Ακόμη ένα έργο της μ.Χ. αρχαιότητας, πέρα από τον «Αληθή Λόγο» του Κέλσου, το οποίο έχει αναχθεί από τους σύγχρονους νεοπαγανιστές σε «Πεντάτευχο» του θρησκευτικού εθνικιστικού τους κινήματος, είναι το «Κατά Χριστιανών» του Πορφύριου. Έργο που σήμερα στο μεγαλύτερό του μέρος λείπει από την παγκόσμια φιλοσοφική κληρονομιά, διότι στο πέρασμα της ιστορίας, εκείνοι που διάλεξαν το παράδειγμα του Μ. Αλεξάνδρου, να «λύνουν» τον Γόρδιο Δεσμό με το σπαθί τους δεν έλειψαν, αλλά αντίθετα περίσσεψαν. Μέσα στην δική τους, ηγεμονική πολλές φορές αποφασιστικότητα, είχε σχηματιστεί η εντύπωση πως ο Θεός έχει ανάγκη βοήθειας το κάθε μέσο. Αυτή η αποφασιστικότητα ορισμένων, στέρησε από την ανθρώπινη πολιτισμική βιβλιοθήκη τα έργα του Πορφύριου. Για κάποιους δικαιολογημένα, για άλλους όχι. Όπως και να έχει, τα έργα του Πορφύριου δεν ήταν, ούτε είναι αδύνατον να μην απαντηθούν. Αυτό μόνο φανατικοί μπορεί να το πιστέψουν· φανατικοί, διότι ο Πορφύριος δεν άφησε κανένα άλλο ιδιαίτερης αξίας λόγου συγγραφικό έργο. Κάποιοι πιστεύουν όμως, ότι η μάχη του προς τα Ευαγγέλια δεν είναι δυνατό να λάβει απάντηση, ως ο Πορφύριος να τυγχάνει ο σπουδαιότερος σοφός όλων των εποχών ή ως τα Ευαγγέλια πράγματι να έχουν θεολογικά ψεγάδια. Κάτι τέτοιο όμως δεν αληθεύει. Κι αυτό ασφαλώς δεν αποδεικνύεται από την παρούσα, ούτε από την διαρκή μέσα στον χρόνο αντίστασή τους στην όποια κριτική, είτε αυτή είναι φιλοσοφική, είτε αθεϊστική, είτε αγνωστικιστική. Αποδεικνύεται μόνο από την ύπαρξη του Ζωντανού Θεού.
|
|

Πορφύριος, Νεοπλατωνικός, Κατά Χριστιανών, Σειρά: Οι τελευταίοι Έλληνες Εθνικοί, Εκδόσεις Θύραθεν.
Άγιο Ευαγγέλιο, Επιστολές Αποστόλων, Προς Εφεσίους - Προς Φιλιππησίους, Κεφ. ς΄ 14 - 18
Κείμενο : http://homepages.pathfinder.gr/AKADEMIA/site/filosofy/porfyrios1.htm
Από το έργο του Μακαρίου του Μάγνητος «Αποκριτικός προς Έλληνας»
ΙΙ,12. Οι ευαγγελιστές δεν μεταφέρουν μαρτυρίες, απλώς επινόησαν τα όσα συνέβησαν στον Ιησού. Ο καθένας τους, βλέπετε, έγραψε για τα πάθη του πράγματα που δεν συμφωνούν με των άλλων. Γιατί ο ένας εξιστορεί ότι στον εσταυρωμένο προσέφερε κάποιος ένα σφουγγάρι που το ‘χε γεμίσει ξύδι... (αυτό λέει ο Μάρκος). Άλλος τα λέει διαφορετικά: όταν έφτασαν στον τόπο που λεγόταν Γολγοθάς, του έδωσαν να πιει κρασί ανακατωμένο με χολή. Το γεύτηκε και δεν θέλησε να το πιει. Κι λίγο παρακάτω· την ένατη ώρα έβγαλε φωνή μεγάλη ο Ιησούς: ελωείμ, ελωείμ, λεμά σαφαχθανεί, που θα πει, θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες; Αυτά είναι του Ματθαίου. Άλλος ισχυρίζεται: βρισκόταν καταγής ένα αγγείο γεμάτο ξύδι. Αυτό το γεμάτο ξύδι σκεύος μαζί με ύσσωπο δεμένο του το έφεραν στο στόμα· και μόλις ήπιε το ξύδι ο Ιησούς, είπε, «τετέλεσται»· έγειρε το κεφάλι και παρέδωσε το πνεύμα. Ετούτο είναι του Ιωάννη. Άλλος λέει: και βγάζοντας φωνή μεγάλη είπε, «πατέρα, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου». Αυτό τυχαίνει να είναι του Λουκά. Εξιστορήσεις από δεύτερο χέρι, διαφορετικές μεταξύ τους, θαρρείς και τα παθαν πολλοί και όχι ένας! Γιατί αν ο ένας γράφει, «εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου» κι ο άλλος γράφει «τετέλεσται», κι ο τρίτος «θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;», κι ο τέταρτος λέει «ο θεός, θεός μου, εις τί ωνείδισάς με;», είναι ολοφάνερο ότι η μυθοπλασία παρουσιάζει ασυμφωνίες· είτε εμφανίζει περισσότερους από έναν εσταυρωμένους ή κάποιον που ενώ είχε κακό τέλος, δεν άφησε σε όσους βρίσκονταν εκεί μια ανεξίτηλη εικόνα του πάθους του. Αν ετούτοι (οι ευαγγελιστές), επειδή δεν ήξεραν να μας πουν πως πέθανε στ’ αλήθεια, έκοψαν κι έραψαν την όλη ιστορία, έπεται ότι και τα υπόλοιπα δεν μας τα διηγούνται με καθαρότητα. [α]
Πριν σε μελετήσω Πορφύριε, άκουσα πολλά και διάφορα για την σπουδή σου. Πως είσαι μέγα σοφός και γνώστης της θύραθεν παιδείας, με τέτοια ικανότητα ενάντια στων Χριστιανών την πίστη, που ακόμη και αυτοκράτορες των Ρωμαίων σε κυνήγησαν καταστρέφοντας τα απίθανα γραπτά σου. Όμως με αυτή την πράξη τους, αντί να νικήσουν την ασέβειά σου, κατάφεραν και ηρωοποίησαν την αμετανοησία, μετατρέποντάς την σε ανεξίτηλο της ιστορίας θρύλο. Απείραχτα θα ‘πρεπε οι αυτοκράτορες να άφηναν τα γραπτά σου, μνημεία χείριστης δοξασίας στο πέρασμα του χρόνου.
Κάποιοι μάλιστα εμφανίστηκαν για να τα πολεμήσουν, και αν κρίνω από την ικανότητά σου, δύσκολο έργο θαρρώ γι’ αυτούς δεν πρέπει να ’ ταν. Αλλά κι αυτούς οι αυτοκράτορες τους αποστόμωσαν, με το να δώσουν τέλος επίσης στα συγγράμματά τους. Όποιος στο σπαθί εκπαιδεύτηκε από μικρός, με αυτό έμαθε να λύνει και να δένει· όπως ο Μ. Αλέξανδρος στους Έλληνες κάποτε φανέρωσε την αποφασιστικότητα και την μοναδική προσωπικότητά του, σαν τον Γόρδιο δεσμό κατέλυσε με ένα γρήγορο χτύπημά του κοφτερού σπαθιού του. Εγώ, αλήθεια είναι πως σπαθί δεν έχω σαν του Μ. Αλέξανδρου ή σαν των αυτοκρατόρων, αλλά τα Ευαγγέλια μιλούν για άλλο (1) και αυτό μόνο αν το θέλει ο Θεός μπορεί να κινηθεί απέναντί στα γραπτά σου.
Σοφός εσύ μπορεί για κάποιους να είσαι, αλλά μπορώ να πω ότι σε απατά πολύ το γέρο μνημονικό σου, σαν λες πως ένας ευαγγελιστής περιγράφει τον Χριστό να πίνει κρασί παρέα με χολή και άλλος να πίνει ξύδι. Διότι θαρρώ και οι τέσσερις ευαγγελιστές παρέα συμφωνούν (2) πως ξύδι Τον πότισαν οι δεσμοφύλακές Του· ενώ ο ένας από αυτούς επιπλέον ανάφερε, πως μέσα στο ξύδι υπήρχε και χολή. Και οι Ρωμαίοι σίγουρα γνώριζαν τον λόγο αυτού του μίγματος τους. Θαρρώ και στην Ελλάδα του Περικλή, κάποτε πίνανε μπόλικο κρασί, αν και μέσα του ξέρω πως έχυναν μπόλικο νερό ή καμιά φορά και μέλι. Έτσι τι και αν κάποιος αρχαίος ποιητής έγραφε για το κρασί των συμποσίων, δίχως να αναφέρει το νερό ή δεν ανέφερε το μέλι; Κανείς δεν τον παρεξηγούσε. Όλοι γνώριζαν, χωρίς κανείς να χρειάζεται να τους το ξεκαθαρίσει, πως εκείνο το κρασί μέσα του είχε νερό και καμιά φορά και μέλι. Εσύ, που το ξύδι και την χολή δεν μπορείς να αντιληφθείς ως μείγμα δύο συστατικών, φοβούμαι πως ούτε το αρχαίο ελληνικό κρασί ξέρεις να μας πεις, αν και σε πόσα μέρη ξεχωριστά διαιρείται. Αλλοίμονο λοιπόν στην κακία που περνιέται για σοφία, επειδή στρέφεται ενάντια σε Εκείνον που λογίστηκε για Θεός και των Ελλήνων και των Ρωμαίων, αλλά και των Ιουδαίων.
Φτάνοντας στο θάνατο του Ιησού εις τον σταυρό, και την φωνή που Εκείνος άφησε, είπες πως όλα αυτά είναι μυθοπλασίες ασύμφωνες για το λογικό σου. Θα σου έλεγα πως δεν διαφέρεις από τον άλλο τον σπουδαίο φιλόσοφο τον Κέλσο, και αμφιβάλλω αν ποτέ σε ελληνικό θέατρο επήγες, ακόμη και αν αργότερα χαρακτηρίζεις τον Ιησού ως θεατρίνο και μιλάς και για τις θεατρικές τις παραστάσεις [Πρβλ. III, 19]. Διότι αν στο τέλος κάποιας θεατρικής παράστασης ρωτούσες έναν έναν τους θεατές για αυτά που παρακολούθησαν, μάλλον διαφορετικά γεγονότα θα θυμόνταν ο καθένας και αυτό θα οφείλονταν στις έξεις και τα ενδιαφέροντα του. Εκεί δεν θα τολμούσες να αντιπροτείνεις πως αυτά που περιέγραφαν αυτοί τα κατέβασαν από το μυαλό τους. Ίσως να θέλεις να σκεφτείς, πως στο θέατρο κάποιοι τουλάχιστον από αυτούς θα συμφωνούσαν στην περιγραφή των ρόλων. Μα νομίζω ακόμη και εκεί που παρακολουθούν πολλοί, κάπου υπάρχει διαφωνία· όχι γιατί παρακολούθησαν κάποιο διαφορετικό έργο, αλλά διότι ο καθένας από το έργο θυμάται διαφορετικά αποσπάσματα, όπως σου είπα παραπάνω, και ο καθείς θα περιέγραφε την σκηνή που περισσότερο θυμόταν, ενώ κάποια άλλη πιθανόν να την ξεχνούσε ή να την θεωρούσε λιγότερο σημαντική ώστε κι σ’ αυτή ν’ αναφερθεί. Αν κρίνω από το δικό σου μνημονικό για το ξύδι και την χολή, τότε δεν μπορεί να σφάλλω. Και πιστεύω πως εκείνος ο θεατής, θα ξεχνούσε ακόμη περισσότερα αν τυχόν τον ερωτούσες πολλά χρόνια μετά την παράσταση. Άλλωστε δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις, στο ότι οι Ευαγγελιστές σε πολλά σημεία συμφωνούνε, ενώ σε άλλα παραθέτουν ότι διαφορετικό θυμάται ο καθένας. Νομίζω πως και οι θεατές στο θέατρο δεν θυμούνται ποτέ όσα είπε ο ηθοποιός, πέρα από μερικές ελάχιστες και μετρημένες φράσεις. Οι τέσσερις απόστολοι αν και διαφέρουν σε ελάχιστα, πρέπει να παραδεχθείς πως τα περισσότερα πολύ καλά φαίνεται πως τα θυμούνται και όλες οι διηγήσεις τους δεν φαίνεται να έχουν διαφορά περισσότερη από τις παραλλαγές των ποιημάτων του Ομήρου, που τραγουδούσαν στην Ελλάδα διάφοροι ποιητές από γενιά σε γενιά, μες τα παλάτια κάποιων ως λέγεται ενδόξων βασιλιάδων.
Θα σου έλεγα ακόμη, πως για να μπορείς να κατηγορήσεις δίκαια τους τέσσερις ευαγγελιστές για μυθοπλασίες, θα έπρεπε να μπορούσες να τους έχει τώρα μπρος σου και σε διάφορες ερωτήσεις να τους υποβάλλεις, για να δεις αν ταυτόχρονα αντιφάσκουν διαγράφοντας με αποφατικό συμπέρασμα ο ένας την μαρτυρία του άλλου. Στα Ευαγγέλια των μαθητών θαρρώ κάτι τέτοιο δεν μπορείς ξεκάθαρα να εφαρμόσεις, εφόσον αρνητική απόφαση το ένα δεν έχει έναντι του άλλου.
Ας μην αναφερθώ όμως άλλο, σε αυτούς του Χριστού τους μαθητές, εφόσον δεν φαίνεται να τους έχεις εμπιστοσύνη και ας φέρω για παράδειγμα και πάλι τους θεατές του ελληνικού θεάτρου. Αν λοιπόν τέσσερις θεατές, ακόμη και από τους πιο ξύπνιους, μετά από μια θεατρική παράσταση που λάμβανε χώρα συνεχόμενα και χωρίς διακοπή για τρία ή τέσσερα χρόνια (3), σε ανάκριση τους έθετες και κατόπιν σε καθέναν από αυτούς παρουσίαζες όσα διαφορετικά είπαν μεταξύ τους, πιστεύω πως γρήγορα θα θυμούνταν όσα ίσως να ξέχασαν με την πάροδο του χρόνου. Αυτό όμως ποτέ δεν θα δήλωνε πως έλεγαν ψέματα, επειδή εσύ έτσι θα ήθελες με παρρησία να συμβαίνει. Και αν πρόσεχες ιδιαίτερα τα λεγόμενα των αποστόλων που παραθέτεις (4), θα έβλεπες πως ανάμεσα στις μαρτυρίες τους φαίνεται πως λείπει κάποιος χρόνος· δεν είναι δυνατόν τέσσερεις άνθρωποι που περιγράφουν παρελθόντα γεγονότα να περιγράφουν ακριβώς τις ίδιες χρονικές στιγμές, λες και ο χρόνος πάγωσε μέσα στο μυαλό τους ίσα και όμοια· μα ούτε θα μπορούσαν να τις περιγράψουν και όλες. Διότι γεγονότα τριών ετών δεν είναι δυνατόν να περιγράφονται πλήρως μέσα σε μερικές σελίδες. Άλλωστε, ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ τέσσερα βιβλία τεσσάρων διαφορετικών ανθρώπων, που μιλούν για το ίδιο ένα πρόσωπο με ακριβώς τα ίδια λόγια. Τότε θα υπέθετα πως ένα είναι το πρόσωπο που γράφει αυτά τα τέσσερα βιβλία, παρά όπως υπέθεσες εσύ, ότι περισσότεροι του ενός Ιησού υπάρχουν. Και το ίδιο γνωρίζουμε όλοι μας πολύ καλά για την ιστορία του Αλέξανδρου του Μέγα. Πολλοί γράψανε γι’ αυτόν και αυτό εύκολα το αντιλαμβάνεται ο καθείς από τα διαφορετικά μεταξύ τους ιστορικά βιβλία. Κι όλοι καλά γνωρίζουμε πως αντιγραμμένα, και δηλαδή ίδια στο περιεχόμενο, βιβλία ανήκουν ασφαλώς στον ίδιο συγγραφέα. Εσύ όμως θες να αποδείξεις το αντίθετο εις την περίπτωση των Αποστόλων· επειδή όμως είναι αδύνατο να τα καταφέρεις, άφησες την αμνησία σου να σε οδηγήσει σίγουρα στο δρόμο της απώλειας και της κάλπικης συγγραφικής αθανασίας.
ΙΙ, 13. Σε άλλο κεφάλαιο θα δειχτεί ότι ολόκληρη η ιστορία του θανάτου του ήταν αποκύημα φαντασίας. Γράφει ο Ιωάννης: «Μα όταν ήλθαν στον Ιησού, βλέποντας πως ήταν ήδη νεκρός, δεν συνέτριψαν τα σκέλη του· μόνο ένας από τους στρατιώτες εκέντησε με τη λόγχη τα πλευρά του κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό.» [Ιωάννης, 19.33]·
Μόνο ο Ιωάννης το είπε αυτό. Κανείς από τους άλλους. Να γιατί θέλει να καταθέσει και την εξής μαρτυρία για να στηρίξει τα λεγόμενα του: «Κι εκείνος που τα είδε έχει δώσει μαρτυρία γι’ αυτά, κι είναι αληθινή η μαρτυρία του.» [Ιωάννης, 19-35]· Αυτή τη δήλωση, νομίζω, μόνο ένας ανόητος θα την έκανε. Πώς θα μπορούσε να ‘ναι αληθινή μια μαρτυρία, όταν δεν αφορά σε πραγματικό συμβάν θανάτου; Οι μαρτυρίες δίνονται για πράγματα υπαρκτά. Για τα ανύπαρκτα τι μαρτυρία να δοθεί;
Σωστά λες πως την μαρτυρία αυτή την καταθέτει μόνο ο Ιωάννης και όχι και οι άλλοι ευαγγελιστές. Η αλήθεια είναι, πως δεν μπορώ να γνωρίζω γιατί αυτό σου φαίνεται απίστευτο ή απίθανο ή αποκύημα της φαντασίας όπως λες. Και θα σου εκθέσω αμέσως το δικό μου λόγο. Ας κάνουμε την υπόθεση, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, πως η εξιστόρηση του θανάτου του Ιησού από τον Ιωάννη δεν είναι αληθής, επειδή την μαρτυρεί μόνο και μόνο, ως λες, αυτός ο ένας. Και σε ρωτώ λοιπόν· όταν οι άλλοι τρεις ευαγγελιστές αναφέρουν την ανάσταση του Χριστού (6) από τους νεκρούς, δεν προϋποθέτουν άραγε πως ο μετέπειτα αναστημένος πέθανε, πριν αναστηθεί ή όχι; Ας αφήσουμε την λογική να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, παρά την αβέβαιη φαντασία ενός φιλοσοφημένου συγγραφέα πλουμιστών, ως ο κολεός, ψεμάτων.
Η μαρτυρία του Ιωάννη λοιπόν, δεν ήταν καθόλου ανόητη· διότι την στιγμή που του έμπηξαν την λόγχη, αυτός ακόμη βρίσκονταν στον Γολγοθά και είδε τα γεγονότα από πρώτο χέρι (7). Η δήλωση του λοιπόν αυτή, με τούτο έχει να κάνει, πως δηλαδή ήταν αυτόπτης μάρτυρας παρά το ότι του μετέφεραν άλλοι αυτά τα γεγονότα. Και ας μην ποτέ σου το ξεχνάς, πως και τούτος ο Ευαγγελιστής επίσης μαρτυρεί πως δεν αναφέρει όλα τα πεπραγμένα, αλλά συμβήκανε κι άλλα. (8). Γι’ αυτό όμως μιλήσαμε προηγουμένως.
ΙΙ, 14. Υπάρχει ακόμα ένα επιχείρημα σχετικά με την πολυθρύλητη ανάσταση του, που αναιρεί τη σαθρή αυτή δοξασία. Για ποιο λόγο ο Ιησούς, μετά από τα πάθη του, καθώς ισχυρίζεστε, και την ανάσταση του, δεν εμφανίζεται στον Πιλάτο που τον είχε τιμωρήσει ενώ έλεγε πως ο Ιησούς δεν διέπραξε αδίκημα που να επισύρει την θανατική καταδίκη, ή στον Ηρώδη το βασιλιά των Ιουδαίων, ή στον αρχιερέα της ιουδαϊκής φυλής, ή σε πολλούς μαζί και αξιόπιστους ανθρώπους, και πρώτα-πρώτα στη βουλή και το λαό της Ρώμης, ώστε να τον θαυμάσουν και να μην καταδικάζουν ομόθυμα σε θάνατο τους οπαδούς του ως ασεβείς; Παρά εμφανίζεται στη Μαρία Μαγδαληνή, μια γυναίκα χαμηλής υποστάθμης από ένα άθλιο χωριουδάκι, γυναίκα που κάποτε κυριεύτηκε από «επτά δαίμονες»· και εμφανίζεται και σε άλλη Μαρία (άλλη, πάλι, γυναικούλα, μια χωριάτισσα που δεν την ήξερε κανείς), και σε δυο τρεις άλλους, όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτους ανθρώπους· παρ’ όλο που από τα πριν στον αρχιερέα των Ιουδαίων είχε πει ακριβώς τα εξής: «οψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εν δεξιά της δυνάμεως και ερχόμενον μετά των νεφελών», όπως ισχυρίζεται ο Ματθαίος. Γιατί αν εμφανιζόταν μπρος σε διακεκριμένους άνδρες, μέσω αυτών θα πίστευαν οι πάντες, και κανένας δικαστής δεν θα τιμωρούσε τους οπαδούς του ως ψεύτες που επινοούν αλλόκοτους μύθους. Κανένας θεός -όπως και κανένας συνετός άνθρωπος- δεν αρέσκεται να βλέπει να τιμωρείται με την εσχάτη των ποινών τόσος κόσμος για χάρη του. [β]
Νομίζω πως αν συλλογιζόσουν περισσότερο, θα μπορούσες να δώσεις μόνος σου απάντηση στο εαυτό σου. Ας κάνουμε λοιπόν παρέα δύο καθάριες υποθέσεις· ας υποθέσουμε πρώτα ότι ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Αν δεν ήταν Θεός δεν θα εμφανίζονταν τότε στον Πιλάτο, στο λαό της Ρώμης και μήτε και στον Ηρώδη. Από την άλλη δεν θα τον έβλεπε ούτε η Μαρία, μήτε οι μαθητές αλλά ούτε και έπειτα, οι των Ευαγγελίων οι πεντακόσιοι (9). Όμως οι τελευταίοι Τον είδαν και έτσι πρέπει να περάσουμε στην δεύτερη υπόθεση· να υποθέσουμε δηλαδή ότι ο Χριστός ήτανε πράγματι Θεός. Αν λοιπόν ήταν, τότε εκείνοι που Τον καταδίκασαν χωρίς Αυτός να έχει πράξει κανένα αδίκημα άξιο θανάτου, όπως και συ παραδέχεσαι, δηλαδή ο Πιλάτος και ο Ηρώδης, ήσαν εκείνοι οι άνθρωποι της χαμηλής υποστάθμης, παρά η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη η Μαρία που χλευάζεις, επειδή καταγωγή δεν είχε από σπουδαία πόλη. Άλλο και τούτο πάλι. Λες και η καταγωγή διαμορφώνει θετικά τάχατες τους ανθρώπους. Βάλτο καλά στο μυαλό σου φιλόσοφε· από τις μεγάλες και τις σπουδαίες πόλεις δεν προέκυψαν μόνο σοφοί και γνωστικοί πολίτες, αλλά πολλές φορές καθάρματα, φονιάδες, βιαστές, κλέφτες και δολοφόνοι. Παράτα το λοιπόν το επιχείρημα για τα άθλια χωριουδάκια και δες στα αλήθεια πως άθλιοι δεν μπορεί παρά να είναι μόνο οι άνθρωποι παρά τα κτίσματα, το έδαφος και η πλάση. Έτσι ξεκάθαρα σου λέω λοιπόν, ότι σ’ αυτούς που εσύ με μένος προσπαθείς να υποβαθμίσεις, επίλεξε να εμφανιστεί δίκαια ο Θεός. Διότι με εκείνους που Τον καταδίκασαν από την πρώτη στιγμή, αν και πολλά σημεία είχε πράξει ενώπιον των δικών τους των ανθρώπων, δεν άξιζε κανείς να χάνει τον καιρό του. Διότι υπήρχαν πολλοί άλλοι που σαφώς και ήθελαν να κερδίσουν χρόνο από την εδώ παρουσία του Μεγαλοδύναμου Θεού μας. Όλοι οι δουλευτές μέσα στα χωράφια της αυτοκρατορίας μας, γνωρίζουν πόσο πολύτιμες είναι οι μέρες τους για να κάνουν την γη να παράγει στάχυα. Συ αντίθετα επιθυμείς τον Θεό, ως καλό γεωργό της γης μας, να χασομεράει στην έρημο της Αιγύπτου, ενώ τα φυτά στο χωράφι του διψάνε για νερά δροσάτα. Όταν λοιπόν οι γεωργοί γνωρίζουν τι προηγείται έναντι κάποιων άλλων, μην περιμένεις ο Θεός να μην τάχα το γνωρίζει.
Στα γραπτά σου ακόμη με απερισκεψία διερωτάσαι, γιατί ο Ιησούς δεν εμφανίσθηκε στο λαό της βουλής της Ρώμης, ώστε να μην κυνηγούν οι αυτοκράτορες τους ασεβείς ακόλουθούς Του. Πρώτα από όλα εδώ θα μπορούσα να σου πω, ότι οι πολίτες του Ρωμαϊκού λαού, τον Ιησού ποτέ πριν νωρίτερα της ανάστασης δεν είχαν δει, εφόσον δεν ζούσαν στην Γαλιλαία· μα ούτε ποτέ δεν Τον είδαν να πεθαίνει επάνω στον σταυρό. Αν τυχόν και εμφανίζονταν σ’ αυτούς μετά τον θάνατό Του, δεν θα εθεωρείτο κάποιος αναστημένος, εφόσον γι’ αυτούς ποτέ δεν πέθανε, αλλά κάποιος που ήταν από πάντα ζωντανός και που παρίστανε τον αναστημένο. Ακόμη και αν πρότεινες τον Πιλάτο στην βουλή της Ρώμης να πηγαίνει και να δίνει μαρτυρία του θανάτου και της Αναστάσεως του Ιησού, σε διαφορετική θέση νομίζω δεν θα βρίσκονταν από τους μαθητές του δάσκαλού μας· και με την σειρά του θα χαρακτηρίζονταν ψεύτης και ασεβής, με κίνδυνο να χάσει και την ίδια την ζωή του. Δεν ήταν εξ’ άλλου κάποιος αυτοκράτορας ο Πόντιος Πιλάτος· στις διαταγές της Ρώμης υπάκουγε και ας ήθελε ας τολμούσε να πράξει κάτι άλλο από τα ήδη πεπραγμένα. Έπειτα, ακόμη και αν ο Ιησούς σε όλο τον κόσμο εμφανίζονταν σε αυτή την γενεά του Πόντιου Πιλάτου, πάλι μετά η επόμενη γενεά θα έμενε πάντα με την υποψία ή την αμφιβολία. Δεν αλλάζει τίποτα θαρρώ με όσα σοφίσματα προτείνεις ως δήθεν λογική, αντί της πραγματικής και ξάστερης αληθινής μας ιστορίας.
Κατόπιν μας λες, πως κανένας συνετός άνθρωπος δεν θέλει να χάνεται τόσο κόσμος για χάρη ολόδική του. Μα αν δεν κάνω λάθος, όλοι αυτοί οι άνθρωποι που εσύ προτείνεις ως τάχα διακεκριμένους, είναι εκείνοι που καταδίκαζαν άλλους για ασέβεια, παρά ο Θεός ο δικός μας. Αυτό θαρρώ δεν τους κάνει διόλου συνετούς, και τούτο μας προτείνεις με τα λόγια τα δικά σου λίγο παρακάτω στα γραφόμενά σου, σαν λες δηλαδή «το αδίκημα το διαπράττει αυτός που ασκεί βία, όχι αυτός που την υφίσταται» [Πρβλ. ΙΙ, 15]. Και όμως εσύ επιθυμείς ο Θεός των Χριστιανών, εκείνους που ασκούν την βία να διαλέγει για μάρτυρες, παρά τα αθώα θύματα τους. Νομίζω δηλαδή, ότι αν αυτοί ήσαν οι κατάλληλοι άνθρωποι, θα τους είχε επιλέξει από πριν ο Ιησούς, την στιγμή που καθόριζε τους μαθητές Του, παρά κατόπιν της Ανάστασης Του. Διότι διαφορετικά θα συμπεριφέρονταν ως κάποιος που ναι μεν έχει ήδη ακόλουθους, αλλά δεν τους θεωρεί καλούς και άξιους για μαθητές του και τρέχει την τελευταία στιγμή λαχανιασμένος να βρει κάποιους ξένους για αντικαταστάτες. Ένα τέτοιος δηλαδή διδάσκαλος, που αφήνει τους μαθητές και τον λαό του που τον συνόδευε παντού, και προσδοκά να βρει νέους πιστούς ανάμεσα σε εχθρούς που άδικα τον είχαν καταδικάσει, δεν κάνει για την περίπτωσή μας.
Αναρωτιέμαι δηλαδή, αν σύμφωνα με τα λόγια σου, ο Σωκράτης μετά την καταδίκη του θα έπρεπε να ενδιαφέρεται περισσότερο για εκείνους που τον καταδίκασαν, παρά για τους μαθητές του, αφού οι δικαστές δεν φάνηκαν τίποτα να διδάσκονται από αυτόν, μήτε να ενδιαφέρονται να μάθουν. Οι μαθητές του όμως έμειναν σε αυτόν πιστοί, αφού ήθελαν μέσα στην φυλακή από τα νύχια του Χάρου να τον γλιτώσουν. Και ως είδες ο Σωκράτης ως πραγματικός δάσκαλος, μέχρι την τελευταία στιγμή τους δίδασκε, τους νόμους να υπακούν της πόλης της δικής τους. Και αυτοί, ως επάξιοι μαθητές, δεν αντέδρασαν βίαια στην απόφασή του να πεθάνει, δείχνοντας σε όλους μας πολύ καλά, πως την γνώμη του Σωκράτη την σέβονταν πιότερο από την δική τους επιθυμία. Με άλλα λόγια αν δεν κατάλαβες, ακόμη και στον τέλος αποδέχθηκαν αυτόν συνεχόμενα ως δάσκαλό τους, παρά την σκληρή την Αθηναϊκή την πολιτεία. Συ δεν μας λες τίποτα άλλο, παρά πως είναι φρόνιμο ο Σωκράτης και ο Ιησούς, αντί των μαθητών τους την διδασκαλία να ολοκληρώνουν, να χάνουν τον καιρό τους άσκοπα και μάταια με το τσούρμο των άδικων δικαστών τους. Άσε τις σοφιστείες σου Πορφύριε. Ο δάσκαλος είναι γεωργός και σπέρνει εκεί που γνωρίζει ότι φυτρώνει, διότι εκεί που δεν φυτρώνει χάνει τον ιδρώτα του. Νομίζω πως ο Ιησούς ξεκάθαρα το είπε, αλλά εσύ και οι όμοιοι σου ποτέ σας δεν θελήσατε να Τον λάβετε σοβαρά υπ’ όψιν (10).
Εκείνα δε που περιγράφει ο Μάρκος για τα λεγόμενα του Ιησού μπρος από τον αρχιερέα, δηλαδή για τις νεφέλες και την έλευση του Χριστού δεξιά της Δυνάμεως (11), που δεν είναι άλλη παρά ο Θεός, αναφέρονται θαρρώ σε χρόνους μελλοντικούς, διότι αυτές τις νεφέλες δεν τις είδε κανείς, όχι μόνο οι αρχιερείς και οι αξιομνημόνευτοι που λες, αλλά ούτε και οι μαθητές Του, που έγραψαν αυτά για τα οποία εμείς οι δύο μιλούμε.
ΙΙ, 15· Κι αν διαβάσει κανείς με προσοχή εκείνα τα παραπλανητικά στο ευαγγέλιο θα καταλάβει για τα καλά ότι πρόκειται για τερατολογίες: νυν κρίσις εστί του κόσμου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου βληθήσεται έξω. Μα πες μου, για το θεό, ποια είναι αυτή η «Κρίση» που έγινε τότε; Και ποιος άρχων του κόσμου πετάχτηκε έξω; Γιατί αν πείτε «ο αυτοκράτωρ», θ’ απαντήσω ότι ο αυτοκράτορας δεν είναι ο μόνος άρχων, αλλά ούτε και πετάχτηκε έξω. Βλέπετε, είναι πολλοί οι άρχοντες του κόσμου. Αν εννοείτε κάποιον νοητό άρχοντα χωρίς σάρκα και οστά, τότε αυτός δεν είναι δυνατό να «πεταχτεί έξω». Πού να εκσφενδονιστεί, όντας άρχοντας σε τούτο τον κόσμο; Αν εννοείτε ότι κάπου υπάρχει κάποιος άλλος κόσμος όπου θα ριχτεί ο άρχων, υποθέτω ότι θα κατέχετε κάποιες αξιόπιστες πληροφορίες για το ζήτημα αυτό. Αν όμως δεν υπάρχει άλλος κόσμος, εφ’ όσον δεχόμαστε ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχουν δύο κόσμοι, πού θα εκσφενδονιστεί ο άρχων αν όχι μες στον κόσμο όπου τυχαίνει να ζει; Πώς γίνεται τότε, να εκσφενδονίζεται κάποιος και να παραμένει στον ίδιο τόπο; Ή μήπως έχουμε εδώ κάτι παρόμοιο με το πήλινο αγγείο, που όταν συντριβεί χύνεται έξω το περιεχόμενο του, όχι βέβαια στην ανυπαρξία, αλλά πάνω σε άλλο σώμα, στερεό ή αέριο ή άλλης λογής, όπως τύχει; Αν συμβαίνει κάτι παρόμοιο, πράγμα αδύνατον, με το που θα συντριβεί ο κόσμος, όποιος βρίσκεται εντός του θα πεταχτεί έξω· πού έξω όμως, σε ποιον χώρο; Τι χαρακτηριστικά έχει ο χώρος αυτός, πόσο ή τι ύψος έχει, τι βάθος, τι πλάτος και μήκος; Γιατί εφ’ όσον έχει τέτοιες ιδιότητες, τότε πρόκειται για έναν κόσμο. Και ποια η αιτία που ρίχτηκε ο άρχοντας ως ξένος έξω απ’ τον κόσμο; Και πώς έγινε και υπήρξε άρχων, όντας ξένος; Και πώς διώχνεται; Οικιοθελώς ή με το ζόρι; Προφανώς με το ζόρι. Το λέει κι η λέξη. Όταν διώχνεται κάτι, διώχνεται χωρίς τη θέληση του. Όμως το αδίκημα το διαπράττει αυτός που ασκεί βία, όχι αυτός που την υφίσταται. Όσο για τη θολούρα των ευαγγελίων, καλά θα κάναμε να θεωρήσουμε ότι προορίζεται για γυναικούλες κι όχι για άντρες. Γιατί αν θέλαμε να ερευνήσουμε τα ζητήματα αυτά με ακρίβεια, θα βρίσκαμε μυριάδες ασαφείς διηγήσεις στερημένες από κάθε λογικό υπόβαθρο.
Είναι βέβαιο πως σου αρέσει να παριστάνεις τον προσεκτικό, μιας και προτρέπεις άλλους να μελετήσουν εκείνα που καταδεικνύεις, δίχως να γίνονται έρμαια της όποιας ανόητης και κούφιας πλάνης. Μα θαρρώ πως δεν είσαι τόσο δα προσεκτικός, διότι οι απορίες σου από απροσεξία περισσότερο γεννώνται, παρά από κάποιου είδους προσεχτική σπουδή αυτών που πολεμάς. Διότι η κρίση που ξεκίνησε τότε στα χρόνια του Ιησού, βεβαίως έχει να κάνει με πράγματα που ξεκαθαρίζονται μέσα από τα ίδια Του τα λόγια, που άπλετα απαντούν τις απορίες που διατυπώνεις. Και έτσι καθάρια φαίνεται πως η Κρίση είναι η εμφάνιση του Ιησού μέσα στην ιστορία (12) και όποιος την καλή αγγελία δέχεται, τότε εξασφαλίζει σωτηρία, ενώ ο απορρίπτων αυτή κατακρίνεται (13). Θαρρώ πως μια τέτοια απάντηση σου φτάνει, και απ’ όσο μπορώ να δω έλαβες και συ μέρος σε αυτή την κρίση για την οποία ρωτάς, δίχως όμως ποτέ σου να το καταλάβεις. Αυτό κι αν είναι μεγάλη απροσεξία. Για να μην πω ότι αποτελεί και μέγιστη ανοησία.
Ας μιλήσουμε και για τον άρχοντα που βάλλεται έξω. Φυσικά όταν ο Ιησούς μιλούσε για αυτόν, δεν εννοούσε τον αυτοκράτορα αφού γι’ εκείνον άλλα είπε (14)· αλλά ούτε και για άλλους άρχοντες ή βασιλιάδες, αφού όπως σωστά λες, πολλοί ανά τον κόσμο υπάρχουν. Αν ήθελε ο Ιησούς να μιλήσει για όλους αυτούς, θα έλεγε πως θα βληθούν πολλοί έξω, παρά θα διευκρίνιζε πως θα βληθεί μονάχα ένας· σίγουρα δεν μπορείς να απορρίψεις την γνώση Του για τους πολλούς, όταν ο διάβολος τον έβαζε σε πειρασμό και Του έδειχνε τα πολλά βασίλεια του κόσμου (15). Μάλιστα από το ίδιο το συμβάν αυτό μπορώ να πω, ότι αφού ο διάβολος είχε την δύναμη να προσφέρει στον Ιησού όλα αυτά τα βασίλεια με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αν Αυτός εκείνον προσκυνούσε, είναι πράγματι ο άρχων του κόσμου κατά την δική του πάντα μαρτυρία, ακόμη και αν δεν κάθεται πάνω σε κάποιο θρόνο στο παράδειγμά μας. Και ως είδαμε ο Ιησούς δεν απάντησε ότι αυτό δεν θα μπορούσε ο Διάβολος να το πράξει, αλλά αρνήθηκε μόνο την κακή του επιθυμία (16).
Όσο για την εκσφενδόνιση, μπορώ να σου δώσω μερικά στοιχεία για να καταλάβεις κείνο για το οποίο τα Ευαγγέλια μιλούν, αφού φαίνεται ότι λάθος πράγματα υποθέτεις. Όταν λοιπόν ένας άρχοντας βάλλεται έξω, δεν βάλλεται γενικά έξω από την γη, αλλά από την δική του βασιλεία και δεν είναι άλλο αυτής ο βασιλεύς της. Στην Ελλάδα είχαν ένα παρόμοιο σύστημα που το ‘λέγαν εξοστρακισμός και ο άρχοντας ή κάποιος πολιτικός της πόλης της Αθήνας, αν δεν διοικούσε καλά ή ήταν προδότης της πατρίδας, με απόφαση του λαού εβάλλετο έξω από την πολιτεία και πήγαινε να ζήσει αλλού, κάπου μακριά στην εξορία. Ασφαλώς όταν ο άρχοντας εβάλλετο εκτός της αρχαίας πόλης, νομίζω πως έπαυε ταυτόχρονα και η δική του βασιλεία, αφού τον θρόνο άλλο δεν κατείχε, ούτε τους υπηκόους της βασιλείας αυτής όριζε, αλλά την βασιλεία του αυτή την έπαιρνε και την διοικούσε κάποιος άλλος. Στα όσα λέει ο Ιησούς δεν έχουμε να κάνουμε με βασίλεια και θρόνους που κάποιος επάνω τους κάθεται διατάζοντας τους δικούς του υπηκόους, αλλά με βασίλεια που λαμβάνουν χώρα μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου. Και ο Ιησούς λέγει πως η βασιλεία του Θεού επί του κόσμου ξεκίνησε μέσα από τις καρδιές που δέχονται τον σπόρο και λόγο του Θεού (17). Και όσοι τον σπόρο του Θεού δέχονται αποβάλλουν το σπόρο του διαβόλου, που δεν απέβαλε ο Ιούδας (18). Όταν λοιπόν εσύ ρωτάς ποιος είναι ο λόγος που ο άρχοντας του κόσμου βάλλεται έξω ως ξένος, τότε σου λέω πως ο λόγος αυτός είναι ο Ιησούς· και μην απατάσαι ισχυριζόμενος πως ξένος βασιλεία δεν μπορεί να έχει. Διότι πολλά βασίλεια στον κόσμο ξένους βασιλιάδες κάλεσαν στον θρόνο τους ανάλογα με τις περιστάσεις. Στην Σικελία για παράδειγμα, Έλληνες, Καρχηδόνιοι και Ρωμαίοι πολλά έχουν να σε διδάξουν μέσα από την ιστορία, την οποία φαντάζομαι δεν διάβασες ή δεν θέλεις καν να την αναφέρεις στην δική μας λόγια γραμματομαχία.
Ερχόμενος λοιπόν εις την περίστασή μας, μπορώ ακόμη να ισχυριστώ ότι η καρδιά του καθενός, στον ίδιον που την φέρει ανήκει, παρά στον διάβολο ή τον Θεό και ο καθένας αποφασίζει μόνος του σε ποιο βασιλέα θέλει να την χαρίσει (19). Κι αν δούμε αυτά που λες για την βία του εξοστρακισμού, πως δηλαδή το αδίκημα το διαπράττει αυτός που ασκεί την βία παρά εκείνος που την υφίσταται, τότε για βία δηλαδή θα μιλήσουμε από τις καρδιές των ανθρώπων εναντίον του διαβόλου. Υποθέσεις όμως που ισχύουν αλήθεια μόνο για διαφορετικές και άλλες περιστάσεις και όχι για την δική μας. Διότι εδώ καμία βία δεν υπάρχει, εφόσον η καρδιά του καθενός ανήκει εις τον ίδιο· ποιον βασιλέα έχει μέσα της αυτή, δεν είναι τάχα θέμα βίας, αλλά θαρρώ ως σου υπέδειξα ακέραιης ελευθερίας του ιδιοκτήτη. Με τέτοια ελευθερία ο Ιούδας βάζοντας τον διάβολο στην καρδιά του, πρόδωσε τον Ιησού όπως και συ φυτεύοντας την αμφιβολία, έπραξες ομοίως. Αν κάποιοι λοιπόν ασκούν βία, επειδή κουμαντάρουν την καρδιά τους σύμφωνα με τις δικές τους αποφάσεις, τότε σε τίποτα δεν διαφέρουν από σένα.
ΙΙ, 16. Ας ακούσουμε και κείνη την θεατρινίστικη κουβέντα που είπε ο Ιησούς στους Ιουδαίους, κι έχει ως εξής: «Δεν μπορείτε», λέει, «να ακούσετε τα λόγια μου, γιατί σεις κατάγεστε από τον πατέρα σας τον διάβολο [γ], και θέλετε να εκπληρώνετε του πατέρα σας τις επιθυμίες.» [Ιωάν. 8.43-44]
Ξεκαθάρισε μας, λοιπόν, ποιος είναι αυτός ο διάβολος, ο πατέρας των Ιουδαίων. Γιατί όσοι κάνουν το θέλημα του πατέρα τους, καλώς κάνουν και τιμούν τον πατέρα, υποχωρώντας μπρος στη γνώμη του. Κι αν ο πατέρας είναι κακός, δεν είναι σωστό να κατηγορήσεις τα παιδιά του γι’ αυτήν του την κακία. Ποιος λοιπόν είναι εκείνος ο πατέρας, που ικανοποιώντας οι Ιουδαίοι την επιθυμία του δεν άκουγαν τον Χριστό; Εφ’ όσον οι Ιουδαίοι λένε «ένα πατέρα έχουμε, τον θεό», ετούτος καταργεί τη θέση τους αυτή, καθώς ισχυρίζεται: «Εσείς κατάγεστε από τον πατέρα του διαβόλου» [δ], τουτέστιν από τον διάβολο.
Μα ποιος είναι αυτός ο διάβολος και πού τριγυρνάει, και ποιον διέβαλε, ώστε να του κολλήσουν αυτό το παρατσούκλι; Γιατί φαίνεται πως δεν είναι το κανονικό του όνομα αυτό, αλλά το οφείλει σε κάποιο συμβάν, που αν το πληροφορηθούμε σωστά, τότε πια θα ξέρουμε. Αν ονομάζεται διάβολος εξ αιτίας κάποιας διαβολής, ανάμεσα σε ποιους ανθρώπους εμφανίστηκε και διέπραξε την απαγορευμένη πράξη; Γιατί θα φανεί εδώ ότι αυτός που δίνει πίστη στις διαβολές φέρει την ευθύνη διότι είναι εύπιστος, ενώ τη μεγαλύτερη αδικία την υφίσταται το θύμα της διαβολής. Και θα φανεί ότι την αδικία δεν τη διαπράττει ο ίδιος ο διάβολος, μα εκείνος που έμμεσα του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Όπως δεν φταίει εκείνος που σκοντάφτει νύχτα πάνω σ’ ένα παλούκι, μα εκείνος που έμπηξε το παλούκι στο δρόμο, έτσι και στην περίπτωση της διαβολής το μεγαλύτερο αδίκημα το διαπράττει εκείνος που παρέχει τη δυνατότητα της διαβολής, όχι εκείνος που τη χρησιμοποιεί ή την υφίσταται.
Πες μου όμως· αυτός ο διάβολος διακατέχεται από πάθη, ή όχι; Αν δεν διακατέχεται από πάθη, δεν θα διέβαλλε ποτέ. Αν όμως είναι εμπαθής, δικαιούται τη συγγνώμη μας· ακριβώς όπως δεν κατηγορούμε ως άδικο κάποιον που υποφέρει από φυσική αρρώστια, αλλά πάνω απ’ όλα τον οικτίρουμε για τα βάσανα του.
Για θεατρινισμό τον Ιησού φαίνεται πως με τα λόγια σου κατηγορείς, αν και για ζητήματα θεάτρου φαίνεται πως λίγα, και όσα μόνο σε συμφέρουνε, γνωρίζεις. Διότι με την ίδια αυτή κατηγορία επί θεατρινισμού, νομίζω πως ο Ιησούς κατηγόρησε πολύ πριν από σένα κάποιους άλλους· κατηγόρησε δηλαδή αυτούς τους Ιουδαίους που εσύ εδώ υπερασπίζεις, όταν τους ξεκαθάριζε πως ο Διάβολος είναι ψεύτης· (20) και εκείνοι σαν αρνητές της αλήθειας (21), δεν μπορεί να είναι παιδιά του Θεού που είναι η αλήθεια, μα μόνο του ψεύτη του διαβόλου. Βλέπεις υποκρίνονταν αυτοί πως αγαπούσαν τον Θεό ως πατέρα τους, αλλά για τον Ιησού δεν ήταν πλέον παιδιά Του. Αυτό νομίζω πως είναι ο θεατρινισμός. Να παριστάνεις πως είσαι ο γιος κάποιου, και εκείνος να μην είναι ο πατέρας σου. Σωστά λοιπόν κατηγόρησε ο Ιησούς, όχι όπως λες εσύ τα παιδιά για την κακία του πατέρα, αλλά τα παιδιά για την δική τους την κακία, δηλαδή για την συνήθειά τους αυτή να λένε ψέματα για το ποιος είναι πραγματικά ο πατέρας ο δικός τους. Κι όπως και συ μας είπες «Κι αν ο πατέρας είναι κακός, δεν είναι σωστό να κατηγορήσεις τα παιδιά του γι’ αυτήν του την κακία» αλλά είναι πολύ σωστό να κατηγορείς τα παιδιά του λέγοντας πως θέλουν να εκπληρώνουν του πατέρα, τις κακές επιθυμίες (22) που όμως Εκείνος δεν τις έχει.
Αν λοιπόν, ως λέγεις, τα παιδιά οφείλουν να ακούνε τον πατέρα τους, τότε θα σε ρωτούσα ποιον πατέρα έλεγαν πως είχαν οι Ιουδαίοι; δεν έλεγαν οι ίδιοι, και συ καλά το θυμήθηκες, πως είχαν τον Θεό; Μόνο όμως που δεν Τον άκουγαν και δηλαδή ως λες διόλου δεν Τον τιμούσαν. Αν λοιπόν για σένα δεν είναι ορθό να κατηγορείς τα παιδιά για την κακία του πατέρα, από την άλλη είναι το ίδιο λάθος να κατηγορείς τον πατέρα για τις κακίες των παιδιών. Και νομίζω πως ο Ιησούς αυτό ήθελε να αποφύγει με αυτή του την κατηγορία προς τους Ιουδαίους (23).
Ας περάσουμε όμως και σε εκείνα που δηλώνεις για τον διάβολο και τις διαβολές του. Μιας λοιπόν και δεν τον γνωρίζεις ας στον συστήσω. Ο Διάβολος ήταν ένας άγγελος, ένα πλάσμα ανάμεσα σε τόσους άλλους πλασμένους από τον Θεό αγγέλους, που θέλοντας να εξυψωθεί ενώπιον του Θεού από υπερηφάνεια, απέβαλλε από μέσα του το Φως της μετοχής εις την άκτιστη Φωτεινή, την Θεϊκή την Χάρη και σκοτείνιασε, γινόμενος ένας μαύρος άγγελος ή αλλιώς ένας δαίμονας. Η διαβολή του άρχισε όταν θέλησε να παρασύρει ενάντια στον Θεό και τον άνθρωπο και για να τον πλανέψει του είπε λίγα αλλά σπουδαία ψέματα. Ο Θεός δεν ήθελε τον άνθρωπο να γνωρίσει το κακό με την μετοχή σε αυτό, αλλά με την γνώση του καλού που θα του έδινε ο ίδιος ο Θεός. Ο Διάβολος βάζοντας τον άνθρωπο να παρακούει τον Θεό, υποσχόμενος την παντοδυναμία και την θέωση του με επανάσταση στην αγαθή Θεία βούληση, παρά με συμμετοχή σε αυτήν, τον έθεσε και αυτόν εκτός της Θείας Χάρης· ο άνθρωπος έπεσε στην δουλεία του θανάτου και άρχιζε να οριοθετεί μόνος του τόσο το κακό όσο και το καλό, αλλά βέβαια εσφαλμένα [Πρβλ. Σεβεριανό].
Από την μια λοιπόν έχεις δίκιο σαν λες πως αυτός που δίνει πίστη στις διαβολές είναι εύπιστος και πως την μεγαλύτερη αδικία την υφίσταται το θύμα τους, διότι στην περίπτωσή μας ο άνθρωπος Αδάμ ως εύπιστος έχασε, πρόσκαιρα τουλάχιστον, την αθανασία την οποία χορήγησε και πάλι σ’ αυτόν και στους απόγονούς του ο Ιησούς με την ανάστασή Του. Από την άλλη δεν νομίζω πως έχεις δίκιο σαν λες, πως την μεγαλύτερη αδικία την διαπράττει εκείνος που δίνει το δικαίωμα της διαβολής, παρά εκείνος που την διαπράττει. Αν αλήθεια μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο, τότε θα έπρεπε να κατηγορείς τον πατέρα, επειδή ο γιος του τυχαίνει να είναι κλέφτης [Πρβλ. Quaestiones XIV et XV]. Όμως γνωρίζεις πολύ καλά πως εσύ ήσουν εκείνος που διαχώρισες την κακία του πατέρα από τα παιδιά του, όταν νωρίτερα υπεράσπιζες τους Ιουδαίους· να που τώρα κατ’ αντιστροφή επιθυμείς να ρίξεις την κακία ενός παιδιού εις τον δικό του τον πατέρα, επειδή του έδωσε την δυνατότητα γεννώντας τον να γίνει ελεύθερα ένα παλούκι μέσα στο βαθύ πυκνό σκοτάδι.
Ας σου δηλώσω επίσης εδώ, πως και το παράδειγμα με το παλούκι που χρησιμοποιείς δεν κάνει για τα μέτρα τα δικά σου. Διότι πάνω στο παλούκι μες την νύχτα δεν σκοντάφτει κανείς μόνο επειδή είναι εύπιστος, πιστεύοντας κάποιον που του είπε ψέματα πως ο δρόμος είναι ελεύθερος και παλούκι δεν υπάρχει, αλλά ακόμη γιατί το παλούκι είναι άψυχο και βούληση δεν έχει, ενώ ο διάβολος βούληση σαφώς και είχε και έχει, ώστε το ακίνητο παλούκι μες την νύχτα αν ήθελε μπορούσε και να μην το παριστάνει.
Διαφωνούμε ακόμη και σε ένα επιπλέον σημείο· δηλαδή για όσα λες για τα πάθη του διαβόλου. Διότι τα πάθη και οι εμπάθειες μάλλον από έξεις γίνονται παρά από φυσική αρρώστια· και έτσι έχοντας τα πράγματα σίγουρα τον διάβολο δεν οικτίρουμε γιατί βάσανα δεν έχει. Αν κρίνουμε από τα λόγια σου, δεν είναι λοιπόν ο διάβολος εκείνος που υφίσταται τις διαβολές, αλλά το θύμα του ο άνθρωπος, και αυτός είναι εκείνος ο άτυχος εύπιστος που πρέπει να έχει τον οίκτο μας για βάσανά που απόκτησε και που δεν είχε, παρά το ασυμμόρφωτο διαβολικό παλούκι.
Αν λοιπόν, τα λόγια τα δικά σου είναι μεγάλες διαβολές, και συ παριστάνεις το παλούκι, τότε σίγουρα οι εύπιστοι που σε σένα και σε όσα λες πιστέψουν θα υποστούν τα βάσανα της δικής τους, της κακής τους κρίσης· ενώ ευθύνη για όσα λες εσύ θαρρώ πως φέρεις, παρά ο πατέρας και η μάνα που σε γέννησε, όπως ευθύνη θα έχουν και οι εύπιστοι που κατηγόρησες για την δική τους πίστη στις μικρές ή μεγάλες διαβολές σου, παρά οι γονείς που τους γέννησαν και που πιθανόν σήμερα να έχουνε πεθάνει. Και δεν πρέπει να ξεχάσουμε εδώ, πως τις ίδιες αυτές κουβέντες σου, αναίσχυντα αναιρείς σαν πρόκειται αργότερα τον Παύλο να κατηγορήσεις. [Πρβλ. ΙΙΙ.31]
III, 1. Για ποιο λόγο ο Χριστός, ούτε στον αρχιερέα όπου τον οδήγησαν ούτε στον κυβερνήτη δεν είπε ένα λόγο άξιο σοφού και θείου ανθρώπου, ένα λόγο ικανό να τους ανοίξει τα μάτια και να τους κάνει καλύτερους, το δικαστή και τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους; Παρά ανεχόταν να τον χτυπούν μ’ ένα καλάμι, να τον φτύνουν και να του φορέσουν ακάνθινο στεφάνι, σε αντίθεση με τον Απολλώνιο Τυανέα, [ε] που αφού πρώτα τα ‘ψαλε του αυτοκράτορα Δομητιανού, αμέσως μετά έγινε άφαντος από τα ανάκτορα κι ύστερα από μερικές ώρες εμφανίστηκε στην πόλη Δικαιάρχεια -τους σημερινούς Ποτιόλους- μπρος σε όλο τον κόσμο. Μα ακόμα κι αν ήταν θεϊκή εντολή να υποστεί τα πάθη, ο Χριστός όφειλε μεν να υπομείνει την τιμωρία, όχι όμως και να τα υποστεί όλα βουβός χωρίς να μιλήσει διόλου· θα έπρεπε να μιλήσει δυνατά και να πει λόγια σπουδαία και σοφά στον Πιλάτο το δικαστή κι όχι ν’ αφήνει να τον εξευτελίζουν σαν κανένα τιποτένιο του δρόμου. [στ]
Κάποτε μιλήσαμε για διακεκριμένους άνδρες και συ ο ίδιος ανέφερες πως ο Ιησούς καταδικάστηκε σε θάνατο χωρίς ποτέ να πράξει αδίκημα που να οδηγεί αναγκαστικά σε τούτο. Παλαιά στην Αθήνα, ως είπαμε, με παρόμοιο τρόπο δικάστηκε και ο σοφός Σωκράτης σε δικαστήριο με περισσότερους να αποφασίζουν για την τύχη την δική του, από ότι συνέβη στην Ιουδαία. Αν θυμάσαι καλά, ο Σωκράτης παρά τις όποιες σοφές κουβέντες του που έθεσε σε απολογία καταδικάστηκε. Όταν προσπάθησε να πει ακόμη πιο σοφότερα λόγια, καταδικάστηκε ξανά με περισσότερους αυτή την φορά ψήφους ενάντια του. Βλέπεις ορισμένες φορές οι αποφάσεις έχουν ληφθεί πολύ πριν την δίκη, η οποία δεν είναι παρά μια παράσταση για την ιερή ή πολιτική ή νομική, αν θες δικαίωση της απόφασης στα μάτια του υπόλοιπου του κόσμου.
Στην περίπτωση του Ιησού, οι Ιουδαίοι προσπάθησαν να Τον θανατώσουν πολύ πιο πριν και χωρίς δικαστήριο (24) όπως και πάλι ξαναπροσπάθησαν αναζητώντας ψευδομάρτυρες (25). Αν κανείς είναι αθώος και καταδικάζεται σε θάνατο, από αυτούς που εσύ βαπτίζεις διακεκριμένους άνδρες, τότε σε τι χρησιμεύουν οι απολογίες παρά στο να δείξουν ότι, μάλλον ο προ της δίκης καταδικασμένος δεν εννόησε με τι ανθρώπους αδίστακτους είχε από την πρώτη στιγμή να κάνει; Μπορώ να σου πω δηλαδή, ότι αν δεν είναι ένοχος ένας άνθρωπος και καταδικάζεται όμως παρά ταύτα άδικα σε θάνατο από τους δικαστές του, απολογίες δεν ωφελούν, εφόσον οι δικαστές του δεν φαίνονται για δίκαιοι, ώστε να μπορούν με δικαιοσύνη να τις κρίνουν. Αυτό δηλαδή με κάνει να σκέφτομαι, πως περισσότερο εσύ ζητάς τις απολογίες για δικούς σου λόγους παρά θα ενδιέφεραν ποτέ, όπως δεν ενδιέφεραν, τους άδικους δικαστές του Ιησού. Άλλωστε τα τέσσερα βιβλία που ίσως κάποτε κράτησες στα χέρια σου, αποτελούν μια ικανή απολογία του βίου του Χριστού. Όμως δεν φαίνονται να σου γεννούν καμία φανερή διάθεση αθώωσης Του, αλλά αντιθέτως σε οδηγούν στην συνεχή Του καταδίκη. Μην νομίζεις δηλαδή ότι μπορείς να γίνεις πιστευτός, πως δεν θα καταδίκαζες δηλαδή τον Ιησού, αν στα βιβλία αυτά υπήρχαν μερικές λέξεις γραμμένες παραπάνω για τα αυτιά του Πιλάτου ή του Καϊάφα. Διότι εδώ γίνεται λόγος για τα δικά σου τα κουφά αυτιά, παρά για τα δικά τους.
Η σοφία του Ιησού, αν την θες, φαίνεται περίσσεια στην διδασκαλία Του προς τους μαθητές Του και όχι σε μια κάποια παραπανίσια απολογία που εσύ θα ήθελες τώρα να υπάρχει, προς τους τυφλούς τους δικαστές Του. Εκείνος καλά το δήλωσε πριν δικαστεί, πως δεν έχει το αξίωμα ουσιαστικά κανείς να Τον καταδικάσει (26). Έτσι η στάση Του, όταν δηλαδή Τον χτυπούσαν και Τον έφτυναν ως λες, και Αυτός δεν έφερνε καμία αντίσταση (27), περισσότερο μπορώ να δεχτώ πως υπήρξε ως συμφωνία λόγου και πράξης ενός συνετού, παρά ενός τιποτένιου άνδρα. Γιατί αν τα λόγια Του δεν συμφωνούσαν με τις πράξεις Του, τότε θα έστεκαν δίκαια οι δικές σου οι κατηγορίες περί θεατρινισμού, και θα ήταν πράγματι σαν κάποιος τιποτένιος. Όμως και οι δυο μας μπορούμε κάλλιστα θαρρώ να δούμε, ότι ο Ιησούς, δεν ήταν καθόλου θεατρίνος και αυτό για δική σου λύπη παραπάνω. Αυτά που έλεγε τα βίωνε βαθιά μέσα Του και τα εφάρμοζε ώστε να γίνει παράδειγμα και για εμάς τους έπειτα, τους αμαρτωλούς του χρόνου, τους μεγάλους και όχι μόνο για τους σύχγρονούς Του.
Αν δεν σε έπεισαν λοιπόν αυτά τα φτωχά μου λόγια, τότε δες για σύγκριση τον Σωκράτη τον σοφό και τον Απολλώνιο τον Τυανέα. Ο μεν Σωκράτης ο σοφός, διάλεξε σαν τον Ιησού, μέχρι τέλους τα λόγια και τις διδασκαλίες του με πίστη και ακολουθία να υπερασπίζει έναντι των μαθητών του. Ότι δηλαδή τους νόμους της πόλης, σύμφωνα με αυτόν, θα έπρεπε κανείς να υπακούει ακόμη και όταν οι νόμοι αυτοί στρέφονταν ενάντια του. Μάλιστα έλεγε, πως ούτε το άδικο δεν θα έπρεπε κανείς ποτέ να μην το πράττει, ακόμη και αν οι άλλοι επάνω του συνέχεια το εξασκούν με άπλετη μανία. Έτσι ο Σωκράτης ποτέ του δεν το έσκασε, ούτε θέλησε πάνω σε άλλον την αδικία που υπέστη να επιτρέψει ζητώντας να εκδικηθεί. Αντίθετα ο Απολλώνιος ο Τυανέας, περισσότερο νομίζω ενδιαφέρονταν για το πετσί του, παρά για τους όποιους μαθητές του, σαν εξαφανίζονται από δω και εμφανίζονται εκεί, δίχως κανένα σοφό σε μένα λόγο. Αν υπάρχει κάποιος λόγος φανερός, τότε αυτός δεν είναι άλλος, παρά ένας από τους εξής απλούστατους ολίγους δύο: είτε προσπάθεια για σωτηρία με απόδραση από αυτούς που τον κυνηγούν, είτε προσπάθεια γέννησης θαυμασμού ή εντυπωσιασμού για τους θεατές του. Διότι στα αλήθεια δεν γνωρίζω με ποιον όμοιο τρόπο οι μαθητές του θα κατάφερναν να ξεφύγουν από την όποια ενάντιά τους άδικη, αν υποθέσουμε, σκληρή τους καταδίκη, προσπαθώντας να ακολουθήσουν το παράδειγμα της απίθανης εξαφάνισής του, βρίζοντας μάλιστα και τον όποιο δικαστή τους. Διότι αυτοί, μην μπορώντας ποτέ τους να εξαφανιστούν, αφού θα έβριζαν το δικαστή τους, το μόνο που θα κατάφερναν ήταν σίγουρα η με όλα τα μέσα σκληρή τους καταδίκη. Με άλλα λόγια αν δεν με κατάλαβες, εκείνοι που έγραψαν αυτές τις ιστορίες για τον Τυανέα, περισσότερο ήθελαν εντύπωση ανάμεσα στους αναγνώστες να γεννήσουν, παρά αλήθειες να διδάξουν στους όποιους ανίκανους να ανταπεξέλθουν στην βιωματική διδασκαλία του, πιθανούς ακόλουθούς του.
Για τούτο λέγω πως ο Σωκράτης δεν άκουσε τους μαθητές του, ώστε να εξαφανιστεί από την πόλη της Αθήνας με διαφορετικό από τον Τυανέα βέβαια τρόπο, διότι περισσότερο τον ενδιέφεραν οι μαθητές του να ακολουθήσουν τα λόγια τα δικά του, που ως είδαμε τα έκανε εκείνες τις ημέρες πράξη, παρά τον ενδιέφερε η ζωή η δική του, ως ενδιέφερε τον Τυανέα. Αν μελετήσεις λοιπόν και την περίπτωση του Ιησού, τότε θα καταλάβεις πως και Αυτός, απευθύνονταν σε ανθρώπους που ήθελε να τους διδάξει για την ζωή τους· να τους διδάξει δηλαδή το πως θα πρέπει να συμπεριφέρονται και πως να δρουν, όντας μέσα στα όρια της όποιας πολιτείας ως απλοί άνθρωποι, παρά ως μάγοι θεατρίνοι (28). Ο Παύλος μάλιστα πολύ καλά τα κατάλαβε αυτά και τα είπε όχι μία (29) αλλά δύο φορές (30) και πολλές άλλες παραπάνω.
III, 2. Μα και κείνα τα λόγια του Ιησού προς τους μαθητές, γεμάτα ασάφεια και αμορφωσιά: «Μη φοβηθείτε», λέει, «εκείνους που θανατώνουν το κορμί»· κι ο ίδιος αγωνιά και μένει ξάγρυπνος προσμένοντας τα δεινά, και προσεύχεται παρακαλώντας να μη τον βρει το κακό, και λέει στους δικούς του: «μείνετε ξυπνητοί και προσευχηθείτε, για να σας φύγει ο πειρασμός». Αυτά δεν είναι κουβέντες άξιες ενός υιού του θεού, μα ούτε καν ανθρώπου σοφού που περιφρονεί το θάνατο [ζ].
Εσύ Πορφύριε επιθυμείς τώρα δα, να δεις ένα Ιησού να περιφρονεί τον θάνατο, αν και νωρίτερα ζήτησες ωραία λόγια απολογίας μπροστά στους δικαστές του να αρθρώνει ή να εξαφανίζεται από μπρος τους, λες και ανάποδα κυριαρχεί μέσα Του ο τρόμος και ο φόβος, προτείνοντάς μας ως παράδειγμα εκείνες τις πράξεις του φυγάδα, που θεός δηλαδή δεν ήτανε, του Απολλώνιου του Τυανέα. Αυτός και αν έτρεμε πραγματικά για την ζωή του, αφού σε ανάσταση δεν μπορούσε να ελπίζει όπως ο Ιησούς· γι’ αυτό και εξαφανίστηκε και έγινε καπνός μπρος από τον αυτοκράτορα, βάζοντας πολύ ψηλά τα γρήγορα θνητά του πόδια.
Έπειτα μην ξεχνάς, αν δίκαιος θέλεις να είσαι απέναντι στον Ιησού, πως μέχρι εκείνη την στιγμή της φράσης Του αυτής, δεν θα έπρεπε να γνώριζε τι επρόκειτο να Του συμβεί, αν κοινός θνητός στην φύση Του ήταν. Όμως όταν ανάποδα μαρτυράς πως γνώριζε ότι επρόκειτο, έστω και για μερικές μέρες να πεθάνει, ή σοφία ή προφητικό χάρισμα ή θεϊκή φύση ή όλα μαζί, χωρίς να το επιθυμείς μέσα στην φιλοσοφική θολούρα Του αποδίδεις. Και πράγματι όλα αυτά τα είχε, αφού στο τραπέζι νωρίτερα γνώριζε πολύ καλά αυτή του μαθητή Του την κακή την προδοσία, όπως και τον προδότη τον Ιούδα (31)· γνώριζε επίσης πολύ καλά ότι μετά το μαρτύριό Του θα φύγει από τους νεκρούς, που μέσα τους η γη πολύ σφιχτά κρατάει (32).
Ακόμη, αν δεν έλεγα πως παρουσιάζεις μπερδεμένα πολύ τα γεγονότα με όλα αυτά που ξεστομίζεις, τότε θα έπρεπε να υποστήριζα ότι τα έχεις εντελώς χαμένα. Διότι σωστά είπε ο Ιησούς να μη φοβάται κανείς εκείνους που θανατώνουν το κορμί και μετά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα πέρα από αυτό και παραπάνω (32α). Δεν έχει κανένα νόημα να αποκτά κανείς τα πάντα σε αυτό τον κόσμο, αν δεν καταφέρνει να λυτρώσει την ψυχή του (33β). Με άλλα λόγια, θα ’λεγα εδώ, ότι ο Ιησούς δεν φοβόταν εκείνους που φέρνουν το θάνατο του σώματος, γι’ αυτό και δεν τους αντιστάθηκε κατά την σύλληψή Του. Αν στα αλήθεια ο Ιησούς τον θάνατο έτρεμε, και γνώριζε πως αυτός στα σίγουρα θα ’ρχόταν μια για πάντα, τότε θαρρώ θα το έβαζε στα πόδια ως ο θνητός ο Τυανέας, παρά οικιοθελώς θα έπεφτε στα χέρια των εχθρών Του (33). Αν πάλι δεν ήξερε, δεν θα έπρεπε να είχε φόβο, τόσο όσο φάνηκε στην προσευχή Του (34), για τον οποίο λαθεμένα εσύ τον στιγματίζεις. Μα ακόμη περισσότερο δεν θα ζητούσε στον μαθητή Του να βάλει το μαχαίρι του στην θήκη του (35), σαν πήγαν κάποιοι άνανδροι για να Τον συλλάβουν· ούτε και το αυτί θα γιάτρευε του οπλισμένου και αδυσώπητου εχθρού Του (36)· μόνο θα τους άφηνε όλους να αλληλοσπαραχτούν και θα ‘τρεχε μακριά ενδιαφερόμενος μόνο για την πολύτιμη θνητή ζωή Του. Και μην γελιέσαι. Ούτε βεβαίως ο Σωκράτης στην Αθήνα το έσκασε από την φυλακή, αν και θα μπορούσε, μα κανείς για την περίπτωση την δική του δεν υποστήριξε ποτέ ότι ήτανε θεός, ότι έκανε θαύματα, ότι αναστήθηκε ή ότι αναλήφθηκε στους Ουρανούς.
Εκείνος λοιπόν που χάνει την ψυχή του εις την γέεννα του πυρός, είναι εκείνος που υπακούει εις τον Διάβολο και τον βάζει στην καρδιά του [Πρβλ. ΙΙ, 15] αντί του Ύψιστου Θεού. Και ως είδαμε όλοι μας πολύ καλά, ο Ιησούς στο τέλος υπάκουσε στο αγαθό το θέλημα του Θεού Πατέρα(36α), παρά σε εκείνο του πονηρού του διαβολέα· και αυτό ήταν που πάντοτε έπραττε, ακόμη και όταν ο Διάβολος τον προκάλεσε ευθέως, τάζοντάς του παλάτια και βασίλεια σ’ όλη την Οικουμένη. [Πρβλ ΙΙ, 16.] Όσο για την αγωνία του Ιησού, γνωρίζουμε ότι σαφώς υπήρξε· και ο φόβος Του αυτός δεν ήταν άλλος παρά ανησυχία για το χάσιμο της ανθρώπινης ζωής της σαρκικής, όχι ως είπαμε τρόμος των οπλισμένων των εχθρών Του· εκείνοι δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτα κακό για παραπάνω, παρά λυσσαλέα στον σταυρό να τον θανατώσουν. Όμως αν ο Χριστός δεν υπάκουγε στον Ύψιστο Θεό, αλλά στον μοχθηρό τον διαβολέα και δεν δεχόταν το πικρό εκείνο το ποτήρι, τότε τα πράγματα θα είχανε διαφορετικά εξελιχθεί και δεν θα είχαμε τίποτα οι δυο μας για να πούμε.
Ο γλυκός Θεός μας ο Ιησούς, στα αλήθεια θυσιάστηκε για εμάς του δυο και για άλλους πολλούς ανθρώπους παραπάνω. Κι αν Αυτός δεν ένιωθε έστω και ελάχιστη αγωνία για τον σαρκικό τον θάνατο, αν δεν φοβόταν μέσα Του έστω και λίγο για τα βασανιστήρια που του ετοίμαζαν οι εχθροί Του, τότε ποιος ο λόγος να μιλά κανείς για θυσία και προσφορά του Υιού του Ύψιστου Θεού προς τους θνητούς και αμαρτωλούς ανθρώπους (36β); Τι νόημα αγάπης θα είχε δηλαδή ενσάρκωση θεού, που η ψυχή για το σώμα του που θανατώνεται εις άφεση αμαρτιών (36γ) των αγαπημένων Του πλασμάτων, δεν αγωνιά και δεν πονά καθόλου; Ας έμενε εκεί ψηλά στον ουρανό, στον Όλυμπο ή στην Μεγάλη Πυραμίδα της Αιγύπτου. Διόλου δεν θα μ’ ένοιαζε θαρρώ μια τέτοια υποκρισία.
III, 3· Κι ακόμη, μου φαίνεται τελείως ανόητο εκείνο που είπε, «Αν πιστεύατε στο Μωυσή, θα πιστεύατε και μένα, διότι ο Μωυσής για μένα έγραψε.». Όμως δεν σώζεται κανένα γραπτό του Μωυσή. Λένε πως όλα τα συγγράμματα του κάηκαν μαζί με το Ναό. Όσα γράφτηκαν αργότερα επ’ ονόματι του Μωυσή, χίλια εκατόν ογδόντα χρόνια μετά το θάνατο του, τα συνέγραψαν ανακριβώς ο Έσδρα και οι άνθρωποι του. Μα ακόμα και να δεχτεί κανείς ότι ο γραπτός Νόμος είναι του Μωυσή, δεν μπορεί να υποδείξει κανένα σημείο όπου να αναφέρεται ο Χριστός ως θεός ή λόγος του θεού ή δημιουργός. Και τελοσπάντων, από ποιον είχε ειπωθεί πως ο Χριστός θα σταυρωνόταν;
Άκουσα, δίχως να γνωρίζω ότι πράγματι αληθεύει, πως κάποτε πριν αλλάξεις το όνομα σου σε «Πορφύριος», σε αποκαλούσαν Μάλχο, επειδή ήσουν Σημίτης, ίσως Ιουδαίος. Κι αν αλήθεια τέτοιες ρίζες έχεις, μπορώ να σου πω ότι λίγα πράγματα γνωρίζεις για τον χώμα που σε ανέθρεψε, δηλαδή για τον λαό που κατάγεσαι και τα ιερά του τα βιβλία· όπως ασφαλώς λίγα γνωρίζεις και για εκείνα εμάς των Χριστιανών. Διότι είναι μεγάλο ψέμα να λες πως δεν σώζεται κανένα γραπτό του Μωυσή, αφού το ίδιο το παλαιό βιβλίο των πιθανών προγόνων σου πολύ ξεκάθαρα αναφέρει ότι, αν και το βιβλίο του Μωυσή κάποτε εξαφανίσθηκε, ύστερα έπεσε πάλι στα χέρια τα δικά τους (37)· και έκτοτε θαρρώ πως από τα μάτια τους ποτέ δεν χάθηκε ξανά. Μην συνεχίζεις λοιπόν λέγοντας πως ο Εσδράς και οι άνθρωποί του συνέγραψαν ανακριβώς, όσα αντιθέτως υπήρχαν από τα χρόνια του Μωυσή (38).
Η ανακρίβεια λοιπόν, από όσα μπόρεσα να σου δείξω άπλετα φυτρώνει τώρα στο δικό σου το εύφορο χωράφι, παρά εκείνους τους καιρούς στην άγονη έρημο της Ιουδαίας. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε ο Ιησούς ποτέ να είναι ψεύτης και συ εκείνος που λέει την αλήθεια. (39) Διότι αν εσύ ήσουν πράγματι εκείνος που λέει την αλήθεια, τότε το βιβλίο του Μωυσή θα ήταν μέχρι τότε πράγματι χαμένο, ενώ ο Ιησούς, με άλλα λόγια, θα κορόιδευε τους τότε Ιουδαίους, όταν έκανε αναφορά σε ετούτο ονοματίζοντας το έτσι ανάμεσά τους. Όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό δεν είναι δυνατόν· οι Ιουδαίοι πολύ καλά το γνώριζαν πως τα βιβλία εκείνα ήσαν στα αλήθεια του Μωυσή, αφού οι ίδιοι πολλές φορές το δήλωσαν ως είδαμε ξεκάθαρα μέσα στα τέσσερα βιβλία· όπως βεβαίως το δήλωσε και ο Ιησούς (40), αγνοώντας επιδεικτικά την δική σου την λαθεμένη από το πάθος γνώμη. Βέβαια εύκολα υποστήριζες νωρίτερα πως ο Ιησούς άδικα κατηγορούσε τους Ιουδαίους, μιας και καταργούσε την θέση την δική τους· ότι δηλαδή πατέρα δεν έχουν τον Θεό αλλά τον διάβολο. Δύσκολα λοιπόν ξεφεύγεις εσύ από αυτή την δική σου την ίδια την κατηγορία, σαν καταργείς τόσο εύκολα την θέση των Ιουδαίων περί της καταγωγής των ιερών γραφών τους [Πρβλ. ΙΙ, 16].
Έπειτα λες βιαστικά ότι ο Μωυσής ή τα βιβλία του δεν έγραψαν για τον Ιησού σε κανένα τους σημείο. Υποστηρίζεις πως κανείς δεν έγραψε νωρίτερα από τους Ευαγγελιστές, ότι ο Ιησούς είναι Θεός, Λόγος του Θεού, Δημιουργός ή πως κανείς δεν έγραψε τάχα για την σταύρωσή Του. Νομίζω ότι κι αν έστω μόνο ένα σημείο ενάντια σε όσα λες σου υποδείξω, εφόσον εσύ σαν τυφλός κανένα δεν φαίνεται να βλέπεις, θα καταλάβεις ότι έχεις κάνει πολύ μεγάλο λάθος. Και το σφάλμα σου δεν είναι άλλο από το να ψάχνεις πιθανώς την λέξη «Ιησούς» ή «Χριστός» στα βιβλία του Μωυσή. Αν στα αλήθεια ο Μωυσής είχε γράψει την λέξη Ιησούς στα δικά του τα βιβλία, τότε ο Χριστός δεν θα είχε κανένα λόγο να υπαινίσσεται ότι ο πρώτος για Εκείνον γράφει (41), αφού το πράγμα θαρρώ θα ήταν ίσως ξεκάθαρο για όλους και δεν θα χρειάζονταν κανένας υπαινιγμός προς τούτο. Και λέω ίσως, διότι αν η λέξη Ιησούς εμφανίζονταν στον Μωυσή, πιθανόν αργότερα πολλοί να χρησιμοποιούσαν αυτή την λέξη ως όνομα δικό τους. Όμως ποιος θα μπορούσε ποτέ να υπαινιχθεί αλήθεια πως γι’ αυτόν έγραψε ο Μωυσής αν δεν μπορούσε να το αποδείξει κιόλας; Διότι απόδειξη σε αυτό το ζήτημα θαρρώ, το να είναι δηλαδή κανείς Λόγος του Θεού, Θεός και Δημιουργός ο Ίδιος, δεν δίδεται κάνοντας χρήση απλά μιας λέξης. Χρειάζονται πολλά περισσότερα και αυτά νομίζω είναι τα θαυμαστά τα έργα, που όλοι είδαμε και περισσότερο οι Ιουδαίοι, πως δεν λείπανε από του Ιησού τον εξαιρετικό τον βίο.
Άλλωστε, αν λείπανε τα θαυμαστά τα έργα από τον βίο του Ιησού, μόλις Αυτός έλεγε ότι για Εκείνον ο Μωυσής στα δικά του τα βιβλία γράφει, περισσότερο αποστροφή σε όλο το λαό θα προκαλούσε, παρά θα αποκτούσε τόσους φανερούς οπαδούς και ακολούθους Του. Και ακόμη περισσότερο, αν δεν είχε ο Ιησούς τόση δύναμη να αποδείξει έμπρακτα όσα ισχυρίζονταν για τον Μωϋσή και τα βιβλία του, καμία ανάγκη δεν θα υπήρχε οι Ιουδαίοι και οι Ρωμαίοι να Τον σταυρώσουν· ούτε θα χρειάζονταν να παραδοθεί και στον Πιλάτο για μια δίκη που έγινε κρυφά και μες την νύχτα, αφού η χλεύη του λαού θα ήταν η τελεσίδική και οριστική Του δημόσια καταδίκη.
Επειδή όμως όλοι οι οπαδοί σου λένε πως είσαι γνώστης της Ελληνικής παιδείας, δεν μπορώ παρά παράδειγμα να σου φέρω από αυτήν, για να σου καταδείξω την άδική σου κρίση. Στην ιστορία λοιπόν των Μακεδόνων, κάποιος μαντικός χρησμός ανέφερε πως τον Γόρδιο Δεσμό ένας μεγάλος κατακτητής μια μέρα θα καταφέρει να τον λύσει. Ο χρησμός, είναι αλήθεια, πως για τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα ονομαστικά τίποτα δεν έλεγε, ούτε αυτό βεβαίως εκείνος το υπαινίχθηκε ποτέ, μιας και δεν γνώριζε τα μελλούμενα του όπως τα γνώριζε αντίθετα ο Ιησούς για την περίπτωσή την δική Του, αλλά και άλλων. Ασφαλώς εσύ, όπως βεβαίως και κανείς ακόμη παραπάνω, δεν τόλμησε ποτέ και τούτο το γεγονός για τον Αλέξανδρο να αμφισβητήσει· όλοι πλέον αυτόν έχουνε στο νου τους ως πληρωτή της πάλαι προφητείας. Και αν απορείς γιατί κανείς δεν αμφέβαλλε ποτέ, τότε ευθέως σου λέγω λοιπόν πως δεν αμφέβαλλε, γιατί ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος που τον γνωστό αυτόν δεσμό τον έλυσε. Με άλλα λόγια ήταν ο μόνος που εκπλήρωσε εκείνη την αρχαία προφητεία. Έτσι έχουν τα πράγματα και για τον Ιησού.
Η αναφορά του ονόματος ενός λοιπόν μέσα σε μια όποια προφητεία δεν έχει πράγματι καμία σημασία, αλλά αντίθετα έχει μάλιστα πολύ και μεγάλη, θεϊκή θα έλεγα σοφία η παράλειψή του, αφού εκείνος που θα την εκπληρώσει δεν θα είναι πριν σε τίποτα γνωστός. Ειδάλλως πολλοί απατεώνες με το ίδιο όνομα είναι δυνατόν να υπαινιχθούν, πως είναι τάχα οι του παρελθόντος αναφερμένοι, προσπαθώντας δόξα να γευτούν, αν και σε κανένα σημείο δεν την αξίζουν.
Εκείνο που τώρα πρέπει να σου δείξω είναι αν ο Μωυσής μίλησε για περισσότερα από ένα πρόσωπα της θεότητας στα δικά του τα βιβλία. Κάποιος λοιπόν παρουσιάζεται στα βιβλία του Μωυσή ως Θεός και Δημιουργός, εφόσον μαζί με τον Πατέρα κατασκευάζει και Αυτός τον άνθρωπο ως Εικόνα και Ομοίωσή Τους· (42) και Αυτός δεν είναι άλλος για εμάς από τον Ιησού, εις τον οποίο μοιάζει ο άνθρωπος ως Εικόνα. Αυτός είναι ο Λόγος δια μέσω του Οποίου έγινε η Δημιουργία (43), διότι ο Θεός είχε Λόγο καθώς δημιουργούσε· (44) και Τούτος ο Λόγος ήταν ο Ιησούς, που όταν κατέβηκε στην γη μετέφερε την βούληση του Θείου Του Πατέρα (45).
Απάντηση δε στην ταπεινή ερώτησή σου για την σταύρωση του Ιησού, θα μπορούσες κάλλιστα να βρεις, αν κοίταζες λίγο πιο βαθιά τα βιβλία των Εβραίων· και ιδιαίτερα τους Ψαλμούς του Δαυίδ (46), όπου ξεκάθαρα ο βασιλιάς αυτός προλέγει για το σταύρωμα των χεριών και των ποδιών του Ιησού, αλλά και για το μοίρασμα των ιματίων Του με κλήρο (47). Επίσης στα βιβλία των Εβραίων δεν παραλείπεται να αναφερθεί (48), το ότι τα πόδια του Σωτήρας μας δεν θα τσακίζονται επί του σταυρού από τους στρατιώτες, όπως και πράγματι έγινε (49). Και δεν είναι μόνον αυτά. Στα βιβλία των Εβραίων αναφέρονται προφητικά και άλλα συγκλονιστικά γεγονότα που ταιριάζουν στον βίο του Ιησού, παρά σε κάποιον άλλο· όπως ότι θα γεννιόταν κάποιος αρχηγός στην Βηθλεέμ· (50) ότι θα προερχόταν από τη φυλή Ιούδα ο Μεσσίας· (51) ότι Σημείο του Θεού θα ήταν η γέννηση του Εμμανουήλ από Παρθένο· (52) ότι ο βασιλιάς της Σιών θα έκανε τη θριαμβευτική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ καβάλα πάνω σε ένα γαϊδουράκι· (53) πως ο Λόγος του Θεού για 30 αργύρια θα έπεφτε σε προδοσία· (54) ότι αυτά τα αργύρια της προδοσίας θα χρησιμοποιούνταν για την αγορά του χωραφιού του κεραμιδά· (55) ότι ο βραχίονας του Θεού θα τραυματιζόταν, θα ταλαιπωριόταν και θα δερνόταν· (56) ότι κάποιου θα του προσφερόταν να πιει ξύδι· (57) ότι ο βραχίονας του Θεού θα ενταφιαζόταν με τον πλούσιο, ο οποίος δεν ήταν άλλος στο βίο του Ιησού, από τον Ιωσήφ της Αριμαθαίας· (58) και τέλος ότι θ’ ανασταινόταν από τους νεκρούς με σώμα αναλλοίωτο (59).
Ασφαλώς για κάποιους υπάρχουν περισσότερα σημεία, από όσα ανάφερα, που ταιριάζουν στον βίο του Ιησού. Και όλα όσα έγραψα δεν ξέφυγαν ούτε της προσοχής κάποιων Ιουδαίων που σημείωσαν με τα δικά τους λόγια, αυτά που περίπου αναφέρω (60). Βλέπεις πως οι ίδιοι οι Απόστολοι και μαθητές του Ιησού, ικανά παρατήρησαν κάποια γεγονότα; Ακόμη και αν φευγαλέα αυτούς είχες αναγνώσει, θα είχες υποψιαστεί ότι οι γραφές τους οι παλιές κάτι λένε για τον Ιησού (61)· έπειτα δεν θα μπορούσαν ψέματα οι μαθητές να λένε, διότι το μήνυμά τους αυτό ήταν γραμμένο και ειπωμένο εις τους συμπατριώτες τους, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά του Μωυσή τα συγγράμματα και είχαν την γνώση πως κάποιος μεγάλος προφήτης θα έρχονταν στο λαό τους με εντολή του ίδιου του Θεού. Ίσως επίσης ποτέ να μην το πρόσεξες, ότι στο τέλος ο Ιησούς με τον Μωυσή τον ίδιο φανερώθηκε σε Ιουδαίους· και ετούτος ο τελευταίος ποτέ δεν Τον κατηγόρησε για κάποιου είδους ψέμα (62) αν και είχε τόσο μεγάλη ευκαιρία.
Γυρίζοντας λοιπόν στο παράδειγμα της προφητείας του Γόρδιου Δεσμού, ας πούμε ότι κανείς ποτέ δεν αμφέβαλλε πως ο νικητής του αυτός δεν ήταν άλλος παρά ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ακόμη και αν ο χρησμός για τον νικητή ποτέ δεν υπαινίχθηκε. ούτε ως είπαμε το όνομα. αλλά σαφώς ούτε και άλλα πράγματα· ότι για παράδειγμα θα ήταν Μακεδόνας από την Πέλλα, με πολύ και ανίκητο στρατό, με πατέρα βασιλιά, που θα εξύψωνε την Ελλάδα, που θα προδίδονταν από τους στρατηγούς του, που θα πέθαινε νέος και μυστηριωδώς. Κι όμως στην περίπτωση του Ιησού Χριστού που οι προφητείες πολλών ανδρών λένε πολλά περισσότερα που εκπληρώνονται όλα στο πρόσωπό Του, υπάρχουν ακόμη για κάποιους δύσπιστους σαν και σένα πλείστες όποιες αισχρές αμφιβολίες. Για δες πράγματι δικαιοσύνη μαζί και εξυπνάδα. Κάτι τέτοιοι σαν και σένα δεν ξέρω αν θα πρέπει να με κάνουν να γελάω ή να κλαίω. Να γελάω με την εξυπνάδα και να κλαίω για την δικαιοσύνη. Βλέπεις το βασικό σου πρόβλημα είναι πως ο Χριστός δίδαξε ότι είναι ο Υιός του Θεού (63), όπως άλλωστε κάτι τέτοιο υποστήριξε για τον εαυτό του και ο Μέγας Αλέξανδρος· πως είναι δηλαδή υιός του Δία και δηλαδή του αρχηγού των θεών των Ελλήνων. Κι όμως αν και κανείς δεν πίστεψε πως ο Αλέξανδρος είναι υιός του θεού, εντούτοις κανείς δεν απόρριψε αυτή την προφητεία για τον Δεσμό που έλυσε. Για τον φίλο μας όμως τον Ιησού, όχι μόνο αμφισβήτησαν ότι είναι Υιός του Θεού αλλά και πολέμησαν κάποιοι κάθε μία προφητεία σχετικά με Αυτόν. Διότι αν δεν τις πολεμούσαν, θα έπρεπε να αποδεχτούν ότι πράγματι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού. Πράγμα όμως που δεν το θέλουν ούτε καν να το σκεφτούν. Τρέμει η ψυχή τους.
ΙΙΙ, 4· Κι αν θα ήθελε κανείς να μιλήσει και για κείνη την ιστορία, θα φαινόταν ότι πραγματικά πρόκειται για φλυαρίες εκ του πονηρού· λέει ο Ματθαίος [8.31] ότι ο Ιησούς συναπαντήθηκε με δύο δαίμονες που ζούσαν ανάμεσα σε τάφους, κι ότι εκείνοι φοβήθηκαν και μπήκαν σε κάτι γουρούνια, πολλά από τα οποία σκοτώθηκαν. Ο Μάρκος, μάλιστα, δεν δίστασε να επινοήσει έναν υπερβολικό αριθμό χοίρων [5.1], και να τι ισχυρίζεται: «Του έλεγε (ο Ιησούς): «Ακάθαρτο πνεύμα, βγες από το σώμα ετούτου του ανθρώπου», και τον ερώτησε, «ποιο είναι τ’ όνομα σου;» Και αποκρίθηκε, «Λεγεών, γιατί είμαστε πολλοί», και του ζητούσε να μην τον πετάξει έξω απ’ τη χώρα». Εκεί κοντά έβοσκε μια αγέλη γουρουνιών. Και τα δαιμόνια τον παρακαλούσαν να τους αφήσει να μπουν μέσα στα γουρούνια. Και μόλις μπήκαν στα γουρούνια, έτρεξαν αυτά κι έπεσαν από το γκρεμό μες στη θάλασσα -γύρω στα δυο χιλιάδες γουρούνια- και πνίγηκαν· κι οι χοιροβοσκοί το ‘βαλαν στα πόδια.
Τι παραμύθι, τι παραμιλητό, τι γέλιο ασταμάτητο! Ένα πλήθος δυο χιλιάδων γουρουνιών να βουτάνε στη θάλασσα, να πνίγονται και να ψοφάνε! Και πώς, ακούγοντας κανείς ότι οι δαίμονες τον παρακάλεσαν να μην τους ρίξει στην άβυσσο κι ότι ο Χριστός, μπρος στα παρακάλια τους, αντί γι’ αυτό τους ξαπόστειλε στα γουρούνια, πώς να μην πει: αχ! τι αμορφωσιά, τι κωμική πλάνη! Πνεύματα φονικά, υποτίθεται, που απεργάζονται μεγάλο κακό σε βάρος της ανθρωπότητας· κι εκείνος δέχεται την αξίωση τους και τους επιτρέπει να κάνουν αυτό που επιθυμούν. Οι δαίμονες ήθελαν να χορεύουν ανάμεσα στους ζωντανούς, και να κάνουν τον κόσμο παιγνίδι τους, να ανακατώσουν θάλασσα και στεριά, να καταντήσουν την οικουμένη θέαμα θλιβερό, να ξυπνήσουν τα στοιχεία της φύσης και να βυθίσουν την υφήλιο μέσα στο χάος. Θα ‘πρεπε λοιπόν ο άνθρωπος ετούτα τα πονηρά όντα, τους αρχηγέτες του κακού, να τους πετάξει ακριβώς εκεί όπου δεν ήθελαν, κι όχι να δείξει, αδυναμία μπρος στα παρακάλια τους, επιτρέποντας τους έτσι να προκαλέσουν άλλη μία συμφορά.
Αν η ιστορία είναι αληθινή και όχι μύθευμα, -όπως το λέω ξεκάθαρα πως είναι-, τότε μας βεβαιώνει για την ανικανότητα του Χριστού, που έδιωξε τους δαίμονες μέσα από έναν άνθρωπο και τους ξαπόστειλε μέσα σε χοίρους δίχως λογικό, και επιπλέον, κατατρομοκράτησε τους χοιροβοσκούς και τους έκανε να το βάλουν στα πόδια γεμάτοι ταραχή και να ξεσηκώσουν μια ολόκληρη πόλη. [Μάρκος 5.8-15].
Δεν θα ήταν δίκαιο να θεράπευε από το κακό, όχι μόνο έναν και δυο ή τρεις και δεκατρείς, μα όλους τους ανθρώπους; πολύ περισσότερο που φημίζεται ότι γι’ αυτό ακριβώς φροντίζει. Το να ελευθερώσει ένα άτομο από τα αόρατα δεσμά του, μεταφέροντας τα δεσμά αλλού με τρόπο αφανέρωτο, και κάποιους να τους ελευθερώνει από τους φόβους αισίως, ενώ άλλους να τους περιβάλλει με φόβο, χωρίς κανένα λόγο, αυτό δεν είναι κατόρθωμα· και δεν θα ‘χαμε άδικο να του καταλογίσουμε δολιότητα.
Επιπλέον, δεχόμενος την αξίωση των εχθρών να πάνε να λεηλατήσουν άλλη περιοχή, δε διαφέρει από ένα βασιλιά που καταστρέφει τους υπηκόους του, κάποιον που μη μπορώντας να πετάξει τους βαρβάρους έξω απ’ όλη τη χώρα, τους στέλνει να μείνουν από τον έναν τόπο στον άλλον, διώχνοντας το κακό από έναν τόπο και παραδίνοντας άλλον τόπο στο κακό. Αν λοιπόν και ο Χριστός κατά τον ίδιο τρόπο ξαπόστειλε τότε τον δαίμονα σε μια αγέλη γουρουνιών, επειδή αδυνατούσε να τον διώξει ολοκληρωτικά από την περιοχή του, τότε η ενέργεια του είναι όντως αξιοπερίεργη και ικανή να μολύνει την ακοή, και μας βάζει σε κακές σκέψεις.
Ένας μυαλωμένος άνθρωπος με το που θα ακούσει αυτή την αφήγηση, αυτομάτως θα εκφράσει την ανάλογη θέση: Αφού δεν ελευθερώνει ολόκληρη την υφήλιο από το κακό, παρά διώχνει τους δράστες του κακού από ένα μέρος για να πάνε σε άλλο· και αφού άλλους ανθρώπους τους φροντίζει κι άλλους τους παραμελεί, το να καταφύγεις σ’ αυτόν για να σωθείς δεν είναι διόλου ασφαλές. Γιατί ένας που έχει σωθεί, στενοχωρεί έναν μη σωσμένο· χώρια που ο δεύτερος αρχίζει να κατηγορεί τον πρώτο. Σύμφωνα με την κρίση μου, η ιστορία αυτή είναι πλαστή. Κι αν δεν είναι πλαστή και συγγενεύει με την αλήθεια, είναι αρκετή για να διακόψει τα χασμουρητά κάποιου και να τον κάνει να βάλει τα γέλια.
Ας αποσαφηνίσουμε εδώ και το εξής: πώς ήταν δυνατό να βόσκει ένα τόσο μεγάλο πλήθος γουρουνιών στην Ιουδαία, όπου από πολύ παλιά οι Ιουδαίοι τα θεωρούν βρωμερά και τα απεχθάνονται; Και πώς πνίγηκαν όλα μαζί τα γουρούνια εκείνα, αφού δεν υπήρχε εκεί καμιά θάλασσα βαθειά να ριχτούν παρά μόνο μια λίμνη; Αλλά αυτό ας αφήσουμε να το κρίνουν τα νήπια.
Θαρρώ πως δεν χρειάζεται να περιμένουμε μια τέτοια κρίση, αφού αυτή των νηπίων δεν διαφέρει σε τίποτα από τον δικό σου στοχασμό· μην ξεχνάς πως για εμάς τους Χριστιανούς, νήπια είναι όσοι δεν έχουν ενδυθεί ακόμη τον Ιησού (64). Ένας που μοιάζει στα νήπια λοιπόν, εύκολα περιγελά όσα δεν φαίνεται να καταλαβαίνει μέσα από των χασμουρητών την νύστα. Διότι όπως πολύ καλά δήλωσες, τα γουρούνια ήσαν απαγορευμένα, όχι όμως στην Ιουδαία, διότι ο τόπος μόνος του απαγόρευση δεν μπορεί να φέρει· ήσαν όμως παράνομα για βρώση μόνο σε εκείνους τους Ιουδαίους που ακολουθούσαν τον Νόμο του Θεού, του Μωυσή ή τα λόγια των προφητών· και η Γραφή τους η Παλιά πλείστες φορές αυτές τις τροφικές απαγορεύσεις αναφέρει (65). Από την Νέα την Γραφή λοιπόν, δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις πως ο Ιησούς κοντά στους Γεργεσηνούς βρισκόταν (66) όταν αυτά που περιγράφεις συμβήκανε. Και εκείνοι που έκαναν εμπόριο γουρουνιών μέσα στους Ιουδαίους κερδοσκοπούσαν προς το ζην, κάνοντάς τους τελευταίους να παραβαίνουν τους Θείους Νόμους που προηγουμένως είπα.
Αυτό το εμπόριο των Γεργεσηνών τους έκανε, όχι ασεβείς αυτούς τους ίδιους, εφόσον τέτοιο νόμο αυτοί δεν ακολουθούσαν ζώντας ακόμη μακριά από τον Θεό, αλλά αιτία ασέβειας το εμπόριό τους αποτελούσε για τους ίδιους τους Ιουδαίους. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν φαίνεται να εννόησες την άδεια του Ιησού προς τους δαίμονες να μπουν στα δικά τους τα γουρούνια και εκείνα να πεθάνουν. Ο Θεός δεν ήθελε τους εμπόρους ευθέως να τιμωρήσει, αλλά από την άλλη θαρρώ τους έδειξε ότι κίνηση κατά του Θεού δεν είναι εκείνη που τον άνθρωπο συμφέρει. Μην βιάζεσαι λοιπόν να λες πως η κίνηση του Ιησού ενείχε δόλο· ενείχε σοφία που φανερώθηκε πλαισιωμένη από φιλανθρωπία. Δόλο θα μπορούσαν περισσότερο να έχουν τα δικά σου τα γραπτά, αφού σωστά δεν αντιλαμβάνεσαι το συμφέρον των ανθρώπων.
Αν λίγα πράγματα από μιας εξαρχής είχες κατανοήσει, σφάλματα άλλα δεν θα είχες. Πέφτεις όμως και σε περισσότερα, όταν λες πως ο Ιησούς είναι ανίκανος να διώξει τα δαιμόνια ή πως Αυτός ελευθερώνει τους ανθρώπους με τρόπο αφανέρωτο. Αυτό και αν είναι δολιότητα! Γιατί αν στα αλήθεια ο Ιησούς ήταν ανίκανος τους δαίμονες να διώξει και αν ήθελε πράγματι αφανέρωτη ελευθερία να προσφέρει, θα μπορούσε πιο εύκολα να πει «δαίμονες φύγετε» παρά «περάστε στα γουρούνια». Παρόμοιο παράδειγμα σαφώς ο ίδιος έδωσε στους άπιστους γραμματείς τους Ιουδαίους (67), από τους οποίους φαίνεται διόλου να μην παραδειγματίζεσαι ώστε να αποφύγεις αυτή εδώ του Ευαγγελίου την κατηγορία. Διότι η πρώτη φράση δεν θα είχε καμιά φανερή σύνδεση δαιμόνων και ελευθερίας. Όμως το ότι επιπλέον τα ζωντανά των Γεργεσηνών πνιγήκανε στο νερό όλα μαζί, δείχνει πολύ καλά πως τα δαιμόνια πέρασαν αλλού, από τα αποτελέσματα σαν κρίνω. Έτσι και το φως του ήλιου που φτάνει εις την γη, μπορεί αόρατο να είναι, αλλά τα πράγματα που φανερώνει γύρω μας δείχνει σαφώς την ύπαρξή του.
Ο Ιησούς λοιπόν φανέρωσε πως οι δαίμονες αληθινά δεσμά για τους ανθρώπους ήσαν, όχι μόνο σε μας τους δυο, αλλά και στους Γεργεσηνούς που δικαιώματα με τις πράξεις τους, στους δαίμονες είχαν δώσει, να αρνούνται πλαγίως τον νόμο του Θεού σκανδαλίζοντας τους τότε Ιουδαίους. Όμως δεν σταμάτησε μόνο σε αυτή την φανέρωση ο Ιησούς. Φανέρωσε πως πράγματι οι δαίμονες λεγεώνα ήσαν (68), αφού δύο χιλιάδες χοίρους κατέλαβαν, παρά μονάχα ένα ή δύο, όσοι οι άρρωστοι άνθρωποι. Μην λες λοιπόν ότι ο Μάρκος επινόησε «έναν υπερβολικό αριθμό χοίρων» για να καλύψεις με ψεύδη την δική σου δυσπιστία. Εκείνος που εμπορεύεται γουρούνια, δεν εμπορεύεται ένα ή δύο. Πόσο μάλλον πράγματι δύο χιλιάδες ήταν τα γουρούνια, όταν στην περίπτωσή μας, ο έμπορας δεν είναι ένας, αλλά χωριό ολάκερο από δαύτους.
Μάλιστα εκπλήσσεσαι για το ότι ο Ιησούς δέχθηκε να πραγματώσει τα παρακάλια των δαιμόνων και λοιδορείς τον Ιησού με απίστευτες κατηγορίες. Και ποια είναι η πιο απίστευτη από όλες; Εκείνη με την οποία Τον στιγματίζεις για «αδυναμία μπρος στα παρακάλια τους». Στα αλήθεια δεν γνωρίζω τι φως εσένα σε φωτίζει για να λες τέτοιες απίστευτες σοφίες. Για πες μου αλήθεια ποιος είναι ο αδύναμος; Εκείνος που παρακαλεί ή εκείνος που δέχεται τα παρακάλια; «Αλλά αυτό ας αφήσουμε να το κρίνουν τα νήπια» αν πράγματι ποτέ μπορέσουν να το κρίνουν· τουλάχιστον εδώ ολοφάνερο γίνεται το ποιος έχει, ο Χριστός ή εσύ, την δολιότητα σε άριστη περίσσεια.
Ας δούμε όμως κάτω από το φως του ηλίου και την άλλη άποψη σου, με την οποία παραδέχεσαι πως ο Ιησούς με την στάση του επέτρεψε στους δαίμονες «να προκαλέσουν άλλη μία συμφορά». Δεν παρατηρείς όμως κάτι πολύ σημαντικό. Το ότι κανείς από τους Γεργεσηνούς πριν εμφανιστεί ο Ιησούς, δεν γνώριζε ότι οι δαίμονες είναι υπεύθυνοι για συμφορές. Και το θαύμα του Ιησού αυτό ήθελε απλέτως να τους δείξει. Πως, είτε πρέπει να τάζεται κανείς με τον Θεό, είτε ειδάλλως μένει με τους δαίμονες, κάνοντας φανερό το ποιος φέρνει τις όποιες συμφορές και το Ποιος έχει την δύναμη να δέχεται των συμφορών τα αδύναμα τα παρακάλια.
Έπειτα ο φόβος των Γεργεσηνών άδικος προς τον Ιησού πρέπει να πω ότι ήταν. Διότι εκείνοι τα γουρούνια προτίμησαν παρά τον Ιησού τον ίδιο (69), ακόμη και όταν οι δαίμονες δεν μπήκανε σ’ αυτούς, αν και θα μπορούσαν, αλλά στου βδελυρού εμπορίου τους παράνομους τους χοίρους. Και αυτός είναι και ο λόγος, που όσα λες για τα βασίλεια δεν αληθεύουν, μιας ζώα και άνθρωπο στην ίδια μοίρα βάζεις, σαν μιλάς για σωτηρία και σωτήρες των ανθρώπων.
Όσο για την αμφιβολία σου, περί του αν είναι δηλαδή δυνατόν γουρούνια να πνίγονται μέσα σε μια λίμνη (70), ας το σκεφτόσουνα καλύτερα, βλέποντας πως σε μια τέτοια λίμνη ήταν δυνατόν να πλέουνε καράβια στα οποία επιβαίνουνε άνθρωποι δύο και τρεις φορές πιο ψηλοί από τα γουρούνια. (71) Ας μείνουν λοιπόν οι δαίμονες, οι Γεργεσηνοί και οι χοίροι τους, μαζί παρέα εις τον αιώνα και τα λόγια σου ας περάσουν πίσω μας, μπροστά μας δεν γίνεται να στέκουν.
III, 5· Ας εξετάσουμε μία φράση ακόμα πιο σκοτεινή απ’ ό,τι οι προηγούμενες, στην οποία ισχυρίζεται: «Πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα μέσα από βελόνα, παρά πλούσιος να κερδίσει τη βασιλεία των ουρανών.» [Ματθ. 19.24]. Αν ένας πλούσιος που δεν διαπράττει κανένα αδίκημα (φόνο, κλοπή, μοιχεία, δηλητηρίαση, ψευδορκία, τυμβωρυχία, ιεροσυλία) δεν πρόκειται να οδηγηθεί στη λεγόμενη «βασιλεία των ουρανών», τότε ποιο το όφελος να κάνουν δίκαιες πράξεις οι δίκαιοι, αν τυχαίνει να ‘ναι πλούσιοι; Και τι έχουν να χάσουν οι φτωχοί, αν διαπράττουν κάθε είδους κακούργημα; Αφού δεν είναι η αρετή που ανεβάζει τον άνθρωπο στους ουρανούς, αλλά η πενία και η ένδεια. Γιατί εφ’ όσον ο πλούτος είναι που αποκλείει τον πλούσιο από τους ουρανούς, κατ’ αντίφαση, η φτώχεια ανοίγει το δρόμο στους πτωχούς. Όποιος το πληροφορηθεί αυτό, με το δίκιο του δεν θα ασχολείται διόλου με το μάθημα της αρετής και τίποτα δεν θα τον εμποδίζει να κάνει τα μεγαλύτερα αίσχη, μιας και η πενία είναι που σώζει τον πένητα ενώ ο πλούτος αποκλείει τον πλούσιο από τα αμόλυντα ουράνια δώματα.
Από αυτό συμπεραίνω ότι δεν ήταν λόγια του Χριστού αυτά -αν δεχτούμε πως ο Χριστός παρέδιδε «τον κανόνα της αληθείας»- αλλά κάποιων φτωχών που ήθελαν, με τέτοιες αερολογίες, να φάνε από τις περιουσίες των πλουσίων. Μα μόλις χθες -κι όχι στο μακρινό παρελθόν-, γι’ άλλη μια φορά, αυτά ακριβώς απάγγειλαν σε κάποιες ευκατάστατες γυναίκες: «Πούλησε τα υπάρχοντα σου και δώσε στους πτωχούς και θα κερδίσεις το θησαυρό του ουρανού», και τις έπεισαν να μοιράσουν όλη τους την περιουσία στους φτωχούς. Κι οι γυναίκες έπεσαν σε τέτοια φτώχια που το ‘ριξαν στη ζητιανιά, κι από ελεύθερες που ήταν, κατάντησαν να ζητάνε πίσω τα χαμένα με τρόπο αισχρό και όψη ελεεινή· ώσπου τέλος αναγκάστηκαν να βγουν στη γύρα και να χτυπούν τις πόρτες των πλουσίων. Η έσχατη ατίμωση και το χειρότερο πάθημα: στο όνομα της ευσέβειας, να ξεπέσεις και να χάσεις το βιός σου και μετά, επειδή σε σφίγγει η ανάγκη, να λαχταράς τα ξένα αγαθά. Από κάτι τέτοια, έχω την εντύπωση ότι το ρητό ανήκει σε κάποια ταλαίπωρη γυναίκα (και όχι στον Ιησού).
Πώς γίνεται αλήθεια ένας δίκαιος άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα και πλούσιος; Εσύ Πορφύριε έτσι θαρρώ ονοματίζεις τον πλούσιο που υπερασπίζεις, δίκαιο· επειδή δεν διαπράττει ως λες αδικήματα και ίσως να τον θεωρείς ικανό, και για λίγες ή πολλές αδιάφορο, δίκαιες του βίου πράξεις. Ο Αριστοτέλης στους Έλληνες έλεγε, πως το χρήμα δεν είναι σκοπός αλλά αντίθετα μέσο της ηθικής ζωής· βέβαια εκείνοι που μαζεύουν χρήμα συνεχώς και ονομάζονται πλούσιοι, δεν το έχουν στα χέρια τους για μέσο, αλλά φαίνεται πως είναι ο σκοπός της άτυχης ζωής τους. Ειδάλλως θα το μοίραζαν διαρκώς, όπου και όποτε μπορούσαν· ενώ το χρήμα θα έπρεπε να παραμένει σε σταθερή ποσότητα στην κατοχή τους, παρά διαρκώς να αυξάνει, όπως βλέπουν όλοι να συμβαίνει στην γη με την περιουσία των πλουσίων. Και αν κάποιοι από αυτούς το χάνουν, αυτό δεν είναι από την αριστοτελική μεσότητα του δικούς τους χαρακτήρα, αλλά μάλλον από ατυχίες και οικονομικές απροσεξίες που αραιά και πότε τους συμβαίνουν· ή το χάνουν επειδή κάποιος άλλος περισσότερο άπληστος ή ακόμη και κλέφτης τους το άρπαξε, ακολουθώντας ίσως μερικές φορές τα δικά τους τα χνάρια βουλιμίας για περισσότερο χρυσάφι.
Από όσο γνωρίζω δηλαδή, κανείς πλούσιος δεν περιορίζεται σε ένα σταθερό και μεγάλο ποσό χρημάτων, αλλά ζητά πάντα παραπάνω. Και αυτό θαρρώ είναι η ανόητη και άμυαλη απληστία του ασύνετου ανθρώπου που τον οδηγεί στην αδικία. Και ο πλουτισμός είναι αδικία, πέρα από απληστία Πορφύριε. Απληστία είναι λοιπόν, γιατί αν σε ένα άνθρωπο τοποθετήσεις στα αριστερά του χρήματα όσο ο μισός πλούτος της γης, που είναι αμέτρητος, και στα δεξιά του πάλι τόσα χρήματα όσο είναι δηλαδή ο υπόλοιπος μισός πλούτος όλης της γης, φροντίζοντας να προσθέσεις σε αυτά και μόλις 10 ασημένιες δραχμές ακόμη παραπάνω, και κατόπιν του ζητήσεις να διαλέξει ανάμεσα από αυτά τα ποσά τα δύο, να είσαι σίγουρος πως ο άνθρωπος αυτός θα διαλέξει εκείνα στα δεξιά του, ακόμη και αν η διαφορά τους δεν είναι ουσιαστική μα εντελώς αμελητέα. Και αυτό ίσως να το πράξει γιατί είναι άπληστος και κορεσμό στην απόκτηση δεν έχει μέσα στην ψυχή του.
Ο πλούτος είναι επίσης ως είπα και τετελεσμένη αδικία. Και δεν μπορεί ένας πλούσιος να είναι δίκαιος στα αλήθεια· θα δούμε γιατί πράγματι συμβαίνει αυτό. Αν για παράδειγμα μια πόλη στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Φιλλίπου, ως η σπουδαία Πέλλα, έφτιαχνε 500.000 νομίσματα αξίας 1 δραχμής το καθένα, και είχε 50.000 πληθυσμό, θα έπρεπε ο καθένας από τους κατοίκους της να έχει 10 τέτοια νομίσματα στην κατοχή του, για να έχουμε μια αρχική δίκαιη κατανομή του πλούτου από την ίδια την οργανωμένη πολιτεία. Έπειτα οι κάτοικοι για να είναι δίκαιοι και μεταξύ τους, θα έπρεπε ποτέ να μην υπερβούν ο καθένας την κατοχή περισσοτέρων των 10 νομισμάτων, δημιουργώντας ίσως κάποιο κοινό ταμείο. Αλλά ποτέ δεν συμβαίνει αυτό. Πάντα βλέπουμε το αντίθετο. Δηλαδή ένας πλούσιος να έχει στην κατοχή του 100.000 από αυτά τα νομίσματα κι άλλος ένας ακόμη 100.000 και ακόμη ένας 50.000· σε αυτή την περίπτωση πώς θα μπορέσουν να αποκτήσουν οι άλλοι τα 10 νομίσματα που τους αναλογούν, βάση της δικαιοσύνης, όταν πλέον απομένουν μόνο 250.000 από τις αρχικές τις πεντακόσιες τις χιλιάδες; Και ξέρουμε πολύ καλά πως πλούσιοι δεν είναι συνήθως οι τρεις που υποθέσαμε, αλλά αναλογικά πάντα λίγο περισσότεροι ανάμεσα στις πενήντα αυτές χιλιάδες. Όσο περισσότεροι είναι οι πλούσιοι σε μια πόλη, τόσο λιγότερο είναι το χρήμα που αναλογεί στους υπολοίπους, οι οποίοι αναγκάζονται να είναι πτωχοί, εφόσον δεν μπορούν ποτέ να βάλουν στα χέρια τους το χρήμα που έχουν στις αποθήκες τους οι πλούσιοι. Ο δε βασιλιάς της πόλης, δεν μπορεί να φτιάξει περισσότερα χρήματα να τα μοιράσει σε όλους και να αναιρέσει αυτή την αδικία, γιατί δεν έχει άλλο ασήμι στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο του· αλλά αν ακόμη κατόρθωνε ποτέ του να το διαθέσει, να είσαι σίγουρος πως πάλι στα χέρια των πλουσίων θα κατέληγε και αυτό δεν γνωρίζω με τον κανόνια ποιας αρετής ή δικαιοσύνης μπορείς να το εξηγήσεις. Ας παραβλέψουμε επίσης εδώ, το ότι ο ίδιος ο βασιλιάς είναι επίσης όχι κατά τύχη σχεδόν πάντοτε ένας πλούσιος. Άραγε δεν θα μπορούσε φτωχός βασιλιάς ενάρετα να διοικήσει; ή μήπως δίκαιοι αρχηγοί είναι εκείνοι οι πλούσιοι μονάχα;
Βέβαια οι πλούσιοι καλά δελεάζουν τους πολίτες. Εμφανίζονται ως ευεργέτες πόλεων και κάνουν δωρεές και άλλα σπουδαία έργα, αλλά αυτά τα χρήματα δεν θα έπρεπε να είναι εκείνα τα δικά τους, αλλά των κατοίκων των πόλεων που ευεργετούν. Και οι κάτοικοι αυτών των πόλεων δεν θα έπρεπε να νιώθουν ευεργετημένοι, αλλά εξαπατημένοι και μάλιστα από ανθρώπους με περίσσιο θράσος, αφού καταφέρνουν και αντικαθιστούν την αβάστακτη αδικία με ψίχουλα ευεργεσίας. Βέβαια δεν αντιλέγω. Εκείνοι οι πλούσιοι που ευεργετούν δεν μοιάζουν διόλου με τους υπόλοιπους της δικής τους οικονομικής παρέας, που δεν ευεργετούν δηλαδή καθόλου. Όμως η αδικία παραμένει, είτε την αντιλαμβάνονται κάποιοι πλούσιοι είτε όχι· και είναι φανερή ευθύς αμέσως μόλις κοιτάξει κανείς τους φτωχούς που δεν έχουν ούτε φαί να φάνε αλλά ούτε και δικό τους σπίτι για να κοιμηθούν, τα κρύα βράδια του χειμώνα. Και σε αυτό ευθύνεται κυρίως η πολιτεία και όχι μόνο οι πλούσιοι· όπως η πολιτεία επίσης ευθύνεται όταν δεν φτιάχνει νόμους για να καταπολεμεί πάσης φύσεως αδικία. Γι’ αυτό και δεν με εκπλήσσει το ότι πάντα πλούσιοι κυβερνούσαν, κυβερνούν και πάντα θα κυβερνάνε.
Σύμφωνα με όσα λοιπόν προηγουμένως είπα, οι πλούσιοι όχι μόνο δεν ξοδεύουν το χρήμα ως μέσο για την απόκτηση της αρετής, αλλά προσπαθούν διαρκώς να το συσσωρεύουν σε μεγαλύτερα ακόμη παχουλά ποσά, ως και η αρετή η ίδια να είναι το χρήμα ή ακόμη και αυτός ο ίδιος ο πλούτος. Άλλωστε, αν δεν έπρατταν κατά αυτόν τον τρόπο, δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν και να παραμένουν πλούσιοι. Αγωνιούν για τον πλούτο, λες και αυτός μπορεί να περάσει και μέσα στον τάφο τους στην πορεία τους για τον κάτω κόσμο. Όμως έξω από την πόρτα, για την οποία λέγανε οι Έλληνες ότι την φυλάει ο αρχαίος σκύλος ο Κέρβερος, μένουν όλα τα υπάρχοντα του ανθρώπου· και μαζί με αυτά μένει ασφαλώς και το κάλπικο στον Άδη μαύρο εκεί ασήμι· ενώ οι μεγάλες περιουσίες, και όλα μαζί τα υλικά φαίνεται πως πέφτουν σε μεγάλη αχρηστία. Βλέπεις στην πόλη του Θεού δεν αγοράζεις με το ανθρώπινο το χρήμα. Αυτό μετρά και έχει αξία δόλια μόνο στην πόλη του Καίσαρα (72). Ο καθένας ας διαλέξει τι οικονομίες θέλει να κάνει, εμένα λίγο με ενδιαφέρει αν κανείς με καταλάβει, πόσο ιδιαίτερα εσύ, που έγινες νομικός υπερασπιστής της αδικίας.
Πέρα λοιπόν από τα ζήτημα της διάθεσης των νομισμάτων, που δείχνει πολύ καλά πως κανένας πλούσιος δεν είναι δίκαιος στην βαθιά ουσία, πρέπει να εξετάσουμε και τις άλλες επιμέρους αδικίες που χρησιμοποίησε πολλές φορές αυτός για να καταφέρει να μαζέψει όλο αυτόν τον δικό του πλούτο· πότε δηλαδή χρησιμοποιώντας δούλους, πότε κλέβοντας με ψευδομάρτυρες πολλές γαίες και αγαθά, πότε καταπατώντας δικαιώματα άλλων, πότε δίδοντας ψίχουλα εις αντάλλαγμα περιουσιών και πολλά άλλα με συνηθέστερο το ψέμα. Για σκέψου στα αλήθεια πλούσιο να δίνει μεγάλο μισθό σε δούλο. Σίγουρα θα τον έχανε αφού θα γινόταν κι αυτός με την σειρά του πλούσιος. Κι αυτό δεν θα μπορούσε εις αεί να εξακολουθήσει, αφού είπαμε πως τα χρήματα σε μια πολιτεία είναι σταθερά και δεν γίνεται ποτέ να είναι όλοι πλούσιοι, εφόσον τα νομίσματα δεν επαρκούν προς τούτο. Και όχι μόνο αυτό. Αλλά αν ο κάθε πλούσιος έδινε σε κάθε δούλο του πολλά χρήματα, στο τέλος δεν θα υπήρχαν πλούσιοι, αφού θα ξόδευαν τα χρήματα τους σε μισθούς γινόμενοι οι ίδιοι με την σειρά τους πτωχοί, κάτι που προσπαθούν με κάθε μέσο ή αδικία να αποφύγουν. Γι’ αυτό παραμένουν συνεχώς πλούσιοι εκτός από λίγες εξαιρέσεις. Έτσι βλέπεις τον πλούσιο να δίνει συνέχεια ψίχουλα στον δούλο του, ίσα ίσα για να επιβιώνει και να τον έχει πάντα υπό τις διαταγές του κρατώντας τον φτωχό. Το δικαιότερο θα ήταν να είχαν όλοι, ως είπα, τα ίδια χρήματα ώστε ο καθείς να ζητά την βοήθεια του άλλου, δίχως όμως και να τον δυναστεύει.
Όλοι δε οι πολιτικοί του κόσμου ψεύδονται σαν λέγουν πως φροντίζουν για τους πολίτες, αφού οι ίδιοι είναι υπαίτιοι της συνέχειας της αδικίας. Κοροϊδεύουν τους πολίτες με κάλπικες σαν το χρήμα υποσχέσεις· πως θα έρθουν τάχατες κάποτε καλύτερες ημέρες για τους πτωχούς, όταν γνωρίζουν πολύ καλά πως το χρήμα που έχει η πόλη τους στα χέρια της είναι δεδομένο και δεν είναι δυνατό να μοιρασθεί στα ίσα, μιας και οι πλούσιοι καταληστεύουν τους υπολοίπους με την βοήθεια των πρώτων. Και ας σημειώσω εδώ πως οι πολιτικοί πρώτοι από όλους ζητάνε να είναι πλούσιοι και να βρίσκονται πάντοτε από την μια πλευρά της αδικίας οι ίδιοι. Πολλές φορές μάλιστα εμφανίζονται διάφοροι κόλακες και ρήτορες και μιλάμε για προόδους και πολιτισμούς και για μεγάλα έργα, αλλά κάτω από αυτά τα έργα και την πρόοδο βρίσκεται πάντοτε κάποιων ελάχιστων το κρυφό προσωπικό συμφέρον· όπως από κάτω πολύ καλά κρυμμένος βρίσκεται ο μόχθος κάποιων αδικημένων, που ποτέ το όνομα τους δεν εμφανίζεται στην ιστορία. Έτσι βλέπεις στην Ελλάδα όλοι να γνωρίζουν τον Χρυσό Αιώνα και το όνομα του Περικλή και τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα της πολιτείας του, όπως επίσης όλοι γνωρίζουν τον ναό του Σολομώντα ή των Αιγυπτίων τις μεγάλες πυραμίδες· ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ή ενδιαφέρονται για το όνομα έστω και ενός δούλου από όλους αυτούς που ξημεροβραδιάζονταν στην εργασία για να έχουν οι πολιτικοί τις πρώτες ύλες στα χέρια τους και να το διανέμουν στους επάξιους τους καλλιτέχνες. Και αν ποτέ έβαζες όλους αυτούς τους θαυμαστές κόλακες και ρήτορες να υποστούν ετούτοι οι ίδιοι αυτή την αδικία, δούλοι να είναι στα λατομεία της όποιας ισχυρής αρχαίας πόλης για όλη την ζωή τους, είμαι σίγουρος πως και τον πολιτισμό και τα καλλιτεχνήματα αυτά θα αρνιόνταν, όχι απλά τρεις φορές ως ο Πέτρος αρνήθηκε τον Ιησού, αλλά θαρρώ τρεις φορές τα πάντα.
Ας περάσουμε όμως στην περίπτωση της εκμετάλλευσης της γης για προϊόντα και για παραγωγή τροφίμων και την διακίνησή τους, που αποτελεί το εμπόριο μερικών πλουσίων. Οι πλούσιοι λοιπόν, όχι μόνο έχουν στην κατοχή τους περισσότερα νομίσματα αδίκως έναντι των άλλων, ενώ δεν θα έπρεπε αν θα ήθελαν να είναι δίκαιοι ή αν θα ήθελαν να ζουν σε μια δίκαιη κοινωνία, αλλά επιπλέον χρησιμοποιώντας την ισχύ του χρήματος, εξαγοράζουν φτηνά μεγάλες εκτάσεις γης και προϊόντα, εφόσον οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν να ξεπληρώσουν τα χρήματα, που όπως είπαμε τους τα έχουν πάρει άλλωστε από πριν οι πλούσιοι στην κατοχή τους. Σε αυτές τις εκτάσεις οι πλούσιοι πολλά άδικα πράγματα κάνουν σε όσους δεν έχουν χρήματα και δουλεύουν υπό τις διαταγές τους. Βέβαια τα νομίσματα τα έφτιαξε ο άνθρωπος και μπορεί ο καθένας να τα αποδεχτεί ή όχι, για το αν πράγματι έχουν ουσιαστική αξία. Η γη όμως και τα προϊόντα της ανήκουν στον Θεό και δεν μπορεί ο καθένας να τα κρατά σε μεγάλες αποθήκες, αγοράζοντας τα με το χρήμα, πλουτίζοντας εις βάρος πτωχών που λιμοκτονούν σε κάποια παρατημένη άκρη. Διότι ο Θεός μοίρασε στην γη αγαθά για όλα τα πλάσματα Του, και ο άνθρωπος ο πλούσιος και δυνάστης όπου τυγχάνει, στερεί αυτά τα αγαθά, που στην ουσία δεν είναι δικά του, για να κερδίζει. Με τις πράξεις του αυτές, όχι μόνο ταλαιπωρεί, αλλά πολλές φορές θανατώνει τους άλλους, επειδή δεν τους αφήνει να γευτούν ότι ο Θεός έδωσε ελεύθερο να είναι εις απόκτηση για όλους. Μάλιστα επειδή τον Τυανέα ανάφερες στο σύγγραμμά σου, ευκαιρία βρίσκω εδώ να σου θυμίσω εκείνα που είπε αυτός για τους πλούσιους της Παμφυλίας, ότι «Οι άνθρωποι διατρέφονταν με ρόβια και άλλα απαραίτητα τρόφιμα που αγόραζαν, διότι το σιτάρι το κρατούσαν οι πλούσιοι, για να το εμπορευτούν έξω από την χώρα» (73). Ο φιλόσοφος συγκινημένος από τους θρήνους των πεινασμένων γυναικών και παιδιών κατάφερε να πείσει τον υπεύθυνο άρχοντα να ανοίξει τις αποθήκες και να μοιράσει στους πολίτες το σιτάρι, εμποδίζοντας ταυτόχρονα την εκδήλωση της λαϊκής οργής. Ανάλογη λαϊκή εξέγερση προκάλεσε και η στάση του ρήτορα Δίωνα του Χρυσοστόμου, οι σιταποθήκες του οποίου στην γενέτειρά του Προύσα, κάηκαν από το εξαγριωμένο πλήθος κατά την διάρκεια ενός λοιμού (74). Νομίζω πως στα χρόνια τα δικά σου υπήρχαν άφθονες αναφορές σε τέτοια γεγονότα (75) και συ θα έπρεπε να ήσουν εκείνος που πρώτος έπρεπε να τα θυμάσαι ως σημεία αδικίας των πλουσίων, παρά εγώ. Και έπρεπε να θυμάσαι ακόμη, πως τότε δεν έλειπαν και οι παράνομοι στον αγρό, που από την φτώχεια τους την μεγάλη, που την χρωστούσαν στους πλούσιους της πόλης που εκμεταλλεύονταν την γη, οργανώνονταν σε ομάδες ληστών για να μπορούν να επιβιώνουν. Οι πλούσιοι όμως για να ανταπεξέλθουν αναλάμβαναν και τον ρόλο της κρατικής πάταξης του εγκλήματος τους, που απειλούσε τις άδικες δικές τους περιουσίες, και έτσι διορίζονταν αρχηγοί ομάδων οπλισμένων από το κράτος· (76) έχοντας την ευλογία των πολιτικών κυνηγούσαν τους ληστές, εφόσον είχαν όλες τις απαραίτητες διασυνδέσεις προς τούτο. Αυτά θα μπορούσες να τα δεις στα κείμενα του ρήτορα του Σμυρναίου του Αίλιου Αριστείδη (77). Άλλοι πλούσιοι ακόμη χειρότερα κατασκεύαζαν και πύργους οχυρωμένους για να υπερασπιστούν αυτή την άδικη κατανομή του πλούτου, και τέτοια περίπτωση είναι εκείνη της ιέρειας της Δήμητρας της Αρετής, της κόρης του Δημητρίου στην Παμφιλία την εποχή του αυτοκράτορα Δομιτιανού (78). Με αυτά δεν θέλω αλήθεια σε καμιά περίπτωση να υπερασπιστώ τους ληστές, αλλά τώρα ίσως να αντιλήφθηκες γιατί από αυτούς το χρήμα και τα κτήματα πολλές φορές απουσιάζουν και οδηγούνται και στην βία.
Θα μπορούσα να σου φέρω πολλά περισσότερα παραδείγματα της αδικίας των πλουσίων, παρά από όσα παραδείγματα εσύ θα μπορούσες να αναφέρεις της δικής τους της δικαιοσύνης· όπως θα μπορούσα να φέρω πολλά περισσότερα παραδείγματα άδικων πλουσίων παρά όσα εσύ άδικων φτωχών, που να εξαρτάται από τις δικές τους αδικίες τόσος πολύ κόσμος, όσος εξαρτάται από τα χέρια των πρώτων. Και ποτέ σου μην ξεχνάς, πως οι πλούσιοι είναι λίγοι ενώ οι φτωχοί πάρα πολλοί. Ακόμη και αν λοιπόν σώζονταν όλοι οι πτωχοί και καταδικάζονταν από τον Θεό όλοι οι πλούσιοι, καμιά αδικία δεν θα είχε γίνει στο ανθρώπινο το γένος, αφού οι περισσότεροι θα σωζόταν. Όμως ο Θεός είναι ακριβοδίκαιος και όχι αυτοκράτορας που αποδεκατίζει. Γι’ αυτό σου λέω πως τα λόγια του Ιησού έχουν ακόμη μία δικαιοσύνης σημασία. Ότι ακριβώς επειδή οι πλούσιοι είναι λόγω της στάσης τους άδικοι αλλά και επειδή ακόμη περισσότερο είναι εξαιρετικά λίγοι σε σχέση με το σύνολο όλων των ανθρώπων, είναι αλήθεια πως από αυτούς τους τόσο λίγους δεν μπορεί οι σωσμένοι και δίκαιοι να είναι αντίθετα πολλοί. Μικρό το νούμερό τους και πιο μικρό ακόμη το νούμερο των δικαίων αναμεταξύ τους. Γι’ αυτό σίγουρα ισχύει πως είναι πιο εύκολο η καμήλα να περάσει μέσα από την βελόνα, παρά ο πλούσιος στην βασιλεία. Ας μην πούμε όμως ότι είναι αδύνατο, αφού ο Ιησούς δεν λέει κάτι τέτοιο παρά πως είναι μόνο δύσκολο (78α)· όπως δεν λέει πως όλοι οι φτωχοί στα σίγουρα σώζονται (79). Νομίζω πως κάθε άλλο. Πάντως για τους λίγους πλούσιους ο αγώνας είναι πιο δύσκολος και η συμμετοχή τους πιο αθρόα.
Ο Ιησούς λοιπόν αλήθεια έδινε τον κανόνα της αλήθειας, ενώ εσύ δεν βασανίζεσαι διόλου να κατασκευάζεις δικανικούς λόγους υπέρ του πλούτου και όχι των πλουσίων. Δεν πρέπει να ξεχάσω να σου πω, ότι οι δικές σου οι σοφίες σίγουρα δεν έχουν να κάνουν με τον Αριστοτέλη και τα συγγράμματα του γύρω από την διαλεκτική του. Διότι το να υποστηρίζεις πως κάθε άδικος φτωχός θα σωθεί επειδή είναι φτωχός, δεν νομίζω ότι ταιριάζει ως σοφή και δίκαιη ερμηνεία των λόγων του Ιησού· διότι ο Ιησούς δεν μίλησε για τους πτωχούς σε αυτή την περίπτωση μας, αλλά για τους πλούσιους και μόνο. Και αν κρίνω από το ότι και εσύ ήσουνα φτωχός, διότι δεν άκουσα να ήσουν πλούσιος, στα ίδια συμπεράσματα οδηγούμαι (80) παρά σε κάποια άλλα.
Όσο αφορά τις γυναίκες που φέρνεις για παραδειγματισμό μας, ένα είναι σίγουρο. Πως αποδεικνύουν για ακόμη μια φορά τον ισχυρισμό μου· δηλαδή ότι οι πλούσιοι είναι άδικοι, αφού οι γυναίκες έπεσαν στην δεινότητα της πτώχειας όχι επειδή έγιναν δίκαιες μοιράζοντας τον πλούτο τους σε άλλους, αλλά επειδή δεν τον έδωσαν με την σειρά τους κι οι άλλοι πλούσιοι της δικής τους κοινωνίας.


Αριστερά & Μέσο: Η λίμνη της Γαλιλαίας σήμερα. (Πηγή Φώτο: http://koti.phnet.fi/petripaavola/Bible_SeaofGalilee.html)
III, 6. Ας μιλήσουμε τώρα πιο αναλυτικά για κείνη την ιστορία στο ευαγγέλιο, που ο τρόπος γραφής της είναι μεν γελοίος και διόλου πειστικός, μα ακόμα πιο γελοία είναι η ίδια η υπόθεση της: τότε που ο Ιησούς έστειλε τους μαθητές του να διαπλεύσουν τη θάλασσα μετά από ένα δείπνο, κι ο ίδιος πήγε να τους συναντήσει αργότερα, την ώρα της τέταρτης νυχτερινής βάρδιας. Και τους βρήκε εξαντλημένους από την κακοκαιρία, καθώς όλη τη νύχτα πάλευαν με τα άγρια κύματα (όλη νύχτα, διότι η ώρα της τέταρτης νυχτερινής βάρδιας είναι η δέκατη νυχτερινή ώρα, μετά την οποία υπολείπονται άλλες τρεις ώρες). [Ματθ.14.25· Μαρκ. 6.48].
Όσοι περιγράφουν την περιοχή, βεβαιώνουν πως δεν υπάρχει καμία θάλασσα εκεί· μόνο μια λιμνούλα, κοντά στην πόλη Τιβεριάδα, που τη σχηματίζουν τα νερά ενός ποταμού που κατεβαίνει από το βουνό και χύνεται στη Γαλιλαία. Μια λιμνούλα που εύκολα μπορεί να την διαπλεύσει ακόμα και ένα μικρό μονόξυλο, το πολύ σε δυο ώρες, και που δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να σηκώνει κύμα και σε περίπτωση κακοκαιρίας να υπάρχει θαλασσοταραχή.
Ο Μάρκος λοιπόν, αφού ξεμάκρυνε αρκετά από την αλήθεια, κάθισε και σκάρωσε ετούτο το παραμύθι με τον πιο γελοίο τρόπο, λέγοντας ότι αφού πέρασαν εννέα ώρες, τη δέκατη κατέφθασε ο Ιησούς (δηλαδή, την ώρα της τέταρτης νυχτερινής βάρδιας), και βρήκε τους μαθητές να ταξιδεύουν ακόμα μες στη λιμνούλα! Και την αναφέρει ως θάλασσα· και όχι απλώς θάλασσα, μα και ταραγμένη και άγρια, με κύματα αφρισμένα ώστε αμέσως μετά να μας παρουσιάσει τον Χριστό ως μέγα θαυματοποιό που σταμάτησε τη φοβερή κακοκαιρία κι έσωσε τους μαθητές που λίγο ακόμα και θα πνίγονταν στο βυθό του πελάγους! [η]
Από κάτι τέτοια παιδικά παραμύθια καταλάβαμε ότι το ευαγγέλιο δεν είναι παρά μια καλοστημένη σκηνοθεσία. Και απ’ το καθένα απ’ αυτά τα παραμύθια είναι που ψάχνουμε να βγάλουμε άκρη.
Αν κάποιος γράφει παραμύθια, γελοιότητες και δεν είναι διόλου πειστικός, αυτός δεν είναι άλλος από σένα Πορφύριε. Και αυτό το είδαμε ήδη μια φορά όσο αφορά την γελοία ιστορία σου για τα βιβλία του Μωυσή, σαν έλεγες πως τα έχασαν και δεν τα ξαναβρήκαν οι Ιουδαίοι και πως τάχα τα ξανάγραψαν ο Εσδράς και οι συνακόλουθοί του [Πρβλ. III, 3]. Τώρα για δεύτερη φορά βλέπω πως για τα βιβλία των Εβραίων πράγματι δεν έχεις καμιά σωστή ιδέα. Διότι αν είχες έστω και μία, θα είχες ομολογήσει πως δεν είναι οι Ευαγγελιστές εκείνοι που διάλεξαν στα Ευαγγέλια την Τιβεριάδα θάλασσα μόνοι τους να λένε. Τα βιβλία των πατέρων τους ξεκάθαρα αυτό μας δείχνουν (81), πως δηλαδή εσύ άδικα κατηγορείς του Ιησού τους μαθητές για ανακρίβειες και ψεύδη. Άλλωστε δεν παραλείπουν και οι ίδιοι να αναφέρουν την Τιβεριάδα ως λίμνη (82) παρόλο που ως σήμερα (83) ακόμη αυτή παραμένει γνωστή σε αρκετούς, που χριστιανοί δεν είναι, ως «Θάλασσα της Γαλιλαίας».

Αριστερά: Το 1986 ένα ξύλινο πλοιάριο του 1ου αιώνα μ.Χ. ανακαλύφθηκε κοντά στο Nof Ginnosaur στην βορειοδυτική γωνία της λίμνης Τιβεριάδας. Μελέτες καθόρισαν το είδος του ξύλου που χρησιμοποιήθηκε (κυρίως κέδρος και βελανιδιά), τον τρόπο κατασκευής (εντορμία και αρμός), την ημερομηνία (με βάση τις τεχνικές κατασκευής, τα ευρήματα αγγείων και του ενεργού άνθρακα) και τις διαστάσεις (8.6 μέτρα επί 2,3 - αρκετά μεγάλο για να χωράει 15 άνδρες). Στην εικόνα είναι μια αναπαράσταση στο πως έδειχνε το αρχαίο αυτό πλοίο. Βρίσκονταν σε κοινή θέα στο Kibbutz En Gev (Πηγή: http://www.bibleplaces.com/seagalilee.htm)
Έπειτα δεν νομίζω πως οι απόστολοι είναι ικανοί για σκηνοθεσίες. Διότι όχι μόνο αυτή η λίμνη δεν είναι και τόσο δα μικρή όσο θες να παρουσιάσεις, αφού δεν διαφέρει σε μέγεθος από το νησί των Ελλήνων που την λένε Μήλο (84), αλλά λόγω της γεωγραφικής της θέσης μαστίζεται από απότομες και βίαιες καταιγίδες (85). Αυτό μας κάνει να παραδεχτούμε πως ο Ιησούς διάλεξε ένα μεγάλο θαύμα να επιτελέσει, όχι εκεί που δεν υπάρχει καμία ανάγκη προς τούτο, αλλά ακριβώς σε εκείνη την περιοχή, που συχνά η ζωή των ανθρώπων πάνω στο νερό από τα κύματα περίσσεια κινδυνεύει. Και αν αυτή η λίμνη ονομάστηκε «Θάλασσα της Γαλιλαίας», αυτό οφείλεται σε τούτο εδώ το χαρακτηριστικό της, που εσύ δεν φαίνεται δα και να γνωρίζεις, δηλαδή για τις δικές της τις βαριές κακοκαιρίες.
Όσο για την διάρκεια της προσπάθειας των αποστόλων από τα κύματα για να σωθούνε, δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία άλλη αμφιβολία πέρα από την δική σου· οι ίδιοι οι απόστολοι μας αφηγούνται πως ο άνεμος ήταν ενάντια τους (86), δεν είχαν κανένα μεγάλο πλοίο παρά μια μικρή βάρκα για ψαράδες (87), ενώ δεν ταξίδευαν προς μια συγκεκριμένη περιοχή, ώστε να μπορείς να τους κατηγορήσεις πως έμειναν μέσα στην λίμνη πολύ ώρα δίχως να φτάνουν στον προορισμό τους. Ο Ιησούς τους είχε πει να ξανοιχτούν στα βαθιά και εκεί να περιμένουν, μέχρι Εκείνος να τελειώσει με το λαό που Τον ακολουθούσε (88). Κείνον περίμεναν και μόνοι τους δεν είχαν που να πάνε, πέρα από το να περιφέρονται για να μην στα βαθιά νερά πνιγούνε (89). Από τούτο αντιλαμβανόμαστε πως η ιστορία των Ευαγγελίων είναι σίγουρα πειστική απέναντι από την ψεύτικη δική σου· η ιστορία σου δεν είναι τίποτα άλλο παρά κάποιο λαθεμένο όραμα ενός που τόσο πλανήθηκε μ’ ένα μεγάλο και αργό πλοίο, μέσα στην θάλασσα της απέραντης «σοφίας» του.



Αριστερά η λίμνη Τιβεριάδα, στο μέσο η Αθήνα και δεξιά η Μήλος από δορυφορικές εικόνες από υπολογιζόμενο αναφερόμενο ύψος 17,3 χιλιομέτρων από το επίπεδο της θάλασσας για σύγκριση μεγεθών. (Πηγή Εικόνων: Google Earth 2007)
III, 7. Τώρα δα, ανακαλύπτοντας ακόμα μία ανακολουθία σε μια φρασούλα του Χριστού προς τους μαθητές, σκέφτηκα να μην την αποσιωπήσω ούτε κι αυτήν. Λέει: «τους πτωχούς πάντοτε, εμέ δε ου πάντοτε έχετε.» [Ματθ. 26.11]. Αφορμή για το θέμα αυτό ήταν το εξής: μια γυναίκα που κρατούσε άρωμα μέσα σε αλάβαστρο, του το ’ χυνε πάνω στο κεφάλι. Στους άλλους που την έβλεπαν και σχολίαζαν ότι η πράξη της ήταν ανάρμοστη, είπε: «Τι την ταλαιπωρείτε τη γυναίκα. Καλό, μου έκανε. Τους φτωχούς πάντα θα τους έχετε, εμένα όμως δεν θα μ’ έχετε πάντα.» Γιατί τους είχε κακοφανεί πολύ, που δεν ακριβοπουλήθηκε το άρωμα για να μοιραστούν τα λεφτά στους πεινασμένους φτωχούς. Και απ’ αφορμή την άκαιρη εκείνη αντίδραση τους, ξεστόμισε ο Ιησούς την ανόητη ετούτη κουβέντα, λέγοντας πως δεν θα βρισκόταν πάντοτε μαζί τους· εκείνος που σε άλλες περιστάσεις τους διαβεβαίωνε, έσομαι μεθ’ υμών έως της συντέλειας του αιώνος, συγχύστηκε με το περιστατικό του αρώματος και τους αρνήθηκε ότι θα βρισκόταν πάντοτε μαζί τους.
Σε τούτο το σημείο μάλλον εσύ ξεστόμισες την ανόητη κουβέντα παρά ο Ιησούς. Διότι ο Ιησούς στους μαθητές Του το είχε πει, ότι θα έφευγε από ετούτη την γενεά (90) και δεν θα μπορούσαν πλέον εκείνοι να τον θεωρούν (91) όπως συνέβαινε πιο πριν. Το είχε σημειώσει άλλωστε και στους άπιστους τους Ιουδαίους, ότι εκεί που Αυτός πηγαίνει, εκείνοι δεν θα μπορούσαν να Τον ακολουθήσουν (92). Με άλλα λόγια τους είχε πει ότι το σώμα Του θα εξέλειπε, τόσο από τους διώκτες Του, όσο και από τους μαθητές Του. Αν λοιπόν οι μαθητές Του το έλαιον προς πώληση ζητούσαν, ήταν για να ελεήσουν τους πτωχούς, εκτελώντας ένα καλό έργο στο σώμα εκείνων· ο Ιησούς όμως ζητούσε να αφήσουν την γυναίκα με καλό έργο (93) να ελεήσει το δικό Του σώμα πρώτα, επειδή αυτό όδευε προς θάνατο, ενταφιασμό, ανάληψη και χωρισμό τους. Αν δεν είχαν πάντοτε μαζί τους οι μαθητές τον Ιησού, αυτό αφορούσε στα αλήθεια μόνο το σώμα το δικό Του που δεν θα μπορούσαν άλλο γι’ αυτό με λάδι να το ελεήσουν· (95) δεν αφορούσε όμως και το Πνεύμα Του, που θα έμενε πάντοτε μαζί τους (96) και που δεν είχε ανάγκη από έλαιον, πράγμα που διόλου δεν μας φανερώνεις (97) σαν κατηγορείς τους μαθητές Του για ψεύτικες ανθρωποφαγίες [Πρβλ. ΙΙΙ.5]
Γνωρίζω επίσης πως οι νιόπαντροι, αλλά και οι ερωτευμένοι, πολλές φορές ξέρουν πως το σώμα του ενός, εξ ανάγκης κάποιου επικείμενου ή παρών πολέμου, θα είναι χωρισμένο από εκείνο του άλλου φύλου· αυτό δεν τους κάνει όμως να διστάζουν να υποσχεθούν ο ένας εις τον άλλον, ότι ποτέ δεν θα χωρίσουν στην ψυχή, ακόμη και στο σώμα, έστω και αν μακριά και χωριστά σωματικά ο ένας, ως είπαμε, βρίσκεται του άλλου. Σε άλλες περιπτώσεις ερωτευμένοι, ενώ ετοιμάζονται με μια πράξη ενάντια στην Θεία Βούληση, δηλαδή να αυτοκτονήσουν, δεν παύουν να υπόσχονται ότι για πάντα θα είναι μαζί, έστω και αν ο θάνατος ετοιμάζεται τα σώματά τους με κρύα βία να χωρίσει. Ακόμη λοιπόν και οι κοινοί θνητοί ξέρουν να υπόσχονται όσα εσύ θεωρείς μια κάποια σύγχυση ενός μεθυστικού αρώματος. Όμως η ίδια η απλή των θνητών ζωή μας διδάσκει απεριόριστα, ότι η μεθυστική σύγχυση δεν βρίσκεται πουθενά αλλού, παρά μέσα στα περισπούδαστα γραπτά σου.
III, 15. Περιβόητη κι εκείνη η ρήση του διδασκάλου, όπου λέγει, «εάν δεν φάτε τη σάρκα μου και δεν πιείτε το αίμα μου, δεν έχετε ζωή μέσα σας.» [Ιωάν. 6.54] Αυτό δεν είναι απλώς θηριώδες ή άτοπο. [θ] Ξεπερνά κάθε ατόπημα και κάθε θηριωδία, άνθρωπος να γευτεί ανθρώπινες σάρκες και να πιει το αίμα ομοφύλου και συγγενή του, και μάλιστα με σκοπό να κερδίσει την αιώνια ζωή!
Πες μου, ύστερα απ’ αυτή την ωμότητα, τι άλλες υπερβάσεις σκοπεύετε να εισαγάγετε στη ζωή μας; Ποιαν άλλη κακότητα θα εφεύρετε, βρωμερότερη από τούτην εδώ; Τέτοια πράγματα δεν αντέχει κανείς ούτε να τ’ ακούει -και δεν εννοώ την ίδια την πράξη, μα ακόμα και το να γίνεται λόγος γι’ αυτά τα ξενόφερτα, καινοφανή ανοσιουργήματα. Τέτοιο μήνυμα δεν έχουν δώσει τα φαντάσματα των Ερινυών ούτε στους πιο εκκεντρικούς ανθρώπους· ούτε οι Ποτιδαιάτες [ι] θα ξέπεφταν σε κείνη την πράξη αν δεν τους θέριζε η απάνθρωπη πείνα- το Θυέστειο γεύμα [ια] έγινε εξ αιτίας της στενοχώριας μεταξύ δυο αδελφών· ο Τηρέας ο Θρακιώτης με το ζόρι αναγκάστηκε να δεχτεί τέτοια τροφή- ο Άρπαγος εξαπατήθηκε από τον Αστυάγη κι έφαγε από τις σάρκες αγαπημένου του προσώπου· όλοι τους δίχως να το θέλουν υπέκυψαν σ’ ετούτο το βδέλυγμα. Υπό συνθήκες ειρηνικές, τέτοιο γεύμα δεν ετοίμασε ποτέ κανένας άνθρωπος- και κανένας δεν άκουσε ποτέ από δάσκαλο τέτοιο σιχαμερό μάθημα. Ακόμα και τα όσα εξιστορούνται για τους Σκύθες αν μελετήσεις, κι αν εξετάσεις τις συνήθειες των Μακρόβιων Αιθιόπων, κι αν κάνεις το γύρο του ωκεανού, θα βρεις ανθρώπους να τρων ψείρες και ρίζες, θ’ ακούσεις για Ερπετοφάγόυς και Ποντικοφάγους· κανείς τους όμως δεν τρώει ανθρώπινες σάρκες.
Λοιπόν, τι νόημα έχει ετούτη η κουβέντα του Ιησού; Ακόμα κι αν πρόκειται για αλληγορία που κρύβει κάποιο ωφέλιμο νόημα, η ίδια η μυρωδιά της φράσης κακοποιεί την ψυχή ταράζοντας την με την σιχασιά που προκαλούν οι λέξεις στο άκουσμα τους- κι έχει καταστρέψει ολόκληρο το κρυμμένο νόημα, γιατί τέτοια συφοριασμένα λόγια φέρνουν ζαλάδα στον άνθρωπο. Ως και τα ζώα που δεν έχουν λογικό, ακόμα κι αν γνωρίσουν πείνα σκληρή και αφόρητη, δεν υποκύπτουν ποτέ: σκύλος δεν θα φάει σάρκες σκύλου· και κανένα άλλο ζώο δεν πρόκειται να γευτεί τη σάρκα ομοειδούς ζώου.
Υπάρχουν ένα σωρό δάσκαλοι που εισάγουν ξενόφερτες καινοτομίες· όμως μεγαλύτερη καινοτομία από ετούτη την τραγωδία δεν έχει επινοήσει κανένας ιστοριογράφος ή φιλόσοφος, είτε Βάρβαρος είτε Έλληνας της αρχαιότητας. Βλέπετε τι έχετε πάθει και προτρέπετε και τους αφελείς, μαζί μ’ εσάς να πειστούν κι αυτοί; Βλέπετε τι κακό έχει ενσκήψει, όχι μόνο στα χωριά μα και στις πόλεις;
Αυτός, νομίζω, ήταν και ο λόγος που ούτε ο Μάρκος ούτε ο Λουκάς δεν τα ‘γραψαν ετούτα, μήτε καν ο Ματθαίος, καθώς θα έκριναν ότι η ρήση (του Ιησού) δεν έχει καμία λεπτότητα, παρά είναι αλλότρια και ανάρμοστη και απέχει πολύ από τις αρχές του πολιτισμένου βίου.
Δεν έχω πολλά να πω σε σένα· μονάχα λίγα για τούτη την ιστορία σου της ανθρωποφαγίας. Πρώτα και κύρια δεν νομίζω ότι μπορείς να ξεφύγεις από την κατηγορία της συγγραφής ψεμάτων, σαν λες πως κανείς άλλος μαθητής δεν μαρτυρεί αυτά που παραθέτεις πέρα του Ιωάννη, αφού τα ίδια και όμοια παρουσιάζουν τόσο ο Μάρκος (98), τόσο ο Λουκάς (99), όσο ασφαλώς και ο Ματθαίος (100). Αν είχες μπει ποτέ στον κόπο αυτούς σοβαρά και προσεχτικά να μελετήσεις, δεν θα τολμούσες να ξεστομίσεις αυτή σου εδώ την κακή κατηγορία. Αυτοί ξεκάθαρά μην ξεχνάς ποτέ ότι είπαν, πως το σώμα και το αίμα του Ιησού δεν ήταν τίποτα άλλο παρά άρτος και οίνος που ήταν πολύ ευλογημένος. Αν ήσαν πράγματι αλήθεια όσα υπαινίσσεσαι για την ανθρωποφαγία, τότε ο Ιησούς δεν θα έπρεπε τον άρτο και τον οίνο να ευλογήσει, αλλά το σώμα Του και τα δικά Του τα σωματικά τα μέλη. Δεν θα έπρεπε με άλλα λόγια τον άρτο να τεμαχίσει, αλλά ίσως κάποιο δικό Του χέρι ή πόδι, ενώ οι μαθητές Του δεν θα έπρεπε να κάνουν τίποτα άλλο, παρά να αρχίσουν αυτά να τρώνε επάνω στο τραπέζι, όπως συνέβη πράγματι στο δείπνο του Θυέστη· όμως όλοι ξέρουμε ότι τέτοιες υποθέσεις μακράν απέχουν από την αλήθεια για τον Ιησού και τους αποστόλους. Και δεν είναι μόνο αυτή η απόσταση από την αλήθεια που χαρακτηρίζει τα δικά σου αυτά τα λόγια, αλλά υπάρχει και απόσταση από την υγιή την σκέψη. Αν αλήθεια η σταυρική ανύψωση του Ιησού θα έλκυε προς Αυτόν όλο αυτόν τον κόσμο (101), που εγώ βεβαίως είδα μετά από εσένα με τα ίδια μου τα μάτια, πώς θα ήταν δυνατόν τόσοι άνθρωποι να τρώνε το ένα και μοναδικό σώμα του Ιησού, όταν μάλιστα Αυτός ως είδαμε [Πρβλ. ΙΙΙ,7] ότι στον Πατέρα Του θα πήγαινε και άλλο σωματικά μαζί με τους μαθητές και τους πιστούς Του δεν θα ήταν;
Μην επικαλείσαι έπειτα τα αισθήματα σου της αποστροφής για την ευλογημένη την τροφή την ίδια, λέγοντας πως είναι σιχασιά ή πως σου έρχεται ζαλάδα. Ψωμί λοιπόν μην φας ξανά και κρασί μην ακουμπήσεις πάλι. Αν αντιθέτως άρτο γεύεσαι και οίνο καταπίνεις, θέατρο θαρρώ πως επαγγέλλεσαι παρά τον φιλοσοφικό τον βίο· και αν αυτού του βίου την ιστορία καλά την γνώριζες, δεν θα έπρεπε οι πληροφορίες του Λαέρτιου να σου ξεφύγουν για τις εντολές του Ζήνωνα (102), του Χρύσιππου (103) αλλά και άλλων (104) για πραγματική ανθρωποφαγία, που υπήρχε και στην Ελλάδα (105)· αυτήν ο ίδιος ο ποιητής ο Όμηρος δεν παρέλειψε να παρουσιάσει στα ποιήματά του, τόσο για τους θνητούς (106), όσο και για τους κτηνόμορφους υιούς εκείνων των παράξενων θεών τους (107). Μην σπαταλάς λοιπόν τον χρόνο σου για να με πείσεις πως πριν από τον Χριστό και τους μαθητές του κανείς Έλληνας, φιλόσοφος ή Βάρβαρος δεν δίδαξε στους μαθητές του ανθρωποφαγίες πραγματικές, παρά αλληγορίες, από τις οποίες εσένα μόνο ενοχλεί η μυρωδιά της χριστιανικής της φράσης, παρά η μυρωδιά των πραγματικών ειδωλολατρικών κρεάτων. Και είναι αλήθεια, ότι όσες φορές ο ευλογημένος άρτος και ο οίνος μεταστράφηκε σε σάρκα και αίμα θαυματουργικά μέσα σε κάποια Χριστιανική Θεία Λειτουργία, οι Χριστιανοί φρόντισαν να μην φάνε (108), διαχωρίζοντας πολύ καλά την ουσία και την Θεία ευλογία.
III, 16. Ας δώσουμε λίγη προσοχή σ’ εκείνο το εδάφιο όπου λέει ο Ιησούς: «εκείνους που θα πιστέψουν, θα τους ακολουθούν τα εξής σημάδια: θα ακουμπούν τα χέρια τους πάνω σε αρρώστους και κείνοι θα βρίσκουν την υγεία τους· εκείνοι που θα πιστέψουν, αν τύχει και πιούν θανατηφόρο δηλητήριο, δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα.» [Μαρκ. 16.18].
Θα πρέπει, το λιγότερο, οι εκλεκτοί ιερείς τους, και μάλιστα όσοι έχουν βλέψεις να γίνουν επίσκοποι, δηλαδή προκαθήμενοι της εκκλησίας, να χρησιμοποιήσουν αυτή τη μέθοδο για να κριθούν: να πάρουν το θανατηφόρο δηλητήριο ώστε αυτός που δεν θα πάθει τίποτα να προκριθεί. Αν δεν έχουν το θάρρος να αποδεχτούν τον τρόπο αυτό, ομολογούν ότι δεν πιστεύουν τα λόγια του Ιησού. Γιατί αν είναι μέρος της χριστιανικής πίστης το ότι μπορεί ένας άνθρωπος να κατανικά το δηλητήριο ή τους πόνους ενός αρρώστου, τότε ο πιστός που δεν μπορεί να κάνει τέτοια πράγματα είτε δεν είναι γνήσιος πιστός είτε είναι μεν γνήσιος πιστός αλλά αυτό στο οποίο πιστεύει δεν στέκει καλά.
III, 17. Βλέπε κι ένα παρόμοιο ρητό: «Αλήθεια σας λέω, εάν έχετε πίστη όση ένας σπόρος σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό: «Μετατοπίσου και πέσε μες στη θάλασσα», και θα μετακινηθεί· και τίποτα δεν θα σας είναι αδύνατον.» [Ματθ. 17.20].
Απ’ ό,τι φαίνεται, όποιος δεν μπορεί να μετακινήσει βουνό με ένα πρόσταγμα του, δεν είναι άξιος να συγκαταλέγεται στην αδελφότητα των Πιστών. Οπότε αυτοαναιρείσθε φανερά· καθώς όχι μόνο οι κοινοί Χριστιανοί δεν συμπεριλαμβάνονται στους Πιστούς, αλλά ούτε καν οι επίσκοποι κι οι πρεσβύτεροι είναι άξιοι να φέρουν τον τίτλο του πιστού.
Ας πούμε κάτι το οποίο εσύ δεν ξεδιάλεξες σωστά, ανάμεσα από τα λόγια του Ιησού που εδώ μας φανερώνεις. Μάλιστα μπορώ αλήθεια να σου πω, ότι ανακάτεψες κιόλας πονηρά την πίστη με την αδελφότητα της πίστης, την οποία προσπαθείς με αυτό το τέχνασμα περίσσεια να σπιλώσεις. Λες και όποιος γίνεται στρατιώτης, δεν μπορεί να είναι τάχατες στρατιώτης, επειδή λες πως δεν πιστεύει εις την προσωπική του δύναμη για ηρωικά κατορθώματα στο σκληρό κι αιματηρό πεδίο της μάχης.
Ο Ιησούς τα ξεκαθάρισε όμως αυτά τα δύο πολύ καλά, σαν έλεγε πως πιστεύοντας κανείς στο Ευαγγέλιο της Ειρήνης (109) σώζεται ως μετέχων στην αδελφότητα, όπως ακριβώς σώζεται ο στρατιώτης που είναι ζωντανός ακόμη και δεν έχει πέσει στο πεδίο της μάχης, όταν νικήσει στο τέλος τον πόλεμο το δικό του το στράτευμά έναντι του στρατεύματος εκείνου των εχθρών του· αν επίσης, λέει ο Ιησούς, ένας Χριστιανός πιστέψει ότι μπορεί να καταφέρει κάτι το ξεχωριστό, για το οποίο μάλιστα ζήτησε βοήθεια από Αυτόν (110), μπορεί πράγματι να το κατορθώσει· όπως το ίδιο μπορεί ένας στρατιώτης, αφού πιστέψει ότι μπορεί να κερδίσει με ηρωισμό μια μάχη, πράγματι να την κερδίσει, ιδίως όταν ζητήσει βοήθεια από τον στρατηγό του, για ελάχιστα μερικές φορές πολεμοφόδια ή για μια χούφτα ενισχύσεις.
Και αυτή γνωρίζω πως είναι ολοφάνερα η περίπτωσή η δική μας. Πίστη προς κάτι ειδικό ήταν και η περίπτωση της εμπιστοσύνης των μαθητών εις την ύπαρξη του Ιησού με σάρκα και οστά λίγο μετά την Ανάστασή Του (111)· και σχέση καμιά δεν είχε με την συμμετοχή στην αδελφότητα, αφού οι μαθητές εις τους οποίους εμφανίστηκε ο Χριστός ανήκαν αν θυμάσαι στην αδελφότητα πολύ πιο πρώτα, από τούτο το συμβάν που παρουσιάζω. Η δοκιμή λοιπόν την οποία ζητάς οι πιστοί σε πέρας σίγουρα μπρος για να σου φέρουν, δεν αναιρεί κανενός την συμμετοχή στην αδελφότητα, εφόσον αυτή η δοκιμή δεν ζητά την πίστη του καθενός εξ αυτών στο Ευαγγέλιο της γαλήνιας Ειρήνης· αντίθετα ζητά την πίστη στο κατόρθωμα ενός πράγματος ξεχωριστού και θαυμαστού, που οι ίδιοι θα έπρεπε μόνοι τους να ζητήσουν στον Ιησού, αν επιθυμούσαν στ’ αλήθεια να το επιτύχουν, πέρα ακόμη και από τα ίδια τα μικρά τα ανθρώπινα τα όρια τους. Αν αυτό το κατόρθωμα στο τέλος το επιτύγχαναν, ο Ιησούς λέει, πως τότε θα είχαν πίστη συνάπεως στην δική τους επιτυχία· όχι όμως ότι και θα κρίνονταν τάχατες και η συμμετοχή τους στην αδελφότητα, όπως εσύ λαθεμένα συμπεραίνεις, προσπαθώντας αυτήν να διασπάσεις με αυτή σου την πονηρή και ύπουλη κουβέντα.
Με άλλα λόγια αν δεν το κατάλαβες, έτσι ακριβώς όπως η έλλειψη περίσσιου ηρωισμού δεν αναιρεί την συμμετοχή κανενός στρατιώτη σε ένα στράτευμα, το ίδιο και η έλλειψη σημαδιών από ένα Χριστιανό δεν αναιρεί την συμμετοχή του στην Χριστιανική ομάδα· και ο Ιησούς τίποτα παραπάνω δεν μας λέει παρά ότι ένας κοινός θνητός πνευματικός στρατιώτης, όπως ο βαπτισμένος Χριστιανός, κάτω από ένα τόσο μεγάλο Πνευματικό στρατηγό, όπως ο ίδιος ο Θεός, αρκείται σε πολύ μικρή βοήθεια για να επιτελέσει τεράστια κατορθώματα απέναντι των ανθρώπων. Πράγματι η πίστη συνάπεως απέναντι στον Θεό, αρκεί για πολύ μεγάλες πνευματικές ανδραγαθίες· διότι ο Θεός λίγο να δώσει από την Παντοδυναμία Του είναι ήδη τεράστιο με τα ανθρώπινα τα μέτρα. Πράγμα που εσύ φαίνεται να μην κατάλαβες, αφού έπεσες με τα μούτρα σε τούτη εδώ την δική σου φιλοσοφική κακοδοξία.
III, 18. Ας μιλήσουμε και για τούτην εδώ τη φράση του: για ποιο λόγο ο Ιησούς, όταν τον έβαζε ο διάβολος σε δοκιμασία και του ‘λεγε «πέσε από τη στέγη του ναού», όχι μόνο δεν έπεσε μα του είπε, «δεν θα βάλεις σε δοκιμασία τον κύριο τον θεό σου»; [Ματθ. 4-6].
Εμένα μου φαίνεται πως το είπε αυτό επειδή φοβήθηκε την πτώση. Αν, όπως λέτε, έκανε τόσα και τόσα θαύματα -και μάλιστα ανάστησε και νεκρούς μ’ ένα του λόγο- θα ‘πρεπε χωρίς δισταγμό να αποδείξει ότι ήταν ικανός να σώζει τον κόσμο από τους κινδύνους, και να ριχτεί από το ύψος της στέγης χωρίς να πάθει το παραμικρό· πόσο μάλλον, που ο διάβολος του υπενθύμιζε πως υπήρχε στις γραφές ένα χωρίο που έλεγε, «και θα σε σηκώσουν [οι άγγελοι] στα χέρια για να μη χτυπηθεί το πόδι σου πάνω σε πέτρα». Οπότε, το σωστό θα ήταν να δείξει σ’ όσους βρίσκονταν εκεί στο ναό ότι ήταν υιός θεού κι είχε τη δύναμη να γλιτώνει από τον κίνδυνο τον εαυτό του και τους δικούς του.
Αναρωτιέσαι πράγματι γιατί ο Θεός δεν εκτέλεσε εκείνα στα οποία ήθελε να Τον δοκιμάσει, ένα δικό Του αδύναμο και μικροκαμωμένο πλάσμα; μα δεν είναι για γέλια αυτή σου η απορία και για κλάματα το ανόητο αίτημά σου; Αν ένα παιδάκι πολύ μικρό, που σέρνεται ακόμη στα τέσσερα, ήθελε να πείσει ένα μεγάλο άνδρα να αποδείξει πως είναι ενήλικας και του ’ λεγε στον αέρα να πηδήσει, θα ’ πρεπε στα αλήθεια αυτός στον αέρα να πηδάει; Πόσο μάλιστα όταν ο ίδιος αυτός άνδρας έχει με αφθονία αποδείξει, πως όχι μόνο μπορούσε να πηδάει, αλλά και πως στον αέρα να πετάει μπορούσε ακόμη (112).
Δεν είναι δυνατόν ένα παιδάκι να ζητάει στον άνδρα να αποδείξει πως είναι άνδρας και αυτός ο τελευταίος να αγωνιά να αποδείξει πως στα αλήθεια τυγχάνει τέτοιος, περιμένοντας μια κρίση από αυτό το μικρό παιδάκι που σέρνεται στα τέσσερα ακόμη. Βλέπεις ο Θεός έχει μια διαφορά από τους ανθρώπους. Ότι κάνει το κάνει για το καλό τους, παρά για εντυπωσιασμό και μόνο. Διότι Εκείνος που είναι Παντοδύναμος τι ανάγκη έχει να επιδείξει την Δύναμή Του; Δεν γνωρίζει ήδη πως είναι Παντοδύναμος ή στ’ αλήθεια περιμένει να του το πουν οι άλλοι; (113) Σε αυτές τις ανόητες συμπεριφορές επίδειξης, πέφτουν εκείνοι που δεν είναι παντοδύναμοι, αλλά θνητοί που φθείρονται όσο γλιστρά ο χρόνος πάνω στα κορμιά τους. Και με όλα αυτά τα ματαιόδοξα καμώματά επίδειξης, ευελπιστούν να πάρουν κάποιον έπαινο λίγο παραπάνω, για να διακριθούν από αυτό που εκείνοι θεωρούν ασήμαντη μεγάλη μάζα των λοιπών από αυτούς ανθρώπων. Εκεί πράγματι είναι που βλέπει κανείς τις πιο αστείες προσδοκίες, όταν ακόμη και ο λαγός θαρρεί πως είναι λέοντας του δάσους βασιλιάς μεγάλος.
Ο Χριστός λοιπόν, ως Παντοδύναμος και Σοφός Θεός, χρησιμοποιεί την Δύναμή Του, όχι κάνοντας επίδειξη, αφού τέτοια ανάγκη για Αυτόν καμία δεν υπάρχει, αλλά βοηθά αδύνατους, άρρωστους, παράλυτους εκ γενετής, κλονισμένους στην πίστη και άλλους. Βλέπεις, όταν ένας ιππέας επιδειξίας ανόητος έχει ένα γρήγορο άλογο, συνέχεια προσπαθεί να παραβγεί με άλλους αναβάτες, για να δει και να μάθει πόσο γρήγορο είναι το άλογο του. Όταν όμως κάποιος έχει το πιο γρήγορο άλογο στον κόσμο, και το γνωρίζει πως έτσι έχουν τα πράγματα, τι νόημα έχει να τρέξει σε αγώνες ενάντια σ’ άλλους; Τι νόημα έχει να επιδεικνύεται; Δεν είναι ο επιδειξίας πράγματι εκείνος που περιμένει με αγωνία τα κολακευτικά τα σχόλια, για να νιώσει πως την πρωτιά μόνο εκείνος την κατέχει;
Δεν είναι δυνατόν στρατιώτης να ζητά στον στρατηγό να του αποδείξει ότι πράγματι στρατηγός τυγχάνει, κάνοντάς του επίδειξη μια ψεύτικης, χωρίς ουσία μάχης· αλλά ο πραγματικός στρατηγός αμέσως φανερώνεται στο πραγματικό πεδίο της μάχης. Στα αλήθεια για φαντάσου στρατηγό να προσπαθεί να αποδείξει και στον τελευταίο στρατιώτη του πως είναι ικανός στρατηγός πολύ μεγάλος, πότε ορμώντας με το άλογό του στο κενό κυνηγώντας εχθρούς φαντάσματα, πότε κάνοντας κυκλωτικές κινήσεις απέναντι σε ανύπαρκτο εχθρό, πότε κάνοντας υποχώρηση ενώ κανείς δεν τον έχει φέρει σε καμιά δύσκολη θέση της βίαιης της μάχης. Ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο Θεμιστοκλής, ο Ιούλιος ο Καίσαρας και άλλοι της ιστορίας στρατιωτικοί σπουδαίοι,