελληνισμού, έχει οδηγήσει σε μια κυριολεκτικά σκανδαλώδη
υπερτίμηση αυτών των κειμένων και του ειδικού βάρους τους στην πορεία του "φωτισμοῦ
τοῦ γένους"», (Πηγή:
Καραμπελιάς Γιώργος, Κοραής και Γρηγόριος Ε΄. Κοινωνικές Συγκρούσεις και
Διαφωτισμός στην Προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820), Εναλλακτικές Εκδόσεις,
Αθήνα 2009, σελ. 102-103)
στ. «Ο Λόγιος Ερμής άρχισε να βγαίνει την
1η Ιανουαρίου του 1811, επέρασε ύστερα στα χέρια του Θεόκλητου Φαρμακίδη στα
1813, κατόπιν στον Δημήτριο Αλεξανδρίδη στα 1814, που εξέδιδε τότε ένα άλλο
περιοδικό, τον Ελληνικό Τηλέγραφο, και τέλος στον Θεόκλητο Φαρμακίδη και στον
Κωνσταντίνο Κοκκινάκη· όταν ο Φαρμακίδης εσυνέχισε μόνος την έκδοση, ως το τέλος
της, Μάιο του 1821. Φανερό από όλα αυτά ότι ο Λόγιος Ερμής επέρασε από ποικίλες
δυσκολίες, των οποίων κύρια αφορμή ήταν η αχρηματία. Δύο φορές εσταμάτησε η
έκδοσή του. Εβοηθούσαν, βέβαια, οι ολίγοι και φωτισμένοι (sic), όπως ο
Αλέξανδρος Βασιλείου, ο φίλος του Κοραή, ή το Λύκειο Βουκουρεστίου· αλλά το
κοινό δεν παρακολουθούσε: στα 1815 ο Αλεξανδρίδης γράφει ότι ο "Λόγιος
Ἑρμῆς" είχε στο σύνολο καμιά δεκαριά συνδρομητές "ἔξω"·
υποθέτω ότι εννοεί από το εξωτερικό. Στα 1819 έγινε προσπάθεια για να συσταθεί
μια εταιρία χορηγών για την έκδοση του περιοδικού, αλλά δεν φαίνεται να
ευοδώθηκε το σχέδιο τούτο. Έτσι όταν μιλούμε για την ακτινοβολία του Λόγιου
Ερμή στα χρόνια εκείνα, πρέπει να νοούμε την έμμεση ακτινοβολία,
εκείνη που εγινόταν μέσα από τους λογίους και τους δασκάλους όσοι
παρακολουθούσαν την έκδοση του περιοδικού»,
(Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,
Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 378)
Μόνο έτσι κανείς, δηλαδή αντιλαμβανόμενος την
περιθωριοποίηση και την μικρή ευρύτητα του ελληνικού διαφωτισμού, μπορεί να
αντιληφθεί το παράπονο του συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»:
«Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς
ἀντιστέκεται.», σελ. 112
Υποτίθεται πως άνευ της «ἀμαθείας»
ο λαός θα ακολουθούσε τις πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες του
διαφωτισμού. Όμως, αν αυτή η μη συμμετοχή του λαού στο
Διαφωτισμό ήταν «ἀμάθεια»,
τότε τι μπορεί να ήταν η αποστροφή ανώτερων λόγιων διαφωτιστών προς τις ακραίες
ιδέες του Διαφωτισμού; δεν μεταστράφηκε αργότερα ο
Ευγένιος Βούλγαρης έναντι αυτών σαν προσέγγιζαν την απόρριψη του Χριστιανικού
Θεού;
Αυτός λοιπόν ο χαρακτηρισμός του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» είναι μια πικρία, σαν αυτές που λόγιοι
εκτόξευαν αναμεταξύ τους όταν δε συμφωνούσαν. Κι επειδή ο λαός δεν ακολουθούσε
τους διαφωτιστές, κατά το βαθμό που οι διαφωτιστές θα επιθυμούσαν, αναγκαστικά
επέσυραν τα σκώμματα επί των αντιπάλων των.
Ως γνωστό, υπάρχουν απόψεις νεοδιαφωτιστών, σύμφωνα με τις
οποίες
οι διδασκαλίες κι η αγάπη για την αρχαία Ελλάδα των ιδεολογικών τους προγόνων
ήταν εκείνες που
προκάλεσαν την επανάσταση του 1821 και έφεραν το αίσιο αποτέλεσμα· ειδάλλως,
σύμφωνα μ’ αυτούς, η Ελλάς θα είχε παραμείνει υπόδουλη «υπακούοντας τις όποιες
"αντεπαναστατικές" διδαχές
των Εκκλησιαστικών κύκλων».
Πέρα όμως του ότι επαναστάσεις Ρωμιών Ελλήνων έναντι
των Οθωμανών, έστω κι ανεπιτυχείς, υπήρξαν προ του
Διαφωτισμού
και προ του 1821, ειδάλλως θα πρέπει να υποθέσει κανείς ότι κανείς λαός
δεν εξεγέρθηκε ποτέ στην ιστορία μέχρι να εμφανιστεί ο διαφωτισμός, υπάρχει κάτι ακόμη που
εξασθενεί την ιδική τους επιχειρηματολογία. Κι αυτή δεν είναι παρά η ίδια η δική
τους φαρέτρα βιβλιοστασίου η οποία συμπεριλαμβάνει την «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν τοῦ Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος».
Σύμφωνα με την τελευταία, «αυτή» η επανάσταση των Ελλήνων,
δηλαδή η αναμενόμενη του «1821», θα πετύχαινε μόνο και μόνο επειδή η αυτοκρατορία
των Οθωμανών είχε γεράσει· κι αυτό το γήρας όπου υπάρχει, ως λέγει ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» δεν αφήνει χώρο για καμία άλλη αιτία, ούτε διαφωτιστική
επομένως:
«Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον
τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ
τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.
Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί
λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον,
ὅταν εἶναι αὐτή.», σελ. 147
Έπειτα οι ίδιοι τότε Διαφωτιστές σύρθηκαν από τα γεγονότα
της επανάστασης εκείνου του λαού που είχε χλευάσει για αμάθεια («Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ...»):
«Οι δημοκρατικοί ιδεολόγοι μπορούσαν να
ελπίζουν ότι είχε επέλθει η ώρα για να μεταβληθεί ο Διαφωτισμός σε κοινωνική
πράξη. Μολονότι δεν είχαν αρχίσει οι ίδιοι τον αγώνα της ανεξαρτησίας, είχαν
κάθε λόγο να πιστεύουν ότι οι οιωνοί ήταν ευνοϊκοί», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 457)
Ας μη ξεχνά ο αναγνώστης την δυνητικά «επόμενη» ή
«ακόλουθη», μέσα σε εισαγωγικά, επανάσταση των ελλήνων η οποία θα
πετύχαινε σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμο τὸν Ἕλληνα». Εκεί
υπάρχει ακόμη ένα ιστορικό ψεύδος και μια διαστρέβλωση εκ μέρους των διαφωτιστών και
των νεοπαγανιστών το οποίο καταφέρνει και ξεγελά αρκετούς σύγχρονους
μελετητές.
Ως ελέχθη, το ελληνικό έθνος
παρουσίασε
επαναστατικά κινήματα προ του 1821 και προ
Διαφωτισμού τα οποία απέτυχαν. Ακόμη και μετά από προσπάθειες του ελληνικού
Διαφωτισμού, εμφανίστηκαν ελληνικές εξεγέρσεις οι οποίες απέτυχαν
ομοίως· για
παράδειγμα η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία» τυπώθηκε στην Ιταλία
το 1806· η εξέγερση του Ιερού Λόχου απέτυχε το 1821·
μα κι αυτό το «έπος» του «1821» δεν είναι παρά μια σύμβαση
ημερομηνίας. Η «Μεγάλη Ιδέα» διατηρήθηκε μέχρι και την
καταστροφή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία το 1922 και τον διωγμό των εκεί
Ελλήνων· δηλαδή έναν αιώνα αργότερα.
Οι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές θα χρεώσουν
στο Διαφωτισμό την επιτυχημένη επανάσταση του 1821 ενώ θα
επιρρίψουν τις αποτυχημένες επαναστάσεις στους προ Διαφωτισμού, ή θα τις εξαφανίσουν
ιστορικά. Παράλληλα, ουδέποτε θα χρεώσουν στις ιδέες του
Διαφωτισμού, την καταστροφή του ελληνισμού
που κορυφώθηκε στη Σμύρνη, αν και δε λείπουν επιτυχημένες επαναστάσεις τις οποίες οι
διαφωτιστές μνημονεύουν π.χ. στη Σερβία του
Καραγιώργη
Ακόμη χειρότερα, για τους
νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές, που όλες τις επαναστατικές επιτυχίες του
ελληνισμού επιθυμούν να τις χρεώνουν στο Διαφωτισμό
και στο πνεύμα του, ο «Άνώνυμος Ἕλλην»
υπαινίσσεται ότι τα ήθη των Ελλήνων κι η [Χριστιανική], θρησκεία είναι εκείνα
τα στοιχεία που θα φέρουν την πολυπόθητη ελευθερία των πρώτων:
«Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα
[τρίτη] αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι
ἡ ἐπανόρθωσίς των. [...] Τέλος
πάντων φιλόθρησκοι καὶ εἰς τὸ ἄκρον ἐναντίοι τῶν ὀθωμανῶν. [...] Ἡ διοίκησις, ἡ
θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις
ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω,
τῶν περιστάσεων.», σσ. 147-155
Τέλος, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
διαπιστώνει αυτό που δε θέλουν επ’ ουδενί λόγο να παραδεχθούν οι αντίπαλοι του
Χριστιανισμού παγανιστές εθνικιστές. Ότι ο Χριστιανισμός διέσωσε το ελληνικό
στοιχείο:
«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον
ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ,
φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ
τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ
τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι,
καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε
ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των,
οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ
τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ
διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της...», σελ. 156
«Τὰ ἤθη, λοιπόν, καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν
Ἑλλήνων προδεικνύει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς των.», σελ. 157
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ»
2011
«ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΓΙΑ
ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ & ΝΕΟ-ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ
Ίσως αρκετοί αναγνώστες, μελετώντας την «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν», να πείσθηκαν πως το όνειρο του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» μετά την επανάσταση του 1821 επιτεύχθηκε κι ο λαός της
Ελλάδος, αλλά και του κόσμου όλου, έπαψε να είναι εκείνος «δοῦλος»,
που φαντάστηκε ο συγγραφέας της.
Συνέπεια του συμπερασμού αυτού θα ήτο πως οι
ψόγοι του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» δε θα έπρεπε πλέον να
υφίστανται κατά των Ελλήνων, εφόσον η επανάσταση έφερε την πολυπόθητη «ἐλευθερίαν»
και το «ἱερατεῖο» έπαψε να είναι «υπεύθυνο» για τα δεινά
της Ελλάδος, δηλαδή για την κατοχή της από τους Ρωμαίους (!) και τους Τούρκους (!),
σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα.
Η αλήθεια ίσως να ήταν διαφορετική σήμερα, αν ζούσε
ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» στη σύγχρονη Ελλάδα· μάλλον θα συνέχιζε καθυβρίζοντας τους πάντες, ακόμη και τους
νεοπαγανιστές και
νεοδιαφωτιστές αυλοκόλακές του, που θαρρούν πως στόχος του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» ήταν οι «Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς», προς
τούτο όσα αντι-ορθόδοξα «θυμοῦνται χαίρονται».
Αντίθετα, αυτός θα συνέχιζε την καθύβριση, καθόσον ο
άνθρωπος εν γένει, δεν κατάφερε να ευτυχήσει εις την «Νομαρχίαν», μήτε μετά την επανάσταση του
1821. Θα πρέπει εδώ δε, να ενθυμηθεί ο
αναγνώστης πως ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»
υποστήριζε το πολίτευμα της «Νομαρχίας» επειδή:
1. «Ὑπὸ τῆς νομαρχίας,
τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν
εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς
ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς
ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία
παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία.
Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον
τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία
ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς
ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς
προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.», σελ. 16
2. «Καὶ ἰδού, πάραυθα, ὁ στρατιώτης νὰ γίνηται ἥρως,
ὁ πολίτης νὰ κερδίζῃ τὴν ζωοτροφίαν
του, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς
ἀτιμίαν, καὶ ὁ πλούσιος νὰ μὴν στοχάζεται πλέον τὰ πλούτη του ὡς ἀρετοδοχεῖον, ἀλλ᾿
ἁπαξάπαντες νὰ εὑρίσκωσι τὴν εὐχαρίστησίν των χωρὶς τὸν παραμικρὸν κόπον, καὶ νὰ
εὐτυχῶσι.
Διότι, εἶναι φανερόν, ὁποὺ ὅταν ὁ ἀδύνατος δὲν βλάπτεται ἀπὸ τὸν δυνατόν, δὲν
τὸν θλίβει ἡ ἀδυναμία του, ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς
τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των, καὶ οὕτως ὅλοι εὑρίσκονται
εὐχαριστημένοι, συνζῶσι ὅμοιοι, καὶ ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν
των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως
καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν
τῶν νόμων των.
Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν
νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι
μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ
εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης
εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων.» σελ. 19
3. «Τοὐναντίον δέ, εἰς
τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς
τὸ καλὸν τῶν ἄλλων.», σελ. 24.
Πολλά χρόνια πέρασαν μετά την επανάσταση του
1821 και την
απομάκρυνση των Τούρκων από τον ελλαδικό χώρο. Όμως αν έκρινε ο έλληνας πολίτης
από το σημερινό κόσμο, αλλά κι υπό την εις «κρίσην»
διατελούσα Ελλάδα του 2011, θα έβλεπε ότι μήτε όλοι υπακούουν εις τους
νόμους, μήτε ο πολίτης κερδίζει με το αζημίωτο για τον αδελφόν του, μήτε ο
πτωχός είναι ευτυχισμένος με τη στέρησή του, μήτε ο κάθε πολίτης βρίσκει το καλό
του εις το καλό των υπολοίπων.
Με άλλα λόγια η «Ἑλληνικὴ
Νομαρχία», αλλά κι οποιαδήποτε άλλη «Νομαρχία»,
«Τυραννία» ή «Ἀναρχία» δεν
πρόκειται να επιφέρει εκείνο το επιθυμητό αποτέλεσμα που ονειρεύεται ο κάθε δίκαιος
άνθρωπος, όπως «ονειρεύτηκε» κι ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», όσο δε συμβαίνει αυτό που σημειώνει ο τελευταίος:
«Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ
ὅσον περισσότερον
εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι»,
σελ. 19
Ο δρόμος της εσωτερικής αλλαγής, («Ἡ δὲ δευτέρα
[ἀνομοιότης τῶν ἀνθρώπων] εἶναι ἡ ἀνατροφή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς ἀρετὰς καὶ
τὴν σοφίαν, ἤτοι τὰ καλὰ ἤθη. Ὅθεν, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ ἤθη.»,
σελ. 18), παρά της εξωτερικής των νόμων, είναι ο δρόμος του
Ευαγγελισμού της καρδιάς του ανθρώπου.
Εν έτη 2011 άπασα η Ελλάς μαστίζεται από την
πολιτική και κοινωνική διαφθορά. Αρκετοί πολιτικοί κλέβουν (τους συνανθρώπους
τους) και μεγάλο μέρος του λαού φοροδιαφεύγει (κλέβει τους συνανθρώπους του):
«Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας,
ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως
ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια
ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ
ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62
Είναι
δε αξιοσημείωτο το ότι όταν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» καθυβρίζει
την ιερά Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, της ποιεί ηθική σύγκριση με τους
Αποστόλους και δηλαδή με τους μαθητές του Ιησού Χριστού, στην ουσία με τον
«Τελευταίο», διότι χωρίς Ιησού Χριστό οι Απόστολοι δε θα μπορούσαν να είναι τίποτα
περισσότερο από κοινοί άνθρωποι:
«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τί ὁμοιάζεις, ἤθελα νὰ ἠξεύρω
ἀπὸ ἐσὲ τώρα ὁποὺ σὲ ἐρωτῶ, εἰς τί, λέγω, ὁμοιάζεις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους
τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἴσως εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν,
ὁποὺ ἐκεῖνοι ἐκήρυττον; Ἀλλ᾿ ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις
ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς. Ἴσως εἰς τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν;
Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον μεγάλον ξεφάντωμα δὲν εὑρίσκεται μέρος ἀπὸ τοὺς συγκλήτους σου, καὶ
ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λατρεύει δύο καὶ τρεῖς ἀρχοντίσσας μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν καὶ
σχεδὸν φανερά;
Μήπως τοὺς ὁμοιάζεις κἂν εἰς τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; Ἀλλὰ ποῖος
δὲν γνωρίζει τὴν ἄκραν ἀνευλάβειάν σου καὶ ποῖος δὲν ἠξεύρει πόσον γελοιωδῶς καὶ
χλευαστικῶς ἐκτελεῖς τὰς ἱερουργίας; Εἰς τί λοιπὸν τοὺς
ὁμοιάζεις; Εἰς τὴν φιλανθρωπότητα; Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ
τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς. Ἡ λύσσα σου διὰ τὰ χρήματα εἶναι ἀπερίγραπτος. Τοὺς ὁμοιάζεις ἴσως
εἰς τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν,
εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει πόσον προσπαθεῖ ὁ ἕνας νὰ βλάψῃ
τὸν ἄλλον. Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Βέβαια εἰς οὐδέν.
Ὢ τῆς δυστυχίας σας, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ μωροί. Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός,
διὰ νὰ σᾶς φωτίσῃ, ἐπειδὴ ἐσεῖς οὔτε κἂν στοχάζεσθε νὰ ἀνοίξητε ποτὲ ἓν βιβλίον,
διὰ νὰ λαμπρύνητε τὸν ἐσκοτισμένον σας νοῦν.», σσ.100-101
Αν σήμερα ζούσε ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
όχι μόνο θα καθύβριζε σε μια «Νέαν Νομαρχίαν», τους
έλληνες
νεοπαγανιστές και τους νεο-διαφωτιστές ως αντίχριστους,
αν πράγματι ήταν ολίγον Χριστιανός κι όχι κάποιος πολιτικός ρήτωρ
υποκριτής, αλλά θα καθύβριζε όλον τον
κόσμο συμπεριλαμβάνοντας και τους σύγχρονους Έλληνες, διότι ακόμη δεν έχουν
επιτύχει να ζήσουν την «Νομαρχίαν» που εκείνος
«ονειρευόταν».
Είναι πραγματικά υπερφίαλο το ότι νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές
θεωρούν το έργο του «Ἀνωνύμου Ἕλληνος» κάποιο κτήμα της δικής
τους φαρέτρας επιχειρημάτων, κι ένα θέμα που ίσως έχει κλείσει μετά το
1821, εφόσον το «ἐθνικὸν ὄνειρον»
τάχατες επιτεύχθηκε. Το ζήτημα όμως που τον απασχολούσε κυρίως δεν ήταν το «ἐθνικὸν ὄνειρον»,
αλλά το «πολιτικὸν ὄνειρον» της
δικαιοσύνης, το οποίο δεν έχει επιτευχθεί, ούτε πρόκειται...
Ο ηθικός έλεγχος ήταν κάτι που οι
διαφωτιστές συνήθιζαν να
ποιούν έναντι όλων των συμπολιτών τους, παραμένοντας οι ίδιοι κατά παράδοξο
τρόπο εκτός αυτού του ελέγχου ωσάν ούτοι να είναι οι κατ’ εξοχήν «ἀναμάρτητοι»·
εις την ουσία όμως ποιούσαν πολιτικό έλεγχο παρά ηθικό εκ της θρησκείας πηγαζόμενο· έτσι εξηγείται η δική τους «ἀναμάρτησία», αλλά και το ότι ο
ηθικός τους
έλεγχος περιστρέφονταν αποκλειστικά προς τους
πολιτικούς τους αντιπάλους, παρά κάποιους θρησκευτικούς:
«Ο Μοισιόδαξ δεν είχε αμφιβολία ότι ο
εναλλακτικός προσδιορισμός των ανθρώπινων σχέσεων, που εμπεριείχε η δυναμική των
εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες επιδίωκε, ήταν απαράδεκτος και
απειλητικός για μια κοινωνία η οποία, όπως πολύ καλά ο ίδιος γνώριζε, ήταν
παραδομένη στη ματαιοδοξία, την απληστία και τη διαφθορά. Τέτοια ήταν η κοινωνία
της φαναριώτικης αριστοκρατίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών, που ο Μοισιόδαξ είχε
προσπαθήσει να προσηλυτίσει στην υπόθεση του Διαφωτισμού. Οι κυριότερες
φροντίδες των ανθρώπων αυτών ήταν το επιδεικτικό ντύσιμο, η πολυτέλεια και τα
τυχερά παιχνίδια, η ιπποφοβία και το κυνήγι. Ανέχονταν στο περιβάλλον τους κάθε
είδους κόλακες, παράσιτα και άλλα ευτελή άτομα. Οι κόλακες, τα "κόμματα των
κακοβίων" κατά τον Μοισιόδακα, ευδοκιμούσαν καλλιεργώντας τη ματαιοδοξία, την
κενότητα και την αμάθεια, και υποθάλποντας ιδίως τις προκαταλήψεις κατά της
παιδείας -η οποία φυσικά θα μπορούσε να ανοίξει τα μάτια των κυρίων τους, έτσι
ώστε να αντιληφθούν τη διαφθορά τους.», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 240)
Το πολιτικό ρητό του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
ότι «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ
τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν
δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ,
καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.» [σελ. 22], δεικνύει κι εις τον πιο αφελή της
κοινωνίας ποιό ήταν το νόημα της εργασίας του περί «πολιτικῆς δουλείας»
και τι έχει επιτευχθεί παγκοσμίως περί «Ἐλευθέρας Νομαρχίας».
Σήμερα δε, που το «Ὁρθόδοξο ἱερατεῖον» πλέον έπαψε να «κινεί
τα νήματα», που φαντάστηκε αυτός κι επιθύμησε να φανταστεί κι ο
νεοπαγανισμός, ως δημόσιος μάρτυς κατηγορίας,
τον λίθο του αναθέματος κρατούν στα χέρια τους οι πολιτικοί κι η ίδια η
κοινωνία.
Ο διαφωτισμός πολέμησε την ελπίδα της Άνω Ιερουσαλήμ και
την αντικατέστησε με τα κοσμοείδωλα της επίγειας Ρώμης - Αθήνας και
Σπάρτης. Εκείνο που δεν αποδείχθηκε ακόμη είναι πως η Ρώμη, η Αθήνα κι η Σπάρτη,
ως πραγματικές υποτίθεται πολιτείες, μπορούν να φτάσουν την ευτυχία που
προσφέρει η καταφυγή εις την ιδεατή, για την ώρα, Άνω Ιερουσαλήμ.
Από το 1800 κι από «ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ»
μέχρι σήμερα, τί πράγματι άλλαξε στο πολιτικό ήθος των κοινωνιών, ώστε αυτές να
φαντάζεται κανείς ότι όντως βαίνουν
καλλίτερες;
«Εἶναι ἡ πατρὶς ὁποὺ φωνάζει εἰς τέτοιον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ὁποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται.
[...] Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν
γνωρίζει καλότατα εἰς τίνων χεῖρας εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία τῆς κάθε πόλεως κατὰ μέρος
εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σήμερον; Ὅποιος ἔχει περισσότερα χρήματα ἢ περισσότερα μέσα
[...], ἐκεῖνος οἰκονομεῖ καὶ διοικεῖ τοὺς λοιπούς. Ἀλλ᾿ οἱ τοιοῦτοι εἶναι
τόσον βάρβαροι καὶ ἀνάξιοι, ὁποὺ μόλις ἠξεύρουν νὰ ζήσουν αὐτοί, ὄχι δὲ νὰ εὐτυχίσουν
τὴν ζωὴν τῶν λοιπῶν.», σελ. 137
Προφανώς, όσο οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εκ των έσω, αυτό που
θα αλλάζει, είναι μόνον οι λέξεις των νόμων και των βιβλίων εκ των έξω...
ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ» ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ;
Χριστιανός ή Ψεύτης;
Επειδή την «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν»
διαδίδουν τόσο πολιτικές δυνάμεις, όσο και
θρησκευτικές, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι ευθύς αμέσως· εφόσον ο συγγραφέας της,
ποιεί σκληρότατο ηθικό έλεγχο εις τους Ορθόδοξους κληρικούς,
παραδίδοντας και διδασκαλίες διαφωτιστών, ως
«ὁμόθρησκὸς» τους, θα πρέπει να ισχύει ένα εκ των δύο
τινών:
α) είτε ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» ήταν
Χριστιανός, ως δήλωνε, έστω κι αν είχε παρασυρθεί από διαφωτιστικές
διδασκαλίες.
β) είτε ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» ήταν
ένας υποκριτής περί Χριστιανισμού, κι άρα ένας πολιτικός ψεύτης.
Αν ισχύει το α) τότε οι εχθρικοί προς την Εκκλησία κύκλοι
που προωθούν την «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν» χάριν «λογιοσύνης»,
πίπτουν εις τους ιδίους ηθικούς ελέγχους τους οποίους διάγει ο συγγραφέας της
προς τους κληρικούς χειριζόμενος το
ευαγγέλιο· συνεπώς δεν έχουν τίποτα άλλο να
κερδίσουν παρά την δική τους ηθική και θρησκευτική αυτοαναίρεση.
Αν αντιθέτως ισχύει το β) τότε αυτό φανερώνει καθαρά και
ξάστερα τους ψευδείς, υποκριτικούς και «πρακτορικοὺς»
ιδεολογικούς χώρους, που οι εχθροί της εκκλησίας μεταχειρίζονται για να την
προσβάλλουν.
Επειδή η στελέχωση του α) γίνεται «φανερά» μέσα από τα ίδια
τα λόγια της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» (:«οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς
καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86), δεν θα χρειαστεί να γίνει εδώ μια
περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της ενδείξεως.
Πρέπει όμως να αναπτυχθούν εκείνες οι ενδείξεις που
στελεχώνουν το «πρακτορικὸν» (διπλοπρόσωπο) του
συγγραφέα, «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», τον οποίο η «λογιοσύνη»
χαρακτηρίζει «πατριώτην», προφανώς παραδιδόμενη στις
δικές του μαρτυρίες:
«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν
μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα,
ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100
Η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές πως «ὅ,τι
λάμπει δὲν εἶναι χρυσὸς»· ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως
υποχρεώνεται σε «θυσίες» επειδή τον «βιάζουσι
...ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος». Έχει αποδειχθεί όμως με
περίσσεια, μέσα από τις δικές του απάτες, πως «ἡ ἀλήθεια»
δεν είναι με το μέρος του. Δεδομένου λοιπόν ότι το ψεύδος έχει στελεχωθεί
επαρκώς εις την δική του όχθη, εκείνο που μένει να ερευνηθεί είναι εάν το ψεύδος
αυτό επηρεάζει και το έτερο ήμισυ της δήλωσής του, «τὸ πατριωτικὸν χρέος»
του, το οποίο θα εξεταστεί κάτω από τη σημερινή έννοια του ελληνικού εθνικού
κράτους, μέσα από το οποίο έχουν γεννηθεί οι διάφοροι υποστηρικτές των θεωριών του.
Τα πολιτικά παραδείγματα
Ο εν λόγω συγγραφέας, δεν μοιάζει να αντιλαμβάνεται τον
αγώνα των «Ἑλλήνων» ως έχοντα κάποιο «αὐστηρὸν
πατριωτικὸν» χαρακτήρα, ως εκείνου που του αποδίδουν οι σημερινοί
πολέμιοι του Χριστιανισμού, οι οποίοι ζώντες πλέον σε
ενωμένο ελληνικό κράτος, επιτίθενται εις την «ἀντιπατριωτικὴν
προδοσίαν» της Εκκλησίας· έτσι, παρότι η «Ἕλληνικὴ
Νομαρχία» θα θυμίσει με τις γραμμές της στον αναγνώστη τους ελληνοπερσικούς εθνικούς αγώνες, εκεί που λίγοι πολέμησαν τους πολλούς,
συγκεκριμένα τις Θερμοπύλες, θα διδάξει επίσης την εξέγερση, δια της χρήσεως και
πολιτικών παραδειγμάτων.
Ακολουθώντας δηλαδή τον πολιτικό παραδειγματισμό, παρά τον
εθνικό, η ρητορική του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», συγκρίνει ένα ξένο κατακτητή, σαν τους Οθωμανούς, με τους
Τριάκοντα Τύραννους της αρχαίας Αθήνας, και την επανάσταση των Ρωμιών με την
εξέγερση του Θρασυβούλου κατά αυτών, ωσάν οι Τούρκοι κι οι Ρωμιοί να άνηκαν εις
το ίδιο έθνος, όπως ανήκαν οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι:
«Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν
νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως
ἠκολούθησεν [..] Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος
ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου [...] Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον
τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης,
ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν,
καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων
τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος,
τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην
των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας,
βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ
εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.», σσ. 70-71
Ποια σχέση αλήθεια μπορεί να έχει μια υπερεθνική
αυτοκρατορία με χιλιάδες στρατό και με μεγάλη οικονομική ευρωστία (Οθωμανικό
κράτος), με τους 30
τυράννους που υποστηρίζονταν από δράκες συμπαθούντων μια και μόνης ολιγοπληθούς
αρχαίας ελληνικής πόλεως (Αθήνας) με τη Σπάρτη ουσιαστικά να απουσιάζει;
Από ανάλογου είδους παραδείγματα φαίνεται η πολιτική χροιά
του δοκιμίου «Ἑλληνικὴ Νομαρχία» κι η «πατριωσύνη»
του, η οποία αναγόμενη στα πλαίσια της τότε εποχής, δεν φαντάζει διόλου
περισσότερο «φυσικὴ» (σημερινή) από ορισμένες άλλες
φιλο-οθωμανικές της εποχής εκείνης.
Ανάλογα, μήπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς σήμερα έναν
παρόμοιο «πατριώτην», ο οποίος εκδίδοντας «πονημάτιον»
υπέρ της απελευθέρωσης της κατεχόμενης Κύπρου από τους «τυραννικούς»
Τούρκους, θα παραδειγμάτιζε τους αναγνώστες του από την «επανάσταση» του
ελληνικού λαού ενάντια εις τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά ή από
οποιαδήποτε άλλη εμφύλια εσωτερική σύρραξη πολιτικού χαρακτήρα, ως λ.χ. εκείνος
του 46-49 μεταξύ «κομμουνιστών» κι «εθνικοφρόνων»;
Είναι σίγουρο πως ένας τέτοιος παραδειγματισμός θα γεννούσε
εύλογα ερωτήματα. Θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα, διότι η πολιτική διοίκηση,
παρά η εθνική διοίκηση, δηλαδή το πως θα κυβερνάται ο Ρωμιός της
εποχής, παρά από ποιον θα κυβερνάται ο Ρωμιός της εποχής εκείνης, είναι ο
κύριος προβληματισμός του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»·
αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τους ίδιους τους συλλογισμούς του συγγραφέα, εις τις
πρώτες κιόλας σελίδες του «πονηματίου» του:
«Δι᾿ οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα
ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς,
ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων
μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς
ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ
μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην,
καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.», σελ.7
Ας μην διαφεύγει κανενός λοιπόν, πως ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» δεν παρατηρεί το «πόσον εἶναι καλλιωτέρα
ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς» των
άλλων εθνών, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκικής, αλλά παρατηρεί το «πόσον εἶναι καλλιωτέρα
ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς»...
Καλύτερα την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ
τὴν Λατινικὴν μίτραν ἤ τὴν Ἐλληνικὴν Περικεφαλαίαν...» !
Ο συγγραφέας απασχολείται να αποδείξει ότι το πρόβλημα των
ελλήνων σε όλα τα χρόνια της υπό ξένων κατοχής τους, αφορά το είδος της διοίκησης, παρά
τον
διοικητή, δηλαδή το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η «Νομαρχικὴ Διοίκησις» παρά ο «Ἕλληνας
κυβερνήτης», ή ο έλληνας «νομοδότης», για να
χρησιμοποιηθεί το λεξιλόγιο του συγγραφέα.
«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος,
ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν,
ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του.
Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς
ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον
ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων,
καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του
καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς,
ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73
Αυτός, δηλαδή ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
δείχνει να είναι ευτυχισμένος, ή αν θα μπορούσε να πει κανείς, θεωρεί τους
έλληνες τυχερούς, που δεν υπόκειντο σε «Μοναρχικὴν»
διοίκηση ελλήνων κυβερνητών, όπως υπόκειντο λ.χ. οι Βυζαντινοί για αιώνες, αλλά
αντιθέτως παρέμειναν υπό της Οθωμανικής διοικήσεως:
«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον
ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ,
φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ
τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους, καὶ
τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι,
καὶ δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε
ἔμειναν οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των,
οὔτε εἰς τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ
τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ
διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος
τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.», σελ. 156
Η «ευτυχία» του αυτή αποδεικνύεται από τις προσπάθειές του
να αποδείξει, πως η ελευθέρωση της Ελλάδος καθίσταται εύκολη εφόσον εξαρτάται από
τα ήθη εκείνα, τα οποία «δυστυχώς» ίσως θα διέφθειρε κάποιος «μονάρχης, ἤτοι τύραννος
τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους» και που δεν μπόρεσε να διαφθείρει ο Οθωμανός:
α. «Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα
[τρίτη] αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι
ἡ ἐπανόρθωσίς των», σελ. 147
β. «Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, πόσον εὐκόλως ξαναλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν της μία πολιτεία,
ὅταν τὴν χάσῃ ἀπὸ ἁρπαγὴν κανενὸς τυράννου, καὶ ὅταν φυλάττῃ σῶα τὰ ἤθη της.»,
σελ. 71
Αυτή η συλλογιστική ξεπερνά σε «ἐθνικιστικὴν
ἐντροπὴν» την απόφαση των Βυζαντινών να
προτιμήσουν την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ τὴν Λατινικὴν μίτραν»
ώστε να περισώσουν την πίστη τους, εφόσον ο «πατριώτης»,
όπως τον χαρακτηρίζουν με απόλυτο τρόπο οι έλληνες Ακαδημαϊκοί, προτάσσει την «Τουρκικὴν
τιάραν παρὰ τὴν Ἑλληνικὴν Περικεφαλαίαν...» (!) για να σώσει τη μορφή του
Πολιτεύματος..
Αυτός ο συμπερασμός, θα πρέπει να σημειωθεί «μετὰ
πάσης βαρύτητος» έναντι όλων εκείνων που «μιαίονται»
από τις αποφάσεις των Βυζαντινών Ενωτικών και «ἀγαλιάζονται»
υπό του πολιτικού πράκτορος «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος».
Αυτός, ο «πατριώτης», όχι για κάποιο ατέλειωτο
Παράδεισο, αλλά για μια επίγεια προχειρότητα, η οποία διαρκεί πολύ λίγο,
προτιμά τους ξένους διοικητές παρά τους έλληνες, ενώ η ρηθείσα πολύ μικρή
χρονική διάσταση της «πολιτικῆς Νομαρχιακῆς εὐδαιμονίας»,
δεν έχει να κάνει τόσο με την ολιγόχρονη βιολογική ζωή των ανθρώπων, όσο με τα
φανταστικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στις βασιλείες και στις Νομαρχίες από
τον ίδιον:
«Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν
ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν,
ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός,
ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿
ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων,
βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν
ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός.» ,σελ.
61
Η παρομοίωση δε των «Βασιλείων» με «χαλάσματα»
είναι μια από τις πιο κουτοπόνηρες ερμηνείες, διαφωτιστών ή μη αδιάφορο, ενάντια στην υπερ-χιλιόχρονη «Βασιλεία
τῶν Ρωμαίων» του Βυζαντίου, που το μόνο που επιθυμεί να πράξει είναι
να υπεραπλουστεύσει μια σειρά από ιστορικούς παράγοντες, οι οποίοι διατήρησαν σε
ζωή το
πιο πολύχρονο χριστιανικό κράτος της Ευρώπης, ανάμεσα σε δεκάδες εχθρούς· ως εκ τούτου
επιθυμεί να το μειώσει πλαγίως με προχειρότατες «ξυλοσοφίες»
και «κακοσοφίες» που γεννήθηκαν στη Δύση.
Με Διαφωτισμό και την «Τουρκικὴν τιάραν παρὰ
τὴν Λατινικὴν μίτραν» & τα Ήθη ... της Πολιτικής
Όταν ο Charles Diehl θα περιγράψει τη συμπεριφορά
ορισμένων της τάξης
των εμπόρων, εκείνων που χρηματοδότησαν τον
Διαφωτισμό, θα
εξιστορήσει για το τέλος του Βυζαντίου:
α. «ὁ τραχὺς τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ
Βενετοὶ ἔμποροι συμπεριεφέροντο πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ταχέως ἤρχισε νὰ ἀνησυχῇ
αὐτούς», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του
Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 175)
β. «Ἡ Βενετικὴ ἀλαζονεία καὶ ἡ τραχύτης, μεθ’
ἧς συμπεριεφέροντο ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐξηρέθιζον τοὺς Ἕλληνας», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του
Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 175)
γ. Στον οικονομικό και στρατιωτικό μαρασμό θα τονίσει πως με
τους «στόλους τῶν Ἰταλικῶν Δημοκρατιῶν»,
«τὰ τελωνεῖα, ἀπὸ τῶν χρόνων καθ’ οὕς τὸ ἐμπόριον τῆς
αὐτοκρατορίας περιῆλθεν εἰς χείρας τῶν Βενετῶν καὶ τῶν Γενουηνσίων, καθ’ ἑκάστην
παρουσίαζον σημαντικὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσπράξεων», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του
Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σσ. 226-227)
δ. «αἳ ἐφήμεροι ὅμως αὐταὶ ἐπιτυχίαι [τοῦ
Ἀνδρονίκου τοῦ Γ΄] οὐδόλως εἶχον ἐλαττώση τὴν ἰταμότητα οὐδὲ τὴν ἄπληστον
κερδοσκοπίαν τῶν ξένων ἐμπόρων. Οἱ Βενετοί, κύριοί του Αἰγαίου καὶ πολὺ ταχέως
διεισδύσαντες εἰς τὴν Κων/πολιν καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, δὲν ἤσαν ὀλιγώτερον
ἐπίφοβοι. Αἵ δύο δημοκρατίαι [Γένοβα - Βενετία] συμπεριεφέρεντο πρὸς τὴν
αὐτοκρατορίαν, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κατακτηθείσας χώρας, περιφρονοῦντες τοὺς
Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορας καὶ ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτοὺς τὴν θέλησιν αὐτῶν διὰ τῆς
βίας, προκαλοῦντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ ταραχὰς καὶ φόνους, εἰσχωροῦντες διὰ τοῦ
στόλου αὐτῶν μέχρι τοῦ Κερατείου κόλπου, γινόμενοι αἴτιοι ἐπαναστάσεων ἐντός της
πρωτευούσης (1375), ἀναγκάζοντες διὰ τῶν ἀπειλῶν αὐτῶν νὰ παραχωρῶσιν εἰς αὐτοὺς
ἐδάφη καὶ προνόμια, ἱδρύοντες -ὡς ἔπραξαν οἱ Γενουήνσιοι τῷ 1348 ναυτικὸν
σταθμὸν εἰς τὸν Βόσπορον, λαφυραγωγοῦντες τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ
προσβάλλοντες καὶ αὐτὴν τὴν Κων/πολη- ὡς ἔπραξαν, οἱ μὲν Βενετοὶ τῷ 1305, οἱ δὲ
Γενουήνσιοι τῷ 1348...», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του
Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 234)
ε. «Ἡ Γένουα ἐδημιούργει εἰς τὴν
ἀνακτηθεῖσαν Χίον (1347) ἰσχυρᾶν ἐμπορικὴν ἑταιρείαν ὑπὸ τὸ ὄνομα "Μαόνα" [ἐταιρία
ἀποτελουμένη ἐκ τῶν κυριευσάντων τὴν νῆσον ναυκλήρων, εἰς τοὺς ὁποίους
περιήρχοντο αἳ πρόσοδοι αἳ ἐκ τῶν φόρων τῶν ἐπιβληθέντων εἰς τοὺς Χίους καὶ αἳ
ἐκ τῶν μαστιχοδένδρων τῆς νήσου]. Οἱ Λατῖνοι, κατὰ τὸ λέγειν Βυζαντινοῦ
ἱστοριογράφου, "εἶχον καταλάβη πάντα τὸν πλοῦτον τῶν Βυζαντίνων καὶ πάντα
σχεδὸν τὰ εἰσοδήματα τῆς θαλάσσης" ἐπισπεύδοντες οὕτω τὸν οἰκονομικὸν
ὄλεθρον τῆς αὐτοκρατορίας», (Πηγή: Charles Diehl, Ιστορία του
Βυζαντινού Κράτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Εστία, 1923, σελ. 235).
Έτσι, είναι γνωστό πως πολλοί Ορθόδοξοι από την εποχή του
Βυζαντίου είχαν αποκομίσει πολύ άσχημη εντύπωση για την πολιτική των Λατίνων στη
Δύση. Αυτό συνεχίσθηκε κι αργότερα βάση των αποκομισθέντων εμπειριών, εξ
σταυροφόρων (1204), εξ
«ευγενών» ή εξ «εμπόρων»:
στ. «Ο Κυπριανός προσπάθησε να εμψυχώσει τους
συγχρόνους του [Κυπρίους] για να αντέξουν τις αντιξοότητες της δουλείας,
επισημαίνοντας ότι το παρελθόν υπήρξε ακόμη σκληρότερο από το παρόν. Υπό την
εξουσία Χριστιανών κυρίων, όπως οι Φράγκοι ευγενείς και η βενετική εμπορική
ολιγαρχία, η εκμετάλλευση, η καταπίεση και τα δεινά υπήρξαν χειρότερα από ότι
υπό την εξουσία των Τούρκων. [Κυπριανός ο Κουριοκουρίνεος, Ιστορία Χρονολογική
της Νήσου, Κύπρου - +Αντώνιος Κατήφορος, Γραμματική Ελληνική ακριβεστάτη,
Βενετία 1734, αφιερωτική επιστολή.]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 121)
Άλλωστε για αυτήν την προτίμηση Οθωμανών έναντι των Δυτικών,
κάποιοι Ορθόδοξοι λοιδορούνται από τους «προοδευτικοὺς»,
οι οποίοι δεν φαίνονται να χωλαίνουν για εκείνη την πολιτική χροιά της σκέψεως του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», δηλαδή εκείνη της
προτιμήσεως της «Τουρκικῆς τιάρας παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς
Περικεφαλαίας...» (!):
«Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον
ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα, οἱ ὀθωμανοὶ δέ,
φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς οὔτε νὰ
τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη [....] ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος
τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν κάμει.», σελ. 156
Αυτή η «φθορά» που συνέβη στα ήθη και στην «πρώτην των [Ἑλλήνων] καθαρότητα»,
για την οποία ομιλεί ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»,
τίποτε άλλο δεν είναι παρά η πολιτική πεποίθηση. Η αλλαγή της πολιτικής
πεποίθησης είχε «μετατρέψει» τους έλληνες σε «αλλοεθνείς», όπως ανάλογα τύγχαναν στη σκέψη
του συγγραφέως «αλλοεθνείς» ο Φίλιππος κι ο υιός του Μέγας Αλέξανδρος:
«Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς
ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ,
ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία
παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία[...] ἄφευκτα ἀποτελέσματα
τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς
ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς
προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου
γένους...», σελ. 16-17
Όπου, όπως ελέχθη, πρόγονοι δε θα μπορούσαν να είναι οι
Φίλιππος, Αλέξανδρος, άλλοι βασιλείς ή μονάρχες των παλαιών Ελλήνων και των
Βυζαντινών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δηλαδή, οι έχοντες διαφορετική πολιτική άποψη
από τον «πατριώτην Ἀνώνυμο Ἕλληνα», καίτοι Έλληνες, δε
φαίνονται να γίνονται αντιληπτοί ως «γλυκύτατοι ... ὁμογενεῖς»,
(σελ.86)
Η δε δουλεία, δεν είναι η υποταγή σε κάποιον ξένον,
«αλλογενή» κατακτητή, αλλά η υποταγή σε κάποιο βασιλέα, αυτοκράτορα ή κυβερνήτη,
σαν τον Ιωάννη Καποδίστρια που λοιδορούσε ο Α. Κοραής.
Έτσι ο συγγραφέας θεωρεί πως κάποιο «ἑτερογενὲς βασίλειον»,
διαφορετικό από τους Οθωμανούς, δε θα ωφελούσε τους έλληνες, επειδή το πολιτικό
καθεστώς δε θα άλλαζε, κι όχι γιατί εκείνο θα ήτο «ἑτερογενὲς»:
«Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, πρέπει νὰ πέσῃ ἐξ ἀποφάσεως, ἢ οὕτως
ἢ οὕτως. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὸ γένος μας, ἂν κυριευθῇ ἀπὸ
ἑτερογενὲς βασίλειον.
Τότε οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν μείνει πλέον Ἕλληνες, ἀλλὰ κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον
θέλουν
διαφθαρῆ τὰ ἤθη των, καὶ θέλομεν μείνει πάλιν δοῦλοι, καὶ
δοῦλοι ἴσως, πάλιν, ἀλευθέρωτοι
διὰ πολλοὺς αἰῶνας.», σελ.
161
Ποια θα ήταν όμως η θέση του συγγραφέα αν «τὸ
γένος» των Ελλήνων δεν κυριεύονταν από «ἑτερογενὲς βασίλειον»
αλλά από «ἑτερογενὴν Νομαρχίαν»;
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» προτάσσει στους
αναγνώστες τους να συμβουλεύονται πολιτικά τον Αδαμάντιο Κοραή:
«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος,
τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ.
127
Ο «ενάρετος» αυτός φιλόσοφος του
Διαφωτισμού,
«υποστήριζε» τις πολιτικές ιδέες του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»:
«Τί συμφέρει εἰς τὴν
ἐλευθερωμένην ἀπὸ Τούρκους Ἑλλάδα νᾶ πράξῃ εἰς τὰς παρούσας
περιστάσεις διὰ νὰ μὴ δουλωθῇ εἰς Χριστιανοὺς τουρκίζοντας.
[«Διάλογος
δύο Γραικῶν», εκδόμενος από το Γ.
Πανταζίδην, Παρίσι 1830, 36 (είναι ψευδώνυμο του Κοραή)]»,
(Πηγή: Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Κ.Θ. Δημαράς, Έκδοση Ε΄,
Νεοελληνικά Μελετήματα Ερμής, Αθήνα 1989, σελ. 514)
Η υποδούλωση «εἰς
Χριστιανοὺς τουρκίζοντας» είναι η διατήρηση της Βασιλείας
έναντι της Γαλλικής εμπνεύσεως «Δημοκρατίας» (βλ. γεγονότα με
Καποδίστρια). Η «ελευθερία» δεν ήταν ζήτημα αλλαγής «εθνικής»
κυβέρνησης, αλλά ζήτημα αλλαγής «πολιτικής» κυβέρνησης. Ζήτημα
λεπτότατο, βαρύνον και παντελώς παραμερισμένο από το σημερινό
εθνικιστικό
βόρβορο της αντικληρικής μανίας ορισμένων λαλίστατων διαφωτιστών. Η «δουλεία» είχε πολιτική σημασία παρά εθνική για τους
διαφωτιστές. Προτιμότερο ήταν ένας «ἑτερογενὴς Νομάρχης
Φραντζέζος», μακάρι Παπικός, παρά κάποιος Ρώσος ή Έλληνας «μονάρχης, ἤτοι τύραννος
τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους»:
α.
«Τα έργα "Ἆσμα Πολεμιστήριον καὶ Σάλπισμα Πολεμιστήριον, δημοσιευμένα ανώνυμα
την αυγή του νέου αιώνα, μετέφεραν την αίσθηση μιας νέας προσδοκίας και
διατύπωναν τις ελπίδες μιας συνείδησης σφραγισμένης έντονα από τη γαλλική
επαναστατική εμπειρία. Με τα ανατρεπτικά αυτά φυλλάδια ο Κοραής, που κρυβόταν
πίσω από τον ανώνυμο συντάκτη, παρακινούσε τους συμπατριώτες του να συνταχθούν
με τη γαλλική υπόθεση και να υποστηρίξουν τις προσπάθειες του Ναπολέοντα στην
Ανατολή". [Αδαμάντιος Κοραής, Άσμα Πολεμιστήριον (1800) και Σάλπισμα
Πολεμιστήριον (1801), Παρίσι αλλά αναγράφουν τόπο έκδοσης Αίγυπτο και
Αλεξάνδρεια αντίστοιχα]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 279-280)β. «Στην τρίτη του έκκληση προς τους
Επτανησίους, μετά την προσωρινή κατοχή των νησιών από τους δημοκρατικούς Γάλλους
στα 1797-1798, ο Σταμάτης, με το ψευδώνυμο "Φιλόπατρις
Ἐλευθεριάδης", τους παρακινούσε να αγωνιστούν για την
ελευθερία, εγκαταλείποντας την "τυφλὴν δεισιδαιμονίαν
διὰ τοὺς Μοσχόβους" και συστρατευόμενοι στην υπόθεση "τῶν
φιλλελήνων Φραντζέζων" [Αικ. Κουμαριανού,
Ενέργειες του Κωνσταντίνου Σταμάτη για την απελευθέρωση της Ελλάδος, 1798-1799,
Πρακτικά του Τρίτου Πανιονίου Συνεδρίου, Τομ. Α, Αθήνα 1967, σσ. 154-174]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 282)
Όταν ο Διαφωτισμός δεν μπόρεσε να προσεταιριστεί τη
Μοναρχία, ασπάστηκε την «Δημοκρατία»:
«Διὰ τὴν ἀγάπην τῆς τιμῆς μας, στοχασθῆτε το μὲ προσοχήν. Μὴν σᾶς πλανήσουν τὰ
ταξίματα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἀποστολῶν τῶν ξένων βασιλειῶν. Αὐτοὶ εἶναι τόσοι σκλάβοι,
καὶ διὰ νὰ μετριάσουν τὴν ἐντροπήν των, προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸν ἀριθμόν των.
Αὐτοὶ δὲν προσκυνοῦσι, εἰμὴ τὸν βασιλέα των καὶ τὸν χρυσόν. Μὴν στοχάζεσθε, ὦ ἀδελφοί
μου, ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς θέλει θυσιάσει καὶ χρυσὸν καὶ στρατιῶτας, διὰ νὰ διώξῃ
τὸν ὀθωμανὸν καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἔπειτα ἐλευθέρους! Ὤ,
κάλλιον ἕνας σεισμὸς ἢ ἕνας
κατακλυσμὸς νὰ μᾶς ἀφανίσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν πλέον εἰς ξένον
σκῆπτρον.», σελ. 161
Βέβαια περί του Ναπολέοντος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» δε
ξεκαθαρίζει παντελώς την πολιτική του θέση, αλλά αυτή θα πρέπει να εννοείται ως
δεδομένη παρακολουθώντας τις διδαχές των διδασκάλων του.
Μια επιπλέον διαπίστωση περί της πολιτικής
ηθικής, κι όχι
εκείνης της
θρησκευτικής, γίνεται αντιληπτή όταν ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» υπαινίσσεται πως ο ίδιος
άνθρωπος υπό της τυραννίας μετατρέπεται σε «δοῦλον»,
ενώ υπό νομαρχία σε «τίμιον & ἔνδοξον πολίτην» ένεκα
της υπάρξεως πολιτικών νόμων:
α. «Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς,
παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι
εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους
δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν
πατρίδα.», σελ. 49
β. «Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον
εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι.»,
σελ. σελ. 19
γ. «Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία
ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ
της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν...»,
σελ. 69
Αυτές οι αντιλήψεις, πως οι πολίτες γίνεται «ἡθικῶς»
καλύτεροι ή χειρότεροι βάση του πολιτεύματος δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία για
το Χριστιανισμό. Διότι ο Χριστιανισμός διδάσκει την περάτωση αρίστων πολιτών εκ
των έσω νόμων, όχι εκ των έξω κειμένων. Άγιοι του
εσωτερικού ηθικού κόσμου και μάρτυρες εμφανίστηκαν εις τις χειρότερες για αυτούς
εξωτερικές «πολιτικές» περιστάσεις, κατά τους διωγμούς,
όπως για τον συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»
άριστοι πολίτες της «εσωτερικής» ζωής εμφανίζονται στο παράδειγμα των
πυθαγορείων φιλοσόφων μέσα σε μια «εξωτερική»
πολιτική ελληνική τυραννία:
«Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν
τύραννον», σελ. 55
Ιδιαιτέρως, όλη αυτή η θεωρία της διορθώσεως του έσω
ανθρώπου, δια της έξωθεν κοσμικής πολιτικής, έρχονταν κατά κάποιο τρόπο σε
παράκρουση, εφόσον για την στερέωση μιας «ἐνάρετης
Νομαρχίας» προϋποθέτονταν εκ των προτέρων η «ἡθικὴ
περάτωση» των ανθρώπων εκ των έσω:
«Η απώλεια της ενότητας δημόσιας και
ιδιωτικής ηθικής κατέστρεψε τη δημοκρατική ελευθερία στην αρχαία Ελλάδα. Οι
άδικοι επιθετικοί πόλεμοι εξωτερικά και ο καθολικός πόλεμος μέσα στους κόλπους
της κοινωνίας ήταν το αποτέλεσμα της διάζευξης της ηθικής από την πολιτική.
[Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α. Κοραή, σ. οδ αναφορά στον Destutt de
Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale d’ un peuple, Παρίσι 1819. Πρβλ.
Picavet, Les Idéologues, σσ. 391-398]»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 417)
Πρβλ. ενότητα «Το
παραμύθι του ανθρωπίνου αρίστου πολιτεύματος»
Ρωμαίοι, Έλληνες & ξένοι τύραννοι κοιμούνται &
διασκεδάζουν. Οι
βουλευτές;
Πρβλ. την απάτη «Οι Ηγεμόνες
είναι οκνηροί»
ΕΙΝΑΙ Ο «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝ»
ΔΟΥΛΟΣ;
Στην εκκίνηση του «πονηματίου»
του, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα θέσει μια σειρά από φιλοσοφίες
εις αντάμωση του δικού του αναγνώστη. Ανάμεσα σ’ αυτές, παρουσιάζεται ο
θαυμασμός του για την «Νομαρχίαν», εκεί όπου «ὁ
πτωχὸς [...] βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς τὰ τυχηρὰ
ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19
Χωρίς να ζει μέσα σε κάποια «Νομαρχίαν»,
κι όντας ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» υπεροπτικά σκληρός σκώπτης των «δούλων»
της Οικουμένης, παρουσιάζεται ως να μην αισθάνεται διόλου «ἐλεύθερος»
μήτε καν εσωτερικά, όπως για παράδειγμα ένιωθαν εσωτερικά ελεύθεροι, σύμφωνα με αυτόν, οι
Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι του,
εκείνοι των Συρακουσών:
«Αὐτοὶ [οἱ φιλόσοφοι / φίλοι] ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν
τύραννον», σελ. 55
Δεν αισθάνεται «ἐλεύθερος» ο
«Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
διότι εξετάζοντας κανείς τη δική του διδασκαλία, πως ο «ἐλεύθερος»
ή εκείνος που βιώνει εσωτερικά την «Νομαρχίαν» δεν
θλίβεται για την πτώχεια του (α), αντιλαμβάνεται πως ο ίδιος, σε όλο του τον
πολιτικό λόγο της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», παίρνει τη
καταγγέλλουσα θέση εκείνου που είναι οικονομικά «ανήμπορος», που θλίβεται για
την πτώχεια «του» και που δηλαδή ζει «ὑπὸ καθεστώς δουλείας»,
αφού διαρκώς εξαπολύει κατηγορίες για τον πλούτο των ευγενών και τον «πλοῦτον»
των κληρικών (β), ως να «τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς»
του:
α. Στη Νομαρχία «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς
τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των...» σελ. 19
β. «...πλῆθος
ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς], ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους
τῶν λοιπῶν», σελ. 67-68.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι νεοπαγανιστές, με οδηγό τον
Μιχάλη Καλόπουλο προ ετών,
διατυμπάνιζαν την αμφισβήτηση· στην ουσία όμως
μόνο κάθε χριστιανικού δόγματος, παρά και των ιδικών τους. Το ίδιο δόγμα υπέρ
της αμφισβήτησης σημειώνει κι ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
λέγοντας ότι:
«Ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι εἰς ὅποιον ἀποφασίσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων,
συχνάκις νὰ δυσπιστῇ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι εὐκολόπιστος εἰς
τοὺς ἄλλους, νὰ καταπείθεται μόνον εἰς τὴν ἀναμφιβολίαν [...] Ὅταν ὅμως ἐξετάζῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ προσοχήν, συγκρίνει ἀδιαφόρως τοὺς περὶ αὐτῆς
ὁμιλήσαντας, ἐρευνῶντας πρὸς τούτοις τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν καθένα ἐπαρακίνησαν νὰ
ὁμιλήσῃ· ὅταν, λέγω, ἐκλέγει τὸ πιθανὸν ἀπὸ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ δύσκολον ἀπὸ τὸ ἀμφίβολον,
τότε προχωρεῖ βαθμηδόν, καὶ φθάνει τέλος πάντων εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εὑρίσκει τὴν
ἀνταμοιβὴν εἰς τοὺς κόπους του μὲ τὴν ἀκριβήν της ἀπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει
καθεὶς νὰ καταπείθεται, καὶ ἀνοητότατος ἤθελεν εἶναι ὁ ἀκατάπειστος.», σσ.
11-12
Το γραπτό του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
ελίσσεται μέσα από ποικίλους αναθεματισμούς
κατά των μη εξεγερμένων ελλήνων, με κολακείες υπέρ της αρχαιότητας, μέσα από την
οποία αντλεί πολιτικά ηθικά πρότυπα συμπεριφοράς ενώ ο αντικληρικαλισμός είναι
έντονος. Όλα αυτά συνθέτουν μια «κλασσικὴν περὶ ἡθικῆς»
διαφωτιστική
επίθεση με πρώτο στόχο την εκκλησία και το πλήρωμά της, με δεύτερο τους
ξενιτεμένους και τρίτο στόχο, ως παραλήπτη, το ρωμαίικο λαό.
Αν θα μπορούσε κανείς σε τρεις γραμμές να περιγράψει την
μέθοδο του συγγραφέως εις παρακίνηση του αναγνώστη θα έλεγε:
α) Εξυμνεί ιδεατά την αρχαιότητα και την εξιδανικεύει στο
φανταστικό χώρο της
πολιτικής χρηστότητας, ώστε να επέλθει νοσταλγία αυτής όταν αντιπαραβάλλεται με την
τουρκοκρατία.
β) Παρουσιάζει την κακότητα της τουρκοκρατίας με τα
μελανότερα χρώματα και τους
πολιτικούς ηγέτες των
ρωμιών ως ηθικά ξεπεσμένους, ώστε να φορτίσει
συναισθηματικά τον αναγνώστη με δυσανασχέτηση και μίσος
έναντι της παρούσας καταστάσεώς.
γ) Το τέχνασμα είναι γνωστό. Παρότι κι ο λαός μπορεί να
θεωρηθεί ηθικά μεμπτός, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε, επιλέγονται προς έλεγχο
μόνο οι πολιτικοί αντίπαλοι του Διαφωτισμού, δηλαδή ο κλήρος, οι Φαναριώτες, οι
προεστοί κι οι αδιάφοροι (ουδέτεροι) ξενιτεμένοι. Η πολιτική στοχοποίηση
μεταβάλλεται σε ηθικολογία· είναι μια κλασική μέθοδος
που χρησιμοποιείται σε όλες τις πολιτικές αντιπαραθέσεις· -υπογραμμίζεται εδώ ως
παράδειγμα η στοχοποίηση του αμερικανού Προέδρου Κλίντον για τη σχέση του με τη Μόνικα Λεβίνσκι, παρά για τις κοινωνικές αποφάσεις του κόμματός του, την ίδια ώρα που
τραγικά ποσοστά της Αμερικανικής κοινωνίας, κι όχι μόνο, μοιχεύουν και κατακρίνουν
ως τάχατες «καθαρὰ» από αμαρτίες τους υπολοίπους, από
τους οποίους οι πολιτικοί δεν απουσιάζουν.
δ) Στο τέλος του γραπτού της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας», το συσσωρευμένο μίσος
ξεφορτώνεται, εκθέτοντας τα
αίτια της
τουρκοκρατίας, ως πολιτικής καταστάσεως· αυτά τα αίτια θεωρούνται η εκκλησία με τα ρασοφορεμένα μέλη της κι η απουσία αρίστων ρωμιών·
με τη μόνη διαφορά ότι οι κληρικοί είναι υπαρκτοί ως πολιτικός αντίπαλος κι
υπαρκτοί άνθρωποι της κοινωνίας, ενώ η
απουσία αρίστων συμπολιτών όχι.
Δε χρειάζονται πολλές αποδείξεις για να
αντιληφθεί κανείς πως το γραπτό του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
είναι ένας λίβελος κι ας προσπαθούν οι
νεοπαγανιστές κι
άλλοι άθεοι να τον εντάξουν ως άλλο «Λόγο
Ἀληθείας» κάποιου νέου φιλοσόφου Κέλσου
στο οπλοστάσιό τους· εντούτοις η παρούσα εργασία έπρεπε να ακολουθήσει τον αντίθετο δρόμο, των πολλών
διακλαδώσεων χάριν συζητήσεως εις αντίκρουσή της, προς «διαφωτισμό» όσων δεν
αντιλαμβάνονταν ή δεν είχαν χρόνο να αντιληφθούν το βαθύτερό της «εἶναι».
Όσον αφορά τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»
ως άνθρωπο,... «ὁ Θεὸς χωρέστον».
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ & «ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΝΟΜΑΡΧΙΑ»
|
«Πέμπτον, η Ορθοδοξία συμπορευθείσα πάντοτε με τας πλέον
αντιδραστικάς δυνάμεις απέβη φανατικός εχθρός της Αναγεννήσεως και του
Διαφωτισμού. Παρομοίως σήμερον τάσσεται κατά του ανοίγματος της ελληνικής
κοινωνίας εις τον σύγχρονον κόσμον, αναθεματίζουσα τον εκσυγχρονισμόν των
κοινωνικοοικονομικών δομών και την «παγκοσμιοποίηση. Αι ιδέαι αυταί προσπαθούν
να ανακόψουν τον ρυθμόν προσαρμογής της χώρας εις τα διεθνώς κρατούντα και
μας ωθούν προς την κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμησι.»
(Πηγή: Παναγιώτης Μαρίνης, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 109, ένθετο
«Θα αναγνωρισθεί επίσημα η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία;»,
εδώ)
Απολογητής: Βέβαια «Αι ιδέαι αυταί»
της Εκκλησίας δεν ήταν εκείνες που ενέπλεξαν την Ελλάδα εις την
οικονομική κρίση των ετών 2010-2011 και «την κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμησι»,
μάλλον η πολιτική των
διαφωτιστών.
Πρβλ. απάτη «Η Ηθική & η
Ηθική»
Πρβλ. απάτη «Η
Παρηγοριά & η Παρηγοριά»
   
   
|
Κανείς δε ξεχνά ότι ο χώρος του
νεοπαγανισμού ήταν εκείνος που κυρίως διακίνησε διαδικτυακά την εργασία «Ἐλληνική
Νομαρχία» στη νεότερη Ελλάδα, προσπαθώντας να κτυπήσει το ρόλο της
Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τη σύσταση εθνικού κράτους· είναι ευνόητο ότι η σχέση
αυτή, δηλαδή νεοπαγανισμού και «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» πρέπει να διερευνηθεί συστηματικά προς όφελος του αναγνώστη.
Ειδικότερα, υπάρχει ουσιώδης ειδοποιός διαφορά μεταξύ νεοδιαφωτιστικού
αθεϊσμού,
νεοπαγανισμού και θρησκευτικότητας του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος». Ο τελευταίος εις την εποχή του παρουσιάζεται ως φιλόθρησκος
προς το Χριστιανισμό, παρότι έχει υποστεί επιρροές από την ιδεολογία του
ορθολογισμού της Δύσης (βλ.
Διαφωτιστικές επιρροές στην Ελληνική Νομαρχία)· κι αυτός
είναι ο λόγος που κανείς Ορθόδοξος δε θα τον χρησιμοποιήσει σοβαρά για να
συλλάβει θεολογικά συμπεράσματα ανωτέρου επιπέδου.
Πάραυτα και σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα των
σημερινών διακινητών και διαφημιστών της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας»,
ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» εμφανίζει θεολογικές τάσεις
χριστιανικής υφής απέχουσες χιλιάδες χιλιομέτρων από τους ειρημένους κύκλους· κι
όχι μόνο αυτό. Παρότι υβρίζει αρκετούς ιερείς για τη στάση τους, εντούτοις
αποδέχεται αυτούς ως τους μόνους ικανούς (βλ. Το Μεγαλύτερο
Ατόπημα του Ανωνύμου) που μπορούν να μιλήσουν για επανάσταση εις τους
Έλληνες έχοντας κάποιο αποτέλεσμα καταπείσεως επί αυτών:
α. «Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι
Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες!...
», σελ. 117
β. «ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου μακαριότητος
τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν τὴν
αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας
τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν», σελ. 122
γ. «Μὴν στοχάζεσαι νὰ φανῇς ἀνευλαβὴς
εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ ἀκατάληπτος· ἡ
κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν Του»,
σελ. 124
δ. «Καὶ κάμε, τέλος πάντων, μίαν φορὰν
τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ»,
σελ. 125
ε. «Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους
ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας»,
σελ. 126
στ. « Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ Εὐαγγέλιον
τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους,
φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ
ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.»,
σελ. 155
ζ. «Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν
ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς
ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της»,
σελ. 126
η. «Ναί, πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι,
ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, ὁποὺ τὸ ἔνδυμα τῆς
ἱερωσύνης φέρετε, μὴν ἀδημονήσετε ἀπὸ τοὺς λόγους μου, ὁποὺ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ
πατριωτικὴ ἀγάπη μου μοὶ ὑπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ με πρὸς τούτοις, ἂν οὕτως σᾶς
φανῇ εὔλογον, διὰ τὴν τόλμην καὶ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖο σᾶς ὡμίλησα, καὶ κάμετε μὲ
τὸ παράδειγμά σας, νὰ σιωπήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε χριστιανὸς ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς
συμβουλεύῃ. [...] Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ ἡ
πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας. [...]
Ἐσεῖς δέ, ὦ ἐνάρετοι καὶ σεβάσμιοι
ἄνδρες [πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες
ἀγαπητοί μου], ἂν καὶ ἀναγνώσετε ποτὲ τοῦτον μου τὸν λόγον, παρακαλῶ σας θερμῶς,
νὰ μὴν ὑποψιάσητε εἰς ἐμένα οὔτε ἀνευλάβειαν, οὔτε κακοήθειαν. [...] Ἐγώ,
βέβαια, ἂν δὲν ἐγνώριζα καὶ ἐμμέσως καὶ ἀμέσως πολλοὺς ἐναρέτους σοφοὺς ἱερεῖς
καὶ ἀληθεῖς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἤθελα ἀρχίσει ποτὲ νὰ γράψω. Ἔγραψα,
διότι ἐλπίζω τὸ περισσότερον ἀπὸ ἐσᾶς. Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι
πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά,
φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε
ἐκεῖνοι.
Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς
Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ
ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν
εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, διὰ νὰ δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ
Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ. [...]
Ἐσεῖς δέ, ὦ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, ὁποὺ
καὶ τὸ πολύτιμον φόρεμα τῆς διδασκαλίας ἔχετε, καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τοὺς νέους
διδάσκετε, μὴν ἀμελήσητε καὶ διὰ φωνῆς, καὶ διὰ γραμμάτων, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνοίξητε
τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐσεῖς ἔχετε διὰ τοιοῦτον τέλος τὰ ἀναγκαιότερα μέσα,
τὴν ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν σοφίαν.», σσ. 125-126
θ. «Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν
προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ
ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον
Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην.», σελ. 14
ι. «ἄνοιξον τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός
σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ βλαστάνει διὰ ὅλους,
τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά», σελ. 23
ια. «Τὰ πάθη, πρὸς τούτοις, τῆς ψυχῆς,
μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πεπροικισμένος ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ
συχνάκις πολλὰ μεγαλειτέραν, ἀπὸ τὰς καθ᾿ αὑτὸ χρείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ
τοῦτο βλέπομεν πολλάκις ἕνα ἐραστὴν νὰ φονεύεται διὰ τὴν ἀπιστίαν τῆς φίλης του,
καθὼς καὶ ἕνας φιλάργυρος θανατοῦται, ὅταν τοῦ κλεφθῇ ὁ θησαυρός του, καὶ οὕτως
καθεξῆς.», σελ. 44
ιβ. «Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν
δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι
τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον
εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των!»,
σελ. 64
ιγ. «Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία
τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του
σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία σώζονται εἰς ὅλους
τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας. Ὦ ἀρετή,
ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ
συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ,
ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ
τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον
εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα καὶ κατασταίνεις
τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του..», σελ. 93
ιδ. «Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ
δὲν ἐγεννήθημεν ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον
εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν πατρίδα μας.», σελ. 160
ιε. «Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν
τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν μου, τώρα ὁποὺ τόσον
καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τῆς πολιτικῆς
διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα, ἡ ἀλήθεια
καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω.», σελ. 100
ιστ. «τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους
τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; [..] τὴν ἐγκράτειαν καὶ
χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν; [...] τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; [...] τὴν
φιλανθρωπότητα; [...] τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν, εἰς τὴν ἐπάλληλον
ἀγάπην; Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός, [...]», σσ. 100-101
ιζ. «Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν
ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 114
ιη. «Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι,
χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε
ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τινὰς νὰ
βλασφημῶσι;», σελ. 120
ιθ. «Τί ἤθελεν εἰπεῖ, στοχάζεσθε, ὦ
Ἕλληνες, ὁ Λόγος τῆς Σοφίας, ὁ ἡδύτατος Χριστός, εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηρέτας του;
», σελ. 118
κ. «Ὦ ἐχθροὶ τῆς ἀληθείας, τουτέστι
τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ!», σελ. 121
κα. «Ἐνθυμήσου μίαν φορὰν διὰ πάντα,
ὅτι ὁ Χριστὸς σοῦ παραγγέλλει νὰ ἰατρεύσῃς τὰς ψυχὰς τοῦ λαοῦ», σελ. 123
κβ. «Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ
καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν
κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.», σελ.126
Τα άνωθι γραφόμενα εκθέτουν και τα περισσότερα θεολογικά παραδείγματα
του βιβλιαρίου της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας». Πέρα όμως από
τις διαφορές της προειρημένης με τις θεολογικές απόψεις διαφωτιστών και
νεοπαγανιστών που κάνουν χρήση αυτής, υπάρχουν
κι άλλες διαφορές. Έτσι λοιπόν:
α. η «Ἑλληνική Νομαρχία»
καταδικάζει την ασχολία με τη γραμματική της ελληνικής γλώσσας εις βάρος άλλων
σπουδών και προωθεί τη δημοτική γλώσσα:
«Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ
δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν
ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους, καὶ ὄχι νὰ τὸν
ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν τοὺς
ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· (σελ. 149)
[...]
Ὤ, πόσον ταχύτερα καὶ εὐκολώτερα ἤθελε
φωτισθῶσιν οἱ παῖδες τῶν Ἑλλήνων, ἂν αἱ παραδόσεις τῶν ἐπιστημῶν ἐγίνοντο εἰς
τὴν ἁπλῆν μας διάλεκτον! Ἄμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφεῖς νὰ πλουτίσωσι καὶ
τιμήσωσι τὴν γλῶσσαν μας μὲ τὰ πονήματά των, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ μείνῃ μία μάθησις
ξεχωριστή, καὶ νὰ νομίζηται ὡς ἕνας στολισμὸς κατὰ μέρος ἑνὸς μαθητοῦ, καὶ ὄχι
ποτὲ ἀναγκαῖον μέσον, καθὼς ἦτον, ἕως τὴν σήμερον, εἰς τὸ νὰ σπουδάσῃ τινὰς τὰς
ἐπιστήμας. Καὶ διατί νὰ χάσῃ ὁ ταλαίπωρος νέος τρεῖς καὶ τέσσαρας χρόνους εἰς
τὴν σπουδὴν μιᾶς γλώσσης -καὶ σχεδὸν νὰ μὴν τὴν μάθῃ!- εἰς καὶ καιρόν, ὁποὺ
ἠμποροῦσε μὲ ὀλιγοτέρους κόπους- οὖσα ἡ σπουδὴ μιᾶς γλώσσης ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ -
καὶ εἰς ὀλιγότερον καιρὸν νὰ σπουδάσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐντελῶς τὰς ἀναγκαιοτέρας τῶν
ἐπιστημῶν; Ἂς ἀποδώσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τυφλότητά μας, μαζὶ μὲ τόσας ἄλλας,
εἰς τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὄλεθρος τοῦ ὀρθῶς νοεῖν, καὶ ἂς ἐλπίσωμεν εἰς
τὸ ἑξῆς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ἠμποροῦν, ἀφοῦ
τὸ εἰπῶσι, νὰ τὸ κάμωσιν ἐνταυτῷ, ἐγὼ δὲ σιωπῶ ἐξ αἰτίας τῆς συντομίας, ὁποὺ
εἶμαι στενοχωρημένος νὰ φυλάξω. Τὸ κοινὸν ὄφελος πρέπει νὰ προκρίνεται ἀπὸ τὸ
μερικόν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ νεολαία δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ πλέον τοιαύτην ἀνόητον
συνήθειαν, ὁποὺ νὰ ζητῇ τὰ ἀφανῆ διὰ τῶν ἀφανῶν, οὔτε μερικοὶ διδάσκαλοι νὰ
καυχῶνται παραπολὺ διὰ τὸ ὅτι ἠξεύρουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι, τῇ
ἀληθείᾳ, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν μὲ τινάς, οἵτινες ὄντες γυμνοὶ εἰς τὸ σῶμα,
φέροσι πολύτιμα καλύμματα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα νέον ὁποὺ εἶχε
σπουδάξει δέκα ἓξ χρόνους εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Πάτμου, καὶ ἦτον εἴκοσι ἓξ χρόνων,
ὅταν ἐβγῆκεν μὲ τὸ
τίτλον
τοῦ λογιωτάτου, μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤξευρε νὰ παραστήσῃ πῶς γίνεται ἡ ἔκλειψις τῆς
σελήνης. Ἤξευρεν ὅμως ἐκ στήθους ὅλον σχεδὸν τὸ τρίτον τοῦ Γαζῆ.», σελ.
150
Είναι γνωστό πως ο ιερεύς του Διός
Παναγιώτης Μαρίνης επιτίθετο κατά της
Χριστιανοσύνης υπερασπιζόμενος την «ἀττικήν διάλεκτον»
(βλ. σελίδα γλώσσα)
Δεξιά: Παναγιώτης Μαρίνης, Πρ. Ελληνικής Εταιρίας
Αρχαιοφίλων και μέλος της Επιτροπής για την αναγνώριση της Ελληνικής θρησκείας
του 12θέου (Πηγή: Τηλεοπτικός σταθμός Alter, εκπομπή «Χωρίς
Μοντάζ ΙΙ», Σάββατο 07/02/2004)
β. Το θέατρο, για το οποίο έχουν κατηγορηθεί οι Χριστιανοί
από τους νεοπαγανιστές (β. σελίδα
μονομαχίες), υπονομεύεται έναντι άλλων υποχρεώσεων, και συγκεκριμένα
οικογενειακών, δηλαδή ηθικών, μαζί με τα αγάλματα, την ποίηση και τα τραγούδια:
1. «Πῶς νὰ γεννηθῇ ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ
θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν τοῦ γάμου, εἰς
καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ πηγαίνει
εἰς τὸ θέατρον;», σελ. 134
2. «Ἂν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
καταλαμβάνῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀλλογενῆ, τότε ἀναγινώσκει μὲ εὐχαρίστησιν τὰ δράματα
τοῦ θεάτρου, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, τὰ ποιήματα χωρὶς νόημα, ἀλλὰ τὸν Πλούταρχον
καὶ τὸν Ξενοφῶντα ἴσως τοὺς νομίζουσιν Ἀμερικάνους.
Τρέχουσι μὲ κάθε ταχύτητα εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἀκούσωσι τὸ τραγώδιον μιᾶς γυναικός,
ἢ ἑνὸς ἀνδρός, ἢ ἄλλου τινὸς εὐνούχου, καὶ τοὺς ἐφημίζουσι - ἀλλ᾿ ὅποιος τοὺς διηγηθῇ
τὰ βάσανα τῆς πατρίδος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ τοὺς ἔδερνε, καὶ φεύγουσι πάραυθα.
Στέκονται μὲ ἄκραν ὑπομονήν, καὶ πολλάκις χωρὶς εὐχαρίστησιν, νὰ θεωρῶσι τοὺς χοροὺς
εἰς τὸ θέατρον καὶ τὰ ἀγάλματα τῆς ἀσωτείας τριγύρωθεν, ἀλλ᾿ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοδεύσουν
μίαν ὥραν εἰς ἀνάγνωσιν τῆς πατρικῆς μας ἱστορίας. Καὶ οὕτως κεχαυνώνονται, εἰς
τρόπον, ὁποὺ καθίστανται ἄξιοι συμπονέσεως. Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν,
φθείροσι τὰ ἤθη των μὲ τὴν ἀσωτείαν, καὶ γίνονται ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη.»,
σσ. 129-130
3. «Ἡ ὁμιλία τῶν χρυσολάτρων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὰ βαμπάκια καὶ
τελειώνει εἰς τὰ φασούλια, ἡ δὲ τῶν νέων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὸ θέατρον καὶ παύει εἰς τὰς
γυναῖκας.», σελ. 132
γ. Τορπιλίζονται από τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα» τα μακιγιάζ, τα οποία δημιουργούν «ζωγραφισμένα
ἀναιδέστατα πρόσωπα»· για τα «ψιμίθια» είχε
κατηγορήσει ο Παναγιώτης Μαρίνης το Χριστιανισμό (βλ. σελίδα
Χριστιανικές Διδασκαλίες):
1. «Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ
λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν,
ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί σὲ ἀποτύφλωσε τόσον,
ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα τῶν
κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν, ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε ἀποστάτα τῆς
πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι,
δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.», σελ. 134
2. «Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν
ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος;», σελ.
135
3. «Εἶναι μερικοὶ νέοι, ὁποὺ χρωματίζουσι τὸ πρόσωπόν τους
ὡς αἱ πόρναι.», σελ. 131
Αριστερά: «Ο Χαμένος Διόνυσος. Η
«τυποποίηση» της ζωής σκότωσε την χαρά και τον έρωτα»
(Πηγή: Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 200-201, εξώφυλλο)
δ. Παρότι υπάρχει τουλάχιστον μια όποια θεωρητική συμφωνία
για τους γάμους ομοεθνών, μεταξύ «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
και παγανιστικών διδασκαλιών του Παναγιώτη Μαρίνη (βλ. σελίδα
Γλώσσα), εντούτοις δεν παύει μία έκφανση
τους να καθίσταται καταδικαστέα, προκαλώντας δυσφορία εις τις διδασκαλίες του νεοπαγανιστικού περιοδικού «Δαυλός»·
αυτές αναφέρονται στον έρωτα και τη χαρά έναντι όλων των άλλων υποχρεώσεων (βλ. σελίδα
Διόνυσος). Είναι γνωστό ότι, όταν η χριστιανική θρησκεία λέγει πως δεν πρέπει
ο άνθρωπος να χάνεται σε πολλές ασχολίες, δίχως πρώτα να έχει στόχο του τη σχέση
του με το Θεό, οι παγανιστές χλευάζουν· παράλληλα όταν οι υποχρεώσεις προς την πατρίδα ξεκάνωνται από τα
ερωτικά ξεφαντώματα και τις ποίκιλλες χαρούμενες και διασκεδαστικές ασχολίες, τότε
οι νεοπαγανιστές
συμφωνούν εις την καυτηρίασή τους σιωπώντας την κριτική στα περιοδικά τους:
1. «Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ
πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας, καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν
δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς
εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους
πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς; Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς
τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς
νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν», σσ. 135-136
2. «Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ
βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν,
καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας
ἀρχοντίσσης, καὶ πλέον ἄλλο δὲν τοὺς μέλει.», σελ. 132
3. «Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε κἂν σᾶς ἐνθυμοῦνται, οὔτε κἂν ἐρωτῶσι, ἂν ἡ Ἑλλὰς
ὑπάρχῃ πλέον. Ἡ πατρὶς αὐτῶν εἶναι καμμία πόρνη, ὁ στοχασμός των εἶναι αἱ τρυφαί»,
σελ. 130
4. «Ποῦ πατρίς! Ποῦ Ἑλλὰς
δι᾿ αὐτούς! Αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν, παρὰ τὴν κατοικίαν τῆς παλλακίδος των...»,
σελ. 130
5. «Αὐτοί, ἀφοῦ μάθουν
νὰ χορεύουν καὶ νὰ τραγωδῶσι, νομίζονται πλέον τέλειοι πολῖται.», σελ.
131
Επεκτείνοντας τους «πατριωτικοὺς»
συλλογισμούς του, ο διαφωτιστής «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα
μαρτυρήσει πως ο γάμος κι ο έρωτας είναι προς τεκνοποίηση· «ἀλλότριες
σχέσεις» και «σύμφωνα συμβιώσεως» με στόχο την καλοπέραση δε φαίνεται να
ικανοποιούν τους «ἐθνικοὺς ἡγέτας τοῦ διαφωτισμοῦ»:
6. «Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο
δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς;»., σσ.
135-136
Αυτή η εκκοσμίκευση της διδασκαλίας της παράδοσης τέκνων
εις δόξα Θεού, εις δόξα την πατρίδος του Διαφωτισμού, είναι μια αντιγραφή
από τον Ρήγα Φεραίο:
«Η πατρίδα ήταν η πηγή των γλυκύτερων
συναισθημάτων: και μόνη "ἡ ἐνθύμησις τῆς πατρίδος
μου... μὲ ἐπαρακίνησε νὰ δακρύσω" μας πληροφορεί ένας από
τους ήρωες του Ρήγα. Δικαίωση του έρωτα γινόταν έτσι η ευγενική επιδίωξη να
φέρει στον κόσμο κανείς παιδιά για να υπηρετήσουν την πατρίδα [Ρήγας
Βελενστινλής, Σχολεῖον τῶν ντελικάτων ἐραστῶν,
σσ. 63, 68 και passim]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 297)
Η «ελευθεριάζουσα» σεξουαλική διδασκαλία των νεοπαγανιστών
διαλύεται από τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»:
7. «Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος
τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του·
ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα εἰς τὴν
τιμήν του·»,
σελ.24.
ε. Περεταίρω, ο «Άνώνυμος Ἕλληνας»
θα επιτεθεί στα όσα με αποτυχημένες δικανικές αγορεύσεις υποστηρίζουν οι
νεοπαγανιστικοί κύκλοι στη νεότερη Ελλάδα (βλ.
σελίδα
Βίβλος), δίνοντας αξίας δηλαδή για ακόμη μια φορά
στις
ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων ενάντια εις την «διαρκούσαν
καλοπέρασιν» :
«Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ
κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι
συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος;
Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;
Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά,
διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις
κάθε στοχασμόν, ὁποὺ ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ
τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ
ἡ μεγαλειότης του τὸν διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον
πατέρα δι᾿ αὐτά», σελ. 65
στ. Υπάρχει δε κάτι χειρότερο που σύει την
νεοπαγανιστική επιχειρηματολογία. Αυτή είναι
η κολακεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» για την πολεμική
ικανότητα των Χριστιανών, την οποία εξωπραγματικά οι νεοπαγανιστές αντικαθιστούν με το «σφάξον με Ἀγὰ μου νὰ
Ἀγιάσω»:
«Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν
ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται,
ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ
τ᾿ ἅρματα.», σελ. 86
ζ. Η εθνικιστική μανία των
νεοπαγανιστικών κύκλων δε συνάδει επ’ ουδενί με τα σχέδια του Ρήγα για μια
Βαλκανική των εθνών:
«Ἀλλ᾿ ἰδοὺ πάλιν ἄλλος, ἀπ᾿ ἐκείνους
ὁποὺ κρίνουν τὰ πράγματα καθὼς τὰ βλέπουν, καὶ ὄχι καθὼς εἶναι, νὰ λέγῃ: «Ἔ!
ἕνας ἦτον ὁ Ρήγας, καὶ ἄλλος δὲν εὑρίσκεται». Ὤ, πόσον λανθάνεται, ὅποιος ἔτζι
στοχάζεται! Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω τοιαύτην ἀτιμίαν τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ μάλιστα
τοῦ γένους μας, πιστεύοντάς το. Καὶ ἂν μέχρι τοῦ νῦν δὲν ἐφάνη, ὄχι διὰ τοῦτο
δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου; Μόνον οἱ ἀκατάπειστοι ἂς προσμείνουν νὰ
ἰδοῦν εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐντροπήν τους.
Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα,
ἀκούσατε μερικὰς ἐνθυμήσεις, ὁποὺ τώρα θέλω σᾶς καταγράψει, διὰ νὰ δώσω τέλος
τοῦ λόγου μου, καὶ ἐνταυτῷ νὰ ἀποδείξω τὰ μέσα μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ
ἐπανορθώσεως τοῦ γένους μας.», σσ. 159-160
η. Άπειρες φορές οι
νεοπαγανιστές κατηγορούν τους χριστιανούς ως θανατολάτρες ή αρνησίζωους. Να
όμως τι διδάσκει ο εθνικισμός τους,
που εισήχθη παρέα με το διαφωτισμό των εθνικών επαναστάσεων στον βαλκανικό χώρο:
«Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν
[τὴν πατρίδαν], οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα
μου μὲ παρακαλοῦν, ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν
βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης
διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν;», σσ. 52-53
θ. Ο υπερήφανος ανθρωποκεντρισμός του
νεοπαγανισμού και του
ορθολογισμού ή η
θεοποίηση του ανθρώπου του
αρχαίου παγανισμού κατακεραυνώνεται εις την «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν»· ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως κάτι το «ἀτελές»
που βρίσκεται εν διαστάσει με το «ἐντελές» :
«Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία
ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία
ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ
εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ
ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα
σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ
ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν ἀτελειότητα
φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς οὐδέν, δὲν
εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται
ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς
αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.», σελ. 60
ι. Η
διδασκόμενη από τους νεοπαγανιστές
υπερηφάνεια, περικλείεται υπό του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
ανάμεσα σε πλειάδα αρνητικών χαρακτηριστικών των Τούρκων:
«Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ
ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου
ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ
ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν
καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα. Τὰ ἤθη των εἶναι
βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος.», σελ. 77
ια. Ο ακόλουθος χλευασμός του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» για τις πρακτικές της θρησκεία του Σουλτάνου μπορεί να
στραφεί δίχως πρόβλημα ενάντια εις τους «καθαρμούς» της
αρχαίας Ελληνικής θρησκείας:
«Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ
τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει
παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.», σελ. 81
ιβ. Αμφισβητείται η δικαιοσύνη της «μητέρας
φύσεως» προς τον ελληνισμό:
«Ὁ κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τὸν σπόρον τοῦ
γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δουλεύσῃ μαζὶ μὲ τὴν συμβίαν του καὶ τέκνα του δι᾿ ὅλον
τὸν χρόνον, ἀφοῦ, λέγω, ἀφανίσῃ τὰ βόδια του καὶ καταχαλάσῃ τὰ ἐργαλεῖα του, συνάζει,
τέλος πάντων, τὸν καρπόν, -καὶ πολλάκις ἡ φύσις δὲν ἀνταποκρίνεται δικαίως εἰς τοὺς
κόπους του», σελ. 82
ιγ. Θεωρείται η ομοφυλοφιλία των
αρχαίων θεών, ατιμία της φύσης, εις το παράδειγμα του Σουλτάνου:
«Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας
τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει
ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ
βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ
οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην
χρῆσιν προσδιωρισμένους.», σελ 78
ιδ. Η αρχαία γραμματεία μαζί με την
ιατρική, που το τόσο
χρησιμοποιούν οι παγανιστές στα επιχειρήματά τους κατά των Χριστιανών,
υποτροπιάζουν έναντι του «πατριωτισμοῦ»:
«Μερικοὶ νέοι μάλιστα, εὐθὺς ὁποὺ ἀλλάξουν τὰ φορέματα τῆς πατρίδος, θέλουσιν
ἐξ ἀποφάσεως νὰ φανῶσιν ἀλλογενεῖς καὶ σχεδὸν δὲν καταδέχονται οὔτε κἂν νὰ συναναστρέφωνται
εἰς τὴν ὁδὸν μὲ τοὺς ὁμογενεῖς των. Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι
ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας
τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν,
τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας;
Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι,
ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια
εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.», σελ. 131
ιε. Γνωστές οι περί
γλώσσας θέσεις του Π.
Μαρίνη κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο διαφωτισμός που επηρέασε τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα», καθώς κι ο τελευταίος, εις αντίκρουσή του:
Ι. «Ὧ ἀναγνώστα! [...] ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι
ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι·»,
σελ. 9
ΙΙ. «Η φιλοδοξία του Κατήφορου για τη νέα του
γραμματική, η οποία ενσυνείδητα καινοτομούσε σε σχέση με τις καθιερωμένες
μεσαιωνικές γραμματικές του Κωνσταντίνου Λάσκαρη και του Θεόδωρου Γαζή», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 49)
ΙΙΙ. «Η μηχανική εκμάθηση γραμματικών και
συντακτικών τύπων και η αποστήθιση κανόνων σε μια ακατανόητη γλώσσα κατέπνιγαν
κάθε δημιουργική ενέργεια στα πνεύματα των μαθητών και τους ενέπνεαν μίσος για
τη γνώση, μίσος που διαιώνιζε την άγνοια και τον σκοταδισμό στην ελληνική
κοινωνία. [Δ. Καταρτζής, Τα ευρισκόμενα, επιμ. Κ.Θ. Δημαράς, Αθήνα 1970, σσ.
29-35]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 203)
IV. Ο Κοραής θεωρούσε την ουσιαστική μόρφωση υπέρ της οποίας
τάσσονταν ως «την έννοια της πνευματικής καλλιέργειας που θα
συνδύαζε την ηθική της κλασσικής εποχής με τη σύγχρονη φιλοσοφία και επιστήμη.
Επέμενε ότι η αναγέννηση στην Ευρώπη είχε συντελεστεί με αυτόν τον τρόπο και
κατά συνέπεια η αναγέννηση ης Ελλάδας μπορούσε να επιτευχθεί με την ίδια μέθοδο
[Αδαμάντιος Κοραής, Συλλογή Προλεγομένων, επιμ. Φ. Φουρναράκη, τομ. Α,
Παρίσι 1833, σσ.249-251]:
"Περισσότερον ἤθελ’ ὠφελήσειν τὸ γένος σήμερον ὅστις
καίει παρὰ ὅστις γράφει Γραμματικάς"
[ό.π, σελ. 67],», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 398)
ιστ. Τέλος, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» στο
λίβελό του, είναι επηρεασμένος από την αρχαία διαμάχη του φιλοσοφικού κόσμου
μεταξύ Νόμου/Πολιτισμού και Φύσης/Βαρβαρότητας, την οποία αυτός ατυχώς προσπαθεί
να μεταλαμπαδεύσει λόγια σε μια ήδη οργανωμένη κοινωνία χιλιάδων ετών, η οποία
άφησε το «σπήλαιο των Νεάντερνταλ» εντελώς έρημο, ήδη από την εκκίνηση της
ιστορίας της.
Οι νεοπαγανιστές της
Ελλάδος, εις πλείστα
επιχειρήματά
τους, περιστρέφονται γύρω από τη προσπάθεια διαφύλαξης του «ελληνικού
πολιτισμού», έναντι μιας «απολίτιστης Ιουδαϊκής αίρεσης της Ερήμου», του
Χριστιανισμού, κατά τη δική τους πάντα ιδεολογία. Κατά αυτόν τον τρόπο, έρχονται
εις την μεγαλύτερη αντίφαση με το έργο που προβάλλουν στις σελίδες και τα βιβλία
τους, καθόσον ο ίδιος ο συγγραφεύς της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»
δείχνει επηρεασμένος από το ένα σκέλος αυτής της αρχαίας φιλοσοφικής διαμάχης,
Νόμου και Φύσεως, και φαίνεται να έχει πιστέψει ως ανώτερη εκείνη την άνευ
πολιτείας (προ-βάρβαρη), επισφαλή, «ηρωική», αλλά χαζή,
«επιβίωση» του ανθρώπου, τύπου «Κόναν ὁ Βάρβαρος»:
α. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ
πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη
ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος
δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ
καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους,
ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ
ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.», σελ. 14
β. «Ἕως ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἠμπόρεσε νὰ
τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του, ἕως τότε ἐσώθη ἡ φυσικὴ ζωή, καὶ βέβαια ἡ
εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του
τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι,
τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων», σελ. 14
Ασφαλώς, οι νεοπαγανιστές
δε θα τονίσουν ποτέ εις τους αναγνώστες τους τέτοια αποσπάσματα της «Ἐλληνικῆς
Νομαρχίας»· γιατί τέτοιες παρουσιάσεις είναι ασύμφορες για την
ιδεολογία τους περί «ἐννόμου πόλεως» (βλ.
Παναγιώτη Μαρίνη) και δεν τους βοηθούν εις την στηλίτευση του Ορθοδόξου
Μοναχισμού (βλ. Παναγιώτη Μαρίνη στη σελίδα
Μοναχισμός). Κι όχι μόνο γι’ αυτόν το λόγο· αλλά γιατί είναι εξαιρετικά
αμφίβολο αν μπορεί να πείσει κανείς έναν αστό του 2011, ότι τον συμφέρει να
εγκαταλείψει τη σιγουριά της επιβίωσης, που του προσφέρει η τεχνολογία της
εποχής του, μέσα εις την κοινωνία των πολλών συνεργαζόμενων ανθρώπων της πόλεως,
για μια αμφίβολη «εὐτυχία» τύπου δασικού ατεχνολογήτου
παγανισμού, σαν κι αυτή του Αβοριγίνα της Αυστραλίας ή του Αμαζονίου της
Βραζιλίας.
Αυτές οι θέσεις είναι δάνεια κι αυτούσιες αντιγραφές από
διαφωτιστές, για τις οποίες οι νεοπαγανιστές κι άλλοι λαλίστατοι αντιχριστιανοί
διανοουμένοι αποκρύβουν όταν αντιμάχονται την Ορθοδοξία:
«Κατά την εποχή αυτή είχε αποκτήσει
φήμη μεγάλου συγγραφέα ο Ρουσσό (Jan Jacques Rousseau, 1712- 1778). [...] Ο
Ρουσσό δεν ήθελε να οργανώσει το κράτος έχοντας ως πρότυπο το αγγλικό, γιατί
είχε τη γνώμη ότι οι Άγγλοι έχουν φαινομενική ελευθερία και όχι πραγματική.
"Οι άνθρωποι, έλεγε, πρέπει να συγκεντρώνονται και να θεσπίζουν τους
νόμους απευθείας οι ίδιοι, όπως γινόταν στα αρχαία κρατίδια, γιατί η κοινή
θέληση ζητεί πάντοτε το άριστο" Ο Ρουσσό πιστεύει ότι ο άνθρωπος από τη φύση
είναι πλασμένος καλός, αλλά τον έχει διαφθείρει ο πολιτισμός. Για να
διορθωθούμε και να αποκτήσουμε την παλιά αθωότητα, πρέπει να ξαναγυρίσουμε
στη φύση".
[...]
Γενικά ήταν πάρα πολύ σπουδαία η
επίδραση του Ρουσσό. Οι πιο ριζοσπαστικοί από τους επαναστάτες είχαν συνήθως
στα χείλη τους γνώμες και φράσεις δικές του, ενώ ο συναισθηματικός και
ονειρεμένος συγγραφικός τρόπος του προετοίμασε το ρομαντισμό του Ιθ΄αιώνα»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σ. 211)
Αυτή η βάρβαρη, για το Θουκυδίδη, μοναχική
επιβίωση με τη σπάθη εις τη φύση, συνεπικουρείται εκ μέρους του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» από το μαστίγωμα εκείνων των
αγαθών, που οι νεοπαγανιστές, ιδίως δια μέσω του
Παναγιώτη Μαρίνη, διαφυλάσσουν ως «τὴν κόρην τοῦ ὅφθαλμοῦ
τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ»· αυτά τα αγαθά, αντιθέτως και παραδόξως
χαρακτηρίζονται από τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»
ως «ἐφευρέματα τῆς βαρβαρότητος» (!):
«Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ
κυνήγι; Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι
συναναστροφαί; Ποῦ τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος;
Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;», σελ. 65
Πού είναι στα αλήθεια οι αστοί
διαφωτιστές; πού είναι στα αλήθεια οι αστοί
νεοπαγανιστές; γιατί ξεχνούν τις καταγγελίες του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» κατά των ιδεολογημάτων τους ενώ υποκρίνονται ότι στρέφονται
ενάντια εις τους πνευματικούς τους αντιπάλους μόνον;
Ίσως βέβαια προτείνουν πως
αυτές οι συμπάθειες του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» δεν
είναι τίποτα άλλο παρά ένα είδος ρητορικού καμουφλάζ των διαφωτιστικών, ως
κοσμικότητας, επιρροών που είχε δεχθεί. Αν αποδεχθούν κάτι τέτοιο, πως δηλαδή ο
«Ἀνώνυμος Ἕλλην» συνειδητά ψεύδεται ορισμένες φορές,
τότε θα πρέπει ίσως να απορρίψουν πως λέγει την αλήθεια για τα υπόλοιπα ζητήματα,
υπερβάλλοντας κατά των Εκκλησιαστικών: «μόνον ἡ
ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει καλὴν ἔκβασιν», σελ. 11
Οι νεοπαγανιστές δε, θα
αποκρύψουν και τις αρχαίες καταβολές των θεωριών της «Ἐλληνικῆς
Νομαρχίας»· ο Αντίφων ο σοφιστής, Ε΄ αιώνας π.Χ. διαστέλλει τη φύση
και τον νόμο, τη φύση και τα έθνη, εξομοιώνοντας βδελυρώς για τους
νεοπαγανιστές Έλληνες & Βαρβάρους, λέγοντας ότι η ανισότητα είναι γέννημα
του νόμου της πολιτείας:
«τὰ μὲν γὰρ τῶν νόμων ἐπίθετα, τὰ δὲ τῆς
φύσεως ἀναγκαῖα... τὰ πολλὰ τῶν κατὰ νόμων δικαίων πολεμίως τῇ φύσει κεῖται»
και «φύσει πάντα πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ
Ἕλληνες…οὔτε βάρβαρος ἀφώρισται ἡμῶν οὐδεὶς οὔτε Ἕλλην, ἀναπνέομεν τε γὰρ εἰς
τὸν ἀέρα ἅπαντες κατὰ τὸ στόμα καὶ κατὰ τάς ρῖνας».
(Πηγή: Κ.Δ. -Ν.Σ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ΄, σελ. 939)
Τη σπουδαιότερη όμως επιχειρηματολογία του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» η οποία πίπτει έως ταφόπλακα εις την μανία των
νεοπαγανιστών για την χρήση επιχειρημάτων «ὑπὲρ
τοῦ πολιτισμοῦ», όπως είναι το θέατρο, οι τέχνες (συμπεριλαμβανομένης της
γλυπτικής) κ.α., αποτελεί η πολεμική του κατά της πολυτέλειας· πολιτισμός είναι ότι
βρίσκεται πάνω από την επιβίωση:
«Πολιτισμός είναι όσα ο άνθρωπος
δημιούργησε και τον βοήθησε να ανέβει από την κατηγορία του ζώου, στο επίπεδο
του «έλλογου όντος». Όλα όσα είναι πέρα από τη μέριμνα για την επιβίωση και
την αναπαραγωγή του είδους.» (Πηγή: Πολιτικοί
Θεσμοί & Οργάνωση του Κράτους, Ομάδα εκπαιδευτών -Παιδαγωγών, Εκδόσεις
Πελεκάνος, Αθήνα, σελ. 24)
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα βάλει κάθε
τι που βρίσκεται πάνω από την επιβίωση στην αχρηστία της πνευματικής
δουλείας, παρότι φαντάζεται μέσα στο γραπτό του πολιτείες, αναγνωρίσεις
ηρώων κι άλλα συναφή:
α. «Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας,
ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως
ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ
ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.», σελ. 62
β. «Ἡ πολυτέλεια δὲ ὡς γέννημα καὶ
ἀποτέλεσμα σκιώδους καὶ φανταστικῆς δυνάμεως», σελ. 103
Εξηγεί δε, ότι αυτή η πολυτέλεια επέρχεται από τη γέννηση των χρημάτων:
γ. «Ἡ ἐφεύρεσίς των [χρημάτων] ἔφθειρε τὰ ἤθη
τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν, [...] Αὐξάνοντας λοιπὸν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον αἱ χρυσαῖ μονάδες καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ αὐξήσουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα, ἐφευρέθησαν τὰ μὴ ἀναγκαῖα.
Καὶ οὕτως ἐγεννήθη ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους.»,
σσ. 102-103
Λεπτομερέστερα ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
υποστηρίζει πως η πολυτέλεια γεννήθηκε από τα μη αναγκαία, τα οποία με τη σειρά
τους γεννήθηκαν από την περίσσεια της τροφής και δηλαδή από την ανάγκη της επιβίωσης:
δ. «Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἤρχισαν νὰ πληθύνουν τὰ μὴ ἀναγκαῖα πράγματα, τὸ ὁποῖον
ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ τὸ περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν,
δὲν ἦτον ἀναγκαῖον εἰς κανένα, ὡσὰν ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώγει, ἀφοῦ χορτάσῃ·».
σελ.103
Βάση όλων των ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο
συγγραφέως της «Ἐλληνικῆς Νομαρχίας»,
αν και αρέσκεται φιλοσοφικά εις την προτίμηση της βαρβαρότητας, όπου «ἡ
φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων», ή στην προτίμηση της κατάργησης των «μὴ ἀναγκαίων»
πραγμάτων του πολιτισμού, διαρκώς επιζητά πρακτικά από τους αναγνώστες του τη δημιουργία του
τελευταίου, δια μέσω των «Νόμων», με μια παράξενη
πνευματική αναντιστοιχία θεωρίας και πράξης, σαν κι αυτή όταν κατηγορεί
το «Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον»· δε χάνει δε ευκαιρία
να κατηγορεί διαρκώς όλους τους υπολοίπους, όπως και τους ιερείς, για την
άγνοια τους γύρω από την επιστήμη, εκείνη που αυτός «ἐδυνήθηκε»
να διδαχθεί εις την «Ἐσπερίαν»:
«Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν
ὑπερβολὴν τοῦ λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον,
τινάς, μόλις σπουδάζουν ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν
λέξιν «ἐπιστήμη»», σελ. 111
Όμως, τί να την κάνει άραγε «ὁ Ἀνώνυμος
Ἕλλην» την επιστήμη, και γιατί την αναζητά κι επιζητά εις σε άλλους, αφού
πιστεύει και προτιμά την «ἀληθήν εὐτυχίαν» της
απολίτιστης βαρβαρότητος; Τί ζητούν δε οι
νεοπαγανιστές κι τινές άθεοι νεοδιαφωτιστές με την ανακύκλωση των παλαιών
ρητορειών του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» στη νεότερη
Ελλάδα, πέρα από την απλοϊκή χρήση των ως «ἱερὰ σκώματα ἐνός
γελοτωποιοῦ»; Τί συζητούν περί επιστημών παρέα με τον «Ἀνώνυμον
τὸν Ἕλληνα», όταν ο ίδιος ο τελευταίος παραιτείται της επιστητής γνώσεως;
«Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν
προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ
ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον
Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην. Ἡ μεγαλειτέρα ἀμάθεια εἶναι, ἀδελφοί μου, τὸ νὰ θέλῃ
τινὰς νὰ μάθῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ. Ὅθεν, ὅποιος γνωρίζει τὰ ὅσα
δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰ παραιτεῖ, εἶναι ὁ σοφώτερος τῶν ἀνθρώπων.»,
σελ. 14
Τέλος, επειδή ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
πρόσκειται εις το πολιτικό κίνημα του
Διαφωτισμού
παρατίθενται εδώ δυο τινά:
α. «...ο Μοισιόδαξ αναφωνούσε με κάποια
δυσφορία, ότι επιτέλους και οι αρχαίοι ήταν και αυτοί ανθρώπινα πλάσματα
προικισμένα "μὲ μίαν πεπερασμένην καὶ ἀτελῆ φύσιν, ὅπως
καῖ οἱ έπίλοιποι ἄνθρωποι". Επιπλέον ήταν εκτεθειμένοι "εἰς
τὴν μαγγανείαν τῆς ἀπάτης, εἰς τὴν βραχύτητα τῆς ζωῆς, εἰς τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ
καιροῦ" και σε όλους τους άλλους περιορισμούς, στους
οποίους υπόκειται η ανθρώπινη φύση», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 228-229)
β. «Οι Ιακωβίνοι είχαν υποσκάψει το κύρος του
πολιτικού κλασικισμού, αποδεικνύοντας ότι το πρότυπο της αρχαίας δημοκρατίας όχι
μόνο δεν ανταποκρινόταν στα νεότερα προβλήματα, αλλά αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο
για την ελευθερία», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 385)
ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Ἤτοι Λόγος περὶ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Δι᾿ οὗ ἀποδεικνύεται, πόσον εἶναι καλλιωτέρα ἡ Νομαρχικὴ Διοίκησις ἀπὸ τὰς λοιπάς,
ὅτι εἰς αὐτὴν μόνον φυλάττεται ἡ Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, τί ἐστὶ Ἐλευθερία, ὁπόσων
μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος, ὅτι τάχιστα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ συντρίψῃ τὰς
ἁλύσους της, ποῖαι ἐστάθησαν αἱ αἰτίαι ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον τὴν ἐφύλαξαν δούλην,
καὶ ὁποῖαι εἶναι ἐκεῖναι, ὁποὺ μέλλει νὰ τὴν ἐλευθερώσωσι.
Συντεθείς τε καὶ τύποις ἐκδοθεὶς ἰδίοις
ἀναλώμασι πρὸς ὠφέλειαν τῶν Ἑλλήνων
ΠΑΡΑ
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ
Ἐν Ἰταλίᾳ. 1806.
ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ
Ὦ Ἀναγνῶστα!
Ἐπειδὴ ὁ λόγος μου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία διεξοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας·
ἐπειδὴ τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνων ὁποὺ κατὰ συνήθειαν, καὶ χωρὶς αἰτίαν κάμνουσι, ὡς
οὐδὲν κρίνω· ἐπειδὴ οἱ λεξολάτραι, καὶ ὅσοι μὲ τὸ συντακτικὸν τοῦ Γαζῆ εἰς τὸ χέρι
ἤθελαν κατακρίνει τοῦτο τὸ ἐγχειρίδιον, εἰς οὐδὲν μὲ βλάπτουσι· ἐπειδὴ νομίζω ἄχρηστον
νὰ ἀποκριθῶ εἰς ὅσους ἤθελαν ἐρωτήσει, διατί κράζομαι ἀνώνυμος· καὶ ἐπειδὴ τέλος
πάντων προσμένω μὲ πόθον νὰ λάβω καμμίαν ὀρθὴν ἑρμηνείαν, καὶ διόρθωσιν εἰς κανένα
σφάλμα μου ἀκούσιον: διὰ τοῦτο, εἰς ἄλλο τι δὲν χρησιμεύει ἡ παροῦσα μου ξεχωριστὴ
Ἐπιστολή, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ σὲ εἰδοποιήσω, ὅτι, ἀνίσως ὁμοιάζεις ἐκείνους ὁποὺ προφέρουσι
τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος χωρὶς νὰ ἀναστενάζωσι, νὰ μὴν χάσῃς τὸν καιρόν σου ματαίως
εἰς τὸ νὰ ἀναγνώσῃς τὸ πονημάτιόν μου τοῦτο.
Ἔρρωσο.
ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ
τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήτου Ἕλληνος
ΡΗΓΑ
τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος,
χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ
πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι.
Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor(*)
Virg.
Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως,
παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος
μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι᾿ ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον
σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα
ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἅπασα
θέλει δοξάσει διὰ παντὸς τὸ ἀθάνατον ὄνομά σου, συναριθμοῦσα αὐτὸ εἰς τὸν κατάλογον
τῶν Ἐπαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καὶ Θρασυβούλων.
(*) Ἀναφανῆναί τις ἐκ τῶν ὀστέων ἡμῶν ἔκδικος. Βιργ.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ἤτοι Λόγος περὶ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Ἐσεῖς, ὦ ἀθάνατοι ψυχαὶ τῶν ἐλευθέρων προγόνων μου! ἐνδυναμώσατε τώρα τὸν ζῆλον
μου μὲ τὰ ἡρωϊκά σας ἐντάλματα, διὰ νὰ ἐκφράσω, καθὼς πρέπει, τὰ τῆς ἐλευθερίας
κάλλη εἰς τοὺς ἀπογόνους σας. Καὶ σύ, ἱερὰ Πατρίς, ἐγκαρδίωσον καὶ στερέωσον τὴν
πρὸς σὲ ἀγάπην μου, μὲ τὴν ἐνθύμησιν τῶν παλαιῶν τερατουργημάτων σου, διὰ νὰ παραστήσω
μὲ σαφήνειαν εἰς τὰ τέκνα σου τὰς φοβερὰς χρείας σου, καὶ νὰ ἐνθουσιάσω τὰς ἑλληνικάς
των καρδίας μὲ τὸν θεῖον σου ἔρωτα.
Ναί, φιλτάτοι μου Ἕλληνες, τὸ ἐπιχείρημα εἶναι δύσκολον δι᾿ ἐμέ, ἀλλ᾿ ἡ Πατρὶς
τὸ ζητεῖ, τὸ χρέος μου μὲ βιάζει, καὶ μόνον ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου μοῦ προμηνύει
καλὴν ἔκβασιν. Ἀντὶ ρητορικῶν φράσεων, θέλει καλλωπίσει τὸν λόγον μου ἡ διήγησις
τῶν θαυμαστῶν ἔργων τῶν πάλαι Ἡρώων, ἡ μεγαλειότης δὲ τοῦ θέματος καὶ τὸ κοινὸν
ὄφελος μοῦ τάζουσι τὴν παρ᾿ ἐμοῦ ποθουμένην ἀνταμοιβήν, λέγω τὴν κατάπεισιν τῶν
ὁμογενῶν μου Ἑλλήνων.
Ἄμποτες, λοιπόν, νὰ ἀξιωθῶ νὰ ἀποδείξω ἐμπράκτως τὰ ὅσα, κατὰ τὸ παρόν, διὰ λόγου
ἀπεφάσισα νὰ σᾶς κοινοποιήσω, τὸ ὁποῖον ἐπεύχομαι εἰς ὅλους τοὺς ἀγαπητούς μοι Ἕλληνας
καὶ ὅλους τοὺς ἀληθεῖς φιλοπάτριδας.
***
Ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἶναι εἰς ὅποιον ἀποφασίσει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων,
συχνάκις νὰ δυσπιστῇ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι εὐκολόπιστος εἰς
τοὺς ἄλλους, νὰ καταπείθεται μόνον εἰς τὴν ἀναμφιβολίαν. Ὡσὰν ὁποὺ πολλάκις ἀμελῶντας
τινὰς μίαν παραμικρὰν ἔρευναν, καὶ δίδοντας πίστιν εἰς ὅσα ἀκροάζεται ἀπὸ ἄλλους,
εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἀπατηθῇ, καὶ τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν ἀκατάστατον εἰς τὴν
ὑπόθεσιν ὁποὺ ζητεῖ, καὶ ἐξακολούθως οὔτε αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε
ἄλλοι παρ᾿ αὐτοῦ νὰ τὴν ἐννοήσωσι.
Ὅταν ὅμως ἐξετάζῃ τὴν ὑπόθεσιν μὲ προσοχήν, συγκρίνει ἀδιαφόρως τοὺς περὶ αὐτῆς
ὁμιλήσαντας, ἐρευνῶντας πρὸς τούτοις τὰς αἰτίας, ὁποὺ τὸν καθένα ἐπαρακίνησαν νὰ
ὁμιλήσῃ· ὅταν, λέγω, ἐκλέγει τὸ πιθανὸν ἀπὸ τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ δύσκολον ἀπὸ τὸ ἀμφίβολον,
τότε προχωρεῖ βαθμηδόν, καὶ φθάνει τέλος πάντων εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εὑρίσκει τὴν
ἀνταμοιβὴν εἰς τοὺς κόπους του μὲ τὴν ἀκριβήν της ἀπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει
καθεὶς νὰ καταπείθεται, καὶ ἀνοητότατος ἤθελεν εἶναι ὁ ἀκατάπειστος.
***
Πολλοί, μέχρι τῆς σήμερον, ἐστάθησαν οἱ πολυπράγμονες τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας,
πολλὰ ὀλίγοι ὅμως διετήρησαν τοὺς προλεχθέντας κανόνας, καὶ ὀλιγότατοι ἐπέτυχον
τοῦ σκοποῦ των· καὶ διὰ τοῦτο ἄλλος μὲν ἤλπισε νὰ τὴν εὕρῃ εἰς τὰ πλούτη, ἄλλος
εἰς τὴν μάθησιν, ἄλλος εἰς τὴν πτωχείαν, ἄλλος εἰς τὴν φιλαυτίαν· μερικοὶ πάλιν,
ἐξετάζοντες τὰ ἀνθρώπινα περιστατικά, καὶ ἀπαντοῦντες πανταχόθεν ἐμπόδια καὶ δυσκολίας,
εἶπον ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχὴς κατ᾿ οὐδένα τρόπον· ἄλλοι δέ,
ὁποὺ δὲν ἔλαβον ἐπιμέλειαν νὰ ἐρευνήσωσι ὅσον ἐχρειάζετο τὴν ὑπόθεσιν, ἀπεφάσισαν
εὐθὺς εὐθύς, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εὐτυχεῖς.
Ἀνάμεσα, λοιπόν, εἰς τοιοῦτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμῶν, ἄλλο, βέβαια, δὲν
ἠμπορεῖ τινὰς νὰ καταλάβῃ, εἰμὴ μόνον ὅτι ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου στέκεται εἰς τὸ
νὰ εἶναι εὐχαριστημένος, καὶ ἐξακολούθως, μὴν ἠμπορῶντας νὰ εἶναι κατὰ πάντα εὐχαριστημένος,
οὔτε κατὰ πάντα εὐτυχὴς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ.
Ὅθεν, διὰ νὰ εὐτυχήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅσον περισσότερον εἶναι δυνατόν, πρέπει πρότερον
νὰ ἐξαλείψῃ ὅσας αἰτίας τῆς δυσαρεσκείας του ἠμπορέσῃ, δηλ. νὰ ὑπακούῃ εἰς τὴν θέλησίν
του. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ὅλοι τὰς αὐτὰς θελήσεις, εἶναι ἀναγκαῖον
οἱ ὀλιγότεροι νὰ ὑπακούουν εἰς τὴν θέλησιν τῶν περισσοτέρων καὶ μὴν ὄντας δυνατὸν
νὰ εἶναι ὅλοι εὐτυχεῖς, κἂν νὰ εἶναι οἱ περισσότεροι.
Ἡ εὐτυχία μας λοιπὸν κρέμαται ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς καταστήσῃ
εὐτυχεῖς μόνον τότε, ὅταν ἀρέσκῃ τῶν περισσοτέρων. Διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον εἶναι νὰ
ἐξετάσητε μαζί μου, ἀνάμεσα εἰς τὰς τόσας διοικήσεις, ὁποὺ τὴν σήμερον ἔχουσιν οἱ
ἄνθρωποι, ποία εἶναι ἡ καλλιοτέρα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει σᾶς φανῆ δύσκολον, ἐπειδὴ
ἠξεύρετε τὸν τρόπον, ὁποὺ σᾶς προεῖπον, τῆς δοκιμῆς της. Ἀφοῦ δὲ εὕρομεν τὴν καλλιοτέραν
διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει καὶ τί ἐστὶ ἐλευθερία, περὶ ἧς ὁ λόγος, καὶ πόσων
ἀξίων κατορθωμάτων καὶ ἀρετῶν εἶναι πρόξενος, καὶ τέλος πάντων εἰς τί συνίσταται
ἡ ὁμοιότης καὶ ἡ ὁμόνοια· ὁποὺ βεβαιωθέντες εἰς αὐτά, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὰ ξαναποκτήσωμεν,
καὶ νὰ ἀναλαμπρύνωμεν τὸ Γένος μας, τὸ ὁποῖον ἡ τυραννία τόσον ἠμαύρωσεν.
***
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου
συγκρίνει τὰ πράγματα ἀναμεταξύ των, καὶ προκρίνει ἀπὸ αὐτὰ ὅποιον τὸν ὠφελεῖ περισσότερον,
ἔχει δὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, ὁποὺ πάντοτε τὸν παρακινεῖ, εἰς ὁποιανδήποτε
κατάστασιν ἤθελεν εἶναι, νὰ ζητῇ μίαν καλλιοτέραν· ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος
στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ
ἀπὸ κάθε ἐναντίον.
Ἕως ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἠμπόρεσε νὰ τραφῇ καὶ νὰ διαυθεντευθῇ μόνος του, ἕως τότε
ἐσώθη ἡ φυσικὴ ζωή, καὶ βέβαια ἡ εὐτυχεστέρα διὰ ἡμᾶς τοὺς θνητούς. Ἀφοῦ ὅμως ὁ
ἕνας ἔκραξεν πρὸς βοήθειάν του τὸν ἄλλον, τὸ φυσικὸν σύστημα ἐτελείωσεν, καὶ εὐθὺς
ἤρχισεν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὸ ἐλεεινὸν θέατρον τῶν ἀνθρωπίνων περιστάσεων.
Ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, πόθεν προῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ὁποὺ ἐβίασεν τὸν ἄνθρωπον
νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρ᾿ ἄλλου· ἀλλὰ ἤθελεν εἶναι τὸ ἴδιον νὰ ἐρωτοῦσε τινάς, διὰ
ποῖον τέλος καὶ διὰ τί τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἔκτισε τὴν οἰκουμένην. Ἡ μεγαλειτέρα ἀμάθεια
εἶναι, ἀδελφοί μου, τὸ νὰ θέλῃ τινὰς νὰ μάθῃ ἐκεῖνα ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ.
Ὅθεν, ὅποιος γνωρίζει τὰ ὅσα δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ τὰ παραιτεῖ, εἶναι ὁ σοφώτερος
τῶν ἀνθρώπων.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἔπαυσεν, ὡς εἶπον, τὸ πρῶτον σύστημα τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸ ὁποῖον
ἡ φύσις ἦτον ἀντὶ τῶν νόμων, ἡ γῆ ὅλη ἀντὶ τῶν πολιτειῶν, καὶ ἡ θέλησις καθενὸς
ἀντὶ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠθέλησεν νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν σημερινὴν
τροφήν, ἀλλ᾿ ἐζήτησε νὰ προητοιμάσῃ καὶ διὰ τὴν αὔριον, καὶ ἀφοῦ τέλος πάντων ἀπεφάσισε
νὰ ζήσῃ μαζὶ μὲ ἄλλους, ἔχασε τὴν ἀληθῆ εὐτυχίαν, καὶ ἔγινε δοῦλος ὄχι μόνον τοῦ
ἑαυτοῦ του, καὶ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ἀψύχων πραγμάτων.
Πρώτη λοιπὸν ἐστάθη, ἡ ἀναρχία νὰ φανερωθῇ ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Εὐθὺς
ὁ δυνατότερος ἄρχισε νὰ δώσῃ νόμον τοῦ ἀδυνάτου, καὶ οἱ περισσότεροι νὰ ἁρπάζωσι
τὸ δίκαιον ἀπὸ τοὺς ὀλιγοτέρους: ἐκεῖ φόνοι, ἐκεῖ ἀδικίαι, ἐκεῖ τέλος πάντων μύρια
ἀναγκαῖα πλημμελήματα ἕως τότε ἀγνώριστα. Εἶδεν ἡ ἀνθρωπότης τὸ καλὸν ὁποὺ ἔχασεν,
ἀλλὰ δὲν τῆς ἦτον πλέον δυνατὸν νὰ τὸ ξαναποκτήσῃ, καὶ ἀναγκαίως ἐχρειάσθη νὰ βασανισθῇ
ὄχι ὀλίγον καιρόν, ἕως ὁποὺ ἡ σκιὰ τοῦ θρόνου ἤρχισε νὰ ἀπομωράνῃ τὰς ψυχὰς τῶν
ἀνθρώπων, καὶ ἰδοὺ ἡ μοναρχία ἐμφανίσθη, ἡ ὁποία ὡς
πρόξενος καὶ γεννήτρια τῆς πολιτικῆς
ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, μετ᾿ οὐ πολλοῦ μεταβληθεῖσα εἰς τυραννίαν, ἔφερεν εἰς
τὴν γῆν ὅλα τὰ κακὰ ὁποὺ ἠμποροῦσεν νὰ δοκιμάσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος.
Ἰδοὺ ὁ τύραννος, ὡς ἡμίθεος, νὰ δίδῃ τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ χαρίζῃ
τὴν ζωὴν ὅσων δὲν θανατώνει. Ἰδοὺ τὰ ἐλαττώματα, ὄχι πλέον μισητά, ἀλλὰ ἐπαινετά,
καὶ ἐπιθυμητά. Ἰδοὺ ἡ ἀδικία μὲ τὸ ξίφος εἰς τὴν δεξιάν, νὰ καταπατῇ τὴν ἀρετήν,
καὶ νὰ διώκῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἰδού...
Ἀλλά, τέλος πάντων, αὐτὰ τὰ ἴδια κακά, καὶ ἀνυπόφοροι δυστυχίαι ἐδίδαξαν τὴν
ἀνθρωπότητα νὰ εὕρῃ μίαν διοίκησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνάπαυσίν της
καὶ τὴν εὐτυχίαν της· αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἐκείνη ἡ διοίκησις, ὁποὺ ἐγὼ θέλω νὰ τὴν
ὀνομάσω Νομαρχίαν,
ἡ ὁποία, ὅσον περισσότερον οἱ ἄνθρωποι ἀγαπῶσι τὴν εὐτυχίαν των, τόσον αὐτὴ στερεοῦται
καὶ φυλάττεται ἀμετάτρεπτος, οὖσα ἡ ὑστερινὴ μεταμόρφωσις, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν
διαφόρων διοικήσεων, καὶ ἡ μόνη πρόξενος τῆς ἀρετῆς, τῆς ὁμοιότητος, καὶ τῆς ἐλευθερίας.
Πολλάκις βλέπομεν, νὰ μὴν ἀκολουθοῦν τὸν εἰρημένον κανόνα εἰς τὰς μεταβολάς των
αἱ διοικήσεις, αὐτὸ ὅμως προέρχεται ἀπὸ διαφόρους αἰτίας, ὁποὺ τὸ παρὸν θέμα δὲν
συγχωρεῖ τὴν ἐκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνον νὰ ἠξεύρῃ καθείς, ὅτι ὁποιαδήποτε
διοίκησις πρέπει νὰ εἶναι μία ἀπὸ τὰς εἰρημένας τέσσαρας, τὰς ὁποίας ὡς γενικὰς
κρίνω, καὶ ὅτι ἡ ὑστερινὴ εἶναι ἡ καλλιοτέρα καὶ ἁρμοδιωτέρα πρὸς τὸ ἡμέτερον εὖ
ζῆν.
Αὐτὴν λοιπὸν ἂς ἐξετάσωμεν ὅσον δυνηθῶμεν ἀκριβέστερα· καὶ βέβαια εἰς αὐτὴν θέλομεν
εὕρει τὴν ἐλευθερίαν διασωσμένην, καὶ ἐξακολούθως, τὴν εἴσοδον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην
εὐδαιμονίαν. Ἡ
νομαρχία, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται τόσον εἰς τὴν δημοκρατίαν, καθὼς
καὶ εἰς τὴν ἀριστοκρατίαν, αἱ ὁποῖαι εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἡ
μὲν δημοκρατία κλίνει εἰς τὴν ἀναρχίαν, ἡ δὲ ἀριστοκρατία εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, ἡ
ὁποία πολλάκις εἶναι χειροτέρα καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τυραννίαν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ εἰς
τὰς δύο αὐτὰς διοικήσεις σώζεται ἡ Ἐλευθερία, ἀδιάφορος εἶναι ἡ ἐκλογή. Ὅθεν, κατὰ
τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, καὶ κατὰ τὸ κλῖμα, ποτὲ μὲν προτιμᾶται ἡ μία, ποτὲ δὲ ἡ ἄλλη.
Ἀλλὰ τί ἐστὶ ἐλευθερία; Εἰς τὴν ἀναρχίαν, ὦ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι εἶναι μόνον οἱ
ἰσχυρότεροι, εἰς μὲν εἰς τὴν μοναρχίαν, οὐδεὶς δὲ εἰς τὴν τυραννίαν, καὶ ὅλοι εἰς
τὴν νομαρχίαν.
Ὅθεν, κατὰ μὲν τοὺς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς θελήσεως
τοῦ καθενός, ἐπειδή, εὑρισκόμενοι χωρὶς νόμους, καὶ χωρὶς κριτάς, ὁ μὲν ἅρπαξ ὀνομάζει
τὰς ἁρπαγάς του ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας του, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἄσωτος τὰς ἀσωτίας
του, καὶ ὁ κακὸς τὰς κακίας του.
Κατὰ δὲ τοὺς δευτέρους, ὡσὰν ὁποὺ ἐπώλησαν τὴν ἐλευθερίαν τους ἑνός, ἄλλο δὲν
ἐννοοῦσι μὲ αὐτὴν τὴν λέξιν, εἰμὴ τὰς προσταγὰς τοῦ κυρίου των, καὶ εἶναι μόνον
ἐλεύθεροι διὰ νὰ τὸν ὑπακούωσι. Ὁ τύραννος δὲ καὶ οἱ δοῦλοι του ἀγνοοῦσι παντάπασιν
τοιαύτην λέξιν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τὴν ἐδοκίμασαν, διὰ νὰ ἔχουν ἰδέαν περὶ αὐτῆς.
Ὑπὸ τῆς νομαρχίας,
τέλος πάντων, ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται εἰς ὅλους, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι κοινῶς τὴν ἀφιέρωσαν
εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους διέταξαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ ὑπακούοντάς τους καθεὶς
ὑπακούει εἰς τὴν θέλησίν του, καὶ εἶναι ἐλεύθερος. Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ κατ᾿ αὐτοὺς
ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ ὑπακοὴ εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἄλλο δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία
παρὰ ἡ αὐτὴ νομαρχία.
Αὐτὴ εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἐκείνη ἡ ἐλευθερία, ὁποὺ ἄλλοι μὲν ἀστοχάστως ἐνόμιζον
τὴν ἀπώλειαν, ἄλλοι δὲ παραφρόνως τὴν ἀπείθειαν, καὶ ἄλλοι ἄλλως, ὡς ἡ ἀπαιδευσία
ἐδίδασκε τὸν καθένα, ἄφευκτα ἀποτελέσματα τῆς δουλείας, ἡ ὁποία ἐβαρβάρωσεν τοὺς
ἀνθρώπους, κατέφθειρεν τὰ ἤθη, καὶ ἐξ αἰτίας της ἡμεῖς διαφέρομεν τόσον ἀπὸ τοὺς
προγόνους μας, ὁποὺ εἰς μερικοὺς φαινόμεθα ἀλλοτρίου γένους.
Φεῦ! ποῦ εἶσαι, ἐλευθερία ἱερά! ποῦ νόμοι! ποῦ νομοδόται! Ὅσον γνωρίζομεν τὴν
ἀληθῆ σημασίαν σου, τόσον αὐξάνει ὁ πόθος μας εἰς τὸ νὰ σὲ ἀπολαύσωμεν. Ἐσὺ εἶσαι
ἡ μήτηρ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, σὺ ὁ στῦλος τῆς δικαιοσύνης, σὺ ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας.
Ἔ, πόσον καλὸν λείπει ἐκείνων, ὁποὺ σὲ ὑστεροῦνται! Πόσον θέλουν κλαύσει ὅσοι μέχρι
τοῦδε δὲν σὲ ἐγνώριζον!
Ἡμεῖς δέ, ναὶ ἱερὰ Ἐλευθερία, μὲ τοὺς ὀδόντας μας θέλομεν συντρίψει τὰς ἁλύσους
μας, διὰ νὰ τρέξωμεν πρὸς ἀπάντησίν σου. Εἶναι ἀδύνατον αἱ ἑλληνικαὶ ψυχαὶ νὰ κοιμηθοῦν
πλέον εἰς τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας! Ὁ λαμπρὸς ἦχος τῶν ἀρμάτων των πάλιν θέλει
ἀκουσθῆ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων των, καὶ ταχέως.
Ἀλλά, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐπαρίθμησιν τῶν καλῶν τῆς αὐτῆς
νομαρχίας,
κρίνω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς φανερώσω τι προλαβόντως περὶ τῆς ὁμοιότητος τῶν ἀνθρώπων,
καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴν ἀπατηθῶσιν ὅσοι ἤθελαν νομίσει νὰ εὕρωσιν εἰς αὐτὴν τὴν διοίκησιν
μίαν ἀπόλυτον ὁμοιότητα.
***
Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου, ἀγκαλὰ
καὶ αὐτοὶ νὰ διαφέρωσι κατὰ πολλοὺς τρόπους. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἡ ἰδία φύσις,
ἡ ὁποία ἄλλους μὲν ἔκαμεν δυνατῆς κράσεως, καὶ ἄλλους ἀδυνάτου, ἐχάρισε μερικῶν
περισσότερον πνεῦμα, καὶ ἄλλων τινῶν ὀλιγότερον, καὶ οὕτως οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν
ἐν πρώτοις ἀναμεταξύ των κατὰ φυσικὸν τρόπον.
Ἡ δὲ δευτέρα εἶναι ἡ ἀνατροφή, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὰς ἀρετὰς καὶ
τὴν σοφίαν, ἤτοι τὰ καλὰ ἤθη. Ὅθεν, οἱ ἄνθρωποι διαφέρουσιν ἀκόμη καὶ κατὰ τὰ ἤθη.
Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.
Ἡ ἀναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ᾿ ἀρχὰς τὴν ἁπλῆν φυσικὴν ἀνομοιότητα ἀνυπόφορον,
καὶ ἐξακολούθως ἡ μοναρχία, καὶ μετ᾿ αὐτῆς ἡ τυραννία, ἠθέλησαν νὰ μετριάσουν ὁπωσοῦν
τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ αἰφνιδίως ἐπροξένησαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τὴν ἀκατάστατον
καὶ φοβερὰν ἀνομοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ τῆς τύχης, ὁποὺ θεωρῶντας τὴν σήμερον τινὰς
τοὺς ἀνθρώπους, πρέπει νὰ ἀνατριχιάζῃ ἀπὸ τοιοῦτον ἐλεεινὸν θέαμα, εὑρίσκοντας πολλὰ
μεγαλειτέραν διαφορὰν ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον εἰς ἄλλον, παρὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον εἰς ἕνα
ζῶον (1).
Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν
εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ
νομαρχία,
χωρὶς νὰ θελήσῃ ματαίως νὰ κάμῃ ὅλους δυνατούς, ὅλους πεπαιδευμένους, ὅλους πλουσίους,
ἢ τοὐναντίον, ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον
καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα,
ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι. Αὐτὴ ἔδωσεν εὐθὺς τόπον τῶν δυνατῶν, νὰ διαυθεντεύσουν
τὴν πατρίδα των, ἐπαρηγόρησεν τοὺς ἀδυνάτους, μὲ τὸ σκῆπτρον τῆς δικαιοσύνης, ἐδίδαξε
τοὺς ἀτάκτους νὰ εὕρωσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς τὴν χρηστοήθειαν, ἐβράβευσεν τοὺς καλοηθεῖς,
καὶ τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀκατάστατον τοῦ συμβεβηκότος, ἐτίμησε μόνον
τὴν ἀξιότητα τοῦ ὑποκειμένου, καὶ οὕτως μὴ καταφρονοῦσα τὸν πτωχόν, ἀπεδίωξε ἀπὸ
τὸν πλούσιον τὴν λύσσαν τῶν χρημάτων.
Καὶ ἰδού, πάραυθα, ὁ στρατιώτης νὰ γίνηται ἥρως, ὁ πολίτης νὰ κερδίζῃ τὴν ζωοτροφίαν
του, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὁ πτωχὸς νὰ μὴν βλέπῃ τὴν πτωχείαν του ὡς
ἀτιμίαν, καὶ ὁ πλούσιος νὰ μὴν στοχάζεται πλέον τὰ πλούτη του ὡς ἀρετοδοχεῖον, ἀλλ᾿
ἁπαξάπαντες νὰ εὑρίσκωσι τὴν εὐχαρίστησίν των χωρὶς τὸν παραμικρὸν κόπον, καὶ νὰ
εὐτυχῶσι.
Διότι, εἶναι φανερόν, ὁποὺ ὅταν ὁ ἀδύνατος δὲν βλάπτεται ἀπὸ τὸν δυνατόν, δὲν
τὸν θλίβει ἡ ἀδυναμία του, ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς
τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των, καὶ οὕτως ὅλοι εὑρίσκονται
εὐχαριστημένοι, συνζῶσι ὅμοιοι, καὶ ἐλεύθεροι, ὡς ἀδελφοί τινες εἰς τὸν πατρικόν
των οἶκον, καὶ καθὼς τοῦτοι διαυθεντεύουσι τοὺς γονεῖς των καὶ τοὺς ἀγαπῶσι, οὕτως
καὶ ἐκεῖνοι χύουσι τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος των καὶ διὰ τὴν φύλαξιν
τῶν νόμων των.
Οἱ νόμοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων εἰς τὴν
νομαρχίαν χαίρονται οἱ ἄνθρωποι
μίαν ἀπόλυτον πολιτικὴν ὁμοιότητα, ἀγαπητοί μου, εἶναι εἰς τὴν διοίκησιν, ὡς ἡ ψυχὴ
εἰς τὸ σῶμα· αὐτοὶ δίδουσιν τὴν κίνησιν εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα, καὶ ὁ καλὸς νομοδότης
εἶναι ὁ ἀξιώτερος καὶ τιμιώτερος τῶν ἀνθρώπων.
Διὰ τῶν καλῶν νόμων ἀποκαταστῶνται χρηστὰ τὰ ἤθη τῶν πολιτῶν, καὶ ὅσον περισσότερον
εἶναι καλοηθὴς ὁ λαός, τόσον εὐκολοτέρως ὑπακούονται οἱ νόμοι. Αὐτοὶ ἑνώνοσι μὲ
θαυμασίαν τέχνην, τὴν μερικὴν μὲ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, καὶ προετοιμάζουσι τοὺς πολίτας
εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν δόξαν, ἀπὸ τὴν πλέον τρυφερὰν ἡλικίαν των, διὰ μέσου
μιᾶς ἀνατροφῆς, ἀληθοῦς καὶ γλυκείας.
Ἡ ἀνατροφὴ τῶν νέων εἶναι ὁ κυριώτερος στοχασμὸς τῶν νομοδότων. Ὁ θαυμασιώτερος
καὶ νουνεχέστερος νομοδότης, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνη εἰς τὸν κόσμον κατὰ πάντα
τρόπον, ἐστάθη βέβαια ὁ μέγας Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠπατήθη νὰ στοχασθῇ τοὺς ἀνθρώπους,
καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον, ἀλλὰ γνωρίζοντάς τους ὁποίας λογῆς εἶναι, τοὺς ἀπεκατέστησε,
ὅσον ἦτον τὸ δυνατόν, καλλιοτέρους.
Ἡ ἀνατροφή, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μία δευτέρα φύσις εἰς τὸν ἄνθρωπον, καί,
διὰ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ μαζὶ μὲ τὴν ζωήν του. Ἡ Ἑλλὰς μᾶς παρασταίνει μύρια
παραδείγματα τῆς καλῆς ἀνατροφῆς τῶν προγόνων μας. Τὰ γυμναστήρια ἦτον ἀνοικτὰ εἰς
ὅλους, κοινῶς καὶ ἀδιαφόρως, πρὸς φωτισμὸν τῶν ὅλων.
Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν ἐρωτήσει, ἠμπορεῖ ἕνας πτωχὸς πατὴρ νὰ δώσῃ τῶν τέκνων
του μίαν τοιαύτην ἀνατροφήν; Ἔ! τοιαύτη ἐρώτησις ἠξεύρω ἀπὸ ποίους θέλει ἀρχίσει.
Βέβαια, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ὑπὸ τυραννίας.
Ἂς μάθουν λοιπὸν ὅλοι οἱ πτωχοὶ πατέρες, ὅτι ὑπὸ τῆς
νομαρχίας
καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ καλά, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι πλούσιος. Οἱ νόμοι προβλέπουν εἰς
τοὺς μὴ ἔχοντας. Τὰ τέκνα ὅλων εἶναι τῆς πατρίδος τέκνα, καὶ αὐτὴ τὰ ἀνατρέφει,
τὰ γυμνάζει, καὶ τὰ προκόπτει, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὰ τὴν ἀγαπῶσι διὰ εὐγνωμοσύνην,
καὶ διὰ τοῦτο, τέλος πάντων, προτιμᾶται αὐτὴ ἡ διοίκησις, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν
ἔχει τὰ κακά, ὁποὺ φυλάττουσιν αἱ ἄλλαι, ἀλλὰ καὶ πλημμερεῖ ἀπὸ καλά, καλὰ ἐπιθυμητά,
ὠφέλιμα, καὶ ἀναγκαῖα.
Ποῖος δὲν καταλαμβάνει τώρα, ἀδελφοί μου, ὅτι εἰς τὴν
νομαρχίαν
μόνον εὑρίσκεται ἡ εὐτυχία μας, καὶ ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ὁμοιότης εἶναι τὰ πρῶτα
καὶ κύρια μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας; Βέβαια, οὐδείς. Πολλοὶ ὅμως, ἂν καὶ καταλαμβάνουσι,
ὅτι καλὸν πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐλευθερία, δὲν ἠμποροῦσι νὰ καταλάβωσι, μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν,
πόσον ἀναγκαία εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε.
***
Ὁ Ζεύς, λέγει ὁ φιλόσοφος ποιητὴς Ὅμηρος, ὑστερεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ λογικοῦ ἀπὸ ἕνα
λαὸν ὑποδουλωμένον, εἰς τρόπον ὁποὺ φαίνεται φανερῶς, ὅτι ἐνόμιζεν τοὺς δούλους
νὰ εἶναι μιᾶς διαφορετικῆς φύσεως, καὶ πολλὰ κατωτέρας ἱκανότητος ἀπὸ τοὺς ἐλευθέρους.
Τόσον δὲ ἀναγκαίαν τὴν ἐλευθερίαν ἔκρινε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁποὺ χωρὶς αὐτὴν δὲν
μποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ ἄνθρωπος. ()
Ἡ ἐλευθερία λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς ἡμᾶς εἶναι, ὡς ἡ ὅρασις εἰς τοὺς ὀφθαλμούς.
Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ τὴν διαφοράν του
ἀπὸ τὸν δοῦλον, καὶ ἐξακολούθως εἶναι ἀναγκαῖον πρᾶγμα εἰς τὸν δοῦλον νὰ γνωρίσῃ
τὴν ἐλευθερίαν, διὰ νὰ μισήσῃ τὴν δουλείαν, καὶ νὰ τὴν ἀποστραφῇ.
Ἂς μὴν σᾶς φανῇ λοιπὸν παράξενον, ἂν ὁ σκλάβος δὲν γνωρίζει παραχρῆμα τὴν ἡδύτητα
τῆς ἐλευθέρας ζωῆς. Αὐτός, ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα ἄρρωστον, ὁ ὁποῖος ἀποστρέφεται
κάθε νόστιμον φαγητόν, ὡσὰν νὰ μὴν ἦτο πλέον συνθεμένον ἀπὸ τὰ ἴδια πράγματα, ὁποὺ
πρότερον τοῦ ἤρεσκον. Ἀναγκαία λοιπὸν τοῦ εἶναι ἡ ὑγιεία.
Ἡ ἐλευθερία εἶναι περισσότερον ἀναγκαία εἰς τὸν δοῦλον, ὁποὺ ἀσθενεῖ κατὰ τὴν
ψυχήν, καὶ μὴν γνωρίζοντας εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ πρόσκαιρος ζωή, ζῇ διὰ νὰ τρώγῃ,
καὶ εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι.
Στοχασθῆτε, ἀγαπητοί μου, ὅτι, ὁποίας καταστάσεως καὶ ἂν εἶναι ὁ δοῦλος, πρέπει
ἐξ ἀνάγκης νὰ εἶναι δυστυχής. Εἰ μὲν πλούσιος, φοβεῖται νὰ μὴν πτωχύνῃ, εἰ δὲ πτωχός,
λυπεῖται, ὅτι νὰ μὴν εἶναι πλούσιος.
Ὁ ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας χλευάζεται, ὁ φιλαλήθης δὲν εἰσακούεται, ἐκεῖ ἡ τιμὴ
συνοδεύει μὲ τὴν πτωχείαν, ἡ ἀρετὴ μὲ τὴν ἀδιαφορίαν· ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ
τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν
δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ,
καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.
Πῶς λοιπόν, εἶναι δυνατὸν ὁ ταλαίπωρος δοῦλος, ὁ ὁποῖος, ἀφ᾿ οὗ ἐγεννήθη μέχρι
τέλους τῆς ζωῆς του, ἄλλο δὲν ἔμαθε, παρὰ νὰ ὑποτάσσηται εἰς ἕναν ἄλλον, πῶς, λέγω,
ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ, ὅτι ἡ φύσις μᾶς ἔκαμεν ὅλους ὁμοίους, καὶ ὅτι οἱ νόμοι πρέπει
νὰ βλέπωσιν ἀδιαφόρως ὅλους τοὺς πολίτας; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνος ὁ σκληροτράχηλος
τύραννος νὰ στοχασθῇ ποτέ, καὶ νὰ καταπεισθῇ, ὅτι ὅποιος νομίζει νὰ ἀνέβη εἰς τὸν
θρόνον, διὰ νὰ γίνῃ μεγαλείτερος τῶν ἄλλων, ἀποκαταστεῖται ὑποδεέστερος;
Πῶς, τέλος πάντων, εἶναι δυνατόν, ἀγαπητοί μου, - ἔ! ταλαίπωρος ἀνθρωπότης! -
πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, ἐκεῖνος ὁ σκλάβος, ὁποὺ πάντοτε τύπτεται, καὶ γυμνός, πεινασμένος,
καὶ ἀδικημένος, ὑπακούει, ὡς οἱ βόες τῷ γεωργῷ, κατὰ χρέος καὶ κατὰ συνήθειαν, συχνάκις
δὲ ὁ κύριος εἶναι ποταπότερος τοῦ δούλου, πῶς, λέγω, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσῃ αὐτός,
ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος πρέπει νὰ εἶναι ἓν μέρος τοῦ ὅλου, καὶ ὅτι ἡ ζωή του χρησιμεύει
εἰς ὅλους, καὶ ὅτι ὁ θάνατός του;... πῶς, ἐν ἑνὶ λόγῳ, νὰ ἀγαπήσῃ τὴν ἐλευθερίαν,
ὄντας δοῦλος, καὶ νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκτήσεώς της;
Φεῦ! αὐτὸς βέβαια, νομίζει, καὶ ἀφεύκτως νομίζει, ὅτι ἐγεννήθη σκλάβος, καὶ οὔτε
τολμεῖ κἂν νὰ κακοτυχήσῃ τὴν γένναν του. Ὤ, πῶς ἤθελε μείνει ἐκστατικὸς ὁ τοιοῦτος,
ἂν ἕνας ἐλεύθερος ἤθελε τοῦ εἰπεῖ: τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, μάθε ὅτι ἡ φύσις εἶναι
μία, καὶ ὅτι δὲν διαφέρει εἰς οὐδὲν ὁ τύραννός σου ἀπὸ ἐσένα. Τὰ περιστατικὰ καὶ
ἡ κακὴ διοίκησις μόνον σὲ κατέστησαν τόσον διαφορετικόν, ὁποὺ σχεδόν, ὅσον διαφέρει
ὁ χαλκὸς ἀπὸ τὸν ἄργυρον, τόσον καὶ σὺ διαφέρεις ἀπὸ τὸν κύριόν σου· ἄνοιξον τοὺς
ὀφθαλμοὺς τοῦ νοός σου, δύστυχε θνητέ, ἴδε ὅτι ὁ οὐρανὸς βρέχει διὰ ὅλους, ἡ γῆ
βλαστάνει διὰ ὅλους, τὰ φυσικὰ χαρίσματα εἶναι κοινά, καὶ σύ, ταλαίπωρε, νὰ νομίζῃς
ἕναν ἄλλον ὅμοιόν σου ὡς ἕνα θεόν, νὰ τρέμῃς ἔμπροσθέν του, καὶ νὰ τοῦ πωλήσῃς τὸ
ἀξιώτερον δῶρον τῆς φύσεως, τὴν ἐλευθερίαν σου! Πῶς ἠμπορεῖς.... καὶ ἄλλα τοιαῦτα.
Τί στοχάζεσθε νὰ ἤθελε τοῦ ἀποκριθῇ ὁ σκλάβος, ὦ ἀγαπητοί; Βέβαια, ἢ ἤθελε τὸν
νομίσει τρελλόν, ἢ δὲν ἤθελε καταλάβει τίποτες· καὶ πῶς ἠμποροῦσεν, ἂν διὰ μίαν
στιγμὴν ἤθελε γνωρίσει τὴν ἀλήθειαν, νὰ ὑποφέρῃ τὰς ἁλύσους του; Πῶς ἦτον δυνατὸν
νὰ ἰδῇ ὁ φυλακωμένος ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῆς φυλακῆς του, καὶ νὰ μὴν φύγῃ; Ἀδύνατον,
βέβαια, ἤθελεν εἶναι ἕνα παρόμοιον.
Ἰδοὺ λοιπόν, πόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν ἄνθρωπον, διὰ νὰ γνωρίσῃ
τὸ εἶναι του. Ὁ δοῦλος, ἀδελφοί μου, δὲν γίνεται ποτὲ ἐλεύθερος, ἂν δὲν γνωρίσῃ
τί ἐστὶ ἐλευθερία, καὶ ὅστις ἀγνοεῖ τὴν ἐλευθερίαν, ἀγνοεῖ τὸ εἶναι του. Ὁ δοῦλος,
πιστεύσατέ μοι το ἀδελφοί, ποτὲ δὲν στοχάζεται, ὅτι εἶναι ὅμοιος μὲ τὸν κύριόν του,
ἀλλὰ εἶναι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος, καὶ ἐκεῖνος κύριος.
Βαβαί!
Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν, καὶ δὲν
τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται, καὶ ἐξακολούθως ἐκεῖνοι μόνον γνωρίζουσιν
ἐντελῶς τὴν ἀνάγκην τοιούτου καλοῦ. Εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἐλπίζωσιν οἱ ὑπόδουλοι
λαοί, ἐπειδὴ αὐτοὶ τρόπον τινὰ μετριάζουν τὴν ἀσχημότητά των, ὡς μερικὰ κτίρια μίαν
καταδαφισμένην πόλιν στολίζουσι.
Αὐτοὶ λοιπόν, ἂς διδάξουσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἂς καταπείσωσι μίαν φορὰν τοὺς ἀγαπητούς
μου Ἕλληνας νὰ γνωρίσωσιν, ὅτι μόνη ἡ δουλεία εἶναι πρόξενος τῶν ὅσων κακῶν αὐτοὶ
πάσχουσι, καὶ ἂς καταλάβουν πόσον τοὺς εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία, διὰ νὰ ζήσωσι
ὅσον τὸ δυνατὸν εὐτυχεῖς, ἐπειδὴ χωρὶς αὐτὴν δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουσι οὔτε δικαιοσύνην,
οὔτε ὁμοιότητα, οὔτε ἀγάπην, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ οὐδεμίαν ἀρετήν. Τοὐναντίον δέ, εἰς
τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς
τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ
ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ
ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί,
νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ
μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.
Καὶ ποῖος δὲν βλέπει πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐλευθερία; Ὁ ἐνάρετος θέλει γνωρίσει τὴν ἀνάγκην καὶ θέλει προκρίνει τὴν ἐλευθέραν ζωήν, ὁποὺ βλέπει νὰ εἶναι ἡ ἀρετὴ
τιμημένη καὶ δοξασμένοι οἱ ἐνάρετοι. Ὁ γενναῖος τῇ ψυχῇ, καὶ αὐτὸς δὲν θέλει εὕρει
δισταγμόν, βλέποντας τοὺς ἐλευθέρους λαοὺς νὰ αἰωνιάζωσι τὰ ὀνόματα τῶν γενναίων
ἀνδρῶν, καὶ τῶν ἡρώων.
Ποῖος, ὁποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δὲν θέλει γνωρίσει τὸ μέγα ὄφελος
τῆς ἐλευθέρας ζωῆς; Εἰς αὐτὴν ὁ πραγματευτὴς εὑρίσκει ἀσφάλειαν εἰς τὸ ἔχειν του·
ὁ τεχνίτης ἔπαινον εἰς τὰ ἔργα του καὶ ποιήματά του· ὁ ὑπανδρευμένος βεβαιότητα
εἰς τὴν τιμήν του· ὁ νέος εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὸ νὰ διευθύνῃ τὴν φυσικὴν κλίσιν του,
καὶ νὰ δείξῃ τὴν ἀγχίνοιάν του· ὁ στρατιώτης ἔχει ἀναμφίβολον τὴν εὐεργεσίαν εἰς
τὰς ἡρωϊκὰς πράξεις του· ὁ πτωχὸς δὲν φοβεῖται ἀτιμίαν, ἀλλ᾿ εὑρίσκει συμπάθειαν
καὶ βοήθειαν εἰς τὰς δυστυχίας του, καὶ οὐχὶ ὕβρεις καὶ ἀνυποληψίαν· τέλος πάντων,
κάθε καλὸς ἄνθρωπος βλέπει φανερὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐλευθέρας ζωῆς, καὶ μόνον ὁ κακὸς
θέλει προκρίνει τὴν ὑπόδουλον· αὐτὸ εἶναι φανερόν, ἀδελφοί μου, καὶ ἐσεῖς πολλὰ
καλὰ πρέπει νὰ τὸ καταλάβητε.
Ὄντας φανερὸν λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐναρέτους,
καὶ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν πολιτῶν τὴν ἅμιλλαν πρὸς τὸ εὖ πράττειν,
διὰ τοῦτο εἰς μόνον τὰς ἐλευθέρας πολιτείας γεννῶνται τὰ μεγάλα ὑποκείμενα, καὶ
ἰδοὺ τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία εἶναι πρόξενος τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.
Καὶ καθὼς ἓν ἄνθος εὐῶδες, ὅταν γεννᾶται ἀνάμεσα εἰς τὰ δάση, ὅπου κανεὶς δὲν
τὸ βλέπει, ἢ καταβιβρώσκεται ἀπὸ τὰ θηρία, ἢ κατασήπεται ἀπὸ τὸν καιρόν, τοιούτης
λογῆς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰς ὑποδουλωμένας πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, ὅταν εὑρίσκεται
κανένα ἄξιον ὑποκείμενον, μὴν ἔχοντας τὸν τρόπον νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποθνήσκει, χωρὶς
τινὰς νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀξιότητά του.
Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἱστορία παντελῶς σχεδόν, ἢ πολλὰ σπανίως μᾶς ἀναμνήει ὑποκείμενα
ἄξια, ὑπὸ τῆς δουλείας, τοὐναντίον δὲ πλουσιοπαρόχως ἐξιστορεῖ μύρια ὀνόματα μεγάλων
ἀνδρῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, ὡσὰν ὁποὺ μία ἐλευθέρα πολιτεία εἶναι πρὸς τὰ ἄξια ὑποκείμενά
της, ὡς ἓν καλλιεργημένον περιβόλεον πρὸς τὰ ἄνθη του, τὰ ὁποῖα καὶ γνωρίζονται,
καὶ χρησιμεύουσι, καὶ ἐπαινῶνται.
Ἀλλά, πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ
ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον! Αὐτὴ γὰρ ἀποκαταστεῖ γλυκεῖαν τὴν ζωήν,
αὐτὴ γεννᾶ διαυθεντευτὰς τῆς πατρίδος, αὐτὴ νομοδότας, αὐτὴ ἐναρέτους, αὐτὴ σοφούς,
αὐτὴ τεχνίτας, καὶ αὐτὴ μόνον, τέλος πάντων, τιμᾶ τὴν ἀνθρωπότητα.
Πόσοι, ἆραγε, ἄνδρες ἄξιοι γεννῶνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καθὼς γεννῶνται, οὕτως
καὶ ἀποθνήσκουν, μὴν ἔχοντες τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ κατορθώσουν μεγάλα πράγματα
(2).
Ὦ Ἕλληνες! οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τιμοῦσι τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, καὶ ζῶντας καὶ μετὰ
θάνατον, ζῶντας μέν, μὲ τὸ κοινὸν σέβας, μὲ τοὺς ἀληθεῖς ἐπαίνους, μὲ γενναῖα βραβεῖα,
μὲ ἐνδόξους στεφάνους, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς αὐτούς, θανόντας δέ, μὲ τὴν αἰώνιον
μνήμην.
Εἰς τοὺς ναούς, εἰς πυραμίδας, εἰς στύλους, εὑρίσκεται ἐγκεχαραγμένον τὸ ὄνομά
των, καὶ καθεὶς βλέπει πάντοτε τὸν θανόντα ἥρωα, ἢ ζωγραφισμένον, ἢ εἰς ,
καὶ βλέποντάς τον, εὐκόλως παρακινεῖται εἰς τὸ νὰ δουλεύσῃ πιστῶς τὴν πατρίδα του,
καὶ μετὰ πάσης χαρᾶς νὰ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης
θεωρῶντας τὴν μορφὴν τοῦ θανόντος ἥρωος, λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: ἔ! ἄμποτες νὰ
ἀποκατασταθῶ καὶ ἐγὼ ἄξιος τοιαύτης δόξης, καὶ νὰ ἀθανατίσω τὸ ὄνομά μου.
Ἀλλ᾿ εἰς τὴν
νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς
τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ
τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ
ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν,
παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων
μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται
ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι
ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.
Ἂς λάβῃ ἐπὶ χεῖρας λοιπὸν ὁ δύσπιστος τὸν ἀξιάγαστον Πλούταρχον, καὶ Ξενοφῶντα
τὸν ἡδύτατον, διὰ νὰ μάθῃ πόσα ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ εἰς ἐλευθέραν
πολιτείαν, καὶ νὰ ἰδῇ ἐν ταὐτῷ, ὅτι ὅσα φαίνονται ἀδύνατα εἰς τοὺς δούλους, μόλις
εἶναι δύσκολα εἰς τοὺς ἐλευθέρους καὶ μεγαλοψύχους ἄνδρας.
Ἡ ἱστορία, ἀδελφοί μου, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, εἶναι τὸ εὐκολώτερον μέσον εἰς
τὸ νὰ καταλάβητε πόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία. Αὐτή, τέλος
πάντων, ἡ ἱστορία εἶναι ὁ πλέον σοφὸς διδάσκαλος εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ ἀγαπῶσι
νὰ μάθωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ μάλιστα οἱ νῦν Ἕλληνες, ὁποὺ τοσαύτην ἔχουσι χρείαν.
***
Ἀνάμεσα εἰς πολλὰ ἄλλα ἀποτελέσματα τῆς ἐλευθερίας, ὁποὺ θέλουσι σᾶς προξενήσει
θαυμασμόν, ὦ ἀδελφοί μου, ὅταν ἀναγνώσετε τὰς νίκας τῶν προγόνων μας, καὶ συγκρίνετε
τὴν ποσότητά των μὲ τὴν ποσότητα τῶν ἐχθρῶν των, βέβαια θέλετε μείνει ἔκθαμβοι,
καὶ ἴσως ἴσως τινὲς θέλει ἀμφιβάλλουσι. Ἀφήνοντας λοιπὸν κατὰ μέρος τὰ ὅσα ἄλλα,
ὁποὺ θέλει σᾶς φανοῦσι παράξενα, ἀγαπῶ μόνον νὰ σᾶς εἰπῶ τι προλαβόντως περὶ τοῦ
πολέμου, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁ τόπος τοιαύτης ὁμιλίας εἰς τὸν παρόντα λόγον,
οὔτε ἐγὼ ἱκανὸς ὅσον χρειάζεται εἰς τὸ νὰ τὴν ἐκφράσω, μ᾿ ὅλον τοῦτο ἐλπίζω νὰ μὴ
σᾶς δυσαρέσῃ.
Ὁ πόλεμος ποτὲ μὲν εἶναι δίκαιος, ποτὲ δὲ ἄδικος, καὶ αὐτὸ κρίνεται ἀπὸ τὰς αἰτίας,
ὁποὺ τὸν προξενοῦν. Εἶναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, ὅταν κινεῖται πρὸς διαυθέντευσιν
τῆς ἰδίας ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἄδικος δέ, ὅταν ἕνας φθονερὸς καὶ ἅρπαξ, συναθροίζοντας
μαζί του, ἢ διὰ χρημάτων, ἢ διά τινων ἄλλων οὐτιδανῶν μέσων, τινὰς κακοτρόπους καὶ
κακοήθεις ἄνδρας, ὁρμεῖ ἐναντίον τῶν ἰδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, ἁρπάζει, λεηλατεύει
καὶ ἀσπλάγχνως καταφθείρει τὸ πᾶν, διὰ νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας του,
ἢ τῆς κενοδοξίας του.
Ἂν θελήσωμεν νὰ ἀνέβωμεν εἰς τὴν παλαιότητα τῶν ἀπελθόντων αἰώνων, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν
μὲ ἀκρίβειαν τὰ συμβεβηκότα τῶν ἀνθρώπων, θέλομεν εὕρει βέβαια τὸν πόλεμον τόσον
παλαιόν, ὅσον τὴν αὐτὴν ἀνθρωπότητα, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐχρησίμευσεν
διὰ νόμος, ἐπειδὴ ὁ καθεὶς ἐκδικεῖτο μόνος του, καὶ οὕτως, ἀπὸ τὸν πόλεμον ἄδικον,
τοῦ ὁρμήσαντος, ἐγεννήθη ὁ πόλεμος δίκαιος, τῆς διαυθεντεύσεως.
Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι, ὑποθέτοντας τρεῖς ἄνδρας τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ
εἰς τὸν αὐτὸν τόπον, οἱ δύο ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ νικήσουν τὸν ἕνα. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη
λοιπὸν ἐδίδαξε εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους μυρίους τρόπους καὶ τέχνας πρὸς διαυθέντευσίν
των ἐναντίον τῶν περισσοτέρων.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἡ ζωὴ τῶν τεχνῶν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, εἶναι μεγάλη καταπολλά, διὰ
τοῦτο καὶ ἡ νηπιότης αὐτῶν εἶναι μακρά· ὅθεν ἐχρειάσθησαν πολλοὶ αἰῶνες, ἕως τὸν
καιρὸν τῶν Αἰγυπτίων, Περσῶν, καὶ τέλος πάντων τῶν ἀξίων προγόνων μας Ἑλλήνων, εἰς
τὸν ὁποῖον ἡ τέχνη τῆς διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τὸν φόβον εἰς τοὺς ὀλιγοτέρους,
καὶ αὐξάνουσα τὰς δυσκολίας εἰς τοὺς περισσοτέρους, ἐσύστησεν, τρόπον τινὰ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ
της, τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς. Διὰ μέσον δὲ τῶν κανόνων αὐτῆς
καὶ ἐνασχολήσεως μερικῶν ἀξιολόγων ὑποκειμένων ἀπεκατεστάθη τόσον ἐντελὴς εἰς τοὺς
Ἕλληνας, ὁποὺ διὰ πολλοὺς αἰῶνας ἐνίκησαν ἐχθροὺς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος
κατὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἐξακολούθως ἐτρόμασαν σχεδὸν ὅλην τὴν οἰκουμένην.
Αἱ νίκαι τῶν ὀλιγοτέρων ἐναντίον τῶν περισσοτέρων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθῶσι
εἰς τὰ πειράματα τῆς μηχανικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος ὁ θεατής, ὁποὺ ἀγνοεῖ τὰς αἰτίας,
μένει ἔκθαμβος. Ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς θέλει πιστεύσει τὸν μηχανικόν, ὁποὺ λέγει ὅτι μὲ
ἓν βάρος ἕως δέκα, σηκώνει ἓν ἄλλο ὣς δέκα χιλιάδες (3); Ἀναγκαῖον,
λοιπόν, εἶναι νὰ τοὺς καταπείσῃ μὲ παραδείγματα καὶ ἀποδείξεις· οὕτως καὶ εἰς τὴν
τακτικήν, λέγοντας ἕνας ἀρχιστράτηγος, ὅτι οἱ δέκα πολλάκις νικοῦσι τοὺς ἑκατόν,
δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οἱ ἀγνοοῦντες τὴν αὐτὴν τέχνην· πλὴν φέροντας αὐτῶν χίλια
παραδείγματα τόσον τῶν παλαιῶν, καθὼς καὶ τῶν νέων, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ καταπεισθῶσι
(4).
Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει
παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων
ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον
ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει
εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα
βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ μέγας Λεωνίδας, εὑρισκόμενος μὲ δύο χιλιάδας εἰς τὸ στενὸν τῶν
Θερμοπυλῶν, καὶ βλέποντας τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν του Περσῶν νὰ πλησιάσῃ, εὐθὺς ἀπεφάσισε
νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος πατρίδος του, καὶ οὕτως ἐκλέξας μόνον
τριακοσίους Σπαρτιάτας, ἀνέπεμψεν τοὺς λοιποὺς εἰς τὰ ὀπίσω, ἔπειτα ἔστρεψεν πρὸς
τοὺς τριακοσίους καὶ τοὺς εἶπεν:
«Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν
μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι
ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας
νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των. Ἂς ὑπάγωμεν λοιπόν. Ἡ δόξα τοιαύτης ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι
καθημερινή, ἀλλὰ σπανίως συμβαίνει· ἂς μὴν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, ἂς αἰωνιάσωμεν
τὰ ὀνόματά μας, καὶ ἂς εὐφημίσωμεν τὴν πατρίδα μας. Ἐγὼ ἔχω χρέος νὰ θυσιασθῶ δι᾿
αὐτήν, καὶ ἐσεῖς εἶσθε συμπατριῶται μου, οὔτε ἀλλέως ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, οὔτε
διαφορετικῶς ἀπὸ ἐμένα. Ἡ ζωὴ τοῦ ἀληθοῦς πολίτου πρέπει νὰ τελειώνῃ ἢ διὰ τὴν ἐλευθερίαν
του, ἢ μὲ τὴν ἐλευθερίαν του». Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκφράσω τὸν ἐνθουσιασμὸν ἐκείνου τοῦ
ἥρωος, καὶ τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν ἐπακολούθων αὐτοῦ; Τὰ τοιαῦτα, ὦ Ἕλληνες, δὲν
γράφονται, οὔτε διηγοῦνται, ἀλλὰ μόνον αἰσθάνονται.
Ὅθεν, μόλις οἱ λοιποὶ τὸν ἄφησαν νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του, καὶ λαμβάνοντας καθεὶς
τὰ ἴδια ἅρματα, ὁμοθυμαδὸν καὶ μὲ ἀνήκουστον ἀνδρείαν, ὥρμησαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν των.
Οὔτε ἄλλο ἔβλεπον παρὰ τὴν δόξαν τῆς νίκης, τὴν χαρὰν τῶν συμπατριώτων των, τὴν
ἀνανδρίαν τῶν ἐχθρῶν των, καὶ τὴν ἀθανασίαν τοῦ ὀνόματός των. Καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ
ἀπέκτεινον πλῆθος βαρβάρων, καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς τὰς χεῖρας ἕως εἰς
τὸν ὕστερον, ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν
των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν
νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν τῶν λοιπῶν.
Οὕτως δὲ ἡ γενναία ἀπόφασις τοῦ ἀειμνήτου Λεωνίδα ἔγινεν πρόξενος τῆς καθολικῆς
ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνυποφόρου ἐντροπῆς τῶν βαρβάρων. Ὢ τῆς μεγαλοψυχίας
σου, θαυμάσιε Λεωνίδα, ὢ τῆς λαμπρᾶς σου τύχης, πανολβία Ἑλλάς! Ἰδοὺ ὁ καρπὸς τῶν
καθημερινῶν ἀγώνων τῶν τέκνων σου. Ἰδοὺ τὰ θαυμαστὰ ἀποτελέσματα τῶν φοβερῶν νόμων
τοῦ μεγάλου Λυκούργου. Ἰδού, τέλος πάντων, ὁ σκοπὸς τῶν γυμνάσεων, διὰ μέσου τῶν
ὁποίων οἱ πολῖται διὰ παντὸς εὑρίσκοντο εἰς ἕνα πόλεμον, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ πλαστός,
ἐδίδασκε ὅμως μὲ μεγάλην εὐκολίαν τὰ ἀναγκαιότερα μαθήματα τῆς στρατιωτικῆς τέχνης,
ἡ ὁποία ἑνωμένη μὲ τὴν μεγαλοψυχίαν ἔφερεν εἰς τέλος καὶ ἐπίτευξιν τὰ πλέον δύσκολα
ἐπιχειρήματα.
Ἡ τακτικὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὦ ἀδελφοί μου, εἶναι ὡς ἡ ψυχὴ εἰς τὸ σῶμα, καὶ εἶναι
βεβαιωμένον ἀπ᾿ ὅλους τοὺς μεγάλους πολεμάρχους, ὅτι δέκα χιλιάδες στρατιῶται καλῶς
γυμνασμένοι καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ ἀρχιστράτηγον ἄξιον, ἠμποροῦν νὰ νικήσουν εἴκοσι
χιλιάδας ἐχθρούς, καὶ περισσοτέρους τῆς ἰδίας ἀνδρείας, πλὴν ἀμοίρους τῆς τακτικῆς.
Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι,
ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας. Ὤ, πόσον οἱ προπάτορές μας ἠγωνίζοντο,
ἐκ νεαρᾶς των ἡλικίας, διὰ νὰ μάθωσιν τὴν πολεμικὴν τέχνην! Διὰ μέσου λοιπὸν αὐτῆς
οἱ ὀλιγότεροι νικῶσι τοὺς περισσοτέρους, ἡ σπανιότης ὅμως τῶν μεγάλων ἀρχιστρατήγων
ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ τινὰς ἀξίως τοιοῦτον ὄνομα,
καὶ ἀκούσατε τὴν αἰτίαν.
***
Ὁ ἀληθὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει νὰ ἑνώσῃ εἰς πολλὰ φυσικὰ χαρίσματα πολλὰς ἀρετὰς
καὶ μαθήσεις. Πρέπει, λέγω, ἐν πρώτοις νὰ ἔχῃ τὴν καρδίαν σταθερὰν καὶ ἄφοβον, διὰ
νὰ μὴ δειλιάσῃ εἰς ὁποιονδήποτε κίνδυνον ἤθελεν εὑρεθῆ, καὶ νὰ μὴν ἀφήσῃ εἰς τὴν
τύχην, ὅσα ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἴδιος· νὰ εἶναι ἀγχίνους, διὰ νὰ προβλέπῃ ἐν καιρῷ
τῷ δέοντι τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ βουλὰς τοῦ ἐχθροῦ· νὰ εἶναι ἄοκνος, διὰ νὰ προλαμβάνῃ
κάθε εὐκαιρίαν, καὶ ἕως τὴν παραμικράν, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν πόλεμον συχνάκις συμβαίνουν,
καὶ αἱ παραμικραὶ ἀμέλειαι, πολλάκις, προξενοῦν μεγάλας καταστροφάς.
Νὰ εἶναι δίκαιος καὶ φιλαλήθης, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὸ θάρρος καὶ ἀγάπην τῶν στρατιώτων
του. Πρέπει νὰ τιμᾷ καὶ νὰ βραβεύῃ τὴν ἀξιότητα, εἰς ὅποιον ὑποκείμενον ἤθελεν τὴν
ἐπιτύχει, διὰ νὰ παρακινήσῃ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ τοὺς παραμικροτέρους.
Νὰ παιδεύῃ κατὰ τοὺς νόμους, καὶ ἄνευ προσωποληψίας τινὸς τὸν πταίστην, ὅποιος
καὶ ἂν εἶναι, διὰ νὰ ἀποδιώξῃ τὸν πρὸς τὸ κακὸν στοχασμὸν ἀπὸ αὐτούς. Νὰ ἀκροάζεται
τὰς γνώμας ὅλων, καὶ νὰ διορθώνῃ τὰ ἴδια σφάλματα, διὰ νὰ λατρεύεται, νὰ εἰπῶ οὕτως,
ἀπὸ τοὺς πιστούς του στρατιῶτας (5), καὶ τέλος πάντων νὰ γνωρίζῃ
τὸν τόπον τοῦ πολεμικοῦ θεάτρου, ὡς τὸ ἴδιόν του ὀσπίτιον, διὰ νὰ ἀποφεύγῃ κάθε
ἔνεδραν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ νὰ ἀπατᾷ τοὺς στοχασμούς του.
Ὁ ἐντελὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζῃ τὴν γλῶσσαν τῶν ἐχθρῶν του, καὶ
τὰς φυσικὰς κλίσεις των, νὰ γνωρίζῃ κατὰ μέρος τὸν ἀρχιστράτηγον αὐτῶν, καὶ τὴν
ἀξιότητά του, ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλας τὰς στρατιωτικὰς γυμνάσεις, τῆς τε ἱππικῆς καὶ τοῦ
πεζοῦ στρατεύματος, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προστάζῃ ὀρθῶς, καὶ νὰ ὑπακούεται εὐθύς. Ὡσὰν
ὁποὺ ὅποιος ἀρχιστράτηγος ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου μεγάλου ἐπαγγέλματος ἄνθρωπος, δὲν
ὑπακούεται, τὰς περισσοτέρας φορὰς τὸ σφάλμα εἶναι ἐδικόν του, ἐπειδὴ ὅποιος ἠξεύρει
νὰ προστάζῃ, ἀναμφιβόλως καὶ ὑπακούεται (6).
Τοιαῦται γυμνάσεις καὶ μαθήσεις, μὲ πολλὰς ἄλλας, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω,
ἐνεργοῦντο μὲ πᾶσαν προσοχὴν καὶ τελειότητα παρὰ τῶν προγόνων μας, καὶ αὐταὶ ἐσύνθετον
τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἤτοι τὴν τακτικήν.
Περὶ δὲ τῶν
στρατιωτῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν, διὰ τῆς πράξεως, ἐντελῶς,
τὴν γύμνασιν τῶν ἀρμάτων, καὶ νὰ βαδίζουν τακτικῶς, νὰ ὑπακούουν εὐθὺς εἰς τὰς προσταγὰς
τῶν ἀρχηγῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύλογοι.
Τέλος πάντων, πρέπει νὰ εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὸ νὰ ὑποφέρουν κάθε κόπον, ἀλλὰ
τὰ τοιαῦτα διὰ μέσον τῆς καλῆς διοικήσεως μόνον ἀποκτῶνται, καὶ μόνη ἡ ἐλευθερία
εἶναι πρόξενος καὶ πρώτη αἰτία τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.
Ἡ τακτικὴ ὅμως δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὸ νὰ ἠξεύρῃ τινὰς πῶς νὰ πολεμήσῃ εἰς
ἀνοικτὴν πεδιάδα, ἐπειδὴ ἤθελεν ἀποκατασταθῆ καθ᾿ ὅλου ἀνωφελής, ὅταν ὁ ἐχθρὸς ἤθελεν
εὑρεθῆ περισφαλισμένος εἰς ἕνα κάστρον, ἢ περιφυλαγμένος μέσα εἰς δύσβατα ὄρη καὶ
δάση. Ὅθεν, ἡ τακτικὴ περιέχει τὰ τοῦ πολέμου ἅπαντα, καὶ μᾶλλον τὰ περὶ τῆς διαυθεντεύσεως,
εἰς τὴν ὁποίαν χρεία εἶναι ἡ τέχνη μόνη νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς δυνάμεως,
ἢ καὶ νὰ τὴν ὑπερέβῃ.
Ἡ διαυθέντευσις εἶναι, λοιπόν, τὸ δυσκολώτερον μάθημα τῆς τακτικῆς, καὶ διὰ μέσου
τῆς καλῆς διαυθεντεύσεως, συχνάκις οἱ ἑκατὸν δὲν νικῶνται ἀπὸ τοὺς χιλίους. Ἡ νίκη
στέκεται, ὡς καθεὶς τὸ ἐννοεῖ, εἰς τὸ νὰ θέσῃ τινὰς ἀπέναντι τοῦ δυνατοῦ τὸ δυνατότερον,
ἀλλ᾿ ἡ τέχνη μόνη διδάσκει τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ τὰ γνωρίσῃ.
Δι᾿ ὃ τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι
μικρὸν περὶ αὐτῆς, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ νῦν Ἕλληνες μεγάλην χρείαν ἔχουσι καὶ ἄμποτες
κανένας φιλογενὴς νὰ τὸ κατορθώσῃ, διὰ νὰ μάθωσιν ὅλοι, πόσον ἡ τέχνη τοῦ πολέμου
εἶναι μεγάλη, καὶ νὰ κλαύσουν πικρῶς, βλέποντες τοὺς ἑτεροφύλους, οἵτινες ἐδανείσθησαν
τὰς τέχνας καὶ ἐπιστήμας ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, νὰ μᾶς καταφρονῶσι τόσον καὶ ἀψηφίζωσι.
Ἀλλὰ δι᾿ ὀλίγον θέλουσι χαρῆ εἰς τὴν ἀγνωμοσύνην των, ἐλπίζω.
Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς
ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω,
τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία,
καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον
εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!
Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους· ἡ διαυθέντευσίς
των διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἡρωϊκὰς πράξεις, ὥστε
παράδοξον ἤθελε φανῆ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν
κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν
συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη
ἐναντίον των μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη.
Ἔπρεπε, βέβαια, νὰ ἔζῃ ὁ Θουκυδίδης ἢ ὁ Ξενοφῶν, διὰ νὰ γράψῃ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν
τῶν πολέμων καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ τοῦ αἱμοβόρου τέρατος, ὁπού, ἕως ἀπὸ τοὺς 1787
μέχρι τῆς σήμερον, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ τυραννῇ τοὺς ταλαιπώρους Ἠπειρώτας καὶ
Θετταλούς, σκληρῶς καὶ ἀσπλάγχνως. Αὐτός, ἀφοῦ ἥρπασε μὲ διάφορα πονηρὰ μέσα τὸ
ἀνεξάρτητον κράτος τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας, καὶ γνωρίζοντας κατὰ πρᾶξιν τὰ πρὸς
τὴν τυραννίαν δέοντα, ἐσκεπάσθη κατ᾿ ἀρχὰς μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρίσεως, καὶ οὕτως,
πλανῶντας μὲ ψευδεῖς ἐπαίνους καὶ πλουσιοπάροχα ταξίματα τοὺς ἄρχοντας καὶ προεστούς,
ἠπάτησεν σχεδὸν ὅλους, καὶ καθεὶς ἐνόμισε διὰ ὀλίγον καιρόν, νὰ εὑρῆκεν εἰς αὐτὸν
ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἠπείρου καὶ Θετταλίας καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἕνα διαυθεντευτὴν
καὶ ἕνα πατέρα.
Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ὁ ἄσπλαγχνος καὶ σκληρὸς τύραννος ἐστερέωσε τὴν δυναστείαν του, ἔρριψεν
εὐθὺς τὴν σκέπην τῆς προσποιήσεως, καὶ παραχρῆμα ἐξατμήθη ὅλη ἡ δυσωδία τῆς τυραννίας
του. Τότε οἱ Ἠπειρῶται ἄνοιξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλά, φεῦ! δὲν εἶδον ἄλλο, εἰμὴ
τὸν φοβερὸν θρόνον τοῦ τυράννου ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι οὖν ἀπὸ
τὴν τυραννικὴν μέθην, δὲν ἀπεφάσισαν ἐν καιρῷ νὰ συντρίψουν τοσοῦτον ζυγόν· ὅθεν
καὶ ηὔξησεν βαθμηδὸν καὶ ἐστερεώθη τόσον, ὥστε ὁποὺ ὁ ἴδιος τύραννος θαυμάζει διὰ
τὴν ἀναισθησίαν τῶν δούλων του (7). Οὔτε εἰς τὴν γενικὴν ἱστορίαν
εὑρίσκεται παρόμοιός του. Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας σου ἀνθρωπότης! ὤ, ἀνυπόφορος ἐντροπή!
ὤ, θέαμα ἐλεεινόν.
Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰς τυραννικάς του ψευδεῖς δόξας, ἴσως ἐνόμιζεν ὁ ὠμότατος τύραννος
νὰ εἶναι ἀνίκητος, οὔτε νὰ ἐσώζετο πλέον εἰς τὴν γῆν τῆς δυναστείας του τινάς, ὁποὺ
νὰ ἤθελεν τοῦ ἐναντιωθῆ. Ἀλλ᾿ ἰδού, τῆς ἐλευθερίας τὸ ξίφος, εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν
γῆν, τοῦ ἀποδεικνύει τὴν φυσικὴν μικρότητα τῆς τυραννίας, καὶ τὸν ἀποκαταστεῖ ποταπότερον
τοῦ ἰδίου του τυραννικοῦ ὀνόματος. Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του
ἀπάται, οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε
τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του.
Ἓν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σοῦλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν,
ὁποὺ οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας.
Οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες συνηθισμένοι εἰς τὸν θεληματικὸν κόπον μιᾶς ἡσύχου ζωῆς, ἀνυπόδουλοι,
ἐξ ἀρχῆς τῆς κατοικήσεώς των εἰς ἐκεῖνα τὰ ὑψηλὰ βουνά, ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ
τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν, ἀνδρεῖοι ὡς ἐλεύθεροι,
φιλόξενοι ὡς Ἕλληνες, καὶ στρατιῶται ὡς διαυθεντευταὶ τῆς πατρίδος των. Αὐτοί, λέγω,
οἱ ἥρωες, ἡ τιμὴ τῆς ὑποδουλωμένης Ἑλλάδος, καὶ βεβαία ἀρχή τε καὶ πρόξενος τῆς
πλησίον ἐλευθερώσεώς της, παρακινούμενοι ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα τῆς ἐλευθερίας καὶ
πατρίδος των, ἐταπείνωσαν τὴν αὐθάδειαν τοῦ τυράννου, πολεμοῦντες τον ἀδιακόπως
καὶ νικοῦντες τον, καὶ οὕτως ἐδιαυθέντευσαν διὰ δεκαπέντε χρόνους τὴν πατρίδα των,
μὲ ἀνήκουστον θάρρος καὶ μεγαλοψυχίαν.
Τίς ἄλλη, παρακαλῶ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἰτία, εἰμὴ ὁ ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς;
Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου;
Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν
καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σοῦλι; Ἔ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἰτία: ὅσα ὑποδουλώθησαν
παρ᾿ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του.
Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ δοῦλοι, διὰ νὰ καταπεισθοῦν
εἰς τὰ τερατουργήματα τῆς ἐλευθερίας. Εἰς αὐτὸ θέλουν ἰδεῖ ἐνθουσιασμένους ἀπὸ τὸν
θεῖον ἔρωτα τῆς πατρίδος, οὐ μόνον τοὺς ἄνδρας καὶ νέους, ἀλλὰ καὶ τοὺς γέροντας,
καὶ τὰ παιδία καὶ αὐτὰς τὰς ἰδίας γυναῖκας. Θέλουν ἀκούσει τὴν φοβερὰν φωνὴν τῆς
θαυμαστῆς Μόσχως, ἡ ὁποία, ἀνάμεσα εἰς τὸν πολεμικὸν θόρυβον, πολεμοῦσα καὶ τρέχουσα,
βλέπει ἔμπροσθέν της φονευμένον τὸν υἱόν της, καὶ ἐγκαλιάζουσα μὲ ἔνθερμον ἀγάπην
τὸ νεκρὸν σῶμα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ὦ υἱέ μου, ὁποὺ τόσον τιμίως ἀπέθανες.
Τὸ ὄνομά σου ἐγράφη εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀθανασίας». Ἀσπάζουσα δὲ τὸ αἱματωμένον
ἡρωϊκόν του πρόσωπον, χαίρεται διὰ τοιοῦτον διαυθεντευτὴν τῆς πατρίδος, ὁποὺ ἐγέννησε,
καὶ λαβοῦσα τὸ ἴδιόν του σπαθί, ὁρμεῖ κατὰ τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ τυράννου,
καὶ ἐκδικεῖ τὸν θάνατόν του μόνη της.
Ἂς ἰδοῦν τὸν ἄλλον ἥρωα, ὁποὺ διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος του παραδίδεται ἑκουσίως
εἰς τὸν τύραννον διὰ ἐνέχυρον τῶν συνθήκων των μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ὕστερον ἀπ᾿ ὀλίγον
καιρόν, θέλοντας ὁ ἄπιστος τύραννος νὰ τὸν ξαρματώσῃ, αὐτὸς φονεύεται μόνος του.
Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς,
χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον
ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς, ὁποίων μεγάλων κατορθωμάτων
εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία, καὶ ἂς βεβαιωθῶσι πλέον, ὅτι μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας
φθάνει, διὰ νὰ δειλιάσῃ τὰς ἀνάνδρους καρδίας ὅλων τῶν μιαρῶν τυράννων τῆς γῆς.
***
Ἔ! πόσον ἤθελε τὸ ἀποδείξει ἐμπράκτως, ὁ ἀείμνητος Ἕλλην, ὁ Ἥρως, ὁ μέγας, λέγω,
καὶ θαυμαστὸς Ρήγας,
ἂν μία ἀνέλπιστος προδοσία δὲν ἤθελε τὸν θανατώσει! Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνὴρ ἦτον
ἐστολισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ ὅλας τὰς χάριτας τῶν μεγάλων ὑποκειμένων, εὐφυής,
ἀγχίνους, καὶ ἄοκνος, ὡραῖος τῷ σώματι, καὶ ὡραιότερος τῷ πνεύματι, δίκαιος, καὶ
ἐξακολούθως, ἀληθὴς φιλέλλην καὶ φιλόπατρις. Ἐξ ἀρχῆς οὖν ἐπιχειρίσθη τὸ ἐμπορικὸν
ἐπάγγελμα εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, ἀλλ᾿ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος του Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν
ἔβλεπεν ὑπὸ δουλείας, τοσοῦτον ἀδίκως βασανιζομένην, μὴν συγχωρῶντας, εἰς τοιοῦτον
ἄνδρα τοιαύτας μικρὰς ἀσχολίας, ἀνεβίβαζε τὰς ἐλπίδας του εἰς ἄκρον, καὶ ἕως ἀπὸ
τὴν νεαρὰν ἡλικίαν του προεμελέτει κατορθώματα ἡρωϊκά, καὶ μόνον ἀνέμενε τὴν ποθουμένην
εὐκαιρίαν, διὰ νὰ τὰ βάλῃ εἰς ἔργον.
Ὅθεν, γνωρίζοντας τὴν χρείαν τῆς μαθήσεως, δὲν ἔπαυσεν ἀπὸ τὸ νὰ ἀγωνισθῇ, ὡς
οὐδεὶς ἄλλος, εἰς τὰς ἐπιστήμας, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν ἔμαθεν ἐντελῶς τὰς χρησιμωτέρας.
Τότε λοιπόν, ἤρχισε νὰ βάλλῃ θεμέλιον εἰς τὸ μεγάλον κτίριον, ὁποὺ ἡτοίμαζε. Καὶ
κατ᾿ ἀρχὰς ἐσύνθεσε εἰς τὴν ἡμετέραν διάλεκτον, μὲ ἀκροτάτην σαφήνειαν, τοὺς δώδεκα
Γεωγραφικοὺς Πίνακας τῆς Ἑλλάδος, καὶ διάφορα ἄλλα ἐπωφελῆ πονήματα ἔδωσεν εἰς φῶς,
ἰδίοις ἀναλώμασι, πρὸς φωτισμὸν τῶν συναδελφῶν του Ἑλλήνων. Ἔπειτα δέ, συλλέγοντας
τὸ ἔχειν του ὅλον, καὶ συνδρομητὰς ἐπιτυχὼν καὶ συνεργούς, ἡτοίμασε, κηδεμόνως καὶ
μετὰ πάσης τῆς καλῆς τάξεως, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ εἰς ἀκμὴν ἔφερεν βεβαίας ἐπιδόσεως.
Ἀλλά, φεῦ, τῆς βασκάνου καὶ φθονερᾶς τύχης τῶν Ἑλλήνων! Ὅτε ὁ τῆς Ἑλλάδος ἐλευθερωτὴς
ἦτον ἕτοιμος διὰ νὰ μισεύσῃ πρὸς κατατρόπωσιν τῶν τυράννων αὐτῆς, καὶ νὰ συνθλάσῃ
τὰς ἁλύσους, ὁποὺ τὴν φυλάττουσιν ὑπὸ τῆς δουλείας, μὲ μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν
καὶ ἐπανόρθωσιν τῶν ταλαιπώρων συμπατριώτων του, ὅταν λέγω ὁ ἄξιος
Ρήγας
βλέποντας τὰ πάντα ἕτοιμα, ὡς ἐβούλετο, ἐκαλοτύχιζε τὸν ἑαυτόν του, διὰ μίαν τόσον
τιμίαν καὶ μεγάλην ἐπιχείρησιν, καὶ ἐπρόσμενε νὰ ἰδῇ ὀγλήγορα ἐλευθέραν τὴν Ἑλλάδα
ἅπασαν, ἐξαλειμμένον δὲ τὸ ὀθωμανικὸν κράτος· ὅταν, τέλος πάντων, σχεδὸν βέβαιος
διὰ τὸ καλὸν τέλος τοῦ ἔργου του, ἐστοχάζετο εἰς τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν τῆς πατρίδος
του, καὶ εὐφραίνετο, τότε ἕνας προδότης, ὁ οὐτιδανώτερος τῶν ἀνθρώπων, ὁ πλέον μιαρὸς
σκλάβος τῆς γῆς, ἀναιτίως καὶ παραλόγως, τὸν παραδίδει εἰς χεῖρας τῶν τυράννων,
καὶ ἡ Ἑλλὰς χάνει εἰς αὐτὸν ἕνα ἀντιλήπτορα καὶ σωτῆρα της.
Ἀλλ᾿ ἂν ἡ φθονερὰ τύχη ἔκλεψεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ζωὴν τοιούτου
Ἥρωος, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἀναγκαῖον καὶ φοβερὸν κρότον, ὁποὺ ἡ φήμη
τοιαύτης ἐπιχειρήσεως ἀνέπεμψεν εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν Ἑλλήνων, οὔτε ἠμπόρεσε, λέγω,
νὰ ἐκλείψῃ εἰς τὴν ὅρασίν των τὴν λαμπρότητα τοιούτου ἔργου. Τὸ ἀθῶον αἷμα τοῦ Ρήγα
προετοίμασε τὴν ταχεῖαν ἐξάλειψιν τῶν βαρβάρων τυράννων, καὶ ὀγλήγορα θέλουσιν ἐμφανισθῆ,
βέβαια, οἱ ὀπαδοί του. Τότε δὲ θέλομεν ἀποδείξει ἐμπράκτως τὴν πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην
μας, ὑψώνοντες εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος στεφάνους δόξης καὶ θριάμβους
εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός, ὡς ἀρχηγοῦ καὶ πρώτου συνεργοῦ εἰς τὴν
τῆς Ἑλλάδος ἐλευθέρωσιν.
Ἴσως, τινὲς τῶν Ἑλλήνων, μὴν στοχαζόμενοι εἰς βάθος τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν,
εἰς τὸν ἑαυτόν των, ὡς μάταιον τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἀφήνοντας λοιπὸν
κατὰ μέρος ὅλους ἐκείνους τοὺς δισχυρογνώμονας, οἵτινες δὲν καταπείθονται, εἰμὴ
εἰς τοὺς ἰδίους των στοχασμούς, καί, ἐξακολούθως, μὴν ἐξετάζοντας τὰς ἑτέρων γνώμας,
μένουν πάντοτε σταθεροὶ εἰς τὴν ἀμάθειάν των, παρακαλῶ, ὅσους τὴν ἀλήθειαν ἀγαπῶσι
νὰ μάθωσι, καὶ νὰ κρίνωσι δικαίως, νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἡ τύχη εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις
ἔχει ἄκραν δύναμιν, ὡσὰν ὁποὺ τὸ παραμικρὸν συμβὰν εἰς τὰς μεγάλας ὑποθέσεις δύναται
πολλάκις νὰ ἀνατρέψῃ τὸ πᾶν, καὶ κανένα ἄλλο παράδειγμα δὲν μᾶς τὸ βεβαιοῖ περισσότερον,
ὅσον τὸ θλιβερὸν συμβεβηκὸς τοῦ Ρήγα.
Αὐτὸς ὁ ἀξιάγαστος ἀνήρ, γνωρίζοντας ἀρκετῶς τὴν ποταπότητα καὶ δειλίαν τοῦ μιαροῦ
συντρόφου του, τοῦ ἀχρειεστάτου, λέγω, προδότου Οἰκονόμου, μὲ τοσαύτην ἐπιμέλειαν
ἔκρυψεν εἰς αὐτὸν τὰ προμελετήματά του, ὁποὺ καθόλου ὁ χυδαιότατος δὲν ὑπωψίαζεν.
Ἀλλά, φεῦ, τῆς ἀτυχίας! Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἀπὸ τὸν μισευμὸν τοῦ Ρήγα, ἔφθασεν
μία γραφή του, καὶ ἔπεσεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ προδότου του, ὁ ὁποῖος, ἀνοίγοντάς
την, ἀνέγνωσεν εἰς αὐτὴν σχεδὸν τὰ πάντα, καὶ παραχρῆμα τρέχει καὶ τὸν προδίδει.
Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη, ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος
νοῦς δὲν δύναται νὰ προϊδῇ, ἀνέτρεψε καὶ ἠφάνισε ὅλα τὰ προμελετήματα καὶ κατορθώματα
τοῦ μεγάλου Ρήγα, καὶ ἐξακολούθως εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅσον ἄξιος καὶ ἂν εἶναι ὁ ἄνθρωπος,
δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ προϊδῇ τὰ πάντα, μάλιστα δὲ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις ἡ τύχη
ἔχει μεγάλον μέρος, ὡς προεῖπον, καθὼς ὁ ἐσφαγιασμὸς τοῦ μεγάλου Ρήγα μᾶς τὸ βεβαιοῖ.
Ἐπειδή, ἀγκαλὰ καὶ ἡ φρόνησίς του νὰ ἐστάθη μεγάλη, ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης μόνον
ἔφθασε, νὰ ἀφανίσῃ τὸν σκοπόν του, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς σήμερον ὑπὸ
τῆς δουλείας. Ταχέως ὅμως, ἡ σάλπιγξ τῆς ἐλευθερίας θέλει ἀντιβοήσει εἰς τὴν ἑλληνικὴν
γῆν, καὶ ἀφεύκτως, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται.
***
Ἰδοὺ λοιπὸν ὁποὺ ἀπεδείχθη, ἀγκαλὰ καὶ συντόμως, πλὴν μὲ σαφήνειαν καὶ ἀλήθειαν,
τί ἐστὶ ἐλευθερία, ὁπόσον εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν ἀνθρώπινον εὐδαιμονίαν, καὶ ὁπόσων
μεγάλων κατορθωμάτων πρόξενος. Τώρα δὲ φανερὸν ἀποκαθίσταται τὸ ἀμέτρητον χρέος,
ὁποὺ ἔχουσιν οἱ ἐλεύθεροι λαοί, εἰς τὸ νὰ τὴν διαυθεντεύωσι μὲ τὸ ἴδιον αἷμα των,
καὶ τοιοῦτον χρέος, ὡς προερχόμενον ἀπὸ εὐγνωμοσύνην, διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἐκπληροῦσι
παντοτινὰ καὶ μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν.
Ἡ εὐγνωμοσύνη, ὦ Ἕλληνες, εἶναι τόσον γλυκεῖα ἀρετή, ὁποὺ μισητότερον πρᾶγμα
ἀπὸ τὸν ἀγνώμονα δὲν εἶναι εἰς τὸν κόσμον, καὶ τόσον εἶναι φυσικὴ αὐτὴ ἡ ἀρετή,
διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, ὁποὺ τὰ ἴδια ζῶα τὴν διατηρῶσι μὲ ἄκραν ἀκρίβειαν. Εἶναι δὲ ἓν
χρέος τοῦ εὐεργετηθέντος ἡ εὐγνωμοσύνη, καὶ οὕτως εὐκόλως γεννᾶται εἰς τὰς καρδίας
ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνδρῶν, ὡσὰν ὁποὺ μύριαι εἶναι αἱ χάριτες, ὁποὺ παρὰ τῆς πατρίδος
τῆς χορηγοῦνται. Ἀλλά, διὰ νὰ καταλάβητε ὦ Ἕλληνες, εὐκολώτερα, τὴν μεγαλειότητα
τοιούτου χρέους, καὶ τὴν ζέσιν μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τὸ ἐκπληροῦσι, ἀναγκαῖον
εἶναι νὰ μάθητε πρότερον τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως «Πατρίς», καὶ τότε θέλετε
καταλάβει, πόσον ἀναγκαία ἐξακολούθησις εἶναι ὁ πρὸς αὐτὴν ἔρως, καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ
παραγόμενα θαυμάσια ἔργα.
Πατρὶς εἶναι μία λέξις, διὰ τῆς ὁποίας ὅλοι κοινῶς ἐννοοῦσι τὴν γῆν, εἰς ἣν ἐγεννήθησαν,
οἱ μόνον ἐλεύθεροι ὅμως δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν μεγάλην αὐτῆς σημασίαν, καὶ διὰ
τοῦτο οἱ δοῦλοι ἀδιαφόρως προφέρουσι τοιοῦτον ὄνομα. Ὤ! πόσον διαφέρομεν ἀπὸ τοὺς
προγόνους μας οἱ ταλαίπωροι! Ἐκεῖνοι, ὅταν ὤμνυον εἰς τὴν πατρίδα των, ἔτρεμον,
καὶ ἐφύλαττον τοιοῦτον ὅρκον μέχρι θανάτου, ἡμεῖς δὲ οὔτε κἂν διὰ ὅρκον νομίζομεν
τοιαύτην λέξιν, καὶ αὐτό, ἀδελφοί μου, προέρχεται ἀπὸ τὴν δουλείαν, ἡ ὁποία οὖσα
ἀντικειμένη καθ᾿ ὅλα εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ὅσα ἔργα εἰς τὴν μίαν δοξάζονται, εἰς τὴν
ἄλλην καταφρονῶνται, καὶ ὅσα εἰς ἐκείνην πολλὰ εὐλαβοῦνται, εἰς ἐτούτην ὡς οὐδὲν
λογίζονται.
Τὰ ὀνόματα, ἀγαπητοί μου, λαμβάνουν τὴν σημασίαν ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν πραγμάτων,
εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται. Ὅθεν, ἂν τινὰς δὲν γνωρίζει τὸ πρᾶγμα, εἰς οὐδὲν τοῦ χρησιμεύει
ἡ ὀνομασία του. Καὶ καθὼς ὁ ἐκ γενετῆς ἀόμματος, προφέροντας τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν
χρωμάτων, οὐδὲν ἐννοεῖ, ἐπειδὴ δὲν εἶδε ποτὲ τὰ χρώματα, οὕτως καὶ οἱ νῦν Ἕλληνες
μὲ τὸ «Πατρὶς» ἄλλο δὲν ἐννοοῦσι, εἰμὴ τὴν γῆν εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν, ἐπειδὴ
τοὺς λείπει ἡ ἐλευθερία.
Ἡ λέξις «Πατρὶς» ἐρέθιζε εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν προγόνων μας ὅλας τὰς ἰδέας τῶν
καλῶν τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅλην τὴν εὐδαιμονίαν τῆς ζωῆς των (8).
Καὶ διὰ τοῦτο, ὅλοι ὁμοῦ, εἰς τὴν πατρίδα των μόνον εὕρισκον τὴν εὐτυχίαν των, καὶ
δι᾿ αὐτὴν μόνον ἐφύλαττον τὴν ζωήν των, τὴν ὁποίαν ἐθυσίαζον εἰς κάθε της χρείαν.
Θαυμάζουν οἱ δοῦλοι, βλέποντες τοὺς ἐλευθέρους στρατιῶτας νὰ ἀψηφῶσι τοσοῦτον τὸν
θάνατον, καὶ νὰ ὁρμῶσι μὲ ἀνέκφραστον θάρρος εἰς ἀπάντησίν του.
***
Δὲν μοῦ φαίνεται, λοιπόν, ἄχρηστον, νὰ σᾶς φανερώσω ἐν συντόμῳ τὰς αἰτίας, μάλιστα
νομίζω, νὰ εἶναι ἀναγκαιότατον, διὰ νὰ μάθωσιν ὅσοι τὸ ἀγνοοῦσιν, ὅτι ὁ ἐλεύθερος
ἀγαπᾶ τὴν ζωήν του, ὡς καὶ ὁ δοῦλος, καὶ περισσότερον. Ἂν δέ, εἰς διαυθέντευσιν
τῆς πατρίδος του, μὲ τόσην ἀδιαφορίαν τὴν θυσιάζει καὶ μὲ εὐχαρίστησιν, αὐτὸ ἀκολουθεῖ
μὲ τὸ νὰ ἀγαπᾶ περισσότερον τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα,
μὲ τὸ νὰ μὴν ξεχωρίζῃ τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὴν ζωήν του, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς δούλους
δὲν εὑρίσκεται.
Ἡ ὕπαρξις, βέβαια, εἶναι κατὰ πολλὰ γλυκεῖα, καὶ ἡ ζωὴ εἶναι τὸ τιμιώτερον πρᾶγμα
εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἀνόητος, λοιπόν, ἤθελεν εἶναι ὅποιος δὲν τὴν νομίζει τοιαύτην.
Ἀλλά, πῶς τοσοῦτοι, διὰ μικρόν τι, κινδυνεύουν αὐτὴν τὴν ζωήν των, καὶ οὐκ ὀλίγοι
αὐτόκτονοι ἀποκαθίστανται; Ὅθεν, εἶναι φανερόν, ὅτι ἂν καὶ ἡ ζωή, εἶναι τὸ τιμιώτερον
πρᾶγμα τοῦ ἀνθρώπου, ἡ εὐτυχία ὅμως καὶ τὸ καλῶς ἔχειν του εἶναι πολλὰ περισσοτέρας
τιμῆς ἄξια καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν του ζωήν.
Ἡ ὕπαρξις εὐφραίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζῇ εὐχαριστημένος, καὶ ὅταν χωρὶς θλίψεις
καὶ βάσανα, ἀπερνᾶ τὸν καιρὸν τῆς ὑπάρξεώς του ἐλευθέρως, μὲ ἡσυχίαν, χωρὶς κυρίους
οὔτε τῶν ἔργων του, οὔτε τῶν λόγων του, τέλος πάντων, ὅταν ζῇ εὐτυχής. Ἀλλ᾿ ὁποίαν
ἡδύτητα ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ ὁ ταλαίπωρος δοῦλος εἰς αὐτὴν τὴν ζωή του, ὅταν οὔτε νὰ
ὁμιλήσῃ, οὔτε κἂν νὰ στοχασθῇ ἠμπορεῖ, ὡς βούλεται;
Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ νὰ μὴν
αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι, ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν
εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα,
ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον
ὁ δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε
τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν θανατηφόρον
μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν κινήσῃ ἐναντίον
του.
Ὅταν ὅμως ἡ δυστυχία ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς παύει,
καὶ ὁ πάσχων θανατοῦται. Μία ἀσθένεια, παραδείγματος χάριν, ἀνίατος καὶ πολυχρόνιος
καὶ ἀνυπόφορος, ἀποκαταστεῖ αὐτόκτονα τὸν ἄρρωστον, καθὼς φονεύει ἕνα γεννήτορα
μία βεβαία καὶ μεγάλη ἔνδεια, ἡ ὁποία ὑστερεῖ τὴν ζωοτροφίαν τῶν τέκνων του καὶ
τῆς συζύγου του. Τὰ πάθη, πρὸς τούτοις, τῆς ψυχῆς, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πεπροικισμένος
ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ συχνάκις πολλὰ μεγαλειτέραν, ἀπὸ τὰς καθ᾿
αὑτὸ χρείας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλάκις ἕνα ἐραστὴν νὰ φονεύεται
διὰ τὴν ἀπιστίαν τῆς φίλης του, καθὼς καὶ ἕνας φιλάργυρος θανατοῦται, ὅταν τοῦ κλεφθῇ
ὁ θησαυρός του, καὶ οὕτως καθεξῆς.
Φανερὸν εἶναι λοιπόν, ὅτι τὰ πάθη καὶ αἱ δυστυχίαι, ὅταν αὐξάνουσι περισσότερον
ἀπὸ τὰς δυνάμεις τοῦ πάσχοντος, τότε ἡ ἐλπὶς ἀφανίζεται, καὶ ἐξακολούθως ὁ πάσχων
φονεύεται. Ἀλλά, τὰ πάθη καὶ αἱ φυσικαὶ κλίσεις καὶ διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι
διάφοροι καὶ πολυποίκιλοι, διὰ τοῦτο, ἄλλος μὲν τρέχει μὲ θάρρος καὶ χωρὶς φόβον
ἐναντίον δέκα ἐχθρῶν, εὑρισκόμενος δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ταξίδιον διὰ θαλάσσης, τρέμει
εἰς κάθε παραμικρὸν αὔξημα τοῦ ἀνέμου, καὶ ὁ ναύκληρος, ἐξ ἐναντίας, ὁποὺ τόσον
μεγαλοψύχως πολεμεῖ μὲ τὰς τρικυμίας, φοβεῖται νὰ ἀπαντήσῃ ἕνα ἐχθρὸν καὶ νὰ πολεμήσῃ.
Ποῖος, μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ ἀδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καὶ θεωρεῖ μὲ ὄμμα
ἀπτόητον τὸν θάνατόν του εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀντικειμένου ἄρματος, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ
τὸ στρατιωτικὸν σῶμα ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ οὕτως, καθεὶς διαφέρει τοῦ ἄλλου.
Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, τὸ μόνον ὁποὺ νὰ παρακινῇ ὅλους ὁμοίως, καὶ
τὸ ἀνώτερον, εἶναι ἡ φιλοδοξία. Διὰ μέσον τῆς ἀληθοῦς φιλοδοξίας, ἀποκαθίστανται
ἥρωες οἱ ἐλεύθεροι, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ δόξα συνίσταται εἰς τὴν διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος
των καὶ τῆς ἐλευθερίας των.
Τῇ ἀληθείᾳ προξενεῖ θαυμασμόν, εἰς ὅποιον στοχάζεται τὰ ὅσα βλέπει νὰ ἀκολουθοῦν,
καὶ τὰ ὅσα οἱ ἱστορικοὶ διηγοῦνται νὰ ἠκολούθησαν, νὰ βλέπῃ, λέγω, νὰ πολεμοῦν δοῦλοι
μὲ δούλους, ἐλεύθεροι μὲ ἐλευθέρους, καὶ δοῦλοι μ᾿ ἐλευθέρους, νὰ φονεύωνται ἀλλήλων
των τόσον ἀσπλάγχνως, καί, τὰς περισσοτέρας φοράς, χωρὶς μεγάλας αἰτίας. Τί, ἆραγε,
νὰ τοὺς παρακινῇ εἰς αὐτὸν τὸν ἀμοιβαῖον ἀφανισμόν, ὦ Ἕλληνες;
Διὰ μὲν τοὺς ἐλευθέρους, λοιπόν, θέλει παύσει ὁ θαυμασμός σας, ἀφοῦ ἐνθυμηθῆτε
τὰ ἄνω ρηθέντα περὶ αὐτῶν, ἀφοῦ, λέγω, στοχασθῆτε, ὅτι ὁ ἐλεύθερος εἶναι παρακινημένος
ἀπὸ τὴν δόξαν. Αὐτὸς φονεύεται διὰ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, θυσιάζεται διὰ
νὰ διαφυλάξῃ τοὺς νόμους του, καὶ πολεμεῖ διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Ὁ
ἐλεύθερος, ὦ Ἕλληνες, δὲν ἠξεύρει νὰ ζήσῃ ἀλλεωτρόπως, εἰμὴ ἐλευθέρως· λοιπόν, ἀγοράζει
τὴν ζωήν του, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μὲ τὸν θάνατόν του, οὔτε κἂν ἀμφιβάλλει, ὅτι ἄνευ
ἐλευθερίας εἶναι ζωὴ δι᾿ αὐτόν.
Ὁ ἐλεύθερος λαός, ὦ ἀγαπητοί μου, ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς μίαν φαμίλιαν. Οἱ
νόμοι εἰς τοὺς πολίτας εἶναι ὡς οἱ γεννήτορες εἰς τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ καθὼς αὐτὰ
ἔλαβον ἀπὸ τὴν ἰδίαν φύσιν τὸ ἀπαραίτητον χρέος εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσουν τοὺς γονεῖς
των, οὕτως καὶ οἱ συμπολῖται διὰ μέσον τῆς ἐλευθερίας χρέος ἔχουσι νὰ διαυθεντεύσωσι
τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των. Ἀλλὰ ποῖος δὲν διαυθεντεύει τὴν μητέρα του; Ἐγὼ νομίζω,
νὰ μὴν ἀτιμάζῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, καὶ νὰ εὑρίσκεται ἓν τόσο μισητὸν τέρας ἐπάνω
εἰς τὴν γῆν. Οὕτως λοιπόν, ἂν ὁ ἐλεύθερος διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, μὲ τὸ ἴδιόν
του αἷμα, κάμνει τὸ χρέος του.
Καί, καθὼς ἄν, νυκτός, εἰσέλθουν κλέπται εἰς οἶκον τινά, τὰ δὲ τέκνα διαυθεντεύοντας
τοὺς γεννήτοράς των καὶ τὴν περιουσίαν των, ἤθελαν φονευθῆ ὅλα, καθεὶς χωρὶς ποσῶς
νὰ θαυμάσῃ, ἤθελεν ἐπαινέσει μόνον τὴν ἀξιότητα καὶ εὐγνωμοσύνην τῶν τέκνων, πολλὰ
περισσότερον δὲν πρέπει νὰ θαυμάσῃ τινάς, ὅταν θεωρῇ τους ἐλευθέρους νὰ ὁρμῶσι κατὰ
τῶν ἐχθρῶν των, διότι αὐτοὶ διαυθεντεύουσι τὴν πατρίδα των, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πάντοτε
ἀγαπήθησαν, εἰς αὐτὴν ἀνετράφησαν, ἀπὸ τοὺς νόμους της ἐδικαιώθησαν, καὶ εἰς αὐτὴν
μόνον χαίρονται τὴν ἀληθῆ ἀνθρωπίνην εὐδαιμονίαν.
Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἀκούσῃ τὸν πολεμικὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος
καὶ νὰ μείνῃ ἀκίνητος; Πῶς, λέγω, νὰ μὴν ὁρμήσῃ ὁ υἱὸς ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ὁποὺ
μέλλει νὰ φονεύσῃ τὴν μητέρα του; Ποῦ μένει τόπος τῆς φιλοζωΐας, ὅπου εἰσέρχεται
ὁ θεῖος καὶ ἡρωϊκὸς ἐνθουσιασμὸς τῆς ἐλευθερίας; Ποῦ στοχάζεται τὸν θάνατον ὁ ἐλεύθερος,
ὅταν βλέπῃ νὰ πλησιάζουν εἰς τὴν πατρίδα του αἱ φοβεραὶ ἁλύσοι τῆς δουλείας; Ἔ!
ἀδύνατον εἶναι, ὁμογενεῖς μου ἀγαπητοί, ἀδύνατον βέβαια εἶναι νὰ περιγραφθοῦν ὅσον
αἰσθάνονται, ἐκείνη ἡ μεγαλοψυχία, τὸ θάρρος, ἡ ἀνδρεία, καὶ ἡ χαρά, ὁποὺ μόνον
εἰς τοὺς ἐλευθέρους φαίνονται, ὅταν ὁ ἀρχιστράτηγος κράζῃ: ἄγωμεν, συμπολῖται, κατὰ
τῶν ἐχθρῶν! ἂς ὑπάγωμεν νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν γλυκυτάτην μας πατρίδα, ἂς δειχθῶμεν
εὐγνώμονες εἰς τὰς καθημερινὰς χάριτας, ὁποὺ μὲ τὴν ἐλευθερίαν μᾶς δίδει, καὶ ἂς
ἐκτελέσωμεν τὸ χρέος μας.
Ὁ πατὴρ χαίρεται, βλέποντας τὴν προθυμίαν τοῦ υἱοῦ του, εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὰ ἅρματά
του, καὶ νὰ τρέξῃ κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ὁ νέος αἰσθάνεται εἰς τὴν καρδίαν του βαθμηδὸν
νὰ αὐξάνῃ ὁ πατριωτικὸς καὶ τῆς δόξης ἔρως, θεωρῶντας τὸν πατέρα του νὰ ἡτοιμάζεται,
αἱ μητέρες καὶ ἀδελφαί, μὲ ἀμίμητον ἡδονήν, βλέπουσι τὸν ἔνθερμον ζῆλον τῶν υἱῶν
των καὶ ἀδελφῶν των εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν κοινὴν μητέρα των. Τὰ παιδία καὶ
οἱ γέροντες, μὲ εὐχὰς καὶ φωνὰς ἀγαλλιάσεως, δεικνύουσι τὴν εὐχαρίστησίν των.
Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ
Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ
τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι
λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των,
καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς
αἰῶνας.
Ἐκεῖνοι οἱ ἥρωες, ὅταν ἐκπορεύοντο πρὸς ἀπάντησιν τῶν ἐχθρῶν των, αἱ ἴδιαι μητέρες
ἔδιδαν αὐτῶν τὰς περικεφαλαίας, καὶ τῶν ἔλεγον, «ἢ ἐπιστρέψετε μὲ αὐτὰς εἰς τὴν
κεφαλήν, ἢ ἐπάνω εἰς αὐτάς», ἐπειδὴ ἐσυνήθιζον τοὺς ἐν πολέμῳ θανόντας, νὰ φέρωσιν
ἐπάνω εἰς τὰς ἰδίας των περικεφαλαίας, καὶ κανεὶς ἔτι ζῶν δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτήσῃ
τὰ ἄρματά του, διὰ τὴν ἄκραν ἀτιμίαν, ὁποὺ μία τοιαύτη δειλία ἐπροξενοῦσεν εἰς ὅποιον
ἤθελε τὴν κάμει.
Τὸ κοινὸν χρέος ὑποχρεοῖ τοὺς ἐλευθέρους ἄνδρας, ἢ νὰ νικήσουν, ἢ νὰ ἀπεθάνουν.
Ἀλλοίμονον, ὦ Ἕλληνες, εἰς τοὺς λιποτάκτας καὶ αὐτομόλους! Αὐτοὶ εἰς τοὺς προγόνους
μας δὲν ἠμποροῦσαν πλέον νὰ χαροῦν οὐδένα ἀπὸ τὰ νόμιμα δίκαια τῶν συμπολιτῶν, αὐτοὶ
ἐμισοῦντο, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς συμπατριῶτας των, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους
των γεννήτορας. Οἱ συγγενεῖς των ἐντρέποντο, ὅταν ἤκουον τὰ ὀνόματά των, εἰ μὲν
ἦτον ἄγαμοι, κανεὶς δὲν τοὺς ἔδιδε τὴν θυγατέρα του διὰ γυναῖκα, καὶ ἂν ἦτον ὑπανδρευμένοι,
ἐβδελύττοντο ἀπὸ τὰς ἰδίας των συζύγους καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια τέκνα των.
Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν προκρίνῃ ὁ ἐλεύθερος χίλιας φορὰς καλλιότερα τὸν θάνατον,
ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἄτιμον ζωήν, καὶ νὰ φύγῃ; Μήπως τοῦ ἔμνησκεν ἴσως ἐλπίδα νὰ σμικρύνῃ
τὴν ἀτιμίαν του, διὰ μέσου τῶν προγόνων του; Ἔ! τὰ τοιαῦτα οὐτιδανὰ μέσα, ὁποὺ ὑπὸ
τῆς δουλείας ἀνθίζουν, ὡς οὐδὲν λογίζονται εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας, καὶ ὄχι
μόνον ὁ δειλὸς ἐκατάσταινε τὸν ἑαυτόν του τόσον ἄτιμον, ἀλλὰ διεδίδετο τοιαύτη ἀτιμία
καὶ εἰς τοὺς ἀπογόνους του, εἰς τρόπον, ὁποὺ τὰ τέκνα του τὸν ἀναθεμάτιζον καὶ ἐντρέποντο
νὰ κράζωνται υἱοί του, ἕως ὁποὺ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ των, μὲ κανένα ἄξιον ἔργον, ἤθελαν ἠμπορέσει
νὰ ξαναλάβουν τὴν χαμένην των δόξαν καὶ κοινὴν ὑπόληψιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὁ ἐλεύθερος,
παρακινημένος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀπὸ τὴν ἀγάπην τῆς πατρίδος του καὶ ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὴν
εὐγνωμοσύνην του, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ πεφοβισμένος ἀπὸ τὴν ἄφευκτον ἀτιμίαν καὶ κοινὴν
καταφρόνησιν, δὲν αἰσθάνετο ποσῶς τὰ ἀνάξια κεντήματα τῆς δειλίας, οὔτε ἐστοχάζετο
κἂν εἰς τὴν ζωήν του, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν δόξαν τῆς νίκης καὶ εἰς τὸ χρέος τὸ πατριωτικόν.
Ἰδού, ὁποὺ παύει ὁ θαυμασμός, ὦ Ἕλληνες, ὡς πρὸς τοὺς ἐλευθέρους, ἂν μὲ τόσην
ἀφθονίαν ἐκχύουσι τὸ αἷμα των. Πόσον ὅμως πρέπει νὰ θαυμάζῃ τινάς, ὅταν βλέπῃ, καὶ
καθημερινῶς τὸ βλέπει, τοὺς δούλους νὰ φονεύωνται εἰς τοὺς πολέμους, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν
τὸ διατί, ἐκείνους, λέγω, τοὺς ταλαιπώρους στρατιῶτας, οἱ ὁποῖοι μὲ βίαν καὶ δυναστείαν
ἁρπάζονται διὰ προσταγῆς τῶν σκληρῶν τυράννων των ἀπὸ τὰς πτωχικάς των οἰκίας, καὶ
ἀκουσίως βαδίζουν εἰς ἄφευκτον ἐσφαγιασμόν, ἐκείνους τοὺς ἀθλίους, λέγω, καὶ μισθωτοὺς
αἰχμαλώτους καὶ ἐπὶ ζωῆς των ἀνελευθέρους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν νεότητά των μέχρι τοῦ
ἐσχάτου γήρατός των τυραννοῦνται καὶ βασανίζονται, κακῶς ἐνδυμένοι, καὶ συχνῶς ραβδισμένοι,
οὖσα ἡ τροφή των πολλὰ χειροτέρα ἀπὸ ἐκείνην τῶν ἰδίων ἀλόγων ζῴων, χωρὶς ποτὲ νὰ
῾λπίζουν, βεβαίως, βραβεῖα εἰς τὰ ἄξια κατορθώματά των, χωρὶς νὰ εἶναι κύριοι τοῦ
ἑαυτοῦ των, ὄχι εἰς τὸ νὰ πράξουν κατὰ τὴν θέλησίν των, ἀλλ᾿ οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσουν,
πάντοτε ὑβρισμένοι καὶ καταφρονημένοι, ὑποφέροντες μίαν ἄδικον καὶ βιαστικὴν παρθενίαν,
καὶ γηράζοντες, χωρὶς νὰ ἠμποροῦν νὰ εἰποῦν ὅτι ἔζησαν.
Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς,
παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν
ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους,
οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ὁ ἀθῶος
ἐφυλάχθη ἀπὸ τοὺς νόμους; Πότε ἐτόλμησεν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φωνάξῃ μὲ θάρρος ἔμπροσθεν
ὅλων τῶν ἐχθρῶν του: «Οὐχί! δὲν σᾶς φοβοῦμαι, ἐγὼ εἶμαι διαυθεντευμένος ἀπὸ τοὺς
νόμους, οἱ ὁποῖοι θέλει σᾶς τιμωρήσουν διὰ τὴν συκοφαντίαν σας»;
Οὐδέποτε, ἀγαπητοί μου. Αὐτοὶ δὲν εἶδον κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου των, καὶ τρέμουσι
εἰς κάθε προσταγήν του, χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ τόσον βδελυκτοὶ
ἄνθρωποι, καὶ ἐνταυτῷ τόσον ἄξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι
κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Βέβαια, μεγάλη εἶναι ἡ ἀναισθησία αὐτῶν τῶν δούλων, καὶ ὠφέλιμον
εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας, διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς.
Ἀπεδείχθη ἀνωτέρω, ὅτι ὁ ἐλεύθερος ἄνθρωπος φονεύεται εἰς τὸν πόλεμον ἑκουσίως
διὰ δύο ἀφορμάς, διὰ εὐγνωμοσύνην δηλαδὴ πρὸς τὴν πατρίδα του, καὶ διὰ τιμὴν καὶ
δόξαν τοῦ γένους του, ἤτοι τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀλλὰ εἰς τοὺς δούλους ἀμφότερα δὲν ἔχουν
τὸν τόπον τους, ἐπειδὴ οὔτε πατρίδα, οὔτε τιμὴν ἔχουσιν οἱ ταλαίπωροι. Τὴν πατρίδα
των τὴν ἐπώλησαν τῆς ἰδίας ἀτιμίας, ὁποὺ εἰς τὸν θρόνον εὑρίσκεται, καὶ ἐξακολούθως
αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, δὲν ἠμποροῦσι νὰ ἔχωσι τὴν ἀληθῆ τιμήν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς
τὴν κύρωσιν τῶν νόμων καὶ τῶν λοιπῶν συμπολιτῶν εἰς τὰς κατὰ μέρος πράξεις τοῦ καθενός·
εἰς αὐτοὺς φθάνει ἡ κύρωσις μόνο τοῦ τυράννου, διὰ νὰ καταστήσῃ χρηστὰ τὰ πλέον
βδελυκτὰ ἔργα.
Ἄλλη, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ αἰτία, ὁποὺ τοὺς παρακινεῖ νὰ θυσιάζωνται τόσον ἀνοήτως,
εἰμὴ ὁ φόβος. Ἡ φύσις, ἀδελφοί μου, ὁποὺ ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας μας τὴν κλίσιν
πρὸς τὸ βελτίον, ἤτοι τὴν ἐλπίδα, διὰ νὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ ἕνα ἄφευκτον καὶ γενικὸν
ἀφανισμόν, ὡς ἄνωθεν εἶπον, μετὰ τῆς ἐλπίδος, ἡ ἰδία φύσις, διὰ νὰ μὴν μᾶς ἀποκαταστήσῃ
παντάπασιν ἀναισθήτους, μᾶς ἔδωσεν τὴν ὑποψίαν πρὸς τὸ χεῖρον, ἤτοι τὸν φόβον.
Ὁ μὲν ἐλεύθερος, λοιπόν, οὔτε ἐλπίζει, οὔτε φοβεῖται εἰς τὸ ὅ,τι μέλλει νὰ πράξῃ,
διότι εἶναι βέβαιος, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι, ἂν πράττῃ καλῶς, ἤτοι κατὰ τὰς νομικὰς
διαταγάς, βραβεύεται, καὶ ἂν πράττῃ ἐναντίον αὐτῶν, παιδεύεται. Ἀλλ᾿ ὁ δοῦλος ἐξ
ἐναντίας, ἀπὸ μίαν ὥραν εἰς ἄλλην, ἀπερνᾶ ἀπὸ μεγάλας ἐλπίδας εἰς ἄκρον φόβον, ὄντας
βέβαιος καὶ αὐτός, καὶ πολλὰ βέβαιος, ὅτι ἢ καλῶς, ἢ κακῶς πράξῃ, ποτὲ μὲν βραβεύεται,
ποτὲ δὲ θανατοῦται, ὡσὰν ὁποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ προϊδῇ τοῦ τυράννου τὴν θέλησιν,
ἡ ὁποία μεταβάλλεται κάθε στιγμήν.
Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα,
οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων, καθὼς
κατωτέρω δειχθήσεται, καὶ τοσοῦτον οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον λογικόν, ὁποὺ
πάντοτε φοβοῦνται τὸ ὅ,τι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς φοβίσῃ. Πλήν, ἡ ἀναισθησία των τοὺς
κρύπτει τὴν ἀλήθειαν.
Ὁ τύραννος τρέμει, ἐπειδὴ αὐτὸς μόνον γνωρίζει τὴν καθαυτὸ ἀδυναμίαν μιᾶς ἀπολελυμένης
ἀρχῆς, καὶ κάθε φορὰν ὁποὺ βλέπει τοὺς τυφλοὺς δούλους του, βλέπει ἐνταυτῷ τὴν βρωμερὰν
ζωήν του νὰ κρέμαται ἀπὸ ἓν πτενὸν ράμα, καὶ πάντοτε λέγει εἰς τὸν ἑαυτόν του: «Ἔ!
ἂν αὐτοὶ προφέρουν μίαν φορὰν τὸ ὄχι, ἡ δύναμίς μου τελειοῦται.» Πλήν, ματαίως καὶ
οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ τωρινὰ τέρατα φοβοῦνται, ὡσὰν ὁποὺ οἱ δοῦλοι τους εἶναι
τόσον κεχαυνωμένοι καὶ πένοι, ὁποὺ οὔτε κἂν γνωρίζουν πὼς ὑπόκεινται.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες,
ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως
ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου
μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς
νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν.
Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς
ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως
πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ
καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ
χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι;
Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν;
ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν
τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως
ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ
οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα.
Φεῦ! ὦ ἀνυπόφορος ἐντροπὴ τῆς ἀνθρωπότητος! Ἕως πότε ἡ φωνὴ τῆς φιλοσοφίας θέλει
λαλεῖ τὴν ἀλήθειαν ματαίως! Ἕως πότε οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀτιμάζουν τὴν ἀνθρωπότητα! Οἱ
δοῦλοι, ὦ Ἕλληνες, φυλάττουσιν εἰς τὴν φυσιογνωμίαν των τὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα
τῆς δουλείας των, καὶ κάθε ἐλεύθερος μὲ μεγάλην εὐκολίαν γνωρίζει τὸν δοῦλον. Ἡ
δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς
ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι
ἀδύνατον.
Διὰ τοῦτο, καὶ ὁ θαυμαστὸς τῶν Ἀθηνῶν ἀρχιστράτηγος, γνωρίζοντας νὰ εὑρίσκοντο
μερικοὶ ξένοι δοῦλοι, καὶ δειλοί, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἐλεύθερους στρατιῶτας του, καὶ
μέλλοντας νὰ συγκροτήσῃ τὴν μάχην μετὰ τῶν ἐχθρῶν, ἠθέλησεν νὰ ἐβγάλῃ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια
ἀπὸ τὸ στράτευμά του, καὶ ἐπιχειρίσθη τὸν ἀκόλουθον τρόπον: «Ὅποιος ἀπὸ ἐσᾶς», τοὺς
λέγει, «ὦ στρατιῶται, κατὰ τύχην ἀλησμόνησε κανένα πρᾶγμα του εἰς τὴν πόλιν, ἂς
ὑπάγῃ νὰ τὸ πάρῃ, καὶ ἔπειτα ἂς ξαναγυρίσῃ», εἰς τρόπον ὁποὺ ὅλοι οἱ δειλοὶ μὲ αὐτὴν
τὴν πρόφασιν ἀνεχώρησαν. Καὶ τότε αὐτὸς ἐφώναξεν: «Ἰδού, συμπολῖται μου, ὁποὺ εἴμεθα
ἐλεύθεροι ἀπὸ αὐτὰ τὰ βάρη. Οἱ ἄνανδροι ἔφυγον, καὶ ἡ νίκη εἶναι βεβαία διὰ ἡμᾶς».
Καθὼς καὶ ἠκολούθησεν.
Ἂν κανένας ἀρχιστράτηγος δούλων ἤθελε κάμει τοιαύτην δοκιμὴν εἰς τοὺς στρατιῶτας
του, βέβαια δὲν ἤθελεν ἐκχυθῆ αἷμα μὲ τελειότητα, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι ἤθελαν ἐπιστρέψει
εἰς τὴν πολιτείαν. Ὁ ἐλεύθερος ὅμως, ὦ Ἕλληνες, λέγει: «Ἂν ἐγὼ δὲν διαυθεντεύσω
τὴν πατρίδα μου, ποῖος θέλει διαυθεντεύσει ἐμένα; Ἐγὼ εἰς αὐτὴν ἐλπίζω τὴν εὐτυχίαν
μου. Ἐγὼ εἰς τὸν ναόν της ὡρκίσθην, ἐνώπιον ὅλων μου τῶν ἀδελφῶν, νὰ ἀπεθάνω δι᾿
αὐτήν, πῶς νὰ γίνω ἐπίορκος; Ἐγὼ εἰς τὴν γῆν της ἔχυσα τοὺς ἱδρῶτας μου, πῶς νὰ
ἀφήσω τοὺς καρπούς της εἰς χεῖρας ἀλλοτρίων; Ἐγώ, τέλος πάντων, εἶμαι ἓν μέρος τοῦ
ὅλου, πῶς νὰ τὸ ἀσχημίσω μὲ τὴν ἔλλειψίν μου; Τὸ χρέος μου εἶναι ἄπειρον πρὸς αὐτήν,
οἱ φίλοι μου μὲ κράζουν, οἱ συγγενεῖς μου μὲ βιάζουν, τὰ τέκνα μου μὲ παρακαλοῦν,
ἡ ἐλευθερία μ᾿ ἐγκαρδιώνει. Καὶ ἐγώ, νὰ μείνω ἀμέτοχος τῶν βραβείων, ὁποὺ τυχαίνουν
εἰς τοὺς νικητάς; Νὰ χάσω ἐγὼ τὸν στέφανον τῆς δόξης διὰ δειλίαν καὶ ἄτιμον φιλοζωΐαν;
Τί εἶναι, τέλος πάντων, αὐτὸς ὁ θάνατος, εἰμὴ ἡ ὑστέρησις τῆς ζωῆς; Ἀλλά, πῶς ἠμπορῶ
ἐγὼ νὰ ζήσω, χωρὶς πατρίδα; Ἴσως εἶναι ἡ λύπη δι᾿ αὐτὴν τὴν ὑστέρησιν; Ἀλλ᾿ ἤθελεν
εἶναι ἀνοησία, νὰ λυπῆται τινὰς διὰ ἕνα κακόν, ὁποὺ ἀκόμη δὲν ἤθελε τοῦ συνέβη,
καὶ ὅταν τοῦ συμβαίνῃ ὁ θάνατος, τότε δὲν εἶναι πλέον εἰς καιρὸν νὰ λυπηθῇ. Ὅθεν,
ἑκατὸν φορὰς προκρίνω νὰ ἐκχύσω τὸ αἷμα μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς διαυθέντευσιν
τῆς πατρίδος μου, παρὰ νὰ τελειώσω τὴν ζωήν μου εἰς τὸ κρεββάτι, ὁποὺ ἀποθνήσκει
τινάς, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, πρὶν χάσῃ τὴν ζωήν του. Ἔ! αὐτὴ ἡ ζωή μου εἶναι ἓν δῶρον
της. Ἐγὼ ἔζησα ὑποκάτω εἰς τοὺς νόμους της, ἔπια τὰ ὕδατά της, ἔφαγα τοὺς καρπούς
της. Πρέπει, λοιπόν, νὰ τὴν διαυθεντεύσω, καὶ ὡς θνητός, πλὴν ἀληθὴς συμπολίτης,
νὰ ἀποκαταστήσω ἐπωφελῆ καὶ τὸ ἴδιον τέλος τῆς ζωῆς μου. Ἡ νίκη, ἢ ὁ θάνατος ἂς
μὲ στέψωσιν, καὶ ἂς φύγῃ μακρόθεν ἀπὸ ἐμὲ κάθε δειλὸς στοχασμός. Ναί, πατρίς μου
ἱερά, ἐγὼ τρέχω πρὸς διαυθέντευσίν σου, ἄμποτες νὰ ἀποδειχθῶ εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς
σου καὶ νὰ συναριθμηθῶ εἰς τὸν κατάλογον τῶν διαυθεντευτῶν σου».
***
Τοιουτοτρόπως, ἀδελφοί μου, ὁμιλεῖ ὁ ἐλεύθερος, ὅταν εὑρίσκεται ἁρματωμένος πρὸς
διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος του, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκπληροῦσιν οἱ ἐλεύθεροι τὸ χρέος
των πρὸς τοὺς συμπολίτας των, πρὸς τὴν πατρίδα των, πρὸς τοὺς συγγενεῖς των, καὶ
πρὸς τοὺς φίλους των. Λέγω πρὸς τοὺς φίλους των, ἐπειδὴ ἡ φιλία, ὑπὸ τῆς
νομαρχίας,
εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας.
Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες, ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα καλά, ὁποὺ ὑστερεῖ τῆς ἀνθρωπότητος,
κατασταίνει πρὸς τούτοις καὶ τὴν φιλίαν ἓν κτῆμα ἐπικίνδυνον. Ἡ φιλία, ἀδελφοί μου,
γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὁμοιότητα τῶν ἠθῶν τε καὶ ἰδεῶν δύο ὑποκειμένων, καὶ αὐτὸ ἀκολουθεῖ
κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, εἰς τρόπον ὁποὺ θέλοντας ὁ ἕνας ὅ,τι θέλει καὶ ὁ ἄλλος,
ἀγαπῶνται ἀμοιβαίως, καὶ τοιαύτην ἀγάπην οὐδὲν μέσον εἶναι ἱκανὸν νὰ τὴν διαλύσῃ,
οὔτε ἡ ἰδία τυραννία δύναται νὰ σμικρύνῃ τὴν δύναμίν της, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας, καὶ ὁ
καιρὸς καὶ ἡ ἀπουσία περισσότερον τὴν στερεοῦσι, καὶ ἀσφαλεστέραν τὴν ἀποκαθιστῶσι.
Αἱ δυστυχίαι τοῦ ἑνὸς φίλου λογιάζονται ὡς ἴδιαι παρὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ἀμφότεροι
χαίρονται εἰς τὰς ξεχωριστάς των εὐτυχίας. Ὁ ἕνας κινδυνεύει τὴν ζωήν του, διὰ νὰ
ἐλευθερώσῃ ἐκείνην τοῦ φίλου του, ὁ ἄλλος ἐξοδεύει ὅλην τὴν περιουσίαν του, διὰ
νὰ φυλάξῃ τὸν φίλον του, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς δύο ἀληθεῖς φίλους τὰ πάντα εἶναι
κοινά, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ μεγάλου Πυθαγόρα.
Ὤ, πόσα παραδείγματα μᾶς παρασταίνει ἡ ἱστορία πρὸς τιμὴν τῆς φιλίας, ἀπὸ τὰ
ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ σιωπήσω τὸ ἀκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τοῦ Τυράννου εἰς
Συρακούζην, ἐσυκοφαντήθη πρὸς αὐτὸν παρά τινος προδότου ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος,
ἑνωμένος μὲ τοὺς ἡδυτάτους δεσμοὺς μιᾶς εἰλικρινεστάτης φιλίας. Ὁ τύραννος οὖν,
κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν ἐπὶ θρόνου καθημένων, καταδικάζει τὸν ἀθῶον εἰς θάνατον,
καὶ δὲν καταδέχεται οὔτε κἂν νὰ τὸν ἰδῇ, ὄχι δὲ νὰ τὸν ἀκούσῃ. Μανθάνει ὁ ἀθῶος
τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς ἔκπληξιν, ὡσὰν ὁποὺ ἐγνώριζε, ὅτι οἱ δοῦλοι ὑπόκεινται εἰς τὸ
νὰ χάσουν τὴν ζωήν των εἰς κάθε στιγμήν, καὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν τοῦ τυράννου. Δὲν λυπεῖται
δι᾿ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ἄφηνε τὰς ὑποθέσεις του εἰς ἄκραν ἀταξίαν. Διὸ τρέχει
πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ δακρύων τὸν παρακαλεῖ, νὰ ἀναβάλῃ τὸν καιρὸν τοῦ θανάτου
του διὰ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν πατρίδα του,
διὰ νὰ διορθώσῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ὀσπιτίου του, καὶ ἔπειτα μὲ ὅρκον τοῦ τάζει νὰ
ξαναγυρίσῃ, διὰ νὰ λάβῃ τὸν θάνατον. Ὁ τύραννος, λοιπόν, τοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι ἤθελε
τοῦ κάμει τοιαύτην χάριν, πλὴν ὑπωψίαζε, μήπως δὲν ἤθελεν ἐπιστρέψει, καὶ διὰ τοῦτο
ἂν ἤθελε τοῦ προσφέρει ἕνα ἐγγυητὴν - τὸν ὁποῖον νὰ ἤθελε θυσιάσει, ἂν αὐτὸς ἤθελε
τὸν ἠπατήσει - τότε ἤθελε τοῦ δώσει τὴν ἄδειαν. Ἀκούσας δὲ ὁ φίλος του αὐτά, εὐθὺς
τρέχει πρὸς τὸν τύραννον, καὶ μετὰ χαρᾶς τοῦ λέγει, δεικνύοντας τὸν ἑαυτόν του:
«Ἰδοὺ ὁ ἐγγυητής του. Ἐγὼ μένω εἰς φυλακήν, ἕως εἰς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φίλου μου,
καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιασθῶ εἰς ἔλλειψίν του».
Τότε ὁ τύραννος ἐπροσδιώρισεν τὴν ἡμέραν, ἕως εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸν προσμείνει,
καὶ παραχρῆμα ὁ μὲν πρῶτος ἀνεχώρησεν, ὁ δ᾿ ἄλλος ἐβάλθη εἰς φυλακήν. Καθεὶς ἠμπορεῖ
νὰ ἰδεασθῇ τὴν χαρὰν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς εὐπραξίας, ὁποὺ ἀμφότεροι αἰσθάνθησαν.
Ἐπῆγεν, λοιπόν, εἰς τὸ ὀσπίτιόν του καὶ μετὰ πάσης σπουδῆς ἐδιώρθωσε τὰς ὑποθέσεις
του, δίδοντας δὲ τὸν ὑστερινὸν ἀσπασμὸν εἰς τὴν σύζυγόν του καὶ τέκνα του, ταχέως
ἐπέστρεφεν πρὸς τὸν τύραννον, καὶ ἔφθασεν πρὶν τοῦ τέλους τῆς προσδιωρισμένης ἡμέρας.
Ἀλλ᾿ ὁ τύραννος, βλέποντας τοσαύτην ἐμπιστοσύνην, τρόπον τινὰ ἐκινήθη εἰς σπλάγχνος
καὶ τοὺς ἠλευθέρωσεν ἀμφοτέρους.
Ἰδού, ὦ ἀγαπητοί μου, πόσον δύναται νὰ πράξῃ ἡ φιλία, ὅταν εὑρίσκεται ὄντως ριζωμένη
εἰς τὰς καρδίας δύο ὑποκειμένων. Στοχάζεσθε, ἴσως, νὰ εἶχον αὐτοὶ οἱ δύο φίλοι καρδίας
δούλων; Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Αὐτοὶ ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν
τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ γένους μας. Πῶς
εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθίσῃ τοιαύτη φιλία εἰς σκλαβωμένας καὶ δούλας ψυχάς; Οἱ δοῦλοι,
ὦ Ἕλληνες, ἂν καὶ κατὰ συμβεβηκὸς συμφωνήσουν εἰς μερικὰς ἰδέας των, δὲν ἠμποροῦν
ποτὲ νὰ συμφωνήσουν εἰς τὸν κυριώτερον σκοπὸν τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀρχὴν
τῆς εὐτυχίας των, ὡσὰν ὁποὺ καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, εὑρισκόμενος εἰς μίαν παντοτινὴν
ἀβεβαιότητα, φυλάττει καθεὶς ξεχωριστὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ ζῇ, καὶ ἐξακολούθως προσπαθεῖ
διηνεκῶς νὰ διαφθείρῃ τὴν διαγωγήν του, καὶ νὰ τὴν παρομοιάζῃ μὲ τὴν θέλησιν τοῦ
τυράννου, ἐπειδὴ τὸ πᾶν κρέμαται ἀπὸ αὐτὸ τὸ βρωμερὸν τέρας.
Ὅθεν, ὅποιος εὐτυχεῖ, ἀγνοεῖ τὸ αἴτιον, καθὼς καὶ ὅποιος δυστυχεῖ. Οὐχὶ δὲ ὑπὸ
τῆς νομαρχίας ἀκολουθεῖ οὕτως. Ἀλλ᾿ ἁπαξάπαντες ποθοῦσι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἤγουν
τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ἐξ ὧν πηγάζει ἡ εὐτυχία πάντων, καὶ διὰ τοῦτο,
ἂν διαφέρουσι εἰς ἄλλας των ἰδέας, εἰς τὸν ἀναγκαιότερον ὅμως σκοπὸν ὁμογνωμοῦσιν
ἅπαντες. Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν εἰς τὸ προκείμενον.
Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν
τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος
των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε
ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον,
νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί
μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή,
ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται
δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον
εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του.
Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν
ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία,
ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος.
Οἱ τύραννοι, ὦ Ἕλληνες, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουν τὴν ἀφ᾿ ἑαυτῶν των ἀδυναμίαν, πάντοτε
ἐπροσπάθησαν διὰ μέσου τῆς ἀσυμφωνίας, νὰ κυριεύουν καὶ τυραννοῦν τὴν ταλαίπωρον
ἀνθρωπότητα, καὶ πάντοτε διὰ μέσου αὐτῆς ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Ἡ ἀσυμφωνία, βέβαια,
εἶναι ἕνα ἀλάνθαστον προγνωστικὸν σημεῖον δουλείας. Πολλὰ εὐκόλως, ὦ Ἕλληνες, νικεῖται
ἕνας ἀσύμφωνος ἐχθρός. Ὅσον δυνατὸς καὶ νὰ εἶναι, ἐπειδὴ αὐτὴ τὸν διαμοιράζει, διὰ
νὰ εἰπῶ οὕτως, εἰς τόσους μικροὺς ἐχθρούς, καὶ ἡ δύναμίς του ἐξακολούθως ἐλαττοῦται.
Καθὼς ἐπὶ παραδείγματι οἱ δάκτυλοι τῆς χειρός, οἱ ὁποῖοι κινούμενοι ὅλοι μαζί, ἔχουσιν
ἀσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρὰ ἀπ᾿ ὅ,τι ἤθελεν ἔχει ὁ καθεὶς κατὰ μέρος.
Ἡ ὁμόνοια, λοιπόν, εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἐξακολούθησις τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ
ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ πάντα τὰ θαυμάσια καὶ χρηστὰ ἔργα. Πρὸς τούτοις, εἰς τὰς
ἐλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ἡ ἀληθὴς καὶ γλυκεῖα εἰκὼν τοῦ γάμου,
ἡ ὁποία εἰς τὴν φυσικὴν ζωὴν ἔλειπε, καὶ εἰς τὴν δουλείαν κατεστάθη τὸ ἀχρειέστερον
πρᾶγμα τοῦ κόσμου. Οἱ πατέρες ἀμφιβάλλουν διὰ τὰ ἴδιά των τέκνα, καὶ αὐτὰ ἀγνοοῦσι
τοὺς ἀληθεῖς γεννήτοράς των. Ποὺ ἀναισχύντως αἱ γυναῖκες προστάζουσι τοὺς ἄνδρας,
καὶ ποὺ ἀσπλάγχνως οἱ ἄνδρες τυραννοῦσι τὰς συζύγους των, ποὺ ὁ γάμος ἐκτελεῖται
ὁ ὕστερος, καὶ ποὺ συζεύγονται δύο, ὁποὺ ποτὲ δὲν ὡμίλησαν μαζί.
Ἀλλά, ποτὲ δὲν ἤθελα τελειώσει, ἂν ἤθελα περιγράψει καταλεπτῶς τῶν διαφόρων ὑποδουλωμένων
λαῶν τὰς ἀσελγείας καὶ κακὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι διαφέρουσι ἀλλήλων, ὡς καὶ αἱ τυραννίαι
διάφοροι ἀποκαθίστανται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πρῶτα ἤθη τοῦ ὑποδουλωθέντος
λαοῦ, ἀπὸ τὸ κλῖμα, ἀπὸ τὴν ποσότητα τῶν κατοίκων, ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τῆς ἐπικρατείας,
καὶ ἀπὸ μύρια ἄλλα αἴτια, ὁποὺ δὲν ἀναφέρω, χάριν συντομίας. Οἱ δοῦλοι, ὡστόσον,
ἢ ἀπὸ μίαν ἄκραν ἀδιαφορίαν, ἢ ἀπὸ ἄτιμον σκοπόν, ἢ ἀπὸ βίαν, ἢ ἀπὸ φιλαργυρίαν,
ἢ ἀπὸ μόνην φιλαυτίαν, παρακινοῦνται καὶ ὑπανδρεύονται, καὶ βέβαια, κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
δὲν λαμβάνει γυναῖκα, μὲ τὸ ἴδιον τέλος, ὁποὺ οἱ προπάτορές μας τὸ ἔκαμνον.
Οἱ ἐλεύθεροι γονεῖς ἐπρόσμεναν μὲ χαρὰν νὰ ἀποκαταστήσουν ἐντελῆ τὴν εὐτυχίαν
τῶν τέκνων των, καὶ οἱ νέοι ἐλάμβανον τὰς νέας διὰ συζύγους των, εἰς τὴν ἡλικίαν,
ὁποὺ ἡ ἰδία φύσις προσδιορίζει. Ἀλλὰ φεῦ! ὁ δοῦλος, ὁ ἑξηκοντούτης λέγω δοῦλος,
λαμβάνει διὰ γυναῖκα μίαν δεκαπενταετῆ κόρην, ἢ μία γραῖα ὑπανδρεύεται ἕνα νέον,
καὶ οὕτως ἀρχινᾶ ἡ δυστυχία των καὶ τὰ βάσανά των, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου, μέχρι
τέλους τῆς ζωῆς των. Οἱ Ἕλληνες, εἰς τοὺς ἀπερασμένους αἰῶνας, ἐπροσπαθοῦσαν νὰ
ἐπιτύχουν, εἰς τοὺς νυμφίους, συμφώνως τοὺς στοχασμούς των, τὰς ἰδέας των, τὰ ἰδιώματά
των, καὶ τὴν ἡλικίαν των, οἱ Ἕλληνες δὲ τῶν παρόντων αἰώνων, εἰς τὰ χρήματα μόνον
ἀτενίζουσιν ἢ μόνον εἰς τὰ κάλλη, καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀλλοτρίαν γῆν, καὶ ἀλλογενεῖς
λαμβάνουν διὰ γυναῖκας - περὶ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τὰ τέκνα ἦτον γλυκεῖα
ἐλπὶς τῶν γεννητόρων, νῦν δὲ πρόξενος βασάνων καὶ ἀδημονιῶν (9).
Μάλιστα δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁποὺ οἱ νέοι μόλις φθάνουν εἰς τὴν ποθουμένην ἡλικίαν
τῆς νεότητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν νὰ ὠφελήσουν τοὺς γονεῖς των, καὶ νὰ τοὺς
ἀνταμείψωσι διὰ τὰς χάριτας, ὁποὺ παρ᾿ αὐτῶν ἔλαβον, ἡ ἀνάγκη εὐθὺς τοὺς ξεχωρίζει,
καὶ πολλάκις διὰ παντός, ἀπὸ τοὺς γεννήτοράς των, τοὺς συγγενεῖς των καὶ τοὺς φίλους
των, διὰ νὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, εἰς τοὺς ἐλέγχους τῶν βαρβάρων,
καὶ τέλος πάντων εἰς ἀνυπόφορον κακὸν γῆρας εἰς ἀλλοτρίαν γῆν.
Ἰδού, ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, εἰς τί μᾶς ἔφερεν ἡ δουλεία, καὶ εἰς ὁποίαν ἀθλίαν
κατάστασιν ἐκαταντήσαμεν. Εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε τώρα, ὦ Ἕλληνες, πόσον
εἶναι τὸ χρέος τῶν ἐλευθέρων λαῶν εἰς τὸ νὰ διαυθεντεύσωσι τὴν πατρίδα των, καὶ
ἐξακολούθως πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκπληροῦσι. Ἀφοῦ ὅμως συντρίψετε τὰς ἁλύσους σας,
τότε θέλετε αἰσθανθῆ, ἀγαπητοί μου, καὶ εὐκολώτερα καὶ καλλιότερα, τὴν δύναμιν,
ὁποὺ ἔχει ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Ἐγὼ δέ, σιωπῶντας κάθε ἀποδεικτικὴν
διήγησιν, τελειώνω μὲ τὸ ἀκόλουθον παράδειγμα.
Εὑρισκόμενος ἕνας στρατιώτης, λέγει ὁ ἀξιάγαστος Πλούταρχος, εἰς τὴν μάχην, καὶ
ἀφοῦ ἐνίκησαν τὸν ἐχθρόν, ἔτρεξεν νὰ ἐμποδίσῃ τὸ πλοιάριον εἰς ἕνα ποταμόν, ὅπου
ἤθελε νὰ διέλθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἀντικειμένων, καὶ φθάνοντάς το τὸ ἥρπασε μὲ
τὴν δεξιάν του χεῖρα, διὰ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἕως νὰ ἔλθουν οἱ συμπολῖται του, ἀλλ᾿ οἱ
ἐχθροὶ ἀπὸ τὸ πλοῖον τοῦ τὴν ἐσύντριψαν, αὐτὸς δὲ παραχρῆμα ἐκτείνει τὴν ἀριστερὰν
καὶ ἔπαθε τὸ ἴδιον. Τότε, ὡς λέων, ὥρμησε μὲ τοὺς ὀδόντας νὰ τὸ ἁρπάσῃ, καὶ εὐθὺς
τὸν ἀποκεφάλισαν. Ὤ! πόσον, πόσον ζῆλον ἡ πατρὶς εἶχεν ἐμφυτεύσει εἰς τὴν καρδίαν
ἐκείνου τοῦ ἥρωος! Καὶ πόσον ἀπέδειξεν ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτήν!
----------
(1) Ἂς θεωρήσῃ, διὰ μίαν στιγμήν, ὁ ἀναγνώστης ἕνα τεχνίτην
μὲ ἓξ τέκνα, καὶ τὸν τύραννον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἔπειτα ἂς μὴν καταπεισθῇ,
ἂν ἠμπορέσῃ.
(2) Ἂν ἕνας νέος μεγάλου πνεύματος παρ. χάριν, γεννᾶται ὑπὸ
δουλείας υἱὸς ἑνὸς χαλκέως, τί ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, παρὰ ἕνας χαλκεύς; Ἂν ὅμως
ὁ αὐτὸς υἱὸς εὑρίσκετο εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν, τότε εἰς τὰ κοινὰ φροντιστήρια ἤθελε
φανῆ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸ εἶναι του, καὶ ἐξακολούθως ἤθελεν ἀποκατασταθῆ ὅσον ἠμποροῦσε
ἀξιώτερος, καὶ ἡ πατρὶς δὲν ἤθελε χάσει εἰς αὐτὸν ἕνα διαυθεντευτήν, καὶ αὐτὸς ἤθελεν
ἀπεθάνει μεγάλος ἄνθρωπος.
(3) Τὸ παράδειγμα τοῦ ζυγίου εἶναι ἀρκετὸν νὰ καταπείσῃ καθένα.
(4) Ὁ πόλεμος τῆς Σαλαμίνης, τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῆς Πλατείας
εἶναι ἀρκεταὶ ἀποδείξεις, διὰ νὰ καταπείσουν κάθε νοῦν ἔχοντα ἄνθρωπον.
(5) Ἀναγκαῖον εἶναι πρὸς τούτοις, νὰ εἶναι γεωμέτρης καὶ
γεωγράφος, νὰ γνωρίζῃ τὴν μηχανικήν, τὴν φυσικὴν καὶ τὴν ρητορικήν, διὰ τῆς ὁποίας
πολλάκις ἁρπάζει τινὰς τὴν νίκην σχεδὸν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ.
(6) Οἱ προπάτορές μας ἀνάμεσα εἰς τὰ τόσα ἄλλα μαθήματα,
ὁποὺ ἠναγκάζοντο νὰ ἀποκτήσωσι, ἡ μουσική, καὶ ὁ χορός, συναριθμοῦντο ἐκ τῶν ἀναγκαιοτέρων·
ὡσὰν ὅπου ὁ ἀρχιστράτηγος διὰ μὲν τῆς μουσικῆς, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτην συνέχειαν
μὲ τὰ ψυχικὰ πάθη, ὁποὺ ποτὲ μὲν συγχύζει, ποτὲ δὲ καταπραΰνει, θέλει ἐρεθίζει κατὰ
τὴν χρείαν καὶ ἐξυπνᾶ τὸ θάρρος καὶ ἐνθουσιασμὸν τῶν στρατιώτων, διὰ δὲ τοῦ χοροῦ,
διὰ τοῦ ὁποίου μανθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσαρμόζῃ τὰ βήματα, ἐν καιρῷ, μὲ τὸ μουσικὸν
λάλημα, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, νὰ μετρᾷ μὲ τοὺς πόδας τὸν καιρὸν τοῦ λαλήματος,
εἰς τρόπον ὁποὺ τόσον δέκα, ὅσον καὶ χίλιοι, κινοῦνται καὶ περιπατοῦσιν ὅλοι μαζί,
καὶ εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν ὁ πρῶτος καθὼς καὶ ὁ ὕστερος, διὰ μέσον του, λέγω, θέλει
βιάζει ἢ βραδύνει τὸ περιπάτημα τῶν στρατιώτων του.
(7) Αὐτὸς ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς
συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ,
κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος.
Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του,
νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον.
(8) Τὰ παιδία, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνθυμοῦντο τὰ κοινὰ φροντιστήρια,
εἰς τὰ ὁποῖα ὅλα μαζὶ ἐδιδάσκοντο τὰς ἀρετάς, μὲ κοινὴν εὐχαρίστησιν, ἐνθυμοῦντο
τὰς γλυκείας καὶ ὀρθὰς συμβουλὰς τῶν καθηγητῶν των, ἐνθυμοῦντο τὰ βραβεῖα, ὁποὺ
ἐλάμβανον εἰς τὰ χρηστὰ ἔργα των, καὶ τοὺς στεφάνους εἰς τὴν προκοπήν των, τὴν ἀγάπην
καὶ εὔνοιαν τῶν μεγαλειτέρων, τὰς περιδιαβάσεις των, καὶ τέλος πάντων, μὲ τὴν λέξιν
τῆς Πατρίδος ἐνεθυμοῦντο τὴν ἀληθῆ εὐδαιμονίαν των. Οἱ νέοι ἐπρόσθετον εἰς τὰ ρηθέντα
τοὺς πολεμικοὺς ἀγῶνας, τὴν δόξαν τῶν ἁρμάτων, τὴν ἀνωτάτην χαρὰν τῆς κοινῆς ὑπολήψεως,
τὴν ἐλπίδα τῆς ταχέας συναριθμήσεώς των εἰς τὸν κατάλογον τῶν συμπολίτων καὶ τῶν
διαυθεντευτῶν τῆς πατρίδος, καὶ τὴν ἀνέκφραστον χαρὰν τῆς φιλίας. Οἱ ἄνδρες, παρομοίως,
ἐκτὸς τῶν ρηθέντων, ἐνθυμοῦντο τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὡραίων συμβίων των, τοὺς γλυκυτάτους
καρποὺς τοῦ γάμου των, καὶ τὰ τοιαῦτα. Οἱ γέροντες, τέλος πάντων, ἐνθυμοῦντο τὴν
δικαιοσύνην, τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ σέβας εἰς αὐτούς. Ὅλα τὰ ἀγαθὰ
τῆς ζωῆς των, διὰ μιᾶς λέξεως, ἐπαρησιάζοντο εἰς τὰς ἰδέας των, καὶ ἡ βεβαία ἀθανασία
τοῦ ὀνόματός των εὔφραινε τὰς καρδίας των.
(9) Ἡ ἐλευθέρα μήτηρ ἐθήλαζε τὰ ἴδια τέκνα της μόνη της καὶ
μὲ ἄκραν χαράν, ἀλλ᾿ ἡ διεφθαρμένη δούλη τῆς Γαλλίας, ἢ καὶ τῆς Ἰταλίας, καὶ μερικαὶ
ψευδαρχόντισσες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μόλις καταδέχονται νὰ τῶν ὁμιλήσουν, καὶ
σιχαίνονται νὰ τὰ ἀσπασθῶσι. Πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς οὔτε κἂν γνωρίζουσι τὰ τέκνα των,
ἐπειδή, εὐθὺς ὁποὺ τὰ γεννῶσι, τ᾿ ἁρπάζει μία ξένη δούλη, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὰ μεταφέρουν
εἰς τὰ φροντιστήρια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κολαστήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἐβγαίνουν,
εἰμὴ μετὰ δεκαπέντε χρόνους. Πῶς λοιπόν, νὰ μὴν παύσῃ εἰς τοὺς νέους ἡ πρὸς τοὺς
γονεῖς των ἀγάπη, ἡ ὁποία γεννᾶται μόνον ἀπὸ τὴν καλοποιΐαν; Αἱ τοιαῦται μητέρες,
ὅταν ἐνθυμῶνται μόνον τὰ ὀνόματα καὶ τὸ γένος τῶν τέκνων των, εἶναι ἀρκετόν, μάλιστα
περισσόν.
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΙ
Ἀναγκαῖον μοι φαίνεται, ἀγαπητοί μου, τώρα, ὁποὺ ἐκαταλάβητε τὸ πόσον χρέος ἔχει
ὁ ἐλεύθερος νὰ διαυθεντεύῃ τὴν πατρίδα του, καὶ πόσον εὐχαρίστως τὸ ἐκτελεῖ, νὰ
σᾶς φανερώσω ἐν συντόμῳ, τίνι τρόπῳ καὶ οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ ὑποδουλώνονται, καὶ πόσον
δύσκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις τινῶν, πόσον δὲ εὔκολος ἄλλων. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν
τὴν ὑπόθεσιν καλλιότερα, ἂς ἐρευνήσωμεν πρότερον τὰς αἰτίας τοιαύτης μεταβολῆς,
καὶ βέβαια, θέλει μᾶς εὐκολυνθῆ ἡ κατάληψίς της.
Βέβαια, φαίνεται νὰ εἶναι μία ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς ὑπάρξεως τοῦ παντὸς
αὐτὴ ἡ παντοτινὴ μεταβολὴ καὶ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ἔργων, ἡ ὁποία μᾶς
ἀποδεικνύει τὴν ἀτελειότητά μας, καὶ εἶναι φανερὰ ἡ αἰτία! Πῶς δύναται νὰ ἔβγῃ ἐκ
τοῦ ἀτελοῦς τὸ ἐντελές; Πῶς ἠμπορεῖ ὁ ἀδύνατος καὶ περιωρισμένος μας νοῦς, νὰ ἐφεύρῃ
καὶ νὰ κατορθώσῃ πράγματα σταθερὰ καὶ ἐντελῆ; Ἄφευκτος, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀτελειότης
καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, διὰ τοῦτο, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅσα ὀλιγοτέραν
ἀτελειότητα φυλάττουσι, ὡς ἐντελῆ νομίζονται, καὶ ἐξ ἐναντίας, μὴν ὄντας ἐντελὲς
οὐδέν, δὲν εὑρίσκεται ἐξακολούθως πρᾶγμα, ὅσον καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁποὺ νὰ μὴν ὑποθέτεται
ἓν καλλιότερον ἀπὸ αὐτό, καὶ ὅσον ἐντελὲς νὰ φαίνεται, νὰ μὴν εὑρίσκῃ τινὰς εἰς
αὐτὸ διαφόρους ἀτελειότητας.
Ἡ νομαρχία
λοιπόν, ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι, ὡς ἀπεδείχθη, ἡ καλλιοτέρα διοίκησις, καὶ μόνη πρόξενος
τῆς εὐτυχίας μας, μ᾿ ὅλον τοῦτο, καὶ αὐτὴ ἔχει τὰ ἐλαττώματά της, ὡς ἔργον ἀτελοῦς
ποιήματος, δηλαδὴ ὡς ἀνθρώπινον ἔργον, καὶ οὕτως, ἀφοῦ διέλθῃ τὴν νηπιότητα, τὴν
νεότητα, τὴν ἀνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καὶ ἀπεθαίνει. Αὐτὴ ἡ διοίκησις ἠμπορεῖ
νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα πύργον ὑψηλὸν καὶ περίφημον, ὁ ὁποῖος, ὅταν κτισθῇ ἀπὸ ἀρχιτέκτονα
ἄξιον βέβαια, βαστᾶται καὶ μένει σῶος διὰ πολλοὺς αἰῶνας, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτὸς
νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν ἄφευκτον νόμον τοῦ καιροῦ, καὶ πρέπει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του νὰ γκρεμνισθῇ.
Ἀλλά, πολλάκις, τὸ συμβεβηκὸς προλαμβάνει. Ἕνας σεισμός, παραδείγματος χάριν, ἐν
ροπῇ ὀφθαλμοῦ καταδαφίζει αἰφνιδίως τὸ πλέον στερεὸν κτίριον! ἢ τὸ πέσιμον ἄλλου
τινὸς πύργου, γκρεμνίζει καὶ αὐτόν, ἢ τέλος πάντων ἡ πυρκαϊά. Οὕτως, ἀδελφοί μου,
καὶ ἡ νομαρχία
ὑποδουλώνεται ἀπὸ τοὺς γείτονάς της, ὅταν αὐτοὶ πρῶτον ὑποδουλωθῶσι, ἢ ἀπὸ κανένα
τύραννον, ὁποὺ νὰ ἔλθῃ μὲ μεγάλας δυνάμεις νὰ τὴν κυριεύσῃ. Τότε, ἀγαπητοί μου,
καθὼς ὁ πύργος γίνεται ἕνας σωρὸς ἀπὸ καταχαλάσματα, οὕτως καὶ ἡ νομαρχία
μεταβάλλεται εἰς μοναρχίαν, ἤτοι τυραννίαν (1).
Τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἐβεβαιώθημεν διὰ τὴν ἄφευκτον μεταβολὴν τῶν διοικήσεων, ἀκούσατε
πρῶτον, παρακαλῶ, πότε εἶναι δύσκολος ἡ ἐπανόρθωσις μιᾶς ὑποδουλωμένης
νομαρχίας,
καὶ ἔπειτα θέλω σᾶς φανερώσει τὸ πότε εἶναι εὔκολος.
Τὸ πρῶτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, μιᾶς ἐλευθέρας πολιτείας,
ὁποὺ πλησιάζει εἰς τὸ τέλος της, ἤτοι εἰς τὴν δουλείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δυσκόλως
ἠμπορεῖ νὰ ξανέβγῃ, εἶναι ἡ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, ἀφοῦ, λέγω, ὁ καιρὸς καὶ ἡ πολυτέλεια
ἀδυνατίσουν τὴν ἐνέργειαν τῶν νόμων, τότε ἀρχίζει τὸ μέγα κτίριον νὰ τρέμῃ, καὶ
ἡ πολιτεία βαδίζει πρὸς θάνατον.
Παύει, παραχρῆμα, ἐκείνη ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη, ὁποὺ πρότερον ἕνωνε εἰς ἓν ὅλους τοὺς
συμπολίτας, καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν τόπον της ἡ διχόνοια, μία ἀλλεπάλληλος δυσπιστία,
ὁ φόβος τέλος πάντων. Εὐθὺς γεννᾶται εἰς τὰς ψυχὰς τῶν συμπολιτῶν μία γενικὴ ἐπιθυμία
ἀρχῆς. Οὔτε πλέον στοχάζονται πατρίδα, οὔτε δόξαν, οὔτε τιμήν, ἀλλὰ καθεὶς φοβούμενος
νὰ μὴν εἶναι δυναστευμένος, θέλει νὰ δυναστεύσῃ, καὶ τότε οἱ ἀρχηγοί, ἁρπάζοντες
τοὺς νόμους εἰς τὰς χεῖρας των, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, παραχρῆμα ὁ λαὸς γίνεται
δοῦλος, καὶ αὐτοὶ τύραννοι. Καὶ ἰδοὺ ἡ ὀλιγαρχία. Ἀλλ᾿ ἀνάμεσα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντας
εὐθὺς εὑρίσκεται ἕνας, ὁ πονηρότερος, ὁ ὁποῖος, δυναστεύοντας τοὺς λοιπούς, ὑψώνεται
εἰς τὸν θρόνον καὶ γίνεται μονάρχης, ἤτοι τύραννος, καὶ ἰδοὺ ἡ μοναρχία, ἤτοι τυραννία.
Ἡ τυραννία, ἀγαπητοί μου, ἄλλο δὲν εἶναι, παρὰ μία ἀνεξάρτητος καὶ ἀπολελυμένη
ἀρχὴ ἑνὸς πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ διὰ τοῦτο εἰς οὐδὲν διαφέρει ἡ μοναρχία ἀπὸ τὴν
τυραννίαν. Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι δοῦλα, καὶ
ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται, δὲν κρίνω τόσον ἀναγκαῖον νὰ περιγράψω καταλεπτῶς τὴν
ἰδιότητά της, μάλιστα εἰς ἐσᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἐντὸς ὀλίγου περὶ τῶν ὀθωμανῶν θέλω
ὁμιλήσει. Ὅθεν, μόνον ἐν συντόμῳ, θέλω ἀναφέρει τι δι᾿ αὐτούς, ὁποὺ τὴν σήμερον
ὀνομάζουν βασιλέας ἐναρέτους καὶ πεπολισμένους.
Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, διὰ μέσου τῆς θρησκείας καὶ τῶν νόμων, ἐκτελοῦσι τὰ ὅσα ἡ κακία
τους τοὺς διδάσκει, καὶ εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσιν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴν τυραννίαν, εἰμὴ
μόνον ὅτι προσποιοῦνται. Αὐτοί, ἀδελφοί μου, ἀδικοῦσι, κλέπτουσι, ἁρπάζουσι, καὶ
θανατώνοσι, πλὴν τὰ πάντα ἀναφέρουσιν εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ μόνοι
τους συνθέτουσι, αὐτοὶ ἐνεργοῦσι, καὶ αὐτοὶ δὲν ὑπακούουσι. Ὤ, πόσον εἶναι βέβαιον,
ὅτι ἡ ἀνεξάρτητος ἐξουσία ἀφανίζει καὶ τὸν πλέον ἐνάρετον ἄνδρα
(2)!
Ἄν, κατὰ συμβεβηκός, ἀγαπητοί μου, εὑρεθῇ καὶ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς βασιλεῖς,
δὲν λέγω δίκαιος καὶ ἐνάρετος, ἐπειδὴ ἤθελεν κατέβη παρευθὺς ἀπὸ τὸν θρόνον, ἀλλ᾿
ὁπωσοῦν καλῆς διαθέσεως, ἀφοῦ δι᾿ ὀλίγον καιρὸν δὲν ἀπαντήσῃ ἀνθίστασιν εἰς τὰ προστάγματά
του, ἀποκαθίσταται καὶ αὐτὸς ὅμοιος τοῖς λοιποῖς. Ὁ θρόνος, ἀδελφοί μου, ἀλλάζει
τὴν φύσιν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τοῦ ἐπ᾿ αὐτὸν καθημένου, καὶ ἐνθυμηθῆτε το, ὅτι ὅποιος
δὲν ἀκούει ποτὲ τὸ ὄχι, σπανίως τοῦ τυχαίνει τὸ ναί. Καὶ κάθε τύραννος νομίζει διὰ
χρέος ἀπαραίτητον τῶν δούλων του τὸ νὰ ὑπακούεται.
Ἡ ἱστορία, καλλιότερα ἀπὸ κάθε ἄλλον, μᾶς παρασταίνει τὸ τί εἶναι οἱ τύραννοι.
Ὁ Διονύσιος, τύραννος τῆς Συρακούζης, ἐφόνευσεν ἕνα πολίτην, διὰ νὰ εἶδεν εἰς τὸ
ὄνειρόν του, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ φονεύσῃ τὸν τύραννον, οἱ νῦν δὲ τύραννοι, οἱ λεγόμενοι
βασιλεῖς, θανατώνοσιν ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοὺς ἀρέσει!
Ἂς μὴν θαυμάσουν εἰς αὐτὸ μερικοί, ὁποὺ ἀγαποῦσι νὰ τοὺς διαυθεντεύωσι, ἀλλ᾿ ἂς
εἰδοποιηθῶσι πρότερον, διὰ τὰ ὅσα κάθε στιγμὴν ἀκολουθοῦν εἰς τὰς βασιλικὰς αὐλάς,
καὶ ἔπειτα, ἂς ἀμφιβάλλουν, ἂν ἠμποροῦν, εἰς τὰ πλημμελήματα καὶ ἀδικίας αὐτῶν τῶν
τεράτων.
Αὐτοί, διὰ παραμικρὰς αἰτίας, καὶ συχνάκις διὰ μίαν βάρβαρον ὄρεξίν τους, ἀποφασίζουν
τὸν θάνατον τόσων χιλιάδων ὑπηκόων, κηρύττοντες τὸν πόλεμον ἀναμεταξύ των. Αὐτοὶ
δὲν ψηφοῦσι οὔτε φιλίαν, οὔτε συγγένειαν, καὶ σπανίως ἕνας βασιλεὺς ἀνεβαίνει εἰς
τὸν θρόνον, χωρὶς νὰ πατήσῃ πρότερον τὰ λείψανα τῶν συγγενῶν του ἢ τῶν προγόνων
του (3).
Ὤ, πόσον ἤθελε τρομάξει κάθε αἰσθαντικὸς ἄνθρωπος, ὁποὺ βλέπει τὰ βασιλικὰ παλάτια,
τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος φαίνονται τόσον λαμπρὰ καὶ ζωγραφισμένα, ἂν ἤθελεν ἰδεῖ
μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν ἐκείνους, ὁποὺ τὰ κατοικοῦσι, εἰς τὴν ἀληθῆ στάσιν τῆς καρδίας
των καὶ τῆς διαθέσεώς των. Ὤ, πόσον ἤθελεν κλαύσει διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἀνθρωπίνου
γένους, βλέποντας τόσα πλήθη ἀνθρώπων, νὰ προσμένωσι τὴν εὐτυχίαν των ἀπὸ μερικὰ
τέρατα, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἐπιμελοῦνται, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ εὐχαριστήσουν τὰς σαρκικάς
των ἐπιθυμίας καὶ ἀλόγους ὀρέξεις των! Πόσον ἤθελαν μετανοήσει, ὅσοι νομίζουσιν,
ὅτι οἱ βασιλεῖς ἐπιμελοῦνται διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τῶν λαῶν των, θεωρῶντες τους δεδοσμένους
εἰς παντοτινὰς τρυφάς!
Διατί δὲν στοχάζονται οἱ μοναρχολάτραι, ὅτι καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν εἶναι
δυνατὸν ἕνας βασιλεὺς νὰ ἠμπορέσῃ κατὰ χρέος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πάντα; Πῶς, ἀγαπητοί
μου, ἕνας ἀμαθὴς καὶ ὀκνηρὸς νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα, ὁποὺ εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας
τόσοι ἐνάρετοι καὶ ἄξιοι πολῖται, προσπαθοῦντες ὅλοι μαζὶ διὰ τὸ κοινὸν ὄφελος,
καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ διατήρησιν τῶν νόμων, ὄχι ὀλίγας φορὰς σφάλλουσι; Πῶς νὰ ὑπακούσῃ
εἰς τοὺς νόμους ἐκεῖνος, ὁποὺ ὁρίζει, πρὶν γεννηθῇ; Καὶ πῶς νὰ διοικήσῃ ὀρθῶς ὁ
παραβάτης τῶν νόμων; Πῶς νὰ γνωρίσῃ τὸ χρέος του ἐκεῖνος, ὁποὺ ἀνετράφη εἰς τὸν
κόλπον τῆς ὀκνηρίας καὶ τῆς κολακείας; Ποῦ περισσεύει καιρὸς τοῦ μονάρχου, νὰ στοχασθῇ
διὰ τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ του (4);
Πῶς λοιπόν, πῶς τάχατες νὰ διοικῇ αὐτός, ὁποὺ ποτὲ δὲν στοχάζεται εἰς τὴν διοίκησιν;
Ἔ, πολλὰ εὐκόλως, ἀδελφοί μου. Αὐτὸς ἐκλέγει, ἢ εὑρίσκει ἐκλεγμένον ἕναν ἄλλον παράσιτον
κόλακα, τοῦ ὁποίου δίδει ὅλην τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτός, ἔχοντας διπλᾶ τὰ ἐλαττώματα,
ὡς δοῦλος δηλαδὴ καὶ ὡς κύριος, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε αὐτὸς νὰ διοικῇ μόνος του. Ὅθεν,
κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου του, ἐκλέγει καὶ αὐτὸς ἐδικούς του ὑποδιακόνους, καὶ
οὕτως ἡ ἀρχὴ διαμοιράζεται εἰς τόσους δούλους μισθωτούς, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ κερδίσουν
τὰ ἄτακτα καὶ ἀναρίθμητα ἔξοδα, ὁποὺ τοὺς χρειάζονται, πωλῶσι τὴν δικαιοσύνην, καὶ
τυραννοῦσι τὸν ταλαίπωρον λαόν, ὅσον περισσότερον δύνανται.
Εἶναι ἀδύνατον, λοιπόν, ἕνας λαὸς νὰ ἀγαπήσῃ ποτὲ τὸν τύραννόν του, ἀλλ᾿ ὁ τύραννος,
ἀδελφοί μου, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ μισῇ τοὺς δούλους του, ἐπειδὴ γνωρίζει ἀρκετῶς,
ὅτι οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀγαπήσουν τὸν κλέπτην, τὸν φανερὸν ἅρπαγα τῆς ἐλευθερίας
των. Ἀλλὰ διατί, καὶ πῶς ἕνας μόνον ἄνθρωπος, πολλάκις ἀμαθέστατος καὶ ἀναξιώτατος,
πάντοτε δὲ θηριώδης, ἄσπλαγχνος, καὶ σκληρός, καθὼς εἶναι ὁ τύραννος, νὰ βαστᾷ ὑπὸ
τῆς θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας ἀνθρώπων, χωρὶς ἄλλην δύναμιν, οὔτε ἅρματα ἄλλα,
εἰμὴ μόνον ἐκεῖνα τῆς τυραννίας, καὶ τόσον πλῆθος ὑπηκόων, ὁποὺ τὸν μισεῖ, ἐπιθυμεῖ
τὸν θάνατόν του, καὶ εἶναι τέλος πάντων ἐχθρός του, νὰ ὑπόκειται, νὰ ὑπακούῃ, καὶ
ἀναισθήτως νὰ ἀγωνίζεται, διὰ νὰ αὐξήσῃ τὴν σκλαβιάν του, χωρὶς νὰ τολμῇ κανείς,
νὰ φονεύσῃ ἓν τέρας, ἕνα μωρόν, ἄνανδρον καὶ οὐτιδανώτατον ἄνθρωπον, καθώς, ἐξ ἀνάγκης,
πρέπει νὰ εἶναι ὁ τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δὲν σείουν τὸν βαρύτατον ζυγὸν
τῆς δουλείας των;
Ἔ, Ἕλληνες! ἡ ἰδία βαρύτης εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἀδυναμίας των, καὶ ἀλλοίμονον
εἰς ἐκεῖνον τὸν λαόν, ὁποὺ ἤθελεν εὑρεθῆ ὑπὸ τοιαύτης τυραννίας. Αὐτὸς κεχαυνώνεται
τόσον, ὁποὺ χάνει τὴν δύναμιν τοῦ στοχασμοῦ. Ὅθεν, καὶ δυσκόλως ἐλευθερώνεται, ἐπειδὴ
δὲν γνωρίζει τὴν δυστυχίαν του, καὶ μόνον ὁ καιρὸς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἑτοιμάσῃ τὴν
ἐλευθερίαν τους.
Τοιοῦτοι λαοί, ἀδελφοί μου, ἂν κατὰ τύχην ἐκβάλλουν ἕνα, εἰς ἄλλον τύραννον ὑπόκεινται,
καὶ πάντοτε μένουν δοῦλοι. Αὐταὶ αἱ τυραννίαι, ὦ Ἕλληνες, εἶναι συνθεμέναι ἀπὸ θεοκρατίαν
καὶ ὀλιγαρχίαν. Ὁ τύραννος εἶναι ἕνα ἄγαλμα ἄπνουν καὶ ἀργόν, ὁ δὲ λαὸς δὲν τὸν
ἐνθυμεῖται, παρὰ ὅταν ζητῇ τοὺς ἀξιωτέρους καὶ δικαιοτέρους συμπολίτας του, καὶ
δὲν τοὺς εὑρίσκῃ. Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του,
μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν
ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας
καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος
(5).
Οἱ ἱερεῖς, ἀγαπητοί μου, φυλάττοντες ἕνα σκοπὸν καθόλου διάφορον, ἀπὸ τοὺς λοιποὺς
συμπολίτας, πάντοτε ἐπροσπάθησαν, μὲ τὸ μέσον τῆς θεότητος, νὰ καταδυναστεύσουν
τοὺς συμπολίτας των, καθὼς μέχρι τῆς σήμερον, μὲ τὴν ἀμάθειαν καὶ κακομάθησιν ἐπέτυχον
τοῦ σκοποῦ των. Αὐτοί, καλύπτοντες μὲ τίτλον ἁγιότητος τὰ πλέον φανερὰ ψεύματα,
ἐγέμισαν τοὺς ἀδυνάτους νόας τοῦ λαοῦ ἀπὸ μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ὥστε ὁπού,
ἀντὶ νὰ ὀνομάσουν ψεῦμα τὸ ἀδύνατον, τὸ ὀνομάζουν ἅγιον, καὶ οὕτως ἀδιστάκτως πιστεύουσιν
εἰς κάθε τους λόγον, οὔτε τολμοῦσι νὰ ἐξετάσωσι τὸ παραμικρόν, μάλιστα δὲ τοὺς εἶναι
ἐμποδισμένον.
Ὅσα ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἰπῇ τινὰς δι᾿ αὐτὴν τὴν κλάσιν, ἡ συντομία τοῦ παρόντος
μου λόγου μοῦ τὰ ἐμποδίζει. Καὶ μόνον ἀφήνω νὰ στοχασθῇ καθείς, ὅτι τόσον πλῆθος
ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ζῶσι, τρυφοῦσι, καὶ πλουτίζουσι ἀπὸ τοὺς κόπους
τῶν λοιπῶν, πόσον μεγαλείτερον εἶναι, ἀπ᾿ ὅλα τὰ βάρη μιᾶς ὑποδουλωμένης πολιτείας,
καὶ πόσον βοηθεῖ τὴν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, οὖσαι καὶ αἱ δύο δυνάμεις ἰδεαστικαὶ
καὶ ἀνύπαρκτοι.
Ἀλλά, τί νὰ σᾶς εἰπῶ διὰ τὴν ἄλλην κλάσιν, τῶν ὀλιγάρχων λέγω, τῶν λεγομένων
εὐγενῶν;
Αὐτοὶ νομίζουσι τὸν ἑαυτόν τους τόσον διαφορετικὸν ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους, ὁποὺ
μόλις καταδέχονται νὰ τοὺς ἀκούουν, χωρὶς νὰ τοὺς ἀποκρίνωνται, οὔτε ποτὲ νὰ τοὺς
συναναστρέφωνται. Αὐτοί, ὦ Ἕλληνες, κατέχουσιν εἰς τὰς χεῖρας των ὅλα τὰ καθολικὰ
καὶ ἀληθῆ πλούτη τῆς ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ χωράφια, ἀμπέλια, καὶ ὁλόκληρα χωρία,
τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι πρὸς τὸν λαόν, εἰς τρόπον, ὁποὺ ὁ λαὸς εἶναι σχεδὸν δοῦλος
μισθωτὸς ἀπὸ αὐτούς, καὶ δουλεύει διὰ τὸ κέρδος αὐτῶν.
Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὸ πλῆθος τῶν ἐλαττωμάτων, ὁποὺ χαρακτηρίζει αὐτὴν τὴν μιαρὰν
κλάσιν, ἡ σκληρότης, βέβαια, εἰς αὐτοὺς εἶναι γενική, τὴν ὁποίαν κληρονομοῦσιν κατὰ
γενεαλογίαν, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, καθὼς τοὺς τίτλους των. Εἶναι αὐτόματοι εἰς τὸ ἄκρον,
καὶ τοὺς δούλους των ψηφοῦσι πολλὰ ὀλιγότερον ἀπὸ τὰ ἴδια ζῷα των
(6).
Ἀλλὰ εἰς τί συνίσταται αὐτὴ ἡ εὐγένεια, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες; Ἴσως εἰς τὰ χρηστὰ
ἤθη; Εἰς τὰ μεγάλα κατορθώματα, εἰς τὴν ἀξιότητα. Ἴσως εἰς τὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὴν
δικαιοσύνην, καθὼς οἱ πρόγονοί μας ἐστοχάζοντο; Ἔ, οὐχί, οὐχί! Οἱ νῦν δοῦλοι κράζουν
εὐγενεῖς τοὺς υἱοὺς τῶν πλουσίων, καὶ τόσον ἐβαρβαρώθησαν ἀπὸ τὴν σκλαβιάν, ὁποὺ
εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται ὁ τίτλος τῆς εὐγενείας, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀγοράζεται
ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναισθήτους τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀγαπητοί μου, ἡ ἀναισθησία
καὶ ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ψευδοευγενῶν, καὶ ὅταν εὑρεθῇ ἀνάμεσα εἰς χιλίους ἕνας ὀλίγον
μέτοχος ἀνθρωπότητος, εἶναι βέβαια ἄξιον θαυμασμοῦ.
Πῶς ἠμποροῦν αὐτοὶ νὰ μελετήσουν καὶ νὰ μάθουν τὰ χρέη τοῦ ἀληθοῦς πολίτου; Πῶς
νὰ τιμήσουν τὴν ἀρετήν; Οἱ γονεῖς των ἄλλην ἔννοιαν δὲν ἔλαβον, παρὰ νὰ τοὺς διδάξουν
τὸν τρόπον εἰς τὸ νὰ κολακεύωνται ἀναμεταξύ των καὶ τὸ πῶς νὰ ὑβρίζωνται μ᾿ εὔμορφας
λέξεις. Ἡ προσποίησις εἰς αὐτοὺς εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἀναγκαιότερον μάθημα
(7). Ὤ! τῆς μωρίας των! Ὤ! ἐντροπὴ τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ,
καὶ ἀφανισμὸς τοῦ κόσμου.
Τὰ καμώματα, ὦ Ἕλληνες, αὐτῆς τῆς κλάσεως εἶναι τόσον παιδαριώδη καὶ χαμερά,
ὁπού, βέβαια, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν τόπον εἰς τὸ παρὸν θέμα, καὶ οὔτε ἐγὼ πλέον θέλω
τὰ ἀναφέρει, ἀλλὰ τελειώνω μὲ τὸ ρητὸν τοῦ Πλουτάρχου, ὅστις λέγει: «κρεῖσσον γίνεσθαι
λαμπρόν, ἢ γεννᾶσθαι», καὶ πάλιν «εὐγένεια καλὸν μέν, προγόνων δὲ ἀγαθόν».
Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ
της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον ὁποὺ ἐδιηγήθην, τότε,
ἀγαπητοί μου, εἶναι πολλὰ δύσκολον νὰ ξαναλάβῃ μόνη της τὴν ἐλευθερίαν της, καθὼς
φανερὰ μᾶς τὸ παρασταίνει ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται
σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς
ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει. Ὅταν ὅμως μία ἐλευθέρα πόλις χάσῃ τὴν ἐλευθερίαν
της ἀπὸ τὴν κυρίευσιν κανενὸς τυράννου, τότε, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τὴν
ξαναλάβῃ, ἀλλὰ πολλὰ εὔκολον, καὶ μάλιστα ἀναγκαῖον. Αὐτὸ δὲ ἀκολουθεῖ, ἐπειδὴ τὰ
ἤθη μένουν τὰ αὐτά, καὶ ἡ πολιτεία ὑπόκειται μόνον εἰς τὴν δύναμιν, καὶ ἐξακολούθως
ἡ ἐλευθερία εὑρίσκεται πάντοτε εἰς μάχην μὲ τὴν τυραννίαν.
Ὁ τοιοῦτος λαὸς ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἕνα ἀετόν, ὅταν εὑρίσκεται δεδεμένος,
ὁ ὁποῖος, εὐθὺς ὁποὺ συνθλάσῃ τοὺς δεσμούς του, ὄντας ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του σῶος, παραχρῆμα
ἀπετῶντας φεύγει, καὶ μένει ὡς καὶ πρότερον. Οὕτως, ἀδελφοί μου, εὑρίσκεται καὶ
ἡ Ἑλλὰς τὴν σήμερον, ἡ ὁποία ἂν ἀκόμη δὲν ἐσύντριψε τὰς ἁλύσους της, πολλὰ εἶναι
τὰ αἴτια, καθὼς κατωτέρω δειχθήσεται. Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιοῖ ἡ ἱστορία μὲ τὴν διήγησιν
πολλῶν ὁμοίων συμβάντων. Διάφοροι μικραὶ πόλεις ἐλευθέραι ἐχρειάσθη νὰ ὑποκύψουν
εἰς ἀνωτέρας τυραννικὰς δυνάμεις, ἀλλὰ μετ᾿ ὀλίγον ἐσύντριψαν τοὺς δεσμοὺς τῆς δουλείας,
καὶ ἔμεινον ἐλευθέραι, ὡς καὶ πρότερον.
Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην, ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν
νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως
ἠκολούθησεν. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ τριάκοντα κυβερνῆται, εἰς μικρὸν διάστημα καιροῦ, ἐκαταστήθησαν
τριάκοντα τύραννοι, ἀπὸ τοὺς πλέον σκληροὺς καὶ αἱμοβόρους, ὥστε ὁποὺ εἰς ὀκτὼ μῆνας
μόνον, ὁποὺ ἐδυνάστευσαν, ἐφόνευσαν ἕως χιλίους πεντακοσίους πολίτας, τοὺς πλέον
δικαίους καὶ ἐναρέτους. Ἀλλ᾿ εἰς ὀκτὼ μῆνας, βέβαια, μία ἐλευθέρα πολιτεία δὲν γίνεται
δούλη. Καὶ ἂν αὐτοὶ οἱ Τριάκοντα Τύραννοι ἐνόμιζον νὰ ἐξολοθρεύσουν ὅλους τοὺς ἐναρέτους
καὶ ἐλευθέρους, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν ζωντανὸν οὐδένα. Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος
ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου.
Αὐτὸς ὁ ἥρως, βλέποντας τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς πατρίδος του, καὶ προβλέποντας
τὸν μέλλοντα αὐτῆς ἀφανισμόν, ἀπεφάσισεν νὰ θυσιασθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν της, καὶ οὕτως
φεύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του, περιφέρεται δι᾿ ὀλίγον καιρὸν ἔνθεν κακεῖθεν, ζητεῖ
συμβοηθοὺς καὶ συνδρομητάς, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς ὀλίγον καιρὸν προητοιμάζει τὰ πάντα.
Εἰσέρχεται, νυκτός, εἰς τὴν ἀγαπητήν του πατρίδα μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς
ἐκδικήσεως, ἐξυπνᾶ τοὺς συμπατριῶτας του ἀπὸ τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας, φωνάζει
εἰς τοὺς κεκωφωμένους ἤδη ἀπὸ τὴν δουλείαν: «Δεῦτε, συμπολῖται, δεῦτε, ἀδελφοί μου,
νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν προτέραν μας εὐτυχίαν. Ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι πρὸς βοήθειάν μας!
Ἂς ἐκβάλωμεν τὴν θανατηφόρον νόσον τῆς κυριότητος, ἂς γίνωμεν ἄξιοι τοῦ ὀνόματός
μας, ἂς δειχθῶμεν ἀληθεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἂς ἀποβάλωμεν τοὺς τυράννους».
Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον
τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης,
ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν,
καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων
τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος,
τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην
των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας,
βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ
εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.
Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, πόσον εὐκόλως ξαναλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν της μία πολιτεία,
ὅταν τὴν χάσῃ ἀπὸ ἁρπαγὴν κανενὸς τυράννου, καὶ ὅταν φυλάττῃ σῶα τὰ ἤθη της. Πῶς
λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως
τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; Δὲν ἐφύλαξεν αὐτὴ ἴσως τὰ ἤθη της
σῶα; Δὲν τὰ φυλάττει καὶ ἕως τὴν σήμερον; Διατί λοιπὸν εὑρίσκεται πάντοτε δούλη;
Καὶ διατί δὲν ἐσύνθλασεν ἕως τώρα τὰς ἁλύσους, ὁποὺ τὴν κρατοῦσι ὑπὸ δουλείας τόσον
ἀδίκως; Αὐτὴ ἡ ἐξέτασις, ὦ Ἕλληνες, εἶναι πολλὰ ἀναγκαία διὰ ἡμᾶς, πρῶτον μέν, διὰ
νὰ ἐξαλείψωμεν τὰ ἐμπόδια, ἀφοῦ τὰ γνωρίσωμεν ὁποῖα εἶναι, καὶ δεύτερον, διὰ νὰ
ἠμπορῇ καθεὶς ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ ἀποδεικνύῃ εὐκόλως τῶν βαρβάρων καὶ ἀχαρίστων ἀλλογενῶν,
ὁποὺ τόσον ὀλίγον μᾶς ψηφῶσι, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν γένος δὲν ἐγεννήθη διὰ τὴν δουλείαν.
Αὐτὰς λοιπὸν τὰς αἰτίας θέλω προσπαθήσει νὰ παραστήσω, ὅσον συντομώτερα μοῦ σταθῇ
δυνατόν, καὶ ἔπειτα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ἀναγκαιότερον μέρος τοῦ λόγου μου, διὰ νὰ
ἀποδείξω, πόσον εὔκολον εἶναι νὰ ἐλευθερωθῇ τώρα, καὶ πῶς τάχιστα θέλει ἀκολουθήσει.
Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος,
ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν,
ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του.
Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς
ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον
ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων,
καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του
καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς,
ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.
Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες,
ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿
αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου.
Ἡ Ἑλλὰς δὲ ἐλλιπής, κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἐποχάς, ἀπὸ ἀξίους στρατιῶτας, ὁπού, ὡς προεῖπον,
εἶχαν θυσιάσει ἡ ματαιότης Φιλίππου καὶ Ἀλεξάνδρου καὶ οἱ ἀναμεταξύ των πολέμοι,
ὡσαύτως καὶ ἀπὸ ἄξια ὑποκείμενα, ὁποὺ ὁ φθόνος καὶ ἡ πολυτέλεια εἶχαν φθείρει, ἐπαρώξυνεν
σφόδρα τὴν ἀχορτασίαν τῶν Ρωμαίων, οἱ ὁποῖοι προσποιούμενοι νὰ βοηθήσουν τινὰς τῶν
ἑλληνικῶν δυνάστων, ὥρμησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔφερον μαζί των τὸν καθ᾿ αὑτὸ ἀφανισμόν
της, ἀφοῦ ἐλεηλάτευσαν, ἀφοῦ κατέκαυσαν πόλεις, ἀφοῦ τέλος πάντων, τὸ ὅλον ἠφάνισαν,
ἐκήρυξαν τὴν Ἑλλάδα ρωμαϊκὴν ἐπαρχίαν.
Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ἕως εἰς τοὺς 364 μετὰ Χριστόν, ὁποὺ διεμοιράσθη τὸ ρωμαϊκὸν
βασίλειον εἰς ἀνατολικὸν καὶ δυτικόν, οἱ Ἕλληνες ὑπόκειντο εἰς φοβερὰν τυραννίαν,
καὶ ἔπαθον ἀνήκουστα βάσανα καὶ ταλαιπωρίας ἀπὸ τοὺς διαφόρους σκληροτάτους ἰμπεράτορας,
ὁποὺ ἡ Ρώμη τοὺς ἔπεμπεν. Δὲν ἐδύναντο νὰ ἐλευθερωθῶσι ἀπὸ τοιοῦτον ζυγόν - ἀγκαλὰ
καὶ τὰ ἤθη των νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα καὶ νὰ ὑπόκειντο εἰς ξένην ἀρχὴν
- ἐπειδὴ ἡ ἐπικράτεια ἦτον μεγαλωτάτη, καὶ δὲν ὑπέφερον ὅλοι ἐξίσου τὰς δυστυχίας,
καὶ ἐξακολούθως, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι μαζί, διὰ νὰ ἐξολοθρεύσουν τοὺς
τυράννους των (8).
Ἀπὸ τότε, λοιπόν, ὁποὺ ἐστερεώθη ὁ χριστιανισμός, ἕως εἰς τοὺς 1453, ἀντὶς νὰ
αὐξήσουν τὰ μέσα τῆς ἐλευθερώσεώς των, φεῦ! ἐσμικρύνοντο. Ἡ δεισιδαιμονία καὶ ὁ
ψευδής τε καὶ μάταιος ζῆλος τῶν ἱερέων καὶ πατριαρχῶν, κατεκυρίευσεν τὰς ψυχὰς τῶν
βασιλέων, οἱ ὁποῖοι, ἀντὶς νὰ ἐπιμελοῦντο εἰς τὸ νὰ διοικῶσι τὸν λαόν, καθὼς ἔπρεπε,
ἄλλο δὲν ἐστοχάζοντο, παρὰ νὰ φιλονικῶσι, καὶ νὰ κτίζωσιν ἐκκλησίας. Τότε εἰς τὴν
Ἑλλάδα ἐφάνησαν τρεῖς κυριότητες· ἡ τυραννία, τὸ ἱερατεῖον, καὶ ἡ εὐγένεια, αἱ ὁποῖαι
διὰ ἕνδεκα αἰῶνας σχεδόν, κατέφθειραν τοὺς Ἕλληνας καὶ κατερήμωσαν τὴν Ἑλλάδα. Ἡ
ματαιότης τῶν πατριαρχῶν, καὶ πάπων ἐπροξένησεν τὸ σχίσμα ἀναμέσον ἡμῶν καὶ τῶν
Λατίνων, καὶ ἡ δεισιδαιμονία ἥνωσεν εἰς αὐτὸ ἓν μῖσος φοβερὸν μέχρι τῆς σήμερον.
Ἀφοῦ, λέγω, τὸ ἱερατεῖον ἠθέλησε νὰ ἑνώσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἐντάλματα μὲ τοὺς
πολιτικοὺς νόμους, διὰ νὰ τιμᾶται ἐν ταὐτῷ καὶ νὰ ὁρίζῃ χωρὶς δυσκολίαν, ἐκατάλαβεν,
ὅτι ἀναγκαῖον ἦτον πρότερον νὰ τυφλώσῃ τὸν λαὸν μὲ τὴν ἀμάθειαν, διὰ νὰ στερεώσῃ
καλλιότερα τὸν σκοπόν του, καὶ οὕτως ἐπροσπάθησεν νὰ ἐσβήσῃ κάθε σπουδὴν εἰς τὴν
Ἑλλάδα, καὶ ὑπερασπίσθη τὴν ἀμάθειαν.
Αἱ ἐπιστῆμαι, ὁποὺ πρότερον ἤνθιζον, ἄρχισαν νὰ μαρανθῶσι, τὰ σχολεῖα ἐσφαλίσθησαν,
οἱ διδάσκαλοι ἐμωράνθησαν, καὶ ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον
δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ
ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ
καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι
κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ
ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί. Ἕνας ἀφορισμὸς τοῦ ἀρχιερέως
ἐτρόμαζεν τόσα μιλλιούνια ἀνθρώπων. Ὦ δεισιδαιμονία, πόσον φοβερὰ εἶσαι ἀνάμεσα
εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, καὶ πόσον οὐτιδανώνεις τὴν ἀνθρωπότητα, ὅταν κυριεύσῃς τὰς
ψυχὰς τῶν ἁπλῶν καὶ ἀμαθῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀπομωρώνονται, ὁποὺ τρέμουσιν εἰς
τὴν ψευδῆ λαλιάν σου, καθὼς τὰ βρέφη φοβοῦνται ἕνα ὄφιν ξύλινον, ἢ ἕνα χαλκοῦν λέοντα!
***
Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων
ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν
θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης,
καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπόρεσεν βέβαια νὰ
ἀποφύγῃ τὸν ζυγόν του, οὕτως προητοιμασμένη. Ὅθεν, καὶ εἰς βραχύτατον διάστημα ἔκλινε
τὸν αὐχένα εἰς τὴν τυραννικὴν ράβδον τοῦ Μωάμεθ. Ἡ εὔκαρπος γῆ τῆς Ἑλλάδος ἐγέμισεν
ἀπὸ βαρβάρους ἀλλοτρίου ὁρίζοντος, καὶ τοιούτης λογῆς, ὁ οὐτιδανὸς καὶ ἀχρεῖος θρόνος
τῶν ὀθωμανῶν ὑψώθη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον,
ἀγκαλὰ καὶ νὰ εἶναι εἰς τὸ τέλος του πλησιέστατος.
Ὤ! πόσον ἔκλαυσαν οἱ Ἕλληνες μετέπειτα! Ἀλλὰ ματαίως. Ὁ ἐχθρός των ἦτον μεγάλος.
Αὐτοί, δὲν εἶχον στρατεύματα γυμνασμένα, οὔτε πόλεμον ἐδιδάσκοντο ἀπὸ τοὺς κυρίους
των πλέον. Αὐτοί, ἐκυβερνοῦντο ἀπὸ σκιὰς καὶ φαντάσματα, καὶ ἀφοῦ ἀπέρασαν τὴν τυραννίαν
τῶν Ρωμαίων καὶ ἔπειτα τῶν Ἱερέων, ἐκατήντησαν, τέλος πάντων, νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν
πλέον σιχαμερὰν καὶ βάρβαρον κυριότητα, λέγω, εἰς τὴν τυραννίαν τῶν ὀθωμανῶν. Τὰ
ἤθη των, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν ἦτον παντάπασιν διεφθαρμένα, δὲν ἠμπόρεσαν ὅμως νὰ τοὺς
ἐλευθερώσωσι ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν Ρωμαίων, ἐπειδὴ οἱ ἐχθροί των ἦτον δυνατοὶ καὶ
πολλοί, ἡ δεισιδαιμονία δὲ καὶ ἡ ἀμάθεια προητοίμασε διὰ πολλοὺς αἰῶνας τὴν δόξαν
τοῦ ἀχρείου Μωάμεθ, καὶ οὕτως ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν, εἰς διάστημα τεσσάρων αἰώνων,
ἔφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς τόσον ἀθλίαν κατάστασιν, ὁποὺ κανείς, βέβαια, κανεὶς δὲν ἤθελε
τὸ πιστεύσει, ἂν ὅλοι ἡμεῖς, ὦ Ἕλληνες, δὲν τὸ ἐγνωρίζαμεν, καθὼς τὸ γνωρίζομεν
καὶ τὸ πάσχομεν καθημερινῶς.
Δύο αἴτια μὲ ἐμπόδισαν, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν ἐδιηγήθην καταλεπτῶς
τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἔφερον τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν δουλείαν τῶν Ρωμαίων. Πρῶτον μέν, ὅτι
τὸ ἐπιχείρημα ἐχρειάζετο μίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διὰ νὰ μὴν μείνῃ ἀτελές,
καὶ δεύτερον, ἔχοντας σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω πλατύτερα διὰ τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἕως τὴν σήμερον
τὴν φυλάττουσι δούλην ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν, ἐνόμισα, ὅτι αἱ αὐταὶ αἰτίαι, ἂν καὶ εἰς
τὸ ὅλον δὲν ὁμοιάζουσι μὲ ἐκείνας, βέβαια, εἰς μέρος αὐτῶν, ἠμποροῦσι νὰ ἀναφέρωνται
μετὰ πάσης τῆς ἰσότητος, καὶ ὁ ἀναγνώστης εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ἀπὸ τὰς παρούσας
τὰς παρελθούσας.
----------
(1) Ἀπὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα ἠμποροῦν, κατὰ τὸ παρόν, νὰ θαυμάζουν
ὀλιγότερον τινές, ὁποὺ ἐρωτῶσι, διατί αἱ μοναρχίαι βαστοῦν περισσότερον καιρόν,
ἀπὸ τὰς πολιτοκρατίας; Διότι, ἡ μὲν νομαρχία εἶναι ὡς πύργος, ὁ ὁποῖος ἢ κατὰ συμβεβηκός,
ἢ ἀπὸ πολυχρονιότητα πρέπει νὰ πέσῃ, ἀλλ᾿ ἡ μοναρχία, οὗσα ὡς ὁ σωρὸς τῶν γκρεμνισμάτων,
βέβαια ἤθελε μείνει πάντοτε ἡ αὐτή, ἄν τινες δὲν τὴν ξαναορθώσουν, καθώς, ἂν δὲν
ξανακτίσουν τὸν πύργον, μένει πάντοτε ὁ σωρός.
(2) Οἱ λαοὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος ἐσυνήθισαν τόσον νὰ εἶναι
δοῦλοι, ὁποὺ χωρὶς νὰ τρομάζουν εἰς τὸ νὰ ἐξεύρουν, ὅτι ὁ μονάρχης ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ
ὅ,τι θέλει, εὐχαριστοῦνται μόνον νὰ ἐπαινῶσι κείνους, ὁποὺ δὲν πράττουσι ὅσα κακὰ
ἠμποροῦσι.
(3) Ποῖος φονεύει τὸν ἀδελφόν του, διὰ νὰ τοῦ ἁρπάσῃ τὸ σκῆπτρον.
Ποῖος φονεύεται παρὰ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία θέλει νὰ βασιλεύσῃ μόνη της. Ἄλλος
φαρμακεύει τὸν πατέρα του, καὶ ἄλλη τὰ ἴδια τέκνα της θανατώνει.
(4) Αὐτὸς ἐξυπνᾶ τὸ μεσημέρι, σηκώνεται εἰς τὴν μίαν ὥραν,
ἐξοδεύει ἄλλην μίαν διὰ νὰ προγευθῇ, ἄλλη μία χρειάζεται διὰ νὰ τὸν ἐνδύσουν, εἰς
τὰς τρεῖς τὸν φέρουν εἰς τὴν περιδιάβασιν, εἰς τὰς πέντε ἐπιστρέφει εἰς τὸ γεῦμα,
καὶ μένει ἕως εἰς τὰς ἑπτά. Ἄλλην μίαν ὥραν, βέβαια, τὴν ἐξοδεύει διὰ νὰ πάρῃ τὸν
καφφέ, καὶ νὰ εἰπῇ μερικὰ ξυλολογήματα, εἰς τὰς ὀκτὼ ξαναεβγαίνει εἰς περιδιάβασιν,
εἰς τὰς ἐννέα ὑπάγει εἰς τὸ θέατρον, εἰς τὰς δώδεκα ἐπιστρέφει εἰς τὸ παλάτιον,
καὶ δειπνεῖ ἕως εἰς τὰς δύο, ἔπειτα κοιμᾶται ἕως εἰς τὸ μεσημέρι. Ἴσως τινὰς μοῦ
ἀποκριθῇ, ὅτι καθημερινῶς αὐτὰ δὲν ἀκολουθοῦν, ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ πρότερον, ὅτι ἐγὼ
δὲν ἀνέφερα τὰ ἐλαττώματά των ἀκόμη: Ποῦ τὰ παιγνίδια; Ποῦ ὁ ἔρως; Ποῦ τὸ κυνήγι;
Ποῦ οἱ χοροί; Ποῦ αἱ ἀκαδημίαι τῆς μουσικῆς; Ποῦ αἱ ἀδιάκοποι συναναστροφαί; Ποῦ
τόσα καὶ τόσα ἄλλα ἐφευρέματα τῆς ὀκνηρίας καὶ βαρβαρότητος; Ποῦ τὰ συχνὰ συμπόσια;
Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὐτὸς τόσα καὶ τόσα ἀγαθά, διὰ τὸν ἐνοχλητικὸν
καὶ βαρύτατον στοχασμὸν τῆς διοικήσεως; Ἀφήνω πρὸς τούτοις κάθε στοχασμόν, ὁποὺ
ὡς ἀνὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὴν σύζυγόν του καὶ ὡς πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐπειδὴ
τοιαῦται ὑποθέσεις δι᾿ αὐτὸν εἶναι πολλὰ μικροπρεπεῖς, καὶ ἡ μεγαλειότης του τὸν
διορίζει νὰ ἐκλέξῃ ἕνα μοιχὸν δι᾿ αὐτήν, καὶ ἕνα νόθον πατέρα δι᾿ αὐτά.
(5) Ἡ θρησκεία, ὦ Ἕλληνες, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζῃ
ὁ ἄνθρωπος τὸν πλάστην τοῦ παντός, βέβαια εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ παλαιότερα συστήματα τῶν
ἀνθρώπων. Καὶ ἐξακολούθως οἱ πρῶτοι βασιλεῖς ἐστάθησαν ἱερεῖς. Αὐξάνοντας ὅμως αἱ
ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων, ἀπεφάσισαν νὰ τιμήσουν τὸν κτίστην τοῦ παντός, ὄχι πλέον μὲ
τὴν ἁπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν, ἀλλὰ μὲ πομπὴν καὶ πολυτελῆ δῶρα. Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿
ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ
εὐκολοκατάπειστον λαόν, ὥστε ὁποὺ εἶναι ἀνεκδιήγητα τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησαν εἰς
τὸν κόσμον, καὶ βέβαια ὁ πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νὰ κλαύσῃ, ὅταν ἀναγνώσῃ τὴν
ἱστορίαν των.
(6) Ἂν τινὰς ἐπρόβανε κανενὸς πλουσίου εὐγενοῦς, νὰ τοῦ φονεύσῃ
ἢ ἕνα ἄλογον, ἢ δύο δούλους, βεβαιότατα, ὦ Ἕλληνες, ἤθελε προκρίνει νὰ χάσῃ τοὺς
δούλους, ἐπειδὴ εὕρισκεν καὶ ἄλλους οὐχὶ δὲ τὸ ἄλογον, ὁποὺ δυσκόλως ἤθελεν ἐπιτύχει
ἄλλο παρόμοιον.
(7) Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ
τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς
ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ
ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των
δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν,
τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν
ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ,
καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε,
καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον
πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας
των.
(8) Εἰς μίαν πολιτείαν, παραδείγματος χάριν, ἐτύχαινεν ἕνας
κυβερνητὴς καλοηθὴς καὶ δίκαιος, καὶ ἐκεῖνος ὁ λαὸς εὐχαριστεῖτο, εἰς ἄλλην δὲ ὁποὺ
ὁ λαὸς ἐτυραννεῖτο, δὲν ἐτολμοῦσαν οἱ κάτοικοι νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν των,
ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης διαφορᾶς εἰς τὴν ποσότητα ἀναμεταξὺ τῆς πολιτείας των καὶ
τῶν ἄλλων πολιτειῶν.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ
Πρὶν ὅμως νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην ἔρευναν, ὦ ἀγαπητοί, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐξιστορήσω,
ἐν συντόμῳ, τοῦ παρόντος αἰῶνος τὴν ἑλληνικὴν ἀθλίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν, ἀναγινώσκοντες
οἱ μεταγενέστεροι ὁμογενεῖς μου, νὰ ἀναστενάξουν καὶ νὰ κλαύσουν, οἱ δὲ νῦν νὰ ἐξυπνήσουν
μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν δουλικὴν ληθαργίαν, διὰ νὰ ἠμπορέσουν οἱ μέλλοντες νὰ τοὺς δοξάζωσι
καὶ εὐχαριστῶσι μὲ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης.
Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ
ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου
ὡς νόμους ἀπαραβάτους. Ἡ θρησκεία των συνίσταται εἰς τὸ νὰ δοξάζουν ἕνα θεόν, καὶ
ὀλίγους προφήτας, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Μωάμεθ. Εἶναι ὅμως πλήρεις δεισιδαιμονιῶν
καὶ πιστεύουσι πολλὰ γελοιώδη πράγματα (1). Τὰ ἤθη των εἶναι
βάρβαρα. Ὁ χαρακτήρ των σοβαρὸς καὶ ὑπερήφανος. Ἡ ἀμάθειά των ἄκρα καὶ γενική
(2).
Ὁ τύραννος εἶναι πάντη ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε στοχασμὸν περὶ τῆς διοικήσεως, καὶ
εἶναι ὡσὰν νὰ μὴν εἶναι· οἱ νόμοι των δέ, ἐπειδὴ τὸν ἀποθεώνοσι, διὰ τοῦτο δὲν τοῦ
συγχωροῦσι νὰ λάβῃ γυναῖκα ὡς σύζυγον, ὡς πρᾶγμα οὐτιδανὸν πρὸς τὴν μεγαλειότητά
του (3). Ἐβγαίνει μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα ἀπὸ τὸ παλάτιόν του
καὶ ὑπάγει νὰ προσκυνήσῃ τὸν κτίστην τοῦ Παντὸς εἰς τὸν ναόν του.
Αὐτός, δὲν εἶναι εἰς χρέος νὰ ἠξεύρῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ τρώγῃ, νὰ κοιμᾶται καὶ νὰ
στέκεται εἰς τὸ ἄλογον. Ὅσον μὲν διὰ τὰς ἐπιστήμας ἢ ξένας γλώσσας τοῦ εἶναι ἐμποδισμένη
ἡ σπουδή των ἀπὸ τοὺς νόμους των, ἂν δὲ καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του γλῶσσαν δὲν ἤθελεν
ἠξεύρει νὰ προφέρῃ εἰμὴ δέκα λέξεις, βέβαια ἤθελε τοῦ ἦτον ἀρκεταί, ὡσὰν ὁποὺ ποτὲ
δὲν ἔχει χρείαν νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὅταν ὁμιλῇ, μόνον προστάζει νὰ φονεύουν τὸν ἕνα
καὶ τὸν ἄλλον. Ὁ λόγος του εἶναι νόμος ἀπαράβατος, καὶ οἱ σκλάβοι του νομίζουσι
μεγαλείτερον ἁμάρτημα τὴν παρακοὴν πρὸς τὰ ἐντάλματά του, παρὰ ἐνεργοῦντες τα νὰ
ἤθελαν ἐκτελέσει τὰς πλέον φοβερὰς ἀδικίας (4). Ὅθεν, δὲν εὑρίσκεται
οὔτε ἕνας, ὁποὺ νὰ ζῇ βέβαιος ὑπὸ τῆς δυναστείας του, δὲν λέγω διὰ μίαν ἡμέραν,
ἀλλ᾿ οὔτε διὰ μίαν ὥραν (5).
Αὐτὸς προσέτι νομίζεται παρὰ τῶν ὀθωμανῶν ὡς καρδιογνώστης. Ὅθεν, εὐθὺς ὁποὺ
τινὸς ἡ φυσιογνωμία δὲν ἤθελεν τοῦ ἀρέσει, μὲ ἕνα νεῦμα τοῦ ρίπτει τὴν κεφαλὴν χαμαί.
Ἐν ἑνὶ λόγῳ, αὐτὸς καταδικάζει εἰς θάνατον ὅποιον θελήσῃ, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ
νὰ τοῦ ἀποκριθῇ. Τὸ «διατί;» εἶναι ἁμάρτημα τοιοῦτον ὡς πρὸς αὐτόν, ὁποὺ ἂν ἤθελεν
ἔχει ἐκεῖνος ὁποὺ ἤθελε τὸ προφέρει δέκα ζωάς, βέβαια ἤθελε τοῦ δοθῶσι δέκα θάνατοι
(6). Δὲν εὑρίσκεται πρᾶγμα, ὁποὺ οἱ νόμοι νὰ ἐμποδίζουσι τοῦ
τυράννου, ἐκτὸς τοῦ οἴνου. Ἀλλ᾿ αὐτός, ὁποὺ εἶναι συνηθισμένος νὰ μὴν ὑπακούῃ, ὅταν
ἐνθυμῆται αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν τοῦ Μωάμεθ, ἀδημονεῖ, καὶ ἀλλέως δὲν ξεθυμώνει, παρὰ
χύνοντας τὸ αἷμα τινῶν ὑπηκόων. Τοιοῦτος, λοιπόν, ὑπάρχει, ὦ ἀγαπητοί μου, ὁ τῶν
Ἑλλήνων τύραννος, καὶ βέβαια πολλὰ χειρότερος ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὸν ἐπερίγραψα, καθὼς
ὅλοι σας τὸν γνωρίζετε.
Αὐτό, λοιπόν, τὸ ἄγαλμα τῆς μωρίας ἐκλέγει ἕναν ἀπὸ τοὺς προειρημένους δούλους
τῆς ἀσωτείας του, καὶ βέβαια τὸν χειρότερον, καὶ τὸν κηρύττει ἐπίτροπόν του, ἤτοι
ἀντιβασιλέα, καὶ δίδοντάς του τὴν σφραγῖδα τῆς κυριότητος, ὅσα κάμῃ, εἶναι καλὰ
καμωμένα. Ἰδοὺ ἄλλος τύραννος χείρων τοῦ πρώτου. Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ
βαστᾶ εἰς τὰς μιαρὰς χεῖρας του τοὺς βαρυτάτους χαλινοὺς τῆς διοικήσεως καὶ τῆς
δικαιοσύνης, καὶ τόσα μιλλιούνια ὑπόκεινται εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς ἀμαθοῦς τέρατος,
ὁποὺ γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς εἰς τὸν κόλπον τῆς δουλείας καὶ τῆς ἀσωτείας, ὄχι
μόνον δὲν εἶναι ἄξιος νὰ διοικήσῃ, ἀλλ᾿ οὔτε ἄξιος ἤθελεν ἦτον νὰ εἶναι ὁ ὑποδεέστερος
τῶν ὑπηκόων. Ὤ! ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ τὸν ὑπακούοσι!
Ἀκούσετε τώρα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς διοικεῖ. Ὁ πρῶτος, καὶ κυριώτερος,
καὶ ἀπαράβατος νόμος εἶναι θέλησίς του. Ὅθεν, ἂν ἐξαιρέσωμεν μερικὰς ἐντολὰς τῆς
θρησκείας των, κάθε ἄλλον νόμον ἀφανίζει τὸ κῦρος του. Ἡ ἀμάθειά του τὸν βιάζει
νὰ ἐκλέξῃ ἕνα κριτήν, τοῦ ὁποίου δίδει τὸν τίτλον τοῦ Σοφωτάτου, ὁ ὁποῖος ἄλλο δὲν
ἠξεύρει, εἰμὴ νὰ γράφῃ καὶ νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν γλῶσσαν του, μαζὶ μὲ μερικὰ κεφαλαιώδη
προστάγματα τοῦ Μωάμεθ, ὁποὺ νὰ τὰ ἀκούσῃ τινάς, τοῦ ἐρεθίζουν γέλωτα. Τὰ περισσότερα
ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐντάλματα ἀναφέρονται εἰς τὴν διατήρησιν τῆς θρησκείας καὶ μάλιστα εἰς
τὴν διαφύλαξιν τῆς ἀμαθείας.
Ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ τοῦ κριτοῦ εἶναι ἀναντίρρητος. Ὁ κῶδιξ τῶν τιμωριῶν του εἶναι
βραχύτατος, καὶ δὲν περιέχει, εἰμὴ τρεῖς μόνον τιμωρίας - τὴν φυλακὴν λέγω, τὸ ράβδισμα,
καὶ τὸν θάνατον, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντοτε ἑνωμέναι μὲ τὴν χρηματικὴν παιδείαν. Ὁ
τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει καὶ ἀποφασίζει αὐτὸς ὁ μωροκριτής, εἶναι τόσον παιδαριώδης
καὶ ἀνόητος, ὁποὺ δύο ψευδομάρτυρες καὶ ἕνας κακοῦργος, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀφανίσουν
τὸν πλέον ἐνάρετον πολίτην (7). Ὁ δὲ κριτὴς καθημερινῶς πολιτεύεται,
καὶ ἀποφασίζει τοιουτοτρόπως, οὔτε ποτὲ τὸν τύπτει τὸ συνειδὸς διὰ τοιαύτας ἀνομίας
(8).
Διὰ τὴν φύλαξιν καὶ εὐταξίαν τῆς πόλεως, ὁ ἀντιβασιλεὺς δίδει ἀπόλυτον ἐξουσίαν
ἑνὸς δούλου του, νὰ κάμνῃ ὅ,τι τοῦ φανῇ εὔλογον. Αὐτός, μὴν ἠξεύροντας πῶς νὰ μεταχειρισθῇ
τὸν καιρόν του, εἰς ἄλλο δὲν καταγίνεται, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ γνωρίζῃ ὅλους τοὺς προδότας
καὶ κακούργους τῆς πόλεως, καὶ νὰ ἐφευρίσκῃ τρόπους εἰς τὸ νὰ ἀδικῇ τὸν ἕνα ἢ τὸν
ἄλλον (9). Ὅταν τινὰς ἤθελεν ἀποκριθῆ εἰς αὐτοὺς τὸν παραμικρὸν
λόγον, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν ὑπογράψει τὴν ἀπόφασιν τοῦ θανάτου του, ἐπειδὴ
εὐθὺς τὸν συκοφαντοῦσι, καὶ μὲ δύο ψευδομάρτυρας ἔμπροσθεν τοῦ κριτοῦ των βεβαιοῦσι,
ὅτι τοὺς ὕβρισε τὴν θρησκείαν, καὶ παραχρῆμα τὸν θανατώνοσι (10).
Ἰδού, ἀγαπητοί μου, πῶς διοικεῖται τὴν σήμερον ἡ ὀθωμανικὴ δυναστεία. Διοίκησις,
ὅσον τυραννική, τόσον εὔκολος, καὶ τοιαύτη, ὁποὺ δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ὑποθέσῃ μίαν
χειροτέραν ἀπὸ αὐτήν.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἀντιβασιλεὺς ἐκλέγει πάντοτε ὅποιον θελήσῃ, τὰς περισσοτέρας
φορὰς ὅμως δίδει αὐτὴν τὴν τιμήν, ἢ τοῦ μαγείρου του, ἢ τοῦ δούλου του, καὶ τὸν
ψηφίζει κυβερνήτην καὶ ἀπόλυτον κύριον μιᾶς πόλεως τῆς ἐπικρατείας, εἰς τρόπον ὁποὺ
κάθε πόλις τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διοικεῖται ἀπὸ ἕνα μάγειρα ἢ ἕνα δοῦλον
(11).
Ἡ ὀθωμανικὴ αὐλὴ δὲν φυλάττει μισθωτὰ στρατεύματα, καθὼς τὰ ἑτερογενῆ βασίλεια,
ἐκτὸς ἀπ᾿ ὅσα διὰ τὴν κοινὴν εὐταξίαν ὑποθέτει ἀναγκαῖα εἰς τὴν βασιλεύουσαν. Ὅθεν,
ὅταν τῆς χρειασθοῦν, αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ τῶν διαφόρων πόλεων εἶναι εἰς χρέος, νὰ
εὕρουν στρατιῶτας καὶ νὰ τοὺς πληρώσουν ἐξ ἰδίων των, ὁ καθεὶς κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς
ἐπικρατείας του.
Ἡ πενιχρότης τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν, πρὶν λάβωσι τὸ σκῆπτρον τῆς
δυνάμεως, ἀρκετῶς μᾶς δηλοποιεῖ τὴν πτωχείαν των, καὶ τὰς περισσοτέρας φοράς, ὅταν
πηγαίνουν εἰς τὰς ἐπικρατείας των, εὑρίσκονται καταχρεωμένοι, διὰ τὰ χαρίσματα ὁποὺ
εἶναι βιασμένοι νὰ κάμνωσι, καὶ διὰ τὴν ἄκραν πολυτέλειαν, ὁποὺ φυλάττουσι. Εὐθύς,
λοιπόν, ὁποὺ λαμβάνει τὸ σκῆπτρον τῆς κυριότητος κανεὶς ἀπὸ αὐτούς, εἰσέρχεται εἰς
ἐκείνην τὴν πόλιν, καὶ πρῶτος του στοχασμὸς εἶναι νὰ ἁρπάσῃ ὅσα περισσότερα ἠμπορέσῃ,
διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του καὶ νὰ πλουτίσῃ (12). Ἀλλὰ μὲ
ποῖον τρόπον ἆρα γε πλουτίζει; Ἔ, πολλὰ εὔκολος εἶναι δι᾿ αὐτόν. Εὐθύς, ὁποὺ εἰσέλθῃ
εἰς τὴν πόλιν, κράζει τοὺς πλουσιωτέρους πολίτας, καὶ τοὺς λέγει, ὅτι ὁ βασιλεύς
των ἔχει χρείαν ἀπὸ στρατεύματα, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰς χρέος νὰ προβλέψῃ ἀναλόγως
εἰς τὴν δύναμίν του. Ὅθεν, ἐξακολουθεῖ, τοῦ εἶναι ἀναγκαία τόση ποσότης χρημάτων,
καὶ ὅτι εἰς δύο ἡμέρας νὰ τοῦ τὴν φέρωσι, ἀλλέως θέλουσι τιμωρηθῆ μὲ τὸν θάνατον.
Οἱ ταλαίπωροι χριστιανοί, ἂν ἀγαπῶσι τὴν ζωήν των, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωσι καὶ πρωτύτερα
καὶ περισσοτέραν τὴν ζητηθεῖσαν ποσότητα, ἂν δὲ κανένας ἀποκοτήσῃ νὰ εἰπῇ τὸ ὄχι,
εὐθὺς θανατοῦται. Ἔπειτα προστάζει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, νὰ τοῦ ἑτοιμάζωσι, καθ᾿ ἑκάστην,
τόσην ποσότητα ἀπὸ κάθε εἶδος ζωοτροφίας, δι᾿ ὅσους ἔχει μαζί του καὶ διὰ φορέματά
των ὁμοίως, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα οἱ ὑπ᾿ αὐτοῦ μικροὶ τύραννοι ἁρπάζουσι καὶ κλέπτουσι
ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους (13) καὶ οὕτως, εἰς ὀλίγον καιρόν, πλουτίζει
μὲ χωρὶς δυσκολίαν οὔτε κίνδυνον.
Παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστην νὰ μὴν θαυμάσῃ διὰ τὴν τοιαύτην διήγησιν. Ἐγὼ τὴν ἔγραψα,
ὄχι πὼς δὲν ἠξεύρω, ὅτι εἶναι πασίδηλος τοῖς ὁμογενέσι μου Ἕλλησι, ἀλλ᾿ ἂν κατὰ
τύχην τὸ παρὸν βιβλιάριον ἐκπέσῃ εἰς τὴν ὄψιν τινῶν, ὁποὺ ἔχουσι τὴν αὐθάδειαν νὰ
ὁμολογοῦσι, ὅτι σχεδὸν σχεδὸν τοὺς ἀρέσκει ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις, νὰ καταλάβουν,
ἂν εἶναι δυνατόν, μίαν φορὰν τὸ λάθος των, καὶ νὰ τρομάξουν εἰς τὴν ἀναισθησίαν
των.
***
Τώρα, ἀγαπητοί μου, ὁποὺ ἐδιηγήθην τὸν ἀνυπόφορον τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν τυράννων
τῆς Ἑλλάδος, ὄχι βέβαια ὅσον ἔπρεπε διεξοδικῶς, ἀλλ᾿ ὅσον τὸ παρὸν θέμα καὶ ὁ σκοπός
μου τὸ ἐσυγχώρησε, τώρα, λέγω, ὁποὺ ἡ μόνη διήγησις, ἀρκετῶς μᾶς ἀπέδειξε, πόσον
εἶναι ὁ αὐτὸς τρόπος τυραννικὸς καὶ ἀνυπόφορος, μὲ τὴν αὐτὴν συντομίαν θέλω σᾶς
ἐνθυμίσει μὲ πόσην στενοχωρίαν οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες ἀναπληροῦσι εἰς τὰ πρὸς τὸ
ζῆν ἀναγκαῖα, καὶ πόσα βάρη ὑποφέρουσι. Μετὰ ταῦτα δὲ θέλω ἐρευνήσει τὰς αἰτίας
τῆς μέχρι τοῦδε ἀναιδεστάτης μας ὑπομονῆς.
Διὰ περισσοτέραν σαφήνειαν ὅμως κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ
τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν τυράννων αὐτῶν. Ἀλλ᾿ ἐπειδή, ὦ ἀγαπητοί μου, τὰ περιστατικὰ
μ᾿ ἐμπόδισαν ἀπὸ τὸ νὰ ἐκτελέσω τὴν θέλησίν μου, καὶ νὰ περιδιαβάσω τὴν Ἑλλάδα καὶ
ὅλην την ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, διὰ νὰ ἐπαριθμήσω μόνος μου καὶ καθὼς πρέπει, τοὺς
ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας, διὰ τοῦτο συντρέχω εἰς τοὺς πλέον νέους καὶ πλέον ἀξιοπίστους
γεωγράφους, νὰ ἀντλήσω κἂν ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐκεῖνο, ὁποὺ μόνος μου δὲν ἐδυνήθην νὰ ἀπολαύσω.
Ἀφοῦ, λοιπόν, μὲ ἄκραν ἐπιμέλειαν ἐξέτασα πολλοὺς συγγραφεῖς, οἱ περισσότεροι
ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν συμφωνοῦσιν ἀλλήλων των, καὶ σχεδὸν ὅλοι ἐκτείνονται εἰς περιττολογίας
καὶ ἀφήνουσι εἰς σκότος τὰ ἀναγκαιότερα πράγματα τῆς γεωγραφίας, εὗρον δι᾿ ἀληθεστέραν
ἢ πλησιεστέραν εἰς τὴν ἀλήθειαν τὴν ἐπακόλουθον ἐπαρίθμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν, βέβαια,
οὔτε ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ καταπεισθῶ μὲ ἀναμφιβολίαν, ἀλλ᾿ οὔτε ἀπίστευτος καθόλου μοῦ
φαίνεται. Ὅθεν, ἐγὼ μὲν τὴν ἐκθέτω, ὅποιος δὲ εἶναι βεβαιότερος, ἂς τὴν διορθώσῃ,
καὶ θέλω τοῦ μείνει εὐχάριστος.
***
Τὸ ὀθωμανικὸν βασίλειον εἰς τὴν Εὐρώπην διαιρεῖται εἰς τὰς ἀκολούθους δεκατρεῖς
ἐπαρχίας, δηλαδὴ Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μπόσναν, Δαλματίαν, Ἀλβανίαν,
Ἤπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν καὶ Ρούμελην. Οἱ κάτοικοι
δὲ εἶναι σχεδὸν δέκα ὀκτὼ μιλλιούνια, μαζί μὲ τοὺς νησιώτας τοῦ Ἀρχιπελάγους. Οἱ
δὲ χριστιανοὶ ὡς πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὡς τὸ 115 πρὸς τὸ 29. Διὰ τοὺς ξένους,
ὁποὺ κατοικοῦσι εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ἀλλογενεῖς, ὄντες κατὰ πολλὰ
ὀλίγοι, δὲν τοὺς ἀναφέρω (14). Τόσον πλῆθος Ἑλλήνων, ὦ ἀγαπητοί,
πῶς ἆρα γε νὰ ζῇ; Αὐτὸ λοιπόν, θέλω ἐξετάσει τώρα καὶ ἀκούσετε.
Ἂς ὑποθέσωμεν, διὰ τὸ εὐκολώτερον, τοὺς κατοίκους τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς
τὴν Εὐρώπην ὣς 100. Ἀναλόγως, λοιπόν, εἰς τὴν εἰρημένην ἐπαρίθμησιν, οἱ χριστιανοὶ
πρέπει νὰ εἶναι ὣς 80, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ὣς 20. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἑκατόν, εἰς μὲν τὰς
πόλεις (15) μόλις εὑρίσκονται τὰ 3/10, οἱ δὲ λοιποὶ κατοικοῦσιν
εἰς τὰ χωρία (16). Ἐκ τῶν ὀθωμανῶν οὖν οἱ περισσότεροι ζῶσιν
ἀπὸ χρονικὰ εἰσοδήματα, ὁποὺ συναθροίζουσιν ἀπὸ τὰ πλήθη τῶν ὑποστατικῶν των, οἱ
δὲ λοιποὶ διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ τεχνῶν, ὡς πάντως ἀσύδοτοι, κερδίζουσιν ἀρκετῶς,
καὶ ζῶσιν κάλλιστα. Ἀλλ᾿ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου ὁμογενεῖς
καὶ ὁμόθρησκοι, εἶναι τὴν σήμερον τὸ πλέον θλιβερὸν θέαμα εἰς τὸ θέατρον τοῦ κόσμου.
Ἀρχινῶντας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἤτοι χωριάτας, φρίττει τὸ πνεῦμα μου, εἰς
τὸ νὰ διηγηθῶ τὴν ζωήν τους. Αὐτοὶ οἱ τάλανες, ἀφοῦ κοπιάσουν δι᾿ ὅλον τὸν χρόνον
καὶ ὑποφέρουν ἀνεκδιήγητα βάσανα, ποτὲ δὲν τοὺς περισσεύει ὁ καρπὸς τῶν ἱδρώτων
των, διὰ νὰ ἀναπαυθῶσιν οὔτε μίαν ἡμέραν, καὶ σχεδὸν πάντοτε εὑρίσκονται στενοχωρημένοι
νὰ πωλῶσι μέρος ἀπὸ τὰ φορέματά των, διὰ νὰ ζωοτρέφωνται.
Τόσα μεγάλα εἶναι τὰ βάρη, ὁποὺ ὑποφέρουσι, καὶ τόσον μιαρὰ ἡ ψυχὴ τῶν ὀθωμανῶν
(17). Ὁ τρόπος δὲ τῆς συμφωνίας των μετὰ τῶν κυρίων τῶν ὑποστατικῶν,
ἐκτὸς ὁποὺ εἶναι τυραννικώτατος, εἶναι, πρὸς τούτοις, καὶ ἀκατάστατος καὶ ἄνομος
(18). Πῶς οὖν ζῶσι; Ἔ! ἀδελφοί μου, φίλτατοί μου Ἕλληνες,
ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ. Οἱ γεωργοί, ἡ σεβασμιωτέρα κλάσις μιᾶς
πολιτείας, ὁ σταθερώτερος στῦλος τῆς πολιτικῆς εὐτυχίας, ζῇ χειρότερα ἀπὸ τὰ ἴδια
ζῶα. Βέβαια, ὁ πλούσιος ὀθωμανὸς τρέφει τὰ ἄλογά του μὲ πολλὰ καλλιότερα φαγητὰ
ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποὺ φυλάττουσιν εἰς τὴν ζωὴν καὶ εἰς τὰς θλίψεις τὸν ἀθῶον καὶ δίκαιον
χωριάτην.
Ἀλλά, μήπως τελειώνει εἰς αὐτὰ μόνον ἡ δυστυχία του; Αὐτὸς ὁ ταλαίπωρος πρέπει
πρὸς τούτοις - ὦ ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! - πρέπει, λέγω, νὰ χορτάσῃ τὴν λύσσαν καὶ τοῦ
ληστοῦ τῆς ἐκκλησίας, ἤτοι τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ὡς κατωτέρω ρηθήσεται, εἰς τρόπον
ὁποὺ οἱ χωριάτες, ἐξαιρῶντας ἐκείνους τοὺς προδότας καὶ κακοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι
διὰ νὰ μὴν διψήσωσι, πίουσι τὸ αἷμα τῶν συναδελφῶν των, καὶ ἀποκαθίστανται συνεργοὶ
τῶν τυραννικῶν προσταγμάτων, ἀφοῦ χάνουν τὰ ὅσα οἱ ὀθωμανοὶ τοὺς ἁρπάζουσι καὶ τὰ
ὅσα δίδουσι τῶν καλογήρων, μόλις ἠμποροῦσι νὰ ζήσωσι ἀπ᾿ ὅσα τοὺς μένουσι
(19).
Ἀλλά, πῶς νὰ παραιτήσω τὰς καθημερινὰς ἀγγαρείας ὁποὺ ὑποφέρουσι! Ὦ οὐρανέ, πῶς
δὲν κατακαίεις μὲ τοὺς κεραυνούς σου τόσα βδελυρὰ τέρατα, ὁποὺ μιαίνουν καὶ ἀφανίζουν
τὸ ἀνθρώπινον γένος! Δὲν εἶναι χωρίον, ὦ ἀγαπητοί, καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐπικράτειαν
τοῦ τυράννου τῶν Ἰωαννίνων, ὁποὺ καθ᾿ ἑκάστην νὰ μὴν πέμπῃ τὸ ἓν τρίτον τῶν κατοίκων
του, διὰ νὰ δουλεύῃ εἰς τὰ ἀνωφελῆ καὶ πολυέξοδα κτίρια τοῦ τυράννου, χωρὶς ἄλλην
ἀνταμοιβήν, εἰμὴ ραβδίσματα καὶ πολλάκις θάνατον (20). Τοιαύτην
λοιπὸν θλιβερὰν καὶ ἀνυπόφορον ζωὴν διάγουσιν οἱ χωριάτες τῆς ἑλληνικῆς γῆς, καί,
βέβαια, πολλὰ χειροτέραν ἀπ᾿ ὅ,τι σᾶς τὴν παρέστησεν ἡ διήγησίς μου.
Ἀλλά, τί νὰ εἰπῶ, διὰ τοὺς πολίτας; Ἔ, αὐτοὶ χωρὶς νὰ ἔχουν ὀλιγοτέρους κόπους
καὶ μόχθους ἀπὸ τοὺς χωριάτας, ἔχουν τὰ βάσανα, καὶ περισσότερα καὶ φοβερώτερα,
ἀπὸ αὐτούς. Οἱ τεχνῖται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδὸν 18 ὥρας τὸ ἡμερόνυκτον, καὶ ποτὲ
δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀναπληρώσουν τὰς ἀναγκαίας χρείας των. Οἱ προεστοὶ μὲ τὰ ἄδικα δοσίματα,
ὁποὺ τοὺς ἐπιφορτώνοσι, τοὺς ἁρπάζουσιν, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, τὸν ὀλίγον καρπὸν τῶν
ἱδρώτων των, τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν, ἀπὸ τὸ ἄλλο
μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι, καὶ ἀνάμεσα εἰς
τόσας χιλιάδας, ὅταν τινὰς φθάσῃ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς χρείας του μὲ ὅσον κέρδος τοῦ
μένει, νομίζεται πολλὰ εὐτυχής.
Πρόσθες ἀκόμη τὰ ἀνυπόφορα κακά, ὁποὺ καθημερινῶς δοκιμάζουσιν ἀπὸ τοὺς ἀχρείους
ἐπιστάτας τοῦ τυράννου, οἱ ὁποῖοι, μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν, καὶ χωρὶς συνείδησιν, ἐπιφορτώνοσιν
εἰς τοὺς ἄλλους τὰ βάρη τοῦ μέρους των, καὶ αὐτοὶ μένουν ἀσύδοτοι. Ἐκεῖνοι, λέγω,
οἱ ἄφρονες καὶ μωροὶ ἄνθρωποι, ὁποὺ κράζονται προεστοὶ καὶ ἄρχοντες, οἵτινες, ἀπὸ
τὴν βρωμερὰν συνήθειαν, ἔχασαν σχεδὸν καὶ τὴν ἐντροπὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν φόβον
τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν δὲν διστάζουσιν ἀπὸ τὸ νὰ ἀρνῶνται, ποτὲ μέν,
τὰς ποσότητας τῶν πληρωμῶν, ποτὲ δέ, νὰ ξαναζητῶσι ἐκεῖνο, ὁποὺ ἔλαβαν ἤδη, καὶ
τὸ χειρότερον νὰ καυχῶνται, εἰς τὸ νὰ δεικνύωνται πιστοὶ ὀπαδοὶ καὶ δοῦλοι τοῦ τυράννου
ἑκούσιοι. Ἔ, σκληροὶ καὶ ἀναιδέστατοι ἄνθρωποι, ταχέως θέλετε μετανοήσει, ναί, θέλετε
μετανοήσει καὶ θέλετε κλαύσει πικρῶς διὰ τὰς κακοεργίας σας.
Ποῦ νομίζετε, ὦ ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, νὰ στέλνωσι, διὰ νὰ κατοικήσωσι, αὐτοὶ
οἱ ἀπάνθρωποι καὶ ἀναιδέστατοι ἄρχοντες ἐκείνους τοὺς δυσώδεις καὶ βρωμεροὺς Ἀλβανίτας
ἢ ἄλλης ἐπαρχίας ὀθωμανούς, ὁποὺ ὁ κάθε τύραννος βαστᾶ διὰ τὴν φύλαξίν του, καὶ
μάλιστα εἰς τὴν Θετταλίαν καὶ Ἤπειρον; Ἴσως εἰς ὀσπίτια καμωμένα ἐξεπίτηδες, ἴσως
εἰς τὰ εὐρύχωρα μετόχια τῶν μοναστηρίων, ἴσως εἰς τὰ μεγάλα παλάτια των, ἴσως ἔξω
ἀπὸ τὴν πόλιν, ἢ εἰς ἔρημά τινα κτίρια, ἤ, τέλος πάντων, εἰς τὰ μοναστήρια; Οὐχί,
οὐχί, ἀγαπητοί μου, μὴν προσμένετε τόσην κρίσιν ἀπὸ τὸν μεμεθυσμένον τους δουλικὸν
νοῦν· αὐτοὶ ἐκλέγουσι καὶ πέμπουσιν αὐτοὺς τοὺς αἱμοβόρους λύκους εἰς τὰ ὀσπίτια,
ὅπου εὑρίσκονται γυναῖκες καὶ κοράσια.
Καθείς, ὦ ἀγαπητοί μου, καθεὶς ἀπὸ ἐσᾶς ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ καταλάβῃ τὰς φοβερὰς
ἐξακολουθήσεις. Ἐγὼ δέ, ἀπὸ τὴν δικαίαν μου ἀγανάκτησιν, ἡ χείρ μου τρέμει καὶ ἡ
ὅρασις μου ἐθάμπωσε, οὔτε πλέον ἠμπορῶ νὰ ἐπαριθμήσω τὰς δυστυχίας τῶν Ἰωαννίτων
καὶ ὅλων τῶν Θετταλῶν, χωρὶς ἀπὸ τὸν θυμόν μου νὰ εἰπῶ, βέβαια, ὀλιγότερα ἀπ᾿ ὅ,τι
ἀνήκουσι ἐκείνων τῶν μωροαρχόντων ἀλλ᾿ ἴσως περισσότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἡ χρηστοήθεια καὶ
τὸ ὁμογενὲς μὲ διδάσκουσι.
Ἂν ἐγώ, ὅμως, σιωπῶ, δὲν θέλουσι σιωπήσει αἱ τρομασμέναι μητέρες, ὁποὺ μετὰ δακρύων
καὶ γονυκλιτῶς ἔμπροσθεν αὐτῶν τῶν ἀχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ᾿ ἑκάστην,
σπανίως δὲ ἐκεῖνοι καταδέχονται νὰ τὰς ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις, ἀντὶς νὰ τὰς παρηγορήσωσι,
τὰς ἐπιπλήττουσι καὶ μὲ βίαν τὰς ἐκβάλλουσιν ἔξω, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς δώσωσι τὴν
παραμικρὰν βοήθειαν (21). Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, βέβαια, τὰ κρεμνισμένα
ὀσπίτια τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, τὰ ξεσχισμένα στολίδια τῶν ὀσπιτίων
των, αἱ αἱματωμέναι ὁδοὶ καὶ τείχη τῶν πόλεων ἀρκετῶς ὁμιλοῦσι εἰς τὰς ὁράσεις,
ὄχι μόνον τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ξένων. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, ἀκούονται ὅμως οἱ
ἀναστεναγμοὶ τῶν δυστύχων πατέρων, οἵτινες, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ κερδίσωσι τὴν ζωοτροφίαν
των, οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἀφήσουν
εἰς τὴν φαμελίαν των δέκα ὀθωμανοὺς καὶ ἄλλα τόσα ἄλογα, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς
τὴν φυλακήν, καὶ ὄχι ὀλίγας φοράς, εἰς θάνατον. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, θέλει λαλήσουν τὰ
ἀθῶα στόματα τῶν τρομασμένων κορασίδων καὶ πεφοβισμένων ἐφήβων. Καὶ ἂν ἐγώ, τέλος
πάντων, δὲν τοὺς δηλοποιῶ τὸ τέλος των, τὰ παραδείγματα καὶ αἱ ἱστορίαι ὅλου τοῦ
κόσμου μὲ μεγάλην σαφήνειαν τοὺς τὸ προλέγουσι, καὶ ἀρκετὰ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ προϊδῶσι
μόνοι των, ἂν ἄξιοι κρίσεως καὶ συλλογισμοῦ ἦτον τοιαῦτα τέρατα.
Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, οἱ τεχνῖται πῶς ζῶσι, καὶ μὴν νομίσετε ὅτι ἐννοῶ διὰ μόνον τοὺς
Ἰωαννίτας. Αὐτοὶ δὲν εἶναι δυστυχέστεροι, εἰμὴ μόνον, ὅτι ὁ τύραννός των εἶναι κακοηθέστατος.
Ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εὑρίσκεται ἡ αὐτὴ διοίκησις,
ὁ αὐτὸς τρόπος, αἱ ἰδίαι αἰτίαι, καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν
κλάσιν τῶν πραγματευτῶν, λέγω, ἐκείνων, ὁποὺ πωλῶσι διάφορα εἴδη εἰς τὰ ἐργαστήριά
των, διότι περὶ τῶν ταξιδευόντων περαιτέρω ρηθήσεται. Ἀλλὰ τί ἠμπορῶ νὰ εἰπῶ δι᾿
αὐτούς, χωρὶς νὰ ξαναειπῶ τὰ ἴδια προλεχθέντα διὰ τοὺς τεχνίτας;
Αὐτοὶ βασανίζονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν κακὴν τύχην, μάλιστα δὲ αἱ δυστυχίαι των αὐξάνουσιν
ἀναλόγως μὲ τὰς ὑποθέσεις των. Αὐτοὶ καθ᾿ ἑκάστην δίδοσι τῷ τυράννῳ τόσας ποσότητας
ἀπὸ κάθε εἶδος πραγματείας, ὁποὺ ἔχουσι, αὐτοὶ πληρώνοσι βαρύτατα δοσίματα, αὐτοὶ
ὑποφέρουσι μὲ μεγαλειτέρας ζημίας εἰς τὰ ὀσπίτιά των πάντοτε τοὺς βρωμεροὺς Ἀλβανίτας
(22). Αὐτοὶ εἰς φυλακήν, αὐτοὶ εἰς ἀγγαρείας
(23). Αὐτοὶ τέλος πάντων εἶναι ὑποκείμενοι εἰς ὅλα τὰ χειρότερα
κακά, ὁποὺ ἠμπορεῖ τινὰς νὰ στοχασθῇ. Πολλάκις ἡ τύχη τοὺς κατατρέχει καὶ εἰς τὰς
ἐμπορικάς των ἐπιχειρήσεις, καὶ πολλοὶ ἀπεθνήσκουν εἰς τὴν φυλακήν.
Ποῖος ἐμβαίνει εἰς μίαν πολιτείαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν αἰσθάνεται μίαν ψυχρότητα
εἰς τὴν καρδίαν του, ἀκούοντας πανταχόθεν νὰ ἐξέρχεται τὸ ἒ καὶ τὸ ἀλλοίμονον! Τί
ἄλλο ἀκροάζεται ἕνας ξένος, πάρεξ ἀναστεναγμούς; Τί ἄλλο βλέπει ὁ Ἕλλην, εἰμὴ δάκρυα;
Τί ἄλλο εὑρίσκεται, τέλος πάντων, εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ λύπη, φόβος, φυλακὴ καὶ
θάνατος; Ἕνα γενικὸν μουρμούρισμα λύπης, μία σιωπὴ ἀπελπισίας κυριεύει ὅλων τὰς
καρδίας. Καὶ πολλῶν ἡ ἀδυναμία μιᾶς δικαίας ἐκδικήσεως καὶ ἡ πολλὰ αἰσθαντική των
καρδία φθείρει τὴν ζωὴν καὶ θνήσκουν ἀπελπισμένοι. Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία
ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα
καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.
Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ
γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ
τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ,
ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ
τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.
***
Ἐξαιρῶντας, λοιπόν, ὅλους τοὺς προεστῶτας, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοὺς προδότας, καὶ
ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀχρειεστάτους σκλάβους καὶ ὀπαδοὺς τῶν κατὰ μέρος τυράννων τῆς
Ἑλλάδος, οἱ λοιποὶ σχεδὸν ἅπαντες ἀναπληροῦσι εἰς τὰς χρείας των ἀπὸ εὐεργεσίας
ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται,
δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς
παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα, καὶ τέλος πάντων, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς στολίζωσι τὸ πνεῦμα
μὲ τὰ σχολεῖα, ὁποὺ ἐξ ἰδίων των ἔκτισαν καὶ φυλάττουσι.
Συγχωρήσετέ με, ὦ ἄνδρες γενναιότατοι καὶ φιλεύσπλαγχνοι, ἂν μία μεγάλη αἰτία
μ᾿ ἐμποδίζῃ ἀπὸ τὸ νὰ ἐκθέσω εἰς τοῦτον μου τὸν λόγον τὰ ἔνδοξα ὀνόματά σας· ἡ εὐγνωμοσύνη
μου ὅμως ὡς Ἕλλην, καὶ τὸ χρέος τῶν συναδελφῶν μας, ἐντὸς ὀλίγου θέλουν ἐνεργήσει,
διὰ νὰ ἐγχαράξουν μὲ χρυσᾶ ψηφία τοιοῦτον κατάλογον εἰς τοὺς ναοὺς τῆς Ἑλλάδος,
καθὼς καὶ τώρα τὸν φυλάττουσι ἐγκεχαραγμένον εἰς τὰς καρδίας των. Δὲν μένει τώρα
ἄλλη κλάσις, εἰμὴ τῶν ταξιδιώτων, ὁποὺ νὰ ζητῇ ἐξήγησιν, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν, ὡς προεῖπον,
θέλω ὁμιλήσει παρεμπρός, καὶ τελειώνω τοιαύτην θλιβερὰν διήγησιν μὲ μίαν γλυκεῖαν
παρατήρησιν, ὁποὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, διὰ κοινήν μας
χαράν.
Ἡ τυραννία, ὦ Ἕλληνες - καὶ ὁποία τυραννία! - δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τὸ
γένος μας τὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως. Ἡ σταθερότης καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία
σώζονται εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἡ ἀρετὴ λάμπει ἀνάμεσα εἰς τὸν βόρβορον τῆς
τυραννίας (24). Ὦ ἀρετή, ὦ θεῖον καὶ ἱερὸν δῶρον! Σύ, ὁποὺ
καταπρααίνεις τὰ ἄλογα πάθη. Σύ, ὁποὺ συνοδεύεις διὰ παντὸς μὲ τὴν ψυχὴν εἰς μίαν
ἥσυχον καὶ γαληνὴν ἀνάπαυσιν. Σύ, ὁποὺ καθιστᾶς τὸν ἄνθρωπον εὐτυχῆ, ἀποκαθιστῶντας
του ὀλίγας τὰς χρείας· ὁποὺ τὸν ἀρματώνεις ἐναντίον εἰς τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης,
καὶ τὸν καθιστᾶς ἀδιάφορον εἰς τὰς εὐτυχίας. Σύ, ὁποὺ ὑψώνεις τὴν ἀνθρωπίνην οὐτιδανότητα
καὶ κατασταίνεις τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον τοῦ εἶναι του. Σύ, ὁποὺ χαρακτηρίζεις καὶ
καταστεῖς ἀμετάτρεπτον τὸν ἐνάρετον. Ναί, ὁ ναός σου δὲν εἶναι ἐσφαλισμένος εἰς
τὴν ὑποδουλωμένην Ἑλλάδα! Σύ λατρεύεσαι ἀπὸ τοὺς εὐεργέτας τοῦ γένους.
Αὐτοὶ σὲ τιμοῦσι μὲ τὰ καθημερινὰ δῶρα, ὁποὺ προσφέρουσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας, καὶ
ἐγὼ τοὺς τὸ κοινοποιῶ διὰ δόξαν μας. Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ὦ εὐεργέται, νομίζετε νὰ ἐκπληροῦται
τὸ χρέος σας διὰ τῶν εὐεργεσιῶν σας μόνον; Οὐχί, ἀγαπητοί μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι κόλαξ,
διὰ νὰ σιωπήσω τὸ τί πρέπει νὰ κάμετε, καὶ ἐσεῖς ἀγαπᾶτε ἀρκετῶς τὴν ἀρετὴν, διὰ
νὰ σᾶς κακοφανῇ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ λάθος σας. Ἡ ἀρετή, ὦ ἀδελφοί μου,
τόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν κακίαν, ὡς ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατον. Καθὼς λοιπὸν ἀνάμεσα ζωῆς
καὶ θανάτου, δὲν εὑρίσκεται μέσος ὅρος, οὔτε ἀνάμεσα ἀρετῆς καὶ κακίας ἠμπορεῖ νὰ
εὑρεθῇ, καὶ ἐξακολούθως δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ τινάς, οὔτε ὅτι ὁ δεῖνας εἶναι περισσότερον
ἀπεθαμένος ἀπὸ τὸν δεῖνα ἀπεθαμένον, οὔτε ὅτι ὁ ἕνας ἐναρετώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον
ἐνάρετον (25).
***
Ἐνάρετος, ὦ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁποὺ θέλοντας νὰ ζήσῃ
εἰς πολλούς - δηλαδὴ ὠφελῶντας τοὺς συναδέλφους του, νὰ ἀθανατίσῃ τὸ ὄνομά του,
καὶ διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ ζῇ καὶ ἀποθαμένος - κάμνει ὄχι ὅσον θέλει, ἀλλ᾿ ὅσον πρέπει,
καὶ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ εἰς οὐδὲν τὸν ἐγγίζει (26), ἀλλ᾿ ἐκεῖνο,
ὁποὺ εἶναι ἀναγκαῖον, προκρίνοντας πάντοτε τὸ κοινὸν ὄφελος, χωρὶς νὰ στρέψῃ τοὺς
ὀφθαλμούς του εἰς τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ζημίαν, ὁποὺ ἤθελε τοῦ προξενήσει ἓν ἔργον
του ἐνάρετον.
Εἰς τὰς νομαρχικὰς διοικήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ κυρία βάσις καὶ
τὸ θεμέλιον ὅλης τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς, ὁ ἐνάρετος κάμνει ὅσον πρέπει, καὶ ποτὲ
δὲν ζημιοῦται, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν συγχωρεῖ ἡ ὀρθὴ διοίκησις ξεχώρισιν ἀπὸ τὰς μερικὰς
εἰς τὰς κοινὰς ὑποθέσεις, καθὼς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ παρόντος μου λόγου ἀρκετῶς ἀπεδείχθη.
Καὶ ἐξακολούθως, ὁ ἐνάρετος κάμνοντας ὅ,τι τὸν διδάσκει ἡ ἀρετή, κάμνει πρῶτον μὲν
τὸ χρέος του ὡς πολίτης, καὶ δεύτερον, ὠφελῶντας τοὺς ἄλλους· ἡ ἕνωσις, ὁποὺ εὑρίσκεται
ἀναμεταξὺ εἰς ὅλους τοὺς πολίτας, κάμνει νὰ ὠφελῆται καὶ ὁ ἴδιος.
Πολλὰ διαφορετικὸν εἶναι ὅμως τὸ πρᾶγμα εἰς τὰς τυραννικὰς διοικήσεις, ὅταν καμμίαν
φορὰν ἐμφανίζεται ἡ ἀρετή - τὸ ὁποῖον, ἀγκαλὰ καὶ σπανίως, πλὴν ἀκολουθεῖ, καὶ εἰς
κάθε τόσον εὑρίσκονται μερικοὶ ἐνάρετοι διὰ τιμὴν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ διὰ μεγαλειτέραν
ἐλπίδα μιᾶς ταχέας ἐπανορθώσεως ἐκείνου τοῦ γένους, ὁποὺ τυραννεῖται
(27) - ὡσὰν ὁποὺ ἡ τυραννία ἔχει διὰ βάσιν καὶ θεμέλιον τὴν
ἀνομοιότητα καὶ τὴν ἀδικίαν. Ὅσοι δοῦλοι εἶναι, τόσαι διαιρέσεις εὑρίσκονται, καὶ
εἰς τὸ λεξικὸν τῆς δεσποτείας ἡ λέξις «ἕνωσις» δὲν εὑρίσκεται. Ὅθεν, εἶναι φανερὸν,
ὅτι ἕνας ἐνάρετος ὑπὸ τῆς δουλείας πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ πάσχῃ, καὶ ἐξακολούθως,
ὅποιος δὲν πάσχει ὑπὸ τῆς δουλείας, δὲν εἶναι ἐνάρετος.
Καλὸν ἤθελεν ἦτον, ὦ Ἕλληνες, ἂν οἱ ἐνάρετοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἤθελον ὑποφέρει,
ἀλλά, κάμνοντες τὸ χρέος των, ἤθελον ὠφελήσει τοὺς ἄλλους καὶ τὸν ἑαυτόν τους. Πλὴν
αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ, ἕως ὁποὺ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τυραννίας. Ἂς ὑποφέρωσι
λοιπὸν ὡς φιλογενεῖς καὶ φιλελεύθεροι, καὶ ἂς μάθωσιν ὅτι, ὅποιος ἠμπορῶντας νὰ
ὠφελήσῃ περισσότερον, ὠφελεῖ ὀλιγότερον, δὲν εἶναι ἐνάρετος.
Ἐγὼ ἔλαβα τὴν εὐχαρίστησιν νὰ γνωρίσω ἀρκετοὺς ἐναρέτους Ἕλληνας καὶ εὐεργέτας
τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων ἡ φιλευσπλαγχνία καὶ ἡ καλὴ καρδία, δὲν μοῦ συγχωροῦσι νὰ
τοὺς κράξω μὴ ἐναρέτους, ὄντας βέβαιος ὅτι, ἂν δὲν κάμνουσι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσον
ἔπρεπε καὶ ὅσον ἠμποροῦσαν, ἡ μόνη αἰτία εἶναι, ὁποὺ δὲν γνωρίζουσι ἐκεῖνο, ὁποὺ
ἔπρεπε νὰ κάμωσι, ἐπειδή, ὦ Ἕλληνες, δὲν εἶναι δύσκολον εἰς ἕνα καλὸν ἄνθρωπον νὰ
κάμῃ ἓν καλὸν ἔργον τόσον, ὅσον εἶναι δύσκολον νὰ τὸ κάμῃ καλῶς καὶ καθὼς πρέπει.
Ὅθεν, παρεμπρός, θέλω φανερώσει πρὸς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος τὸ τί πρέπει νὰ
κάμωσι, καὶ ἐλπίζω ὡς ἐνάρετοι, ὁποὺ εἶναι, νὰ κάμωσι τὸ χρέος των, καθὼς τυχαίνει,
διὰ νὰ ἀποκαθιστῶσι ἄξιοι τῆς ἀρετῆς.
Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά,
ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι
τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει,
καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν καὶ
τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ
εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον
ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον
ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ
τῆς Ἑλλάδος (28).
Οἱ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, λοιπόν, ἂς μὴ νομίζωσι, ὅτι ὠφελοῦσιν, ὅσον πρέπει
τὴν πατρίδα των, εὐεργετῶντας τινὰς Ἕλληνας. Ἡ Ἑλλὰς βλάπτεται, ἡ κοινὴ ἐλπὶς ὀλιγοστεύει,
καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἑλληνικὸν γένος, ἂν οἱ εὐεργέται του δὲν ἀλλάξωσι σκοπόν,
καὶ δὲν μεταχειρισθῶσιν εἰς ἄλλον τρόπον τὰς εὐεργεσίας των (29).
Κάτωθι λοιπὸν θέλω ἀποδείξει, ὡς προεῖπον, τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσι, διὰ νὰ ἐξαλείψουν
τὰς χρείας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν ἀχρήστους τὰς εὐεργεσίας των
μὲ τὴν ἰδίαν εἰλικρινότητα, ὁποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ γένους μου καὶ ὁ θεῖος ἔρως τῆς πατρίδος
μὲ διδάσκουσι.
----------
(1) Τοὺς σεληνιαζομένους νομίζουσιν ὡς ἁγίους.
(2) Οἱ νόμοι των τοὺς ἐμποδίζουσι νὰ σπουδάσωσιν ἐπιστήμας,
καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν οἱ φιλόσοφοί των, εἰμὴ νὰ ἀναγνώσωσι μ᾿ εὐκολίαν τὰ ἐντάλματα
τοῦ Μωάμεθ.
(3) Εἰς ἀναπλήρωσιν τοιαύτης ἐλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας
τετρακοσίας ἢ πεντακοσίας παλλακίδας εἰς τὸ εὐρύχωρόν του παλάτιον, ὁποὺ ἁρπάζει
ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πρὸς τούτοις, ἡ μιαρά του ψυχὴ καὶ οἱ
βάρβαροι νόμοι του τοῦ συγχωροῦσι νὰ ἀτιμάζῃ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ
οὕτως φυλάττει εἰς ἄλλον παλάτιον ἕως διακοσίους νέους ὡραιοτάτους, εἰς τοιαύτην
χρῆσιν προσδιωρισμένους.
(4) Ὅταν διορίζῃ καμμίαν συνέλευσιν εἰς τὸ παλάτιόν του,
τότε αὐτὸς δὲν φανερώνεται, ἐπειδὴ φοβεῖται νὰ μὴν τυφλώσῃ τοὺς παρεστηκότας μὲ
τὴν λάμψιν τῆς βασιλείας του. Ὅθεν, κρεμᾶ ἀπὸ τὸ παράθυρον τὸ μανίκι τοῦ φορέματός
του, καὶ αὐτὸς μένει μέσα νὰ πελεκᾷ μερικὰ ξυλαράκια διὰ νὰ παστρεύῃ τὰ ὠτία του.
Ὅταν, πάλιν, ἐβγαίνει εἰς περιδιάβασιν, διὰ νὰ μὴν μιανθῇ ἀπὸ τὴν οὐτιδανότητα τῶν
λοιπῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ αὐτὸς νομίζει κατωτέρας φύσεως καὶ ὅτι νὰ ἐγεννήθησαν ἐξεπίτηδες
διὰ νὰ ὑπακούουν εἰς αὐτόν, ἀλλάζει μορφήν, καὶ ἐνδύεται κοινὰ φορέματα, τὸ ὁποῖον
τοῦ ὁρίζεται ἀπὸ τοὺς νόμους. Ὅσας φορὰς δὲ περιδιαβάζει εἰς τὴν πολιτείαν, ἢ δύο
ἢ τρεῖς, πάντοτε, προστάζει νὰ φονευθοῦν, πρὶν ἐπιστρέψῃ, καὶ παραχρῆμα ὁ δήμιος,
ὁποὺ τὸν ἀκολουθεῖ, τοὺς ἀποκεφαλίζει ἐπ᾿ ὁδοῦ.
(5) Ἄν τινας ἤθελε συγγράψει τὰ ὀνόματα μόνον τῶν ὅσων ὁ
νῦν ὀθωμανὸς τύραννος ἐφόνευσεν ἀδίκως, ἤθελεν ὑπερέβη τοιαύτη καταγραφὴ τὸν παρόντα
μου λόγον εἰς τὴν ποσότητα τῶν σελίδων.
(6) Κάθε φαμελίτης, ὅταν ἐβγαίνῃ ἀπὸ τὸ ὀσπίτιόν του, διὰ
νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἀγοράν, νὰ θεωρήσῃ τὰς ὑποθέσεις του, νομίζει τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ ἐπήγαινε
εἰς τὸν πόλεμον, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι βέβαιος, ἂν πλέον ἐπισστρέψῃ· ὅταν δὲ ἐπιστρέφῃ,
δὲν ἠμπορεῖ οὔτε τότε νὰ αἰσθανθῇ τὴν γλυκύτητα τῆς συναναστροφῆς τῶν τέκνων του
καὶ συγγενῶν του, φοβούμενος εἰς κάθε στιγμὴν νὰ ἰδῇ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
(7) Ἂν κανεὶς κακοποιὸς φθονῇ κανένα πλούσιον, τρέχει εὐθὺς
πρὸς τὸν κριτὴν καὶ λέγει ὅτι ἐκεῖνος νὰ τοῦ χρεωστῇ τόσην ποσότητα. Ὁ κριτής, ἀφοῦ
δοξάσῃ πρῶτον τὴν τύχην διὰ τὸ ἄφευκτον μέλλον κέρδος του, κράζει τὸν ἐναγόμενον
καὶ τὸν ἐρωτᾷ, ἂν ἀληθῶς χρεωστῇ τοῦ ἐνάγοντος ἐκείνην τὴν ποσότητα ὁποὺ τοῦ ζητεῖται,
ἀποκρινόμενος δὲ αὐτὸς τὸ ὄχι, τότε ἐρωτᾷ τὸν ἐνάγοντα ἂν ἔχῃ μάρτυρας, ὁ ὁποῖος
λέγει τὸ ναί, καὶ ὁ μωροκριτὴς τοῦ δίδει καιρὸν τρεῖς ἡμέρας, διὰ νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας,
καὶ τὸν ἐναγόμενον βάζει εἰς φυλακήν. Ἂν μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὁ ἐνάγων εὕρῃ καὶ παρησιάσῃ
δύο ψευδομάρτυρας, ὁ ἐναγόμενος εἶναι εἰς χρέος νὰ πληρώσῃ ὅσα ἐκεῖνοι ψευδομαρτυρήσουν
ὅτι χρεωστεῖ, ἂν δὲ καὶ δὲν τοὺς φέρῃ, τότε ὁ κριτὴς ἐλευθερώνει τὸν ἀδικημένον,
πλὴν λαμβάνει παρ᾿ αὐτοῦ τὸ δέκατον εἰς τὴν ποσότητα ὁποὺ ἀδίκως τοῦ ἐζητήθη, χωρὶς
ποσῶς νὰ τιμωρήσῃ τὸν ψεύστην. Ἂν πάλιν ὁ ἀδικημένος ὁρκισθῇ ὅτι δὲν χρεωστεῖ, τότε
οἱ μάρτυρες δὲν χρησιμεύουν, καὶ αὐτὸς δὲν πληρώνει ἄλλο εἰμὴ τὸ δέκατον, εἰς τρόπον
ὁπού, ἂν καὶ ἀληθῶς εἶναι χρεώστης, μὲ τὸ ἴδιον μέσον τοῦ ὅρκου δὲν πληρώνει τὸ
χρέος του.
(8) Ἀφοῦ πλύνῃ τὰς χεῖρας καὶ ραντίσῃ τὰ ὑποδήματά του καὶ
τὴν κεφαλήν του μὲ ὀλίγον νερόν, αὐτὸς πιστεύει, κατὰ τὴν θρησκείαν του, ὅτι μένει
παστρικὸς καὶ ἀκηλίδωτος ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.
(9) Περιφερόμενος εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς τὰς ὁδούς, ἔχει
κάθε ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ ξυλίσῃ καὶ νὰ φυλακώσῃ ὅποιον θελήσῃ ἀπὸ τοὺς πολίτας,
πολλάκις δὲ καὶ θανατώνει, καὶ μένει πάντοτε ἀνερεύνητος. Οἱ βαρβαρώτατοι ὀπαδοί
του μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν καὶ αὐθάδειαν, ποῖον κτυποῦσι, ποίου ἁρπάζουσι χρήματα,
ἄλλου φορέματα, ἄλλου εἴδη πραγματειῶν, καὶ κανεὶς δὲν τολμᾶ νὰ τοὺς εἰπῇ κανένα
λόγον. Οἱ Θεσσαλονικεῖς καὶ Λαρσινοὶ ὑποφέρουσι κατ᾿ ἀναλογίαν πολλὰ περισσότερον
ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας, ὡσὰν ὁποὺ σχεδὸν καθ᾿ ἑκάστην φονεύονται δύο καὶ τρεῖς
χριστιανοί.
(10) Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι
ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ
κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά.
Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς
τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους
ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν,
πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα
ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.
(11) Αὐτοὶ οἱ κυβερνηταὶ εἶναι σχεδὸν ὅλοι ἀγράμματοι, ὅταν
δὲ συμβαίνῃ ν᾿ ἀπολαύσῃ μία πόλις διὰ κυβερνητὴν κανένα ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους,
ὁποὺ ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἀσωτείαν τοῦ τυράννου, τότε ἐκείνη ἡ πόλις νομίζεται εὐτυχής,
διὰ τοιαύτην τιμήν, καὶ ὁ κυβερνητὴς λαμβάνει, μαζὶ μὲ τὸν τίτλον, καὶ τρεῖς οὐρὰς
ἀλόγων χάρισμα ἀπὸ τὸν βασιλέα, διὰ σημεῖον μεγαλειότητος.
(12) Δύο αἴτια τὸν βιάζουσι, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, νὰ πλουτίσῃ
μὲ ἀδικίας· τὸ μὲν πρῶτον, εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν πρὸ αὐτοῦ, τὸ δὲ δεύτερον, ὁ
ἄφευκτος καὶ ταχὺς ἐξορισμὸς ὁποὺ τὸν προσμένει. Ὅθεν καὶ προσπαθεῖ, ὅσον ὀγληγορώτερα
δυνηθῇ, νὰ συνάξῃ περισσότερα χρήματα.
(13) Ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, διὰ νὰ ὑπερέβη τοὺς ὁμοίους
του εἰς τὴν κακίαν, ἀγόρασεν στανικῶς, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ πληρώσῃ, ὅλα τὰ πέριξ ὑπάρχοντα
τῶν κατοίκων. Καὶ οὕτως, συνάζει αὐτὸς μόνον τοὺς καρποὺς ὅλης τῆς ἐπικρατείας,
ἀφήνοντας τῶν γεωργῶν μόλις ὅσον χρειάζεται διὰ νὰ ζήσουν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τοὺς διαφόρους
τρόπους, ὁποὺ ἐπιχειρίζεται, διὰ νὰ ἐκδύῃ τοὺς ὑπηκόους του, ὁ συχνότερος εἶναι
ὁ ἀκόλουθος: Ἐκλέγει κανένα ἀπὸ τοὺς δούλους του, καὶ τὸν κάμνει διοικητὴν εἰς ἕνα
ἢ εἰς περισσότερα χωρία, πλὴν αὐτὴν τὴν διοίκησιν τοῦ τὴν πωλεῖ ὅσον θέλει. Ὅθεν
ἐκεῖνος, διὰ νὰ ἐβγάλῃ τὰ ὅσα ἐπλήρωσε, καὶ νὰ κερδίσῃ, ἁρπάζει πλέον καὶ ἐκδύει
φανερὰ ὅλους, ἀλλ᾿ ἀφοῦ πλουτίσῃ, εὐθὺς ὁ τύραννος τὸν κράζει, τὸν βάζει εἰς τὴν
φυλακὴν καὶ τοῦ τὰ παίρνει, καὶ ἔπειτα, ἢ τὸν φονεύει, ἢ τὸν ξαναβάνει εἰς τὴν ἰδίαν
ἐπιχείρησιν, διὰ τὸ ἴδιον πρῶτον τέλος.
(14) Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπαρίθμησιν, εὐκόλως φαίνεται, ὑφείλοντας
ἀπὸ κάθε ἑκατὸν μόνον δεκαπέντε, ὅτι ἄξιοι διὰ τὰ ἅρματα ἀπὸ μὲν τοὺς χριστιανοὺς
ἠμποροῦσαν νὰ εἶναι 2.156.250, ἀπὸ δὲ τοὺς ὀθωμανοὺς 543.750. Εἶναι πρὸς τούτοις
ἀναγκαῖον νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης, ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς κατοικοῦσιν
εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως δὲν εἶναι ὅσον οἱ χριστιανοὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ
ἅρματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν κατωτέρω ρηθήσεται.
(15) Τοιαύτας καλῶ, ὅσας περιέχουσσι μίαν ποσότητα 20 χιλιάδων
καὶ ἐπέκεινα κατοίκων.
(16) Πρός τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν ὀθωμανῶν κατοικοῦσιν
εἰς τὰς πολιτείας, καὶ ἐξακολούθως φανερὸν ἀποκαθίσταται, ὅτι οἱ περισσότεροι χωριάτες
καὶ γεωργοὶ εἶναι χριστιανοί, καὶ οἱ ἀξιώτεροι διὰ τ᾿ ἅρματα.
(17) Πασίδηλος εἶναι ἡ φθορὰ ὁποὺ προξενεῖται εἰς τὰ χωρία,
ὅταν διέρχωνται τὰ ἄτακτα στρατεύματα τῶν ὀθωμανῶν. Αὐτοὶ οἱ βάρβαροι καὶ σκληροκάρδιοι
Ἀλβανῖται, ἀφοῦ λάβωσι ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χωριάτες ὅσον τοὺς ζητήσουσι, καὶ ἀφοῦ
φάγωσιν πλουσιοπαρόχως καὶ γαστριμάργως ὅσα πρόβατα καὶ ἄλλα εὕρωσιν, ἡ ἀχόρταγος
ψυχή των ποτὲ δὲν εὐχαριστεῖται, καὶ μὲ βίαν τοὺς ἁρπάζουσιν, δὲν λέγω χρήματα,
ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν, ἀλλ᾿ ὅ,τι τοὺς εὕρουσι, καὶ ἀσπλάγχνως ἄλλον τύπτουσι, ἄλλον
ὀνειδίζουσι, καὶ πολλοὺς φονεύουσι.
(18) Ὁ κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τὸν σπόρον τοῦ
γεωργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δουλεύσῃ μαζὶ μὲ τὴν συμβίαν του καὶ τέκνα του δι᾿ ὅλον
τὸν χρόνον, ἀφοῦ, λέγω, ἀφανίσῃ τὰ βόδια του καὶ καταχαλάσῃ τὰ ἐργαλεῖα του, συνάζει,
τέλος πάντων, τὸν καρπόν, -καὶ πολλάκις ἡ φύσις δὲν ἀνταποκρίνεται δικαίως εἰς τοὺς
κόπους του- τὸν ὁποῖον ἂς ὑποθέσωμεν ὣς 10. Εὐθὺς ὁ κύριος τοῦ χωραφίου λαμβάνει
τὰ 2/3, καὶ μένουσι 3 1/3. Ὁ ἐπιστάτης τοῦ χωρίου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ φανερὸς κλέπτης,
ἁρπάζει ἄλλο ἕν, καὶ μένουν 2 1/3. Ὁ κύριος τοῦ χωραφίου λαμβάνει διὰ τὸν σπόρον
1/3 καὶ οὕτως μένουν τοῦ γεωργοῦ μόνον 2, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ζωοτραφῇ καὶ νὰ ἐνδυθῇ
αὐτὸς καὶ ἡ φαμιλία του. Τοιαύτη περιγραφὴ πρέπει νὰ κινήσῃ εἰς σπλάγχνος τὰς πλέον
σκληρὰς καρδίας, καὶ κάθε Ἕλλην πρέπει νὰ κλαύσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσίν της.
(19) Τὰ συνηθισμένα των φαγητὰ εἶναι ἀγριολάχανα καὶ ψωμὶ
ἀπὸ κριθάρι, δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον μόνον τρώγοσι κρέας.
(20) Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ἀγγαρευμάτων καὶ ἀδιακόπων δοσιμάτων,
ὁποὺ ὑποφέρουσι, πρὸς τούτοις ἀπ᾿ ὅσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καὶ κάθε ἄλλον
εἶδος ἔχουσι, τὰ 9/10 τὰ πηγαίνουσι τοῦ τυράννου καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ τυραννούντων.
(21) Ἐνθυμοῦμαι μίαν φοράν, ὁποὺ ἔτυχα παρών, ὅταν μιὰ γυναίκα
χήρα καὶ μὲ πέντε τέκνα ἀνήλικα εἶχεν ὑπάγει νὰ παρακαλέσῃ ἕνα ἄρχοντα, τοῦ ὁποίου
τὸ ὄνομα σιωπῶ διὰ ὀλιγοτέραν του ἐντροπήν, διὰ νὰ τῆς κατεβάσουν τὸ δόσιμον, λέγουσα,
ὅτι, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ ἀπερασμένον, εἶχεν πωλήσει κάθε περιττὸν στολίδι, ὁποὺ τῆς
εἶχεν μείνει, καὶ δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ πωλήσῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ ὅσα τῆς ἐζητοῦσαν,
μάλιστα κλαίουσα ἐφώναζεν, πὼς ἔχει νὰ θρέψῃ καὶ νὰ ἐνδύσῃ τρεῖς θυγατέρας καὶ δύο
υἱούς... ὁ σκληρὸς ἄρχων δὲν τὴν ἄφησε νὰ τελειώσῃ τὴν περίοδον, καὶ εὐθύς, ὁποὺ
ἤκουσε νὰ λέγῃ, ὅτι ἔχει τόσα παιδία, μὲ ἀνήκουστον βαρβαρότητα καὶ ἀδιαφορίαν τῆς
λέγει: «πώλησον δύο ἀπὸ τὰ παιδία σου καὶ πλήρωσον τὸ δόσιμον». Ἐγὼ σιωπῶ, ὁ δὲ
ἀναγνώστης ἂς κρίνῃ, ὅπως θελήσῃ.
(22) Πολλοὶ εὑρίσκονται στενοχωρημένοι ἀπὸ ξυλίσματα καὶ
φοβερισμοὺς τῶν ἀπανθρώπων Ἀλβανίτων, ἐκτὸς τῆς κατοικίας, νὰ τοὺς δίδωσι καὶ τὴν
ζωοτροφίαν.
(23) Εἰς τὰ Ἰωάννινα ἔφερον τὰ ξύλα, τὰς πέτρας καὶ τὴν
λάσπην ὅλοι οἱ κάτοικοι χωρὶς ἐξαίρεσιν.
(24) Εἰς ὅλας τὰς πολιτείας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐξόχως εἰς
τὰ Ἰωάννινα, κάθε ἡμέραν ὅλοι οἱ συμπολῖται, στέλνουσιν εἰς τοὺς φυλακωμένους καὶ
φαγητὰ καὶ ἐνδύματα καὶ κάθε ἄλλον ἀναγκαῖον· ὅταν δὲ κανεὶς ἀδικῆται καὶ κατατρέχεται,
κάθε γείτων νομίζει χρέος του νὰ τὸν βοηθήσῃ, ὡς δύναται.
(25) Ἂς μὴν παραξενευθῇ ὁ ἀναγνώστης ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν,
ἀλλ᾿ ἂς στοχασθῇ ὅτι, ὁσάκις βλέπομεν ἕνα ἐνάρετον νὰ κάμνῃ περισσότερα καλὰ ἀπὸ
ἕνα ἄλλον ἐνάρετον, αἰτία εἶναι μόνον καὶ μόνον αἱ περιστάσεις.
(26) Πολλοὶ ἐνόμισαν καὶ νομίζουν ἐναρέτους τινὰς βασιλεῖς,
διὰ τὸ ὅτι ἔκαμον καλὰ πράγματα, χωρὶς νὰ ἐρευνήσουν τὸ ὅ,τι ἠμποροῦσαν νὰ κάμωσι.
(27) Οἱ περίεργοι ἀλλογενεῖς, καὶ μάλιστα οἱ Βρεττανοί,
περιερχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπαντοῦντες ἔνθεν κακεῖθεν διεσπαρμένα τὰ διάφορα
λείψανα τῆς μεγαλειότητός της, εὑρίσκονται ὑποχρεωμένοι νὰ κράζωσι: «Ἐδῶ ἐστάθη
τὸ σχολεῖον τῆς οἰκουμένης». Οἱ δὲ νῦν φιλόσοφοι καὶ πολυπράγμονες Ἕλληνες, θεωρῶντες
ἀναμεταξὺ εἰς τοὺς ταλαιπώρους ὁμογενεῖς μας μερικοὺς ἐναρέτους καὶ ἀξίους ἄνδρας,
μὲ κρυφίαν ἡδονὴν κραυγάζουσι: «Οὐχί, οὐχί, ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει μείνει διὰ πολὺν καιρὸν
ὑπὸ τῆς τυραννίας, ἀλλὰ ταχέως θέλει συντρίψει τὰς ἁλύσους της».
(28) Ἀλλὰ πῶς, ἴσως τινὰς ἤθελεν εἰπεῖ, εἶναι δυνατὸν ἓν
χρηστὸν ἔργον νὰ βλάψῃ; Ἔ, ἀγαπητέ! δὲν εἶναι τὸ ἔργον, ὁποὺ προξενεῖ τὴν ζημίαν,
ἀλλ᾿ ἡ περίστασις. Ὁ εὐεργέτης, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖ, νομίζει πὼς κάμνει ὅσον πρέπει,
καὶ μένει ἀκίνητος. Ὁ εὐεργετούμενος δέ, ἐν ὅσῳ εὐεργετεῖται, δὲν ἀπελπίζεται, καὶ
μένει ὑπὸ τῆς δουλείας. Τὰ χρηστὰ ἔργα πρέπει νὰ τὰ κάμῃ τινὰς ἐν καιρῷ τῷ δέοντι,
καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, διότι αἱ περιστάσεις πολλάκις ἀνατρέπουσι τὸ καλὸν
εἰς κακόν. Ἂν παραδείγματος χάριν ἕνας ἀρχιστράτηγος εἰς τὸν καιρὸν τῆς μάχης ἤθελε
προστάξει, φιλευσπλαγχνίᾳ κινούμενος, νὰ περιποιηθοῦν τοὺς πληγωμένους καὶ νὰ ἐνταφιάσουν
τοὺς ἀπεθαμένους, βέβαια ἤθελε νικηθῆ ἀπὸ ἕνα ἐχθρόν, ὁποὺ δὲν ἤθελε τὸν ὁμοιάσει
καὶ ἡ φιλευσπλαγχνία του, κακῶς ἐνεργημένη καὶ παράκαιρα, προξενεῖ τὴν δυστυχίαν
ἑνὸς γένους ὁλοκλήρου.
(29) Ἂς μὴν τολμήσῃ ὁ ἀναγνώστης, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ὁρκίζω
ἔμπροσθεν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν ναὸν τῆς ἀρετῆς, ἂς μὴν τολμήσῃ, λέγω, ὅποιος
καὶ ἂν εἶναι, νὰ μὲ κράξῃ ἀγνώμονα. Ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως εἰς τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος
ὄχι ὀλίγον, εἶμαι εὐγνώμων εἰς τὰς χάριτάς των, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Πόσον
ὅμως ἤθελεν ἦτον καλλίτερον, νὰ μὴν ἤθελον ἔχει χρείαν ἀπὸ τὰς εὐεργεσίας των. Ὅποιος
ἰατρεύεται ἀπὸ μίαν ἀσθένειαν, εἶναι εὐγνώμων πρὸς τὸν ἰατρόν του, πλὴν ὅλοι παρακαλοῦσι
νὰ μὴν λάβωσι χρείαν ἀπὸ τὸν ἰατρόν.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΟΙ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ
Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττουσι
δεδεμένους εἰς τὰς ἁλύσους τῆς τυραννίας, εἶναι δὲ τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον καὶ ἡ ἀπουσία
τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν. Εἰς τὴν διήγησιν τῆς δευτέρας αἰτίας, εἰς τὴν ὁποίαν συγκαταλέγεται
καὶ ἡ κλάσις τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος, θέλω φανερώσει τὸ χρέος των, ὡς ἔταξα. Τὰ
δὲ προλεχθέντα περὶ τῆς ἀρετῆς αὐτῶν χρησιμεύουν ὡς προλογίδιον εἰς τὴν ἐξέτασιν,
ἐν ᾗ εἰσέρχομαι τώρα, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε δειλία, οὔτε ἀστοχασία
τῶν Ἑλλήνων, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον μᾶς φυλάττει ὑπὸ τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας, καὶ
νὰ ἀποστομώσω τὰς φθονερὰς καὶ καταλάλους γλώσσας τῶν ἀλλοφύλων.
Ἀλλά, πόσον θέλει συγχύσει, ἡ ἀκόλουθος διήγησις τῆς πρώτης αἰτίας μερικοὺς ἀρχιεπισκόπους,
ἢ ἄλλου τάγματος ἱερεῖς, ἂν κατὰ τύχην τὸν παρόντα μου λόγον ἀναγνώσωσι - τὸ ὁποῖον
μοῦ φαίνεται δύσκολον - βλέποντας ξεσκεπασμένας τὰς ψευδεῖς των ἀρετάς.
Ὤ, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν εἰς τὸ πῦρ τοῦτο μου τὸ βιβλιάριον, ὅσοι φοβοῦνται
τὸ φῶς τῆς ἀληθείας! Διὰ τοῦτο λοιπὸν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ τοὺς προειδοποιήσω, ὅτι
τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ προστάζει νὰ ὁμιλήσω τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν φοβοῦμαι
οὔτε τοὺς ἀμαθεῖς, οὔτε τοὺς σπουδαίους καὶ ἐναρέτους (1).
Τοὺς μὲν πρώτους, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄξιοι φόβου, τοὺς δὲ δευτέρους ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια
δὲν ἐπιδέχεται κατάκρισιν. Μᾶλλον δὲ οἱ σπουδαῖοι θέλουν ἐπικυρώσει τοὺς λόγους
μου μὲ τὴν νουνεχῆ των ἐπιβεβαίωσιν, καὶ θέλουν προσπαθήσει, ὅσον ὀγληγορώτερον
δυνηθῶσι, νὰ διορθώσωσιν ὁπωσοῦν τὰς φοβερὰς καὶ ἐπιζημιώδεις καταχρήσεις αὐτοῦ
τοῦ ἱεροῦ τάγματος, διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν προτέραν της λάμψιν καὶ εὐτυχίαν.
Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ
φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην
ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους, καὶ νὰ ἀποδείξω
μὲ γεωμετρικὴν βεβαιότητα τὸ πόσον κακὸν προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα.
Ἂς μὴν μὲ νομίσουν ἀνευλαβῆ, ἂν ἀκούσωσι νὰ καταφρονῶ τὴν σημερινὴν καλογερικήν
των σύστησιν καὶ διαγωγήν, ἀλλ᾿ ὡς ζηλωταὶ τῆς ἐπανορθώσεως καὶ δόξης τῆς κοινῆς
πατρίδος μας Ἑλλάδος, νὰ στοχασθῶσι, ἂν εἶναι εὔκολον, νὰ ξαναλάβῃ τὸ γένος μας
τὴν ἐλευθερίαν του, ἐν ὅσῳ σώζεται ὁ οἰκιακὸς ἐχθρός της, ἡ ἀμάθεια, λέγω, ἡ δεισιδαιμονία
καὶ ἡ κατάχρησις τῆς θρησκείας, ἢ ὁπόσην φθορὰν θέλει προξενήσει μία αἰφνίδιος ἀνάστασις,
καὶ ἐπανόρθωσις εἰς ὅσους ἀδίκως καὶ ἀναισχύντως παρέβηκαν τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ
ἠθικὰς νομοθεσίας, ἂν ἐν καιρῷ δὲν θέλουσι διορθωθῆ.
Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν
μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα,
ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια
εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα
τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.
Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς τί ὁμοιάζεις, ἤθελα νὰ ἠξεύρω
ἀπὸ ἐσὲ τώρα ὁποὺ σὲ ἐρωτῶ, εἰς τί, λέγω, ὁμοιάζεις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀποστόλους
τοῦ λόγου τῆς σοφίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἴσως εἰς τὴν ἔνδειαν καὶ ἀφιλοκέρδειαν,
ὁποὺ ἐκεῖνοι ἐκήρυττον; Ἀλλ᾿ ἐσὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χρήματα, ὁποὺ καθημερινῶς κλέπτεις
ἀπὸ τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς. Ἴσως εἰς τὴν ἐγκράτειαν καὶ χαλιναγωγίαν τῶν παθῶν;
Ἀλλ᾿ εἰς ποῖον μεγάλον ξεφάντωμα δὲν εὑρίσκεται μέρος ἀπὸ τοὺς συγκλήτους σου, καὶ
ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς δὲν λατρεύει δύο καὶ τρεῖς ἀρχοντίσσας μὲ ἄκραν ἀναισχυντίαν καὶ
σχεδὸν φανερά (2);
Μήπως τοὺς ὁμοιάζεις κἂν εἰς τὴν εὐλάβειάν των πρὸς τὴν θρησκείαν; Ἀλλὰ ποῖος
δὲν γνωρίζει τὴν ἄκραν ἀνευλάβειάν σου καὶ ποῖος δὲν ἠξεύρει πόσον γελοιωδῶς καὶ
χλευαστικῶς ἐκτελεῖς τὰς ἱερουργίας (3); Εἰς τί λοιπὸν τοὺς
ὁμοιάζεις; Εἰς τὴν φιλανθρωπότητα; Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ
τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς. Ἡ λύσσα σου διὰ τὰ χρήματα εἶναι ἀπερίγραπτος
(4). Τοὺς ὁμοιάζεις ἴσως εἰς τὴν φιλαδελφότητα, εἰς τὴν ὁμόνοιαν,
εἰς τὴν ἐπάλληλον ἀγάπην; Ἀλλὰ ποῖος δὲν γνωρίζει πόσον προσπαθεῖ ὁ ἕνας νὰ βλάψῃ
τὸν ἄλλον (5). Εἰς τί λοιπὸν τοὺς ὁμοιάζεις; Βέβαια εἰς οὐδέν.
Ὢ τῆς δυστυχίας σας, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ μωροί. Ἔπρεπε νὰ ξαναγυρίσῃ ὁ Χριστός,
διὰ νὰ σᾶς φωτίσῃ, ἐπειδὴ ἐσεῖς οὔτε κἂν στοχάζεσθε νὰ ἀνοίξητε ποτὲ ἓν βιβλίον,
διὰ νὰ λαμπρύνητε τὸν ἐσκοτισμένον σας νοῦν.
Σύ, λοιπόν, ὦ Σύνοδος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ φέρῃς τοὺς τίτλους τῆς ἁγιωσύνης καὶ τὰ
σημεῖα τῆς ἀρετῆς, οὐχί, οὐχί, ποσῶς δὲν ὁμοιάζεις τὰ ὑποκείμενα, ὁποὺ προσπαθεῖς
νὰ παρησιάσῃς. Σὺ εἶσαι μία μάνδρα λύκων, ὁποὺ δὲν ὑπακούεις τὸν ποιμένα σου καὶ
κατατρώγεις τὰ ἀθῶα καὶ πολλὰ ἥμερα πρόβατα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Ὡς τοιαύτην
λοιπὸν θέλω σὲ νομίσει εἰς τὸν παρόντα μου λόγον, καὶ ἂν ἡ ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ
ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος
σου, τὸ φῶς τῆς μαθήσεως καὶ ὁ ἥλιος τῆς ἀληθείας θέλουσι σᾶς ἀποδείξει εἰς τοὺς
ὀφθαλμοὺς ὅλων, ὄχι καθὼς προσποιεῖσθε νὰ εἶσθε, ἀλλὰ καθὼς εἶσθε τωόντι. Καὶ θέλουσι
σᾶς διδάξει ἐνταυτῷ τὴν ἀληθῆ ὁδὸν τῆς ἀρετῆς καὶ ἱερατικῆς διαγωγῆς.
***
Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν,
ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος
τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία. Στοχαστικώτατος
καὶ μεγάλος ἄνθρωπος ἐστάθη βέβαια ὁ νομοδότης Λυκοῦργος, ὁ ὁποῖος προβλέποντας
τὰ ἄφευκτα κακά, ὁποὺ ἤθελε προξενήσει εἰς τοὺς συμπατριῶτας του ἡ μεταχείρισις
τῶν χρημάτων, τὴν ἀπέβαλεν ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν Σπάρτην, καὶ κατέστησεν ἐκεῖνον τὸν
καλότυχον λαὸν τόσον εὐτυχῆ καὶ ἐνάρετον, ὥστε ὁποὺ θέλει δοξάζεται καὶ τιμεῖται,
ἕως ὁποὺ ὑπάρχωσιν οἱ ἄνθρωποι. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν
τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον
τὸν χρυσόν, δὲν νομίζω περιττὸν, εἰ καὶ συντόμως, νὰ εἰπῶ τι περὶ τῆς χρήσεώς του
καὶ τῆς αὐτοῦ καταχρήσεως.
Δὲν εἶναι ὅμως ὁ σκοπός μου νὰ καταπείσω τοὺς χρυσολάτρας, ὅτι ἀπατῶνται, ἐπειδὴ
μοῦ φαίνεται τὸ ἴδιον, ἂν ἤθελα παραστήσει τί ἐστὶ μανία, διὰ νὰ καταπείσω ἕνα τρελλόν,
ὅτι εἶναι τρελλός. Αὐτός, ἐν ὅσῳ εἶναι τρελλός, δὲν τὸ πιστεύει νὰ εἶναι, μάλιστα
κρίνει τὸν ἑαυτόν του φρονιμώτερον ἀπὸ κάθε ἄλλον. Οὕτως καὶ οἱ χρυσολάτραι. Ἕως
ὁποὺ μὲ τὸν χρυσὸν κάμνουσιν ὅ,τι θέλουσι, βέβαια δὲν νομίζουσι ἄτοπον τὴν λατρείαν
των. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι διὰ τοὺς πρώτους ἡ φρόνησις καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ἡ καλὴ
διοίκησις. Καὶ τότε ἠμποροῦν νὰ καταλάβουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦτον λωλοί, καὶ ἐτοῦτοι ὅτι
ἐβαστοῦσαν τόσον καπνὸν, ἐσφαλισμένον εἰς σιδερένια σεντούκια. Ὁμιλῶ μόνον, λοιπὸν,
ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀξία περιεργείας, καὶ ἐπειδὴ νομίζω νὰ μὴν δυσαρέσῃ κάθε
ἐξέτασις πραγμάτων, ὁποὺ ἀναφέρονται εἰς τὸ κοινὸν καλῶς ἔχειν.
Τὰ χρήματα, ὦ Ἕλληνες, εἰς ἄλλο δὲν χρησιμεύουν, οὔτε δι᾿ ἄλλο τέλος ὁ ἐφευρέτης
τὰ ἐμεταχειρίσθη, παρὰ μόνον διὰ σημεῖα ἀριθμητικά, ἤτοι διὰ μέτρον γενικὸν τῶν
πραγμάτων καὶ δηλωτικὸν τῆς τιμῆς των. Οὕτως λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς, διὰ νὰ διευκολύνουν
τὰ δανείσματα καὶ ἀλλαγὰς τῶν διαφόρων ἀναγκαίων των πραγμάτων, οἱ ἄνθρωποι ἔκαμαν
τόσας μονάδας χρυσᾶς ἢ χαλκίνους, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἐμετροῦσαν καὶ τὰ ἐμοίραζον
ὀρθῶς. Αὐτὴ ἡ ἐφεύρεσις εἰς ὀλίγον καιρὸν εὐκόλυνεν τὰς ἀμοιβαίας ἀλλαγάς, ὄχι μόνον
ἀπὸ ἕνα ὑποκείμενον εἰς ἄλλον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πόλιν εἰς πόλιν, καὶ ἀπὸ γένος εἰς γένος
(6). Αὐξάνοντας λοιπὸν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον αἱ χρυσαῖ μονάδες
καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ αὐξήσουν τὰ ἀναγκαῖα πράγματα, ἐφευρέθησαν τὰ μὴ ἀναγκαῖα.
Καὶ οὕτως ἐγεννήθη ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους (7).
Ἡ πολυτέλεια δὲ ὡς γέννημα καὶ ἀποτέλεσμα σκιώδους καὶ φανταστικῆς δυνάμεως,
καθὼς εἶναι ἡ μεταχείρισις τοῦ χρυσοῦ (8), ἐφύλαξεν τὴν ἰδίαν
δύναμιν καὶ αὐτή, καὶ οὕτως μὲ τὸ νὰ ἐπιδέχωνται τὰ μὴ ἀναγκαῖα εἴδη, τιμὴν ἰδεαστικὴν
καὶ ἀόριστον, καὶ αὐξάνοντας αἱ χρυσαῖ μονάδες ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ τὰ διάφορα εἴδη
ἀπὸ τὸ ἄλλον, τὴν σήμερον σχεδὸν τὰ τρία τέταρτα τῶν ἀνθρώπων ἐνασχολοῦνται ὄχι
εἰς ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ δίδουν σήμερον τιμὰς ἰδεαστικὰς εἰς ἓν εἶδος, διαφορετικὰς
ἀπὸ ἐκείνας, ὁποὺ εἶχεν χθές, εἰς τρόπον ὁπού, κάθε ἡμέραν ξεκάμνοντες τὰ ὅσα εἶχον
καμωμένα, δὲν εὑρίσκονται ποτὲ ἀργοί. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ φτιάσιμον καὶ ξεφτιάσιμον τὸ
ὠνόμασαν ἐμπόριον (9).
Τώρα, λοιπόν, ὁποὺ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ὑπόληψις, ὁποὺ τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς
τὰ χρήματα, εἶναι θετὴ καὶ ἰδεαστική, πολλὰ εὐκόλως ἠμποροῦσε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι καὶ
ἄχρηστος εἶναι, μᾶλλον δὲ ἐπιζήμιος, ὁμιλῶντας γενικῶς, ἡ ἐφεύρεσις καὶ μεταχείρισίς
των. Ἀλλὰ διὰ περισσοτέραν σαφήνειαν, ἂς ὑποθέσωμεν δύο, ἐξ ὧν ὁ εἷς νὰ διαυθεντεύῃ
τὴν ἐφεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὁ ἄλλος νὰ τοῦ εἶναι ἐναντίος, καὶ ἂς συγγράψωμεν
τοὺς διαλόγους των.
***
Ὁ πρῶτος λοιπόν, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἰπεῖ: Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων εὐκόλυνεν
τοὺς τρόπους τῆς ζωοτροφίας, ἔδωσεν ἐκεῖνα τὰ εἴδη εἰς ἓν γένος, ὁποὺ δὲν τὰ εἶχε,
ηὔξησε τὰς ἰδέας τῶν ἀνθρώπων, αὐξάνοντας τὸν ἀριθμὸν τῶν πραγμάτων. Ἐγκαρδίωσεν
τοὺς τεχνίτας, τιμῶντας καὶ ἀγοράζοντας τὰ τεχνουργήματά των, καί, τέλος πάντων,
ἐτίμησε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὴν κατέστησεν εὐγενῆ καὶ χρηστοηθῆ.
Ὁ ἄλλος, βέβαια, ἤθελεν ἀποκριθῆ: Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων ἠθέλησεν κατ᾿ ἀρχὰς
νὰ μετρήσῃ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα πράγματα, ἔπειτα ἐμέτρησεν καὶ τὰ μὴ ἀναγκαῖα,
καὶ μετὰ ταῦτα ἔγινεν ἀνταμοιβὴ καὶ μέτρον τῆς ἀρετῆς. Ἀλλ᾿ αὐξάνοντας περισσότερον
τὰ μέτρα ἀπὸ τὰ μετρητά, ἐξ ἀνάγκης καὶ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ των τὰ μετρητὰ ἐμέτρησαν τὰ μέτρα,
καὶ ἐξακολούθως τὴν σήμερον τὰ χρήματα μετρῶνται ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ οἱ ἠθικοὶ ὁρισμοὶ
κατεστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ (10). Ἡ ἐφεύρεσις τῶν χρημάτων
κατέστησεν τοὺς ἀνθρώπους ἐχθροὺς τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἑαυτοῦ των(11).
Ἡ ἐφεύρεσίς των κάμνει νὰ πιστεύουν οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων, μεγαλείτερον τὸ
μικρὸν ἀπὸ τὸ μεγάλον (12). Ἡ ἐφεύρεσίς των ἔφθειρε τὰ ἤθη
τῶν ἀνθρώπων, μὲ τὴν πολυτέλειαν (13), καί, τέλος πάντων,
τὰ χρήματα ἔδωσαν ὕπαρξιν ἄλλων δύο γενῶν ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ὅθεν, ἐκτὸς
τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ θηλυκοῦ, τὴν σήμερον εὑρίσκεται τὸ τρίτον γένος, διὰ νὰ εἰπῶ
οὕτως, τῶν πλουσίων, καὶ τὸ τέταρτον, τῶν πτωχῶν.
Ποῖος ἔχοντας κρίσιν στοχασμοῦ δὲν φρίττει θεωρῶντας τοὺς ἐνενήντα ἐννέα νὰ μὴν
ζῶσι, νὰ μὴν δουλεύωσι, νὰ μὴν κοπιάζωσι δι᾿ ἄλλο τι, ἢ διὰ τὸν ἑαυτόν των, παρὰ
μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ ἑνός; Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει,
ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα,
ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας
μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται
ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν
νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα
δέκα ἀνθρώπους»!
Πῶς ἠμπορεῖ, ἐκεῖνος ὁποὺ τὰ στοχάζεται, νὰ ζήσῃ, καὶ νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι, χωρὶς νὰ
θέλῃ νὰ πωληθῇ ἕνας, τὸν ἀγοράζουν μὲ βίαν, καὶ μάλιστα νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑποχρεωμένος
νὰ ἀγοράσῃ ἄλλους, καὶ νὰ γίνῃ κακός, θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας; Ὁποία εἶναι ἡ καλωσύνη,
ὁποὺ μᾶς ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἐφεύρεσιν τῶν χρημάτων; Ἴσως ὁποὺ μᾶς εὐκόλυνεν τὰς ἀμοιβαίας
διαλλαγάς; Ἀλλὰ ποία ἀνάγκη ἦτον, διὰ νὰ μᾶς τὰς εὐκολύνῃ; Καὶ πῶς ἐζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι,
πρὶν νὰ ἐφεύρουν τοὺς χρυσοῦς ἀριθμούς; Οἱ Ἀμερικάνοι πρὸ τεσσάρων αἰώνων δὲν ἔτρωγον
ἴσως, δὲν ἐνδύοντο, δὲν εἶχον ἴσως ὅλας τὰς ἀρετάς, μὴν ἔχοντες κανένα ἐλάττωμα;
Ἀπέθανον ἀπὸ πεῖναν ἴσως οἱ Λάκωνες, ὁποὺ δὲν ἐμεταχειρίζοντο τὸν χρυσόν; Ἢ μήπως
δὲν ἠφανίσθη ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐξ αἰτίας του; Δὲν τυραννεῖται μέχρι τῆς σήμερον ἀπὸ αὐτόν;
Καί, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος δὲν ἀσχημώθη τόσον ἀπὸ αὐτόν;
Δὲν πωλεῖται ἴσως ἡ δικαιοσύνη διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν ἀγοράζονται ἴσως οἱ κριταὶ
διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν σκεπάζει ἴσως ὁ πλούσιος τὰς ἀνομίας του διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν
χάνει ἴσως ὁ πτωχὸς τὰ δίκαιά του διὰ τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρυσοῦ
(14); Διατί, τάχατες, νὰ βλέπωμεν ἕνα ἄνθρωπον νὰ ὁρίζῃ ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ
δέκα ἄνθρωποι νὰ τρέχουν ὄπισθεν εἰς τὸν ἕνα, ὡσὰν νὰ ἦτον αὐτοὶ χοῖροι, καὶ αὐτὸς
χοιροβοσκός;
Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἔχει αὐτός, ὁποὺ τόσον αὐστηρῶς καὶ ὑπερηφάνως
κτυπᾶ, ὑβρίζει καὶ καταφρονεῖ τοὺς ἄλλους; Διατί, διατί, ὁ ἕνας νὰ ὀνομάζεται δοῦλος
καὶ ὁ ἄλλος κύριος; Διατί ὁ πλούσιος νὰ τρώγῃ, νὰ πίνῃ, νὰ κοιμᾶται, νὰ ξεφαντώνῃ,
νὰ μὴν κοπιάζῃ καὶ νὰ ὁρίζῃ, ὁ δὲ πτωχὸς νὰ ὑπόκειται, νὰ κοπιάζῃ, νὰ δουλεύῃ πάντοτε,
νὰ κοιμᾶται κατὰ γῆς, νὰ διψῇ, καὶ νὰ πεινᾷ;
Ποία εἶναι ἡ αἰτία, ὦ ἄνθρωποι, παρὰ ἡ ἐφεύρεσις τοῦ χρυσοῦ; Ποία ἀνάγκη μᾶς
βιάζει, λοιπόν, νὰ τὸν φυλάττωμεν; Μήπως οἱ ἄνθρωποι ζῶσι μὲ μέταλλα, ἢ μήπως διὰ
τοῦ χρυσοῦ καλλιεργεῖται ἡ γῆ; Καὶ διατί τάχατες δὲν ἤθελον ἠμπορέσει νὰ ζήσουν
οἱ ἄνθρωποι χωρὶς τὸν χρυσόν; Καὶ τί ἤθελε γίνει ὁ χρυσός, ἂν τοῦ ἔλειπεν ἀπὸ ὅλους
ἡ ὑπόληψις (15); Καὶ διατί τοσαύτη ὑπόληψις εἰς ἓν μέταλλον
(16);
Δὲν εἶναι ἴσως ἡ πρώτη καὶ ἡ κυρία πρόξενος τόσων φοβερῶν πλημμελημάτων ὁ χρυσός
(17); Δὲν πωλεῖται ἡ τιμὴ ἴσως διὰ τοῦ χρυσοῦ; Δὲν ἀγοράζεται
ἴσως ἡ ἀξιότης δι᾿ αὐτοῦ; Δὲν κλαίει, τέλος πάντων, τὸ ἀνθρώπινον γένος ἐξ αἰτίας
του; Ἐν ἑνὶ λόγῳ δὲν εἶναι πρόξενος τῆς πολιτικῆς ἀνυποφόρου ἀνομοιότητος καὶ τῶν
ἐξ αὐτῆς προερχομένων μυρίων κακῶν; Φεῦ! Βαβαί!...
***
Τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἐτελείωσεν καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἐναντίου, τί μέλλει νὰ εἰπῇ ὁ
ἀναγνώστης; Ὁ ἀναγνώστης ἂς ἀποφασίσῃ, ὅπως τοῦ φανῇ εὐλογώτερον. Μία καλὴ διοίκησις
ὅμως ἠμπορεῖ νὰ διορθώσῃ τὴν κατάχρησιν τῶν πλούτων, καὶ ἂν δὲν ἠμπορέσῃ νὰ ἐξαλείψῃ
ὅλα τὰ εἰρημένα κακά, ὁποὺ προξενεῖ ἡ ὑπόληψις τοῦ χρυσοῦ, κἂν θέλει τὰ μετριάσει,
ἐπειδή, ἀγαπητοί μου, κάθε δύναμις σκιώδης καὶ ψευδής, ὅσον περισσοτέραν ἐνέργειαν
ἔχει εἰς τὴν ἀρχήν της, τόσον περισσότερον καταφρονεῖται εἰς τὸ τέλος, καὶ ἀφοῦ
γνωρισθῇ. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα μεγάλου ἀνδρός, διότι ὁ καλὸς νομοδότης φέρεται
πρὸς τὸν λαόν, ὡς ἄριστός τις ἰατρὸς πρὸς τὸν ἄρρωστον. Καὶ καθὼς ἐτοῦτος, πρὶν
δώσῃ τὸ ἰατρικόν, ἐξετάζει πρῶτον τὴν κρᾶσιν τοῦ ἀσθενοῦντος, ὡσὰν ὁποὺ πολλάκις
τὸ ἴδιον ἰατρικόν, ὁποὺ ἰατρεύει ἕνα, ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ ἄλλον, οὕτως καὶ ὁ νομοδότης,
ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθη ἑνὸς γένους καὶ τὸ κλῖμα τῆς κατοικίας του, τότε
δίδει ἀναλόγους τοὺς νόμους, ἐπειδὴ τὴν σήμερον εἰς μερικὰ γένη ὁ χρυσὸς εἶναι ἀναγκαιότατος,
καὶ ἐνταυτῷ εἰς ἄλλα, ὄχι μόνον ἄχρηστος, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμιος (18).
Δὲν ἦτον βέβαια ἐτοῦτος ὁ τόπος νὰ ὁμιλήσω διὰ αὐτῶν, ἐπειδὴ περὶ τοιούτων θεμάτων
ἢ πρέπει τινὰς νὰ ὁμιλῇ διεξοδικά, ἢ μὲ τελειότητα, ὡσὰν ὁποὺ ἡ συντομία ἀποβάλλει
τὰς ἀναγκαίας ἀποδείξεις. Πλὴν ἐγώ, ἂν ἔσφαλα εἰς τοῦτο, νομίζω νὰ εἶμαι συμπαθισμένος,
μὲ τὸ νὰ γράφω, ὄχι διὰ ἐκείνους τῶν ὁποίων πρέπει νὰ εἰπῇ τινὰς ὅλα καὶ διεξοδικῶς,
ἀλλὰ πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες γνωρίζουσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι μαζί
μου θέλουσι φωνάξει: «Ἔ! ἂς ἐξαλειφθοῦν, ὅποιαι καὶ ἂν εἶναι, αἱ αἰτίαι τῶν δυστυχιῶν
τῆς ἀνθρωπότητος».
***
Ἂς εἰσέλθωμεν τώρα εἰς τὴν διήγησιν τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου, ἡ ὁποία ὄχι ὀλίγον
θέλει μᾶς παραστήσει τὰ κακά, ὁποὺ προξενεῖ ἡ κατάχρησις τῶν χρημάτων. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν,
λοιπόν, εὑρίσκεται ὁ πατριάρχης καὶ ἡ Σύνοδος· ἄλλος πατριάρχης εὑρίσκεται εἰς Ἀλεξάνδρειαν·
ἄλλος εἰς τὴν Ἀντιόχειαν καὶ ἄλλος εἰς Ἱερουσαλήμ. Ὁ πρῶτος ὀνομάζεται οἰκουμενικός.
Καὶ ἂν ἄλλο δὲν σημαίνῃ αὐτὸς ὁ γελοιώδης τίτλος μαζὶ μὲ τοὺς τόσους ἄλλους ὁποὺ
λαμβάνει, φανερώνει ὅμως, ὅτι οἱ ἄλλοι τρεῖς πατριάρχαι ὑπόκεινται εἰς αὐτόν. Αὐτὸς
λοιπὸν διαμοιράζει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, καὶ πολλάκις πέμπει
καὶ ἐκεῖ ὁποὺ δὲν εἶναι χριστιανοί, τόσας ἑκατοντάδας ἀρχιεπισκόπους, ἐξ ὧν ὁ καθεὶς
ἔχει τέσσαρας ἢ πέντε ἐπισκοπάς, εἰς τὰς ὁποίας πέμπει καὶ αὐτὸς τόσους ἐπισκόπους.
Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὁ τρόπος δὲ τῆς διοικήσεως εἶναι
ὁ ἀκόλουθος:
Ἡ Σύνοδος ἀγοράζει τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ἀντιβασιλέα διὰ
μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, ἔπειτα τὸν πωλεῖ οὗτινος τῆς δώσῃ περισσότερον κέρδος,
καὶ τὸν ἀγοραστὴν τὸν ὀνομάζει πατριάρχην. Αὐτός, λοιπόν, διὰ νὰ ξαναλάβῃ τὰ ὅσα
ἐδανείσθη διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ θρόνου, πωλεῖ τὰς ἐπαρχίας, ἤτοι τὰς ἀρχιεπισκοπάς,
οὗτινος δώσῃ περισσοτέραν ποσότητα, καὶ οὕτως σχηματίζει τοὺς ἀρχιεπισκόπους, οἱ
ὁποῖοι πωλῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς ἄλλους τὰς ἐπισκοπάς των. Οἱ δὲ ἐπίσκοποι τὰς πωλῶσι
τῶν χριστιανῶν, δηλαδὴ γυμνώνουσι τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐβγάλωσι τὰ ὅσα ἐξώδευσαν. Καὶ
οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκλέγονται τῶν διαφόρων ταγμάτων τὰ ὑποκείμενα,
δηλαδὴ ὁ χρυσός.
Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκπληροῦσι τὰς ὑποσχέσεις των πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς
τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους, εἶναι ὁ ἀκόλουθος. Ὁ πατριάρχης, ἀφοῦ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ
δύο κατεβατὰ ἀπὸ τὸ Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ, κρίνεται ἄξιος τοιαύτης ἀρχῆς ἀπὸ τὴν Σύνοδον,
αὐτὴ δὲ ἠξεύρει νὰ ἀναγνώσῃ περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων
(19). Διὰ νὰ γράψῃ, δὲν ἐρωτᾶται ἂν ἠξεύρῃ, ἐπειδὴ δὲν τοῦ
εἶναι ἀναγκαῖον. Μάλιστα, τὸ ὄνομά του τὸ γράφει μὲ τόσα κλωθογυρίσματα - εἰς τὸ
ὁποῖον τὸν μιμοῦνται καὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ οἱ ἐπίσκοποι καὶ μερικοὶ πρωτοσύγκελλοι
- ὁποὺ καὶ ἀνορθόγραφον ἂν εἶναι, ὅπερ καὶ πιθανώτατον, κανεὶς δὲν τὸ καταλαμβάνει,
καὶ διὰ τοῦτο φυλάττει γραμματικούς, νέους προκομμένους, ἔχει δὲ καὶ τὸν πρωτοσύγκελλον
καὶ ἀρχιμανδρίτην, οἵτινες ὁπωσοῦν μετριάζουν τὴν θηριότητα τῆς ἀμαθείας τοῦ κυρίου
των.
Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι
πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου. Καὶ αὐτὸ τὸ κάμνει διὰ δύο αἴτια: Πρῶτον μέν, διὰ
νὰ ἠμπορῇ νὰ κλέπτῃ μὲ περισσότερον θάρρος, δεύτερον δὲ νὰ κλέπτῃ διὰ περισσότερον
καιρόν, ὡσὰν ὁποὺ αὐτὴ ἡ Σύνοδος ἔχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν ὀθωμανικὴν δυναστείαν,
καὶ ἐξακολούθως, ὅταν ὁ πατριάρχης, δὲν τῆς ἀρέσκῃ, εὐθὺς τὸν ἐξορίζει. Καὶ δὲν
τῆς ἀρέσκει πάντοτε, ὅταν δὲν ὁμογνωμῇ μὲ αὐτήν, καὶ ὅταν δὲν ὑπογράφῃ, χωρὶς νὰ
ἀναγνώσῃ ὅ,τι γράμμα τοῦ παραδώσῃ.
Ὁ πατριάρχης ἔχει μίαν ἐξουσίαν σκιώδη καὶ ψεύτικην ἐπάνω εἰς τὴν Σύνοδον, ἀλλὰ
κανεὶς δὲν τολμεῖ νὰ ἐξορίσῃ κανένα ἀπὸ αὐτήν, ἂν καὶ ὅλα τὰ δίκαια ἤθελε τὸν βιάσουν,
ἐπειδή, τότε, οἱ λοιποὶ εὐθὺς ἐξορίζουν αὐτόν, καὶ βάζουν ἄλλον καὶ ξανακαλεῖ τὸν
ἐξορισθέντα σύντροφόν των. Διὰ τοῦτο, πολλάκις ἔτυχε νὰ πατριαρχεύσουν, ποῖος ὀκτὼ
μῆνας, ποῖος ἕξ, καὶ ποῖος δύο μόνον. Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ διεστραμμένη ψυχὴ αὐτῶν
τῶν δώδεκα μωρῶν τῆς Συνόδου τοὺς ἐμποδίζει ἀπὸ τὸ νὰ στοχασθῶσι τὴν φθοράν, ὁποὺ
προξενοῦσι εἰς τὸν λαὸν μὲ τὰ μεγαλώτατα ἔξοδα τῶν συχνῶν ἀλλαγῶν τῶν πατριαρχῶν,
καὶ ἄλλο δὲν ἐνθυμοῦνται, παρὰ ὅτι, ὅσα ἐξοδεύσουν, τὰ ξαναλαμβάνουν ἀπὸ τὸν νεόφυτον,
καὶ πάντοτε μὲ τὸ διάφορόν τους.
Εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ προϊδῇ ὁ ἀναγνώστης τὰ περὶ τῶν ἀρχιεπισκόπων, ὅταν ἡ ἀρχὴ
εἶναι τοιαύτη. Ἂς μάθῃ ὅμως, ὅτι αὐτοὶ ὑπερβαίνουσιν καὶ εἰς τὴν ἀμάθειαν καὶ εἰς
τὰ κακὰ ἔργα, καὶ τὴν Σύνοδον καὶ τὸν πατριάρχην. Ἐπειδὴ ἡ μὲν Σύνοδος, ὁποὺ ἐξοδεύει,
διὰ νὰ κάμῃ τὸν πατριάρχην ὅπως θέλει, λαμβάνει εὐθὺς ἀπὸ τὸν ἴδιον τὰ ὅσα ἐξώδευσεν,
ὁμοίως καὶ ὁ πατριάρχης τὰ ξαναλαμβάνει ἀπὸ τοὺς ἀρχιεπισκόπους διπλᾶ καὶ τριπλᾶ.
Ἀλλὰ αὐτοί, ἀφοῦ λάβουν μέρος ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, τὰ λοιπὰ πρέπει νὰ τὰ ἐβγάλουν
ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, καὶ εἰς αὐτὸ μιμοῦνται τοὺς ὀθωμανικοὺς διοικητὰς τῆς ἀρχιεπισκοπῆς
των, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ ὅτι οἱ ἀρχιεπίσκοποι πληρώνουν
αὐτούς, καὶ αὐτοὶ τοὺς δίδουν τὴν ἄδειαν νὰ κλέψωσιν ὅσα ἠμποροῦσι.
***
Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ κανεὶς δὲν τοὺς
ἀντιστέκεται. Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας
βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν ἀφορισμόν, ἐκδύουσι
καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς. Καὶ ἂν πολλάκις μ᾿ ἕτερον κατεβατὸν μ᾿ εὐχάς, εὐλογίας
καὶ συγχώρησιν, διαλύουσι τὸν ἀφορισθέντα, δι᾿ ἄλλο τέλος δὲν τὸ κάμνουσι, παρὰ
διὰ νὰ ἠμπορέσωσι νὰ τὸν ξαναφορίσωσι. Ἐπειδὴ τὸν ἀφορισθέντα δὲν δύνανται νὰ τὸν
ξαναφορίσωσι, ἂν πρῶτον δὲν τὸν συγχωρήσωσι (20). Μετὰ τὸν
ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα
(21). Καὶ τέλος πάντων, τὸ μεγαλείτερον κέρδος των εἶναι αἱ
κληρονομίαι καὶ τὰ χαρίσματα (22). Ἂν εἰς αὐτὰ εὕρῃ ἀνθίστασιν,
τότε εὐθὺς ἀφορίζει, δὲν δίδει τὴν ἄδειαν τῶν ἱερέων νὰ βαπτίσουν τὸ γεννηθὲν βρέφος,
οὔτε νὰ θάψουν τὸν νεκρόν.
Ἀλλὰ ποῦ νὰ διηγηθῶ, ὅσα ἡ μιαρά των ψυχὴ ἐφευρίσκει! Φθάνει λοιπὸν νὰ ἠξεύρετε,
ὅτι, ὅσα καὶ ἂν κάμνωσι, τὰ κάμνοσι διὰ χρημάτων, καὶ πληρώνοντάς τους τινὰς ἠμπορεῖ
νὰ λάβῃ τὴν συγχώρησιν διὰ κάθε ἁμάρτημα. Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις
τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων! Πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιεπίσκοπος πωλεῖ τὰς ἐνορίας τῆς πόλεως
οὗτινος ἱερέως θελήσῃ, καὶ ἔπειτα κάμνει ἀργὸν ἢ ἐξορεῖ ὅποιον θέλῃ ἀπὸ αὐτούς,
καὶ ξαναπωλεῖ τὴν ἐνορίαν ἄλλου, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ τὸ ἴδιον ὕστερα ἀπ᾿ ὀλίγον. Κάθε
τόσον τοὺς ζητεῖ δάνεια, καὶ ποτὲ δὲν τοὺς τὰ ἐπιστρέφει. Κανεὶς δὲν τολμεῖ νὰ ἀντισταθῇ
εἰς τοὺς λόγους του, ἐπειδὴ εὐθὺς τὸν ἀφορίζει καὶ ἔπειτα τὸν ἐξορεῖ καὶ λαμβάνει
τὴν περιουσίαν του (23). Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν
ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.
Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ
αἱ ἀρεταί των; Τρώγοσι καὶ πίνοσι ὡς χοῖροι (24). Κοιμῶνται
δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς
τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται
τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ
(25). Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν
ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς
τόσοι ζέφυρες.
Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι
ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ
ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ
ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς
τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ
ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν
ὀνόματα (26) τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ
νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι».
Αὐτοί, λοιπόν, περιφέρονται εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν
ἐκδύουσι τοὺς πολλὰ ἀθώους χωριάτας, καὶ μάλιστα τὰς γυναῖκας. Ὅταν δὲν τοὺς εὑρίσκουσι
χρήματα, τότε τίνος ἁρπάζουσι ἓν φόρεμα, τίνος ἓν ἐργαλεῖον τῆς γεωργικῆς, τίνος
ἓν στολίδι τῆς γυναικός του, καὶ φθάνουσι νὰ τοὺς παίρνουσιν ἕως καὶ τὰ δοχεῖα τῶν
φαγητῶν. Ἀπὸ ἄλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλὰ σιτάρι ἢ τόσον κρασί. Ἐν ἑνὶ λόγῳ,
τοὺς γυμνώνουσι, καὶ ἔπειτα τοὺς εὐλογοῦσι καὶ φεύγουσι. Πολλάκις δὲ περιέρχεται
ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ
ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος, ἀφοῦ τρώγει δι᾿ ὅσας ἡμέρας μένει
εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινότητα, ἀφοῦ ἁρπάζει ὅσα περισσότερα δυνηθῇ, τότε
ἀφορίζει ἕνα δύο, καὶ ἄλλους τόσους κάμνει παπάδες, καὶ ἔπειτα φεύγει.
Ὁ τρόπος δέ, μὲ τὸν ὁποῖον κρίνει ἄξιον, ἕνα χωριάτην, τῆς ἱερωσύνης, εἶναι ὁ
ἀκόλουθος. Πρῶτον τοῦ ζητεῖ ἑκατόν, ἢ περισσότερα, ἢ ὀλιγότερα γρόσια, καὶ τὰ λαμβάνει,
ἔπειτα τὸν ρωτᾶ, ἂν ἠξεύρῃ γράμματα, ἤτοι νὰ γράψῃ καὶ νὰ ἀναγνώσῃ, ὕστερον τοῦ
φέρει τὸ Ψαλτήριον, καὶ αὐτὸς ἀναγινώσκει ἓν κατεβατόν, καὶ εὐθὺς τὸν κάμνει ἱερέα.
Ἡ ἀμάθεια αὐτῶν τῶν ἱερέων εἶναι ἄκρα, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς οἱ περισσότεροι κατὰ συμβεβηκὸς
ἀποκαθίστανται ἀρχιμανδρῖται, ἔπειτα δὲ κερδίζοντας, ἀγοράζουν ἐπισκοπάς, καὶ ἐξακολούθως
γίνονται ἀρχιεπίσκοποι καὶ ὄχι ὀλίγας φορὰς πατριάρχαι. Ὅθεν, ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ
τῆς ἐκκλησίας κατάγονται ἀπὸ τὴν ἰδίαν ποταπότητα, καὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀμαθέστατοι
(27).
Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται
καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται
- μὲ κάποιας πανταχούσας (28). Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ
δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας,
οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ
κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον,
νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.
Τὸν τρόπον, ὁποὺ μεθοδεύονται, εἶναι ἄξιος γέλωτος ἐνταυτῷ καὶ δακρύων. Αὐτοὶ
ἔχουσιν ἓν κιβωτίδιον γεμάτον ἀπὸ ἀνθρώπινα κόκκαλα καὶ κρανία ἀκέραια, τὰ ὁποῖα
ἀσημώνοσι, καὶ ἔπειτα ὀνοματίζουσιν, ἄλλα μὲν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καὶ ἄλλα τοῦ
Ἁγίου Γρηγορίου. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, δὲν ἀφίνουν ἅγιον, χωρὶς νὰ ἔχουν μέρος ἀπὸ τὰ κόκκαλά
του (29). Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κοκκαλοπωλητὰς ἐξέρχονται
ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Ἄθους, ὁποὺ ὀνομάζουν Ἅγιον Ὄρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πηγὴ
αὐτῶν τῶν καλογήρων.
Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα
καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα
χρήματα, διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ
μοναστήριά των (30). Αὐτὰ τὰ τέρατα λοιπόν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν
τοὺς ἐβγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τους ἕνας ἀναστεναγμός, συνηθίζουν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον
εἰς τὴν ἀπάθειαν, καὶ φθάνουσιν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὁπού, ὁ κόσμος καὶ ἂν χαλάσῃ,
τίποτε δὲν τοὺς μέλει. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον, καὶ ἂν εἰς καμμίαν πολιτείαν
εὑρεθῇ τινάς, ἢ ἱερεύς, ἢ λαϊκός, νὰ εἶναι ὁπωσοῦν προκομμένος, αὐτοὶ τὸν ἔχουσι
διὰ ἐχθρόν τους ἀθανάσιμον. Τότε περιφερόμενοι εἰς τὰ ὀσπίτια, εὐθὺς μὲ ἄκρον ὑποκριτικὸν
τρόπον τὸν κακολογοῦσι, τὸν κηρύττουσιν εὐθὺς ἀνευλαβῆ καὶ ἄθεον. Ὁ μεγαλείτερος
στοχασμός των εἶναι νὰ κρύπτωσι τὴν ἀμάθειάν των, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι πάντοτε
νὰ συνομιλῶσι μὲ τὰς γυναῖκας.
Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες! Ποῦ εἶσθε τὴν σήμερον,
νὰ ἰδῆτε τοὺς ἀπογόνους σας, καὶ νὰ συγκλαύσητε, μαζὶ μὲ ὅσους τὴν ἀλήθειαν γνωρίζουσι,
διὰ τὴν ἀθλιότητά τους; Ἐσεῖς ἐπαραγγείλετε τὴν νηστείαν, διὰ νὰ χαλινώσητε ὁπωσοῦν
τοὺς γαστριμάργους, αὐτοὶ ἀναθεματίζουσι καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, ὅταν κρεοφάγωσι. Ἐσεῖς
ἐδιωρίσατε τὰς ἐλεημοσύνας, διὰ νὰ στερεώσητε τὴν ἀρετήν, αὐτοὶ δὲ ἁρπάζουσι καὶ
ἀπὸ πλουσίους καὶ ἀπὸ πτωχούς, ὅσα περισσότερα δυνηθῶσι. Ἐσεῖς ἐνομοθετήσετε τὴν
ἐξομολόγησιν, διὰ νὰ παρηγορῆτε τοὺς λυπημένους καὶ βασανισμένους, διὰ νὰ νουθετῆτε
τοὺς χρείαν ἔχοντας καὶ ἀμαθεῖς, αὐτοὶ δὲ τὴν ἐνεργοῦσι διὰ μόνην περιέργειαν εἰς
τὸ νὰ μάθωσιν τὰ ξένα πράγματα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ κοινολογοῦσι, ὄχι μόνον ὅταν τοὺς
ὠφελῇ, ἀλλὰ ὅταν δὲν τοὺς βλάπτῃ (31). Ἐσεῖς ἐκηρύξατε τὴν
ὁμόνοιαν, τὴν ἀδελφότητα, τὴν ὁμοιότητα καὶ τὴν ἐλευθερίαν, αὐτοὶ δὲ διδάσκουσι
μὲ τὰ παραδείγματά των τοὐναντίον. Ἐσεῖς, τέλος πάντων, εἴχετε τὴν ἀρετὴν διὰ ὁδηγόν,
αὐτοὶ ἔχουσι τὰ χρήματα.
Τί ἤθελεν εἰπεῖ, στοχάζεσθε, ὦ Ἕλληνες, ὁ Λόγος τῆς Σοφίας, ὁ ἡδύτατος Χριστός,
εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπηρέτας του; Ὤ ! ἡ ἀπόφασίς του εἶναι φανερά, καὶ ἄμποτες οἱ ταλαίπωροι
νὰ διορθωθοῦν ὁπωσοῦν, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἄφευκτον ποινὴν τῶν πλημμελημάτων των.
Ποῖος δὲν βλέπει, ὦ Ἕλληνες, τὸν ἀφανισμόν, ὁποὺ εἰς τὴν Ἑλλάδα προξενεῖ τὴν σήμερον
τὸ ἱερατεῖον;
Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι (32)
ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων. Τόσαι
ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν
πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγοσι τοὺς καρπούς
της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ
πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ (33). Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί
μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ
ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος.
Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, ἀφοῦ ἀκούσουν ἐλευθερίαν, τοὺς φαίνεται μία ἀθανάσιμος
ἁμαρτία. Τί λοιπὸν διδάσκουσι τὸν ἁπλούστατον λαόν; Τί στοχάζεσθε νὰ λέγωσιν οἱ
ἱεροκήρυκες ἐπ᾿ ἐκκλησίας; Φέρουσιν ἴσως τὰς παραβολὰς τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ νὰ παρακινήσωσιν
τοὺς ἀκροατὰς εἰς τὴν ὁμόνοιαν; Ἐξηγοῦσιν ἴσως τὴν πρώτην καὶ μεγάλην ἐντολὴν τοῦ
«Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, ὡς ἑαυτόν»; Λέγουσιν ἴσως ποτέ, ποῖος εἶναι ὁ πλησίον καὶ
ποῖος ὁ ξένος; Ἀναφέρουσι ποτὲ τὸ ρητόν: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»; Ἐξηγοῦσι
ποτὲ τί ἐστὶ πατρίς; Λέγουσι πῶς καὶ πότε καὶ ποῖοι πρῶτον πρέπει νὰ τὴν βοηθήσουν;
Φέρουσι ποτὲ τὰ παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ
ἄλλων μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν; Μᾶς εἶπον ποτὲ ποῖοι ἦτον, καὶ πόθεν κατάγονται;
Μᾶς ἀνέφερον ποτὲ πῶς διοικεῖται ὁ κόσμος καὶ ὁποία εἶναι ἡ καλλιτέρα διοίκησις;
Μᾶς ἐξήγησαν ποτὲ τί ἐστὶ ἀρετή, καὶ ὁποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃ τινάς,
καὶ πότε λάμπει ἡ ἀρετή; Καὶ ποῖος νὰ μᾶς τὰ εἰπῇ, ἂν δὲν τὰ λέγουσιν αὐτοί;
Φεῦ! βαβαὶ τῆς ἀθλιότητός μας! Οἱ ἱεροκήρυκες ἀρχινοῦν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ
τελειώνουν εἰς τὴν νηστείαν (34). Πῶς θέλεις λοιπὸν νὰ ἐξυπνήσουν
οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ὁμίχλην τῆς τυραννίας; Οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἦτον εἰς χρέος
νὰ τοὺς ἀποδείξωσι τὴν ἀλήθειαν, δὲν τὸ κάμνουσι. Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται αὐτοὶ οἱ
φιλόζωοι καὶ αὐτόματοι ψευδοκήρυκες: «Ὁ Θεός, ἀδελφοί, μᾶς ἔδωσεν τὴν τυραννίαν
ἐξ ἁμαρτιῶν μας, καὶ πρέπει, ἀδελφοί, νὰ τὴν ὑποφέρωμεν μὲ καλὴν καρδίαν καὶ χωρὶς
γογγυσμόν, καὶ νὰ εὐχαριστηθῶμεν εἰς ὅ,τι κάμνει ὁ Θεός». Καὶ ὕστερα ἀπὸ τέτοια
ξυλολογήματα λέγουσι καὶ τὸ ρητὸν «ὃν ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει».
Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ
ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν
σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι; Δὲν καταλαμβάνετε, ἀνόητοι, ὅτι τὸ «παιδεύω», εἰς τὴν
ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐννοεῖ ποτὲ μὲν τὸ «διδάσκω», ποτὲ δὲ τὸ «τιμωρῶ», καὶ ὅτι εἰς
αὐτὸ τὸ ρητὸν ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐννοῇ τὸ «διδάσκω»; Καὶ οὕτως ὁ πατήρ, ἐπειδὴ
ἀγαπᾶ τὸν υἱόν του, τὸν διδάσκει, ἤτοι τὸν παιδεύει. Ἀλλ᾿ ἂς τὸ ἐξηγήσωμεν κατὰ
τὸ λεξικὸν τῆς ἀμαθείας, καὶ νὰ εἰπῶμεν, ὅτι τιμωρεῖ ἕνας ὅποιον ἀγαπᾷ. Ἀλλά, διατί
τὸν τιμωρεῖ; Βέβαια, διὰ νὰ τὸν διορθώσῃ ἀπὸ τὰ σφάλματά του καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ
χρηστοηθῆ καὶ ἐνάρετον. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία,
ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας;
Πῶς, χυδαῖοι, δὲν τὸ βλέπετε, μόνον ἐκφωνεῖτε ὅ,τι σᾶς ἔλθῃ εἰς τὴν ἐνθύμησιν, χωρὶς
νὰ στοχασθῆτε, ὅτι εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις ἡ παραμικρὰ κακοεξήγησις φέρει ἀνεκδιήγητα
καὶ πολυάριθμα κακὰ εἰς τοὺς ἀκροατάς;
Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ
παρηγορία σας! Αὐτὴ εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν τῆς θλίψεως, καὶ εἰς ἄλλο
δὲν χρησιμεύει, παρὰ εἰς τὸ νὰ καταστῇ τοὺς Ἕλληνας πάντοτε ἀξίους παρηγορίας. Ἐσεῖς
φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν
τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν
παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ
τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν
σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν
καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ
νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν
ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον; Ποῖος Ἐσκαριώτης σᾶς ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν,
νὰ προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, ὅταν δὲν ἠξεύρετε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ὦ ἀναίσχυντοι;
Τὰ ἁμαρτήματα, ἴσως, παιδεύονται μὲ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὦ ἄφρονες; Δὲν στοχάζεσθε,
πόσον ἀτιμεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τοὺς παραλογισμούς σας;
Ὅτι ἡ τυραννία εἶναι μισητὴ καὶ ἀπὸ τὸν θεὸν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅτι εἶναι
κακόν, ποῖος δὲν τὸ ἠξεύρει; Πῶς ἐσεῖς λοιπὸν τὴν παρασταίνετε σχεδόν - σχεδόν,
ὡς ἕνα καλὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας; Ποῖος φίλος παρηγορεῖ τὸν φίλον του διὰ τὸν θάνατον
τοῦ πατρός του, πρὶν ἀπεθάνῃ; Καὶ ἐσεῖς, ὁποὺ ὀνομάζεσθε ὑπερασπισταὶ καὶ φίλοι
τῆς ἀνθρωπότητος, παρηγορεῖτε τοὺς Ἕλληνες, ὡσὰν νὰ εἶχαν χάσει τὴν πατρίδα των,
καὶ τοὺς νομίζετε ὡσὰν τοὺς Ἑβραίους; Τί ἄλλο λέγουσιν οἱ φίλοι ἑνὸς υἱοῦ, ὁποὺ
ἔχει τὸν πατέρα του ἄρρωστον, εἰμὴ ὅτι νὰ ἐλπίζῃ, νὰ κράξῃ ἰατρούς, καὶ νὰ προσπαθήσῃ
νὰ τὸν ἰατρεύσῃ; Διατί καὶ ἐσεῖς δὲν λέγετε τὰ ἴδια πρὸς τοὺς Ἕλληνας διὰ τὴν ἀσθενῆ
πατρίδα των, ἀλλὰ συμβουλεύετε ὅλον τὸ ἐναντίον ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ εὐαγγέλιον παραγγέλλει;
Ἐσεῖς οὐχί, οὐχί! δὲν εἶσθε ποιμένες, οὔτε ὁδηγοὶ τοῦ φωτός, ἀλλὰ λύκοι, καὶ ἡ καθέδρα
τοῦ σκότους εἶσθε, ὦ ψεῦσται καὶ ὑποκριταί. Ἕως πότε ἡ ἀμάθεια θέλει καλύπτει τὴν
μιαράν σας ψυχὴν μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρισίας;
Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος
τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης
ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ,
ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ
ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος
νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ
τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ
πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν
πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.
Μὴν λέγῃς πάντοτε καὶ ὅλων τὰ ἴδια, πάντοτε νηστείαν καὶ ἐλεημοσύνην. Μὴν ὁμοιάζῃς
ἐκείνους τοὺς ἀμαθεῖς ἰατρούς, ὁποὺ εἰς κάθε ἀρρωστίαν διορίζουν τὸ ἴδιον ἰατρικόν.
Ἐνθυμήσου μίαν φορὰν διὰ πάντα, ὅτι ὁ Χριστὸς σοῦ παραγγέλλει νὰ ἰατρεύσῃς τὰς ψυχὰς
τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ δὲν σοῦ διορίζει τὰ ἴδια μέσα διὰ ὅλους. Εἰπὲ τοῦ πλησίου νὰ δώσῃ
ἐλεημοσύνην, ἀλλ᾿ εἰπὲ καὶ τοῦ πτωχοῦ, ὅτι ἡ πτωχεία δὲν εἶναι ἀτιμία. Μὴν οὐτιδανώνετε
τὰς ἁπλὰς ψυχὰς τῶν γλυκυτάτων μου Ἑλλήνων μὲ τὰς μωρολογίας σας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ κακή
μας τύχη σᾶς ἐπολλαπλασίασε, καὶ εἶσθε καὶ τόσον ἀμαθεῖς, προσπαθήσετε κἂν νὰ μὴν
βλάπτετε, ἂν δὲν δύνεσθε νὰ ὠφελῆτε, τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς.
Παύσατε, τέλος πάντων, ἀπὸ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας, διὰ νὰ ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου
μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν
τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας
τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν. Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν
ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι
μόνοι των.
Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν. Πόσον ὀγληγορώτερα
ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγόν, ἂν οἱ πνευματικοὶ δὲν ἦτον ἀμαθεῖς,
καθὼς εἶναι, καὶ ἂν ἐδίδασκον εἰς τὴν ἐξομολόγησιν μὲ γλυκὰ λόγια τὴν ἀλήθειαν καὶ
τὴν ἀρετήν, τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ὁμόνοιαν, καὶ ὅλα τὰ μέσα τῆς ἀνθρωπίνης εὐτυχίας.
Ἀλλὰ πῶς νὰ φωτίσουν οἱ ἐσκοτισμένοι καὶ νὰ διδάξουν οἱ ἀμαθεῖς; Ἂς σιωπήσουν τὸ
λοιπόν, ἂν δὲν ἠξεύρουν τί νὰ εἰποῦν.
Καὶ ἐσεῖς, ὦ ἐπίσκοποι καὶ ἀρχιεπίσκοποι, παύσατε, διὰ ὄνομα τοῦ θεοῦ, παύσατε
πλέον ἀπὸ τὸ νὰ χειροτονήσετε ἱερεῖς, καὶ μή, φοβούμενοι νὰ πτωχύνῃ ἡ ἐκκλησία τοῦ
Χριστοῦ ἀπὸ ὑπηρέτας, τὴν γεμίζετε ἀπὸ ἀναξιωτάτους σκλάβους. Παύσατε ἀπὸ τὸ νὰ
ἁρπάζητε πλέον, διότι ὅσα ἔχετε σᾶς φθάνουν νὰ ζήσητε ὡς ὁ Χριστὸς ἀγαπᾶ. Μάλιστα
δὲ σύ, ὦ πατριάρχα, ὁποὺ ὡς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας σέβεσαι παρὰ πάντων καὶ τιμᾶσαι,
προσπάθησον νὰ διορθώσῃς τὰ κακά, ὁποὺ ἐπροξένησεν ἡ ἀμέλειά σου. Ἔκλεξον ἀρχιερεῖς
τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους, καταδάφισον ὅλα τὰ μοναστήρια, διὰ νὰ ὀλιγοστεύσῃς τὰ
βάρη τοῦ λαοῦ, διόρθωσον μερικὰς συνηθείας τῆς θρησκείας, ὁποὺ τὴν σήμερον φανερῶς
βλάπτουσι κατὰ πολλὰ τοὺς χριστιανούς (35). Ὑποχρέωσε ὅλους τοὺς καλογήρους, νὰ
ὑπάγουν νὰ σπουδάξουν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νὰ μεταχειρισθοῦν ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὁποὺ
ἐξοδεύουσι εἰς τὸ νὰ περιφέρωνται ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, εἰς τὴν μελέτην τῶν
σοφῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. Πρόσταξε νὰ μένουν τὰ λείψανα τῶν ἁγίων
εἰς τὰς ἐκκλησίας καὶ νὰ μὴν ἀποκαταστῶνται εἶδος ἐμπορίου. Ἐμπόδισε τὰ θαύματα,
διὰ νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν (36). Μὴν στοχάζεσαι νὰ
φανῇς ἀνευλαβὴς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ μεγαλειότης Του εἶναι ἄκρα καὶ
ἀκατάληπτος· ἡ κτίσις τοῦ Παντὸς εἶναι ἀρκετὴ νὰ ἀποδείξῃ κάθε ἀνθρώπου τὴν παντοδυναμίαν
Του, χωρὶς νὰ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ τὰ ψευδολογήματα τῶν καλογήρων (37).
Ἤ, τέλος πάντων, ἂν παντάπασιν δὲν ἠμπορέσῃς νὰ τὰ ἐξαλείψῃς, σμίκρυνε κἂν τὸν ἀριθμόν
των καὶ τὴν ἀναίσχυντον καὶ βάρβαρον κατάχρησιν, ὁποὺ οἱ καλόγηροι τῶν μοναστηρίων
ἔκαμαν (38).
Ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας τὰς γυναῖκας, ἤτοι τὰς καλογραίας, διὰ
νὰ ὀλιγοστεύσουν τὰ ἁμαρτήματα τῶν καλογήρων (39). Καὶ κάμε,
τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος
ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ ἱερατεῖον, ὁποὺ σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ καὶ ἀποστρέφεται, θέλει σέβεται καὶ ἐπαινεῖται. Τότε, θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ εὐτυχία
καὶ ἡ παρηγορία τῶν πιστῶν, ὄχι δὲ ἡ μάστιξ καὶ ἡ λύπη. Καὶ τότε τέλος πάντων -
ὁποὺ εἶναι τὸ ἀναγκαιότερον - ἡ τυραννία θέλει ἀδυνατίσει, καὶ πολλὰ εὐκολώτερα
θέλει λάμψει εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ εὐαγὲς ἄστρον τῆς ἐλευθερίας.
Ναί, πατριάρχα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, πνευματικοὶ καὶ ἁπαξάπαντες Ἕλληνες
ἀγαπητοί μου, ὁποὺ τὸ ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης φέρετε, μὴν ἀδημονήσετε ἀπὸ τοὺς λόγους
μου, ὁποὺ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πατριωτικὴ ἀγάπη μου μοὶ ὑπαγόρευσεν. Συγχωρήσατέ με πρὸς
τούτοις, ἂν οὕτως σᾶς φανῇ εὔλογον, διὰ τὴν τόλμην καὶ θάρρος, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς
ὡμίλησα, καὶ κάμετε μὲ τὸ παράδειγμά σας, νὰ σιωπήσῃ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε χριστιανὸς
ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς συμβουλεύῃ. Μὴν καταδέχεσθε πλέον νὰ σᾶς κράζουν προδότας καὶ λαοπλάνους.
Ἐγκαλιασθῆτε τὴν ἀρετήν. Τιμήσετε τοὺς τόσους καὶ τόσους ἐναρέτους ἱερεῖς, ὁποὺ
ἡ πολυτέλεια τῶν θρόνων σας ἀπεδίωξεν εἰς τὰς ἐρημίας. Καλέσετε τὴν ἀξιότητα εἰς
τὴν διοίκησιν, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἶσθε εἰς τὸ ἑξῆς ἐκεῖνο ὁποὺ τάζετε νὰ εἶσθε.
Ἐσεῖς δέ, ὦ ἐνάρετοι καὶ σεβάσμιοι ἄνδρες, ἂν καὶ ἀναγνώσετε ποτὲ τοῦτον μου
τὸν λόγον, παρακαλῶ σας θερμῶς, νὰ μὴν ὑποψιάσητε εἰς ἐμένα οὔτε ἀνευλάβειαν, οὔτε
κακοήθειαν. Ὁ ζῆλος τῆς πατρίδος μου, ὁ ἔρως τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἡ ἐλεεινὴ σημερινὴ
κατάστασις τῶν Ἑλλήνων τὸν ἔγραψαν διὰ μέσον μου. Ἐγώ, βέβαια, ἂν δὲν ἐγνώριζα καὶ
ἐμμέσως καὶ ἀμέσως πολλοὺς ἐναρέτους σοφοὺς ἱερεῖς καὶ ἀληθεῖς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ,
δὲν ἤθελα ἀρχίσει ποτὲ νὰ γράψω. Ἔγραψα, διότι ἐλπίζω τὸ περισσότερον ἀπὸ ἐσᾶς.
Ἔγραψα, ἐπειδὴ ὅλος μου ὁ σκοπὸς εἶναι πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία, ἀγκαλὰ
καὶ βεβυθισμένη εἰς τόσα κακά, φυλάττει ὅμως πάντοτε πολυτίμους θησαυροὺς εἰς τὸν
κόλπον της, καὶ ἐσεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι.
Ναί, σεβάσμιοι πατέρες, μὴν ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος. Μὴν σᾶς
τρομάξῃ τὸ μέσον. Ὁ καιρὸς ἤγγικεν, καὶ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἱερατεῖον τὴν ἀρχὴν
τῆς ἐλευθερώσεώς της. Προετοιμάσατε τὰς ψυχὰς τῶν χριστιανῶν εἰς τὸ νὰ ἀναστηθῶσι
ἀπὸ τὸν βόρβορον τῆς δουλείας, διὰ νὰ δοξασθῆτε καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ.
Μὴν νομίσετε, πρὸς τούτοις, ὡς τέλος, ἀλλ᾿ ὡς ἀρχὴν τοῦ σκοποῦ μου τὸ παρὸν βιβλιάριον.
Ἐσεῖς δέ, ὦ εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, ὁποὺ καὶ τὸ πολύτιμον φόρεμα τῆς διδασκαλίας
ἔχετε, καὶ εἰς τὰ σχολεῖα τοὺς νέους διδάσκετε, μὴν ἀμελήσητε καὶ διὰ φωνῆς, καὶ
διὰ γραμμάτων, ἀπὸ τὸ νὰ ἀνοίξητε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐσεῖς ἔχετε διὰ τοιοῦτον
τέλος τὰ ἀναγκαιότερα μέσα, τὴν ἀρετὴν λέγω καὶ τὴν σοφίαν. Γράψατε καὶ πλατύτερα
καὶ σαφέστερα τὴν ἀλήθειαν ἀπ᾿ ὅ,τι ἐγὼ ἔκαμα, καὶ μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου
ἡ πατρίς μας θέλει δοξάσει τὰ ὀνόματά σας, καὶ οἱ Ἕλληνες δὲν θέλει φανῶσιν ἀγνώμονες
εἰς τὰς χάριτάς σας.
Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος,
τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ. Μιμηθῆτε τὸν ἀξιάγαστον καὶ ἀληθῆ ἱερέα καὶ
ὀπαδὸν τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἐν Κερκύρᾳ, λέγω, κὺρ Παπ᾿ Ἀνδρέα. Ἐκριζώσατε τὴν δεισιδαιμονίαν
καὶ τὴν ἀμάθειαν μαζί, καὶ θυσιάσατε, ἂν ἡ χρεία τὸ καλῇ, κάθε μερικόν σας καλὸν
διὰ τὸ καλὸν τῆς κοινότητος.
Ἀλλά, εἰς τί ὁ πατριωτικὸς ἐνθουσιασμός μου μὲ παρακινεῖ! Ἐγὼ νὰ νουθετήσω τὰ
ὑποκείμενά σας; Ἔ, μὴ γένοιτο! Ἐσεῖς πολλὰ καλὰ γνωρίζετε τὸ χρέος σας, καὶ ἐλπίζω
ὀγλήγορα νὰ τὸ βεβαιωθῶ ἐμπράκτως.
Ἰδοὺ λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἀρκετῶς ἀπεδείχθη, πόσον τὸ σημερινὸν ἑλληνικὸν
ἱερατεῖον ἐμποδίζει καὶ κρύπτει τὴν ὁδὸν τῆς ἐλευθερώσεως τῶν Ἑλλήνων, καὶ αὕτη
ἐστὶν ἡ πρώτη καὶ μεγαλειτέρα αἰτία, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τῆς
ὀθωμανικῆς τυραννίας. Μετ᾿ αὐτῆς δὲ ἀκολουθεῖ ἡ δευτέρα αἰτία, ἡ ὁποία, ἂν καὶ δὲν
κατέχῃ τὸν πρῶτον τόπον, δὲν εἶναι ὅμως ὀλιγότερον ἐπιζήμιος εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθὼς
θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω. Αὕτη δὲ εἶναι, ὡς προεῖπον, ἡ
ἀπουσία τῶν ἀξιωτέρων
ὑποκειμένων τῆς Ἑλλάδος.
***
Ὤ, πόσον μοῦ τρέμει ἡ καρδία εἰς ἐτούτην τὴν στιγμήν, ὁποὺ περὶ αὐτῶν θέλω ὁμιλήσει,
φοβούμενος μήπως τοὺς δυσαρέσῃ ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μου, καὶ δὲν καταπεισθῶσι. Τώρα,
λέγω, ὁποὺ πρέπει νὰ τοὺς φανερώσω, καθὼς ἔταξα, τὸ τί πρέπει νὰ κάμωσιν οἱ εὐεργέται
τῆς Ἑλλάδος, φοβοῦμαι μήπως δὲν εἰσακουσθῶ. Ἔ, ἂν ἤξευρα, ὁποῖον τρόπον νὰ μεταχειρισθῶ,
διὰ νὰ μὴν τοὺς δυσαρέσῃ ἡ ἀλήθεια, ἤθελα κάμει κάθε προσπάθησιν νὰ τὸν ἀποκτήσω.
Ἀκούσατε, λοιπόν, ὅσοι Ἕλληνες εὑρίσκεσθε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινὴν πατρίδα μας, καὶ
ἐσεῖς οἱ ἴδιοι εὐεργέται αὐτῆς, τὴν ἀλήθειαν γυμνήν. Καὶ μὴν προσμένετε ἀπὸ τὸ κονδύλι
μου οὔτε κολακείας, οὔτε ψευδεῖς ἐπαίνους. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ σας, νὰ μὴν ἀδημονήσητε,
ἀλλὰ νὰ καταλάβητε τὸ χρέος σας καὶ νὰ τὸ ἐκτελέσητε.
Ἕλληνες, ἐπιστρέψετε εὐθὺς εἰς τὴν πατρίδα σας. Εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος, μισεύσετε
παραχρῆμα διὰ τὴν πατρίδα σας. Ἰδοὺ τὸ χρέος σας, ἰδοὺ τὸ ὅ,τι πρέπει νὰ κάμητε,
ἰδοὺ τὸ ὅ,τι σᾶς ἔταξα νὰ σᾶς εἰπῶ. Ἀφοῦ μὲ ἀκρίβειαν ἐπαρίθμησα τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ
εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς τε Εὐρώπης καὶ Ἀσίας πόρρω τῆς πατρίδος των εὑρίσκονται,
καὶ ὕφειλον τὸ ἓν τρίτον, διὰ περισσοτέραν ἀσφάλειαν τοῦ λογαριασμοῦ, εὗρον νὰ εἶναι
σχεδὸν εἴκοσι χιλιάδες (40). Ἀπὸ αὐτάς, λοιπὸν τὰς εἴκοσι
χιλιάδας, ἂς λάβωμεν τὸ πέμπτον μέρος, ἤ, τέλος πάντων, τὸ δέκατον διὰ πραγματευτὰς
πλουσίους ἀπὸ χρήματα καὶ ἀπὸ χρηστὰς ἰδέας. Ὅθεν, ἰδοὺ δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι
καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι νὰ ἐπιχειρισθοῦν κάθε ὑπόθεσιν μὲ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, καί,
ἐν ἑνὶ λόγῳ, τόσοι ὑπερασπισταὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ ἐφωτίσθησαν
μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς, καὶ αὐτοὶ ἠμποροῦσαν μὲ τὴν παρουσίαν τους, νὰ εὐκολύνουν
τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας.
Ἕως τὴν σήμερον, ἴσως, ἠμποροῦσαν νὰ δικαιολογηθῶσι λέγοντες, ὅτι «ἐξενιτεύθημεν,
διὰ νὰ συνάξωμεν τὰ φῶτα τῆς μαθήσεως, ὁποὺ εἰς τὴν πατρίδα μας δὲν εὑρίσκαμεν,
ἐξενιτεύθημεν, διὰ νὰ κερδίσωμεν καὶ νὰ ὠφελήσωμεν τὸ γένος μας». Καλῶς οὖν μέχρι
τῆς σήμερον ἐκάματε, ἀλλὰ ποῦ τὸ τέλος τοῦ σκοποῦ σας; Δὲν ἠξεύρετε ἴσως, ὅτι τὸ
τέλος ἀποφασίζει διὰ καλὴν ἢ κακὴν μίαν ἐπιχείρησιν; Διατί τώρα λοιπόν, ὁποὺ ἀποκτήσατε
τὰ ὅσα ἠθέλατε, δὲν ἐπιστρέφετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Διατί, ἀστοχάστως θαυμάζοντες,
λέγετε: «Πῶς νὰ μὴν εὑρέθη ἕως τώρα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἓν ἄξιον ὑποκείμενον, διὰ νὰ
τὴν ἐλευθερώσῃ;» καὶ ἐνταυτῷ μένετε μακρὰ ἀπὸ αὐτήν;
Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀγανακτήσῃ ἡ πατρὶς ἐναντίον σας, καὶ ὁποῖον ἔπαινον προσμένετε
ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς σας; Στοχάζεσθε, ἴσως, καθὼς σᾶς τὸ προεῖπον, νὰ ἐκτελῆτε τὸ
χρέος σας, πέμποντες μερικὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας; Ἡ πατρὶς τὰ δέχεται, ναί,
μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, ἀλλὰ μόνον τὰ δέχεται μὲ τὸ νὰ ἐλπίζῃ νὰ σᾶς ἀπολαύσῃ ἐσᾶς τοὺς
ἰδίους. Ἀλλεωτρόπως οὐχὶ ὡς δῶρον θέλει τὰ νομίσει, ἀλλ᾿ ὡς πληρωμὴν κακοῦ ἔργου.
Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν
σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας. Τί κάμνετε, λοιπόν, καὶ δὲν μισεύετε;
τί προσμένετε; Βαβαὶ τῆς ἀπανθρωπότητός σας, ὅσοι καὶ ὅποιοι ἂν εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ
ἀλησμονήσατε τὴν πατρίδα σας! Ἐσεῖς, οὐχί, οὐχί, τέκνα τῆς Ἑλλάδος πλέον μὴν ὀνομάζεσθε
(41), ἀλλὰ τέκνα τῆς κακοηθείας καὶ ἀσωτείας σας.
Τί στοχάζεσθε, ἀδελφοί μου Ἕλληνες, διὰ τοὺς ὁμογενεῖς μας, ὁποὺ πόρρω τῆς Ἑλλάδος
εὑρίσκονται; Ἴσως πὼς σᾶς συγκλαίουσι; Ἴσως πὼς προσπαθοῦσι νὰ φωτίσωσι τὸ γένος
μας; Πιστεύετε, ἴσως, πὼς πραγματεύονται μὲ σκοπὸν νὰ θυσιάσωσιν ἔπειτα τὰ κέρδη
των διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος των; Ὤ, πόσον λανθάνεσθε, ἂν οὕτως νομίζετε!
Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε κἂν σᾶς ἐνθυμοῦνται, οὔτε κἂν ἐρωτῶσι, ἂν ἡ Ἑλλὰς
ὑπάρχῃ πλέον. Ἡ πατρὶς αὐτῶν εἶναι καμμία πόρνη, ὁ στοχασμός των εἶναι αἱ τρυφαί,
ἡ δὲ συναναστροφή των συνίσταται εἰς ὅ,τι ἄλλο ἠμπορεῖτε νὰ στοχασθῆτε, καὶ ὄχι
ποτὲ διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς πατρίδος.
Καὶ τόσον δὲν τοὺς μέλει διὰ τὴν πατρίδα μας, ὥστε ὁποὺ οἱ περισσότεροι προσπαθοῦσι
μὲ κάθε κόπον νὰ μιμηθῶσι τὴν κακοήθειαν τῶν ἀλλογενῶν, διὰ νὰ μὴν γνωρίζωνται ὅτι
εἶναι Ἕλληνες. Καὶ ἂν ἦτον τρόπος νὰ ἀλλάξουν πατρίδα, ἤθελον ἀγοράσει μίαν ξένην
μ᾿ ἕνα ὀφθαλμόν τους. Ὦ ἀληθεῖς ἐχθροὶ καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὀθωμανοὺς
τύραννοι τῆς Ἑλλάδος! Ὦ ἐντροπὴ τοῦ γένους μας καὶ θανατηφόρος πληγὴ τῆς πατρίδος!
Δὲν ἠμπορεῖτε, ὦ Ἕλληνες, νὰ καταλάβητε, ὅσον πρέπει, τὴν οὐτιδανότητα τῆς ψυχῆς
μερικῶν, μάλιστα τῶν ὅσων διὰ κλοπῆς καὶ πολλῶν χρόνων κολακείας, ἀπόκτησαν πολλὰ
χρήματα. Ὦ Θεέ μου, πόσα ξυλολογήματα ἐκφέρουσι παντοτινὰ ἀπὸ τὰ στόματά των, ὄντες
ὄντως κόρακες, ἐνδυμένοι μὲ τὰ πτερὰ τοῦ παγωνίου.
Εὐθύς, λοιπόν, ὁποὺ κερδίσωσι χρήματα, χωρὶς νὰ ἀλλάξωσιν ἰδέας, πίπτουσι εἰς
τὴν λάσπην τῆς ἀσωτείας καὶ κυλίονται μέχρι θανάτου ὡς οἱ χοῖροι. Ἡ κακοήθεια, ὁποὺ
κυριεύει τοὺς ἀλλογενεῖς, εὐθὺς τοὺς παρασταίνει εὐρύχωρον ὁδὸν εἰς τὴν ἀπώλειάν
τους, ἐν ᾗ μένοσι μὲ ἄκραν ἀδιαφορίαν τε καὶ ἀναισχυντίαν. Ποῦ πατρίς! Ποῦ Ἑλλὰς
δι᾿ αὐτούς! Αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν, παρὰ τὴν κατοικίαν τῆς παλλακίδος των, καὶ τὴν
Ἑλλάδα ἴσως τὴν νομίζουσι ἀνάμεσα εἰς τὰ νησία τῆς Ἰνδίας. Ἂν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
καταλαμβάνῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀλλογενῆ, τότε ἀναγινώσκει μὲ εὐχαρίστησιν τὰ δράματα
τοῦ θεάτρου, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, τὰ ποιήματα χωρὶς νόημα, ἀλλὰ τὸν Πλούταρχον
καὶ τὸν Ξενοφῶντα ἴσως τοὺς νομίζουσιν Ἀμερικάνους.
Τρέχουσι μὲ κάθε ταχύτητα εἰς τὸ θέατρον, νὰ ἀκούσωσι τὸ τραγώδιον μιᾶς γυναικός,
ἢ ἑνὸς ἀνδρός, ἢ ἄλλου τινὸς εὐνούχου, καὶ τοὺς ἐφημίζουσι - ἀλλ᾿ ὅποιος τοὺς διηγηθῇ
τὰ βάσανα τῆς πατρίδος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡσὰν νὰ τοὺς ἔδερνε, καὶ φεύγουσι πάραυθα.
Στέκονται μὲ ἄκραν ὑπομονήν, καὶ πολλάκις χωρὶς εὐχαρίστησιν, νὰ θεωρῶσι τοὺς χοροὺς
εἰς τὸ θέατρον καὶ τὰ ἀγάλματα τῆς ἀσωτείας τριγύρωθεν, ἀλλ᾿ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξοδεύσουν
μίαν ὥραν εἰς ἀνάγνωσιν τῆς πατρικῆς μας ἱστορίας. Καὶ οὕτως κεχαυνώνονται, εἰς
τρόπον, ὁποὺ καθίστανται ἄξιοι συμπονέσεως. Ἀφανίζουσι τὴν ὑγιείαν των μὲ τὴν ἀκρασίαν,
φθείροσι τὰ ἤθη των μὲ τὴν ἀσωτείαν, καὶ γίνονται ὄντως χοῖροι, καὶ χειρότεροι ἀκόμη.
Μερικοὶ νέοι μάλιστα, εὐθὺς ὁποὺ ἀλλάξουν τὰ φορέματα τῆς πατρίδος, θέλουσιν ἐξ ἀποφάσεως νὰ φανῶσιν ἀλλογενεῖς καὶ σχεδὸν δὲν καταδέχονται οὔτε κἂν νὰ συναναστρέφωνται
εἰς τὴν ὁδὸν μὲ τοὺς ὁμογενεῖς των. Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ περισσότεροι
ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν εἰς τὰς ἀκαδημίας
τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των; Ἴσως τὴν πολιτικήν,
τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων, τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας;
Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι,
ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια
εἰς ὅλην την Πελοπόννησον.
Ἡ Ἰατρικὴ διδάσκει πῶς νὰ θεραπεύουν τὸ σῶμα, ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουν χρείαν ἀπὸ
διδασκάλους ἐπιστημῶν. Τὰ μυθολογικὰ δέ, ἐξαιρῶντας πολλὰ ὀλίγα, ἄλλο δὲν διδάσκουσι,
εἰμὴ τὸ πῶς νὰ ἐνδυθῶσι, πῶς νὰ στολισθῶσι (42), πῶς νὰ ὁμιλῶσι,
πῶς νὰ περιπατῶσι, καὶ πῶς νὰ τρώγωσι (43). Αὐτοί, ἀφοῦ μάθουν
νὰ χορεύουν καὶ νὰ τραγωδῶσι, νομίζονται πλέον τέλειοι πολῖται. Ἡ Ἑλλὰς ἂς προσμένῃ
βοήθειαν, αὐτοὶ ὡστόσον προσπαθοῦν νὰ ἠμπορέσουν νὰ κολακεύσουν, χωρὶς ἀνθίστασιν,
καμμίαν πόρνην, ἤ, νὰ εἰπῶ καθὼς αὐτοὶ λέγουσι, νὰ ἀποκτήσουν τὴν φιλίαν καμμίας
ἀρχοντίσσης, καὶ πλέον ἄλλο δὲν τοὺς μέλει.
Τί νὰ εἰπῶ πάλιν διὰ ἐκείνους, ὁποὺ εἰς ἄλλο δὲν ἀτενίζουσι, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσωσι
πολλὰ χρήματα; Αὐτοὶ λατρεύουσι μόνον τὰ πλούτη. Δι᾿ αὐτὰ πωλῶσι καὶ τιμὴν καὶ πατρίδα.
Δὲν φροντίζουσι νὰ μάθωσι τίποτες ἄλλο, ὅταν ἠξεύρουσι νὰ γράψωσι μίαν γραφήν, ὁποὺ
πολλάκις πρέπει ὁ ἀναγινώσκων νὰ προφητεύῃ τὸ τί ἐννοοῦσεν ὁ γράψας, ἐπειδὴ πολλὰ
ὀλίγοι ἠξεύρουσι νὰ γράψωσιν ἐκεῖνα ὁποὺ ὁμιλοῦσι (44).
Αὐτοὶ οἱ χρυσολάτραι εἶναι ὄντως αὐτόματοι, τὰ βιβλία δὲ τῆς μελέτης των εἶναι
αἱ ἐφημερίδες (45), περὶ πατρίδος δέ, οὔτε κἂν ἀναφέρουσι
τὸ ὄνομά της (46). Ποῖος τολμεῖ νὰ τοὺς ἀναφέρῃ ἐλευθερίαν
καὶ λύτρωσιν τῆς Ἑλλάδος; Οἱ νέοι δὲν σὲ ἀκροάζονται, οἱ χρυσολάτραι σὲ νομίζουν
τρελλόν. Ἡ ἀπόκρισίς των εἶναι, ὅταν τινὰς τοὺς τὸ προβάλλῃ: «δὲν εἶναι δυνατόν!».
«Ἀλλὰ διατί;» τοὺς ἐρωτᾶ τινὰς πάλιν. «Δὲν εἶναι δυνατὸν» τοῦ ἀποκρίνονται. Καὶ
ἂν χίλιας φορὰς τοὺς ξαναειπῇ τινὰς χίλια δικαιολογήματα, ἄλλας τόσας θέλει ἀκούσει
τὴν ἰδίαν ἀπόκρισιν (47). Ὅταν αὐτοὶ ζῶσι καλά, ἡ πατρίς των
οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἂν ἀφανισθῇ, δὲν τοὺς μέλει τίποτες
(48). Ἀλλὰ τί νὰ εἰπῶ διὰ ἐκείνους, ὁποὺ κατὰ δυστυχίαν μας
δὲν εἶναι ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποξενωθῶσι παντάπασιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ
ἀλησμονήσουν ἕως καὶ τὸ ὄνομά της, ἀπεφάσισαν μὲ ἄκραν ἀφροσύνην καὶ ἔλαβον εἰς
ξένην γῆν διὰ σύζυγον ἀλλογενῆ γυναῖκα; Ὤ, ἐντροπὴ ἀνυπόφορος! Δὲν στοχάζεσθε, ὦ
ἀχάριστοι υἱοὶ τῆς δυστυχεστάτης πατρίδος μας, τὰ κακὰ ὁποὺ προξενεῖτε, ὄχι μόνον
εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν σας ἀκόμη; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμογνωμήσῃς
μὲ τὴν σύζυγόν σου, ὅταν εἰς τὸ κυριώτερον εἶσθε τόσον διάφοροι; Καὶ ποῦ εἶναι εὐτυχία,
ὅπου δὲν εὑρίσκεται ἡ ὁμόνοια; Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ,
ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν
ἀδιαφορίαν (49); Πῶς θέλεις νὰ εὕρῃς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅταν
αὐτὴ πωλῇ τὴν τιμήν σου καί, τὸ χειρότερον, ὁποὺ πολλάκις ἐσὺ δὲν τὸ ἀγνοεῖς; Καὶ
πῶς ἠμπορεῖ τινὰς νὰ ἀμφιβάλλῃ μὲ τόσα συχνὰ καὶ καθημερινὰ παραδείγματα, ὁποὺ ἔχει
πρὸ ὀφθαλμῶν του;
Ποῦ νομίζεις ἐσὺ νὰ εὕρῃς ἀγάπην εἰς καρδίας διεφθαρμένας; Δέν ἠξεύρεις, ἴσως,
ὁποὺ ἀπὸ πολὺν καιρὸν αἱ γυναῖκες τῶν ἀλλογενῶν προσπαθοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγάπην
μίαν τεχνικὴν τρυφήν, καὶ ὅτι ἐπέτυχον σχεδόν - σχεδὸν τοῦ σκοποῦ των; Ποῦ νὰ δώσῃς
ἀκρόασιν καὶ πίστιν, ὦ τυφλὲ καὶ ἀνόητε ἄνθρωπε, εἰς τοὺς πλαστοὺς λόγους της γυναικός
σου, ἡ ὁποία ἀφοῦ ὑπανδρευθῇ μαζί σου, ἄλλο δὲν προσμένει, παρὰ νὰ ἀπεθάνῃς, διὰ
νὰ σὲ κληρονομήσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἄλλον ἄνδρα (50); Πῶς νὰ γεννηθῇ
ἀνάμεσόν σας ἐκείνη ἡ θεία ἀλλεπάλληλος κλίσις καὶ φιλία, ὁποὺ στερεοῖ τὴν εὐτυχίαν
τοῦ γάμου, εἰς καιρὸν ὁπού, ἂν ἐσὺ ἀρρωστήσῃς, σὲ παραιτεῖ εἰς τὸ κρεβάτι, καὶ αὐτὴ
πηγαίνει εἰς τὸ θέατρον;
Ἀλλὰ τί, τί τάχατες σὲ παρακινεῖ νὰ λάβῃς διὰ γυναῖκα μίαν ἀλλογενῆ; Ὑστερεῖται
ἡ Ἑλλάς, ἴσως, ἀπὸ κοράσια; Ἔφυγεν, ἴσως, ἡ Ἀφροδίτη ἀπὸ τὸν πρῶτον της ναόν; Τί
σὲ ἀποτύφλωσε τόσον, ὁποὺ σοῦ φαίνονται ὡραιότερα τὰ ζωγραφισμένα ἀναιδέστατα πρόσωπα
τῶν κακοηθεστάτων ἀλλογενῶν (51), ὦ ἀναίσχυντε καὶ ὄντως γιδοκέφαλε
ἀποστάτα τῆς πατρίδος; Νομίζεις, ἴσως, νὰ σὲ ἐπαινέσουν οἱ ἄλλοι ἀλλογενεῖς; Ἀπατᾶσαι,
δύστυχε, πάλιν εἰς τὴν ἰδίαν σου ἀπάτην.
Αὐτοὶ σὲ μισοῦν, σὲ καταφρονοῦν καὶ σὲ περιγελοῦν παντοτινά. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς
λέγει· «ἰδὲ τὸν χοῖρον, τὸν χυδαῖον Ἕλληνα, διὰ νὰ μετριάσῃ τὴν οὐτιδανότητά του,
ἠθέλησε νὰ λάβῃ σύζυγον ἀπὸ τὸ γένος μας. Ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος· τὰ βάρβαρα
ἤθη τῆς πατρίδος του δὲν τὰ ἄλλαξεν (52)». Τί στοχάζεσαι,
ὦ ἀληθῆ κακότυχε, πὼς σὲ ἀγαπᾶ ἡ γυναῖκα σου; Μὴν ἀπατᾶσαι, σοῦ τὸ ξαναλέγω! Αὐτὴ
σὲ περιγελᾶ, σὲ ἀτιμάζει, σὲ κλέπτει, καὶ πολλάκις σοῦ ἑτοιμάζει τὸν θάνατον παράκαιρα.
Ἀλλὰ τί ἀποκρίνονται μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὄντως ἀνοήτους; «Ὁ ἔρως μ᾿ ἐπλήγωσε,
τὰ θέλγητρά της μ᾿ ἐσκλάβωσαν, ἡ αἰσθαντική μου καρδία δὲν ἠμπόρεσε πλέον νὰ ἀντισταθῇ».
Ὦ ἀναίσχυντοι καὶ ὄντως μωροί! Ἐγώ, ὁποὺ περὶ πατρίδος καὶ περὶ τῆς ἐλευθερώσεώς
της σήμερον γράφω, ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι τὴν σήμερον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὁποὺ
εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα τους, ὁ ἔρως εἶναι τὸ μεγαλείτερόν τους ἁμάρτημα.
Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, ὅτι νὰ μὴν ἀγαπᾶτε, παρὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἀγαπήσητε
ὅ,τι τυχαίνει. Ἐγώ, τέλος πάντων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητήσω τὴν ὠφέλειαν, ὁποὺ ἐκάματε
εἰς τὴν πατρίδα σας, καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ἔπειτα, εἰς τί θέλει σᾶς φέρει ὁ ἔρως σας.
Ἀλλὰ τοιαῦτα λόγια δὲν εἶναι διὰ τὰς ἀκοάς σας, οὔτε ἐγὼ θέλω κοπιάσει ματαίως
νὰ σᾶς τὰ εἰπῶ, καὶ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ἔρως γεννᾶται ἀπὸ ἀμοιβαίαν κλίσιν καὶ
ἀπὸ μίαν συμπάθειαν καὶ συμφωνίαν εἰς τὰς ἰδέας ἀμφοτέρων. Ὅθεν, ὁ ἐδικός σας δὲν
εἶναι ἔρως, ἀλλὰ μία ἄλογος ἐπιθυμία, ὡσὰν ὁποὺ τόσον δύσκολα εἶναι νὰ συμφωνήσουν
τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων μ᾿ ἐκεῖνα τῶν ἀλλογενῶν, ὅσον φανερὸν εἶναι, ὁποὺ ὅσοι ἀλλογενεῖς
συζύγους ἔχουσι, ἐξ ἀνάγκης χάνουσι τὰ ἤθη των καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλο ἀπὸ τοὺς
Ἕλληνας, εἰμὴ ἡ ὀνομασία.
Ἐσὺ λοιπόν, τυφλέ, νομίζεις ἔρωτα τὴν ὄρεξιν, ὁποὺ σοῦ ἐξυπνᾶ τὸ χρωματισμένον
πρόσωπον μιᾶς παλλακίδος; Δὲν ἠξεύρεις, πὼς ὁ ἔρως εἶναι ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς ἀσωτείας,
καὶ ἐξακολούθως εἰς τοὺς νῦν εὐγενεῖς τῶν ἀλλογενῶν δὲν εὑρίσκεται, εἰμὴ ἡ εἰκών
του; Ἀγνοεῖς ὅτι ὁ γάμος, ὁποὺ ἀποκαταστεῖ ἐντελῶς εὐτυχῆ τὸν ἄνθρωπον, εἰς ἄλλο
δὲν συντείνει, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ τόσους πολίτας εἰς τὴν πατρίδα καὶ διαυθεντευτάς;
Ἀλλ᾿ ἐσεῖς, ἀναίσθητοι, τί δίδετε εἰς τὴν πατρίδα σας; Φεῦ, τόσους ἐχθρούς! Οἱ υἱοί
σας σᾶς ἀναθεματίζουν καὶ σᾶς νομίζουν ὡς μίαν τους ἐντροπήν (53).
Ὦ θανατηφόρος ἔλλειψις τῆς πατρίδος! Πόσους καὶ πόσους διαυθεντευτάς της καὶ
ὑπερασπιστάς της ἡ ἀσωτεία καὶ κακοήθεια τῶν ἀλλογενῶν τῆς κλέπτει! Πόσων ποτίζει
τὸ βρωμερὸν ὕδωρ τῆς λήθης! Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί, ἂν οἱ
ξενιτευμένοι δὲν ἀλλάξουν γνώμην καὶ δὲν ἐνθυμηθοῦν, ὅτι, ὅπου εἶναι ἡ πατρίς, ἐκεῖ
καὶ ἡ εὐτυχία, καὶ νὰ ἀποδειχθοῦν ἀληθεῖς υἱοὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τί; Πρέπει νὰ ἀπελπισθῶ
ἴσως; Πρέπει, ἴσως, νὰ νομίσω ὅλους τοὺς ξενιτευμένους τόσον ἀναξίους τοῦ ὀνόματός
των; Ἔ, μὴ γένοιτο! Ἐγὼ σᾶς γνωρίζω, ἀγαπητοί μου. Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ
ἐξ ἀνάγκης, διὰ νὰ κερδίσητε τὴν ζωοτροφίαν τῶν φαμελίων σας, ἐξενιτεύθητε, καὶ
ὅσα κερδίζετε πέμπετε εἰς τὴν πατρίδα σας. Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ ἀφοῦ μὲ
τοὺς ἵδρωτάς σας καὶ ἀγχίνοιάν σας ἐκερδίσατε καὶ περισσότερα, ἀποφεύγοντες δὲ τὸ
βρωμερὸν παράδειγμα τῶν φιλαργύρων, δαψιλῶς εὐεργετήσατε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐπαρηγορήσατε
μὲ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα σας.
Ὅλοι σας, λοιπόν, οἱ φιλοπάτριδες, καὶ ἐσεῖς ἀκόμη ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον ἐφανήκατε
ἀχάριστοι εἰς τὴν πατρίδα, ἀκούσετε δι᾿ ἀγάπην της καὶ διὰ τιμὴν τοῦ ἑαυτοῦ σας,
ἀκούσατε προσεκτικῶς τὴν γλυκεῖαν φωνήν της. Ἀνοίξατε τὰ ὦτα τοῦ νοός σας καὶ προσέξετε
εἰς τοὺς λόγους τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀσθενὴς καὶ γεμάτη ἀπὸ πληγάς, μὲ θλιβερὰν
φωνὴν σᾶς ὁμιλεῖ λέγουσα:
«Ὦ Ἕλληνες! Ὦ τέκνα μου! Ποῦ μὲ ἀφήσετε; Πῶς δὲν σᾶς πονεῖ δι᾿ ἐμέ; Διατί μ᾿
ἐπαρατήσατε; Διατί φεύγετε καὶ δὲν ἐπιστρέφετε πλέον; Τί σᾶς ἔκαμα καὶ δὲν μ᾿ ἐνθυμεῖσθε;
Εἰς τί σᾶς ἔβλαψα καὶ δὲν μὲ ἀγαπᾶτε; Ποία μήτηρ ἐστάθη δυστυχεστέρα ἀπὸ ἐμένα;
Τί οὖν, ἀγαπητοί; Τί στοχάζεσθε; Τί ἀποφασίζετε;»
Εἶναι ἡ πατρὶς ὁποὺ φωνάζει εἰς τέτοιον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ὁποὺ κλαίει καὶ ὀδύρεται.
Ἡ ἀπουσία σας ποτὲ δὲν τὴν ὠφέλησεν, τώρα ὅμως τὴν ἀφανίζει. Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν
γνωρίζει καλότατα εἰς τίνων χεῖρας εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία τῆς κάθε πόλεως κατὰ μέρος
εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σήμερον; Ὅποιος ἔχει περισσότερα χρήματα ἢ περισσότερα μέσα εἰς
τὸν τύραννον, ἐκεῖνος οἰκονομεῖ καὶ διοικεῖ τοὺς λοιπούς. Ἀλλ᾿ οἱ τοιοῦτοι εἶναι
τόσον βάρβαροι καὶ ἀνάξιοι, ὁποὺ μόλις ἠξεύρουν νὰ ζήσουν αὐτοί, ὄχι δὲ νὰ εὐτυχίσουν
τὴν ζωὴν τῶν λοιπῶν.
Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα
σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή,
ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα
καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε - ὃ μὴ γένοιτο,
Θεέ μου! - τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ,
ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας
εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς
Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία
ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;
Στοχάζεσθε, μήπως καὶ δὲν κερδίσετε εἰς τὴν πατρίδα, ὅσα κερδίζετε μακρὰ ἀπ᾿
αὐτήν; Ἀλλ᾿ ὅσα ἂν κερδίσητε εἰς τί σᾶς ὠφελῶσι, ἂν εἶσθε ὀρφανοὶ ἀπὸ πατρίδα
(54); Μήπως δέν ἠθέλατε ἀποκτήσει καὶ εἰς τὴν πατρίδα σας
τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἂν ὄντως ἠθέλατε προσπαθήσει διὰ τὸ καλόν της καὶ διὰ τὸ
καλόν σας; Διατί λοιπὸν τόσας ἀποικίας καὶ αἰωνίους ξεχωρισμοὺς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς
σας καὶ φίλους σας (55);
Ἴσως δὲν σᾶς καλοφαίνεται νὰ τυραννῆσθε, ὦ ἀδελφοί μου, καὶ καταδέχεσθε νὰ τυραννῶνται
οἱ συγγενεῖς σας, καὶ ἐσεῖς νὰ τρυφῆτε καὶ νὰ σπαταλᾶτε μακρὰ ἀπὸ αὐτούς; Πῶς ἠμπορεῖτε
νὰ σφαλίζετε τοὺς ὀφθαλμούς σας, χωρὶς νὰ σᾶς τρομάζῃ κάθε στιγμὴ ἡ θλιβερὰ εἰκὼν
τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ μέσον τῶν ὀνείρων; Ἴσως νομίζετε πὼς ἀπὸ μακρόθεν ὠφελεῖτε περισσότερον,
παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες; Ὤ, πόσον λανθάνεσθε, ἀγαπητοί μου. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι μία
συμβουλή, μία μόνη λέξις πολλάκις, ἐκφωνουμένη ἀπὸ ἄνδρας πεπαιδευμένους, ἐνεργεῖ
περισσότερον, παρὰ δέκα διδαχαὶ γεγραμμέναι;
Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει
τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ πρὸς ἐκείνους, ὁποὺ περισσοτέραν χρείαν
ἔχουσι (56). Καὶ ποῖος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον,
ὅταν ἐσεῖς λείπετε; Ποῖος νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὰς συνελεύσεις, ὁποὺ τὴν σήμερον συνηθίζουν
εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ κάμνουσιν οἱ προεστοὶ τῆς κάθε πολιτείας, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς
τὴν μητρόπολιν, καὶ νὰ διορθώσῃ ὁπωσοῦν τὰς τόσας καὶ τόσας ἀδικίας, ὁποὺ κάμνουσι;
Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ
οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν,
καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί
δὲν τὸ στοχάζεσθε;
Ἄν, λοιπόν, ἕως τὴν σήμερον, ὦ ἀκριβοί μου Ἕλληνες, ἢ ἀπὸ ἄγνοιάν σας ἢ ἀπὸ ἀδιαφορίαν
σας ἤ, τέλος πάντων, ἀπὸ μόνην ἀστοχασίαν σας ἐμείνατε ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα σας,
μὴν μένετε περισσότερον, ἂν θέλετε ὁποὺ αἱ μέχρι τοῦ νῦν εὐεργεσίαι σας πρὸς αὐτὴν
νὰ μὴν κατασταθῶσι σημεῖα κατακρίσεώς σας.
Μὴν καυχᾶσθε, πρὸς τούτοις, διὰ τὰς εὐεργεσίας ὁποὺ τῆς ἐκάματε, ἐπειδὴ τὸ χρέος
σας ζητεῖ περισσότερον, παρὰ τὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας. Τὴν παρουσίαν σας,
τὴν συνέργειάν σας ζητεῖ, ὦ Ἕλληνες, καὶ ὄχι ἄλλην βοήθειαν. Μὴν ἀμφιβάλλετε δὲ
διὰ τὸ καλὸν τέλος. Ὑπάγετε εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν θέλετε αἰσθανθῆ
τὴν διαφοράν, ὁποὺ θέλει προξενήσει ἡ παρουσία σας εἰς τὴν κατάστασίν της. Αἱ ἑρμηνεῖαι
σας καὶ οἱ ὀρθοὶ στοχασμοί σας θέλουν ξεμακρύνει ἀπὸ τὰς κεφαλὰς τῶν Ἑλλήνων τὴν
δεισιδαιμονίαν, αἱ συμβουλαί σας θέλουν ἀποδείξει εἰς τοὺς συμπατριῶτας μας τὸ εἶναι
των.
Οἱ Ἕλληνες - ἐσεῖς τὸ ἠξεύρετε - δὲν εἶναι οὔτε Σκῦθαι, οὔτε βάρβαροι, ὁποὺ νὰ
χρειασθοῦν πολλοὺς χρόνους, διὰ νὰ καταλάβουν τὸ εἶναι τους. Ἀρκεῖ μόνον, νὰ τοὺς
δείξῃ τινὰς τὸ χρέος των, καὶ εὐθὺς τὸ ἐκτελοῦσι. Ἀλλ᾿ ἔχουν χρείαν ἀπὸ διδασκάλους,
ἀληθεῖς φιλέλληνας, ἀπὸ ἀνθρώπους προκομμένους, τέλος πάντων, καὶ ἐσεῖς μόνον εἶσθε
ἐκεῖνοι. Μήπως, ἀδελφοί μου, προσμένετε νὰ ἐλευθερωθῇ πρῶτον ἡ Ἑλλάς, καὶ ἔπειτα
νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς; Τότε εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἐλέγετε, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐλευθερωθῇ
ποτέ (57). Θέλετε, ἴσως, νὰ κτίσητε πύργον χωρὶς θεμέλια;
Καὶ ποῖος θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσῃ τὴν πατρίδα, καὶ ἐσεῖς νὰ λείπητε;
Δὲν ἐντρέπεσθε κἂν ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς, ὁποὺ σᾶς ἀκούουν νὰ λέγητε τὰ τοιαῦτα;
Ἀλλ᾿ ἂν οἱ ἀλλογενεῖς, ὑστερημένοι ἀπὸ πατρίδος ἔρωτα, δὲν σᾶς καταφρονοῦν, ὄχι
ὅμως οἱ ἴδιοι Ἕλληνες τοὺς μιμοῦνται. Αὐτοὶ θέλει σᾶς ἀναθεματίζουν ἀπὸ τὸ νῦν καὶ
εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ θέλει σᾶς νομίζουν μὲ κάθε δίκαιον τόσους ἐχθροὺς τῆς πατρίδος.
Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα τέκνα τῆς πατρίδος! Καὶ ἀπὸ ποῖον προσμένετε, παρακαλῶ
σας, τὴν ἐλευθερίαν; Νὰ σᾶς ἔλθῃ, ἴσως, φορτωμένη ἀπὸ τὸν ὠκεανὸν μὲ κανένα ἐμπορικὸν
πλοῖον, καὶ νὰ τὴν ἐκστρατεύσητε εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἢ προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι
τους, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν,
κατὰ τὸ συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;
Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον, καὶ ἂν πάλιν, κατὰ τὸν δεύτερον στοχασμόν σας,
δὲν συνεργήσετε καὶ ἐσεῖς εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, θέλουσιν ἐκχυθῆ ποταμοὶ
αἵματος περισσότερον, παρὰ ἂν εἶσθαν παρόντες. Ἡ ἐλπίδα σας ὅμως εἶναι ματαία. Ἐσεῖς
δὲν θέλετε ἀπολαύσει, βέβαια, τὴν πατρίδα σας ἐλευθέραν, καθὼς τώρα δούλην τὴν ἀλησμονήσατε,
ἀλλ᾿ ἐξωρισμένοι διὰ παντὸς εἰς βαρβάρους γαίας, δὲν θέλετε ἀναπνεύσει πλέον τὸν
ζωηρότατον ἑλληνικὸν ζέφυρα, καὶ τὰ ὀνόματά σας θέλουσι κατασταθῆ λέξεις ἀτιμίας
καὶ μίσους εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ στόματα τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων.
Ἴσως, τέλος πάντων, προσμένετε νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν κανένας ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς
δυνάστας; Ὦ Θεέ μου! Ἕως πότε, ὦ Ἕλληνες, νὰ πλανώμεθα τόσον ἀστοχάστως; Διατί νὰ
μὴν στρέψωμεν καὶ μίαν φορὰν τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὰ ἀπελθόντα, διὰ νὰ καταλάβωμεν
εὐκολώτερα καὶ τὰ μέλλοντα; Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κύριος στοχασμὸς τῶν ἀλλογενῶν δυνάστων
εἶναι εἰς τὸ νὰ προσπαθήσουν νὰ κάμουν τὸ ἴδιόν των ὄφελος μὲ τὴν ζημίαν τῶν ἄλλων;
Καὶ ποῖος στοχαστικὸς ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὅποιος ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς
δυνάστας ἤθελε κατατροπώσει τὸν ὀθωμανόν, ἤθελε μᾶς ἀφήσει ἐλευθέρους; Ὤ, ἀπάτη
ἐπιζήμιος! Μὴν εἶσθε, ἀδελφοί μου, τόσον εὐκολόπιστοι. Ἀναγνώσετε τὴν ἱστορίαν καὶ
μάθατε, ὅτι οἱ Ρωμαῖοι ἔταξαν τῶν Ἑλλήνων καὶ διαυθέντευσιν καὶ ἐλευθερίαν, ἀλλ᾿
ἀφοῦ ἐμβῆκαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐθὺς τὴν ἐκήρυξαν ἐπαρχίαν τους. Ἴδετε καὶ τὰ τωρινὰ
παραδείγματα, ὁποὺ ἡ πολυποίκιλος στροφὴ τῆς γαλλικῆς στάσεως μᾶς παρασταίνει. Ὁ
δυνάστης των μὲ ταξίματα μεγάλα καὶ μὲ τοιαῦτα μέσα, ἀπόκτησεν ὅσα κατὰ τὸ παρὸν
ἔχει, καὶ πῶς ἐσεῖς νομίζετε νὰ σᾶς δοθῇ ἡ ἐλευθερία ἀπὸ ἀλλογενεῖς; Πῶς νὰ μὴν
εἰπῇ τινάς, ὅτι ὀνειρεύεσθε ἔξυπνοι; Καὶ εἰς τί, παρακαλῶ σας, θεμελιώνετε τὰς ἐλπίδας
σας; Εἰς τὴν ἀρετὴν τῶν ἀλλογενῶν δυνάστων ἴσως; Ἐλπίζετε νὰ κινηθοῦν εἰς σπλάγχνος
ἐκεῖνοι διὰ τὰς δυστυχίας τὰς ἐδικάς μας;
Δὲν ἠξεύρετε, ὦ Ἕλληνες, ὅτι ἡ ἀρετὴ τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκεται εἰς τοὺς θρόνους;
Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι οἱ Ἕλληνες μισοῦνται δοῦλοι, ἐπειδὴ ἤθελε τοὺς φθονήσει ἐλευθέρους
κάθε μεγάλη δυναστεία ἀπὸ τὰς παρούσας τῶν ἀλλογενῶν; Ἀλλά, τέλος πάντων, ὑποθέτοντας
κανένα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δυνάστας ὁπωσοῦν φιλέλληνα, δὲν ἠξεύρετε, ὅτι μόνος του δὲν
ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τὸ οὐδέν, καὶ ὅτι οἱ ἐπίτροποί του ἢ εἶναι ἐχθροί μας, ἢ εἶναι ἀδιάφοροι,
ἤ, τέλος πάντων, ἄσωτοι καὶ διεφθαρμένοι τὰ ἤθη; Τί στοχάζεσθε, τέλος πάντων, ἂν
ἡ Ἑλλὰς ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγὸν διὰ χειρὸς ἄλλου δυνάστου, νὰ γίνῃ ἀληθῶς
εὐτυχής; Ὦ ἀλήθεια, ἀλήθεια! Διατί δὲν ἀπομακραίνεις τοιαύτην ἀπάτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας;
Διατί δὲν τοὺς μανθάνεις, ὅτι ὅσοι πατῶσιν εἰς θρόνον εἶναι ὅλοι τύραννοι;
Διατί, ἀδελφοί μου, νὰ θέλωμεν νὰ ἀλλάξωμεν κύριον, ὅταν μόνοι μας ἠμποροῦμεν
νὰ ἐλευθερωθῶμεν; Νομίζετε νὰ εἶναι ἐλαφρότερος ὁ ζυγὸς μιᾶς ξένης δυναστείας; Δὲν
στοχάζεσθε, ὅτι πάλιν ζυγὸς εἶναι; Στρέψατε τὰ ὦτα σας καὶ τοὺς ὀφθαλμούς σας εἰς
τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἀκούσατε τοὺς γογγυσμούς της, καὶ ἴδατε τὰ δάκρυά της, διὰ νὰ καταλάβητε
τί θέλει νὰ εἰπῇ ἐλευθέρωσις ἀπὸ ξένους. Καταδέχεσθε ἐσεῖς νὰ ὁμολογῆσθε χρεῶσται
ἀλλογενῶν τῆς ἐλευθερώσεώς σας; Μή, λοιπόν, μὴ ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μὴ δεικνύεσθε
τόσον παράφρονες εἰς τὸν ἀναγκαιότερον συλλογισμόν, ἐσεῖς, ὁποὺ τόσον ἀψευδῶς προβλέπετε
εἰς τὰς ἐμπορικάς σας ἐπιχειρήσεις τὸ μέλλον, καὶ ἀναγκάζονται οἱ ἴδιοι ἀλλογενεῖς,
ὁποὺ μᾶς μισοῦσι, νὰ σᾶς θαυμάζουσι. Μὴν ἀπατᾶσθε, καὶ μὴν τρέφετε καμμίαν ἀπὸ τὰς
εἰρημένας ἐλπίδας, ἀλλὰ προβλέπετε τὸ πλέον φανερὸν ἀπὸ κάθε μέλλον, τὴν ἀναγκαίαν,
λέγω, ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του, καὶ μὴν ἀργοπορῆτε αὐτὴν μὲ τὴν
ἀπουσίαν σας.
Ἐσεῖς δέ, φίλοι μου καὶ σύγχρονοι νέοι, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποὺ μὲ τόσους
κόπους καὶ ἀγρυπνίας διδάσκεσθε τὰς ἐπιστήμας εἰς τὰς ἀκαδημίας τῶν ἀλλογενῶν, καὶ
ὁποὺ ἐξ ἀνάγκης ἐγνωρίσατε τί ἐστὶ πατρίς, τῆς ὁποίας ὁ ἔρως σᾶς ἐνθουσιάζει, καὶ
ἤδη ἀρχίσατε παντοίοις τρόποις νὰ ξαναδώσητε εἰς τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα τὸ παλαιὸν σέβας,
ὁποὺ εἶχεν καὶ ἔχασεν, ἐσεῖς, λέγω, ὁποὺ μὲ τὴν φυσικήν σας ἀγχίνοιαν ἀποδεικνύετε
φανερῶς τῶν ἀλλογενῶν συμμαθητῶν σας τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα ὁποῖον εἶναι, μὴν βραδύνετε
πλέον τὸν μισευμόν σας διὰ τὴν Ἑλλάδα.
Ὑπάγετε νὰ προητοιμάσητε τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν συμπατριώτων μας. Ἡ δόξα σᾶς προσμένει
μὲ τοὺς στεφάνους τῆς νίκης εἰς τὰς χεῖρας καὶ μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοικτάς. Μὴν ξεχάσετε,
ὅτι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀληθὴς φιλοσοφία εἶναι τὸ νὰ ζῇ τινὰς εἰς πολλούς, καὶ αὐτὸ ἀποκτᾶται
ὠφελῶντας τους. Σπουδάσατε μὲ ταχύτητα, ὅσοι μέχρι τοῦ νῦν δὲν τὸ ἐπράξατε, τὴν
πολεμικὴν τέχνην καὶ μεταχείρισιν τῶν ἀρμάτων. Ἐσεῖς ἔχετε τὴν διάθεσιν ἐξαίρετον.
Ἂς διώξωμεν μίαν φορὰν τὸν ὀθωμανὸν εἰς τὴν Ἀφρικήν, ὦ Ἕλληνές μου, καὶ ἔπειτα θέλετε
ἰδεῖ εἰς πόσον ὀλίγους χρόνους ἡ Ἑλλὰς θέλει ξαναλάβει τὴν προτέραν της λάμψιν.
Ἂς ἐβγάλωμεν, ἀδελφοί μου, τὴν βρῶμαν, διὰ νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν μυρωδίαν τῶν ἀνθῶν.
Τὰ μέσα τὴν σήμερον εἶναι ἀρκετά· ἡ μηχανή, τέλος πάντων, εἶναι τελειωμένη. Ἄλλο
δὲν λείπει, παρὰ νὰ τὴν κινήσῃ τινάς, καὶ ἔπειτα μόνη της θέλει δουλεύσει.
----------
(1) Δὲν εἶναι ὀλίγοι βέβαια οἱ ὄντως ἄξιοι εὐλαβείας καὶ
τιμῆς ἱερεῖς, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ σεβασμιώτατος καὶ ἐνάρετος ἀνήρ, ὁ σοφώτατος
λέγω οἰκονόμος τῶν Ἰωαννίνων κὺρ Κοσμᾶς Μπαλάνου, ὁ ὁσιώτατος καὶ ἐλλογιμώτατος
διδάσκαλος εἰς Κερκύραν κὺρ Ἀνδρέας ἱερεύς, καὶ ἄλλοι πολλοί.
(2) Ὁ νῦν ἀρχιερεὺς τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μοιχὸς καὶ ἀρσενοκοίτης,
χωρὶς τὴν παραμικρὰν συστολήν.
(3) Ἐγὼ εἶδα πολλάκις ἕνα ἀρχιεπίσκοπον εἰς τὴν μέσην τῆς
λειτουργίας, νὰ ὑβρίζῃ, νὰ ἀναθεματίζῃ, καὶ νὰ δέρνῃ οὐκ ὀλίγας φορὰς τοὺς παπάδες,
καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστο τοὺς διακόνους.
(4) Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, ὁποὺ μὲ
τὸ νὰ τοῦ ἐκλέφθησαν μερικὰ χρήματα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν θλῖψιν
του.
(5) Ὁ θάνατος κανενὸς ἀριχεπισκόπου ἀποδεικνύει φανερώτατα
τὸν βρωμερὸν χαρακτῆρα τῆς Συνόδου. Ἐπειδὴ τότε γεννᾶται ἓν μῖσος ἀναμεταξύ των,
μεταχειριζόμενος καθεὶς κάθε οὐτιδανώτερον μέσον, ὁποὺ δυνηθῇ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἐκείνην
τὴν ἐπαρχίαν, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ εἰς ὅποιον δώσῃ περισσότερα χρήματα.
(6) Αἱ βασιλεύουσαι τῶν νῦν δυναστειῶν ὅλης τῆς γῆς, καὶ
αἱ ἐμπορικαὶ πόλεις, διὰ μέσου τοῦ χρυσίου, καὶ τοῦ ἀλλεπαλλήλου παντοτινοῦ δανείσματος,
δὲν ξεχωρίζονται πλέον ἀνάμεσόν των, ἐπειδὴ ὅσα εἴδη ἐκφέρει ἡ Αἴγυπτος, εὑρίσκονται
εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ ὅσα ἡ Γαλλία τεχνεύεται, πωλῶνται εἰς τὴν Πετρούπολιν καὶ
καθεξῆς.
(7) Ὁ Α. ἐπὶ παραδείγματι εἶχεν ἓν χωράφιον καὶ ὁ Β. ἑκατὸν
πρόβατα. Ὅθεν, ὁ ἕνας ἄλλαζεν μέρος σιταρίου μὲ μέρος μαλλίου τοῦ ἄλλου καὶ ἔζουν
ἀμφότεροι εὐχαριστημένοι. Ἔπειτα ἠθέλησαν νὰ δώσουν μίαν ἰδεαστικὴν τιμὴν αὐτῶν
τῶν δύο εἰδῶν, καὶ εἶπον, τὸ ἓν κιλὸν σιτάρι νὰ ἀξίζῃ ὣς δύο, καὶ τὸ μαλλὶ ἑνὸς
προβάτου ὣς τρία. Ἔπειτα ἔδωσαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν δύο καὶ τῶν τριῶν μὲ τόσας
μεταλλένιας μονάδας. Τότε ὁ Γ. ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἔσκαπτε τὸ χωράφιόν του, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ
τὸ σιτάρι, βλέποντας ὅτι ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ μονάδας καὶ νὰ λάβῃ σιτάρι, τοῦ ἐφάνη
εὐκολώτερον νὰ πλάσῃ ἀπὸ αὐτὰς παρὰ νὰ σκάψῃ. Ὁ Δ. ὁποὺ δὲν ἤθελεν οὔτε νὰ σκάψῃ,
οὔτε νὰ ζητήσῃ τὸ μέταλλον, ἐπιτηδεύθη νὰ ἐφεύρῃ ἓν εἶδος καινούργιον, καὶ ἀφοῦ
τὸ ἐτελείωσεν, ἤρεσεν τοῦ Ε. ὁποὺ εἶχεν πολλὰς μονάδας, καὶ εὐθὺς τὰς ἄλλαξεν μ᾿
ἐκεῖνο. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἤρχισαν νὰ πληθύνουν τὰ μὴ ἀναγκαῖα πράγματα, τὸ ὁποῖον
ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ τὸ περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν,
δὲν ἦτον ἀναγκαῖον εἰς κανένα, ὡσὰν ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν τρώγει, ἀφοῦ χορτάσῃ· ἀλλ᾿
αἱ μονάδες ηὔξησαν εἰς ἄκρον. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ ἀγοράσουν καὶ ἄλλα εἴδη, ἐκτὸς τῶν
πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, καθὼς ἠκολούθησεν· καὶ τὴν σήμερον εἶναι περισσότερα
τὰ μὴ ἀναγκαῖα εἴδη, ὁποὺ μεταχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι, παρὰ αἱ πολιτεῖαι ὅλης τῆς
γῆς.
(8) Οἱ ἄνθρωποι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εὐχαριστοῦνται περισσότερον
νὰ ἀκούωσι πράγματα ἰδεαστικά, παρὰ ἀληθῆ, ὡσὰν ὁποὺ τὰ μὴ ἀληθῆ μὲν ἐπιδέχονται
κάθε αὔξησιν καὶ ἐλάττωσιν, ὁποὺ ὁ καθεὶς ἤθελε τοὺς δώσει κατὰ τὴν ἀρέσκειάν του,
τὰ δὲ ἀληθῆ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ νομίσῃ ἀλλέως, εἰμὴ καθὼς εἶναι. Ὅθεν, καὶ γενικῶς
μία ἀλήθεια προξενεῖ ὀλιγότερον κρότον, παρὰ ἓν ψεῦμα, ὅταν πιστεύεται ὡς μία ἀλήθεια,
καθὼς βλέπομεν νὰ ἠκολούθησεν εἰς τὴν ἐφεύρεσιν τοῦ χρυσοῦ.
(9) Τὸ ἐμπόριον ἀποδεικνύει φανερῶς τὴν ἰδεαστικὴν ὑπόληψιν
τῶν χρημάτων μὲ τὴν ἐφεύρεσιν τῶν ἀριθμητικῶν χαρτίων, διὰ μέσου τῶν ὁποίων μὲ μίαν
κονδυλίαν μελάνι ἠμπορεῖ τινὰς νὰ μετρήσῃ ὅλα τὰ πλούτη τῆς γῆς. Πολλὰ μὲ λυπεῖ,
ὁποὺ αἱ περιστάσεις δὲν μοῦ τὸ συγχωροῦσι νὰ ὁμιλήσω τι περὶ ἐμπορίου. Ἴσως ἄλλος
τις ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν μου. Ὁ νέος Σοφοκλῆς τῆς Ἰταλίας, εἰς ἓν σατιρικόν του
ἐγχειρίδιον ὁμιλῶντας περὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ πραγματευτῶν, κατὰ πολλὰ νουνεχῶς τε
καὶ ἀστείως λέγει:
»Questi in cifre numeriche si alteri,
»Ad onta nostra, dall’ Età future
»Faran chiamarci, i popoli de’ zeri.Vitt. Alfieri |
(10) Πρῶτον δηλαδὴ ἔλεγεν τινὰς ἓν κιλὸν σιτάρι ἀξίζει τρεῖς
μονάδας χρυσίου. Ὕστερα ἀπ᾿ ὀλίγον εἶπεν ὅτι καὶ μία ἀρετὴ ἀξίζει δέκα μονάδας,
καί, τέλος πάντων τώρα, ἢ λέγομεν, ἢ ὑπονοεῖται ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του, ὅτι τρεῖς μονάδες
χρυσίου ἀξίζουν ἓν κιλὸν σιτάρι, καὶ δέκα μονάδες ἀξίζουν μίαν ἀρετήν, ὥστε ὁποὺ
διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τινὰς πολλὰς ἀρετάς, ἄλλο δὲν τοῦ χρειάζεται, εἰμὴ νὰ ἔχῃ πολλὰς
μονάδας χρυσίου.
(11) Ἡ Ἀφρικὴ κάθε χρόνον θυσιάζει πλῆθος ἀνθρώπων, ὁποὺ
ἡ ἀχόρταγος λύσσσα τῶν ὑπερηφάνων Βρεττανῶν καὶ ἄλλων ἁρπάζει καὶ πέμπει εἰς τὴν
Ἀμερικήν, διὰ νὰ σκάπτουν καὶ νὰ ἐβγάζουν αὐτὰ τὰ μέταλλα ἀπὸ τὰ βαθύτατα ἐντόσθια
τῆς γῆς. Οἱ ταλαίπωροι, ὅταν ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸν θάνατον δέκα ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν εἰς
ἕνα χρόνον, νομίζονται κατὰ πολλὰ εὐτυχεῖς. Τόσον μεγάλους κόπους, ραβδίσματα, φόνους
καὶ πεῖναν ὑποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εὑρισκόμενοι εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, κρεμνίζεται
τὸ χῶμα καὶ θάπτει ζωντανοὺς πολλὰς ἑκατοντάδας.
(12) Εἶναι πασίδηλον πόσον νομίζονται ἀξιώτεροι οἱ ἀνάξιοι
πλούσιοι ἀπὸ τοὺς ἀξιωτάτους πτωχούς.
(13) Ἡ πολυτέλεια ἐδίδαξεν ὅποιον εἶχεν πολλὰς μονάδας,
ὄχι μόνον νὰ μὴν δουλεύῃ πλέον τὴν γῆν καὶ νὰ μὴν φυλάττῃ τὰ πρόβατα, ἀλλ᾿ οὔτε
νὰ κοιμᾶται, χωρὶς νὰ τοῦ ἑτοιμάσουν τὴν κοίτην, οὔτε νὰ τρώγῃ, χωρὶς νὰ τοῦ
ἑτοιμάσουν τὸ φαγὶ καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ δὲ μὴ ἔχων μονάδας, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ, ἠναγκάσθη
νὰ ὑπάγῃ εἰς δούλευσιν τοῦ ἔχοντος.
(14) Ἡ πτώχεια, φεῦ, ἐκνευρώνει καὶ ἀδυνατίζει τὰς πλέον
σταθερὰς καὶ ἡρωικὰς ψυχάς, πόσον μᾶλλον τοὺς ἁπλοῦς καὶ ἀθώους νῦν Ἕλληνας, ὁποὺ
τὴν ὑποφέρουσι. Ἕνας πατὴρ δέκα τέκνων, μὴν ἔχων τὴν ἀναγκαίαν κυβέρνησιν, ποῦ δύναται,
ἢ ποῦ τοῦ μένει καιρὸς νὰ στοχασθῇ διὰ τὸ μέλλον καλόν, ὅταν τὰ τέκνα του παντοτινὰ
τοῦ ζητοῦσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον;
(15) Ὤ, πόσον ἄξιον γέλωτος θέαμα ἤθελεν σταθῆ, ἂν καθ᾿
ὑπόθεσιν ἤρχετο μία γενικὴ θέλησις τῶν ὅσων δὲν ἔχουν χρυσάφι, νὰ σηκώσουν τὴν ὑπόληψιν
ἀπὸ αὐτὸ δι᾿ ὀλίγον καιρόν! Ὤ, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πλουσίων! Πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἤθελον
μείνει πάντοτε εἰς τὸ κρεβάτι, μὴ ἔχοντας τὸν δοῦλον, ἢ τὴν δούλην νὰ τοὺς
σηκώσῃ! Πόσοι ἤθελον κατακοπρισθῆ ἐπάνω των, μὴν ἠξεύροντες πῶς νὰ λύσουν τὰ δεσίματα
τῶν φορεμάτων των! Πόσοι ἤθελον σκωληκιάσει καθήμενοι, μὴν ἠξεύροντες νὰ περιπατήσουν!
Πόσοι ἄλλοι ἤθελον μείνει γυμνοὶ μὴν ἠξεύροντες πῶς νὰ ἐνδυθῶσι! Καὶ ἀναμφιβόλως
ἤθελον ἀπεθάνει οἱ περισσότεροι ἀπὸ πεῖναν, μὴν ἔχοντες ποῖον νὰ τοὺς μαγειρεύσῃ.
Ὤ, πρᾶγμα γελοιῶδες, ὁποὺ ἤθελεν σταθῆ! Ἀνθρωπότης, ἀνθρωπότης, ἕως πότε νὰ μὴν
βλέπῃς μὲ τὰ ὀμμάτια ἀνοικτά!
(16) Οἱ γέροντες εὔχονται καὶ λέγουσι τῶν νέων: «Προσπάθησε,
τέκνον μου, νὰ γίνῃς ἄνθρωπος», ἐννοοῦντες, νὰ ἀποκτήσῃ χρήματα. Καὶ πάλιν λέγουσι:
«Ὁ δεῖνας πρὸ τριῶν χρόνων δὲν ἦτον τίποτες, τώρα ἔγινεν ἄνθρωπος», δηλαδὴ ἀπόκτησε
χρυσάφι, εἰς τρόπον, ὁποὺ οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον, δὲν νομίζονται παρ᾿ αὐτῶν ἄνθρωποι.
(17) Οἱ μὴ ἔχοντες χρυσίον προσπαθοῦσι νὰ ἀπολαύσωσι, καὶ
μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιτύχουσι τοῦ σκοποῦ των ταχέως διὰ τὴς ὀρθῆς ὁδοῦ, ποῖος γίνεται
φονεύς, ποῖος προδότης καὶ σχεδὸν ὅλοι κόλακες καὶ κλέπται.
(18) Ἀγκαλὰ καὶ κοινῶς μία ψευδὴς δύναμις νὰ μὴν ὠφελῇ,
μ᾿ ὅλον τοῦτο ἡ συνήθεια πολλάκις κατασταίνει ἀναγκαῖα τὰ πλέον ἄχρηστα πράγματα.
Ἐκεῖνοι, ὅμως, ὁποὺ εὐτυχοῦσι διὰ τῶν χρημάτων, ὡς πρὸς τοὺς λοιπούς, ὁποὺ δυστυχοῦσι,
εἶναι ὡς ἡ γῆ μας πρὸς τὸ πᾶν. Τὰ χρήματα, τέλος πάντων, ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν
εἰς μίαν ράβδον, αἱ δὲ νῦν δυναστεῖαι εἰς τόσους ποδαλγούς. Καί, καθὼς ἐτοῦτοι βαδίζουσιν
ὁπωσοῦν μὲ τὴν βοήθειαν τῶν βακτηριῶν, οὕτως καὶ τὰ νῦν βασίλεια, ὡς διοικήσεις
ἀτελεῖς καὶ κακῶς κυβερνημέναι, μόλις βαστῶνται διὰ μέσου τῶν χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἀνίσως
ὁ ποδαλγὸς ἰατρευθῇ, δὲν ἔχει πλέον χρείαν ἀπὸ ράβδον, διὰ νὰ ἀκουμβήσῃ· οὕτως καὶ
αἱ διοικήσεις, ὅταν διορθωθοῦν, δὲν θέλουν ἔχει πλέον χρείαν ἀπὸ χρήματα.
(19) Ἂς μὲ συμπαθήσῃ ὁ ἀναγνώστης διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ
λόγου, ὡσὰν ὁποὺ ὅλοι οἱ νῦν ἱερεῖς, ἐξαιρῶντας, ὡς προεῖπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν
ὀλίγον τὰ γραμματικά, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν λέξιν «ἐπιστήμη».
(20) Οἱ ἀφορισμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐξόχως εἰς τὰ Ἰωάννινα
καὶ Πάτραν, ἤθελαν νομισθῇ εὐχαὶ τῆς λειτουργίας ἀπὸ κανένα ἀλλογενῆ. Τόσον εἶναι
συχνοί, καὶ σχεδὸν κάθε Κυριακὴν εἰς κάθε ἐκκλησίαν ἀναγινώσκονται δύο καὶ τρεῖς
ἀφορισμοί, πάντοτε δὲ διὰ οὐτιδανωτάτας διαφοράς, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ δύο
ἢ τριῶν γροσίων ὑπόθεσιν.
(21) Αὐτοὶ οἱ ἀναιδέστατοι ἄνδρες, εὐθὺς ὁποὺ ἔλθουν εἰς
τὴν ἀρχιεπισκοπήν των, ὑποχρεώνουν ὅλους τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς τὰ ὀσπίτιά
των, διὰ νὰ τοὺς ψάλωσι τὸν ἁγιασμόν, καὶ οὕτως λαμβάνουσι τὴν πληρωμὴν ἀπὸ πενήντα
ἕως δέκα γρόσια τὸ ὀλιγότερον. Τὰ δὲ μνημόσυνα συνίστανται εἰς τὸ νὰ λειτουργοῦν
διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ ὁποίου ξεθάπτουν τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ εὐλογοῦν.
(22) Ὅταν ἀπεθάνῃ κανένας πολίτης τῆς πρώτης ἢ δευτέρας
κλάσεως καὶ τὸ ἀκούσῃ ὁ ἀρχιερεύς, εἶναι δι᾿ αὐτὸν μία ἀνεκδιήγητος χαρά, ἐπειδή,
διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ τὸν θάψουν, πρέπει, ἀφοῦ πληρώσουν τὸν ὀθωμανὸν τύραννον, νὰ
πληρώσουν καὶ τὸν ἀρχιερέα. Ἡ ποσότης ὅμως εἶναι ἀόριστος, πότε δέκα χιλιάδας γρόσια,
πότε πέντε, καὶ τὸ ὀλιγότερον χίλια. Ὅταν πάλιν ὁ πολίτης μισεύῃ ἀπὸ τὴν πατρίδα
του, πρέπει νὰ δώσῃ ἕνα χάρισμα τοῦ ἀρχιερέως. Ὅταν ἐπιστρέφῃ, πάλιν τοῦ χαρίζει.
Ἀλλὰ τί λέγω τοῦ χαρίζει; Καὶ πῶς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ δῶρον ἐκεῖνο ὁποὺ ζητεῖται
μὲ βίαν;
(23) Ὁ νῦν Ἰωαννίνων ἔλαβε τὴν αὐθάδειαν νὰ ἀφορίσῃ τὸν
ἐνάρετον καὶ φιλόσοφον κὺρ Κοσμᾶ, διὰ νὰ μὴν ἠμπόρεσε νὰ τὸν καταπείσῃ εἰς τὰς κακάς
του θελήσεις.
(24) Ὁ νῦν Ἰωαννίνων, καθὼς ἤκουσα ἀπὸ ἕνα μάρτυρα αὐτόπτην,
εἰς τὸ πρόγευμα τρώγει δύο ὀκάδες γιαούρτι, καὶ εἰς τὸ δειλινὸν μισὴν ὀκᾶ σαρδέλας
ξεκοκκαλισμένας, τὰς ὁποίας τρώγει μὲ τὸ χουλιάρι.
(25) Ὁ Ἄρτης, ὁ Γρεβενῶν καὶ ὁ Ἰωαννίνων εἶναι οἱ πρῶτοι
προδόται τοῦ τυράννου, καθὼς ὅλοι τὸ γνωρίζουσι. Ὁ ὕστερος ἀπὸ αὐτοὺς ἱκέτευσεν
τὸν τύραννον, καὶ ἐκούρευσεν τὸν ἔγγονά του, ὡς νὰ τοῦ ἐγίνετο νουνός. Ὁ Ἄρτης ἠπάτησεν
καὶ ἐπρόδωσεν τοὺς ἥρωας Σουλιῶτας· εἶναι δὲ καὶ οἱ τρεῖς ἀσελγεῖς, ἄσωτοι εἰς τὸ
ἄκρον, μοιχοί, πόρνοι καὶ ἀρσενοκοῖται φανεροί.
(26) Μίαν φορὰν ἐρώτησα ἕνα παπᾶν χωριάτην, ἕως ἑξηκοντούτην,
πόθεν εἶχεν ἀγοράσει τὸ κονδύλι του, τὸ ὁποῖον ἦτον λεπτόν, ὡς τὸ μεγαλείτερόν μου
δάκτυλον, καὶ μοῦ ἀπεκρίθη, ὅτι τὸ εἶχε κληρονομήσει ἀπὸ τὸν πατέρα του, καὶ ἐπειδὴ
εἶχε τρεῖς υἱούς, εἶχε σκοπὸν νὰ τὸ κάμῃ τρία κομμάτια, καὶ νὰ ἀφήσῃ ἀπὸ ἕνα τοῦ
κάθε υἱοῦ του. Ἄλλος ἕνας, μὲ πλατὺ ράσον, ἠθέλησεν νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ, ὅτι τὰ μὲν «γενέσια»
ἐννοεῖ τὴν γέννησιν, τὰ δὲ «γενέθλια» ἐννοεῖ τὸν θάνατον. Ὁ Ἕλλην ἀναγνώστης ἂς
μὴν γελάσῃ, ἀλλὰ ἂς κλαύσῃ.
(27) Ἕνας ἀρχιμανδρίτης, ἀναγινώσκοντας ἐπ᾿ ἐκκλησίας τὸ
εὐαγγέλιον, ἔτυχεν εἰς τὸ τέλος τοῦ κατεβατοῦ τὸ ἀπαρέμφατον ἐπανέρχεσθαι. Ὅθεν
αὐτὸς ἀνέγνωσε τὸ ἐπανερ- ὅπου ἐτελείωνε τὸ κατεβατόν, καὶ ἔπειτα γυρίζοντας τὸ
φύλλον ἐπρόφερετο τὸ -χέσθαι, εἰς τρόπον ὁποὺ ἐρέθισε ἕνα γενικὸν γέλωτα εἰς
τοὺς παρεστῶτας.
(28) Αὐταί, αἱ οὕτως καλούμεναι πανταχοῦσαι, εἶναι κἄποιαι
παρακαλεστικαὶ ἐπιστολαὶ τῶν μοναστηρίων, ὁποὺ τὰς στέλνουν πρὸς τοὺς χριστιανούς,
καὶ εἶναι γεγραμμέναι μὲ διάφορα χρώματα καὶ μὲ μεγάλα στοιχεῖα.
(29) Ἐγώ, ἕως τώρα βέβαια, εἶδα ἕως τέσσαρας κεφαλὰς τοῦ
Ἁγίου Χαραλάμπους, ἐπειδή, ὅταν ἀκολουθῇ ἡ πανοῦκλα, τότε κάθε πολιτεία ἔχει ἀπὸ
μίαν κεφαλὴν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.
(30) Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα πνευματικὸν Ἁγιορείτην, ὁ ὁποῖος δὲν
ἦτον τόσον ἀμαθής, ὅσον ἦτον ὑποκριτὴς καὶ φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώμενος
μοῦ ἐδιηγεῖτο, ὅτι εἰς εἴκοσι χρόνους ἔκαμεν ἕνα καπιτάλι ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδες
γρόσια, καὶ εἶχε δοσμένα εἰς τὸ μοναστήριόν του τὰ δύο τρίτα, τὰ δὲ λοιπὰ εἶχε μοιρασμένα
εἰς διαφόρους πραγματευτὰς μὲ τὸ διάφορον. Αὐτὸς εἶχε τὴν κάραν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου.
(31) Δὲν εἶναι κρυφόν, ἀλλ᾿ ὅλοι τὸ ἠξεύρουν, ὅτι εἰς τὰ
Ἰωάννινα οἱ πνευματικοὶ ἀναφέρουσι κάθε ὑπόθεσιν, ὁποὺ ἀκούουσιν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς
εἰς τὸν ἀρχιερέα, καὶ αὐτὸς εὐθὺς κάμνει ἕνα κατάλογον μὲ προσθήκην καὶ τὸν προσφέρει
τοῦ τυράννου, εἰς τρόπον ὁποὺ ἡ ἐξομολόγησις, τὴν σήμερον, εἶναι ἓν μέσον προδοσίας.
(32) Οἱ τοιοῦτοι, ὄντες ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε στοχασμὸν καὶ
φροντίδα, χαίρονται ἄκραν ὑγιείαν καὶ τρώγοσι διὰ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδας.
(33) Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα εἰς τὰ ἐγκλήματα,
καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον
Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον
κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον ἐφάνησαν.
(34) Ἄλλο δὲν λέγουσι, ἢ ἄλλο δὲν ἠξεύροσι νὰ εἴπωσι, παρὰ
νὰ μὴν φάγῃ ὁ λαὸς λάδι τὰς Τετράδας καὶ νὰ δώσῃ χρήματα τῶν καλογήρων.
(35) Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος
τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν
εἰς τὸν λαόν, καὶ αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς
ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν
ἄδειαν νὰ δουλεύουν, διὰ δὲ τὰς σαρακοστάς, νὰ τὰς σμικρύνῃ, καὶ τὰς περισσοτέρας
νὰ τὰς ἀποβάλῃ. Καὶ τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα, καὶ τρέφεται καλλιότερα.
Βέβαια δὲ ὁ ἐντελὴς οἰκονόμος τοῦ παντὸς δὲν θέλει τιμωρήσει τοὺς χριστιανούς, διὰ
νὰ ἐπροσπάθησαν τὸ καλόν τους εἰς δόξαν του.
(36) Πόσον, τῇ ἀληθείᾳ, ἡ ἀμάθεια κατασταίνει τοὺς ἀνθρώπους
μωρούς. Οἱ καλόγηροι νομίζουν μὲ τὰ θαύματα νὰ κάμνουν τιμὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν βλέπουν
τὴν ἄκραν ἀτιμίαν ὁποὺ κάμνουσι καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν τους καὶ εἰς τὴν θρησκείαν. Θαῦμα
ὀνομάζουσιν, ὅταν φαίνεται νὰ ἀκολουθῇ ἓν πρᾶγμα, ὁποὺ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν ἠμποροῦσε
νὰ ἀκολουθήσῃ. Λοιπόν, ἂν αὐτὸ ἀκολουθῇ, εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ Θεὸς ξεκάμνει ἐκεῖνο
ὁποὺ ἔκαμε, καὶ τὸ κάμνει διαφορετικόν· ὅθεν, ἢ ἐμετανόησεν ὅτι τὸ ἔκαμε, ἢ τὸ ἔκαμεν
ἐπὶ τούτου κακόν, διὰ νὰ τὸ κάμῃ ἔπειτα καλλιότερον. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς δύο τρόπους
εἶναι ἀπαίσιος ὁ στοχασμός. Κατὰ μὲν τὸν πρῶτον, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς προβλέπει τὸ μέλλον,
καὶ ἡ μετάνοια δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἄκραν σοφίαν καὶ ἀλάνθαστον ἔννοιάν του. Κατὰ
δὲ τὸν δεύτερον, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ὅσα ἔκαμεν, τὰ ἔκαμεν καλά.
(37) Ἴσως ὁ ἀναγνώστης, ἂν εἶναι κανένας καλόγηρος, ὁποὺ
νὰ ἔχῃ καμμίαν ὀκᾶ κόκκαλα, μὲ ἀναθεματίσει, καὶ μὲ νομίσει ὅτι δὲν πιστεύω εἰς
τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὁ καρδιογνώστης Θεός μου γνωρίζει καλότατα ποῖος
ἀπὸ τοὺς δύο μας πιστεύει καλλιότερα, αὐτὸς ὁποὺ ἀπατᾶ τὸν κόσμον, ἢ ἐγὼ ὁποὺ ξεσκεπάζω
τὸ ψεῦδος.
(38) Ὅταν κανένας ἄρρωστος ἰατρευθῇ, ὁ καλόγηρος τὸ κράζει
θαῦμα τοῦ ἁγίου του. Ὅταν γεννήσῃ καμμία γυναῖκα, καὶ τοῦτο θαῦμα τὸ ὀνομάζει. Ὅταν
κατέβῃ τινὰς τὴν σκάλαν καὶ δὲν τζακίσῃ τὸν λαιμόν του καὶ αὐτὸ θαῦμα τὸ κράζουσι.
Ἀλλὰ ποῖος ἀπεθαίνει χωρὶς νὰ ἔχῃ δύο τρεῖς κασέλας λείψανα ὁλόγυρά του; Ποία γεννᾶ
ἢ ἀπεθαίνει χωρὶς νὰ ἔχῃ τόσας εἰκόνας τριγύρω της; Αὐτοὶ οἱ ἀναίσχυντοι ἔφθασαν
νὰ ὀνομάσουν θαῦμα τὸ νὰ παίρῃ ἕνας ἀμαθὴς καὶ ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὴν δεισιδαιμονίαν
εἰς τὰ πανηγύρια τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου εἰς τὰς χεῖρας του, καὶ νὰ τρέχῃ ἔνθεν κἀκεῖθεν
ὡσὰν τρελλός.
(39) Μία καλογραιοποῦλα ἐκοινοποιοῦσεν, ὅτι κάθε βράδυ ἐπήγαινεν
ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ ἐσυνομιλοῦσε μαζί της. Αἱ ἄλλαι γυναῖκες, δι᾿ ὀλίγους μῆνας,
τὴν ἐδόξαζον ὡς ἁγίαν, ἀλλ᾿ ἀφοῦ, μετὰ ἐννέα μῆνας, ἐγέννησεν ἓν ἀρχαγγελόπουλον,
τότε αἱ ἄλλαι γυναῖκες τὴν ἐμίσησαν, αὐτὴ δὲ ἐνομίζετο πάντοτε ἁγία ἀπὸ ἁπλότητά
της, καὶ ὁ σοφὸς ἔκλαιε διὰ τὴν βαρβαρότητα τῆς ἀνθρωπότητος.
(40) Τὸ Τεργέστιον, ἡ Ὀδέσσα, ἡ Νίζνα, καὶ αἱ ἄλλαι διάφοροι
πόλεις, εἶναι σχεδὸν κατοικημέναι ἀπὸ μόνον Ἕλληνας.
(41) Γνωρίζω μερικούς, ὁποὺ σχεδὸν - σχεδὸν ἐντρέπονται
νὰ λέγωσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες.
(42) Εἶναι μερικοὶ νέοι, ὁποὺ χρωματίζουσι τὸ πρόσωπόν τους
ὡς αἱ πόρναι.
(43) Μερικοὶ καυχῶνται εἰς πράγματα τόσον μικροπρεπῆ καὶ
οὐτιδανά, ὁπού, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι ἄξιοι γέλωτος, καὶ τόσον, ὥστε νὰ τοὺς πτύσῃ τινὰς
εἰς τὸ πρόσωπον.
(44) Ἡ ἐμπορικὴ ἀνταπόκρισις τῶν ἔξω τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι
εἰς τὴν γλῶσσαν μας γεγραμμένη, ἀλλ᾿ εἶναι ἓν μῖγμα γλωσσῶν, ὁποὺ προξενεῖ ἀνυπόφορον
ἀηδίαν.
(45) Ὤ, πόσον γέλωτα προξενοῦσι, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν λύπην,
ὅταν συναναστρέφωνται ἀναμεταξύ των καὶ ὁμιλοῦσι περὶ ἐμπορίου; Ποῖος παρακαλεῖ
νὰ ἀκολουθήσῃ πεῖνα, ποῖος προσμένει μὲ χαρὰν τὸν πόλεμον, ἄλλος τὸ ναυάγιον κανενὸς
καραβίου, καὶ ἄλλος ἄλλην καμμίαν δυστυχίαν. Ἀξιώτεροι γέλωτος εἶναι ὅμως, ὅταν
ὁμιλοῦσι περὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων καὶ φέρουσι τὰς μαρτυρίας τῶν ἐφημερίδων· πολλοὶ
δὲ ἀπὸ αὐτοὺς νομίζουσι τὰ ὀνόματα τῶν ποταμῶν τόσας πόλεις, καὶ ἄλλοι δίδουσιν
πίστιν εἰς ὅσα εὑρίσκοσι γεγραμμένα.
(46) Ἡ ὁμιλία τῶν χρυσολάτρων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὰ βαμπάκια καὶ
τελειώνει εἰς τὰ φασούλια, ἡ δὲ τῶν νέων ἀρχινᾶ ἀπὸ τὸ θέατρον καὶ παύει εἰς τὰς
γυναῖκας.
(47) Εἶναι μερικοί, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἀποκριθοῦν πάλιν «δὲν
εἶναι δυνατόν!», ὅταν τινὰς τοὺς ἐρωτᾶ «διατί δὲν εἶναι δυνατόν;», τότε λέγουσι
«διατὶ ἔτζι!»
(48) Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά
των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν
ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας
φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.
(49) Οἱ Ἕλληνες, εἰ μὲν εἶναι πλούσιοι καὶ ἄξιοι, φθονῶνται
παρὰ τῶν ἀλλογενῶν, εἰ δὲ πτωχοὶ καὶ ἀνάξιοι, καταφρονῶνται.
(50) Ὅσαι ἀλλογενεῖς γυναῖκες ἔλαβον Ἕλληνας δι᾿ ἄνδρας,
ὅλαι τὸ ἔκαμαν ἐξ ἀνάγκης, ἐπειδὴ ἢ δὲν εὑρῆκαν ὁμογενῆ των ἢ δὲν εἶχον ποῦ τὴν
κεφαλὴν κλῖναι.
(51) Παρακαλῶ τὸν ἀναγνώστην, νὰ μὴν νομίσῃ τὰ λεχθέντα
γενικῶς, ἀλλ᾿ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· ἐπειδὴ ἀναμεταξὺ εἰς αὐτὰς εὑρίσκονται μερικαὶ
φαμελίαι, ὁποὺ κατοικεῖ ἡ ἰδία τιμὴ καὶ σωφροσύνη.
(52) Οὕτως ὀνομάζουσιν οἱ ἀλλογενεῖς τῶν Ἑλλήνων τὰ ἤθη
καὶ μάλιστα τὴν προσοχήν των εἰς τὴν διαφύλαξιν τῆς τιμῆς των.
(53) Μερικὰ γεννήματα τοιούτου μίγματος λαμβάνουν τὸ ἐπίκλην
τῆς μητρός των, τόσον δὲν καταδέχονται νὰ κράζωνται υἱοὶ Ἑλλήνων.
(54) Εἶναι μερικοί, ὁποὺ νομίζουν τάχατες, ὅτι δὲν τοὺς
μέλει διὰ τὴν πατρίδα των, ἀλλὰ ματαίως προσπαθοῦν νὰ ἀπατήσουν τὴν φύσιν· μία μικρὴ
θέρμη, μία διαφορὰ μὲ ἄλλον τινά, καὶ μία ἀνάμνησις τῶν συγγενῶν, ἀρκετῶς ἀποδεικνύει
εἰς αὐτοὺς τὴν ἡδύτητα καὶ ἀνάγκην μιᾶς πατρίδος.
(55) Εἶναι μερικοὶ Ἕλληνες, ὁποὺ δὲν γνωρίζουν τοὺς ἀδελφούς
των καὶ τοὺς πατέρας των, καὶ οἱ περισσότεροι ξενιτευμένοι λείπουσι ἀπὸ τὴν πατρίδα
των ἢ τριάντα ἢ εἴκοσι ἢ δέκα χρόνους τὸ ὀλιγότερον.
(56) Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὅσοι περισσοτέραν χρείαν ἔχουσι
ἀπὸ διδαχήν, δὲν ἠξεύρουσι γράμματα. Ὅθεν, ἀναγκαία εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ὁμιλοῦντος,
διὰ νὰ καταπείσῃ τοὺς πεπλανημένους εἰς τὸ ψεῦδος.
(57) Οἱ περισσότεροι σχεδὸν ἀπὸ τοὺς ξενιτευμένους, ἔχουσιν
αὐτὸν τὸν ἄλογον στοχασμόν, καὶ χωρὶς ἐντροπὴν λέγουσι ὅτι, «ὅταν ἐλευθερωθῇ ἡ Ἑλλάς,
εὐθὺς θέλομεν μισεύσει δι᾿ ἐκεῖ». Τόσον ἐχαλινώθησαν ἀπὸ τὴν ψευδευτυχίαν τῶν ἀλλογενῶν!
ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Ἰδού, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, ἀρκετῶς ἀποδεδειγμένη καὶ ἡ δευτέρα αἰτία τῆς μέχρι
τοῦ νῦν ἐπιμονῆς τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς τυραννίας.
Ἄλλο δὲν μοῦ μένει τώρα, παρὰ νὰ ἀποδείξω τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς της,
διὰ νὰ τελειώσω τὸν λόγον μου, καὶ ἄμποτες ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ σᾶς καταπείσῃ,
καθὼς τὸ ἐλπίζω, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ἐμπράκτως τὰ ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον.
***
Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον
ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν
δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς
τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα
μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ
χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί
τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ
ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί. Ἐκεῖνοι
οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι,
ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους. Ἐκεῖνοι, τέλος πάντων,
ὁποὺ μὲ ἄκραν οὐτιδανότητα ψυχῆς, ἀφοῦ πωλήσουν ἑκουσίως τῷ τυράννῳ καὶ τὴν ζωὴν
καὶ τὸ ἔχειν τους καὶ τὴν τιμήν τους, καυχῶνται εἰς τὸ νὰ διαφέρωσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους,
ὁποὺ εἶναι ἀκούσιοι σκλάβοι.
Οἱ τοιοῦτοι, ὦ ἀδελφοί μου, μὴν ἔχοντες ἀρετὴν καμμίαν, καὶ γνωρίζοντες τὸν ἑαυτόν
τους ἀναξιώτατον, κρίνουν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Πρὸς τούτοις, ἡ ἀπαιδευσία
των δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ καταλάβωσι τοὺς τόσους καὶ τόσους τρόπους, ὁποὺ οἱ σημερινοὶ
Ἕλληνες ἠμποροῦσι νὰ μεταχειρισθῶσι διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους, καὶ ἐμποδίζοντάς τους
ἐνταυτῷ ἀπὸ τὸ νὰ καταλάβουν τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουν, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν σήμερον
τὸ γένος μας νὰ ἐπανορθωθῇ ἐξ ἀποφάσεως, τοὺς ἀποκαταστῶσι εἰς τὰς κεφαλάς των τὴν
ὑπόθεσιν τόσον δύσκολον, ὅσον ἀδύνατον πιστεύουσι τὸ νὰ συνεργήσωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι.
Τὸ δὲ προσωρινὸν καλῶς ἔχειν τους, τοὺς χαλινώνει καὶ τοὺς συνδένει μὲ τὴν δουλείαν,
ὁποὺ οὔτε κἂν τὴν αἰσθάνονται, μάλιστα δὲ οὔτε τοὺς δυσαρέσκει, καὶ σχεδὸν - σχεδὸν
μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν ἀγαπῶσι, ὡσὰν ὁπού, ἀφοῦ ζῶσιν αὐτοὶ ἀσύδοτοι, ὡς προεῖπον,
καὶ τρόπον τινὰ εὐχαριστημένοι, διὰ τοὺς λοιποὺς δὲν τοὺς μέλει τίποτες.
Τί λέγουσι, λοιπόν, αὐτοὶ οἱ βρωμεροὶ καὶ χυδαιότατοι ἄνθρωποι; «Πῶς εἶναι δυνατὸν
νὰ νικηθῇ ἓν τόσον μεγάλον βασίλειον; Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κυβερνηθῶμεν μόνοι
μας. Ποῦ νὰ εὕρωμεν ἕνα ἄλλον βασιλέα τόσον εὔσπλαγχνον, καὶ τόσον καλόν; Τί εἶναι
αὐτὴ ἡ ἐλευθερία; Ἡ ἐλευθερία οὔτε ἐστάθη, οὔτε θέλει σταθῆ. Ποῦ νὰ χύσωμεν τόσον
αἷμα! Οἱ ὀθωμανοί, εὐθὺς ὁποὺ καταλάβουν, ὅτι ἔχομεν τοιοῦτον σκοπόν, θέλουσι μᾶς
ἀποκεφαλίσει ὅλους, ὡς τόσα πρόβατα, καὶ ἔστω ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης...
» καὶ ἄλλα παρόμοια, τὰ ὁποῖα εἰς ἕνα στοχαστικὸν καὶ φρόνιμον ἄνθρωπον, φαίνονται,
καθὼς εἶναι, τόσοι μῦθοι, ἀλλ᾿ εἰς τοὺς ἁπλοῦς καὶ εὐκολοπίστους εἶναι τόσοι χρησμοί,
καὶ ὡς ἀλάνθαστοι προρρήσεις, καὶ ἐνταυτῷ, ὁποὺ δηλοποιοῦσι τὴν ἄνανδρον καὶ ὄντως
ἑβραϊκήν των καρδίαν, ἀπομωρώνουσι καὶ πολλοὺς ἄλλους.
Μήπως εἶνε ἱκανοὶ νὰ καταλάβουν τὸ δίκαιον, διὰ νὰ τοὺς τὸ εἰπῇ τινάς
(1); Ὦ ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ εἶναι τόσον ἀνόητοι, καὶ ἱσχυρογνώμονες,
ὁποὺ ὅλοι οἱ Δημοσθένεις τοῦ κόσμου δὲν ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ τοὺς καταπείσουν. Νὰ
ὁμιλήσῃ τινὰς μὲ αὐτοὺς εἶναι τὸ ἴδιον, ὡσὰν νὰ ἤθελεν νὰ ἀκροάζεται, καὶ νὰ τοὺς
ἀποκρίνεται πάντοτε τὸ ναί, μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ βρωμοάρχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως,
ὁποὺ ὅσον ὕφος καὶ ἀλαζονείαν ἔχουσι, ἄλλην τόσην ἀμάθειαν καὶ ἱσχυρογνωμίαν φυλάττουσιν
ἐπάνω των, καὶ ἄλλο δὲν ἠξεύρουσιν νὰ εἰπῶσι, εἰμὴ δυσκολίας, ἀπορίας, καὶ ἀμφιβολίας
πλῆθος. Ἡ ψυχή των εἶναι τόσον μικρὴ καὶ οὐτιδανή, ὁποὺ οἱ ψύλλοι εἰς τὰ ὄμματά
των φαίνονται τόσοι ἀνδριάντες.
Τί, λοιπόν, ἠμπορῶ νὰ τοὺς εἰπῶ, διὰ νὰ τοὺς καταπείσω, ὅταν δὲν καταλαμβάνουν
τί ἐστὶ δίκαιον; Νὰ τοὺς κράξω, ἴσως, ἀτίμους; Ἀλλ᾿ αὐτοὶ τὸ ἔχουν διὰ προτέρημα.
Νὰ τοὺς ἐνθυμίσω πόσον εἶναι ἀνάξιοι εἰς τὸ νὰ ὠφελήσουν τὴν πατρίδα, καὶ πόσον
ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ τὴν ζημιώσουν; Ἀλλ᾿ αὐτοὶ καυχῶνται εἰς αὐτό. Νὰ τοὺς ὀνειδίσω,
τέλος πάντων, ὡς ἀνελεήμονας, ἀδίκους καὶ σκληρούς; Ἀλλὰ ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς δὲν τοὺς
γνωρίζει, καὶ δὲν τὸ ἠξεύρει; Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, εἶναι, ἐπειδὴ πρέπει νὰ εἶναι·
ὡσὰν ὁπού, καθὼς ἡ ἐλευθερία ἔχει τοὺς διαυθεντευτάς της, οὕτως καὶ ἡ τυραννία ἔχει
τοὺς ἐδικούς της, καὶ θέλουν χρησιμεύσει διὰ παραδείγματα ἐντροπῆς εἰς τοὺς μεταγενεστέρους.
Οὗτος ὁ πολλὰ ἐνοχλητικὸς καὶ βραχὺς πρόλογος ἦτον πολλὰ ἀναγκαῖος διὰ τὴν ὑπόθεσιν
τὴν πλέον μεγάλην δι᾿ ἡμᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ τώρα ἀρχίζω νὰ ἐρευνήσω, λέγω τὰς αἰτίας,
ὁποὺ βιάζουσι, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν
ζυγόν, καὶ τὰ εὐκολώτατα μέσα μιᾶς ἀναμφιβόλου ἐπιτεύξεως.
***
Ἀναγνῶστα ἀγαπητέ, ὅποιος καὶ ἂν εἶσαι, σὲ παρακαλῶ, νὰ στοχασθῇς ἀρκετά, πρῶτον
μόνος σου τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἔπειτα νὰ ἀναγνώσῃς τοῦτα τὰ ὑστερινὰ κατεβατὰ τοῦ πονήματός
μου, νὰ στοχασθῇς, λέγω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι κοινόν, ὅτι ἡ τιμή σου, ἡ εὐτυχία σου
καὶ ἡ ζωή σου κρέμανται ἀπὸ τὸν ὀρθὸν στοχασμόν σου. Πρόσεχε οὖν νὰ μὴν ἀπατηθῇς
ἀπὸ ἱσχυρογνωμίαν σου καὶ προδώσῃς εἰς χεῖρας ἐχθρῶν καὶ πατρίδα καὶ συγγενεῖς καὶ
εὐτυχίαν καὶ τιμὴν καὶ ζωήν.
Ὤ, πόσον τὸ πλῆθος τῶν ἰδεῶν, ὁποὺ εἰς ἐτούτην τὴν στιγμὴν μοῦ παρησιάζονται
εἰς τὸν νοῦν, μ᾿ ἐμποδίζουν σχεδὸν ἀπὸ τὸ νὰ τὰς ἐκθέσω καθὼς τυχαίνει, καὶ θέλοντας
νὰ γράψω εἰς ὀλίγα λόγια, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὅσα ὁ ἔρως τῆς πατρίδος μὲ διδάσκει,
δὲν θέλω δυνηθῇ, ἴσως, νὰ εἰπῶ τὸ ὀλιγότερον μέρος εἰς πολλὰ κατεβατά. Ἀλλ᾿ ὁ στοχασμός
μου, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, δὲν εἶναι νὰ γράψω δι᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρείαν
νὰ ἀκούσωσι ἐξ ἄλλων ὅλα, ὅσοι δὲ ἔχουν τὸ πνεῦμα ἔξυπνον, ἀρκοῦσιν εἰς αὐτοὺς καὶ
τὰ ὀλίγα. Ἂς ἀναφέρωμεν, λοιπόν, πρῶτον τὰς αἰτίας, ὁποὺ κατασταίνουσιν ἄφευκτον
τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, καὶ ἔπειτα, ἐν συντόμῳ, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ μέσα καὶ
τρόπους διὰ τοιοῦτον ἔργον.
Πρώτη οὖν καὶ κυριωτέρα αἰτία εἶναι τὸ γῆρας τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ἀλλὰ τί
λέγω ἐγὼ πρώτη! Αὐτὴ εἶναι καὶ πρώτη καὶ ὕστερη, οὔτε ἄλλη ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τόπον,
ὅταν εἶναι αὐτή. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ ἀναγνώστης τὰ προλεχθέντα περὶ τῶν διαφόρων διοικήσεων,
καί, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τῶν πολιτικῶν σωμάτων, ὅτι δηλαδὴ γεννῶνται, αὐξάνουσι,
γηράζουσι, καὶ τέλος πάντων θνήσκουσι.
Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀλοίσθια τοῦ θανάτου, καὶ
ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἓν σῶμα ἀνθρώπινον, κατακρατημένον ἀπὸ ἀποπληξίαν καὶ
μὴ ἔχον ἐλευθέραν, εἰμὴ τὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία, μὴν λαμβάνουσα τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν
ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον ἀδυνατίζει καί, τέλος πάντων,
θνήσκει. Οὕτως καὶ ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν τὴν σήμερον, εἰς ἄλλο δὲν γνωρίζεται
ὅτι ὑπάρχει, εἰμὴ εἰς τὴν Βασιλεύουσαν. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ πρώην Τζεζάρ, κυβερνητὴς
εἰς τὸ Ἄκρι, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουε εἰς τὸν βασιλέα του, ἀλλὰ καὶ ἀντιστέκετο
εἰς ὅλας του τὰς προσταγάς, καὶ πολλάκις φανερὰ τὸν ὕβριζε, καὶ διὰ γραμμάτων πάντοτε
τὸν ἐπεριγελοῦσε. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ Πασβάνογλους, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν πόλεμον
ἐναντίον τοῦ βασιλέως του, καὶ ἐνίκησε πάντοτε. Ἔστω πρὸς τούτοις διὰ παράδειγμα
ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν τὸ φανερώνῃ, ὅλοι ὅμως ἀρκετῶς
τὸ ἠξεύρουσι ὅτι δὲν φοβεῖται, οὔτε ποτὲ ὑπακούει εἰς τὰς προσταγὰς τοῦ βασιλέως
του.
Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου,
τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες; Ποῖος δὲν ἠξεύρει τὸ
πλῆθος τῶν ἀποστάτων, ὁποὺ ἀφανίζουν τὰ χωρία καὶ τοὺς ὁδοιπόρους μὲ ἀκαταπαύστους
κλοπὰς καὶ συνεχεῖς φόνους, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ αὐτὸς ποτὲ νὰ τοὺς καταδαμάσῃ μὲ τὰ
στρατεύματά του; Ἀλλὰ τί λέγω στρατεύματα; Αὐτὰ δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ μία συνάθροισις
τόσων βαρβάρων, χωρὶς τάξιν καὶ χωρὶς τέχνην· οὔτε διαφέρουσιν ἀπὸ τοὺς ἀγρίους
τοῦ Καναδᾶ εἰς ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ φορέματα (2).
Πρόσθες καὶ τὸ ἀνεξάλειπτον μῖσος, ὁποὺ εὑρίσκεται ἀναμεταξύ των· μία δυσπιστία,
μία ἀμάθεια, ὁποὺ τοὺς ἀποκαταστᾶ χειροτέρους ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα. Εἰς τὴν Βασιλεύουσαν
ὁρίζουν περισσότερον οἱ μάγειρες τῶν πρέσβεων καὶ ἐπιτρόπων τῶν ξένων βασιλειῶν,
παρὰ οἱ σύγκλητοι τῆς ὀθωμανικῆς αὐλῆς. Ὁ Ἀντιβασιλεὺς προστάζει, καὶ τὰς περισσοτέρας
φορὰς δὲν ὑπακούεται. Τί ἄλλο, λοιπόν, φανερώνουν αὐτά, εἰμὴ τὸ γῆρας τῆς τυραννίας
καὶ τὸ ἄφευκτον καὶ ὀγλήγορον πέσιμόν της; Ποῖος δὲν βλέπει, ὅτι ὁ πρῶτος ὁποὺ παρησιασθῇ,
θέλει εἶναι ὁ νικητής (3);
***
Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τὰς αἰτίας, ὁποὺ ἀποκαταστῶσιν εὔκολον τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν
Ἑλλήνων· πρώτη λοιπόν, εἶναι ἡ προχώρησις τοῦ γένους μας εἰς τὰ μαθήματα. Ὤ, πόση
διαφορὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ δέκα χρόνους ἕως τὴν σήμερον! Μεγάλη, ὦ ἀδελφοί
μου, μεγαλοτάτη καὶ καθ᾿ ἑκάστην πρὸς τὸ κρεῖττον φέρεται. Τώρα ἄρχισαν αἱ Μοῦσαι
νὰ ἀναλάβουν, καὶ πάλιν νὰ ἐπανορθωθῶσιν εἰς τὰ χρυσόχροα ὄρη τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Ἀπόλλων
πάλιν ἐμφανίσθη εἰς τὸ ἀρχαῖον του παλάτιον. Δὲν εὑρίσκεται πόλις τὴν σήμερον, ὁποὺ
νὰ μὴν ἔχῃ δύο καὶ τρία σχολεῖα.
Ἐξαλείφθη εἰς τὰ περισσότερα μέρη ἡ δεισιδαιμονία τῶν γραμματικῶν, καὶ οἱ νέοι
ἤρχισαν νὰ μεταχειρίζωνται τὸν ἀξιοτιμιώτερον καιρὸν τῆς ζωῆς των εἰς γνώσεις ὠφελίμους,
καὶ ὄχι νὰ τὸν ἐξοδεύουν εἰς τὸ νὰ ἐκστηθίζωσι λέξεις. Ἡ Λογικὴ καὶ Φυσικὴ ἄνοιξαν
τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν περισσοτέρων· οὔτε οἱ διδάσκαλοι τὴν σήμερον ἔχουσι ἐκείνην τὴν
ἐνοχλητικὴν καὶ βραδεῖαν μέθοδον τῆς παραδόσεως, οὔτε οἱ μαθηταὶ φυλάττουσι τὴν
ὀκνηρίαν καὶ ἀμέλειαν, ὁποὺ εἶχον, ἀλλ᾿ ἀμφότεροι, μὲ ἄκραν εὐχαρίστησιν καὶ ἐπιμέλειαν
ἀντλίζουν ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν τῆς μαθήσεως ἐκεῖνα τὰ φῶτα, ὁποὺ στολίζουσιν
τὸ ἀνθρώπινον πνεῦμα καὶ τὸ ἀποδεικνύουσιν ἄξιον τοῦ πλάστου του
(4). Ἡ πολυμάθεια, τέλος πάντων, ἀπέβαλεν τὴν δισχυρογνωμίαν
ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἔπαυσεν ἐκείνη ἡ ἀδιαφορία, ὁποὺ πρότερον
τόσον ἐδειλίαζεν τοὺς ταλαιπώρους νέους, οἵτινες ἐποθοῦσαν νὰ παύσωσι τὴν δίψαν
των μὲ τὰ καθαρὰ νάματα τῆς σπουδῆς καὶ σχεδὸν δὲν ἐτολμοῦσαν.
Τὴν σήμερον οἱ σπουδαῖοι, ἂν κατὰ χρέος ἀκόμη δὲν εὐλαβῶνται καὶ δὲν τιμῶνται,
δὲν καταφρονῶνται ὅμως, οὔτε περιπαίζονται. Καὶ καθεὶς ἀπὸ τοὺς προεστούς, ἀντὶς
νὰ σφαλίσῃ τὸν υἱόν του εἰς τὸ ὀσπίτιόν του, καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἀμαθέστατον, μετὰ
πάσης τῆς ἐπιμελείας τὸν πέμπει εἰς τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ φωτισθῇ.
Εἰς αὐτὰ κράζω διὰ μάρτυρας ὅλους σας, ὦ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα ὅσους ἔχουσιν υἱούς
(5). Τὰ σχολεῖα δὲν εἶναι πλέον ἔρημα ὡς καὶ πρότερον, ἀλλὰ
τὸ καθὲν περιέχει πενήντα καὶ ἑκατὸν μαθητάς, οἵτινες ἀφοῦ ἀνέγνωσαν τὸν ἡδύτατον
Ξενοφῶντα, τὸν νουνεχῆ Πλούταρχον καὶ τοὺς λοιποὺς ἱστορικοὺς φιλοσόφους τῶν προγόνων
μας, ἐγνώρισαν τὸν βόρβορον τῆς τυραννίας καὶ κλαίουσι πικρῶς διὰ τὴν δυστυχίαν
τῆς πατρίδος μας. Δὲν προφέρουσι πλέον τὸ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας μὲ φόβον, μήπως καὶ
τοὺς ἀκούσωσιν οἱ προεστοὶ ἢ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς κηρύξουσιν ἀθέους, ὡς πρότερον
ἔκαμνον, ἀλλὰ τὸ προφέρουσι μὲ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, ὁποὺ οἱ δοῦλοι δὲν ἠμποροῦν νὰ
ἔχωσι. Δὲν παύουσιν ἀπὸ τὸ νὰ νουθετῶσι τοὺς ἀμαθεῖς φίλους των, καὶ μὲ τὸ παράδειγμά
των ἐπαρακίνησαν ὅλους νὰ στοχασθῶσι μίαν φορὰν καθὼς πρέπει, ὁποὺ μέχρι τῆς σήμερον
δὲν τὸ ἔκαμνον.
Ἐν ἑνὶ λόγῳ, διὰ νὰ λάβῃ τὸ πᾶν τὸ ποθούμενον τέλος, ἄλλο δὲν τοὺς λείπει, εἰμὴ
ἡ ἐλευθερία. Ἡ ἀγχίνοιά των εἶναι ἀμίμητος. Οἱ Ἕλληνες, ὦ ἀδελφοί μου, ἔχουσι μίαν
φυσικὴν διάθεσιν, ὄχι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμῶνται, - ὁμιλῶντας γενικῶς - ἀλλὰ καὶ εἰς
τὸ νὰ ἐφευρίσκωσι. Οἱ νόες των εἶναι γεννητικοὶ εἰς τὸ ἄκρον, εἰς τρόπον ὁπού, μετὰ
τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας, δύο χρόνων διάστημα εἶναι ἀρκετώτατον νὰ ξαναδώσῃ
εἰς ἡμᾶς τὰς προτέρας μας ἀρετάς.
Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος,
οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους
ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν
ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος
τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε (6); Δὲν ἀποδεικνύουσιν
αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν
τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι! Τὴν σήμερον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται
βέβαια ἀπὸ αὐτοὺς περισσότεροι ἀπὸ δέκα χιλιάδας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀδιήγητος
καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους ἀπερίγραπτος.
Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ
ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως
δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀξίζει δέκα ἀρχιστρατήγους
ἀλλογενεῖς διὰ τὴν ἐξυπνότητα τοῦ νοὸς καὶ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐφευρέσεις, διὰ δὲ
τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παρομοιάσῃ
τινὰς μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀρχιστρατήγους (7).
Τὰ ἤθη τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τούτοις, εἶναι ἄλλη μεγαλειτέρα αἰτία, ὅτι εὔκολος εἶναι
ἡ ἐπανόρθωσίς των. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καὶ μάλιστα οἱ χωρικοί, ἔχουσι μεγαλωτάτην κλίσιν
εἰς τὰ ἅρματα (8). Σχεδὸν καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἔχει δύο καὶ τρία
ἅρματα, καὶ εἶναι ἀξιοθαύμαστοι κυνηγοί (9). Εἶναι δὲ γενικῶς
πεπροικισμένοι ἀπὸ τὴν φύσιν μ᾿ ἓν πνεῦμα γεννητικὸν καὶ ὀρθόν. Ἀνάμεσα δὲ εἰς τὰς
φυσικάς των ἀρετάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, ἡ φιλοξενία εἶναι εἰς αὐτοὺς γενική. Τέλος
πάντων φιλόθρησκοι καὶ εἰς τὸ ἄκρον ἐναντίοι τῶν ὀθωμανῶν.
Ἡ αὐτοϊδιότης τῆς τροφῆς των καὶ τὰ καθαρὰ ἀναβρυστικὰ νερὰ ὁποὺ πίουσι, τοὺς
βαστᾶ ἀδιακόπως εἰς μίαν εὐρωστίαν καὶ δύναμιν ἐξαίσιον (10).
Ἡ εἰλικρινότης καὶ εὐθύτης των εἶναι βέβαια ἀξίαι τοῦ χρυσοῦ αἰῶνος. Τὸ σέβας των
πρὸς τοὺς γέροντας καὶ ἡ ἀγάπη των διὰ τὴν δόξαν εἶναι ὁμοῖαι μὲ τῶν Σπαρτιάτων.
Εἶναι λίαν εὔστροφοι, ἀγαποῦσι καταπολλὰ νὰ ἐπιχειρίζωνται κάθε δύσκολον ὑπόθεσιν,
καὶ εἶναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρὰ δειλοί (11).
Ἡ διαγωγή των εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς
ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι
δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι
ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι
ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.
Ἴσως κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνώστας, μάλιστα δὲ ἂν εἶναι ἀλλογενὴς - διὰ τοὺς ὁποίους
ἐγὼ δὲν γράφω - ἤθελε μὲ κατακρίνει διὰ κόλακα πρὸς τοὺς ὁμογενεῖς μου, τοὺς ὁποίους
τρόπον τινὰ φαίνεται νὰ ἐπαινῶ πολλά. Διὰ τοῦτο λοιπόν, θέλοντας νὰ ἐβγάλω ἀπὸ αὐτοὺς
τοιαύτην ἀμφιβολίαν, θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω ἐν συντόμῳ τὰς αἰτίας τοιούτου
χαρακτῆρος.
Τὸ νὰ διαφέρωσιν οἱ ἄνθρωποι ἀναμεταξύ των, τόσον κατὰ τὸ σῶμα, καθὼς καὶ κατὰ
τὸ πνεῦμα, οὐδεὶς βέβαια ἀμφιβάλλει. Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τοιούτου ἀποτελέσματος.
Ἡ θέσις μιᾶς ἐπαρχίας ὡς πρὸς τὴν γηΐνην σφαῖραν, τὸ κλῖμα καὶ αἱ περιστάσεις. Ἡ
μὲν πρώτη προξενεῖ τὴν διαφορὰν εἰς τὰ γένη, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ὁ Ρῶσσος διαφέρει
ἀπὸ τὸν Ἀφρικάνον. Ἡ δὲ δευτέρα ἐκτελεῖ τὸ αὐτὸ ἀπὸ πολίτην εἰς πολίτην, καὶ οὕτως
ὁ Ἀθηναῖος διαφέρει ἀπὸ τὸν Λακεδαίμονα. Καὶ ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἰς τὴν ὁποίαν
αἱ δύο πρῶται πολλὰ συνεισφέρουσι, ἀποκαταστεῖ μεγαλειτέραν τὴν διαφορὰν ἀνάμεσα
εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ διὰ τοῦτο ὁ εἷς διαφέρει τοῦ ἄλλου.
Ἡ διοίκησις, ἡ θρησκεία, ὁ ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, τὰ ἤθη, καὶ τέλος πάντων ἡ ἐξακολούθησις
ἀγνώστων αἰτιῶν, ἤτοι τὸ συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην τὴν τρίτην αἰτίαν, λέγω,
τῶν περιστάσεων. Ὅθεν καὶ εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ καθενὸς ἔχει τὸ μεγαλείτερον
μέρος. Ἀδύνατον εἶναι τώρα νὰ ἐπαριθμήσῃ τινὰς ὅλα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συνίσταται
ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρώπων. Φθάνει, ἐν συντόμῳ, νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι ἡ μὲν θέσις κατὰ μοίρας,
ὡσαύτως καὶ τὸ κλῖμα, ἀποκαταστῶσι τοὺς ἀνθρώπους, ἢ μιᾶς κράσεως ὑγιεστάτης, ἢ
ἀδυνάτου, ἐκ τῶν περιστάσεων δὲ ἡ μὲν νομαρχία καταστεῖ τὸν ἄνθρωπον ἄφοβον, εἰλικρινῆ
καὶ ἐνάρετον, ἡ τυραννία δὲ δειλόν, πονηρὸν καὶ ὑποκριτήν. Ἡ θρησκεία ὡσαύτως, τὸ
Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ παραδείγματος χάριν, κατασταίνει τοὺς ὀπαδούς του φιλευσπλάγχνους,
φιλοξένους καὶ συμπαθητικούς. Ἡ ἑβραϊκὴ θρησκεία κάμνει τὸν λαὸν μισάνθρωπον. Ἡ
ὀθωμανική, τέλος πάντων, τὸν κάμνει αὐτόματον, καὶ οὕτως διὰ τὰς λοιπάς.
Πρὸς τούτοις, τὸ συμβεβηκὸς ἔχει δύναμιν πολλάκις νὰ χαρακτηρίσῃ ἕνα λαόν. Τυχαίνοντας,
παραδείγματος χάριν, ἓν γένος εἰς πόλεμον μὲ διάφορα ἄλλα γένη, καὶ νικῶντας τα
δύο καὶ τρεῖς φοράς, λαμβάνει βαθμηδὸν ἓν θάρρος τοσοῦτον, ὥστε ὁποὺ μὲ τὸν καιρὸν
τοῦ μένει ξεχωριστόν του κτῆμα. Οὕτως ἠκολούθησεν εἰς τοὺς Σπαρτιάτας καὶ τὸ ἴδιον
μᾶς τὸ βεβαιοῦσιν οἱ Σπαρτιᾶτες τοῦ νῦν αἰῶνος, λέγω οἱ θαυμαστοὶ Σουλιῶτες, οἱ
ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἐκαταδέχθησαν νὰ πολεμήσουν τοὺς ἐχθρούς των, ἂν πρότερον δὲν τοὺς
ἔβλεπον δεκαπλασίως περισσοτέρους των. Τὸ κλῖμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ κατὰ μοίρας θέσις
αὐτῆς εἶναι ἐξαίρετα. Ὅλη σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς εἶναι στολισμένη μὲ λόφους καὶ πεδιάδας
θαυμασίας, τὰ περισσότερα χωρία εὑρίσκονται εἰς ὕψος, ἡ γῆ εἶναι καταπολλὰ καρποφόρος,
τὰ νερὰ καθαρώτατα, ὁ ἀὴρ εὔκρατος, ὅθεν καὶ γενικῶς οἱ Ἕλληνες εἶναι ὑγιεῖς καὶ
εὐφυεῖς. Αἱ περιστάσεις δὲ ὁποὺ εἰς τὸν παλαιὸν καιρὸν κατέστησαν τοὺς Ἕλληνας τόσον
ἀξιωτέρους ἀπὸ τὰ ἄλλα γένη, τοὺς ἐχαρακτήρισαν διὰ φιλοξένους, μεγαλοψύχους, ζηλωτὰς
τῆς πατρίδος των καὶ λατρευτὰς τῆς ἐλευθερίας.
Οἱ Ρωμαῖοι μετὰ τὸν Φίλιππον ὠλιγόστευσαν ὁπωσοῦν τὴν πρώτην των καθαρότητα,
οἱ ὀθωμανοὶ δέ, φυλάττοντές τους ὑπὸ τῆς βαρβάρου τυραννίας των, δὲν ἠμπόρεσαν ποσῶς
οὔτε νὰ τοὺς φθείρουν τὰ ἤθη, οὔτε νὰ τοὺς ἀλλάξουν τὸν παλαιὸν χαρακτῆρα τους,
καὶ τοῦτο διὰ δύο αἴτια. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ οἱ ὀθωμανοὶ εἶναι ἑτερόθρησκοι, καὶ
δεύτερον, ὁποὺ οἱ Ἕλληνες, μὴν ἔχοντες εἰς χεῖρας των τὴν διοίκησιν, πάντοτε ἔμειναν
οἱ ἴδιοι. Αὐτοί, νομίζοντες τοὺς ὀθωμανοὺς τόσους ξένους τυράννους των, οὔτε εἰς
τὰ ἤθη των τοὺς ἐμιμήθησαν, οὔτε εἰς τὸν χαρακτῆρα των. Καὶ ἂν ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν
ἠφάνισεν τὴν Ἑλλάδα κατ᾿ ἄλλα μέρη, βέβαια δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τῶν κατοίκων
της, ὁπού, ἴσως, ἕνας μονάρχης, ἤτοι τύραννος τῆς αὐτῆς θρησκείας καὶ γένους, ἤθελεν
κάμει.
Τὰ ἤθη, λοιπόν, καὶ ὁ χαρακτὴρ τῶν Ἑλλήνων προδεικνύει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐλευθερώσεώς
των. Ἀλλὰ ἂς στρέψωμεν, τέλος πάντων, τὰ ὄμματά μας εἰς τὰ παραδείγματα, διὰ νὰ
καταπεισθῶμεν εὐκολώτερα. Ἐγὼ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς ἀναφέρω χίλια παραδείγματα γενικῶν
ἐπαναστάσεων, παλαιῶν τε καὶ νέων εἰς διάφορα μέρη τῆς γῆς, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω
ὅτι, ὅταν μία ἐπανάστασις ἔχει διὰ ὅρον καὶ τέλος τὴν ἐλευθερίαν, ὅταν δηλ. ἡ ὑπόθεσις
ἐγγίζει τοὺς περισσοτέρους, πάντοτε εὐδοκιμεῖ. Ἀλλ᾿ ἡ διήγησίς των ἤθελεν σταθῆ
πολλὰ διεξοδική, ὡσὰν ὁποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω καὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἐπίλοιπα.
Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον
εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς.
Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα
ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν
αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.
Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα
ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ
θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ
ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ
τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν
καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν
τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ
τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης
καὶ τῆς ἐκδικήσεως!
Ὦ Ἕλληνες, μάθετέ το διὰ πάντοτε, τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀνίκητα, καὶ
οἱ ὀθωμανοὶ θέλουν φύγει ἀπ᾿ ἔμπροσθεν τῶν ἁρματωμένων Ἑλλήνων. Μὴν ἀλησμονήσητε
πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων. Ἴδετε ὅτι
οἱ ὀθωμανοὶ ποτὲ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τοὺς καταδαμάσουν, οὔτε κἂν νὰ πλησιάσωσι τολμοῦσι
πλέον εἰς τὰ σύνορά των. Ἐνθυμηθῆτε, τέλος πάντων, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς νίκης εἶναι ἡ
ἀνθίστασις, καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οὔτε ἄγριοι, οὔτε οὐτιδανῆς ψυχῆς, καθὼς
οἱ ἐχθροί των ὀθωμανοί.
Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, τί νὰ σᾶς εἰπῶ περισσότερα, χωρὶς νὰ σᾶς ξαναειπῶ τὰ ἴδια. Ἡ
ὑπόθεσις εἶναι τόσον φανερά, ὁποὺ μοῦ κακοφαίνεται τῇ ἀληθείᾳ, νὰ ἠθέλησα νὰ σᾶς
τὴν ἀποδείξω. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀνάμεσα εἰς ἐκείνους ὁποὺ ἀμφιβάλλουν ἀπὸ ἱσχυρογνωμίαν,
ἢ μᾶλλον εἰπεῖν κακογνωμίαν, εὑρίσκονται τινές, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουσιν ἀπὸ ἀμάθειαν,
διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀπεφάσισα νὰ παραστήσω τὰς αἰτίας, ὁποὺ βιάζουσιν ἐνταυτῷ καὶ
εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γένους μας.
***
Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὰς προειρημένας αἰτίας, ὁποὺ ἀνέφερον, μένει ἀκόμη μία, ἡ
ὁποία τόσον εἶναι μεγάλη καὶ εὐκολονόητος, ὁποὺ πρέπει νὰ καταπείσῃ καὶ τοὺς πλέον
ἱσχυρογνώμονας: Ποῖος ἀμφιβάλλει, ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι τὸ μέρος εἶναι μικρότερον
ἀπὸ τὸ ὅλον; Ποῖος πρὸς τούτοις ἀμφιβάλλει, ὅτι μία δύναμις ὣς πέντε νικᾶ μίαν ἄλλην
ὣς δύο; Βέβαια οὐδείς. Οἱ Ἕλληνες λοιπὸν πρὸς τοὺς ὀθωμανούς, εἶναι ὣς τὰ ἑπτὰ πρὸς
τὸ ἕν, καθὼς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη. Καὶ ποῖος, παρακαλῶ σας, τώρα δὲν θέλει καταπεισθῆ
ἀπὸ αὐτὴν τὴν δεῖξιν, ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ νικήσωσι τοὺς ὀθωμανοὺς;
Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποὺ νὰ ἀμφιβάλλῃ καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁλοτελῶς ἀναίσθητος; Ἐγὼ
θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ κανεὶς τόσον δύσνους καὶ ἀνόητος.
Ὦ Ἕλληνες! Ὦ ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Καὶ ὀλιγότεροι ἂν ἤμεθα ἀπὸ τοὺς ὀθωμανούς,
ἀφεύκτως ἠθέλαμεν τοὺς νικήσει, διὰ τὰς τόσας αἰτίας ὁποὺ ἀνωτέρω εἶπον, πόσῳ μᾶλλον
ὄντες ἑπτάκις ἀνώτεροι εἰς τὴν ποσότητα! Οἱ ἐχθροί μας δὲ ὄχι κατὰ τὸν ἀριθμὸν μόνον,
ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ ἤθη, κατὰ τὴν ἀνδρείαν καὶ κατὰ τὴν μεγαλοψυχίαν, εἶναι ἑκατὸν
φορὰς ὑποδεέστεροί μας. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν νικήσωμεν τοὺς ἐχθρούς μας;
Ἴσως πάλιν κανένας ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ συνηθίζουν νὰ ἐρωτῶσι, χωρὶς νὰ καταλαμβάνωσι,
ἤθελεν ἀποκριθῆ: «Ἂν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, διατί λοιπὸν μέχρι τῆς σήμερον δὲν τοὺς
ἐνίκησαν;» Καὶ πότε ἐπολέμησαν, ἀνόητε ἄνθρωπε, καὶ δὲν τοὺς ἐνίκησαν; Αὐτοὶ οἱ
ὀλίγοι φευγάτοι εἰς τὰ δάση, ὁποὺ καθημερινῶς πολεμοῦσι καὶ νικοῦσι, δὲν εἶναι ἱκανοὶ
ἴσως νὰ σοῦ ἀποδείξουν τὴν ἀλήθειαν; Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων,
ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν
ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των; Ὁ Γεώργιος δὲν ἐλευθέρωσεν
ἴσως τοὺς Σέρβους; Καὶ ποῖος ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ Ρήγας ἤθελεν ἐλευθερώσει τὴν Ἑλλάδα,
ἂν ἡ φθονερὰ τύχη μας δὲν ἤθελεν δανείσει τῆς προδοσίας τὸ μιαρὸν ξίφος εἰς τὰς
χεῖρας τοῦ σκληροῦ Οἰκονόμου;
Ἀλλ᾿ ἰδοὺ πάλιν ἄλλος, ἀπ᾿ ἐκείνους ὁποὺ κρίνουν τὰ πράγματα καθὼς τὰ βλέπουν,
καὶ ὄχι καθὼς εἶναι, νὰ λέγῃ: «Ἔ! ἕνας ἦτον ὁ Ρήγας, καὶ ἄλλος δὲν εὑρίσκεται».
Ὤ, πόσον λανθάνεται, ὅποιος ἔτζι στοχάζεται! Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω τοιαύτην ἀτιμίαν
τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ μάλιστα τοῦ γένους μας, πιστεύοντάς το. Καὶ ἂν μέχρι τοῦ νῦν
δὲν ἐφάνη, ὄχι διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου; Μόνον οἱ ἀκατάπειστοι
ἂς προσμείνουν νὰ ἰδοῦν εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν
ἐντροπήν τους.
Ἐσεῖς δέ, ὦ μιμηταὶ τοῦ μεγάλου Ρήγα, ἀκούσατε μερικὰς ἐνθυμήσεις, ὁποὺ τώρα
θέλω σᾶς καταγράψει, διὰ νὰ δώσω τέλος τοῦ λόγου μου, καὶ ἐνταυτῷ νὰ ἀποδείξω τὰ
μέσα μιᾶς ἐπαναστάσεως καὶ ἐπανορθώσεως τοῦ γένους μας.
Ἐγὼ δὲν νομίζω μ᾿ ἐτοῦτο νὰ σᾶς συμβουλεύσω, ὦ ἀγαπητοί μου, ἐπειδὴ ἠξεύρω, ὅτι
ὁ μεγαλείτερος διδάσκαλος εἶναι ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, καὶ ἐσεῖς τὸν αἰσθάνεσθε, ὅσον
χρειάζεται. Τὸ θέμα ὅμως τὸ καλεῖ, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἀρετὴ πρέπει νὰ
εἶναι ὁ ὁδηγὸς τῶν ἐπιχειρημάτων σας. Ὁ σκοπός σας πρὸς τὸ καλὸν τὸ γενικόν, καὶ
ὄχι τὸ μερικόν, νὰ ἀποβλέπῃ πάντοτε.
Ἡ φρόνησίς σας θέλει σᾶς διδάξει, πῶς νὰ φυλάξητε τὸ μυστικόν. Ἐγὼ σᾶς ἐνθυμῶ
μόνον, ὅτι οἱ προδόται εὑρίσκονται πανταχόθεν. Ἡ ἐμπειρία σας θέλει σᾶς δείξει τὰ
εὐκολοφύλακτα χωρία καὶ τοὺς φιλοπάτριδας καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ἐγὼ δὲ σᾶς ἐνθυμῶ
πόσον συμφέρουν εἰς τὴν ἐπιχείρησίν σας. Ἐσεῖς δὲν εἶσθε χρυσολάτραι, ἐγὼ δὲ σᾶς
ἐνθυμῶ, ὁπόσον οὐτιδανώνει ἡ φιλαργυρία μίαν ἡρωϊκὴν ψυχήν. Ἐσεῖς, τέλος πάντων,
ἠξεύρετε πῶς νὰ νικήσητε, ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω νὰ καλομεταχειρισθῆτε τὰς νίκας σας.
Μὴν ἀλησμονήσητε τὴν ταχύτητα τοῦ καιροῦ, διὰ νὰ μὴν ἀπερνᾶ οὔτε μία στιγμή,
ὁποὺ νὰ μὴν εἶναι στεφανωμένη ἀπὸ τὰ χρηστὰ κατορθώματά σας. Εἶσθε προβλεπτικοί.
Βραβεύσατε τὴν ἀξιότητα εἰς ὅποιον ὑποκείμενον τὴν εὕρετε, τιμωρήσετε τὰ ἁμαρτήματα
ὁμοίως. Καί, τέλος πάντων, κράξατε πρὸς τοὺς συναδελφούς μας Ἕλληνας καὶ εἴπατε
αὐτῶν:
Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν
σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας. Ποῖος δὲν κόπτει τὸν δάκτυλον, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ τὴν χεῖρα
του; Λάβετε τὰ σπαθία τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν,
διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας. Ἂς εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν, ὁποὺ δὲν ἐγεννήθημεν
ἕνα αἰῶνα πρωτύτερα, ἀλλ᾿ ἐγεννήθημεν εἰς καιρὸν ἐπιτηδειότατον εἰς τὸ νὰ ἐλευθερώσωμεν
τὴν πατρίδα μας. Ποία μεγαλειτέρα εὐχαρίστησις διὰ ἕνα ἄνθρωπον ἀπὸ αὐτὴν! Μὴν βραδύνετε
λοιπόν, ὦ ἀγαπητοί, τὴν ὑπόθεσιν. Ἂς ξεσπαθώσωμεν μίαν φοράν, καὶ τὸ πρᾶγμα θέλει
ἔλθει μόνον του εἰς τὸ τέλος.
Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, πρέπει νὰ πέσῃ ἐξ ἀποφάσεως, ἢ οὕτως
ἢ οὕτως. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὸ γένος μας, ἂν κυριευθῇ ἀπὸ ἑτερογενὲς βασίλειον.
Τότε οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν μείνει πλέον Ἕλληνες, ἀλλὰ κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον θέλουν
διαφθαρῆ τὰ ἤθη των, καὶ θέλομεν μείνει πάλιν δοῦλοι, καὶ δοῦλοι ἴσως, πάλιν, ἀλευθέρωτοι
διὰ πολλοὺς αἰῶνας.
Διὰ τὴν ἀγάπην τῆς τιμῆς μας, στοχασθῆτε το μὲ προσοχήν. Μὴν σᾶς πλανήσουν τὰ
ταξίματα τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἀποστολῶν τῶν ξένων βασιλειῶν. Αὐτοὶ εἶναι τόσοι σκλάβοι,
καὶ διὰ νὰ μετριάσουν τὴν ἐντροπήν των, προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸν ἀριθμόν των.
Αὐτοὶ δὲν προσκυνοῦσι, εἰμὴ τὸν βασιλέα των καὶ τὸν χρυσόν. Μὴν στοχάζεσθε, ὦ ἀδελφοί
μου, ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς θέλει θυσιάσει καὶ χρυσὸν καὶ στρατιῶτας, διὰ νὰ διώξῃ
τὸν ὀθωμανὸν καὶ νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἔπειτα ἐλευθέρους! Ὤ, κάλλιον ἕνας σεισμὸς ἢ ἕνας
κατακλυσμὸς νὰ μᾶς ἀφανίσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν πλέον εἰς ξένον
σκῆπτρον.
Διατί, ὦ Ἕλληνες ἀγαπητοί μου, νὰ προσμείνωμεν νὰ μᾶς δανείσῃ ἄλλος ἐκεῖνο, ὁποὺ
ἡμεῖς ἔχομεν; Χίλιας φορὰς περισσότερον αἷμα ἤθελεν ἐκχυθῆ, ἂν ἤθελεν εἰσέλθει ξένον
σπαθὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρὰ ἂν ἠθέλαμεν ἐλευθερωθῆ μόνοι μας. Μὴν σᾶς δειλιάσῃ πρὸς
τούτοις ἡ ἀπειρία μας, ἀλλ᾿ ἴδατε τοὺς Σέρβους (12). Ἴδατε
ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ
μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον
ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.
Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, ὅτι χρειάζονται αἰῶνες, διὰ νὰ καλλωπισθῇ τὸ γένος μας
καθὼς πρέπει. Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Τὸ νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ νὰ καλλωπισθῇ εἶναι τὸ αὐτό,
καὶ θέλει ἀκολουθήσει εἰς τὸν ἴδιον καιρόν. Μὴν σᾶς φοβίσουν τὰ μέσα, ὅ,τι λογῆς
καὶ ἂν εἶναι· ἀποβλέψατε μόνον εἰς τὸ χρηστὸν τέλος. Ὁ καλὸς ναύτης ταξιδεύει μὲ
ὅλους τοὺς ἀνέμους. Οὕτως καὶ ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδος, εἰς κάθε περίστασιν, ὁποὺ
τὸ τυχὸν διορίσῃ, ἠμπορεῖ πάντοτε νὰ διοικήσῃ καλῶς, ὡσὰν ὁποὺ ὁ σκοπός του εἶναι
ἕνας, ἓν τὸ τέλος του, λέγω τὸ κοινὸν ὄφελος.
Ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν ηὔξησεν τόσον, ὁποὺ μόνη της προδεικνύει τὸν ἀφανισμόν
της. Ἡ Ἐλευθερία ἐπλησίασεν εἰς τὴν προτέραν της κατοικίαν. Ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγος
τοῦ Ἄρεως ἐξύπνησεν ἀπὸ τοὺς τάφους των τῶν προγόνων μας τοὺς ἥρωας. Ἰδοὺ ὁ Δημοσθένης,
ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, θεωρεῖ δεύτερον Φίλιππον εἰς τὸν τύραννον τῆς Ἠπείρου. Ἰδοὺ ὁ Λυκοῦργος
βλέπει ἄλλους Σπαρτιάτας εἰς τοὺς Σουλιώτας καὶ Μανιάτας. Ὁ μέγας Λεωνίδας ἀκούει
τὰ τύμπανα τῆς νίκης καὶ εὐφραίνεται. Ὁ τύραννος τῆς Συρακούζης Διονύσιος βλέπει
καὶ αὐτὸς μακρόθεν τὸν τύραννον τῶν ὀθωμανῶν καὶ προβλέπει τὸ τέλος του. Ἤγγικεν
ἡ ὥρα, ὦ Ἕλληνες, τῆς ἐλευθερώσεως τῆς πατρίδος μας! Τὸ τέλος τῶν τυράννων εἶναι,
ἀδελφοί μου, πασίδηλον! Ὅλοι ἀπὸ τὸν θρόνον μετέρχονται εἰς τὸν ᾍδην μὲ βίαιον θάνατον
καὶ δὲν μένει ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλο, εἰμὴ τὸ βρωμερὸν ὄνομά των διὰ κατάραν εἰς τὰ στόματα
τῶν μεταγενεστέρων.
Ὦ Ἕλληνες! Οἱ ποταμοὶ αἵματος τῶν συγγενῶν μας καὶ φίλων μας, ὁποὺ ἐχύθησαν ἀπὸ
τὸ ὀθωμανικὸν σπαθί, ζητοῦσιν ἐκδίκησιν. Τόσοι ἄλλοι, ὁποὺ μέλλουσι νὰ χυθῇ, ζητοῦν
βοήθειαν. Ἀλλοίμονον λοιπὸν εἰς τὰ ἀπρόσεκτα πνεύματα, καὶ μακάριοι οἱ συνδρομηταί!
Ναί, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀκόμη μίαν φορὰν διὰ πάντα σᾶς τὸ ἐνθυμῶ, ὅτι καιρὸς
τῆς δόξης ἔφθασεν, καὶ κάθε μικρὰ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιζήμιος καταπολλὰ εἰς ἡμᾶς. Ἂς
τρέξωμεν λοιπὸν ὅλοι μας, ναί, ὅλοι μας, πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἄμποτες κἀγώ,
σὺν τοῖς λοιποῖς φιλογενέσι μου, νὰ ἀξιωθῶ ὀγλήγορα νὰ χύσω τὸ αἷμα μου διὰ τὴν
σωτηρίαν τῆς γλυκυτάτης μου πατρίδος καὶ νὰ αἰσθανθῶμεν ὅλοι μας ἢ τὴν χαρὰν τοῦ
Θεμιστοκλέους ἢ τοῦ Ἐπαμεινώντα.
Ἔ! πόσον γλυκὺ πρᾶγμα εἶναι νὰ ὁμιλῇ τινὰς τὴν ἀλήθειαν! Γλυκύτερον ὅμως καταπολλὰ
εἶναι νὰ ἐκφέρῃ εἰς φῶς ἀληθείας ἐπωφελεῖς. Αὐτὸ ἐγὼ ἐπροσπάθησα, ἀγαπητοί μου,
νὰ ἐκτελέσω καὶ ἐλπίζω νὰ ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ μου. Ἄχρηστον ἤθελεν εἶναι εἰς ἕνα
ἄρρωστον, ἂν ὁ ἰατρός, ἀφίνοντας κατὰ μέρος τὸ πάθος του, ἤθελε τοῦ ὁμιλήσει περὶ
ἄλλων παθῶν. Διὰ τοῦτο κἀγώ, γνωρίζοντας τὴν ἀληθῆ ἀσθένειαν τῆς Ἑλλάδος, περὶ αὐτῆς
μόνον ἀπεφάσισα καὶ ὡμίλησα τῶν ἀδελφῶν μου Ἑλλήνων.
Ἀπέδειξα τί ἐστὶ ἐλευθερία. Ἔπειτα ἐφανέρωσα πόσον ἀναγκαῖον ἀπόκτημα εἶναι εἰς
τὸν ἄνθρωπον· ὅτι μόνον αὕτη τὸν ἀποκαταστεῖ ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, ὄντας ὁ δοῦλος
ποταπότερος καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια ἄλογα ζῶα.
Τὰ ὀλίγα παραδείγματα ὁποὺ ἀνέφερα ἀπὸ τὴν ἀναρίθμητον ποσότητα, ὁποὺ ἡ ἱστορία
μᾶς διηγεῖται, ἀπέδειξαν ὁπόσων μεγάλων κατορθωμάτων εἶναι πρόξενος ἡ ἐλευθερία.
Δὲν ἔλειψα ἀπὸ τὸ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τὸ χρέος, ὁποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει νὰ διαυθεντεύσῃ
τὴν Πατρίδα του καὶ τὴν Ἐλευθερίαν του. Τέλος πάντων, ἀγαπητοί μου, ἐπροσπάθησα
νὰ σᾶς ἀποδείξω, πόσον εὔκολος εἶναι ἡ ἐπανόρθωσις τῆς Ἑλλάδος.
Ὁ χαρακτήρ μας, ἡ ποσότης μας, τὰ ἤθη μας, τὸ γῆρας τῆς τυραννίας, τὸ πλῆθος
τῶν συνδρομητῶν καὶ ἡ φυγὴ τῆς ἀμαθείας, ἐστάθησαν τὰ ἀναντίρρητα δικαιολογήματά
μου. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἔδειξα τοῦ καθενὸς ποῦ εὑρίσκεται ἡ εὐτυχία του. Ἄμποτες, λοιπόν,
ὅλοι μας νὰ κινήσωμεν πρὸς ἀπάντησίν της, καὶ νὰ ἀξιωθῶμεν ταχέως νὰ δοξάσωμεν τὸ
ὄνομα τῆς Ἑλλάδος, καὶ σκιρτίζοντες νὰ ἀλαλάξωμεν: Ζήτω ἡ Ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων
εἰς αἰῶνας αἰώνων! Γένοιτο, γένοιτο!
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ
----------
(1) Οἱ τοιοῦτοι ἠμποροῦν νὰ παρομοιασθοῦν εἰς τὰς γραίας
γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δίκαιον, καὶ
ὅταν τινὰς τῶν ἀποδείξῃ τὸ ἄδικόν των, αὐταί, εὐθὺς ἀλλάζουσι ὁμιλίαν, καὶ εἶναι
ἀδύνατον νὰ ἠμπορέσῃ τινὰς νὰ τὰς καταπείσῃ.
(2) Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου,
ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα,
καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!
(3) Εὑρίσκονται μερικοὶ ὀθωμανοί, ἤ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα,
ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁπωσοῦν ἄνθρωποι, ὁποὺ δὲν παύουν, ἀπὸ τὸ νὰ λέγωσι ἐν παρρησίᾳ,
ὅτι ἔφθασεν τὸ βασίλειόν των εἰς τὸ τέλος του. Οἱ ἴδιοι ἀλλογενεῖς, τὸ βλέπουσι,
καὶ ἄλλοι μὲν χαίρονται, ὅσοι τοὺς Ἕλληνας δὲν μισοῦσι, οἱ περισσότεροι ὅμως λυποῦνται.
(4) Ὤ, πόσον ταχύτερα καὶ εὐκολώτερα ἤθελε φωτισθῶσιν οἱ
παῖδες τῶν Ἑλλήνων, ἂν αἱ παραδόσεις τῶν ἐπιστημῶν ἐγίνοντο εἰς τὴν ἁπλῆν μας διάλεκτον!
Ἄμποτες λοιπόν, νέοι συγγραφεῖς νὰ πλουτίσωσι καὶ τιμήσωσι τὴν γλῶσσαν μας μὲ τὰ
πονήματά των, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ μείνῃ μία μάθησις ξεχωριστή, καὶ νὰ νομίζηται ὡς
ἕνας στολισμὸς κατὰ μέρος ἑνὸς μαθητοῦ, καὶ ὄχι ποτὲ ἀναγκαῖον μέσον, καθὼς ἦτον,
ἕως τὴν σήμερον, εἰς τὸ νὰ σπουδάσῃ τινὰς τὰς ἐπιστήμας. Καὶ διατί νὰ χάσῃ ὁ ταλαίπωρος
νέος τρεῖς καὶ τέσσαρας χρόνους εἰς τὴν σπουδὴν μιᾶς γλώσσης -καὶ σχεδὸν νὰ μὴν
τὴν μάθῃ!- εἰς καὶ καιρόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε μὲ ὀλιγοτέρους κόπους- οὖσα ἡ σπουδὴ μιᾶς
γλώσσης ἡ πλέον ἐνοχλητικὴ - καὶ εἰς ὀλιγότερον καιρὸν νὰ σπουδάσῃ καὶ νὰ μάθῃ ἐντελῶς
τὰς ἀναγκαιοτέρας τῶν ἐπιστημῶν; Ἂς ἀποδώσωμεν, λοιπόν, αὐτὴν τὴν τυφλότητά μας,
μαζὶ μὲ τόσας ἄλλας, εἰς τὴν τυραννίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὄλεθρος τοῦ ὀρθῶς νοεῖν,
καὶ ἂς ἐλπίσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς αὐτὴν τὴν διόρθωσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄξια ὑποκείμενα,
ὁποὺ ἠμποροῦν, ἀφοῦ τὸ εἰπῶσι, νὰ τὸ κάμωσιν ἐνταυτῷ, ἐγὼ δὲ σιωπῶ ἐξ αἰτίας τῆς
συντομίας, ὁποὺ εἶμαι στενοχωρημένος νὰ φυλάξω. Τὸ κοινὸν ὄφελος πρέπει νὰ προκρίνεται
ἀπὸ τὸ μερικόν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ νεολαία δὲν πρέπει νὰ ὑποφέρῃ πλέον τοιαύτην ἀνόητον
συνήθειαν, ὁποὺ νὰ ζητῇ τὰ ἀφανῆ διὰ τῶν ἀφανῶν, οὔτε μερικοὶ διδάσκαλοι νὰ καυχῶνται
παραπολὺ διὰ τὸ ὅτι ἠξεύρουσι τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν, οἱ ὁποῖοι, τῇ ἀληθείᾳ, ἠμποροῦν
νὰ παρομοιασθοῦν μὲ τινάς, οἵτινες ὄντες γυμνοὶ εἰς τὸ σῶμα, φέροσι πολύτιμα καλύμματα
εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα νέον ὁποὺ εἶχε σπουδάξει δέκα ἓξ χρόνους εἰς τὸ
σχολεῖον τῆς Πάτμου, καὶ ἦτον εἴκοσι ἓξ χρόνων, ὅταν ἐβγῆκεν μὲ τὸ τίτλον τοῦ λογιωτάτου,
μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤξευρε νὰ παραστήσῃ πῶς γίνεται ἡ ἔκλειψις τῆς σελήνης. Ἤξευρεν
ὅμως ἐκ στήθους ὅλον σχεδὸν τὸ τρίτον τοῦ Γαζῆ.
(5) Ἡ Ἑλλὰς χρεωστεῖ αὐτὴν τὴν χάριν ἐκείνων τῶν ὀλίγων φιλοπάτριδων,
οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν μέρος τῆς περιουσίας των καὶ ἔκτισαν σχολεῖα, πληρώνοντες ὄχι
μόνον τοὺς διδασκάλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰδίους μαθητάς, ὅταν εἶναι πτωχοί. Ἐπλούτισαν
τὰ σχολεῖα μὲ τὰ ἀναγκαιότερα βιβλία, τόσον ἐπιστημονικὰ καθὼς καὶ ἠθικά, ὁποὺ ἔκδωσαν
εἰς τύπον, μὲ τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα τῆς μαθηματικῆς καὶ φυσικῆς, καί, ἐν ἑνὶ λόγῳ,
τὰ πάντα ἐπρόβλεψαν.
(6) Εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ, ὁποὺ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἥρωας
μὲ μόνον δέκα ἓξ συντρόφους ἐφυλάχθη πολλοὺς χρόνους ἐλεύθερος εἰς τὰ μέρη τοῦ Ξηρομεριοῦ,
καὶ συνεκρότησεν μυρίους πολέμους ἐναντίον πολλῶν ἑκατοντάδων ἐχθρῶν.
(7) Οἱ νῦν ἀρχιστράτηγοι τῶν ἀλλογενῶν, ἀφοῦ κατὰ συνήθειαν
προστάξωσιν ὅσα ἔμαθον νὰ λέγωσι, τότε ἐπιστρέφουσιν εἰς τὰ ὄπισθεν, μὲ πρόφασιν
διὰ νὰ μὴν βάλουν εἰς κίνδυνον τὰ στρατεύματα μὲ τὸν χαμὸν τῆς ζωῆς των, καὶ οὕτως
πολλάκις κλέπτουσι τὴν τιμὴν μιᾶς νίκης, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν ἔλαβον ἴσως τὸ
παραμικρὸν μέρος, καὶ πάντοτε μὲ τὴν ἀπουσίαν τους προξενοῦσι τὴν σύγχυσιν, ὁποὺ
εἶναι πρόδρομος τῆς ἥττας.
(8) Τὸ μικρὸν παιδάριον ἑνὸς ἥρωος Σουλιώτου, ὁποὺ ὁ τύραννος
Ἀλῆς ὡς αἰχμάλωτον ἐφύλαττε εἰς τὴν μητρόπολιν τῶν Ἰωαννίνων μαζὶ μὲ τὴν μητέρα
του καὶ ἀδελφάς του, δὲν ὑπέφερνε τοιαύτην φυλακήν, καὶ ἀλλέως δὲν ἠμπόρεσαν νὰ
τὸ ἡμερώσουν, παρὰ δίδοντάς του τὰ πολεμικὰ ἅρματα, μὲ τὰ ὁποῖα παίζοντας ἡσύχασεν.
(9) Πολλοὶ χωριάτες, μάλιστα δὲ οἱ Σουλιῶτες, τόσον εἶναι
ἐπιτήδειοι εἰς τὸ νὰ σημαδεύουσιν μὲ τὸ βόλι, ὁποὺ πολλάκις τὸ περνοῦσι ἀπὸ ἓν δακτυλίδι.
Ἔχουσι δὲ καὶ τὴν ὅρασιν τόσον ὀξεῖαν καὶ καθαράν, ὁποὺ βλέπουσι τὴν νύκτα περισσότερον
ἀπ᾿ ὅ,τι βλέπουσιν οἱ ἀκαδημικοὶ τῆς Κρούσκας τὴν ἡμέραν.
(10) Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος δὲν εὑρίσκεται
ἰατρός· ἢ, διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα, δὲν εὑρίσκεται ἄρρωστος.
(11) Ὅποιος παρατηρήσῃ τὰ παιγνίδια τῶν παίδων καὶ νέων
εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ τὸ ἡρωϊκὸν πνεῦμα των, ὡσὰν ὁποὺ ἡ τύχη
δὲν ἔχει τὸ παραμικρὸν μέρος εἰς αὐτά, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀνδρεία, καὶ μᾶλλον ἡ ἀγχίνοια.
Πρὸς τούτοις τὰ παιδάρια συγκροτοῦν πολέμους ἀναμεταξύ των, τόσον εἰς ὅλα τὰ χωρία
σχεδόν, καθὼς καὶ εἰς διαφόρους πόλεις (εἰς τὰς ὁποίας τῶν ὀθωμανῶν τὰ παιδία εἶναι
διὰ παραπλήρωσιν καὶ φεύγουν τὰ πρῶτα εἰς τὴν παραμικρὰν στενοχωρίαν). Τὰ ἅρματά
των εἶναι τόσα ξύλα, καὶ πολλάκις μεταχειρίζονται καὶ πέτρας. Τόσον τακτικὰ καὶ
στοχαστικὰ διαυθεντεύονται καὶ πολεμοῦσι, ὁποὺ εἶναι ὄντως ἄξια θαυμασμοῦ. Πολλάκις
ὁ πόλεμος καὶ ἡ ἀδιάκοπος συγκρότησις βαστᾶ ἕως τρεῖς ὥρας. Φυλάττουσι μὲ πᾶσαν
ἀκρίβειαν τοὺς πολεμικούς των νόμους, καὶ ἂν κανένας δὲν ὑπακούσῃ, εὐθὺς οἱ λοιποὶ
τὸν ἐκβάλλουν ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν πολεμούντων. Ὑποδέχονται τοὺς αἰχμαλώτους μὲ
κάθε καλωσύνην, ἀγκαλὰ καὶ νὰ τοὺς παρηγοροῦσιν εἰρωνικῶς. Αὐταὶ αἱ γυμνάσεις ἀκολουθοῦν
εἰς τὰς ἑορτάς, καὶ πάντοτε κρυφίως, ἐπειδὴ ὁ ὀθωμανὸς κυβερνητὴς δὲν τοὺς τὸ συγχωρεῖ
ἢ ἀπὸ ἀμάθειαν ἢ ἀπὸ φθόνον. Πολλάκις ἀκολουθεῖ καὶ θάνατος εἰς αὐτὰς τὰς γυμνάσεις.
Μ᾿ ὁλον τοῦτο ἡ φυσικὴ κλίσις τῶν νέων εἰς τὰ ἅρματα δὲν ψηφεῖ οὔτε φοβερισμούς,
οὔτε κίνδυνον, καὶ σχεδὸν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ συνήθεια.
(12) Ὁ ἀγαλματοποιὸς προτιμεῖ ἓν μάρμαρον ἀκέραιον καὶ ἀδούλευτον,
παρὰ ἓν μισοδουλευμένον. Ἐπειδὴ μὲ τὸ πρῶτον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι λογῆς ἄγαλμα θελήσῃ,
ἀλλὰ μὲ τὸ δεύτερον πρέπει νὰ κάμῃ ὄχι ἐκεῖνο ὁποὺ θέλει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ὁποὺ ἠμπορεῖ
νὰ γίνῃ. Οὕτω καὶ οἱ νῦν Ἕλληνες, μὴ ὄντες γενικῶς πεπαιδευμένοι, εἶναι εὐκολώτερον
νὰ καλοπαιδευθῶσιν, παρὰ ἂν ἦτον κακῶς πεπαιδευμένοι. Ἡ ἐλευθερία εἶναι σχολεῖον
εὐρυχωρότατον καὶ ἡ θέλησις ὁ πλέον ἐπιτήδειος διδάσκαλος.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΑΝΑΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ
Σ. ΚΑΙ Κ.
Ο ΣΥΓ(ΓΡΑΦΕΥ)Σ. Ἀδελφοί μου, χαίρετε! (τοὺς ἀσπάζεται).
Ο Σ. Δὲν ἠξεύρω πότε θέλει ἀλλάξεις ἰδιώματα. Αὐτὰ τὰ φιλιά σου!..
Ο Κ. Τῇ ἀληθείᾳ εἶναι παράξενος· (λέγει πρὸς τὸν Σ.) Εἰς ὅποιον μέρος μὲ ἀπαντήσῃ,
εὐθὺς ὁρμεῖ νὰ μὲ φιλήσῃ. Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸν ἀφήνω, καὶ πολλάκις...
Ο ΣΥΓ. Διατί, ἀδελφοί μου, σᾶς κακοφαίνεται; Ἐσεῖς γνωρίζετε τὴν καρδίαν μου
πόσον εἶναι καταπικραμένη ἀπὸ τὰς καταδρομὰς τῆς τύχης, καὶ θέλετε νὰ μὲ ὑστερήσητε
ἀκόμη ἀπὸ αὐτὸ τὸ μόνον καλὸν ὁποὺ μοῦ ἔμεινε! Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ὅταν σᾶς φιλῶ,
αἰσθάνομαι μίαν ἡδύτητα ἀνέκφραστον, καὶ... Ἀλλ᾿ ἂς ἀφήσωμεν τὰ τοιαῦτα. Εἰπέτε
μοι, παρακαλῶ, ἀναγνώσατε τὸ βιβλίον, ὁποὺ πρὸ ἡμερῶν σᾶς ἔδωσα;
Ο Σ. Τὸ θαυμαστὸν πόνημά σου; (εἰρωνικῶς).
Ο Κ. Τὴν Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν; (εἰρωνικῶς).
Ο ΣΥΓ. Ναί.
Ο Σ. [Τὸ ἀναγνώσαμεν].
Ο Κ. [Τὸ ἀναγνώσαμεν].
Ο Σ. Τί λωλαμάδα! Ἠθέλησες καὶ σὺ νὰ δείξῃς τὴν ἀξιότητά σου, καί, διὰ νὰ εἰπῶ
ἔτζι, ἡ ὑπερηφάνειά σου σ᾿ ἐτύφλωσε τόσον, ὁποὺ μὲ τοὺς ἰδίους σου κόπους καὶ μὲ
ἔξοδά σου ἠθέλησες νὰ ἀποκτήσῃς βάσανα. Καὶ ἐνθυμήσου τοὺς λόγους μου.
Ο Κ. Τῇ ἀληθείᾳ, ἂν κανένας ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ὀνειδίζεις, κατὰ δυστυχίαν, γνωρίσῃ
ὁποῖος εἶσαι, ἠμπορεῖ νὰ σὲ βλάψῃ, καὶ ἴσως περισσότερον ἀπ᾿ ὅ,τι φοβεῖσαι.
Ο Σ. Καὶ ποῖον ἄφησε ἄβριστον; Βασιλεῖς, ἀρχιεπισκόπους, εὐγενεῖς, πλουσίους...
Ο Κ. Ἠθέλησες πρὸς τούτοις, φίλε μου, νὰ ὁμιλήσῃς διὰ πολλὰ πράγματα· καὶ εἰς
τόσον μικρὸν βιβλίον, βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ τινὰς νὰ εἰπῇ ὅσα χρειάζονται.
Ο Σ. Ἔ, κάψε τα, κάψε τα, ἀγαπητέ μου, ὅσα σώματα καὶ ἂν ἐτύπωσες, κάψε καὶ τὸ
χειρόγραφον, διὰ νὰ μὴν εὕρῃς βάσανα.
Ο ΣΥΓ. Νὰ τὰ κάψω! (μὲ ἐνθουσιασμὸν καὶ μεγαλοφώνως). Ὦ Πατρίς! Ὦ Ἑλλάς! Ὦ Ἕλληνες!
Ὦ φίλοι μου γλυκύτατοι! (πίπτει λιποθυμισμένος).
Ο Σ. Πῶς ἔμεινεν ἄλαλος! (λέγει πρὸς τὸν Κ.).
Ο Κ. Πῶς ἐκιτρίνισε!
Ο Σ. Μοὶ φαίνεται νὰ δακρύζῃ.
(Ὁ Κ. τὸν ἀνασηκώνει καὶ μετ᾿ ὀλίγου, ἀναλαμβάνων ὁ συγγραφεύς, λέγει:)
Ο ΣΥΓ. Ὦ Θεέ μου! Εἶσθε ἐσεῖς, ὁποὺ μοῦ λέγετε τοιαῦτα λόγια; Ἔ, ἀδελφοί μου,
ἐσεῖς βέβαια δὲν εὑρίσκεσθε εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις ὁποὺ εὑρίσκομαι ἐγώ, οὔτε
αἰσθάνεσθε ὅλον τὸ βάρος τῆς τυραννίας καὶ ὅλας τὰς δυστυχίας τῆς Ἑλλάδος ὅσον ἐγὼ
τὰς αἰσθάνομαι. Ἐγώ, ναί! Ἐγὼ δὲν ζῶ, εἰμὴ ὡς Ἕλλην οὔτε ἄλλο τι ἠμπορεῖ νὰ μοῦ
καταστήσῃ ποθητὴν τὴν ζωήν μου, εἰμὴ ἡ Ἑλλάς. Ἡ καρδία μου εὐθὺς ἀρχίζει νὰ ταράττεται
βιαίως, ὅταν ἀκούω τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μου.
Ἔ, φίλοι μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς παραστήσω τὴν ταλαιπωρίαν τοῦ γένους μας·
οὔτε ὅλοι ὑποφέρουσιν ἐξ ἴσου, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ αἰσθανθῶσι μὲ τὴν ἰδίαν δύναμιν
ὅλοι οἱ Ἕλληνες τὰ ἀνυπόφορα κεντήματα τῆς ἀγανακτήσεως ἐναντίον τῶν τυράννων τῆς
Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο... (οἱ φίλοι του θέλουσι νὰ τὸν ἀντισκόψωσι ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν,
καὶ ὁ συγγραφεὺς ἐξακολουθεῖ οὕτως:) Ἐγὼ προβλέπω τί θέλετε νὰ μ᾿ ἐρωτήσητε,
ὦ ἀγαπητοί μου, καὶ ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς προλαμβάνω. Ἀκούσατε λοιπὸν μὲ πᾶσαν εἰλικρίνειαν
τὸ πῶς καὶ διατί ἐσύνθεσα αὐτὸν τὸν λόγον μου, καὶ ἐλπίζω νὰ ἀπολαύσω τὴν συγνώμην
σας εἰς τὰ ἀκούσια σφάλματά μου καὶ τὴν εὐχαρίστησίν σας εἰς τὸ ἐπιχείρημά μου.
Περιττὸν μοῦ φαίνεται νὰ σᾶς παραστήσω τὸν χαρακτῆρα μου, ἐπειδὴ οὐδεὶς ἄλλος
καλλιώτερα ἀπὸ ἐσᾶς μὲ γνωρίζει. Δὲν ἀγνοεῖτε πρὸς τούτοις, ὅτι αἱ δυστυχίαι τῆς
Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, καὶ ἡ καταδρομὴ τῆς τύχης ἀπὸ τὸ ἄλλον, ηὔξησαν τὰς κατὰ
μέρος ἐδικάς μου δυστυχίας εἰς τὸ ἄπειρον. Δι᾿ ἀρκετοὺς χρόνους, λοιπόν, ἔζησα τυραννημένος
ἀπὸ μίαν ἀδιάκοπον ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία μ᾿ ἐφύλαττε παντοτινὰ καταβεβυθισμένον εἰς
θλιβεροὺς στοχασμούς.
Τὰ ψυχικὰ πάθη μου σχεδὸν εἶχον νενεκρωθῆ, καὶ εἰς ἄλλο δεν ἐτελείωνε κάθε στοχασμός
μου, παρὰ εἰς τὸ ἀδιακόπως παρ᾿ ἐμοῦ μελετημένον τέλος. Οὔτε δι᾿ ἄλλο τίποτε ἐστοχάσθην,
εἰμὴ διὰ τὸ πῶς νὰ ἠμπορέσουν νὰ παύσουν αἱ γενικαὶ δυστυχίαι τοῦ γένους μας, ὁποὺ
νὰ παύσουν ἐξακολούθως καὶ αἱ ἐδικαί μου, οὖσαι τόσον ἑνωμέναι ἀλλήλων των, ὥστε
ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀναπαυθῇ ὁ φίλος σας, ἐν ὅσῳ σώζεται ἡ τυραννία τῆς Ἑλλάδος. Ὅθεν,
μόνον ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, μόνον καὶ μόνον αὐτὸς ἐκυρίευεν τὴν ψυχήν μου· οὔτε ἄλλη
ἐπιθυμία ἠμποροῦσε πλέον νὰ ἔχῃ χώραν, αὐτοῦ ὄντος, εἰμὴ τὸ θεῖον δῶρον τῆς φιλίας.
Καὶ οὕτως ἡ γλυκεῖα συναναστροφή σας καὶ ἡ ἀνάγνωσις τινῶν συγραφέων μ᾿ ἐπαρηγοροῦσαν
ὁπωσοῦν.
Ἀλλά, φεῦ! Ὅταν εἰς τὴν ἐνθύμησίν μου ἤρχετο ὁ σημερινὸς ὄλεθρος τῆς Ἑλλάδος
καὶ τὰ ἀνήκουστα καὶ σχεδὸν ἀπίστευτα βάσανα τῆς πατρίδος μου, εὐθὺς ἕνας παράξενος
τρόμος ἀγανακτήσεως μ᾿ ἐκυρίευεν ὅλον, ὁπού, σᾶς βεβαιῶ, ὦ φίλοι μου, δέν ἠμποροῦσα
οὔτε νὰ γράψω, οὔτε νὰ ἀναγνώσω, οὔτε κἂν νὰ ὁμιλήσω. Καὶ μόνος ἔλεγον εἰς τὸν ἑαυτόν
μου: «Ἔ, διατί οἱ Ἕλληνες νὰ εἶναι δοῦλοι! Διατί νὰ μὴν ἐλευθερωθοῦν μέχρι τῆς σήμερον!
Εἶναι δυνατόν, εἶναι εὔκολον ἢ ὄχι; Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ὁποῖαι εἰσὶν αἱ αἰτίαι
ὁποὺ τὸ ἐμποδίζουσι;»
Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὸν λαβύρινθον τοσούτων θλιβερῶν στοχασμῶν, ὅλος ἐνθουσιασμένος
ἐλάμβανα τὸ κονδύλι καὶ ὀλίγον χαρτάκι, καὶ ἔγραφα ὅ,τι ὁ ἐνθουσιασμός μου καὶ ἡ
ἀλήθεια τοῦ πράγματος μοὶ ἐπαγόρευεν εἰς ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἐτελείωνα,
ἔρριπτον εἰς ἓν κιβώτιον τὸ γεγραμμένον χαρτίον, καὶ οὕτως ἀναπαύετο ὁπωσοῦν ἡ ψυχή
μου.
Τοιουτοτρόπως, ὦ ἀγαπητοί, ἠκολούθησα διὰ πολὺν καιρόν, ὅταν, τέλος πάντων, ἡ
ποσότης τῶν αὐτῶν χαρτίων μὲ κατέστησεν περίεργον νὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἤρχισα λοιπὸν
νὰ ἀναγινώσκω καὶ νὰ τὰ βάνω εἰς τάξιν, ἐπειδή, καθὼς εὐκόλως ἠμπορεῖτε νὰ καταλάβητε,
δὲν εἶχον τὴν παραμικρὰν εὐταξίαν. Ἄλλα εὑρῆκα γεγραμμένα ἰταλιστί, ἄλλα γαλλιστί,
ἄλλα εἰς τὴν γλῶσσαν μας, καὶ ὅλα τόσον κακῶς γεγραμμένα, ὁποὺ μόλις ἠμποροῦσα νὰ
τὰ ἀναγνώσω. Ἐνθυμοῦμαι ὁποὺ εἰς ἓν κατεβατὸν ὁλόκερον δὲν ἦτον ἄλλο τι γεγραμμένον,
εἰμή: «κακὲ ἄνθρωπε καὶ σκληροτράχηλε τύραννε!». Τέλος πάντων, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἄσχημον
ὅλον, ἐσύναξα καὶ ἐσύνθεσα αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ ἰδοὺ τὸ πῶς ἠκολούθησεν ἡ σύνθεσίς
του.
Ο Σ. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκει τινὰς ἐκείνην τὴν ἀναγκαίαν ἐξακολούθησιν τῶν νοημάτων.
Ο ΣΥΓ. Βέβαια δὲν εἶναι καθὼς ἔπρεπε νὰ ἦτον.
Ο Κ. Ἡ συντομία δὲν συμφωνεῖ ποτὲ μὲ τὰ μεγάλα θέματα.
Ο ΣΥΓ. Ἡ αὐτὴ συντομία μὲ ὑποχρέωσε νὰ βάλω εἰς ὑποσημειώσεις πολλὰ πράγματα,
ὁποὺ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ τινὰς εἰς διάφορα ξεχωριστὰ κεφάλαια δι᾿ αὐτά. Καὶ ἡ συντομία,
τέλος πάντων, ὑποχρεώνοντάς με νὰ ἑνώσω βιαίως διάφορα θέματα εἰς ἕν, ἔδωσεν εἰς
μερικὰ κατεβατὰ μεγάλην ἐνέργειαν, καὶ εἰς ἄλλα ἄκραν ξηρότητα. Ἀφοῦ λοιπόν, ὦ ἀγαπητοί
μου, τὸν ἐσύνθεσα, ἀκούσατε τὸ διατί ἠθέλησα νὰ τὸν τυπώσω. Πρῶτον μέν, διὰ νὰ ὠφεληθοῦν
μερικοὶ ὁποὺ ἤθελε τὸν ἀναγνώσουν μὲ ἐκείνην τὴν ἰδίαν ἀγάπην καὶ διάθεσιν τῆς ψυχῆς,
μὲ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὸν ἐσύνθεσα. Δεύτερον δέ, διὰ νὰ παρακινήσω τοὺς προκομμένους
τοῦ γένους μας νὰ συνθέσουν εἰς τὸ ἴδιον θέμα ἀξιώτερα πονήματα.
Ο Κ. Τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ, πῶς μερικοὶ ὁποὺ διάφορα πονήματά των
ἐξέδωκαν εἰς φῶς, κανεὶς σχεδὸν δὲν ὡμίλησε καθὼς πρέπει περὶ τῆς ἐλευθερώσεως τῆς
Ἑλλάδος.
Ο ΣΥΓ. Ἐλπίζω, ὦ ἀδελφέ μου, εἰς τὸ ἑξῆς, καὶ μάλιστα ὀγλήγορα, νὰ πληρωθῇ ἡ
ἐπιθυμία μας.
Ο Σ. Εἰπέ μας, ὦ φίλε, μόνον δύο αἴτια σ᾿ ἐπαρακίνησαν νὰ τυπώσῃς τὸ πόνημά σου,
ἢ ἔχεις καὶ κανένα ἄλλο;
Ο ΣΥΓ. Ναί, ὦ φίλοι, ἔχω καὶ τὸ τρίτον καὶ ὕστερον αἴτιον, τὸ...
Ο Σ. Τὸ ὁποῖον εἶναι διὰ νὰ ἠθέλησες νὰ δείξῃς καὶ σὺ τὴν ἀξιότητά σου;
Ο ΣΥΓ. Οὐχί, ἀδελφέ, διότι ἤθελα ἀποδείξει, τοὐναντίον, τὴν ἀναξιότητά μου. Μάλιστα
βλέπεις ὅτι δὲν ἔβαλα οὔτε τὸ ὄνομά μου εἰς τὸν τίτλον.
Ο Κ. Μερικοὶ δὲν βάζουν τὸ ὄνομά τους, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς κατακρίσεις ὁποὺ
τοὺς τυχαίνουν.
Ο Σ. Οὐχί, ὦ Κ. Ὁ φίλος μας δὲν τὸ ἔβαλεν, διὰ τὰς αἰτίας ὁποὺ ἠξεύρομεν.
Ο ΣΥΓ. Σᾶς βεβαιῶ ὡς ἀδελφός, ὅτι καὶ αἱ αἰτίαι ὁποὺ λέγεις ἂν δὲν ἤθελε ἦτον,
μ᾿ ὅλον τοῦτο δὲν ἤθελα τὸ βάλει, ὡς μὴ ἀναγκαῖον. Ἂν ὅμως ἤθελε γράψει τις ἐναντίον...
Ο Σ. Ἔ, δὲν ἐλπίζω νὰ εὑρεθῇ Ἕλλην τις, νὰ γράψῃ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Εἰπέ μας
τώρα τὸ τρίτον αἴτιον.
Ο ΣΥΓ. Τὸ τρίτον εἶναι, ὦ ἀδελφοί, ὁπού, ἂν ὁ θάνατος κατὰ δυστυχίαν ἤθελεν μ᾿
ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ νὰ ὠφελήσω εἰς τὶ τὴν Ἑλλάδα, κἂν οἱ λόγοι μου νὰ ἀποδείξουν τὴν
πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην μου. Καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς παρακαλῶ, μὴν...
Ο Κ. Εἰπέ μοι, εἰπέ μοι, σὲ παρακαλῶ, διὰ νὰ μὴν τὸ ἀλησμονήσω. Διατί ἔβαλες
εἰς τὸν τίτλον «Ἑλληνικὴ Νομαρχία», ὅταν καθ᾿ αὑτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ ἕνας λόγος...
Ο Σ. Αὐτό, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι σφάλμα ἀσυγχώρητον. Ἐγὼ ἀναγινώσκοντας τὸν τίτλον,
ἐνόμιζα νὰ εὕρω τὸν τρόπον τῆς συστήσεως αὐτῆς τῆς διοικήσεως, καί, τοὐναντίον,
εὑρῆκα ἄλλα.
Ο ΣΥΓ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό, ὦ ἀδελφοί μοι, καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸ σφάλμα μου,
τὸ ἔβαλα ὅμως διὰ...
Ο Κ. Σιωπή, πλησιάζει ὁ...
Ο Σ. Ἔ, νὰ τὸν πάρῃ ἡ κατάρα!
Ο ΣΥΓ. Ὑπομονή! Αὔριον ἑτοιμασθῆτε νὰ μοῦ δώσητε τὴν γνώμην σας εἰς πολλὰ ζητήματά
μου. Ἔρρωσθε.
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΜΝΗΜΕΙΩΣΗ
ΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΧΟΛΙΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ :
Γ. ΒΑΛΕΤΑΣ
ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ:
Ν. Α. ΒΕΗΣ - Μ. ΣΙΓΟΥΡΟΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ,
ΑΘΗΝΑ,
ΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ,1957
ΑΠΑΤΕΣ ΑΘΕΙΣΜΟΥ

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΓΕΝΝΟΥΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΕ
ΝΟΜΑΡΧΙΕΣ
(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 24-25, 29, 51-52, 56)



«Ἔχοντες ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι τὴν ἰδίαν ζέσιν καὶ ἀγάπην εἰς τὴν διοίκησίν
τους, ὅταν ἡ χρεία τὸ καλῇ, ὅλοι ὁμοθυμαδὸν τρέχουσι εἰς διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος
των, ἤτοι τῶν νόμων των καὶ τῆς εὐτυχίας των. Οἱ δοῦλοι δὲ εὑρισκόμενοι πάντοτε
ἀσύμφωνοι, κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαυθεντεύσῃ τὴν πατρίδα του, ἑκουσίως καὶ μὲ πόθον,
νομίζοντές την ἓν ἀλλότριον κτῆμα, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε νικῶνται. Εἰς αὐτούς, ἀγαπητοί
μου, λείπει τὸ κυριώτερον μέσον διὰ τὴν νίκην, τοὺς λείπει, λέγω, ἡ ὁμόνοια, ἐπειδή,
ὡς προεῖπον, δὲν ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιον σκοπόν, καὶ ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται
δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον
εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν του.
Καὶ μὴν ἠμπορῶντας νὰ ἐλπίζῃ εἰς ἄλλο τι, οὔτε δι᾿ ἄλλο τι τὸν μέλει, παρὰ διὰ τὸν
ἑαυτόν του, καὶ οὕτως ἀκολουθεῖ: ὅπου δοῦλοι, ἐκεῖ καὶ ἀσυμφωνία, ὅπου δὲ ἀσυμφωνία,
ἐκεῖ καὶ ὄλεθρος.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 56)
«Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει
παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων
ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον
ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει
εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα
βάσις τῆς πολεμικῆς ἐπιστήμης.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 29)
«Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες,
ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως
ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου
μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς
νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν. [...] Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν;
ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν
τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως
ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ
οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα.
[...] Ἡ
δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς
ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι
ἀδύνατον.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 51-52)
«Ὁ ἐντελὴς ἀρχιστράτηγος πρέπει ἀκόμη νὰ γνωρίζῃ τὴν γλῶσσαν τῶν ἐχθρῶν του, καὶ
τὰς φυσικὰς κλίσεις των, νὰ γνωρίζῃ κατὰ μέρος τὸν ἀρχιστράτηγον αὐτῶν, καὶ τὴν
ἀξιότητά του, ἐν ἑνὶ λόγῳ ὅλας τὰς στρατιωτικὰς γυμνάσεις, τῆς τε ἱππικῆς καὶ τοῦ
πεζοῦ στρατεύματος, καὶ τοῦτο διὰ νὰ προστάζῃ ὀρθῶς, καὶ νὰ ὑπακούεται εὐθύς. Ὡσὰν
ὁποὺ ὅποιος ἀρχιστράτηγος ἢ ὁποιουδήποτε ἄλλου μεγάλου ἐπαγγέλματος ἄνθρωπος, δὲν
ὑπακούεται, τὰς περισσοτέρας φορὰς τὸ σφάλμα εἶναι ἐδικόν του, ἐπειδὴ ὅποιος ἠξεύρει
νὰ προστάζῃ, ἀναμφιβόλως καὶ ὑπακούεται.
Τοιαῦται γυμνάσεις καὶ μαθήσεις, μὲ πολλὰς ἄλλας, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω,
ἐνεργοῦντο μὲ πᾶσαν προσοχὴν καὶ τελειότητα παρὰ τῶν προγόνων μας, καὶ αὐταὶ ἐσύνθετον
τὴν τέχνην τοῦ πολέμου, ἤτοι τὴν τακτικήν.
Περὶ δὲ τῶν
στρατιωτῶν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζουν, διὰ τῆς πράξεως, ἐντελῶς,
τὴν γύμνασιν τῶν ἀρμάτων, καὶ νὰ βαδίζουν τακτικῶς, νὰ ὑπακούουν εὐθὺς εἰς τὰς προσταγὰς
τῶν ἀρχηγῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύλογοι.
Τέλος πάντων, πρέπει νὰ εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὸ νὰ ὑποφέρουν κάθε κόπον, ἀλλὰ
τὰ τοιαῦτα διὰ μέσον τῆς καλῆς διοικήσεως μόνον ἀποκτῶνται, καὶ μόνη ἡ ἐλευθερία
εἶναι πρόξενος καὶ πρώτη αἰτία τῶν μεγάλων κατορθωμάτων.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 24-25)
«Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον, ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα,
οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 50)
Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην
Απάντηση: Άλλο δεν κάνει η
ρητορική του «Ἀνωνύμου
τοῦ
Ἕλληνος» παρά να θεωρεί δειλούς, ή δούλους, όλους εκείνους οι οποίοι
δεν μεγάλωσαν μέσα σε «Νομαρχίες», δηλαδή πολιτικές διοικήσεις που
προσανατολίζονται, σύμφωνα με το διαφωτισμό, προς καθεστώτα της αρχαίας Ελλάδας, ως
εκείνο της Σπάρτης ή της Αθήνας. Αυτό αποτελεί
ένα
τραγικό λάθος της ρηθείσας ρητορικής, καθόσον αυτή ζητά να αποδείξει ότι οι Μοναρχίες, ή οι
Τυραννίες, δεν έδωσαν άξιους μαχητές εις το ιστορικό ρουν της ιστορίας.
Όπως πολλές φορές έχει λεχθεί στην παρούσα σελίδα, ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» έχοντας σκοπό την πρόσκληση εις επανάσταση, μεταχειρίζεται ιστορικές
αναλήθειες, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Σήμερα, δηλαδή εν έτη 2011, εμφανίζονται διάφοροι «διανοούμενοι» του
διαδικτύου, οι οποίοι υιοθετούν τις λαθεμένες κι ανιστόρητες αυτές απόψεις, αναπαράγοντας
«καρμπόν» το κείμενο του «Ἀνωνύμου
τοῦ
Ἕλληνος», ως τούτο να ʼναι κάποιο «φαεινόν
βιβλιάριον», χωρίς όμως
από την άλλη μεριά να ʼχουν ως σκοπό τους την πρόκληση μιας κάποιας «ἐθνικῆς ἐξεγέρσεως»
ενάντια σε κάποιον ξένο δυνάστη.
ΝΑΖΙΣΤΕΣ & ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΙ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ
Αν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
δικαιολογείται, μετά δυσκολίας, να έχει τέτοιες απόψεις περί υποτίθεται ανίκανων
εις τη μάχη «δούλων», δηλαδή υπηκόων κάποιου Μονάρχη,
-τέτοιος ήταν κι ο μεγαλύτερος στρατηλάτης όλων των εποχών ο Μέγας
Αλέξανδρος-, εν αντιθέσει με τους μαχητικά ικανούς «ἐλευθέρους»
της «Νομαρχίας», τότε δεν δικαιολογούνται διόλου οι
νεοπαγανιστές· ιδιαίτερα όταν
εκείνοι είναι
που θαυμάζουν τις πολεμικές αρετές των αυτοκρατορικών Ιαπώνων του 20ου αιώνα,
των παλαιοτέρων Σαμουράι, καθώς και των υπό του τυραννικού Χίτλερ
γερμανών
ναζί, των οποίων τα στρατεύματα κολακεύουν καθώς τα παραβάλλουν και πάλι με την
αρχαία Σπάρτη, ακολουθώντας πιστά τα βήματα του πάλαι μάχιμου ελληνικού
Διαφωτισμού.


Αριστερά: «Τυμπανιστές της χιτλερικής νεολαίας. Η νεολαία
αυτή ακολουθούσε την εκπαίδευση των ιλών και αγελών της αρχαίας σπαρτιατικής
νεολαίας». (Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο Φως, τεύχος 50, άρθρο
Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος,
σελίδα 34)
Δεξιά: «Ο αρχηγός της χιτλερικής νεολαίας Αρθούρος Άξμαν
συγχαίρει μέλη της μεραρχίας SS- Hitlerjugend με το αριστερό του χέρι. Το δεξί
το έχασε στο ρωσικό μέτωπο!» (Πηγή: Περιοδικό Απολλώνειο
Φως, τεύχος 50, άρθρο Η ατραπός του πολεμιστή σε Ιαπωνία και Αρχαία Σπάρτη,
Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, σελίδα 34)
Θαυμάζουν λοιπόν οι νεοπαγανιστές,
το γενικευμένο πολεμικό πνεύμα και την αυτοθυσία των
αυτοκρατορικών Ιαπώνων του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και παράλληλα αποδέχονται τις κατάρες του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» για κάθε ένα μαχητή που υπόκεινται σε «τύραννον»:
«Ἡ
δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς
ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι
ἀδύνατον.», σελ. 52
Αριστερά: Αεροσκάφος καμικάζι πίπτει επί αμερικανικού
αεροπλανοφόρου κατά τον Β΄ Π.Π. (Πηγή: The color of War,
part 6)
Αν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» δεν
είναι διόλου δικαιολογημένος να υποστηρίζει το μακρινό έτος 1806, πως οι Μοναρχίες μέχρι τις
μέρες του δεν είχαν δώσει
άξιους μαχητές, τότε οι νεοπαγανιστές με την υποκριτική τους στάση,
ζώντας σε μια εποχή όπου τα μέσα που παρέχει ο σύγχρονος πολιτισμός για
πολυποίκιλη παιδεία είναι απείρως περισσότερα, είναι αδικαιολόγητοι και
καταδικαστέοι.
Η θυσία των αυτοκρατορικών Ιαπώνων Καμικάζι, τους
οποίους οι ίδιοι νεοπαγανιστές μες την παραζάλη του επικαλούνται, είναι
ενδεικτική. Οι καμικάζι
υπάκουαν σχεδόν τυφλά εις τον αυτοκράτορά τους για την υπεράσπιση του πατρίου
[αυτοκρατορικού (!) = επεκταμένου] εδάφους κι αυτό αποδεικνύει του λόγου το αληθές·
ιδιαιτέρως δε όταν αναλογισθεί κανείς ότι μερικά μόλις έτη πριν τους καμικάζι, οι αυτοκρατορικοί Ιάπωνες ήταν από εκείνους τους
ελαχίστους μαχητές, οι οποίοι δε γνώριζαν τι εστί η λέξη «παράδοσις»
εις τον εχθρό (πρβλ. Μάχη Οκινάβας, Γκουανταλκανάλ κ.α.)· προτιμούσαν τον
ηρωικό θάνατο, παρά την ατιμωτική παράδοση.

Αληθεύει δε ότι η μαχητική αξία των Ιαπώνων του
1941-1945, όπως και τον Αράβων της Βυζαντινής εποχής, στηρίζεται ίσως κυρίως
σε θρησκευτικές πεποιθήσεις για την μεταθανάτιο ζωή· κι αυτός είναι ακόμη
ένας λόγος για να αρθεί η μεταφυσική πίστης του Διαφωτισμού, πως τα στρατεύματα των
«ελευθέρων νομαρχιών» είναι πιο αξιόμαχα από εκείνα των Μοναρχιών, εφόσον η
θρησκεία είναι εκείνη η οποία εμπλέκεται περισσότερο εις τον ηρωισμό, σε
αυτήν την περίσταση, παρά ο «ορθολογιστικός» υπολογισμός της μορφής του
πολιτεύματος.
Αριστερά: Αεροσκάφος καμικάζι πίπτει επί αμερικανικού
αεροπλανοφόρου κατά τον Β΄ Π.Π. (Πηγή: The color of War,
part 6)
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ
Η δεινή θέση νεοπαγανιστών και νεοδιαφωτιστών, που
συμμερίζονται την «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» κατά της
Ορθοδόξου Εκκλησίας, γίνεται ακόμη μια φορά πρόδηλη, όταν παρατίθενται εις τον
επαναστατικό λίβελο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
παραδείγματα μέσα από την σκλαβωμένη Ελλάδα, εις «υποστήριξη» των θεωριών τους:
«Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς
ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω,
τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία,
καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον
εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!
Ἡ Ἑλλάς, οὐχί! οὐχί! δὲν εἶναι πάντως ὑστερημένη ἀπὸ μεγάλους ἀνθρώπους· ἡ διαυθέντευσίς
των διὰ δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἡρωϊκὰς πράξεις, ὥστε
παράδοξον ἤθελε φανῆ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ἂν δὲν εἴμεθα μάρτυρες αὐτόπται τῶν
κατορθωμάτων των. Αὐτοὶ ἦτον μόνον χίλιοι καὶ διὰ τόσους χρόνους καθημερινῶς σχεδὸν
συνεκρότουν πολέμους μετὰ τοῦ τυράννου ἐχθροῦ των, ὁ ὁποῖος, διὰ πολλὰς φοράς, ἐκινήθη
ἐναντίον των μὲ ἕως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καὶ πάντοτε ἐνικήθη»,
σελ. 34
Οι ιδεολογίες αυτών των άνω δηλωθέντων χώρων, που κινούνται
με απειλητικές διαθέσεις κατά της Ορθοδοξίας, διδάσκουν πως οι Χριστιανοί ήταν το
1821 πρόθυμα «δοῦλοι»
εις το Σουλτάνο, ή εις τους Τούρκους γενικότερα. Παραβλέπουν κι οι δύο αυτοί
χώροι να υποσημειώσουν, πως οι Σουλιώτες ως Ρωμιοί, επιτρεπόντων εις αυτούς των
γεωγραφικών συνθηκών, μπορούσαν να επαναστατούν και να νικούν, και πως η θρησκεία
τους ή το πολίτευμά τους (βλ. παράρτημα ενότητας) λίγο, ως ελάχιστα είχε να κάνει με τη σκλαβιά τους.
ΤΑΚΤΙΚΗ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Είναι πράγματι αστείο, το ότι οι δύο αυτοί πολέμιοι
του Χριστιανισμού χώροι, νεοπαγανισμός και διαφωτισμός,
μαζί με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα», υβρίζουν διαρκώς τους
Ρωμιούς της Ελλάδος, επειδή δεν «επαναστάτησαν» τόσο, όσο οι ίδιοι αυτοί θα
επιθυμούσαν, όταν ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» χύνει τόνους
μελάνι για να σημειώσει έντονα εις το μυαλό του αναγνώστη την επιστήμη του
πολέμου και τη σημασία της τακτικής, ήτις εκείνες τις συνθήκες οι οποίες για
πολλά χρόνια δεν είχαν τύχει να ευδοκιμήσουν εις τον Ελλαδικό χώρο, για να
επιφέρουν ένα σίγουρο νικηφόρο αποτέλεσμα των Ορθοδόξων δυνάμεων, προ του
1821:
α. «Δι᾿ ὃ τῶν ἀρμάτων ἡ ἐπιστήμη εἶναι διεξοδικωτάτη, καὶ χρειάζεται ἓν πόνημα ὄχι
μικρὸν περὶ αὐτῆς...», σελ. 34
β. «Ἡ ἐπιστήμη τῶν ἀρμάτων δὲν εἶναι, βέβαια, τόσον εὔκολος, ὅσον τινὲς ἴσως νομίζουσι,
ἀλλὰ μάλιστα μία ἀπὸ τὰς πλέον δυσκολωτέρας», σελ. 31
γ. «...τὴν θαυμασίαν ἐπιστήμην ἢ τέχνην τῆς τακτικῆς»,
σελ. 28
κ.λ.π.
Παρότι λοιπόν κι οι δύο αυτοί ιδεολογικοί χώροι φαίνεται
πως συμφωνούν «άπλετα» με την «Ἐλληνικὴ Νομαρχία» για
τη σημασία της «ἐπιστήμης τῶν ἀρμάτων»,
εντούτοις απορούν μαζί με τον «Ἀνώνυμον τὸν Ἕλληνα» χάρη
ρητορείας ενάντια εις τους Έλληνες Ρωμιούς, αναιρώντας έτσι τη σημασία που αποδίδουν εις την
τελευταία,
την οποία είχαν ξεκάνει 400 χρόνια κατάκτησης:
«τα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, [...] Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα;»,
σελ. 36.
Δεν «έκλιναν το κεφάλι όλα τα χωριά», αλλά όπου οι
τακτικές συνθήκες το επέτρεπαν (β. Σούλι ή αλλαχού
Α.Σ. 6) υπήρχε δυνατότητα για επανάσταση,
όπως
έγινε πλείστες φορές προ του 1821. Όταν δε γίνεται λόγος περί «τακτικῶν
συνθηκῶν», εννοούνται όχι μόνο ο γεωγραφικός χώρος, οι στρατιωτικές
δυνάμεις, οι καιρικές συνθήκες κ.λ.π. αλλά κι αυτή ακόμη η επιλεγόμενη χρονική
στιγμή. Ακόμη και για τους ίδιους τους «σημαίνοντες» διαφωτιστές υπήρχαν σημεία
των καιρών που αποδείκνυαν ότι μια εξέγερση ήταν εφικτή:
«Δύο θεμελιώδη ιστορικά γεγονότα είχαν
αποδειχθεί κατά τον Κοραή τα αποφασιστικά αίτια, που επιτάχυναν τις διαδικασίες
αυτές και επέτειναν τον αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία και στα ελληνικά
πνεύματα, περί τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Το πρώτο από αυτά τα γεγονότα
ήταν η νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών στον πόλεμο του 1768-1774. Η έκβαση του
πολέμου αποτελούσε τη ζωντανή επιβεβαίωση της αδυναμίας της άλλοτε τρομερής
αυτοκρατορίας των Οθωμανών, που είχαν πανικοβάλει τις δυνάμεις της Ευρώπης στο
παρελθόν. Οι ρωσικές επεμβάσεις στην Ανατολή έδειχναν στους Έλληνες ότι οι
άγριοι δεσπότες του δεν ήταν αήττητοι και έτσι τους έφεραν σε επίγνωση της
δυνατότητας της ελευθερίας. Το άλλο δραματικό γεγονός που ενέτεινε τον άνεμο της
αλλαγής στην Ανατολή ήταν η Γαλλική Επανάσταση. [Αδαμάντιος Κοραής, Μémoire sur
l’ état actuel de la civilisation dans la Grèce lu à la Société des observateurs
de l’ homme, le 16 Nivose an XI (6 Janvier 1803) par Coray, Docteur en médecine
et membre de la dite Société, Παρίσι 1803, σσ. 462-464, 476,481-482]»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 390-391)
Ακόμη χειρότερα, οι ίδιοι αυτοί «σημαίνοντες»
διαφωτιστές δεν ήσαν υπέρ μιας εξέγερσης με όλα τα μέσα, αν πριν από όλα δεν
εκπληρώνονταν ορισμένες ιστορικές συνθήκες. Κι η εξέγερση σε ορισμένες
ιστορικές συνθήκες σήμαινε μια χρονική τακτική, ή καλύτερα να λεχθεί, μια
πολεμική στρατηγική αναμονής:
α. «Ο δρόμος προς την ελευθερία έπρεπε να
περάσει πρώτα από τη νίκη κατά της αμάθειας και την κατάλυση του βασιλείου του
σκότους. [...] Η πολιτισμική ανανέωση και ο Διαφωτισμός αντιμετωπιζόταν ως
τμήματα μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, η οποία περιέκλειε την
πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία ως τελικούς αν και σχετικά
απομακρυσμένους στόχους.
Πριν οι σαφώς πολιτικοί, και εμφανέστερα
ανατρεπτικοί στόχοι μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο ρεαλιστικής θεώρησης και
επιδίωξης, ο Κοραής επέμενε ότι το έθνος όφειλε να φτάσει στην ωριμότητα μέσω
της κατάλληλης εκπαιδευτικής προετοιμασίας.»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 394-396)
β. «Η αμάθεια αποτελούσε
πρωταρχική αιτία της κοινωνικής δυσπραγίας. Στο μέτρο που η άγνοια μπορούσε να
ξεπεραστεί και να ξεριζωθεί, η διαφθορά θα μπορούσε να δαμαστεί και να
επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση. Με βάση αυτή την αιτιολογία των κοινωνικών
δεινών, η θεωρητική ενασχόληση του Μοισιόδακα συναρθρώθηκε γύρω από τις
προϋποθέσεις της πολιτισμικής ανανέωσης και τα μέσα για τον έλεγχο της αμάθειας.
Η κριτική του εμπνεόταν από αυτόν τον στόχο και επιδίωκε να εκθέσει τα εμπόδια
και τους περιορισμούς που έπρεπε να παραμεριστούν πριν παταχθεί η αμάθεια. Μόνον
αφού θα είχε συντελεστεί αυτή η αρχική φάση της κριτικής, θα ήταν δυνατό να
τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ,
Ηθική Φιλοσοφία, σσ. ια -ιδ] », (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 227)
«Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχε στρέψει
όλη την ενεργητικότητά του [ο Αδαμάντιος Κοραής] στην προσπάθεια της
πολιτισμικής αναδημιουργίας και της ηθικής αναμόρφωσης, η οποία έπρεπε να
προηγηθεί της κατάκτησης της ελευθερίας», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 408)
Ο Αδαμάντιος Κοραής, η «αἰχμὴ τοῦ δόρατος»
του νεοελληνικού διαφωτισμού συνιστούσε μετριοπάθεια:
α. «Θεωρούσε πάντως [ο Κοραής] ότι απαιτούνταν
αρκετές δεκαετίες για να ωριμάσουν στην Ελλάδα οι κοινωνικές προϋποθέσεις μιας
ελεύθερης πολιτείας. [Στην Αυτοβιογραφία του, γραμμένη το 1829 και
δημοσιευμένη για πρώτη φορά στη Συλλογή Προλεγομένων (1833), σσ. ζ-λθ,,
ιδιαίτερα σ. κθ, ο Κοραής διατυπώνει την πεποίθηση ότι η Ελληνική Επανάσταση,
έπρεπε να πραγματοποιηθεί γύρω στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα (σημ:1850).
Φθάνοντας τριάντα χρόνια νωρίτερα, η επανάσταση είχε προηγηθεί της εμφάνισης
μίας ώριμης πολιτικής ηγεσίας που θα μπορούσε να καθοδηγήσει ις τύχες του έθνους
με μεγαλύτερη σύνεση.]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 408 & 588)
β. «Σε αυτή την προοπτική η προτίμηση του
Κοραή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα μπορούσε να φανεί άκαιρη, γιατί οι βάσεις
της κοινωνικής μετριοπάθειας που θα προσέδιδαν βιωσιμότητα σε ένα τέτοιο
πολιτικό σύστημα απουσίαζαν από την οθωμανική Ελλάδα, η οποία πολύ απείχε από τη
φιλελεύθερη Βρετανία. Η επίγνωση αυτού του εξόφθαλμου γεγονότος, την οποία
διέθετε πλήρως ο Κοραής, εξηγεί και τη θέση του υπέρ της εξελικτικής αλλαγής
\και της αναβολής της επαναστατικής έκρηξης ως τη στιγμή που θα ωρίμαζαν οι
προϋποθέσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Διαφορετικά φοβόταν ότι ο Διαφωτισμός
θα έχανε τη μάχη, όπως άλλωστε συνέβη τελικά. Στην ελληνική ιστορία, κατά
συνέπεια, ο Διαφωτισμός παρέμεινε μάλλον περίγραμμα οραματισμών του μέλλοντος
και κριτικής του παρόντος παρά ένα εφαρμόσιμο πρόγραμμα πρακτικών επιλογών.
», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 504)
Την ίδια ώρα που ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» έπλεκε τον ψόγο κατά των «δούλων»
συμπατριωτών του, απόδιδε εύσημα στις συμβουλές του Κοραή, που επεδίωκαν την
καθυστέρηση της επανάστασης:
«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος,
τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ.
127
Ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
ήταν υπέρ του «δέοντος καιρού», αποφεύγοντας τις ενθουσιώδεις απερισκεψίες:
«Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν
ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ
δέοντι», σελ. 139»
Θα μπορούσε λοιπόν να έχει σώα τη λογική εκείνη η
θεώρηση, νεοπαγανιστών και διαφωτιστών, η οποία ενώ επιθυμεί την
πάλαι επανάσταση τόσο πολύ
σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, ταυτόχρονα παραβλέπει τόσο ανόητα
τις τακτικές, στρατηγικές κι οικονομικές ανάγκες ενός ενόπλου αγώνος, λες κι η
κάθε επανάσταση είναι «μία βόλταν γιὰ καφέ εἰς τὴν πλατείαν»;
(βλ. Α.Σ. 4).
Αν ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» είναι ίσως «δικαιολογημένος», για το ότι στην εποχή που εξέδωσε την
«Ἑλληνικήν Νομαρχίαν» δεν πρόλαβε να αποκτήσει εμπειρία
της πτώσης του Σουλίου, το θάνατο και την στρατιωτική ήττα του επαναστάτη
Καραγεώργη, που τόσο θαυμάζει κι εξυμνεί, οι
νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές
μερικούς αιώνες αργότερα δεν είναι διόλου.
Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» αναφέρει τις κάτωθι ρήσεις, μετά τα λεχθέντα του περί
Λεωνίδα - Θερμοπυλών, πως τάχατες οι Τούρκοι θα φύγουν αμαχητί, μόλις δουν του
Έλληνες να πολεμούν ενάντιά τους. Βέβαια, το αξιοπερίεργο δεν είναι τα
επιχειρήματα εκείνου του διαφωτισμένου συγγραφέα· το αξιοπερίεργο είναι η πίστη
που αποδίδουν τη σήμερον εποχή ορισμένοι κουφιοκέφαλοι, σε τέτοιου είδους
τιτάνια ψέματα:
α. «Δεῦτε, ἀδελφοί μου! ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος μας κρέμαται σήμερον ἀπὸ τὴν ἀνδρείαν
μας. Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν· αὐτοί, ἂν εἶναι πολλοί, εἶναι
ὅμως ἄνανδροι καὶ θηλυμανεῖς. Οἱ βάρβαροι θέλουν τρομάξει, ἀφοῦ ἰδοῦν τοὺς Ἕλληνας
νὰ ὁρμήσουν ἐναντίον των», σελ. 29
β. «καὶ φονευθέντες μὲ τὰ ἅρματα εἰς
τὰς χεῖρας ἕως εἰς τὸν ὕστερον [οἱ Σπαρτιάτες], ἡτοίμασαν εἰς τοὺς συμπατριῶτας
των τὴν ἐντελῆ νίκην κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, οἵτινες φοβηθέντες ἀπὸ τὰ
ἀποτελέσματα τόσων ὀλίγων Ἑλλήνων, μόλις ἐτόλμησαν νὰ δοκιμάσουν τὴν ἀνδρείαν
τῶν λοιπῶν», σελ. 30
Έπειτα, όσο κι αν προσπαθεί ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», στο τέλος δεν καταφέρνει να πείσει για την δειλία των Τούρκων, «δούλων
τοῦ Σουλτάνου», δηλαδή ενός Μονάρχη:
α. «τῶν δειλῶν καὶ μισθωτῶν δούλων τοῦ
τυράννου», σελ. 37
β. «ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161
Δεν καταφέρνει να πείσει, διότι μέσα στο ίδιο το «βιβλιάριόν»
του αναλίσκεται εις τον τονισμό της σημασίας της πολεμικής τακτικής σε αρκετές
σελίδες. Τί σημασία λοιπόν έχει η τακτική αν είναι κανείς να πολεμήσει ενάντια
σε «δειλούς»;
«...ἂς ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν δειλῶν ὀθωμανῶν, διὰ νὰ συνθλάσωμεν τὰς ἁλύσους μας.», σελ. 161
Αυτά βεβαίως είναι σημάδια ρητορικής τέχνης εις προτροπή
εξεγέρσεως προ μερικών αιώνων. Το γιατί όμως νεοπαγανιστές, νεοδιαφωτιστές κι εχθροί της εκκλησίας τους αποδίδουν τόση σημασία
παραμένει «ακόμη άγνωστο»...
ΣΟΥΛΙ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Περεταίρω, σαφώς αληθεύει πως το Σούλι κι οι Σουλιώτες,
η Μάνη κι οι Μανιάτες, που ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην»
θεωρεί παραδείγματα γεννήσεως «Λεωνίδων & Θεμιστοκλέων»,
δεν υπόκειντο σε πολιτικό σύστημα «Νομαρχίας», αλλά κάτι που έμοιαζε με
πολιτικό σύστημα «Ὁλιγαρχίας», ή Ορθόδοξου
κοινοτισμού,
προς «απογοήτευση» τόσο του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος», όσο και των
νεοπαγανιστών:
α. «Ἓν μικρὸν χωρίον, τὸ προειρημένον λέγω θαυμαστὸν Σοῦλι, ἔφερεν εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν,
ὁποὺ οἱ ὑπὸ τῆς δουλείας ἀγνοοῦσι, ἤτοι τὴν μεγαλειότητα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐλευθερίας»,
σελ. 36
β. «Ὦ Ἕλληνες, μάθετέ το διὰ πάντοτε,
τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἀνίκητα, καὶ οἱ ὀθωμανοὶ θέλουν φύγει ἀπ᾿
ἔμπροσθεν τῶν ἁρματωμένων Ἑλλήνων. Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ
παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158
Το Σούλι είναι μια έμμεση ισχυρότατη κατάρριψη της
θεωρητικής επικεφαλίδας του έργου του «Ανωνύμου Ἕλληνος»
[περί «Νομαρχίας» κι «Ἐλευθερίας»].
Διότι αποδεικνύεται ότι όπου η τακτική του «πολεμεῖν»
είχε το πάνω χέρι, ο τρόπος της διοικήσεως δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τα
πολεμικά κατορθώματα και την επαναστατική τάση των εντόπιων προς ένα Τύραννο. Πώς
θα μπορούσε άλλωστε να έχει;
Απορεί ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
και μαζί του, νεοπαγανιστές και
νεοδιαφωτιστές:
«Τίς ἄλλη, παρακαλῶ, ἠμποροῦσε νὰ ἦτον ἡ αἰτία, εἰμὴ
ὁ ἔρως τῆς ἐλευθέρας ζωῆς;
Μήπως δὲν ἦτον καὶ ἄλλα χωρία εἰς τὴν Ἤπειρον, ἄξια νὰ ἐναντιωθῶσι τοῦ τυράννου;
Διατί τάχατες ὅλα κλίνουν τὸν αὐχένα; Δὲν ἦτον, ἴσως καὶ μεγαλείτερα, καὶ εἰς ἰδίαν
καλὴν τοποθεσίαν, καθὼς τὸ Σοῦλι; Ἔ! φανερὰ εἶναι, ἀδελφοί μου, ἡ αἰτία: ὅσα ὑποδουλώθησαν
παρ᾿ αὐτοῦ, ἦτον καὶ πρότερον ὑποδουλωμένα, καὶ μόνον ἄλλαξαν τύραννον. Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του.»,
σελ. 36
Κι όμως τον «ἔρωτα τῆς ἐλευθέρας ζωῆς»
δεν τον απέδωσε μία «Δημοκρατική Νομαρχία», αλλά ένα
πολιτικό σύστημα ως η διοίκηση του Σουλίου εξόχως διαφορετικό από όσα φαντάζονται οι
εχθροί της Εκκλησίας (βλ. παράρτημα ενότητας)

ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ : Ορισμένες «ρευστές» εγκυκλοπαίδειες του διαδικτύου, ως π.χ. η
Wikipedia, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις κακές επιρροές της «Ἐλληνικῆς
Νομαρχίας» επί των αρθρογράφων τους· για παράδειγμα, εις το άρθρο για το Σούλι, όπου αναπτύσσεται
η αυστηρή «ελληνικότητα» των Σουλιωτών, παρότι όντων αυτών «διγλώσσων»
(Ελληνικά - Αλβανικά), μια μεταφορά από το γραπτό του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» χρησιμοποιείται ως «απόδειξη ελληνικότητας» των κατοίκων του: «ένας
άγνωστος συγγραφέας δήλωσε πως "Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς
ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς"». Η
αλήθεια είναι πως, ανεξαρτήτως αν ήταν Αλβανοί, ή ήταν Έλληνες, κι η αλήθεια ήταν πως ζούσαν
ανάμεικτοι, παρέμεναν εντούτοις
Χριστιανοί, παρά τις διαφορετικές εθνικιστικές σημερινές προσδοκίες ορισμένων.
Και το δε Σούλι, είναι Αρβανίτικη λέξη, όχι Ελληνική.
«Η γαλούχηση της ελληνικής νεολαίας με
αναγνώσματα που εξυμνούσαν τις αρετές και τα κατορθώματα των προγόνων της θα την
ενδυνάμωνε και θα την εμψύχωνε. Η αισιόδοξη αυτή προοπτική έκανε πολλούς να
οραματίζονται την εμφάνιση ενός Θεμιστοκλή ή ενός Αριστείδη [Φιλοθέου Πάρεργα,
σελ 54, εκδ. Bouchard, σελ. 120]», σελ.111
(Πηγή:
http://el.wikipedia.org)
ΥΔΡΑ, ΣΠΕΤΣΕΣ & ΨΑΡΑ vs
ΝΟΜΑΡΧΙΑ
«Στον αγώνα [του
1821] πρωτοστάτησαν τα τρία
νησιά, τα λεγόμενα ναυτικά, Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά. Τα ασήμαντα εκείνα νησάκια,
που οι αρχαίοι σχεδόν τα αγνοούν, κατά τον Ιζ΄ αιώνα με τη ναυτιλία και το
εμπόριο είχαν γίνει σπουδαία. Η τουρκική επικυριαρχία πάνω σʼ αυτά ήταν μια
ελαφριά επικυριαρχία. Υπάγονταν απευθείας στον Καπετάν Πασά (=ναύαρχο του
τουρκικού ναυτικού), πλήρωναν ετήσιο φόρο και κάθε χρόνο έστελναν κάμποσους
ναύτες στην υπηρεσία του σουλτανικού ναυτικού. Ως προς τα άλλα ήταν αυτόνομα
και αυτοδιοίκητα, γιατί δεν είχαν ούτε Τούρκους κατοίκους ούτε Τούρκο
διοικητή. Κυβερνιόταν με ολιγαρχικό σύστημα από την τάξη των πλουσίων
ναυτικών, που τους ονόμαζαν νοικοκυραίους.» ,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 203)
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ 1940 vs ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ
Στη σύγχρονη Ελλάδα ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 είναι
ένα ακόμη ισχυρότατο παράδειγμα, όπου η θέληση για πόλεμο και πατριωτική
ελευθερία δεν έχει σχέση με το
πολιτικό σύστημα. Είναι βέβαιο πως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
θα δυσκολευόταν πάρα πολύ να πιστέψει πως ένα φασιστικό σύστημα του Μεταξά,
έστειλε εις το μέτωπο στρατιώτες με τόσο ενθουσιασμό για την υπεράσπιση της
πατρίδος.



Αριστερά και δεξιά: Εικόνες από τη γενική επιστράτευση
των ελλήνων το 1940. Μέσο: Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς κι ο Βασιλεύς
Γεώργιος.
Κατά την γενική επιστράτευση του ελληνικού κράτους εις τον
ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, καταργήθηκαν κι ακόμη μια φορά οι
διαφωτιστικές αναλήθειες περί των τελούντων πολιτών υπό μη «Νομαρχιακὰ»
καθεστώτα: «Αὐτός, λοιπόν, ὁ φόβος, ὁ στερεώτερος στῦλος τῆς τυραννίας, αὐτός, ὦ Ἕλληνες,
ὁδηγεῖ τοὺς δούλους εἰς τὸν πόλεμον. Καί, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ δοῦλοι εἰς αὐτὸν παρομοίως
ὑπόκεινται, οὕτως ὁ δεύτερος ἀκολουθεῖ τὰ βήματα τοῦ πρώτου, καὶ ὁ τρίτος τοῦ δευτέρου
μέχρι τοῦ ἐσχάτου. Ὑπάγουν, πολεμοῦσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρὶς
νὰ ἠξεύρουν οὔτε διατί ἐπῆγαν, οὔτε διατί δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν. [...] Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν;
ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν
τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως
ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν; Αὐτοὶ
οἱ δυστυχεῖς εἶναι ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν τύραννόν τους, ὡσὰν τόσα βόδια ἢ ἄλογα.
[...] Ἡ
δειλία εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἄφευκτον σημεῖον εἰς αὐτούς, ἡ ὁποία αὐξάνει εἰς τὰς
ἰδέας των κάθε παραμικρὸν κίνδυνον, καὶ κάθε δύσκολον ἐπιχείρημα δι᾿ αὐτοὺς εἶναι
ἀδύνατον.», (Πηγή: «Ελληνική Νομαρχία», Ανώνυμος Έλλην σσ. 51-52)
Οι ρητορικές υπερβολές της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» δεν μπορούν να σταθούν ενάντια στα ιστορικά δεδομένα. Αυτό
συμβαίνει μόνο εις τα φανατισμένα μυαλά αντιχριστιανών, των οποίων η σκέψη
τελεί υπό τη μέθη της φαντασίας και της μυθιστορηματικής παιδικής υπερβολής.
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ
Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία ο πόλεμος δεν έγινε
τόσο ολοκληρωτικός, όσο ήταν κατά την περίοδο 1941-1945, όπου βρέθηκαν σε
σύγκρουση ο ναζισμός του Αδόλφου Χίτλερ κι ο
κομμουνισμός του Ιωσήφ Στάλιν. Παρότι και τα δύο καθεστώτα ορισμένες φορές
πίεσαν τους μαχητές τους εις τα άκρα, ιδιαίτερα η κομμουνιστική Ρωσία
κατηγορείται περισσότερο για την δια της χρήσης βίας φανέρωσης της πολεμικής
ανδρείας των μαχητών της, εντούτοις πλειάδα ηρωικών επεισοδίων σε αυτή την
τιτανομαχία δεν έλειψαν. Άπειρες φορές σε αυτή την ολοκληρωτική μάχη,
κανενός είδους «Νομαρχίας» δε χρειάστηκε για να
κατανοήσουν τα αντίπαλα στρατεύματα το καθήκον τους και να πολεμήσουν με
άκρατο φανατισμό. Και σε αυτή την ιστορική περίπτωση λοιπόν, το επιχείρημα
του Διαφωτισμού, ο οποίος αντλούσε παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα και
διαστρεβλωτικά τα έριπτε εις τη δική του εποχή, μα και στη νέα, υπέρ μιας κάποιας ανωτέρας
μαχητικής αξίας πολιτών μιας κάποιας «Νομαρχίας»,
καταντά στην προκειμένη περίπτωση φρούδα διδασκαλία.
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Οι σύγχρονοι «δοῦλοι» της πένας του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», δεν απορούν με την αρχαία Μ. Ασία, το ίδιο όπως απορούν με
την Ήπειρο του 18ου αιώνος, όταν εκείνη η πρώτη δεν κατάφερνε να ελευθερωθεί μόνη της τόσο
επιτυχημένα από τους Πέρσες, παρά μόνο κατόπιν βοηθείας των εν στερεά Ελλάδι
ευδοκιμησάντων πόλεων των Αθηνών, της Σπάρτης ή του βασιλείου της Μακεδονίας, με
όσα αυτές σήμαιναν σε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς τους Μικρασιάτες
Ίωνες.
Μήπως πιστεύουν οι νεοπαγανιστές ότι το
να συγγράφει ένας Εσπεριώτης, ως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
πολύ μακριά από την πατρίδα κι εκ του ασφαλούς ένα σύγγραμμα υπέρ μιας
εξεγέρσεως μέσα σε ένα τυπογραφείο είναι «νταϊλίκι καὶ μαγκιά»,
ή ίσως κι «ἐπανάσταση» ακόμη, η οποία έπρεπε οπωσδήποτε
να αποτελεί αιτία εντροπής για τη θέση των υπολοίπων υπόδουλων Ρωμιών στην Ελλάδα
τότε;
Τί στα αλήθεια παραπάνω επιτέλεσε απ’ αυτούς τους τελευταίους ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
συγγράφοντας ένα ρητορικό δοκίμιο στην Δύση, όταν αυτοί εργάζονταν, σκοτώνονταν,
βασανίζονταν, πλήρωναν φόρους εις την περιπετειώδη γεωγραφική τους πατρίδα; Στα
αλήθεια η «Ἐλληνική Νομαρχία», ως «διαφωτισμός» έφερε την επανάσταση στην
Ελλάδα;
Ο ίδιος ο «Άνώνυμος Ἕλλην»
κατηγορεί όλους τους Έλληνες ανεξαιρέτως που δεν στοχάστηκαν κάτι επαναστατικό
για τους υπολοίπους συμπατριώτες τους και ζούσαν «βολεμένοι» μέσα εις τον Ελλαδικό χώρο:
«... λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν
δυστυχίαν τοῦ γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς
τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα
μας ὑπὸ τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ
χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί
τι διὰ τοὺς ἄλλους.», σελ. 144
Η αλήθεια είναι πως του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» ο στοχασμός «διὰ τοὺς ἄλλους», δηλαδή
τους Έλληνες σκλαβωμένους, δεν θα μπορούσε να ήταν η συγγραφή ρητορικών
κειμένων, φυλλαδίων ή κειμένων· αντίθετα θα πρέπει να θεωρηθεί στοχασμός
«διὰ τοὺς ἄλλους», κυρίως η ένοπλη
επαναστατική πράξη ενάντια στον κατακτητή Οθωμανό· διότι κάθε οποιαδήποτε
διαφορετική δράση δεν
έκανε τίποτα άλλο, βάση των ιδικών του λόγων, παρά να βαστά «περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα
μας ὑπὸ τῆς δουλείας». Τί κι αν ο Ρήγας έγραφε τη Χάρτα του; Τί κι αν ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» στηλίτευε τους πάντες, εμμέσως και τον ίδιον του τον εαυτό με το «βιβλιάριον»
του; Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε σημασία, αν
μήτε ένας Ρωμιός δεν έπαιρνε στα χέρια του το καριοφίλι. Διότι ο κατακτητής δε
διώκεται με χαρτοπόλεμο, αλλά με μολυβένια βλήματα· κι αυτά τα βλήματα σφύριζαν στην
Ελλάδα προ πολλού της ενάρξεως της διαφωτιστικής πολυλογίας.
ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Κανείς νεοπαγανιστής ή νεοδιαφωτιστής δεν
παρατηρεί, πως τον καιρό που οι Σουλιώτες εμάχοντο κατά του Αλή Πασά, ο
«περισπούδαστος διαφωτιστής» Αθανάσιος Ψαλίδας,
ένας από τους «ηγέτες» του «Ἐλληνικοῦ Διαφωτισμοῦ», ο
οποίος υποτίθεται θα έπρεπε να προσάγει συμπεριφορά χαρακτηριστική, «ἐλεύθερη»
και σύμφωνη προς τις «Νομαρχίες»,
αντιθέτως ήτο
γραμματεύς εκείνου του οποίου ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»:
α. χαρακτηρίζει ως να «ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅλων τῶν τυράννων: χωρὶς
συνείδησιν, ἅρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, ἀρσενοκοίτης, ἄσπλαχνος, σκληρὸς τῇ καρδίᾳ,
κλέπτης φοβερός, αἱμοβόρος, ἄδικος τέλος πάντων, καὶ ἀναιδέστατος ὡς οὐδεὶς ἄλλος.
Ἡ πονηρία του δέ καὶ ἀδιαντροπία του παρακινοῦσι τοὺς ἀπανθρωποτάτους κόλακάς του,
νὰ τὸν νομίζωσι πνευματώδη καὶ ἄξιον», σελ. 35
β. λέγει ότι ήταν «ὠμότατος τύραννος», σελ. 35
γ. «Μύριοι εἶναι οἱ τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ σκληροτράχηλοι
ὀθωμανοὶ δίδοσι τὸν θάνατον εἰς τοὺς ἀθώους Ἕλληνας, ὁ συχνότερος ὅμως εἶναι τὸ
κρέμασμα. Οἱ πλάτανες τῶν Ἰωαννίνων εἶναι ἀδιακόπως πεφορτωμένοι ἀπὸ σώματα νεκρά.
Ὁ σκληρόκαρδος τύραννος Ἀλῆς πολλοὺς ἀπεκεφάλισε μὲ τὸ πριόνι, ἄλλους ἔπνιξεν εἰς
τὴν λίμνην, ἄλλους ἐφόνευσε, θέτοντας ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος των ἀνυπόφορα βάρη, ἄλλους
ἔθαψεν ζωντανούς, πολλῶν ἐσύντριψεν τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ ἔπειτα τὴν κεφαλήν,
πλῆθος ἐπαλούκωσε, καὶ ἀπὸ δύο Σουλιώτας ὁποὺ ἐφύλαττεν διὰ ἐνέχυρον, τὸν μὲν ἕνα
ἐπρόσταξε καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανόν, τὸν δ᾿ ἕτερον ἐσούβλισαν καὶ ἔπειτα ἔψησαν ζωντανόν.»,
σελ. 82
δ. «Δὲν τοῦ χρησιμεύουν πλέον, αἱ συνηθισμέναι του
ἀπάται [τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ], οὔτε χρήματα, οὔτε δόλοι, διὰ μέσου τῶν ὁποίων διὰ παντὸς ἐνίκησεν καὶ κατέφθειρε
τοὺς ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του», σελ. 36
Ήταν κι ο διαφωτιστής «Ἀθανάσιος Ψαλίδας»
ένας από εκείνους τους «ἀνάνδρους καὶ ἀνοήτους ἐχθρούς του»
που «κατεφθάρη» από τον Αλή Πασά ή όχι; Αν δεν ήταν
τότε οι νεοπαγανιστές κι οι νεοδιαφωτιστές αστειεύονται
σαν μιλούν για τους Ρωμιούς· αν ήταν, τότε ο
Χριστιανισμός δεν ήταν η αιτία της δουλείας των Ελλήνων εις τους Οθωμανούς. Πώς θα μπορούσε να ήταν
άλλωστε; Μόνο τρελοί για δέσιμο μπορούν να έχουν τέτοιες απλοϊκές απόψεις για
τόσα πολλά υπόδουλα έθνη τα οποία ήταν κατακτημένα από τους Οθωμανούς Μουσουλμάνους,
όπως ήταν κι οι Έλληνες ή Ρωμιοί.
Θα πρέπει εδώ ο αναγνώστης επί της ευκαιρίας, να θυμηθεί
και τις βολές των νεοπαγανιστών ενάντια στους «Χριστιανούς
Σταυροφόρους», οι οποίοι συλλήβδην υβρίζονται, ακόμη κι εκείνοι οι
τρομεροί πολεμιστές Ναΐτες, ιδιαίτερα όταν πολεμούσαν ενάντια σε παγανιστές του
βορρά. Σε εκείνες τις περιπτώσεις οι «Χριστιανοί Σταυροφόροι»
είναι πολύ «ἄγριοι» κι «ἄκαρδοι» ενάντια στους «ἀπίστους»
εθνικούς,
ομόθρησκους των νεοπαγανιστών.
Αν είναι όμως Χριστιανοί να ελευθερώσουν με τα όπλα την Ελλάδα από τους Τούρκους
και δεν το πράττουν, τότε χλευάζονται με την περίφημο ρήση «Σφάξε
με Ἀγὰ μου ν’ ἀγιάσω», η οποία σαφώς και δεν έχει καμία θρησκευτική ισχύ
για τους Χριστιανούς [πρβλ Α.Σ. «Σφάξε
με αγά μου νʼ αγιάσω»].
ΒΥΖΑΝΤΙΟ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Τί παραπάνω όμως υπαινίσσονταν οι διαφωτιστές, οι οποίοι
κουβάλησαν μια κουτσουρεμένη γνώση στον ελληνικό χώρο; Υπαινίσσονταν πως οι Σπαρτιάτες,
φύλαξαν την ελευθερία τους για αιώνες, επειδή ήταν «ἐλεύθεροι»
ως πολίτες:
«Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ
Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ
τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι
λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των,
καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς
αἰῶνας.», σελ. 47
Αν όμως χαρακτηρίζονται «ἐλεύθεροι»
και πρότυπο μιμήσεως οι μη Δημοκρατικοί Σπαρτιάτες, επειδή φυλούσαν «τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς
αἰῶνας», τότε γιατί δεν χαρακτηρίζονται «ἐλεύθεροι»
οι Ρωμιοί Έλληνες του Βυζαντίου, οι οποίοι διαφύλαξαν την ζωή του βασιλείου
τους για δέκα αιώνες και δηλαδή πολύ περισσότερο από τους Σπαρτιάτες κι
ενάντια σε μυριάδες κι ατρόμητους εχθρούς;
ΔΟΞΑ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Ένα ακόμη τέχνασμα της ρητορικής της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας», είναι εκείνο κατά το οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να πείσει
τον αναγνώστη της, πως μόνο οι «Νομαρχίες» καταφέρνουν
να εκκολάψουν στα σπλάχνα τους ήρωες πολεμιστές, καθόσον οι εξαγγελλόμενες τιμές
προς αυτούς είναι τόσο μεγάλες, που προτρέπουν διαρκώς σε νέα κατορθώματα:
α. «Ἀλλ᾿ εἰς τὴν
νομαρχίαν φθάνει μόνον ὁ πόθος πρὸς
τὸ εὖ πράττειν, καὶ μύρια εἶναι τὰ μέσα τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἀναμφίβολα. Ποῦ νὰ εὕρῃ
τινὰς τοιαύτην ἅμιλλαν ὑπὸ δουλείας; Πῶς νὰ ἀποκτήσῃ δόξαν ὁ ἐνάρετος, ἐκεῖ ὁποὺ
ἡ ἀρετὴ καταφρονεῖται καὶ ἀτιμάζεται; Πρὸς ἀπόδειξιν δὲ τούτων καὶ πρὸς κατάπεισιν,
παρακαλῶ τοὺς ἀναγνώστας νὰ λάβωσιν μόνον εἰς τὰς χεῖρας των τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων
μας. Αὐτὴ εἶναι ἕνας καθρέπτης ἀψευδὴς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Δι᾿ αὐτῆς φωτίζεται
ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι
ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.»,
σελ. 26
β. «Ἀνάμεσα ὅμως εἰς τὰ ἀνθρώπινα πάθη, τὸ μόνον ὁποὺ νὰ παρακινῇ ὅλους ὁμοίως, καὶ
τὸ ἀνώτερον, εἶναι ἡ φιλοδοξία. Διὰ μέσον τῆς ἀληθοῦς φιλοδοξίας, ἀποκαθίστανται
ἥρωες οἱ ἐλεύθεροι, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ δόξα συνίσταται εἰς τὴν διαυθέντευσιν τῆς πατρίδος
των καὶ τῆς ἐλευθερίας των.», σελ. 45
Βέβαια αυτό είναι ένα άλλο ακόμη ανήκουστο ψέμα της
ρητορικής τέχνης, καθόσον τα
ολοκληρωτικά καθεστώτα τιμούν τους νεκρούς και ζώντες ήρωές τους, αν όχι
καλύτερα, τουλάχιστον παρόμοια με τις «Νομαρχίες». Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» είναι τόσο προσηλωμένος εις τις διαφωτιστικές ιδέες ώστε υβρίζει
τον Μέγα Αλέξανδρο, ένα Μονάρχη τον οποίον πολλές ανθρώπινες κοινωνίες,
ανεξαρτήτου πολιτεύματος, φυλής και έθνους, τίμησαν ποικιλοτρόπως για τα
στρατιωτικά επιτεύγματά του, όχι μόνο με ανδριάντες, αλλά με πληθώρα από
συγγραφικά, κι όχι μόνο, έργα:
«Ἡ Ἑλλάς, ὦ ἀγαπητοί μου, ὀκτακοσίους χρόνους πρὸ Χριστοῦ ἤκμαζε, καὶ ἦτον εἰς
τὸν ἄκρον βαθμὸν τῆς εὐτυχίας της. Ἀφοῦ ὅμως εἰς τοὺς 375 πρὸ Χριστοῦ, Φίλιππος,
ὁ πατὴρ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἔλαβε τὸ μακεδονικὸν σκῆπτρον, διὰ πρώτην φοράν,
ἤρχισε, φεῦ! νὰ μιάνῃ τὴν ἐλευθέραν γῆν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἀνεξάρτητον ἀρχήν του.
Αὐτὸς ὄντας πολλὰ φιλόδοξος, καὶ ἐν αὐτῷ φιλομαθὴς καὶ δίκαιος, ὅταν δὲν ἦτον πρὸς
ζημίαν του, ἢ διὰ νὰ εἰπῶ καλλίτερα ὅταν ἦτον πρὸς ὄφελός του, εἵλκυσε κατ᾿ ὀλίγον
ὀλίγον εἰς τὴν φιλίαν του τοὺς περισσοτέρους ἀρχηγοὺς τῶν τότε ἐλληνικῶν πόλεων,
καὶ οὕτως προετοίμασεν εἰς μὲν τὸν υἱόν του μεγάλας νίκας, εἰς δὲ τὴν πατρίδα του
καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἕνα ἐπικείμενον καὶ ἄφευκτον ἀφανισμόν. Ἐξ αἰτίας του, εὐθύς,
ἤρχισεν ὁ πόλεμος ἀναμεταξύ των, αἱ διχόνοιαι ηὔξησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος.», σελ. 73
ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Ο «Ἁνώνυμος Ἕλλην» πράττει παν
δυνατόν
για να καταστήσει στο γραπτό του βδελυρούς όλους τους δειλούς, «δούλους»,
υπηκόους όλων των τυράννων / μοναρχιών, και θαυμάζει τους «ἐλεύθερους
Σουλιώτες» παρότι δεν έχουν σπουδαιότερη, από άποψη ελευθεριών και νόμων
(βλ. Νομαρχία),
διοικητική οργάνωση. Εις την προσπάθειά του όμως να αποδείξει ότι η
τυραννία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας καταρρέει, ξεχνιέται κι ανατρέχει εις τις επαναστάσεις
των διαφόρων Πασάδων ανά την Οικουμένη· παραχωρεί δηλαδή θεωρητικά τη δυνατότητα
εξεγέρσεως στους πολίτες ενός κράτους, άνευ της παρουσίας μιας κάποιας Νομαρχίας,
όπως αυτή ίσως την φαντάζονταν ο ελληνικός διαφωτισμός:
α. «Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος τὴν σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀλοίσθια τοῦ θανάτου, καὶ
ἠμπορεῖ νὰ παρομοιασθῇ εἰς ἓν σῶμα ἀνθρώπινον, κατακρατημένον ἀπὸ ἀποπληξίαν καὶ
μὴ ἔχον ἐλευθέραν, εἰμὴ τὴν κεφαλήν, ἡ ὁποία, μὴν λαμβάνουσα τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν
ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον ἀδυνατίζει καί, τέλος πάντων,
θνήσκει. Οὕτως καὶ ἡ τυραννία τῶν ὀθωμανῶν τὴν σήμερον, εἰς ἄλλο δὲν γνωρίζεται
ὅτι ὑπάρχει, εἰμὴ εἰς τὴν Βασιλεύουσαν. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ πρώην Τζεζάρ, κυβερνητὴς
εἰς τὸ Ἄκρι, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ὑπήκουε εἰς τὸν βασιλέα του, ἀλλὰ καὶ ἀντιστέκετο
εἰς ὅλας του τὰς προσταγάς, καὶ πολλάκις φανερὰ τὸν ὕβριζε, καὶ διὰ γραμμάτων πάντοτε
τὸν ἐπεριγελοῦσε. Ἔστω εἰς παράδειγμα ὁ Πασβάνογλους, ὁ ὁποῖος ἐκήρυξεν πόλεμον
ἐναντίον τοῦ βασιλέως του, καὶ ἐνίκησε πάντοτε. Ἔστω πρὸς τούτοις διὰ παράδειγμα
ὁ τῶν Ἰωαννίνων τύραννος, ὁ ὁποῖος, ἀγκαλὰ καὶ νὰ μὴν τὸ φανερώνῃ, ὅλοι ὅμως ἀρκετῶς
τὸ ἠξεύρουσι ὅτι δὲν φοβεῖται, οὔτε ποτὲ ὑπακούει εἰς τὰς προσταγὰς τοῦ βασιλέως
του.», σελ. 148
β. «Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου,
τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες;», σελ. 148
γ. «Ὁ Ἀντιβασιλεὺς προστάζει, καὶ τὰς περισσοτέρας
φορὰς δὲν ὑπακούεται.», σελ. 149
Αυτά συμβαίνουν την ίδια ώρα που η όποια Νομική Αρχή της
Οθωμανικής Εξουσίας έχει κατακρεουργηθεί από τη ρητορική του
διαφωτισμού:
«Ἡ ὀθωμανικὴ διοίκησις εἶναι τυραννική. Οἱ νόμοι των εἶναι
ἀτελεῖς, σκληροὶ καὶ ὀλίγοι. Ἡ πρώτη διαταγὴ τῶν νόμων των εἶναι, νὰ νομίζουν τοὺς λόγους τοῦ τυράννου
ὡς νόμους ἀπαραβάτους.», σελ. 77
Από τα άνωθι γίνεται φανερό, πως η
ρητορική του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά γράμμα,
ειδάλλως θα πρέπει να θαυμάζει
κανείς όλους τους «πασάδες» που σήκωσαν κεφάλι εις το
Σουλτάνο της Κωνσταντινουπόλεως μη δεχόμενοι οι ίδιοι να είναι «δοῦλοι»
ενός κάποιου τυράννου. Μια τέτοια σκέψη, ο θαυμασμός ενός αλλοεθνή δυνάστη, για έναν που προτρέπει σε εθνική
επανάσταση ή για ένα εθνικιστή, είναι κάτι το ανίερο.
Η γόμωση αυτών των ιδεολογημάτων, πηγασμένων εκ του
διαφωτισμού, στηρίζεται εις τα δήθεν
ορθολογικά φληναφήματα περί «πολιτικῆς ἡθικῆς»,
όπου ως «ὁρθὴ [πολιτικὴ] ἡθικὴ» για μίμηση,
εννοείται ασφαλώς και το «imperatum» της πόλεως των Αθηνών επί των
υπολοίπων ελληνικών κατά την αρχαιότητα:
«Η μελέτη του κλασικού πολιτισμού ως
οργανικής ενότητας διερμήνευε την πεποίθηση ότι η αρχαία δημοκρατική Αθήνα
αντλούσε την πολιτική της δύναμη από την ηθική και πολιτισμική της αίγλη, από το
σύστημα των κοινωνικών και πολιτειακών της θεσμών. Δεδομένου ότι επρόκειτο για
σύστημα βασισμένο στην ευθύνη των δημόσιων λειτουργών έναντι του οργανωμένου
συνόλου, ήταν προφανές ότι, στο μέτρο που λειτούργησε αποτελεσματικά, συνέβαλε
στην ακμή της πόλης και ανέδειξε το αθηναϊκό μεγαλείο. Η χαλάρωση του συστήματος οδήγησε στην
παρακμή και στην υποταγή της πόλης στο ρωμαϊκό ζυγό: "Αὐτὸ τὸ σύστημα διήρκεσεν
εἰς πολὺν καιρὸν, καὶ μὲ αὐτὸ ἔλαβον αἱ Ἀθῆναι ὅλην τὴν δύναμιν καὶ λαμπρότητα.
Ἀθετήθη ὅμως μετέπειτα, ἀφ’ οὗ αἱ Ἀθῆναι παθοῦσαι πολλὰς τυραννίας ἀπὸ τοὺς
βασιλεῖς τῶν Μακεδόνων, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν ζυγὸν τῶν Ρωμάνων"»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 101)
[Περισσότερα στην απάτη «Η Ηθική κι
η Ηθική»]
ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ Νο2
Ελέχθη ανωτέρω, ότι ποικίλοι στρατιώτες μη «Νομαρχιακών»
συστημάτων πολέμησαν επαξίως υπέρ της πατρίδος των και υπέρ της εθνικής των
ελευθερίας. Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», παρότι
έχει «ψάλει τὸν ἑξάψαλμον» εις τους «δούλους» τόσες
φορές στο παρελθόν περί της «δειλεῖας» των, τελικά αναγκάζεται να ομολογήσει εκείνο ακριβώς που δεν θέλει να παραδεχθεί
γι’ αυτούς:
«Αὐτοὶ δὲν εἶδον κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου των, καὶ τρέμουσι
εἰς κάθε προσταγήν του, χωρὶς νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν. Αὐτοὶ λοιπόν, οἱ τόσον βδελυκτοὶ
ἄνθρωποι, καὶ ἐνταυτῷ τόσον ἄξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι
κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Βέβαια, μεγάλη εἶναι ἡ ἀναισθησία αὐτῶν τῶν δούλων, καὶ ὠφέλιμον
εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας, διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς.»,
σελ. 49
Στην τελευταία φράση κρύβεται και το τέχνασμα του
διαφωτισμού. Η φράση «διὰ νὰ μὴν θαυμάζωμεν πλέον οὔτε δι᾿ αὐτούς»,
άλλο τι δεν αποκαλύπτει πως ο διαφωτισμός κάποια στιγμή της κυματώδους
ιστορίας του, δεν είχε τη θέληση να αποδεχθεί μίαν αλήθειαν· τον ηρωισμό των
μαχίμων ανθρώπων, ανεξαρτήτου ισχύουσας πολιτικής αρχής· διότι αν κι ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» αναγνωρίζει την «ἀναισθησία[ν ] αὐτῶν τῶν
δούλων» όταν ρίχνονται εις την μάχη και «φονεύονται καὶ αὐτοί, καὶ ὁρμοῦσι
κατὰ τῶν ἐχθρῶν» (βλ. ανωτέρω παραδείγματα Καμικάζι), εντούτοις δεν
επιθυμεί να θαυμάσει αυτό τον ηρωισμό, καθόσον ένας τέτοιος θαυμασμός θα
ανακάτευε άσχημα το αχυρένιο θεωρητικό κατασκεύασμα περί «ἐλευθέρων»
πολιτών που πλασάριζε ο διαφωτισμός· έτσι, ανατρέχει εις την πεπατημένη οδόν,
δηλαδή «εἰς τὸ στρίβειν διὰ τοῦ ἀρραβῶνος»: «ὠφέλιμον
εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς αἰτίας», αυτού του «ἀποδιοπομπαίου»,
δηλαδή μη θαυμαζομένου, μη «Νομαρχιακού» τύπου ηρωισμού·
αιτίες, οι οποίες θα «πρέπει» να είναι «υποδεέστερες» από εκείνες των
μαχίμων πολιτών της όποιας Σπάρτης ή Αθήνας· πράγματι, οι «αιτίες», κατά τον
«Άνώνυμον Ἕλληνα», είναι μόνο μία: «Ἄλλη, λοιπόν, δὲν εἶναι ἡ αἰτία, ὁποὺ τοὺς παρακινεῖ νὰ θυσιάζωνται τόσον ἀνοήτως, εἰμὴ
ὁ φόβος.», σελ. 50
Ασφαλώς ο διαφωτισμός δεν
αρκούνται εις την απαγόρευση του θαυμασμού περί του ηρωισμού των όποιων
πολιτικών «δούλων»· εκβίαζε παράλληλα το θαυμασμό του
δικού του διδασκομένου στρατιωτικού ηρωισμού, ακριβώς από εκείνους τους
οποίους χλεύαζε:
«Θαυμάζουν οἱ δοῦλοι, βλέποντες τοὺς
ἐλευθέρους στρατιῶτας νὰ ἀψηφῶσι τοσοῦτον τὸν θάνατον, καὶ νὰ ὁρμῶσι μὲ
ἀνέκφραστον θάρρος εἰς ἀπάντησίν του.», σελ. 42
Για το διαφωτισμό
λοιπόν, δεν είχε σημασία ο στρατιωτικός ηρωισμός, παρά τα πολλά μα φτωχά
λόγια του πρώτου· σημασία είχε το πολιτικό του υπόβαθρο. Βάση της πολιτικής
επιλογής του υποβάθρου, κατασκευάζονταν φιλολογικά οι «δοῦλοι»
κι «ἥρωες» -αφέντες της ανθρώπινης ιστορίας.
Για να κλείσει με ταχύτητα εδώ το κεφάλαιο των
ρητορικών αντιφάσεων της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»,
αρκεί να παρατεθούν τα ίδια τα λόγια του συγγραφέως της· έτσι από τη μια
μεριά οι πολίτες της Σπάρτης χαρακτηρίζονται ως «ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες»,
την ίδια ώρα που από την άλλη, γίνεται παραδεχτό πως αυτοί οι τελευταίοι
ευλόγησαν «τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων τυράννων»
που δυνάστευσαν την Αθήνα μετά την ήττα της κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο:
α. «Ὤ! θέατρον εὐφροσύνης, ὢ καλότυχοι, ὁποὺ εἶναι οἱ ἐλεύθεροι! Ἐκεῖνοι οἱ θαυμαστοὶ
Σπαρτιᾶτες, ὦ Ἕλληνες, εἶχον ἅμιλλαν ἀναμεταξύ των, εἰς τὸ νὰ προπορευθῶσι κατὰ
τῶν ἐχθρῶν, καὶ καθεὶς ἐποθοῦσε νὰ πρωτοχύσῃ τὸ αἷμα του διὰ τὴν πατρίδα, ἐκεῖνοι
λέγω οἱ ὀλίγοι, ἀλλ᾿ ἐλεύθεροι Σπαρτιᾶτες, ἔκαμαν νὰ τρομάξουν ὅλοι οἱ ἐχθροί των,
καὶ ὅλα τὰ πλήθη τῶν βαρβάρων, καὶ οὕτως ἐφύλαξαν τὴν ἐλευθερίαν τους διὰ πολλοὺς
αἰῶνας.», σελ. 47
«Ἡ Ἀθήνα, λέγει ὁ ἱστορικὸς Ἕλλην,
ἀφοῦ ἐνικήθη ἀπὸ τοὺς Λάκωνας, τὴν ὑποχρέωσαν
νὰ δεχθῇ διὰ κυβερνῆτας της τριάκοντα πολίτας, ὁποὺ αὐτοὶ ἤθελαν ἐκλέξει. Καὶ οὕτως
ἠκολούθησεν [..] Τέλος πάντων, ὁ ἀναγκαῖος
ἀφανισμός των προητοίμαζεν τὴν δόξαν τοῦ μεγάλου Θρασυβούλου [...] Τότε, ὅλοι σχεδόν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἑαυτόν των ὡς ἀπὸ μεγάλην μέθην, εἶδον
τὴν ἀθλίαν τους κατάστασιν, ἐγνώρισαν τὸ χρέος των, καὶ λαβόντες τὰ ἅρματα τῆς δικαιοσύνης,
ὥρμησαν ὡς λέοντες κατὰ τῶν ἐχθρῶν των, τοὺς ὁποίους ἐν ροπῇ ὀφθαλμοῦ κατετρόπωσαν,
καὶ οὕτως ἠλευθέρωσαν τὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴν δυναστείαν τῶν τριάκοντα ἐκείνων
τυράννων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἤκουσαν τὸ ἱερὸν ὄνομα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος,
τρέμοντες ἔρριπτον τὰ ἀνάξια ἄρματά των ἔμπροσθεν τῶν ἡρώων, καὶ μὲ τὴν συνηθισμένην
των δειλίαν καὶ οὐτιδανότητα γονυκλιτῶς ἐζητοῦσαν ἔλεος. Ὤ τῆς ἀναισθησίας σας,
βάρβαροι καὶ μωροὶ ἄνθρωποι! Αὐτοί, ἀδελφοί μου, εἶναι τοιοῦτοι, ὁποὺ θέλουν νὰ
εἶναι ἐξ ἀποφάσεως, ἢ τύραννοι ἢ δοῦλοι.», σσ. 70-71
ΣΠΑΡΤΗ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Ο διαφωτισμός κουβάλησε
μαζί του μια σειρά από παιδαγωγικά στερεότυπα:
α. «Ἐγὼ ὅμως παραιτῶ τὰ περισσότερα χάριν
συντομίας, μάλιστα ὁποὺ παρεμπρὸς θέλει παρησιασθῶσι διάφοροι αἰτίαι εἰς τὸ νὰ
ἀποδείξω τὴν διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων, καὶ
μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν
γενναιότητα καὶ μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν
ἀνθρώπων, οὖσαι αὐταὶ αἱ δύο ἀρεταὶ ἡ πρώτη καὶ ἀναγκαιοτέρα βάσις τῆς πολεμικῆς
ἐπιστήμης.»
β. «Ἡ λέξις «Πατρὶς» ἐρέθιζε εἰς τὴν
ἐνθύμησιν τῶν προγόνων μας ὅλας τὰς ἰδέας τῶν καλῶν τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅλην τὴν
εὐδαιμονίαν τῆς ζωῆς των . Καὶ διὰ τοῦτο, ὅλοι ὁμοῦ, εἰς τὴν πατρίδα των μόνον
εὕρισκον τὴν εὐτυχίαν των, καὶ δι᾿ αὐτὴν μόνον ἐφύλαττον τὴν ζωήν των, τὴν
ὁποίαν ἐθυσίαζον εἰς κάθε της χρείαν.», σελ. 42
Μέσα στα στερεότυπά του, διδάσκονταν πως υπήρχε μια
κάποια «διαφορὰν τῶν ἐλευθέρων στρατευμάτων ἀπὸ τῶν ὑποδουλωμένων»,
η οποία στελεχώνονταν από το παράδειγμα του Λεωνίδα, και δηλαδή των
Σπαρτιατών. Η απόκρυψη όμως των διαφωτιστών ήταν αρκούντως έντεχνη. Ποτέ
δεν τολμούσαν να αναφέρουν ότι τα «ἐλεύθερα
στρατεύματα» των Σπαρτιατών απαρτίζονταν κι από «δούλους»
Είλωτες, που δεν ζούσαν κάτω από κανένα καθεστώς «Νομαρχίας»
ή μιας κάποιας πολιτικής «Ἐλευθερίας»:
«Εν καιρώ πολέμου και πάλιν
αστυνομικά, κατά κανόνα, καθήκοντα είχον οι Ιππείς, παρακολουθούντες τους
στρατευθέντας Περιοίκους και Είλωτας. Εν περιπτώσει στρατοπεδεύσεως, οι
Είλωτες έμενον εκτός του στρατοπέδου, επιτηρουμένοι υπό των Ιππέων».
(Πηγή: «Οι παντοδύναμοι Έφοροι της Σπάρτης», Σαράντος
Αντωνάκος, Υπαστυνόμος Α΄, Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 48, σελ.31)
ΕΛΕΥΘΕΡΟΜΕΤΡΟ & ΔΟΥΛΟΜΕΤΡΟ vs ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Για το τέλος αφέθηκε προς σχολιασμό ξανά η
ρητορική του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἑλληνος»:
α. «Πῶς
λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μέχρι τῆς σήμερον εἰς δουλείαν; Δὲν ἔχασεν καὶ αὐτὴ ἴσως
τὴν ἐλευθερίαν της ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴν τῶν Ρωμαίων; », σελ. 72
β. «Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των οἱ
δοῦλοι...»,
σελ. 36
Ο «Άνώνυμος Ἕλλην» υποστήριζε ότι οι
δούλοι δεν πολεμούν
γιατί είναι δειλοί:
γ. «Ἂν ὅμως ἡ ἀναισθησία των καὶ ὁ φόβος τοὺς φέρῃ εἰς τὸν πόλεμον, ἡ δειλία, ὡς
ἀναγκαία ἐξακολούθησις τῆς δουλείας, εὐθὺς ξεσκεπάζει τὸν χαρακτῆρα των, καὶ οὕτως
πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ
καὶ παραμικράν, εὐθὺς νὰ φεύγουν. Οἱ δοῦλοι δὲν κάμνουσιν ἄλλην φοράν, βέβαια, τὸ
χρέος των καλλιότερα, παρὰ ὅταν φεύγουν. Καὶ διατί νὰ μὴν φύγουν οἱ ταλαίπωροι;
Ἴσως διὰ τοὺς τρεῖς, ἢ τέσσαρες ὀβολούς, ὁποὺ ὁ τύραννός των τοὺς δίδει διὰ μισθόν;
ἢ διὰ τὸν φόβον τῆς ἀτιμίας; Αὐτοί, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι, τὸν μισθόν τους θέλουν
τὸν ἔχει, καὶ νικηταὶ καὶ νικημένοι ἀτιμίαν δὲν φοβοῦνται, οὔτε τιμὴν ἔχουν. Ἢ μήπως
ἔχουν, τέλος πάντων, συγγενεῖς, φίλους καὶ πατρίδα, ὁποὺ νὰ τοὺς παρακινήσουν;»,
σελ. 51
Ο ίδιος συγγραφέας επίσης υποστήριζε, πως το μεγαλύτερο μέρος του
κόσμου απαρτίζεται από δούλους:
δ. «Ἀλλά, τὴν σήμερον, ὁποὺ τὰ ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης εἶναι
δοῦλα, καὶ
ὑπὸ τυραννίας βασανίζονται, δὲν κρίνω τόσον ἀναγκαῖον νὰ περιγράψω καταλεπτῶς τὴν
ἰδιότητά της, μάλιστα εἰς ἐσᾶς, ὦ Ἕλληνες, ὁποὺ ἐντὸς ὀλίγου περὶ τῶν ὀθωμανῶν θέλω
ὁμιλήσει.», σελ. 32
Αν λοιπόν οι Έλληνες ήταν δούλοι από την εποχή της Ρώμης,
θα έπρεπε να είχαν αφέντες/κυρίους, καθόσον δούλος άνευ αφέντη/κυρίου δε νοείται. Κι η αλήθεια
είναι ότι ο συγγραφεύς της «Νομαρχίας» με όλα του τα
δόγματά δεν υπαινίσσεται τίποτα άλλο παρά το ότι οι «γενναῖοι ἐλεύθεροι
Ἕλληνες» είχαν γίνει «ὑπόδουλοι» των «δειλῶν δούλων
Ρωμαίων»,
οι οποίοι βρίσκονταν «ὑπὸ θεοκρατίας»:
«...ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται
σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς
ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει.», σελ. 70
Όμως πώς στα αλήθεια θα μπορούσε να λεχθεί ότι πράγματι τα
στρατεύματα των τυραννιών είναι «φυγάδες», όταν ο
ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως οι «δοῦλοι Ρωμαίοι»
ήσαν οι «ἀξιώτεροι στρατιῶται»;
«ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος
ἀπ᾿ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἐφθείρετο, ἕως εἰς τοὺς 146 πρὸ Χριστοῦ, ὁποὺ παντελῶς ἠφανίσθη
ὑπὸ τῆς ρωμαϊκῆς μεγαλειότητος. Οἱ Ρωμαῖοι, κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζον. Αὐτοί, ἐξ ἀρχῆς, ἦτον ὀλίγοι φυγάδες,
ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, διδαχθέντες παρὰ τῶν Ἑλλήνων κάθε λογῆς ἐπιστήμας, καὶ νόμους παρ᾿
αὐτῶν λαβόντες, κατεστήθησαν οἱ ἀξιώτεροι στρατιῶται καὶ συμπολῖται τοῦ κόσμου»,
σελ. 73
Ο «
Ἀνώνυμος Ἕλλην» για να
ξεπεράσει το πρόβλημα αυτό παραδέχεται πως «
νόμους παρὰ»
των Ελλήνων είχαν λάβει. (!) Εντούτοις...
Όταν φθάνει κανείς διανοητικά
στην εποχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απορεί με το ότι ακολουθούν τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»
οι σύγχρονοι παγανιστές και νεοδιαφωτιστές εις τους συλλογισμούς του, όταν αυτοί
οι τελευταίοι
δεν μπορούν να εξηγήσουν βάση αυτών, τον τρόπο με τον οποίον στρατιώτες Οθωμανοί
«δούλοι» του Σουλτάνου, που ανήκαν εις «τὰ [δούλα] ἐννέα δέκατα τῆς οἰκουμένης»,
κατάφεραν και διαφέντευαν για τετρακόσια χρόνια με τη σπάθη τους ως αφεντικά
τους Έλληνες, αλλά κι άλλους λαούς, όχι μόνο
των Βαλκανίων, όταν θα έπρεπε «εὐθὺς νὰ φεύγουν... ὅταν εὑρίσκουσιν ἀνθίστασιν, εἰ
καὶ παραμικράν». Μήπως αλήθεια δε συνάντησαν αντίσταση από τα τόσους και
τόσους εμπειροπόλεμους στρατούς; δεν συνάντησαν τόσα και τόσα επαναστατικά
κινήματα στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια προ του 1821; ή πιστεύουν οι
νεοπαγανιστές και οι νεοδιαφωτιστές ότι ο Βυζαντινός κι ο Βενετικός στρατός
που νικήθηκαν αρκετές φορές από αυτούς, ήτο
στρατοί «τῆς πλάκας»;
Αλήθεια, θα μπορούσαν να είναι αυτές οι «στρατιωτικές τακτικές» και
«στρατηγικές» ερμηνείες που δέχονται οι παγανιστές σήμερα;
Δέχονται δηλαδή ότι οι πολεμιστές της υφηλίου διαχωρίζονται με ρητορικά σχήματα σε
μαχητές
«δούλους» και μαχητές «ἐλευθέρους»,
όπου πάντα οι δεύτεροι νικούν τους πρώτους; Αλήθεια, πότε ανακάλυψαν οι
νεοπαγανιστές το «δουλόμετρο» και το «ἐλευθερόμετρο»
των λαών; Ή μήπως το «ἐλευθερόμετρο», γι’ αυτούς τους «ἀργοὺς»
της λογικής, δείχνει πάντα τη μέγιστη τιμή εις την αρχαία Ελλάδα και εις τους
δικούς της μόνο στρατιώτες; Πώς εξηγούν οι νεοπαγανιστές κάνοντας χρήση του εγχειριδίου της λογικής του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», την νίκη των Ελλήνων εις το Αλβανικό Μέτωπο του 1940 κατά
των Ιταλών, όταν ήτο «δούλοι» του φασίστα Μεταξά;
Έπειτα, ενώ οι φίλτατοι νεοπαγανιστές ψοφάνε στην κυριολεξία
όταν ομιλούν περί «Χριστιανικῆς θεοκρατίας», όπως
ανωτέρω ομίλησε με κατηγορίες για τη Ρωμαϊκή «τυραννικὴν θεοκρατίαν»
ο έλληνας ρήτορας, εντούτοις οι ίδιοι αυτοί θα ξεπεράσουν όποιες επικλήσεις ή
αναμίξεις του αρχαίου κόσμου προς/με τους αρχαίους παγανιστικούς θεούς, ή βεβαίως
τις επεμβάσεις του μαντείου των Δελφών
σε όλες σχεδόν τις σημαντικές αποφάσεις «εθνικού», στρατιωτικού και πολιτικού ενδιαφέροντος
του αρχαίου Ελληνικού κόσμου:
«Αὐτὸς ὁ ἥρως, βλέποντας τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τῆς πατρίδος του, καὶ προβλέποντας
τὸν μέλλοντα αὐτῆς ἀφανισμόν, ἀπεφάσισεν νὰ θυσιασθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν της, καὶ οὕτως
φεύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του, περιφέρεται δι᾿ ὀλίγον καιρὸν ἔνθεν κακεῖθεν, ζητεῖ
συμβοηθοὺς καὶ συνδρομητάς, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ, εἰς ὀλίγον καιρὸν προητοιμάζει τὰ πάντα.
Εἰσέρχεται, νυκτός, εἰς τὴν ἀγαπητήν του πατρίδα μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης καὶ τῆς
ἐκδικήσεως, ἐξυπνᾶ τοὺς συμπατριῶτας του ἀπὸ τὴν ληθαργίαν τῆς τυραννίας, φωνάζει
εἰς τοὺς κεκωφωμένους ἤδη ἀπὸ τὴν δουλείαν: «Δεῦτε, συμπολῖται, δεῦτε, ἀδελφοί μου,
νὰ διαυθεντεύσωμεν τὴν προτέραν μας εὐτυχίαν. Ὅλοι οἱ θεοὶ εἶναι πρὸς βοήθειάν μας! Ἂς ἐκβάλωμεν τὴν θανατηφόρον νόσον τῆς κυριότητος, ἂς γίνωμεν ἄξιοι τοῦ ὀνόματός
μας, ἂς δειχθῶμεν ἀληθεῖς ἄνθρωποι, καὶ ἂς ἀποβάλωμεν τοὺς τυράννους».»,
σελ. 71
Μήπως δεν αποτελεί ύβρη της λογικής, το ότι
νεοπαγανιστές
και νεοδιαφωτιστές αποδέχονται
τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα» σαν λέγει πως οι «δοῦλοι» των μοναρχιών
είναι γεμάτοι «δειλία», ενώ γνωρίζουν πως οι
πολεμιστές του Μ. Αλεξάνδρου απεδείχθησαν ιστορικά οι μεγαλύτεροι στρατιωτικοί
κατακτητές όλου του αρχαίου, κι όχι μόνο, κόσμου ενάντια στις στρατιωτικά «φθηνές
Νομαρχίες» που ονειρεύονται όλοι τους μαζί,
χάριν του «μοντέρνου» αντιχριστιανισμού;
Οι ανωτέρω υπέρ της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»
συλλογισμοί ανήκουν σε ανθρώπους οι σκέψεις των οποίων είναι «τρελές για δέσιμο». Και δεν ελέχθη λάθος.
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» ήταν ρήτορας και ρητορική είναι κι η
πραμάτεια του. Σαν όμως εκλαμβάνεται εις τα σοβαρά από τους
νεοπαγανιστές και
νεοδιαφωτιστές, άλλο δε δείχνει τούτο, παρά το ότι εκείνοι που τον ακολουθούν, δε
διαφέρουν σε τίποτα από τους πολίτες της αρχαίας Αθήνας, που συγκινημένοι από
τους πολιτικούς της μετά Περικλέους εποχής, έπεφταν στη δύνη της Σικελικής
Εκστρατείας, που είχε δημιουργήσει ο ανεμοστρόβιλος της ρητορικής τέχνης.
|
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1648 - ΚΡΟΜΒΕΛ
Η έπανάσταση του Κρόβμελ αποτελεί ένα από
τα πολλά παραδείγματα της ιστορίας που καταρρίτπουν τις αγέρωχες
ρητορείες του «Ἀνώνυμου Έλληνα» κι όσων
άλλων ονειροπαρμένων οπαδών του, που αποδέχονται ότι οι
«δημοκρατικοί» στρατιώτες «πρέπει» να αποδίδουν καλύτερα από
τους «αυτοκρατορικούς», επειδή το λέγει αυτό η «Ἑλληνικὴ
Νομαρχία»:

«Έτσι άρχισε [ο βασιλιάς της Αγγλίας
Κάρολος ο Α(1625-1649) ήρθε σε φανερή ρήξη με το κοινοβούλιο (απολυταρχικά
μέτρα και θρησκευτικές καινοτομίες) και βγήκε στις επαρχίες, για να
οργανώσει τον πόλε μο
εναντίον του] ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στο βασιλιά
και το κοινοβούλιο. Με το μέρος του βασιλιά τάχθηκαν οι ευγενείς, οι οπαδοί
των επισκόπων και γενικά οι δυτικές και βόρειες επαρχίες, ενώ οι ανατολικές
και οι νότιες που αποτελούσαν το πολυπληθέστερο και πλουσιότερο μέρος της
Αγγλίας, υποστήριξαν το κοινοβούλιο. Ο στρατός του βασιλιά ήταν πιο ικανός
για πόλεμο, γιατί αποτελούνταν από εξασκημένους και τολμηρούς ευγενείς
ιππείς και το ιππικό αποτελούσε ακόμη τη σπουδαιότερη δύναμη του στρατού της
εποχής εκείνης. Γιʼ αυτό ο στρατός του κοινοβουλίου είχε πολλές αποτυχίες.
Δεξιά: Ο Κρόμβελ διαλύει το Κοινοβούλιο,
Andrew Gow, 1907, (Πηγή:
http://mistrisparliament.wordpress.com/tag/parliament/)
Αριστερά: Οι πολιορκίες του
Pembroke & Tenby 1648 (Σειρά Εμφύλιες
Μάχες των Άλλγων, συγγραφεύς: Tim
Beardsworth, Έκδοση: Paperback 20 pages (March 1999),
(Πηγή:
http://www.virtualtenby.co.uk/Wales_Tenby_history_books.asp)
Ο Ολιβέριος Κρόμβελ (Cromwell) ήταν
βουλευτής και αξιωματικός στην υπηρεσία του κοινοβουλίου και χρησιμοποίησε
καινούργιο σύστημα. Κατάρτησε ιππικό από ορεινούς πουριτανούς, που ήταν
φανατικοί στην πίστη τους και δεν πολεμούσαν σαν τους μισθοφόρους για το
χρήμα, αλλά από αφοσίωση προς τη θρησκεία τους. Οι πολεμιστές αυτοί, όπως το
μεγαλύτερο μέρος του αγγλικού λαού, αντιπαθούσαν κάθετί το καθολικό. Ο
Κρόμβελ λοιπόν κατόρθωσε να τους διεγείρει το θρησκευτικό συναίσθημα με
αυστηρό τρόπο ζωής, με προσευχές, με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και με
άσματα από το Ψαλτήρι. Έτσι ο στρατός αυτός δεν άργησε να φανεί ανώτερος από
το στρατό του βασιλιά. Ο Κρόμβλε διορίστηκε αρχιστράτηγος και νίκησε το
βασιλιά, που αναγκάστηκε να καταφύγει στη Σκοτία. Αλλά οι Σκότοι τον
παρέδωσαν στο αγγλικό κοινοβούλιο.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 55-56)
|
Πρβλ. ενότητα «Η
αλαζονεία του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» και των
υποστηρικτών του»
Πρβλ απάτη «Τα δύο αίτια της υποδούλωσης»
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΟΥΛΙΟΥ
Οι Σουλιώτες είχαν μια δική τους μορφή κοινωνικής οργάνωσης
που βασιζόταν στην οικογενειοκρατία, τη λεγόμενη φάρα, που έφθαναν σε
αριθμό περίπου τις 47, που αντιπροσώπευαν 150 οικογένειες. Σπουδαιότερες εξ
αυτών ήταν η φάρα του Δημοδράκου, του Ζέρβα, του Μπότσαρη, του Τζαβέλλα, του
Δαγκλή, του Καραμπίνη, του Κουτσονίκα κ.ά.
Κάθε φάρα είχε τον δικό της αρχηγό του οποίου το αξίωμα
ήταν κληρονομικό. Οι αρχηγοί των «φαρών» συγκροτούσαν μια μορφή κυβέρνησης που
λεγόταν «Κριτήριο της Πατρίδας» με κύριο καθήκον να κρίνει επί παντός και
να αποφασίζει σχετικά, με αναμφίβολα και δικαστική εξουσία που βασιζόταν στο
έθιμο.
Ανώτατη εξουσία ασκούσε το «Γενικό Συνέδριο» στο οποίο
λάμβαναν μέρος εκτός από τους αρχηγούς των οικογενειών και κάθε Σουλιώτης που
είχε διακριθεί σε ανδραγαθία. Αυτό αποφάσιζε θέματα πολέμου, ειρήνης, συμμαχίας
και οτιδήποτε αφορούσε τις εξωτερικές σχέσεις της «συμπολιτείας», της οποίας
πρωτεύουσα ήταν το Σούλι όπου και γίνονταν οι συνελεύσεις των δύο παραπάνω
οργάνων.
Ήθη - έθιμα
Για τα ήθη και τα έθιμα των Σουλιωτών χαρακτηριστικές είναι
οι πληροφορίες που άφησε ο Χριστόφορος Περραιβός στην ιστορική συγγραφή του, που
άντλησε κατά την επιτόπια έρευνά του όταν στάλθηκε εκεί από τον Αλέξανδρο
Υψηλάντη για να τους μυήσει στο ξεσηκωμό του Γένους. Σημειώνει λοιπόν ο
Περραιβός: «Κανένας από τους Σουλιώτες καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν
μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με
αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν».
Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη τα Σουλιωτοχώρια
συντηρούσαν περίπου 2.500 ένοπλους λιτοδίαιτους, σκληραγωγημένους και
ολιγαρκείς, οι οποίοι και αποτελούσαν εγγύηση της ασφάλειας της περιοχής, έναντι
των Τούρκων, ο δε συνολικός πληθυσμός υπολογίζεται πως έφθανε περί τους 10.000
έως 12.000).
Γενικά οι Σουλιώτες επιδείκνυαν χαρακτηριστική τυφλή υπακοή
και πειθαρχία στους αρχηγούς τους στην περίοδο των πολέμων τους. Θεωρούσαν την
ελευθερία πολυτιμότερη της ζωής τους. Τα δε ήθη τους ήταν πολύ αυστηρά Σέβονταν
τις γυναίκες τους, τιμούσαν τους διακρινόμενους σε μάχες, περιφρονούσαν τους
δειλούς όπως και τις γυναίκες αυτών. Μία απλή υπόνοια για την ηθική μιας
γυναίκας αρκούσε για να λιθοβοληθεί με απόφαση του αρχηγού της φάρας. Σε
περίπτωση μοιχείας τη μοιχαλίδα την έβαζαν μέσα σε τσουβάλι (σάκο) και την
γκρέμιζαν σε φαράγγι του Αχέροντα.. Οι Σουλιώτες διακρίνονταν για τις υποσχέσεις
και συμφωνίες τους που θεωρούσαν ιερές (κοινώς: μπεσαλήδες), και θανάτωναν όσους
παρέμβαιναν τις αρχές τους. Η αντεκδίκηση (κοινώς βεντέτα) ήταν νόμος απαράβατος
(ιερός). Γενικά όμως ήταν γενναίοι, ριψοκίνδυνοι, ευσταλείς, γρήγοροι,
φιλελεύθεροι, αρκετές φορές μεγαλόψυχοι, φιλοπάτριδες, αλλά και εξ ανάγκης
αφοσιωμένοι σε ...επιδρομές και λαφυραγωγήσεις.
Άλλα χαρακτηριστικά στοιχεία ήταν ότι δεν κουρεύονταν,
φορούσαν και αυτοί φουστανέλα και στολίζονταν στο στήθος με «τσαπράζια». Τα δε
ρούχα των γυναικών ήταν όλα κεντητά. Αγαπημένο μουσικό όργανο των Σουλιωτών ήταν
ο ταμπουράς. Ζούσαν με πολύ περιορισμένα προϊόντα λόγω του άγονου του ορεινού
εδάφους με συνέπεια αυτή η ίδια η φύση να τους εξαναγκάζει πολλές φορές να
προβαίνουν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές να ληστεύουν και να λαφυραγωγούν
υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους
σε χρήμα αλλά και σε είδος. Οι δε κάτοικοι αυτών των 70 περίπου κατακτηθέντων
χωριών καλούνταν «Παρασουλιώτες». Η δε σχέση μεταξύ Σουλιωτών και Παρασουλιωτών
έφερνε στη μνήμη, όπως σημειώνει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, εκείνη μεταξύ των αρχαίων
Σπαρτιατών και των Περιοίκων.
Το δε άκρον άωτον των Σουλιωτών ήταν ότι και αυτοί πλήρωναν
στον Σουλτάνο ετήσιο φόρο, τον λεγόμενο κεφαλικό και τον λεγόμενο «προβατικόν»,
(που προηγουμένως μάζευαν από τους Παρασουλιώτες), και αυτό για να μη τους
ενοχλεί (!), παρουσιάζοντας έτσι μια περίεργη εικόνα αρχόντων και αρχομένων. Η
κατάσταση όμως αυτή δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί άλλο, μέσα στην επικράτεια
(Πασαλήκι) του Αλή Πασά που δικαιολογημένα, για ευνομούμενους λόγους, στράφηκε
εναντίον τους. (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες)
ΟΙ «ΚΛΕΦΤΕΣ» & ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ
(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σσ.114-115 )



«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι
ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ
ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς
τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ
ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν
ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ
νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 114-115)
«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι,
μαυροφορεμένοι [...] φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ
ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119)
Μυθοπλάστης: «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
Απάντηση: Μια περεταίρω απόδειξη, από τις
πολλές, του ότι η «Ἕλληνική
Νομαρχία» είναι ένα «Βολταιρόφρον» ρητορικός
λίβελλος, κι όχι κείμενο εις το οποίο ο καθείς
θα έπρεπε να ανατρέχει για να βρει «ὅλες τὶς ἀλήθειες»,
όπως πράττουν νεοπαγανιστές και νεοδιαφωτιστές,
βρίσκεται στους ηθικούς (βλ. πολιτικούς) έλεγχους των αντιπάλων του· εκεί, καθετί που προμηνύει πολιτική επανάσταση
καθαγιάζεται και καθετί
ενάντιο ή ουδέτερο ρίπτεται εις το βόρβορο της
κολάσεως.
Ο πολιτικός έπαινος των Κλεφτών
Η διαγωγή
των «κλεφτῶν», ενόπλων συμμοριών ληστών των Βαλκανίων οι οποίοι θα βοηθήσουν την επανάσταση
στα τελευταία 50 περίπου χρόνια προ του 1821, εξιδανικεύεται, στολίζεται με
ανθρωπισμό και γενικεύεται από τον «Ἀνώνυμο Ἕλληνα»:
«Πῶς νὰ παραιτήσω τοὺς ἐπαίνους, ὁποὺ τυχαίνουν ἐκείνων τῶν ἡρώων τῆς Ἑλλάδος,
οἱ ὁποῖοι μὴν ὑποφέροντες τὰς φοβερὰς τυραννίας τῶν ὀθωμανῶν, ἐκλέγουσιν ἐκείνους
ὁποὺ γνωρίζουσιν ἀξιωτέρους καὶ φεύγουσιν εἰς τὰ δάση, διὰ νὰ διαυθεντεύσουν τὴν
ἐλευθερίαν των; Ποῦ ἐσπούδαξαν ἐκεῖνοι τακτικήν, διὰ νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὸ πλῆθος
τῶν ἐχθρῶν των, καὶ νὰ τοὺς νικῶσι πάντοτε; Δὲν ἀποδεικνύουσιν
αὐτοὶ φανερὰ καὶ τὴν ἄφευκτον πτῶσιν τῆς ὀθωμανικῆς δυναστείας καὶ τὴν εὐκολίαν
τῆς ἐπανορθώσεώς μας; Ἢ μήπως εἶναι ὀλίγοι! Τὴν σήμερον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκονται
βέβαια ἀπὸ αὐτοὺς περισσότεροι ἀπὸ δέκα χιλιάδας, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία εἶναι ἀδιήγητος
καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὴν ἐλευθερίαν τους ἀπερίγραπτος.
Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ
ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως
δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν. Καθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀξίζει δέκα ἀρχιστρατήγους
ἀλλογενεῖς διὰ τὴν ἐξυπνότητα τοῦ νοὸς καὶ διὰ τὰς πολεμικὰς ἐφευρέσεις, διὰ δὲ
τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς παρομοιάσῃ
τινὰς μὲ κανένα ἀπὸ τοὺς τωρινοὺς ἀρχιστρατήγους.», σελ.
152
Κατόπιν της άνωθι επαινετικής πολιτικά πληροφορίας, ο
συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»
ουδέν ζήτημα ηθικής κινεί εναντίων των, όπως π.χ. ανάλογα κινεί τόσο
σχολαστικά για τους εκκλησιαστικούς· για τους τελευταίους, ζητήματα
πορνείας, αρσενοκοιτίας, γαστριμαργίας ή ανάγνωσης (!) ακόμη, μπαίνουν εις το «μικροβιολογικὸν
ἐργαστήριον» του
διαφωτισμού:
«Διὰ τοῦτο, λοιπὸν, μετὰ
δακρύων παρακαλῶ τοὺς σοφοὺς καὶ ἐναρέτους ἄνδρας, ὁποὺ
φέρουσι τὸ σεβάσμιον ἔνδυμα τῆς ἱερωσύνης, νὰ μὲ συγχωρήσουν, ἂν μὲ ἄκραν τόλμην
ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω αὐστηρῶς τοὺς
ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους»,
σελ. 99
Κι αν δε τύχει να φανερωθεί κάτι «ἄσχημον»
για τη ζωή των κλεφτών, δεν θα έχει
ως ηθικό στόχο τους τελευταίους, αλλά ως πολιτικό στόχο το Σουλτάνο και
συγκεκριμένα την ισχύ του (βλ. κατωτέρω)
Οι κλέφτες
Οι κλέφτες ήταν συνεργοί της επανάστασης, αδούλωτα
πνεύματα που δεν άντεξαν σε όλα την κατοχή των Οθωμανών· όμως η δική τους
ιστορία καν λόγω της απελευθέρωσης, καν λόγων της πολιτικής τους εν τέλει
δράσης θαυμάζεται, ως τους θαύμασε σε πολλές περιπτώσεις ο λαός, εντούτοις
δεν ακολουθεί πάντοτε πιστά το ίδιο μοτίβο μιας κάποιας «ἡθικῆς
μεγαλειότητος» κι αυτό είναι λογικό επόμενο. Όταν κάποιος Ρωμιός σκότωνε ένα μπέη ή
ένα τούρκο, για οποιοδήποτε λόγο, δεν χρειάζονταν ο λόγος αυτός να ήταν «πατριωτικὸς»
κι ήθελε να ζήσει, δεν του έμενε παρά να γίνει κλέφτης :
α. «Ο καθένας τους εξασφάλιζε την ελευθερία μόνο για τον
εαυτό
του και φρόντιζε να ζήση, όπως μπορούσε, ληστεύοντας στην ανάγκη και
Έλληνες
ακόμη [...] αυτονόητο είναι ότι οι κλέφτες κατά τους πρώτους αιώνες της
τουρκοκρατίας δεν είχαν στην συνείδηση ότι αγωνίζονται για την ελευθερία
ολόκληρου του έθνους [...] ότι τους ξεχώριζε από τους κοινούς κλέφτες ήταν μόνο
το έντονο μίσος εναντίον των κατακτητών και των συνεργατών τους και η συμπάθεια
προς τους κατατρεγμένους. Έτσι ο κλέφτης άρχισε να γίνεται ίνδαλμα»,
(Πηγή: Ιστορία
Ελληνικού Έθνους, Βακαλοπούλου, τόμος Β΄, σελ. 369)
β. «Τα χωριά γενικά του Βερμίου καταπιέζονται τόσο από τους
κλέφτες, όσο και από τους Αλβανούς αντιπάλους των. Έτσι η γνωστή Καστανιά είχε
ερημωθή:», (Πηγή: Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Βακαλοπούλου, τόμος Δ΄, σελ. 726)
γ. «Το κοινωνικά προσδιορισμένο ληστρικό
φαινόμενο των κλεφτών, που αψηφούσαν και παρενοχλούσαν εξίσου τόσο τις
οθωμανικές αρχές όσο και τους Έλληνες προύχοντες, συνέχιζε να εξαπλώνεται
στα ελληνικά βουνά. Από μορφή πρωτόγονης κοινωνικής διαμαρτυρίας η ελληνική
κλεφτουριά περιβαλλόταν σταδιακά, χάρη και στις ρομαντικές ερμηνείες
φιλελλήνων όπως ο Byron, και από την αίγλη του
σχηματισμού αντίστασης κατά της τυραννίας.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 485)
δ. «Οἱ κλέφται, διάγοντες ὲπὶ τῶν ὅρεων
καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθώσι, ἔζων ἐκ τῆς λῃστείας ἥν ἤσκουν κυρίως εἰς βάρος
τῶν Τούρκων, ἐνίοτε ὅμως καὶ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν.»,
(Πηγή: Ν. Καλομενόπουλος, υποστράτηγος ε.α. Μεγάλη Ελληνική
Εγκυκλοπαίδεια, Ελλάς, τόμος Ι, σελ.205)
ε. Εκείνο το παράθεμα που προκαλεί εντύπωση για τη ρητορική της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» είναι το εξής: «στην στεριά, ιδίως στη Θεσσαλία, Τούρκοι στρατιώτες,
Έλληνες και Αλβανοί κλέφτες και ληστές λεηλατούν τα χωριά. Οι Κοζανίτες
παραπονούνται ότι κατοικούν «εἰς τόπον ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων»»,
(Πηγή: Ιστορία
Ελληνικού Έθνους, Βακαλοπούλου, τόμος Δ΄, σελ. 570)
Προκαλεί δε εντύπωση αυτό το παράθεμα, λόγω των ακραίων χαρακτηρισμών του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος».
Αυτός, βάπτιζε τους επισκόπους κι αρχιεπισκόπους ως «λύκους»
που «ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα», την
ίδια ώρα που οι απλοί συμπατριώτες του Κοζανίτες χαρακτήριζαν ως τέτοιους,
τους ανθρώπους μερικών ενόπλων ληστρικών ομάδων που εκείνος επαινούσε
σύσσωμα· αυτό δείχνει την απόσταση της
πολιτικής ιδεολογίας που γεννήθηκε στη Δύση, του
Διαφωτισμού, σε σχέση με την καθημερινή πραγματικότητα των Ρωμιών στην
Ανατολή. Αυτή την πολιτική ιδεολογική πραγματικότητα
επαναλαμβάνουν «εὐλαβικὼς» λίγα ίσως βιβλία, τα οποία συνεχίζουν να «παραδέχονται» με τη σιωπή τους, πως
το κοινωνικό πρόβλημα της εποχής για τον ελληνικό λαό ήταν «ὁ
πλοῦτος» της Εκκλησίας, όπως συνέβαινε στη Δύση:
«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι
ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους [...]
Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι,
μαυροφορεμένοι [...] φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ
ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ.», σελ. 119
Ας έχει υπόψιν του ο αναγνώστης, πως οι συμμορίες των
κλεφτών, δεν ήτο πάντοτε αποτελούμενες από εθνικώς ή θρησκευτικώς «καθαρά»
στελέχη. Για παράδειγμα, η συμμορία στην οποία συμμετείχε ο
Σέρβος Καραγεώργης (βλ. δεσμό), τον οποίο, πολιτικά
ορμώμενος, θαυμάζει για την επαναστατική του δράση ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», ιδρύθηκε από τον αποστάτη Γενίτσαρο
Χαζλή
κι έλαβε μέρος σε σφαγές, τόσο μουσουλμάνων όσο και Χριστιανών αδιακρίτως, εις
εξεύρεση του «κλέφτικου ἐπιουσίου ἄρτου»:
«Δόξα οὖν τῇ Ἐλευθερίᾳ, ἔχομεν ἓν παράδειγμα, καὶ μεγάλον καὶ νέον, τὸ ὁποῖον
εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, χωρὶς νὰ ἔχω χρείαν νὰ ἀντιγράψω τοὺς ἱστορικούς.
Τοιοῦτον παράδειγμα τόσον εἶναι ἀξιοθαύμαστον εἰς τὴν ἰδιότητά του, ὅσον μεγαλειτέρα
ἤθελε σταθῆ ἡ ἀνοησία ἐκείνων, ὁποὺ δὲν ἤθελον καταπεισθῆ. Οἱ Σέρβοι μᾶς δίδουν
αὐτὸ τὸ μεγάλον παράδειγμα, ὦ Ἕλληνες.
Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα
ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα. Μ᾿ ὅλον τοῦτο, ὁ
θαυμαστὸς στρατηγός των καὶ ἐλευθερωτής των Γεώργιος ἐστάθη ἱκανὸς νὰ ἐπαναστατήσῃ
ὅλους τοὺς συμπατριῶτας του, καὶ εἰς τὸ βραχύτατον διάστημα ἓξ μηνῶν νὰ ἐλευθερώσῃ
τὴν πατρίδα του ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ὀθωμανικῆς τυραννίας. Ὤ, πόσα μαθήματα ἔδωσεν
καὶ πόσας ἀμφιβολίας διέλυσεν μὲ τὰ ἔργα του ὁ ἀξιάγαστος Γεώργιος εἰς μεταχείρισιν
τῶν Ἑλλήνων! Ὤ, πόσον ἀποστόμωσε τοὺς ἀνοήτους καὶ φλυάρους κατὰ τῶν Ἑλλήνων μὲ
τὰ κατορθώματά του, καὶ ἐτρόμαξεν τοὺς ἀχρείους ὀθωμανοὺς μὲ τὰ ἅρματα τῆς νίκης
καὶ τῆς ἐκδικήσεως!», σελ.
157
Τέτοιες συμμορίες δεν πρέπει να θεωρούνται αρχικά
έχοντες πατριωτικούς στόχους, με τη
σημασία που οι σύγχρονοι αποδίδουν, αλλά
μήτε και «διάγωντες θρησκευτικόν τίνι βίον». Οι όροι
της επιβίωσης των κλεφτών είναι απάνθρωποι, τουλάχιστον για τη σύγχρονη
εποχή, ως το
παράδειγμα του Γεωργίου, αλλά κι άλλων, επιδεικνύει.
Μετά πάσης σημασίας πρέπει να σημειωθεί επαναληπτικά το
εξής παράθεμα για να εννοήσει ο αναγνώστης την απαρχής της κλεφτουριάς:
«Ο καθένας τους εξασφάλιζε την ελευθερία
μόνο για τον εαυτό
του και φρόντιζε να ζήση, όπως μπορούσε, ληστεύοντας στην ανάγκη και
Έλληνες
ακόμη... »
Άμεση λογική συνέπεια μιας αντίδρασης προς τις
Οθωμανικές αρχές, είναι η απόφαση της «λογικής»
διατήρησης του εαυτού:
«Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ
λογικόν, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου
[...] ὁ πρῶτος του λοιπὸν καὶ ἀναγκαιότερος
στοχασμὸς εἶναι τὸ νὰ διαφυλάξῃ τὴν ζωήν του καὶ νὰ τὴν διαυθεντεύσῃ ὅσον ἠμπορεῖ
ἀπὸ κάθε ἐναντίον», σελ. 14
Με άλλα λόγια η απαρχή της κλεφτουριάς στηρίζεται εις τον
ίδιο μηχανισμό για τον οποίο ο «Ἄνώνυμος Ἕλλην»
κατηγορεί γενικευμένα τους κληρικούς αδίκως:
«...ζῶσιν εὐχαριστημένοι,
χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί
τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ φιλάργυροι καὶ
ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι προεστοί.»,
σελ. 144
Η «κλεφτουριὰ» δε ξεκίνησε
επειδή κάποιοι ένιωθαν «περισσότερο Έλληνες» ή επειδή «στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους»·
ξεκίνησε γιατί στοχάζονταν «τι διὰ τοὺς»
εαυτούς τους:
«Μάνα σοῦ λέω, δὲν βαστῶ τοῦ Τούρκου
νὰ δουλεύω
Δὲν ἡμπορῶ, δὲ δύναμαι ἐμάλιασ’ ἡ
καρδιὰ μου·
Θὰ πάρω τὸ τουφέκι μου νὰ πάω να γίνω
κλέφτης
νὰ κατοικήσω στὰ βουνὰ καὶ στὶς ψηλὲς ραχούλες.
θὰ φύγω μάνα καὶ μὴν κλαῖς μόν’ δὸς μου τὴν εὐχὴ σου
κι εὐχήσου με, μανούλα μου, Τούρκους
πολλοὺς νὰ σφάξω», (Πηγή: Ν. Καλομενόπουλος, υποστράτηγος
ε.α. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Ελλάς, τόμος Ι, σελ.204)
Η απόδειξη αυτού του συλλογισμού στηρίζεται εις την
ιστορική εξακολούθηση της ληστείας στην Ελλάδα, ακόμη και μέχρι τα χρόνια της
εθνικής αντίστασης του 1941 (βλ. παράρτημα). Κι αυτή, η μετά την επανάσταση
ληστεία, ανδρώθηκε κι εξακολούθησε βάση του ίδιου μηχανισμού, δηλαδή του στοχασμού του
ιδίου συμφέροντος, το οποίο όμως δεν κατόρθωσε, δεδομένων και των νέων
ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών να μεταστραφεί σε «πατριωτικὸν
ἀγώναν» (βλ. επόμενη ενότητα).
Οι αρματολοί
Οι αρματολοί δεν θα αναφερθούν διόλου εις τον «Ἀνώνυμον
τὸν Ἕλληνα», ούτε θα τύχουν μιας κάποιας «αὐστηρὰς
ἡθικῆς ἐξετάσεως» ως υφίστανται οι κληρικοί εκ μέρους, αφού το
ενδιαφέρον του συγγραφέως αυτού δεν είναι μια κάποια «χριστιανικὴ
ἤ φιλοσοφικὴ ἡθικὴν» αλλά συγκεκριμένοι πολιτικοί στόχοι. Κι οι
πολιτικοί στόχοι στη Δύση ήταν οι κληρικοί, ο βασιλιάς κι οι ευγενείς οι
οποίοι «μετεκενώθηκαν» στην Ανατολή. Έτσι, αν κι οι
προεστοί θα βληθούν, όχι βέβαια τόσο σκληρά όσοι οι κληρικοί, εντούτοις οι
εν συνεργασία πολλές φορές μαζί τους «ἀρματολοὶ»,
δεν θα θιχτούν μήτε στο ελάχιστο και στην «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν», αυτό το διαφωτιστικό κείμενο, καταλαμβάνουν την θέση «φαντασμάτων»·
γεγονός που δηλοί την «πειραγμένη» πλάστιγγα του
συγγραφέως της.
«Οι "ἀρματολοὶ".
Οι αρματολοί ήταν τα εκτελεστικό όργανα της ιδιότυπης πολιτειακής οργάνωσης
που επικρατούσε στις ορεινές περιοχές της υπόδουλης Ελλάδας. Οι Τούρκοι,
χαρακτηριστικά φυγόπονοι, προτιμούσαν να κατοικούν στα χωριά του κάμπου
παρακολουθώντας τα "τσιφλίκια" τους. Στα ορεινά χωριά κατοικούσαν πολύ
σπάνια. Εκεί η ζωή γι’ αυτούς ήταν πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Τον έλεγχο των
χωριών για την τήρηση της τάξης και την πληρωμή των φόρων την ανέθεταν στους
αρματολούς, που τους διόριζαν με "φιρμάνι" και τη διοίκηση την ασκούσαν οι
"πρόκριτοι" ("κοτσαμπάσηδες"). Οι αρματολοί συντηρούσαν ένοπλα σώματα για
την άσκηση των καθηκόντων τους, που τα αποτελούσαν μισθοφόροι χωρικοί, αλλά
και κλέφτες, που κατέφευγαν στα ορεινά ύστερα από σύγκρουση με τους
Οθωμανούς (φόνους, κλεψιές κλπ.) και πληρώνονταν από τους χωρικούς. Οι
αρματολοί έδιναν διαβεβαίωση στους Τούρκους ότι θα διατηρούν την τάξη στα
χωριά και θα εξασφαλίζουν μαζί με τους κοτσαμπάσηδες την κανονική καταβολή
των φόρων. Παράλληλα διαβεβαίωναν τους κατοίκους των χωριών ότι δε θ’
αφήσουν να πατήσει εκεί τούρκικος στρατός.
Οι Τούρκοι ένιωθαν θανάσιμο μίσος ενάντια στους κλέφτες, που
δημιουργούσαν αυτοδιοικούμενες εστίες από τ’ Άγραφα ως τον Τυμφρηστό, όπως
και σ’ άλλες ορεινές περιοχές της Ελλάδας. Ήταν, έτσι, αναγκασμένοι να έχουν
διαρκώς σε ετοιμότητα ή σε κίνηση τ’ αποσπάσματα τους για να προλάβουν τις
επιδρομές από τα βουνά, να διατηρήσουν ή ν’ αποκαταστήσουν τις συγκοινωνίες
ανάμεσα σε πόλεις και θέσεις στρατηγικής σημασίας και να ελέγχουν γενικά την
κατάσταση. Γι’ αυτούς τους λόγους υποχρεώνονταν συχνά να συνθηκολογούν με
τους κλέφτες, αλλά συνήθως χωρίς αποτέλεσμα. Οδηγήθηκαν τότε στην απόφαση ν’
αναθέσουν στους αρματολούς το κυνήγημα των κλεφτών, να εξασφαλίσουν,
με τη
βοήθεια των κοτζαμπάσηδων ή δημογερόντων την τάξη. Οι αρματολοί πληρώνονταν
από ειδικό φόρο ("λοῦφες"), που κατέβαλαν οι ραγιάδες. Οι αρχηγοί των
αρματολών ήταν συνήθως ατίθασα άτομα, που κρατούσαν κληρονομικά το
αρματολίκι. [Κατά τον Ν. Κασομούλη: Πολλοί Έλληνες ραγιάδες μη υπομένοντες
τας αδικίας των διοικητών Τούρκων, τα βαριά δοσίματα και τους τυραννικούς
προεστούς πάντοτε φοβέριζαν με το: "σηκώνομαι κλέφτης". Οι κλέφτες
προστάτευαν τους αδικημένους, τους αγρότες, τους φτωχούς].»
Συνεργασία κλεφτών κι αρματολών. Η δραστηριότητα τον
αρματολών ενάντια στους κλέφτες περιοριζόταν όσο γινόταν πιο πολύ, ανάλογα
με τις περιστάσεις. Γεγονός είναι ότι απέφευγαν συστηματικά τις συγκρούσεις
μαζί τους, όσο κι αν τους ωθούσαν οι δερβεναγάδες προς τη δράση αυτή. Όμως
δεν έλειψαν κι οι περιπτώσεις εμφύλιων συγκρούσεων, κάποτε με τη βοήθεια και
των Τούρκων. Άλλοτε οι αρματολοί έρχονταν σε σύγκρουση με τους κοτσαμπάσηδες
και τους Τούρκους, περνούσαν με την κλεφτουριά. Άλλοτε πάλι κάποιοι κλέφτες
συνθηκολογούσαν με τους Τούρκους (τα έκαναν "καπάκια") και γίνονταν
αρματολοί. Καθώς περνούσαν τα χρόνια και το νόημα της λευτεριάς
συνειδητοποιούνταν από τους ραγιάδες, τα σύνορα ανάμεσα στους κλέφτες και
τους αρματολούς έγιναν δυσδιάκριτα. Ο λαός έλεγε: "Καὶ στὸν κλέφτη ψωμί καὶ στὸν ἀρματολὸν χαμπέρι". Τους ένιωθε σχεδόν όμοια
και τους δυο. Ο Μηλιώνης, ο Ζήδρος, ο Μπουκουβάλας, ο Καραϊσκάκης, οι
Γιολδασαίοι, ο Ράγκος, ο Σαφάκας, οι Κοντογιανναίοι, ο Ίσκος, ο Στουρνάρης
κι άλλοι γνωστοί στ’ Άγραφα και στα χωριά της Ευρυτανίας αρματολοί
στελέχωσαν τα επαναστατικά κινήματα πριν από το ’21 όπως και κατά τη μεγάλη
Εθνεγερσία. Ο αρματολισμός κι η κλεφτουριά υπήρξαν μεγάλα πρακτικά σχολεία
πολεμικής τέχνης. Πολλοί οπλαρχηγοί από τ’ αρματολίκι των Αγράφων και της
ορεινής Ευρυτανίας είχαν περάσει από τη στρατιωτική σχολή του
Αλή πασά στα Γιάννενα. Σπούδασαν την πολεμική τέχνη, τις πανουργίες, τα
τεχνάσματα και τις αρχές γενικά του κλεφτοπολέμου, απαραίτητα στην ιδιότυπη
εκείνη κατάσταση Κι οι οργανωμένες φάλαγγες των πολεμιστών που ανέλαβαν την
ευθύνη του μεγάλου αγώνα της Επανάστασης με το νικηφόρο αποτέλεσμα του, κάτω
από τη διοίκηση τέτοιων αρχηγών κινήθηκαν. (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)
Στιγμιότυπα από την «Κλεφτουριὰ»
και το «Ἀρματολίκι» κατά της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας»
Στην «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν» η
πολιτική καταδίκη κοινωνικών στρωμάτων της ρωμαίικης κοινωνίας είναι
απόλυτη, δίχως στεγανά: «θέλω νὰ ἐκβάλω
τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα»:
«Πρὶν ὅμως νὰ ἔμβω εἰς τὰς
ἐπαριθμήσεις τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων διὰ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, θέλω νὰ ἐκβάλω
τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· λέγω ἐκείνους, ὁπού, διὰ περισσοτέραν δυστυχίαν τοῦ
γένους μας, ἡ κακὴ τύχη ἔκαμεν Ἕλληνας, καὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν
γῆν, ὄχι δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ διὰ νὰ βαστάξωσι περισσότερον καιρὸν τὴν πατρίδα μας ὑπὸ
τῆς δουλείας. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ
χρήματα καὶ περισσότερα ἐλαττώματα, καὶ ζῶσιν εὐχαριστημένοι, χωρὶς ποτὲ νὰ
στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ
φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι
προεστοί.», σελ. 144
Καίτοι ο συγγραφέας της ελέγχει «αὐστηρῶς τοὺς
ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους»
ποιώντας «ἡθικὴν» τάχα
αποστολή, εξετάζοντας ακόμη και γεγονότα άνευ ουσιώδης σημασίας (π.χ.
ορθογραφία ή ανάγνωση) εξυμνεί, δίχως
περιστολή ή «ἡθικὴν σκιὰν», τους «κλέφτας»
οι οποίοι βρίσκονται σε υψηλή κινητικότητα με τους «ἀρματολοὺς»,
περνώντας δηλαδή ο εις, στις τάξεις του άλλου κι αντιστρόφως. Ο απόλυτος
λοιπόν αυτός διαχωρισμός κοινωνικών τάξεων, ως τις παρουσιάζει ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην», σε «προδότες» και «πατριῶτες»,
κι ακόμη χειρότερα σε «ἡθικῶς» μεμπτούς ή όχι, δεν
υφίσταται στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Κληρικοί, μοναχοί,
επίσκοποι, αρχιερείς και προεστοί θα βρεθούν στη θέση του επαναστάτη και «κλέφτες»,
ή «ἀρματολοὶ», εξ των πραγμάτων θα αναγκαστούν να
σκύψουν το κεφάλι ή θα ακολουθήσουν το προσωπικό συμφέρον, ακόμη και το
καθαρά εγωιστικό, ενάντια εις εκείνο το «πατριωτικὸν».
Η προπαγάνδα η οποία επιζητά κάποιους να είναι «παντοτινοὶ
πατριῶτες» κι άλλους να είναι «παντοτινοὶ προδότες»
περί το 1821, αλλά και επί άλλων παγκοσμίων πολεμικών συγκρούσεων,
διαχωρίζοντας «ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα» βρίσκεται τις
περισσότερες φορές μόνο εις την πολιτική ρητορική και τον φανατισμό, σαν
αυτή του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος». Αυτός ο πολιτικός
φανατισμός έγκειται εις την με όλα τα μέσα «διανοουμενίστικην»
προσδοκία του απέναντι όπως εβρίσκεται με ένα «τυφέκιον
ἀνὰ χεῖρας» πυροβολώντας κατά παντός εχθρού «εἰς
ὅλας τὰς περιστάσεις» μη αναλογιζόμενος ποτέ βάση της «Λογικῆς»,
που οι φιλο-διαφωτιστές παρατάσσουν στο ανόητο οπλοστάσιό τους, την εύνοια των ιστορικών συνθηκών, τα υπέρ και
τα κατά, τις πιθανότητες επιβίωσης ή επιτυχίας κ.λ.π.
Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να φανερωθούν
για ακόμη μια φορά οι πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας». Η συνέχεια αποδίδεται μέσα από γεγονότα της επανάστασης·
εκεί όπου η «προδοσία» κι ο «πατριωτισμὸς»
ανακατεύονται ανάλογα με τις περιστάσεις κι εκεί όπου οι μισητοί για τον «Ἀνωνύμον
Ἕλληνα», κληρικοί και μοναχοί
εμφανίζονται να συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα, που ο ίδιος δεν
παραδέχεται ούτε μία φορά ότι συμμετείχαν ή ότι υπάρχει περίπτωση να
συμμετάσχουν. Εκεί, όπου αρχικά η «κλεφτουριὰ»,
όπως και το «ἀρματολίκι» ξεκίνησαν ως ατομικός
βιοπορισμός και μόνον αργότερα θα στραφούν αποκλειστικά στον εθνικό αγώνα·
τότε «κλέφτες» και «ἀρματολοὶ», θα αρχίσουν να «στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους»·
όταν δε άρχισαν να «στοχάζωνταί τι διὰ τοὺς ἄλλους»
εθνικά, είχαν αρχίσει και πολλοί άλλοι μαζί τους να σκέφτονται ομοίως:
α. «Στις 21 Μαρτίου του 1821 στην
Τατάρνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με τον
ηγούμενο Κυπριανό και τους καλογήρους της μονής έστησαν ενέδρα σε
απόσπασμα χρηματαποστολής, που το συνόδευαν 60 Τούρκοι υπό τον Χασάμπεη
Γκέκα και συγκρούστηκαν μαζί τους. Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκαν 25 Τούρκοι και
πολλοί συνελήφθησαν και αφοπλίστηκαν.»
β. «Η επανάσταση των Αγράφων κίνησε
επίσημα, θα λέγαμε, από τους οπλαρχηγούς: Κώστα Βελή, Σταμούλη Γάτσο και
Λογοθέτη Ζώτο (Γκαβοστέργιο). Ο Κώστας Βελής (Κ. Στεργιόπουλος) εμφανίζεται
στη δυτική Ευρυτανία στα τέλη του Απριλίου του 1821. Αρχικά βρέθηκε στο
μοναστήρι της Τατάρνας. Τούτος υπήρξε μια εξαιρετική και έμπειρη
προσωπικότητα και είχε υπηρετήσει στη σωματοφυλακή του Αλή-πασά. Υπηρέτησε
κοντά στο Βελη-Γκέκα κι όταν εκείνος σκοτώθηκε, ανέλαβε τη διοίκηση του
στρατεύματός του κι έτσι ονομάστηκε Βελής Κώστας. Όταν ο Αλής αποφάσισε να
χτίσει το φρούριο του Παλέρμου ανέθεσε στο Βέλη το έργο. Κατόπιν, το 1815, ο
πασάς για να τον ευχαριστήσει που έκαμε καλή δουλειά, έκανε το Βέλη βοεβόδα
της Κοζάνης στη Μακεδονία. Αργότερα (στα 1820), όταν μετά τον Αλή
ανέλαβε ο Χουρσίτ πασάς, τον διόρισε βοεβόδα στην Καρδίτσα της
Θεσσαλίας, όπου ο Βελής δείχτηκε και πάλι αγαπητός απ’ όλους. Τότε ήταν που
ο Βελής μπήκε στη Φιλική Εταιρεία. Ο Βελής βρήκε τον Σταμούλη Γάτσο, το
Λογοθέτη Ζώτο και τον Στουρνάρη και μαζί τους συσκέφθηκε για την παραπέβασή
τους. Γύρισε κατόπιν στο Κεράσοβο την ιδιαίτερη πατρίδα του και στις 10
Μαΐου του 1821 ύψωσε την επαναστατική σημαία στο σπίτι του και απ’ εκεί
απέστειλε με δικούς του ανθρώπους χειρόγραφη επιστολή-προκήρυξη προς όλες
τις αρχές.
Η Επανάσταση του 1821 στην Ευρυτανία
Τον Μάρτιο του 1821, ενώ το αρματολίκι
του Καρπενησιού νόμιμα κατείχαν οι
Γιολδασαίοι, τ’ Άγραφα ουσιαστικά έμειναν χωρίς καπετάνιο. Ο Καραϊσκάκης
είχε τραβηχτεί προς τη Βόνιτσα, οι άλλοι Ευρυτάνες οπλαρχηγοί αδράνησαν για
ποικίλους λόγους. Τότε ήταν που ο γενναίος Ευρυτάνας,
ο
Κώστας Βελής
από το Κεράσοβο, όντας μυημένος στη
Φιλική Εταιρία, βλέποντας την καθυστέρηση της
επαναστατικής εκδήλωσης στην περιοχή, πήρε την
πρωτοβουλία για την επιτέλεση του μεγάλου πατριωτικού χρέους. Έτσι στις 10
Μαΐου του 1821 στη γενέτειρά του Κεράσοβο κήρυξε την επανάσταση:
"Ἦλθεν ἡ ὥρα
μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ να ἀπελευθερώσωμεν τὴν πατρίδαν ἀπὸ την τουρκικὴν
τυραννίαν λοιπὸν ἀμα λαβητε τὸ πάρον να λάβητε τὰ ἅρματα σᾶς καὶ να ἔλθετε
ὅπου σᾶς περιμένω ἔδω, ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, διότι ὁ καιρὸς δεν μας περιμένει
περισσότερον. Να εἴμαστε ἕτοιμοι διὰ να κάμωμεν τὸ χρέος μας εἰς τὴν πατρίδα",
Κεράσοβο 10 Μάη 1821, Κώστας Βελής»
γ. «Οι Τούρκοι [Βελήμπεης], βρίσκοντας
την πόλη [του Καρπενησίου 19/06/1821] απροστάτευτη. Βγήκαν στους δρόμους (20
Ιουνίου), λεηλάτησαν και έκαψαν τα σπίτια των ντόπιων, (που τα είχαν
εγκαταλείψει φεύγοντας στα γύρω χωριά). Πυρπόλησαν ακόμα, 4 εκκλησίες (Αγ.
Παρασκευή, Παναγία, Αγ. Νικόλαος και Αγία Τριάδα, που επειδή
ήταν λιθόκτιστη και δεν καίγονταν την γκρέμισαν). Βλέποντας όμως, ότι δεν
μπορούσαν να κρατήσουν την πόλη, έκαναν ένα γιουρούσι και στα χωριά της
Ποταμιάς (20-21 Ιουνίου), καίγοντας μερικά σπίτια στο Βουτύρο, Κορυσχάδες,
Γοργιανάδες, καθώς και τα δύο μοναστήρια των Κουμασιών και της Μεσαμπελιάς.»
δ. «1823. Ηρωίδες δυο γυναίκες
ρασοφόρων. Με την ηρωική θυσία δυο γυναικών στον ονομαστό από τότε "Βράχο
τῆς Παπαδιὰς" σφραγίζεται η είσοδος στο 1823. Η Αγγελική (σύζυγος του
Παπακώστα) κι η Μαριώ (σύζυγος του διάκου Αρσένη), από το μοναστήρι της Τατάρνας, ντυμένες καλογερικά,
κουβαλούσαν τρόφιμα και πολεμοφόδια στα γύρω
λημέρια. Τις έπιασαν όμως οι Τούρκοι, είδαν ποιες ήταν κι ο δερβέναγας του
τόπου διέταξε να εκτελεστούν (9 Ιανουαρίου). Όμως σε λίγες μέρες κι εκείνος
πλήρωσε το έγκλημα του, αφού τον σκότωσε σε μάχη ο καπετάν Αντρέας Ίσκος με
τα παλικάρια του (22 Ιανουαρίου).
Το δημοτικό τραγούδι πήρε στα φτερά του
τον απαράμιλλο ηρωισμό των δυο γυναικών και τον μετέφερε σ’ όλα τα γύρω
χωριά:
Ποῖος εἶδε θηλυκὸν παπὰ καὶ διάκο
γκαστρωμένο
ποῖος εἶδε τὴν Ἀγγελικὴ τὰ ῥάσα να
φοράει
καὶ τῇ Μαρίᾳ τὴν ὄμορφη τῇ
μικροπαντρεμένη
να περπατεῖ μὲ τὸν τρουβὰ φυσέκια
φορτωμένη;»
ε. «Οι μάχες στο Κεφαλόβρυσο και την
Καλιακούδα. Αρχές του καλοκαιριού του 1823, αρχίζει μεγάλη εκστρατεία
των Τούρκων με σκοπό πνίξουν την επανάσταση στο Μοριά, (αφού όμως κάνουν
δικό τους το Μεσολόγγι, την πρωτεύουσα της μαχόμενης Δ. Στερεάς Ελλάδας, που
ήταν επαναστατική φλόγα που φώτιζε και θέρμαινε όλη τη Ρούμελη). Ο
Καραϊσκάκης άρρωστος όπως ήτανε, με κρίση της φυματίωσης που του κατέτρωγε
τα στήθια, τραβήχτηκε στο μοναστήρι
του Προυσού για να γιατροκομιστεί.
»
στ. «1824. Εμφύλια διαμάχη
Καραϊσκάκη - Ράγκου. Τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης, σκιάζει η
εμφύλια διαμάχη Καραϊσκάκη-Ράγκου για το αρματολίκι των Αγράφων. Ο
Καραϊσκάκης πάντα εποφθαλμιούσε το αρματολίκι των Αγράφων, που κατείχε ο Ράγκος. Ακολούθησε μια παρωδία δίκης (1 και 2 Απριλίου 1824) ενάντια στον
Καραϊσκάκη, με μάρτυρα κατηγορίας το Βουλπιώτη. Μάταια προσπάθησε ο
Μαυροκορδάτος κι οι δικαστές - καπεταναίοι κι ο δεσπότης Πορφύριος. Δεν
κατόρθωσαν τίποτε άλλο παρά μονάχα να τον εξορίσουν. Τον υποχρέωσαν και μέσα
σε 2 μέρες, με 80 παλικάρια, έφυγε για τα βουνά. Στο δρόμο τον ακολουθούσαν
όλο και πιο πολλοί γιατί πλήρωνε μισθούς κι υπολόγιζαν σε λάφυρα από μάχες
νικηφόρες με τους Τούρκους.
Τ’ Άγραφα κι η Ευρυτανία είναι
απαλλαγμένα, έστω και προσωρινά από τα τούρκικα κι αρβανίτικα λεφούσια. Ο
λαός όμως δε βρίσκει ησυχία. Μέσα στο Μάρτιο, ο Ράγκος κι η παρέα του
ενισχυμένοι από Τούρκους μπήκαν στα "χαλασμένα" Άγραφα κι άρχισαν να
βασανίζουν το λαό και να λεηλατούν τα υπάρχοντα του, γιατί τον θεωρούσαν
φίλο του Καραϊσκάκη. Εκείνος τραβάει για να σωθεί στην Πίνδο. Τον
κυνηγούν κατά πόδι ο Ν. Στορνάρης κι ο Γρηγ. Λιακατάς. Στον Κόζιακα οι δυο
αντίπαλες φάλαγγες πλησιάζουν πολύ κι έπεσαν 2 μπαταριές. Έγινε τότε η
αναγνώριση κι ανταλλάχτηκαν επιστολές. Στον Καραϊσκάκη πρότειναν συμφιλίωση
για να χτυπήσουν μαζί τα Τρίκαλα, να τα κυριεύσουν και να τραβήξουν για τη
Λάρισα. Το σχέδιο ήταν παραπάνω από παράτολμο, ήταν ύποπτο. Ο
Καραϊσκάκης το απέρριψε και με γρήγορες κοπιαστικές νυχτερινές πορείες
κατευθύνεται προς το Καρπενήσι. Από την Καστανιά φθάνει στο
Κλειτσό και προχωρεί για το "μοναστήρι τῆς
Μεταμόρφωσης" στη Βράχα.
Ο Γάτσος ζητάει ενίσχυση από τους
Τούρκους για να αντιμετωπίσει τον Καραϊσκάκη. Μαζί του έχει τον Ράγκο,
ενώ ο Στορνάρης αρνείται να συμπαραταχθεί με Τούρκους και αποχωρεί. Από τη
Ρεντίνα ξεκινάν πεζοί και καβαλαρέοι, άλλοι από τον Κλειτσό κι άλλοι από τη
Φουρνά κατά του Καραϊσκάκη. Στο μεταξύ κινήθηκαν εναντίον του κι οι
Τούρκοι που ήταν στρατοπεδευμένοι στο Μαυρίλο. Εκεί πληγώθηκε το
πρωτοπαλίκαρο, ο Ζαραλής (σε λίγο πέθανε στο μοναστήρι), μαζί με άλλα
έξι-εφτά παλικάρια του Καραϊσκάκη. Αν και οι αντίπαλοί του Ράγκος και
λοιποί, έπαθαν φοβερή νίλα, ο θάνατος του Ζαραλή τσάκισε ψυχικά τον
Καραϊσκάκη. Οπισθοχωρώντας πέρασε στην Παπαδιά κι από κει, πήγε στα
Πολιτοχώρια του Καρπενησίου. Εκεί τον περίμενε ο Γιολδάσης. Ύστερα τράβηξε
για τη Δομνίστα κι από κει για τη Γραμμένη Οξιά όπου συνάντησε τον Αντρέα
Ίσκο, το Διαμαντή Ζέρβα, το Γ. Δράκο, και το Χριστόφορο Περραιβό, που του
εξασφάλισαν καταλύματα και του φέρθηκαν πολύ φιλικά.
Οι εμφύλιες όμως συγκρούσεις του
είχαν αναστατώσει την ψυχή. Πονούσε πολύ για όσα έγιναν και για όσα
γίνονταν. Αυτό τον αναγκάζει, να γράψει γράμμα (27 Μαΐου 1824) από τη
Δομνίστα στο Μαυροκορδάτο και να του ζητάει συγχώρηση. Παράλληλα κατεβαίνει
στο Ναύπλιο, στη Διοίκηση, για να ζητήσει να μπουν τα πράγματα στη θέση
τους.
Το αρματολίκι των Αγράφων το
διαφεντεύει πια ο Ράγκος, σιγουρεμένος καπετάνιος, αναγνωρισμένος κι
από τη Διοίκηση (Μαυροκορδάτος) κι από τους Τούρκους των Τρικάλων.
Γυρεύοντας νέες δόξες και λάφυρα φεύγει για το Βάλτο κι από κει για
την Ήπειρο. Αντικαταστάτη του αφήνει τον τουρκολάτρη Γάτσο και τον Αρβανίτη Καραταΐρη, που
διαγούμιζαν τα χωριά, έπιαναν και
βασάνιζαν τους φίλους του Καραϊσκάκη, σπέρνοντας συμφορά στον τόπο. Η
φοβέρα, ο τρόμος κι η αγανάκτηση όλο και μεγάλωναν στα χωριά της περιοχής.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, 56 πρόκριτοι και πληρεξούσιοι των
Αγράφων απευθύνουν υπόμνημα παρέμβασης στη Διοίκηση στο Ναύπλιο (28 Οκτ.
1824). Η Διοίκηση με πράξη της (Ναύπλιο 6 Δεκ. 1824), αποφασίζει να
δώσει από το μισό αρματολίκι των Αγράφων στον Καραϊσκάκη και το άλλο
μισό στο δοσίλογο Ράγκο, με ισάριθμη στρατιωτική δύναμη. Έτσι
τελείωσε στα χαρτιά της Διοίκησης ο εμφύλιος πόλεμος Καραϊσκάκη-Ράγκου.
Οι ραδιουργίες, το μίσος του
Μαυροκορδάτου κατά του Καραϊσκάκη, επικράτησαν, καθώς μάλιστα σε λίγο τ’
άρματα των Αγράφων έμειναν οριστικά μόνο στο Ράγκο. Αποτέλεσμα της τακτικής
του Μαυροκορδάτου ήταν ν’ αδυνατίσει ο αγώνας στα Άγραφα κι η επαρχία αυτή
με την τέτοια ιστορία και τις τόσες θυσίες να μείνει για πολλά χρόνια μετά
την ανακήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, έξω από τα ελληνικά σύνορα.»
ζ. «1825. Οι Τούρκοι λυμαίνονται τα
χωριά του Καρπενησίου. Επίθεση κατά των Τούρκων στο Καρπενήσι. Οι
Τούρκοι, ξεθαρρεμένοι από την απουσία ελληνικού στρατού, είχαν ξεχυθεί στα
χωριά του Καρπενησίου τρομοκρατώντας το λαό, ληστεύοντας τα υπάρχοντά του,
αρπάζοντας ανθρώπους και ζητώντας λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Ο
Γιολδάσης, μπροστά στην ανυπόφορη κατάσταση που επικρατούσε εκεί, αφήνει τα
χωριά του Καρπενησίου και καταφεύγει στην Αποκλείστρα του Προυσού μαζί με
τον πληθυσμό από τέσσερις επαρχίες. Απελπισμένος γράφει στον Καραϊσκάκη να
σπεύσει στην Ευρυτανία.
Το γράμμα βρήκε τον Καραϊσκάκη κάπου
στην Παρνασσίδα. Ξεκινώντας αρχές Ιουλίου από το Λιδορίκι, τρέχει για το
Καρπενήσι. Δίνει μάχες στα πέντε Όρια και διαλύει τους Τούρκους που θέλουν
να του κόψουν το δρόμο. Αφού σμίγει με τους οπλαρχηγούς που έρχονται από τα
Κράβαρα, καθώς και με τους Γιολδασαίους, το Σιαφάκα, το Βαλτινό, το Μήτσιο
Κοντογιάννη, τον Κ. Τζαβέλα και το Χρ. Φωτομάρα, πανέτοιμοι ("στὸ γελέκι")
800 πολεμιστές ρίχνονται κατά των Τούρκων της περιοχής του Καρπενησίου. Τους
εκτόπισαν απ’ όλες τις θέσεις τους, σκότωσαν και τραυμάτισαν πολλούς,
απελευθέρωσαν ελληνικές οικογένειες και πήραν πολλά λάφυρα, κοπάδια και ζώα φορτιάρικα. Δεν απελευθέρωσαν όμως το Καρπενήσι, παρ’ όλο που οι Τούρκοι
ήταν λίγοι. Προτίμησαν να τους αποκλείσουν σε μια μάντρα και να τους κόψουν
το νερό. Στις μάχες της περιοχής του Καρπενησίου σκοτώθηκαν ο Χρ. Σέρβος,
σημαιοφόρος του Καραϊσκάκη, ένας στρατιώτης του Γιολδάση και 46 Τούρκοι. Οι
προσκυνημένοι τουρκολάτρες, που οδηγούσαν τα τουρκικά ασκέρια στις
λεηλασίες και το κυνηγητό των Ελλήνων εξαφανίσθηκαν. Όλος ο τόπος ησύχασε,
ανάσανε κι ο λαός αναγνώριζε για σωτήρα του τον Καραϊσκάκη.
Η κυβέρνηση, διορίζει τον Καραϊσκάκη
αρχηγό στα στρατεύματα της Δυτ. Στερεάς για ν’ ασφαλίσει το Μεσολόγγι, που
μόλις είχε γλυτώσει από τον κίνδυνο του Κιουταχή. Φτάνει σε λίγο εκεί, ενώ ο
πληθυσμός κι οι πολεμιστές γιορτάζουν τον ερχομό του. Μόλις έβαλε σε τάξη
την ασφάλεια του Μεσολογγίου ξαναγυρίζει στο Καρπενήσι περνώντας από τα
Κράβαρα, ενώ ένα πλήθος εθελοντές πολεμιστές που ολοένα αβγατίζει,
τον ακολουθεί στη εκστρατεία του. Η δόξα του μεγαλώνει, η αναγνώριση είναι
γενική αλλά το κόμμα του Μαυροκορδάτου συνεχίζει τις αυθαιρεσίες του.
Παίρνει από τον Καραϊσκάκη την αρχηγία των στρατευμάτων που κινούνται γύρω
στο Μεσολόγγι και τη δίνει στον Κώστα Μπότσαρη.»
η. «1826. Πέφτει το ηρωικό Μεσολόγγι.
Ο Κιουταχής ρημάζει τη Ρούμελη. Κυριακή των Βαΐων, 10 προς 11 Απριλίου 1826
πέφτει το Μεσολόγγι ματοβαμμένο, μπαρουτοκαπνισμένο, στάχτη. Όσοι, λίγοι,
γλύτωσαν τρέχουν στα βουνά γυρεύοντας σωτηρία. Άρρωστος πάλι από το χτικιό ο
Καραϊσκάκης, πικραμένος, απογοητευμένος τους περιμένει στον Πλάτανο να τους
ανακουφίσει.
Απελπισία απλώνεται παντού. Πολλοί
πίστεψαν πως η Επανάσταση έσβησε πια οριστικά, πως χάθηκε. Ο Κιουταχής,
νικητής και κυρίαρχος πια στη Ρούμελη, αμολάει τα τσιράκια του τους τουρκολάτρες και προσφέρει, με πολιτικάντικη μεγαλοψυχία το συγχωροχάρτι
και το έλεος στους καπετανέους, στους προεστούς, στον κλήρο, στους ραγιάδες.
Με τέτοια χαρτιά στο χέρι μπορούν να κινούνται οι προσκυνημένοι παντού, οι
καπετανέοι νάχουν τα καπετανάτα τους, τις απολαβές τους.
Φτάνει να μη σηκώνει κανείς κεφάλι. Είναι μια δύσκολη στιγμή για την Ελλάδα
μα πιο πολύ για τη Ρούμελη. Οι οπλαρχηγοί Μήτσιος Κοντογιάννης, Ανδρίτσος
Σαφάκας, Γ. Δυοβουνιώτης, Κομνάς Τράκας, Γιάννης Ρούκης, οι Γιολδασαίοι από
το Καρπενήσι, ο Σωτ. Στράτος κι ο Σταμ. Γάτσος από τ’ Άγραφα προσκυνούν,
κάνουν "καπάκια" με τον
Κιουταχή και παίρνουν τ’ αρματολίκια τους. Οι Τούρκοι γύριζαν πάλι
ανενόχλητοι παντού. Οι ραγιάδες είναι, τρομοκρατημένοι.»
θ. «1827. Θάνατος του Καραϊσκάκη.
Πανωλεθρία των Ελλήνων στον Ανάλατο. Μαθαίνοντας ο Καραϊσκάκης ότι ο
Κιουταχής οργανώνει όλο και πιο καλά το στρατόπεδο της Αθήνας και
περισφίγγει την Ακρόπολη, αφήνει τη Ρούμελη και κατηφορίζει στην Αττική.
Ξέρει ότι από τη μάχη της Αθήνας και της Ακρόπολης κρέμεται η τύχη της
Ρούμελης. Ενώ σχεδιάζει τη μάχη κατά του Κιουταχή τον βρίσκει ο θάνατος από
βόλι αγνώστου πάνω στο άλογο του και την επόμενη (23 Απριλίου 1827) ο
δοξασμένος ήρωας της Επανάστασης, ο ελευθερωτής του λαού των Αγράφων κι όλης
της Ρούμελης, ο αρχιστράτηγος της κρίσιμης αυτής στιγμής του Αγώνα ξεψυχάει
άδοξα. Το θάνατο του ακολουθεί η πανωλεθρία του ελληνικού στρατού κι ο χαμός
τόσων καπετανέων στη μάχη του Ανάλατου (24 Απριλίου) κι η παράδοση των
πολεμιστών της Ακρόπολης (24 Μαΐου). Τα γεγονότα σπέρνουν νέα απογοήτευση σ’
όλη την Ελλάδα. Η Ρούμελη πενθεί. Μόνο σε κάποια απάτητα βουνά συντηρείται η
επαναστατική φλόγα. Λίγοι καπετανέοι στέκονται όρθιοι. Οι άλλοι ξαναπροσκύνησαν, έκαμαν πάλι "καπάκια".
Το Καρπενήσι και πάλι στρατόπεδο των Τούρκων. Όλα τα χωριά βρίσκονται κάτω
από το χατζάρι των αγριεμένων κατακτητών.»
Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/H_epanastasi_1.htm
ι. «Οι Τούρκοι επί Μουράτ Β’ μη
μπορώντας να καταλάβουν τους ατίθασους κατοίκους των ορεινών Αγράφων και
ενδιαφερόμενοι για την είσπραξη από αυτούς κάποιας φορολογίας, αναγκάστηκαν
να ανανεώσουν τα προϋπάρχοντα από τους Βυζαντινούς προνόμια αυτονομίας και
αυτοδιοίκησης από το τέλος του 15ου αιώνα και στη συνέχεια από την αρχή του
16ου, να υπογράψουν με τους Αγραφιώτες τη γνωστή συνθήκη του Τσαμασίου. Το πρώτο αρματολίκι αναγνωρίστηκε στα Άγραφα για την
τήρηση της τάξης και την ασφάλεια των διαβάσεων και την υποχρέωση των
προεστών για τη μεταφορά της φορολογίας, που καθορίστηκε κατά
κοινότητα, στην έδρα της Τουρκικής αυτοκρατορίας, την Πόλη. Αλλά προτού να
αναγνωριστούν τα αρματολίκια του Καρπενησίου και των Αγράφων και ύστερα από
την αναγνώρισή τους, ο τόπος αυτός υπήρξε φυσικό καταφύγιο των διωκομένων
από τις γύρω περιοχές και το ορμητήριο της κλεφτουριάς, και των αρματολών.
»
ια. «Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί, ότι
οι Ευρυτάνες, αν και κατατρεγμένοι πολύπλευρα και μειωμένοι αριθμητικά,
είχαν το κουράγιο να πάρουν μέρος σε διάφορα προεπαναστατικά κινήματα έστω
και αν μόνο αμυδρές ελπίδες υπήρχαν μιας κάποιας λύτρωσής τους. Αξίζει να
θυμηθούμε το κίνημα που οργανώθηκε το 1601 στο μοναστήρι της
Τατάρνας από το γενναίο φιλόσοφο και φιλελεύθερο Μητροπολίτη "Τρίκκης
καὶ Λαρίσης" Διονύσιο το Β΄ τον Σκυλόσοφο και που δυστυχώς απέτυχε με
αποτέλεσμα τη σφαγή και τις λεηλασίες των αγραφιώτικων πληθυσμών και μερικών
κληρικών. Τότε απαγχονίστηκε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου
Σεραφείμ, που θεωρήθηκε ως συνεργός και αναγνωρίστηκε ύστερα από το ορθόδοξο
Πατριαρχείο της Πόλης ως θαυματουργός Άγιος»
ιβ. «Στην τετρακοσιόχρονη σκλαβιά τα
καλυβόσπιτα της Ευρυτανίας, και τα μοναστήρια της είχαν μεταβληθεί σε
λημέρια κλεφταρματολών. Από τα απόμερα αγροτόσπιτα των κατοίκων της
Ευρυτανίας, τα σκαρφαλωμένα στις άγονες βουνοπλαγιές της, βγήκαν όχι λίγα
και ηρωικά παλικάρια, που πήραν μέρος στον ιερό αγώνα του ’21.»
ιγ. «Η
Βενετοκρατία και η εξέγερση των αρματολών. Τα ευρωπαϊκά πολιτικά και
στρατιωτικά πράγματα, στα μέσα του 16ου αιώνα εις βάρος της Τουρκίας,
ιδιαίτερα μετά την ήττα της, όταν επιχείρησε για δεύτερη φορά το 1683 την
κατάληψη της Βιέννης και την συσπείρωση των χριστιανικών δυνάμεων. Η
συμμαχία των ευρωπαίων κατά της Τουρκίας, πλημμύρισε τους Έλληνες με
ενθουσιασμό. Αρχιερείς, πρόκριτοι, αρματολοί και γενικά ο λαός
ετοιμάζονται και πάλι για νέο "σεφέρι"».
ιδ. «Ο ευρυτανικός λαός θρήνησε τον
ηρωικό χαμό του αρματολού, ενώ συγχρόνως στο τραγούδι του κατήγγειλε τον
προεστό του Καρπενησίου Κωνσταντάκη, τον Τουρκοκωσταντάκη, εχθρό και
αντίπαλο του Λιβίνη. Η αντίθεση άλλωστε αρματολών και προεστών είναι σχεδόν
μόνιμη στην περιοχή».
ιε. «Η πνοή της επανάστασης [Ορλωφικά]
φλογίζει και την Ανατολική Στερεά: Υπάτη και Φθιώτιδα, Δωρίδα και Παρνασσίδα.
Όλοι σχεδόν οι ντόπιοι οπλαρχηγοί γίνονται κύριοι των επαρχιών τους, χωρίς
να λείπουν και οι αντιθέσεις μεταξύ τους. Ο Σταθάς Γεροδήμος κυνήγησε
τους Τούρκους από το Βάλτο, προχώρησε στην Ευρυτανία κι έφτασε ελευθερωτής
στο Καρπενήσι.
Το ορλωφικό όμως κίνημα απέτυχε. Οι
υποσχέσεις για βοήθεια από το "Μόσκοβο"
και το "ξανθὸ γένος",
αποδείχθηκαν χίμαιρες για τους σκλάβους Έλληνες, ενώ καινούργιες περιπέτειες
τους περίμεναν. Οι Τουρκαρβανίτες βρήκαν πάλι την ευκαιρία, παρακινούμενοι
κι από τους Τούρκους και ξεχύθηκαν σαν λαίλαπα στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη,
ρημάζοντας τα χωριά. Οι κλεφταρματολοί αδυνατούσαν να τους συγκρατήσουν. Ο
Γεροδήμος συνθηκολόγησε μαζί τους, εξασφαλίζοντας τ’
αρματολίκια, του Βάλτου για τον Μπουκουβάλα, των Αγράφων για τον Καρακίτσο
και του Πατρατζικιού για τον Κοντογιάννη. Μόνο ο γενναίος αρματολός
του Ξηρόμερου ο Χρίστος Γρίβας αντιστάθηκε κι έδωσε φονική μάχη με τα 300
παλικάρια του στο Αγγελόκαστρο, αλλά σκοτώθηκε πολεμώντας, στη θέση που από
τότε έχει το όνομα: "Στῶν Γριβαίων τὰ κόκκαλα".
Ο λαός έμεινε απροστάτευτος για 4 χρόνια (1770-1774) στη μανία των
Αρβανιτάδων, που άρπαζαν τα υπάρχοντα του, αφάνιζαν τα χωριά, έσφαζαν.
Πολλές εκκλησίες πυρπολήθηκαν. Τότε, πιθανότατα, πυρπολήθηκε το μοναστήρι
κι η σχολή Της Αγίας Παρασκευής στη Γούβα των Βραγγιανών κι η σχολή του
Ευγένιου Γιαννούλη στην εκκλησία Αγία Τριάδα Καρπενησίου. Σύμφωνα με
την παράδοση, μετά την περιπέτεια των Ορλωφικών κάηκε και η Κάψη του
Τυμφρηστού (άγνωστο πότε πήρε το χωριό αυτό το όνομα. Ίσως από τότε).»
ιστ. «Επαναστατικές κινήσεις πριν
τον ξεσηκωμό. [...] Η πρώτη σύγκρουση του Κατσαντώνη με τους
Τουρκαλβανούς ήταν στην Κρύα Βρύση Ευρυτανίας το 1805, όπου οι 300
Τουρκαλβανοί υπό τον Δερβέναγα Ιλιάσμπεη έπαθαν εδώ μεγάλη πανωλεθρία και ο
Ιλιάσμπεης σκοτώθηκε από τον ίδιο τον Κατσαντώνη. Ο γιουσούφ Αράπης τον
διαδέχεται τότε στην καταδίωξη. Τούτος φτάνοντας στην Κατούνα αποστέλνει
εναντίον του τον Κουτσομουσταφάμπεη με 150 άνδρες. Ο Αράπης πιάνει πέντε προκρίτους ως
τροφοδότες του Κατσαντώνη. Ενώ οι Τουρκαλβανοί
γύριζαν στον Γιουσούφ χτυπήθηκαν από τον Κατσαντώνη κοντά στην Κεχρινιά του
Βάλτου και εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι. [...] Σύσσωμος ο
κόσμος αυτής της περιοχής στάθηκε στο πλάι του Κατσαντώνη όλα εκείνα τα
χρόνια. Μόνιμα και σίγουρα στέκια του καπετάνιου ήσαν τα Μοναστήρια της
Τατάρνας και τ’ Αι-Γιαννιού στο Παλαιοκάτουνο.»
ιζ. «Οι Τουρκαρβανίτες δεν έβρισκαν
πουθενά ησυχία από τον Κατσαντώνη. Και όσοι τόλμησαν να τα βάλουν μαζί του
άφησαν το κορμί τους στις ρεματιές της Ηπείρου και της Δυτ. Στερεάς Ελλάδας.
Γι’ αυτό ο Αλής, αφού δεν μπόρεσε να καταστρέψει με τα όπλα την κλεφτουριά
των Αγράφων και να συλλάβει τον Κατσαντώνη, έβαλε σε κίνηση όλα τα ύπουλα
και σατανικά του τεχνάσματα, για να εξοντώσει το "μεγάλο
ἀετὸ" των Αγράφων. [Στον κύκλο αυτών των
διεργασιών εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αλή για τη σύσκεψη των
κλεφταρματολών στο Καρπενήσι το καλοκαίρι του 1805. Ο απώτερος σκοπός
του ήταν η αυτονόμηση της σουλτανικής τοπαρχίας και η μετατροπή της σε
ανεξάρτητο κράτος. (Με τη σύμπραξη των Μπουκουβαλαίων, του Τσόγκα,
των Κοντογιανναίων και άλλων αρματολών της Στερεάς, ο
Αλή
πασάς εξουθενώνει τους ισχυρότερους Τούρκους μπέηδες και αγάδες της Ηπείρου,
Αλβανίας και Θεσσαλίας: πολλούς εγκλείει στις φυλακές με διάφορες
κατηγορίες, ενώ άλλους τους οδηγεί σε τέτοια απόγνωση ώστε μοναδικός δρόμος
σωτηρίας τους να απομένει η "ἐκπατρίωσις".
Στους χριστιανικούς πληθυσμούς παρέχει πλήρεις θρησκευτικές ελευθερίες, ενώ
ως πολιτικούς του συμβούλους προσλαμβάνει συντρόφους του Ρήγα Φεραίου,
υπόσχεται την παροχή Συντάγματος, οργανώνει σύστημα αστικής και ποινικής
δικαιοσύνης και είναι ο πρώτος που τιμάει με ομαδικές εκδηλώσεις τη μνήμη
του Κοσμά Αιτωλού). Ο Κατσαντώνης δεν πήρε μέρος στο συνέδριο αυτό και
συνέχισε αδιάλλακτος τον αγώνα του. Το 1807 πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα
άλλο συνέδριο των κλεφταρματολών, που το συγκάλεσε ο Καποδίστριας, με
επίνευση των Ρώσων, που κυριαρχούσαν τότε στα Εφτάνησα. Ο Κατσαντώνης πήρε
μέρος κι ανακηρύχθηκε εκεί από τους συνέδρους πολέμαρχος, αρχηγός της
κλεφτουριάς στην Ήπειρο, τη Ρούμελη και το Μοριά»
ιη. «Το συμβούλιο των Ελλήνων κλεφταρματολών στο Καρπενήσι είναι ιστορικό γεγονός της εποχής.
Πρωταγωνιστικό ρόλο για τη σύγκληση του συμβουλίου από τη μεριά των
καπεταναίων διαδραματίζει ο Δημήτριος Παλαιόπουλος, πρώην αρματολός και ήδη
προεστός του Καρπενησίου. Πρόκειται για μια σημαντική προσωπικότητα, με
αξιόλογη παιδεία και μεγάλο κύρος ανάμεσα στους κλεφταρματολούς της εποχής.
Ήταν γιος του θρυλικού και τραγουδημένου αρματολού Ιωάννη Παλαιόπουλου του
ΙΗ΄ αιώνα. Ο
Pouqueville γράφει σχετικά: «Ὁ
Δημήτριος Παλαιόπουλος ἐν Καρπενησίω γεννηθείς, ἐκ τίνος τῶν οἰκογενειῶν
ἐκείνων αἱ ὁποῖαι διέμενον ἀνάστατοι ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος αὐτῶν,
συνεδέθη διὰ φιλίας μετὰ τοῦ Νούτζου Μάκρη-Μήτσου ὅτε ὁ πράκτωρ οὗτος τοῦ
Ἁλῆ ἀπεστάλη παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ ἵνα διαμείψη λόγους εἰρήνης μετὰ τῶν
πολεμικῶν στιφῶν ἅτινα ἦσαν διεσκορπισμένα ἀνὰ τὴν σειρὰν τοῦ Πίνδου καὶ τοῦ
ὅρους τῆς Οἴτης». Ο Δημήτριος Παλαιόπουλος
αλληλογραφούσε με τον Μέγα Ναπολέοντα, καθώς και με τον Ρήγα Φεραίο. Ήταν
άνθρωπος με πολλές γνωριμίες και υψηλές διασυνδέσεις και είχε αναλάβει ως
μεσολαβητής για την προώθηση της συνδιαλλαγής ανάμεσα στον Αλή πασά και τους
κλεφταρματολούς. Η ενέργεια του αυτή εναρμονιζόταν με τις πολιτικές
επιδιώξεις του Ρήγα, που επίσης αλληλογραφούσε με τους Αλβανούς Άγο
Μουχουρντάρη, στρατηγό του Αλή, και Μουχουρντάρ-Πότσα. Ας σημειωθεί πως ο
Άγος Μουχουρντάρης ήταν μεταξύ των προσώπων του Αλή, που έλαβαν μέρος στο
συμβούλιο του Καρπενησίου. Το συμβούλιο των κλεφταρματολών στο Καρπενήσι
συνήλθε, κατά τον
Fauriel, για να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο
σχέδιο, που είχαν «μελετήσει καὶ κανονίσει ἀπὸ
συμφώνου» ο Δημήτριος Παλαιόπουλος και ο Θύμιος
Βλαχάβας: "Ὁ Παλαιοπουλος διεκρίνετο διὰ τὸν
ἡρωικὸν τοῦ πατριωτισμὸν καὶ ἦτο προικισμένος μὲ κάθε εἶδος ταλέντου, μὲ
ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα να ἀντιμετωπίζη κάθε ζήτημα, καὶ μὲ μίαν ψυχικὴν
δύναμιν εἰς τάς δοκιμασίας τῶν κινδύνων, τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν δυστυχιῶν.
Τὸ σχέδιον τῶν ἦτο ἁπλοῦν καὶ ἴσως τὸ φρονιμώτερον διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
Δεν διενοοῦντο να ἐπιχειρήσουν μίαν γενικὴν ἐπανάστασιν, οὔτε πάλιν να
ἐπιτύχουν διὰ μιᾶς καὶ ἀποτόμως τὴν ἀνεξαρτησίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἐπρόκειτο
μόνον να ἀνατρέψουν τὸν Ἁλῆ πασὰν καὶ να ἐγκαταστήσουν μίαν ἑλληνικὴν
κυβέρνησιν εἰς τάς ἐπαρχίας τῆς κυριαρχίας των, περιμένοντες καταλληλοτέρας
εὐκαιρίας διὰ να ἐπιτύχουν περισσότερα». Οι
προθέσεις ή τα σχέδια αυτά περιέρχονται σε γνώση του Αλή πασά, πού διαθέτει
άριστο δίκτυο πληροφοριών. Γι’ αυτό και ο Παλαιόπουλος συλλαμβάνεται και
φυλακίζεται για δυο χρόνια στα Γιάννενα. Όταν κατορθώνει και δραπετεύει από
τις φυλακές, κατεστραμμένος πλέον οικονομικά, αποδημεί στην
Κωνσταντινούπολη, οπού ζητάει άσυλο στη γαλλική πρεσβεία. Τελικά, με τη
μεσολάβηση διακεκριμένων συμπατριωτών του στην Πόλη, καταλήγει στη Μολδαβία
ως Φιλικός αγωνιστής στο πλευρό του Αθανασίου Καρπενησιώτη]»
Τον Ιούνιο του 1807 ο Κατσαντώνης μαζί με το
Γερο-Δίπλα, τον Κίτσο Μπότσαρη και άλλους καπεταναίους έδωσαν γενναία μάχη
με τους Τούρκους στη γέφυρα Μανώλη. Στη μάχη εκείνη πιάστηκε αιχμάλωτος ο
Κατσαντώνης, αλλά ο Γερο-Δίπλας θέλοντας να τον σώσει, έπεσε ο ίδιος ανάμεσα
στους Τούρκους λέγοντας τους πως αυτός είναι ο Κατσαντώνης και όχι εκείνος ο
πραγματικός που συλλάβανε. Οι Τούρκοι, που δε γνώριζαν τον Κατσαντώνη, τον
πίστεψαν και, πάνω στην ανακατοσούρα εκείνη σκότωσαν το γέρο-Δίπλα. Έτσι
σώθηκε τότε ο "αετός των Αγράφων", χάριν της αυτοθυσίας του γερο-Δίπλα. Στη
συνέχεια της σύγκρουσης σε άλλες συμπλοκές οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη
πανωλεθρία.
Το ίδιο έτος (1807), ο Κατσαντώνης, αρρώστησε από ευλογιά κι ανέθεσε την
αρχηγία του νταϊφά του στον αδελφό του Κώστα Λεπενιώτη (που αποτελούνταν από
200 άνδρες). Τούτος ο γενναίος γυρίζει στο όρος Ουρανό και τρομοκρατεί τη
μαύρη ακρίδα.
Λίγο καιρό αργότερα, κατά τη λαϊκή μούσα, ο Κατσαντώνης έχοντας υψηλό πυρετό
διψάει και ζητά να του φέρουν νερό.
«Διψάει ὁ Ἀντώνης για νερὸ καὶ ποῖος να πάει να φέρει:
Να πάει ὁ Γιάννης σκιάζεται, ὁ Κώστας να πάει φοβάται,
-ν- ὁ Γιώργης (Χασιώτης) ἅρπαξε τ’ ἀσκὶ νερὸ να πάει να
φέρει.
Γλέπει τσαντίρια τούρκικα καὶ τούρκικες σημαῖες...»
Ο Κατσαντώνης πιάστηκε στα 1807, μετά
από προδοσία, βαριά άρρωστος σε σπηλιά στο Μοναστηράκι Αγράφων,
μεταφέρθηκε στα Γιάννενα, όπου και εκτελέστηκε).»
ιθ. «Στα 1810, καθώς μαρτυρεί σχετική "ἐνθύμηση",
στην περιοχή της Τατάρνας βρίσκεται εγκατεστημένος ο Τελχάμπεης με φρουρά
800 ανδρών. Άλλη "ἐνθύμηση"
του 1811 αναφέρει την παρουσία αρκετών Λιάπηδων πού επιτηρούν το ίδιο μέρος
για 8 συνεχείς μήνες. Οι φρουρές αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο ή οκτάμηνο. Η
επιλογή της τοποθεσίας για την εγκατάσταση ισχυρής φρουράς δεν γίνεται
τυχαία, ούτε γιατί το μοναστήρι παρέχει τους οικονομικούς πόρους για τη
συντήρηση των στρατιωτών. Αποστολή της φρουράς είναι ό έλεγχος των διαβάσεων
στις κοντινές γέφυρες των ποταμών Αγραφιώτη και Αχελώου, όπου σημειώνονται
συχνές ληστείες κατά των εμπόρων.»
κ. «Το Μάρτιο του 1821 αρχίζει η
επανάσταση από το Μοριά και τον Απρίλιο περνάει στη Δυτική Ρούμελη.
Τον Μάρτιο του 1821, ενώ το αρματολίκι του Καρπενησιού νόμιμα κατείχαν οι
Γιολδασαίοι, τ’ Άγραφα ουσιαστικά έμειναν χωρίς καπετάνιο. Ο Καραϊσκάκης
είχε τραβηχτεί προς τη Βόνιτσα, οι άλλοι Ευρυτάνες οπλαρχηγοί αδράνησαν
για ποικίλους λόγους, ώστε ένας άλλος γενναίος πατριδολάτρης Ευρυτάνας, ο
Κώστας Βελής (Στεργιόπουλος), (που από τον Χουρσίτ είχε διορισθεί Βοεβόδας
της Θεσσαλίας), όντας μυημένος στη Φιλική Εταιρία και βλέποντας την
καθυστέρηση της επαναστατικής εκδήλωσης στην Ευρυτανία, πήρε την πρωτοβουλία
για την επιτέλεση του μεγάλου πατριωτικού χρέους. Έτσι στις 10 Μαΐου του
1821, ο Βελής, κήρυξε την επανάσταση, στη γενέτειρά του Κεράσοβο
Ευρυτανίας...
(Νωρίτερα, στις 21 Μαρτίου του 1821
στην Τατάρνα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με τον ηγούμενο Κυπριανό και τους
καλογήρους της μονής έστησαν ενέδρα σε απόσπασμα χρηματαποστολής, που
το συνόδευαν 60 Τούρκοι υπό τον Χασάμπεη Γκέκα και συγκρούστηκαν μαζί τους.
Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκαν 25 Τούρκοι και πολλοί συνελήφθησαν και
αφοπλίστηκαν).»
κα. «Οι μεγάλες μάχες βέβαια δόθηκαν
στα 1823, στο Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου, όπου τη νίκη των Ελλήνων σκίασε ο
θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη και στην Καλιακούδα, όπου η ήττα οφείλεται στις
έριδες και την έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των οπλαρχηγών, σύνηθες
γεγονός μεταξύ των Ελλήνων.»
Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm
κβ. «Μετά από συνεννοήσεις ο Μάρκος
Μπότσαρης με 1250 πολεμιστές μαζί με τους ντόπιους καπεταναίους που είχαν
στη διάθεσή τους περί τους 2000 πολεμιστές, αποφασίσανε να χτυπήσουν τον
πολυάριθμο στρατό των Τούρκων. [Στις 30 Ιουλίου συναντήθηκε με τον
Καραϊσκάκη στου Σοβολάκου, αλλά δεν τον ακολούθησε γιατί ταλαιπωρημένος από
την αρρώστια του τράβηξε κατά το μοναστήρι του Προυσού (6-8-1823),
όπου παρέμεινε σαράντα μέρες: Παναγία Προυσιώτισσα Πνευματικό κέντρο
και αποκούμπι των αρματολών στην Τουρκοκρατία, το μοναστήρι του Προυσού...
]»
Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Kefalobryso_Kaliakouda.htm
κγ. «Δεν έλειπαν, βέβαια, κι οι
διαμάχες ανάμεσα στους κοτσαμπάσηδες και τους αρματολούς στη διεκδίκηση των
αξιωμάτων και των οικονομικών προνομίων, όπως στην περίπτωση
των Χατζαίων και των Κοντογιανναίων. »
Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/dioikitika2/t.a_tourkokratias.htm
Προσοχή: στην παρούσα σελίδα
δεν ακολουθείται η γραμμή «ὁ τάδε εἶναι προδότης καὶ ὁ
δείνα εἶναι πατριώτης» για τους κλέφτες και τους αρματολούς. Το ενδιαφέρον της παρούσης έχει να κάνει με
την πολιτικά κινούμενη «ἡθικὴν» της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» περί πατριωτικών στεγανών: «θέλω νὰ ἐκβάλω
τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα»...
Παρά τα άνωθι παραδείγματα κληρικών και μοναχών στον
αγώνα (πρβλ. απάτη «Καταδάφισον τὰ Μοναστήρια») στόχοι της «Νομαρχίας»,
κι άλλων «προοδευτικῶν δυνάμεων τῆς διανοήσεως»
σήμερα παρά την πληθώρα ιστορικών στοιχείων,
είναι ο δήθεν «ἀτομικισμὸς» των κληρικών κι ο «αὐστηρὸς
ἡθικὸς τους ἔλεγχος», ο οποίος έμπροσθεν κλεφτών και αρματολών κάνει
φτερά εφόσον δεν είχε πολιτικό ενδιαφέρον, όπως ακριβώς δεν έχει σήμερα,
επειδή κλέφτες και αρματολοί απουσιάζουν από την κοινωνία· κι αν θα μπορούσε
κανείς να αστειευτεί, θα τους έβρισκε να έχουν μετασχηματισθεί σε νέα
κοινωνικά μορφώματα δίχως οπλισμό, εις τις κυβερνήσεις και στις
αντιπολιτεύσεις, όπου ο ένας κυνηγά τον άλλον κι οι δύο μαζί εργάζονται για
το καλό του έθνους και που και που την πληρώνει κι ο λαός.
Οι πειρατές
Ο «πολιτικὸς πράκτωρ» με το
όνομα «Ἀνώνυμος Ἕλλην» συνεχίζοντας το πολιτικό παιχνίδι του
κατά των εκκλησιαστικών της Ανατολής ελέγχοντας τους ηθικά και μη
προσβάλλοντας ποτέ τους «θεμελιωτές» των πολιτικών του επιδιώξεων:
α. έτσι, μετά τους ολοκληρωτικούς επαίνους προς τους ληστές,
θα υποστηρίξει πως οι οι Έλληνες του Αιγαίου αντιμετωπίζουν «ἀλλογενεῖς πειρατὰς»: «Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων,
ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς
ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν
ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των;»,
σελ. 159
β. Το μόνο που έχει να πει για τους Μανιάτες είναι
έπαινοι: «Ὦ Ἕλληνες [...] Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ
παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158
Η ιστορική αλήθεια έχει πολλές πτυχές:
α. «Η πειρατική δράση των χριστιανών
έχει για τους Έλληνες ιδιαίτερη σημασία. Οι Ιωαννίτες ιππότες, που από το
1522 εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα, επιδόθηκαν στην πειρατεία. Στους στόλους τους
υπηρέτησαν όχι μόνο Γάλλοι, αλλά και Ιταλοί και Κορσικανοί, συχνά όμως και
Μανιάτες και Υδραίοι. Τις πειρατικές επιδρομές ευνόησαν οι τουρκοβενετικοί
πόλεμοι (1645-1669 και 1684-1699)˘ Οι ελληνικοί πληθυσμοί βρίσκονταν συνεχώς
στο έλεος των δυτικών πειρατών. Η Μήλος, η Κίμωλος, η Πάρος και άλλα νησιά
αναδείχθηκαν καταφύγια και ορμητήριά τους. Ορισμένοι όμως πειρατές είχα το
σεβασμό και την αγάπη των νησιωτών», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ.
Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ. 84)
β. «Δεν έφταναν οι Τούρκοι και οι Φράγκοι
κατακτητές, ο Ελληνισμός, κυρίως οι κάτοικοι των νησιωτικών περιοχών,
επιπλέον αντιμετώπιζαν τις επιδρομές των πειρατών, που ήταν ήταν Αφρικανοί,
Μαλτέζοι κ.α. Ευρωπαίοι, αλλά και Τούρκοι και Φράγκοι. Ορισμένοι από αυτούς
δημιουργούσαν βάσεις σε νησιά, όπου επέστρεφαν για να συνεχίσουν τις
λεηλασίες τους. Υπήρχαν όμως και Έλληνες πειρατές, που έγιναν ο φόβος
και ο τρόμος των νησιωτών του Αιγαίου.
Οι πειρατές δεν λεηλατούσαν μόνο τα
σπίτια, αρπάζοντας πολύτιμα αντικείμενα, τρόφιμα, κρασιά και λάδια, αλλά και
γυναικόπαιδα που τα έσερναν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής»,
(Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη,
Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 68)

«Οὐρούτ Παζαρί», αγορά
σκλάβων. Το εμπόριο των σκλάβων ήταν διαδεδομένο και μάλιστα όσο
ήταν σε ακμή η πειρατική δραστηριότητα. Η Εκκλησία κατέβαλλε
κάθε προσπάθεια να εξαγοράσει σκλάβους ή να ανακουφίζει την
κατάστασή τους. Το εμπόριο σκλάβων είχε σοβαρές συνέπειες στη
σύνθεση του πληθυσμού, προκαλώντας δημογραφικές μεταβολές,
πολλές φορές καταστροφικές. Ήταν μία από τις μεγάλες και πιο
επικίνδυνες αιμορραγίες στο σώμα του Γένους. (Χαλκογραφία, Allom,
Constantinople, Λονδίνο 1838, Συλλογή Κ. Κούτσικα),
(Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ.
Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σελ 85)
|
Είναι απολύτως κατανοητές σήμερα οι
πολιτικές θέσεις
του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος». Αν μέσα στο «πονημάτιον»
του αναγκάζονταν από την ιστορική αλήθεια να στιγματίσει ηθικώς κλέφτες έλληνες
κι έλληνες πειρατές, ο
αναγνώστης του θα απομακρύνονταν από τους κύριους στόχους της δικής του πολιτικής
ιδεολογίας. «Αναγκαστικά» λοιπόν, για τις πολιτικές του
επιδιώξεις, θα στιγματίσει με κάθε τρόπο ηθικά τους κληρικούς της Ορθοδοξίας, ενώ
θα επαινέσει Υδραίους και Μανιάτες, μη ρίχνοντας ούτε ένα ελαφρύ ψεγάδι για
τη συμμετοχή τους στην πειρατεία. Ασφαλώς αυτό μπορεί να γίνεται κι από
άγνοια· όμως αυτό αφορά την αλαζονεία του ιδίου και τις γνώμες εκείνων των
συγχρόνων που υποστηρίζουν πως ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
στην εποχή του ήταν «γνώστης τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος».
Ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας», παρά την θεατρική του παράσταση, δεν θα μπορούσε ποτέ
να πετύχει σε μια τέτοιου
ύψους πολιτική προπαγάνδα, η οποία αποσιωπούσε το ότι οι «πειρατές
δεν λεηλατούσαν μόνο τα σπίτια, αρπάζοντας πολύτιμα αντικείμενα, τρόφιμα,
κρασιά και λάδια, αλλά και γυναικόπαιδα που τα έσερναν στα σκλαβοπάζαρα
της Ανατολής»· διότι η εκκλησία, την οποία εις όλα καθύβριζε, προσπαθούσε ποικιλοτρόπως να
ανατρέψει αυτή την απάνθρωπη κατάσταση:
«Ο Ιμπραήμ έστειλε χιλιάδες Έλληνες
αιχμαλώτους από την Πελοπόννησο στην Αίγυπτο, όπου τους αγόρασαν από τα
σκλαβοπάζαρα πλούσιοι Αιγύπτιοι μουσουλμάνοι. Εκτός από τις προσπάθειες που
κατέβαλε ο πρόξενος της Ελλάδας και πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας
Αλεξανδρείας (1843) εθνικός ευεργέτης Μιχαήλ Τοσίτσας, αποκορύφωση των
οποίων ήταν να περιληφθεί στη συνθήκη της 27/9 Αυγούστου 1828, που
υπογράφτηκε στην Αλεξάνδρεια μεταξύ Κόδριγκτον και Μωχάμετ Άλυ, άρθρο με το
οποίο απελευθερώνονταν όλοι οι Έλληνες σκλάβοι που είχαν μεταφερθεί από το
Μοριά, τόσο ο πατριάρχης Ιερόθεος στο Κάιρο όσο και ο ηγούμενος της μονής
του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια πρωτοσύγκελος Γεράσιμος ενεργούν για την
απελευθέρωσή τους. Το μοναστήρι αυτό υπήρξε κατά την περίοδο εκείνη
καταφύγιο για τους Έλληνες αιχμαλώτους και δούλους που προσέτρεξαν εκεί (βλ. Θ.Δ. Μοσχονά: Πληροφορίαι περὶ τῶν εν Αἰγύπτῳ
Ἑλλήνων δούλων τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως,
Αλεξάνδρεια 1947, σσ. 11-13. Ι.Μ. Ζατζηφώτη: Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992, σσ.
78-79. Όπως ήταν φυσικό, ένας αριθμός Ελλήνων σκλάβων αφομοιώθηκε, ιδίως
ωραίες γυναίκες που χάθηκαν στα χαρέμια της Ανατολής. Μία από αυτές ήταν η
σύζυγος ενός τσαγκάρη της Μεθώνης, που έφυγε με τον Αιγύπτιο στρατηγό
Σολιμάν. Ο Μ. Γιαλουράκης, αφηγείται την ιστορία της με τα παρακάτω σχόλια:
"Η Μαρία, όπως την έλεγαν, γέννησε μια
κόρη με τον στρατηγό, που την παντρεύτηκε ο Σερίφ πασάς. Το παιδί τους
παντρεύτηκε το Σαμπρί πασά. Έκανε μαζί του τρία παιδιά, Το ένα έγινε
βασίλισσα της Αιγύπτου. Η Νάζλι, μητέρα του τελευταίου βασιλιά, του Φαρούκ.
Η Μαρία διατηρούσε στο παλάτι της δύο εικονίσματα . Της Παναγίας και του
Αγίου Γεωργίου, κι είχε αφήσει παραγγελία να μη σβήσουνε το καντήλι τους
μετά το θάνατό της, στην πιστή της υπηρέτρια, Ελληνίδα επίσης. Ένα από
τα εικονίσματα αυτά, ο άγιος Γεώργιος βρίσκεται σήμερα [1967] στην κατοχή
της Καϊρινής Αναστασίας Καφούτη απ’ την Ικαρία που το κληρονόμησε απ’ τον
θείο της Νικ. Αγορόπουλο, στον οποίο το είχε εμπιστευθεί η υπηρέτρια της
Μαρίας" [Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων,
Αθήνα 1967,σσ.105-106]», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή των
ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σσ.
70-71)
Η Ορθόδοξη Ιεραρχία πρόσφερε όσο μπορούσε, ενώ η
αναπαραγωγή ολοκληρωτικών αντιλήψεων των παλαιών ακραίων διαφωτιστών μέσα
από βιβλία Πανεπιστημίων ή ιστοσελίδες φανατικών αντιχρίστων, δεν είναι επαρκώς κατατοπιστική, μήτε
επιμορφωτική:
α. «Η Ορθόδοξη ιεραρχία εξάλλου ήταν
παραδομένη στην αναίσχυντη εκμετάλλευση της λαϊκής δεισιδαιμονίας και μόνη
της απασχόληση ήταν η συσσώρευση πλούτου και οι απολαύσεις της
σάρκας. "Περὶ δὲ τῆς Ἕλλάδος, ποὺ λέτε, ὀλίγον
μὲ μέλλει, ἄν τυραννιέται", λέγει ο μητροπολίτης, ένα
από τα πρόσωπα του διαλόγου, το οποίο ο ο συγγραφέας του Ρωσοαγγλογάλλου
χρησιμοποιεί για να σατυρίσει την αδιαφορία των ανώτερων κληρικών για τα
κοινά [Ανωνύμου, Ρωσσαγγλογάλλος, 1805]», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 340)
β. «
Για την ταυτότητα πάντως του συγγραφέα της σάτιρας
[Ρωσσαγγλογάλλος] τα ιστορικά στοιχεία είναι
τόσο πενιχρά που δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε βάσιμη υπόθεση. Το μόνο που μας
επιτρέπει να υποθέσουμε το ίδιο το κείμενο, είναι κάποια σχέση του συγγραφέα με
τον σύγχρονό του ιταλικό ριζοσπαστισμό, αν η μερική
συγγένεια του τίτλου με τον
αντίστοιχο Il Misogallo του Alfieri μπορούσε να
θεωρηθεί ως αποδεκτό τεκμήριο.»,
(Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 339)
|
«Έλληνες και ξένοι συγγραφείς διεκτραγωδούν την
επικρατήσασαν εις τας Ελληνικάς θάλασσας κατάστασιν. Εν
υπομνήματι του έτους 1143 ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου Λέων
λέγει ότι ηναγκάσθη να μεταθέση εξ Αρείας την υπ’ αυτού
ιδρυθείσαν μονήν, "ἐπειδὴ τὰ καθ’ ἡμᾶς ταῦτα
παράλια καθ’ ὅλον τὸν ἐνιαυτὸν πλήρη τυγχάνουσι θαλαττίων λῃστῶν,
κατὰ πᾶσαν ἄδειαν τὰ πάντα ληϊζομένων καὶ ὅ,τι βούλονται ἄτοπον
δρώντων κατὰ παντὸς τοῦ εἰς σφῶν χεῖρας ἐμπίπτοντος" [Acta
et diplomata Graeca, τ.Ε΄, σ. 178 ε.]. Εξ άλλου αι συγγραφαί του
μητροπολίτου Αθηνών Μιχαήλ του Χωνιάτου επανελλειμμένως
αναφέρονται εις τα εκ της πειρατείας κακά, δια τα οποία η "πάλαι
μὲν μήτηρ σοφίας παντοδαπῆς καὶ πάσης καθηγεμὼν ἀρετῆς"»,
πόλις των Αθηνών φέρεται νυν «σκαφιδίοις
ὀλίγοις πειρατικοῖς καταπολεμουμένη καὶ ληϊζομένη τὰ ἐπὶ θαλάττῃ
πάντα». Τους πειρατές τούτους περιγράφει ο λόγιος
ιεράρχης «ληϊζομένους τὰ κύκλῳ τῆς Ἀττικῆς καὶ
νῦν μὲν ἀγέλας βοσκημάτων ἐλαύνοντας, κατακόπτοντας, νῦν δὲ τοὺς
ἀνόπλους καὶ ἀρράβδους ἀγεληδὸν καὶ αὐτοὺς ἀνδραποδιζομένους καὶ
σιδήρου ποιουμένους πάρεργον ἤ τὰ ἐνεργὰ καὶ τὰ καιριώτερα τῶν
μελῶν ἀκρωτηριάζοντας ἤ τὸ τελευταῖον ἄπεμπολοῦντας, ὁπότε καὶ
φιλανθρωπεύσασθαι βούλονται, πλὴν οὐκ ἀλογοπραγήτως καὶ ἄλλως
ἀβασανίστως, ἄλλὰ μετὰ τὸ τυπτῆσαι πολλὰ καὶ στρεβλῶσαι καὶ
ἀναρτῆσαι καὶ τῷ βυθῷ καταδῦσαι πολλάκις καὶ οὕτω λαβεῖν
ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς τῶν ἀθλίων πάντα τὰ προσόντα σφίσι, πρὸς δὲ
καὶ ὅσα δυνηθεῖεν παρὰ τῶν φιλανθροποτέρων δανείσασθαι»
(Τα σωζόμενα, εκδ. Σπ. Λάμπρου, τ. Α΄, σ. 147 ε., Β΄ σελ. 42).
Συνομολογούν και οι ξένοι συγγραφείς, ως ο Βενέδικτος του
Peterborough, όστις το 1192 μαρτυρεί
ότι πολλαί των ελληνικών νήσων ήσαν άοικοι δια τον φόβον των
πειρατών.»
Πηγή: Α.Β. Δασκαλάκης, Καθηγητής της Ελληνικής
Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική
Εγκυκλοπαίδεια, Ελλάς, τόμος Ι, σελ. 291
Είναι ευρέως γνωστό πως η πειρατεία
επιδεινώθηκε κατά τον 16-17ο αιώνα, αντί να μειωθεί.
|
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
καίτοι θα καυτηριάσει την
δουλεία
με «ἀνθρωπισμὸν», λιθοβολεί «ἡθικῶς»
διαρκώς τους εκκλησιαστικούς, μη αναφερόμενος ποτέ κατά εκείνων
των συμπατριωτών του που την εξασκούσαν:
«Καὶ ποῖος, βλέποντάς το, δὲν καταλαμβάνει,
ὅτι ἡ αἰτία εἶναι, ὁποὺ ὄχι μόνον τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὑποδουλώθησαν εἰς τὰ χρήματα,
ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τοῦ χρυσοῦ, καὶ ὅτι, ὅποιος ἔχει περισσοτέρας
μονάδας χρυσίου, ἠμπορεῖ νὰ ἀγοράσῃ περισσοτέρους ἀνθρώπους; Χειρότερον πρᾶγμα γίνεται
ἀπὸ αὐτὸ ἆραγε; Οἱ ἄνθρωποι νὰ οὐτιδανωθῶσι τόσον, ὥστε ὁποὺ μὲ ἄκραν ἀδιαντροπίαν
νὰ ἀκούῃ τινὰς τὸν ὀθωμανὸν νὰ λέγῃ, ὁμοίως καὶ τὸν βρεττανόν, «σήμερον ἀγόρασα
δέκα ἀνθρώπους»!», σελ.106
Μέσα σε όλο αυτόν τον κυκεώνα, ή κολοφώνα,
δολοφονιών κι εξανθρωπισμών που συνέβαιναν στην Ελλάδα από
ενόπλους, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα
υποστηρίξει πως όλα «τὰ ἐγκλήματα»
συμβαίνουν στις μονές του Αγίου Όρους, ενώ εκτός του Αγίου Όρους
ίσως επικρατεί «ἀνθρωπιστικὸς Παράδεισος»:
«Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα
εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς
ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ
κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον
ἐφάνησαν.», σελ. 119
Αυτή η ρητορική είναι χαρακτηριστική του πολιτικού
φανατισμού και της «πλύσεως ἐγκεφάλου», την οποία
με ιδιαίτερη χαρά έχουν αποδεκτοί οι εχθροί της Εκκλησίας, ωσάν να ήτο
κάποιο «φρέσκον καὶ ἀπαλὸν σαμπουὰν». Δεν
εκπλήσσεται ο αναγνώστης σαν βλέπει την «Ἑλληνικὴν
Νομαρχίαν» να φιγουράρει σε σελίδες πολιτικά, ή θρησκευτικά,
φανατισμένων.
Η ιστορία ενός έλληνα
πειρατή vs «Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα
εἰς τὰ ἐγκλήματα....»
«Από το 1688 η κατάσταση στην Ευρυτανία
και τα Άγραφα, όπως και στην υπόλοιπη Στερεά, γίνεται πιο περίπλοκη. Οι
Τούρκοι απελευθερώνουν από τη φυλακή τον Μανιάτη πειρατή
Λιμπεράκη Γερακάρη, υπό τον όρο να πολεμήσει στο πλευρό τους εναντίον των
Βενετών και των Ελλήνων. Αμέσως ο περιώνυμος εκείνος τυχοδιώκτης έρχεται στο
τουρκικό στρατηγείο της Θήβας, προσκυνάει τον σερασκέρη και τίθεται
στη διάθεση του. Εκεί συγκεντρώνει 10.000 άνδρες. Από τη μεριά
τους, Βενετοί και Έλληνες, για την αντιμετώπιση του Γερακάρη, το Μάρτιο του
1689 συγκροτούν δυο στρατόπεδα, το ένα στο Λιδορίκι και το δεύτερο στο
Καρπενήσι (με αρχηγούς τον Bossina και τον Vito Luposovich, που περιλάμβανε
τα αρματολίκια του Σπανού της Ύπατης και του Χουρμόπουλου των Αγράφων). Οι
διοικητές των στρατοπέδων, ως πρώην ανώτεροι αξιωματικοί του βενετικού
στρατού, αναλαμβάνουν τη στρατιωτική εκγύμναση των κατοίκων και την οχύρωση
των επίκαιρων θέσεων. Αυτοί αποφασίζουν για τον τρόπο προσβολής των
τουρκικών κάστρων και την απόκρουση των επιθέσεων.
Τον Μάιο του 1689 ο Γερακάρης, ξεκινά
από τη Θήβα, με 2500 άνδρες, που ανάμεσα τους είναι και αρκετοί Έλληνες,
για το Ξηρότερο, Βάλτο και Αγγελάκαστρο. Επιτίθεται στο Μεσολόγγι, όπου
διενεργεί ποικίλες λεηλασίες, αρπαγές και αιχμαλωσίες κατοίκων και
κατόπιν πηγαίνει στο Βραχώρι (Αγρίνιο). Αργότερα χτυπά το Αιτωλικό, επεκτείνει τις λεηλατικές του επιδρομές ως τα Σάλωνα και τελικά
εγκαθίσταται στο Καρπενήσι, όπου καταφέρνει να εκτοπίσει τον Bossina, (που
αποσύρεται με το σώμα των λιποτακτών Σκλαβούνων στα γύρω χωριά). Το πρόβλημα
της κυριαρχίας στην περιοχή μένει ανοιχτό και ο Γερακάρης προσπαθεί να
συνεννοηθεί με τον Bossina, προτείνοντάς του συνεργασία, στα πλαίσια μιας διπλής φορολόγησης των κατοίκων (να εισπράττουν και οι δυο φόρους: για
λογαριασμό των Τούρκων ο πρώτος και των Βενετών ο δεύτερος). Όμως ο Bossina,
αμφιβάλλοντας για την ειλικρίνεια του Γερακάρη, απορρίπτει τις προτάσεις
του. Αμέσως ο Γερακάρης εκδίδει προκήρυξη προς τους κατοίκους του
Καρπενησίου, απαιτώντας με την απειλή της ποινής του θανάτου την πληρωμή
των οφειλόμενων φόρων, τους οποίους εισπράττει αναγκαστικά. Αρχίζει
κατόπιν να ισχυροποιεί τη θέση του: Με την παροχή πλούσιων δώρων και
υποσχέσεων στρατολογεί αρκετούς Ευρυτάνες και διορίζει πρωτοπαλίκαρό του τον
αρματολό Κώστα Ράβδα (από το Νεοχώρι
Τυμφρηστού), χτίζει πολυτελέστατο σπίτι στο Καρπενήσι, (κατά το οικιστικό
πρότυπο των πύργων της Μάνης), ενώ για να αποκτήσει τοπική επιρροή έρχεται
σε δεύτερο γάμο με τη μοναχοκόρη του βαθύπλουτου ισχυρού κοτζαμπάση Χατζή
Οικονόμου από το Μαυρίλο. (Με τον γάμο αυτό ο
Γερακάρης εξασφαλίζει σοβαρές προσβάσεις και ερείσματα στις προυχοντικές
οικογένειες της Ευρυτανίας και Υπάτης). Συγχρόνως
ο Γερακάρης προβαίνει και σε αγαθοεργές πράξεις: με δικά του χρήματα, χτίζει ή επιδιορθώνει εκκλησίες, όπως την Αγία Τριάδα Καρπενησίου και τον
Άγιο Αθανάσιο Νεοχωρίου, «εἶτε πρὸς ἄφεσιν τῶν
πολλῶν αὐτοῦ ἀμαρτιῶν εἴτε πρὸς σκόπιμον ἐπίδειξιν».
Παρά τις διαβεβαιώσεις του, η πολιτική του Γερακάρη δεν επιφέρει καμιά
ανακούφιση στους κατοίκους του Καρπενησίου και των Αγράφων. Μόνο δεινά
και δυσβάστακτες οικονομικές εισφορές φορτώνει στη ράχη τους.
Οι κάτοικοι υποφέρουν από παντοειδείς καταπιέσεις. Μετά την εδραίωση
του στο Καρπενήσι, ο Γερακάρης επεκτείνει τα όρια της επικράτειας του προς
το Λιδορίκι. Αφού εκτοπίζει από εκεί τον Damianovih, που καταφεύγει στα
Σάλωνα και ακολούθως στο Αγρίνιο, επιχειρεί επιδρομή στην περιοχή της
Ναυπάκτου. Οι Βενετοί όμως προετοιμάζουν αντεπίθεση από την Πελοπόννησο.
Διαπεραιώνουν στη Στερεά καταδρομείς και περιτρέχουν τη χώρα φτάνοντας το
φθινόπωρο του 1694 στο Καρπενήσι. Λεηλατούν και φονεύουν πολλούς Τούρκους
αλλά και Έλληνες, αρπάζουν ολόκληρη την περιουσία του Γερακάρη και καίνε το
σπίτι του στο Καρπενήσι. Τότε είναι που παρεμβαίνει η βενετική διπλωματία,
που προσεγγίζει τον Γερακάρη και το 1696 τον κάνει όργανο της αντί
σοβαρών παροχών: τον τιμάει με το αξίωμα του ιππότη του Αγίου Μάρκου,
του δίδονται χρήματα, πρόσοδοι και στρατιωτικοί βαθμοί και του παρέχονται τα
μέσα διατροφής για 15 πρόσωπα της φρουράς του,
(ανάμεσά τους είναι και ο αδερφός του Γεώργιος). Η αποστασία του
Γερακάρη επιφέρει μεγάλο πλήγμα στους Τούρκους. Από τότε ο Γερακάρης δρα με
τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας και τους Βενετούς εναντίον των Τούρκων.
Στην τελευταία του επιδρομή διατρέχει τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία, μπαίνει
στην Ήπειρο και λεηλατεί απάνθρωπα και αδιάκριτα τους
κατοίκους της Άρτας. Οι Βενετοί, για να καθησυχάσουν τους εξαγριωμένους
κατοίκους της Ηπείρου και των Αγράφων, τον μεταφέρουν υπό επιτήρηση στο
Ναύπλιο. Από κει τον στέλνουν μαζί με τον αδελφό του στη Βενετία, όπου τους
φυλακίζουν χωριστά. Ο αδελφός του αυτοκτονεί, ενώ ο ίδιος φθίνει μέσα στη
φυλακή της Brescia. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος του Λιμπεράκη Γερακάρη, που
συνέδεσε το όνομα του και τη δράση του με την ιστορία της Ευρυτανίας.
Η ανώμαλη κατάσταση εξακολουθεί να
πλήττει ανηλεώς τους πληθυσμούς. Οι κάτοικοι των Αγράφων, της Ευρυτανίας κι
άλλων μερών της Στερεάς δεινοπαθούν από τους λιποτάκτες Σκλαβούνους.
Συγχρόνως οι Έλληνες οπλοφόροι συνεχίζουν την πολεμική τους δράση στην
Ευρυτανία, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Βοιωτία, Αττική. Κυριεύουν τη Λαμία και μέρος
της Θεσσαλίας, ενώ ο βενετικός στόλος αγκυροβολεί στον κόλπο της Στυλίδας.
Τα επαναστατικά αυτά σώματα εξολοθρεύουν και εκμηδενίζουν τους Τούρκους
παντού όπου τους συναντούν κατά την προέλασή τους. Έχουν όμως και αποτυχίες,
που οφείλονται σε συγκεκριμένες αιτίες: την έλλειψη γενικού αρχηγού ως
συντονιστή, τις αντιζηλίες μεταξύ των τοπικών ηγετών, αλλά και την
αδιαφορία των Βενετών για την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων. (Εκείνο
πού ενδιέφερε πλέον τους Βενετούς ήταν η εκδίωξη των Σκλαβούνων, γιατί τους
θεωρούσαν ως κύριους υπεύθυνους για την ελάττωση των δημοσιονομικών πόρων
του κράτους).
Ο επίλογος του δεκαεξάχρονου πολέμου
γράφεται με τη "συνθήκη ειρήνης του Karlowitz"
(26 Ιανουαρίου 1699), ανάμεσα στη Βενετία, Γερμανία και Πολωνία από
τη μια μεριά και τον σουλτάνο από την άλλη. Η Γερμανία και η Πολωνία
αποσπούν συγκεκριμένα εδάφη. Οι Βενετοί διατηρούν τη Δαλματία, την
Πελοπόννησο, την Αίγινα και τη Λευκάδα, ενώ επιστρέφουν στον σουλτάνο μια
σειρά από ελληνικά εδάφη: Ναύπακτο, Αντίρριο, Ξηρόμερο, Πρέβεζα, Βάλτο,
Άγραφα, Ευρυτανία, ενώ το 1715, οι Τούρκοι ανακτούν και την Πελοπόννησο. Ο
ζόφος της τουρκικής κυριαρχίας απλώνεται και πάλι πάνω στην Ελλάδα. Το μόνο
που δεν απασχόλησε τους δυτικούς συνεταίρους του πολέμου στο Karlowitz ήταν
η απελευθέρωση της Ελλάδας» (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)
Κοσμική-πολιτική αρετή έναντι Χριστιανικής «ηθικής»
Όπως ελέχθη ανωτέρω, ο Διαφωτισμός κατά των
κληρικών, κινούσε ποικίλα ηθικά ζητήματα πορνείας, αρσενοκοιτίας,
γαστριμαργίας και ανάγνωσης (!) ακόμη,
ενώ οι συμμορίτες κλέφτες εμφανίζονταν ως «ἀδιάφθοροι»
της επαρχίας, πρόθυμοι να διατελέσουν την μισητή
του διαφωτισμού «νηστείαν» προκειμένου να μην
«βλάψουσιν μύγαν»:
«Αὐτοὶ οἱ ἥρωες πολλάκις, μὴν ἀπαντῶντες ἐχθρούς, διὰ νὰ λάβωσι μὲ τὴν νίκην τὰ
ὅσα τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα, ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως
δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», σελ. 152
Και πώς άλλωστε θα μπορούσε να κινήσει ηθικούς
ελέγχους κατά των κλεπτών ο
Διαφωτισμός, αυτό το σύστημα «ξυλοσοφίας»
εις το οποίο η «ἀρετὴ»
ήταν ζήτημα πολιτικών πράξεων παρά θρησκευτικών;
Προς τούτο και
πολύ υποκριτικά εκ μέρους του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»,
οι οπλισμένοι κι αιματοβαμμένοι κλέπτες δράττουν όλα τα εύσημα, επειδή
μάχονται κατά ενός πολιτικού τυράννου, κι όχι επειδή δεν ήσαν βαπτισμένοι
χριστιανοί, ενώ οι κληρικοί, υποτιθέμενοι
όλοι μαζί παντοτινοί συνεργάτες του τυραννικού πολιτεύματος, καταλασπώνονται
με κάθε επιθετικό επιχείρημα «ἡθικοῦ παραπτώματος»
έναντι του
ευαγγελίου, το οποίο άλλωστε δεν
φαίνεται να «ἐλέγχει» κανέναν οπλισμένο επαναστάτη
μέσα στα κείμενα του ακραίου διαφωτισμού, ως η «Ἑλληνικὴ
Νομαρχία».
Για το Διαφωτισμό, πολιτική και θρησκευτική ηθική είχαν
γίνει ένα μπερδεμένο μείγμα, ένα ωφελιμιστικό κουβάρι, που χρησιμοποιούνταν κατά το δοκούν ανάλογα με
τις επιδιώξεις του κάθε «κομματάρχη»:
α. «ο Δαπόντες εκθείαζε τον ηρωισμό του Λεωνίδα
στις Θερμοπύλες, ενώ τοποθετούσε τον Αχιλλέα, τον Ηρακλή, τον Θησέα και
τον Αλέξανδρο στο ίδιο βάθρο με τον Σαμψών», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 91)
β. «...κατά τον Κοραή [...] αν η κατάκτηση της ελευθερίας απαιτούσε μόνον ανδρεία και
ηρωισμό, η διατήρηση της προϋπέθετε δικαιοσύνη, σύνεση και αρετή [Ἀριστοτέλους
πολιτικῶν τὰ σωζόμενα, επιμ. Α. Κοραή, Παρίσι
1821, σ. ρμβ]. Επομένως, ο
Κοραής θεωρούσε ότι αυτό που χρειάζονταν οι Έλληνες ως προπαρασκευή για να
ζήσουν ως ελεύθεροι πολίτες ήταν η ακριβής γνώση των αρχών της πολιτικής
επιστήμης , "ἥτις ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἡ τέχνη πῶς νὰ
συζῶσι μετ’ ἀλλήλων εἰρηνικῶς οἱ ἄνθρωποι".»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 412)
γ. «Η γνώση της αρχαίας ιστορίας ήταν
πρωταρχικά χρήσιμη εξαιτίας του ηθικού της περιεχομένου. Αποτελούσε την
κυριότερη πηγή των ηθικών διδαγμάτων που υποδείκνυαν τους κανόνες της
"πολιτικής επιστήμης"», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 117)
Η «ηθική» (βλ. «ἀρετὴ») του
διαφωτισμού ήταν ένα πολιτικό κατασκεύασμα, το οποίο χρειάζονταν την
μονοπώληση της παιδείας και την υφαρπαγή της από την Εκκλησία, ειδάλλως δεν
υπήρχε περίπτωση ο λαός να μετατρέψει την χριστιανική ηθική του σε πολιτική
(βλ. κοσμική) «ἀρετὴ»:
«Από την πίστη του στη θεωρία της προόδου,
που είχε διδαχθεί από τον Condorcet πήγαζε η ελπίδα του ότι η μελλοντική
αναβίωση της ενότητας πολιτικής και ηθικής ήταν δυνατή ως μέρους του θριάμβου
του ορθού λόγου επάνω στα πάθη -του θριάμβου που θα δημιουργούσε τις
προϋποθέσεις της δίκαιης κοινωνίας [Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, επιμ. Α.
Κοραή, Παρίσι 1822, σσ. μγ-μδ με περικοπές Condercet, Esquisse d’ un
tableau historique des progrès de l’ esprit humain, σελ. 440, 1822]. Ο Κοραής μνημόνευε τη φιλοσοφική προφητεία
του Condorcet [...] Κατά την κρίση του μία πρακτική προσέγγιση προς την ηθική
αναμόρφωση της κοινωνίας διαφαινόταν στην πρόταση των Ιδεολόγων ότι με τη
συστηματική εκπαίδευση ένας λαός θα μπορούσε να διδαχθεί την αρετή. [ο.π, σελ.
οδ, αναφορά Destutt de Tracy, Quels sont les moyens de fonder la morale
d’ un peuple, Παρίσι 1819. Πρβλ. Picavet, Les Idélogues, σσ. 391-398]»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 418)
Τα κάτωθι παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά· ο ενάρετος
εξαρτάται από την πολιτεία κι όχι από το Ευαγγέλιο ή κάποια «στωικὴ»
φιλοσοφία:
α. «Καθὼς οὖν ἡ ἐλευθερία ἀποκαταστεῖ τὸν ἄνθρωπον γενναῖον,
ἐνάρετον καὶ φιλοπάτριδα,
οὕτως καὶ ἡ τυραννία τὸν ἀποκαταστεῖ οὐτιδανώτερον τῶν ἰδίων ἀλόγων ζώων»,
σελ. 50
β. «Τόσον πλῆθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητῶν, ὁποὺ τὰ ἄφευκτα ἐλαττώματα μιᾶς ζωῆς,
παντάπασιν ὀκνηρᾶς, φθείρουν τὰ ἤθη τόσον πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι
εἰς ἐλευθέραν πολιτείαν
ἤθελον ἦτον οἱ τιμιώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν, οὔτε ἔχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ὁ ἀθῶος
ἐφυλάχθη ἀπὸ τοὺς νόμους; Πότε ἐτόλμησεν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φωνάξῃ μὲ θάρρος ἔμπροσθεν
ὅλων τῶν ἐχθρῶν του: «Οὐχί! δὲν σᾶς φοβοῦμαι, ἐγὼ εἶμαι διαυθεντευμένος ἀπὸ τοὺς
νόμους, οἱ ὁποῖοι θέλει σᾶς τιμωρήσουν διὰ τὴν συκοφαντίαν σας;»,
σελ. 49
γ. «...ἐν καιρῷ βίας, ὁ δοῦλος δὲν στοχάζεται
δι᾿ ἄλλο, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον
εὑρίσκει καὶ πατρίδα, καὶ συγγενεῖς, καὶ φίλους, καὶ τέλος πάντων τὴν εὐτυχίαν
του», σελ. 56
δ. «Ὅταν, λοιπόν, ὦ Ἕλληνες, μία ἐλευθέρα πολιτεία, καταντήσῃ εἰς δουλείαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ
της, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διαφθορὰν τῶν ἠθῶν, καὶ κατὰ τὸν τρόπον ὁποὺ ἐδιηγήθην, τότε,
ἀγαπητοί μου, εἶναι πολλὰ δύσκολον νὰ ξαναλάβῃ μόνη της τὴν ἐλευθερίαν της, καθὼς
φανερὰ μᾶς τὸ παρασταίνει ἡ ποτὲ θαυμαστὴ Ρώμη, ἡ ὁποία διὰ τόσους αἰῶνας εὑρίσκεται
σιδηροδέσμιος ὑποκάτω εἰς ἀνήκουστον τυραννικὴν θεοκρατίαν, καὶ βέβαια διὰ πολλοὺς
ἄλλους αἰῶνας ἀκόμη θέλει μείνει. [...] .», σελ.
70, «Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος», σελ. 67
ε. «Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες,
ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν, ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς
σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε
εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία.
», σελ. 101
στ. «Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία
πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία, ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης
ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας;», σελ. 120
Το ότι η πολιτική «ἀρετὴ»
έχει μέγιστη σημασία στο Διαφωτισμό, το αντιλαμβάνεται κανείς, όχι μόνο σαν Χριστιανός από
την ηθική που εκπέμπει η Αγάπη του Κυρίου,
αλλά από τις αυτές ιδέες της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»· ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» υπαινισσόταν
πως άπαξ κι έπεφτε η οιαδήποτε πολιτική Τυραννία κι υπήρχαν νόμοι (βλ. τίτλο
«Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν»), όλα θα καθίστατο «ἡθικῶς λαμπρὰ»
εις την κοινωνία:
«Τοὐναντίον δέ, εἰς
τὴν ἐλευθέραν ζωὴν ἡ ἀξιότης τιμᾶται, ἕκαστος συμπολίτης εὑρίσκει τὸ καλόν του εἰς
τὸ καλὸν τῶν ἄλλων. Ἐκεῖ, καθεὶς εἶναι μέρος τοῦ ὅλου, ἐκεῖ ἡ ἀρετὴ δοξασμένη, ἐκεῖ
ἡ ἀνδρεία γνωρισμένη, ἐκεῖ ἡ ἀγαθότης ἐνεργημένη, ἐκεῖ ἡ φιλία φυλαττομένη, ἐκεῖ
ἡ τιμὴ ἀξιοτίμητος, ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτος, ὁ κρινόμενος μόνος, νόμοι οἱ διαυθεντευταί,
νόμοι οἱ δικασταί, ἡ ἀθωότης ἀπτόητος, ἡ τιμωρία δικαία, ἡ ἀντίμειψις κοινή, καὶ
μύρια ἄλλα χρηστὰ κατορθώματα, ὁποὺ χάριν συντομίας δὲν ἀναφέρω.», σελ.
24
Όμως η χωρίς Ευαγγέλιο «ἀρετὴ»
όλων των ανθρώπων, για τον Χριστιανό, είναι φρούδες υποσχέσεις:
α. «Γι’ αυτό τον έθλιβαν [τον Κοραή] οι ηθικοί κίνδυνοι
που διέκρινε ότι υπονόμευαν εσωτερικά την επανάσταση. Το κύριο αίτιο της
ανησυχίας του παρέμενε η έπαρση και ο φανατισμός των "κολάκων
τῆς ἐλευθερίας", οι οποίοι συνέχιζαν να αναμοχλεύουν τα
κοινωνικά πάθη, για να εξυπηρετήσουν τους ιδιοτελείς τους στόχους. Ένα εύγλωττο
δείγμα της άκρατης ματαιοδοξίας τους ήταν η υιοθέτηση από μερικούς ηχηρών τίτλων, όπως "πρέσβεις τῆς ἀνθρωπότητας"
και "ρήτορες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους".
Καθώς αυτή η αδιάντροπη αλαζονεία γινόταν περισσότερο απροκάλυπτη και επιθετική,
οι ανησυχίες του Κοραή μεγάλωναν. Γνώριζε καλά ότι η ελευθερία δεν μπορούσε να
ευδοκιμήσει χωρίς αρετή.[...]
Οι φόβοι του Κοραή φάνηκαν να
επαληθεύονται από τις συνέπειες του δράματος της βασιλοκτονίας. Η καταστροφή της
παλαιάς μυθολογίας αποχαλίνωσε τα πάθη και την εκδικητικότητα, με αποτέλεσμα την
αιφνίδια μετάπτωση από τη δεσποτεία του παραλόγου στην τυραννία του τρόμου.
Την αρνητική όψη της Επανάστασης εκπροσωπούσε ο αιμοδιψής Marat , άλλοτε γιατρός
του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος
της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε
καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της
εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον
για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της
ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον εκατόν πενήντα χιλιάδων
ανθρώπων. Συντετριμμένος από τις ακρότητες της τρομοκρατίας, ο Κοραής σ’ ένα
ξέσπασμα υπερβολής, υποστήριζε ότι το πρόγραμμα του Marat τέθηκε σε εφαρμογή από
τον ομοϊδεάτη του Ροβεσπιέρο.
Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής
παρέμεινε σιωπηλός.», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-270)
β. «Ο Condorcet -Κονδορκέτιος κατά τον Κοραή-"ἕνας
ἀπὸ τοὺς πρώτους λογίους τοῦ Παρισίου, ἄν καὶ ἐχθρὸς ἐπίσημος τοῦ βασιλέως",
μάταια προσπάθησε να σώσει τον βασιλικό θεσμό κάνοντας έκκληση στη λογική και
τον ανθρωπισμό. Η έκκλησή του δεν εισακούσθηκε. Η αποτυχία του Condorcet
έδειχνε, κατά τον Κοραή, ότι, καθώς υψωνόταν το κύμα των παθών, η φωνή της
λογικής είχε καταπνιγεί», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 264)
«Η φωνή της λογικής είχε καταπνιγεί»
διότι δεκάδες διαφωτιστές με τις φυλλάδες τους, άναβαν πολλά χρόνια τα
πολιτικά πάθη· κατόπιν
ήτο πολύ αργά να σβήσουν με τα «δάκρυὰ»
τους, τη φωτιά που είχαν ανάψει οι ίδιοι, παριστάνοντας τάχατες τους «θλιμμένους
καὶ πικραμμένους ἱερεῖς
τοῦ ὁρθοῦ λόγου».
Εισαγωγή στο ηθικό λάθος της πολιτικής του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
Είδε ο αναγνώστης ότι ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
τέλεσε με τη ρητορική του τέχνη τον καθαγιασμό ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι προ
της επανάστασης αρπάζοντας το σπαθί, απέδιδαν «δικαιοσύνην»,
ακόμη κι
επί του απλού χωριάτη μερικές φορές για να επιβιώνουν, δίχως να υπόκεινται σε κανενός
είδους «Δυτικόφερτης Νομαρχίας»·
συγκεκριμένα αυτός ο καθαγιασμός
επιτελέστηκε επί της σελίδας
152.
Αντίθετα, όταν ο ίδιος ο συγγραφεύς βρίσκεται εις την «κολακευτικήν πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἔξοδον
τοῦ βιβλιαρίου» του, λησμονά όσα περίγραφε για τους κλέφτες
νωρίτερα, δηλαδή το ότι «ζῶσι δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας μὲ νερὸν καὶ χόρτα, καὶ οὕτως
δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν», και ζητώντας αντιθέτως να αποδείξει ότι ο καιρός της επανάστασης είχε έρθει
αφού ο Σουλτάνος δεν είχε πια ουσιαστική εξουσία, παραδέχεται εμμέσως το
πλιατσικολόγημα των ληστών, δηλαδή ότι αντιθέτως με τις πρώην του
κολακείες εκείνοι «ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας» μέχρι
αφανισμού των:
«Ποῖος ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφοί μου, ἀγνοεῖ ἴσως, ὅτι τὰ ἐντάλματα αὐτοῦ τοῦ τυράννου,
τέσσαρας ὥρας ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, δὲν ἀξίζουν τίποτες; Ποῖος δὲν ἠξεύρει τὸ
πλῆθος τῶν ἀποστάτων, ὁποὺ ἀφανίζουν τὰ χωρία καὶ τοὺς ὁδοιπόρους μὲ ἀκαταπαύστους
κλοπὰς καὶ συνεχεῖς φόνους, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ αὐτὸς ποτὲ νὰ τοὺς καταδαμάσῃ μὲ τὰ
στρατεύματά του; », σελ.
148
Εις επανάληψη σημειώνεται πως ο σχολιασμός του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
για τις κλοπές και τούς φόνους των ληστών δεν γεννάται από κάποιο εσκεμμένο
ηθικό έλεγχο των τελευταίων, αλλά εκφέρεται εις απόδειξη της πτώσης της
τυραννικής της των Οθωμανών δυνάμεως προς κατάπειση του αναγνώστη εις το
εφικτό της πολιτικής επανάστασης.
Με δυο λόγια, όταν οι κλέφτες εξυμνούνται, ο πολιτικός
στόχος είναι η μίμησή τους κι η συμπόρευση του λαού εις την επανάσταση· όταν
δε κακολογούνται, αυτό συμβαίνει εκ παραδρομής διότι πολιτικός στόχος είναι να αποδειχθεί
ότι η επανάσταση είναι δυνατή, εφόσον ο Τύραννος σουλτάνος βρίσκεται σε
αδύναμη και μειονεκτική θέση να ελέγξει τις όποιες «ἐγκληματικὲς
ἐνέργειες» συμβαίνουν στην αυτοκρατορία του.
Παρότι λοιπόν ο συγγραφέας θα εξιδανικεύσει τους «κλέφτες»,
χωρίς ποτέ να αναφερθεί επίσης ούτε μία φορά εις τα σώματα των «ἀρματωλῶν»,
οι οποίοι ήσαν υπόδουλοι σε εθελοντική αστυνομική υπηρεσία υπέρ του Τουρκικού
κράτους, θα πέσει σε
τραγικούς ηθικούς υπερβάλλοντες ελέγχους κατά του ιερατείου, το οποίο φαίνεται
πολιτικώς ότι μισεί. Ας προσέξει ο
αναγνώστης πώς ορίζει την κλεψιά ο συγγραφεύς αυτός:
α. «Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται
καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται
- μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ
δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας,
οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ
κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον,
νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 116)
β. «Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα
καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα
χρήματα [τῆς ἐλεημοσύνης], διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ
μοναστήριά των», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ.
117)
Η θυελλώδης μανία της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας»
Η μανία μετά τρέλας του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
να υπαινιχθεί διαρκείς «κλοπὲς» των κληρικών και
μοναχών γίνεται πρόδηλη όταν διδάσκει πως τα «κλοπιμαία»
των μοναχών από το λαό, ξανακλέβονται εις βάρος των μονών από τους τελευταίους, και δηλαδή εις διπλούν από τους
μοναχούς:
«Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα
καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα
χρήματα, διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ
μοναστήριά των. [...]. Εἶναι δὲ κατήγοροι εἰς τὸ ἄκρον...»,
σελ. 117
Κατά αυτόν τον τρόπο αναγάγει αυτό που εκείνος θεωρεί
κοινωνική «κλάσιν», αντίθετα εις «ἀτομικὴν
ἀλητείαν» του καθενός ξεχωριστά· τόση είναι η πολιτική του αντιπάθεια
για τους ρασοφόρους όπου δείχνει να μην κατανοεί ούτε ο ίδιος τι λέγει:
«Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ
κλάσις τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων!», σελ. 113
Θεωρεί δε τους «κλέπτας» των «κλοπιμαίων»
μοναχούς «κατήγορους εἰς τὸ ἄκρον», χωρίς να μπορεί
και να δείξει εις το παραμικρό λίγη ταπεινοφροσύνη, αναλογιζόμενος ότι το δικό
του το γραπτό είναι μια «ἀσταμάτητη διαφωτιστικὴ
ὑποκριτικὴ καὶ κακόγουστη
κατηγορία», όπου οι «ληστεῖες» των κληρικών συνεχίζονται με
όπλον.... την ελεημοσύνη των πιστών, η οποία «περιορίζεται» έναντι
«ὑποβαθμισμένας
σ’ ἀρετὰς», υπό του «Ἀνωνύμου
Ἔλληνος», «γυναῖκας»: («...καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.»,
σελ. 116).
Το λάθος
Συνοψίζοντας λοιπόν, εκείνο που συμπεραίνεται για τον «Ἀνώνυμον
τὸν Ἕλληνα» είναι ότι οι πραγματικά ιστορικοί «κλέφτες»,
έστω κι αν μετέπειτα επαναστάτες,
«δὲν ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν»,
παρότι «ἀφανίζουν τὰ χωρία», ενώ η
ελεημοσύνη προς το «Ὁρθόδοξον Ἵερατεῖον» από
τους εντόπιους της υπαίθρου και των πόλεων επιτυγχάνονταν με την «ἄδειαν
τοῦ κλεψίματος» υπό του κατά τόπους «ἀρχιερέως»:
Ποιό μπορεί όμως να ’ναι άραγε το «λημέριον»
αυτών των «ληστῶν» άνευ σπάθης και τυφεκίου οι
οποίοι «ληστεύουν» με το «διαμοιρασμό λειψάνων»;
«Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς
κοκκαλοπωλητὰς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Ἄθους, ὁποὺ ὀνομάζουν Ἅγιον Ὄρος, εἰς
τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῶν τῶν καλογήρων.», σελ. 117
Βεβαίως «κλοπή» είναι το να
αρπάζει κανείς δια της βίας τον πλούτο του άλλου, δίχως την συγκατάθεση του
τελευταίου, όπως έκαναν οι «κλέφτες» που «δὲν
ἐνοχλοῦσι τοὺς χωριάτας εἰς τὸ οὐδέν» αλλά που «ἀφανίζουν τὰ χωρία»· οφθαλμοφανώς αυτό δε συντρέχει εις
την ελεημοσύνη η οποία είναι εθελούσια. Κι όμως ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» θα αρκεστεί να παρουσιάσει ως «ἄρπαγαν»
τον «ἐπίσκοπον» παρά τον «κλέφτην»:
«Πολλάκις δὲ περιέρχεται ὁ ἴδιος
ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ
ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος, ἀφοῦ τρώγει δι᾿ ὅσας ἡμέρας
μένει εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινότητα, ἀφοῦ ἁρπάζει ὅσα περισσότερα
δυνηθῇ, τότε ἀφορίζει ἕνα δύο, καὶ ἄλλους τόσους κάμνει παπάδες, καὶ ἔπειτα
φεύγει», σελ. 115
Θα ονοματίσει δε ως «ληστὰς» τους
μοναχούς:
«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ
τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς
πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι
τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι
τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ
ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν
ἀνορθογραφίαν...», σσ. 114-115
Αν λοιπόν αυτή η αντίληψη της αντιστροφής του τι είναι «κλοπὴν»
δεν είναι ρητορική τέχνη, δηλαδή επιστήμη της καταπείσεως έστω και με ψέματα ή
διαστρέβλωση της πραγματικότητας, τότε τί άλλο μπορεί να είναι; Ίσως θα μπορούσε
και να είναι η «διδακτορικὴ διατριβὴ» κάποιου
νεοπαγανιστή ή νεοδιαφωτιστή για την επανάσταση του
1821 στο «Ἀχερώνειον Ἄνδρον» ή στο «πεφωτισμένον
Παρίσιον», αν μη τι άλλο, η
οποία όπως και να έχει, δεν μπορεί παρά να βάλει τον κάθε αναγνώστη σε αρκετή
περίσκεψη, για το ποιόν της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας» και
των διάφορων υποστηρικτών της:
«H πειρατεία
είναι γνωστό πρόβλημα που για πολλούς αιώνες ταλάνισε τον Άθω. Ιδιαίτερα
συχνή στον 13ο αι. μετά την τέταρτη Σταυροφορία και την εγκατάσταση των
Λατίνων στην Ανατολή, λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις στον 14ο αι. (είναι
γνωστές οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν στον Άθω οι πειρατικές
επιδρομές της καταλανικής εταιρείας στις αρχές του αιώνα αυτού), όταν στους
δυτικούς πειρατές θα προστεθούν και οι Τούρκοι. O θρυλούμενος
πλούτος των μοναστηριών συνέχισε να ελκύει ακατάπαυστα χριστιανούς και
μουσουλμάνους κουρσάρους, και αργότερα συμμορίες ληστών,
ώς τον 17ο αι., οι οποίοι επιχειρούσαν επιθέσεις όχι μόνο σε παραθαλάσσιες
εγκαταστάσεις, αλλά και σε ιδρύματα που βρίσκονται στο δασώδες και ορεινό
εσωτερικό της χερσονήσου"», (Πηγή: "Διὰ
τὸν φόβον τῶν κουρσαρέων", KPITΩN
XPYΣOXOΪΔHΣ, Δ/ντής Eρευνών-Iνστιτούτο Bυζαντινών Eρευνών-Eθνικό Ίδρυμα
Ερευνών, http://clubs.pathfinder.gr/kellion/1210874)
Στην «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν», ο ηθικός έλεγχος λοιπόν του πολιτικά
κινούμενου σύμφωνα με τις διαφωτιστικές επιταγές
παραβλέπεται, και μετατρέπεται σε «πολιτικὴν ἀρετὴν»,
δηλαδή υπακοή στους διαφωτιστές, ενώ ο ηθικός έλεγχος βάση του ευαγγελίου εις την περίπτωση των
κληρικών, φτάνει εις το αναίσχυντο σημείο της διαστροφής των σημασιών των
φαινομένων, όπου η ελεημοσύνη πράττεται δια μέσω «κλοπής».
Οι «ἄθλιοι» είναι ένα
μυθιστόρημα του Β. Ουγκώ το οποίο μπορεί να έχει μια κάποια ελάχιστη σχέση
με τις συγγραφικές «ἀθλιότητες» του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος»· παρατίθενται μερικές «κλοπὲς», για
κάθε «φωτισμένον» νου:
α. «Βγαλμένα από την αγροτική ζωή είναι
και τα παρακάτω κάλαντα της νήσου Λήμνου, που ο αείμνηστος Ακαδημαϊκός -
Καθηγητής Γεώργιος Α. Μέγας περιέλαβε στο σπουδαίο έργο του "Ἑλληνικαὶ
ἐορταὶ καὶ ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας":
[...]
Βάλε τ’ ἀφέντη μ’, βάλε τὸ τὸ χέρι
σου στὴ τζέπη.
Ἂν εὕρεις γρόσα δῶ μας τά, φλουριὰ
μὴν τὰ λυπᾶσαι·
βάλε καὶ τὸ γλυκὸ κρασί, νὰ πιοῦν τὰ
παλικάρια."», (Πηγή: Η
καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις
Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 248)
β. «Μερικές φορές το έκαναν αυτό και στις
νηστείες της Σαρακοστής, όπως του Αγίου Ανδρέα. Η λύρα συνοδεύει περίφημα
τους χορούς τους. Στα Σφακιά χορεύοντας οι άντρες κρατούσαν και τα όπλα
τους, αφού ο χορός ήταν πολεμικός («πυρίχειος»).
Απαραίτητα προηγείτο το θρησκευτικό μέρος. Ρίχνανε όλοι τον οβολό τους για
την εκκλησία και μετά το έριχναν στο φαγοπότι και στο χορό.»,
(Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία,
Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 226)
|
ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Ο πολιτικός φανατισμός
της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας», κι «ὁ
Θεὸς νὰ τὴν ἐκάμη ἑλληνικὴν», θα επιτεθεί μετά πάσης μανίας
ενάντια στους μοναχούς της Ελλάδος, θεωρώντας τους «κοινωνικὴν
τάξιν» σαν τους δυτικούς· έτσι παρότι ο συγγραφέας της,
γνωρίζει το φαινόμενο της πειρατείας στα ελληνικά ύδατα, θα
παραλείψει την αναφορά στις Μονές του Αγίου Όρους, που άλλωστε έχει
σαν στόχο, και θα αναφερθεί μόνο εις το Αιγαίο:
«Τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ μάλιστα τῶν Ὑδριώτων,
ὁποὺ καθημερινῶς μὲ τοὺς ἀλλογενεῖς πειρατὰς
ἐχθρούς των πολεμοῦσι, δὲν τοὺς νικοῦσιν
ἴσως πάντοτε, ἀγκαλὰ καὶ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρους των;»,
σελ. 159
ΠΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
ΓIΩTΑ MYPTΣIΩTH
Επιμέλεια αφιερώματος
Σαν φρούριο απόρθητο μπορεί να
φανταστεί κανείς την Αθωνική Χερσόνησο από τα πρώτα κιόλας χρόνια
του οργανωμένου μοναχικού βίου (δεύτερο μισό 10ου αι.) ως τα τέλη
του 17ου αι. αρκεί και μόνον ο αριθμός των πύργων -το πιο
εντυπωσιακό αρχιτεκτονικό στοιχείο της οχυρωματικής τέχνης- για να
αντιληφθεί τη μέριμνα των μοναχών για την ασφάλεια της Μοναστικής
Πολιτείας από τις πειρατικές επιδρομές κατά τους βυζαντινούς
και μεταβυζαντινούς χρόνους.
Εκατόν είκοσι δύο πύργοι -από
τους σωζόμενους, τους ερειπωμένους, τους μνημονευόμενους στις
γραπτές πηγές και τις παλιές απεικονίσεις- διάσπαρτοι στα
συγκροτήματα των μονών, τους αρσανάδες, τις κορυφές των λόφων,
προστάτευαν την Κιβωτό της Ορθοδοξίας από τους έξωθεν κινδύνους.
Είτε ως χώροι διαμονής για την
άμυνα και την ασφάλεια, είτε ως αποθήκες πολύτιμων αγαθών και
αντικειμένων, μία και κύρια ήταν η χρήση τους ανά τους αιώνες: η
φύλαξη του Αγιορείτικου ορθόδοξου μοναχικού πολιτισμού.

«Πύργοι του Όρους οι
πύρινοι»
ΦΑΙΔΩN XΑTZHΑNTΩNIOY
Αρχιτέκτων - αναστηλωτής
Φαίνεται κατ’ αρχάς παράξενο
ότι ένας στρατιωτικός παρατηρητής, όπως ο Οθωμανός ναύαρχος,
χαρτογράφος και εξερευνητής, πρώην διάσημος πειρατής Πίρι
Ρεΐς, περιγράφοντας, στο «Kitab-i Bahriye» (1521), το βιβλίο του για
τη θάλασσα με τους περίφημους πορτολάνους, το τειχισμένο λιμάνι της
αγιορείτικης Λαύρας, το Μαντράκι, δεν αναφέρει στο κείμενο, ούτε
σχεδιάζει στον χάρτη, το οχυρό με τον βυζαντινό πύργο που ελέγχει
στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου το θαλάσσιο πέρασμα από τα
στενά του Βοσπόρου προς το κεντρικό Αιγαίο και την ηπειρωτική
Ελλάδα. Άλλωστε, στην Αθωνική Χερσόνησο δεν αναφέρει πουθενά την
ύπαρξη πύργων και οχυρών, όπως κάνει σχολαστικά στις υπόλοιπες ακτές
που χαρτογραφεί. Στο Άγιον Όρος καταγράφει μόνο σημεία όπου μπορεί
ένα πλοίο να καταφύγει σε περίπτωση κακοκαιρίας.
Επισημαίνει, ωστόσο, ο Πίρι
Ρεΐς ότι οι μοναχοί «ποτέ δεν δίνουν πληροφορίες στους
Τούρκους πειρατές για τους απίστους ή στους απίστους πειρατές για τα
τουρκικά πλοία, ούτε διστάζουν ποτέ να εφοδιάζουν και τους μεν και
τους δε». Επομένως, μάλλον αντιλαμβάνεται ο Τούρκος ναύαρχος την
ουδετερότητα της μοναστικής κοινοπολιτείας και τη σημασία της
αποχής των Αγιορειτών από τα εγκόσμια, αφού αμέσως δηλώνει πως οι
μοναχοί «ενεργούν έτσι όχι από φόβο». Αντιλαμβάνεται
δηλαδή ότι τα αγιορείτικα οχυρά εξυπηρετούν καθαρά αμυντικές ανάγκες
μιας κοινωνίας αναχωρητών, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν
στρατηγική σημασία.
[...]
Χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί
Η εποχή κατά την οποία
επισκέπτεται ο Ιωάννης Κομνηνός το Όρος είναι σχετικά ήσυχη. Οι
τρομερές επιδρομές των Καταλανών στις αρχές του 14ου αι. δεν έχουν
ξεχαστεί, αλλά φαντάζουν πλέον μακρινές, ενώ η πανούκλα της
πειρατείας του 16ου αι. αποτελεί κι αυτή παρελθόν. Οι
αγιορείτικοι πύργοι και τα οχυρά αλλάζουν χαρακτήρα και χρήσεις. Τα
παλιά κανόνια (λουμπάρδες) εξυπηρετούν πια περισσότερο άλλους
σκοπούς, ειρηνικούς.
Γράφει ο Κομνηνός για το
Μαντράκι της Λαύρας: «Ἔχει τὸ μοναστήριον κάτω εἰς
τὸν αἰγιαλὸν λιμένα κατασκευαστόν, καὶ ἀρσανὰν ἐπιτήδειον διὰ τὰ
πλοιάρια, καὶ πύργον ὑψηλὸν καὶ ἀξιοθέατον, κτίσμα βασιλικόν, μὲ
πατώματα ἐξ. [...] Καὶ ἐπανωθεν λουμπάρδαις μεγάλαις καὶ καλαῖς διὰ
φύλαξιν τοῦ λιμένος, καὶ διὰ να δίδουσιν εἴδησιν εἰς τὸ μοναστήριον
ἐπάνω, ὅταν ὑπάγῃ κανένας προσκυνητής. Καὶ διὰ να ὑποδέχωνται καὶ
τοὺς ἀπὸ τῶν ταξιδίων ἐρχομένους προηγουμένους καὶ ἱερομονάχους μετὰ
χαρὰς καὶ ἀγαλλιάσεως».
[...]
Πύργοι οχυρωματικοί είναι τα
βαριά και ογκώδη κτίσματα των Mονών, που χρησίμευαν για την
απόκρουση πειρατικών και ληστρικών εφόδων. Θεμελιώνονται στο
ψηλότερο σημείο της μονής και συνδέονται οργανικά με το περιφερειακό
τείχος της. O βράχος στη βάση του πύργου κοιλαίνεται, έτσι που να
χρησιμεύει για κρύπτη πολυτίμων αντικειμένων ή για δεξαμενή νερού.
Στον τελευταίο όροφο, ή και σε κανέναν ενδιάμεσο, χτίζεται το
παρεκκλήσι. Τη σκεπή κοσμούν τα θωράκια ή επάλξεις ή πολεμίστρες ή
προμαχώνες (στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ονομάζονταν μπαρμακάδες).
Έχοντας «καθημερινὸν
φόβον θανάτου καὶ τὸ ξίφος ἐγγὺς», οι άνθρωποι της εποχής
εκείνης έβλεπαν τον πύργον ως την έσχατην καταφυγή. H όλη διαδικασία
της αμυντικής άρχιζε με το σύνθημα του βιγλάτορα. Αυτός, που είχε σε
ψηλότερο σημείο, έξω από τη Mονή, το παρατηρητήριό του, επεσήμαινε
πρώτος τα πειρατικά πλοία, στο βάθος του ορίζοντα, ή τη ληστρική συμμορία, να τρέχει το φιδωτό λιθόστρωτο δρόμο προς τη
μονή. Με το σήμα του συναγερμού έκλειναν οι καλυμμένες με σιδερένιες
ταινίες βαριές πόρτες και περνούσε από πίσω τους το οριζόντιο χοντρό
δοκάρι, ο ζυγός. Προηγουμένως όμως, οι μοναχοί τραβούν την απλωμένη
πάνω από την τάφρο γέφυρα, την «καταρρακτὴν»,
όπως παρατηρούμε να υπάρχει η τάφρος αυτή στον αρσανά της Mεγ.
Λαύρας, τη M. Βατοπεδίου, την Kαλιάγρα. Mε το τράβηγμα της γέφυρας «δὲν
εἶναι δυνατὸν πλέον ἄλλος τινὰς νὰ εἰσέβη εἰς αὐτόν», τον
πύργο.
O πειρατικός κριός και ο
καταπέλτης κρούουν την εξωτερική δρύινη πόρτα, ενώ οι μοναχοί
αμύνονται, ρίχνοντας από τις καταχύστρες ή ζεματίστρες ζεματιστά
υγρά. Από τις επάλξεις, ή τον περίπατον του τείχους με το λιθοβόλο
μηχάνημα, τον πετροβόλο, ή πετρόμαχο, πέτρες. Από τα στενά παράθυρα
των προβόλων βέλη, αν και δεν είναι εξακριβωμένο ότι οι άκακοι
δούλοι του Xριστού χρησιμοποιούσαν βέλεμνα και ξίφη. Οι πειρατές
αποκρούουν τις πέτρες με την «ἀσπίδα» ή τη «χελώνα», μια μεγάλη
ξύλινη ομπρέλα. Εξάλλου και οι ίδιοι ανταπαντούν, ρίχνοντας «δίκην
χαλάζης πυκνῆς τοὺς λίθους» που ηχούν «χειροποιήτῳ
βροντῇ». Για την απόκρουση των βελών φορούν σιδερένια
πουκάμισα. Ταυτόχρονα άλλοι πειρατές, «δίκην συῶν
ἀγρίων», προσπαθούν να στήσουν στις πλευρές του τείχους όλα
τα «τειχομαχικὰ ἐργαλεία», τα «μηχανήματα»: «ἀμάξας», «κλίμακας» και
«ξυλοσυνθέτους πύργους» ή «προβόλους», τις γνωστές «ἐλεπόλεις».
Αν
όμως έβλεπαν την πύλη να μη πέφτει, τότε συγκέντρωναν σε μια άμαξα
«ξύλων πληθὺν καὶ φρυγάνων σωρείαν, πίσσῃ καὶ
θεάφω καταρραντισμένα»
και την κυλούσαν προς την πόρτα, δίνοντάς την φωτιά και ελπίζοντας η
υπερθέρμανση των σιδερένιων ταινιών να μεταδοθεί στα ξύλα της
πόρτας...
Με την απώλεια της «ἔξω πύλης»
οι ληστές εισέρχονται στη μονή, περνούν το «διαβατικὀ» και φτάνουν
στην «ἔνδον πύλην», την οποία προσπαθούν με τον «κριὸ» να
καταρρίψουν. Όμως, κι εδώ δέχονται νέο καταιγισμό από καταπακτή που
βρισκόταν πάνω από τα κεφάλια τους, μεταξύ των δύο πυλών. Στο μεταξύ
άλλοι από τους μοναχούς φυγαδεύουν τα ιερά κειμήλια από την «παραπυλίδα»,
το παραπόρτι, που βρίσκεται μακριά από το πεδίο της μάχης. Οι
υπόλοιποι οχυρώνονται στον πύργο. Στη M. Iβήρων, όπου συναντάμε το
τελειότερο σύστημα αμυντικής, υπάρχει υπόγεια σήραγγα που ενώνει τη
μονή με τον πύργο του αρσανά. Όμοιος περίπου είναι και ο πύργος του
αρσανά της M. Kαρακάλλου[...] Mε την πτώση και της δεύτερης πόρτας
οι ληστές γίνονται κύριοι της μονής και αρχίζουν με μανία δαιμονική
περισσότερο την καταστροφή, παρά τη λεηλασία. Όμως, οι μοναχοί έχουν
προνοήσει για την περιφρούρηση όλων των πολυτίμων αντικειμένων: τα
έκρυψαν στις υπόγειες κρύπτες, ή τα φυγάδευσαν από την παραπυλίδα.
Έρχεται και η σειρά του πύργου.
Οι πειρατές ζητούν να αιχμαλωτίσουν και έμψυχο υλικό, που δεν είναι
ευκαταφρόνητο στα ανθρωποπάζαρα ή στην ανταλλαγή λύτρων. Υπάρχουν
ιστορικές μαρτυρίες, όπου αναφέρεται ότι πολλές φορές αυτός ή και
ολόκληρη η μονή, έμενε «τῆς ἐπιβουλῆς ἀπείρακτος». Ακόμα και αν οι
πειρατές κατάφερναν να σπάσουν τη μικρή σιδερένια πόρτα του πύργου,
θα βρίσκονταν σ’ ένα δωμάτιο άδειο, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα ν’
ανέβουν στο παραπάνω, αφού την ξύλινη κλίμακα που ένωνε τα δύο
δωμάτια οι μοναχοί την τράβηξαν στο επάνω πάτωμα, φράζοντας και την
καταπακτή.
Απόσπασμα από το
βιβλίο «Tο Άγιον Όρος» του μοναχού Δωρόθεου, εκδ. Tέρτιος, Kατερίνη
1985.

Στέρεοι, απόρθητοι (I)
ΠΛOYTΑPXOΣ Λ. ΘEOXΑPIΔHΣ
αρχιτέκτων-αναστηλωτής-
10η Εφορεία Βυζαντινών
Αρχαιοτήτων
Τα μεγάλα και πλούσια
κοινοβιακά μοναστήρια που άρχισαν να κατακλύζουν την Αθωνική
Χερσόνησο στο δεύτερο μισό του 10ου αι., φαίνεται ότι από νωρίς
περιλάμβαναν πύργους στα οχυρωμένα κτιριακά τους συγκροτήματα.
Ωστόσο, από την εξέταση των μνημείων προκύπτει ότι ως τα τέλη του
12ου αι. ο αριθμός των πύργων δεν πρέπει να ήταν μεγάλος, σε
σύγκριση με αυτό που συνέβη στους αιώνες που ακολούθησαν. Τα ίδια τα
μνημεία, αλλά και οι γραπτές πηγές, ορίζουν δύο βασικές περιόδους,
στη διάρκεια των οποίων η δραστηριότητα για την ίδρυση ή την
επισκευή πύργων ήταν ιδιαίτερα έντονη: τον 14ο και τον 16ο αι. Στον
14ο αι., οι πλούσιες αγιορείτικες μονές αγωνίζονταν να διασφαλίσουν
τα κεκτημένα τους μέσα στην ανασφάλεια που προέκυψε από την πολιτική
αστάθεια και τη σταδιακή κατάρρευση του βυζαντινού κράτους. Κατά τα
τέλη του 15ου και τον 16ο αι., με την οικονομική ανάκαμψη που
σημειώθηκε ύστερα από την παγίωση της οθωμανικής εξουσίας, οι
προσπάθειες των μονών ήταν επικεντρωμένες στη γενικότερη
ανασυγκρότηση και ανοικοδόμησή τους, καθώς και στην αποτελεσματική
προστασία τους από τις συχνές επιδρομές των πειρατών.
Στη Μονή Kαρακάλλου
XPHΣTOΣ XEIΛΑΣ
Αρχιτέκτων - αναστηλωτής του
ΚεΔΑΚ
ΑΠO TO ΣYNOΛO των οχυρωματικών
έργων του Αγίου Όρους, ο πύργος της Ι. Μονής Καρακάλλου είναι ίσως
αυτός για τον οποίο διαθέτουμε τις λιγότερες γραπτές μαρτυρίες. Οι
σύγχρονοι συγγραφείς ιστορικών μελετημάτων, οδοιπορικών, οδηγών και
άλλων σχετικών με το Άγιον Όρος δημοσιευμάτων, τον παρακάμπτουν,
παρά την έντονη παρουσία του όγκου του και το οικοδομικό ενδιαφέρον
που παρουσιάζει. Το ενδιαφέρον αυτό εστιάζεται στον αμιγή
οχυρωματικό χαρακτήρα του πύργου, στις περιορισμένες φθορές και στις
ελάχιστες οικοδομικές παρεμβάσεις που έχει υποστεί στη διάρκεια του
χρόνου.
Ξεκινώντας από τη μορφή του
πύργου, σε σύγκριση με τη μορφολογία των υπολοίπων οχυρωματικών του
Αγίου Όρους, και αφού λάβουμε υπόψη μας ότι κατά τον 16ο αι. πλήθος
οχυρωματικών έργων κατασκευάζονται, συμπληρώνονται ή επισκευάζονται
στην αθωνική Πολιτεία, εξαιτίας της έξαρσης της πειρατείας
και μιας σχετικής οικονομικής άνθησης, θα μπορούσαμε, χωρίς
βεβαιότητα φυσικά, να τοποθετήσουμε την κατασκευή του πύργου στον
αιώνα αυτό

«Διὰ τὸν
φόβον τῶν κουρσαρέων»
KPITΩN XPYΣOXOΪΔHΣ
Δ/ντής Eρευνών-Iνστιτούτο
Bυζαντινών Eρευνών-Eθνικό Iδρυμα Eρευνών
H πειρατεία είναι γνωστό
πρόβλημα που για πολλούς αιώνες ταλάνισε τον Άθω. Ιδιαίτερα συχνή
στον 13ο αι. μετά την τέταρτη Σταυροφορία και την εγκατάσταση των
Λατίνων στην Ανατολή, λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις στον 14ο αι.
(είναι γνωστές οι μεγάλες καταστροφές που προξένησαν στον Άθω οι
πειρατικές επιδρομές της καταλανικής εταιρείας στις αρχές του αιώνα
αυτού), όταν στους δυτικούς πειρατές θα προστεθούν και οι Τούρκοι. O
θρυλούμενος πλούτος των μοναστηριών συνέχισε να ελκύει
ακατάπαυστα χριστιανούς και μουσουλμάνους κουρσάρους, και
αργότερα συμμορίες ληστών, ώς τον 17ο αι., οι οποίοι
επιχειρούσαν επιθέσεις όχι μόνο σε παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις, αλλά
και σε ιδρύματα που βρίσκονται στο δασώδες και ορεινό εσωτερικό της
χερσονήσου.
H ασφαλής διαβίωση της
μοναστικής κοινότητας και η ασφάλεια του Άθω γενικότερα φαίνεται ότι
αποτελούσε πρωταρχική μέριμνα των μεγάλων αθωνικών μονών, όπως
ανάγλυφα αποτυπώνεται ως τις μέρες μας στους εντυπωσιακούς πύργους
που είναι προσαρμοσμένοι στα οχυρωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα
και στους αρσανάδες. Ωστόσο εγείρονται ερωτήματα, όσον αφορά στη
χρήση τους, για μεγάλο αριθμό πύργων που σώζονται ακέραιοι ή σε
ερειπιώδη κατάσταση, διάσπαρτοι στην ακτογραμμή ή στις κατάφυτες
ερημιές της χερσονήσου, μακριά από τις γνωστές μονές.
[...]
Κάθισμα Μυλοποτάμου
[...]Tο 1527/28 καταστράφηκε
από πειρατές. O τότε οικιστής του, μητροπολίτης Tυρνόβου
Θεόφιλος, ανέλαβε την επισκευή του πυρπολημένου οικοδομήματος,
ενισχύοντας την οχύρωση και ιδιαίτερα του τριώροφου πύργου.
Προνοώντας για τη μελλοντική του ασφάλεια, ζήτησε από την κυρίαρχη
μονή της Mεγίστης Λαύρας, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη τάξη του Αθω,
σύμφωνα με την οποία τα εξαρτήματα (κελλιά) παραχωρούνταν σε 2 ή
3 πρόσωπα, να επιτρέψει την εγκατάσταση τουλάχιστον δέκα
καλογήρων γιατί δεν ήταν δυνατή η επιβίωση τόσο λίγων μοναχών «διὰ
τὸν φόβον τῶν κουρσαρέων». Το σωζόμενο σχεδόν ακέραιο
οχυρωμένο κτίσμα αναβίωσε στις μέρες μας.
Λίγα χρόνια μετά την
ανοικοδόμηση του Mυλοποτάμου, στα 1533, ο Γρηγόριος Γηρομερίτης
αγόρασε από τη μονή Φιλοθέου το ερειπωμένο κάθισμα του Σταυρονικήτα,
που δεν είναι άλλο από το αρχαίο μονύδριο του Στραβονικήτα
μαρτυρούμενο ήδη στο έτος 1012. Tότε περίπου πρέπει να
χρονολογείται, στην αρχαία φάση του, και ο εντυπωσιακός πύργος.
Διαλυμένο, το μονύδριο υπήχθη τελικά το 1287 στη μονή Φιλοθέου.
Ωστόσο ο πύργος του, λόγω της στρατηγικής θέσης, φαίνεται να
λειτουργούσε ως βίγλα των Kαρυών, ενταγμένος στο αμυντικό
δίκτυο για την ασφάλεια της περιοχής. O Γρηγόριος αγοράζοντας την
περιοχή ανέλαβε την υποχρέωση να ενισχύσει τον παλαιό πύργο,
καθιστώντας τον φρούριο με σκοπό να προστατεύονται από τις πειρατικές επιδρομές όχι μόνον
οι μοναχοί που θα ζούσαν εκεί
αλλά και όλη η δυτική πλευρά του Αγίου Όρους. Το έργο
επιτελέσθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τον πατριάρχη Iερεμία Α΄ και
το μονύδριο αναδείχθηκε στη γνωστή μονή Σταυρονικήτα.
[...]
Σε καίρια θέση
H ομαλή διαμόρφωση του εδάφους
της βορειοανατολικής πλευράς του Άθω, περί τη μονή Xιλιανδαρίου, που
ευνοούσε ιδιαίτερα τη δράση πειρατών, φαίνεται να είναι η
αιτία της παρουσίας ενός ακόμη αμυντικού πύργου.
Πηγή: http://clubs.pathfinder.gr/kellion/1210874
|
Η αναισχυντία της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» & το Σούλι
Εκεί που χαρακτηριστικά διαφαίνεται η ασυδοσία του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» κι η δική του «ἀναισχυντία», είναι
όταν εξυμνεί τους Σουλιώτες για την αντίστασή τους κατά του Αλή Πασά, έχοντας
αποκρύψει επιμελώς τις όντως «κλεψιὲς» αυτών επί των
συμπατριωτών τους. Αυτές ήταν που τους επέτρεπαν να πληρώνουν εις τον Σουλτάνο τον
απαιτούμενο φόρο, μένοντας οι ίδιοι «ἐλεύθεροι» έναντι
του Αλή Πασά, την ίδια ώρα που ο Σουλτάνος δεν τους θεωρούσε «ἐπαναστάτες»·
«ἐπαναστάτες» ήταν μόνο έναντι στον «τύραννο»
των Ιωαννίνων:
α. «Ἡ διαυθέντευσις τῶν Σουλιώτων κατὰ τοῦ τῆς Ἠπείρου τυράννου, ἀρκετῶς θέλει τοὺς
ἀποδείξει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ ἀκόμη Λεωνίδας καὶ Θεμιστοκλεῖς. Ὤ, πόσον θέλουν μείνει ἔκθαμβοι, ὅταν ἀναγνώσουν τὰ θαυμαστὰ κατορθώματα τοῦ μεγάλου Φώτου, ἐκείνου, λέγω,
τοῦ ἥρωος τοῦ Σούλιου καὶ ὅλων τῶν Σουλιώτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνδρεία, ἡ μεγαλοψυχία,
καὶ ὁ ζῆλος περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος των, ἀθανάτισαν τὸ ὄνομά των, καὶ ἔφερον
εἰς ἀπελπισμὸν χίλιας φορὰς τὸν ἐχθρόν τους τύραννον, τὸν ἀχρειέστατον λέγω Ἀλῆ!»,
σελ. 34
β. «Γενικά όμως [οι Σουλιώτες] ήταν γενναίοι, ριψοκίνδυνοι, ευσταλείς, γρήγοροι,
φιλελεύθεροι, αρκετές φορές μεγαλόψυχοι, φιλοπάτριδες, αλλά και εξ ανάγκης
αφοσιωμένοι σε ...επιδρομές και λαφυραγωγήσεις. [...] Ζούσαν με πολύ περιορισμένα προϊόντα λόγω του άγονου του ορεινού
εδάφους με συνέπεια αυτή η ίδια η φύση να τους εξαναγκάζει πολλές φορές να
προβαίνουν σε επιδρομές στις πεδινές περιοχές να ληστεύουν και να λαφυραγωγούν
υποχρεώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που υπέτασσαν να τους πληρώνουν φόρους
σε χρήμα αλλά και σε είδος. Οι δε κάτοικοι αυτών των 70 περίπου κατακτηθέντων
χωριών καλούνταν «Παρασουλιῶτες». Η δε σχέση μεταξύ Σουλιωτών και Παρασουλιωτών
έφερνε στη μνήμη, όπως σημειώνει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, εκείνη μεταξύ των αρχαίων
Σπαρτιατών και των Περιοίκων.
Το δε άκρον άωτον των Σουλιωτών ήταν ότι και αυτοί πλήρωναν
στον Σουλτάνο ετήσιο φόρο, τον λεγόμενο κεφαλικό και τον λεγόμενο «προβατικὸν»,
(που προηγουμένως μάζευαν από τους Παρασουλιώτες), και αυτό για να μη τους
ενοχλεί (!), παρουσιάζοντας έτσι μια περίεργη εικόνα αρχόντων και αρχομένων. Η
κατάσταση όμως αυτή δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί άλλο, μέσα στην επικράτεια
(Πασαλήκι) του Αλή Πασά που δικαιολογημένα, για ευνομούμενους λόγους, στράφηκε
εναντίον τους». (Πηγή: http://www.el.wikipedia.org/)
Λέγεται πάρα του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» ότι «οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν
εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ
τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν»,
σελ. 36
Αυτούς τους πατριώτες, πραγματικής νοοτροπίας «κλέφτες»,
θα συγκαλύψουν ηθικά κι οι σύγχρονοι διαφωτιστές νεοπαγανιστές και θα επικεντρωθούν μαζί με άλλες «προοδευτικές» δυνάμεις
ενάντια εις τον κατά συντριπτική πλειοψηφία άοπλο Ορθόδοξο κλήρο, πολύ απλά επειδή ο τελευταίος είναι
πολιτικός στόχος, ενώ το Σούλι όχι. Να λοιπόν ποια είναι η σχέση των «Ἀθλίων»
του Β. Ουγκώ και των «πολιτικῶν ἀθλιοτήτων» μιας
ολιγομελούς «κάστας διανοουμένων».
Πρέπει εν κατακλείδι να σημειωθεί, πως η ιστορία κι ιδίως ο λαός έχουν
αποδώσει τον όρο «κλέφτες» σε συγκεκριμένη κατηγορία
ανθρώπων της τουρκοκρατίας, κι ο όρος αυτός αποδόθηκε δικαιωματικά στη δράση
τους. Αιώνες αργότερα, νεοπαγανιστές και διαφωτιστές με παλαιούς λίβελους
ενδεικτικούς της
πνευματικής τους κακομοιριάς και πτώχειας, προσπαθούν «ἀναισχύντως»
να την διαστρεβλώσουν:
α. «Η αυθαίρετη διακυβέρνηση και η ληστρική
φορολογία, που επιβάλλονταν στους καλλιεργητές της γης, είχαν οδηγήσει στην
παραμέληση της γεωργίας και την υπονόμευση των κινήτρων της οικονομικής
δραστηριότητας. Έτσι, η φτώχεια εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού
και ο λιμός ήταν συχνό φαινόμενο [Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς,
γεωγραφία Νεωτερική, Βιέννη 1791, σελ. 128]. Το όργιο της πειρατείας στη θάλασσα
και η επικράτηση της παρανομίας κατέπνιγαν κάθε δυνατότητα για εμπορική ανάπτυξη»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 150)
β. «Στα 1810, καθώς μαρτυρεί σχετική "ἐνθύμηση",
στην περιοχή της Τατάρνας βρίσκεται εγκατεστημένος ο Τελχάμπεης με φρουρά
800 ανδρών. Άλλη "ἐνθύμηση"
του 1811 αναφέρει την παρουσία αρκετών Λιάπηδων πού επιτηρούν το ίδιο μέρος
για 8 συνεχείς μήνες. Οι φρουρές αντικαθίστανται κάθε εξάμηνο ή οκτάμηνο. Η
επιλογή της τοποθεσίας για την εγκατάσταση ισχυρής φρουράς δεν γίνεται
τυχαία, ούτε γιατί το μοναστήρι παρέχει τους οικονομικούς πόρους για τη
συντήρηση των στρατιωτών [αρματολίκι]. Αποστολή της φρουράς είναι ό έλεγχος των διαβάσεων
στις κοντινές γέφυρες των ποταμών Αγραφιώτη και Αχελώου, όπου σημειώνονται
συχνές ληστείες κατά των εμπόρων.» (Πηγή: http://www.evrytan.gr/ENCYKLOPAIDIA0/isroria2/Tourkokratia.htm)
Σε πάρα πολύ δύσκολες εποχές, όπου ο σημερινός
νεοέλληνας δεν μπορεί καν να φανταστεί, δεν μπορεί να είναι κανείς
απαιτητικός για τους υπολοίπους. Δεν θα πρέπει δηλαδή να ξεφεύγει εις τον
κάθε αναγνώστη πως η
παρούσα σελίδα δεν έχει σκοπό να στραφεί ενάντια εις τους Σουλιώτες, εις τους
Μανιάτες, εις τους Αθηναίους, εις τους Κρητικούς κ.λ.π. της εποχής της
τουρκοκρατίας, όπως πράττει ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» για
πλειάδα Ρωμιών. Επιθυμεί μόνο να επιδείξει την «κακοήθειαν»
των «διεφθαρμένων» από τη
δυτική κουλτούρα
παλαιών και σύγχρονων «προοδευτικῶν».
Αυτοί, εφαρμόζοντας την «διαφωτιστικὴν
ἀρετὴν» του πυκνού ομιχλώδους σκοταδισμού, για τους πολιτικά φιλικά
διακείμενους προς αυτούς, κάνουν τα «ἡθικὰ στραβὰ μάτια»,
ενώ για αυτούς που θεωρούν «πολιτικούς» τους αντιπάλους, τους κληρικούς και
τους μοναχούς, επιδίδονται σε ακροβατικούς ηθικούς ελέγχους βασισμένους
ψευδώς εις το ευαγγέλιο:
«Καὶ οὗτος ἐστὶν ὁ τρόπος, μὲ τὸν
ὁποῖον ἐνεργοῦσι τὰ ἡδύτατα ἐντάλματα τοῦ Χριστοῦ.»,
σελ. 114
Το ευαγγέλιο όμως δεν κάνει εξαιρέσεις για κανένα, είτε
είναι κληρικός ή κοσμικός, προοδευτικός ή οπισθοδρομικός, διαφωτισμένος ή
άκρα σκοτισμένος:
Κατά Ματθαίον, Κεφ. Κγ΄ «23 Οὐαὶ ὑμῖν,
γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, [...] 24 ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ
διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες!», «10
μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητὴς, ὁ Χριστός».
Ακόμη κι αν ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» είναι δικαιολογημένος ως έχων άγνοια για πολλά ιστορικά
γεγονότα, παρότι κομπάζει για
την «ἀμάθειαν» των υπολοίπων συμπολιτών του,
αντίθετα καμία δικαιολογία δεν μπορεί να δοθεί στου σύγχρονους «χαρτογιακάδες
πνευματικοὺς» του ακολούθους, οι οποίοι επιμένουν εις τις κακοήθειές του,
της μακρόθεν «Ἐσπεράντζας».

Εμπροσθογεμές τυφέκιο με επίχρυσο διάκοσμο και
πλάκες ελεφαντόδοτου και σουλιώτικο γιαταγάνι με επίχρυση
ασημένια θήκη.
(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98,
1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης,
Ιστορικός, σελ. 80) |
Η θρησκευτική ελεημοσύνη είναι «κλοπὴ» & η πολιτική
ελεημοσύνη είναι «δωρεὰ»
Ως ήδη ελέχθη, ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
ζητά από τους αναγνώστες του να εκλάβουν υπόψη τους τις πολιτικές συμβουλές
του διαφωτιστή Αδαμάντιου Κοραή:
«Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος,
τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ.
127
Εκεί, μπρος εις τον «πολιτικὸν
πνευματικὸν του προπάτοραν» ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
θα παραμείνει «δοῦλος» σιωπηλός, σαν το άγαλμα της
«ἐλευθερίας». Ειδικότερα, ως ήδη έχει δηλωθεί στον
αναγνώστη, η φιλανθρωπία προς την εκκλησία θεωρείται «κλοπή θησαυρών» από
καλόγηρους, ιδίως με την «εκμετάλλευση» κάποιων γυναικών «θυμάτων»:
«...μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον,
νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.»,
σελ. 116
Αντίθετα, οι γυναίκες της Γαλλίας οι οποίες δίνουν
ελεημοσύνη στους πολιτικούς ταγούς και στα κόμματα του διαφωτισμού,
καθίστανται «ἐνάρετες»:
«Με θαυμασμό ο Κοραής μνημονεύει τις
ενάρετες κυρίες του Παρισιού που δώρισαν τα κοσμήματά τους στην Εθνοσυνέλευση,
ως συνεισφορά στο έργο της αναμόρφωσης του έθνους. [Αδαμάντιος Κοραής,
Αλληλογραφία 1774-1798, σσ. 118-119]», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 259)
Εκεί, οι «ληστείες», για να
γίνει χρήση των όρων του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος», των
διαφωτιστών εις βάρος των πρώτων ορίζονται ως λαμβανόμενες «δωρεές»· οι «πολιτικοὶ ταγοὶ»
που υπόσχονται «λαγοὺς μὲ πετραχίλια» στους «δούλους»
των μοναρχιών για ελευθερία, δεν ορίζονται ως «κλέφτες», τα κόμματά των
δεν είναι «λημέρια» κλεπτών, αλλά όλα βρίσκονται «ὑπὸ
τὴν ἄψογην λειτουργίαν τοῦ πολιτικοῦ φωτισμοῦ τοῦ ὁρθοῦ λόγου», της
πολιτικής «κομπίνας» και της «ἀρπαχτῆς» εδώ και πλέον 300
έτη:
Με αυτά τα «ἄθλια», του Β. Ουγκώ, διπλά και τριπλά ζύγια της «δικαίας
κριτικῆς» του διαφωτισμού μπορεί να γελά κι ο κάθε πικραμένος, ιδίως όταν βλέπει
λίγους υπηρέτες της γραβάτας και του λευκού κολάρου των ελληνικών
πανεπιστημίων και περισσότερους ελληνικών κομμάτων, να σέβονται «μετὰ μεγίστης εὐσεβείας»
αυτές τις ανοησίες «του δημοτικού σχολείου» τις οποίες εκφράζει ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» μέσα στο πολιτικά προπαγανδιστικό του φυλλάδιο, που θυμίζει τα πιο
σκοτεινά πολιτικά χρόνια της ανθρωπότητας και τους χειρότερους πολιτικούς που θα
μπορούσε ποτέ να γεννήσει μια κοινωνία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, το πόσο
σοβαρά θα μπορούσε κανείς στην αρχαία Αθήνα, που τόσο θαυμάζουν οι «φωστήρες»
του Διαφωτισμού, να λάβει υπόψιν του το πολιτικό γραπτό ενός αγνώστου συγγραφέα
που βρίθει υποκρισίας και ψεμάτων.
Τα πολιτικά κόμματα & οι «κλέπτες»
Είναι ανώφελο να παρατεθούν εδώ οι πακτωλοί χρημάτων,
και οι σκοποί αυτών (βλ. μίζες, λαδώματα, διαφθορά) που τριγυρίζουν στα
γραφεία των πολιτικών κομμάτων. Κάποιοι έχουν φτάσει να αποστέλλουν στο
κόμμα και τους ίδιους τους τους μισθούς, την ίδια ώρα που στις σελίδες τους
φιγουράρει η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία»· για τους
πολιτικούς αυτούς, η Εκκλησία «κλέβει» με τα «παγγάρια», λέγοντας
«ψέματα» για τον Παράδεισο· η δε πολιτική τους παράταξη που λαμβάνει ως «δωρεὰ»
τους μισθούς τους, υπόσχεται την «ἐπίγειαν ἀπολύτρωσιν»...
2500 χρόνια πτώχειας για ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού του ελληνισμού,
για την ανθρωπότητα ούτε λόγος, κι ο ελληνικός λαός δεν έβαλε μυαλό.
Εξακολουθεί να περιμένει «πολιτικοὺς Μεσσίας» που
θα τον οδηγήσουν εις την «γὴν τῆς ἐπαγγελίας» ενός
«ἐνδόξου» μνήματος κάποιου σκοτεινού, κατά τις
βραδινές ώρες, νεκροταφείου κι όπου το «μνημόσυνον»
θα τελείται με την ανάγνωση του «πολιτικοῦ εὐαγγελίου»
της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»..., αμ δε.
«Ο Κοραής ένιωθε πως όλα
αυτά μπορούσαν να καταπλήξουν τον καθένα, αλλά "δι’
ἕνα Ἕλληνα, ὅστις ἠξεύρει ὅτι πρὸ δύο χιλιάδων ἐτῶν οἱ πρόγονοί τους εἰς
τὰς Ἀθήνας εἶχε φθάσωσιν εἰς τὸν αὐτὸν (καἰ ἵσως ἀνώτερον) βαθμόν τῆς
σοφίας, μὲ τὴν ἔκπληξιν σμίγεται καὶ μελαγχολία· ὅταν ὅμως
προσεπιλογγισθῇ ὅτι τὰ τοσαῦτα καλὰ ὄχι μόνον ἀπέκτησαν τῆν σήμερον ἀπὸ
τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ΄ ἀντιεισήσχθησαν ἀντ’ αὐτῶν μύρια κακὰ, ὅτι ἐκεῖ ὅπου
ἐβασίλευαν οἱ σοφώτατοι νόμοι τοῦ Σόλωνος [...], δυναστεύει τὴν σήμερον
ἡ ἀμάθεια, ἡ κακία, ἡ βία, τὸ ζορμπαλίκι, ἡ αὐθάδεια καὶ ἡ ἀναισχυντία,
ὅτι ἀντὶ τῶν Μιλτιάδων καὶ Θεμιστοκλέων, τοὺς ὁποίους ἀκόμη θαυμάζει ἡ
Εὐρώπη, κυβερνώμεθα οἴμοι! ἀπὸ ποίους; Ἤ ἀπὸ χαμάληδες καὶ ντεβετζῆδες ἤ
ἀπὸ βαρβάρους καλογερίσκους, χειρότερους καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἔξωτερικοὺς
τυρράννους [...] Ὅταν [...] ὁ δυστυχὴς ἕλλην βλέπων ταῦτα, συλλογισθῇ
ἐκεῖνα, τότε [...] ἡ μελαγχολία μεταβάλλεται εὶς ἀγανάκτησιν καὶ
ἀπόγνωσιν." [Αδαμάντιος Κοραής,
Αλληλογραφία, τομ. Α, 1774-1798, επιμ. Κ.Θ. Δημαρά κ.α., Αθήνα 1964,
σσ.100-101]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 253)
Σήμερα (2011) που δεν «κυβερνώμεθα
[...] ἀπὸ χαμάληδες καὶ ντεβετζῆδες ἤ ἀπὸ βαρβάρους καλογερίσκους,
χειρότερους καὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἔξωτερικοὺς τυρράννους », η Ελλάς με
την «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν» της «χαίρει»
άκρας οικονομικής καταρρεύσεως· το σύγχρονο κράτος της Ελλάς βρέθηκε σε «πτώχευσιν»
αρκετές φορές· το δε «σκοταδιστικὸν καλογερικὸν Βυζάντιον»
με την «μισητὴν Μοναρχίαν - Τυραννίαν» για τους
διαφωτιστές, στα 1000 χρόνια της ζωής του δεν φαλίρισε ούτε μία φορά
(πρβλ. Καραγγιανόπουλος, Βυζαντινή Ιστορία):
«Ἄν μας ἔλεγε κανένας αὐτείνη τὴν
λευτεριὰ ὁποῦ θὰ γευόμαστε, θὰ περικαλούσαμε τὸν Θεὸν νὰ μᾶς ἀφήση εἰς τοὺς
Τούρκους ἄλλα τόσα χρόνια, ὅσο νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τί θὰ εἰπῆ πατρίδα,
τί θὰ εἰπῆ θρησκεία, τί θὰ εἰπῆ φιλοτιμία, ἀρετὴ καὶ τιμιότη. Αὐτὰ λείπουν
ἀπ᾿ ὅλους ἐμᾶς, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Τῆς πρόσοδες τῆς πατρίδας τῆς
κλέβομεν, ἀπὸ ὑποστατικὰ δὲν τῆς ἀφήσαμεν τίποτας, σὲ ῾πηρεσίαν νὰ μποῦμεν,
ἕνα βάνομεν εἰς τὸ ταμεῖον, δέκα κλέβομεν. Ἀγοράζομεν πρόσοδες, τῆς τρῶμεν
ὅλες. Χρωστοῦν εἰς τὸ Ταμεῖον δεκοχτῶ ῾κατομμύρια ὁ ἕνας κι᾿ ὁ ἄλλος· ὁ
Μιχαλάκης Γιατρὸς πεντακόσες χιλιάδες, ὁ Τζοῦχλος τρακόσες, ὁ Γιωργάκης
Νοταρᾶς τρακόσες πενήντα – ὅλο τέτοιγοι χρωστοῦνε αὐτά. Ὁ κεντρικὸς ταμίας ὁ
Φίτζιος – τρακόσες πενήντα του λείπουν ἀπὸ τὸ ταμείον· κι᾿ ἀκόμα δὲν
κυτάχτηκαν πόσα θὰ λείψουν ἀκόμα. Τὸ ἴδιο ντογάνες κι᾿ ἄλλα. Τέτοιοι
μπαίνουν εἰς τὰ πράματα καὶ τέτοιους συντρόφους βάνουν. Δύσκολο εἶναι ὁ
τίμιος ἄνθρωπος νὰ κάνη τὰ χρέη τοῦ πατριωτικῶς. Οἱ ἀγωνισταὶ οἱ
περισσότεροι καὶ οἱ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ δυστυχοῦν. Πολυτέλεια καὶ φαντασία –
γεμίσαμεν πλῆθος πιανοφόρτια καὶ κιθάρες. Οἱ δανεισταί μας ζητοῦν τὰ χρήματά
τους, λεπτὸ δὲν τοὺς δίνομεν ἀπὸ – κάνουν ἐπέβασιν εἰς τὰ πράματά μας. Καὶ
ποτὲς δὲν βρίσκομεν ἴσιον δρόμον. Πῶς θὰ σωθοῦμεν ἐμεῖς μ᾿ αὐτὰ καὶ νὰ
σκηματιστοῦμεν εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ κόσμου ὡς ἄνθρωποι; Ὁ Θεὸς ἂς κάμη τὸ
ἔλεός του νὰ μᾶς γλυτώση ἀπὸ τὸν μεγάλον γκρεμνὸν ὁποῦ τρέχομεν νὰ
τζακιστοῦμεν.», (Πηγή: Φωτιάδης Δ., Αλεξίου Έλλη,
Βλαχογιάννης Ι., «Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη», Βιβλίο Δ΄, Κεφ. 4, εκδ.
Μέρμηγκα, Αθήνα 1980, σελ. 544-545)
Η λύσσα της απελπισίας του διαφωτισμού
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» διαπίστωνε
στο βιβλίο του την σχέση μεταξύ Ορθόδοξου λαού και Εκκλησίας:
«Ὦ ἀδελφοί μου Ἕλληνες, ἴσως δὲν καταλαμβάνετε
πόσην δύναμιν ἔχουσι τὰ λόγια τῶν
καλογήρων καὶ τῶν πνευματικῶν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλουστάτων ἀκροατῶν.», σελ. 123
Ακόμη και οι συμβουλές του επισκόπου, «παραλογισμοὶ»
για τους απίστους διαφωτιστές, γίνονται δεκτοί «ὁμοφώνως»·
έτσι ζητούνται ενισχύσεις «διαφωτιστῶν» για να
διασπαστεί αυτή η παρουσιαζόμενη αγαστή ομοφωνία:
«Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ
οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν,
καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί
δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139
Κάτω από το βάρος της απελπισίας αυτής, ο διαφωτισμός
ενορχήστρωνε τα πιο σκοταδιστικά επιχειρήματα της πολεμικής του κατά των
μοναχών:
«Ὅποιος ἤθελε νὰ συνθέσῃ ἕνα κώδικα
εἰς τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἤθελε νὰ μὴν παραιτήσῃ κανένα ἁμάρτημα ἀνθρώπινον, ἂς
ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ἀνίσως ἤθελε ἐξετάσει τοὺς ἐκεῖ
κατοικοῦντας, ἤθελε κάμει τὸν ἐντελέστερον κώδικα ἀπ᾿ ὅσους μέχρι τῆς σήμερον
ἐφάνησαν.», σελ. 119
Σύμφωνα με τους «φωτισμένους»
του διαφωτιστικού μεσονυχτίου, στο «Ἅγιον Ὄρος»
συνέβαιναν όλα τα ανθρώπινα αμαρτήματα· την ίδια ώρα οι
πολιτικοί «ξυλόσοφοι» της Γαλλίας με τη ρήση «Ἐλευθερία ἤ θάνατος»
έστελναν δια μέσω των «ἀναμαρτήτων» θεωριών τους
στη λαιμητόμο, χιλιάδες ανυποψίαστους πολίτες, τραγουδώντας χαρμόσυνα
και χορεύοντας ως «ἀναίσχυντοι ἤ μανιακοὶ καρνα-(κανι)-βαλιστὲς» την
«γλυκιὰν» Καρμανιόλα· πολιτικές «ἱερὲς
ἐξετάσεις», υπό το όνομα «Ἐπιτροπὲς Κοινῆς Σωτηρίας»,
διαπίστωναν τον «Δημοκρατικὸν Φρονιματισμὸν» των
αδιαφώτιστων· σαν άξιοι μαθητές οι διαφωτισμένοι, δεν άκουγαν «κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν»,
αλλά ξεπερνώντας τους Ισπανούς αιρετικούς διδασκάλους τους, και τις
πολιτικές του Πάπα, «καθαγίαζον» τις πράξεις τους
με τα ηχηρά ονόματα «πρέσβεις τῆς ἀνθρωπότητας»
και «ρήτορες τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους»
εγκαθιστώντας τα χρόνια της γνωστής Τρομοκρατίας. Αυτή την κοινωνική και πολιτική
τρομοκρατία, η ιστορία έχει καταγράψει ως
αποτέλεσμα του Διαφωτισμού, κι όχι ως αποτέλεσμα του μοναχισμού του Αγίου
Όρους:
«...ο αιμοδιψής Marat , άλλοτε γιατρός
του πιο αντιδραστικού από τους αδελφούς του βασιλιά, του Κόμη του Αρτουά. Μέλος
της Συμβατικής Συνέλευσης, την οποία δυσφημούσε με την παρουσία του, δηλητηρίαζε
καθημερινά τα πνεύματα του λαού στο Παρίσι με τα εμπρηστικά δημοσιεύματα της
εφημερίδας του Ο φίλος του λαού (Ami du peuple). Κήρυσσε το φόνο ως μέσον
για την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας και υπολόγιζε ότι η εδραίωση της
ελευθερίας απαιτούσε την εκτέλεση τουλάχιστον εκατόν πενήντα χιλιάδων
ανθρώπων [Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, 1774-1798, σελ. 307]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-269)

Μέσο: Έλεγχος των κοινωνικών φρονημάτων ενός Γάλλου
από μέλη της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας. (Πηγή: Περιοδικό
Ιστορικά Θέματα, τεύχος 75, άρθρο «Σαιν Ζυστ, ο Θεωρητικός της Γαλλικής
Τρομοκρατίας (17992-94)», Ξένη Δ. Μπαλωτή, Ιστορικός Πανεπιστημίου Σορβόννης
(Paris IV), σελίδα 68)
Όπως ανάλογα ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
καυτηρίαζε ηθικά το «Ἄγιον Ὅρος»,
παραμένοντας εξαιρετικά σιωπηλός για τα αιματοβαμμένα «αἴσχη»
της πνευματικής του μήτρας, το αυτό έπραττε κι ο «Βολταὶρ»
του ελληνικού διαφωτισμού: «Στα δύο χρόνια της τρομοκρατίας ο Κοραής
παρέμεινε σιωπηλός»., (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 268-269)Είνια περιττό να ειπωθεί
ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΛΕΦΤΗ
ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821
Ο πατέρας του
Οδυσσέα Ανδρούτσου
Το κάτωθι ιστορικό παράδειγμα κλέφτη είναι
χρήσιμο
από πολλές απόψεις:
1 ) Ένα μοναστήρι είναι το ορμητήριο
ενός κλέφτη.
Αυτό πιστοποιεί τις κατά γενικές γραμμές
καλές σχέσεις κλεπτών και μοναχών καθώς και την πνευματική τους
σύνδεση. (πρβλ. απάτη «Καταδάφισον
όλα τα Μοναστήρια»)
2) Ένας πρόκριτος βοηθά ένα κλέφτη.
Είναι κάτι που επαναλαμβάνεται στην
ελληνική ιστορία, παρά τα στεγανά «πατριωτισμού» & «προδοσίας»
που θέτει η «Ἑλληνικὴ Νομαρχία» βάση
κοινωνικής τάξης: «θέλω νὰ ἐκβάλω
τοὺς ἄκανθας ἀπὸ τὰ ρόδα· ...οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι
προεστοί.», σελ. 144
3) Μανιάτες βρίσκονται στην «αναγκαστική» αρματολίτικη
υπηρεσία καταδίωξης ενός κλέπτη, του Ανδρίτσου κι άλλων
αντιστασιακών. Ο διαφωτισμός θα φανεί πολύ «αὐστηρός»
με τους κληρικούς και πολύ «χαλαρὸς» με
τους κλέπτες ή τους αρματολούς εις την ηθική του κριτική, μη
μπορώντας έτσι να αποκρύψει επιτυχώς τους κρύφιους στόχους των
πολιτικών του πεποιθήσεων. Λέγει ο «φωστὴρ
Ἀνώνυμος Ἕλλην»:
«ἀποφασίζω νὰ ἐλέγξω
αὐστηρῶς τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους»,
σελ. 99
Παρά τον όποιον εξαγγελλόμενο του
διαφωτισμού «πόλεμον κατὰ τῆς διαφθορὰς»
και της «ἀμαθείας», όχι μόνο αρματολοί
δεν ελέγχονται ηθικά, αλλά κι όποια «ἀμάθεια»
σε άλλα στρώματα του λαού γίνεται αντικείμενο αξιοπερίεργης
συγκαταβατικότητας, αρκεί αυτή να συμβάλει εις τον επιθυμητό
πολιτικό σκοπό:
α. «Ἴδατε
ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν μὲ
μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον
ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162
β. «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς,
χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον
ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς»,
σελ. 37
γ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς
[τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα
ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.»,
σελ. 157
Από την άλλη δε μεριά, επειδή η «ἀμάθεια»
των καλόγηρων δεν συνέβαλλε εις τους πολιτικούς στόχους του
Διαφωτισμού, ελέγχονταν «αὐστηρῶς».
4) Ο Καπετάν Ανδρίτσος ζητά τρισάγιο και
μνημόσυνο για τον επερχόμενο θάνατό του λέγοντας στην οικογένειά
του: «σᾶς ἐκαρτερῶ στον ἄλλο κόσμο».
Ας θυμηθεί ο αναγνώστης τις σκωπτικές εξαγγελίες του διαφωτισμού
για τους κληρικούς:
«Μετὰ τὸν
ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ
ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα.»,
σελ. 112
5) Ένας συναγωνιστής μέχρι το τέλος του Πατέρα
του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Καπετάν Ανδρίτσου, και φυλακισμένος μαζί
του είναι ο Ιερέας Ιωσήφ Γκινάκας
Η τελευταία λεπτομέρεια πράγματι δύναται να κάμει να «τρίξουν
τὰ κόκκαλα τοῦ θανόντος πλέον Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»,
εφόσον ένας Ιερέας αντιστασιακός και πρωτοπαλίκαρο, αντιμαχόμενος
από Μανιάτες αρματολούς επί χρήμασι των Τούρκων , πέφτει τελικά στα χέρια των
τελευταίων:
α. «Ὦ Ἕλληνες [...] Μὴν ἀλησμονήσητε πρὸς τούτοις, παρακαλῶ, τὸ
παντοτινὸν παράδειγμα τῶν θαυμαστῶν Μανιάτων.», σελ. 158
β. «Ἀλλὰ ποῦ νὰ διηγηθῶ, ὅσα ἡ μιαρά των ψυχὴ ἐφευρίσκει! Φθάνει λοιπὸν νὰ ἠξεύρετε,
ὅτι, ὅσα καὶ ἂν κάμνωσι, τὰ κάμνοσι διὰ
χρημάτων[...] Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις
τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων!», σελ.
113
γ. «ὁ νῦν ἑλληνικὸς κλῆρος, διὰ βάσιν
τοῦ συστήματός του καὶ διὰ γενικὸν ὄργανον τῆς διαγωγῆς του ἔχει μόνον καὶ μόνον
τὸν χρυσόν», σελ. 102 |
|
Αριστερά:
Ο καπετάν Ανδρίτσος σε εικόνα του Σ. Μπαράλντι (Π.Μπίκος:
Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς, Εκδόσεις Στρατίκη).
(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98,
1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης,
Ιστορικός, σελ. 74)
«Τα επόμενα χρόνια, ο
Ανδρίτσος [πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου] μετέφερε τα λημέρια
του στον Ελικώνα. Με ορμητήριο το ιστορικό μοναστήρι του Οσίου
Λουκά, οι κλέφτες επέδραμαν κατά των χωριών του κάμπου της
Λιβαδειάς και της Θήβας. Τον Απρίλιο του 1780, όμως, βρέθηκαν
για πρώτη φορά σε δεινή θέση. Πολυάριθμη οθωμανική δύναμη
κύκλωσε το μοναστήρι όπου αναπαυόταν ο ίδιος ο Ανδρίτσος και 72
κλέφτες του. Επί τέσσερα ολόκληρα μεσόνυκτα, οι κλέφτες
απέκρουαν ηρωικά τις αλλεπάλληλες επιθέσεις των Τούρκων. Την
τέταρτη νύχτα, εκείνοι μετέφεραν κανόνια από τη Λιβαδειά
σχεδιάζοντας την αυγή να προβούν σε κανονιοβολισμό του
μοναστηριού. Υπολογίζοντας ορθά ότι αυτό θα αποτελούσε το τέλος
τους, ο Ανδρίτσος αποφάσισε έξοδο απελπισίας. Σύροντας λοιπόν τα
σπαθιά τους, οι κλέφτες πραγματοποίησαν έξοδο.
Αποφασισμένοι και μαχόμενοι
με τη δύναμη της απόγνωσης, διέσπασαν τον θανάσιμο κλοιό. Όταν
έφτασαν σε απόσταση ασφαλείας από τους διώκτες τους, διαπίστωσαν
πως είχαν αφήσει πίσω τους μόνο πέντε νεκρούς συντρόφους τους,
γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες αποτελούσε άθλο.
Το 1784 ο Ανδρίτσος
εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη αλλά και τολμηρότερη έως τότε επίθεσή
του. Ο σχεδιασμός της παραπέμπει σε σημερινές επιχειρήσεις
καταδρομικού τύπου. Λίγες δεκάδες κλέφτες, με επικεφαλής τον
ίδιο τον καπετάνιο τους, διείσδυσαν ένα βράδυ στην ίδια τη
Λιβαδειά. Κινούμενοι μέσα από τα πιο στενά σοκάκια και
καλυπτόμενοι από το σκοτάδι, έθεσαν πυρ σε πολλά διαφορετικά
σημεία. Τα ξύλινα σπίτια του τουρκομαχαλά της πόλης, παραδόθηκαν
στη φωτιά. Οι αλλόφρονες Μουσουλμάνοι έβγαιναν από τα φλεγόμενα
σπίτια τους αλλά οι κλέφτες είχαν στήσει ενέδρες και τους
πυροβολούσαν. Η Λειβαδιά έζησε μια νύκτα τρόμου. Εκατοντάδες
Οθωμανοί, στρατιώτες και άμαχοι, φονεύθηκαν.
[...] Η επιτυχημένη επίθεση
στη Λειβαδιά, πρέπει να κατατρόμαξε τους Τούρκους. Ένα έγγραφο
του πασά της Άρτας, με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1787, αναφέρει
ότι "ο κλέφτης και ζορμπάς Ανδρούτσος, εχάλασε μέρος της
Λειβαδιάς και τώρα, λαβωμένος, ευρίσκεται εις Πρέβεζαν όπου
φυλάττεται." Ο πανικός των Τούρκων και η σπουδή τους να
εξοντώσουν τον Ανδρίτσο αποκαλύπτεται πιο κάτω, στο ίδιο γράμμα,
όπου ο πασάς της Άρτας επισημαίνει πως ο
Ανδρίτσος "δεν ησυχάζει, παρά ανταμώνει με παρομοίους κακοποιούς
και μελετούν την ερχόμενη άνοιξη να έβγουν πάλι ζορμπάδες να
χαλάσουν τον τόπο του βασιλέως μας".»,
(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98, 1972 Η Οδύσσεια του
Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης, Ιστορικός, σσ. 74-76)
Δεξιά: Το Πάσχα του 1780, στην ιστορική
μονή του Οσίου Λουκά, ο Ανδρίτσος και οι άνδρες του έδωσαν επική
μάχη κατά χιλιάδων Τουρκαλβανών που τους περικύκλωσαν. Ο πίνακας
του Σ. Μπαράλντι απεικονίζει την έφοδο των Τουρκαλβανών (Π.
Μπίκος:Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς, Εκδόσεις Στρατίκη),
(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98,
1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης,
Ιστορικός, σελ. 75)
Ο Ανδρίτσος τραυματίστηκε και δέχθηκε
περίθαλψη στη Βενετοκρατούμενη Πρέβεζα από τον πρόκριτο Δημήτριο Τσαρλαμπά, του οποίου νυμφεύτηκε την μοναχοκόρη Ακριβή το Μάρτιο
του 1876. Η δράση του συνεχίσθηκε:
«Υπήκοος ονόματι
Ανδρούτσος, όστις έγινε κλέφτης, μεταβείς εις Πρέβεζαν ενυμφεύθη
την κόρην κάποιου Τσαρλαμπά, ονόματι Ακριβή. Από τότε έως τώρα,
όποτε θέλει και ιδίως το θέρος, έρχεται με καΐκια και
αποβιβάζεται εις τα μέρη μας και λυμαίνεται και καταστρέφει τα
χωριά των Οθωμανών. Τα κακουργήματα του απαισίου τούτου έγιναν
γνωστά και εδημοσιεύθη σουλτανικό φιρμάνι για την σύλληψίν του.
Εξαιτίας των αιμοβόρων πράξεών του, που αυτός κάμνει κατά των
υπηκόων του Μεγάλου Αυθέντου... είναι δίκαιον να τιμωρηθεί δια
θανάτου ένας τέτοιος άνθρωπος.», γράφει στα «Ανέκδοτα
ιστορικά στοιχεία περί Αλή Πασά Τεπελενλή» ο Κωνσταντίνος
Μέρζτιος παραδίδοντας επιστολή του Αλή Πασά του Αυγούστου 1789.
Ο Ανδρίτσος κι ο Κατσώνης συναντήθηκαν στο
Πόρτο Κάγιο της Μάνης το 1792, όπου το είχε για βάση του ο
πρώτος ελπίζοντας στην στρατολόγηση μανιατών. Επειδή όμως το
αυτό έτος η Αγία Πετρούπολη και η Υψηλή Πύλη ειρηνεύθηκαν, ο
Ανδρίτσος και ο Κατσώνης δέχθηκαν επίθεση από «ισχυρή
μοίρα του οθωμανικού σόλου από 18 καράβια, με επικεφαλής τον
ίδιο τον Καπουδάν Πασά [ναύαρχο] ... με τη σύμπραξη και δύο
γαλλικών φρεγατών (οι σχέσεις Υψηλής Πύλης και Γαλλίας
διέρχονταν περίοδο θερμού ειδυλλίου)»,
(Πηγή: ό,π. σελ. 81)
Η
άμυνα στο Πόρτο Καγιά ήταν πολύ επιτυχημένη αρχικά [2000 Τούρκοι
νεκροί έναντι 200 Ελλήνων]. Στη συνέχεια οι «Τούρκοι
ανάγκασαν τον μπέη της Μάνης Τζανέτο Γρηγοράκη να συναθροίσει
όσους Μανιάτες ήσαν σε ηλικία να πολεμήσουν. Στη
συνέχεια, θα κατευθυνόταν δια ξηράς κατά του Ανδρίτσου.
Ο Γρηγοράκης, υπακούοντας
αναγκαστικά, συγκέντρωσε 7000 ενόπλους,
φρόντισε όμως να ειδοποιήσει (*) τους έγκλειστους στο Πόρτο
Κάγιο, οι οποίοι αποφάσισαν να αποχωρήσουν»,
(Πηγή: ό,π. σελ.82)
Αριστερά: Η περιπετειώδης καταδίωξη του
Καπετάν Ανδρίτσου από τη Μάνη μέχρι τα παράλια της Ρούμελης,
(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98,
1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης,
Ιστορικός, σελ. 83)
Έτσι ξεκίνησε η οπισθοχώρηση από το Πόρτο
Κάγιο στο Αίγιο, στην άλλη, βόρεια, άκρη της Πελοποννήσου. Οι
πρόξενοι των Δυτικών δυνάμεων της εποχής χαρακτήρισαν την πορεία
«ξενοφώντειο». Χάθηκαν 97 πολεμιστές του.
Ο Ανδρίτσος αποφάσισε να περάσει στη
Δαλματία που ήταν Βενετοκρατούμενη μαζί με τους συντρόφους του.
Εκεί συνελήφθη στο λοιμοκαθαρτήριο [Λαζαρέτο] στις 20
Σεπτεμβρίου 1792 και μεταφέρθηκαν στο τέλος του ίδιου έτους στις
φυλακές της Ζάρας. Τους διεκδικούσαν Ρώσοι και Τούρκοι. Οι
έμποροι Βενετοί τελικά ενέδωσαν στις σκληρές πιέσεις της Υψηλής
Πύλης στις 24 Αυγούστου 1793. Νωρίτερα έγραφε ο Ανδρίτσος στη
γυναίκα του, σε επιστολή που διέσωσε ο Βλαχογιάνννης:
«"Ἀκριβῆ,
σοῦ φανερώνω τὴν ἀνελπίστη δυστυχία μου, ὅτι (οἱ Βενετοὶ)
ἀποφάσισαν να μας ἐπαραδώσουν τῶν Τούρκων, ὅπου αὐτὸ δεν τὸ
ἔλπιζα. Ἂν ἴσως καὶ μάθεις που μας ἐθανάτωσαν, σὲ παρακαλῶ, στο
ψωμὶ ὅπου ἐφάγαμεν, να μοῦ κανεὶς τὰ καλὰ τῆς ψυχῆς μου".
Σε άλλη επιστολή του προς
τη μητέρα του και τους αδελφούς του Γιάννη, Αλέξανδρο και
Βαγγέλη, τους παρακαλεί να του κάνουν τρισάγιο και μνημόσυνο,
καθώς και να φροντίσουν τα παιδιά του, τα ανίψια του και την
οικογένειά του. Κλείνει μάλιστα την τραγική επιστολή με τη φράση
"σᾶς ἐκαρτερῶ στον ἄλλο κόσμο".
[...] Ένα στρατιωτικό απόσπασμα του τακτικού Οθωμανικού Στρατού,
παρέλαβε τον Ανδρίτσο και δύο από τους συναγωνιστές του, τον
Ιερέα Ιωσήφ Γκινάκα και το φίλο του Πάνο Τζήρα. Μετά πορεία
τριών μηνών, οι τρεις κρατούμενοι διέσχισ αν
με τους φρουρούς τους τη Βαλκανική και κατέληξαν στην
Κωνσταντινούπολη. Με εντολή του Σουλτάνου κλείσθηκαν στα κάτεργα
του ναυστάθμου του οθωμανικού στούλου, όπου οι συνθήκες
διαβίωσης ήταν τραγικές. Θεωρείτο βέβαιο ότι βασανίσθηκαν, ενώ
εκδόθηκε φιρμάνι να εκτελεστούν και οι τρεις. Η εκτέλεσή του
όμως αναβλήθηκε επ’ αόριστον, ύστερα από ρωσική
διπλωματική διακοίνωση. Φαίνεται πως οι συνεχείς πιέσεις των
Ρώσων, πιθανότατα μετά από παραινέσεις του Κατσώνη, έφεραν
κάποιο αποτέλεσμα, καθώς το καλοκαίρι του 1795 οι Τούρκοι
απελευθέρωσαν τον Πάνο Τζήρα και τον παπα-Γκινάκα. Αρνήθηκαν
όμως κατηγορηματικά να συζητήσουν ένα παρόμοιο ενδεχόμενο για
τον ίδιο τον Ανδρίτσο.
Ακολούθησε μια μακριά
στασιμότητα, με τον νέο γενναίο καπετάνιο να βασανίζεται και να
εξαντλείται στα ανήλιαγα μπουντρούμια του ναυστάθμου. Είχε πλέον
κλείσει πέντε χρόνια φυλακισμένος, όταν ο σουλτάνος έδωσε τη
συγκατάθεσή του να τον εκτελέσουν. Υπό αδιευκρίνιστες
συνθήκες, το νήμα της ζωής του καπετάν Ανδρίτσου κόπηκε τα
Χριστούγεννα του 1797. Σύμφωνα με μια εκδοχή, τον στραγγάλισαν
και το πτώμα του το έριξαν στα παγωμένα νερά του Βοσπόρου.
Αντίθετα, ο Φωριέλ υποστήριξε πως απεβίωσε από ευλογιά ή κάποιο
μεταδοτικό νόσημα. Ο Αναστάσιος Γούδας αναπαρήγαγε την τουρκική
εκδοχή, ότι προσπάθησε να δραπετεύσει και τον τιμώρησαν
αποκεφαλίζοντάς τον. Οι περισσότεροι ερευνητές υποστήριξαν ότι
οι Τούρκοι τον στραγγάλισαν και εξαφάνισαν το πτώμα του πετώντας
το στο Βόσπορο», (Πηγή: ό,π. σσ.
85-86)
Δεξιά: Ο αποχαιρετισμός του Ανδρίτσου και
του Λάμπρου Κατσώνη στη Μάνη. Αυτή ήταν η τελευταία τους
συνάντηση (πίνακας του Σ. Μπαράλντι στο έργο του π. Μπίκου:
Ανδρούτσος, ο θρύλος της Γραβιάς, Εκδόσεις Στρατίκη),
(Πηγή: Περιοδικό Ιστορικά θέματα, τεύχος 98,
1972 Η Οδύσσεια του Καπετάν Ανδρίτσου, Σταύρος Καρκαλέτσης,
Ιστορικός, σελ. 78) *
Ο μπέης της Μάνης Τζανέτος Γρηγοράκης ειδοποίησε τον Ανδρίτσο
για να αποφύγει τα χειρότερα, δηλαδή την ολική απώλεια. Αυτό
πάντα αποτελεί σημάδι υποβόσκοντα πατριωτισμού. Εντούτοις είναι
επίσης και πρόδηλο της ασφυκτικής τεράστιας φυσικής
πίεσης που μπορούσαν να ασκούν οι Οθωμανοί σε ρωμιούς
πολεμιστές, την οποία σύγχρονοι «ἀναλυτὲς»
κατά των επισκόπων ή του Πατριαρχείου δεν λαμβάνουν υπ’
όψιν, δεχόμενοι αυτούς ως «προδότας». Εντούτοις, η σύμπραξη Μανιατών και Τούρκων οδήγησε σε
εγκατάλειψη μιας σημαντικής βάσης , του Πόρτο Κάγιο, στο χαμό 97
πολεμιστών, οι οποίοι σαφώς δεν πέθαναν από «γρίπη»
αλλά από βλήματα αρματολών και Τούρκων και τελικά στη διάλυση
των αντιστασιακών και στη σύλληψή τους. |
Επίλογος
Στην εκκίνηση του «πονηματίου»
του, ο συγγραφεύς της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» θα θέσει μια σειρά από φιλοσοφίες εις αντάμωση του δικού
του αναγνώστη. Ανάμεσα σ’ αυτές, παρουσιάζεται ότι ο πλούτος είναι
αποτέλεσμα της τύχης· ως τύχη δε εννοείται εκείνο που δεν μπορεί να
υπολογισθεί:
α. «Τρεῖς εἶναι λοιπὸν αἱ αἰτίαι τῆς ἀνομοιότητος τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφοί μου,
[...] Ἡ τρίτη, τέλος πάντων, εἶναι ἡ τύχη, καὶ οὕτως ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον.»,
σελ. 18.
β. «Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, ὁποὺ
κατὰ τύχην ἐκληρονόμησαν ἀρκετὰ
χρήματα...», σελ. 144
γ. «ὁ πτωχὸς δέ, βλέποντας τὴν ἀδιαφορίαν τῶν λοιπῶν εἰς
τὰ τυχηρὰ ἀποκτήματα, δὲν τὸν λυπεῖ ἡ ὑστέρησίς των» σελ. 19
δ. «Ἰδοὺ λοιπόν, ὁποὺ ἡ τύχη,
ἤγουν μερικὰ ἀναγκαῖα συμβεβηκότα, ὁποὺ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν
δύναται νὰ προϊδῇ», σελ. 39
Παρότι δε η φιλοσοφία του διδάσκει πως «εἶναι ἡ τύχη»
που «ὁ πτωχὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν πλούσιον»,
εντούτοις θα παρατήσει τη φιλοσοφία αυτή, δυνάμενος «νὰ προϊδῇ»
όλους εκείνους τους μη τυχαίους
τρόπους με τους οποίους οι κληρικοί «πλουτίζουσι»:
α. «Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι
ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ
ἰδιώτας. Ἀνεκδιήγητα εἶναι τὰ ἀνομήματά των καὶ ἡ σκληρότης των διαπερνᾶ κατὰ πολλὰ
ἐκείνην τῆς ἰδίας παρδάλεως. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς
τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ
ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν
ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ
νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι». σσ. 114-115
β. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ἀκόνισεν
τόσον τὰ ἀρχιερατικὰ σπαθία, ὁποὺ
κανεὶς δὲν τοὺς ἀντιστέκεται. Μ᾿ ἓν κατεβατὸν μὲ κατάρας, ὁποὺ ἡ
πλέον διαβολικὴ διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δὲν ἤθελεν ἠμπορέσει νὰ ἐφεύρῃ,
τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσιν
ἀφορισμόν, ἐκδύουσι καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς.»,
σελ. 112
γ. «Μετὰ τὸν
ἀφορισμόν, ὁποὺ εἶναι τὸ πρῶτον τους ἄρμα, ἕπονται οἱ
ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα.»,
σελ. 112
δ. «Αὐτοὶ οἱ ἀναιδέστατοι ἄνδρες, εὐθὺς ὁποὺ ἔλθουν εἰς
τὴν ἀρχιεπισκοπήν των, ὑποχρεώνουν ὅλους τοὺς πολίτας, νὰ τοὺς δεχθῶσιν εἰς τὰ ὀσπίτιά
των, διὰ νὰ τοὺς ψάλωσι τὸν ἁγιασμόν, καὶ οὕτως λαμβάνουσι τὴν πληρωμὴν ἀπὸ πενήντα
ἕως δέκα γρόσια τὸ ὀλιγότερον. Τὰ δὲ μνημόσυνα συνίστανται εἰς τὸ νὰ λειτουργοῦν
διὰ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ ὁποίου ξεθάπτουν τὰ ὀστᾶ καὶ τὰ εὐλογοῦν.»,
σελ. 113
Αν ο ελληνικός λαός, μπορούσε να σβήσει από τη μνήμη
του τις όποιες επιμέρους βαριές «ἡθικὲς» ατασθαλίες
κλεφτών ή αρματολών (λεηλασίες, φόνοι, ένοπλη καταστολή επανάστασης) τότε οι
επιμέρους πραγματικές, κι όχι κατασκευασμένες, ελάχιστες «ἡθικὲς»
ατασθαλίες κληρικών ή μοναχών, όλοι άνθρωποι είναι, μπορούσαν ευκολότερα να
παραμερισθούν μπρος εις την γενικευμένη «καλὴν διαγωγὴν»
τους:
«Την αντίδραση του Γένους εναντίον της
Οθωμανικής κυριαρχίας και τη θέληση του να μη συμβιβαστεί με τη νέα
κατάσταση, ενσάρκωνε στην πράξη το κίνημα των Κλεφτών. Οι Κλέφτες ήταν
αντάρτες των βουνών, που φεύγοντας την καταπίεση των Τούρκων ή των Ελλήνων
κυρίων τους, σχημάτιζαν στα βουνά οπλισμένες ομάδες, που ζούσαν με τη
λεηλασία σε βάρος των Τούρκων και συχνά των πλουσίων Ελλήνων γαιοκτημόνων.
Έδειχναν όμως παραδειγματικό σεβασμό στην κλήρο και προστάτευαν τους
φτωχότερους αγρότες. Ζούσαν συνεχώς "μὲ τ’
ἄρματα στὸ χέρι". Ο πόλεμος ήταν γι’
αυτούς τρόπος ζωής και η λεηλασία βιοπορισμός. Δεν έπεφταν όμως καθόλου στη
λαϊκή συνείδηση. Τόσο ο λαός, όσο και κληρικοί και μοναχοί, θεωρούσαν
υποχρέωσή τους να τους βοηθούν και να συνεργάζονται μαζί τους. Οι Κλέφτες,
με την ένοπλη αντίστασή τους, συντηρούσαν, ένα πνεύμα ακριβώς στους
αντίποδες του ραγιαδισμού. Ήταν το πνεύμα, που κρατούσε μόνιμα αναμμένη την
επαναστατική φλόγα.», (Πηγή: Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, π. Γεώργιος Δ.
Μεταλληνός, Εκδόσεις Ακρίτας, Ε΄ Έκδοση, Αθήνα 2002, σσ. 97-98)
Πρβλ. απάτη «Ηθική & Ηθική»
Πρβλ. ενότητα «Το
μεγαλύτερο ατόπημα του "Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος"»
Σημειώσεις
1. Πρβλ. Cyril Mango, "Byzantinism and Romantic Hellenism",
Byzantium ad its Image, Λονδίνον:Variorum 1984, μελέτη Ι, ιδίως σσ.32-36 &
XVI, σσ. 59-93 & Ν.Γ. Πολίτης, "Δημώδεις δοξασίαι περὶ
ἀποκαταστάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους", Λαογραφικά Σύμμικτα,
Αθήνα 1920, τομ. Α, σσ. 14-27, Νίκου Βέη, "περί του ιστορημένου χρησμολογίου
της Κρατικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου και του θρύλου του ’μαρμαρωμένου
βασιλιά’, Byzantinisch- Neugriechische Jahrbücher, 13(1936-1937),σσ.
203-244, B. Knös, "Les Oracles de Léon le Sage", Αφιέρωμα στη μνήμη
Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Αθήνα 1960, σσ. 155-188, Asterios Argyriou, Les éxégèses grecques de l’ Apocalypse à l’ époque turque (1453-1821).
Esquisse d’ une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec
asservi, Θεσσαλονίκη 1982 "]
2. Πρβλ. Eric J. Hobawm, Social Bandits and Primitive
Rebels, Glencoe, III. 1959, σσ. 57-65, 105-107 & ιδίου Bandits,
Λονδίνο 1969, σ. 23, Noman Cohn, The Pursuit of the Millenium,
Λονδίνο 1957, σσ. 21-32, 307-314
3. Πρβλ. Fernard Brautel, The Mediterranean and the
Mediterranean World in the Age of Phillip II, Νέα Υόρκη 1972, σσ.
769-770, E.Eickoff, Venedig, Wien und die Osmanen (1645-1700), Μόναχο
1970, A. Bernardy, Venezia e il Turco nella seconda metà del secolo XVII,
Φλωρεντία 1902, και του ιδίου L’ ultima guerra turco-veneziana
(1714-1718), Φλωρεντία 1902, P. Preto, Venezia e i Turchi,
Φλωρεντία 1975
4. Κουρίλας, Θρακικά, 5 (1934), σσ. 156-158 & Ν.Γ. Πολίτης,
«Αγαθάγγελος», Εστία, 27 (Ιανουάριος -Ιούνιος 1889), σσ. 38-40
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Από τον Γιαγκούλα και τον Νταβέλη στον Παλαιοκώστα
Οι εγκληματίες περίμεναν το θύμα τους σε κλεισούρα ή σύρτες,
ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας θεωρούσαν τον όμηρο ιερό και του
εξασφάλιζαν περιποίηση
Το δημοφ
ιλές
τσάμικο «Παπαλάμπραινα» βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που
διαδραματίστηκαν το 1860 στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας.
Εφημέριος του χωριού ήταν ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας. Ένας
συγχωριανός του έφερε κρυφά από τη γειτονική Αρκαδία σαράντα ληστές για να
του πάρουν ό,τι πολύτιμο μπορούσε να είχε στο σπίτι, αλλά και να του
απαγάγουν την κόρη του, την Παναγιώτα.
Οι ληστές κρύφτηκαν στο δάσος, που βρίσκεται ανατολικά του
χωριού. Δύο απ αυτούς προχώρησαν προς το σπίτι του ιερέα. Προσποιήθηκαν ότι
ήθελαν να αγοράσουν το βόδι, που πουλούσε ο παπάς. Πέρασε η ώρα και νύχτωσε.
Ο παπα-Λάμπρος προθυμοποιήθηκε να τους φιλοξενήσει.
Όταν όλοι κοιμήθηκαν, ένας από τους μουσαφίρηδες βγήκε αθόρυβα
έξω και έτρεξε να ειδοποιήσει τους κρυμμένους στο δάσος. Δεν άργησε το σπίτι
να γεμίσει ληστές, που έψαχναν για λεφτά και χρυσαφικά.
Κάποια στιγμή η Παναγιώτα κατάφερε να ξεφύγει από την επιτήρηση
των ληστών και χρησιμοποιώντας τη σκάλα βγήκε στο κατώγι. Με ουρλιαχτά
άρχισε να καλεί σε βοήθεια τα εξαδέλφια της Γιώργη και Κώστα Ζέρβα.
Ολόκληρο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Οι άντρες αρπάξανε τους
γκράδες τους κι άρχισαν να πυροβολούν προς πάσα κατεύθυνση. Οι ληστές
πανικόβλητοι έφυγαν τρέχοντας από το σπίτι. Ένας δικός τους τραυματίστηκε
θανάσιμα και τον έθαψαν στη θέση Χίλια Χωριά.
Αυτή, λοιπόν, η Παναγιώτα ήταν «η λυγερή» του δημοτικού
τραγουδιού, που «φώναξε και τους κλέφτες τους ετρόμαξε».
Η δράση
Σε καιρούς σαν τους δικούς μας, που οι ληστείες γίνονται
καθημερινό φαινόμενο και που οι απαγωγές για την είσπραξη λύτρων ξανάκαναν
την εμφάνισή τους, θα είχε ίσως ενδιαφέρον να ρίξει κανείς μια ματιά στις
δεκαετίες μετά την Επανάσταση του 1821 και την ανακήρυξη του ανεξάρτητου
ελληνικού κράτους.
Οι «βασιλείς των ορέων», όπως αποκάλεσε ο Αμπού Εντμόντ τους
λήσταρχους, κυριάρχησαν στην ελληνική ύπαιθρο περισσότερο από έναν αιώνα. Μόλις στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης εξαφανίστηκε η ληστοκρατία.
Οι ληστές στο μεγαλύτερό τους μέρος κολυμπούσαν στο έγκλημα.
Ο ερευνητής Δημήτρης Χαλατσάς σπεύδει να διευκρινίσει:
«Όταν λέμε έγκλημα δεν εννοούμε μόνο τη ζωοκλοπή ή τη λιποταξία
ή την απαγωγή ή ακόμα την καθαυτό ληστεία με λύτρα, αλλά κυρίως την ανθρωποκτονία, τον φόνο. Οι βασικοί εκπρόσωποι της ληστοκρατίας στα
χρόνια εκείνα, έξω από τα άλλα, βαρύνονταν κυρίως με ανθρωποκτονίες, που τις
περισσότερες φορές δεν είναι απλώς φονικά, αλλά αποτρόπαια και ειδεχθή,
στυγερά κακουργήματα, που φτάνουν έως τη θηριωδία».
Οι ληστές στήνουν το καρτέρι τους σε κλειστό τόπο (κλεισούρα) ή
σε μονοπεράσματα (σύρτες). Τρεις, τέσσερις ή και περισσότεροι κάνουν την
επιχείρηση. Ο αρχηγός με τους υπόλοιπους λουφάζουν κάπου κοντά με στημένα
καραούλια.
Όταν εμφανιστεί το θύμα βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπο με τα
προτεταμένα όπλα και τις φωνές των κλεφτών: «Ψηλά τα χέρια! Μην κουνηθεί
κανένας! Στον τόπο!». Οποίος τολμήσει και αντισταθεί χάνει τη ζωή του
επιτόπου.
Η τακτική
Η ομάδα κρούσης αφαιρεί από τον συλληφθέντα τιμαλφή, ρολόγια
και χρήματα. Αυτά τα κρατά για λογαριασμό της. Δεν έχει μερίδιο ούτε ο
αρχισυμμορίτης ούτε οι άλλοι σύντροφοί του. Ο αιχμάλωτος οδηγείται στον
αρχιληστή, που ορίζει το ποσό των λύτρων για την εξαγορά, ποιοι θα το
φέρουν, πώς και πού.
Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας οι όμηροι θεωρούνται ιερό
πράγμα και τυγχάνουν περιποίησης από τη συμμορία. Σε περίπτωση μετακίνησης
συχνά του δένουν τα μάτια για να μην ξέρει πού βρίσκεται και πού πάει. Η
προσκόμιση της εξαγοράς γίνεται από δαιδαλώδη δρόμο για ασφάλεια.
Οι ληστές ορίζουν όποιος θα φέρει την εξαγορά να ακολουθήσει
για ώρα μια συγκεκριμένη διαδρομή πολλών χιλιομέτρων και δύσβατη. Σε κάποιο
άγνωστο σημείο θα βγουν και θα πάρουν τα λύτρα. Αλλοτε πάλι διατάσσουν τους
συγγενείς να αφήσουν τα χρήματα σε κάποιο δύσβατο σημείο και να
εξαφανιστούν.
Με την είσπραξη των λύτρων ο όμηρος αφήνεται ελεύθερος. Σε αυτό
το θέμα ο λόγος τους είναι συμβόλαιο. Αν δεν αποδοθεί η εξαγορά ή αν
ειδοποιηθεί η Χωροφυλακή και εμφανιστεί καταδιωκτικό απόσπασμα, ο
κρατούμενος κατακρεουργείται.
Το τέλος της συμμορίας του
Ο
Γιαγκούλας αποκεφαλίζεται για την αρπαγή εξαδέλφων
Η απαγωγή δύο νεαρών εξαδέλφων σήμανε το τέλος για τη συμμορία
του Φώτη Γιαγκούλα, του ληστή που έδρασε τα χρόνια του Μεσοπολέμου.
Ήταν ο μικρός Μήτσος Ράπτης και ο μεγαλύτερος Νίκος, φοιτητής
της Ιατρικής, που οι ληστές είχαν αιχμαλωτίσει. Τους οδήγησαν στο λημέρι
τους στον Ολυμπο, δεκατέσσερις ώρες δρόμο με τα πόδια από την Κατερίνη και
οκτώ από τη Βροντού, στη θέση Κόκκαλα, πάνω από τη Κλεφτόβρυση.
Ο Γιαγκούλας είχε συντροφιά άλλους τρεις ληστές: τους αδελφούς
Πάντο και Λεωνίδα Μπαμπάνη, και τον εξάδελφό τους, Κώστα Τσαμήτα. Στις 20
Σεπτεμβρίου 1925, ημέρα Κυριακή, τους εντόπισε ένα απόσπασμα, αποτελούμενο
από είκοσι τέσσερις χωροφύλακες και πέντε καλά εκπαιδευμένους αγροφύλακες,
που τους συνόδευε ως οδηγός ένας κτηνοτρόφος.
Οι ληστές ζητούσαν για την απελευθέρωση 3.000.000 δραχμές, ποσό
αστρονομικό για την εποχή.
Οι άνδρες του αποσπάσματος περικύκλωσαν τα μέλη της συμμορίας,
που έτρεξαν να ταμπουρωθούν στο βάθος μιας γειτονικής ρεματιάς, που σε λίγο
μεταβλήθηκε σε κόλαση φωτιάς.
Μέσα στον ορυμαγδό της μάχης, τα δύο εξαδέλφια προσπαθούν να
λουφάξουν πίσω από βράχια και να μείνουν αλώβητα από τις σφαίρες. Ο
Γιαγκούλας δεν θα αργήσει να πέσει νεκρός από τις σφαίρες των χωροφυλάκων.
Είχε προηγηθεί ο Τσαμήτας. Μία ώρα αργότερα θα ακολουθήσει ο Πάντος
Μπαμπάνης.
Ο τελευταίος επιζών, Λεωνίδας Μπαμπάνης, δολοφονεί εν ψυχρώ τον
Μήτσο Ράπτη, ένα παλικαράκι 12 χρόνων. Ο άλλος όμηρος, σε μια απελπισμένη
προσπάθεια για τη σωτηρία του, ορμά πάνω στον σφαγέα και καταφέρνει να τον
αφοπλίσει Τα κεφάλια και των αδελφών Μπαμπάνη θα εκτεθούν σε δημόσια θέα
στην Κατερίνη.
Η δράση τους
Οι μετρ των απαγωγών «Ρετζαίοι»
Βασιλείς της Ηπείρου αποκλήθηκαν οι φοβεροί λήσταρχοι, αδελφοί
Γιάννης και Θύμιος Ρέτζος. Έμειναν γνωστοί ως Ρετζαίοι. Έτσι έγραφε και η
σφραγίδα που χρησιμοποιούσαν.
Ληστές έγιναν το 1917, όταν υπηρετούσαν τη στρατιωτική θητεία
τους. Πληροφορήθηκαν τη δολοφονία του πατέρα τους από τρεις ζωοκλέφτες.
Λιποτάχτησαν από τον στρατό και ανέβηκαν στο Ανώγι της Πρέβεζας, απ όπου
ήταν η καταγωγή τους, Εντόπισαν και σκότωσαν τους φονιάδες, παίρνοντας
εκδίκηση.
Έως το 1930, που συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στην Αθήνα,
καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν, η δράση τους είχε σημαδευτεί από
47 δολοφονίες και αναρίθμητες κλοπές, ληστείες, απαγωγές για την απόδοση
λύτρων.
Από τις σημαντικότερες ενέργειές τους ήταν οι απαγωγές του
εμπόρου Φουρναρόπουλου (το 1920) και του υιού Παπαγιαννόπουλου (το 1923) από
τις οποίες αποκόμισαν ως λύτρα μεγάλα ποσά.
Τον Νοέμβριο του 1923 αιχμαλώτισαν τον Ελιά Μαραμένου, γιο
Ισραηλίτη εμπόρου στα Γιάννενα. Ζήτησαν και έλαβαν το ιλιγγιώδες ποσό των
3.000.000 δραχμών. Το παρέλαβαν οι ίδιοι, που μπήκαν ανενόχλητοι στην πόλη
των Ιωαννίνων. Μάλιστα κάλεσαν και φωτογράφο και πόζαραν εν μέσω της
οικογενείας του θύματος.
Η αμνηστία
Στις 14 Νοεμβρίου 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος εξέδωσε
διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο αμνηστεύονταν όσοι ληστές αιχμαλώτιζαν ή
σκότωναν άλλον επικηρυγμένο ληστή. Οι Ρετζαίοι εκμεταλλεύτηκαν την περίσταση
σκοτώνοντας τους συντρόφους τους Σιντόρη και Κοντογιώργο.
Συμπεριλήφθηκαν στα ευεργετικά μέτρα και εγκαταστάθηκαν στα
Γιάννενα. Επικηρύχτηκαν με το ποσό των 2.000.000 δραχμών ύστερα από τη
φονική ληστεία της χρηματαποστολής της Εθνικής Τράπεζας στη θέση Πέτρα των
Ιωαννίνων. Αρχικά κατάφεραν να διαφύγουν. Στη Βουλγαρία εντοπίστηκαν από τις
ελληνικές διωκτικές αρχές, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σιδηροδρομικά στην
Αθήνα σιδηροδέσμιοι. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν 5 Μαρτίου
1930.


Φώτο από την ληστεία στην Πέτρα
Άγγλος ο εγκέφαλος
Η σφαγή στο Δήλεσι ρίχνει την κυβέρνηση του Ζαϊμη
Ένα συνταρακτικό γεγονός για την Ελλάδα των πρώτων
μετεπαναστατικών δεκαετιών ήταν η σφαγή στο Δήλεσι. Πρόκειται για τη
θανάτωση από τους λήσταρχους Αρβανιτάκηδες ομάδας Άγγλων και Ιταλών
περιηγητών, κατά τον Απρίλιο του 1870 στο Δήλεσι Αττικής.
Ο αντίκτυπος που είχε στις διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στην
Ελλάδα, την Αγγλία και την Ιταλία ήταν τέτοιος που οδήγησε στην πτώση της
κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαϊμη.
Την ομάδα των περιηγητών αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη
Μάνκαστερ, ο δικηγόρος Λόιντ με τη σύζυγό του και την εξάχρονη κόρη τους, ο
εγγονός του κόμη Γκρέι, Φρειδερίκος, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας
Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας Αλβέρτος ντε Μπόιλ.
Τους συνόδευε ένας Έλληνας ξεναγός, ονόματι Αλέξανδρος Ανεμογιάννης. Για την
ασφάλειά τους ταξίδευαν μαζί και τέσσερις χωροφύλακες.
Οι ταξιδιώτες έφτασαν στον προορισμό τους, που ήταν ο
Μαραθώνας, και επισκέφθηκαν το πεδίο, όπου πραγματοποιήθηκε η περίφημη μάχη
του 490 π.Χ. Επιστρέφοντας στην Αθήνα και φτάνοντας στο Πικέρμι, δέχτηκαν
επίθεση από συμμορία περίπου 25 ατόμων, με επικεφαλής τους αδελφούς Τάκη και
Χρήστο Αρβανιτάκη.
Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν οι δύο από τους τέσσερις χωροφύλακες. Η
συμμορία, αφού λήστεψε τους ξένους επισκέπτες, τους αιχμαλώτισε και τους
οδήγησε σε μια σπηλιά της Πεντέλης, που τότε ήταν πνιγμένη στα πεύκα.
Κατόπιν άφησαν ελεύθερους τους δύο επιζήσαντες, αλλά βαριά τραυματισμένους
χωροφύλακες, καθώς και τις γυναίκες της συντροφιάς. Τους άφησαν για να
διαβιβάσουν τους όρους τους στην κυβέρνηση. Ζητούσαν το αστρονομικό για την
εποχή εκείνη ποσό των 50.000 χρυσών λιρών και την παροχή αμνηστίας.
Η αγγλική πρεσβεία ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους.
Όμως, ο Σκαρλάτος Σούτσος, υπουργός Στρατιωτικών, ήταν ανένδοτος.
Η απάντηση καθυστερούσε και αυτό εξόργισε τους ληστές. Η
κυβέρνηση έστειλε στρατιωτικό απόσπασμα για να καταδιώξει τους κακοποιούς,
οι οποίοι μαζί με τους ομήρους μετακινήθηκαν βορειότερα, προς τον Ωρωπό. Η
διαπραγμάτευση για την αποχώρηση του αποσπάσματος ναυάγησε. Οι ληστές
θανάτωσαν τέσσερις από τους αιχμαλώτους. Στη συμπλοκή που ακολούθησε, κοντά
στο χωριό Δήλεσι, σκότωσαν και δέκα στρατιώτες.
Οι ληστές κατάφεραν να διαφύγουν και συνελήφθησαν αργότερα.
Καταδικάστηκαν σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε με λαιμητόμο που στήθηκε
στο Πεδίον του Αρεως. Στο μεταξύ ξέσπασε σάλος στην Αγγλία και το Λονδίνο
χαρακτήρισε την Ελλάδα ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.
Στην ίδια τη δίκη φάνηκε ο καταχθόνιος ρόλος που η Βρετανία
είχε παίξει σε βάρος της Ελλάδας. Ως εγκέφαλος της απαγωγής φωτογραφήθηκε ο
Φρανκ Νόελ, ένας Άγγλος τσιφλικάς με τεράστια κτηματική περιουσία στην
ελληνική επικράτεια.
Ο Νταβέλης σε κλοιό απέναντι σε αδελφικό του φίλου -
χωροφύλακα

Σ ένα ύψωμα ανάμεσα στη Δαυλίδα και το Δίστομο, στο Ζεμενό,
κοντά στο σημείο που ο Οιδίποδας είχε σκοτώσει τον Λάιο, δόθηκε στις 12
Ιουλίου 1856 μία από τις σημαντικότερες μάχες μεταξύ ληστών και
καταδιωκτικών αποσπασμάτων.
Επικεφαλής της ληστρικής συμμορίας, που την αποτελούσαν 24
παράνομοι, ήταν ο Χρήστος Νταβέλης. Μαζί του μερικοί από τους πιο ξακουστούς
ληστές της εποχής: Μπελούνιας, Ζαφείρης, Φουντούκης, Κουκουβίνος.
Στην Αθήνα η κυβέρνηση είχε πληροφορίες πως ο Νταβέλης θα
προχωρούσε σε απαγωγή «προσώπου ἐπισήμου» και θα
εκβίαζε το κράτος για τη χορήγηση αμνηστίας, πράγμα που ήταν πάγιο αίτημα
όλων ανεξαιρέτως των ληστών. Έτσι με δυνάμεις της Χωροφυλακής άσκησε πίεση
στη συμμορία, που κυνηγημένη άφησε την Αττική και πέρασε στη Βοιωτία.
Το καταδιωκτικό απόσπασμα είχε τη συνδρομή έμπειρων ιχνηλατών
και πολλών ντόπιων χωρικών, που είχαν επιστρατευθεί από δημάρχους.
Επικεφαλής ήταν ο υπολοχαγός Ιωάννης Μέγας. Ο θρύλος θέλει αυτόν τον
αξιωματικό να είναι παλιός αδελφικός φίλος του Νταβέλη και πρωτοπαλίκαρό του
σε παράτολμες επιδρομές. Όμως κατάφερε και πήρε αμνηστία, οπότε πέρασε στο
στρατόπεδο των διωκτών του.
Το πρωί, πριν αρχίσει η μάχη, οι ληστές ζήτησαν καταφύγιο στη
Μονή Ιερουσαλήμ, κοντά στη Χαιρώνεια. Εντοπίστηκαν από τους διώκτες τους και
οχυρώθηκαν στο Ζεμενό.
Πολιορκήθηκαν στενά από τους άνδρες του αποσπάσματος. Άντεξαν
ώσπου τους σώθηκαν τα πυρομαχικά. Τότε ο Μέγας έδωσε το σύνθημα της εφόδου
και ρίχτηκε πρώτος στα ληστρικά ταμπούρια. Τον σκότωσαν με τα γιαταγάνια τους οι έτσι κι αλλιώς ξεγραμμένοι άνδρες του Νταβέλη.
Στρατιώτες και χωρικοί είχαν ακολουθήσει τον Μέγα
και μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας εξόντωσαν τη συμμορία. Μόνο ένας κατάφερε να
διαφύγει, αλλά πιάστηκε σε λίγες μέρες στην Παρνασσίδα. Το κομμένο κεφάλι
του Νταβέλη εκτέθηκε στην Πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα.
Ο Χρήστος Νταβέλης είχε γίνει λαοφιλής την εποχή του Κριμαϊκού
Πολέμου (1854-1856) και της αγγλογαλλικής κατοχής σε Αθήνα - Πειραιά. Πολλοί
ληστές είχαν αμνηστευτεί για να περάσουν τα σύνορα και να
πολεμήσουν πλάι στους επαναστατημένους Θεσσαλούς και Ηπειρώτες. Στην
Αθήνα η κυβέρνηση κρατούσε την περίφημη «ἄψογον στάσιν»
και δεν αποτολμούσε να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία παρά το πλευρό των
Ρώσων.
Μόνον ο Νταβέλης όρθωσε το ανάστημά του. Απήγαγε με τη συμμορία
του τον Γάλλο υπολοχαγό Μπερτό, εισέπραξε λύτρα και τον άφησε ελεύθερο μόνον
όταν οι Αγγλογάλλοι σταμάτησαν την κατοχή της Αθήνας και του Πειραιά. Πήρε
τη φήμη εθνικού ήρωα σε σημείο που ο κόσμος στους δρόμους φώναζε
«Ζήτω ο Νταβέλης!».
Πηγή: http://www/ethnos.gr / ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ
Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ & Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ
(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 121)
(Κατά: Λιλής Ζωγράφου, Αντιγνώση, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 18η έκδοση,
Αθήνα, σελ.32)



«Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ
ἰδίου Χριστοῦ, πῶς ἐννοεῖτε ἔτζι ἀνάποδα αὐτὸ τὸ ρητόν, καὶ κάμνετε μὲ τὴν ἀμάθειάν
σας καὶ τινὰς νὰ βλασφημῶσι; Δὲν καταλαμβάνετε, ἀνόητοι, ὅτι τὸ «παιδεύω», εἰς τὴν
ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐννοεῖ ποτὲ μὲν τὸ «διδάσκω», ποτὲ δὲ τὸ «τιμωρῶ», καὶ ὅτι εἰς
αὐτὸ τὸ ρητὸν ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐννοῇ τὸ «διδάσκω»; Καὶ οὕτως ὁ πατήρ, ἐπειδὴ
ἀγαπᾶ τὸν υἱόν του, τὸν διδάσκει, ἤτοι τὸν παιδεύει. Ἀλλ᾿ ἂς τὸ ἐξηγήσωμεν κατὰ
τὸ λεξικὸν τῆς ἀμαθείας, καὶ νὰ εἰπῶμεν, ὅτι τιμωρεῖ ἕνας ὅποιον ἀγαπᾷ. Ἀλλά, διατί
τὸν τιμωρεῖ; Βέβαια, διὰ νὰ τὸν διορθώσῃ ἀπὸ τὰ σφάλματά του καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ
χρηστοηθῆ καὶ ἐνάρετον. Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ νομισθῇ παιδεία πρὸς τὸ καλὸν ἡ τυραννία,
ἡ ὁποία, ὡς ἀνωτέρω ἀπεδείχθη, εἶναι ἐχθρὰ πάσης ἀρετῆς καὶ πρόξενος πάσης κακίας;
Πῶς, χυδαῖοι, δὲν τὸ βλέπετε, μόνον ἐκφωνεῖτε ὅ,τι σᾶς ἔλθῃ εἰς τὴν ἐνθύμησιν, χωρὶς
νὰ στοχασθῆτε, ὅτι εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις ἡ παραμικρὰ κακοεξήγησις φέρει ἀνεκδιήγητα
καὶ πολυάριθμα κακὰ εἰς τοὺς ἀκροατάς; [άρα η αμάθεια είναι στους ακροατές; ]
Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ
παρηγορία σας! Αὐτὴ εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἰδίαν αἰτίαν τῆς θλίψεως, καὶ εἰς ἄλλο
δὲν χρησιμεύει, παρὰ εἰς τὸ νὰ καταστῇ τοὺς Ἕλληνας πάντοτε ἀξίους παρηγορίας. Ἐσεῖς
φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν
τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν
παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ
τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν
σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν
καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ
νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν
ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον; Ποῖος Ἐσκαριώτης σᾶς ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν,
νὰ προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, ὅταν δὲν ἠξεύρετε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ὦ ἀναίσχυντοι;
Τὰ ἁμαρτήματα, ἴσως, παιδεύονται μὲ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὦ ἄφρονες; Δὲν στοχάζεσθε,
πόσον ἀτιμεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τοὺς παραλογισμούς σας;»,
(Πηγή:
Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 120-121)
Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην, Λιλή Ζωγράφου
Απάντηση: Υπάρχουν δύο θέσεις του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» γύρω από το ζήτημα της παρηγόρησης του υπόδουλου ρωμαίικου λαού,
είτε αυτή η παρηγόρηση αφορά τους οικονομικούς ευεργέτες της, είτε αυτή αφορά
τους εκκλησιαστικούς κύκλους. Μέσα από αυτές τις θέσεις του συγγραφέως
φανερώνεται γυμνή η υποκριτική στάση αυτού και του ακραίου
διαφωτισμού, έναντι της
Ορθόδοξης πίστης και της Εκκλησίας της Ανατολής, κι όχι μόνο.
Ζήτω οι παρηγορητές & η παρηγοριά
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» όταν θα επιτεθεί εις το ιερατείο της
Ορθοδόξου Εκκλησία δια μέσω των διαφωτιστικών
αντικληρικαλιστικών
στεροτύπων, θα
θελήσει να «διδάξει» τον Οικουμενικό Πατριάρχη
πως η
αναμόρφωση των ιερέων θα καταστήσει αυτούς πραγματική παρηγοριά προς τους
συμπολίτες τους:
«Καὶ κάμε,
τέλος πάντων, μίαν φορὰν τὸ χρέος σου, διὰ νὰ φανῇς πιστὸς δοῦλος καὶ ἐπίτροπος
ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ. Τότε τὸ ἱερατεῖον, ὁποὺ σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ ἐνάρετος κατηγορεῖ
καὶ ἀποστρέφεται, θέλει σέβεται καὶ ἐπαινεῖται. Τότε, θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ εὐτυχία
καὶ ἡ παρηγορία τῶν πιστῶν...», σελ. 125
Θα κατανοήσει ακόμη ότι, όλες οι χρηματοοικονομικές βοήθειες
των ευεργετών
προς τους υποδούλους λειτουργούν παρηγορητικά. Έτσι θα τονίσει πως:
α. με τις «εὐεργεσίας
ἐκείνων τῶν ὀλίγων Ἑλλήνων, οἵτινες καὶ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ πόρρω αὐτῆς, ὅταν εὑρίσκωνται,
δὲν παύοσι ἀπὸ τὸ νὰ βοηθῶσι καθ᾿ ἑκάστην τοὺς συμπατριῶτας των, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς
παρηγορῶσι μὲ ἔξαφνα χαρίσματα», σελ. 92
β. «Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ
ἐξ ἀνάγκης, διὰ νὰ κερδίσητε τὴν ζωοτροφίαν τῶν φαμελίων σας, ἐξενιτεύθητε, καὶ
ὅσα κερδίζετε πέμπετε εἰς τὴν πατρίδα σας. Δὲν εἶσθε ὀλίγοι ἐσεῖς, ὁποὺ ἀφοῦ μὲ
τοὺς ἵδρωτάς σας καὶ ἀγχίνοιάν σας ἐκερδίσατε καὶ περισσότερα, ἀποφεύγοντες δὲ τὸ
βρωμερὸν παράδειγμα τῶν φιλαργύρων, δαψιλῶς εὐεργετήσατε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐπαρηγορήσατε
μὲ τὰ φιλάνθρωπα ἔργα σας.», σελ. 134
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» γνωρίζει και
κατανοεί τη σημασία της παρηγοριάς, ιδίως όταν υπάρχει στρατιωτική ξένη
κατοχή· άλλωστε αυτός, όπως και τόσοι ξενιτεμένοι είχαν φύγει μακριά από την
Ελλάδα «διὰ νὰ συνάξωσιν τὰ φῶτα τῆς μαθήσεως, ὁποὺ εἰς τὴν πατρίδα
των δὲν εὕρισκαν,
διὰ νὰ κερδίσωσιν καὶ νὰ ὠφελήσωσιν τὸ γένος
των» (πρβλ. σελ 123), όπως διηγούνται
εξιδανικεύοντας
τα γεγονότα πολλές φορές, οι σύγχρονοι διαφωτιστές· όχι δα κι από προσωπικό «συμφέρον»
:
«Ἴσως δὲν σᾶς καλοφαίνεται νὰ τυραννῆσθε, ὦ ἀδελφοί μου, καὶ καταδέχεσθε νὰ τυραννῶνται
οἱ συγγενεῖς σας, καὶ ἐσεῖς νὰ τρυφῆτε καὶ νὰ σπαταλᾶτε μακρὰ ἀπὸ αὐτούς;», σελ. 138
Σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα» η
καρτερία εις τις δύσκολες καταστάσεις επιτυγχάνεται δια μέσω της ελπίδας, την
οποία γεννά η παρηγοριά· όταν αυτή εκλείπει δύναται να γεννήσει την
αυτοχειρία εις τον απελπισμένο:
«Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος
εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ νὰ μὴν αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι,
ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν
ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα, ἐπειδὴ μοῦ
φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον ὁ
δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε
τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως,
τὴν
θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν
κινήσῃ ἐναντίον του.», σελ. 43
Ακόμη και το ίδιο το πολίτευμα της «Νομαρχίας»
θεωρείται παρηγορητικό έναντι της
φύσης:
«Ἄλλο μέσον δὲν ἦτον λοιπὸν νὰ παρηγορήσῃ τὴν ἀνθρωπότητα, εἰς τόσον κακὴν κατάστασιν
εὑρισκομένην, παρὰ μία καλὴ διοίκησις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ
νομαρχία,
χωρὶς νὰ θελήσῃ ματαίως νὰ κάμῃ ὅλους δυνατούς, ὅλους πεπαιδευμένους, ὅλους πλουσίους,
ἢ τοὐναντίον, ἐμετρίασε μόνον μὲ τοὺς νόμους τὴν φυσικὴν ἀνομοιότητα, καὶ τόσον
καλῶς ἐξίσωσε τὰς λοιπάς, ὥστε ὁποὺ ἔκαμε νὰ χαίρωνται οἱ ἄνθρωποι μίαν ἐντελῆ ὁμοιότητα,
ἀγκαλὰ καὶ κατὰ φύσιν ἀνόμοιοι. Αὐτὴ ἔδωσεν εὐθὺς τόπον τῶν δυνατῶν, νὰ διαυθεντεύσουν
τὴν πατρίδα των, ἐπαρηγόρησεν τοὺς ἀδυνάτους, μὲ τὸ σκῆπτρον τῆς δικαιοσύνης, ἐδίδαξε
τοὺς ἀτάκτους νὰ εὕρωσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς τὴν χρηστοήθειαν, ἐβράβευσεν τοὺς καλοηθεῖς,
καὶ τέλος πάντων, χωρὶς νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀκατάστατον τοῦ συμβεβηκότος, ἐτίμησε μόνον
τὴν ἀξιότητα τοῦ ὑποκειμένου, καὶ οὕτως μὴ καταφρονοῦσα τὸν πτωχόν, ἀπεδίωξε ἀπὸ
τὸν πλούσιον τὴν λύσσαν τῶν χρημάτων», σσ.18-19
Κάτω οι παρηγορητές & οι παρηγοριές
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην», όπως ελέχθη, γνώριζε πάρα
πολύ καλά τη σημασία της παρηγοριάς όταν υπάρχει ξένη κατοχή· άλλωστε ο
ίδιος, όπως τόσοι άλλοι, δεν φαίνεται να άντεξε αυτήν την τελευταία. Αυτός παρηγορήθηκε
ανατρέχοντας εις τη Δύση· εκεί ελάμβανε φυσική παρηγοριά με την σχετικά
ανεμπόδιστη επιβίωση του, όσο και πνευματική παρηγοριά από τους «στοχαστὲς» με
τους οποίους «συστοχαζόταν»:
«Τὰ ψυχικὰ πάθη μου σχεδὸν εἶχον νενεκρωθῆ, καὶ εἰς ἄλλο δεν ἐτελείωνε κάθε στοχασμός
μου, παρὰ εἰς τὸ ἀδιακόπως παρ᾿ ἐμοῦ μελετημένον τέλος. Οὔτε δι᾿ ἄλλο τίποτε ἐστοχάσθην, εἰμὴ διὰ τὸ πῶς νὰ ἠμπορέσουν νὰ παύσουν αἱ γενικαὶ δυστυχίαι τοῦ γένους μας, ὁποὺ
νὰ παύσουν ἐξακολούθως καὶ αἱ ἐδικαί μου, οὖσαι τόσον ἑνωμέναι ἀλλήλων των, ὥστε
ἀδύνατον εἶναι νὰ ἀναπαυθῇ ὁ φίλος σας, ἐν ὅσῳ σώζεται ἡ τυραννία τῆς Ἑλλάδος. Ὅθεν,
μόνον ὁ ἔρως τῆς πατρίδος, μόνον καὶ μόνον αὐτὸς ἐκυρίευεν τὴν ψυχήν μου· οὔτε ἄλλη
ἐπιθυμία ἠμποροῦσε πλέον νὰ ἔχῃ χώραν, αὐτοῦ ὄντος, εἰμὴ τὸ θεῖον δῶρον τῆς φιλίας.
Καὶ οὕτως ἡ γλυκεῖα συναναστροφή σας καὶ ἡ ἀνάγνωσις τινῶν συγραφέων μ᾿ ἐπαρηγοροῦσαν
ὁπωσοῦν.», σελ. 167
Παρότι ακόμη κι ο ίδιος παρηγορούνταν ποικιλοτρόπως
εις τη Δύση, για χάρη της
αναμόρφωσης που επεδίωκε ο
διαφωτισμός που θα ’πρεπε να συντελεσθεί «πάσῃ
θυσίᾳ», και την οποία βεβαίως άλλοι θα επιτελούσαν πληρώνοντας ποταμούς
αίματος, «στοχάστηκε» να συγγράφει κατά της παρηγοριάς των υπολοίπων, επιθυμώντας
ουδείς ξενιτεμένος ευεργέτης της Ελλάδος να μην αποστέλλει οικονομική βοήθεια εις τους
κατατρεγμένους Ρωμιούς:
α. «Ἡ εὐεργεσία εἶναι ἀναντιρρήτως τὸ χρηστότερον ἔργον ἑνὸς ἐναρέτου πλουσίου, ἀλλά,
ἀγαπητοί μου Ἕλληνες, ὁποῖον ὄφελος προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν σήμερον; Ἂν μέχρι
τοῦδε τοὺς ὠφέλησε, φεῦ! τώρα αὐτὸ τὸ χρηστὸν ἔργον, ἀντὶς νὰ ὠφελήσῃ, βλάπτει,
καὶ ἄλλο δὲν προξενεῖ εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰμὴ μόνον μίαν ἐπιζήμιον παρηγορίαν
καὶ
τοὺς κάμνει νὰ μένουν πάντοτε ἀκίνητοι ὑπὸ τῆς τυραννίας. Οἱ χρείαν ἔχοντες, ἀφοῦ
εὐεργετηθοῦν, ὑποφέρουν περισσότερον, καὶ ὅσον περισσότερον εὐεργετοῦνται, τόσον
ὀλιγότερον τοὺς βαρύνει ἡ τυραννία. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἓν καλόν, ὁποὺ γίνεται εἰς τόπον
ἑνὸς μεγαλειτέρου καλοῦ, προξενεῖ τὸ χειρότερον κακόν, ὁποὺ ἠμποροῦσε νὰ προξενήσῃ
τῆς Ἑλλάδος», σελ. 96
β. «Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀγανακτήσῃ ἡ πατρὶς ἐναντίον σας, καὶ ὁποῖον ἔπαινον προσμένετε
ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς σας; Στοχάζεσθε, ἴσως, καθὼς σᾶς τὸ προεῖπον, νὰ ἐκτελῆτε τὸ
χρέος σας, πέμποντες μερικὰ περισσεύματα τῶν πλούτων σας; Ἡ πατρὶς τὰ δέχεται, ναί,
μὲ ἱλαρὸν ὄμμα, ἀλλὰ μόνον τὰ δέχεται μὲ τὸ νὰ ἐλπίζῃ νὰ σᾶς ἀπολαύσῃ ἐσᾶς τοὺς
ἰδίους. Ἀλλεωτρόπως οὐχὶ ὡς δῶρον θέλει τὰ νομίσει, ἀλλ᾿ ὡς πληρωμὴν κακοῦ ἔργου.
Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν
σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας.»,
σελ. 129
Η του «ὁρθοῦ λόγου» παύση της
παρηγόρησης των
Ελλήνων,
προέκυπτε από την μ’ όλα τα μέσα καθοδήγησή τους εις την απελπισία, δηλαδή εις
την «ἀπέλπιδον προσπάθεια τῆς ἐπαναστάσεως»:
«Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, πάλιν σᾶς τὸ ξαναλέγω, ὅτι ἐκτελεῖτε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα
σας χρέος ὅταν πέμπετε μερικὰ χρήματα τῶν συμπατριώτων σας. Ἡ ἀρετή σας εἶναι καλή,
ἀλλ᾿ οἱ Ἕλληνες ἔχουσι χρείαν ἀπὸ τὴν παρουσίαν σας. Μὴν δίδετε κακὸν παράδειγμα
καὶ τῶν ἄλλων, δι᾿ ἀγάπην τῆς πατρίδος, καὶ νὰ φθάσητε ὕστερον νὰ ἰδῆτε - ὃ μὴ γένοιτο,
Θεέ μου! - τὴν Ἑλλάδα ἔρημον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ καλὸν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ,
ἀλλ᾿ ἡ ἀληθὴς ἀξιότης μόνον διδάσκει νὰ γίνεται καθὼς πρέπει. Αἱ εὐεργεσίαι σας
εἶναι ἔργον χρηστότατον, ἀλλὰ τί ἄλλο κάμνουσι, εἰμὴ νὰ παρηγορῶσι μόνον τοὺς δυστυχεῖς
Ἕλληνας ὁπωσοῦν, καὶ νὰ τοὺς φυλάττωσιν ὀλίγον ξέμακρα ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, ἡ ὁποία
ἤθελεν σταθῆ ἀληθῶς βιαία, ἀλλὰ ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος;», σελ. 137
Όλη αυτή η πνευματική καθοδήγηση που επιτελεί ο «ἐν
τῇ Δυτικῇ ἀσφαλείᾳ» συγγραφέας δια μέσω του ρητορικού του κειμένου προς
τους λοιπούς «φωτισμένους καὶ ξενιτεμένους Ἕλληνας»
γίνεται πάντοτε «ἐν ἀγνοίᾳ» του υποδούλου και δοκιμαζομένου
λαού· άλλοι κινούν τα νήματα της απελπισμένης, δίχως «παρηγορίας» ιστορίας του, χωρίς ο ίδιος, όντας
αγράμματος, να το γνωρίζει:
α. «Ἡ ἀμάθεια τοῦ λαοῦ...», σελ. 112
β. «...οι πολιτικές επιδιώξεις του
επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να
κινητοποιήσουν μόνο
τις κοινωνικά και ιδεολογικά προηγμένες ομάδες που ποσοτικά αντιπροσώπευαν μόνο
έναν πολύ μικρό, αν και δυναμικό, τμήμα της κοινωνίας»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 310)
Μάλιστα, ο αυτός διαφωτιστής, «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» με τα διαρκή «ξυλοσοφήματα» του εκπλήσσει
τον επιμελή αναγνώστη· ενώ επιζητεί την πτώχεια των Ελλήνων, και τη
δημιουργούμενη εξ αυτής απελπισίας, αντιλαμβάνεται ότι «νηστικόν
ἀρκούδιον δὲ χωρεύει»· το τονίζει αυτό όταν επιτίθεται εις το πολιτικό
σύστημα της τυραννίας:
«Ἡ πτωχεία, τέλος πάντων, ὡς μία
ἀδιάκοπος μικρὴ θέρμη, ἀδυνατίζει τὸ πλέον ὑγιὲς σῶμα. Οὕτως καταβάλλει τὴν γενναιότητα
καὶ σταθερότητα τῶν δυστύχων πατέρων καὶ θαμπώνει τὸ πνεῦμα τῶν τέκνων.»,
σελ. 92
Παρότι το διαφωτιστικό σχέδιο του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» κινδυνεύει να «καταβάλλει τὴν γενναιότητα»
των Ελλήνων, αλλά και την πολυέξοδη στρατιωτική τους επιμελητεία, δια μέσω της
παύσης των οικονομικών εισροών στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο, παριστάνει για
πολλοστή φορά τον δακρυσμένο για «τὰς...
δυστυχίας» του ελληνικού λαού:
«Πῶς στοχάζεσαι τώρα, ὦ ἀναγνῶστα, νὰ ζῶσιν οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ
γλυκύτατοί μας ἀδελφοί; Ἴσως δὲν τὸ ἀγνοεῖς, καὶ ἴσως μαζύ μου συγκλαίεις καὶ ἐσὺ
τὰς κοινὰς ἑλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ᾿ ὅλον τοῦτο, δὲν θέλω σιωπήσει ἐγώ,
ξαναενθυμῶντας σου τὸν τρόπον τῆς δυστυχεστάτης καὶ πτωχικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ
τὸ νὰ εὐφημίσω τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα τῶν εὐεργέτων τῆς Ἑλλάδος.», σελ. 92
Τα ερωτήματα όμως τίθενται αμείλικτα έναντι του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος»:
α. Πώς άραγε νιώθει αυτός «τὰς... ἑλληνικάς... δυστυχίας»
ως «κοινὰς», όταν άλλοι είναι αυτοί που θα
πεινάσουν, βάση των δικών του οδηγιών προς τους ευεργέτες των ελλήνων;
β. Αν οι ευεργέτες με τις ευεργεσίες τους είχαν «τὴν ἀγαθὴν καρδίαν καὶ τὴν φιλανθρωπότητα»
έναντι του ελληνικού λαού, τότε ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
πρέπει να έχει την «κακὴν κι ἀφιλάνθρωπον καρδίαν»
του «πράκτορος», που απλά
υπολόγιζε «ἀνέσπλαγχνα»
πως θα πετύχει τους σκοπούς του:
α. «Ἂς μὴν δειλιάσῃ τινὰς ἔμπροσθεν τόσων ἐχθρῶν»,
σελ. 29
β. «Ἰδού, ἀδελφοί, καιρὸς σωτηρίας. Μὴν σᾶς λυπήσῃ
ὀλίγον αἷμα διὰ τὴν ἐλευθερίαν
σας καὶ τὴν εὐτυχίαν σας», σσ. 160-161
γ. «πόσας φορὰς πρέπει νὰ ἐκφωνήσω, ὅτι
ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀναγκαιοτέρα καὶ
ἀπὸ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν ἄνθρωπον!», σελ. 25
Την ίδια ώρα που ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» εκβίαζε την πτώχεια των Ελλήνων, με τις «ξυμβουλές»
του προς τους οικονομικούς ευεργέτες, μίανε με τις λέξεις του
την «Ἱερὰν Σύνοδον» της Ορθοδόξου Εκκλησίας για την
συμπεριφορά της προς τους πτωχούς:
«Ὦ σὺ μιαρὰ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως,
[...] Ἐσύ, τοὺς πτωχοὺς δὲν καταδέχεσαι οὔτε κἂν νὰ
τοὺς ἰδῇς, οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς βοηθήσῃς.»,
σελ. 100
Ξόδευε επίσης υποκριτικά
και τα αισθήματά του για τις «ἀγγαρείας» του
ελληνικού λαού:
«...τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν,
ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι», σελ. 88
Ζήτω η «αγανάκτηση» του αναγνώστη
Μέσα στους ρητορικούς
του ελιγμούς ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» θα
ζητήσει την παρηγοριά, αντί για την «ἀπελπισίαν» ως ελάφρυνση των κατατρεγμένων Ελλήνων:
«Ἂν ἐγώ, ὅμως, σιωπῶ, δὲν θέλουσι σιωπήσει αἱ τρομασμέναι μητέρες, ὁποὺ μετὰ δακρύων
καὶ γονυκλιτῶς ἔμπροσθεν αὐτῶν τῶν ἀχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ᾿ ἑκάστην,
σπανίως δὲ ἐκεῖνοι καταδέχονται νὰ τὰς ἀκροασθῶσι, καὶ πολλάκις, ἀντὶς νὰ τὰς παρηγορήσωσι,
τὰς ἐπιπλήττουσι καὶ μὲ βίαν τὰς ἐκβάλλουσιν ἔξω, χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς δώσωσι τὴν
παραμικρὰν βοήθειαν. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, βέβαια, τὰ κρεμνισμένα
ὀσπίτια τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν, τὰ ξεσχισμένα στολίδια τῶν ὀσπιτίων
των, αἱ αἱματωμέναι ὁδοὶ καὶ τείχη τῶν πόλεων ἀρκετῶς ὁμιλοῦσι εἰς τὰς ὁράσεις,
ὄχι μόνον τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων ξένων. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, ἀκούονται ὅμως οἱ
ἀναστεναγμοὶ τῶν δυστύχων πατέρων, οἵτινες, ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ κερδίσωσι τὴν ζωοτροφίαν
των, οὔτε νὰ ἐνδυθῶσι μὲ τὸν καρπὸν τῶν ἱδρώτων των, εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἀφήσουν
εἰς τὴν φαμελίαν των δέκα ὀθωμανοὺς καὶ ἄλλα τόσα ἄλογα, καὶ αὐτοὶ νὰ ὑπάγουν εἰς
τὴν φυλακήν, καὶ ὄχι ὀλίγας φοράς, εἰς θάνατον. Ἂν ἐγὼ σιωπῶ, θέλει λαλήσουν τὰ
ἀθῶα στόματα τῶν τρομασμένων κορασίδων καὶ πεφοβισμένων ἐφήβων. Καὶ ἂν ἐγώ, τέλος
πάντων, δὲν τοὺς δηλοποιῶ τὸ τέλος των, τὰ παραδείγματα καὶ αἱ ἱστορίαι ὅλου τοῦ
κόσμου μὲ μεγάλην σαφήνειαν τοὺς τὸ προλέγουσι, καὶ ἀρκετὰ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ προϊδῶσι
μόνοι των, ἂν ἄξιοι κρίσεως καὶ συλλογισμοῦ ἦτον τοιαῦτα τέρατα.», σελ. 90
Στο άνωθι παράδειγμα ο συγγραφέας δε θα ζητήσει την
αγανάκτηση «τῶν ταλαιπώρων Θετταλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν» προς επανάσταση, αλλά
θα ζητήσει μια κάποια
παρηγοριά προς τις μητέρες ορισμένων βιασθέντων κορασίδων· κάθε τι άλλο φαντάζει
πολύ πιο απάνθρωπο.
Ο λόγος αυτής της ανακολουθίας των λόγων του συγγραφέως είναι
εξαιρετικά απλός· με τούτο το παράδειγμα της αρπαγής κορασίδων από Αρβανίτες
ή Οθωμανούς άνευ ουδεμίας παρηγοριάς, ζητά να αγανακτήσει τον αναγνώστη του, όχι
τον ζημιωμένο «Θετταλὸν κι Ἡπειρώτην», και να
οδηγήσει τον πρώτον εις «τὴν ἀπελπισίαν» η οποία με
την σειρά της θα επιφέρει ενδεχομένως την τιμωρία των «αἰτίων»,
δηλαδή των κληρικών:
«Παύσατε, τέλος πάντων, ἀπὸ τὴν λύσσαν τῆς φιλαργυρίας, διὰ νὰ ἀξιωθῆτε τῆς αἰωνίου
μακαριότητος τοὐναντίον δέ, τὸ ἴδιον Εὐαγγέλιον καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες σᾶς προμηνύουν
τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς, καὶ εἰς τόσους ὁποὺ ἐξ αἰτίας σας
τιμωροῦνται εἰς τὴν γῆν. Ἀλλ᾿ ἴσως ὄχι ἀργά, θέλει σᾶς δώσουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὸν
ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης σας κολάσεως, μὲ τὴν ἐκδίκησιν ὁποὺ ἐναντίον σας θέλει κάμωσι
μόνοι των.», σελ. 123
Κάτω οι εκκλησιαστικές παρηγοριές & η απόκρυψη των
προφητειών
Υπό του δύσκολου κλίματος της Ρωμαίικης υποδουλώσεως η
Εκκλησία είχε μια διττή παρηγοριά προς τους σκλαβωμένους:
Ι) από την μία προσπαθούσε να απαλύνει το βάρος της
σκλαβιάς υποστηρίζοντας,
πως η δουλεία ήταν «Θείαν Τιμωρίαν» (Θεοεγκατάλειψη) κι οδός προς τον «Παράδεισον»
ΙΙ) κι από την άλλη διακινούσε τις
προφητείες
εκείνες, οι οποίες μιλούσαν για την ανάσταση του γένους και τριγύριζαν από
άκρη σε άκρη στην Ελλάδα, γνωστές ακόμη και στους πιο αμόρφωτους.:
α. «Αυτοί οι αρχέγονοι πόθοι και
προσδοκίες, η κατ’ επανάληψη αναζωπύρωση του προφητικού χιλιασμού και οι
συγκλονιστικές πράξεις ατομικού ηρωισμού και θυσίας, που υπαγορεύονταν από
τους παραδοσιακούς κώδικες τιμής της μεσογειακής κοινωνίας, καθόρισαν το
κοινωνικό κλίμα της Ελληνικής Επανάστασης...», έστω κι αν δεν ήταν οι
«μοναδικές». (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 471)
β. «Σε ολόκληρη τη δεκαετία ο προφητικός
χιλιασμός σημείωσε νέες εξάρσεις, αρχικά με τις προφητείες του Ιωάννη Π. Σερίφιου τ 1852, και στη συνέχεια με την αναβίωση της παράδοσης του
Αγαθαγγέλου, της οποίας οι καταβολές ανάγονταν στη δεκαετία του 1750, αλλά
αναζωογονήθηκε από τα ερεθίσματα του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-1856) [...] Το
συσσωρευμένο αποτέλεσμα της έξαρσης του θρησκευτικού αισθήματος θα μπορούσε
να ερμηνευθεί ως αντίδραση κατά των κινδύνων που η θρησκευτική συνείδηση
έβλεπε να απειλούν την "ἑλληνικὴ παράδοση",
ως συνέπεια του εκσυγχρονισμού και της εκκοσμίκευσης που συμβόλιζαν ο
Διαφωτισμός και η συγκρότηση του δυτικότροπου κράτους.»,
(Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 478)
γ. «Η αντιτουρκική προδιάθεση της
χρησμολογικής παράδοσης ενισχύθηκε τον δέκατο όγδοο αιώνα υπό την επίδραση
της άποψης του Διαφωτισμού για τον βάρβαρο και εκφυλισμένο Τούρκο, που
κατέστρεφε τον πολιτισμό οπουδήποτε τον συναντούσε [Πρβλ. Montesquieu,
Lettres persannes, αρ. XIX]. », (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 489)
δ. «Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
με τη σθεναρή αντίστασή του έγινε για τον υπόδουλο Ελληνισμό θρυλικός ήρωας,
που δεν πέθανε, αλλά "μαρμαρώθηκε"
και κάποια στιγμή θα ξυπνούσε, για να διώξει τους Τούρκους ως την Κόκκινη
Μηλιά και ν’ απελευθερώσει το Γένος. Ήταν ο "μαρμαρωμένος
βασιλιάς", που έθρεψε τα εθνικά όνειρα.
Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του "Γέρου τοῦ Μοριὰ",
του θυμόσοφου αρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης σε μια παρατήρηση του
Άμιλτον: εμείς οι Έλληνες έχουμε το βασιλιά μας, είναι ο "μαρμαρωμένος
βασιλιάς" κι έχουμε τα κάστρα μας, είναι η Μάνη και
το Σούλι, οι περιοχές που δεν έσκυψαν ποτέ κεφάλι στον Τούρκου.
Το Γένος δεν λησμόνησε ποτέ την άρνηση
του να παραδώσει την Πόλη στον Πορθητή. Ο ποιητής Γ. Βιζυηνός με θαυμάσιο
΄ποιητικό τρόπο απέδωσε τον μεταξύ τους "διάλογο":
"-Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ
Κωνσταντίνου κράζει, καὶ τὸ σπαθί σου δός μου.
-Ἔλα καὶ παρ’ τά! λέγ’ αὐτὸς τοῦ
Τούρκου τοῦ μουχτάτη.
Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ’ ἐνόσω
βράζει
μία στάλα γαῖμα ἐντός μου!"»,
(Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη,
Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 48)
ε. «Η προσδοκία των υποδούλων να
απελευθερωθούν δεν τους εγκατέλειψε ποτέ. Τα βλέμματά τους στρέφονταν προς
την ομόδοξη Ρωσία, το "ξανθόν γένος"
των λαϊκών προφητειών, όπως οι αποδιδόμενες στον Αγαθάγγελο, από την οποία
περίμεναν βοήθεια. Στο Μοριά, ο μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Ανανίας (βλ.
Λύσανδρου Π. Παπανικολάου: Σκηνές από την καθημερινή ζωή στην Τουρκοκρατία,
Αθήνα 1995, σσ. 122-129) ηγείτο ενός επαναστατικού κινήματος, που απέβλεπε
στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από την Πελοπόννησο. Άλλοι αρχιερείς,
όπως ο Π. Πατρών, ο Κορίνθου και ο Κερνίτσης και διάφοροι προεστοί από την
Πάτρα, την Κόρινθο, τη Σπάρτη, τα Καλάβρυτα, την Καλαμάτα κ.λ.π.
συνεργάζονταν μαζί του. Προδόθηκαν όμως κάποια στιγμή στους Τούρκους, οι
οποίοι το 1764 ή το 1767 συνέλαβαν τον Ανανία και τον αποκεφάλισαν»,
(Πηγή: Η καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη,
Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 370)
στ. «Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Ρήγας προσπάθησε
να μεταδώσει το μήνυμά του εκδίδοντας, προφανώς κατά τη διάρκεια της πρώτης
φάσης του εκδοτικού του προγράμματος το 1790, τις προφητείες του Αγαθαγγέλου,
που προέβλεπαν την επερχόμενη ανάσταση του γένους.», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 309)
ζ. «...πολλές λαϊκές προφητείες φούντωναν
τον πόθο των Ελλήνων και τους έκαναν πρόθυμους να ακούνε τις προσκλήσεις της
Ρωσίας. Γιʼ αυτό ακριβώς με τους πολέμους της Ρωσίας εναντίον του Σουλτάνου
συνδέθηκαν κινήματα των Ελλήνων, που είναι οι πρώτοι πραγματικά αγώνες τους
για την ανεξαρτησία.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου -
Α. Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 181)
Αυτές τις «ἐπαναστατικὲς» προφητείες ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» θα τις αποκρύψει στο πικρόχολο «πονημάτιον»
του κατά των
Εκκλησιαστικών, όταν ο Ρήγας, εις τον οποίο από πλήρη θαυμασμό αφιερώνει το γραπτό του
ο πρώτος, τις
χρησιμοποιούσε ευρέως:
«ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΜΒΟΝ τοῦ μεγάλου καὶ ἀειμνήτου Ἕλληνος ΡΗΓΑ τοῦ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς
Ἑλλάδος ἐσφαγιασθέντος, χάριν εὐγνωμοσύνης ὁ συγγραφεὺς τὸ πονημάτιον τόδε ὡς δῶρον ἀνατίθησι.
Exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor.
Εἰς ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ ἀναθέσω ἐγὼ τὸ παρόν μου πονημάτιον, ὦ ἀξιάγαστε Ἥρως,
παρὰ εἰς ἐσὲ ὁποὺ ἐστάθης ὁ πρόδρομος μιᾶς ταχέας ἐλευθερώσεως τῆς κοινῆς πατρίδος
μας Ἑλλάδος, καὶ ἐθυσίασες τὴν ζωήν σου δι᾿ ἀγάπην της; Δέξαι το λοιπὸν μὲ τὸ συνηθισμένον
σου ἑλληνικόν, ἱλαρὸν καὶ καταδεκτικὸν βλέμμα, καὶ δέξαι το πρὸς τούτοις ὡς ἀρραβῶνα
ἐκδικήσεως τοῦ λαμπροῦ αἵματός σου κατὰ τῶν τυράννων τῆς Ἑλλάδος.»,
σελ. 4
Τοιουτοτρόπως συμπεριφερόμενος, δηλαδή αποκρύπτοντας τις προφητείες του
Αγαθάγγελου, τις οποίες κι οι διαφωτιστές χρησιμοποιούσαν εις όφελός τους, ο
αντιεκκλησιαστικός «πράκτωρ» με το όνομα «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» θα κατακεραυνώσει την μόνη παρηγοριά που δεν έστεκε
«επαναστατικά» στο
μάτι του· δηλαδή εκείνη περί της «Θείας Τιμωρίας» που οδηγούσε
εις τον «Παράδεισον», πολεμώντας έτσι έναν
ανισόρροπο αγώνα από θέση πλεονεξίας κατά της εκκλησίας· εκείνον άλλωστε που θα διάλεγε κάθε
δειλός κι άνανδρος, δηλαδή κάθε «πολιτικὸς πράκτωρ».
Αξίζει όμως κανείς να δει πως γεννήθηκαν και που αυτές
οι προφητείες:
ζ. «Ένα ιδεολογικό ρεύμα άσχετο προς τον
Διαφωτισμό, το οποίο όμως ανάβλυζε βαθιά μέσα από την ελληνική λαϊκή
πολιτισμική παράδοση και τις λαϊκές ελπίδες, περιλάμβανε το πλέγμα των
δοξασιών του προφητικού χιλιασμού, με επίκεντρο τη μελλοντική απολύτρωση του
γένους. Οι ελπίδες αυτές ενσωματώνονταν σε λαϊκούς θρύλους και δημοτικά
τραγούδια, που είχαν παραδοθεί από το απώτερο μεσαιωνικό παρελθόν και
συνδέονταν με τα τραύματα που προκάλεσαν στη λαϊκή ψυχολογία η παρακμή της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με τον
προφητικό χιλιασμό, τα δεινά της αιχμαλωσίας στα χέρια του άγριου και
άπιστου κατακτητή θα έπαιρναν τέλος με την ανάσταση της αυτοκρατορίας των
Ρωμαίων, όταν θα είχε συντελεστεί η εξιλέωση των αμαρτημάτων που ευθύνονταν
για την αιχμαλωσία. Η οθωμανική αιχμαλωσία, λοιπόν, γινόταν κατανοητό ως
συλλογικό επίγειο καθαρτήριο, το οποίο διατηρούσε κάποια, έστω θαμπή και
μακρινή, υπόσχεση απολύτρωσης.(1)
Αυτό το υπόστρωμα του προφητικού
χιλιασμού, γεμάτη και στην περίπτωση του υπόδουλου ελληνισμού, όπως και
αλλού με επαναστατικές δυνατότητες (2), παρέσχε την ψυχολογική βάση σε μια
πολιτική θεωρία εθνικής απολύτρωσης, η οποία συνάρπασε τόσο τη λαϊκή
φαντασία όσο και την πολιτική συλλογιστική των ελληνικών κοινωνικών και
πνευματικών ηγεσιών στον δέκατο όγδοο αιώνα. [...] Οι φιλοδοξίες της Ρωσίας
και τα επεκτατικά σχέδια προς το νότο, τα οποία την οδήγησαν σε αναπόφευκτη
σύγκρουση με την οθωμανική αυτοκρατορία, αποτέλεσαν το περίγραμμα των
ελληνικών υπολογισμών και ελπίδων. Η σύνδεση της Ρωσίας με τους ελληνικούς
πόθους για απολύτρωση εξετόπισε τις προσδοκίες, οι οποίες σε προγενέστερες
περιόδους είχαν επικεντρωθεί στην πολιτική και υποδαυλιστεί από την
προπαγάνδα άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αυστρίας και της
Βενετίας (3). [...]
Στο φως των εξελίξεων, η
παραδοσιακή ελληνική ελπίδα για απολύτρωση του γένους διαμορφώθηκε σε ένα
νέο όραμα, που κυριάρχησε στην πολιτική σκέψη διαδοχικών γενεών
Ελλήνων λογίων και λαϊκών ή εκκλησιαστικών ηγετών. Η λύτρωση του γένους
αναμενόταν να προέλθει από την επέμβαση της "Τρίτης Ρώμης", όπου είχε
μετατοπιστεί η ισχύς της ορθόδοξης αυτοκρατορίας. Αυτός ο πολιτικός
υπολογισμός ήταν προικισμένο με τη δυναμική της πλατιάς λαϊκής απήχησης, που
οφειλόταν στην διασύνδεση της νέας ανάγνωσης των δυνατοτήτων της διεθνούς
ζωής με την ψυχολογική ισχύ της χρησμοδοτικής παράδοσης.[...]
Η αποφασιστική σύνδεση της ρωσικής
προσδοκίας με την παράδοση του προφητικού χιλιασμού πραγματοποιήθηκε στις
μεσαίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα, ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας
του Θεόκλητου Πολυείδη, "Ἀρχιμανδρίτου Πολυανῆς",
ο οποίος εγκατέλειψε την εκκλησιαστική του διακονία στη Μακεδονία για να
ταξιδέψει στην Κεντρική Ευρώπη στις δεκαετίες του 1720 και του 1730. Η τροπή
των στρατιωτικών και διπλωματικών γεγονότων στην Ανατολική Ευρώπη εκείνης
της εποχής είχε δημιουργήσει ένα κλίμα που ευνοούσε την επανεξέταση του
ελληνικού προβλήματος. Οι ήττες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίες
επικυρώθηκαν από τις συνθήκες του Κάρλοβιτς (1699) και του Πασάροβιτς
(1718), και ο πρώτος ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1736-39 ενθάρρυναν για πρώτη
φορά υπολογισμούς σχετικά με τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να προέλθουν
για το ελληνικό γένος από τις συνέπειες αυτών των αναστατώσεων. Μέσα σ’ αυτό
το πλαίσιο, ο Πολυείδης προσπάθησε να προωθήσει την ελληνική υπόθεση
προσδιορίζονταν τις ευνοϊκές διεθνείς συγκυρίες, των οποίων μπορούσαν να
επωφεληθούν οι Έλληνες. Την ίδια εποχή, παράγοντας ο ίδιος ένα νέο είδος
χρησμοδοτικής φιλολογίας, προσπάθησε να διαπλάσει κατάλληλα τη δεκτικότητα
της λαϊκής ψυχολογίας, ώστε να παρακινηθούν οι ελληνικές μάζες να συμπράξουν
με τους Ευρωπαίους αντιπάλους των Οθωμανών, σε περίπτωση που οι ισχυροί της
εποχής ανταποκρίνονταν στα ελληνικά αιτήματα. [...]
Επίκεντρο των εκδηλώσεων του προφητικού
χιλιασμού ήταν ο φάρος της Ορθοδοξίας και της παραδοσιακής παιδείας, το
Άγιον Όρος. Ο Πολυείδης αφομοίωσε+ αυτές τις επιδράσεις κατά τη διάρκεια της
παραμονής του στον Άθω (4) [...] το μήνυμα των προφητειών του είχε πλατιά
απήχηση στα αισθήματα και στη φαντασία των συμπατριωτών του. Οι προφητείες
του κυκλοφορούσαν υπό το μυθώδες όνομα του "μακαρίου
Ἀγαθαγγέλου" και διαδόθηκαν πλατιά σε χειρόγραφα σε
όλον τον ελληνικό κόσμο κατά τη διάρκεια του δεύτερου ημίσεως του δέκατου
όγδοου αιώνα.». (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 169-172,175, 177-178)
Ο ακραίος διαφωτισμός του
εξωτερικού, δεν μπορούσε να αποδεχθεί
ουσιαστικό πολιτικό ή άλλο βαρύνοντα κοινωνικό ρόλο εις την Εκκλησία. Έτσι εξ ανάγκης ο δικός της
παρηγορητικός λόγος έπρεπε να κατακεραυνωθεί:
«Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ
παρηγορία σας!», σελ. 121
Η κατάπαυση της όποιας εκκλησιαστικής παρηγοριάς, ξεπερνούσε κάθε έλεγχο
της λογικής, αφού υπεισέρχονταν κι εις στο χώρο της βουλήσεως του Θεού, με μια
ορθολογική μανία που θυμίζει άθεο της σύγχρονης εποχής:
«Ἐμπόδισε [ὦ πατριάρχα] τὰ θαύματα, διὰ
νὰ ἐξαλείψῃς τὴν δεισιδαιμονίαν», σελ. 124
Η «δεισιδαιμονία» των
διαφωτιστών, ήταν πολλές φορές ο χώρος εις τον οποίο κινείται ο ίδιος ο Θεός,
παρεκτός βεβαιωμένης πλάνης.
Τα θαύματα σε κάθε εποχή, δύσκολη ή εύκολη, είναι
εξαιρετικά παρήγορα για τον κάθε πιστό· διότι είναι το ίδιο το ενδιαφέρον ενός
ανωτέρου πλάσματος προς τα κατώτερα. Όμως τόση θεολογική «λογικὴν» είχαν οι διαφωτιστές με την «ἀπελπισίαν»
των Ελλήνων Ρωμιών, ώστε ζητούσαν να φύγει παντελώς ο Θεός από το Ποίμνιό Του. Βεβαίως
εκείνοι δεν πίστευαν, ούτε πιστεύουν, προς τούτο κάθε επέμβαση του Θεού
αναγκαστικά είναι, κι ήταν, μια «ἀπάτη τῶν μοναχῶν»
γι’ αυτούς.
Ευτυχώς για τους υποδούλους, οι μοναχοί
δεν εμπλέκονταν, ούτε εμπλέκονται σε
κάθε είδους τέτοια «δεισιδαιμονίαν».
Σημασία παρηγοριάς για τον υπόδουλο ελληνισμό
Η σημασία της ψυχολογικής και πνευματικής παρηγοριάς σε μια
τόσο δύσκολη κατάσταση ως ήταν η Οθωμανική κυριαρχία, ήταν βαρύνουσας σημασίας.
Ο αυτός κατήγορος «Ἀνώνυμος Ἕλλην» είχε δηλώσει πως ο
απαρηγόρητος δύνανται να οδηγηθεί εις την «αὐτοχειρίαν»,
ως ανωτέρω ελέχθη:
«Διὰ νὰ φυλαχθῇ ὅμως τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς τοσαύτας δυστυχίας, καὶ διὰ
νὰ μὴν
αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι, ὄντες ὑπὸ τῆς δουλείας, τὸ ὑπέρτατον Ὂν ἐμφύτευσεν
εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων μίαν κλίσιν πρὸς τὸ βελτίον, δηλαδὴ τὴν ἐλπίδα,
ἐπειδὴ μοῦ φαίνεται ἀδύνατον, ὦ Ἕλληνες, νὰ ἠμποροῦσε νὰ ζήσῃ ὁ δυστυχής, καὶ μᾶλλον
ὁ δοῦλος οὔτε μίαν ἡμέραν, ἂν αὐτὸ τὸ φυσικὸν δῶρον, αὐτή, λέγω, ἡ ἐλπὶς δὲν ἤθελε
τὸν παρηγορῇ διηνεκῶς, καὶ δὲν ἤθελε τοῦ βαστᾶ, διὰ νὰ εἰπῶ οὕτως, τὴν θανατηφόρον
μάχαιραν, τόσας φοράς, ὁσάκις ἡ δυστυχία του τὸν βιάζει, νὰ τὴν κινήσῃ ἐναντίον
του.», σελ.
43
Ο στοχασμός του «ἐναρέτου φιλοσόφου
Ἕλληνος», για τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα», διαφωτιστή Κοραή, «είχε πλήρη συνείδηση τόσο στη
δύναμη της θρησκείας όσο και της επιρροής της εκκλησίας, ως πηγής παρηγοριάς και
ελπίδας και ως παράγοντα ηθικής και πνευματικής αγωγής των λαϊκών μαζών»,
(Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 416)
Οι ξενιτεμένοι Έλληνες, ως ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» παρότι οι ίδιοι παρηγορημένοι από τα υλικά αγαθά υποβίβαζαν με
πολιτική μέθοδο όχι
μόνο τις χριστιανικές παρηγοριές, αλλά και τις ίδιες αυτές πόλεις μέσα εις τις οποίες οι
ίδιοι οι διαφωτιστές παρηγορούνταν με την ευμάρεια των:
«οἱ Σουλιῶτες, ἄνδρες [...], ἔζουν εὐτυχεῖς μακρὰ ἀπὸ
τὴν πολυτέλειαν καὶ κακοήθειαν τῶν διεφθαρμένων πολιτειῶν», σελ. 36
Τετρακόσια (400) χρόνια παρηγοριές
Η διαφωτιστική αναίδεια του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» είναι εξαιρετικά ευμεγέθης, όχι γιατί αντιστέκεται εις τις
παρηγοριές της Εκκλησίας εις την εποχή του, αλλά γιατί δεν εξέφρασε ποτέ, όπως
τόσοι άλλοι διαφωτιστές, ένα ελάχιστο τόσο δα μικρό ευχαριστώ σε μια Εκκλησία, η
οποία είχε το δυσβάστακτο ρόλο της παρηγοριάς ολάκερων εθνών, όταν οι καιροί ήσαν
δύσκολοι για τέσσερις αιώνες. Από την εποχή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης
μέχρι την εποχή των διαφωτιστών είχαν περάσει πάρα πολλά έτη:
«Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἀδελφοί μου, εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὅταν πρὸ 453 χρόνων
ἀπὸ τὴν σήμερον, ἡ αὐτὴ δεισιδαιμονία καὶ ἡ ἀμάθεια εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς ὑψηλὸν
θρόνον ἕνα ἀχρεῖον Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος ὥρμησε μὲ τὰ ἅρματα τοῦ ψεύδους καὶ τῆς πλάνης,
καὶ ἐκυρίευσεν σχεδὸν τὸ τέταρτον μέρος τῆς γῆς.», σελ. 75
Αν η Εκκλησία είχε φροντίσει για ολάκερα 453 χρόνια, αντί
να παρηγορεί τους Έλληνες, να τους οδηγεί διαρκώς εις την «ἀπελπισίαν»
ως οι διαφωτιστές ήθελαν, ώστε οι πρώτοι να επαναστατούν παντού και πάντα, τότε
ο ελληνισμός θα είχε καβουρδιστεί υπερβολικά εις την «κάμινον
τοῦ πολέμου» έχοντας καεί ολοσχερώς.
Άλλωστε, μια τέτοια απαίτηση
διαρκούς επαναστατικού κλίματος κατόπιν διαρκούς απελπισίας, είναι παραπάνω από
ανισσόροπη κοινωνικά και στρατιωτικά ομιλώντας. Το παράδειγμα του επαναστάτη
ιεράρχη «Σκυλοσόφου», αλλά κι άλλων, είχε δείξει πως
δεν ήταν δυνατές οι χωρίς σοβαρές προϋποθέσεις εξεγέρσεις, οι οποίες
καταπνίγονταν πολύ άγρια στο αίμα. Ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
το γνώριζε πάρα πολύ καλά, εφόσον είχαν προηγηθεί της εποχής του οι ανεκπλήρωτες
βοήθειες Ρώσων και Γάλλων:
«Ἴσως, τέλος πάντων, προσμένετε νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν κανένας ἀπὸ τοὺς ἀλλογενεῖς
δυνάστας; Ὦ Θεέ μου! Ἕως πότε, ὦ Ἕλληνες, νὰ πλανώμεθα τόσον ἀστοχάστως; Διατί νὰ
μὴν στρέψωμεν καὶ μίαν φορὰν τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὰ ἀπελθόντα, διὰ νὰ καταλάβωμεν
εὐκολώτερα καὶ τὰ μέλλοντα;», σελ. 141
Μα δεν είναι μόνο αυτό· ο ίδιος πάλι ο συγγραφέας γνώριζε
περίφημα πως οι καιροί δεν ήσαν όλοι ίδιοι για μια εξέγερση (Πρβλ. στην απάτη «Δύο
αίτια» την ενότητα «Θεωρία των «καταλλήλων
καιρῶν» VS Θεωρία 2 αιτίων»): «Ἡ κατάπεισις γεννᾶται, βέβαια, ἀπὸ τὴν
ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, πρέπει τινὰς νὰ τὴν ἐκφωνήσῃ ἐν καιρῷ τῷ
δέοντι», (Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία,
σελ. 139)
Κι ο Αδαμάντιος Κοραής πίστευε πως ο καιρός της παρηγοριάς
είχε περάσει εις την δική του εποχή:
«Δύο θεμελιώδη ιστορικά γεγονότα είχαν
αποδειχθεί κατά τον Κοραή τα αποφασιστικά αίτια, που επιτάχυναν τις διαδικασίες
αυτές και επέτειναν τον αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία και στα ελληνικά
πνεύματα, περί τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Το πρώτο από αυτά τα γεγονότα
ήταν η νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών στον πόλεμο του 1768-1774. Η έκβαση του
πολέμου αποτελούσε τη ζωντανή επιβεβαίωση της αδυναμίας της άλλοτε τρομερής
αυτοκρατορίας των Οθωμανών, που είχαν πανικοβάλει τις δυνάμεις της Ευρώπης στο
παρελθόν. Οι ρωσικές επεμβάσεις στην Ανατολή έδειχναν στους Έλληνες ότι οι
άγριοι δεσπότες του δεν ήταν αήττητοι και έτσι τους έφεραν σε επίγνωση της
δυνατότητας της ελευθερίας. Το άλλο δραματικό γεγονός που ενέτεινε τον άνεμο της
αλλαγής στην Ανατολή ήταν η Γαλλική Επανάσταση.»,
(Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 390-391)
Άλλωστε χωρίς τη Γαλλική επανάσταση των «κατάλληλων
καιρῶν» ο Κοραής κι οι οπαδοί του δεν θα μπορούσαν να εκδίδουν τις
απόψεις τους στην Ευρώπη τόσο εύκολα. Οι προτροπές «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» προς τους ευεργέτες αυτό έδειχναν· στην δική του σκέψη επανάσταση δίχως την παρουσία «ἀρίστων συμπολιτῶν»,
που γεννήθησαν σε «κατάλληλους καιροὺς»
ήταν αδύνατη:
«Ὢ τῆς ἀναισχυντίας σας, ἀχάριστα
τέκνα τῆς πατρίδος! [...] προσμένετε νὰ ἐλευθερωθοῦν μόνοι τους, καὶ
ἔπειτα νὰ ὑπάγητε ἐσεῖς, νὰ εὕρητε ἕτοιμα τὰ ἀγαθά, καὶ νὰ χαρῆτε πάλιν, κατὰ τὸ
συνηθισμένον σας, εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων;
Φεῦ! Τὸ πρῶτον εἶναι ἀδύνατον...»,
σελ. 140
Αν λοιπόν ήταν αδύνατη η επανάσταση δίχως τους «ἀρίστους
συμπολίτας» κι ο ελληνικός λαός παρέμενε υπό «τὴν τυραννίαν»
ως τίνα άνθρωπο «ἄρρωστον», δίχως «ἰατρούς»,
τότε η εκκλησία δεν έσφαλε σε τίποτα σαν παρηγορούσε, εφόσον δεν υπήρχε
περίπτωση ιάσεως.

|

|

|
|
Η
Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να ακολουθεί τον δρόμο για «τὴν
ἀπελπισίαν» των Μ.Μ.Ε. της «ὑψηλῆς
τηλεθέασης», ούτε το ρόλο των πολιτικών με τις διαρκείς
προσκλήσεις για εξέγερση σε περιόδους κρίσεων ή κατοχής (βλ.
κάτωθι εικόνες). Πόσο μάλλον των αντιχριστιανών ακραίων
διαφωτιστών.
Η Εκκλησία ήταν κι είναι κυρίως «παρηγορητικὸς»
παράγων, παρά αντιδραστικός. Αν η Εκκλησία αναλάμβανε το ρόλο
του υποκινητή των πολιτικών ή των εθνικών εξεγέρσεων, δεν θα ήτο
εκκλησία του Θεού, αλλά υποχείριο της κάθε ανθρώπινης πολιτικής
ή εθνικής άποψης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Θα πρέπει εδώ άλλωστε ο αναγνώστης να θυμηθεί την πολιτική/εθνική
μειοδοσία των Εβραίων έναντι του Ιησού (Πρβλ. απάτες «Οι
Εβραίοι & οι Εβραίοι» & «Η Ηθική & η Ηθική»).
Με αυτήν δε διέφεραν σε τίποτα οι
ακραίοι διαφωτιστές κι οι πλανεμένοι ακόλουθοι τους, αφού αντέγραφαν τη
στάση εκείνων των «λαδωμένων» πολιτικών Εβραίων που είχαν
τοποθετήσει οι Ραβίνοι τα χαράματα στη στημένη δίκη του Χριστού, κι ήταν πρόθυμοι να επιλέξουν την πολιτική επανάσταση (Βαραββά)
έναντι του Σωτήρα των ψυχών Ιησού Χριστού.
Ο Χριστιανισμός δεν ήταν πολιτική επανάσταση, του
ενός «συστήματος» έναντι του άλλου,
αλλά ήταν επανάσταση του ανθρώπου ενάντια στον εαυτό του:
Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιστ΄ «24
Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπεν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου
ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ
ἀκολουθείτω μοι. 25 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δʼ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ,
εὑρήσει αὐτήν. 26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον
κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος
ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; »
Αν όλοι είχαν νικήσει την επανάσταση ενάντια στον
εαυτό τους, τότε όλα τα
πολιτικά συστήματα θα λειτουργούσαν άψογα με «ἀγάπη».
Πρβλ. την ενότητα «Η
απάτη του παραμυθένιου πολιτεύματος»
Πηγή Φώτο: http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε
|

|

|

|

|

|

|
|
«Είμαστε άνθρωποι. Δεν
είμαστε αριθμοί». Ποιός όμως μπορεί να καθορίσει τι είναι
άνθρωπος, πέρα από τον ίδιο τον Δημιουργό;
Οι περισσότεροι άνθρωποι που εμπλάκηκαν εις
την πολιτική, διανοήθηκαν ότι μπορούν να αλλάξουν τους
υπολοίπους με κανόνες, νόμους, μέτρα και σταθμά, με τη βία, τους
φόνους ή την καταστολή. Άλλοι ενεπλάκησαν, κι αυτοί είναι οι
περισσότεροι, για προσωπικούς κερδοσκοπικούς σκοπούς ή από οίηση
και κενοδοξία.
Καίτοι οι ρυθμίσεις ή οι νόμοι μπορούν να
φέρουν μια καλύτερη λειτουργία ενός συστήματος, το ζήτημα
χωλαίνει πάντα στα ίδια τα πάθη του ανθρώπου και την ίδια την «ἡθικὴν»
του, αμαρτωλή προς το Θεό, συμπεριφορά ή «διαφθορὰ».
Οι «μὲν» επιζητούν να αλλάξουν τους «δὲ»
κι ο «τάδε» τον «δείνα».
Μέσα τους όμως επιζητούν για τον εαυτό τους, την «εὐκολίαν
εἰς τὸ κέρδος καὶ εἰς τὸν βίον».
Πλειάδα από «ἐθνοσωτήρες»
και «κοσμοσωτήρες» αστόχησαν, αστοχούν
και θα αστοχούν. Όσο κανείς δεν προσπαθεί να αλλάξει πρώτα τον
ίδιο του τον εαυτό προς το καλύτερο, είναι άτοπο να ζητά να
αλλάξουν οι άλλοι ή να τους αλλάξει ο ίδιος.
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»,
μαζί με τους διαφωτιστές, επιζητούσε από μια Εκκλησία ανθρώπων
να μην είναι «διεφθαρμένη»· την ίδια
ώρα εκείνος μπορούσε να κατηγορηθεί για «διαφθορὰ»,
όσο πλούμιζε το γραπτό του με πλειάδα
κατασκευασμένων κατηγοριών και ψεμάτων, υιών της
αντικληρικαλιστικής του εμπαθείας, που του είχαν επισυνάψει οι
δεύτεροι.
Πηγή Φώτο: http://www.tvxs.gr/webtv/ντοκιμαντέρ/οικονομική-κρίση-και-μμε
|
Η πολεμική του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» ενάντια στην Εκκλησιαστική παρηγοριά
«Ἐσεῖς
φωνάζετε μὲ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ λέγετε: «Ἀγαπητοί, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσεν τὴν ὀθωμανικὴν
τυραννίαν, διὰ νὰ μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, καὶ παιδεύοντάς μας εἰς τὴν
παροῦσαν ζωήν, νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ μετὰ θάνατον ἀπὸ τὴν αἰώνιον κόλασιν». Ὦ ἐχθροὶ
τῆς ἀληθείας, τουτέστι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ! Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν
σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν
καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ
νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν
ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον; [...] Τί ἄλλο λέγουσιν οἱ φίλοι ἑνὸς υἱοῦ, ὁποὺ
ἔχει τὸν πατέρα του ἄρρωστον, εἰμὴ ὅτι νὰ ἐλπίζῃ, νὰ κράξῃ ἰατρούς, καὶ νὰ προσπαθήσῃ
νὰ τὸν ἰατρεύσῃ; Διατί καὶ ἐσεῖς δὲν λέγετε τὰ ἴδια πρὸς τοὺς Ἕλληνας διὰ τὴν ἀσθενῆ
πατρίδα των, ἀλλὰ συμβουλεύετε ὅλον τὸ ἐναντίον ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ εὐαγγέλιον παραγγέλλει;
Ἐσεῖς οὐχί, οὐχί! δὲν εἶσθε ποιμένες, οὔτε ὁδηγοὶ τοῦ φωτός, ἀλλὰ λύκοι, καὶ ἡ καθέδρα
τοῦ σκότους εἶσθε, ὦ ψεῦσται καὶ ὑποκριταί. Ἕως πότε ἡ ἀμάθεια θέλει καλύπτει τὴν
μιαράν σας ψυχὴν μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ὑποκρισίας;»,
σσ. 120-121
Αυτή η ερμηνεία του «Ἀνωνύμου τοῦ
Ἕλληνος» θα μπορούσε να ευσταθεί περισσότερο αν δεν υπήρχαν οι
προφητείες του Αγαθάγγελου για την «Ἀνάστασιν τοῦ Γένους»,
τις οποίες ο ίδιος προσπερνά· πλαισιωμένη από τις προφητείες αυτές, η
παρηγοριά της Εκκλησίας, ήταν σαν μια «παραμυθία»
για έναν «ἄρρωστον» για τον οποίο κανείς δεν
έβρισκε «νὰ κράξῃ ἰατρούς». Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» θα το παραδεχθεί αυτό, τονίζοντας δια μέσω και της ανωτέρω
απουσίας των «φωτισμένων» ότι:
«ἡ προθυμία των [Ἑλλήνων] εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι
ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι
ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154
Όταν δεν υπάρχει γιατρός, τότε η παρηγοριά είναι το πιο
ανακουφιστικό μέσο εις ένα ασθενή· διότι η στάθμευση εις την απελπισία άνευ
τρόπου ιάσεως, επιφέρει τον κίνδυνο να «αὐτοφονευθοῦν οἱ περισσότεροι»
είτε από «ἀπελπισίαν» είτε από
απελπισμένη επανάσταση· και την απελπισμένη επανάσταση δεν την
επιθυμούσαν μήτε οι πιο «φωτισμένοι» διαφωτιστές:
«Ο δρόμος προς την ελευθερία έπρεπε να
περάσει πρώτα από τη νίκη κατά της αμάθειας και την κατάλυση του βασιλείου του
σκότους. [...] Η πολιτισμική ανανέωση και ο Διαφωτισμός αντιμετωπιζόταν ως
τμήματα μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, η οποία περιέκλειε την
πολιτική ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία ως τελικούς αν και σχετικά
απομακρυσμένους στόχους.
Πριν οι σαφώς πολιτικοί, και εμφανέστερα
ανατρεπτικοί στόχοι μπορέσουν να γίνουν αντικείμενο ρεαλιστικής θεώρησης και
επιδίωξης, ο Κοραής επέμενε ότι το έθνος όφειλε να φτάσει στην ωριμότητα μέσω
της κατάλληλης εκπαιδευτικής προετοιμασίας. Και σ’ αυτή του την άποψη ο Κοραής δεν παρεξέκλινε από τις απόψεις των Ιδεολόγων, που θεωρούσαν ότι η πολιτισμική και η
πολιτική υπόσταση μιας κοινωνίας είναι αλληλένδετες και προσαρμόζονται η μία
προς την άλλη. [Πρβλ. Gusdorf, Introduction aux sciences humaines, σελ. 274] Συνεπώς η εκπαίδευση θα ’πρεπε να εξαπλωθεί όσο το δυνατόν πιο
πλατιά μεταξύ των νεότερων Ελλήνων, οι οποίοι, με αυτόν τον τρόπο, θα
εξοικειώνονταν με την παιδεία του Διαφωτισμού και με τους κλασσικούς της αρχαίας
κληρονομιάς τους», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 394-396)
Η ενθουσιώδη «νεοφώτιστη»
πίεση του «Άνωνύμου τοῦ Ἕλληνος» για μια επανάσταση
με όλα τα κόστη, ήταν τόσο «φωτεινὴὴ»,
ώστε παρότι ζητούσε στους άλλους να ακροάζονται τον Κοραή («Ἀκροασθῆτε τὰς συμβουλὰς τοῦ νέου Ἱπποκράτους, τοῦ ἐναρέτου φιλοσόφου Ἕλληνος,
τοῦ ἐν Παρισίοις, λέγω, κυρίου Κοραῆ.», σελ. 127»), ο ίδιος δεν τον «ἀκροάζετο»:
«Μὴν στοχάζεσθε λοιπόν, ὅτι χρειάζονται αἰῶνες, διὰ νὰ καλλωπισθῇ τὸ γένος μας
καθὼς πρέπει. Οὐχί, ὦ Ἕλληνες! Τὸ νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ νὰ καλλωπισθῇ εἶναι τὸ αὐτό,
καὶ θέλει ἀκολουθήσει εἰς τὸν ἴδιον καιρόν. Μὴν σᾶς φοβίσουν τὰ μέσα, ὅ,τι λογῆς
καὶ ἂν εἶναι· ἀποβλέψατε μόνον εἰς τὸ χρηστὸν τέλος. Ὁ καλὸς ναύτης ταξιδεύει μὲ
ὅλους τοὺς ἀνέμους. Οὕτως καὶ ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑλλάδος, εἰς κάθε περίστασιν, ὁποὺ
τὸ τυχὸν διορίσῃ, ἠμπορεῖ πάντοτε νὰ διοικήσῃ καλῶς, ὡσὰν ὁποὺ ὁ σκοπός του εἶναι
ἕνας, ἓν τὸ τέλος του, λέγω τὸ κοινὸν ὄφελος.», σελ. 162
Πρβλ. στην απάτη «Δύο αίτια» την
ενότητα «Θεωρία των «καταλλήλων
καιρῶν» VS Θεωρία 2 αιτίων»
Το ξεγύμνωμα της Διαφωτιστικής υποκρισίας κατά της
Εκκλησίας (Αντικληρικαλισμός)
Αν κι ο διαφωτισμός
ασχολούνταν με την λογική θεμελίωση των επιχειρημάτων του επιφανειακά, δεν
μπορούσε να θεμελιώσει αυτά εις βάθος. Διότι από το απύθμενο αυτό «σκοτεινὸν
βάθος τῆς ἀβύσσου» εξέρχονταν συγκεκριμένες κατευθυντήριες αρχές, και
συγκεκριμένα αντικληρικαλιστικές, οι
οποίες έπρεπε να ακολουθηθούν «πάσῃ θυσίᾳ» · ειδάλλως
δεν θα επρόκειτο περί διαφωτισμού, αλλά περί άλλης τινά ιδεολογίας.
Ανωτέρω φάνηκε πολύ ξεκάθαρα πως ο διαφωτιστής «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» δεν επιθυμούσε ο Ρωμαίικος λαός να ανακουφίζεται από τα βάρη της
δουλείας, διότι η «ἀπελπισία» είναι «ἄφευκτος καὶ βεβαία ὁδὸς τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος».
Ζητούσε λοιπόν οι ξενιτεμένοι ευεργέτες της Ελλάδος να μην ανακουφίζουν τους
Έλληνες αποστέλλοντας βοήθεια:
«Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἀνωτέρω πόσην ὀλίγην ὠφέλειαν, μᾶλλον δὲ ζημίαν, προξενοῦσι τὴν
σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ εὐεργεσίαι σας.»,
σελ. 129
Αν λοιπόν ο διαφωτισμός
ημπορούσε να θεμελιώσει σε βάθος την επιχειρηματολογία του, τότε δεν θα ’πρεπε να δυσανασχετεί
με τους μοναχούς ή τους κληρικούς όταν αυτοί «ἔκλεπτον» τους
λαϊκούς· γιατί με την «κλοπὴν» αυτήν, οι
τελευταίοι θα έπρεπε να «ἀπελπίζοντο» περισσότερο,
οδηγούμενοι εξ αυτής προς επανάσταση, που οι «διαφωτισταί»
απαιτούσαν ως απεδείχθη ανωτέρω «μετὰ πάσης ξηροκαμπίας»
κι νεοφώτιστου ενθουσιασμού:
«Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται
καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια - δι᾿ ὧν κατωτέρω ρηθήσεται
- μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ
δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας,
οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ
κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον,
νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.», σελ. 116
Δεν είναι όμως μόνο αυτό το παράδειγμα που στελεχώνει
την απόδειξη της διαφωτιστικής αντικληρικαλιστικής λύσσας για το ζήτημα της
παρηγοριάς. Ίσως ο αναγνώστης να έχει μελετήσει τις προσπάθειες του
συγγραφέως της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» εις την
εκτόξευση κατηγοριών εις το Μυστήριο της
Ιεράς εξομολογήσεως. Εκεί, σ’
αυτό το Μυστήριο, επιθυμούσε οι κληρικοί να διδάσκουν πολιτική κι
επαναστατικές ιδεολογίες:
«Φεῦ! Ἴσως τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν ἀποκριθῇ, ὅτι «πῶς νὰ κηρύξωμεν ἐπ᾿ ἄμβωνος
τὰ τοιαῦτα; Δὲν δυνάμεθα, φοβούμεθα». Ἔ! δοῦλε ἄπιστε τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἀπαρνήθης
ἴσως ἐσὺ τὸν κόσμον, ὅταν ἐνδύθης τὸ φόρεμα τῆς ἱερωσύνης; Δὲν ἔταξες ἴσως ἐσύ,
ψεῦστα καὶ πλάνε, νὰ θυσιάσῃς τὴν ψυχήν σου διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν προβάτων σου; Ἀλλὰ
ἐγὼ δὲν ζητῶ τόσον ἀπὸ τὴν δειλήν σου ψυχήν! Καὶ ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν τολμεῖς ἐπ᾿ ἄμβωνος
νὰ λαλήσῃς τὴν ἀλήθειαν, καθὼς προφασίζεσαι, εἰπέ την κἂν κατὰ μόνας τῶν τόσων καὶ
τόσων, ὁποὺ ἐξομολογεῖς, δίδαξέ τους τὸ ἀνθρώπινον εἶναι, δίδαξέ τους τὴν ἀληθῆ
πίστιν τῶν χριστιανῶν, μάθε τους ὁποίων εἶναι ἀπόγονοι, ἀπόδειξόν τους πόσων κακῶν
πρόξενος εἶναι ἡ τυραννία, καὶ παῦσον μίαν φορὰν ἀπὸ τὴν μονοτονίαν καὶ ταυτολογίαν.»,
σελ. 122
Αυτή η προτροπή του είναι σύμφωνη με τις παρούσες
κατηγορίες για την παύση της όποιας «παρηγορίας»
από τους εκκλησιαστικούς προς τους λαϊκούς.
Δυστυχώς γι’ αυτόν και την ασάφεια του
αντικληρικαλιστικού δόγματος που ακολουθούσε, προκειμένου να επιτίθεται εις
τους κληρικούς «ἐπὶ παντοίας εὐκαιρίας», ως
κατεχόμενος από «ὑστερικὴν λύσσαν» ή «παροξυσμὸν»,
σε άλλη «ξυλοσοφικὴν» παράγραφό του, όπου επιθυμεί
ανεπιτυχώς να «ἐλέγξει» ηθικά τους «ὁμόθρησκοὺς»
του, θα παραδεχθεί αντιθέτως ότι η εξομολόγηση είναι νομοθετημένη για την παροχή «παρηγορίας»,
κι όχι δηλαδή για τη δημιουργία «ἀπελπισίας»· για
να αποδείξει μάλιστα τους ισχυρισμούς του θα επικαλεστεί,
υποκριτικά
εννοείται, τον Ιησού Χριστό, τους Αποστόλους και τους φιλόσοφους Πατέρες:
«Ὦ γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὦ δίκαιοι Ἀπόστολοι! Ὦ φιλόσοφοι Πατέρες! Ποῦ εἶσθε τὴν σήμερον,
νὰ ἰδῆτε τοὺς ἀπογόνους σας, καὶ νὰ συγκλαύσητε, μαζὶ μὲ ὅσους τὴν ἀλήθειαν γνωρίζουσι,
διὰ τὴν ἀθλιότητά τους; Ἐσεῖς ἐπαραγγείλετε τὴν νηστείαν, διὰ νὰ χαλινώσητε ὁπωσοῦν
τοὺς γαστριμάργους, αὐτοὶ ἀναθεματίζουσι καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, ὅταν κρεοφάγωσι. Ἐσεῖς
ἐδιωρίσατε τὰς ἐλεημοσύνας, διὰ νὰ στερεώσητε τὴν ἀρετήν, αὐτοὶ δὲ ἁρπάζουσι καὶ
ἀπὸ πλουσίους καὶ ἀπὸ πτωχούς, ὅσα περισσότερα δυνηθῶσι. Ἐσεῖς ἐνομοθετήσετε τὴν
ἐξομολόγησιν, διὰ νὰ παρηγορῆτε τοὺς λυπημένους καὶ βασανισμένους, διὰ νὰ νουθετῆτε
τοὺς χρείαν ἔχοντας καὶ ἀμαθεῖς, αὐτοὶ δὲ τὴν ἐνεργοῦσι διὰ μόνην περιέργειαν εἰς
τὸ νὰ μάθωσιν τὰ ξένα πράγματα, καὶ ἔπειτα νὰ τὰ κοινολογοῦσι, ὄχι μόνον ὅταν τοὺς
ὠφελῇ, ἀλλὰ ὅταν δὲν τοὺς βλάπτῃ»,
σελ. 343
Ακόμη μια φορά λοιπόν διαπιστώνει άπλετα ο αναγνώστης
πως ο «Νομαρχιακὸς Παραλογισμὸς» της υποκρισίας,
νικά όλες εκείνους τους αφορισμούς του Διαφωτισμού για τους πολιτικούς του
αντιπάλους:
α. «Ποῖος Ἐσκαριώτης σᾶς ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν,
νὰ προφέρητε τοιαύτην παρηγορίαν, ὅταν δὲν ἠξεύρετε νὰ τὴν ἐξηγήσητε, ὦ ἀναίσχυντοι;
Τὰ ἁμαρτήματα, ἴσως, παιδεύονται μὲ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὦ ἄφρονες; Δὲν στοχάζεσθε,
πόσον ἀτιμεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ τοὺς
παραλογισμούς σας;», σελ. 121
β.. «Ὤ! πόσον ἄξιοι γέλωτος εἶναι, τῇ ἀληθείᾳ, ὅταν τοὺς βλέπῃ
τινὰς εἰς τὰς συναναστροφάς των! Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰσφέρουσι καὶ τὰ εἴδωλα τῆς
ἀτιμίας των. Ἡ εὐγένειά των δὲ κρίνει πρᾶγμα οὐτιδανόν, τὸ νὰ συντροφεύσῃ ἢ νὰ συνομιλήσῃ
ὁ ἄνδρας μὲ τὴν γυναῖκα του, ἀλλὰ κάμνουν ἀλλαγὴν ἀνάμεσόν τους. Ἡ συνομιλία των
δὲ συνίσταται, εἰς τὸ νὰ διηγῆται ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μὲ μίαν ἀνέκφραστον ὑπομονήν,
τὴν ἀξιότητα τοῦ ἐνδυτοῦ του, ἢ τὴν ἀμάθειαν τοῦ παπουτζῆ του, ἢ τὴν ὡραιότητα τῶν
ἀλόγων του, καὶ πλέον δὲν σιωπῶσι, παρὰ ὅταν καμμία ἀπὸ τὰς εὐγενεῖς, ἀφοῦ κλωθογυρισθῇ,
καὶ μὲ μεταφυσικὴν προητοιμασίαν καταδεχθῇ νὰ εἰπῇ κανένα παραλογισμόν, καὶ τότε,
καθεὶς ἀπὸ αὐτούς, βιάζεται νὰ πρωτοειπῇ τὸ ναί, διότι, αὐτοὶ στοχάζονται διὰ χυδαῖον
πρᾶγμα, νὰ ἐναντιωθῇ τινὰς εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν γυναικῶν, ὁποὺ αὐτοὶ κράζουσι κυρίας
των.», σελ. 69
γ. «Ποῖος, λέγω, νὰ ἀποκριθῇ τοῦ μητροπολίτου, ὅταν ἐξαπλωμένος εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ
οἰκίσκου καὶ χαϊδεύοντας τὸ γένειόν του, ἐκφωνῇ κανένα ἀρχιεπισκοπικὸν παραλογισμόν,
καὶ οἱ λοιποὶ ὁμοφώνως λέγουσι εὐθὺς τὸ ναί, ἂν ἐσεῖς λείπετε; Ὦ ἀγαπητοί, διατί
δὲν τὸ στοχάζεσθε;», σελ. 139
δ. «Πῶς θέλεις νὰ σὲ ἀγαπήσῃ ἡ συμβία σου καὶ νὰ σὲ τιμήσῃ,
ὅταν ἔμπροσθέν σου κατηγορῇ τὸ γένος σου, καὶ ἐσύ, ἀναίσχυντε, τὸ ἀκούῃς μὲ ἄκραν
ἀδιαφορίαν. (Ἡ εἰρωνία, πρὸς τούτοις, εἶναι τὸ πρῶτον προτέρημά
των, καὶ ἐπειδὴ τινῶν μὲν τὸ σέβας, ἄλλων δὲ ἡ ἀμάθεια, ἐμποδίζει κάθε ἐναντιωτικὴν
ἀπόκρισιν, αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι καλῶς λέγουσι ὅ,τι καὶ ἂν λέγουσι. Καὶ τὰς περισσοτέρας
φορὰς δὲν ἀνοίγοσι τὸ στόμα των, χωρὶς νὰ προφέρωσι, ἢ
ἓν ψεῦμα, ἢ ἕνα παραλογισμόν.)»,
σελ. 133
Τύραννοι & Τύραννοι, ήτις διπλή τυραννία
Ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» είχε βαπτίσει
τους έλληνες του εξωτερικού που παρηγορούσαν τους ομοεθνείς τους, «τυράννους»
, ενώ δε συμπαθούσε με τίποτα κληρικούς και μοναχούς:
α. «Ἐσεῖς, οὐχί, οὐχί, τέκνα τῆς Ἑλλάδος πλέον μὴν ὀνομάζεσθε, ἀλλὰ τέκνα τῆς κακοηθείας καὶ ἀσωτείας σας.
[...] Ὦ ἀληθεῖς ἐχθροὶ καὶ χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὀθωμανοὺς
τύραννοι τῆς Ἑλλάδος! Ὦ ἐντροπὴ τοῦ γένους μας καὶ θανατηφόρος πληγὴ τῆς πατρίδος!», σελ. 129
β. «Ἀκούσατε νῦν, ἀγαπητοί μου Ἕλληνες,
ὅσοι ἀπὸ ἐσᾶς μέχρι τῆς σήμερον τὸ ἀγνοοῦσαν, ἀκούσατε τὴν θλιβερὰν διήγησιν τῆς
σημερινῆς καταστάσεως τοῦ ἱερατικοῦ τάγματος τῆς κοινῆς μας πατρίδος, καὶ ἴδατε
εἰς τί καταντεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἡ τυραννία.
», σελ. 101
Όμως, τον «Ἀνώνυνον Ἕλληνα» είχαν
καταντήσει χειρότερο «τύραννον» μερικά δυτικά
αναγνώσματα κι οι πολιτικές του πεποιθήσεις για τη Σπάρτη και την Αθήνα, εφόσον
επιθυμούσε οι «ραγιάδες» να νιώσουν περισσότερο «ραγιάδες» μέσα στην απελπισία,
που ο ίδιος ήθελε περισσότερο να δημιουργήσει παραδίδοντας «ξυμβουλὲς» για
σταματημό της παρηγοριάς.
Σαν να ήταν εκείνος ο χειρότερος «τύραννος»
από όλους, ζητούσε με όλα τα μέσα την «πτωχείαν»
των ελλήνων στους ξενιτεμένους έλληνες εκδίδοντας «ἐγκυκλίους
ἡθικῆς
συμπεριφορὰς», ενώ από την άλλη μεριά παρίστανε τον δυσανασχετημένο
επειδή «οἱ ἀγαπητοί μας Ἕλληνες, αὐτοὶ οἱ
γλυκύτατοί μας ἀδελφοί», σελ. 92, είχαν «πτωχύνει»
αφού τους απασχολούσαν «ὁ ἀφορισμὸς [...] ἡ ἐλεημοσύνη [...]
οἱ ἁγιασμοὶ καὶ τὰ μνημόσυνα» που εκπλήρωναν οι κληρικοί.
Το παράδοξο βέβαια, που τονίζεται κι
αλλού, είναι πως την ελεημοσύνη, τη
συγχώρεση και τους αγιασμούς, τους «πλήρωνε» ο ίδιος ο «πτωχὸς»
λαός ελεύθερα εν γνώση του· την περικοπή όμως της οικονομικής βοηθείας από
το εξωτερικό, που την προωθούσε η πένα ενός «Φραντσέζου»
λαμβάνοντας την τιμή του «στοχασμοῦ» έναντι των
υπολοίπων («...χωρὶς ποτὲ νὰ στοχάζωνταί
τι διὰ τοὺς ἄλλους.», σελ. 144) δεν μπορούσαν να την ελέγξουν οι άμεσοι
ενδιαφερόμενοι, παρά τους μακαρισμούς του συγγραφέως για «τὰς ἁπλὰς ψυχὰς
τῶν γλυκυτάτων [...] Ἑλλήνων», σελ. 123
Επιθυμούσε ο συγγραφέας, ο ελληνικός λαός να καταπιέζεται
ασφυκτικά, ακόμη και οικονομικά, για να επαναστατήσει εναντίων των πολιτικών του τυράννων
ασχέτως εθνικότητας, ως η αντιπάθεια προς Φίλιππο και Μέγα Αλέξανδρον
καταδεικνύει, κινούμενος
από την αγανάκτηση της απελπισίας· παράλληλα αυτός ο συγγραφέας, ως άξιος
υποκριτής, έσερνε όλες εκείνες τις
διαφωτιστικές κατάρες ενάντια στους κληρικούς επειδή «ληστεύουν»
τον λαό· στην ουσία, ως ελέχθει, θα έπρεπε να τους επαινεί, βάση των δικών του πάντοτε
διδασκαλιών, αφού θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει τον ελληνικό λαό μια ώρα
αρχύτερα εις την «πολυπόθητον διαφωτιστικὴν...
ἀπελπισίαν» και την κατάρριψη του τυράννου:
α. «Ποῖος δὲν βλέπει, ὦ Ἕλληνες, τὸν ἀφανισμόν, ὁποὺ εἰς τὴν Ἑλλάδα προξενεῖ τὴν σήμερον
τὸ ἱερατεῖον;», σελ. 118
β. «προσπαθήσετε κἂν νὰ μὴν
βλάπτετε [ἱερεῖς], ἂν δὲν δύνεσθε νὰ ὠφελῆτε, τοὺς ταλαιπώρους χριστιανούς.», σελ. 122
Γι’ αυτά τα κτυπήματα «κάτωθεν τῆς
γαστέρας» ήταν άξιος ο διαφωτισμός μέσα από
την ανακολουθία των λόγων του και των βαθύτερων σκέψεών του. Μέσα από το
πολυποίκιλο μίσος του για την Εκκλησία σε όλες της τις εκφάνσεις, έπεφτε στα πιο
ανόητα θεωρητικά του λάθη. Αιώνες πέρασαν, γενιές γεννήθηκαν και πέθαναν, αλλά
μερικοί «συνταξιοῦχοι ὑπὸ τοῦ διαφωτισμοῦ» καθηγητές των
ελληνικών πανεπιστημίων συνεχίζουν να μάχονται υπέρ του, ως αυτός να ήταν η «νεοτέρα
καὶ ἀκριβοτέρα καθεστηκυία φιλοσοφικὴ ἀξία» που γνώρισε ποτέ το ρωμαίικο
έθνος των Βαλκανίων.
Η αύξηση της αγανάκτησης του λαού, όπως και του αναγνώστη
της «Ἕλληνικῆς Νομαρχίας», ακολουθεί το ίδιο μοτίβο:
α. «Τα λείψανα του αρχαίου πολιτισμού θύμιζαν
βέβαια σε όλους τις μέρες της αρχαίας δόξας. Όμως αυτή ακριβώς η ανάμνηση έκανε
τη βίωση του παρόντος ακόμη πιο οδυνηρή»,
(Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 130)
β. «Οι φωτισμένοι διανοούμενοι δεν μπορούσαν
να ανεχθούν μια τέτοια μεταχείριση, επέμενε ο Μοισιόδαξ. Κι αυτό γιατί ήταν
άτομα "τοῦ πολιτικοῦ κόμματος",
φορείς κοσμικών αξιών και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να επιδείξουν την
υπομονετική καρτερία των μαρτύρων και των αποστόλων», (Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 221)
γ. «Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία
ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν [και δια μέσω των διαφωτιστικών
βιβλίων], καὶ δὲν τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται...», σελ. 23
Η κατασκευή της «ἀληθοῦς
τυραννίας» & οι εξισλαμισμοί
«Πῶς φλογίζεται ὅμως ἡ καρδία
ἐκείνων, ὁποὺ γνωρίζουσι τὴν ἐλευθερίαν [και δια μέσω των διαφωτιστικών
βιβλίων], καὶ δὲν τὴν ἔχουσι. Ἐκεῖνοι ἀληθῶς τυραννοῦνται...», σελ. 23
Αυτή η, επιπλέον της φυσικής, «ἀληθή»
ψυχολογική τυραννία της κατηχούμενης αγανάκτησης την οποία δίδασκαν οι
διαφωτιστές, δεν θα μπορούσε να διδάσκεται για 400 ή 300 χρόνια στον
ελληνικό λαό, εν όσο ήταν υπόδουλος σε έναν, για την ώρα, πανίσχυρο δυνάστη·
θα τον είχε άκρα εξουθενώσει ψυχολογικά και θα είχε προκαλέσει περισσότερες
αλλαξοπιστίες, εξισλαμισμούς κι άρα εκτουρκισμούς εις βάρος των Ελλήνων.
Ήταν προτιμητέο για 400 χρόνια, αντί ο ελληνικός λαός
να αποτελείται από εκείνους που «ἀληθῶς τυραννοῦνται»,
αντιθέτως να βρίσκεται στη ίδια θέση με τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους του
παραδείγματος του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος», όπου «ἐφρονοῦσαν ἐλευθέρως, καὶ μόνον ὑπόκειντο εἰς τὸν
τύραννον, καθὼς τὴν σήμερον ἀκολουθεῖ εἰς τοὺς περισσοτέρους τοῦ
γένους μας», σελ. 55:
«Όπως είναι γνωστό, η Κρήτη έπεσε στα
χέρια των Τούρκων από το 1645 (Χανιά, το Ρέθυμνο έπεσε το 1646) ως το 1669,
που κατέλαβαν τον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Τότε άρχισαν στη μεγαλόνησο
οι εξισλαμισμοί των Χριστιανών. "Οι λόγοι", γράφει ο Μανόλης Γ. Πεπονάκης, "που
τους προκάλεσαν ήταν αρχικά τα δικαιώματα που παρείχε το Ισλάμ στους
αρνησίθρησκους, η οικονομική εξουθένωση μέρους του πληθυσμού από τις
μακροχρόνιες πολεμικές επιχειρήσεις, η προσπάθεια της Πύλης να οργανώσει
ισχυρό ντόπιο στρατό, είτε μέσω παιδομαζώματος είτε με προσφορά χρηματικών
ποσών στους νεοφώτιστους μουσουλμάνους, οι νίκες των Οθωμανών και το
ιεραποστολικό έργο των μπεκτασήδων δερβίσηδων. Στους λόγους αυτούς
προστέθηκαν μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης οι φορολογικές καταπιέσεις,
που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους στην περίοδο 1770-1821" [Μανόλης Γ.
Πεπονάκης, Εξισλαμισμοί και επαναχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899),
Ρέθυμνο 1997, σελ. 161]», (Πηγή: Η καθημερινή ζωή
των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα
2002, σελ. 54)
«[...] οι περιοδείες [του Κοσμά
του Αιτωλού (1714-1779)] σε ολόκληρη σχεδόν τη νοτιότερη Βαλκανική στα
χρόνια 1761-1779 απέβλεπαν να καλλιεργήσουν τη θρησκευτική αντίσταση του
χριστιανικού πληθυσμού κατά των εξισλαμισμών που φαίνεται ότι ανησυχούσαν
ζωηρά την Εκκλησία την περίοδο αυτή. Προς την κατεύθυνση αυτή ο πατρο-Κοσμάς
έδρασε συστηματικά υπό την ευλογία διαδοχικών πατριαρχών της
Κωνσταντινουπόλεως και δη του Σεραφείμ Β΄ (1757-1761), του οποίου είναι
γνωστές οι σχέσεις με τη ρωσική πολιτική. Η πλατιά απήχηση του κηρύγματος
του στις μάζες δεν μπορεί να ήταν άσχετη με την αναμόχλευση των χιλιαστικών
οραμάτων γύρω στα μέσα του αιώνα, η εμβέλεια όμως του πολιτικού προγράμματος
με το οποίο συνδεόταν ο λαϊκός ευαγγελισμός του Κοσμά, διαφαίνεται, έστω και
αμυδρά, αν συνυπολογιστούν οι σχέσεις του με τον Ευγένιο Βούλγαρη και το
περιβάλλον της Αθωνιάδας. Δυστυχώς η μεταγενέστερη εθνικιστική μυθολογία,
που σφετερίστηκε τον Κοσμά, και το γεγονός ότι οι διδαχές του παραδόθηκαν
μόνον ως προφορική παράδοση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να ελεγθεί η
αυθεντικότητα τους, καθιστούν ιδιαίτερη προβληματική τη σοβαρή μελέτη της
άκρως σημαντικής, αυτής εκδήλωσης της ελληνικής πολιτικής δυναμικής του
δεκάτου ογδόου αιώνα». Κανείς δεν πρέπει να παραμελεί την οπτική της «άκρως
σημαντικής αυτής εκδήλωσης της ελληνικής πολιτικής δυναμικής του δέκατου
όγδοου αιώνα», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 178)
Η γνώση της ταύτισης Χριστιανισμού και Ελληνισμού είναι
ξεκάθαρη στον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»:
«οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἑλλάδος, φεῦ! οἱ γλυκύτατοί μου
ὁμογενεῖς
καὶ ὁμόθρησκοι», σελ. 86
Η διδασκαλία της Εκκλησίας για «τὸν παράδεισον»
κράτησε πολλούς Έλληνες εις υπομονή σε καιρούς μεγάλων βασάνων· οιαδήποτε
περαιτέρω αγανάκτηση θα είχε επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα:
«Δὲν βλέπετε, ὁπού, μὲ αὐτὴν τὴν κακήν
σας καὶ ἄτοπον παρηγορίαν, ὑποχρεώνετε τοὺς Ἕλληνας, ἀντὶς νὰ μισήσουν τὴν τυραννίαν
καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλευθερωθοῦν, ἐξ ἐναντίας νὰ τὴν ἀγαπῶσι, καὶ μάλιστα, νὰ
νομίζωνται εὐτυχεῖς, πιστεύοντες ἀπὸ ἁπλότητά των, ὅτι παιδεύονται εἰς τὴν παροῦσαν
ζωήν, διὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸν παράδεισον;», σελ. 121
Το ότι ο Διαφωτισμός
παρουσιάστηκε σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες, οι οποίες περιέκλειαν
σπουδαιότερα και την αποδυνάμωση της Οθωμανικής
αυτοκρατορίας, δεν μπορεί να αποδώσει εις τον πρώτο το δικαίωμα της
περιθωριοποιήσεως του ρόλου της Εκκλησίας, όλα εκείνα τα χρόνια που
προηγήθηκαν των ευνοϊκών για την επανάσταση συγκυριών.
Πρβλ. απάτη «Το καλό μέσα στο κακό»
Πρβλ. απάτη «Οι μαυροφορεμένοι είναι
αργοί»
Πρβλ. απάτη «Ο
Οικουμενικός Πατριάρχης & ο Οικουμενικός Πατριάρχης»
Πρβλ. απάτη «Μη λαλείς επ’
ἀμβωνος»
Τραγικός Επίλογος.
Ο συγγραφέας της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»
είχε ψέξει τους εκκλησιαστικούς λέγοντας:
«Ὦ ἄνθρωποι, ὄντως βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ
ἰδίου Χριστοῦ... Ἴσως ὅμως τὸ λέγετε πρὸς παρηγορίαν; Ὤ, κακὸν χρόνον νὰ ἔχητε καὶ ἐσεῖς καὶ ἡ
παρηγορία σας! », σσ. 120-121
Καθώς ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» έψεγε την «παρηγορίαν» των
εκκλησιαστικών, που καλλιεργούσε την υπομονή των Ελλήνων, παράλληλα θαύμαζε
αυτή την
καρτερία των ομοεθνών του εις τα «βάσανα τῆς
ὀθωμανικῆς τυραννίας» και την
θεωρούσε σημάδι της «ἀνότης τῆς ψυχῆς των»:
«Ἡ διαγωγή των
[Ἑλλήνων] εἶναι ἐνάρετος, καὶ μὲ τόσην
σταθερότητα ὑποφέρουσι τὰ βάσανα τῆς
ὀθωμανικῆς τυραννίας, ὁποὺ φανερὰ ἀποδεικνύεται
ἡ ἀνότης τῆς ψυχῆς των· καταφρονοῦσι
δὲ εἰς τὸ ἄκρον τοὺς τυράννους των, καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸ νὰ ἐλευθερωθῶσι εἶναι
ἄκρα. Ἄλλο δὲν προσμένουν, παρὰ μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον, διὰ νὰ τοῦ γίνουν ὅλοι
ὀπαδοί, καὶ νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους.», σελ. 154
Τοιουτοτρόπως, οι
διδασκαλίες των εκκλησιαστικών που αύξαιναν την μακροθυμία των Ελλήνων στα «βάσανα τῆς
ὀθωμανικῆς τυραννίας», αποδίδονταν σε
ανθρώπους που είναι «βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ
φανεροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ τοῦ
ἰδίου Χριστοῦ», ενώ οι κάτοχοι αυτής
μακροθυμίας ήταν εκείνοι που η «διαγωγή
των εἶναι
ἐνάρετος».
Επιπλέον, οι διδάσκαλοι
αυτής της μακροθυμίας θεωρούνταν υπεύθυνοι για την τυραννία («Δύο αἴτια εἶναι, ὦ Ἕλληνές μου ἀκριβοί
[...] τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον»,
σελ. 98»). Οι «μαθητές» τους δε όχι, επειδή, αν κι
εφάρμοζαν εμπράκτως τις διδασκαλίες για μακροθυμία έναντι της Οθωμανικής
Πύλης, εντούτοις αυτοί πρόσμεναν «μόνον ἕνα ἀρχιστράτηγον»
για «νὰ ξαναποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν τους»·
για τον συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» οι ««βάρβαροι, χυδαῖοι καὶ ἐχθροὶ»
δεν θα μπορούσαν να τον προσμένουν ομοίως.
Η παρέλαση του συγγραφέα της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» δεν μπορούσε παρά να περνά μέσα από αυτές τις άμετρες
αντιφάσεις. Από τη μια μεριά ο έντονος αντικληρικαλισμός του κι από την άλλη
μεριά οι κολακείες του προς τους Έλληνες,
λειτουργούσαν σαν «συμπληγάδαι πέτραι» που
σύνθλιβαν την «λάμψιν» των «φωτισμένων
στοχασμῶν» του.
Παρομοίως λειτουργούσε ο αντικληρικαλισμός του και εις
τις «ξυμβουλὲς» του προς τον
Πατριάρχη· τότε ζητούσε στον
τελευταίο να βοηθήσει τους Έλληνες να ανακουφιστούν με «κάθε περισσότερον
κέρδος»:
α. «Ἀναγκαῖον ἦτον νὰ ὀλιγοστεύσῃ ὁ πατριάρχης τὸ πλῆθος
τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν νηστειῶν, ἐπειδὴ αἱ μὲν ἑορταὶ ἐμποδίζουσι τὸ κέρδος μὲ τὴν ἀργίαν
εἰς τὸν λαόν, καὶ αἱ νηστεῖαι τοῦ ἀφανίζουν τὴν ὑγιείαν. Ὅθεν, τὰς μεγάλας ἑορτὰς
ἠμποροῦσε νὰ τὰς διορίσῃ εἰς ὅλας τὰς Κυριακὰς καὶ εἰς ἄλλας ἑορτὰς νὰ δώσῃ τὴν
ἄδειαν νὰ δουλεύουν, διὰ δὲ τὰς σαρακοστάς, νὰ τὰς σμικρύνῃ, καὶ τὰς περισσοτέρας
νὰ τὰς ἀποβάλῃ. Καὶ τότε ὁ πτωχὸς ζῇ μὲ ὀλιγότερα ἔξοδα, καὶ τρέφεται καλλιότερα.», σελ. 123
β. «...τὸ πλῆθος τῶν ἑορτῶν καὶ αἱ ἀγγαρεῖαι τοὺς ἐμποδίζουσιν,
ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, ὁποὺ ἤθελαν ἠμπορέσει νὰ κάμωσι», σελ. 88
Όμως, τί νόημα έχει άραγε να καταγγέλλει κανείς την
εκκλησία επειδή με τα λόγια της αύξανε την «παρηγορίαν»
του ελληνικού λαού, την ίδια ώρα που την κατάγγελλε ότι δεν βοηθούσε εις το
«περισσότερον [παρηγορητικὀν] κέρδος»; Και τί
νόημα έχει να ζητά κανείς στην Εκκλησία να αυξήσει «κάθε περισσότερον
κέρδος» εις το λαό, την ίδια ώρα που ζητά δια μέσω των ευεργετών αυτό
να στραγγαλίσει;
Όλα τα ανωτέρω συνιστούν
ακόμη μια τραγική υλοποίηση του λυσσαλέου και με όλα τα μέσα,
συμπεριλαμβανομένων τους ψεύδους και της κακοηθείας, αντικληρικαλισμού του
ακραίου διαφωτισμού.
Παρότι η Εκκλησία διαρκώς παρηγορούσε,
εξεγέρσεις
εκκλησιαστικών δεν εξέλειπαν, αντιθέτως· όμως ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» θα κρατήσει απόλυτη σιγή γι’ αυτές χαμένος μέσα εις πολυδαίδαλες
πολιτικές του σκοπιμότητες. Θα τον ακολουθήσουν ελάχιστοι πανεπιστημιακοί ή
ακαδημαϊκοί, που χαρακτηρίζοντας αυτόν ως «ἀνώνυμο
πατριώτη» (1) δεν τους μένει τίποτα άλλο παρά, συμφωνώντας μαζί του,
να χαρακτηρίσουν εμμέσως την Εκκλησία ως «προδότρια», τσουλώντας
αργά το κάρο της «διανόησης»
μέσα στη «φθηνο-π-ορεινὴν λάσπην» της φευγαλέας
κριτικής των:
α. «Αυτή ήταν η παρηγοριά, με την οποία
η Εκκλησία προσπαθούσε να κρατήσει τους πιστούς στους κόλπους της σ’ εκείνη
την εποχή της ιδεολογικής διαμάχης και της αυξανόμενης αμφισβήτησης. Ο
Ανώνυμος ο Έλλην όμως ήταν βέβαιος ότι όλα αυτά εμπνέονταν από την ίδια
διάθεση που είχε παρακινήσει και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 358)
β. «....προκύπτει το συμπέρασμα, το
οποίο εκτίθεται στο επόμενο κεφάλαιο, όπου "ἀπελέγχονται
οἱ ἀρχιερεῖς ὡς ἐχθροὶ τοῦ γένους" [βλ. Ανωνύμου,
Λίβελλος κατὰ τῶν Ἀρχιερέων,
«Ἡ σκληροτέρα μάστιξ τοῦ γένους εἰσὶν οἱ ἀρχιερεῖς»]», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 274, 580, 581)
Σημειώσεις
1. «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 374
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Ανοίγω την τηλεόραση και μου μαυρίζει η ψυχή».
«Μιλάνε σαν να είναι ένας τυφώνας που μας έχει παρασύρει
όλους». «Ξέρω ότι τα πράγματα είναι άσχημα, αλλά δεν
μπορώ να πενθώ συνέχεια». Αυτές είναι μερικές από τις
επαναλαμβανόμενες φράσεις-κλειδιά που εντόπισαν οι
φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου σε έρευνα για το πώς τα ΜΜΕ καλύπτουν την οικονομική κρίση. Η έρευνα, που
περιλαμβάνει αποκωδικοποίηση των οπτικοακουστικών μηνυμάτων
από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων και τις εφημερίδες και
συνεντεύξεις με πολίτες 18-50 ετών, ξεκίνησε ενώ το ΔΝΤ ήταν
ακόμα προ των πυλών, πριν από τη μεγάλη διαδήλωση της 5ης
Μαΐου και τους θανάτους που τη σημάδεψαν.
Μιλήσαμε με την καθηγήτρια Κοινωνιολογίας
Αλεξάνδρα Κορωναίου, που συντονίζει την έρευνα στο
πλαίσιο του μαθήματος Ψυχοκοινωνιολογία στα ΜΜΕ. Τα
συμπεράσματα της έρευνας, που συνεχώς εμπλουτίζονται καθώς η
επικαιρότητα τρέχει με απρόβλεπτους ρυθμούς, είναι
αποκαλυπτικά: άγχος, φόβος, απέχθεια, κατάθλιψη είναι
μερικά από τα συναισθήματα που προκαλεί ο τρόπος που
καλύπτουν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ αλλά και οι εφημερίδες την
οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, η επιλεκτική
παρουσίαση των γεγονότων γεννά και την αντίθετη άποψη: την
αμφισβήτηση, τη δυσπιστία, τη στροφή σε εναλλακτικές
πηγές πληροφόρησης -κυρίως στο ιντερνέτ- ειδικά για τις
νεαρές ηλικίες.
Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία
πρωτοπαρουσιάστηκε στις εφημερίδες «Αυγή» και «Δρόμος» και
έκανε μια δεύτερη καριέρα στα διαδικτυακά μπλοκ, τα ΜΜΕ
προσεγγίζουν την κρίση με πέντε βασικούς τρόπους:
1. Δραματοποίηση
Η κρίση παρουσιάζεται σαν μια φυσική καταστροφή
αναπόφευκτη και ανεξήγητη, σαν μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου.
Ακολουθείται η ίδια «συνταγή» παρουσίασης, χωρίς να
αναλύονται οι βαθύτεροι λόγοι ούτε να ακούγονται τρόποι
διεξόδου από την κρίση. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται
είναι «εφιαλτικό σενάριο», «απελπιστική κατάσταση», «δεν
υπάρχει άλλος δρόμος», «σκληρά αλλά αναγκαία μέτρα»,
«είμαστε στο χείλος του γκρεμού».
Πλάι στις παρατηρήσεις της έρευνας θα μπορούσε
κανείς να προσθέσει ότι το μοντέλο της δραματοποίησης
ακολουθείται όχι μόνο στην παρουσίαση της οικονομικής
κατάστασης, αλλά και στην αντιμετώπιση των αντιδράσεων και
διαδηλώσεων. «Τα πλάνα από την πορεία που έδειχναν τη
μαζικότητα του κόσμου ήταν ελάχιστα σε σχέση με τις εικόνες
από τις καταστροφές και τη φονική πυρκαγιά» επισημαίνει η
πανεπιστημιακός, σχολιάζοντας την κάλυψη της πορείας της 5ης
Μαΐου.
Πράγματι, ο τραγικός θάνατος τριών εργαζομένων
κατάπιε το ανθρώπινο τσουνάμι που πλημμύρισε τους δρόμους,
μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον των ΜΜΕ από τις κοινωνικές
αντιδράσεις στην καταδίκη της βίας. Το τριπλό έγκλημα
μούδιασε την κοινωνία στο σύνολό της· όμως, τα ανακλαστικά
των ΜΜΕ να παρουσιάσουν με όρους θρίλερ μία ήδη δραματική
κατάσταση, αποκρύπτοντας, παραπληροφορώντας ή παραποιώντας
γεγονότα, ακόμα και στοχοποιώντας διαδηλωτές, ακολουθεί πάλι
την ίδια συνταγή «το δράμα πάνω από τα γεγονότα».
Οσοι έβλεπαν μόνο τηλεόραση εκείνες τις ημέρες,
χωρίς να διαβάζουν εφημερίδες ή διαδίκτυο, το πιο πιθανό
είναι να άκουσαν ότι κάποιοι φώναξαν «να καούν» παρά να
έμαθαν ότι διαδηλωτές, και μάλιστα μετανάστες, έσπευσαν να
διασώσουν τους εγκλωβισμένους. Η «άβυσσος» και η «έκτακτη
ανάγκη» έδωσαν χώρο σε ηλεκτρονικές και έντυπες φωνές που
ζητούσαν να καταργηθούν άρθρα του Συντάγματος και να
επιβληθεί «όχι ακριβώς δικτατορία» αλλά κάτι που της μοιάζει
ανησυχητικά.
2. Ενοχοποίηση του κοινού
Φταίμε όλοι, και μάλιστα σχεδόν το ίδιο, για
την κατάσταση στην οποία φτάσαμε. Το ίδιο όσοι έφαγαν
εκατομμύρια με σκάνδαλα που ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν, το ίδιο
και όσοι έχουν απλήρωτα δάνεια και υπερχρεωμένες πιστωτικές.
Ο ψιλικατζής και ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο άνεργος και το
γκόλντεν-μπόι, ο συνταξιούχος και ο εκατομμυριούχος
αντιμετωπίζονται ως συνυπεύθυνοι σε μια διάχυση της
διαφθοράς που θα λυθεί «αναλαμβάνοντας όλοι τις ευθύνες
μας». Όπως τονίζεται στην έρευνα, «η εικόνα που
μεταφέρουν είναι η εικόνα μιας διεφθαρμένης κοινωνίας στο
σύνολό της. Η συλλογική ενοχοποίηση "απαγορεύει" στο
θυμό και την οργή να εκφραστούν με στόχο τους πραγματικούς
υπεύθυνους, δημιουργώντας συναισθήματα αυτοαπόρριψης και
αυτομομφής. Έτσι καθηλώνει τους πολίτες και οδηγεί αθόρυβα
στην αποδοχή των μέτρων. Μόνο τα ΜΜΕ και οι άνθρωποί τους
δεν εμφανίζονται ποτέ να εμπλέκονται σε σκάνδαλα, ύποπτες
δραστηριότητες, φοροδιαφυγή κ.ά.».
3. Έμφαση στο ατομικό
Η ανασφάλεια υπερτονίζεται ως το μόνο επιτρεπτό
συναίσθημα. Οι συλλογικές αντιδράσεις (διαδηλώσεις, απεργίες
κ.λπ.) προβάλλονται συνήθως τελευταίες, άρα ασήμαντες και,
τελικά, μάταιες. Ελάχιστη ώρα καταλαμβάνουν στα δελτία οι
μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες· μόνο τα
σπασίματα παρουσιάζονται με έμφαση. Το ζουμ του φακού
γίνεται στο ατομικό δράμα: μία άνεργη μητέρα, ένας
συνταξιούχος, ένας έμπορος εμφανίζονται ως ατομικές
περιπτώσεις, αποκομμένες από το συλλογικό. Κατά το δόγμα
«ένας θάνατος είναι τραγωδία, χίλιοι θάνατοι είναι
στατιστική», οι «συλλογικότητες» εμφανίζονται με τη μορφή
στατιστικών πινάκων: 1.000.000 άνεργοι, το 20% ζει κάτω από
το όριο της φτώχειας κ.ο.κ. Φυσικά, οι στατιστικές είναι
νούμερα και δεν έχουν δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα. Στην
τελική, είναι διεσπαρμένες μονάδες, μοιραίοι και άβουλοι
αντάμα, κατά το θατσερικό ρητό «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο
άτομα».
4. Υποβάθμιση στο συλλογικό
Όσο προβάλλεται κατά κόρον το μοτίβο «είμαστε
όλοι υπαίτιοι», η αντιμετώπιση της κρίσης παρουσιάζεται ως:
α) υπόθεση των πολιτικών που χειρίζονται τα πράγματα και β)
ατομική υπόθεση του καθενός να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί.
Οι συλλογικές μορφές αγώνα (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.)
υποβαθμίζονται ως «άκαιρες», «υπερβολικές» ή/και
«καταστροφικές» για τη χώρα. Σε έναν εσκεμμένο συμψηφισμό,
κάποιοι έφτασαν να συγκρίνουν τη μαζική απόπειρα εισόδου των
διαδηλωτών στη Βουλή με τον εμπρησμό της Μαρφίν, προκαλώντας
τον γκεμπελικό συνειρμό «διαδηλωτής = πιθανός δολοφόνος».
5. Κοινωνικός αυτοματισμός
Η παρουσίαση των μέτρων αλλά και των
αντιδράσεων στοχεύει στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής,
ώστε η μία κοινωνική ομάδα να στρέφεται εναντίον της άλλης
και να φαίνεται ότι απειλεί την ευημερία της άλλης. Δημόσιοι
υπάλληλοι εναντίον ιδιωτικών (βλέπε και την αποτυχημένη
απόπειρα να παρουσιαστεί ότι η κυβέρνηση «έσωσε» τάχα τον
13-14ο μισθό των ιδιωτικών), διαδηλωτές εναντίον εμπόρων και
τουρισμού, απεργοί εναντίον εργαζομένων. «Η λογική τού
διαίρει και βασίλευε» παρατηρεί η Αλ. Κορωναίου «εδραιώνει
την κυριαρχία όχι των πολιτικών προσώπων (άλλωστε, εύκολα
γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι), αλλά των ίδιων των
δημοσιογράφων και των μέσων. Μόνο αυτοί μένουν στο
απυρόβλητο».
Όπως, όμως, μας είπε η ίδια η καθηγήτρια και
συντονίστρια της έρευνας, ο τρόπος που τα κυρίαρχα ΜΜΕ
παρουσιάζουν την κρίση συντελεί στην ίδια την κρίση
και την απαξίωση των ΜΜΕ. «Όλο και περισσότεροι νέοι δεν
ενημερώνονται από την τηλεόραση, ειδικά οι ηλικίες κάτω των
25. Γιʼ αυτό στρέφονται σε μέσα που ενθαρρύνουν το διάλογο,
όπως το διαδίκτυο. Όσο για την τηλεόραση, στρέφονται κυρίως
σε χιουμοριστικές εκπομπές, όπως το "Αλ Τσαντίρι Νιους" και
το "Ράδιο Αρβύλα", ακόμα και στα λεγόμενα ψυχαγωγικά δελτία
ειδήσεων».
Όπως φάνηκε μέσα από συνεντεύξεις με το κοινό,
πολλοί αποφεύγουν συνειδητά τις ειδήσεις, γιατί τους
προκαλούν άγχος και απέχθεια, τους οδηγούν στην κατάθλιψη.
«Χαρακτηριστικά θυμάμαι τη φράση μια κοπέλας, ότι όταν
βλέπει τηλεόραση είναι σαν να πενθεί διαρκώς. Όπως
γνωρίζουν οι ψυχολόγοι, το παρατεταμένο εσωτερικευμένο
πένθος είναι κλινικό σύμπτωμα της κατάθλιψης. Ήδη ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε προειδοποιήσει από το
2008 ότι η οικονομική κρίση θα αυξήσει τα συμπτώματα
κατάθλιψης και τις αυτοκτονίες. Αυτό φάνηκε με
δραματικό τρόπο και στη χώρα μας, με τέσσερεις αυτοκτονίες
σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο. Ο τρόπος που
παρουσιάζουν τα ΜΜΕ την κρίση δεν διευκολύνει το διάλογο και
σίγουρα επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία. Ο θεατής το
εισπράττει ως μία συνθλιπτική απουσία ελέγχου στη ζωή του,
στο παρόν και στο μέλλον του, ότι τα μέτρα είναι
μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει συλλογική διέξοδος, παρά μόνο
η ατομική συμμόρφωση».
Κι όμως, όπως φαίνεται μέσα από τις
συνεντεύξεις, πάρα πολλοί ερωτώμενοι αμφισβητούν πως τα
πράγματα είναι έτσι όπως μας τα παρουσιάζουν, ενώ η
συντριπτική πλειονότητα των νεότερων ηλικιών είναι
πεπεισμένη ότι θα υπάρξει κοινωνική αντίδραση.
Πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.home&id=162334
ΟΙ ΜΑΥΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΟΙ
(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 119 )



«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι
ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων», σελ. 119
Μυθοπλάστης: «Ἀνώνυμος
Ἕλλην»
Απάντηση: Μπορεί να υπάρξει «πιότερον
ἀστραπιαία» διαπίστωση της δογματικής αντικληρικαλιστικής λύσσας των
ακραίων διαφωτιστών από την παρούσα;
Μάλλον όχι:
«Ἀλλὰ ποῦ νὰ διηγηθῶ, ὅσα ἡ μιαρά των ψυχὴ ἐφευρίσκει! Φθάνει λοιπὸν νὰ ἠξεύρετε,
ὅτι, ὅσα καὶ ἂν κάμνωσι, τὰ κάμνοσι διὰ χρημάτων, καὶ πληρώνοντάς τους τινὰς ἠμπορεῖ
νὰ λάβῃ τὴν συγχώρησιν διὰ κάθε ἁμάρτημα. Τόσον ἐβαρβαρώθη καὶ οὐτιδανώθη ἡ κλάσις
τῆς ἱερωσύνης τῶν Ἑλλήνων! Πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιεπίσκοπος πωλεῖ τὰς ἐνορίας τῆς πόλεως
οὗτινος ἱερέως θελήσῃ, καὶ ἔπειτα κάμνει ἀργὸν
ἢ ἐξορεῖ ὅποιον θέλῃ ἀπὸ αὐτούς,
καὶ ξαναπωλεῖ τὴν ἐνορίαν ἄλλου...», σελ.
113
Τελικά πότε οι «περισσότεροι, μαυροφορεμένοι
ζῶσιν ἀργοὶ» για τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»
και τους χονδρόμυαλους ακολούθους του;
Όταν αυτοί είναι όντως «μαυροφορεμένοι»
ή όταν δεν είναι;
Πρβλ. ενότητα «Αριθμοί
& Αριθμοί»
Πρβλ. απάτη «Φτώχεια & Φτώχεια»
Πρβλ. απάτη «100.000
Μαυροφορεμένοι»
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
«Από το αρχείο της μονής Πανορμίτου
Σύμης εκδώσαμε έγγραφο με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1833, που υπογράφει "ὁ
τοῦ Ἁγίου Ἀλεξανδρείας Πρωτοσύγκελλος καὶ Ἐπίτροπος Μελέτιος"
και φέρει στρογγυλή σφραγίδα με την ένδειξη "Τοῦ
Ὁσίου Πατρὸς ἠμῶν Σάββα τοῦ Ἠγιασμένου 1814" από το
οποίο προκύπτει ότι οι μοναχοί του Αγίου Σάββα ασκούσαν γενικά λιμενικά
καθήκοντα και τα πιστοποιητικά τους αναγνωρίζονταν από τις διάφορες
ευρωπαϊκές χώρες. Όπως φαίνεται, τα λιμενικά προέκυψαν από τα υγειονομικά,
που βέβαια οφείλονταν στη λειτουργία νοσοκομείου στο μοναστήρι (β. Ι.Μ.
Χατζηφώτη: Αλεξάνδρεια, οι δύο αιώνες του Νεότεροι Ελληνισμού (19ος-20ος),
δεύτερη έκδοση Αθήνα 1999, σελ. 40)», (Πηγή: Η
καθημερινή ζωή των ελλήνων στην Τουρκοκρατία, Ι.Μ. Ζατζηφώτη, Εκδόσεις
Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σελ. 93)
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΑΜΑΘΕΙΑΣ
(Κατά: Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144 )



«Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ
φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι
προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ εἰς κάθε
πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς ὅλους.»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σελ. 144)
«Ὁ χορὸς τῶν ἐπισκόπων ἐξακολουθεῖ μετὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους. Αὐτοί, πάλιν, εἶναι
ἄλλοι λύκοι, ἴσως χειρότεροι ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἐπειδὴ κυριεύουσι τοὺς χωρικοὺς καὶ
ἰδιώτας.[...]. Αὐτοὶ πέμπουσι τόσους ληστάς, διὰ νὰ εἰπῶ ἔτζι, εἰς
τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς των, καὶ τοὺς δίδοσι τὸν τίτλον ἢ τοῦ πρωτοσυγκέλλου ἢ τοῦ
ἀρχιμανδρίτου ἢ ἄλλου τινὸς τάγματος, οἱ ὁποῖοι ἄλλο δὲν ἠξεύρουσι, παρὰ νὰ γράφουν
ὀνόματα τῶν χριστιανῶν μὲ ὅλην τὴν ἀνορθογραφίαν, καὶ
νὰ προφέρωσι τὸ «νὰ εἶσαι κατηραμένος», «νὰ ἔχῃς τὴν εὐχὴν» καὶ «δός μοι»,
(Πηγή: Ανώνυμος Έλλην, Ελληνική Νομαρχία, σσ. 114-115)
Μυθοπλάστης: Ανώνυμος Έλλην
Απάντηση: Η μονομέρεια της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχὶας» γίνεται κατανοητή μέσα από τις άνωθι ρητορείες περί αμαθών
κληρικών. Σε μια εποχή που όλος ο ελληνικός λαός ήταν αμόρφωτος, όπως κι ο
ευρωπαϊκός κι η ανωτέρα παιδεία ήταν προνόμιο σε τραγική πλειοψηφία του
κλήρου τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, οι φανατικοί διαφωτιστές
έμπαιναν στο ατόπημα να κατηγορήσουν ειδικά τον τελευταίο σύσσωμα για «ἀμορφωσιὰ».
Αυτό συνέβαινε, ενώ μόλις δειλά δειλά την εποχή του
Διαφωτισμού ορισμένοι
λαϊκοί (μη κληρικοί), ιδίως έμποροι, είχαν αρχίσει να μορφώνονται. Στο δε Βαλκανικό χώρο η τάξη των Φαναριωτών
ως εξαιρετέα τύχαινε από χρόνους ευρείας παιδεύσεως. Κι όμως, ούτε
αυτοί οι μορφωμένοι Φαναριώτες δε θα γλιτώσουν την αυστηρή κριτική του «πεπαιδευμὲνου»
της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»· οι λόγοι αυτής της
συμπεριφοράς;
1ον
απομίμηση της δυτικής «νέας» τότε κουλτούρας
2ον οι πολιτικοί στόχοι του Διαφωτισμού.
Η αμάθεια ως κατηγορητήριο: Όλοι είναι αμαθείς [πλην
των διαφωτιστών].
Ορισμένα παραδείγματα της «Ἑλληνικῆς Νομαρχίας»,
όπου το επιχείρημα της «ἀμαθείας» χρησιμοποιείται
κατά κόρον:
α. «...τὸ ἀμαθὲς ἱερατεῖον...»,
σελ. 98
β. «Ἐκεῖνοι οἱ αὐτόματοι καὶ οὐτιδανοὶ ἄρχοντες, οἱ
φιλάργυροι καὶ ἀμαθεῖς ἀρχιεπίσκοποι. Ἐκεῖνοι οἱ αὐθάδεις καὶ ὄντως βάρβαροι
προεστοί. Ἐκεῖνοι οἱ ἀμαθεῖς, ὁποὺ θέλουσι νὰ ἀποκρίνωνται πάντοτε καὶ
εἰς κάθε πρόβλημα. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ ἀναζητήτως δίδουσι συμβουλὰς πάντοτε καὶ εἰς
ὅλους.», σελ. 144
γ. «Ἡ ὀλιγαρχία μὲν συνίσταται εἰς τὸν ἀντιτύραννον καὶ ὀπαδούς του,
μαζὶ μὲ μίαν κλάσιν μερικῶν ἀναιδεστάτων καὶ ἀμαθεστάτων ὑποκειμένων, ὁποὺ διὰ τὴν
ὀκνηρίαν καὶ ἀργίαν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶσι, καὶ μὲ τὸ νὰ τρέφωνται ἀπὸ ξένους ἵδρωτας καὶ ἀναστεναγμούς, ἠθέλησαν νὰ ὀνομασθοῦν εὐγενεῖς. Ἡ δὲ θεοκρατία εἶναι ὁ κλῆρος»,
σσ. 66-67
δ. «Εὐθύς, λοιπόν, ἔκτισαν ναούς, καὶ ὑπηρέτας τοῦ ἀφιέρωσαν οὐκ ὀλίγους. Ἀλλ᾿ αὐτοὶ οἱ ὑπηρέται, ἀπ᾿
ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ηὐξήθησαν τόσον, καὶ τόσον ἀγνωμόνως ἀντήμειψαν τὸν ἀμαθῆ καὶ
εὐκολοκατάπειστον λαόν», σελ. 67
ε. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων
τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι
πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111
στ. «Διατί δὲν στοχάζονται οἱ μοναρχολάτραι, ὅτι καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον δὲν εἶναι
δυνατὸν ἕνας βασιλεὺς νὰ ἠμπορέσῃ κατὰ χρέος νὰ ὁδηγήσῃ τὰ πάντα; Πῶς, ἀγαπητοί
μου, ἕνας ἀμαθὴς καὶ ὀκνηρὸς νὰ ἐκτελέσῃ ὅλα ἐκεῖνα, ὁποὺ εἰς τὰς ἐλευθέρας πολιτείας τόσοι ἐνάρετοι καὶ ἄξιοι πολῖται...»
ζ. «Μὴν λέγῃς πάντοτε καὶ ὅλων τὰ ἴδια, πάντοτε νηστείαν καὶ ἐλεημοσύνην. Μὴν ὁμοιάζῃς
ἐκείνους τοὺς ἀμαθεῖς ἰατρούς [...] Καὶ ἐπειδὴ ἡ κακή
μας τύχη σᾶς ἐπολλαπλασίασε, καὶ εἶσθε καὶ τόσον ἀμαθεῖς», σελ.
123
η. «...πλῆθος
ἀργῶν καὶ ἀμαθῶν ἀνθρώπων [εἶναι οἱ ἱερεῖς]», σελ. 67-68.
θ. «Ὁ πατριάρχης [...] ἔχει δὲ καὶ τὸν πρωτοσύγκελλον
καὶ ἀρχιμανδρίτην, οἵτινες ὁπωσοῦν μετριάζουν τὴν θηριότητα τῆς ἀμαθείας τοῦ κυρίου
των.», σελ. 111
ι. «...τοὺς ἀναξίους καὶ ἀμαθεῖς καλογήρους, καὶ νὰ ἀποδείξω
μὲ γεωμετρικὴν βεβαιότητα τὸ πόσον κακὸν προξενοῦσι τὴν σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα», σελ. 99
ια. «Πολλάκις δὲ περιέρχεται
ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ
ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος...»,
σελ. 115
ιβ. «... ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον
δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ
ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ
καὶ φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν σχεδὸν δοῦλοι
κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ
ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί.»,
σελ. 74
ιγ. «ἡ ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ
ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος
σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101
Ποιοί δεν ήσαν αμαθείς;
Εκείνος ο οποίος δε θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί «ἀμαθὴς»
σύμφωνα με τις ιδεολογικές ασημαντολογίες της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχὶας», είναι ο σπουδάζων εις την
εποχή προ της ελληνικής επαναστάσεως εις το εξωτερικό «τὰς
ἀναγκαιοτέρας σπουδάς» προς όφελος της πατρίδος, δηλαδή εκείνος ο
οποίος ασχολείται με τον πολιτικό κι εθνικό
στόχο της επανάστασης:
«... δύο χιλιάδες Ἕλληνες προκομμένοι
καὶ ἀναμφιβόλως ἄξιοι νὰ ἐπιχειρισθοῦν κάθε ὑπόθεσιν μὲ εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα, καί,
ἐν ἑνὶ λόγῳ, τόσοι ὑπερασπισταὶ τῆς πατρίδος. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀμαθεῖς, αὐτοὶ
ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς ἀναγκαιοτέρας σπουδάς, καὶ αὐτοὶ ἠμποροῦσαν μὲ τὴν
παρουσίαν τους, νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς πατρίδος μας.», σελ.
128
Συγκεκριμένα ωφέλιμες σπουδές για εκείνον τον καιρό προς «ἐπανόρθωσιν
τῆς πατρίδος μας» ήταν, σύμφωνα με τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»
η πολιτική, η νομική, η τακτική [του πολέμου] κ..α.:
«Τί στοχάζεσθε νὰ σπουδάζουν οἱ
περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νέους, ὁποὺ οἱ ταλαίπωροι γονεῖς των πέμπουσιν
εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Ἰταλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ἐξοδεύουσι διὰ τὴν προκοπήν των;
Ἴσως τὴν πολιτικήν, τὰ νομικά, τὴν τακτικήν, τέλος πάντων,
τὰς ἀναγκαίας ἐπιστήμας διὰ τὸ γένος μας; Οὐχί, ἀδελφοί μου! Αὐτοὶ ἢ τὴν
ἰατρικὴν σπουδάζουσι, ἢ τὰ μυθολογικὰ ποιήματα ἀναγινώσκοσι, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι
περισσότεροι τόμοι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἰταλίαν παρὰ κολοκύνθια εἰς ὅλην την
Πελοπόννησον.», σελ. 131
Σε αυτές θα μπορούσε να προσκομίσει κανείς ευδιακρίτως την
επιστήμη της ιστορίας, αποκλειστικά όμως εκείνη της αρχαίας Ελλάδας, ως λ.χ. της
Αθήνας ή της Σπάρτης, κι όχι του Βυζαντίου ή του Μ. Αλεξάνδρου, ως
αντιπροσωπευτικών προς αποφυγήν παραδειγμάτων μοναρχίας ή καθεστώτων
θρησκευτικής συζήτησης:
α. Με «τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων μας
[...] φωτίζεται ὁ ἀμαθής, καὶ ὁ στοχαστικὸς δι᾿ αὐτῆς προβλέπει σχεδὸν τὰ
μέλλοντα, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὰς ἰδίας περιστάσεις, πάντοτε
ὅλοι κάμνουσι τὰ ἴδια πράγματα.», σελ. 26
β. «Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, [Ἑκατὸν
χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι] ... Φέρουσι ποτὲ τὰ
παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων μυρίων
ἐναρέτων καὶ σοφῶν;», σελ. 119
γ. «Έτσι, σύμφωνα με τον Βενιαμίν, διαλύθηκε η
αμάθεια που η νεότερη Ελλάδα είχε κληρονομήσει από το Βυζάντιο, όπου "τὰ
πνεύματα εἶχον δοθεῖ διόλου εἰς τὰς θρησκευτικὰς συζητήσεις."
»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 466)
Η αμάθεια ως ηθική [πολιτική]
δυσπραγία & το Ευαγγέλιο κατά των κληρικών
Στο βιβλίο του
θαυμαστή του Διαφωτισμού Κιτρομηλίδη, θα
παρατηρήσει κανείς
αναφορές κατά της ηθικής δυσπραγίας, η οποία συνυφαίνεται με την «ἀμάθειαν»,
καθώς ο πρώτος περιγράφει την πνευματική σκέψη του διαφωτιστή Μοισιόδακα:
α. «Η αμάθεια αποτελούσε
πρωταρχική αιτία της κοινωνικής δυσπραγίας. Στο μέτρο που η άγνοια μπορούσε να
ξεπεραστεί και να ξεριζωθεί, η διαφθορά θα μπορούσε να δαμαστεί και να
επιτευχθεί η κοινωνική αναμόρφωση. Με βάση αυτή την αιτιολογία των κοινωνικών
δεινών, η θεωρητική ενασχόληση του Μοισιόδακα συναρθρώθηκε γύρω από τις
προϋποθέσεις της πολιτισμικής ανανέωσης και τα μέσα για τον έλεγχο της αμάθειας.
Η κριτική του εμπνεόταν από αυτόν τον στόχο και επιδίωκε να εκθέσει τα εμπόδια
και τους περιορισμούς που έπρεπε να παραμεριστούν πριν παταχθεί η αμάθεια. Μόνον
αφού θα είχε συντελεστεί αυτή η αρχική φάση της κριτικής, θα ήταν δυνατό να
τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ,
Ηθική Φιλοσοφία, σσ. ια -ιδ] », (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 227)
β. «Μια άλλη πικρή αλήθεια ερχόταν τώρα στην
επιφάνεια: υπεύθυνη για την αμέλεια [του κλασσικού πολιτισμού] ήταν η αδιαφορία
των ίδιων των ελλήνων και όχι ο ζυγός της δουλείας, στον οποίο αποδίδονταν όλες
οι ανεπάρκειες της ελληνικής παιδείας», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 229)
γ. «Για μία ακόμη φορά φαινόταν ότι η
πραγματική ρίζα των παθημάτων των Ελλήνων δεν ήταν η αιχμαλωσία -η οποία
καθεαυτή ήταν αποτέλεσμα μάλλον παρά αίτιο- αλλά η αμάθεια. [Ιώσηπος Μοισιόδαξ,
Φυσική Φιλοσοφία, σσ. κβ-λ]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 232)
Για τους δε Φαναριώτες ο Κιτρομηλίδης παραπέμπει:
δ. «Ήταν το μέτρο της διαφθορά της [η αρετή
κι η κακία]. Η απαιδευσία είχε εξελιχθεί σε καθοριστική δύναμη στην ελληνική
κοινωνία: συντηρούσε τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και τις "κακοκυβερνησίες"
[Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Πραγματεία περί παίδων αγωγής ή Παιδαγωγία, Βενετία
1779,Προοίμιον, σσ. 4-9]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 234)
Η δυσκολία απελευθέρωσης του έθνους από την Τυραννία, σύμφωνα με τους
διαφωτιστές, οφειλόταν κι εις την πολιτική ηθική δυσπραγία. Ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» έχει επισημάνει πλείστες φορές στο γραπτό του την ηθική κακότητα
των ιερωμένων κι έχει προσάγει πλείστες [πολιτικές] ηθικές κατηγορίες εναντίων τους, κάνοντας
χρήση ακόμη και του ίδιου του «ηθικού» κώδικα του Χριστιανικού
Ευαγγελίου, παρότι το τελευταίο δεν έχει
καμία σχέση με τα «παιδαγωγικά μέσα» που κήρυσσε ο Διαφωτισμός. (βλ. ανωτέρω ενότητα: την πολιτική, νομική, τακτική [του
πολέμου] κ..α, εκείνων που «ἐφωτίσθησαν μὲ τὰς
ἀναγκαιοτέρας σπουδάς», σελ.128).
Στην παρακάτω ενότητα ευκρινώς διακρίνεται η πολιτική χροιά
των διαφωτιστικών επιθέσεων, όπου ωφέλιμο πράγμα δεν μοιάζει να είναι η σωτηρία του ανθρώπου,
αλλά αντίθετα η επίγεια πολιτική δράση του (« δίδαξόν μας, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ πάτερ,[...] οὐχὶ τὰ ὑπὲρ
ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ
τὰ καθήκοντα τῆς πολιτικὴς
κοινωνίας"»).
«"[...] Οἱ Ἀρχιερεῖς
μισούσι τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας
καθὼς οἱ ’φθαλμιῶντες τὸν ἥλιον ἤ καθὼς οἱ κλέπται τοὺς λύγχνους. Οἱ Ἀρχιερεῖς
θέλουσι τοῦς νέους Γραικοὺς ἀμαθεῖς καὶ ἀπαιδεύτους, διὰ νὰ κύπτουσι τὸν αὐχένα
ὡς ἄλογα κτήνη εἰς τὸν γυζὸν τῆς πλάνης. Θέλουσι τοὺς Χριστιανοὺς ἀμαθεῖς, διὰ
νὰ πιστεύωσιν ὡς δόγματα πίστεως τὰ ἐφευρήματα τῆς δεισιδαιμονίας, τὰ ὁποῖα ἡ
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπελέγχει ὡς αἱρέσεις. Μισοῦσιν οἱ Ἱεροὶ τοῦ γένους τὸν
φωτισμὸν διότι πειράζει τὰ παράνομα αὐτῶν εἰσοδήματα καὶ τὰ ἄδικα δικαιώματα.
Μισοῦσιν τοῦ γένους τὸν φωτισμὸν ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ δίστομος μάχαιρα ἥτις
μέλλει νὰ κατακόψῃ τὰς κεφαλὰς τῆς πολυκεφάλου ὕδρας, λέγω τῆς δεισιδαιμονίας
[...]
Δυσχαιρένουσιν οἱ Ἅγιοι ὅταν βλέπωσιν
ἐκδιδόμενα εἰς φῶς βιβλία ἐπιστημονικὰ καὶ φιλολογικὰ, τὰ ὁπόῖα φωτίσουζι τὸ
γένος. [...] δίδαξόν μας, λέγω καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ πάτερ, οὐχὶ τὴν ὑποταγὴν τοῦ
κόσμου ἀλλὰ τὸ καλῶς ζῆν ἐν τῷ κόσμῳ, οὐχὶ τὴν μισανθρωπίαν τοῦ Τίμωνος, ἀλλὰ
τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Σωκράτους, οὐχὶ ὀπτασίας ἀλλὰ ἡθικὴν, [...] οὐχὶ τὰ ὑπὲρ
ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ
τὰ καθήκοντα τῆς πολιτικὴς
κοινωνίας", [«Λίβελλος κατὰ τῶν Ἀρχιερέων», σσ. 119-122]», (Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 376-378).
Επόμενο λοιπόν ήταν, εφόσον ο Διαφωτισμός παρουσιάστηκε ως πολιτική φιλοσοφία, να επιτεθεί ενάντια σʼ
όλους εκείνους που δε βοηθούσαν ανοιχτά στα οράματά του· οράματα τα οποία
κάθε φορά άλλαζαν ανάλογα με τις σκέψεις του κάθε πολιτικού φιλοσόφου εν
δράση. Ιδιαίτερης παρατήρησης πρέπει να τύχει το γεγονός ότι ο «Ἀνώνυμος
Ἕλλην» αποδίδει στους ιερείς χαρακτήρα
πολιτικό κι όχι θρησκευτικό,
δηλαδή εκτός πολιτικής σημασίας («τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς [...] αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα»):
«Ὤ, πόσον αἰσθάνομαι τὴν φλόγαν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ ἐντροπῆς εἰς τὴν καρδίαν
μου, τώρα ὁποὺ τόσον καταφρονητικῶς θέλω λαλήσει διὰ τὴν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν
τῆς πολιτικῆς διαγωγῆς! Πόσον μὲ λυπεῖ, ὁπού, ἀντὶς νὰ ἐπαινέσω αὐτὸ τὸ ἱερὸν τάγμα,
ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πατριωτικὸν χρέος μου μὲ βιάζουσι νὰ τὸ κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια
εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἔταξα νὰ κάμω κάθε θυσίαν ἔμπροσθεν εἰς τὸ ἄγαλμα
τῆς Ἐλευθερίας, καὶ δὲν θέλω παραιτήσει τὴν ἀναγκαιοτέραν.», σελ. 100
Δυστυχώς αιώνες πέρασαν από την εποχή του
Διαφωτισμού,
διάφοροι πολιτικοί -ισμοί ενεφανίσθησαν επί της γης, φρούτα του διαφωτισμού, ξέκαναν τους ανθρώπους με
τους παγκόσμιους στρατιωτικούς και οικονομικούς τους πολέμους και παρόλα
αυτά, με εξαιρετική ικανότητα εμφύτευσαν στο μυαλό του κόσμου ότι η «Εκκλησία» ήταν εκείνη η
οποία είχε φέρει τη δυστυχία στην Ευρώπη με την Ιερά Εξέταση [της δύσης].
Οι εκκλησιαστικοί ως πεπαιδευμένοι της κοινωνίας
Η διαπαιδαγώγηση των κληρικών προ του
Διαφωτισμού, είναι
ιστορικά τεκμηριωμένη.
α. «Διανοητικά ο Μεθόδιος [Ανθρακίτης] ανήκε
στους τελευταίους εκπροσώπους της παλιότερης παράδοσης του θρησκευτικού
ουμανισμού, που είχε επηρεάσει σημαντικά την ποιμαντική και παιδευτική πολιτική
της εκκλησίας τον προηγούμενο αιώνα. Την παράδοση αυτή εκπροσωπούσε μια πλειάδα
διακεκριμένων λογίων κληρικών του δέκατου έβδομου αιώνα, οι πλείστοι των οποίων
διατηρούσαν πνευματικές σχέσεις με την Ιταλία και συνδύαζαν στο έργο τους τα
ιερά γράμματα με την καλλιέργεια της κλασσικής παιδείας. »,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 43)
β. «Όπως ήταν ο κανόνας για τους
περισσότερους διανοουμένους που ήθελαν να ακολουθήσουν εκπαιδευτική
σταδιοδρομία, ο Θεοτόκης σε πολύ νεαρή ηλικία εισήλθε στις τάξεις του κλήρου»,
σελ. 66
γ. «Η εμφάνιση της κοσμικής διανόησης του
Διαφωτισμού, που προερχόταν από τα εμπορικά στρώματα και έτεινε να υποκαταστήσει
στην πνευματική ηγεσία της ελληνικής κοινωνίας τους παλαιότερους κληρικούς
λογίους...», σελ. 78
δ. «Αγροτόπαιδο από ένα χωριό "Μοισιοδάκων"
της νότιας όχθης του Δούναβη, ο Ιώσηπος άδραξε τη μοναδική διαθέσιμη ευκαιρία
μόρφωσης και κινητικότητας με την ένταξή του στις τάξεις του ορθοδόξου κλήρου.
Αυτό τον οδήγησε, νεαρό διάκονο ακόμη, στα μεγάλα κέντρα της ελληνικής παιδείας,
στις μεσαίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Σμύρνη και
τελικά την Αθωνιάδα, όπου σπούδασε κοντά στον Βούλγαρη. Από αυτή την παιδευτική
εμπειρία αναδύθηκε τελείως εξελληνισμένος και ακολούθησε την πορεία των νεαρών
Ελλήνων της εποχής, που αναζητούσαν ανώτερη μόρφωση. Πήγε στη Βενετία όπου
υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου...»,
σελ. 226
ε. «Για πραγματική πρόοδο της ελληνικής
παιδείας μπορεί να γίνει λόγος μόνο κατά τον Ιη΄ αιώνα. Γιατί, ενώ
παλαιότερα η παιδεία περιοριζόταν μόνο στον Κλήρο και σχολεία συντηρούνταν
μακριά από το βλέμμα της τουρκικής εξουσίας σε μοναστήρια ή στους
νάρθηκες
των εκκλησιών, τώρα η παιδεία τείνει να γίνει πιο κοσμική, γιατί η τάξη των
εμπόρων ζητεί διαφορετική μόρφωση. Γιʼ αυτό δημιουργούνται εκπαιδευτήρια σε πολλά
μέρη. Κατά το πρότυπο της Πατριαρχικής Σχολής του Φαναρίου, η οποία
διατελούσε κάτω από την επίβλεψη του Κλήρου και γιʼ αυτό είχε αποκτήσει
μεγάλη υπόληψη, ιδρύθηκαν κατά τον Ιη΄ αιώνα ανώτερα σχολεία στην Πάτμο, τα
Ιωάννινα, τη Λάρισα, τη Θεσσαλονίκη, στον Τύρναβο, στην Αδριανούπολη.
[...]
Η ιστορία της ελληνικής παιδείας κατά
την περίοδο της Τουρκοκρατίας είναι περισσότερο συνυφασμένη με την ιστορία
της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Γιʼ αυτό και ένα μεγάλο μέρος της είναι έργο των
κληρικών. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στους μακροσκελείς
καταλόγους των Ελλήνων διανοουμένων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
τα δύο τρία
και περισσότερο από τους διδασκάλους είναι ιερωμένοι»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 175).
Άλλωστε, δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ανάμεσα στους
πρώτους διαφωτιστές στην Ελλάδα υπήρξαν κληρικοί και
μοναχοί, απόδειξη του ότι ο κλήρος στην Ελλάδα
ανακατεύονταν με ποικίλες σπουδές και βιβλία, επηρεαζόμενος ως ένα βαθμό από
τη δυτική φιλοσοφία και σκέψη. Ούτε είναι τυχαίο το ότι οι διάσημοι
διαφωτιστές, Βολταίρος (Voltaire 1694-1778) και Ντιντερό (Diderot 1713-1784)
είχαν σπουδάσει σε σχολή Ιησουιτών,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 109, 110).
Όμως για τον «Ἀνώνυμον Ἕλληνα»
οι κληρικοί ήταν αποκλειστικά οι «αμόρφωτοι» της εποχής· ιδιαίτερα οι
μοναχοί, οι κύριοι και μισητοί αντίπαλοι του
Διαφωτισμού.
Αυτό ήταν αποτέλεσμα
κακών
επιρροών της δυτικής κουλτούρας η οποία είχε φανατίσει
τους πολιτικά ενδιαφερόμενους και δεν είχαν συνειδητοποιήσει, ούτε είχαν
αντιληφθεί τι είναι ο μοναχισμός:
«Ο "Έλληνας Βολταίρος" [Ο Αδαμάντιος Κοραής], υπέρμαχος της
αστικής τάξης, ήταν φυσικό να ταχθεί εναντίον του μοναχισμού, αφού για την αστική κοινωνία οι μοναχοί δεν είναι παρά «αργές
οικονομικές μονάδες», «νωθροί
πολίτες» και «φορείς σκοταδιστικής κουλτούρας» (Πηγή:
Πολίτης και Μοναχός, Βασίλης Μπακούρος, Περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 139, σελ.
64)
Ο πολιτικός φανατισμός των διαφωτιστών γίνεται
εξαιρετικά αντιληπτός από τη μανία κατά της Ιεράς Συνόδου, η οποία εκτός από
πνευματικό, ήταν και πολιτικό όργανο των Ελλήνων υπό, κι έναντι του Σουλτάνου·
πολιτικό όργανο το οποίο ο Διαφωτισμός ήθελε να απομακρύνει και να ξεκάνει,
αφού το πολιτικό του όραμα δεν συμπεριελάμβανε κληρικούς, όπου στην Δύση
ήταν η μία από τις τρεις κοινωνικές τάξεις της Γαλλίας:
«ἡ ἀμάθεια τῶν Ἑλλήνων καὶ
ἡ ἀπειρία αὐτῶν ἐφύλαξεν μέχρι τῆς σήμερον εἰς μακαριότητα τὸ ἀνυπόφορον κράτος
σου [το της Συνόδου που με τη σειρά της υπόκειται στον Οθωμανό Τύραννο]», σελ. 101
Η «ἀμάθεια» για την οποία
κατηγορούνται οι Έλληνες της εποχής, δεν ήταν άλλη παρά η πολιτική, βάση της
οποίας το «κράτος» (!) των
εκκλησιαστικών έπρεπε να απομακρυνθεί από την ελληνική κοινωνική σκηνή· προς
τούτο ζητούνταν τα παραδείγματα των πολιτικών και στρατιωτικών της αρχαίας
Ελλάδος, τα οποία όμως εις την δική τους εποχή δεν ήταν τόσο απομονωμένα από
την ιδική των θρησκεία ως επαρουσίαζε η νεώτερη πολιτική σκηνή του αθεϊσμού:
«Αὐτοί οἱ ἀμαθέστατοι, [Ἑκατὸν
χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι] ... Φέρουσι ποτὲ τὰ
παραδείγματα τοῦ Θεμιστοκλέους, τοῦ Ἀριστείδους, τοῦ Σωκράτους καὶ ἄλλων
μυρίων ἐναρέτων καὶ σοφῶν;», σελ. 119
Φαναριώτες, «αμάθεια» & αρχαία Ελλάδα
Η πολιτική αντιπάθεια του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἕλληνος»
προς τους Φαναριώτες είναι φανερή στην πραγματεία του. Εις το δοκίμιό του καταδικάζει ένα Φαναριώτη
για στρατιωτική συνεργασία με τους Οθωμανούς:
«Ἕνας ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος, ἕνας βρωμοάρχων τοῦ Φαναρίου,
ἤκουσα ὅτι ἐμεσίτευσε καὶ ἐπροσπάθησε νὰ ἀρχίσῃ νὰ βάλῃ τάξιν εἰς τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα,
καὶ ἤρχ
ισε νὰ τοὺς διδάξῃ καὶ τακτικήν. Ὢ τῆς ἀναισχυντίας του καὶ τῆς κακίας του!»,
σελ. 148
Ξεχνά όμως εις όλο το δοκίμιο του να κατηγορήσει, τους «Ἀρματολούς»
ή τους Έλληνες πειρατές του Αιγαίου, όσο κι
εκείνους που υπηρετούσαν εις το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό· όλοι προστατεύονται με
αφάνεια μέσα στο
γραπτό της «Ἑλληνικῆς Νομαρχὶας». Ακόμη κι αν υποθέσει
κανείς πως οι αρματολοί εβοήθησαν εις την επανάσταση, παρά τα «καπὰκια»
τους με την Οθωμανική εξουσία, το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για τους Φαναριώτες (βλ. την επανάσταση στην
Μολδαβία).
Η επίθεση αυτή προς τον Φαναριώτη, του οποίου το
όνομα άλλωστε δεν αναφέρεται για ευνόητους λόγους, αποτελεί πολιτική πράξη, εφόσον ως
ελέχθη οι τόσο
γνωστοί «ἀρματολοὶ» σκεπάζονται μέσα στην αφάνεια της
ιστορικής απουσίας.
Αριστερά: Ο Αθηναίος πολιτικός Αλκιβιάδης που έμεινε
γνωστός στην αρχαία ελληνική ιστορία για την θέλησή του να περάσει τις δικές
του βουλές ως πολιτική του κράτους των Αθηνών. Μεταχειρίστηκε «αθέμιτα»
μέσα, όπως την «αλλαξοπιστία» εις τη Σπάρτη και την αυλή του Πέρση ηγεμόνα.
Άξιο δε προσοχής για τον πολιτικό χαρακτήρα της
«Ἑλληνικῆς Νομαρχίας» που έχει φανερές σκοπιμότητες
είναι το γεγονός ότι, ενώ ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
καυτηριάζει τους σύγχρονούς του κατʼ επιλογήν για «προδοσίες» (Φαναριώτες,
Κληρικούς, ενώ αποκρύβει Αρματολούς), το ίδιο ποιεί και ως προς την αρχαία
Ελλάδα, όπου οι Μακεδόνες Μ. Αλέξανδρος κι Φίλιππος ρίπτονται στον Καιάδα ως
«Βασιλείς», χωρίς ποτέ να καυτηριάζονται τα «καπάκια» των Σπαρτιατών, του
Μαντείου των Δελφών και όποιων
Αθηναίων (βλ. Αλκιβιάδη) με τους Πέρσες. Η τραγική βέβαια διαφορά σε αυτές
τις «προδοσίες» είναι πως εκείνες των Ελλήνων «του 1821» δικαιολογούνται με
μεγαλύτερη επιείκεια ως ενέργειες ανθρώπων βρισκόμενων στην αδύναμη θέση των
υπό ξένου κατακτητή, ενώ οι «προδοσίες» των αρχαίων Ελλήνων ως του
Αλκιβιάδη, του Μαντείου των Δελφών και των Σπαρτιατών δεν μπορούν να τύχουν
τόσης επιεικείας, εφόσον η κατοχή της Ελλάδος υπό τους Πέρσες δεν ήταν μια
στρατιωτική, ούτε πολιτική πραγματικότητα:
«...μόνον τὸ παράδειγμα τοῦ
Λεωνίδα θέλω ἀναφέρει, τὸ ὁποῖον ἀρκετῶς ἀποδεικνύει τὴν γενναιότητα καὶ
μεγαλοψυχίαν, ὁποὺ ἡ ἐλευθέρα ζωὴ ἐμφυτεύει εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων», σελ. 29
Ενώ του «Ἀνωνύμου τοῦ Ἑλληνος»
μπορεί να του συγχωρεθεί η έλλειψη πληροφόρησης, εφόσον εις την εποχή του τα
παιδευτικά μέσα ήταν ελλιπή, εντούτοις δεν μπορεί να συγχωρεθεί αυτή επί
τους σύγχρονους νεοπαγανιστές και στους όποιους σύγχρονους πολιτικούς
«διαφωτιστές» οι οποίοι θα ʼπρεπε να γνωρίζουν πως εις την εποχή της
ελληνικής επαναστάσεως η αλλαγή στρατοπέδου με σκοπό την επιβίωση ήταν νόμος
σχεδόν απαράβατος, ακόμη και για αυτούς τους Σουλιώτες που θαυμάζει διαρκώς
ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην» έναντι των τότε συμπατριωτών
τους:
α. «Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827)
γεννήθηκε στο Μαυρομάτι κοντά στην Καρδίτσα. Η μάνα του ήταν ανεψιά του
ξακουστού οπλαρχηγού της Άρτας του Γώγου Μπακόλα. Πέρασε τα νιάτα του μέσα
σε περιπέτειες και αναμίχτηκε στους πολέμους του Αλή Πασά είς ως μισθοφόρος
είτε ως αντίπαλός του. Από τους πρώτους άρπαξε τα όπλα κι έλαβε μέρος στις
επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Η κυβέρνηση του Ζαΐμη τον διόρισε
αρχιστράτηγο της Ανατολικής Ελλάδος.», (Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 255)
β. «Στην Ήπειρο συνεχίζονταν η πάλη
ανάμεσα στον Αλή και τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Η κυβέρνηση στην
Κωνσταντινούπολη σκέφτηκε τότε τους παλιούς εχθρούς του βεζίρη των Ιωαννίνων
και έδωσε διαταγή στον αρχηγό του σουλτανικού στρατού να τους καλέσει
εναντίον του Αλή. Οι εξόριστοι [Σουλιώτες], που επί
δεκαεπτά χρόνια έτρωγαν το ψωμί της εξορίας στα Επτάνησα, κοιτάζοντας από
μακριά με ματωμένη καρδιά τα βουνά της πατρίδας τους, πέρασαν το στενό
ανάμεσα από την Κέρκυρα και την Ήπειρο και παρουσιάστηκαν στο στρατόπεδο των
Τούρκων μπροστά στα Γιάννενα. Μα το ένστικτό τους τους οδηγούσε να
καταλάβουν πως δεν τους συνέφερε να εξοντωθεί εντελώς ο ένας από τους
αντιπάλους. Γιʼ αυτό συνεννοήθηκαν με τον Αλή και ο αρχηγός τους Μάρκος
Μπότσαρης πέρασε νύχτα τη λίμνη και συναντήθηκε με τον Αλή. Εκείνος τον
αγκάλιασε με δάκρυα και του υποσχέθηκε πως θα επιτρέψει στους Σουλιώτες να
γυρίσουν στους δοξασμένους βράχους τους. Έτσι στις 6 Δεκεμβρίου του 1820 οι
Σουλιώτες τριακόσιοι πολεμιστές, άφησαν το τουρκικό στρατόπεδο και, αφού
απόκρουσαν τις επιθέσεις των Τούρκων, απέκτησαν πάλι την παλιά τους πατρίδα.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 200-201)
Την εποχή της Οθωμανικής κατοχής, και όποιας άλλης
κατοχής, μα και της ίδιας της ελληνικής επανάστασης,
η επιβίωση πολλές φορές περνούσε μέσα από «καπάκια»·
αυτά τα «καπάκια» δεν αφορούσαν μονομερώς εκείνους
που ο διαφωτισμός υποδείκνυε:
«Τὸ Σοῦλι
ὅμως, μόνον τὸ Σοῦλι, δὲν ὑποτάσσεται, ἀλλ᾿ ἀψηφεῖ τὸν τύραννον· ὅσον ἀγαπᾶ τὴν
ἐλευθερίαν του, τὸν πολεμεῖ, τὸν νικᾷ, καὶ τὸν καταπατεῖ μὲ τοὺς πόδας του. Εἰς αὐτὸ λοιπόν, ἂς στρέψουν τοὺς ὀφθαλμούς των
οἱ δοῦλοι...»,
σελ. 36
Είναι γνωστό πως πλειάδα Ελλήνων έσωσαν τη ζωή τους
λαμβάνοντας αμνηστία, όταν προσκύνησαν εξ ανάγκης τον Ομέρ Βρυώνη το 1821
στην Πελοπόννησο. Επέζησαν τότε αρκετοί μʼ αυτόν τον τρόπο για να πολεμήσουν
ξανά την «επομένη μέρα», είτε γιατί το σκόπευαν, είτε γιατί οι καταστάσεις
οι ίδιες τους ώθησαν προς τον αγώνα.
Η μονομέρεια λοιπόν της «Ἑλληνικῆς
Νομαρχίας» κατά συγκεκριμένων πολιτικών, ή μη, μονάδων του ελληνικού
χώρου συνοδεύτηκε κι από την μονομέρεια της χρήσης του επιχειρήματος περί «ἀμαθείας».
Δεν ξέφυγαν από αυτήν την πολιτική κατηγορία, ούτε οι πιο
μορφωμένοι των Βαλκανίων εκείνης της εποχής, δηλαδή οι Φαναριώτες (β.
Α.Σ. 2):
α. «...μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ βρωμοάρχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως,
ὁποὺ ὅσον ὕφος καὶ ἀλαζονείαν ἔχουσι, ἄλλην τόσην ἀμάθειαν καὶ ἱσχυρογνωμίαν φυλάττουσιν
ἐπάνω των...», σελ. 146
β. «Ἡ πρώτη ἔγνοια τοῦ πατριάρχου, λοιπόν, εἶναι νὰ ἀποκτήσῃ τὴν φιλίαν τῶν φίλων
τῆς Συνόδου, ὁπού, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι αἱ γυναῖκες τῶν πρώτων ἀρχόντων, ἤτοι
πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου.», σελ. 111
Η αλήθεια είναι πως στους Φαναριώτες οι Οθωμανοί είχαν
αναθέσει σημαντικότατες διοικητικές θέσεις παρότι ξένοι ως προς τους δεύτερους:
«Ο νέος αυτός κοινωνικός σχηματισμός ήταν η
φαναριώτικη "αριστοκρατία", μια κοινωνική ομάδα η οποία αναδείχθηκε χάρη τις
επιδόσεις της στο εμπόριο και στα επιστημονικά επαγγέλματα [...] Η οικονομική
ευμάρεια επέτρεψε στους Φαναριώτες [...] να μορφωθούν στη Δύση και να
σταδιοδρομήσουν ως λόγιοι, πράγμα που τους έδωσε τη δυνατότητα να αναλάβουν την
καθοδήγηση της ανώτερης ελληνικής εκπαίδευσης και να καταλάβουν αξιώματα στην
πατριαρχική αυλή», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 32-33)
Την ευρυμάθεια του κύκλου των Φαναριωτών σχολιάζουν κι οι ίδιοι οι μελετητές του
Διαφωτισμού:
«Ακολουθώντας την τυπική κοινωνική και
γεωγραφική πορεία της εποχής, ο Ρήγας πήγε να αναζητήσει την τύχη του και τα
φώτα της γνώση στην Κωνσταντινούπολη και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου ήρθε
σε επαφή με τη φαναριώτικη κοινωνία. Οι ιδέες του ωρίμασαν υπό την επίδραση του
γαλλικού φιλοσοφικού εγκυκλοπαιδισμού, ο οποίος κυριαρχούσε στην όψιμη
φαναριώτικη παιδεία στο χώρο των ηγεμονιών [...] για ένα διάστημα ο Ρήγας
υπηρέτησε ως αξιωματούχος στη φαναριώτικη διοίκηση της Βλαχίας και ανέπτυξε
στενούς δεσμούς με τους εκεί φιλελεύθερους Γάλλους διανοούμενους και διπλωμάτες,
όπως ο D’ Hauterive και ο Gaudin. Σ’ αυτόν
τον χώρο ο Ρήγας κατέστρωσε το διαφωτιστικό του πρόγραμμα [...] δίδοντας
συγκεκριμένη έκφραση στις πολιτικές του επιδιώξεις, μέσα από το πρόγραμμα του
πολιτικού ριζοσπαστισμού», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 289-290)
Οι διαφωτιστές είχαν στηρίξει τις πολιτικές του επιδιώξεις
επί των «πλουσίων ἀμαθῶν τοῦ Φαναρίου», όπως είχαν
πράξει με την Αικατερίνη της Ρωσίας και τους «αφόρισαν» με τα περί «ἀμαθείας»
επιχειρήματα όταν δεν ικανοποιήθηκαν πολιτικά από αυτούς:
«Ο Μοισιόδαξ και ο Καταρτζής είχαν
εναποθέσει τις ελπίδες τους στη διακυβέρνηση των Φαναριωτών ηγεμόνων, οι οποίον
τον δέκατο όγδοο αιώνα διοικούσαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και
της Βλαχίας υπό οθωμανική επικυριαρχία. Υπήρχαν πολλά στο ενεργητικό των Φαναριωτών ηγεμόνων που δικαιολογούσαν αυτές τις ελπίδες. Υπό το φαναριώτικο
καθεστώς είχαν γίνει σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και κυρίως η
νομοθετική κατάργηση της δουλοπαροικίας από τον Κωνσταντίνο Μαυροκορδάτο με τα
διατάγματα των ετών 1746-1749, Η εύνοια προς την παιδεία, που έδειχναν σοβαροί
ηγεμόνες, όπως ο Γρηγόριος Γκίκας και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, είχε δημιουργήσει
υποδοχές για τον Διαφωτισμό στο χώρο των ηγεμονιών. Οι ακαδημίες του
Βουκουρεστίου και του Ιασίου αναδείχθηκαν στις σημαντικότερες εστίες του
Διαφωτισμού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο Μοισόδαξ είχε κατά καιρούς διδάξει και
στις δύο ακαδημίες, ενώ ο Καταρτζής σταδιοδρόμησε σε υψηλά αξιώματα στην αυλή
του Βουκουρεστίου. Έτσι και οι δύο είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν την πρακτική
της μεταρρυθμιστικές μοναρχίας κε των ένδον. Για μια στιγμή φάνηκε ότι η
φωτισμένη απολυταρχία θα μπορούσε όντως να θέσει σε πράξη το αίτημα της
πολιτισμικής αλλαγής. Ο Μοισιόδαξ εξέφρασε αυτή του την προσδοκία στην
εναρκτήρια ομιλία του, όταν ανέλαβε τη σχολαρχία της αυθεντικής Ακαδημίας του
Ιασίου του 1765, καθώς και στα αφιερωματικά σημειώματα προς τους ηγεμόνες, τα
οποία προέταξε στα δύο τελευταία βιβλία του το 1781 και το 1784. Ο Καταρτζής
βίωσε διαισθητικά τις υποσχέσεις τη φωτισμένης απολυταρχίας χάρη στη θέση του
στη ηγεμονική αυλή.» (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σσ. 218-219)
Η «[Δια]Φωτισμένη Μοναρχία»
ήταν ένας πολιτικός στόχος των διαφωτιστών. Ένας που έγραψε από το πνευματικό περιβάλλον των
ηγεμονιών διεξοδικά περί φωτισμένης μοναρχίας ήταν ο Αθανάσιος
Χριστόπουλος, Πολιτικά παράλληλα και Πολιτικά σοφίσματα, Άπαντα,
επιμ. εκ. Γ. Βαλέτα, Αθήνα 1969, σσ. 341-477 & Nestor Camariano, Athanasios
Christopoulos. Sa vie, son oeuvre littéraire et ses rapports avec la culture
roumaine, Θεσσαλονίκη 1981 (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σel.
557).
«Κατά
τη δεκαετία του 1790, ο ελληνικός Διαφωτισμός αναζητούσε ήδη πολιτική έκφραση
πέρα από τα όρια της φωτισμένης απολυταρχίας», (Πηγή:
ο.π, σελ. 220) .
Το πρόβλημα ήταν «Η αμφισβήτηση της
ηθικής αυθεντίας των Φαναριωτών [ (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 341)]»,
όχι η μόρφωσή τους, η οποία τελικά οδήγησε τους διαφωτιστές σαν τον «Ἀνώνυμον
Ἕλληνα» σε λεκτικές υπερβολές γύρω από αυτήν, όπως ακριβώς τον είχε
οδηγήσει ενάντια στους ιερείς κάνοντας χρήση της ιδίας κατάκρισης της «ηθικής
αυθεντίας»:
«...τὸ ἱερατεῖον, [...] σήμερον ὁ φιλόσοφος καὶ
ἐνάρετος κατηγορεῖ
καὶ ἀποστρέφεται», σελ. 125
Το λογικό του ανθρώπου δε «χάνονταν» μόνο από την «ἀμάθεια»,
αλλά κι από εκείνο το οιοδήποτε πολίτευμα το οποίο δε συμπαθούσαν οι διαφωτιστές:
α. «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπροικισμένος ἀπὸ τὴν φύσιν μὲ τὸ λογικόν» σελ.
14
β. αλλά «οἱ δοῦλοι χάνουν τὸ ἀνθρώπινον
λογικόν», σελ. 50
Η αμάθεια, ως πολιτική, κι όχι επιστημονική γνώση,
επέφερε την μισητή υποδούλωση εις τους στους πολιτικούς στόχους του
διαφωτισμού:
«... ἡ ἀλήθεια μὲ τὴν
φιλοσοφίαν ἐξωρίσθησαν. Ἄλλο βιβλίον δὲν εὑρίσκετο, εἰμὴ τὰ πονήματα
τῶν ἱερέων. Κάθε φιλόλογος ἄλλο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναγνώσῃ, εἰμὴ τὰ θαύματα
καὶ τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ οἱ ταλαίπωροι Ἕλληνες, ἀγκαλὰ καὶ
φιλελεύθεροι, ὑστερημένοι ὅμως ἀπὸ τὸ φῶς τῆς φιλοσοφίας, ἔγιναν
σχεδὸν δοῦλοι κατὰ συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δὲ ἀπὸ τὴν
ἀμάθειαν καὶ δεισιδαιμονίαν, ὑπήκουον καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους
των, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν τὸ διατί.», σελ. 74
Αυτό που ενοχλούσε το διαφωτισμό τελικά ήταν ότι οι
πολίτες τους οποίους προσπαθούσαν να φωτίσουν «ὑπήκουον
καὶ ἐφοβοῦντο τοὺς τυράννους των».
Μια παρωχημένη πολιτική ερμηνεία & ο εξοβελισμός
του Βυζαντίου
Ο οιοσδήποτε αναγνώσει διαφωτιστικά κείμενα, πόσο μάλλον
την επιθετική «Ἑλληνικὴν Νομαρχίαν», θα παρατηρήσει
ευθύς αμέσως πως το κατηγορητήριο περί «ἀμαθείας / [πολιτικῆς] ἡθικῆς»
ιερέων, λαού, ηγεμόνων κι εν γένει παντός αντιπάλου ήταν
το «ἐπιστημονικὸν / ὁρθολογικὸν» αίτιο το
οποίο «μπορούσε» να ερμηνεύσει όλες τις κοινωνικές αποτυχίες των ανθρώπων:
α. «Η εμπειρία του μεγαλείου και
της παρακμής είχε σημαδέψει την κοινωνική ιστορία και των δύο άλλων
κοινωνιών της Μεσογείου στις οποίες αναφέρονται οι Φιλιππίδης και
Κωνσταντάς: της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Και εδώ η τυραννική
διακυβέρνηση, και, πάνω από όλα, ο διεφθαρμένος κλήρος και η Ιερά
Εξέταση, έφεραν την ευθύνη για τη δυσπραγία των δύο εθνών.»,
(Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 145)
β. «Η ιστορική αλλαγή, η πτώση των κλασσικών
δημοκρατιών και η απώλεια της ελευθερίας των αρχαίων ελληνικών πόλεων
ερμηνεύονταν με τη θεωρία της ηθικής αποσύνθεσης και της κοινωνικής διαφθοράς»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ.
112)
γ. «ἡ δυσπιστία, ὁ φθόνος καὶ
τὸ μῖσος εἶναι ἄφευκτα γεννήματα τῆς δουλείας, καὶ ἀποκαταστῶσι εἰς τὸν νοῦν τῶν
δούλων τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν φιλίαν, καὶ αὐτὴν τὴν φιλανθρωπότητα, πάντως ἀνωφελῆ,
καὶ πολλάκις ἐπιζήμια.», σελ. 22
Ειδικότερα για το χώρο της Ελλάδας
η «ἀμάθεια» για τους διαφωτιστές
ήταν υπεύθυνη:
α. για την ανηθικότητα ως διαφθορά των [πολιτικών]
ηθών και
β. τη σκλαβιά του ελληνικού έθνους.
Για το γνώστη της παγκόσμιας ιστορίας, κι οι
δύο αυτές δογματικές διατυπώσεις του διαφωτισμού δεν μπορεί παρά να
ήταν τα
μεγαλύτερα κι ανηθικότερα θεωρητικά του ψεύδη, καθόσον:
α. στη σημερινή εποχή του 21ου αιώνα όπου η «ευρυμάθεια»
βασιλεύει εις τη δύση, η ανηθικότητα κι η διαφθορά των πολιτικών, αυτών των «μὴ
ἀμαθῶν», αλλά κι ευρέων τμημάτων της κοινωνίας η οποία έχει δεχθεί
σημαντικότατη μόρφωση στα δημόσια σχολεία απείρως μεγαλύτερη από εκείνην των
18ου-19ου αιώνα των διαφωτιστών, δεν έχει εκλείψει αλλά αντιθέτως φαίνεται να
έχει αυξηθεί.
β. δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν οι υποδουλώσεις
ολάκερων λαών σε αλλοδαπούς στρατούς - κατακτητές βάση της «ἐλείψεως τῆς
μαθήσεως», όπου ως αμάθεια νοείται η πολιτική κρατών άνευ «Νομαρχίας».
Για παράδειγμα εις τον Β΄ Π.Π. οι προσκείμενοι εις τον Χίτλερ «ἀμαθεῖς»
Γερμανοί Ναζιστές σάρωσαν τους «εὐρυμαθεῖς» Γάλλους
«Δημοκράτες» και τους Βρετανούς συμμάχους τους στις πεδιάδες της Γαλλίας κατά
την εαρινή επίθεση τους τον Μάιο του 1940.
Προς υποστήριξη δε του τελευταίου αρκούν οι αντιφατικές απόψεις των ίδιων των διαφωτιστών, οι οποίοι παρουσιάζονται ως
άλαλοι κάθε φορά που «ἀμαθεῖς» ανάτρεπαν τις
θεωρητικές τους ασημαντολογίες στον καθημερινό πρακτικό βίο της εποχής τους. Συγκεκριμένα, στο έργο του «Ἀνωνύμου
τοῦ Ἕλληνος» θαυμάζονται τα κατορθώματα επί αμάθειας
κλεφτών & ναυτικών της Ελλάδος, όσο κι η απλότητα της Σερβίας, η οποία
δε θα έπρεπε να προδικάζει ελευθερία δια μέσω εξέγερσης. Έτσι για τα ήθη και τα έθιμα των Σουλιωτών, που άπαντες οι
διαφωτιστές θαυμάζουν για τον ηρωισμό τους, ο Χριστόφορος Περραιβός στην ιστορική συγγραφή του, που
άντλησε κατά την επιτόπια έρευνά του όταν στάλθηκε εκεί από τον Αλέξανδρο
Υψηλάντη για να τους μυήσει στο ξεσηκωμό του Γένους σημειώνει:
α. «Κανένας από τους Σουλιώτες
καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν
μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με
αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν». (Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Σουλιώτες)
β. Ο ίδιος ο «Ἀνώνυμος Ἕλλην»
αναφέρει «Καί, τέλος πάντων, βλέποντες ἓν τόσον μικρὸν χωρίον, ἀπὸ μόνον χιλίους διαυθεντευτάς,
χωρίς τινα μάθησιν, οὔτε προητοιμασίαν, νὰ φυλάττεται σῶον διὰ τόσους χρόνους, ἐναντίον
ἑνὸς τυράννου τόσον μεγάλου, ἂς συλλογισθοῦν προσεκτικῶς»,
σελ. 37
γ. «Ἴδατε
ἐνταυτῷ τοὺς νῦν ναύτας τοῦ γένους μας, πῶς, ἀγκαλὰ καὶ ἀγράμματοι, ταξιδεύουν
μὲ
μεγαλωτάτην εὐκολίαν εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας, μάλιστα δὲ κάμνουσι μόνοι τους τὰ πλέον
ὡραιότατα καὶ ταχύτερα καράβια.», σελ. 162
δ. «Αὐτοὶ ἦτον ὁ λαὸς
[τῶν Σέρβων] ὁ πλέον ἁπλούστατος, καὶ βέβαια καθεὶς ἐστοχάζετο, ὅτι ἀργότερα
ἤθελε λάμψει ἡ ἐλευθερία εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, παρὰ εἰς τὰ ἄλλα.»,
σελ. 157
Την ίδια δηλαδή στιγμή που κατακρίνονταν η «ἀμάθεια»
των κληρικών εκ μέρους των διαφωτιστών, την ίδια ακριβώς ώρα θαυμάζονταν τα
αποτελέσματα της «ἀμάθειας»
σʼ εκείνους τους πολίτες που ως επί το πλείστον υλοποιούσαν τα πολιτικά
οράματα των διαφωτιστών.
Αξίζει δε να σημειωθεί πως, οι ίδιοι αυτοί
μοναχοί
που κατακρίνονταν ως το βασικό αίτιο της «ἀμάθειας»
του λαού, δεν απείχαν της επαφής με τις ίδιες αυτές ομάδες οι οποίες
τύγχαναν θαυμασμού και παραδειγματισμού για τους διαφωτιστές:
«Στη βάση του συστήματος ήταν οι
πανταχού παρόντες μοναχοί, που περιέρχονταν τις επαρχίες και τις πόλεις,
αναμοχλεύοντας τους τυφλούς φόβους στα πνεύματα των ανθρώπων και
εδραιώνοντας έτσι την ερεβώδη άγνοια.», (Πηγή:
«Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 357)
Το ίδιο το Βυζάντιο είχε δώσει δεκάδες
μάχες ενάντια σε πλείστους εχθρούς, είχε
διατηρήσει την αρχή του δεκάδες φορές περισσότερα χρόνια από ότι η Σπάρτη κι
η Αθήνα, κι επιβίωσε στρατιωτικά και οικονομικά για τόσους αιώνες, που ο
ίδιος ο Περικλής θα έτριβε τα μάτια του αν μπορούσε να το γνωρίζει αυτό στην
εποχή του· εντούτοις, το Βυζάντιο θα υποπέσει στην ίδια κακή μεταχείριση από τους
διαφωτιστές, επειδή συνιστούσε πολιτικό βρόγχο για το λαιμό τους. Κάθε
μοναρχική εξουσία, κάθε εκκλησιαστική εξουσία, πνευματική ή πολιτική, έπρεπε
να εξορκιστεί μέσα από τα βιβλία της κοσμικής ιστορίας· αυτό το ρόλο του
εξορκιστή, είχαν αναλάβει οι διαφωτιστικές θεωρητικές φαιδρότητες, οι οποίες δεν
ανέχονταν πολιτικές επιτυχίες εκ μέρους των κοινωνικών ή πολιτικών αντιπάλων τους:
«Έτσι, σύμφωνα με τον Βενιαμίν, διαλύθηκε η
αμάθεια που η νεότερη Ελλάδα είχε κληρονομήσει από το Βυζάντιο, όπου "τὰ
πνεύματα εἶχον δοθεῖ διόλου εἰς τὰς θρησκευτικὰς συζητήσεις."
»,
(Πηγή: «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» Π. Μ. Κιτρομηλίδης, σελ. 466)
Η μανία των
διαφωτιστών να χαρακτηρίζουν τους πάντες ως «ἀμαθεῖς»,
επειδή εκείνοι είχαν αναγνώσει λίγα γραπτά ορισμένων φιλοσόφων νέων ή παλαιών
και βγάλει συμπεράσματα κατά το δοκούν,
δεικνύει ότι έπασχαν σύσσωμοι από το
σύνδρομο της «πνευματικῆς οἰήσεως», όπου δηλαδή θεωρούσαν ανωτέρα την ιδική των θέση «μαθήσεως» έναντι των υπολοίπων· προς
τούτο άλλωστε κάποιοι εξ αυτών έφτασαν εις το σημείο να αποβάλλουν από την
καρδιά τους το Χριστό και να αδράξουν τις πολιτικές αστειότητες ορισμένων ανθρώπων ως «μέγαν
θεωρητικὸν εὐαγγέλιὸν» και πλοηγό της ζωής τους έναντι του Θεού.
|
ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ - ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ -
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
«Το σύνταγμα που κατάρτισε η πρώτη
συντακτική συνέλευση, άλλαξε ριζικά το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς της
Γαλλίας.
Οι σπουδαιότερες διατάξεις του είναι οι
εξής:
[...]
4) Τα εκκλησιαστικά κτήματα με τεράστια
χρηματική αξία κηρύχθηκαν εθνικά.
5) Τα μοναχικά τάγματα καταργήθηκαν κι
οι ιερείς και οι επίσκοποι έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι, που μισθοδοτούνταν από
το κράτος. Τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, που ως τότε τα συντηρούσε ο Κλήρος,
ανάλαβε να τα συντηρεί το κράτος.
Οι ιερείς υποχρεώθηκαν να ορκιστούν
πίστη στο νέο πολίτευμα. Πολλοί όμως αρνήθηκαν να ορκιστούν και γιʼ αυτό
ονομάστηκαν ανώμοτοι (insermentés), αλλά οι χωρικοί τους σέβονταν
περισσότερο από αυτούς που ορκίστηκαν. Οι ιερείς που δεν ορκίστηκαν
αντιδρούσαν εναντίον της επαναστάσεως και οι οπαδοί του παλαιού
απολυταρχικού καθεστώτος βρήκαν σʼ αυτούς ισχυρό στήριγμα.
Τώρα πια δεν υπήρχαν ταξικές διαφορές
στη Γαλλία, γιατί η τάξη των ευγενών καταργήθηκε.»,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σσ. 123-124)
«Η δεύτερη
εθνοσυνέλευση της επαναστάσεως, που ονομάστηκε Convention Nationale ή
Convent [...] κυβέρνησε τη Γαλλία τρία περίπου χρόνια (από τις 20
Σεπτεμβρίου του 1792 ως τις 26 Οκτωβρίου του 1795) και είναι η κυρίως
επαναστατική συνέλευση. Η Convention κατά την πρώτη συνεδρίαση αποφάσισε
ομόφωνα την κατάργηση της βασιλείας, ανακήρυξε τη Γαλλία δημοκρατία, άλλαξε τη χριστιανική χρονολογία κι ως αρχή της νέας χρονολογίας όρισε
την ημέρα της ανακηρύξεως της δημοκρατίας.», ,
(Πηγή: Ιστορία Ελληνική και Ευρωπαϊκή των Νέων Χρόνων, Χ. Θεοδωρίδου - Α.
Λαζάρου, ΟΕΔΒ, Έκδοση Η΄, 1978, σελ. 127)
«Μ
|