ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ & ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

Αληθεύει ότι ο Χριστιανισμός ήρθε σε αντίθεση με τον Ελληνισμό, ως διδάσκουν οι νεοπαγανιστές; Αν ο ελληνισμός θεωρηθεί ο παγανισμός, τότε η προηγούμενη πρόταση δεν μπορεί παρά να απαντηθεί με ένα ξερό, μονολεκτικό και ισχυρό ναι. Στις άλλες περιπτώσεις το ζήτημα «ποικίλλει».

 

 

ΠΛΑΤΩΝΑΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ & ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ

 

Σύμφωνα με την Πλατωνική αντίληψη του κόσμου, το σύνολο της πραγματικότητας διαιρείται σε δύο επίπεδα, το ανώτερο και το κατώτερο:

ΜΟΡΦΗ

Το τέλειο, αιώνιο, αμετάβλητο, μη φυσικό βασίλειο των ιδεών

ΥΛΗ

Το ατελές, πρόσκαιρο, φυσικό βασίλειο

 

Ο μεταφυσικός ιδεαλισμός του Πλάτωνα, το ανώτερο επίπεδο έχει σχέση με τον τέλειο, αιώνιο και αμετάβλητο κόσμο των ιδεών, ενώ το κατώτερο έχει σχέση με τον πρόσκαιρο, μεταβλητό και ατελή κόσμο της φυσικής ύλης.

Αυτή η αντίληψη για τον κόσμο μέσα από την φιλοσοφία επηρέασε κάποιες φορές τον Χριστιανισμό. Και έτσι παρουσιάστηκε ο κάτωθι διαχωρισμός της πραγματικότητας, ανάμεσα στο ιερό του Θεού στον Ουρανό και στο κοσμικό του ανθρώπου στη γη.

 

ΙΕΡΟ

Πράγματα που ανήκουν στο πνευματικό, αιώνιο και αμετάβλητου ανώτερο βασίλειο του Θεού στον ουρανό

ΚΟΣΜΙΚΟ

Πράγματα που ανήκουν στο φυσικό, πρόσκαιρο και μεταβλητό κατώτερο βασίλειο του ανθρώπου στη γη.

 

Το σωστό όμως διάγραμμα που θα προσέγγιζε με την Ορθόδοξη Θεολογική άποψη για την ζωή, είναι το επόμενο:

 

Σε αντίθεση με την βούληση ή το σχέδιο του Θεού («κακό»)

Εκκλ
ησία

Σε αρμονία με την βούληση ή το σχέδιο του Θεού («καλό»)

Σχο
λείο
Τέχ
νη
Σπί
τι
Μου
σική
Θέα
τρο
Αθλη
τισμός
Δου
λειά
Νό
μος
Επιχει
ρήσεις
Γεω
ργία
Έρω
τας
Ιατρ
ική

 

Αντί μια οριζόντια γραμμή που διασχίζει την πραγματικότητα, υπάρχει μια κάθετη και εκφράζει την αλήθεια ότι κάθε πλευρά της ζωής μπορεί να μετακινηθεί από την μια πλευρά στην άλλη, ανάλογα με κάποιους παράγοντες.

Οι νεοπαγανιστές παρουσιάζουν στις επιθέσεις τους τον Χριστιανισμό να «μισεί» καθετί το «ελληνικό» π.χ. θέατρο μουσική, χορό, έρωτα, ιατρική κ.λ.π. εκμεταλλευόμενοι τον δυϊσμό του Πλάτωνα και τα θεολογικά κατάλοιπα της  φιλοσοφίας του. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει καμία αντίθεση «ελληνισμού» και Χριστιανισμού. Ο «Ελληνισμός» μέσα από τον Χριστιανισμό, είναι η πλήρης έκφραση όλων των ανθρώπινων δυνάμεων εις εξύμνηση του Δημιουργού.

(Βασισμένο στο βιβλίο Αρχαία Ελλάδα και Βίβλος, Σύγκρουση Κοσμοαντιλήψεων, πρωτ. Assumptions that Affect Out Lives, Christian Overman, εκδόσεις Άροτρον, 2004, σσ. 180-181)

 

 

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

1.

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ & ΕΛΛΗΝΙΣΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

 

2.

 

ΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ (Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ)

 

3.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ή ΕΘΝΙΚΟΣ, Π.Δ. ή ΜΥΘΟΙ

 

Παλαιά Διαθήκη

Ορφέας, εσταυρωμένοι, κατακλυσμός Δευκαλίων

Μύθοι

Ελληνική Θρησκεία

 

 

4.

 

 

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΙ

 

Μείναμε Έλληνες επειδή είμαστε Χριστιανοί

Έλληνες άγιοι οικοδομούν την Εκκλησία του Χριστού

Σήμερα

Αν…

 

 

 

 

5.

 

 

 

 

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ή «κατά Dodds»

 

Η νεωτερικότητα του ζητήματος

Η θεωρία της βίας

Παρακμή

Αγνωστικισμός και Χριστιανισμός

Η κατάρρευση του ατόμου

Κόντρα στο ρεύμα

Η ελληνοχριστιανική συμμαχία κατά γνωστικισμού

Υπαρξιακή ανεστιότητα

Αιτίες της επιτυχίας του Χριστιανισμού

Γιατί ηττήθηκε ο παγανισμός

Συμπεράσματα

Σημειώσεις

6.

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΥΠΕΡ ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ - ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

 

 

7.

 

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ

 

8.

 

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

 

9.

 

ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ & Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

10.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

Ο ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΤΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

(Μαυρομμάτης Βασίλειος, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 278)

(Παναγιώτης Μαρίνης, περιοδικό Τρίτο Μάτι, τεύχος 146, ένθετο)

 

«ΚΑΘΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ» ΝΑ ΑΦΟΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΙΣΕΙΤΑΙ

(Νικόλαος Τσίτσος, Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 274, σελ. 18081-18082)

(Παναγιώτης Μαρίνης, περ. Τρίτο Μάτι, τ.109, ένθετο, σελ.7)

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΞΙΟ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

(Παναγιώτης Μαρίνης, περ. Τρίτο Μάτι, τεύχος 109, ένθετο, σελ. 12)

 

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΝΕΟΤΕΡΟΣ, ΜΙΜΗΣΗ ΕΒΡΑΙΩΝ

(Παναγιώτης Μαρίνης, περ. Τρίτο Μάτι, τεύχος 109, ένθετο, σελ. 12)

 

ΟΙ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

(Κίμων Ελευθερίου, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 299, σελ. 20672-20674)

 

ΤΟ «ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΒΡΑΪΚΟ» ΠΑΣΧΑ

(Κίμων Ελευθερίου, Περιοδικό Δαυλός, τεύχος 280, σσ. 18657-18665)

 

 

11.

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

12.

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ακολουθεί μια λίστα με τα ονόματα των 12 και των 70 απόστολων, βασισμένη στα γραπτά του αγίου Ιππολύτου (αρχές 3ου αι. μ.Χ.) καθώς και στην Αγία Γραφή. Με μπλε γράφουμε όσους αποστόλους έχουν ελληνικά ονόματα, με κόκκινα όσους έχουν ρωμαϊκά, και με πράσινο όσους έχουν εβραϊκά.

 

 

ΕΛΛΗΝΕΣ

 

 

ΙΟΥΔΑΙΟΙ

 

ΡΩΜΑΙΟΙ

1. Φίλιππος
2. Σίμων
3. Κλεώπας
4. Ανανίας
5. Στέφανος
6. Φίλιππος
7. Πρόχορος
8. Νικάνωρ
9. Τίμων
10. Παρμενάς
11. Νικόλαος
12. Λουκάς
13. Σίλας
14. Σιλουανός
15. Επαίνετος
16. Ανδρόνικος
17. Αμπλίας
18. Στάχυς
19. Φύγελλος (αποστάτης)
20. Ερμογένης (αποστάτης)
21. Δημάς (αποστάτης)
22. Απελλής
23. Αριστόβουλος
24. Νάρισσος
25. Ηρωδίων
26. Ασύγκριτος
27. Φλέγων
28. Ερμής
29. Πατρόβουλος
30. Ερμάς
31. Λίνος
32. Φιλόλογος
33. Ολυμπάς
34. Ροδίων
35. Ιάσων
36. Σωσίπατρος
37. Έραστος
38. Απολλώς
39. Σωσθένης
40. Τυχικός
41. Επαφρόδιτος
42. Αρτεμάς
43. Κλήμης
44. Ονησίφορος
45. Τυχικός
46. Κάρπος
47. Εύοδος
48. Αρίσταρχος
49. Ζηνάς
50. Φιλήμων
51. Αρίσταρχος
52. Τρόφιμος
01. Σίμων ή Πέτρος (ελληνίζων)
02. Ανδρέας (ελληνίζων)
03. Ιωάννης
04. Ιάκωβος
05. Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος
06. Ματθαίος
07. Θωμάς
08. Ιάκωβος
09. Ιούδας Θαδδαίος ή Λεββαίος
10. Ματθίας
11. Ιάκωβος
12. Θαδδαίος
13. Βαρνάβας
14. Βαρνάβας
15. Άγαβος
16. Κηφάς
17. Μάρκος - Ιωάννης

 

01. Μάρκος
02. Κρίσκης
03. Ουρβανός
04. Ρούφος
05. Γάιος
06. Λούκιος
07. Τέρτιος
08. Κουάρτος
09. Καίσαρ
10.Μάρκος
11. Ιούστος
12. Μάρκος - Ιωάννης
13. Πούδης

 

Από τους αποστόλους που διάλεξε ο ίδιος ο Χριστός:

 

Οι 52/81 ήσαν Έλληνες -Ελληνιστές

Οι 13/81 ήσαν Ρωμαίοι

Και οι 17/81 ήσαν Εβραίοι - Ιουδαίοι

 

Οι 70 απόστολοι αναφέρονται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 10/ι 1-24 «1 Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα». Τα ονόματά τους αναφέρονται στο «Περί των Ο’ Αποστόλων» [εν Migne, Ελληνική Πατρολογία, τομ.10, σελ. 953-957] του αγίου ιερομάρτυρος Ιππολύτου.

 

 

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Απόπειρα εθνικής αυτοκτονίας

(Η σχέση του Νέου Ελληνισμού με το Βυζάντιο)

 

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος (ως Βυζαντινός Αυτοκράτορας) κατατροπώνει τον Δαρείο με την ακολουθία του.Παράσταση από την Μυθιστορία του Αλέξανδρου (Κώδικας Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας φ. 61 versus)

 

Ότε προ ημιολίας εκατονταετηρίδος ήρχισε προαγομένη η του νέου Ελληνισμού παίδευσις, οι σημαιοφόροι της μεγάλης ταύτης πνευματικής αναβιώσεως επεδόθησαν φυσικώ τω λόγω προ πάντων εις την μελέτην των διανοητικών και πολιτικών μεγαλουργημάτων του αρχαίου Ελληνισμού. Παιδευόμενοι δε και εν τη νεωτέρα της Δύσεως επιστήμη, ενισχύοντο μεν περί την προς τους προπάτορας εκείνους λατρείαν αυτών, εδιδάσκοντο όμως δυστυχώς ενταυτώ να περιφρονώσι και να μυκτηρίζωσι τους μεσαιωνικούς ημών χρόνους. Η Εσπερία είχε προ καιρού διατεθή δυσμενώς προς την ημετέραν εν Κωνσταντινουπόλει μοναρχίαν. Συμφέροντα θρησκευτικά και πολιτικά πολλάς παρήγαγον αμοιβαίας αιτιάσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, επι τέλους δε επήγαγον και τας ολεθρίας σταυροφορικάς καθ' ημών επιδρομάς. Όθεν πάσαι σχεδόν αι χρονογραφίαι ημών όσαι εγράφησαν έκτοτε και μέχρις εσχάτων υπό των Δυτικών, εγελοιογράφησαν μάλλον ή απετύπωσαν πιστώς τους χαρακτήρας του μεσαιωνικού ημών κράτους.

Τοιαύται υπήρξαν αι δύο πηγαί εξ ων εποτίσθησαν τα νάματα της ιστορικής αυτών παιδεύσεως αι λόγιαι ημών γενεαί από του Κοραή και εφεξής. Το δ'αποτέλεσμα υπήρξεν ότι ενεφορήθησαν θαυμασμού μεν ανεξελέγκτου προς τους προπάτορας, αδιαφορίας δε προς τους πατέρας, προαγομένης πολλάκις μέχρις αποστροφής. Αι γενεαί εκείναι δεν ενθυμούντο ειμή τας αρετάς των αρχαίων χρόνων, και δεν εγίνωσκον ειμή τας κακίας των μεσαιωνικών, λησμονούσαι ότι πολλά έσχεν αμαρτήματα και ο πρώτος Ελληνισμός, μη ηξεύρουσαι δε οπόσα εμεγαλούργησε και ο μεσαιωνικός. Ουδέ θέλομεν ελέγξει επί τούτω τους πρώτους εκείνους του Γένους διδασκάλους. Το κατεπείγον ήτο τότε να εξαρθή το φρόνημα του δεδουλωμένου έθνους και να παρατεθώσιν εις μίμησιν εξαίρετα άθλων και λόγων υποδείγματα· τοιαύτα δε δεν ανεύρισκον ειμή εν τη αρχαιότητι, διότι μόνην την αρχαιότητα εγίνωσκον οίκοθεν κατά το μάλλον και ήττον· όθεν ταύτης έγραφον εικόνα άσπιλον, αμόλυντον, ιδεώδη. Περί δε των μετέπειτα χρόνων δεν ήξευρον ειμή όσα εδιδάσκοντο παρά των Εσπερίων· όθεν ή απεσιώπον τα κατά τους χρόνους τούτους ή εκακολόγουν αυτούς. Η τοιαύτη της Ιστορίας ημών τύχη δεν έπαυσεν ουδ' επί της ιδρύσεως του Πανεπιστημίου. Δύο μόναι υπήρχον κατ' αρχάς εν αυτώ ιστορικαί έδραι, η της Γενικής Ιστορίας και η των αρχαίων εθνών· μόλις δε μετά 14 έτη ήρχισε να διδάσκηται από της καθέδρας ταύτης η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτέρων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς.

Παράδοξον λοιπόν δεν είνε ότι επί εκατονταετηρίδα σχεδόν όλην από της πνευματικής του έθνους αναβιώσαεως επεκράτησαν παρ' ημίν περί του μεσαιωνικού Ελληνισμού πλείσται εσφαλμέναι δοξασίαι. Το παράδοξον είνε ότι, και ενώ πριν έτι αρχίση εν Ελλάδι η γνησία, η εθνική περί αυτού μελέτη, η ιστορική της Δύσεως δυσμένεια είχεν αποβή οπωσούν μετριωτέρα· και αφού η διά της μελέτης εκείνης ολοσχερώς αποκαλυφθείσα αλήθεια επεκροτήθη υπό του πεπολιτισμένου κόσμου, εν Ελλάδι πολλοί επιμένουσιν έτι εις την αρχαίαν πλάνην, δεν εγκρίνουσιν όσα συνέβησαν επί της γης κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους και φαντασιοκοπούντες, αγωνίζονται να συναρμόσωσι τον νέον Ελληνισμόν μετά του αρχαίου δι' εναερίου τινός και αοράτου γεφύρας.

Μη νομίσωμεν εντούτοις ότι πρώτην ταύτην φοράν υπέστη τοιαύτας παρεξηγήσεις η Ιστορία του Ελληνικού έθνους. Αι διάφοροι τούτου μεταπλάσεις, δι' ων και μόνον κατωρθώθη η επί τρισχίλια έτη παραμονή αυτού επί της ιστορικής του κόσμου σκηνής, δεν ήτο εύκολον να εκτιμηθώσιν εκάστοτε ευθύς εξ αρχής. Την σήμερον δεν υπάρχει, υποθέτω Έλλην ο μη ομολογών ότι ο Φίλιππος της Μακεδονίας παρεσκεύασεν, ο δε υιός αυτού Αλέξανδρος εξετέλεσε, και οι Διάδοχοι και Επίγονοι αυτών συνεπλήρωσαν έργον δι' ου ο αρχαίος Ελληνισμός, όστις έπνεε τα λοίσθια έν τε τη μητροπόλει αυτού και εν ταις αποικίαις, μετεπλάσθη προς επιτέλεσιν νέας ιστορικής εντολής. Και όμως ο ύπατος των ρητόρων της εκκλησίας του δήμου Αθηναίων διήγαγε τον βίον αγωνιζόμενος να παρακωλύση το έργον τούτο και ισχυριζόμενος ότι ο Φίλιππος ούτε Έλλην ήτο, ούτε βάρβαρος τουλάχιστον, αλλ' όλεθρός τις Μακεδών. Τον δε Αλέξανδρον, τον Αλέξανδρον εκείνον, ον οι αιώνες επροσκύνησαν ως τον μέγιστον των επί γης ανθρώπων. ο Δημοσθένης επωνόμασεν Μαργίτην, περί ου εν Ομηρικώ τινι επιγράμματι λέγεται: «ον δε' ούτ' αρ σκαπτήρα θεοί θέσαν, ούτ' αροτήρα»

Και έτι δριμύτερος, ει δυνατόν, υβριστής των πρωταγωνιστών της νέας των πραγμάτων καταστάσεως ανεδείχθη ο σύγχρονος ιστορικός Θεόπομπος. Ο Θεόπομπος εβεβαίου ότι ο Φίλιππος δεν ετίμα και δεν προήγεν ειμή τους αισχίστους των ανθρώπων. Οι περί αυτόν, λέγει, δεν ήσαν εταίροι αλλά εταίραι· δεν ήσαν στρατιώται αλλά χαμαιτύποι, -και ανδροπόρνοι, και Κένταυροι, και Λαιστρυγόνες- Τίνες; Οι Παρμενίωνες, οι Κρατεροί, οι Σέλευκοι, οι Πτολεμαίοι, οι Ευμένεις, οι Αντίγονοι, οι Αντίπατροι και πάσα η άλλη χορεία των ανδρών, οίτινες ίδρυσαν τα περιώνυμα εκείνα νέα Ελληνικά βασίλεια, εν Ασία τε και εν Αιγύπτω, και ων τα ονόματα δεν έπαυσαν επί δισχίλια και επέκεινα έτη υπό του κόσμου παντός τιμώμενα.

Ά, βεβαίως μέγα τι χρήμα είναι η ρητορική τέχνη, μέγα η ιστορική επιστήμη· αλλά και του Δημοσθένους ευγλωττότερος, και του Θεοπόμπου σοφώτερος ανεδείχθη τότε ο ελληνικός λαός. Τωόντι· ενώ τοιαύτα επρέσβευον και εδίδασκον ρήτορες και ιστορικοί, ο ελληνικός λαός, εν τω αυτοματισμώ αυτού, έγνω το μέλλον ασφαλέστερον αυτών. Ο ελληνικός λαός, εν τω αυτοματισμώ αυτού, έγνω το μέλλον ασφαλέστερον αυτών. Ο ελληνικός λαός συνήλθεν επανειλημμένως εις κοινήν εν Κορίνθω Σύνοδον, ερρύθμισεν εκεί τας σχέσεις αυτού προς Φίλιππον πρώτον, μετά δε τον θάνατον τούτου, προς τον Αλέξανδρον και ανηγόρευσεν αυτούς αλλεπαλλήλως στρατηγούς αυτοκράτορας της Ελλάδος εις τον κατά Περσίας πόλεμον. Έπειτα, δε, εκτελών τα αποφασισθέντα, εξέπεμψε τα τέκνα αυτού εις τα ενδότατα της Ασίας, όπου Πελοποννήσιοι, Φθιώται, Φωκείς, Λοκροί, Μαλιείς, Θεσσαλοί, αντί να αναλίσκωνται εις εμφυλίους και μικρούς εντός της μικράς Ελλάδος αγώνας προεπολέμησαν περί της κυριαρχίας του κόσμου και μετ' ου πολύ, εγκαταλείπων αθρόας τας μαρανθείσας χώρας και πόλεις της αρχαίας πατρίδος, εξώρμησεν ακατάσχετος προς τας αχανείς εκτάσεις της Ανατολής και ίδρυσεν αυτόθι εκατοντάδας νέων μεγάλων και πλουσίων πόλεων. Εν ταύταις δε ταις πόλεσιν, ετελέσθη, προϊόντος του χρόνου, το συνοικέσιον του αρχαίου Ελληνισμού μετά του Χριστιανισμού, δι' ου εξελληνίσθη η εν τω μεταξύ επικρατήσασα εκεί ρωμαϊκή κυριαρχία και μετεπλάσθη εις μοναρχίαν ελληνικήν.

Ανάλογός τις φρονημάτων διάστασις μεταξύ λαού και λογίων συνέβη και εν τοις νεωτέροις χρόνοις παρ' ημίν. Ενώ ουκ ολίγοι των λογίων σκώπτουσι κατά το μάλλον και ήττον ευφυώς τους πατέρας αυτών, ο λαός ουδέποτε έπαυε τιμών και γεραίρων αυτούς. Ότε εν αρχή της 17ης εκατονταετηρίδος ο Γάλλος δουξ de Nevers Κάρολος Β', αξιών ότι έχει δι επιγαμίας κληρονομικά επί του θρόνου των Παλαιολόγων δικαιώματα, περιήλθεν εις συνεννοήσεις μετά διαφόρων προυχόντων της Ελλάδος, οι προύχοντες ούτοι δεν συνήνεσαν να συμπράξωσιν ει μη προσαγορεύοντες αυτόν Κωνσταντίνον Παλαιολόγον. Ότε τω 1790 οι απεσταλμένοι του λαού της Ελλάδος απήλθον εις Πετρούπολιν ίνα επικαλεσθώσι την επικουρίαν της Αικατερίνης Β', προς ανάκτησιν της απολεσθείσης ελευθερίας, τούτο προ πάντων εζήτησαν παρ' αυτής, να δώση τοις Έλλησι τον έγγονον Κωνσταντίνον ως διάδοχον του εκλιπόντος «γένους των αυτοκρατόρων ημών». Ότε ο αρματωλός Χασιών παππά Θύμιος Βλαχάβας συνεκάλεσεν εν Ολύμπω τω 1808 τινάς των συναγωνιστών της Στερεάς Ελλάδος, προς διοργάνωσιν νέου επαναστατικού κινήματος, η Σύνοδος αύτη ώρισεν ως ημέραν ενάρξεως του αγώνος την 29 Μαΐου, την πεπρωμένην ημέραν καθ' ην έπεσεν επί των επάλξεων της Κωνσταντινουπόλεως ο έσχατος των Παλαιολόγων. Ότε τω 1822 και 1823 συνήλθον εν τω μέσω της κλαγγής των όπλων εις την Επίδαυρον και εις το Άστρος οι αντιπρόσωποι ούτοι του λαού δεν ελησμόνησαν να δοξολογήσωσι «τους αειμνήστους Χριστιανούς ημών αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως».

Ταύτα πάντα ενθυμίζουσι μέχρι τινός τα προ δισχιλίων ετών παρ' ημίν γενόμενα. Ανάγκην εν τούτοις να παρατηρήσω, ότι η αρχαία πλάνη ήτο πολύ μάλλον της νεωτέρας συγγνωστή. Τότε εδέησε να προνοηθή το μέλλον, νυν δε πρόκειται να εκτιμηθή το παρελθόν. Τότε η αλήθεια απεκαλύφθη εις τον λαόν μάλλον ή εις τους περί τον Δημοσθένη και τον Θεόπομπον, διότι το μέλλον, το άδηλον είνε πολλάκις μυστηριώδές τι προαίσθημα των πολλών μάλλον ή επιστημονική διάγνωσις των ολίγων. Όθεν όλως άπορον δεν είνε ότι το πάλαι ο λαός ανεδείχθη σοφώτερος των διδασκάλων αυτού, ενώ την σήμερον πολύ ευλογώτερον ήτο αυτοί, δηλαδή οι διδάσκαλοι του λαού να μη ολισθήσωσι περί την γνώσιν και την κρίσιν γεγονότων προτελεσθέντων. Τι ήξευρε, τι ηδύνατο επί τέλους να ηξεύρη ο λαός περί του παρελθόντος τούτου; Δεν ήξευρε ειμή τους αίνους, ους ακούει επί 400 έτη ψαλλομένους εν τοις ιεροίς ναοίς υπέρ των παλαιών αυτού βασιλέων και των κατορθωμάτων αυτών·

Χαίρε τίμιον διάδημα Βασιλέων ευσεβών·

Χαίρε της βασιλείας το απόρθητον τείχος·

Χαίρε δι' ης εγείρονται τρόπαια·

Χαίρε δι' ης εχθροί καταπίπτουσιν.



Και το άλλο εκείνο·

 

«Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις Βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το Σον φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα».

 

Δεν ήξευρεν ειμή το δημώδες εκείνο άσμα, το οποίον προοιμιάζον διά της απελπιστικής κραυγής·

 

Πήραν την Πόλιν, πήραν την! πήραν την Σαλονίκην!

Πήραν και την Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι!...

απολήγει εις την κατανυκτικλην εκείνην παραμυθίαν·

Σώπα, Κυρία Δέσποινα, μην κλαίης, μην δακρύζεις,

Πάλε με χρόνια, με καιρούς, πάλε δικά σου είναι.

 

Το ιστορικόν τούτο του λαού εγχειρίδιον, όσω επίτομον και αν είνε, ήρκεσεν ίνα τον διδάξη, ότι ήτο κληρονόμος των αγώνων και των ελπίδων του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Οπόσα δε άλλα θαυμαστά διδάγματα δεν ήθελον πορισθή αι λογιώτεροι ημών τάξεις εάν απεφάσιζον τελευταίον να μελετήσωσι την επιστημονικήν, την απηκριβωμένην του Ελληνισμού εκείνου ιστορίαν. Βραχεία εκ περιωπής ανασκοπή των ποικίλων αυτού περιπετειών, θέλει, ελπίζω, πείσει τον αναγνώστην περί τούτου.

Αι κυριώταται χώραι, αι καταληφθείσαι υπό του αρχαίου και του μακεδονικού Ελληνισμού, η χερσόνησος του Αίμου, η μικρά Ασία, και αι εν τω μεταξύ νήσοι, εγένοντο ανάστατοι υπό της 3ης μ.Χ. εκατονταετηρίδος υπό βαρβάρων παντοδαπών, όπως και αι δυτικαί της Ευρώπης χώραι. Παρ' ημίν μάλιστα αι επιδρομαί και εγκαταστάσεις των εθνών τούτων διήρκεσαν πολύ πλειότερον ή εν τη Εσπερία. Οποίον υπήρξε το αποτέλεσμα της λαίλαπος ταύτης εν τη Δύσει, και οποίον εν τη Ανατολή; Εν τη δυτική Ευρώπη προέκυψαν έθνη νέα και νέαι γλώσσαι· η Ιταλική, η Ισπανική, η Γαλλική, η Αγγλική. Εν ταις Ανατολικαίς χώραις τανάπαλιν, πολλαχού μεν ο Ελληνισμός κατίσχυσεν ολοσχερώς των βαρβάρων, ενιαχού δε ίσταται έτι ακέραιος απέναντι των απογόνων αυτών. Ο θρίαμβος ούτος του ελληνικού έθνους οφείλεται κυρίως εις τους αγώνας της εν Κωνσταντινουπόλει μοναρχίας· αγώνας πολεμικούς άμα και εξελληνιστικούς, ων οι τελευταίοι μαρτυρούσιν αριδήλως οπόσον κραταιά υπήρχεν εν ταις καρδίαις των βασιλέων εκείνων η συνείδησις του Ελληνισμού. Ου μόνον κατ' ιδίαν πολλοί των επιδραμόντων αλλοφύλων εξελληνίζοντο και εκαυχώντο μάλιστα επί τη ελληνική αυτών ευγενεία, αλλά και φυλαί ολόκληροι, οίον οι Γότθοι της μικράς Ασίας, οίτινες εν τη 9 εκατονταετηρίδι ωνομάζοντο Γοτθογραίκοι. Ου μόνον οι ξένοι ούτοι, αντί να επιβληθώσιν εις τους προτέρους της χώρας κυρίους όπως επεβλήθησαν εν τη Εσπερία, συνεχωνεύοντο απ' εναντίας εντός του Ελληνισμού, αλλά και αυταί αι χώραι, ων έφθασαν άπαξ να κυριαρχήσωσι και εις ας έκτισαν πόλεις ξενοφώνους, ανακτηθείσαι έπειτα ανελάμβανον την προτέραν ελληνικήν όψιν. Ο Νικηφόρος Φωκάς, εκβαλών τους Άραβας εκ Κρήτης, κατέλυσε το υπ' αυτών προ ετών 138 κατασκευασθέν φρούριον Χαντάκ, και ήγειρε πλησίον αυτού φρούριον νέον, το οποίον ωνόμασε Τέμενος. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, ανακτήσας την κάτω Μοισίαν από των Βουλγάρων, μετωνόμασεν Ιωαννούπολιν την πρωτεύουσαν αυτών Πραισθλαύαν. Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, ο συμπληρώσας το έργον του ευκλεούς αυτού κηδεμόνος, γενόμενος κύριος της περί την Πελαγονίαν Πρέσπας, μετωνόμασεν αυτήν Βασιλίδα. Επί τέλους δε οι ξένοι κατακτηταί, απελπισθέντες να κατισχύσωσι του Ελληνισμού, ηναγκάσθησαν να κυβερνώσι διά της ελληνικής γλώσσης τας χώρας, ων εγένοντο εκ διαλειμμάτων κύριοι, και, το παραδοξότερον, αυτοί εαυτούς να μεταμορφώσιν εις Έλληνας. Ούτως εν τη 14 εκατονταετηρίδι, ο έστιν επί της πλήρους ήδη παρακμής της μεσαιωνικής ημών βασιλείας, ο Σέρβος ηγεμών Urosh, καταλαβών επί τινα χρόνον και αυτήν την Ήπειρον και αυτήν την Θεσσαλίαν, έγραφε τα χρυσόβουλα αυτού εις την ελληνικήν και εβεβαίου, ότι ονομάζεται «Συμεών, εν Χριστώ τω Θεώ, πιστός βασιλεύς και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων και Σερβών, ο Παλαιολόγος».

 

 

Κύπελλο από επιχρυσωμένο άργυρο. Ανάμεσα στις παραστάσεις ο Μ. Αλέξανδρος εις την ανάληψη του στον ουρανό. Η μορφή του χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς για να συμβολίζει Την οικουμενική εξουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα. 12ος αιώνας. Υω. 9 εκ., διάμ. 13,8 εκ. Αγία Πετρούπολη (Ερμιτάζ, αρ. ευρ. ω72).(Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 34, άρθρο «Ώρες Βυζαντίου, Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Μυστράς, Αύγουστος 2001 - Ιανουάριος 2002», Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος, σελίδα 21)

 

Τοιουτοτρόπως οι μεν Άραβες εξέλιπον εκ Κρήτης, εκ Κύπρου και εκ της μικράς Ασίας, οι δε Σλαύοι και οι Βούλγαροι, άφαντοι γενόμενοι εκ των χωρών, αίτινες απαρτίζουσιν το σημερινόν βασίλειον της Ελλάδος, δεν περιεσώθησαν ειμή είς τινα τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης. Ημείς δε τι άρα γε μέγα ελληνιστικόν έργον άχρι τούδε κατορθώσαμεν; Αφήσαμε εις την τύχην των τας νεωτέρας προς δυσμάς και προς βορράν ημών αποικίας, ων πολλαί απέβαλον ήδη την πάτριον θρησκείαν τε και γλώσσαν· αφήσαμεν επί χρόνον μακρότατον τον εν Μακεδονία και εν Θράκη Ελληνισμόν εις την διάκρισιν των Βουλγάρων, και βλέπομεν εντός αυτού του βασιλείου της Ελλάδος τους Αλβανούς σώζοντας το γλωσσικόν αυτών ιδίωμα. Βεβαίως ο λαός εξέβαλε δι' αγώνων αειμνήστων εκ Πελοποννήσου και εκ Στερεάς τους τελευταίους αυτών κατακτητάς· αλλ' ο λαός ούτος έχει, ως είδομεν, την συνείδησιν, ότι, ίνα υπάρξωσι νέοι ελληνικοί αγώνες, έπρεπε να υπάρξη νέον ελληνικόν έθνος, το δε καθ' ημάς ελληνικόν έθνος δεν περιεσώθη, ειμή διά των αγώνων του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Τι δε να είπωμεν περί της επάρσεως μεθ' ης καταδικάζομεν τους μεσαιωνικούς ημών χρόνους επί πνευματική στειρώσει; Εάν ο Όμηρος, ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος, ο Φειδίας, ο Θουκιδίδης ηγείροντο εκ νεκρών, ηθέλομεν εννοήσει αυτούς θλιβομένους, διότι οι απόγονοι εκείνοι δεν εκληρονόμησαν την λαμπρότητα του πνεύματος των πατέρων αυτών. Αλλ' αγνοώ εν τίνι δικαιώματι οικτείρομεν τους Βυζαντινούς, ημείς, οίτινες δεν ανεδείξαμεν ακόμη, καθ' όσον ηξεύρω, πολλούς άνδρας εναμίλους του Μακεδόνος την καταγωγήν Τριβωνιανού, τον οποίον ο Γίββων δεν εδίστασε να παραλληλίση προς τον μέγαν Βάκωνα· εναμίλλους του Καισαρέως Προκοπίου, περί ου ο αυτός γνώστης των αρετών της ιστορικής επιστήμης, αποφαίνεται ότι εκέκτητο εξαίρετον των πολιτικών πραγμάτων εμπειρίαν, και αφηγείτο αυτά διά λόγου πολλάκις κομψού άμα και εντόνου· εναμίλλους του Τραλλιανού Ανθεμίου και του Μιλησίου Ισιδώρου, οίτινες έκτισαν τον ναόν της του Θεού Σοφίας, τον μέχρι του νυν λογιζόμενον, διά τε την ιδεώδη αυτού προσωνυμίαν και την θαυμαστήν εξεργασίαν ως το κάλλιστον των ευκτηρίων όσα ήγειρέ ποτέ ο Χριστιανισμός· εναμίλους του Κωνσταντινουπολίτου Φωτίου, περί του οποίου ο πολύς Hergenrφther χθες ακόμη έλεγεν, ότι το κλέος αυτού ως επιστήμονος, ως συγγραφέως, ως φιλολόγου, ως φιλοσόφου και ως θεολόγου, ανωμολογήθη υπό του κόσμου μιά φωνή ανέκαθεν και μέχρι της σήμερον. Και ίνα κατέλθωμεν εις δευτερεύοντάς τινας αντιπροσώπους της διανοητικής ενεργείας των μεσαιωνικών ημών χρόνων, ερωτώ εάν η νεωτέρα ημών φιλολογία παρήγαγε πολλά έργα, τα δυνάμενα να συγκριθώσι προς τον Διάλογον, τον επιγραφόμενον· «ο Φιλόπατρις ή Διδασκόμενος», όστις, ενώ εγράφη εν Κωνσταντινουπόλει, άγνωστον υπό τίνος, κατά την 10 εκατονταετηρίδα, απεδίδετο επί αιώνας πολλούς και μέχρις εσχάτων εις τον ευφυέστατον και χαριέστατων των Ελλήνων, τον Λουκιανόν· πολλά έργα, οίον το ποιημάτιον του επισκόπου Μυτιλήνης Χριστοφόρου προς τον μοναχόν Ανδρέαν περί της εμπορίας των αγίων λειψάνων, το οποίον διά την ευτραπελίαν και την τόλμην, μεθ' ης, αντεπεξήλθεν εν τη 9 εκατονταετηρίδι κατά της καταχρήσεως εκείνης, ενθυμίζει τη αληθεία εν πολλοίς την φιλόκαλον δεινότητα του Βολταίρου· ή έργον οίον «η Ευσταθίου του Θεσσαλονίκης συγγραφή της κατ' αυτήν αλώσεως», εν τω οποίω επιφαίνεται τραγικός τις και όντως Σαιξπήριος συνδυασμός θλίψεως μεν βαρυτάτης ένεκα των συμφορών, ας ιστορεί, χαριτωμένης δε πικρίας και ειρωνείας δι' ης μαστίζει τους αιτίους των συμφορών τούτων.

Είνε αληθές, ότι πολλαί εγένοντο τότε θρησκευτικαί συζητήσεις, αλλ' οι μεμψιμοιρούντες επί τούτω δεν παρηκολούθησαν την βαθμιαίαν εξέλιξιν των ποικίλων εντολών, ας εκλήθη να εκπληρώση ο Ελληνισμός εν τω μακραίωνι αυτού ιστορικώ βίω. Ο αρχαίος Ελληνισμός ίδρυσε τους αϊδίους του καλού νόμους και προσήγγισεν εις την αντίληψιν της ανεξερευνήτου Σοφίας, της διεπούσης τον άναρχον και ατελεύτητον κόσμον· δεν εκύρωσεν όμως την υπερτάτην ταύτην των αληθειών, αλλά κατεδίκασεν απεναντίας εις θάνατον τον Σωκράτην, τον πρώτον μέγαν αυτής απόστολον. Ο μακεδονικός Ελληνισμός διέδωκεν εις τας ευρείας της Ανατολής χώρας τους εν Ελλάδι παραχθέντας εκείνους θησαυρούς του ανθρωπίνου πνεύματος, και επέβαλε προς τοις άλλοις χείρα επί της πόλεως, εν η εκηρύχθη μετ' ου πολύ το θεόπνευστον του νέου δόγματος Ευαγγέλιον. Ο δε μεσαιωνικός Ελληνισμός επετράπη τελευταίον την εις θετικόν θρήσκευμα οργάνωσιν του δόγματος τούτου, και την υπέρ αυτού άμυναν κατά δυσαριθμήτων αντιδράσεων.

Ουδέν λοιπόν άπορον, ότι πολλαί εγένοντο τότε θρησκευτικαί συζητήσεις. Εάν ο καθορισμός του συμβόλου της πίστεως δεν εξησφαλίζετο από των εισηγήσεων της των Αρειανών αιρέσεως, ήτις Σωτήρος φύσιν, ο Χριστιανισμός, αποβαίνων απλούν νέον φιλοσοφικόν δόγμα, ήθελε τάχιστα ανατραπή. Εντεύθεν δε ου μόνον ο μεσαιωνικός Ελληνισμός ήθελε στερηθή το κυριώτερον της υπάρξεως αυτού έρεισμα, αλλά και σύμπας ο πολιτισμός έμελλε ν' αποβάλη το ισχυρότατον ελατήριον της δαιμονίου αναπτύξεως, ην έλαβεν επί 1500 έτη, χάρις εις τας πρώτας οικουμενικάς συνόδους, ας συνεκάλεσεν ο Κωνσταντίνος ο μέγας και ο Θεοδόσιος ο μέγας. Ηξεύρω, ότι πολλοί σοφώτατοι άνδρες δεν παραδέχονται την ευεργετικήν του Χριστιανισμού επίδρασιν εις την διάπλασιν της νέας κοινωνίας, και αποδίδουσι πάντα τα θαυμάσια αυτής εις μόνην την ανθρωπίνην μεγαλοφυίαν, την ανθρωπίνην επιστήμην, την ανθρωπίνην τέχνην. Αλλ' έτερα δοξάζουσι περί τούτου οι πολλοί, οίτινες, καθ' α γνωρίζομεν ήδη, κρίνουσι τα μεγάλα του κόσμου τούτου πράγματα ασφαλέστερον συνήθως των σοφών. Ιδέτε τωόντι τι συμβαίνει προ των οφθαλμών ημών εν Ρώμη όπου άπασα η Χριστιανωσύνη χαιρετίζει ευλαβώς εγγύθεν ή πόρρωθεν τον άκρον της δυτικής εκκλησίας αρχιερέα, ου μόνον οι κατά πάντα ομόδοξοι αυτώ καθολικοί, αλλά και αυτοί οι διαμαρτυρόμενοι και αυτοί οι ορθόδοξοι, ι περί πολλά προς αυτόν διαφωνούντες. Τι άρα σημαίνει το γεγονός τούτο, ειμί ότι, οσονδήποτε ποικίλοι και αν είνε, κατά τα διάφορα έθνη, οι εξωτερικοί θεσμοί και τύποι, δι' ων εκυρώθη το κήρυγμα του ευαγγελίου, σύμπαν το χριστιανικόν πλήρωμα κύπτει την κεφαλήν ενώπιον του αιωνοβίου εκείνου κηρύγματος. Μέγα λοιπόν έργον επετέλεσεν ο μεσαιωνικός Ελληνισμός, αγωνισθείς εκ παντός τρόπου να καταστήση ασάλευτον τον ακρογωνιαίον λίθον, εφ' ου εγείρεται άπαν της χριστιανικής πίστεως το οικοδόμημα.

Αλλ' έλθωμεν εις έτερον κεφάλαιον θρησκευτικών συζητήσεων, εις τας εικόνας. Οι απαιτούντες την καθαίρεσιν αυτών έλεγον· «η παρούσα γενεά εθεοποίησεν τας εικόνας», οι δε επιμένοντες εις την διατήρησιν αυτών αντέλεγον· «οφείλεις διδάξαι τον αγράμματον λαόν». Το ζήτημα, ως βλέπετε, έθιγεν εις τα καίρια την γνησιότητα της χριστιανικής πίστεως, διότι η θεοποίησις των εικόνων ουδέν άλλο ήτο ή η επάνοδος εις την ειδωλολατρείαν. Και ου μόνον το ζήτημα ήτο σπουδαιότατον, αλλά και το κακόν του οποίου επεδιώκετο η θεραπεία ήτο σφόδρα δυσίατον. Εις μάτην ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός έγραφεν ορθότατα και χαριέντα· «Υπόμνημα γάρ εστιν η εικών· και όπερ τη ακοή ο λόγος, τούτο τη οράσει η εικών.» Εις μάτην ο όρος της Ζ' οικουμενικής Συνόδου απηγόρευσε πάσαν προς τας εικόνας λατρείαν, ήτις πρέπει μόνη τη θεία φύσει· διέταξε δε την ανάρτησιν αυτών απλώς ίνα «οι θεώμενοι ταύτας διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην.» Εις μάτην λέγω· διότι μέχρι της σήμερον ουκ ολίγοι παρ' ημίν τε και παρά τοις καθολικοίς εξακολουθούσιν αποδίδοντες εις τα υπομνήματα εκείνα των πρωταθλητών της πίστεως δύναμιν θαυματουργόν και όντως θείαν· οι δε Διαμαρτυρόμενοι, απελπισθέντες να επανορθώσωσι την πλάνην ταύτην, όλως αφήρεσαν τας εικόνας από των εκκλησιών αυτών. Και το αυτό, διά τους αυτούς λόγους έπραξεν η ημετέρα της 8 και 9 εκατονταετηρίδος μεταρρύθμισις, ως προς την οποίαν το πράγμα είνε πολύ μάλλον καταληπτόν ή ως προς την Δυτικήν, διότι καθ' ους χρόνους η τελευταία προέκυψεν εις μέσον, ο αγράμματος λαός ηδύνατο, διά την εύρεσιν της τυπογραφικής τέχνης, να διδαχθή ευκολώτερον ή κατά τους προτέρους.

Οπωσδήποτε η ημετέρα θρησκευτική και κοινωνική μεταρρύθμισις ανεδείχθη κατά τα λοιπά συνετωτέρα της Δυτικής. Εσεβάσθη μέχρι κεραίας τα θεμελιώδη του Χριστιανισμού δόγματα· δεν κατήργησεν ολοτελώς τον μοναχικόν βίον, αλλά περιέστειλεν αυτόν πολύ· δεν εδήμευσε τα μοναστηριακά και τα εκκλησιαστικά κτήματα, αλλά καθυπέβαλεν αυτά εις την κοινήν φορολογίαν. Πλην δε τούτων προέβη εις πλείστας άλλας κοινωνικάς αναμορφώσεις, ων ουκ ολίγαι δεν ίσχυσαν ειμή μετά πολλάς εκατονταετηρίδας εν τω λοιπώ ευρωπαϊκώ κόσμω, τινές δε μόλις εν τη παρούση εν αυτώ καθιερώθησαν. Τοιαύται ήσαν η από του κλήρου αφαίρεσις της δημοσίας παιδεύσεως, η κατάργησις της δουλοπαροικίας, η απαγόρευσις της παλλακίας και η κατάργησις των δικαιωμάτων τα οποία οι προηγούμενοι νόμοι επέτρεπον εις τα εξ αυτής τέκνα· ο περιορισμός της του γάμου διαλύσεως εις τέσσαρας μόνον σπουδαιοτάτας αιτίας· η πλήρης εξίσωσις των δικαιωμάτων της μητρός και του πατρός· η άρσις παντός κωλύματος εις τον μεταξύ ορθοδόξου και ετεροδόξου γάμον, ίνα μη αναφέρω ενταύθα ειμή τα κυριώτατα.

Αλλά η τύχη της μεγάλης ταύτης μεταρρυθμίσεως απέβη παρ' ημίν τραγική. Δεν εννοώ τούτο λέγων, ότι μετά μακρόν αγώνα κατεβλήθη υπό των αντιδοξούντων. Η πάλη μεταξύ εκείνων, οίτινες επέμενον εις την διαιώνισιν των ατοπημάτων όσα είχον περεισφρήσει εν τη εκκλησία και εν τη κοινωνία και εκείνων οίτινες επεζήτουν να άρωσιν εκ μέσου τα ατοπήματα ταύτα, υπήρξε και βραδύτερον εν τη Εσπερία πεισματωδεστάτη. Εκεί όμως διεξήχθη μεταξύ διαφόρων εθνών και επικρατειών, ώστε επί τέλους ουδέτερον των στρατοπέδων κατίσχυσεν οριστικώς του ετέρου, αλλ' εχωρίσθησαν απ' αλλήλων, και η μεν διαμαρτύρησις επεκράτησεν εις τας βορειοδυτικάς χώρας, ο δε καθολικισμός εις τας νοτιοδυτικάς. Παρ' ημίν δεν ήτο να συμβή τοιούτο τι, διότι ο αγών ετελείτο εντός μιας και της αυτής επικρατείας και εντός ενός και του αυτού έθνους· ώστε ότε επί τέλους υπερίσχυσαν οι οπαδοί του παλαιού καθεστώτος δεν ηρκέσθησαν ούτοι να θριαμβεύσωσιν, αλλ' πεχείρησαν να εξαλείψωσι και από της μνήμης αυτής των ανθρώπων το έργον των αντιπάλων· δεν ηρκέσθησαν να παραστήσωσι τους μεγαλοφυεστέρους των νομοθετών ως τους αθλιωτέρους των κακούργων· δεν ηρκέσθησαν να ακυρώσωσι και να αναθεματήσωσι τα θεσμοθετήματα αυτών, αλλά προέβησαν και εις την εντελή εξαφάνισιν του κειμένου των τε θεσμοθετημάτων τούτων και των συγχρόνων ιστορικών όσοι προσηκόντως είχον εκτιμήσει αυτά. Εκ τούτου δε συνέβη, ότι επί τοσούτοις αιώνας παντελώς ηγνοήθη η μεταρρύθμισις αύτη μέχρις ου επ' εσχάτων ανευρέθησαν, εκ τύχης περισωθέντα αντίγραφά τινα του αστικού αυτής Νόμου, της λεγομένης Εκλογής, διά του συνδυασμού της οποίας μετ' άλλων πολλών ειδήσεων, ας δεν ηδυνήθησαν να αποσιωπήσωσι και αυτοί οι πολέμιοι των γενομένων καινοτομιών, ήρχισεν αποδιδομένη δικαιοσύνη εις την μεγάλην εκείνην περίοδον της Ιστορίας της ανθρωπότητος.

Αλλ' η μεταρρύθμισις αύτη καίτοι απέτυχε παρ' ημίν δεν απέβη άγονος ως προς τον ευρωπαϊκόν κόσμον· τα σπέρματα αυτής, μεταφυτευθέντα βαθμηδόν και κατ' ολίγον παρά τοις Αλβιγανοίς της μεσημβρινής Γαλλίας και τοις Ουσσίταις της Βοημίας, απετέλεσαν τας πρώτας αφορμάς του πολυθρυλήτου της βορειοδυτικής Ευρώπης κινήματος, της λεγομένης Rιformation, εις ο δικαίως αποδίδεται η εξαίρετος επίδοσις του νεωτέρου πολιτισμού. Δις λοιπόν ο μεσαιωνικός Ελληνισμός επέδρασεν ευεργετικώτατα επί της τύχης του κόσμου· πρώτον διά της οργανώσεως και διαδόσεως του Χριστιανισμού, και δεύτερον διά της αποπείρας του να θεραπεύση τας καταχρήσεις εις ας εξώκειλαν πολλοί των χριστιανικών θεσμών· ίνα μη αναφέρωμεν και τα περί τα έσχατα του βίου κληροδοτηθέντα υπ' αυτού εις την Ευρώπην, διά της Ιταλίας, αριστουργήματα του αρχαίου Ελληνισμού. Εις τα κληροδοτήματα ταύτα τα υπό του μεσαιωνικού Ελληνισμού ευλαβώς περισωθέντα, οφείλεται ετέρα τις φάσις του νέου πολιτισμού, η καλουμένη Renaissance, ήτοι η αναγέννησις των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

Αλλ' ο μεσαιωνικός Ελληνισμός δεν ευηργέτησε τον κόσμον διά του πνεύματος μόνον και του λόγου. Αφού έσωσε το νέον δόγμα από των αιρέσεων, εδέησε να σώση αυτό από του Μαζδεϊσμού και του Μωαμεθανισμού, από των Περσών και των Αράβων. Και πλειστάκις λαμπρώς κατετρόπωσε τους φοβερούς τούτους πολεμίους. Η δε Ευρώπη, η σύγχρονος Ευρώπη ήτις εκαρπούτο τους αγώνας τούτους απερισπάστως, ως επί το πλείστον, δεν έπαυσεν από της 7ης μέχρι της 12ης εκατονταετηρίδος παρέχουσα εις τους βασιλείς ημών δείγματα ευγνωμοσύνης, ευλαβείας, έστιν ότε δε και εσχάτης ταπεινώσεως. Πρέσβεις του βασιλέως της Γαλλίας Δαγοβέρτου προσήλθον στην Κωνσταντινούπολιν ίνα συγχαρώσι τω Ηρακλείω επί τοις κατά του Χοσρόου κατορθώμασιν αυτού. Εις τον νικητήν του Μωαυϊά Κωνσταντίνον τον Πωγωνάτον έπεμψαν οι βασιλείς και οι άλλοι δυνάσται της Δύσεως, πρέσβεις, δώρα και ευλαβή συγχαρητήρια· μετά δε την πανωλεθρίαν ην έπαθον οι Άραβες εις Κωνσταντινούπολιν, εν τη 8 εκατονταετηρίδι, ο πάπας Γρηγόριος Β', ευγνωμονών προς τον σωτήρα του Χριστιανισμού Λέοντα τον Γ', έπεμψε τας εικόνας του βασιλέως τούτου προς άπαντας τους ηγεμόνας της Δύσεως. Οι ηγεμόνες της πρώτης σταυροφορίας, παραστάντες ενώπιον του Αλεξίου Κομνηνού, επί του θρόνου καθημένου, έκλινον γόνυ και προσεκύνησαν αυτόν. ο Μανουήλ Κομνηνός, αφού κατετρόπωσε και Τούρκους και Φράγκους εν τη Ανατολή, είδε τον δούκα της Αντιοχείας, Renaud de Chatillon προσελθόντα εις Μάμιστραν ημίγυμνον και φέροντα καλώδιον περί τον τράχηλον ίνα ζητήση συγγνώμην και ομόση πίστιν εις αυτόν. Κατόπιν δε κατελθών ο Μανουήλ εις Συρίαν, εισήλασε τροπαιούχος εις Αντιοχείαν, και εις την τελετήν ταύτην ο μεν Renaud, πεζός προπορευόμενος εκράτει τον αναβολέα αυτού, ο δε βασιλεύς των Ιεροσολύμων παρείπετο έφιππος μεν, μηδέν όμως φέρων βασιλικόν παράσημον. Τοιούτο ήτο το αξίωμα των βασιλέων εκείνων περί ων ενασμενίζουσι να ειρωνεύονταί τινες των ημετέρων, ενώ και αυτός ο Λουϊτπράνδος, ο εν τη 10 εκατονταετηρίδι τοσαύταις επισωρεύσας κατ' αυτού ύβρεις και αυτός ο Δάνδολος ο βραδύτερον πρόδρομος γενόμενος του Μωάμεθ του Β', ηναγκάζοντο εν τούτοις να καλώσιν αυτούς κοσμοκράτορας.

Αυτός είνε εν συνόλω θεωρούμενος ο γνήσιος μεσαιωνικός Ελληνισμός. Το Ελληνικόν έθνος, εν τη περιόδω ταύτη του βίου αυτού ανεδείχθη μέγα ουδέν ήττον ή κατά τας δύο προηγηθείσας, ει και κατ' ίδιόν τινα τρόπον· και τοιούτο γενόμενον, δεν είνε δυνατόν ειμή να εμπνεύση εις τας παρούσας γενεάς την συνείδησιν των καθηκόντων τα οποία επιβάλλουσιν ημίν τα τρισένδοξα εκείνα ιστορικά πτυχία.

 

(Πλήρες, Από το «Ιστορικαί πραγματείαι»). 

 

 

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ή ΝΕΟΕΘΝΙΚΟΣ;

Π.Δ. ή ΜΥΘΙΚΟΙ ΘΕΟΙ;

(Μονόλογος από Διάλογο περί θρησκείας αδελφού Χριστιανού ενάντια στον Συγκρητισμό)

 

Η παρακάτω σελίδα είναι μια σειρά από απόψεις - απαντήσεις στις πάγιες θέσεις και ερωτήματα αρκετών νεοΕθνικών και μη που ισχυρίζονται ότι η Π.Δ. πρέπει να εξοβελιστεί από την Εκκλησία ή ότι πρέπει κάποια τμήματά της να αφαιρεθούν και ο πιστός ή μη πιστός της Κ.Δ. και του θεανθρώπου Χριστού να προστρέξει άνευ αντιλογίας στους ελληνικούς μύθους οι οποίοι είναι ανώτεροι και περικαλλέστεροι ως προς το θείον από τον Θεό της Π.Δ. Αυτή η σειρά απόψεων θα δοθεί ως μια σειρά απαντήσεων σε ερωτήσεις που μπορούν να συναχθούν μέσα από αυτές και αφορούν τις κλασικές ερωτήσεις - θέσεις αρκετών αρνητών του Ιησού Χριστού και του Βυζαντινού πολιτισμού..

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Λέτε πως δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του Θεού της Π.Δ. και αυτού της Κ.Δ., πως ο πρώτος είναι ολόιδιος με τους ανθρωπομορφικούς θεούς της αρχαιότητας με μόνη διαφορά ότι είναι μόνος και κυρίαρχος. Στην Π.Δ. υπάρχει η ιδέα της δικαιοσύνης-ανταπόδοσης, αλλά δεν λείπει η ιδέα της συγχώρεσης και της μετάνοιας. Ο Θεός της Π.Δ. λέει ότι δεν επιδιώκει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά εάν αυτός μετανοήσει, θα ζήσει. Η ανταπόδοση-τιμωρία εξαρτάται από την συμπεριφορά του ανθρώπου. Η μετάνοια-συγχώρεση επίσης. Η Π.Δ. είναι προπαρασκευαστικό στάδιο. Πρέπει να εμπεδωθεί καταρχήν η ιδέα της δικαιοσύνης. Μετά έρχεται και η ιδέα της συγχώρεσης. Αλλά ακριβώς για να μην υπάρχει το χάσμα που υποστηρίζετε ότι υπάρχει, υπάρχουν παραδείγματα, όπου άνθρωποι και λαοί (εβραϊκός και μη εβραϊκοί) σώζονται και συγχωρούνται.

Αν δει κανείς τη συμπεριφορά των αρχαίων θεών σχετικά με την συμπεριφορά του Θεού της Π.Δ. διαπιστώνει ότι ο Θεός της Π.Δ. συμπεριφέρεται βάσει ηθικών κριτηρίων, ενώ οι αρχαίοι θεοί κατά βάσιν είναι πέρα του καλού και του κακού. Ο Θεός της Π.Δ. οργίζεται, ζηλεύει, τιμωρεί κλπ, αλλά βάσει ηθικών κανόνων. Οι λαοί της Χαναάν τους παραβαίνουν (και μάλιστα υπερβολικά) και τιμωρούνται, το ίδιο όμως παθαίνουν και οι Εβραίοι, όταν κάνουν τα ίδια. Ο Θεός της Π.Δ. δεν κάνει πόλεμο για το κέφι του. Αντίθετα, ο Δίας κάνει τον τρωικό πόλεμο για να μη βαριέται, οι δε θεοί παίρνουν το ένα ή το άλλο μέρος όχι από λόγους ηθικούς (ποιος έχει δίκαιο), αλλά από προσωπικές συμπάθειες. Ο Θεός όμως της Π.Δ. δεν έχει ενδοιασμό να τιμωρήσει τον εκλεκτό κατά τα άλλα λαό με σφαγή, εξορία από την χώρα που του έδωσε, εάν αυτός παραστρατήσει. Από την μια έχεις μια συμπεριφορά που δεν βασίζεται σε ηθικούς κανόνες, από την άλλη, μία που βασίζεται. Γι’ αυτό και ο ανθρωπομορφισμός είναι τελείως διαφορετικός.

Συνεπώς η παράθεση στίχων όπου ο Θεός της Π.Δ. φαίνεται ανθρωπομορφικός ή οργίλος κλπ, δεν αντισταθμίζει καν τους στίχους στους οποίους ο Θεός είναι δίκαιος κλπ, διότι αδυνατεί η αντι-παλαιοδιαθηκική άποψη να εξηγήσει συνολικά την Π.Δ. Και αδυνατεί, γιατί δε λαμβάνει υπόψη της τα κριτήρια της συμπεριφοράς του Θεού σε όλες τις περιπτώσεις. Αδυνατεί να πείσει η αντι-παλαιοδιαθηκική θεωρία ότι ο Θεός της Π.Δ. είναι οργίλος και άκαρδος, εφόσον δεν επεξηγεί στίχους οι οποίοι δείχνουν το αντίθετο: δεν εξηγεί γιατί στην μια περίπτωση ο Θεός τιμωρεί και στην άλλη όχι. Αδυνατεί να πείσει η αντι-παλαιοδιαθηκική θεωρία για την ορθότητα της θεώρησης της Π.Δ. ως ρατσιστικού εβραϊκού βιβλίου, διότι δεν επεξηγεί τιμωρίες, απειλές και προειδοποιήσεις κατά των Εβραίων: δεν λέει γιατί ένας εθνικιστής θεός πράττει κατά του λαού του τα ίδια που πράττει κατά άλλων, ή γιατί συγχωρεί Εβραίους και μη Εβραίους. Ως μη έχουσα ολιστική εξήγηση, η αντι-παλαιοδιαθηκική ερμηνεία της Π.Δ. είναι ανεπαρκής και απορρίπτεται.

Ας διευκρινιστεί επίσης ότι η διένεξη για το αν η Π.Δ. είναι αποδεκτή ή μη από χριστιανούς ή μη χριστιανούς δεν είναι διαμάχη μεταξύ «εθνικών» ή «ελληνοκεντρικών» από την μία πλευρά και «υπερχριστιανών» από την άλλη. Δεν υπάρχουν «υπερχριστιανοί» που να θέλουν την Π.Δ., σε αντίθεση με κάποιους «χριστιανούς» που δεν τη θέλουν. Να τονιστεί ότι δικαίωμα του καθενός να έχει τις απόψεις του. Όμως ο Χριστιανισμός έχει εξ αρχής αποδεχτεί την Π.Δ. και έχει δεδομένες απόψεις. Δεν μπορεί κάποιος χριστιανός να μην αποδέχεται την Π.Δ., γιατί αλλιώς δεν είναι χριστιανός. Δε μπορώ κάποιος να λέει ότι είναι Μουσουλμάνος ή ότι υποστηρίζει το Μουσουλμανισμό ή ότι τον συμπαθεί και να λέει ταυτόχρονα ότι ο Μωάμεθ ήταν π.χ ανύπαρκτος. Δικαίωμά σας συνεπώς να μην θέλετε την Π.Δ., αλλά, όταν δεν θέλετε την Π.Δ. στον Χριστιανισμό, αφενός διόλου δεν υπερασπίζεστε τον Χριστιανισμό (εάν αυτός είναι ο σκοπός σας, μεταξύ άλλων) αν είσαστε χριστιανοί ή φιλοχριστιανοί, αφετέρου ισχυρίζεστε ότι ο Χριστιανισμός λέει ή πρέπει να λέει πράγματα (να αποβληθεί η Π.Δ.), που όμως δεν λέει ο Χριστιανισμός (εάν δεν είσαστε Χριστιανοί). Την Π.Δ. την αποδέχονται Χριστιανοί, ούτε «εβραϊζοντες» ούτε «υπερχριστιανοί». Δεν την αποδέχονται, και καθ’ όλα σεβαστό δικαίωμά τους, οι μη χριστιανοί, αλλά εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να λέγεται (σαν να μιλάνε εκ μέρους του Χριστιανισμού) ότι μόνο «υπερχριστιανοί» ή «εβραϊζοντες» είναι υπέρ αυτής, αλλάζοντας τον Χριστιανισμό.Αυτά τα λέει κανείς γιατί, εν τέλει δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν για το ποια πίστη είναι ορθή, αλλά για να ξεκαθαρίσουμε για το τι λέει η κάθε μια πίστη και να μην μπερδευόμαστε. Και η πίστη δεν αποδεικνύεται, φρονώ.

 

ΟΡΦΕΑΣ, ΔΙΟΝΥΣΟΣ (ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΙ) , ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΙ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ (ΑΝΤΙ ΝΩΕ)

Σίγουρα υπάρχουν ομοιότητες της αρχαίας μυθολογίας -κι όχι μόνο της αρχαιοελληνικής- όσον αφορά τον Χριστό. Αλλά ο Ιουλιανός και οι συν αυτώ παγανιστές, προκειμένου να δικαιολογήσουν την αρχαία μυθολογία ισχυρίστηκαν ότι οι μύθοι είναι συμβολικοί. Οι Χριστιανοί ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι τα εξιστορούμενα γεγονότα στην Κ.Δ. όσον αφορά το Χριστό δεν είναι ιστορικά. Ακόμα κι αν τα δέχονταν στα κλασσικά χρόνια τα περί Ορφέα, Διονύσου κ.ά. ως ιστορικά γεγονότα (που δεν το ξέρουμε), ουδέποτε προσέδωσαν οι αρχαίοι τέτοιο νόημα, χριστιανικό.

Μπορεί να σταυρώνεται ο Ορφέας, να ανασταίνεται ο Άδωνις κλπ, αλλά το ερώτημα που δεν απαντάται είναι: από τι προσπάθησαν όλοι αυτοί οι θεοί να σώσουν τον άνθρωπο; Από την αμαρτία και τη φθορά όχι πάντως. Από τι τότε; Ο Χριστός, κατά το Χριστιανισμό, ακριβώς γι’ αυτά τα πράγματα σταυρώθηκε-αναστήθηκε κλπ. Δηλαδή υπάρχουν προϋποθέσεις στον Χριστιανισμό (της Πτώσης, της αμαρτίας, της θεολογίας κλπ), οι οποίες δεν υπάρχουν στους παγανιστικούς μύθους (είτε αυτοί είναι γεγονότα είτε συμβολικοί). Και αν όντως ο Ορφέας ή ο Άδωνις προσπάθησε να σώσει από την αμαρτία ή τη φθορά τον άνθρωπο, γιατί υπάρχει η αμαρτία και η φθορά; Αν υπάρχουν λόγω της κακής ύλης, αυτό είναι το άκρως αντίθετο του Χριστιανισμού. Και τι σχέση έχουν η θεωρία περί μετενσαρκώσεως με το δόγμα του Χριστιανισμού; Αν υπήρχαν και στους μύθους οι προϋποθέσεις αυτές, ασφαλώς και οι αρχαίοι παγανιστές θα έφτιαχναν μια θρησκεία όμοια με τη χριστιανική.

Οι νεοπαγανιστές φυσικά τονίζουν τις διαφορές αυτές, την έλλειψη αμαρτίας (με τη συγκεκριμένη χριστιανική έννοια της «αμαρτίας» και των άλλων πραγμάτων) κ.λ.π., ώστε, ως εθνικιστές, να παρασύρουν τους άλλους εθνικιστές να εγκαταλείψουν το Χριστιανισμό και να εκλέξουν θρησκεία βάσει του τι πίστευαν οι πρόγονοί μας, κι όχι του τι φαίνεται στον καθένα σωστό. Ασφαλώς, ουδέποτε ο Χριστιανισμός είπε ότι είναι τελείως λανθασμένες οι απόψεις των άλλων θρησκειών ή ότι δεν υπάρχουν σε αυτές προτυπώσεις του ερχομού του Χριστού. Ισχυρίστηκε ότι αυτός κατέχει ολόκληρη την αλήθεια (κι όποιος θέλει το δέχεται αυτό), όχι ότι οι άλλοι δεν κατέχουν κανένα μέρος της αλήθειας.

Ουδόλως βλάπτεται η βιβλική κοσμογονία από το αν έγιναν άλλοι κατακλυσμοί νωρίτερα σε άλλα μέρη της γης. Ούτε η προΰπαρξη Ελλήνων ως προς τους Εβραίους (Ο Αδάμ δεν ήταν Εβραίος-Ισραηλίτης. «Ισραήλ» υπάρχει μετά τον Αβραάμ.) είναι στοιχείο που εμποδίζει το Θεό να διαλέξει ένα λαό για να του αποκαλυφθεί. Ούτε κι αν ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο.

Προτιμάτε τον μύθο όπου οι άνθρωποι δημιουργούνται από πέτρες, αντί του βιβλικού. Και ότι η Π.Δ. είναι αντιγραφή. Ποιο είναι όμως περισσότερο λογικό; Να δημιουργούνται άνθρωποι από άλλους ανθρώπους ή από λίθους; Έπειτα, είναι φυσιολογικό, ο κανόνας να είναι ο ακόλουθος: απλές διηγήσεις ή παραδόσεις δίνουν τροφή (με εξωραϊσμούς και επαυξήσεις) για δημιουργία πολύπλοκων μύθων κι όχι το αντίθετο (όχι γίνεται και με τα παραμύθια). Δηλαδή, η Παλαιά Διαθήκη έχει την απλούστερη παράδοση περί Δημιουργίας, δίχως τέρατα, θεομαχίες, πατροκτονίες, παιδοκτονίες: Ένας Θεός δημιουργεί. Αυτό και μόνο. Έπειτα έρχονται οι άλλοι και τα εξωραΐζουν, βάζουν τέρατα, βάζουν τον ουρανό να μαλώνει με τη γη και άλλα τέτοια αστεία πράγματα, και αυτό καλείται «αρχική» παράδοση;; Και για τον Κατακλυσμό, πάλι το ίδιο ισχύει. Είναι φυσιολογικότερο, πώς να το κάνουμε, να έχουμε την αφήγηση του Νώε, όπου μόνον άνθρωποι υπάρχουν και δρουν (πλην του Θεού), παρά την μυθολογική αφήγηση του Δευκαλίωνα όπου οι πέτρες μετασχηματίζονται (θαύμα;) σε ανθρώπους. Το πρώτο δείχνει φυσικότητα. Το δεύτερο δείχνει επεξεργασία και μετατροπή σε παραμύθι. Το απλούστερο, δίχως τερατολογίες, είναι το αληθέστερο.

 

Η Γοργώ, ένα από τα μυθικά «τέρατα»

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ενιαία εξήγηση των μύθων. Ο ευημερισμός, λέει ότι πάνω-κάτω οι θεοί ήταν σπουδαίοι άνθρωποι της προϊστορίας. Ο συμβολισμός εξηγεί τους θεούς ως φυσικές δυνάμεις ή σύμβολα ιδεών και αντιλήψεων. Και οι δύο απόψεις σφάλλουν. Ο ευημερισμός δε μπορεί να αποδείξει τίποτε. Απόδειξη δε σημαίνει ότι το είπε ο Παυσανίας ή ο Πλάτων και πάει, τελείωσε. Αυτό είναι πίστη, και η πίστη είναι μεν σεβαστή, αλλά απόδειξη για ένα ιστορικό ζήτημα δεν είναι. Δεν μπορεί ν’ αποδειχθεί η ύπαρξη προσώπων το 22.000 π.Χ. όπως δεν μπορούν ν’ αποδειχθούν τα περί ανώτερης τεχνολογίας, η οποία καταστράφηκε μετά από κατακλυσμούς (εάν ήταν τόσο ανώτερη, θα υπήρχε και μετά από αυτούς, και φυσικά όχι καταχωμένη μέσα σε μαντεία.) Ο συμβολισμός αδυνατεί να ερμηνεύσει ολόκληρες «ζωές» δηλαδή άπειρους μύθους άπειρων θεών ή ηρώων: σαν να δινόταν μεταφυσικό νόημα σε κάθε τι που κάνει ένας κοινός θνητός στη διάρκεια της ζωής του. Υπάρχουν τόσα α-νόητα γεγονότα στη ζωή μας, και η ζωή των θεών είναι σαν τη ζωή ενός ανθρώπου, οπότε δεν προκύπτει νόημα από τις δήθεν συμβολικές πράξεις των θεών, όπως αυτές καταγράφονται στα έπη. Η μεγάλη φαντασία των προγόνων μας (ένα υπαρκτό γεγονός εξωραΐζεται, προστίθενται άλλες ιστορίες, αλλάζει σε μεγάλο βαθμό από στόμα σε στόμα, όπως στα λαϊκά παραμύθια κλπ), ο φυσικός συμβολισμός ως ένα σημείο και ως μια ιστορική περίοδο, και δόση ιστορικής αλήθειας (π.χ. κάθοδος των Ηρακλειδών) είναι οι αιτίες των μύθων, και ακριβώς επειδή το τελικό προϊόν είναι αποτέλεσμα τόσο άσχετων αιτιών, καθώς και επειδή οι μύθοι χάνονται στα βάθη και τις απαρχές της ιστορίας, δεν γνωρίζουμε κατά πόσο είναι ιστορικά γεγονότα ή συμβολισμοί. Γι’ αυτό και δε βγαίνει άκρη με τη μυθολογία και την εξαγωγή έγκυρων ιστορικών πληροφοριών για πρόσωπα. Όταν μιλώ για αλληγορία εννοώ το ίδιο πράγμα που οι Χριστιανοί λένε παραβολή. Μέσω εξιστορήσεων καθαρής φαντασίας, ο μυθογράφος προσπαθεί να δείξει κάτι. Το ενδεικνυόμενο νόημα ίσως είναι κάτι το σωστό, αλλά η αφήγηση καθεαυτή είναι παραμύθι διδακτικό και όχι πραγματικό γεγονός

 

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ»

Είναι λάθος να νομίζεις ότι επειδή υπήρχε έλλειψη δογμάτων δεν υπήρχε θρησκεία. Υπήρχαν ιερείς, ναοί, ύμνοι προς προσωπικούς θεούς (κανείς δεν προσεύχεται σε μια καρέκλα ούτε την ευγνωμονεί για οτιδήποτε), υπήρχαν τελετές και θυσίες που γίνονταν με συγκεκριμένο τρόπο κλπ. Ο Όμηρος ήταν ακριβώς αυτός που έκανε έντονο τον ανθρωπομορφισμό, αφαιρώντας τη μεταφυσική διάσταση των θεών, αντίθετα από ό,τι γράφεις, και γι΄ αυτό πάρα πολλοί φιλόσοφοι αντιπαθούσαν τους ποιητές και τα περί θεών έπη τους, ακριβώς γιατί τους παρίσταναν ως κοινούς θνητούς, με μόνη διαφορά από τους ανθρώπους την αθανασία. Ο ορφισμός πάντοτε ήταν περιθωριακό στοιχείο της θρησκευτικότητας των αρχαίων Ελλήνων. Οι Έλληνες μάθαιναν γραφή και ανάγνωση από τον Όμηρο όχι από τους ορφικούς ύμνους. Είναι τεράστιας σημασίας αυτό. Έτσι, είναι φυσιολογικό ότι , αν πίστευαν σε κάποιους θεούς, αυτοί ήταν οι θεοί της Οδύσσειας και της Ιλιάδας κι όχι του Ορφέα. Οι ορφικοί ήταν μυημένοι και λίγοι. Μεταξύ ομηρικής θρησκείας και ορφισμού ή μεταξύ διονυσιακής θρησκευτικότητας και ορφισμού υπήρχε άβυσσος. Τι σχέση έχει μια θεωρία που μιλά για μεταθανάτια ζωή με ελπίδες ή για μετεμψύχωση, με μια θεωρία που διακηρύσσει ότι καλλίτερα να είσαι σκαφτιάς και δούλος στην ζωή αυτή παρά βασιλιάς στην επόμενη; Το πρόβλημα και τα λάθη των νεοπαγανιστών είναι ότι

 

α) θεωρούν πως υπάρχει μία, ολόιδια κατά βάθος θρησκεία από τα μυκηναϊκά χρόνια ως τον Ιουλιανό

β) δεν μπορούν να διακρίνουν μεταξύ της κυρίαρχης κλασσικής ομηρικής θρησκείας από τη μια, και των περιθωριακών θρησκευτικών ρευμάτων καθώς και των πάμπολλων, αλλά μικρής επιρροής φιλοσοφικών απόψεων περί της θεότητας από την άλλη.

 

Εμείς δεν αρνούμαστε την ύπαρξη θρησκείας αρχαιοελληνικής. Απλώς δεν πιστεύουμε στην συνέχειά της ανά τους αιώνες (διότι δεν υπήρχε ενιαίο δόγμα), ούτε στην απόλυτη μονοκρατορία κάποιας από τις θρησκευτικές τάσεις (διότι δίπλα στην κυρίαρχη ομηρική θρησκεία υπήρχαν πυθαγόριοι, ορφικοί, θεουργοί κλπ). Γι’ αυτούς τους λόγους άλλωστε και η αναβίωση της «αρχαιοελληνικής θρησκείας» θα ήταν αδύνατη. (Σε ποια εποχή και τίνος θρησκευτικού ρεύματος;)

 Μας αρέσει η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας αλλά οι νεοπαγανιστές, είναι ακροδεξιάς προέλευσης (Δαυλός, Αμυράς, Μαρίνης, Κεραμυδάς) είτε αναρχικής (Ρασσιάς, Βερέτας) και την αρχαία Σπάρτη υμνούν κατά βάση, κι όχι την αρχαία Αθήνα. Ας σημειωθεί ότι οι νότιοι Έλληνες έχουν εμποτιστεί πιο πολύ με την εθνικιστική αρχαιολατρία και σαφώς για τοπικιστικούς / τουριστικούς / εγωιστικούς / εξουσιαστικούς λόγους καθώς και για λόγους γοήτρου (ο τόπος τους είναι η «κεντρική» αρχαία Ελλάδα, οπότε αυτομάτως από το πιο άσημο οικονομικά - πολιτισμικά - εκπαιδευτικά τμήμα του ελληνισμού συγκριτικά με Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Τραπεζούντα, Επτάνησα, Γιάννενα, γίνονται οι πιο καθαρόαιμοι Έλληνες, το κέντρο του Ελληνισμού) είναι προσκολλημένοι σε αυτήν. Δηλαδή ασφαλώς και συσχετίζεται η εθνικιστική αρχαιολατρία με τον νοτιο-ελλαδικό τοπικισμό, οπότε καλό είναι αρκετές φορές να λαμβάνεται και αυτό υπ‘οψιν ως προς τις ηγεσίες των κατά τόπους νεοεθνικών οργανώσεων όπου τυγχάνουν και να εξηγείται καλύτερα και η απόρροια τέτοιων ρευμάτων περισσότερο στην νότιο Ελλάδα παρά αλλού.

Προσωπικά μας αρέσει η ιδέα ενός ελληνισμού που δρα και κυριαρχεί σε ένα υπερεθνικό (αλλά κατ’ ουσία ελληνικό) κράτος (ελληνιστικός και βυζαντινός ελληνισμός), παρά η ιδέα μικρών πόλεων-κρατών. Εννοείται πως δεν πιστεύουμε στην επανα-πραγμάτωση κανενός από τα δύο αυτά μοντέλα, κι ούτε προσπαθούμε να τα επαναπραγματοποιήσουμε , γι’ αυτό και θεωρούμε την ανακίνησή τους από τους νεοπαγανιστές λανθασμένη και κακόβουλη. Οι νεοπαγανιστές και γενικά οι αρχαιολάτρες (στην Ελλάδα είμαστε κατ’ ανάγκη για λόγους εθνικούς αρχαιολάτρες) είναι υπέρ του νοτιοελλαδικού παραδείγματος γι’ αυτό και περιφρονούν τα βορειο-ανατολικά ελληνικά παραδείγματα, φτάνοντας σε σημείο να αρνούνται την ελληνικότητά τους ή να τα αποκαλούν καταστροφικά ενώ πολλές φορές πλείστοι από αυτούς απορρίπτουν τον Μ. Αλέξανδρο Αυτό μας ενοχλεί αφάνταστα, όταν υπάρχει διαχωρισμός σε Έλληνες και Έλληνες και δίχως διόλου να αρνούμαστε την αξία της Αρχαίας Αθήνας, της Εκκλησίας του Δήμου, της άμεσης δημοκρατίας, θεωρούμε αυτονόητο και νόμιμο δικαίωμα μας να περιορίζουμε την «λόξα» αυτήν, η οποία εξ’ άλλου αν και προβάλλεται διαρκώς στους νεοΕθνικούς κύκλους εντούτοις καμία σχέση δεν έχει με αυτούς.

 

 

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΙ;

Του Άρη Ζεπάτου

(Περιοδικό "Τότε...", τ. 45, Νοεμ.-Δεκ. 1993)

 

Σήμερα, εποχή έντονων αναζητήσεων για το μέλλον του ελληνισμού, πολλοί ψάχνουν να βρουν τα αίτια της προβληματικής καταστάσεώς του. Ορισμένοι νόμισαν πως βρήκαν τον μεγάλο ένοχο. Λέγουν: "Ο Χριστιανισμός είναι ο καταστροφέας του λαμπρού ελληνικού πολιτισμού, ο Χριστιανισμός είναι το σκότος που κάλυψε το ελληνικό φως".

 

Ο Χριστιανισμός ρίζωσε όπου υπήρχε Ελληνικός πολιτισμός

Εμείς όμως θα ρωτήσουμε: Ποιοι δέχθηκαν τον Χριστιανισμό; Δεν υπάρχει δεύτερη γνώμη, ότι τον Χριστιανισμό τον εδέχθησαν οι Έλληνες και όσοι είχαν επηρεασθεί βαθιά από τον ελληνικό πολιτισμό. Από τους αρχαίους λαούς, οι οποίοι είχαν συγκροτήσει ισχυρούς πολιτισμούς πριν την εμφάνιση του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ, μόνο οι Έλληνες και όσοι είχαν επηρεασθεί ισχυρά απ' αυτούς δέχθηκαν μαζικά τον Χριστιανισμό. Αυτοί και κανένας άλλος. Οι Εβραίοι παρ' ότι στα πλαίσια του έθνους τους εμφανίστηκε και έδρασε ο Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ δεν ΤΟΝ εδέχθησαν. Οι Χριστιανοί ανάμεσα στους Εβραίους ήσαν πάντα μια μικρή ομάδα, η οποία την εποχή της Ιουδαϊκής επαναστάσεως του 70 μ.Χ. αποχωρίσθηκαν από τον κορμό του Εβραϊκού έθνους.

Η Εβραϊκή παράδοση αποδείχθηκε στην πράξη αντίθετη και εχθρική με τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ. Επίσης και οι Πέρσες δεν εδέχθησαν μαζικά τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ. Στην Περσία το Ευαγγέλιο του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ κηρύχθηκε, όμως οι χριστιανοί ουδέποτε ήσαν κάτι περισσότερο από μια μικρή μειοψηφία. Στις Ινδίες είχαμε παρόμοια περίπτωση. Στις Ινδίες τον Χριστιανισμό κήρυξε ο Απόστολος Θωμάς. Η εκκλησία του Αποστόλου Θωμά είναι μία από τις αρχαιότερες εκκλησίες, όμως απέμεινε απομονωμένη μέχρι την εποχή μας, σχεδόν 2000 χρόνια, στις Ν.Δ. ακτές της Ινδίας. Η κουλτούρα των Ινδιών φαίνεται να προβάλει μια ιδιαίτερη αντίσταση στον Χριστιανισμό. Το ίδιο παρατηρούμε σ' όλο τον χώρο της Άπω Ανατολής. Ο Χριστιανισμός σε διάφορες ευκαιρίες διδάσκεται αλλά πουθενά δεν ρίζωσε και δεν αναπτύχθηκε, όπως στο χώρο όπου είχε δεχθεί το ελληνικό πνεύμα. Μιλώντας γενικά μπορούμε να πούμε, ότι οι ανατολικοί πολιτισμοί απεδείχθησαν σε μεγάλο βαθμό ασύμβατοι με τον Χριστιανισμό.

Ενώ αντίθετα, όπου έχουν διαδοθεί οι ελληνικές πολιτιστικές αξίες εκεί ο Χριστιανισμός ριζώνει και επικρατεί. Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι έχουμε ένα φαινόμενο χωρίς εξαιρέσεις. Όπου ο ελληνισμός διαδόθηκε και επηρέασε σοβαρά τα πνεύματα, ο Χριστιανισμός ακολούθως επικράτησε. Τα σύνορα εξαπλώσεως του Χριστιανισμού συμπίπτουν ακριβώς με τα σύνορα εξαπλώσεως του ελληνισμού. Δεν υπήρξε περίπτωση λαού που δέχθηκε σοβαρή επίδραση του ελληνισμού και να μη δέχθηκε τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ στην συνέχεια. Όπως δεν υπήρξε περίπτωση λαού ανατολικού πολιτισμού που να δέχθηκε μαζικά τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ.

Φαίνεται πως υπάρχουν μέσα στον ελληνικό πολιτισμό κάποια στοιχεία που βοηθούν την αποδοχή του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ ενώ αντίθετα υπάρχουν κάποια στοιχεία στην ανατολική πολιτιστική παράδοση που είναι αντίθετα.

 

Μείναμε Έλληνες διότι είμαστε Χριστιανοί

 

Καθώς κινούμαστε στην επιφάνεια των ιστορικών φαινομένων διαπιστώνουμε κάτι ακόμα πολύ χαρακτηριστικό. Η πίστη στον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ βοήθησε στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας μας να κρατήσουμε την ελληνικότητά μας. Μείναμε Έλληνες γιατί κρατήσαμε την πίστη μας στον ΧΡΙΣΤΟ. Μπορεί να χάσαμε την γλώσσα μας στο Ερζερούμ ή την Καισάρεια, μπορεί να χάσαμε την ελληνική παιδεία μας, εφ' όσον όμως κρατήσαμε τον ΧΡΙΣΤΟ, η ελληνικότητα ήταν αυτονόητη και παρούσα. Αντιθέτως όσοι Έλληνες εγκατέλειψαν τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ, έστω κι αν διατήρησαν την ελληνική γλώσσα έχασαν την ελληνική τους συνείδηση. Το φαινόμενο αυτό το παρατηρούμε στους Τουρκοκρητικούς, στους Τουρκοκύπριους, στους Βαλάαδες της Κοζάνης, στην μερίδα των Ποντίων που εξισλαμίστηκαν. Αυτοί εγκατέλειψαν τον ΧΡΙΣΤΟ και διατήρησαν την ελληνοφωνία τους. Η ελληνοφωνία δεν βοήθησε καθόλου στην διατήρηση της ελληνικότητός τους.

Κι εδώ έχουμε ένα φαινόμενο με απόλυτη ισχύ. Εγκατάλειψη του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ με διατήρηση της ελληνοφωνίας συνοδεύεται πάντα από την απώλεια της ελληνικότητας. Ενώ αντιθέτως, η απώλεια της ελληνοφωνίας σε συνδυασμό με την πίστη στον ΧΡΙΣΤΟ συνοδεύεται πάντα με τη διατήρηση της ελληνικότητας.Αυτό υπαινίσσεται, ότι η πίστη στον ΧΡΙΣΤΟ εγκλείει μυστικά και το ελληνικό πολιτιστικό υπόβαθρο. Τέλος υπήρξε και μια κατηγορία λαών, οι οποίοι εδέχθησαν τον Χριστιανισμό ενώ ευρίσκοντο σε κάποιο στάδιο βαρβαρισμού. Μιλάμε για τα Γερμανικά και Σλαβικά φύλα, τους Σκανδιναβούς, τους Άγγλους τους Ιρλανδούς. Αυτοί οι λαοί, όλοι χωρίς εξαίρεση, σε κάποιο στάδιο της αναπτύξεώς τους ενδιαφέρθηκαν ζωηρά και προσέλαβαν τον ελληνικό πολιτισμό. Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε, ότι μόνο αυτοί οι λαοί ενδιαφέρθηκαν ζωηρά για τον ελληνικό πολιτισμό και όχι οι Αφγανοί, οι Ινδοί και οι Κινέζοι. Και αυτή η περίπτωση αποτελεί ισχυρή ένδειξη της αμοιβαιότητας Χριστιανισμού και ελληνισμού.

Διαπιστώσαμε μέχρι τα τώρα, ότι ο ελληνικός χώρος ήταν ιδεώδης για το χριστιανικό κήρυγμα, ότι η πίστης στον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ προφύλαξε την ελληνικότητα και ότι βαρβαρικοί λαοί, οι οποίοι εδέχθησαν τον ΧΡΙΣΤΟ, εν συνεχεία εδέχθησαν και τον ελληνικό πολιτισμό. Αυτά είναι πολύ ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη μιας βαθύτερης συγγένειας ανάμεσα στον ελληνισμό και τον χριστιανισμό. Όμως παρ' όλα αυτά κάποιοι ισχυρίζονται πως ο Χριστιανισμός κατέστρεψε τον ελληνισμό.

 

Έλληνες άγιοι οικοδομούν την Εκκλησία του Χριστού

 

Στην πραγματικότητα ο ελληνισμός είχε συντριβεί πολιτικά πολύ πριν την εμφάνιση του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ. Όταν ο ΧΡΙΣΤΟΣ κήρυξε το Ευαγγέλιο δεν υπήρχε Έλληνας, που να μην είχε υπαχθεί στην εξουσία της Ρώμης. Τους τελευταίους αιώνες πριν την εμφάνιση του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ και τους πρώτους μετά την εμφάνισή ΤΟΥ, οι Έλληνες ασχολούντο με τον σχολιασμό και την κατάταξη των παλαιών έργων. Καινούργιες σημαντικές αναβάσεις και τομές σ' όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής δεν συντελούνταν πλέον. Εκεί που άλλοτε έρεε ένας μεγάλος ποταμός, μετά βίας υπήρχε ένα μικρό ρυάκι. Αυτό δεν έγινε εξ' αιτίας ενός εξωτερικού παράγοντα αλλά από εσωτερικούς λόγους. Οι βαθείς λόγοι της παρακμής του ελληνισμού βρίσκονται στην αντιφατική και δίβουλη λειτουργία της ελληνικής ψυχής και όχι σε κάτι εξωτερικό. Το να επισημάνουμε τους λόγους της αυτοφθοράς του ελληνισμού είναι προϋπόθεση για μια εθνική αναγέννηση, γιατί ό,τι ίσχυε παλιά ισχύει και σήμερα. Πάντως λογικά δεν είναι δυνατόν να συνδυάσουμε την παρακμή του ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, γιατί η ελληνική παρακμή και το πνευματικό αδιέξοδο της ελληνικής ψυχής εμφανίζεται και εξελίσσεται αιώνες πριν την εμφάνιση του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ αγκαλιάζοντας όλες τις πλευρές του βίου και της ψυχής του Έλληνα.

Λοιπόν όταν ο Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ εμφανίζεται, ο ελληνισμός βρίσκεται σε αδιέξοδο και παρακμή η οποία διαρκεί αιώνες. Είναι τελείως φανερό πως ο ελληνισμός με τα δικά του μέσα δεν μπορούσε να ξεφύγει από το αδιέξοδο. Ακριβώς επειδή η ελληνική ψυχή μπορεί λόγω της παιδείας της να συνειδητοποιεί το αδιέξοδό της, και επειδή έχει μάθει να ερευνά, αντιλαμβάνεται πιο εύκολα από τους ανθρώπους άλλων πολιτισμών την μεγάλη ευκαιρία που δίνει σ' όλους τους ανθρώπους ο Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ, ο άρτος ο εκ του Ουρανού καταβάς.

Ο ελληνισμός όταν δέχεται τον ΧΡΙΣΤΟ πραγματοποιεί δύο μεγάλα έργα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους. Το πρώτο έργο είναι η οικοδόμηση της εκκλησίας του ΧΡΙΣΤΟΥ. Αμέτρητοι μάρτυρες και άγιοι στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, Έλληνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με τη δράση τους, την πίστη τους, το αίμα τους οικοδομούν την εκκλησία του ΧΡΙΣΤΟΥ. Σε συνδυασμό μ' αυτό το έργο, αυτήν την εποχή μέσα στην ελληνική ψυχή συντελείται μια μεγάλη πνευματική επανάσταση. Η φιλοσοφία μετατρέπεται σε φιλοκαλία...

 Η φιλοκαλία, όπως λέει η λέξη, είναι η αγάπη του καλού, εργάτης της φιλοκαλίας είναι ο άγιος. Ο άγιος είναι ένας καινούργιος τύπος ανθρώπου, ένα καινούργιο πρότυπο. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι πολλοί επιφανείς άγιοι των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού είχαν πολύ ισχυρή φιλοσοφική μόρφωση. Ήξεραν πολύ καλά την φιλοσοφική μέθοδο και ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο μπορούσαν να εκτιμήσουν με ακρίβεια, τα όρια αυτής της μεθόδου. Ο Χριστιανός άγιος ξέρει, ότι η γνώση αυτή καθεαυτή δεν μπορεί να μετουσιώσει τα ψυχικά περιεχόμενα ενός ανθρώπου. Όπως ακριβώς η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι είμαι βρώμικος δεν με καθαρίζει, αν δεν κάνω μπάνιο, έτσι και η λογική κριτική ενός πάθους της ψυχής δεν οδηγεί στην απαλλαγή μου από το πάθος. Ο φιλόσοφος νους μπορεί να ερευνά και να ορθολογίζεται, όμως δεν μπορεί να καθαρίσει την ψυχή από τα πάθη που δημιουργούν δυσαρμονία μέσα μας και έξω μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η λογική γνώση είναι άχρηστη. Αντιθέτως είναι πολύ χρήσιμη γιατί μας βοηθάει να εντοπίσουμε το πρόβλημα και μας εμπεδώνει την διάθεση να το λύσουμε. Τη λύση του προβλήματος της ανθρώπινης ψυχής δεν μας την δίνει ο Έλληνας φιλόσοφος αλλά ο Έλληνας Άγιος. Οι χριστιανοί άγιοι έχουν εκπονήσει μία μέθοδο θεραπείας της ανθρώπινης ψυχής. Ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας της ανθρώπινης ψυχής είναι η ζωντανή και βιωματική σχέση με τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ. Χωρίς αυτήν την σχέση, η οποία περνάει από πολλά στάδια και αναβαθμούς, τίποτα δεν είναι' δυνατόν. Το δεύτερο σημείο που έχει τεράστια σημασία είναι η θέληση να γεννηθεί μέσα μας η απέραντη, η απεριόριστη Αγάπη, η οποία αγκαλιάζει τους πάντες και τα πάντα. Η Αγάπη αυτή δεν έχει καμμία σχέση με την "αγάπη" του συναισθήματος, που μας κρατάει εξαρτημένους απ' ό,τι έχουμε ανάγκη. Αντίθετα η απέραντη Αγάπη, για την οποία μιλάμε, μας δίνει απέραντη ελευθερία και αυτάρκεια και μας μετατρέπει σε δημιουργούς. Οι Έλληνες άγιοι δημιούργησαν μια πλούσια κληρονομιά, η οποία δυστυχώς είναι άγνωστη ακόμα και σε εμάς τους Έλληνες. Το αν θα θελήσουμε να προσεγγίσουμε τον πνευματικό θησαυρό που έχουν συσσωρεύσει οι Έλληνες άγιοι θα καθορίσει την τύχη του έθνους μας αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

 

Σήμερα...

 

Σήμερα ζούμε μια εποχή που πολλούς απελπίζει. Όλα τα νοήματα που θέλησε να υψώσει η ανθρώπινη έπαρση έχουν καταπέσει στερημένα από αξία. Όλες οι διαδρομές έχουν διανυθεί πολλές φορές. Όλες οι πιθανότητες και τα ενδεχόμενα έχουν ερευνηθεί λεπτομερειακά και δεν έχει βρεθεί λύση στο ανθρώπινο πρόβλημα. Τι θα παρηγορήσει την ανθρώπινη ψυχή; Τι θα την καθαρίσει από τα πάθη; Τι θα τη θρέψει και αναπτύξει; Κανένας φιλόσοφος, κανένας ερευνητής δεν έδωσε ποτέ πραγματική απάντηση. Μόνον ο Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ και οι πραγματικοί μαθητές ΤΟΥ, οι άγιοι της φιλοκαλίας. Πρέπει σήμερα να αναρωτηθούμε, τι καινούργιο έφερε στον κόσμο η ελληνική ψυχή και τι απέραντες προοπτικές έφερε στον κόσμο ο Ιησούς ΧΡΙΣΤΟΣ.

Πρέπει να κατανοήσουμε βαθειά, πώς και γιατί ο ελληνισμός συναρμόστηκε και υπηρέτησε το Λόγο του Ιησού ΧΡΙΣΤΟΥ, ώστε σήμερα η πεμπτουσία του να είναι ενσωματωμένη αξεδιάλυτα στο λόγο και την πράξη των αγίων της φιλοκαλίας.

 

Αν...

 

Αν ο κρυμμένος μαργαρίτης της φιλοκαλίας βγει στο φως. Αν παραμερίσουμε τις στάχτες για να λάμψει η πυροστιά. Αν θελήσουμε να ρίξουμε φρύγανα στην πυροστιά για να φανεί η φλόγα. Αν πολλοί εργάτες της φιλοκαλίας εργασθούν στον κόσμο. Άνθρωποι που θα ενώνονται βιωματικά με τον Ιησού ΧΡΙΣΤΟ, που θα θέλουν να γεννηθεί μέσα τους η απεριόριστη Αγάπη και ακόμα που θα θεωρούν με ήρεμη και εντατική προσοχή το πάντα μέσα τους κι έξω τους. Τότε ποιος θα μπορεί να μιλάει για την ελληνική παρακμή; Ποιος θα μπορεί να μιλάει για το σάπισμα του κόσμου και του ανθρώπου

 

 

 

ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

(ή «ΚΑΤΑ Dodds» Ανώνυμος Απολογητής)
Του Θεόδωρου Ζιάκα

 

Το ερώτημα "γιατί νίκησε ο χριστιανισμός;" είναι ισοδύναμο με το ερώτημα "γιατί έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί;". Η ταύτιση των δύο ερωτημάτων δεν είναι αυθαίρετη. Αν δεν γίνονταν οι Έλληνες χριστιανοί δεν θα γίνονταν ούτε οι Ρωμαίοι. Και με δεδομένη την άρνηση των Εβραίων και την αδιαφορία των άλλων κολεκτιβιστικών λαών της Ανατολής, χριστιανισμός δεν θα υπήρχε. Η οργανική αυτή συνάφεια κάνει το ερώτημα "γιατί νίκησε ο χριστιανισμός;" θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής ταυτότητας.

 

 

1. Η νεωτερικότητα του ερωτήματος

 

Ο κοινός νους των χριστιανικών αιώνων δεν έβλεπε τίποτε το παράδοξο στην επικράτηση του χριστιανισμού: Έγιναν οι Έλληνες χριστιανοί επειδή ο αρχαίος παγανισμός ήταν μια ψεύτικη θρησκεία, ενώ ο χριστιανισμός ήταν η μοναδική αληθινή θρησκεία. Το βάπτισμα του Ελληνισμού γίνεται πρόβλημα μόνο στη νεωτερική εποχή, επειδή για τον διαφωτισμένο άνθρωπο ο χριστιανισμός είναι το θεμέλιο του μισητού μεσαιωνικού δεσποτισμού (: πώς ένα τόσο καλλιεργημένο πνεύμα, όπως το ελληνικό, υποτάχθηκε στον χριστιανικό σκοταδισμό;).

Με προκείμενη την εξίσωση "μεσαιωνικός σκοταδισμός = χριστιανισμός" τρεις λύσεις είναι δυνατές:

 

1. να υποθέσουμε ότι οι Έλληνες έγιναν χριστιανοί με το στανιό (θεωρία της βίας).

2. να διαφοροποιήσουμε τον χριστιανισμό (: να υποθέσουμε ότι στην αρχή ο χριστιανισμός ήταν καλός αλλά ύστερα χάλασε).

3. να διαφοροποιήσουμε τον ίδιο τον Ελληνισμό (: ο καλός Ελληνισμός παρήκμασε και σε μια δύσκολη στιγμή, στιγμή παρακμής-αγωνίας, ο κακός χριστιανισμός τον έπιασε στον ύπνο).

 

Συνέπεια της δεύτερης απάντησης είναι ο χριστιανικός φονταμενταλισμός: να "καθαρίσουμε" τον χριστιανισμό από τις μεταγενέστερες "προσθήκες-αλλοιώσεις". Ειδικότερα: Να τον καθαρίσουμε από τις ελληνικές αλλοιώσεις. Να επιστρέψουμε στον χριστιανισμό της "αρχικής" εκκλησίας. Η φονταμενταλιστική αυτή αποελληνοποίηση-απορωμαιοποίηση, δηλαδή εβραιοποίηση του χριστιανισμού, έγινε ο πυρήνας του προτεσταντισμού. Είναι πολύ πιθανό η επιτυχία της νεωτερικής επιλογής, που χρονικά ακολούθησε την προτεσταντική, να συσχετίζεται με την αδυναμία της Μεταρρύθμισης να ξεμπερδέψει τελείως με τον κολεκτιβιστικό δεσποτισμό. Οι διαφοροποιήσεις όμως που πέτυχε ο προτεσταντισμός, εισάγοντας την εξατομικευμένη-ιδιωτική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, επέτρεπαν την προώθηση της ρήξης με τον μεσαιωνικό κολεκτιβισμό από πολύ ριζοσπαστικότερες θέσεις. (Εδώ βρίσκεται και η βάση της θεωρίας του Μαξ Βέμπερ, για τις ρίζες του καπιταλισμού στο πνεύμα του προτεσταντισμού.)

Η συνέπεια της τρίτης εκδοχής (ότι ο χριστιανισμός βρήκε τους Έλληνες σε κακή στιγμή) είναι ένας "παγανιστικός" φονταμενταλισμός. Όπως όμως και στην περίπτωση του προτεσταντισμού, δεν επρόκειτο για "επιστροφή" (: στον "καλό χριστιανισμό" εκεί, στον "καλό ελληνισμό" εδώ). Το αποτέλεσμα ήταν η νεωτερικότητα, ένας νέος πολιτισμός, μια νέα ιστορική μορφή οικουμένης. Ο φυσιοκεντρισμός της νεωτερικότητας μοιάζει παγανιστικός αλλά δεν είναι. Σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική πίστη, ο Κόσμος δεν είναι εδώ η υπέρτατη αξία - πρότυπο. Περιέχεται στην Ιστορία, στο κέντρο της οποίας τοποθετείται το ανθρώπινο υποκείμενο. Απορρίπτοντας ριζικά τον Μεσαίωνα, ο νεωτερικός Άνθρωπος υποσκέλισε τον Θεό, αλλά και τον Κόσμο. Από τον αρχαίο οντολογικό κοσμοκεντρισμό και τον μεσαιωνικό οντολογικό θεοκεντρισμό, περνούμε στον οντολογικό ανθρωποκεντρισμό. (Κ. Παπαϊωάννου, Η αποθέωση της Ιστορίας. Εναλλακτικές Εκδόσεις.) Ανθρωποκεντρισμός όμως σημαίνει εφαρμογή της ανθρωποκεντρικής νοηματοδότησης προς κάθε κατεύθυνση και πριν απ' όλα στην ερμηνεία του δικού του ιστορικού παρελθόντος. Κοντολογίς: Αν θέλουμε να μη θιγεί το ανθρωποκεντρικό μας πρόταγμα, οι επιλογές που συζητούμε, θεωρία της βίας και θεωρία της παρακμής-αγωνίας, προβάλλουν υποχρεωτικές.

 Συναφείς με το ερώτημα του θέματός μας είναι, λοιπόν, η πρώτη και η τρίτη λύση, τις οποίες και θα εξετάσουμε. Και οι δύο δέχονται ότι ο χριστιανισμός υπέβαλε σε τόσο βαθιά αλλοίωση τους Έλληνες, που στο εξής παύουν να είναι και να λέγονται Έλληνες. Το συμπέρασμα των δυο προσεγγίσεων κοινό: Ο χριστιανικός Ελληνισμός δεν υπήρξε ποτέ. Είναι μια φανταστική κατασκευή. Εφεύρημα του νεοελληνικού εθνικισμού.

 

 

2. Η θεωρία της βίας

 

Φαίνεται ότι η θεωρία της βίας μόνο στην Ελλάδα έχει οπαδούς. Οι οπαδοί της επικαλούνται τα διωκτικά μέτρα των πρώτων βυζαντινών αυτοκρατόρων εναντίον των παγανιστικών ιερών και σχολών. Επικαλούνται δηλαδή γεγονότα που συμβαίνουν μετά τον τέταρτο αιώνα, όταν η νίκη του χριστιανισμού ήταν ήδη δεδομένη. Παραβλέπουν το γεγονός ότι ο εκχριστιανισμός των μεγάλων αστικών κέντρων είχε ήδη συντελεστεί, πριν υπάρξουν "χριστιανοί" αυτοκράτορες να στραφούν εναντίον του αρχαίου παγανισμού. Ότι στην προβυζαντινή περίοδο συνέβη ακριβώς το αντίθετο: ότι οι Έλληνες έγιναν χριστιανοί παρά τους διωγμούς εκ μέρους της ρωμαϊκής εξουσίας.

 Ποια ήταν η εθνικότητα των προβυζαντινών χριστιανών μαρτύρων; Δεν διαθέτουμε κάποια ειδική διατριβή πάνω στα μαρτυρολόγια, αλλά μάλλον μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πλειονότητά τους ήταν Έλληνες. (Έλληνες βεβαίως με κριτήριο την παιδεία. Εφαρμόζοντας το κριτήριο της παιδείας συμμορφωνόμαστε απολύτως με την κλασική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η πνευματική καταγωγή είναι το κριτήριο της εθνικότητας και όχι η φυλετική.) Εβραίοι πάντως δεν ήταν οι προβυζαντινοί χριστιανοί. Γνωρίζουμε ήδη από τις Πράξεις των Αποστόλων, ότι αυτοί που δημιουργούσαν προβλήματα στο έργο του Παύλου, ήταν μονίμως οι ιουδαίοι συμπατριώτες του. Ώσπου το πήρε απόφαση και έπαψε να ασχολείται μαζί τους. Στόχος του ήταν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι.

Το πότε έλαβε χώρα η μετάβαση από τον παγανισμό στον χριστιανισμό είναι, λοιπόν, γνωστό: Από τα μέσα του 1ου αιώνα ως τα μέσα του 4ου αιώνα. Στο διάστημα αυτό έχει ολοκληρωθεί, στις μεγάλες ελληνιστικές πόλεις, η θρησκευτική μετάλλαξη του Ελληνισμού. Στην ελληνιστική περίοδο, το κέντρο βάρους του Ελληνισμού είχε μετατοπιστεί στις μεγαλουπόλεις της Ανατολής. "Εμείς οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς, / οι Σελευκείς, κι οι πολυάριθμοι / επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας, / κι οι εν Μηδία, κι οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι. /Με τες εκτεταμένες επικράτειες, / με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών. / Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά /ως μέσα στην Βακτριανή την επήγαμεν, ως τους Ινδούς. / Για Λακεδαιμoνίους να μιλούμε τώρα!". (Κ. Καβάφης, 200 π.Χ.) Η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει στην υστερορωμαϊκή εποχή. Ο Ελληνισμός εκπροσωπείται κυρίως από τον μείζονα Ελληνισμό των οικουμενικών μεγαλουπόλεων και λιγότερο από τους αγροτικούς πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου.

Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι όλοι οι Έλληνες έγιναν χριστιανοί στους τρεις αυτούς αιώνες. Υπάρχουν ακόμη πολλοί "εθνικοί". Tον τέταρτο αιώνα ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός στηρίζει σ' αυτούς τις ελπίδες του, για να πετύχει την παλινόρθωση του παγανισμού. Στους αγροτικούς πληθυσμούς του ελλαδικού χώρου η είσοδος της νέας θρησκείας ακολουθεί, φυσικά, πιο αργούς ρυθμούς. Το Κοινό των Ελευθερολακώνων θα εκχριστιανιστεί μόλις τον δέκατο αιώνα, από τον άγιο Νίκωνα. Αλλά τι ποσοστό αντιπροσώπευαν οι αγροτικοί ελλαδικοί πληθυσμοί έναντι του μείζονος Ελληνισμού; Ποσοτικά μικρό και ποιοτικά (πολιτισμικά) ασήμαντο. (Για Λακεδαιμονίους θα μιλάμε τώρα;). Είναι, λοιπόν, δεδομένο ότι οι Έλληνες έγιναν χριστιανοί με τη θέλησή τους. Μαρτύρησαν για τον χριστιανισμό και η μαρτυρία τους του εξασφάλισε τη νίκη.

Βεβαίως όταν η ρωμαϊκή εξουσία "προσέλαβε" τον χριστιανισμό με "κοπτάτσια"[1], η πολιτική βία άλλαξε κατεύθυνση και στράφηκε εναντίον των άλλων θρησκειών ή αιρέσεων, μεταξύ των οποίων και εναντίον της ολυμπιακής θρησκείας. Αυτή όμως ήταν ήδη νεκρή.

 

3. Η θεωρία της παρακμής-αγωνίας

 

Αποκλειομένης της βίας μένει το σχήμα της "παρακμής-αγωνίας". Η θεωρία ότι στους τρεις πρώτους αιώνες ο ελληνορωμαϊκός κόσμος έπεσε σε φοβερή παρακμή. Χωρίς πίστη στον εαυτό του και στις αξίες του, ήταν έτοιμος να αρπαχτεί απ' οποιαδήποτε σανίδα σωτηρίας έβρισκε μπροστά του. Ο χριστιανισμός εμφανίστηκε σε μια τέτοια ακριβώς στιγμή, σαν από μηχανής θεός. Κι έτσι δεν αποφύγαμε το μοιραίο. Όπερ έδει δείξαι.

Σ' αυτή την πολύ απλή ιδέα βασίζεται η κυρίαρχη νεωτερική προσέγγιση στο χριστιανικό φαινόμενο. Μπορεί να την παρακολουθήσει κανείς, βήμα προς βήμα, μέσω του Ε. R. Dodds.[2] Ο Dodds είναι μια αναγνωρισμένη αυθεντία. Η αρχαιογνωσία του αναμφισβήτητη. Η φιλολογική του κατάρτιση εκπληκτική. Η έκθεσή του αντιπροσωπεύει την "τελευταία λέξη" της νεωτερικής επιστημοσύνης πάνω στο θέμα. Πρέπει να το μελετήσει κανείς με προσοχή αν θέλει να αποκτήσει προσωπική άποψη.

Σε τι συνίσταται η "αγωνία"; Σε υλική και ηθική ανασφάλεια, μας βεβαιώνει ο Dodds. Βεβαίως η ηθική ανασφάλεια δεν προκύπτει οπωσδήποτε από την υλική. Η ηθική και πνευματική ανασφάλεια συχνά προηγείται της υλικής. Με τη διευκρίνιση αυτή ο Dodds παίρνει τις αποστάσεις του από την ανυπόληπτη σήμερα ιστορικο-υλιστική ιδέα της αναγωγής της ηθικο-πνευματικής ανασφάλειας σε υλική ανασφάλεια. Αναγνωρίζει δηλαδή μια σχετική αυτονομία στις ηθικο-πνευματικές συνιστώσες της "αγωνίας". Αλλά από ποια εμπειρικά δεδομένα συνάγεται η διαπίστωση ότι στους αιώνες της "ύστερης αυτοκρατορίας" κυριαρχεί μια τόσο βαθιά και γενικευμένη ηθικο-πνευματική ανασφάλεια, που να μας κάνει να μιλάμε για "εποχή αγωνίας"; Συνάγεται, λέει ο Dodds, από τρεις ηθικο-πνευματικές στάσεις, που κυριαρχούσαν στο πνεύμα της εποχής:

 

 α) Τη στροφή του ενδιαφέροντος των ανθρώπων από τον Κόσμο στον Εαυτό.

 β) Την ανάπτυξη της πίστης στα πνεύματα, στους μάγους και στους προφήτες.

 γ) Τη στροφή στον μυστικισμό.

 

Ο Dodds παραλείπει να μας εξηγήσει γιατί οι "στάσεις" αυτές μαρτυρούν οπωσδήποτε "ανασφάλεια". Γιατί η απουσία τους θα βεβαίωνε "έλλειψη ανασφάλειας". Δεν είναι φυσικά καθόλου εύκολο να επιχειρηματολογηθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα σε φιλοσοφικές και θρησκευτικές επιλογές, αφ' ενός και σε συναισθήματα ανασφάλειας, αφ' ετέρου: Πώς θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το εσωστρεφές άτομο είναι περισσότερο ανασφαλές από το εξωστρεφές; Ότι η μελέτη του εαυτού υποδηλώνει ανασφαλέστερα κίνητρα από τη μελέτη του κόσμου. (Στάση πρώτη). Ότι η μη πίστη σε πνεύματα συνοδεύεται από την απουσία ανασφάλειας; (Στάση δεύτερη). Ότι ο μυστικιστής είναι οπωσδήποτε πιο φοβισμένος από τον υλιστή. Ο Πλωτίνος ανασφαλέστερος από τον Επίκουρο. (Στάση τρίτη). Όσο η "υλική ανασφάλεια" μπορεί να θεωρηθεί πηγή της "πνευματικής ανασφάλειας", άλλο τόσο αυθαίρετα μπορεί κι αυτή η τελευταία να αναχθεί σε πηγή ηθικοπνευματικών στάσεων. Και μάλιστα στάσεων που αγκαλιάζουν μια ολόκληρη ιστορική εποχή.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να εντρυφήσει κανείς στην παρουσίαση των τριών ελκυστών που ορίζουν το πνευματικό κλίμα εκείνης της εποχής: Τη στροφή στον εαυτό· τον πνευματισμό και τον μυστικισμό.[3] Ως σύνολο το κλίμα αυτό χαρακτηρίζει πιο έντονα τις γνωστικιστικές ομάδες, γι' αυτό μπορεί να καλυφθεί κάτω από τον γενικό όρο Γνωστικισμός. Πρόκειται για μια γενική τάση, που στους γνωστικούς παίρνει εντελώς ακραίες μορφές. Γνωστικισμός είναι κάθε σύστημα που κηρύσσει έναν τρόπο απόδρασης από τον κόσμο, μέσω μιας ιδιαίτερης διαφώτισης, η οποία δεν είναι προσιτή σε όλους και δεν εξαρτάται από τον Λόγο. Έχουμε, αυτή την εποχή, παγανιστικό[4] και χριστιανικό γνωστικισμό. Για όλους τους γνωστικούς, παγανιστές και χριστιανούς, ο υποσελήνιος κόσμος είναι μια κοσμική φυλακή, από την οποία θα πρέπει ο άνθρωπος να αποδράσει.

 

 

3.1 Γνωστικισμός και χριστιανισμός

Την υστερορωμαϊκή εποχή τη διαποτίζει, λοιπόν σαφώς, πνεύμα γνωστικισμού:

 

α) Ο κόσμος είναι φυλακή.

β) Ματαιότης τα ανθρώπινα.

γ) Η ζωή είναι όνειρο και εφιάλτης.

δ) Το αυθεντικό (το μη ονειρικό) βρίσκεται "κάπου αλλού", στον "εσωτερικό χώρο".

ε) Απαξίωση του σώματος, σωτηρία της ψυχής.

 

 Το γνωστικιστικό πνεύμα δεν είναι, βεβαίως, φαινόμενο μόνο της υστερορωμαϊκής εποχής. Υπάρχει σε κάθε εποχή. Αν δεν γίνεται αντικείμενο προσοχής, είναι γιατί έχει περιθωριακό χαρακτήρα.

 Το θέμα είναι να δούμε γιατί ο γνωστικισμός ήταν κυρίαρχη πνευματική στάση την εποχή που εξετάζουμε.

 

1. Συνιστά, κατ' αρχάς, απλοϊκή ερμηνευτική πρόταση η αναγωγή του γνωστικισμού σε υλική "ανασφάλεια", γιατί είναι ανεξάρτητος από την υλική ανασφάλεια.

2. Δεν δείχνει καμιά ιδιαίτερη προτίμηση στους φτωχούς. Απεναντίας οι άνθρωποι που εμφανίζουν, αυτή την εποχή, ιδιαίτερη δεκτικότητα σε γνωστικιστικές αντιλήψεις είναι άνθρωποι κορεσμένοι από υλικές ανέσεις.

 Μήπως όμως μπορούμε, αντίθετα, να καταφύγουμε στην ηθικο-πνευματική ανασφάλεια; Στην πραγματικότητα μια τέτοια αναγωγή θα μας απομάκρυνε από το πρόβλημα. Θα το σκέπαζε με μια απλή ετικέτα. Η λέξη "ανασφάλεια", στο μέτρο μάλιστα που είναι απογυμνωμένη από υλικά συμπαρομαρτούντα, δεν σημαίνει τίποτα το συγκεκριμένο, ενώ η περιγραφή του γνωστικιστικού πνεύματος, όπως γίνεται στο βιβλίο, είναι πολύ συγκεκριμένη και ακριβής. Το γνωστικιστικό πνεύμα εκφράζει ασφαλώς μια "αγωνία", αλλά αυτή έχει βαθύ υπαρξιακό περιεχόμενο, όχι μόνο ατομικό αλλά και συλλογικό. Το υποκείμενο του γνωστικισμού δεν βρίσκει νόημα στη ζωή του, την προσωπική και τη συλλογική. Τι πιο φυσιολογικό, στην περίπτωση αυτή, από τη στάση της "φυγής από τον κόσμο"; Της "στροφής στον εαυτό" και της αναζήτησης νοήματος "εντός" του;

Όταν ο κόσμος έχει χάσει το νόημά του, είναι λογικό να το αναζητήσω έξω απ' αυτόν, γιατί όπως είπε ο Βιτγκενστάιν, το νόημα του κόσμου βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Τι σημαίνει "έξω από τον κόσμο" αν όχι "μέσα στον εαυτό";

 

 

3.1.1 Η κατάρρευση του Ατόμου

 

Αγωνία, λοιπόν, υπάρχει και είναι εμφανής. Είναι όμως άλλου είδους. Είναι η αγωνία του Ατόμου για το νόημα της ύπαρξής του.

 

Ο Dodds συγχέει, αυτό το είδος αγωνίας, με την αγωνία του ξεριζωμένου από την πατριαρχική του κοινότητα, κι από τις κολεκτιβιστικές δομές εν γένει. Του πεταγμένου στα αφιλόξενα σοκάκια των ελληνορωμαϊκών μεγαλουπόλεων. Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτό το είδος αγωνίας, η αγωνία του κολεκτιβιστικού ανθρώπου, που μπαίνει στον δρόμο μιας βίαιης εξατομίκευσης, παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Αλλά αυτό το είδος αγωνίας δεν αφορά τους Έλληνες. Δεν μπορεί να συσχετιστεί με την εκ μέρους τους αποδοχή του χριστιανισμού, αν ο χριστιανισμός έδινε απλώς διέξοδο στην αγωνία του κολεκτιβιστικού ανθρώπου. Μιλώντας για τον εκχριστιανισμό των Ελλήνων, αναφερόμαστε σε άτομα-πολίτες μιας ατομοκεντρικής κοινότητας-πόλεως. Η κοινότητα αυτή, η πόλις, είχε καταρρεύσει, αφήνοντας μετέωρη την ελληνική ατομικότητα. Μιλάμε δηλαδή για την κρίση της ελληνικής εξατομίκευσης.

 Η εξατομίκευση μπορεί να κοιταχθεί από δύο σκοπιές: από τη σκοπιά του Α) συλλογικού και από τη σκοπιά του Β) ατομικού υποκειμένου. Στην Α) περίπτωση αντιστοιχεί στη μετάβαση από μια κολεκτιβιστική κοινότητα σε μια κοινότητα ατομοκεντρική. Στη Β) περίπτωση η σημασία εστιάζεται στη "διάλυση" της ομάδας και στη μετατροπή των ανθρώπων σε "άσχετα άτομα". Η Β) αυτή χρήση είναι παραπλανητική, γιατί κρύβει το είδος της ομάδας, στην οποία, παρά ταύτα, ανήκουν τα άτομα. Άνθρωπος εντελώς μόνος ή θηρίο ή θεός, λέει ο Αριστοτέλης. Δηλαδή θα ανήκει πάντα σε ομάδα. Το "περιθώριο" είναι κι αυτό μια μορφή του "ανήκειν". Ο "υπόκοσμος" π.χ. ανήκει στον "κόσμο". Ο τρόπος που χρησιμοποιούμε εδώ τη λέξη "εξατομίκευση" είναι μόνο ο πρώτος, γιατί είναι ο μόνος πλήρης και ακριβής. Έτσι όταν μιλούμε για "κρίση της εξατομίκευσης" αναφερόμαστε στο σημείο εκείνο όπου η εξατομίκευση έχει ολοκληρωθεί: η ατομοκεντρική κοινότητα έχει αντικαταστήσει την κολεκτιβιστική και έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ανάπτυξης, ώστε το άτομο να ξεπερνά τα συλλογικά νοηματοδοτικά πλαίσια, που ρυθμίζουν την προσωπικότητά του, με αποτέλεσμα την εσωτερική της κατάρρευση. Μιλάμε, δηλαδή, για εκείνη τη φάση της εξατομίκευσης όπου ο κόσμος της ατομοκεντρικής κοινότητας τείνει να χάσει το νόημά του. Η ελληνική αγωνία είναι διαφορετική, απ' αυτή την οποία περιγράφει ο Dodds, γιατί αφορά ακριβώς το νόημα της ατομικότητας και της πολιτικής κοινότητας που της αντιστοιχεί.

 Άρα, λογικά σκεπτόμενοι, με αυτήν ακριβώς την ειδική μορφή αγωνίας θα πρέπει να συσχετίσουμε την εκ μέρους των Ελλήνων αποδοχή του χριστιανισμού. Έδινε νέο νόημα στην από καιρό προβληματική ατομικότητά τους; Ιδού το κρίσιμο ερώτημα.

 

 

3.1. 2 Κόντρα στο ρεύμα

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο χριστιανισμός είχε εξ αρχής απολύτως εχθρική στάση απέναντι στον γνωστικισμό.

 

Πήγαινε κόντρα στο ρεύμα. Και ιδού γιατί:

 

α) Για τον χριστιανό ο κόσμος δεν είναι φυλακή. Είναι καλός λίαν. Δημιούργημα του Θεού. Δώρο του Θεού στον άνθρωπο.

β) Ματαιότης δεν είναι συλλήβδην τα ανθρώπινα, αλλά μόνο τα έργα του κακού.

γ) το αυθεντικό (το μη ονειρικό και ψεύτικο) δεν βρίσκεται "κάπου αλλού", σε έναν "εσωτερικό χώρο", αλλά στο εδώ και τώρα, στο έργο της αγάπης και της δικαιοσύνης. Η πραγματικότητα είναι μία και αδιαίρετη. Η ζωή δεν είναι όνειρο και εφιάλτης γενικά, αλλά μόνο η ζωή η βουτηγμένη στο κακό.

δ) Ο χριστιανισμός δεν επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στη σωτηρία της ατομικής ψυχής. Απεναντίας. Φτιάχνει κοινότητα στραμμένη στον ευαγγελισμό του κόσμου. Υποτάσσει τη "σωτηρία" στην κοινωνική προσφορά. Τέλος,

ε) δεν απαξιώνει το σώμα, γιατί πιστεύει στην ανάσταση. Τους χριστιανούς δεν τους ενδιαφέρει τόσο η σωτηρία της ψυχής, όσο η σωτηρία του σώματος. Γι' αυτό και ο Κέλσος φτάνει να τους κατηγορήσει για "φιλοσώματον γένος". Εδώ κι αν πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα.

 Το γεγονός ότι ο χριστιανισμός πήγαινε κόντρα στο ρεύμα δεν συνάγεται μόνο από τις πεποιθήσεις των χριστιανών, αλλά και από την πρακτική τους, η οποία βασιζόταν ακριβώς στην αδιάλλακτη απόρριψη όλων των πίστεων που έρχονταν σε αντίθεση με τα παραπάνω. Το σημαντικό είναι ότι η μαχητική αυτή απόρριψη δεν κάμφθηκε ούτε από τη σκληρότητα των διωγμών. Ηθικοί αυτουργοί των διωγμών ήταν, φυσικά, οι ιδεολογικοί τους αντίπαλοι: οι παγανιστές, οι οποίοι και ηττήθηκαν κατά κράτος. Έχει επίσης τη σημασία του να σημειώσουμε ότι οι χριστιανοί γνωστικοί εξαιρέθηκαν από τους διωγμούς, παρ' ότι "κι αυτοί χριστιανοί ήταν". Δεν διώχθηκαν, γιατί δεν είχαν κανένα πρόβλημα να φάνε από τα ειδωλόθυτα ή να λιβανίσουν την εικόνα του Αυτοκράτορα. Τα πογκρόμ δεν ήταν καθόλου "τυφλά", όπως θα περίμενε κανείς. Ήταν προσεκτικά σχεδιασμένα και επιλεκτικά.

 Επιδίωξη του Dodds είναι να αποσυνδέσει την ιστορική επιτυχία του χριστιανισμού από την ποιότητα των αξιών του. Για τον λόγο αυτό αποσιωπά την άβυσσο που χωρίζει τους εθνικούς και τους χριστιανούς, τους "χριστιανούς" γνωστικούς από τους ορθόδοξους χριστιανούς, παρουσιάζοντας τα πράγματα σαν κατά βάθος να συμμερίζονται όλοι το ίδιο γνωστικιστικό πνεύμα. Και τελικώς σαν οι διωγμοί να ήταν μια ακατανόητη "θλιβερή παρεξήγηση". Σαν υπεύθυνα για τους διωγμούς να ήταν τα ίδια τους τα θύματα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό μας λέει ο Dodds. Χωρίς ενδοιασμούς, ο σοφός μελετητής μας ενοχοποιεί τα ίδια τα θύματα των διωγμών και απαλλάσσει τους θύτες. Σύμφωνα με τη διάγνωσή του έφταιγε, κατά βάθος, η "θανατολαγνεία" των ίδιων των χριστιανών. Ήταν, λέει, "ερωτευμένοι με τον θάνατο" και τον επιζητούσαν!

 

 

3.1.3 Η ελληνο-χριστιανική συμμαχία εναντίον του γνωστικισμού

 

Δεν είναι εύκολο να αποφανθούμε αν η παραπλανητική χρήση του ιστορικού υλικού, εκ μέρους του Dodds, είναι συνειδητή και σκόπιμη. Στηρίζεται πάντως σε τρεις τρόπους χειρισμού:

 

α) αφήνει τον αναγνώστη να νομίζει ότι ο χριστιανισμός των πρώτων αιώνων είναι ο ίδιος με τον σημερινό, απλώς πολύ πιο φανατικός,

β) συλλέγει με εξονυχιστική επιμέλεια από τα χριστιανικά κείμενα και προβάλλει όλες εκείνες τις διατυπώσεις που μοιάζουν γνωστικιστικές και νεοπλατωνικές και

γ) νεοπλατωνικά στοιχεία, που εδραιώθηκαν στον χριστιανισμό μόνο πολύ αργότερα, αποφεύγει να διευκρινίσει ότι αυτή την εποχή ήταν εντελώς περιθωριακά.

 

Το θέμα όμως δεν είναι αν υπήρχαν κάποιες γνωστικές ή νεοπλατωνικές διατυπώσεις, ή ακόμη και ουσιαστικές παραχωρήσεις στον γνωστικισμό (όπως συμβαίνει με τον Ωριγένη, ο οποίος χαρακτηρίστηκε "μεταλλείο αιρέσεων"" από τις Συνόδους), αλλά αν υπήρξε αγώνας εναντίον του γνωστικισμού, πράγμα που είναι και η ιστορική αλήθεια. Οι τρεις πρώτοι αιώνες του χριστιανισμού είναι ακριβώς ένας ανειρήνευτος, σκληρός και παρατεταμένος αγώνας εναντίον του γνωστικισμού.

Θα συμφωνήσουμε με τον Dodds ότι η θεμελιακή τάση της εποχής είναι γνωστικίζουσα, αλλά πέρα από τη διαπίστωση χρειάζεται και μια σοβαρή ερμηνεία. Αν το γνωστικιστικό κλίμα το θεωρήσουμε όχι ως σύμπτωμα ανασφάλειας, αλλά ως πνευματικό σύμπτωμα της κρίσης του ελληνικού Ατόμου, τότε μόνο κερδίζουμε πραγματικά σε κατανόηση. Η ατομική ύπαρξη, αφού είχε διανύσει την πορεία της ολοκλήρωσής της, ξαφνικά είδε το συλλογικό της έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της και να βιώνει την αγωνία της αποσύνθεσής της. Αυτή είναι η ανθρωπολογική βάση της "στροφής στον εαυτό". Βεβαίως η στροφή στον εαυτό δεν είναι από μόνη της γνωστικισμός. Προσλαμβάνει γνωστικιστικό χαρακτήρα, όταν ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο ξεκίνησε και ο οποίος είναι η ανεύρεση νοήματος και η επιστροφή στον κόσμο, με στόχο την ανα-νοηματοδότησή του. Ενώ το αυθόρμητο γνωστικιστικό κλίμα έχει ως βάση την κατάρρευση του νοήματος και την απογοήτευση από τη δυσκολία επανανακάλυψής του, ο γνωστικισμός, ως σύνολο ιδεολογικών συστημάτων, μπορεί μάλλον να εξηγηθεί σαν γέννημα της συνάντησης του χριστιανισμού με το αυθόρμητο γνωστικιστικό κλίμα της εποχής. Αν μια τέτοια προσέγγιση ευσταθεί θα ήταν ερμηνευτικά λειτουργικότερο να θεωρήσουμε τη "χριστιανική". Γνώση σαν τον ειδικό "τρόπο", με τον οποίο το αποσαθρωμένο ατομοκεντρικό περιβάλλον της ελληνιστικής περιμέτρου τείνει να προσλάβει-ενσωματώσει τον χριστιανισμό. Ο "χριστιανικός" γνωστικισμός θα ήταν το "κέλυφος", που αυτόματα σχηματιζόταν γύρω από τον χριστιανισμό, καθώς αυτός εισχωρούσε στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Στη βάση αυτού του σχήματος ερμηνείας, η παγανιστική Γνώση θα μπορούσε να κατανοηθεί σε μεγάλο βαθμό και σαν "αντίλαλος" της "χριστιανικής" Γνώσης, δεδομένου ότι διαθέτουμε πλείστα όσα δείγματα μιας τέτοιας "αντ-ήχησης".

 Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημάνουμε ότι ο γνωστικός δυϊσμός στρεφόταν τόσο εναντίον του χριστιανισμού, όσο και εναντίον της κυρίως ελληνικής παραδόσεως, η οποία ήταν κοσμοκεντρική και όχι αρνησίκοσμη, κοινωνιοκεντρική και όχι εαυτο-εγκλειστική. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο πατριάρχης του νεοπλατωνικού εσωτερισμού, ο Πλωτίνος, γίνεται γρήγορα σφοδρός πολέμιος του γνωστικισμού, ενώ στα πρώιμα γραπτά του, ερωτοτροπεί με τις γνωστικές απόψεις. Στην πάλη του εναντίον του γνωστικισμού, χριστιανικού και παγανιστικού, ο νεοπλατωνισμός υπερασπίζεται ουσιαστικά την κλασική ελληνική παράδοση, δηλαδή την ελληνική ατομικότητα και τις αξίες της. Τελικώς είναι η "συμμαχία" χριστιανισμού και νεοπλατωνισμού, που θα καταβάλει τον γνωστικισμό. Εδώ πρέπει να αναχθεί και η εκτεταμένη χρήση νεοπλατωνικού λεξιλογίου από τους χριστιανούς ή τα αντίστοιχα "χριστιανικά" δάνεια των νεοπλατωνικών.

Πώς πρέπει να αξιολογήσουμε το ανθρωπολογικό περιεχόμενο αυτής της "μετωπικής" σύμπραξης; Η απάντηση στο ερώτημα πρέπει να λάβει υπόψη ότι ο χριστιανισμός εμφανίζεται ενώπιον του ελληνικού Ατόμου, ως πιο συνεπής αντιγνωστικισμός από τον νεοπλατωνισμό και συνεπώς ως "πιο ελληνικός" απ' αυτόν, δηλαδή πιο κοντά στην κλασική ελληνική νοοτροπία.

 

4. Η υπαρξιακή ανεστιότητα

 

Έχουμε, πράγματι, ένα "κύμα απαισιοδοξίας", που διχοτομεί τον κόσμο σε "εξωτερικό" και "εσωτερικό", για να τους αντιπαραθέσει απότομα, αφαιρώντας κάθε αξία από τον πρώτο και αποδίδοντάς την στον δεύτερο.

 Η "πεσιμιστική" αυτή διάθεση συμφύρεται όμως με το μελαγχολικό συναίσθημα της ανεστιότητας, όπου και πρέπει να αναζητηθεί ο ανθρωπολογικός πυρήνας του προβλήματος. Όπως επισημάναμε η ανεστιότητα είναι δύο τύπων: Είναι η ανεστιότητα του κολεκτιβιστικού ανθρώπου, την οποία δεν παραλείπει να περιγράψει ο Dodds. Είναι όμως και η ανεστιότητα του ελληνικού Ατόμου, το οποίο έχασε την πόλιν του, όπου "έδιδε λόγο" στους όψει γνωστούς του και όπου ταύτιζε το νόημα της ατομικότητάς του με τη διακεκριμένη-προσωπική μετοχή του στα πολιτικά δρώμενα. Το ερώτημα του ανέστιου Ατόμου: Για ποιο σκοπό είμαστε εδώ; Επί τι εγεγόναμεν; Δεν είναι φυσικά ένα ερώτημα που θέτει ο "ευτυχισμένος άνθρωπος". Η "έλλειψη ευτυχίας", μια έκφραση σαφώς νεωτερική και σε μεγάλο βαθμό παραπλανητική, εφαρμοζόμενη εδώ, θα συνδεόταν ασφαλώς με την ανθρωπολογικά αδιαφοροποίητη ανεστιότητα και των δύο τύπων, με την απομόνωση, την αποξένωση και τη μελαγχολία, που τις συνοδεύουν. Στη συστηματική όμως διατύπωση υπαρξιακών ερωτημάτων οδηγεί μόνον η ανεστιότητα του ανθρώπου που έχει αποκτήσει ατομικότητα. Βεβαίως και δεν έχει σχέση με την ανασφάλεια, η ανεστιότητα αυτή, εκτός και αν ξεχειλώσουμε τόσο τη λέξη "ανασφάλεια", ώστε να σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Τα μελαγχολικά συμπτώματα, που συνοδεύουν την ανεστιότητα, δεν είναι συμπτώματα ανασφάλειας. Στο σημείο αυτό ο Dodds αστοχεί εντελώς, όχι μόνο εξ αιτίας ενός ρηχού ψυχολογισμού, αλλά και γιατί δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά περιεχομένου ανάμεσα στις δύο κατηγορίες ανεστιότητας, που συνδέονται η μια με την κρίση του κολεκτιβισμού και η άλλη με την κρίση της εξατομίκευσης.

 Πρέπει να δεχθούμε ότι ο χριστιανισμός προσέφερε λύση στο ενδημικό αυτό πρόβλημα της ανεστιότητας: Ουκ έχωμεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν (Παύλος). Ξένοι είμαστε και οδοιπόροι. Κάθε ξένος τόπος πατρίδα και κάθε πατρίδα ξένη (Επιστολή προς Διόγνητον). Άλλο είναι το δικό μας Σύστημα Πατρίδος (Ωριγένης). Στο θέμα αυτό ο χριστιανισμός κάθε άλλο παρά συμπορευόταν με την εποχή του: όχι μόνο πήγαινε κόντρα στο ρεύμα, αλλά κατόρθωσε και να το αναστρέψει. Βεβαίως αλλιώς εισέπραττε τη χριστιανική λύση ο κολεκτιβιστικός άνθρωπος κι αλλιώς το Άτομο. Άλλα προβλήματα έλυνε στον ένα τύπο και άλλα στον άλλο.

Υπό "κανονικές συνθήκες" με απορροφά η επιβίωση. Η ζωή μου δεν έχει άλλο νόημα από την αναπαραγωγή της. Η επιβίωση καταντά αυτοσκοπός. Εδώ δεν υπάρχουν υπαρξιακά προβλήματα. Αποτελούν "προβλήματα πολυτελείας". Μερικοί δοκησίσοφοι ορίζουν τη "δυστυχία" ως την "απόσταση" ανάμεσα στην επιθυμία και στην ικανότητα κορεσμού της. Δίδουν μάλιστα και το κοινωνικό της μέτρο: την απόσταση από την άρχουσα τάξη. Αλλά ακόμα κι όταν συμβεί να καλύψω το "κενό" (μέχρι σκασμού), είτε γιατί μπόρεσα να "κάνω την καλή", είτε γιατί τυχάρπαστος "ήρθα στα πράματα", ανακαλύπτω ότι παραμένω "δυστυχής", αλλά με καινούργιο τρόπο: Πάλι "κάτι μου λείπει", αλλά δεν ξέρω τι. Η "ευτυχία" δεν συμπίπτει με τον επιθυμητικό κορεσμό. Τουναντίον. "Κρίση νοήματος", λοιπόν. Και νέου τύπου "δυστυχία". Σύνηθες αποτέλεσμα: η ψυχική απονέκρωση και η προσωπική αποσύνθεση. Λιγότερο σύνηθες: Η αναζήτηση πνευματικής διεξόδου. Και τα αντίστοιχα "υπαρξιακά" ερωτήματα. Σ' αυτή την περίπτωση ο κορεσμός μοιάζει να λειτουργεί σαν την αφετηρία για την ανάδυση νέων αινιγματικών αναγκών της ψυχής. Σαν να υπάρχει δρόμος ακόμα και πέρα από το Άτομο...

Δεν ανάγονται, λοιπόν, όλα τα υπαρξιακά προβλήματα στην ανεστιότητα του Ατόμου, στην πολιτική κατάρρευση του οικοσυστήματός του. Αν και ξεκινούν από κει. Ούτε, κατά συνέπεια, και οι απαντήσεις τελειώνουν εκεί. Τη νηστεία, για παράδειγμα, την επινόησαν άνθρωποι χορτασμένοι. Περιττό να επαναλάβουμε ότι η "ανασφάλεια" είναι, για όλα αυτά, ένας πολύ ακατάλληλος όρος.

 

5. Οι "αιτίες" της ιστορικής επιτυχίας του χριστιανισμού

 

Ο Dodds συνοψίζει σε τέσσερεις τους λόγους που, στα πλαίσια της "γενικής παρακμής-αγωνίας", καθόρισαν τη νίκη του χριστιανισμού:

 

α) τον αδιάλλακτο σεχταρισμό του, ο οποίος έλκει πάντα τα σαστισμένα μυαλά (που βρίθουν σε "εποχές αγωνίας"),

β) την εκμετάλλευση της ενδημικής την εποχή αυτή θανατολαγνείας (προσφέροντας πλούσιες δοξαστικές και μεταφυσικές αντιπαροχές), και

γ) την ευφυία των χριστιανών ηγετών να αναπτύξουν ένα χωρίς κοινωνικές διακρίσεις οργανωμένο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.

 

 Αυτό που αποκλείει ρητά ο Dodds είναι η πιθανότητα να οφείλεται,η νίκη του χριστιανισμού, στις "εγγενείς αξίες της χριστιανικής πίστεως". Κοντολογίς: η επικράτηση του χριστιανισμού ήταν ανεξάρτητη από το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης! («τα κλασσικά ατοπήματα.» Ανώνυμος Πιστός)

 Δεν έχουμε χώρο να δούμε από κοντά τους λόγους αυτούς. Θα σταθούμε μόνο στη βασική ιδέα του: Ο τρόπος που διατυπώνει τις εξηγήσεις του ο Dodds απαντά μόνο στο ερώτημα γιατί οι κολεκτιβιστικές μάζες αγκάλιασαν τον χριστιανισμό. Δεν απαντά στο ερώτημα γιατί τα ελληνικά Άτομα ασπάστηκαν τον χριστιανισμό. Ο κολεκτιβιστικός άνθρωπος, λόγω της δομής της προσωπικότητάς του, που βασίζεται στον φόβο, είναι φυσικό να αναζητά στην κοινότητα θαλπωρή και προστασία, με αντάλλαγμα υποταγή-αφοσίωση. Όμως το Άτομο, που βρίσκεται σε υπαρξιακή αναζήτηση, λόγω κατάρρευσης του συλλογικού οικοσυστήματος της ελευθερίας του ("πολιτική" ανεστιότητα) δεν μπορεί να προσχώρησε στη χριστιανική κοινότητα για τέτοιους λόγους.

 

6. Γιατί ηττήθηκε ο παγανισμός;

 

Σκοπός του όλου ερμηνευτικού στρατηγήματος είναι να αποκλειστεί το πιθανό συμπέρασμα ότι η νίκη του χριστιανισμού ενδέχεται να ήταν συνέπεια της υπεροχής των αξιών του, έναντι των παγανιστικών αξιών. Αυτό είναι φανερό όχι μόνο στην προσπάθεια να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι στα βασικά θέματα οι ιδέες ήταν παραπλήσιες, αν όχι ταυτόσημες, αλλά ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η ήττα του παγανισμού:

Ο παγανισμός ηττήθηκε γιατί είχε παρακμάσει. Είχε χάσει την πίστη του, τόσο στην επιστήμη όσο και στον εαυτό του. Βρισκόταν σε αδυναμία και κόπωση. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Η επιτυχία του χριστιανισμού εξηγείται από την αδυναμία του αντιπάλου του.

Το επιχείρημα όμως είναι άνευ αξίας, επειδή απλώς διαπιστώνει το προς εξήγηση γεγονός με διαφορετικά λόγια. Ούτε του προσθέτει βάρος η επίκληση του πλεονεκτήματος ότι ο νικητής χριστιανισμός δεν φοβόταν τον θάνατο. Το θάρρος μπρος στον θάνατο εντυπωσιάζει, αλλά από μόνο του δεν παράγει οπαδούς. Εντυπωσιάζομαι, αλλά ο εντυπωσιασμός με κάνει απλώς να προσέξω την πίστη και την πράξη, για χάρη των οποίων ο μάρτυς αψηφά τον θάνατο. Θα προσηλυτιστώ μόνο αν βρω σ' αυτά κάτι το πολύ σημαντικό, που να δικαιώνει την αυτοθυσία. Αυτό μετατοπίζει αυτομάτως τη συζήτηση εκεί που βρίσκεται και το πρόβλημα, δηλαδή στο πεδίο των συγκρουόμενων αξιών.

Αυτό που διεκδικούν οι δύο μονομάχοι, ο παγανισμός και ο χριστιανισμός, είναι να κερδίσουν τον κόσμο με το μέρος τους. Δεν θα μπορούσαν φυσικά να ελπίζουν στη νίκη αν οι αξίες τους, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές τους, δεν ανταποκρίνονταν σε ομόλογα στοιχεία-αναμονές της λαϊκής ψυχής. Με άλλα λόγια: ο χριστιανισμός δεν θα μπορούσε να νικήσει τον παγανισμό αν δεν υπήρχε στον λαό καμία ευνοϊκή "προδιάθεση", κανένα στοιχείο "αυθόρμητου χριστιανισμού". Αντιστοίχως: ο παγανισμός δεν θα μπορούσε να ηττηθεί αν μέσα στον λαό δεν είχε ήδη ξεπεραστεί, αν δεν είχε καταστεί ανίκανος να εκφράσει τις τάσεις της λαϊκής ψυχής. Όταν συσχετίζουμε τα δύο ρεύματα πρέπει να συμπεριλάβουμε στη δύναμή τους και τα αντίστοιχα λαϊκά τους ερείσματα.

Αν δούμε τη διαμάχη "σφαιρικά", θα αντιληφθούμε ότι είχαν σημειωθεί δύο αλλαγές κοσμοϊστορικής κλίμακας: Η κατάρρευση της ελληνικής πόλεως και η δημιουργία της ελληνικής οικουμένης. Η κρίση της ώριμης ελληνικής εξατομίκευσης, αφ' ενός, και το ρίξιμο μεγάλων κολεκτιβιστικών μαζών στη χοάνη της εξαναγκαστικής εξατομίκευσης, από την άλλη. Και βεβαίως οι δυο τελείως διαφορετικές μορφές ανεστιότητας και κρίσης ταυτότητας, με τις οποίες τα φαινόμενα αυτά συνοδεύονται. Υπήρχε, λοιπόν, ένα διπλό πρόβλημα: να δοθεί διέξοδος στην κρίση της ελληνικής εξατομίκευσης και συγχρόνως να χειραγωγηθούν στην εξατομίκευση οι διαλυμένες κολεκτιβιστικές μάζες, που συσσώρευσε η διαμόρφωση της ελληνικής οικουμένης.

Πρέπει, επομένως, να τοποθετήσουμε τους δύο "μονομάχους" σε σχέση μ' αυτό το διπλό ανθρωπολογικό πρόβλημα. Από την εποχή του Πλάτωνα και μετά, ο παγανισμός εργάστηκε σκληρά για να το λύσει. Στον ίδιο αγώνα ρίχτηκε ψυχή τε και σώματι και ο χριστιανισμός. Πρότεινε τη δική του λύση και έπεισε τον ελληνικό κόσμο ότι ήταν η καταλληλότερη. Και γι' αυτό νίκησε. Ανταποκρίθηκε

α) στην ανάγκη του ελληνικού πνεύματος να βγει από την κρίση του, πηγαίνοντας πέρα από το Άτομο και

β) στην ανάγκη της ανθρωπολογικής αναβάθμισης του κολεκτιβιστικού του περίγυρου.

 

 

7. Συμπεράσματα

 

Η πηγή των σφαλμάτων του μελετητή μας βρίσκεται στη νεωτερική διανοητική αφετηρία του: ότι η "ύστερη Αυτοκρατορία" ήταν μια εποχή "παρακμής". Στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου έτσι. Ήταν μια φυσιολογική εποχή με πρωτοφανή και αναμφισβήτητα επιτεύγματα, με μεγαλύτερο απ' όλα το θαύμα της επέκτασης των πολιτικών δικαιωμάτων σε όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη.

Δεν υπάρχουν πιο ύποπτες λέξεις από την "παρακμή" και την "πρόοδο". Η ιδέα της "παρακμής" επιβλήθηκε από την επιτακτική ανάγκη να θεωρηθεί ο χριστιανισμός ως οπισθοδρόμηση έναντι της κλασικής αρχαιότητας. Αυτή είναι η εμβόλιμη στον όρο σκοπιμότητα και αυτή καθορίζει τη χρήση του. Άπαξ και εγκαινιάστηκε από τους διαφωτιστές, πέρασε στα ιστορικά εγχειρίδια και "τεκμηριώθηκε" από την υψηλή ρητορική ιστορικών τύπου Γίββωνα. Για να μπει έκτοτε στα σχολεία και με το πέρασμα των γενεών να εμπεδωθεί ως αναμφισβήτητο γεγονός.

Ένα μόνο είδος "παρακμής" υπήρχε: ήταν η παρακμή του ελληνικού Ατόμου. Αλλά αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε αυτό δεν είναι "παρακμή". Το Άτομο καταρρέει πάντοτε, όταν φτάσει στο σημείο της ολοκλήρωσής του. Αλλά αυτή η κατάρρευση είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η ωρίμανση των όρων για την αναγέννησή του σε ανώτερο επίπεδο ατομικότητας: στο επίπεδο του Προσώπου. Η κρίση της εξατομίκευσης δεν είναι παρακμή. Παρακμή στην κυριολεξία είναι μόνο η υποστροφή του Ατόμου στην κολεκτιβιστική απροσωπία.


Σημειώσεις:

 

1."Κοπτάτσια": όρος της κομμουνιστικής διαλέκτου. Θα πει: τοποθετώ κάποιον σε ηγετική θέση παρακάμπτοντας κάθε φυσιολογική διαδικασία. Βέβαια δεν υπάρχει άλλος τρόπος ειρηνικής μεταβολής καθεστωτικού θρησκεύματος από την κοπτάτσια. Ο άλλος δρόμος είναι η επανάσταση, όπως στην περίπτωση της κατάλυσης της κυριαρχίας του καθολικισμού από τη Γαλλική Επανάσταση και της εγκαθίδρυσης της θρησκείας των Φώτων.

2.E. R. DODDS, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας, Από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995. Αγγλική έκδοση 1990.

3.Δυστυχώς δεν μπορούμε εδώ να περιγράψουμε αναλυτικά τους ελκυστές αυτούς. Είμαστε αναγκασμένοι να παραπέμψουμε τον αναγνώστη στο βιβλίο.

4.Η παγανιστική Γνώση περιλαμβάνεται σε κείμενα όπως τα Ερμητικά, η Λειτουργία του Μίθρα, τα Χαλδαϊκά Λόγια και τα Αποσπάσματα του Νουμηνίου.

 

 Σχόλιο:

Οι διωγμοί , είναι φυσικά γεγονός, όπως και οι διωγμοί των χριστιανών, προηγουμένως, άλλωστε (από την ρωμαϊκή εξουσία βεβαίως, όχι από τους Έλληνες· αλλά και τους αρχαιοθρήσκους Έλληνες η ρωμαϊκή εξουσία τους εδίωξε). Άπαξ και ο χριστιανισμός έγινε εξουσία, ομιλούμε για την εξουσία, όχι το πνευματικό μέγεθος. Και φυσικά το νέο καθεστώς εξουσίας κατεδαφίζει το παλαιό καθεστώς εξουσίας (την επίσημη θρησκεία του αρχαίου ρωμαϊκού κράτους) και τα σύμβολά του. (Όπως π.χ. οι δημοκρατικοί Γάλλοι του 1789 κατεδάφιζαν το στέμμα και έστελναν στην λαιμητόμο τους βασιλικούς.) Γιατί όμως οι Έλληνες μετέβαλαν την θρησκευτική τους έκφραση;

Θα είχες δίκιο σε όσα λες, εάν υπήρχαν ο αρχαίος κόσμος και ο χριστιανισμός που λες. Αλλά και τα δύο, έτσι όπως εμφανίζονται, είναι εφευρέσεις συγχρόνων καλοθελητών. Διότι η κλασσική Πόλις και ο κλασσικός Ελληνισμός δεν υπήρχαν πλέον. Οι εποχές και οι συνθήκες είχαν αλλάξει, οι μυστηριακές θρησκείες είχαν γίνει η επικρατούσα λαϊκή θρησκεία, σε αντίθεση με την επίσημη κρατική του ρωμαϊκού κράτους, ενώ στο επίπεδο της διανόησης νέα φιλοσοφικά ρεύματα είχαν αναπτυχθεί σε ανάλογη κατεύθυνση. Ο χριστιανισμός κληρονόμησε ολόκληρη αυτή την κληρονομιά, τόσο στο επίπεδο της φιλοσοφίας-θεολογίας, όσο και στο επίπεδο του λαϊκού βιώματος. Το μόνο που προσέθεσε, ήταν ο κεντρικός «Μύθος», το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Γι' αυτό και διαδόθηκε και επεκράτησε. (Σε σημείο ώστε ο Μέγας Κωνσταντίνος να θεωρήσει ότι πρέπει να τον προσεταιρισθεί.)

Φυσικά υπήρξε και ο φανατισμός. Αφ' ενός ο φανατισμός των νεοφώτιστων, αφ' ετέρου ο υποδαυλιζόμενος φανατισμός από όργανα της εξουσίας. Όπως και η εισχώρηση και δράση ανθελληνικών ή ασύμβατων με τον Ελληνισμό στοιχείων και καταστάσεων. Εδώ τώρα έρχεται ο ρόλος της Ορθοδοξίας και του Ελληνικού Γένους και της παραδόσεώς του. Ζυμωμένη η νέα πίστη στον Ελληνικό κόσμο, έμελλε να εξελίξει έναν νέο, ζωντανό, Ελληνικό πολιτισμό που θα υπερέβαινε τον αρχικό φανατισμό και την εχθρότητα με το παλαιό καθεστώς και θα ανεδείκνυε την κληρονομιά του διαχρονικού Ελληνισμού. Επομένως, όταν αναφέρομαι στην Ορθοδοξία, εννοώ αυτή την αντίστροφη πορεία που περιγράφω τώρα, την συνεχιζόμενη διαδικασία αναδείξεως της Ελληνικής κληρονομιάς.

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΣΥΝΔΕΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

 

 

 

Ο Ηρακλής φονεύει τη Λερναία Ύδρα, περ. 350-380 μ.Χ. από Χριστιανική κατακόμβη της Via Latina στη Ρώμη.

 

 

Ο Ύλας απαγάγεται από ποτάμιες Νύμφες στη Μυσία. Μωσαϊκό opus sectile των μεσών του 4ου αιώνα από τη Βασιλική του Ιουνίου Βάσσου στη Ρώμη. Ο Ιούνιος Βάσσος, πραίτορας της Ρώμης, ήταν Εθνικός και βαπτίστηκε Χριστιανός λίγο πριν το θάνατό του το 359μ.Χ. επί του πιστού Χριστιανού αυτοκράτορα Κωνσταντίου Β΄.

 

Τοιχογραφία από παρεκκλήσι στην δυτική Ερμούπολη (τούνα - ελ - Γκεμπέλ) με στιγμιότυπα από το δράμα του Οιδίποδα. Προκοπτική περίοδος.

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος (ως Βυζαντινός Αυτοκράτορας) κατατροπώνει τον Δαρείο με την ακολουθία του.

Παράσταση από την Μυθιστορία του Αλέξανδρου (Κώδικας Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας φ. 61 versus)

 

 

Πάνω ανάγλυφο του Παύλου από το ναό της Σελεύκειας Πιερίας (βλ. Αντιόχεια) και κάτω με κίτρινο η ψηφιακή αναπαράσταση του. Φαίνεται πάντως ξεκάθαρα η συνέχεια της ελληνικής τεχνοτροπίας (από τα χέρια ελλήνων καλλιτεχνών) μέσα στους ναούς της νέας πίστης.