Γενικές διδασκαλίες γύρω από την Χριστιανική Ορθόδοξη ζωή, του δρόμου της καθάρσεως, αφυπνίσεως, φωτισμού και της θεώσεως του ανθρώπου.
|
ΑΜΑΡΤΙΑ <> ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ
ΠΡΟΣΟΧΗ!: Κατά Ματθαίον, Κεφ Ιβ΄ «31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις·» Πολλοί αθεϊστές στην Δύση τελούν υπό πλήρη θεολογική σύγχυση, διατεινόμενοι πως θανάσιμες αμαρτίες, και δηλαδή αμαρτίες που δεν συγχωρούνται, οδηγούν στην καταδίκη του ανθρώπου και δηλαδή στη μη σωτηρία του. Αυτές οι απόψεις απέχουν μακρά από το Ορθό Δόγμα περί Χριστού. Διότι η ασυγχωρησία της αμαρτίας δεν σημαίνει και καταδίκη του αμαρτωλού. Ούτε όλοι όσοι πεθαίνουν έχουν εξομολογηθεί όλες τους τις αμαρτίες ζητώντας άφεση τους, ούτε υπάρχει άνθρωπος αναμάρτητος: Κατά Ιωάννη, Κεφ. Η΄«46 τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» «Οι βαρύτερες αμαρτίες ονομάσθηκαν θανάσιμες, όχι διότι άπαξ γινόμενες οδηγούν ασφαλώς στο πνευματικό θάνατον άνευ ελπίδος σωτηρίας, άλλα διότι η έμμονη σε αυτές, εφ’ όσον ο δράστης δεν μετανοεί ειλικρινά και εμπράκτως, επιφέρει τον θάνατο.» (Πηγή: Μπαλάνος Δ.Σ., Καθηγητής της Πατρολογίας μετά της Ερμηνείας των Πατέρων στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Δ΄, σελίδα 172)
|
Αμαρτάνω, αόρ. ἥμαρτον (αρχ.) και αμάρτησα (νέα)· αποτυγχάνω, αστοχώ, δεν επιτυγχάνω την βολή μου· || καθόλου, αποτυγχάνω, πλανώμαι, σφάλλω, κάνω λάθος: «σμαρτάνω ες τις σχέψεις μου, -στους υπολογισμούς μου, -στις προβλέψεις μου· || ειδικότερα επί Θρησκευτικής εννοίας, επί παραπτώματος ηθικού: «αμαρτάνεις λέγοντας αυτά»· φρ. «ήμαρτον, θεέ μου!», λεγομένη από κάποιον, όταν υπό αγανακτήσεως κατεχόμενος παρασύρεται και εκστομίζει βλάσφημο λόγο· παροιμ. «όποιος δεν γεννήθηκε, δεν αμάρτησε», έχει την αρχή εκ της Ιουστίνου γραφικής ρήσεως «οὐδεὶς γεννηθείς, οὐχ ἥμαρτεν», πβλ. επίσης το της Παλαιάς Διαθήκης «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἁμαρτήσεται». || Το ουδ. της παθ. μετχ. τα αμαρτημένα, όσα δεν έπρεπε να γίνουν, τα σφάλματα, errata.
Πηγή: Β.Φ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Δ΄, σελίδα 172
Αμάρτημα (το). σφάλμα, πταίσμα, πλημμέλημα, λάθος· || παράπτωμα, αμαρτία, παράβαση νόμου θρησκευτικού, κοινωνικού, πολιτικού· || αμάρτημα προπατορικό· βλ. αμαρτία [Θρησκ.].
Αμαρτία (η)σφάλμα, παράπτωμα, άλλως αμάρτημα· || κοινώς, παράβαση θρησκευτικού κανόνα ή παραδόσεως. Παροιμ. «ἁμαρτία ἐξωμολογημένη, ἁμαρτία συχωρεμένη», ότι παρέχεται άφεση και συγγνώμη στον ομολογούντα το εαυτού αμάρτημα· «ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», ότι τα τέκνα και οι έκγονοι δίδουν δίκη των αμαρτημάτων των γονέων· «ἁμαρτίες Κολοκοτρωναίικες» επί μεγάλων ατυχημάτων επερχομένου τρόπον τινά προς εξιλασμό παλαιοτέρων αμαρτιών. || «Παλιὰ ἁμαρτία», επί ανθρώπου που γέρασε με κακίες.
Πηγή: Βάφς Φ., Συντάκτης του «Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Δ΄, σελίδα 172
Αμαρτήματα Θανάσιμα. Ήδη στη Α΄ επιστολή Ιωάννου, Κεφ. Ε΄ «16 Ἐάν τις ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ. 17 πᾶσα ἀδικία ἁμαρτία ἐστί· καὶ ἔστιν ἁμαρτία οὐ πρὸς θάνατον», γίνεται διάκριση αμαρτίας προς θάνατον και όχι προς θάνατο. Καίτοι δηλ. πάσα αμαρτία ως παράβαση του θείου νόμου είναι κάτι κακό, υπάρχει διάκριση μεταξύ βαρύτερων και ελαφρότερων παραβάσεων και συνεπώς βαρύτερων και ελαφρότερων αμαρτιών. Οι βαρύτερες αμαρτίες ονομάσθηκαν θανάσιμες, όχι διότι άπαξ γινόμενες οδηγούν ασφαλώς στο πνευματικό θάνατον άνευ ελπίδος σωτηρίας, άλλα διότι η έμμονη σε αυτές, εφ’ όσον ο δράστης δεν μετανοεί ειλικρινά και εμπράκτως, επιφέρει τον θάνατο.
Μεταξύ θανάσιμων και μη αμαρτημάτων ουδεμία υπήρχε σαφής και καθορισμένη διάκριση. Ήδη στον Ποιμένα του Ερμά γίνεται διάκριση μεταξύ τεσσάρων «δυνατοτέρων» αμαρτιών (ἀπιστία, ἀκρασία, ἀπείθεια, ἀπάτη) και οκτώ «ἀκολούθων» αυτών (λύπη, πονηρία, ἀσέλγεια, ὀξυχολία, ψεῦδος, ἀφροσύνη, καταλαλιά, μῖσος). Η διάκριση όμως αυτή δεν αντιστοιχεί προς τις θανάσιμες και μη αμαρτίες, αλλά σημαίνει απλώς ότι οι δεύτερες προκύπτουν εκ των πρώτων· περί πασών, άλλωστε, των τε δυνατότερων και των ακολούθων, λέγει ο Ερμάς, ότι αποκλείουν την είσοδο στην βασιλεία του Θεού. Ο Τερτυλλιανός χαρακτήριζε ως θανάσιμο αμάρτημα παν αμάρτημα προς τον Θεό και τον ναό αυτού («delicta in Deum et in templum ejus», de pudicita 21,2) και τέτοιο θεωρούσε την ειδωλολατρία, βλασφημία, φόνο, μοιχεία, πορνεία, ψευδομαρτυρία, απάτη (adv. Marcionem 4, 9). Ο Αυγουστίνος χαρακτήριζε ως θανάσιμο αμάρτημα πάσα πράξη προσκρούουσα στον δεκάλογο (sermo 351,4).
Το πρώτον υπό των Ελλήνων ασκητικών συγγραφέων διαμορφώθηκε η σταθερά διδασκαλία «περὶ τῶν ὀκτὼ λογισμῶν», ως λέγονταν τα θανάσιμα αμαρτήματα. Ούτως ο Ευάγριος Ποντικός, κατά τα τέλη του Δ΄ αιώνα, στο διασωθέντα λείψανο του αντιρρητικού του, πραγματεύεται «περὶ τῶν ὀκτὼ λογισμῶν, πρός Ἀνατόλιον» (Migne Ελ. Πατρ. 40, 1272-7)· ως Θανάσιμα αμαρτήματα χαρακτηρίζει ο Ευάγριος την γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, λύπη, οργή, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια. Και το μεν να παρενοχλείται η ψυχή μας υπό των πονηρών τούτων λογισμών χαρακτηρίζει ο Ευάγριος ως μη εξαρτώμενο εξ ημών («τῶν οὐκ ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν»), αλλά το να καταντούν αυτά πάθη και να χρονίζουν «τῶν ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν» (40,1272). Και ο Νείλος (†430) στη πραγματεία του «περί τῶν ὀκτὼ πνευμάτων τῆς πονηρίας» (Migne Ελ. Πατρ. 79, 1145-1165) ονομάζει ως Θανάσιμα αμαρτήματα όσα και ο Ευάγριος. Ο Κασσιανός (†435) μετέφερε την Θεωρία αυτή στη Δύση (de institutis coenobiorum 5,1: octo principalia vitia), ένθα υπό την επίδρασην της ιερότητας του αριθμού επτά, από του Γρηγορίου του μεγάλου, ορίζονταν επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ήτοι υπερηφάνεια, φιλαργυρία, πορνεία, οργή, γαστριμαργία, φόνος και ακηδία. Υπό την δυτική δε επίδραση καθιερώθηκε και στην Ανατολή ο αριθμός επτά. Το περίεργο όμως είναι ότι εκ των θανάσιμων τούτων αμαρτημάτων λείπει εκείνο, όπερ κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει η Γραφή ως Θανάσιμο αμάρτημα, την βλασφημία κατά του αγίου Πνεύματος (Ματθαίος, Κεφ. Ιβ΄ «31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις·» κ.α.), και την έλλειψη ταύτη εζήτησε να αναπληρώσει ο Λούθηρος και η κατ’ αυτού θεολογία, η οποία προέταξε των θανάσιμων αμαρτημάτων την απιστία, ως ρίζα πάντων των άλλων («capitale vitium et omnium reliquorum originem», κατά Gernard).
Μέγα ζήτημα γέρθηκε στην αρχαία Εκκλησία αν τα θανάσιμα αμαρτήματα δύνανται να συγχωρηθούν από την Εκκλησίας ή όχι. Πολλοί φρονούν ότι μόνον ο Θεός δύναται να συγχωρήσει αυτά και εκάκιζαν την Εκκλησία, διότι παρείχε μετάνοια εις τους βαριά αμαρτάνοντες, εκ του λόγου δε τούτου κυρίως προέκυψαν τα τόσον ταράξαντα την αρχαία Εκκλησία σχίσματα των Μοντανιστών, Νοουατιανών κλπ. Και ικανοί δε των εκκλησιαστικών συγγραφέων είχαν την γνώμη αυτή, ως ο Τερτυλλιανός και ο Ιππόλυτος, ο οποίος κατηγορεί τον, σύμφωνα με το αληθινό χριστιανικό πνεύμα, αποδεχόμενο την συγγνώμη των βαριά αμαρτανόντων πάπα Κάλλιστο, ότι «πρῶτος τὰ πρὸς τὰς ἡδονᾶς τοῖς ἀνθρώποις συγχωρεῖν ἐπενόησε» (Φιλοσοφ. 9,12 παρά Migne Ελ. Πατρ.16.3386).
Πηγή: Μπαλάνος Δ.Σ., Καθηγητής της Πατρολογίας μετά της Ερμηνείας των Πατέρων στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Δ΄, σελίδα 172
Θρησκ.: Στη χριστιανική θρησκεία την αμαρτία διαστέλλουμε στη προπατορική και στις προσωπικές αμαρτίες.
Α΄) Προπατορική αμαρτία. -Ο κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού πεπλασμένος άνθρωπος ήταν προορισμένος εκ της καταστάσεως της αθωότητας να αναχθεί σε υψηλοτέρα τελειότητα· του σκοπού όμως τούτου έπρεπε να επιτύχει ελευθέρως, διότι έτσι η τελειότητα θα ήταν πλήρης. Προς τούτο δόθηκε από τον Θεό στους πρωτόπλαστους η εντολή να μην τρώνε από τον καρπό του δέντρου της γνώσεως του καλού και του κακού «3 ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ, οὐ δὲ μὴ ἅψησθε αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀποθάνητε» (Γεν. Γ΄, 3)Δια της εντολής αυτής έπρεπε ο άνθρωπος να γνωρίσει το δυνατό της αμαρτίας, χωρίς όμως να πραγματοποιήσει αυτήν. Η πρώτη διέργεση προς πτώση από τον Θεό επήλθε δια του όφη, τον οποίο μεταχειρίσθηκε ο διάβολος ως όργανο αυτού «1 Ο δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου...» (Γεν. Γ΄, 1 ε.). Μετά την παράβαση εγείρεται η συνείδηση των πρωτοπλάστων, η οποία εκφαίνεται ως αισχύνη και φόβος «7 καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα...» (Γεν. Γ΄,7 ε.) και επέρχεται υπό του Θεού η τιμωρία «14 καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ὄφει· ὅτι ἐποίησας τοῦτο, ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς· ἐπὶ τῷ στήθει σου καὶ τῇ κοιλίᾳ πορεύσῃ καὶ γῆν φαγῇ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου» (Γεν. Γ΄,14 ε.).
Της βιβλικής διηγήσεως περί της πτώσεως των πρωτοπλάστων (Γεν. Γ΄) υπάρχουν διάφορες εκδοχές:
1) Η αυστηρά Ιστορική. Οι δεχόμενοι αυτήν ερμηνεύουν κατά γράμμα την περί της πτώσεως των πρωτοπλάστων διήγηση της αγίας Γραφής ή μεταχειρίζονται κάποια ελαφρά αλληγορία μη αίρουσαν την ιστορικότητα της διηγήσεως αυτής. Στην τάξη αυτή ανήκουν ο Τερτυλλιανός, ο Βασίλειος, ο Χρυσόστομος, ο Αυγουστίνος, οι πλείστοι των πατέρων της εκκλησίας, των σχολαστικών και των λουθηρανών δογματικών.
2) Η αλληγορική. Οι δεχόμενοι αυτήν ερμηνεύουν δι’ ακράτου αλληγορίας την περί της πτώσεως των πρωτοπλάστων διήγηση της αγίας Γραφής, εκλαμβάνοντας ταύτη ως συμβολική. Όντως ο Ωριγένης δέχεται ότι η διήγηση της αγίας Γραφής (Γεν. Γ΄) είναι εικόνα τις τούτου, όπερ και νυν συμβαίνει εις τον ελεύθερο άνθρωπο που αμαρτάνει. Την γνώμη αυτήν έχει και ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και άλλοι των Αλεξανδρινών και εκ των σχολαστικών θεολόγων ο Σκώτος ο Εριγένης. Ο Φίλων δέχεται, ότι ο όφις παριστάνει αλληγορικώς την κακήν επιθυμία και ιδίως την διεγερθείσα γεννητήσιο ορμή. Την γνώμη αυτή του Φίλωνος δέχονται και μερικοί των νεωτέρων.
3) Η μυθική. Οι δεχόμενοι αυτή θεωρούν την περί της πτώσεως των πρωτοπλάστων διήγηση της αγίας Γραφής ως προελθούσα εκ της παρά τοις έξω υπαρχούσης και δια της μυθώδους ποιήσεως στρεβλωθείσας διηγήσεως περί τίνος χρυσού αιώνα και απολεσθέντος παραδείσου. Έτσι στην αρχαιότερα εποχή οι Οφίτες και οι Μανιχαίοι και εν τη νεότερη οι ορθολογιστές (Eichhorn, Paulus, Wegscheider, Gesenius, de Wette κλπ.) ως και οι πανθεϊστές φιλόσοφοι (Schelling, Hegel και άλλοι) οι οποίοι θεωρούν το προπατορικό αμάρτημα ως κάποια πρόοδο του ανθρώπου εκ του ζωώδους ενστίκτου στην ελευθερία και την ελευθέρα λογικότητα.
Ουδεμία δύναται να υπάρχει αμφιβολία ότι η αγία Γραφή θεωρεί την πτώση των πρωτοπλάστων ως ιστορικόν γεγονός. Η αγία Γραφή, δεχόμενη ότι εκ του αγαθού Θεού προέρχεται μόνον το αγαθόν, προσπαθεί να εξηγήσει ιστορικώς την εν τω κόσμω υπάρχουσα αμαρτία και τον θάνατον, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν να προέλθουν εκ του Θεού ως αγαθού, και επομένως θεωρεί την πτώση των πρωτοπλάστων ως ιστορικόν γεγονός που εξηγεί την αμαρτία στον κόσμο και τον θάνατο.
Εκ της γραφικής διηγήσεως περί της πτώσεως των πρωτοπλάστων γίνεται δήλον ότι η αγία Γραφή θεωρεί την αμαρτία ως προϊόν της ελευθερίας του ανθρώπου και επομένως αντιτίθεται προς κάθε σύστημα παράγον το κακό, είτε εκ τίνος αρχής του κακού (Γνωστικοί, Μανιχαίοι, Παυλικιανοί), είτε εκ της περιορισμένης φύσεως του ανθρώπου (Πανθεϊστές, Θεϊστές), είτε εκ της αισθητικότητας και δηλαδή της σαρκός.
Η αμαρτία παρίσταται στην αγία Γραφή ως παράβαση της δοθείσας εντολής, ως «ἀνομία» (Α΄ Ιωάν. Γ΄,4), επειδή δε την εντολή αυτή έχει θέσει ο Θεός και επομένως εκφαίνει αυτή την θέληση του Θεού, παρίσταται η αμαρτία και ως «παρακοὴ» στην θεία θέληση (Ρωμ. Ε΄,19). Η παρακοή όμως αυτή δεν περιορίζεται σε κάτι το εξωτερικό, ουδέ είναι απλώς εξωτερικό τι, αλλά προέρχεται εκ της εσωτερικής βουλήσεως του ανθρώπου. Έτσι ο άνθρωπος κάνοντας χρήση της δικής του βούλησης θέτει αυτή αντιμέτωπη της βουλήσεως του θεού και έτσι έρχεται σε «ἔχθραν εἰς Θεὸν» (Ρωμ, Θ΄,7. Έξοδ. Κ΄.5). Δια της αμαρτίας λοιπόν διαρρηγνύει ο άνθρωπος την προς τον Θεό κοινωνία, απομακρύνεται του Θεού και στρέφεται προς εαυτό «ζητῶν τὸ ἑαυτοῦ» (Α΄ Κορ. Ι΄, 24). Κατά ταύτα η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση της εντολής και απείθεια προς την δια της εντολής εκφαινομένη βούληση του Θεού, άλλα και αποστροφή από τον Θεό, πτώση από αυτόν, έχθρα προς αυτόν και στροφή του ανθρώπου προς εαυτό, εγωισμός και φιλαυτία.
Τα αποτελέσματα της προπατορικής αμαρτίας εκλαμβάνονται διαφόρως παρά τις διάφορες εκκλησίες αναλόγως προς την διάφορη εκδοχή από αυτές της αρχεγόνου καταστάσεως του ανθρώπου. Η δυτική εκκλησία δέχεται ότι η προπατορική αμαρτία δεν είναι κάτι θετικό και παντελής διαφθορά της ανθρώπινης φύσεως, αλλά απώλεια της αρχεγόνου δικαιοσύνης, ήτις, κατ’ αυτήν, είναι υπερφυσικό δώρο. Κατά ταύτα δια της προπατορικής αμαρτίας δεν χάνει ο άνθρωπος κάτι ουσιώδες, αλλά αδυνατεί κατά την ηθική φύση, διαφυλάσσοντας την ελευθερία της βουλήσεως και δυνάμενος να εκλέξει μεταξύ του αγαθού και του κακού. Η ενυπάρχουσα επιθυμία δεν είναι καθ’ ευατή αμαρτία, αλλά κάτι αδιάφορο, καθίσταται δε αμαρτία, εφ’ όσον η ελευθέρα βούληση οδηγείται δι’ αυτής στην αμαρτία.
Η διαμαρτυρόμενη εκκλησία δέχεται, ότι δια της προπατορικής αμαρτίας επέρχεται κάποια μεταβολή της φύσεως του ανθρώπου και παντελής αυτού ανικανότητα προς το αγαθόν, εξαλείφεται η εικόνα και η ελευθερία ρέπει μόνον προς το κακό. Εν αντιθέσει προς την δυτική και διαμαρτυρομένη εκκλησία η ανατολική εκκλησία δέχεται ότι και μετά την αμαρτία μένει η εικόνα, επισκοτισμένη όμως και αμαυρωμένη, ο δε άνθρωπος δύναται να πράττει το αγαθό και βοηθούμενος υπό της θείας χάριτος να σωθεί. Κατά ταύτα η διδασκαλία της δυτικής εκκλησίας πλησιάζει προς την διδασκαλία του Πελαγίου, των διαμαρτυρομένων προς την του Αυγουστίνου, την οποία υπερακοντίζει, και η της ανατολικής εκκλησίας προς την του Κασσιανού.
Τα αποτελέσματα της αμαρτίας των προπατόρων μεταδόθηκαν δια της γεννήσεως στους απογόνους, η μεταδιδόμενη δε αυτή αμαρτία, η προπατορική αμαρτία, διακρίνεται της προαιρετικής αμαρτίας, αν και θεωρείται όχι ως ξένη αμαρτία, αλλά ως ιδία εκάστου «12 Διὰ τοῦτο ὥσπερ δι' ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ' ᾧ πάντες ἥμαρτον·» (Ρωμ. Ε΄,12). Προς παράσταση της προπατορικής αμαρτίας μεταχειρίζεται η αγία Γραφή διαφόρους περιγραφικές εκφράσεις και δηλαδή τις ακόλουθες· «ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία» (Ρωμ. Ζ΄,17), «ἡ ἁμαρτία εὐπερίστατος » (Εβρ. Ιβ΄, 1), «ὁ νόμος ἐν τοῖς μέλεσι» (Ρωμ. Ζ, 23), «τὸ κακὸν παράκειμενον» (Ρωμ. Ζ΄,21), «τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας» (Ρωμ. Στ΄, 6), «ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος» (Ρωμ. Στ΄,6. Κολ. Γ΄,9), «ἡ παλαιὰ ζύμη» (Α΄ Κορ. Ε΄, 7), «ἡ σὰρξ» (Ρωμ. Ζ΄,18. Γαλ. Στ΄,16 ε.). Στην προπατορική αμαρτία υπόκειται παν το ανθρώπινο γένος πλην του Ιησού Χριστού κατά το ανθρώπινο, όστις ως υπερφυσικά γεννημένος ήταν απαλλαγμένος του προπατορικού αμαρτήματος. Η γνώμη της δυτικής εκκλησίας περί της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου, περί της απαλλαγής λοιπόν και αυτής από του προπατορικού αμαρτήματος, γνώμη, την οποία ο Πάπας Πίος Θ΄ στις 8 Δεκεμβρίου του 1854 ανακήρυξε ως δόγμα της δυτικής εκκλησίας, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, ως αντικείμενη στην διδασκαλία της αγίας Γραφής και την ομολογία αυτής της Θεοτόκου συγκαταλεγούσης εαυτήν μεταξύ των εχόντων ανάγκη λυτρωτού «46 Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον 47 καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου» (Λουκ. Α΄, 46-48).
Βλέπε και σελίδα Βίβλος, «η Πρώτη Ειδωλολατρία».
Β΄) Προσωπική αμαρτία. Από της προπατορικής αμαρτίας, η οποία μεταδίδεται δια της γεννήσεως από του Αδάμ στους απογόνους, πρέπει να διακριθεί η προσωπική αμαρτία, η οποία προέρχεται εκ της ελευθερίας εκάστου. Η αγία Γραφή δεν παρέχει σε εμάς πλήρη προσδιορισμό της ουσίας της αμαρτίας, πολύ δε λιγότερο ακριβή ορισμό αυτής· εν τούτοις εξαίρει αρκούντως τα συνιστώντα την αμαρτία, τα οποία βεβαίως αποτελούν την ουσία της αμαρτίας. Εκ των ονομάτων, τα οποία η άγια Γραφή μεταχειρίζεται προς εκδήλωση της αμαρτίας, εκ των περιγραφών αυτής και της περί της προπατορικής αμαρτίας διηγήσεως αυτής γίνεται δήλη η ουσία της αμαρτίας. Η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση των θείων εντολών και ασέβεια προς την δια των εντολών εκφαινόμενη βούληση του Θεού, αλλά και αποστροφή από τον Θεό, έχθρα προς αυτόν και στροφή του ανθρώπου προς εαυτό, εγωισμός και φιλαυτία.
Αφού η αμαρτία είναι έχθρα προς τον Θεό, δεν δύναται βεβαίως να είναι αίτιος αυτής ο Θεός. Αφού άλλωστε πάντα, όσα ο Θεός δημιούργησε, ήσαν καλά λίαν «31 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γεν. Α΄, 31), δεν είναι δυνατόν να δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο αμαρτωλό ή προσδιορισμένο στην αμαρτία, πολύ δε λιγότερο να είναι αίτιος της αμαρτίας «Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα» (Ιακ. Α΄,13), ήτις αντιτίθεται στην αγιότητα αυτού. Κατά ταύτα η αιτία της αμαρτίας πρέπει να ζητηθεί και βρεθεί εκτός του Θεού «16 ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ πατρὸς, ἀλλ' ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί.» (Α΄ Ιωάν. Β΄,16). Οι προς την αμαρτία αφορμές ονομάζονται στην αγία Γραφή πειρασμοί ή σκάνδαλα. Τέτοια σκάνδαλα είναι το κακό παράδειγμα, οι κακές συμβουλές, η κακή αναστροφή και ανατροφή και ότι διεγείρει την αισθητικότητα και παρορμά τον άνθρωπο σε παράβαση του ηθικού νόμου. Κατά την αγία Γραφή οι προς αμαρτία αφορμές προέρχονται ενίοτε και εξ επήρειας των πονηρών πνευμάτων. Οι αφορμές όμως αυτές δεν δύνανται να ερμηνεύσουν αποχρώντως την αμαρτία ως καθολικό τι φαινόμενο. Κατά την Καινή Διαθήκη, η κυρία αιτία η πηγή της αμαρτίας έγκειται στα βάθη της ανθρώπινης φύσεως. Κατά τον απόστολο Παύλο καθένας έχει ροπή προς το κακό «6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. 7 μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν» (Ρωμ. Ε΄, 6 & 7). Η ροπή αυτή προέρχεται κατά τον Παύλο εκ της σαρκός ή αισθητικότητας, τις οποίες τις κλίσεις και τις ορμές καλεί «νόμο ἐν τοῖς μέλεσι»του ανθρώπου, εν αντιθέσει προς τον στην συνείδηση εξαγγελλόμενο θείο νόμο, τον νόμο του νοός «23 βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου.» (Ρωμ. Ζ΄, 23). Διά τούτων δεν προτίθεται βεβαίως να δείξει ότι η σαρξ ή αισθητικότητα αυτή καθ’ εαυτή είναι διεφθαρμένη και κατ’ ανάγκη πρόσκομμα της αρετής. Η προς το κακό ροπή προήλθε κατ’ αυτόν εκ της υπερισχύσεως της αισθητικής φύσεως επί του πνεύματος, η υπερίσχυση δε αυτή προήλθε εκ της προπατορικής αμαρτίας στον Αδάμ, δια μέσω του οποίου μεταδόθηκε σε όλους τους ανθρώπους, ούτως ώστε κάθε μη αναγεννημένος άνθρωπος βούλεται μεν το ηθικό αγαθό, είναι όμως νεκρός εις την εκτέλεση αυτού και έχει ροπή να εκλέγει και πράττει το κακό αντί του αγαθού. Η Καινή Διαθήκη διακρίνει αρχή ή αιτία της αμαρτίας από της αφορμής προς αυτή υποδεικνύουσα βαθύτερη τινά ρίζα ή αρχή της αμαρτίας, η οποία κατά τους λόγους του Σωτήρα, υπάρχει στην καρδιά ή στο εσωτερικό του ανθρώπου «33 Ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον καλὸν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον σαπρὸν καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται», «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. Ιβ΄,33 Ια΄,19). Η αμαρτία λοιπόν λαμβάνει αρχή όταν ο άνθρωπος δεν ποιήται την προσήκουσα χρήση της ελευθέρας αυτού βουλήσεως.
Η αμαρτία προϋποθέτει στον άνθρωπο κάποια νίκη κατά της αισθητικότητας κατά της πνευματικής φύσεως αυτού. Εκ της επαναλήψεως της νίκη αυτής προέρχεται η κλίση ή ροπή της βούλησης προς πράξεις αντιβαίνουσας προς τον ηθικό νόμο. Αυτή καλείται κακία ή πονηρία και δύναται να ορισθεί ως ροπή προς το αμαρτάνειν. Η κακία ή πονηρία έχει διαφόρους βαθμούς, των οποίων κυριότεροι είναι α΄) η κατάσταση της ηθικής δυσαρέσκειας, β΄) της ηθικής αστάθειας, γ΄) της ηθικής δουλείας, δ΄) φαυλότητας και ε΄) της ηθικής πωρώσεως.
Όπως στην αγαθή πράξη έτσι και στην αμαρτία διακρίνουμε εσωτερική και εξωτερική πράξη, των οποίων η εσωτερική, η κακή δηλαδή προαίρεση του πράττοντος και το κακό ελατήριο, αποτελεί το ουσιώδες της αμαρτίας. Όθεν αμαρτία υπάρχει και αν μόνο η προαίρεση είναι κακή, η δε κακή πράξη δεν ήθελε συμβεί, η δε χριστιανική ηθική θεωρεί την αμαρτία κείμενη όχι μόνο στις εξωτερικές πράξεις, αλλά και στην διάθεση, επί επιθυμίες και λόγια. Η χριστιανική ηθική θεωρεί ως αμαρτία και κάθε πράξη πραττόμενη από του ανθρώπου παρά την ιδία αυτού πεποίθηση και όταν η πράξη αυτή δεν αντίκειται στον ηθικό νόμο, διότι πάσα πράξης αντικείμενη στην ιδίαν πεποίθηση του πράττοντος είναι εκδήλωση της βουλήσεως μη σεβόμενης το αγαθόν.
Οι αμαρτίες δύνανται να διακριθούν πολλαπλά κατά την διαφορετική άποψη με την οποία θεωρούνται. Οι συνηθισμένες διακρίσεις της αμαρτίας είναι οι ακόλουθες· α΄) αμαρτίες εκτελέσεως ή παραλείψεως β΄) εξωτερικές και εσωτερικές, γ΄) προαιρετικές και μη, δ ) εν γνώσει και εν αγνοία, ε΄) προς τον Θεό, προς ημάς αυτούς και προς τον πλησίον στ΄) συγχωρητές και θανάσιμες. Θανάσιμα αμαρτήματα καλούνται τα αίροντα εντελώς την σωτηρία της ψυχής. Στα θανάσιμα αμαρτήματα τα οποία αριθμούνται συνήθως ως επτά, συγκαταριθμείται κατ’ εξοχήν η κατά του Πνεύματος βλασφημία, η οποία και τον Αυγουστίνο είναι η ενσυνείδητος και επίμονη περιφρόνηση και απόρριψη της χάριτος του αγίου Πνεύματος, ή μέχρι τέλους της ζωής αμετανοησία του ανθρώπου.
Πηγή: Δυοβουνιώτης Ι.Κ., Καθηγητής της Ιστορίας των Δογμάτων και της Συμβολικής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, Ακαδημαϊκός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Δ΄, σσ. 172-173
Μυστήριο (το)· άρρητο, απόκρυφο, μυστικό, τελετή συμβολική : «ελευσίνια μυστήρια»· || στην χριστ. θρησκ., πάσα ιερά πράξη η παν δόγμα που ενέχει κάτι τι ακατάληπτο ή απόκρυφο: «το μυστήριο της Αγίας Τριάδος»· || ιερά τελετή, δια της οποίας μεταδίδεται η θεία χάρις : «το μυστήριο του βαπτίσματος, -ττου γάμου κ.τ.τ.»· || «τα άχραντα μυστήρια» η θεία ευχαριστία· || μεταφ., παν ό,τι τηρείται μυστικό ή είναι άγνωστο: «η ζωή του είναι μυστήριο»· || πράξη φιλάνθρωπος, ευεργεσία προς δεινοπαθούντα : «βοήθησε αυτόν τον ατυχή και θα κάνεις μυστήριο»
Θρησκειολογία: Μυστήριο (μυστήρια, οια μυστικά, τελετές, sacramenta) καλείται η λατρεία ή εις μόνους τούς μύστες προσιτή, διά της οποίας ο άνθρωπος κατορθώνει να έλθει σε άμεση κοινωνία μετά της αποκαλυπτόμενης σε αυτόν θεότητας, συμμετέχων των μυστικών τελετών. Κατά Μάξιμο τον Τύριο, σκοπός των μυστηρίων ήταν «συγγενέσθαι τῷ δαιμονίῳ». Τα μυστήρια ήσαν τα μεν κρατικά, αναγνωρισμένα και υποστηριζόμενα υπό της πολιτείας, τα δε Ιδιωτικά, υπό θιάσων, θρησκευτικών σωματείων καλλιεργούμενα (βλ. μυστηριακές θρησκείες).
Πηγή: Ν.Λ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιζ΄, σελ. 898
Δογμ.: Μυστήριο σημαίνει παρά τε τοις έξω και στη Καινή Διαθήκη κάτι κεκρυμμένο και ακατάληπτο, κάτι μυστηριώδες τι. Στην εκκλησιαστική γλώσσα επικράτησε να καλούνται μυστήρια οι ιερές τελετές, οι υπό του Χριστού και των αποστόλων συστάσαι και δι’ αισθητών σημείων μεταδίδουσαι μυστηριωδώς την χάριν του Θεού. Κατά αυτά τρία είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των μυστηρίων, άνευ των οποίων ιερά τις τελετή δεν δύναται να κληθεί μυστήριο:
1) η θεία σύσταση,
2) τα αισθητά σημεία και
3) η μετάδοση της θείας χάριτος.
Κατά την επικρατούσα διδασκαλία της Εκκλησίας, την και επί της αγίας Γραφής στηριζόμενη, τα μυστήρια ιδρυθήκαν υπό του Ιησού Χρίστου. Η μεταδιδόμενη δε χάρις στα μυστήρια συνδέθηκε μετ’ αισθητών σημείων ένεκα της φύσεως ημών, όντων και υλικών και εχόντων τρόπον τινά ανάγκη και διά των αισθήσεων ν’ αντιληφθούμε την μεταδιδόμενη χάρη. Το αισθητό κατά την διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας δεν είναι κάτι φύσει κακό ή τελείως αντίθετο προς το πνευματικό, ώστε να μη δύναται να γίνει σύμβολο και φορεύς της θείας χάριτος. Αισθητά σημεία στα μυστήρια καλούμε την τελετή των μυστηρίων, την εκ λόγων και πράξεων συνισταμένη, εν αντιθέσει προς την μεταδιδόμενη χάριν, την αποτελούσαν το αόρατο στα μυστήριας. Η σχολαστική θεολογία της Δύσεως διακρίνει στα μυστήρια τα ουσιώδη στοιχεία και τα επουσιώδη, επίσης τις πράξεις (res), και τούς λόγους (verbum), τα οποία από του ΙΓ΄ αιώνος καλούνται ύλη (materia) και μορφή ή τύπος (forma). Οι σχολαστικές αυτές διακρίσεις, ει και δύνανται να στηριχθούν οπωσδήποτε και επί της αρχαιότερης δυτικής εκκλησιαστικής φιλολογίας, είναι άγνωστοι στη ανατολική Εκκλησία και περιττές συγχρόνως, επισκοτίζοντας τα πράγματα, τοσούτω μάλλον καθ’ όσον και παρ’ αυτούς τους σχολαστικούς θεολόγους διαφωνίες υπάρχουν περί του ακριβούς προσδιορισμού της ύλης και της μορφής στα μυστήρια. Ουδεμία δύναται να υπάρχει αμφιβολία ότι τα αισθητά σημεία τινών εκ των μυστηρίων (βάπτισμα, ευχαριστία) ιδρύθηκαν από τον Χριστό. Ως προς τα αισθητά σημεία των λοιπών μυστηρίων, άλλοι μεν των δογματικών δέχονται ότι ιδρύθηκαν από τον Χριστό, άλλοι δε υπό των Αποστόλων και της εκκλησίας, δόντος του Κυρίου αυτοίς εντολή ή και ελευθερία προς εκλογή και προσδιορισμό αυτών. Των γνωμών τούτων η πρώτη έχει υπέρ εαυτής την αναλογία, ήθελε δ’ είσθαι ακατανόητον, γιατί ό Κύριος δύο μόνον των μυστηρίων ίδρυσε τα αισθητά σημεία και ουχί πάντων. Τα αισθητά σημεία των μυστηρίων δεν ενεργούν αφ’ εαυτών την μετάδοση της θείας χάριτος, άλλα δια της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Η δια των μυστηρίων δ’ αυτή μετάδοση της χάριτος στηρίζεται και απορρέει εκ του απολυτρωτικού έργου και δηλαδή του θανάτου του Χριστού. Τα αισθητά σημεία δεν είναι ψιλά σημεία των επαγγελιών του Θεού, αλλά όργανα μεταδοτικά της θείας χάριτος, διότι δια του θείου λόγου η ύλη του μυστηρίου καθίσταται μέσο μεταδόσεως της θείας χάριτος. Ενώ δε περί της δια των αισθητών σημείων μεταδόσεως της θείας χάριτος ουδεμία αμφιβολία ουδέ διαφωνία δύναται να υπάρχει, της Αγίας Γραφής και της ιερής Παραδόσεως διδασκούσης τούτο, διαφωνίες εγείρονται παρά τους σχολαστικούς θεολόγους περί της σχέσεως της θείας χάριτος προς τα αισθητά σημεία· διότι ενώ μερικοί τούτων δέχονται, ότι η θεία χάρις περικλείεται στα αισθητά σημεία (continent), άλλοι δέχονται ότι τα αισθητά σημεία είναι απλά σημεία, της θείας χάριτος μεταδιδόμενης απ’ ευθείας και χωριστά του αισθητού σημείου (conferunt). Το ζήτημα τούτο δεν δύναται να λυθεί γενικώς ως προς πάντα τα μυστήρια, διότι άλλως μεταδίδεται η θεία χάρις στη ευχαριστία, στην οποία ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται εις σώμα και αίμα του Χριστού, και άλλως στο βάπτισμα και στα λοιπά μυστήρια, στα οποία το αισθητό σημείο άνευ μεταβολής μεταδίδει την θεία χάριν. Με ποιο τρόπο συνδέεται η θεία χάρις μετά του αισθητού στα μυστήρια αυτά δεν γνωρίζουμε, της τε αγίας Γραφής και της ιεράς Παραδόσεως ουδέν ορισμένο περί τούτου αναφερούσης. Αρκούμεθα λοιπόν δεχόμενοι μεν την διά των αισθητών σημείων μετάδοση της θείας χάριτος, ομολογούντες δε μετά των Πάτερων της εκκλησίας την άγνοια του τρόπου της μεταδόσεως ταύτης.
Η αγία Γραφή αναφέρει επτά μυστήρια: το βάπτισμα (Ματ. 28, 19-29), το χρίσμα (Πράξ. 8, 14-17 και 1, 9, 2-7), την ευχαριστία (Ματθ. 26, 26-28* πρβλ. και τα παράλληλα χωρία), την μετάνοια (Ιωάνν. 20, 21-23. Μάτθ. 16, 19 και 18, 17), την Ιερωσύνη (Α΄ Τίμ. 4, 14. Β ΄ Τίμ. 1, 6), τον γάμο (Εφ. 5, 22 ε., Α΄ Κορ. 7, 14 και 39) και το ευχέλαιο (Ιάκ. 5, 13 ε.). Ως δε η αγία Γραφή, έτσι και η ιερά Παράδοση απ’ αρχαιότατης εποχής γνώριζε τα επτά μυστήρια, ει και εν αρκούντως μεταγενέστερα εποχή βρίσκομε ρητές μαρτυρίες ότι τα μυστήρια είναι επτά. Πρώτος στην ανατολική εκκλησία αναφέρει ρητώς ότι τα μυστήρια είναι επτά ο μοναχός ιώ6 (1270), στη δε δυτική ό Λομβαρδός. Οι τόσο μεταγενέστερες μαρτυρίες περί της υπό της εκκλησίας παραδοχής των επτά μυστηρίων, τα οποία αρχαιόθεν είναι γνωστά σε αυτή, δύνανται ευκόλως να εξηγηθούν, εάν λάβει κανείς υπ’ όψει αφ’ ενός μεν ότι η περί των μυστηρίων διδασκαλία μη προσβληθείσα κατά την αρχαία εποχή δεν αναπτύχθηκε υπό της εκκλησίας, αφ’ ετέρου δ’ ότι αυτή στην αρχαιότατη εποχή τηρούνταν απόρρητος. Το γεγονός άλλωστε ότι οι κατά τον Ε΄ αιώνα από της εκκλησίας αποσχισθείσες αιρετικές παραφυάδες των Νεστοριανών και Μονοφυσιτών αναγνωρίζουν τα επτά μυστήρια αποδεικνύει πασιφανώς την αρχαιότητα της περί αυτών διδασκαλίας της εκκλησίας, από την οποία αποσπασθείσες αυτές παρέλαβαν έκτος των άλλων διδασκαλιών και την περί των επτά μυστηρίων. Και κατά την εποχή δε του σχίσματος ουδείς γίνεται λόγος ουδέ μομφή περί της αυξήσεως ή ελαττώσεως του αριθμού των μυστηρίων μεταξύ της ανατολικής και της δυτικής εκκλησίας. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η γνώμη της διαμαρτυρόμενης εκκλησίας, κατά την οποία δύο μόνον μυστήρια, το βάπτισμα και η ευχαριστία, υπάρχουν στην χριστιανική εκκλησία, δεν είναι ορθή. Η διά των μυστηρίων μεταδιδόμενη χάρις είναι απολύτως αναγκαία προς σωτηρία. Εννοείται όμως ότι εκ τούτου δεν έπεται ότι ο Θεός μόνον διά των μυστηρίων δύναται να σώσει και ότι ο επιθυμών να μεταλάβει αυτών μη δυνάμενος δε ένεκα λόγων ανεξαρτήτων της θελήσεως του δεν δύναται να σωθεί. Τουναντίον πιθανοτάτη φαίνεται η γνώμη του Αυγουστίνου, ή και υπό της δυτικής εκκλησίας γινομένη αποδεκτή, ότι ουχί η έλλειψη, αλλά η περιφρόνηση του μυστηρίου καταδικάζει και ότι επομένως δύναται τις να σωθεί υπό του Θεού και άνευ της χρήσεως των μυστηρίου, όταν η έλλειψη αυτή δεν προέρχεται εξ ασυγγνώστου ολιγωρίας ή περιφρονήσεως, αλλά εκ του αδυνάτου της μεταλήψεως αυτών. Ούτως ο Χριστός σώζει τον επί του σταυρού μετανοήσαντα ληστή άνευ βαπτίσματος και η χριστιανική εκκλησία από αρχαιότατης εποχής θεωρεί το μαρτύριο ως δυνάμενο να αντικαταστήσει το βάπτισμα και σώσει και μη βαπτισμένο. Η διά των μυστηρίων μεταδιδόμενη χάρις φαίνεται ότι σε μερικά από αυτά (βάπτισμα, χρίσμα, ιερωσύνη) έχει ανεξάλειπτο χαρακτήρα, ούτως ώστε τα μυστήρια ταύτα ορθώς τελεσθέντα δεν επαναλαμβάνονται ουδέ επιτρέπεται να επαναλαμβάνονται. Προς εξήγηση της μη επαναλήψεως μυστηρίων τινών και της επαναλήψεως άλλων η δυτική εκκλησία, στηριζόμενη οπωσδήποτε και επί της διδασκαλίας του Αυγουστίνου, έπλασε κατά τον ΙΓ΄ περίπου αιώνα, της εαυτής θεωρία περί του ανεξαλείπτου χαρακτήρα (character indelebilis), των τριών μυστηρίων, βαπτίσματος, χρίσματος και ιερωσύνης, τα οποία ένεκα τούτου και «sacramenta characteristica» καλεί. Κατά την θεωρία αυτή της δυτικής εκκλησίας, τα μυστήρια του βαπτίσματος, χρίσματος και ιερωσύνης εκτός της μεταδιδόμενης χάριτος εγχαράτουσι των μεταλαμβάνοντα σε αυτά με σημείο, με τα οποία αυτός διακρίνεται από κάθε μη μεταλαβάνοντα στα μυστήρια αυτά. Όπως ο ποιμένας δια ιδιαίτερου σημείου διακρίνει τα δικά του πρόβατα από τα άλλα, έτσι και ο Θεός εγχαράσσει στην ψυχή των μεταλαμβανόντων των τριών τούτων μυστηρίων ιδιαίτερη σφραγίδα, δια την οποία διακρίνονται οι μεταλάβοντες στα μυστήρια από τους μεταλαμβανόμενους. Η σφραγίδα δε αυτή είναι ανεξάλειπτη, ούτως ώστε εκλιπούσης ένεκα διαφόρων λόγων της θείας χάριτος, της δια των μυστηρίων τούτων μεταδοθείσης, μένει η σφραγίδα. Η θεωρία αυτή της δυτικής εκκλησίας, η οποία δύνανται να εξήγηση οπωσδήποτε την μη επανάληψη των τριών μυστηρίων, μάλιστα δε την υπό της εκκλησίας αναγνώριση ως έγκυρου του μυστηρίου της ιεροσύνης και επομένως και των λοιπών μυστηρίων αιρετικών τίνων και σχισματικών, προσκόπτει σε πολλές δυσχέρειες, ένεκα των οποίων δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, διότι όχι μόνον δεν δύναται να στηριχθεί επί της αγίας Γραφής και της Ιεράς παραδόσεως, άλλα και ακατάληπτος είναι, μη δυναμένη να εξηγήσει τι είδους είναι η χαραττομένη σφραγίδα και γιατί αφαιρούμενης της χάριτος μένει αυτή και επιφέρει διαφοράς και αιρέσεις μεταξύ των μυστηρίων, δεχόμενη ότι τα μεν τούτων μεταδίδουν εκτός της θείας χάριτος και χαρακτήρα, άλλα δε απλώς την θεία χάρη. Παρ’ όλες όμως τις ελλείψεις αυτές επικρατεί στη δυτική εκκλησία, και έγινε δεκετή πάρα πολλών στην ημετέρα εκκλησία.
Η αποτέλεση του μυστηρίου δεν εξαρτάται εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος αυτό ιερέα, διότι ο ιερεύς είναι απλώς το όργανο δια του οποίου μεταδίδεται η χάρις. Εάν η αποτελείς του μυστηρίου εξαρτούνταν εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος ιερέως, η σωτηρία ήθελε να είναι αβέβαια και στο άτομο αλλά και στην εκκλησία, της οποίας η ύπαρξη ως ορατής κοινωνίας θα ήταν αμφίβολη. Εκτός δε τούτου θα αναιρείτο το ενιαίο των μυστηρίων, διότι θα υπήρχαν ενός και του αυτού μυστηρίου διάφορα είδη εξαρτώμενα εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος αυτά Ιερέως. Κατά ταύτα προς τέλεση των μυστηρίων αρκεί η θέληση του Ιερέα του να τελέσει εκείνο, όπερ τελεί η εκκλησία (intentio). Όχι δε μόνον εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του τελούντος Ιερέως είναι ανεξάρτητος η αποτέλεση του μυστηρίου, άλλα και εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του δεχόμενου αυτό, ήτις δεν είναι το μεταδοτικό ή αποτελεσματικό της χάριτος μέσον, άλλα το δεκτικό. Εκ της πίστεως και ηθικής τελειότητας του δεχομένου δεν εξαρτάται η αποτέλεση του μυστηρίου αλλά η προσδοχή της δι’ αυτού μεταδιδόμενης χάριτος. Ως ο ήλιος φωτίζει πάντρς και τους υγιείς έχοντας τους οφθαλμούς και τους τυφλούς, ως ο ήχος προσβάλλει τα ώτα πάντων, έτσι και τα μυστήρια παρέχουν σε όλους, τους πιστούς και τους ηθικούς και τους μη αυτούς, την θεία χάρη· ως όμως το φως και ο ήχος ενεργούν εκεί μόνο που υπάρχουν υγιή αισθητήρια όργανα, έτσι και η δια των μυστηρίων παρεχόμενη χάρη ενεργεί εκεί μόνον, όπου υπάρχει δεκτικότητα, επιφέρουσα τα υπό του μυστηρίου παρεχόμενα αποτελέσματα. Εκ των ανωτέρω γίνεται δήλον ότι τα μυστήρια ενεργούν όχι μόνον ex opere operantis άλλα και ex opere operato, ως κάλλιστα η δυτική εκκλησία δέχεται, αποκλειόμενης, εννοείται, τάσης μαγικής και μηχανικής ενεργείας και μεταδόσεως των μυστηρίων. Η γνώμη του Λουθήρου και των ακολουθούντων αυτόν, ότι η αποτέλεση των μυστηρίων εξαρτάται εκ της πίστεως του δεδομένου και ότι ταύτα ενεργούν κατά την χρήση και διά της χρήσεως, είναι σφαλερά.
Βιβλιογραφία
1. Κ. Ι. Δυοβουνιώτη, «Τα μυστήρια της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας εξ απόψεως ορθοδόξου», από όπου και η σχετική βιβλιογραφία
Πηγή: Κ. Ι. Δυοβουνιώτης, Καθηγητής της ιστορίας της δογματικής και της συμβολικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Ακαδημαϊκός. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιζ΄, σσ. 898-899


ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΝΟΙΞΟΝ ΜΟΙ ΠΥΛΑΣ ΖΩΟΔΟΤΑ
Ευλογημένοι μου φίλοι, αγωνιστές και αδελφοί εν Κυρίω ευλογείτε και χαίρετε την χαρά του Κυρίου μας.
Στο βιβλίο του γέροντα Πορφυρίου «λόγοι περί πνευματικής ζωής» και σελίδα 32 διαβάζουμε.
«Όταν γίνεται κανείς αιχμάλωτος του καλού παύει η αμαρτία και ζει ο Χριστός.
Μέσα μας έχουμε 2 κόσμους, τον καλό και τον κακό. Και οι 2 αντλούν τη δύναμη από μια πηγή. Η δύναμη αυτή είναι σαν την μπαταρία. Αν βάλει την πρίζα στην μπαταρία ο κακός, μας οδηγεί στην καταστροφή. Αν όμως την βάλει ο καλός τότε όλα είναι στη ζωή μας γαλήνια, ωραία και θεία. Αλλά η ίδια η δύναμη τροφοδοτεί τον καλό η τον κακό εαυτόν μας. Κάθε φορά είμαστε αιχμάλωτοι σε ένα από τα δύο, η στο καλό η στο κακό. Να επιδιώκουμε αντί να είμαστε στο κακό να είμαστε στο καλό.
Να σας πω και ένα άλλο παράδειγμα. Σε όλα τα μέρη υπάρχουν τα ερτζιανά κύματα, αλλά δεν τα συλλαμβάνουμε. Μόνο όταν ανοίξουμε τον δέκτη τότε τα συλλαμβάνουμε και ακούμε.
Το ίδιο γίνεται και όταν μπαίνουμε στον πνευματικό κόσμο. Ζούμε τον Χριστό πετάμε. Τότε νιώθουμε μεγάλες χαρές και έχουμε ωραία πνευματικά βιώματα. Τότε σιγά σιγά γινόμαστε αιχμάλωτοι του αγαθού, του Χριστού.
Και όταν γίνει κανείς αιχμάλωτος του καλού, τότε δεν μπορεί να κακολογήσει, δεν μπορεί να μισήσει, δεν μπορεί να πει ψέματα. Δεν μπορεί και να θέλει ακόμα.
Πως να έλθει ο πονηρός στην ψυχή του, να του φέρει απελπισία, απογοήτευση και τα τοιαύτα; Τον γεμίζει η Θεία Χάρη και εκείνα δεν έχουν την δύναμη να μπούνε μέσα. Δεν μπορούν να μπουν όταν το δωμάτιο είναι γεμάτο απο φίλους πνευματικούς, εννοώ τούς Αγγέλους, τους Αγίους και κυρίως τον Χριστό. Το αντίθετο όμως συμβαίνει όταν γίνει κανείς αιχμάλωτος του κακού, το δωμάτιο γεμίζει κακίες, κατακρίσεις θυμούς κ.λ.π.
Όταν έχετε κακούς λογισμούς να έχετε ευλυγισία πρός το καλό. Το κάθε κακό να το μετατρέπετε σε καλό. Ίσως είναι υπερφυσικό αυτό όχι όμως αδύνατο. Την αληθινή μεταβολή την κάνη η θεία χάρις.
Αυτή είναι η θρησκεία μας»
Αυτά τα λόγια με μαγνήτισαν και νομίζω είναι πολύ επίκαιρα, ας το σκεφτεί ο καθένας μας και ας προσπαθήσουμε να κάνουμε το κακό καλό στην ζωή μας.
Με αγάπη Χριστού Πατήρ Ευστάθιος
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Ευλογημένοι μου φίλοι, αγωνιστές και αδελφοί εν Κυρίω ευλογείτε και χαίρετε την χαρά του Κυρίου μας.
Έχουμε συνειδητοποιήσει αλήθεια τι σημαίνει μετάνοια;
Ζούμε με ζωή μετανοίας; Ο Χριστός μας περιμένει συνέχεια στην πόρτα να του ανοίξουμε. Ναι μεν πονάει και πολλές φορές κλαίει, όπως έκλαψε όταν μπήκε στην Ιερουσαλήμ πριν την σταυρική του Θυσία, αλλά με υπομονή και κλαίοντας ο αναμάρτητος για τις δικές μας αμαρτίες περιμένει την μετάνοιά μας. Πως αντιλαμβανόμαστε αυτή την σκηνή;
Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχουν γράψει τόσα πολλά θεολογικά και πρακτικά για τη ζωή της μετανοίας.
Αυτό άλλωστε είναι και το πνεύμα της περιόδου που διανύουμε τώρα.
Μεγάλος ο δρόμος της μετάνοιας. Αλλά δεν είμαστε μόνοι μας, έχουμε συνοδοιπόρο το Χριστό την Παναγία και τους Αγίους. Με το βάπτισμα μπήκε ο Χριστός στη ζωή μας και καλούμαστε και εμείς να βαδίζουμε μαζί Του.
Με την έμπρακτη απομάκρυνση από το κακό, όπως έκανε και ο Ζακχαίος, δηλώνουμε επιστροφή στο Χριστό
Η μετάνοια είναι θεϊκό δώρο και κατά ένα τρόπο περιμένει χωρίς βιασύνη διότι κατά τον Άγιο Ρωμανό ανέχεται και περιμένει, και ποιος περιμένει; Οπωσδήποτε αυτός που αγαπάει σωστά.
Καλοί μου φίλοι αν έχουμε πνεύμα αγάπης και μετάνοιας στην καρδιά μας, αγιαζόμαστε. Όταν ζούμε όχι εμείς αλλά αφήνουμε τον Χριστό να ζήση μέσα μας όπως λέει και ο Παύλος τότε αισθανόμαστε τελείως διαφορετικά.
Ποιος και τι μπορεί να κρατήσει τον μετανοημένο άνθρωπο μακριά απο το Θεό; Τίποτα. Απολύτως τίποτα.
Πριν γνωρίσει τον Χριστό ο Ζακχαίος τι ήταν; ένα μεγάλο τίποτα, με τον Χριστό όμως γίνεται τα πάντα.
Εμπόδισε το πλήθος ή το ότι ήταν μικρόσωμος τον Ζακχαίο να δει τον Χριστό; Οπωσδήποτε όχι, ανέβηκε στο δέντρο, και ακολούθησαν όλα τα καλά. Πολλοί όμως από μας δεν προσπαθούμε να ανεβούμε στο όρος της αρετής, διότι μας εμποδίζει το πλήθος των παθών που τόσο δύσκολα εγκαταλείπουμε. Ανεξάρτητα από το πλήθος των αμαρτημάτων η δύναμη της μετάνοιας είναι απεριόριστη. Πλήθος των αμαρτωλών μετανοημένων, με αρχηγό την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, που σώθηκαν.
Μετά την αναγνώριση όμως της αμαρτίας και μετάνοιας πρέπει να ακολουθήσει και η έμπρακτη πράξη. Τέλεια αποχή, νηστεία, προσευχή. Και ο Ιούδας μετάνιωσε για το μεγάλο κακό που έκανε, αλλά δεν έδειξε με καρπούς μετανοίας ότι έκανε ο Πέτρος, ο ληστής, ο Ζακχαίος κ.λ.π. Μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν, διότι ότι σπείρουμε και από αυτό θα θερίσουμε.
«Εμείς δε πρέπει να υπακούσωμεν στόν Θεό και να ζούμε πάντοτε με ύμνους και προσευχές και να φροντίζουμε περισσότερο την λατρεία του Θεού, παρά τον εαυτόν μας, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα ζούμε πάντοτε την πρέπουσα στούς ανθρώπους ζωή, διότι όποιος δεν προσεύχεται στόν Θεόν και δεν επιθυμεί να απολαμβάνη συνεχώς της θείας συνομιλίας, είναι άψυχος και νεκρός, και δεν μετέχει στην ζωή.» (Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου).
Στιχηρό Ιδιόμελον Εσπερινού Σαββάτου Ασώτου Ήχος α΄
Ας κατανοήσουμε αδελφοί μου, το πνευματικό βάθος και τη δύναμη που έχει τούτο το μυστήριο. Εκείνον τον Άσωτο γιο που ξέφυγε από την χώρα της αμαρτίας και ξαναγύρισε στο πατρικό του σπίτι, ο πανάγαθος Θεός Πατέρας τον προϋπάντησε γλυκοφιλώντας τον. Του χάρισε όλα τα πρώτα του ένδοξα χαρίσματα που είχε ως παιδί του. ΤοΥ ετοίμασε ακόμα ουράνια ευφρόσυνη πανήγυρη κι έστρωσε γιορτινό τραπέζι σφάζοντας το ομορφότερο και πιο καλοθρεμμένο μοσχαράκι. Γι’ αυτό και εμείς ας ζήσουμε όπως αρμόζει σε παιδιά τέτοιου Πατέρα και τέτοιου ένδοξου θύματος, τού Ιησού Χριστού, που θυσιάσθηκε για μας και είναι ο Σωτήρας των ψυχών μας.
Ευχή εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, επί πονηροίς και ρυπαροίς λογισμοίς.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, βοήθει μοι.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, εμφύτευσον τον φόβον σου εις την καρδίαν μου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας μου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπη σου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, σκέπασόν με από πάσης πονηράς επιβουλής του αντικειμένου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, σκέπασόν με από συστροφής πονηρευομένων ορατών και αοράτων εχθρών.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, αποδίωξον τους πονηρούς και αισχρούς και βλασφήμους λογισμούς και γογγυσμούς εκ της αθλίας και ταλαιπώρου μου ψυχής.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, αποδίωξον απ’ εμού πάντα εχθρόν και πολέμιον, ορατόν και αόρατον.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ποίησον το συμφέρον εις εμέ. Ιησού, Υιέ του Θεού, ελέησον με.
Ιησού, Υιέ του Θεού, βοήθει μοι.
Ιησού, το σωτήριον όνομα, σώσόν με.
Ιησού η σωτηρία μου, στήριξόν με είς τον φόβον σου.
Ιησού, υιέ του Θεού, καθάρισον με από πάσης ακαθαρσίας και ανομίας.
Ιησού, Υιέ του Θεού, δίδαξον με του ποιείν το θέλημα σου το άγιον και τηρείν τας εντολάς σου.
Ιησού, Υιέ του Θεού, σκέπασόν με από της γλώσσης μου.
Ιησού, Υιέ του Θεού του ζώντος, διαφύλαξόν με την ημέραν ταύτην και την νύκτα αναμάρτητον, ασκανδάλιστον και ανεπηρέαστον από πάσης πονηράς επιβολής του μισοκάλου και ψυχοφθόρου διαβόλου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελευθέρωσον με εκ πάντων των παθών.
Κύριε Ιησού Χριστέ, λύτρωσε με από της αγνωσίας και της λήθης.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ρύσε με από παντός πειρασμού και προλήψεως.
Κύριε Ιησού Χριστέ, δός πένθος και ταπείνωσιν τη καρδία μου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, δός μοι κλαυθμόν διηνεκή και κατάνυξιν και μνήμην θανάτου.
Ιησού, Υιέ του Θεού, άνοιξον τους οφθαλμούς της καρδίας μου, ίνα ίδω την ωφέλειαν της προσευχής και της αναγνώσεως.
Ιησού, Υιέ του Θεού, δίδαξον με πώς δεί προσεύχεσθαι και επικαλέισθαι το όνομα σου το άγιον.
Ιησού Υιέ του Θεού και Θεέ γλυκύτατε, ο δι’ εμέ σαρκί σταυρόν και θάνατον υπομείνας, ως είδας και ως θέλεις ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ο Θεός ο Σωτήρ μου, η άρρητος ηδονή, το σωτήριον όνομα, δώρησαι μοι τω αναξίω δούλο σου κατάνυξιν και φωτισμόν καρδίας, ίνα φωτισθείς, βρύω μετά γλυκύτητος δάκρυα εν προσευχή καθαρά, όπως δι’ ολίγων δακρύων εξαλείψης το μέγα γραμμάτειον των εμών αμαρτιών, και δι’ ολίγου κλαυθμού κατασβέσης το πύρ το καιόμενον. Εί γάρ δοίης ενταύθα κλάυσαί με , Δέσποτα, του πυρός εκείνου του ασβέστου ρυσθήσομαι. Και οίδα μέν , οίδα, μακρόθυμε Κύριε, ότι καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν άμετρα παροξύνω σε και παροργίζω, αλλ’ η χρηστότης και η μακροθυμία σου την εμήν νικησάτω κακίαν τε και πικρότητα. Ει γάρ μητηρ ατιμαζομένη υπό του οικείου παιδός ού φέρει παριδείν αυτό, υπό των ιδίων νικωμένη σπλάχνων , πόσω μάλλον η ση χρηστότης υπό των σών απείρων οικτηρμών κινουμένη, νικήσαι έχει την εμήν κακίαν; Ναι, Θεέ του ελέους και των οικτηρμών, ρύσαι με έκ των πονηρών επιτηδευμάτων του μιαρού και δεινού πολεμίου, του συνέχοντος καθ’ ώραν και θλίβοντος την εμήν ψυχήν εν πονηροίς και αισχροίς λογισμοίς.
Η άρρητος σου δύναμις, Χριστέ, η επιτημήσασα τοις κύμασι της θαλάσσης, επιτήμησαι αυτώ και κατάργησαι και πόρρω απ’ εμού βάλοι του δούλου σου. Καθ’ εκάστην γάρ ανανεοί κατ’ εμού τας αυτού μηχανάς, και σπεύδει δυναστεύσαι της χαύνης μου διανοίας και χωρίσαι με από σού και των θείων σου εντολών. Αλλά κατάπεμψον, Δέσποτα πολυέλεε, εν τάχει την βοήθειαν σου, και αποδίωξον απ’ εμού του αχρείου ικέτου σου τον δράκοντα τον μέγαν, συν πάσι τοις πονηροίς αυτού και ρυπαροίς λογισμοίς. ίνα καθαρώς ανυμνώ και δοξάζω σε σύν τω ανάρχω σου Πατρί , και τώ ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν και αεί και είς τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Ερώτηση:
«Γιατί συνιστούν οι Άγιοι Πατέρες να λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με» καί όχι «ελέησον ημάς», όπου το «ημάς» συμπεριλαμβάνει και τους άλλους; Δεν είναι εγωιστικό να νοιαζόμαστε μόνο για τον εαυτό μας, αδιαφορώντας για τους συνανθρώπους μας;»
Οι άγιοι Πατέρες προτιμούν να λέμε στον ενικό την ευχή, επειδή με τον λόγο «ελέησον με» συχνά προσθέτουμε και «τον αμαρτωλό» δηλώνουμε συναίσθηση της αμαρτωλότητας μας, όπως και ό Δαβίδ στους ψαλμούς πολλές φορές βοά «ελέησον με», ενώ προσθέτει «ότι την ανομία μου εγώ γινώσκω» (Ψαλμ. ν΄ 5) και «την ανομία μου γνώρισα καί την αμαρτία μου ουκ κάλυψα» (Ψαλμ. λα΄ 5).
Το «ελέησον με» σημαίνει εξομολόγηση, αυτοέλεγχο, αυτομεμψία, αυτοσυναίσθηση της αμαρτωλότητας του προσευχομένου. Από τη συναίσθηση αυτή γεννιέται η μετάνοια, η συντριβή, οι στεναγμοί και τα δάκρυα, καθώς και πάλι μαρτυρεί ο προφητάναξ λέγοντας: «λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνη μου, εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω» (Ψαλμ. στ΄ 7) ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ Δ ΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ.
Βάσει των λόγων του Κυρίου μας γιατρέ θεράπεψε πρώτα τον εαυτόν σου, πιστεύω απόλυτα πως ο άγιος γέροντας έχει δίκιο, διότι με το που θα ανεβούμε εμείς πνευματικά, και με σωστή μετάνοια και εξομολόγηση θα είμαστε σε θέση να μιλήσουμε στο Θεό και για τους άλλους που έχουν το οποιοδήποτε πρόβλημα.
Ούτε βέβαια η σωφροσύνη μπορεί να σώσει μόνη της χωρίς τις άλλες αρετές, ούτε η φροντίς των πτωχών ούτε η αρετή μόνη της, ούτε κάτι άλλο από τα εξαίρετα. Αλλά πρέπει όλα αυτά να συναντώνται εις τας ψυχάς μας. Η προσευχή δε αποτελεί την ρίζαν και το θεμέλιον όλων των αρετών. Και όπως ακριβώς τα κάτω μέρη του πλοίου και τα θεμέλια της οικίας πρέπει να τα κάμομε ισχυρά δια να συγκρατούν αυτά, έτσι ακριβώς και η προσευχή συγκρατεί την δική μας ζωή και χωρίς αυτήν κανένα αγαθόν δεν θα μπορέσει να γίνει αιτία σωτηρίας για μας». Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.
"Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ορθρίζει γάρ το πνεύμα μου πρός ναόν τόν άγιόν σου, ναόν φέρον του σώματος όλον εσπιλωμένον, αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον ευσπλάχνω σου ελέει.
Ευλογημένοι μου φίλοι, αγωνιστές και αδελφοί εν Κυρίω ευλογείτε και χαίρετε την χαρά του Κυρίου μας. Θα ήθελα σήμερα να δούμε τούς τρόπους που μας υποδεικνύουν οι Άγιοι Πατέρες για να αντιμετωπίσουμε τους λογισμούς. Σε γενικές γραμμές μας υποδεικνύουν 4 κυρίως τρόπους.
Την προσευχή, την αντίρρηση, την περιφρόνηση και την εξαγόρευση.
Η νοερά προσευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με δηλαδή, είναι το πιο δυνατό όπλο. Οι αδύνατοι πρέπει να κάνουν προσευχή με την καρδιά και ασταμάτητα. Οι πιο προχωρημένοι μπορούν να χρησιμοποιούν την αντίρρηση που φιμώνει τούς δαίμονες, αυτόν το τρόπο ακολούθησε ο Χριστός μας και νίκησε τον σατανά. Αν ασχολούμαστε με τούς λογισμούς που φέρνει ο εχθρός, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε κάτι καλό. Η περιφρόνηση με άλλα λόγια σκοτώνει τον σατανά. Τέλος η εξαγόρευση είναι η θεραπεία. Έλεγε ο Αββάς Μωυσής. Πρέπει να μην κρύβουμε τους λογισμούς μας από τον πνευματικό, για να βρούμε θεραπεία ευκολότερα.
Ο Μέγας Βασίλειος μας συμβουλεύει πως τις επιθέσεις του σατανά θα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε με εντατική προσοχή, εγρήγορση και προσευχή. Και αν ακόμα ο εχθρός την ώρα της προσευχής μας φέρνει πονηρές φαντασίες, να μην διακόπτουμε την προσευχή μας. Όσο έντονος και αν είναι ο πειρασμός, εμείς να μην το βάζουμε κάτω, μέχρι που ο Θεός δει την υπομονή μας και μας απαλλάξει, διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος τρέπει τον εχθρό σε φυγή και γεμίζει το νου μας με θείο φως.
Ο Ιερός Χρυσόστομος συμβουλεύει να μην τούς εκφράζουμε, αλλά να τους πνίγουμε με σιωπή, (φυσικά εδώ εννοεί να μην τούς εκφράζουμε στον οποιοδήποτε, διότι στον πνευματικό πρέπει ολοκληρωτικά να ανοίγουμε την καρδιά μας). Όπως δηλαδή τα θηρία όταν πέσουν μέσα στην παγίδα πιάνονται εύκολα, έτσι και οι λογισμοί αν αποκλεισθούν με σιωπή αδυνατίζουν και γρήγορα εξαφανίζονται.
Κόμμωσης (η), -εως· ο καλλωπισμός, η έντεχνος διευθέτησης της κόμης· || γενικότερα: η φροντίδα δια τον καλλωπισμό της κεφαλής και του προσώπου.
[Εγκυκλ.] Κόμμωση είναι γενικά μεν «ὁ τοῦ σώματος
ὡραϊσμός»,
ως ορίζει ο Ησύχιος, ειδικά δε η τέχνη του εξωραΐζειν την κόμη και
διευθετείν αυτήν κατά τον επικρατούντα συρμόν ή την ιδιότροπο καλαισθησία ενός
εκάστου. Την τέχνη αυτή εξασκούσαν, κατά την αρχαιότητα, οι κουρείς και οι
κομμώτριες, χρησιμοποιούντες προς τούτο ως εργαλεία το κτένι δια το κτένισμα
της κόμης, την κουρίδα ή ψαλίδα ή μάχαιραν διά την κοπή αυτής, το ονυχιστήριο
δια το κόψιμο των ονύχων και καθαρισμών αυτών, την μάχαιρα ή το ξυρό διά το
ξύρισμα, την καλαμίδα ή το σιδηρούν όργανο διά τον βοστρυχισμό, ως και το
κάτοπτρο και τη σινδόνη. Ο Λουκιανός [σσ: σατυρικός] συχνάκις κάμνει λόγο περί των
κομψευόμενων, οι οποίοι συχνάζουν στο κουρείο προς καλλωπισμό της κόμης
τους. Οι κουρείς και οι κομμώτριες έδιδαν το κατά τον συρμό σχήμα
στην
κόμη, κατόπιν δε άλειφαν αυτήν δι’ αρωματωδών αλοιφών και τέλος εκτένιζαν και βοστρύχωναν αυτήν. Αλλά και
η βαφή της κόμης δεν ήταν άγνωστη. Ήδη από τον Ε΄
π. Χ. αιώνα ήταν αρκετά διαδεδομένη η συνήθεια του «μελαίνεσθαι
ἢ ξανθίζεσθαι»
την κόμη, ως αναφέρει ο Αιλιανός. Γνωστή επίσης ήταν και η έξις του
μεταχειρίζεσθαι ψευδή ή ξένη κόμη. Κατά τον Αθήναιο, η έξις αυτή μεταδόθηκε στην Ελλάδα εκ Κρήτης και Ιταλίας.
Πιθανότερα, εν τούτοις, φαίνεται ότι ο
συρμός αυτός είναι ασιατικής προελεύσεως (1), διότι ο Ξενοφών αναφέρει ότι ο
Αστυάγης, ο πάππους του Κύρου, είχε βαμμένα τας φρύδια και έφερε ψευδή κόμη.
Αλλά και ο Αριστοτέλης, κάνοντας λόγο περί του Κανδάλου έπαρχου του βασιλέως της Καρίας Μαυσώλου, αποδεικνύει ότι οι
Ασιάτες ηγεμόνες είχαν την συνήθεια να
φέρουν ψευδή κόμη. Εν Ελλάδι τούτο είναι κοινή συνήθεια ανδρών και γυναικών, ως
διατείνεται ο Λουκιανός, διότι έφεραν την φενάκη ή και άλλους γύρους τριχών,
τους οποίους ονόμαζαν περικεφαλαίες, η καρβάσες, ή περιθέτη, ή προκόμιο. Κατά
τίνα μάλιστα επιγράμματα τής Ανθολογίας, οι φενάκες και τ’ άλλα τριχώματα πωλούνταν
στην αγορά μαζί με άλλα είδη καλλωπισμού.
Αριστερά: Η εξέλιξης των κομμώσεων από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. [Για μεγέθυνση πιέστε εδώ]. (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σελ. 771)
Α΄) Οι αρχαίοι Έλληνες διατηρούσαν κατ’ αρχάς την κόμη μακριά, απομιμούμενοι εν τούτω, όπως και στην αμφίεση, τον ανατολικό συρμό, διά τούτο δε ο Θουκυδίδης ευστόχως προσομοιάζει τους με μακράν την κόμη και με ποδήρη ιμάτια πρώτους πολίτες της Ελλάδος προ τους αξιωματούχους της Αιγύπτου και της Συρίας. Κατ’ εικόνα δε βεβαίως και απομίμηση των Ελλήνων μεγιστάνων της ομηρικής εποχής, είναι και οι θεοί αυτών. Κατά τα ομηρικά έπη, ο Ζευς φέρει πλούσια κόμη ευωδιάζουσαν αμβροσίας. Ο Απόλλων ονομάζεται ακερσεκόμης, διότι ψαλίς δεν άγγιζε την κόμη αυτού (2). Οι θεές είναι ευπλόκαμοι και καλλιπλόκαμοι, οι δε ήρωες και ημίθεοι είναι καρηκομόωντες, ως έχοντες δασεία την κόμη, την οποία αφήνουν να πίπτει , όπισθεν επί της ράχης. Αυτοί είναι, κατά τους λυρικούς και τραγικούς ποιητές, επίσης και οι μυθολογικοί ήρωες, ο Ιάσων, ο Θησεύς, ο Ορέστης κτλ., πλην του θερσίτη του οποίου η φαλακρά κεφαλή προκαλεί τον γέλωτα και την αποστροφή (3). Απόδειξη του συρμού τούτου της ομηρικής εποχής πρόκεινται σε μας οι κεφαλές των κυπριακών αγαλμάτων, τα οποία, ανήκουν στην μεταβατική περίοδο μεταξύ της ομηρικής και της αρχαϊκής περιόδου, μας διδάσκουν ότι πράγματι η κόμη ανδρών και γυναικών, κατά την περίοδο ταύτη, είναι μακρά και δεν διαφέρει κατ’ όψη, χαράκτηριστικό δε γνώρισμα αυτής είναι η συμμετρική και κανονικότατη διευθέτηση αυτής.
Αλλά τοιαύτην κόμη παρουσιάζουν και τα αρχαϊκά μνημεία, -ειδώλια, αγάλματα, ανάγλυφα, αγγεία και άλλα μικρά αναθηματικά αντικείμεναεφ’ ων η κόμη παρίσταται κυματοειδώς κατά βοστρύχους διατεθειμένη επί των κροτάφων και όπισθεν επί της ράχης. Ωραίους τύπους τοιαύτης κόμης παρέχουν σε εμάς οι αρχαϊκοί λεγόμενοι Απόλλωνες ή Κούροι, νεαροί δηλαδή άνδρες, στην πρώτη αίθουσα των αρχαϊκών έργων του Εθνικού αρχαιολογικού μουσείου και η εν τη αίθουσα Νίκη των Χίων γλυπτών Μικκιάδου και Αρχέρμου. Η κόμη των έργων τούτων του Η΄ μέχρι του ΣΤ΄ π. Χ. αιώνος, με τους ελικοειδείς πλοκάμους πέριξ της κεφαλής και επί των ώμων και η περιέλιξις αυτών επί του μετώπου μας φανερώνουν την συνεχιζόμενη μέχρι των χρόνων τούτων ανατολική συνήθεια της μακράς κόμης με τις αυτές συμμετρικές περιελίξεις επί του μετώπου και τους μακρούς πλοκάμους επί των ώμων, οι οποίοι στην τέχνη εκδηλώνεται διά παραλλήλων γραμμών κεχαραγμένων στο μάρμαρο κατά κάθετο και οριζόντιο κατεύθυνση. Αλλά ο αρχαϊκότατος αυτός συρμός δεν παρουσιάζεται μόνον επί των αγαλμάτων των θεών και των θεαινών. Τον τύπο του συρμού τούτου βρίσκουμε επίσης και στα αρχαιότατα γλυπτά ανδρών και γυναικών και επί πολύ υστερώτερο στα γραπτά αγγεία. Η κόμη και επί των μνημείων τούτων είναι μακρά και οι διάφοροι τρόποι της διευθετήσεως αυτής είναι κοινοί εις αμφότερα τα φύλα. Και πότε μεν πίπτει ελευθέρως σε πλοκάμους επί της ράχεως ή και εκατέρωθεν του στήθους, πότε δε και διευθετείται εν μάζη πυκνή όπισθεν επί της ράχης, λήγουσα σε κόμβο ή συγκρατουμένη κατά το άκρο δια ταινίας. Ωραίους τύπους κόμης θνητών κατά την αρχαϊκή περίοδο παρέχουν οι λεγόμενες κόρες του μουσείου της Ακροπόλεως των Αθηνών. Η κόμη των χαριτωμένων τούτων κορών, κατά πυκνούς μικρούς βοστρύχους επί του μετώπου διατεθειμένη, καλύπτεται επί της κεφαλής διά στεφάνης και πίπτει σε πλοκάμια εκατέρωθεν των ώμων επί του στήθους και όπισθεν επί της ράχη. Ολίγο εξελιγμένο τύπο όμως παρουσιάζει μία αρχαϊκή κεφαλή, ευρεθείσα εν Αθήναις και αποκειμένη τώρα στο μουσείο του Λούβρου, επί της οποίας η κόμη είναι βραχυτέρα πάσης άλλης αρχαϊκών έργων, και τούτο διότι η κεφαλή παριστά πιθανώς αθλητή. Κατά τον Rayet, οι αθλητές έφεραν βραχεία την κόμη κατά τον ΣΤ΄ αιώνα. Προς συγκράτηση των μακρών βοστρύχων της κόμης έδεναν αυτούς δια της περόνης, της οποίας τα ίχνη φαίνονται ακόμη επί πολλών αγαλμάτων, και ιδίως επί της κόμης του Απόλλωνος, ο οποίος καταλαμβάνει το κέντρο του δυτικού αετώματος του ναού του Διός στην Ολυμπία. Η περόνη, συνήθως χρυσή, είχε το σχήμα τέττιγος. Η τοιαύτη συγκράτηση της κόμης διά περόνης, η οποία αλλιώς καλείται κρώβυλος ή κόρναβος, εξακολουθούσε να συνηθίζεται προ των μηδικών πολέμων, ως αναφέρει ο Θουκυδίδης, επιβεβαιώνει δε αυτό και ο Ηρακλείδης ο Πόντιος. Κατά ταύτα, η κόμη, κατά τους ομηρικούς χρόνους και μέχρι των προ των περσικών πολέμων χρόνων, ήταν συνήθως μακρά, ως εκ της ανατολικής επιδράσεως, με διαφόρους κατά τους αιώνας τούτους τρόπους διευθετήσεως αυτής, πότε μεν πίπτουσα μόνον επί της ράχης κατά πλοκάμους ή σε μάζα, πότε δε και επί των ώμων και επί του μετώπου σε βοστρύχους. Η τέχνη όμως σχηματοποιεί τους βοστρύχους τούτους του μετώπου και δίδει πολλές φορές σε αυτούς τέτοια κανονικά σχήματα, τα οποία στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να παραχθούν και να σταθούν, διότι σειρές κοχλιοειδών ελίκων ή περίτεχνοι σπείες, απομακρυνόμενοι τελείως της φύσεως, επιστέφουσι το μέτωπο ως καθαρό κοσμήματα. (4)
Μετά τους περσικούς πολέμους όμως ή κόμη των ανδρών αποβαίνει βραχεία και όλος διάφορος της των γυναικών, ακολουθούσα πιστά τον συρμό των βραχέων ενδυμάτων της εποχής. Η συμμετρία επίσης της κόμης εξαφανίζεται, μόλις δε το παιδίον φθάσει στην εφηβική ηλικία, κόπτεται η μακρά αυτού κόμη. Προς τούτο μάλιστα υπήρχε και ειδική εορτή, η λεγομένη εορτή των Απατουρίων, ή «Κουρεῶτις ἡμέρα», κατά την οποία προ της κοπής της κόμης των παιδίων ετελούνταν σπονδές στον Ηρακλή, τα λεγόμενα υπό του Ησυχίου οινιοτήρια. Οι κοπτόμενες τρίχες αφιερώνονταν στην Αρτέμιδα ή τον Απόλλωνα ή και σε κάποιο ποταμό. Κατά τον νέο μεταμηδικό συρμό τούτο, η κόμη έχει απλώς βραχείς βοστρύχους άνευ άλλης τεχνικής διευθετήσεως. Όλα τα γλυπτά θεών, ηρώων και αθλητών του Ε΄ και Δ΄ αιώνος έτσι παρουσιάζουν την κόμη πλέον (5). Ωραίο δείγμα κόμης του Δ΄ αιώνα παρέχει το πρωτότυπο αριστούργημα του Ερμή του Πραξιτέλη στην Ολυμπία, το οποίον αποδίδει μετά θαυμαστής εκτελέσεως την κομψή εμφάνιση κόμης με φυσικά σγουρά μαλλιά. Και τέτοια ήταν η κόμη των νέων. Η κόμη των ανδρών της ώριμης ηλικίας ήταν βραχεία και δασεία με ανάσιμο, δηλαδή ανασηκωμένο, το τρίχωμα γύρω από το πρόσωπο, ως σημείο δυνάμεως και περηφάνιας. Έτσι παριστάνεται και η κεφαλή του Δία, όπως η κεφαλή του Δία του Otricoli, η κεφαλή του Διός της Αιγείρας στο Εθνικό μουσείο και η κεφαλή του τιτάνα Ανύτου, η αποκειμένη τώρα στο Εθνικό αρχαιολογικό μουσείο και προερχομένη εκ του εν Λυκοσούρα ναού τής Δεσποίνης. Λίγα αγάλματα της εποχής αυτής, όπως το άγαλμα του Απόλλωνος του Belveder και του κιθαρωδού Απόλλωνος του Βατικανού με τον κρώβυλο ακόμη της κόμης όπισθεν και επί του αυχένα, με τον αρχαΐζοντα δηλαδή ακόμη συρμό της κόμης, θεωρούνται ως επίτηδες διατηρούντα την αρχαία παράδοση και όχι αποδεικνύοντα τον επικρατούντα πλέον συρμό της βραχείας κόμης άνευ άλλης πλαστής διακοσμήσεως. Ολίγον αργότερα η σχολή του Λυσίππου διακρίνεται δια της λεπτομερούς μελέτης της κόμης, την οποίαν προσπαθεί να αποδώσει απλουστέρα και φυσικωτέρα. Η αυτή παράδοση διατηρείται μέχρι του Γ΄ και Β΄ αιώνα διά τας σχολάς της Ρόδου και της Περγάμου, μέχρι της ρωμαϊκής εποχής, κατά την οποία η αθηναϊκή πλαστική με ολόκληρη σειρά προτομών των κοσμητών του Εθνικού αρχαιολογικού μουσείου με τις εικονιστικές αυτών κεφαλές, ήτοι με την ρεαλιστική αναπαράσταση των μορφών τούτων, αποδεικνύει ότι η κόμη κατά τους χρόνους τούτους είναι βραχύτατη, με ολίγους βραχείς επίσης βοτρύχους επί του μετώπου. Παρά τον πανελλήνιο όμως τύπο της κόμης, υπήρχε κατά διαφόρους ελληνικές πόλεις, ποια τις διαφορά κομμώσεως, και διά τούτο οι κάτοικοι της Ευβοίας χαρακτηρίζονται με το επίθετο οπισθοκόμαι, ως συνηθίζοντας να ρίπτουν την κόμη όπισθεν επί της ράχη, οι Θράκες δε ακροκόμοι, ως ανυψούντες αυτήν επί της κορυφής της κεφαλής. Οι Μακεδόνες διατήρησαν, φαίνεται, επί πολύ τον συρμό της μακράς κόμης, και μόνον μετά την μάχη των Αρβύλλων επέβαλε ο Μέγας Αλέξανδρος τον συρμό της βραχείας κόμης, αντιληφθείς ότι μακρά κόμη κατά συμπλοκή στρατιώτη προς στρατιώτη απέβαινε εις βάρος του τρέφοντος μακράν την κόμη (6). Τοιαύτα, λοιπόν, είναι τα χαρακτηριστικά της κόμης κατά τους Ιστορικούς χρόνους και ιδίως από του Ε΄ αιώνα και εντεύθεν. Φυσικά υπήρχαν και εξαιρέσεις του γενικού τούτου συρμού, οφειλόμενες όμως εις την ιδιοτροπία ή και σε ορισμένη τάξη ανθρώπων. Στην Αθήνα, π. χ., οι νέοι αριστοκράτες, ως ό Αλκιβιάδης, τρέφουν μακράν κόμη, την οποίαν επιμελούνται ιδιαζόντως. Αλλά και οι φιλόσοφοι επίσης διατηρούν μακράν την κόμη, ως διακριτικό γνώρισμα αυτών, ως λέγει ο Διογένης ο Λαέρτιος (7). Γενικώς όμως η κόμη είναι λίαν βραχεία, ενίοτε δε και κεκομμένη εν χρω, ως λέγει ο Λουκιανός. Εννοείται ότι η γενικότητα αυτή του συρμού της βραχείας κόμης δεν παρεμποδίζει την διαφορετικότητα των τύπων αυτής. Τοιούτοι τύποι ήσαν: ο κῆπος, βραχεία, δηλαδή, κόμη με βραχύτερες τις τρίχες επί την κορυφή της κεφαλής και ουλοτέρας και πλέον ανορθωμένες ολόγυρα, τύπος ιδίως δια τους ελευθέρους πολίτες και τους αριστοκρατικότερους· (8) το σκάφιον, με τις τρίχες πολύ βραχείες πέριξ της κεφαλής, τύπος δια τους δούλους και πτωχούς· (9) τα ἑκτορεῖα, τύπος με την κόμη επί του μετώπου και πλουσίως διατεθειμένη πέριξ του λαιμού· η θησηΐς, τύπος κόμης με τις τρίχες κομμένες μόνον κατ’ έμπροσθεν.
Αλλά και η κόμη των γυναικών μεταβάλλεται επίσης μετά τους μηδικούς πολέμους, βραδέως μεν, βραδύτερα της των ανδρών, αλλά μετά σταθερής εξελίξεως προς το βραχύ. Και κατ’ αρχάς μεν η κόμη των γυναικών αφήνονταν να πίπτει ελεύθερα επί των ώμων. Τοιαύτες είναι οι κόρες κατά την πομπή των Παναθηναίων επί της ζωφόρου του Παρθενώνος, και αι κόρες του Ερεχθείου με τα άκρα των βοστρύχων συνδεδεμένα. Ενίοτε όμως τα άκρα αυτά συγκρατούνται όλα μέσα σε ένα δίκτυ. Εις μνημεία της αυτής εποχής συναντώνται επίσης και παραδείγματα κόμης με ανορθωμένες τις τρίχες, περιτετυλιγμένες σε στεφάνη πέριξ ταινίας ή συγκροτούμενες δια χειροπλέκτου σειρητίου. Κατά τους χρόνους όπου οι άνδρες άρχισαν να βραχύνουν περισσότερο την κόμη, οι γυναίκες άρχισαν να αφήνουν την κόμη να πίπτει εις ούλους βοστρύχους πέριξ του λαιμαού, μόλις αγγίζοντας τους ώμους. Μικρές ταινίες συγκρατούσαν τότε τις τρίχες ή μακρές πόρπες χρησιμοποιούνταν προς συγκράτηση της εν γένει κόμης, την οποίαν οι γυναίκες ενασμενίζονται τώρα να αφήνουν πολύ υψωμένη κατά την κορυφή της κεφαλής. Ο συρμός αυτός αρμόζει κυρίως στις παρθένες, αγάλματα δε της Αρτέμιδας, της Νίκης, της Αταλάντης, με τοιαύτη κόμη, είναι αναθήματα τής νεότητας και της παρθενίας. Ό Winckelman μάλιστα φρονεί, ότι τοιαύτη κόμη έφεραν ιδίως οι παρθένες την ημέρα των γάμων τους. Στην Σπάρτη οι παρθένες έφεραν μακριά και λυτή την κόμη, αλλά την ημέρα των γάμων τους η νυμφεύτρια την έκειρε τελείως. Οι παραλλαγές του του τύπου αυτού είναι άπειροι, οφειλόμενοι εις το φιλάρεσκον της γυναίκας, και άπειρα είναι τα κοσμήματα, με τα οποία την στόλιζαν. Τα στολίζοντα ή συγκρατούντα την κόμη κοσμήματα ήσαν η σφενδόνη, το διάδημα, η στεφάνη, η άμπυξ, η μίτρα, η ταινία. Οι αγγειογραφίες και τα ειδώλια είναι άριστα διδακτικά μνημεία της εκπληκτικής ποικιλίας της κόμης των γυναικών από τον Ε΄ π.Χ. αιώνα μέχρι της ελληνορρωμαϊκής εποχής, οπότε η κόμη λαμβάνει τα πολυπλοκότερα των σχημάτων και τείνει να επιστρέψει εις το ανατολικό συρμό, τον οποίον μάλιστα οι Ρωμαίες αυτοκράτειρες ασπάστηκαν οριστικά.
Β΄) Η κόμη στους Ετρούσκους έχει μεγάλη ομοιότητα με την ελληνική κόμη της αρχαϊκής περιόδου, αποδεικνύουσα και αυτή την ασιατική επίδραση. Οι άνδρες φέρουν μακριά και κυματιστή κόμη, διευθετημένη σε σχηματοποιημένες μορφές, ως απαντά κανείς στα πρώτα ελληνικά μνημεία. Συχνάκις αυλακώσεις κανονικώς κεχαραγμένες επί των ετρουσκικών αγαλμάτων δεικνύουν την κατεύθυνση των βοστρύχων από του μετώπου προς τον αυχένα. Οι λεπτομέρειες της κόμης της γυναικός διακρίνονται καλύτερα σε μερικά αρχαιότατα ετρουσκικά μνημεία Χαρακτηριστική είναι νεκρική κάλπη, φέρουσα πήλινα ειδώλια γυναικών. Η κόμη των γυναικών αυτών σχηματίζει εμπρός δύο δέσμες τριχών, οι οποίες πίπτουν εκατέρωθεν του προσώπου, όπισθεν δε σε μοναδική δέσμη, η οποία ενθυλακώνεται εντός θήκης απολήγουσας εις κόσμημα και κατερχόμενης μέχρι των ποδιών. Με την επίδραση όμως της ελληνικής τέχνης αρχίζει και στην Ιταλία, κατά τον Ε΄ αιώνα π.Χ., η βράχυνση της κόμης. Τούτο τρανότατα αποδεικνύουν οι ζωγραφιές των τάφων του Carneto, του Vulci, και του Chiusi. Τούτο αυτό παρατηρητέο και δια την γυναικεία κόμη, η οποία σχηματίζεται σε κόρυμβο και συγκρατείται δια ταινιών ή πορπών, ή αφήνεται να πίπτει εκατέρωθεν του προσώπου σε ούλους βοστρύχους. Συνηθέστατη επίσης είναι και η χρήση των δικτυωτών κεκρυφάλων, εις τους οποίους περισυνέλεγαν την κόμη, ως πιστοποιούν αυτό άπειροι ανάλογοι περαστάσεις επί ετρουσκικών κατόπτρων και νεκρικών καλπών.
Γ΄) Η κόμη παρά Ρωμαίους παραμένει επί πολλούς, φαίνεται, αιώνες η φυσική, μακρά, ακανόνιστος και παρημελημένη κόμη (10). Και μόνον κατά το 454 π. Χ., κατά την παράδοση, ο Ticinius Mena εισήγαγε εις Ρώμη κουρείς μετακληθέντας εκ Σικελίας, έκτοτε δε οι πολίτες απηλλάγησαν της μακράς κόμης, ως και της γενειάδας, τοσούτο δ’ επικράτησε η συνήθεια αυτή, ώστε η μακριά κόμη θεωρήθηκε έκτοτε ως εξωτερικό σημείο μεγάλου πένθους ή βαθειάς ταπεινώσεως. Από την εποχή αυτή οι Ρωμαίοι άρχισαν να φέρουν κόμη συνήθως βραχεία, άλλοτε ίση, άλλοτε ούλη, ή φυσικά κυματιστή, αλλ’ άνευ τεχνικής βοστρυχώσεως και χωρίς να καλύπτει ούτε το μέτωπο ούτε τον λαιμό. Ωραία δείγματα κόμης ανδρός και γυναικός Ρωμαίων, πιστών τηρητών των αρχαίων εθίμων, παρουσιάζει το σύμπλεγμα του Βατικανού, το γνωστό υπό τα ονόματα του Κάτωνος και της Πορκίας. Ο Κάτων έχει βραχύτατη και φυσικότατη την κόμη η Πορκία πλουσιότερη οπωσδήποτε και χωρισμένη στο μέσο σε δύο ίσα μέρη, κατερχόμενα σε κυματοειδείς σειράς εκατέρωθεν επί των κροτάφων και απολήγοντα όπισθεν επί του αυχένα. Εν τούτοις μεταξύ των αριστοκρατών κατά τους τελευταίους αιώνας της ελευθέρας πολιτείας άρχισε το έθιμο της θηλυπρεπούς διακοσμήσεως της κόμης των ανδρών δια της τεχνικής ουλοποιήσεως αυτής. Ο Κικέρων ομιλεί μετά βδελυγμίας εναντίον των συνενόχων του Κατιλίνα, αποκαλώντας αυτούς νέους διεφθαρμένους, εγκληματίες, έκφυλους και ταραχοποιούς, κομψούς όμως την περιβολήν και περί πολλού ποιούμενους την κόμη, πάντοτε καλώς κτενισμένη, στίλβουσα εξ αρωμάτων, κυματιστή δε και ούλην δια του ειδικού σίδηρου εργαλείου. Οι πρώτοι καίσαρες όμως έφεραν πολύ απλή κόμη, ούτε μακράν, ούτε βραχεία, χωρίς διαίρεση ουδ’ άλλη βοστρύχωση ή την φυσική των τριχών. Έτσι παρίσταται ο Αύγουστος σε όλα τα σωζόμενα αγάλματα αυτού σε Λούβρο, Καπιτωλίο και Βατικανό. Οι βραχύτατοι φυσικοί βοστρυχίσκοι μόλις φαίνονται επί του μετώπου. Και έτσι παρίστανται ο Τιβέριος, ο Καλιγούλας, ο Κλαύδιος και οι κυριότεροι σύγχρονοι αυτών. Τα εικονιστικά αγάλματα του Νέρωνας ούχ ήττον παρουσιάζουν αυτόν έχοντα την κόμη διατεθειμένη σε ούλους βοστρύχους. Και η ιστορία της κόμης των γυναικών της Ρώμης δεν είναι διάφορος. Κατά τους πέντε πρώτους αιώνες της Ρώμης, οι γυναίκες διατήρησαν στη διευθετήσει της κόμης την μέγιστη απλότητα. Ο βοτρυχισμός και οι αλοιφές θεωρούντο ακόμη ως αρμόζουσες μόνον εις τις ξένες γυναίκες και τις παλλακίδες. Οι Ρωμαίοι παρθένοι μέχρι τον γάμο τους αρκούνταν να δένουν την κόμη τους σε κόρυμβο όπισθεν της κεφαλής και να την στερεώνουν δια ταινιών ή πόρπης. Μετά τον γάμο, η κόμη διατηρούνταν σε έξι μέρη, τα οποία δένονταν με ταινίες διαφορετικές από εκείνες προ του γάμου και περιτυλίγονταν επί της κορυφής της κεφαλής, σχηματίζοντας έτσι υψηλή κόμη, γνώρισμα των υπανδρεμένων γυναικών. Κατά τους τελευταίους χρόνους της ελεύθερης πολιτείας, ο συρμός και η ατομική καλαισθησία ποικίλλουν σε απειρία τύπων. Ο Οβίδιος, ο οποίος ενασμενίζεται να περιγράφει όλες τις λεπτομέρειες του εν γένει γένει στολισμού των Ρωμαίων, ομολογεί ότι είναι ευκολότερο να μέτρηση κανείς τα φύλλα της δρυός ή τις μέλισσες της Ύβλας παρά τους διαφόρους συρμούς της κόμης, οι οποίοι εφευρίσκονται καθ’ εκάστη. Η κόμη υψώνεται συνήθως εις το μέσον του μετώπου, σχηματίζουσα προεξοχή εν είδει τολύπης ερίων. Άλλοτε οι κυματιστοί βόστρυχοι επί του μετώπου, εις δύο ή τρεις επαλλήλους σειράς, σχηματίζουν είδος στεφάνης ή διαδήματος περί το μέτωπο. Και πότε μεν οι κυματιστές τολύπες, καταλαμβάνοντας όλη την κεφαλήν, κατέρχονται ιδίως επί των ωμών, πότε δε κατέρχονται όπισθεν επί του αυχένα, χωρίς να αγγίζουν τους ώμους· Με άλλες λέξεις, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της γυναικείας κόμης στη Ρώμη, κατά τους τελευταίους αιώνας του ρωμαϊκού κράτους, είναι ότι ουδέποτε αυτή παρέμεινε στη φυσική αυτής κατάσταση. Το παν μεταβάλλεται, αλλοιώνεται, διορθώνεται, προσαρμόζεται προς τον συρμό και μετασχηματίζεται διά της χειρός ή του σιδήρου του κουρέα.
Πηγή: Β. Δ. Θεοφανείδης, Επιμελητής Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σσ. 770-773
Αιγύπτιοι: Στην Αίγυπτο οι άνθρωποι του λάου ξύριζαν την κεφαλή, όπως οι σημερινοί Φελλάχοι. Έφεραν ένα είδος σκούφου ελαφρώς ανυψωμένου, εκ δέρματος η ερίου, εντελώς καλύπτοντας την κόμη. Οι Ιερείς επίσης ξύριζαν το κρανίο των, ως αναφέρει ο Ηρόδοτος. Τα παιδία είχαν εν χρω κεκαρμένη την κεφαλή, εξαιρέσει μακρού βοστρύχου επί της κορυφής της κεφαλής, ο οποίος μπλέκονταν και ξανάπεφτε πλησίον του ωτός. Κατά την εποχή της εφηβικής ηλικίας ο βόστρυχος εκόπτονταν. Το έθιμο διατηρείται εισέτι και σήμερα παρά τους Βεδουίνους. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι έφεραν φενάκη, η οποία ανάγεται εις τις αρχαιότερες εποχές της μεμφιτικής περιόδου, ως μαρτυρούν τα ανάγλυφα των αρχαιοτάτων τάφων της Σακκαρέ. Οι στρατιώτες έφεραν επίσης φενάκη, ενίοτε δε κοσμούσαν ταύτη διά δύο πτερών εμπεπηγμένων υπό το ους κατά λιβυκό τίνα συρμό. Τα κοσμήματα της κεφαλής αποτελούσαν προνόμιο των φαραώ, Στις εικονογραφίες των ναών αναγνωρίζει τις αυτούς είτε εξ απλής ταινίας πέριξ της κόμης, είτε εκ καλύμματος συνισταμένου εκ πλείστων στοιχείων, έκαστον των οποίων είχε και ιδιαιτέρα σημασία γνωστή στο πλήθος. Οι γυναίκες στην αρχαία αιγυπτιακή κοινωνία δεν κατείχαν την αφανή θέση, εις την οποίαν τα αραβικά ήθη, εισαχθέντα μετά του Ισλάμ την απώθησαν βραδύτερον. Τα εικονογραφημένα μνημεία της κοιλάδας του Νείλου είναι πλούσια σε μαρτυρίες επί της αστικής και θρησκευτικής ζωής των γυναικών ως και των ανδρών. Εις ταύτα βλέπουμε ποικιλότατους τύπους κομμώσεων. Κατά γενικό κανόνα οι Αιγύπτιες δεν έδεναν την κόμη αυτών επί του αυχένας, ως οι Ελληνίδες, αλλά άφηναν ταύτη να ξαναπέφτει φυσικά, πλεγμένην σε λεπτούς βοστρύχους, συχνότατα δε έφεραν υπέρ αυτήν ευρεία μαύρη φενάκη, πλαισιώνοντας το πρόσωπο και εξαιρούσαν την ωχρότητα του δέρματος. Τα άνθη ήσαν συνηθέστατης χρήσεως, τοποθετούνταν δε εις το άνω μέρος της κεφαλής, κλίνοντας επί του μετώπου. Οι βασιλείς είχαν, ως και οι βασιλείς, το προνόμιο του διαδήματος, το όποιον στηριζόταν ή απλώς επί της φενάκης ή επί της φενάκης κοσμημένης δια γυπός με τις πτέρυγες προς τα κάτω, ο όποιος την κάλυπτε δίκη κράνους.
Άραβες: Οι Άραβες γενικώς έφεραν απλό τετράγωνο κάλυμμα, διατεθειμένο έτσι περί την κεφαλή, ώστε να προφυλάσσει αυτήν εκ των ακτίνων του ηλίου και στερεωμένο διά μικρών ταινιών. Οι γυναίκες, επίσης, κάλυπταν την κόμη διά μάλλινων μαντηλιών, τα όποια ήσαν ερυθρά δια τις κόρες και μαύρα για τις υπανδρεμένες. Οι Βεδουίνοι απέδιδαν μεγάλη σημασία στο μήκος της κόμης, η δε διάθεση αυτή διάφερε αναλόγως των φυλών, χρησιμεύουσα όπως διακρίνονται μεταξύ αλλήλων. Οι μεν είχαν την κόμη των κρεμασμένη σε μακρύς βοστρύχους, οι δε, κατά τον Ηρόδοτο, διέθεταν αυτήν εν είδει διαδήματος φθάνοντας μέχρι των κροτάφων. Οι γυναίκες είχαν μακράν και ωραία μαύρη κόμη, είτε πλεγμένη είτε σε βοστρύχους. Κατά το κτένισμα παρέβαλλαν κόκκους εκ κοραλλιού και δισκία μετάλλινα (φλωριά). Και σήμερα ακόμη θεωρείται τι ιερόν παρά τους Βεδουΐνους. Η αποκοπή αυτής είναι ατιμωτική ποινή.
Ασσύριοι: Οι Ασσύριοι χώριζαν την κόμη αυτών στο μέσου του μετώπου. Μακρά κόμη, κτενισμένη προς τα πίσω, έπιπτε επί των ώμων, ένθα αναπτύσσονταν σε κανονικούς μικρούς βοστρύχους εν είδει βεντάλιας. Πιθανώς η χρήσης της φενάκης, ευρύτατα διαδεδομένης στην Αίγυπτο, είχε εισαχθεί και στην Ασσυρία. Τα ώτα δεν καλύπτονταν. Η κόμη συγκρατούνταν είτε υπό διαδήματα πλησίον του ωτός και σχεδόν εφαπτόμενων κατά τα άκρα αυτών υπεράνω τής κεφαλής.
Πέρσες: Οι Πέρσες κάλυπταν την ούλη κόμη αυτών διά σκούφου εις σχήμα μίτρας.
Εβραίοι: Οι Εβραίοι έτρεφαν μακρά κόμη, ακόμη και υπό τους Αιγυπτίους. Όλοι οι κανόνες, οι διδόμενοι υπό του μωσαϊκού νόμου, σχετικώς προς τις περιπτώσεις, κατά τις οποίας η κόμη δέον να κείρηται, και τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει να γίνεται αυτό, προϋποθέτουν ότι κατά κανόνα οι Εβραίοι έφεραν μακράν κόμη. Ο Θεός επέβαλε στους ιερείς αυστηρούς κανόνας επί του τρόπου διαθέσεως της κόμης αυτών. Ο νόμος απαγόρευε να κείρουν στρογγυλές τις γωνίες της κόμης των. Ούτε να ξυρίζουν την κόμη, ούτε να τρέφουν ταύτην απεριόριστα μακρά όφειλαν, αλλ’ απλώς να την κόπτουν. Διά των διατάξεων τούτων ο Θεός ήθελε να διακρίνονται οι ιερείς αυτού των ιερέων των εθνικών. Δεν έπρεπε δηλαδή ούτε να ξυρίζονται, ως οι ιερείς της Ίσιδος και του Σεράπιδος, ούτε να τρέφουν υπερβαλλόντως μακράν κόμη, ως οι βάρβαροι και οι στρατιώτες. Η απαγόρευση της κοπής των γωνιών της κόμης απέβλεπε στο να παρακωλύσει την εισαγωγή προλήψεων συνήθων στους γείτονας λαούς, ως επί παραδείγματι η συνήθεια αραβικών τίνων φυλών, οι οποίες προσέφεραν στον θεόν Οροτάλ τις τρίχες τις φυομένας μεταξύ των κροτάφων και των ώτων (Ηροδ. Β΄, 8). Σε μερικές περιπτώσεις επιβάλλονταν στους ιερείς να ξυρίζουν ολόκληρο το σώμα, ήταν δε τούτο μέρος της τελετής της καθάρσεως. Στην καθημερινή ζωή οι Ιουδαίοι έφεραν μακράν κόμη. Τα αιγυπτιακά και ασσυριακά ανάγλυφα παριστάνουν τοιουτοτρόπως τους Ιουδαίους. Επί του μνημείου του Σουσακίμ εν Καρνάκ, η κόμη παρίσταται συγκροτούμενη διά ταινίας, η οποία δένεται προς το όπισθεν. Επί του οβελίσκου του Νιμρούδ η κεφαλή καλύπτεται διά σκούφου, το δε κάτω μέρος της κόμης ελίσσεται σε τέσσερις σειράς βοστρύχους. Η μακρά και άφθονος κόμη στους νέους αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού. Οι φρουροί του βασιλέως Σολομώντος έφεραν, κατά τον Ιωσήφ, μακράν κόμη. Η Ιστορία του Σαμψών αποδεικνύει, ότι και αυτοί οι άνδρες, οσάκις έφεραν μακράν κόμη, έπλεκαν ταύτη σε βοστρύχους, το έθιμο δε τούτο υφίστατο επίσης και μεταξύ των Υξώς ή βασιλέων ποιμένων της Αιγύπτου, οι όποιοι ήσαν σημιτικής καταγωγής, όπως και στους Έλληνες κατά την αρχαϊκή εποχή. Οι βόστρυχοι της κόμης παραβάλλονται προς εύκαμπτους κλάδους φοίνικος. Οι Εβραίοι άλειφαν δι’ ελαίου και αρωμάτων την κόμη τους. Έπρατταν τούτο κυρίως, όταν παρευρίσκοντο σε συμπόσια ή εορτές, συχνάκις δε ο οικοδεσπότης χορηγούσε τα αρώματα στους προσκεκλημένους του. Η κόμη των Εβραίων, ως και όλων των λαών της Ανατολής, ήταν μαύρη. Η νύμφη εις το «ᾆσμα ᾀσμάτων» παραβάλλει την κόμη του συζύγου της προς τις πτέρυγες κόρακα. Η χρήση βαφής φαίνεται άγνωστος στους Εβραίους, αν δε ο Ηρώδης ο Μέγας έβαφε την κόμη του, όπως αποκρύψει την ηλικία του, έπραττε τούτο μιμούμενος ελληνικά έθιμα. Ούτε χρησιμοποιούν οι Εβραίοι φενάκες, οι οποίες ήσαν ευρύτατα διαδεδομένοι μεταξύ των Αιγυπτίων και Περσών. Ο Ιωσήφ αναφέρει άπαξ την χρήση φενάκης, αλλ’ αυτή χρησίμευσε προς μεταμφίεση.
Η αγία Γραφή παρέχει μερικές πληροφορίας επί του τρόπου, κατά τον οποίον οι Εβραίοι διέθεταν την κόμη τους, αλλ’ οι όροι τους όποιους χρησιμοποιεί είναι αόριστοι. Λέγεται περί της Ιεζάβελ, ότι εκόσμει την κεφαλήν της (ηγάθυνε κατά τους Εβδομήκοντα), εντούτοις στο βιβλίο της Ιουδείθ το ελληνικό κείμενο γράφει «διέταξε», όπερ δεικνύει την χρήση κτένας. Η κόμη διαιρούνταν σε βοστρύχους ή πλεξίδας κατά την μέθοδο των Αιγυπτίων δούλων γυναικών. Οι Εβραίοι συνεκράτουν την πεπλεγμένη κόμη των δια δικτύου (εμπλόκια) ή καλύμματος, ως έπρατταν οι Αιγύπτιες και οι Ελληνίδες. Η σύγκριση εις το «ᾆσμα ᾀσμάτων» της κόμης της νύμφης προς βασιλική πορφύρα ουδόλως ενδεικνύει ότι οι Εβραίες έβαφαν την κόμη τους. Η λέξη πορφυρούς χρησιμοποιείται εδώ υπό την έννοια του μαύρου βαθέως χρώματος, ως χρησιμοποιούνταν ενίοτε το πορφύρεος στους αρχαίους Έλληνες.
Το ξύρισμα της κεφαλής ήταν δια τους Εβραίους σημείο πένθους. Ενίοτε μάλιστα αποσπούσαν βιαίως τις τρίχες της κεφαλής των. Ακολουθούσαν δηλαδή έθιμο αντίθετο προς το των Αιγυπτίων, οι οποίοι έτρεφαν μακράν κόμη οσάκις πενθούσαν (Ηροδ. Β΄ 36), έκειραν δε ταύτη άμα με τον τερματισμό του πένθους, και σύμφωνα προς το των Ελλήνων της κλασσικής εποχής. Κατά την ελληνορωμαϊκή εποχή, αντιθέτως, οπότε εισήχθη η χρήση της βραχέως κόμης, οι Εβραίοι έτρεφαν αυτήν μακριά εις ένδειξη πένθους, όπως και οι Ρωμαίοι.
Μιλώντας για τα τρία παιδιά, που ριχτήκαν με διαταγή του Ναβουχοδονόσορα στη κάμινο, η αγία Γραφή λέγει ότι ούτε θριξ της κεφαλής των δεν κάηκε. Έφεραν την ενδυμασία του τόπου και η κόμη των θα ήταν διατεθειμένη κατά τον βαβυλώνιο συρμό. Τα ασσυριακά μνημεία παρέχουν πληροφορίας περί τής κομμώσεως ταύτης. Η κόμη ήταν μακρά, κυματοειδής, κατέληγε δε προς τα κάτω σε πλείστες σειρές πλεξίδων ούλων. Τοιαύτη θα ήταν και η κόμμωση του Ολοφέρνη. Αρχαίος χαλδαϊκός κύλινδρος δεικνύει ότι στην πατρίδα της Σάρρας η κόμμωσης των γυναικών αποτελούνταν εκ σφαιρικών βοστρύχων, διατεταγμένους πέριξ της κόμης εις κωνικό σχήμα. Το Ευαγγέλιο δεν αναφέρει πώς ήταν η κόμη του Ιησού Χριστού. Παράδοση εν τούτοις, αναγόμενη στους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας και απεικονισθείσα στην κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου, παριστάνει τον Ιησού με μακρά κόμη, κεχωρισμένη επί του μετώπου και πίπτουσα εκατέρωθεν σε μακρύς βοστρύχους. Οι ευαγγελιστές ομιλούν περί της μακράς κόμης της Μαγδαληνής, δια της οποίας αυτή απέμαξε τους πόδας του Ιησού. Ο απόστολος Παύλος συνιστά στους άνδρας να μη τρέφουν μακράν κόμη, καθ’ όσον τούτο απάδει στον ανδρισμό· αντιθέτως, λέγει ότι οι γυναίκες πρέπει να έχουν μακράν την κόμη, απέχουσες όμως των κοσμημάτων και ιδιαιτέρων περιποιήσεων, κατά την μέθοδο των ειδωλολατρών. Τας αυτές συστάσεις απευθύνει και ο απόστολος Πέτρος.
Ινδοί: Οι Ινδοί αμφοτέρων των φύλων έτρεφαν μακράν κόμη. Οι άνδρες συνήθιζαν να πλέκουν την κόμη των σε βοστρύχους, οι οποίοι έπιπταν επί της ράχης. Κάλυπταν την κεφαλήν δια μίτρας όμοιας προς την περσική, έβαφαν δε την γενειάδα λευκή, πράσινη, ερυθρή ή κυανή. Οι γυναίκες κτένιζαν την κόμη των, υψώνοντας αυτήν σε δύο μέρη, τα οποία δένονταν επί του μετώπου ή άφηναν τους βοστρύχους να πίπτουνε επί του προσώπου. Κατά την διάρκεια πένθους η κόμη πλέκονταν σε απλό βόστρυχο, ο οποίος έπιπτε επί της ράχης. Οι Μουσουλμάνοι στην Ινδία ακολουθούσαν την μέθοδο των λοιπών ομοθρήσκων των. Στις «Χάδις» ή τα κατά παράδοση αποφθέγματα του Μωάμεθ, τα μη ευρισκόμενα στο «Κοράνι», ορίζεται, ότι η κεφαλή δέον να ξυρίζεται, η δε γενειάδα να αφήνεται σε κανονικό μήκος.
Κινέζοι: Οι Κινέζοι ξύριζαν την κεφαλήν, αφήνοντας στο όπισθεν μέρος μακράν και παχιά κοτσίδα. Τούτο επιβλήθηκε σε αυτούς ως σημείο δουλείας κατά τον ΙΖ΄ αιώνα υπό των Μαντσού κατακτητών τους. Βραδύτερον όμως το έθιμο γενικεύθηκε και όχι μόνον δεν ήταν ατιμωτικό σημείο η κοτσίδα, αλλά και αντικείμενο υπερηφάνειας διά τον Κινέζο. Από της εποχής της επαναστάσεως του 1911 το έθιμο βαίνει ολοένα καταργούμενο. Η κόμμωση των Κινέζων γυναικών είναι πολύπλοκος. Χρησιμοποιούν λιπώδη αρωματική ουσία, με την οποία ζυμώνουν κυριολεκτικά την κόμη αυτών, καθιστώντας αυτή συμπαγή μάζα και δίδοντας έπειτα τα περιεργότερα των σχημάτων. Στην κόμη έμπλεκανν πόρπες και διάφορα κοσμήματα, ιδία εξ ιάσπιδος, αποτελούντα τον ευνοούμενο πολύτιμο λίθο των Κινέζων. Η συμπλήρωση της κομμώσεως απαιτεί κόπο και χρόνο, δια τούτο οι περισσότερες Κινέζες διατηρούν ταύτη επί ολόκληρο μήνα ή και περισσότερο.
Πηγή: Δέβαρης Δ.Σ. δημοσιογράφος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σελ. 773


Στην εικόνα άμετρες μορφές κόμμωσης ένεκα «καλλωπισμών» & εγωιστικής «εκκεντρικότητας» που οδηγούσαν ακόμη και σε γονυκλισίες τις οποίες απεχθάνονται οι αρχαιολάτρες: «Επί της κεφαλής τίθονταν υψηλά μποννέ σχήματος καρδιάς, τα οποία προσέλαβαν τοιαύτας διαστάσεις, ώστε κατέστη αδύνατον στις κυρίες να διέρχονται ελευθέρως διά συνήθους θύρας, ενώ εντός των αμαξών υποχρεώνονταν να μένουν γονυπετείς». Οι νεοπαγανιστές αντιτίθενται στον κανόνα της Εκκλησίας, όπως καλλωπίζει κανείς την κόμη του «απεριέργως». Σύμφωνα με αυτούς, το να πλάθει κανείς την κόμη του ως «γαλέρα» και να σκύβει στα τέσσερα για να μπορεί να χωρέσει μέσα σε ένα αυτοκίνητο, ίσως είναι «επιθυμητό» και «μοδάτο». Κανείς τους όμως δεν φαίνεται να παρουσιάζεται κατά αυτόν τον τρόπο εις την δημόσια σκηνή της νέας Ελλάδας. Αυτοί χρησιμοποιούν μόνο τα «εκκεντρικά» ρούχα της αρχαίας Ελλάδας. Έπειτα, η ίδια η μόδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ροπή εις την απόρριψη του προηγούμενου. Η διαφορά με τον Χριστιανισμό είναι πως ο τελευταίος εκτοπίζει τις ακραίες θέσεις, τις πιο εκκεντρικές και πιο σεξουαλικές προτάσεις της μόδας, πριν αυτές εκτοπισθούν από κάποια διαφορετική και νέα. Οι παγανιστές όμως δεν ενοχλούνται από τους επαναληπτικούς ανανεωτικούς μηχανισμούς της μόδας και των σχεδιαστών της, που απορρίπτουν συλλήβδην τους προηγούμενους συρμούς χάρη ανανέωσης και κέρδους. Ενοχλούνται από τις διδασκαλίες των Πατέρων και των Συνόδων. Δεν τους ενοχλεί ότι ένα «εκκεντρικό» ρούχο ενός γνωστού ηθοποιού, μπορεί να στοιχίζει μερικές χιλιάδες Ευρώ, χωρίς να προσφέρει καμία ουσιαστική κάλυψη από το ψύχος ή την ζέστη. Αυτοί είναι «σύμφωνοι» με το «Glamour» του «πολιτισμού». Η πρακτική και η απλότητα στην ενδυμασία είναι απορριπτέα και βδελυρή. Αυτοί επιθυμούν και διδάσκουν την μη αναγκαία «χλιδή». (Πηγή Φώτο : http://www.fashion-era.com/beauty_is_shape.htm#The%20Fashion%20Silhouette)
Μεσαίωνας. Στις τοιχογραφίας των κατακομβών ο Ιησούς φέρει μακράν κόμη, χωρισμένη στο μέσον της κεφαλής και κυματίζουσα εκατέρωθεν επί των ώμων· η Παρθένος, πέπλο κατερχόμενο επί του μετώπου και δενόμενο επί του άνω μέρους του αυχένας, τέλος δε οι πιστές προσεύχονται με την κόμη κεκαλυμμένη δια μεγάλου πέπλου, πίπτοντας επί των ώμων. Η βυζαντινή εικονογραφία ομοιάζει πολύ προς την των κατακομβών. Σε μωσαϊκά και κομψοτεχνήματα εξ ελεφαντοστού, οι Βυζαντινοί παρίστανται με κόμη όχι πολύ μακράν, κεκαρμένην σε σχήμα τετραγώνου επί του μετώπου, ενώ οι γυναίκες φέρουν κομμώσεις στρογγυλές, οι οποίες πλαισιώνουν το πρόσωπο. Οι αυτοκράτορες φέρουν μεγάλα διαδήματα. Η κόμμωση των πατριαρχών και των αρχιεπισκόπων είναι όμοια, συνίσταται δε σε διάδημα κλειστά διά σκούφου καταλήγοντας σε σταυρό, το οποίο εξελίχθηκε σε τιάρα, εισέτι φερόμενη υπό των ορθοδόξων ιεραρχών. Οι κομμώσεις αυτές στην Ανατολή και την Δύση ανάγονται στο έτος 1000. Από της εποχής εκείνης οι επίσκοποι της καθολικής Εκκλησίας έφεραν μίτρες δικόχους, χαμηλού σχήματος μέχρι του ΙΓ΄ αιώνος. Οι Γαλάτες, οι Βρετόνοι και οι Γερμανοί απέδιδαν μέγιστη σημασία εις την διάθεση της κόμης των. Το έθιμο των ορδών της βορείου Βρετάνης ήταν ν’ αφήνουν την κόμη όπως φύεται ελευθέρως. Στους Γαλάτες, ο Διόδωρος αναφέρει ότι προσπαθούσαν να καταστήσουν ανοικτότερο το ξανθό χρώμα της κόμης των με πλύσεις δι’ ύδατος περιέχοντας άσβεστο. Η κόμη των κυμάτιζε ελευθέρως ως μακρά χαίτη. Στους Γερμανούς, παρατηρεί ο Τάκιτος, η βραχεία κόμη ήταν σημείο ατιμωτικό. Όπως οι Γαλάτες, έτσι και οι Γερμανοί έλουαν την κόμη των με ένα είδος σαπούνι, όπως προσδώσουν στο ερυθρό χρώμα μεγαλύτερη λάμψη. Όταν ο Καλιγούλας ηθέλησε να εμφανισθούν στο ψευδή θρίαμβό του Γερμανοί, οδήγησε Γαλάτες, των οποίων έβαψε ερυθρά την κόμη. Οι Ρωμαίες, θελχθείσες εκ του ερυθρού χρώματος της κόμης των Γαλατών, προσπαθούσαν να βάψουν την κόμη των δια του χρώματος τούτου, αγόραζαν δε, πληρώνοντας αδρότατα, φυσικές τρίχες ερυθράς, διά των οποίων κατασκεύαζαν φενάκες. Γενικώς όλοι οι κάτοικοι της αρχαίας Γαλατίας έφεραν μακριά κόμη κυματίζουσα άτακτα επί των ώμων των. Μερικές ανύψωναν αυτή σε λόφο επί της κορυφής της κεφαλής, άλλοι δε την τύλιγαν δίκη ταινίας πέριξ του μετώπου, αφήνοντας δύο βοστρύχους να πίπτουν επί των ώμων. Κατ’ αρχάς έτρεφαν γενειάδα, άλλα ταχέως οι ευγενείς ξύριζαν τις παρειάς, αφήνοντας μόνον παχιά μουστάκια. Οι άνθρωποι του λαού δεν επιτρέπονταν να κείρουν ειμή μόνο την γενειάδα. Κατά τον Δ΄ αιώνα το έθιμο αυτό μεταβλήθηκε και όλοι ξυρίζονταν. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, εξαίροντας την καλλονή της προσφιλούς του Λουτεκίας, έλεγε ότι οι άνδρες είναι μαδημένοι και ξυρισμένοι, τόσον οι γέροντες όσον και οι νέοι. Κατά την εποχή αυτή οι γυναίκες κατέβαλλαν ιδιαίτερες φροντίδες διά την κόμη των, την οποίαν άλειφαν διά παντοειδών αρωμάτων, εμπλέκοντας σε αυτήν διάφορα κοσμήματα. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός καταφέρεται δριμύτατα κατ’ αυτής. Από του Ζ΄ μέχρι του Η΄ αιώνος μακρά κόμη ήταν εισέτι σημείο ευγενείας σε όλους τους γαλλογερμανικούς λαούς. Κεφαλή εν χρώ κεκαρμένη ήταν σημείο δουλείας, απλώς δε κεκαρμένη διέκρινε τους μοναχούς και τον κλήρο. Μετά την πτώση των Μεροβιγγιανών, η μακρά κόμη απώλεσε το γόητρο αυτής, έκαστος δε διέθετε την κόμη αυτού κατά το δοκούν. Οι νέοι έφεραν κατά γενικό κανόνα μακράν κόμη. Το πρώτον, το μόνον αυθεντικό πρότυπο γυναικείας κομμώσεως, όπερ κατέχουμε, ανάγεται εις τον Ζ΄ αιώνα, ελήφθη δε εκ χειρογράφου του έτους 660. Η κόμη είναι εντελώς λεία επί τής κορυφής της κεφαλής και πίπτει εκατέρωθεν σε δύο παχιούς βοστρύχους, οι όποιοι λεπτυνόμενοι διήκουν μέχρι των ώμων. Ευρύς κύκλος χρυσούς, τοποθετημένος επί του άνω μέρους του μετώπου, σχηματίζει στέφανο και ταυτοχρόνως συγκρατεί την κόμη. Η κεφαλή αυτή δεν φέρει πέπλο, τούτο δε είναι περίεργο, διότι ο πέπλος αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο της κομμώσεως όχι μόνον των μοναχών άλλα και πάσης γυναικός μέχρι του ΙΓ΄ αιώνος. Περί το τέλος του Ζ΄ και ιδίως στις αρχές του Η΄ αιώνα εισήχθη στην Γαλλία ο συρμός της σγουράς και ούλης κόμης, ο οποίος επεκτάθηκε καθ’ άπασα την Ευρώπη, σκανδαλίζοντας τον κλήρο, ο οποίος εξεγέρθηκε σύσσωμος κατά του νεωτερισμού τούτου. Παπική βούλα της εποχής εκείνης απαγορεύει την σγουρά ή ούλη κόμη, ως προερχομένη εκ του διαβόλου, απειλεί δε τους παραβάτας δι’ αφορισμού. Όσοι είχαν κόμη ούλη ή σγουρά εκ φύσεως αναγκάστηκαν να ξυρίσουν αυτή ή να φέρουν φενάκη, κατά δε την εποχή του Καρόλου του Φαλακρού, οι αυλικοί και ευγενείς, με επιθυμία των όπως κολακεύσουν τον νέο μονάρχη, δεικνύοντες ότι δεν είχαν περισσότερες τρίχες αυτού, ξύριζαν την κεφαλή. Οι αστοί μιμήθηκαν τους ευγενείς και βαθμηδόν όλοι ξυρίζονταν. Ο συρμός αυτός δεν ήταν πρακτικός κατά τον χειμώνα, και υποχρεώθηκαν να καλύπτουν την κεφαλήν δια σκούφου εκ γούνας. Ταχέως ο συρμός διαδόθηκε και ο σκούφος εκ γούνας έγινε παγκόσμιος. Επί βασιλείας του Λοθαρίου, οι ευγενείς, μη έχοντας ουδένα πλέον λόγο να εμφανίζονται φαλακροί, προσπάθησαν να επαναφέρουν το έθιμο της μακράς κόμης, αλλ’ οι Ιερείς καταπολέμησαν τον νέο συρμό μετά τόσης μανίας, ώστε σε πολλούς ευγενείς φέροντας μακράν κόμη απαγορεύθηκε η είσοδος στις εκκλησίες. Ακολούθησε μακρύς αγώνας, πλούσιος σε κωμικά ιδίως επεισόδια. Οι κηρυγμένοι υπέρ της μακράς κόμης κατηγορούσαν τον κλήρο ότι δεν κατόρθωσε να καθορίσει το μήκος της κόμης, το οποίον ποίκιλλε κατ’ επαρχίας. Τέλος ο άγιος Ανσέλμος κάλεσε ειδική σύνοδο εξ ιεραρχών, η οποία κατέληξε στην απόφαση, ότι η κόμη των λαϊκών θα κείρεται με τρόπο, ώστε να καλύπτεται μόνο το ήμισυ του ωτός· οι αποκρύπτοντες ολόκληρο το ους καταδικάζονταν με αφορισμό. Αλλ’ ούτε η απόφαση αυτή λήφθηκε υπ’ όψη, διότι ο συρμός της μακριάς κόμης εξακολούθησε αδιατάρακτος. Κατά την εποχή αυτή (Ι΄ αιώνας) στην Γερμανία επανήλθε η συνήθεια της μακράς γενειάδας, διατηρηθείσα μέχρι του ΙΒ΄ αιώνος. Οι ευγενείς έφεραν σκούφο χρυσοκέντητο, ομοιάζοντα προς τον αρχαίο φραγκικό. Οι άνθρωποι του λαού τηρούσαν ασκεπή την κεφαλή ή έφεραν σκούφο εκ δέρματος ή ψιάθους. Κατά την εποχή αυτή η κόμμωση των γυναικών ολίγον τροποποιήθηκε. Έφεραν πάντοτε πέπλο προσαρμοσμένο επί του στεφάνου, αλλ’ ο πέπλος αυτός διατίθονταν μετά περισσοτέρων φροντίδων, αποκαλύπτοντας τους μικρούς βοστρύχους εκατέρωθεν των κροτάφων. Επίσης ο στέφανος κοσμήθηκε δια πολυτίμων λίθων. Κατά τον ΙΒ΄ αιώνα οι σταυροφορίες προσέδωσαν ανατολικό χαρακτήρα στην κόμμωση. Οι σταυροφόροι εισήγαγαν τους χαμηλούς σκούφους και τα σαρίκια, τα οποία οι ευγενείς κυρίες υιοθέτησαν αμέσως, μεταδίδοντας τον συρμό στις αστικές τάξεις, παρά τις διαμαρτυρίες και τους αφορισμούς του κλήρου. Κατά τον ΙΓ΄ αιώνα οι ευγενείς και οι αστοί κτένιζαν λεία την κόμη επί της κορυφής της κεφαλής, διέθεταν ταύτη σε σχήμα κυλινδρικό επί του άνω μέρους του μετώπου, εκατέρωθεν δε ανέπτυσσαν ταύτη σε βοστρύχους, καταλήγοντας σε σχήμα δακτυλίου πέριξ του αυχένα. Επίσης ευρύτατα είχε διαδοθεί ο συρμός του λόφου, ο όποιος υψώνονταν στο μέσο του μετώπου σε σχήμα γλώσσας. Βαθμηδόν εν τούτοις επανήλθε η μακρά κόμη. Από το έτους 1200 η χρήση του σκούφου κατέστη γενική. Ήταν εξ ολοσηρικού δια τους ευγενείς, εξ απλού υφάσματος διά τους αστούς. Επί βασιλείας Φιλίππου Αυγούστου και Λουδοβίκου Η΄ στην Γαλλία ο κλήρος έπαυσε πολέμων την μακράν κόμη, παραιτηθείς του αγώνος δια τον λόγο ότι οι βασιλείς εκείνοι δεν υποτάσσονταν σε αυτήν. Μόλις ο Λουδοβίκος Θ΄ δήλωσε διαθέσεις υποταγής στην Εκκλησία, ο πόλεμος των κληρικών κατά της μακράς κόμης επανελήφθη οξύτατος, κατορθώνοντας δε να πείσουν τον ηγεμόνα, όπως επιβάλει στους υπηκόους να τρέφουν βραχεία κόμη. Επανήλθε πάλι ο συρμός του λόφου ουχί όρθιου, άλλα κεκλιμένου επί της κεφαλής. Ο συρμός αυτός λίγο διάρκεσε, αντικατασταθείς υπό της λείας κόμης επί της κορυφής της κεφαλής με βοστρύχους κυματίζοντας επί του αυχένα. Μέχρι του ΙΔ΄ αιώνα η κόμμωση των γυναικών ποίκιλλε ελαφρώς, διατηρούμενης πάντοτε της συνήθειας, κατά την οποία η κόμη διατίθετο φυσικώς επί της κεφαλής, πλεκομένη εις βοστρύχους, εντός των όποιων πλέκονταν διάφορα κοσμήματα, και φέρουσα σχεδόν πάντοτε πέπλο, πλην ολίγων εξαιρέσεων, ως της εν τω χειρογράφω εικόνας, η οποία περιγράφει ανωτέρω, και άλλων τινών. Από το τέλος εν τούτοις του ΙΔ΄ αιώνα ο γυναικείος συρμός κομμώσεως προσλαμβάνει τα περιεργότερα, τα πλέον αλλόκοτα, τα κωμικότερα ενίοτε σχήματα, παραμένει δε τοιούτος επί τέσσερις αιώνες, δηλαδή μέχρι του ΙΗ΄, αφού διήλθε όλα τα στάδια της εκκεντρικότητας. Η πρώτη κόμμωση του είδους τούτου εθεάθη το 1385. Επί της κεφαλής τίθονταν υψηλά μποννέ σχήματος καρδιάς, τα οποία προσέλαβαν τοιαύτας διαστάσεις, ώστε κατέστη αδύνατον στις κυρίες να διέρχονται ελευθέρως διά συνήθους θύρας, ενώ εντός των αμαξών υποχρεώνονταν να μένουν γονυπετείς (11). Η κόμμωση αυτή αποτελούνταν εκ δύο μεγάλων πτερύγων, όμοιων προς πτέρυγας ανεμόμυλου, οι οποίες προσαρμόζονταν είτε επί της κεφαλής, είτε εκατέρωθεν αυτής δια σιδηρών πορπών. Ο κλήρος εξανέστη κατά του συρμού τούτου, το μποννέ σχήματος καρδιάς καταργήθηκε, αλλ’ αντικαταστάθηκε υπό ετέρου καλύμματος έχοντος σχήμα μεγάλου ανθοδοχείου, επί της κορυφής του οποίου προσαρμόζονταν μακρύ πέπλο, επαναπίπτων επί των ώμων και του οποίου το μήκος ποίκιλλε κατά τον βαθμό ευγενείας της φερούσης τούτον. Η πυραμιδοειδής αυτή κόμμωση έφτασε σε τέτοια ύψη, ώστε γυναίκες μικρού αναστήματος παρεβάλλοντο προς βαδίζοντας κώδωνες.
Κατά τον ΙΕ΄ αιώνα προστέθηκαν κέρατα, εισαχθέντα εκ Φλάνδρας, τα όποια προεξείχαν μέχρι τέτοιου βαθμού εκατέρωθεν της κεφαλής, ώστε η φέρουσα αυτά επί της κεφαλής της, όπως διέλθη δια τίνος θύρας, έπρεπε να βαδίζει πλαγίως. Κατά τις αρχές της βασιλείας του Καρόλου Ζ΄ (ΙΕ΄ αιώνας), οι γυναίκες έφεραν επί της κεφαλής υψηλό κύλινδρο, λεπτυνόμενο προς την κορυφή και ενίοτε αναδιπλούμενο στο άκρο. Η κόμη των ανδρών έπιπτε ευθεία επί του μετώπου και του αυχένα, καθίστατο δε ούλη στα πλάγια. Μόλις όμως ο βασιλεύς έχασε την κόμη του, διέταξε τους αυλικούς του να ξυρίζουν την δική των. Περί το 1450 η κόμη, η οποία κρύπτονταν σχεδόν υπό το μποννέ, τον κύλινδρο ή άλλο κάλυμμα, άρχισε να αναφαίνεται, πλαισιώνοντας το πρόσωπο και πλεκόμενη επί του μετώπου, πέριξ των κροτάφων και της κεφαλής. Επί της βασιλείας Καρόλου του Η΄ εν Γαλλία επανήλθε ο συρμός της μακριάς κόμης, ούλης στα άκρα και κεκαρμένης σο τετράγωνο σχήμα επί του μετώπου. Κατά τις περιόδους αυτές ο γαλλικός συρμός επικράτησε και στην λοιπή Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία και Αγγλία. Κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα η Ευρώπη ακολουθούσε τον συρμό της Ισπανίας και Ιταλίας, δηλαδή μακράν κόμη και κάλυμμα «τοκ» διαφόρων σχημάτων. Τα κυριότερα κοσμήματα της κεφαλής ήσαν πόρπες και διάφορα καλλωπίσματα, ενίοτε δε προστίθετο λευκό πτερό κατά μήκος του γύρου του καλύμματος ή ελαφρώς ανυψωμένου. Ο γαλλοϊσπανικός συρμός των τοκ και μακράς κόμης ταχέως εισήχθη στην Γερμανία. Μέχρι το 1520 η κόμη, κατά τον συρμό της αυλής του Λουδοβίκου ΙΑ΄, εκείρετο σε σχήμα στρογγυλό, η δε γενειάδα ξυρίζονταν. Το 1521 συνεπεία τραύματος, το οποίο ο Φραγκίσκος Β΄ έλαβε στην κεφαλή, αναγκάζοντας αυτόν να κόψει την κόμη του, εισήχθη ο συρμός της εν χρω κεκαρμένης κόμης, διαδοθείς καθ’ άπασαν σχεδόν την Ευρώπη. Μόλις ανήλθε στον θρόνο ο Ερρίκος Δ΄ μετέβαλε τον συρμό της κομμώσεως. Η κόμη ανεγείρονταν προς τα άνω και δένονταν επί της κορυφής της κεφαλής σε σχήμα μήλου ή απίου. Την εποχή εκείνην εν Γερμανία ή κόμη ήταν βραχεία, διαδοθείσα και στις σκανδιναβικές χώρες. Κατά τον ΙΖ΄ αιώνα ο Λουδοβίκος ΙΓ΄ άφηνε την κόμη του να κυματίζει σε αταξία επί των ώμων του, όλη δε η αυλή τον μιμήθηκε. Εκείνοι, οι όποιοι δεν είχαν πλούσια κόμη, έφεραν φενάκη με μακρούς βοστρύχους. Το 1620, όταν ο Λουδοβίκος ΙΓ΄ κατέστη φαλακρός, απολέσας την κόμη του, και αναγκάσθηκε να φέρει φενάκη, η φενάκη έγινε γενικός συρμός. Τον συρμό τούτον διατήρησε και ο Λουδοβίκος Ιδ΄. Κατά την Αναγέννηση η διευθέτηση της κόμης ποικίλλει, αλλ’ όμως δεν γίνεται προσφυγή σε πρόσθετη κόμη, στην φενάκη, της οποίας γίνονταν τοσαύτη κατάχρηση κατά μερικές εποχές της αρχαιότητας και της οποίας η χρήσης είχε καταδικαστεί υπό τίνος συνόδου το 672, ως ύβρης και προσβολή κατά του πλαστού. Ανευρίσκουμε τις προσθέτους κόμες στην εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το 1656 ο βασιλεύς αυτός ίδρυσε συντεχνία, αποτελούμενη εκ διακοσίων κατασκευαστών προσθέτων κομών (perruquiers). Αντί άλλης πολυτελείας επινοήθηκε η αφθονότατη επίπαση της φενάκης δι’ αλευροκόνεως αρωματισμένης. Μετά τον Λουδοβίκο ΙΔ΄, ο συρμός της προσθέτου κόμης ελαττώθηκε επαισθητότατα, άλλα δεν εξέλιπε εντελώς. Περί το 1750 αφέθηκε η ανδρική κόμη ν’ αυξάνεται σε μήκος προς τα πίσω, ούτως ώστε να είναι δυνατή η διευθέτηση αυτής σε είδος ουράς (queue), αναδιπλούμενης και προσδεμένης διά ταινίας. Η Γαλλική επανάσταση απλοποίησε την κόμμωση. Μόλις, επί της βασιλείας Λουδοβίκου-Φιλίππου δύναται τις να σημειώσει το «τουπέ» (toupet), λοφίο εκ τριχών ανεγειρόμενο επί του μετώπου.
Όσον αφορά την γυναικεία κόμμωση, η κόμη των έγγαμων γυναικών, η οποία σχεδόν δι’ όλου του μέσου αιώνος κρύπτονταν εντελώς εντός καλύπτρων, μη αφημένης ελευθέρας επί των ώμων εκτός μόνον της παρθενικής κόμης, ανέκτησε επαισθητότατη ελευθερία κατά την Αναγέννηση. Κατά τον ΙΣΤ΄ αιώνα επικράτησαν οι κομμώσεις οι συνεπαγόμενες βοστρυχώσεις και παντοίας τεχνικής διευθετήσεις δια της χρησιμοποιήσεως ποικίλων βοηθημάτων. Επερχομένου του ΙΖ΄ αιώνος, τα γυναικεία μαλλιά κόπηκαν προς τα εμπρός, αποτελούντα ούτως ευθύγραμμο επί του μετώπου προκόμιο, εις δε τα πλάγια διευθετούνταν σε βοστρύχους. Η λοιπή κόμη ήταν ανασηκωμένη και εξαφανίζονταν υπό πυκνή επίπαση πυρρόχρου κόνεως. Άλλωστε από τον ΙΗ΄ αιώνα οι γυναίκες επέπασσον όλες την κόμη αυτών δια κόνεως, τουλάχιστον στην αυλή, και επειδή τότε η μέλαινα κόμη δεν απέλαυε υπολήψεως, έβαφαν τα μαλλιά των πυρρόχροα κατά διαφόρους μεθόδους. Οι κομμώσεις της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄, κατ’ αρχάς πεπλατυσμένες και ούτω χαμηλότατοι, ανέρχονται προς τα πυραμιδοειδή σχήματα, τα οποία χαρακτηρίζουν την εποχή της αντιβασιλείας του Φιλίππου του Ορλεανίδου. Επί της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΕ΄ οι διευθετήσεις ποικίλλουν. Αναφαίνονται τα παράλογα και πανύψηλα εκείνα κατασκευάσματα, τα όποια εξακολουθούν επί της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΖ΄ και κοσμούνται δια πτερών, μικρών αρχιτεκτονικών έργων, ακόμη δε και πλοίων· όλα αυτά επιπασμένα με λευκή κόνην, η όποια σημειώνει τα δύο τελευταία τρίτα του ΙΗ΄ αιώνος. Η Γαλλική επανάσταση επανέφερε τας αρχαϊκές κομμώσεις. Αλλ’ στους μετέπειτα χρόνους οι ωραίες χαρακτηριστικές κομμώσεις εξέλιπαν. Η νεότερη εποχή είδε όχι ολίγες μεταβολές· το επί του μετώπου προκύμιο (κοινώς παρ’ ημίν αποκληθέν «ἀφέλιαι») κατ’ επανάληψη αναφάνηκε και εγκαταλείφθηκε· οι κομμώσεις κυμαίνονταν μεταξύ των χαμηλών και υψηλών τοιούτων· η χωρίστρα και τα εκατέρωθεν πτερύγια της κόμης, μακρά ενίοτε μέχρι του να καλύπτουν εντελώς τα ώτα, υπενθύμιζαν κεφαλές του Μποτιτσέλι. Εσχάτως η γυναικεία κόμμωση απομιμήθηκε την ανδρική σε απλότητα και μέγεθος. Η βαφή της κόμης ποτέ ίσως άλλοτε δεν ήταν επί τόσο σε χρήση, όσο σήμερα, επιτυγχανόμενη δια ποικίλων χημικών συσκευασιών, ιδίως δι’ οξυγονούχου ύδατος, και διαβαθμιζομένη από του ξανθού χρυσού του ηλίου μέχρι του ενετικού πυρρού.
Πηγή: Δέβαρης .Σ. δημοσιογράφος -Δαραλέξης Χρήστος, Θεατρικός Συγγραφεύς, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σσ. 773-775
Σημειώσεις α.α.
1. Μια περίπτωση ανατολικής επιρροής στον ελληνικό πολιτισμό, την οποία αρνούνται οι εθνικιστές παγανιστές με την γενικότερη στάση τους, περί ανωτερότητας του τούτου ελληνικού.
2. Ο Απόλλωνας είναι ένας θεός του ελληνικού πανθέου που δεν φαίνεται να λαμβάνει υπ’ όψιν του τα κομμωτήρια και το κούρεμα. Ο Μαρίνης και άλλοι νεοπαγανιστές είναι άγνωστο τι άποψη έχουν για αυτή την «ακαλλώπιστη» στάση ενός από τους θεούς τους.
3. Οι απόψεις των παγανιστών περί του αναθέματος κατά της φαλάκρας δια μέσω της χρήσης της απατηλής (φαίνεσθαι μη είναι) περούκας ανάγκασαν τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Συνέσιο (370-414 μ.Χ.), απόγονο των Ηρακλειδών και μαθητή της φιλοσόφου Υπατίας, να συγγράψει το «Φαλάκρας ἐγκώμιον», ευθυμογράφημα έναντι του έργου του φιλόσοφου Δίωνα «κόμης ἐγκώμιο», όπου ζητά να καταδείξει πόσο καλύτερη είναι η φαλάκρα από την κόμη, διότι τα ηλιθιότερα ζώα είναι και τα πιο τριχωτά, ενώ ο άνθρωπος με πολύ λίγο τρίχωμα είναι ο εξυπνότερος ή ότι αν κάποιος καλλιτέχνης θέλει να παραστήσει σοφούς, τους αναπαριστά φαλακρούς στα μουσεία, ενώ τους μοιχούς και τους κίναιδους με μαλλιά. Αλλά και ανάμεσα στα κυνηγετικά σκυλιά τα πιο έξυπνα είναι εκείνα που δεν έχουν τρίχες στα αυτιά και στην κοιλιά, έτσι ώστε να συμπεραίνει κανείς ότι οι τρίχες είναι ένδειξη έλλειψης φρονήσεως. Η φαλάκρα έχει υπέρ την στιλπνότητα και την λειότητα και θυμίζει την πανσέληνο.
4. Αντιφυσικές, λοιπόν, για τον συγγραφέα, ορισμένες κομμώσεις.
5. Πρακτική απόδειξη της πλάσεως των θεών από τους ανθρώπους (θεοί φτιαγμένοι κατά εικόνα και ομοίωση ανθρώπων παρά το αντίθετο της Ορθόδοξης Θεολογίας).
6. Περίπτωση όπου η «μόδα» έρχεται σε καθαρή αντίφαση με την προάσπιση της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας σε κάποιον λ.χ. πόλεμο. Ενώ η κατάργηση της «μόδας» είναι από όλους αποδεκτή για την επιτέλεση ενός ανώτερου σκοπού, ως ελέχθη λ.χ. για την προάσπιση της πατρίδας, εις την περίπτωση του Χριστιανισμού, υπάρχουν αντιδράσεις δια τις συμβουλές, και όχι τις στρατιωτικές διαταγές επιταγές, περί της (λειτουργικής) εμφάνισης.
7. Οι αντίμαχοι του Χριστιανισμού, νεοπαγανιστές, δεν αντιμάχονται καθόλου τέτοιες φιλοσοφικές κομμωτικές «διακρίσεις», πράγμα που διαρκώς κάνουν για τους Χριστιανούς και τις συνοδικές τους αποφάσεις.
8. Εδώ ως βλέπει κανείς, οι Χριστιανικοί Συνοδικοί Κανόνες, αποτρέπουν και από τις αφελείς κοινωνικές διακρίσεις βάση της «μόδας». Η μόδα είναι μέσω βασικά κοινωνικής διάκρισης και όχι εμφάνισης. Σήμερα οι ακριβοί οίκοι μόδας δέχονται παραγγελίες «διασημοτήτων» για την κατασκευή ρούχων και άλλων «μοδάτων» παρελκομένων σε απαγορευτικές τιμές για την πλειοψηφία των υπολοίπων ανθρώπων της «άσημης» κοινωνίας. Απλά κομμάτια ύφασμα κοστίζουν εκατομμύρια και φοριούνται κατ’ αποκλειστικότητα μόνο για μια βραδιά και για ένα κοσμικό γεγονός (event).
9. Από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα, η λεγόμενη «μόδα» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται για να δηλώσει κοινωνικές τάξεις και διαφοροποιήσεις. Σήμερα τα πανάκριβα ρούχα «σχεδιαστών», αφορούν τους οικονομικά δυνατότερους, ως τις διασημότητες, «celebrities», με απώτερο σκοπό την διαφήμιση προτύπων δια μέσω αυτών.
10. Η ατημέλητος κόμη των Χριστιανών, ήταν μόδα εις τους Ρωμαίους. Όμως αν και οι νεοπαγανιστές μάχον