ΑΛΛΟΙ & Ο ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ

Με τον όρο «άλλοι» εννοούνται διάφοροι που έγραψαν ή είπαν κάτι για το φαινόμενο του Ελληνικού νεοπαγανισμού. Τα σχόλια τους είναι εξαιρετικά, και χρήσιμο να μελετηθούν από τον κάθε ενδιαφερόμενο.

 

 

 

Το δεύτερο σημείο στο οποίο πρέπει να γίνει αναφορά είναι η παρατήρηση, ότι η κίνηση του νεοπαγανισμού δεν είναι στην ουσία αναβίωση της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, αλλά μια νέα σύγχρονη θρησκεία. Ο Σ. Παπαλεξανδρόπουλος σε άρθρο, με θέμα: «Ο νεοπαγανισμός ως νέα θρησκεία» (Σύναξη, τεύχος 69) σημειώνει, ότι

«Εάν και ο ελληνικός νεοπαγανισμός θεωρεί ότι αποτελεί αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, όπως αυτή άκμασε σε κάποια από τις περιόδους της, στην πραγματικότητα αποτελεί ιδιαίτερη θρησκεία, κατασκευασμένη από τους συντελεστές της μέσα από δύο κυρίως, διαμορφωμένες διαδικασίες: α) από την επιβολή στην αρχαία ελληνική θρησκεία νεοθρησκειακών ιδεών, δηλαδή ιδεών προερχομένων από τη σύγχρονη εναλλακτική θρησκευτικότητα, και β) από την απολυτοποίηση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, η οποία οδηγεί σε κατά το δοκούν βελτιωτικές και επομένως ανιστορικές αναπλάσεις».

 Μπορεί να πει κανείς, δηλαδή, ότι με τους σύγχρονους εκφραστές της αρχαίας ελληνικής θρησκείας συμβαίνει ό,τι και με τους δασκάλους του Ινδουισμού, που κατακλύζουν τη Δύση. Προσφέρουν στους δυτικούς ένα νέο Ινδουισμό, προσαρμοσμένο στα μέτρα τους. Έτσι και οι νεοπαγανιστές μέσα από τις αρχαίες θεότητες προσπαθούν να ικανοποιήσουν σύγχρονες αναζητήσεις, που διαφέρουν πολύ από τις αναζητήσεις των αρχαίων προγόνων μας.

Πρωτ. π. Θωμάς Βαμβίνης

 

Πηγή: http://www.parembasis.gr/1999/99_08_04.htm

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΕΥΓΟΝΙΚΗ

 

Στη σ. 15 του ιδίου τεύχους [Απολλώνειο Φως Νο 10] έχουμε μια καινοτόμο πρόταση από τον κ. Ν. Θεοδώρου: Η κοινωνία να απαλλάσσεται με ευθανασία από νεογνά με μη ιάσιμες ασθένειες, αλλά και από τους έκφυλους. «Ευγονία» και «κοινωνική εξυγίανση»: Τόσο στην Αθήνα όσο και στη Σπάρτη, υφίστατο ειδική νομοθεσία για τα παιδιά που έρχονταν στον κόσμο με μη ιάσιμα νοσήματα, προβλέποντας γι’ αυτά τον θάνατο, ως μορφή λυτρώσεώς τους από τις κάθε είδους διανοητικές-ψυχικές και βαριές σωματικές αναπηρίες. (...) Στις μέρες μας είναι τραγική ειρωνεία να απορρίπτουν την Ευγονία και την απορρέουσα εξ αυτής ευθανασία επικαλούμενοι «ανθρωπιστικούς λόγους», εκείνοι οι οποίοι επιδοκιμάζουν τις εκτρώσεις, που είναι πραγματικά στυγερά εγκλήματα. (...) Αναμφίβολα, στο κοινωνικό στερέωμα, υπάρχουν υπάνθρωποι που παρασιτούν, όπως οι αιμομείκτες, οι ομοφυλόφιλοι, οι παιδεραστές, οι διάφοροι διαστροφείς του φυσικού και βιολογικού νόμου, που έχουν χάσει από ηθικής απόψεως το δικαίωμα στη ζωή και στο μέλλον. (...) Τα εκτρωματικά αυτά όντα θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τη δημόσια υγεία, υπονομεύοντας παράλληλα το μέλλον του Έθνους μας. Δεδομένου ότι, δια της μεταβιβάσεως των κληρονομικών στοιχείων, διαιωνίζουν τις ανίατες νόσους, θάνατος στους ομοφυλόφιλους, λοιπόν! Επαναφορά του Καιάδα!

Πηγή: Στέλιος Φάνου, Περιοδικό  Άρδην, τ. 52, Ιανουάριος - Μάρτιος 2005, σ. 27-33, βλέπε εδώ

 

 

 

 

 

1.

 

 

ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ. ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ «ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ» ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Περιοδικό Διάλογος

 

01. Τι είναι νεοειδωλολατρία, οι διασυνδέσεις και οι κινήσεις της

02. Γιατί στρέφονται προς την αρχαία θρησκεία; Πως οι νεοειδωλολάτρες υβρίζουν τον Χριστό, την Εκκλησία, τον κλήρο, τους Χριστιανούς

03. Ποικίλα ρεύματα νεοειδωλολατρών, όλα αντιχριστιανικά

 

11. Ο Χριστιανισμός δεν κατάστρεψε την χαρά της ζωής Β΄

12. Ο Χριστιανισμός δεν αντίγραψε την αρχαία Ελληνική Θρησκεία Α΄

13. Ο Χριστιανισμός δεν αντίγραψε την αρχαία Ελληνική Θρησκεία Β΄

14. Ο Χριστιανισμός δεν αντίγραψε την αρχαία Ελληνική Θρησκεία Γ΄

15. Ο Χριστιανισμός δεν αντίγραψε την αρχαία Ελληνική Θρησκεία Δ΄

16. Ο Χριστιανισμός δεν αντίγραψε την αρχαία Ελληνική Θρησκεία Ε΄

17. Οι Ορθόδοξοι δεν είναι μισέλληνες

18. Ο Ρατσισμός των νεοειδωλολατρών

19. Οι Έλληνες δεν καταγόμαστε από τους Εξωγήινους

 

21. Αντιπαραβολή τού Χριστιανισμού με... μύθους!

22. Ανατομία της ειδωλολατρίας (Α΄)

23. Ανατομία της ειδωλολατρίας  (Β΄)

24. Θεολογία της ειδωλολατρίας

25. Συνέπειες της ειδωλολατρικής θεολογίας και κοσμολογίας

26. Σταδιακή φθορά της αρχαίας ειδωλολατρίας

27. Ηθική και κοινωνική κατάρρευση τού αρχαίου κόσμου

28. Τούς θεούς της ειδωλολατρίας γκρέμισαν οι Έλληνες φιλόσοφοι

29. Απογοήτευση τού αρχαίου κόσμου

 

 

2.

 

 

ΑΡΔΗΝ vs ΔΑΥΛΟΣ

 

ΜΕΡΟΣ 1ον

 

01. Από τον Καστοριάδη στον Φουράκη

     α. Ινδοευρωπαίοι ή Εξωγήινοι

     β. Η Λογική της διάσπασης και του Εμφυλίου

     γ. Αρχαία Ελλάδα & Ορθοδοξία

02. Το περιοδικό Δαυλός από την ελληνοκεντρικότητα στον αρχάνθρωπο

     α. Η γλώσσα είναι η ψυχή μας

     β. Από την γλωσσική αυτοχθονία στον... Κατακλυσμό

     γ. Η καταγωγή των Ελλήνων και ο «αρχάνθρωπος»

     δ. Οι εχθροί του ελληνισμού

03. Κατά ποίου ο λίθος του αναθέματος;

04. Αμεριμνησία και διαγραφή των σημασιών

05. Από τους αρχαιολάτρες στους εξωγήινους

     α. Η καταγωγή των Ελλήνων

     β. Οι εκλεκτικές συγγένειες

     γ. Πρέπει να ανησυχούμε;

06. Η Ομάδα Έψιλον και ο ευτελισμός της Ελλάδας και της Ελληνικής Ιστορίας

     α. Η ανάδυση των Ε

     β. Καραθεοδωρής... Γκιόλβας και Τέσλα

     γ. Το DΝΑ και τα... αυτιά των Ελλήνων

     δ. Η σφαγή των Εβραίων και η επικράτηση των Ελλήνων

     ε. Ο Κεραμυδάς και οι «Εβραιοσιωνιστές»

     στ΄. Ο Σείριος και ο Όφις

 

ΜΕΡΟΣ 2ον

 

01. Μια ολοκληρωτική ιδεολογία

    α. Ο μυθολογικός αντισημιτισμός

    β. Ο «εβραιοχριστιανομπολσεβικισμός»

    γ. Μια αντιδημοκρατική ιδεολογία

02. Προγονολατρεία και αρχαιοελληνικό «παράδειγμα»

03. Αρχαιολατρικός Ανορθολογισμός

04. Η Θούλη και ο προκατακλυσμιαίος γερμανικός πολιτισμός

05. Η κατασκευή ενός «ερευνητή»

06. Ήταν Έλληνας ο Χίτλερ;

07. Το φως του Απόλλωνα και ο Μαύρος Ήλιος των Ναζί

    α. «Ακροδεξιά» και «Εθνοκοινωνισμός»

    β. «Το Εβραϊκό μίασμα»

08. Σχόλιο για το αφιέρωμα του Άρδην στην αρχαιολατρία

 

 

3.

 

Η ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΩΣ ΑΤΡΑΠΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

 

 

4.

 

ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΕΡΙ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

 

5.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ

 

 

6.

 

 

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ

http://www.parembasis.gr

 

1.Μιμητές του Παραβάτη

2.Ο αθεϊσμός των Χριστιανών

3.Νεοπαγανισμος & Φασισμός

4.«Περιπατητικός» διάλογος σε ταξί

5.Πτυχές του νεοπαγανισμού και η αιτία της ειδωλολατρίας

6.Η αρρώστια της κατασκευής ειδώλων

7.Από τον πόλεμο στους νεοπαγανιστές

8.Στεναχώριες Ελληνολατρών...

 

 

7.

 

ΚΩΔΙΚΕΣ ILLUMINATI ΚΑΙ ΦΕΥΓΑΤΟΙ

 

 

8.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ: ΕΘΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

 

9.

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ: ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

10.

 

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΤΕΣ

 

 

ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΕΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ. ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΓΟΝ

(Karl Brighton, «Αιγυπτιακές Πυραμίδες, Ελλήνων Έργον», εκδόσεις Κάδμος)

 

Ο ΔΙΑΣ ΕΜΦΑΝΙΣΕ ΕΝΑ ΕΨΙΛΟΝ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ

(Ιωάννης Φουράκης, http://www.fourakis.gr/frameset/photo.htm)

 

 

11.

 

 

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

12.

 

 

ΠΗΓΕΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

 

 

 

ΝΕΟΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑ

ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ «ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ» ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

 

 

1. Τι είναι νεοειδωλολατρία, οι διασυνδέσεις και οι κινήσεις της

 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, που έγραφαν ή εκφράζονταν κινούμενοι από το Πνεύμα του Θεού, δίδαξαν πολύ εύστοχα, ότι «η σύγχυση είναι το όχημα του διαβόλου»! Ο θυμόσοφος λαός μας το είπε με το δικό του τρόπο· «ο διάβόλος αρέσκεται να ψαρεύει σε θολά νερά» κατά το «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται».

Αυτό κάνει σήμερα στη θολή και χαοτική εποχή μας ο Αντίχριστος· προσπαθεί να ψαρέψει και να οδηγήσει στον αιώνιο θάνατο όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές.

Ένεκα της γενικής αποστασίας υπάρχει, δυστυχώς, παντού μια ιδεολογική αφασία. Σ’ αυτό το ασταθές ιδεολογικοπολιτικό βαρομετρικό, ενώ πολλοί κλονίζονται περί την απιστία, άλλοι κλονίζονται περί την πίστη! Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, που το έχει κάνει ακόμη πιο βαρύ αυτή την ομιχλώδη ατμόσφαιρα που την έκανε ακόμη πιο θολή το γκρέμισμα του άθεού μαρξισμού, αναδύεται η λεγόμενη «Νέα εποχή».

Η εποχή αυτή δεν είναι βέβαια καθόλου «νέα», διότι άρχισε ευθύς μετά την πτώση του ανθρώπου στην Εδέμ, ο οποίος πάνω στην ανταρσία του όρθωσε με την παρακίνηση του αντίχριστου το ανάστημα του εμπρός στον στοργικό και παντοδύναμο Δημιουργό του. Και προχωρώντας στην «ισοθείαν» με τις δικές του δυνάμεις και χωρίς τον Θεό σκοτίστηκε, και πήρε να πορεύεται μέσα στο σκοτάδι της πλάνης. Περιφρονώντας τον Θεόν άρχισε να λατρεύει είδωλα, ανθρώπους, ζώα, ποταμούς, ουράνια σώματα ή φαινόμενα, ό,τι άλλο του υπαγόρευε αυτός που τον παρακίνησε σε ανταρσία κατά του Πλαστουργού του. Πάνω στην αφροσύνη του θεοποίησε ακόμη και τα πιο ταπεινά πάθη του, στα οποία έκτισε τεμένη και έστησε βωμούς! και άρχισε να θυσιάζει στον Βάκχο, τον Διόνυσο, τους Σειληνούς, τους Σατύρους, την Αφροδίτη, τις Μαινάδες και σ’ ό,τι άλλο φανταζόταν ο σκοτισμένος νους του η ποθούσαν και οι κατώτερες επιθυμίες του.

Σήμερα, είκοσι αιώνες από τότε που όλα αυτά κατήργησε ο Υιός και Λόγος του Θεού με τη διδασκαλία Του, τη σταυρική Του θυσία, την Ανάσταση και την εν σώματι Ανάληψη Του, ο αντίχριστος ξανακτυπά. Τον βολεύει αφάνταστα η σύγχυση, το χάος, η αφασία. Ξανακτυπά με την ειδωλολατρία ή ακριβέστερα τη νεοειδωλολατρία ή νεοπαγανισμό2 και ειδικότερα στην πατρίδα μας με τη νέα αρχαιολατρία ή άρχαιολατρικό έλληνοκέντρισμό ή δωδεκαθεϊσμό ή Ολυμπισμό.

Στην επιστροφή στον παγανισμό συμβάλλει κατά μέγιστο μέρος και ο πανσεξουαλισμός και γενικά η ελευθεριότητα των ηθών. Διότι η ολέθρια αυτή έκπτωση του ανθρώπου εξυπηρετείται, προστατεύεται και προάγεται άριστα από την ειδωλολατρία. Το επεσήμανε ήδη η Παλαιά Διαθήκη εδώ και 2.200 χρόνια με τη θεόπνευστη φράση: «Αρχή πορνείας έπνοια ειδώλων, εύρεσις δε αυτών φθορά ζωής» (Σοφ. Σολ. ιδ΄ [14] 12). Η επινόηση των ειδώλων είναι αιτία απομακρύνσεως από τον Θεόν είναι πρώτον μεν αρχή της πνευματικής πορνείας, δηλαδή της αποστασίας από τον Θεόν δεύτερον δε και της σωματικής, δηλαδή της εκπτώσεως από ηθική τάξη· η εφεύρεση δε των ειδώλων είναι διαφθορά και κατάρρευση της ζωής.

Κοντολογίς, όσοι θέλουν να ζουν χωρίς όρια και φραγμούς ή αναστολές μια υλόφρονη και φιλήδονη ζωή, στρέφονται ανεπιφύλακτα στην ειδωλολατρία, διότι εξυπηρετεί άριστα τους στόχους τους. Το ομολόγησε απερίφραστα Έλληνας νεοειδωλολάτρης, που ίδρυσε και πολυθεϊστικό! ναό στο Παρίσι για τη λατρεία των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Είπε: ο πολυθεϊσμός «απελευθερώνει τον άνθρωπο από οποιοδήποτε ηθικό νου. Βάζει την ηθική του πάνω στη φύση και πουθενά άλλου. Δεν έχει την έννοια του καλού και του κακού. Υπάρχει μόνο η έννοια του ωραίου και του άσχημου. Αν πας με τη φύση σου, είσαι όμορφος»3. Ωστόσο, οι νεοειδωλολάτρες κάνουν εν προκειμένω ένα σοβαρό λάθος: Ξεχνούν ότι στους αρχαίους υπήρχε και αρετή και ήθος. Αποκόπτουν λοιπόν την αρετή από τη ζωή των αρχαίων και μοχθούν ν’ αναβιώσουν το εύκολο· τη σαρκολατρία, τη βακχεία και την ειδωλολατρία.

Στην προβολή των νεοειδωλατρικών ιδεών συμβάλλουν επίσης η αδιαφορία και η ασυνέπεια όχι λίγων Χριστιανών, ο ορθολογισμός, και ακόμη μια περίεργη, αλλά καταφανής τάση ρεβανσισμού κατά του «ξενόφερτου και ανθελληνικού εβραιοχριστιανισμού», όπως θεωρούν και αποκαλούν τον Χριστιανισμό οι νεοπαγανανιστές!

Παράλληλα, όλη αυτή η κίνηση, που θέλει, όπως επιμένει, να υπερασπίσει και να αναζωογονήσει τον Ελληνισμό έναντι των κινδύνων που τον απειλούν (πραγματικών ή φανταστικών) ενισχύεται και από μια διεθνή τάση, που έχει ως σύνθημα: «Επιστροφή στις ρίζες μας, στις αρχαίες θρησκευτικές και εθνικές μας παραδόσεις». Τέτοιες τάσεις και κινήσεις παρατηρούνται στην Αγγλία με τους Κέλτες, στους λαούς της Β. Ευρώπης, στους Ινδιάνους των ΗΠΑ κ.ά. Επίσης οι νεοπαγανιστές εργάζονται ώστε οι Αιγύπτιοι να επαναφέρουν τους Όσιρι, Ίσιδα και Ρα, οι Πέρσες τη λατρεία των άστρων και το Ζωροάστρη· οι Κινέζοι να παύσουν να αλληθωρίζουν σε άλλες θρησκείες και να στραφούν σταθερά στον Ταοϊσμό και τον Βούδα οι Αφρικανοί ν’ απαρνηθούν τον ισλαμισμό ή το Χριστιανισμό και να επανέλθουν στον βουντουϊσμό κλπ. Γενικά οι λαοί να επαναφέρουν τους αρχαίους θεούς τους!... Παράλληλα, οι Έλληνες δωδεκαθεϊστές συνεργάζονται με παρόμοιες κινήσεις του εξωτερικού. Έτσι αντιπροσωπεία Ελλήνων νεοπαγανιστών έλαβε μέρος στο Α΄ Παγκόσμιο Συνέδριο των Εθνικών Θρησκειών που έγινε τον Ιούνιο του 1998 στη Λιθουανία, με κεντρικό θέμα: «Ενότητα στη Διαφορά»4.

Οι δωδεκαθεϊστές της Ελλάδος πάνω στο νεοειδωλολατρικό τους οίστρο οργανώνουν τελετές ειδωλολατρικές- γάμους, βαπτίσεις, θυσίες ζώων, χύνουν σπονδές στα ερείπια αρχαίων ειδωλολατρικών ναών- κάνουν νυχτερινούς περιπάτους όταν υπάρχει πανσέληνο ντύνονται με αρχαιοελληνικούς χιτώνες, στεφανώνονται με στεφάνια, αλλάζουν τα ονόματα τους, πράγμα το οποίο προωθούν συστηματικά  Έτσι βλέπετε άρθρα σε νεοπαγανιστικά περιοδικά με την υπογραφή Σαράντος Πάν, Ιωάννης (Νεοκλής) Μ. Ρ..., Κώστας (Ευπατρίδης) Αγ.. Τρύφων Ολύμπιος, Αίας Αλεξάνδρου, Ίων Δημόφιλος κ.ά.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι αρκετοί από τους νεοειδωλολάτρες ασχολούνται παράλληλα με τη αστρολογία, τη γιόγκα, τη φιλοσοφία του Θιβέτ τον αποκρυφισμό, εσωτερισμό και γενικότερα με τον μυστικισμό των ανατολικών θρησκειών, οι οποίες είναι βασικώς καθαρή ειδωλολατρία, δηλαδή εφεύρεση και παίγνιο των δαιμόνων. Ορισμένοι εισάγουν και μια συγκρητιστική θεώρηση του Χριστιανισμού και αποκρυφιστική ερμηνεία χωρίων της Αγίας Γραφής. Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο κείμενο της «Όμάδος Ε», η οποία υποστηρίζει: «Με μια μαγική συνταγή, θα έλεγα, στους κόλπους της «Έψιλον» συνεβρέθηκαν και συναγωνίζονται Ελληνιστές Χριστιανοί που έχουν ασπαστεί τα υψηλά ηθικά μηνύματα της διδασκαλίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Ελληνιστές δωδεκαθεϊστές, εκφραστές των υψηλών φιλοσοφικών νοημάτων, που γέννησαν οι προγονοί μας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που λέγεται, ότι ο αρχηγός της «Παγκόσμιας Εταιρείας των Ελλήνων» είναι ισάξιος το Απολλώνιου Τυανέα... Ποιος ξέρει. Ίσως ηλθε μετά από δυο χιλιάδες χρόνια να κάνει πραγματικότητα τα όνειρα της μεγάλης φυλής, αλλά τους εφιάλτες των εχθρών της. «Έκάς, έκάς, έστε βέβηλοι!»»5. Για όσους αγνοούν ποιος ήταν Απολλώνιος ο Τυανεύς, σημειώνουμε ότι ήταν φιλόσοφος της εποχής του Νέρωνος. Περιερχόταν τις πόλεις σαν θαυματοποιός και μάγος. Ήταν τυπικός εκπρόσωπος της νεοπυθαγορικής αιρέσεως και τυπικότατος εκπρόσωπος του θρησκευτικού και φιλοσοφικού συγκρητισμού των χρόνων της εποχής του Κυρίου Ιησού Χρίστού. Οι αρχαιολάτρες τον συγκρίνουν με τον Ιησού Χριστό και τον θεωρούν ανώτερο του!... Πέθανε στην Έφεσο.

Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν όλο αυτό το νεοπαγανιστικό κίνημα των δωδεκαθεϊστών του Ολύμπου ως αστεία υπόθεση πως κάτι που δεν πρέπει να του δοθεί σημασία. και όμως· αν σκεφθεί κανείς το πως εργάζονται, τι προωθούν υπογείως (την καύση των νεκρών π.χ. τη θεωρούν «ελληνοπρεπή » - παρ’ όλον ότι δεν ήταν γενικευμένη- γι’ αυτό και την υποστηρίζουν ένθερμα), πως υβρίζουν την Εκκλησία του Χριστού, πως χυδαιολογούν κατά της θεοπνεύστου Π. Διαθήκης, πως υπερασπίζονται με αφελή κομπασμό τον «ανάδελφον» ελληνισμόν, πως αντιθέτουν το «εμείς» έναντι των «άλλων», πως εκφράζονται άμετρα για την ελληνική αρχαιοφιλία κλπ., τότε αντιλαμβάνεται ότι το κίνημα αυτό είναι κατ’ εξοχήν επικίνδυνο. Επικίνδυνο για το έθνος μας, την Εκκλησία μας, το λαό μας, τον πολιτισμό μας γενικότερα. Με μια φράση: ο νέοπαγανισμός είναι ένα από τα πολλά σύγχρονα προσωπεία του προαιώνιου εχθρού του θεού και του ανθρώπου· του Αντίχριστου.

ν. π. β.

 

Σημειώσεις

1. «Καί γαρ όχημα διαβόλου, ει δυνατόν, πρέπει ονομάζεσθαι την σύγχυσιν. Διότι ο Σατανάς κατά την ομοίωσί του ηνιόχου έθος έχει αεί επιβαίνειν τω νου, και λαμβάνειν μετ' αυτού το αθρόισμα των πάθων, και εισέρχεσθαι εις τη ταλαίπωρον ψυχήν, και καταποντίζειν αυτήν εν συγχύσει»:  Ισαάκ του Σύρου, Λογ. ΛΓ ', Απαντα τα Ασκητικά, εκδ. Χ. Σπανός, Αθήναι, σελ.

2. Παγανισμός από το paganism = ειδωλολατρία  Pagan είναι Λέξη Λατινική και σημαίνει κατ’ αρχήν χωρικός, αγροίκος, ο οποίος λόγω της απαιδευσίας του έμεινε αμετακίνητος στη λατρεία των ειδώλων, την πολύ ταπεινή και όλως ανάξια για τον Λογικό άνθρωπο.

3. Δ. Δελής, Περιοδ. «Ένα», 5.5.1988, σελ. 124, Δελτίον «Ενημέρωσις», εκδ. Ι. Μονής Τροοδιτίσσης (Λεμεσού), τευχ. 5, Ιανουάριος 2002, σελ. 38. Επίσης: Δωδεκαθεϊστές και Νεοειδωλολάτρες, Περιοδ. «Πληροφόρηση», Νοέμβριος 2001, εις Νεοειδωλολατρικές Περιπλανήσεις και η αηθής εμπειρία της Εκκλησίας μας, εκδ. Ί Μονής Όσ. Γρηγορίου, Αγ. Όρος, 2002, σελ. 97.

4. Βλ. Βλάση Ρασσιά, «Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο των Εθνικών Θρησκειών», Περ. «Ανιχνεύσεις», τεύχ. 26 Οκτώβριος - Νοέμβριος 1998, σ. 18-19, εις: Περιοδ. «Σύναξη», τεύχ. 69, Ιανουάριος- Μάρτιος 1999, σελ. 11.

5. Περιοδ. ΗQ, 19.8.1997, σελ. 29, εις Δελτίον «Ενημέρωσις» της Ι. Μονής Τροοδιτίσσης (Κύπρου), τεύχ. 6 Φεβρουάριος 2002, σε. 42.

Πηγή: Η Δράσις μας, τεύχος 405, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2003

 

 

2. Γιατί στρέφονται προς την αρχαία θρησκεία; Πως οι νεοειδωλολάτρες υβρίζουν τον Χριστό, την Εκκλησία, τον κλήρο, τους Χριστιανούς

 

Οι νεοπαγανιστές δικαιολογούν την κίνηση τους ν’ αναβιώσουν το Δωδεκάθεο του Ολύμπου, διότι δήθεν περιφρονείται σήμερα η αρχαιοελληνική παράδοση και υπερτιμάται «σκανδαλωδώς η βυζαντινή κακοδαιμονία»!!! Ξιφουλκούν λοιπόν κατά του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού και γράφουν ότι «μόνον με την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας θα μπορέσει και πάλι ο Έλληνας να λέγεται Έλληνας, και μόνον έτσι θα πάψει να είναι ελληνόφωνος Ρωμιός». Ακόμη θεωρούν ότι «μια ξένη θρησκεία (ΣΣ έννοούν τον Χριστιανισμό), με ξένους συμβολισμούς, με ξένα πρότυπα, κατά πολύ κατώτερα από το ανυπέρβλητο μέγεθος του πολιτισμού των προγόνων μας (ΣΣ εννοούν τους αρχαίους Έλληνες), έχει επιβληθεί εδώ και δεκαπέντε αιώνες επάνω στο νου και στη σκέψη μας, καταδυναστεύοντας κάθε πρωτοβουλία, κάθε στοχασμό, κάθε δημιουργική διάθεση». Πάντοτε κατ’ αυτούς, «η ξένη θρησκεία (= ο Χριστιανισμός) επιβλήθηκε σε στιγμές τραγικές για το ελληνικό Έθνος. Καταφέρνοντας πραξικοπηματικά να προσεταιριστεί έναν εγκληματία Ρωμαίο (αυτοκράτορα (ΣΣ εννοούν τον Μ. Κωνσταντίνο), κατάφερε να επικρατήσει δια νόμου σε τούτη τη χώρα και να ξεκινήσει έκτοτε ανελέητους διωγμούς εναντίον κάθε φορέα του ελληνικού πολιτισμού»!... Έρχεται λοιπόν σήμερα η νεοειδωλολατρία να εργαστεί , όπως επιμένει, για την «απαλλαγή μας από τα κατεστημένα σκοτάδια του Μεσαίωνα, που μας καταδικάζει σε έναν έρποντα (...) τουρκοφραγκοραγιαδισμό!...».

Ακόμη οι νεοειδωλολάτρες γράφουν ότι «η τάση για αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας (...), αυτή η τάση για τη συμφιλίωση με τη  Φύση και τη λατρεία των φυσικών δυνάμεων, την ποιητικότερη έκφραση των οποίων -Έλληνες  θεοί και θεές- μας δίδαξαν δια μέσου της Μυθολογίας οι προγονοί μας, του το τελικά σημαίνει Ότι παρά τη λυσσαλέα τους αντίσταση τελειώνει η εποχή των άσχημων φαιοφόρων (ΣΣ εννοεί τους κληρικούς της Εκκλησίας του Χριστού) όπως τελειώνει και η εποχή των ελεεινών φερέφωνων και έρχεται η εποχή των ωραίων δημιουργών. Και οι Έλληνες δημιουργοί είναι οι φίλοι των όμορφων Ελλήνων θεών». Ύστερα απ’ αυτά απευθύνουν μια... μελοδραματική έκκληση: «Εμπνευσμένοι από την ομορφιά της Φύσης, εμπνευσμένοι από τους Έλληνες θεούς,  εμπνευσμένοι από την ελληνική Μυθολογία, ερωτευμένοι με την όμορφή Ζωή, οι Δημιουργοί οι Έλληνες Άνθρωποι απλώνουν το χέρι φιλίας προς όλους αδιακρίτως τους ανθρώπους και υπόσχονται να συνεχίσουν να φτιάχνουν, όλα όσα μόνον αυτοί μπορούν να φτιάξουν: Ωραία πράγματα για τους ίδιους, για τους άλλους, για όλους!...».

Αυτά δεν γράφονται από ανεύθυνα πρόσωπα, αλλά από τον Μάριο Βερέττα, «ένα από τους πιο γνωστούς εισηγητές του αιτήματος» -όπως ονομάζει τον εαυτό του- για «την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας».

Ο ίδιος υποστηρίζει ακόμη, ότι η αναβίωση της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας επιβάλλεται, διότι «ο αποξηραμένος νους του σύγχρονου ανθρώπου έχει ανάγκη από μύθους. Μύθους γενεσιουργούς, ερωτικούς, δημιουργικούς κι όχι προπαγανδιστικά παραμύθια καταστροφολαγνείας. Μύθος του Έρωτα και της Ζωής. Και απόδοση τιμών στις θεϊκές δυνάμεις της Φύσης. Στην γενεσιουργό βροχή, στην καρπερή γη, στον ζωοσπορέα άνεμο, στην αστείρευτη γαλάζια μήτρα της Ζωής, τη θάλασσα, στο ζωογόνο δάσος. Και αν τα υιοθετήσει όλα αυτά ο σκοτισμένος νους του σύγχρονου ανθρώπου θα ανακαλύψει τότε και τη σημασία της απόδοσης τιμών στην Αθάνατη Αθηνά, την Πολιούχο Παρθένα Θεά της Σοφίας, της Υγείας και της Ειρήνης»2.

Το μένος των δωδεκαθεϊστών κατά του Χριστιανισμού είναι φανερό και στις ύβρεις που εκτοξεύουν εναντίον του, εναντίον του κλήρου και των μελών της Εκκλησίας. Σταχυολογούμε δειγματοληπτικά κάποιες απ’ αυτές. Ο Κύριος Ιησούς είναι «ό υποτιθέμενος γυιός του αλλότριου θεού της ερήμου». Οι κληρικοί είναι «οι φαιοφόροι εξουσιαστές». Τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο αποκαλούν «χυδαιότατο και εκβαρβαρισμένο, που νόθα επικαλείται Χρυσόστομος -κλέφτης μεταξύ των άλλων της επάξιας προσωνυμίας του κατά δύο αιώνες προηγηθέντος λαμπρού Προυσαίου Δίωνος του Χρυσοστόμου». Ο Θεός των Χριστιανών  κατά τους Ολυμπιστές, είναι «ο Ιουδαίος θεός της ερήμου», ο δε Κύριος Ιησούς, «ό αχαρακτήριστος γιος του», «ο δήθεν λυτρωτής». Επειδή η Εκκλησία κάνει λόγο για αιώνια κόλαση, ονομάζουν τους κληρικούς της «ρασοφόρους εμπόρους του φόβου». Επειδή διδάσκει περί Θεού και Διαβόλου (οι δωδεκαθεϊστές λένε· «δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε στον δήθεν μεταφυσικό ενσαρκωτή του κακού») είναι, κατ’ αυτούς, «μεγάλη πολυεθνική και εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση με την επωνυμία...«Θεοδιάβολος ΑΕ»!»,  «τα ρασοφόρο στελέχη της οποίας ασχολούνται επωφελώς με το εμπόριο του φόβου». Οι Χριστιανοί και ο κλήρος είναι «οι έμποροι του μηδενός οι διαστροφείς του ωραίου και του αληθινού, οι ανέραστοι μαυροντυμένοι μπουρδολόγοι». Τον ορισμό της προ Χριστού χρονολογίας τον άλλαξαν σε «πρό...Χυδαιότητος»3. Κατά τους νεοειδωλολάτρες ο Χριστιανισμός είναι η «αηδής και αρμόζουσα σε ανθρωποειδή των σπηλαίων μισαλλόδοξη θρησκευτική λατρεία, που εξευτελίζει τον Έλληνα Άνθρωπο» (sic)4.

Σε αναφορά -υπόμνημα  του δωδεκαθεϊστού Τρύφωνος Ολυμπίου οι κληρικοί  της Εκκλησίας αποκαλούνται «φανατικοί «ταλιμπανάδες» του Χρίστου5».

Και μόνον απ’ αυτά αντιλαμβάνεται κανείς την όχι απλώς εχθρική, αλλά φανατικά και με σατανικό μένος  εχθρική στάση της νεοελληνικής αρχαιοφιλίας εναντίον του προσώπου του Σωτήρος Χρίστου , της Ορθοδόξου Εκκλησίας, των λειτουργών και του πληρώματος της και δυστυχώς δεν είναι μόνον αυτοί...

ν.π.β.

 

Σημειώσεις

1. Μάριου Βερέττα, Γεννήθηκα Έλληνας, Αθήνα 2000, σελ. 30, 31, 32, 40-41.

2. Μάριου Βερέττα, ο.π., σελ. 114-115. Τηρείται η ορθογραφία του κειμένου.

3. Βλ. Μάριου Βερέττα, ο.π. σα 33, 84, 126, 127, 145, 160.

4. Βλ. Επιστολή Αίαντα Άλεξάνδρου, στο νεοπαγανιστικό Περιοδικό «Δαυλός», τευχ. 247, Ιούλιος 2002, σελ. 115992.

5. Βλ. Δρος Τρύφωνος Ολυμπίου, Αναφορά - Υπόμνημα προς τον κ. Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, Λιτόχωρο 18 Οκτωβρίου 2001 (Κοινοποίηση: 1. Πρωθυπουργό 2. Υπουργό Δικαιοσύνης), σελ. 2.

Πηγή: Η Δράσις μας, τεύχος 406, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2003

 

 

3. Ποικίλα ρεύματα νεοειδωλολατρών, όλα αντιχριστιανικά

 

Η στάση των νεοπαγανιστών έναντι του Χριστιανισμού ποικίλλει. Διότι οι νεοφανείς οπαδοί της αρχαιολατρίας δεν αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, είναι χωρισμένοι σε διάφορες ομάδες. Άλλες ομάδες είναι έντονα αντιχριστιανικές, θεωρώντας ότι Ελληνισμός και γενικά κάθε μονοθεϊστική θρησκεία, όπως π.χ. ο Χριστιανισμός, είναι ασυμβίβαστα και εχθρικά.  Άλλες ομάδες δέχονται την ενότητα Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, όχι όμως την ενότητα Ελληνισμού και Χριστιανισμού Αυτοί στρέφονται μεν προς την αρχαιότητα, βλέπουν όμως στην Ορθοδοξία μια διαχρονική συνέχεια με τον αρχαίο Ελληνισμό και μια πνευματική ενότητα αρχαίου και Χριστιανικού Ελληνισμού. Επισημαίνουν δε «μια μορφολογική συνέχεια ανάμεσα στις παγανιστικές παραδόσεις από τη μια και την νεοελληνική δημοτική παράδοση ή την Ορθόδοξη τελετουργία από την άλλη»! Βέβαια «οι μορφολογικές ομοιότητες και η γενετική ακόμη συνέχεια των εθίμων και των τελετουργιών δεν αρκούν για να δηλώσουν τον πνευματικό χαρακτήρα, το ήθος, όπως στη μετάβαση από την προχριστιανική στη χριστιανική πίστη», όπως θα πούμε σε επόμενο άρθρο. Ωστόσο, οι Λεγόμενοι «φιλορθόδοξοι ελληνολάτρες δεν έχουν κανένα δισταγμό να ταυτίσουν τα ήθη και τα έθιμα» βρίσκοντας έτσι «τη δική τους γέφυρα προς τον «αυθεντικό» Ελληνισμό, χωρίς να χρειαστεί ν’ αποκοπούν από τον ελληνοχριστιανικό νεοελληνικό κορμό (όπως είναι υποχρεωμένοι να κάνουν οι σύντροφοι τους της αντιχριστιανικής  πτέρυγας)»1. Υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι «εκτιμούν ότι η ρήξη «εθνικών» και Χριστιανών είναι σήμερα άκαιρη, και θα υπέσκαπτε τη βασισμένη στον «ελληνοχριστιανισμό» ιδεολογική ενότητα του σύγχρονου Έλληνισμού2»

Αρκετά επικίνδυνη -γι’ αυτό και πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα -είναι η προσπάθεια αποκρυφιστικής ερμηνείας της Αγίας Γραφής και ταυτίσεως της Ορθοδοξίας με την ειδωλολατρία. Έτσι π.χ. σε άρθρο του νεοπαγανιστικού περιοδικού «Δαυλός», με τίτλο «Ό Θεός πυρ αναλίσκον εστί» (ΣΣ το σωστό είναι «ό Θεός ημών πυρ καταναλίσκον»: Έβρ. ιβ΄ [12] 29), ο συντάκτης αποσυμβολίζει τις «γλώσσες πυρός της Πεντηκοστής, την «φλεγομένη βάτο» κ. α. παραβάλλοντάς τα με την «Μία φλόγα», την «θεϊκή πύρινη φλόγα», «τον  συμπαντικό νου», τον Προμηθέα Δεσμώτη κλπ  Επίσης επιστολογράφος, που δηλώνει «Ορθόδοξος Χριστιανός», διαμαρτύρεται «για τον χαράκτηρισμό των αρχαίων ημών προγόνων ως ειδωλολατρών» και παραβάλλει τα αρχαία αγάλματα με τις εικόνες, τους αγγέλους με τις «θεϊκές δυνάμεις» που είχε δίπλα του ο Δίας, τον δε άγιο Νικόλαο με τον Ποσειδώνα4!  Άλλοι ταυτίζουν το· τελετουργικό της χριστιανικής θείας Λειτουργίας με τις αρχαιοειδωλολατρικές τελετές και παρομοιάζουν τον Κύριον Ιησού με τον Απόλλωνα και την Θεοτόκο Μαρία με την «διαιώνια μητέρα» και την «αιώνια γυναικεία μορφή της αναπαραγωγής». Ωστόσο, οι «φιλορθόδοξοι ελληνολάτρες κατήγορουν την Ορθοδοξία διότι κρατάει Ιουδαϊκές καταβολές, όπως π.χ. την Παλαιά Διαθήκη, της οποίας, πάντοτε γι' αυτούς, ο Θεός είναι άλλος, διαφορετικός, από τον Θεό της Καινή Διαθήκης. Ο πρώτος είναι δήθεν Θεός των Εβραίων, «κακός», «τιμωρός»· ο δεύτερος, τη Καινής Διαθήκης, είναι «καλός», «Θεός της αγάπης»1.

Ενώ όμως υπάρχουν πολλές τάσεις και διαφορές μεταξύ των νεοπαγανιστών, όλοι είναι εναντίον του Χριστιανισμού. Καταφέρονται κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον χαρακτηρίζουν ως «σημιτικής καταγωγής Δικτατορίσκο τ’ ουρανού7» οι νεοειδωλολάτρες, είτε πιστεύουν στο δωδεκάθεο είτε όχι, είτε διαφωνούν προς τα ονόματα των θεών, είτε θεωρούν τους θεούς πραγματικούς ή συμβολικούς, όλοι συναντώνται σε μια κοινή βάση, η οποία συνοψίζεται «στην επιδίωξη μιας «φυσιοκρατικής» ή «κοσμοθεοκρατικής» πίστης, της οποίας σκληρός θεολογικός πυρήνας είναι η θεοποίηση του φυσικού κόσμου»· όλοι τους αδυνατούν να δεχθούν την ύπαρξη μιας άλλης «ακτίστης» φύσεως, πέραν της «κτιστής» φύσεως του κόσμου τούτου. Αδυνατούν να δεχθούν έναν «εξωκοσμικό», όπως λένε οι ίδιοι, θεό8. Παράλληλα, οι αυτοαποκαλούμενοι «αρχαιολάτρες», «ελληνολάτρες», «νεοπαγανιστές», «φυσιολάτρες», «ελληνόψυχοι», «αρχαιόφιλοι», «οπαδοί της πατρώας ή παραδοσιακής θρησκείας», «Έλληνες εθνικοί» κλπ. κυκλοφορούν ποικίλα βιβλία και περιοδικά, όπου προπαγανδίζουν εμφανώς ειδωλολατρικές και αντιχριστιανικές θέσεις τους. Τέτοια περιοδικά είναι τα: Διιπετές, Δίαυλος, Έλλάνιον Ήμαρ, Ωκύρροον, Ιχώρ, Δαυλός, Ερμείον, Ιδεοθέατρον, Ιερά Ελλάς, Απολλώνειο Φως, Αέροπος, Ελληνικόν Πάνθεον, Πυρφόρος κ.ά. Διαθέτουν όμως και πολλές σελίδες στο διαδίκτυο (internet), όπου διαφημίζουν τις ιδέες τους και ζητούν την επιστροφή στην «πάτρια θρησκεία των Ελλήνων», δηλαδή στο δωδεκάθεο του Ολύμπου.

Ακόμη εμφανίζονται συχνότατα με επιστολές στον καθημερινό τύπο και σε τηλεοπτικούς σταθμούς -διότι βρίσκουν ανοικτές τις κάμερες από τους διαφόρους καναλάρχες- απ’ όπου προσπαθούν να παραπληροφορήσουν τον ευαίσθητο στα εθνικά θέματα λαό μας. Ταυτόχρονα οργανώνουν νεοειδωλολατρικές λατρευτικές συνάξεις σε συγκεκριμένους χώρους τη ς πατρίδος μας  π.χ. Προμήθεια στον Όλυμπο (Ιούλιος 2001), εκδηλώσεις στις Θερμοπύλες (16.7.2001), Ιερά Πομπή προς τιμή των Ελευσίνιων μυστηρίων (23.9.2001), «Θέσμια» στη Λίμνη των· Μουσών - Βέροια (24.9.2001), «Ηλιοστάσια» κ.ο.κ.9.

Η ποικιλία των απόψεων, μερικές φορές αντίκρυς αντίθετων, που παρουσιάζουν οι σημερινοί νοσταλγοί της αρχαιολατρίας και οι εκδηλώσεις και τελετές λατρείας στους θεούς, ανακαλούν στη μνήμη μας όσα γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας που εγνώρισε πολύ καλά την ειδωλολατρία και, όσο ελάχιστοι, τον Ιουλιανό τον Παραβάτη, με τον οποίο ήταν συσπουδαστής στην πόλη των Αθηνών μαζί με τον Μ. Βασίλειον, αναφερόμενος στους ειδωλολάτρες είπε: «Άλλοι μεν λατρεύουν και προσκυνούν τον ήλιο, άλλοι την σελήνη, άλλοι το πλήθος τω ν αστέρων και άλλοι τον ουρανό με το αστέρια του (...). Άλλοι εθεοποίησαν την γην, το νερό, τον αέρα, την φωτιά». Άλλοι «ανεκήρυξαν θεούς τα ωραιότατα αντικείμενα, που έβλεπαν (...). Μερικοί που εκολάκευαν τους δυνάστες ή έπήνεσαν τους δυνατούς ή εθαύμασαν το κάλλος, με την πάροδο του χρόνου εθεοποίησαν το τιμώμενο πρόσωπο (...). Οι πιο εμπαθείς επίστεψαν ως θεούς ακόμη και τα πάθη και απέδωκαν θείες τιμές στον θυμό, τον φόνο, την ασέλγεια,  την μέθη (...) και επινόησαν έτσι κακή και άδικη δικαιολογία για τα αμαρτήματα τους. Και άλλους μεν θεούς τους άφησαν κάτω στη γη , άλλους τους έκρυψαν κάτω από την γην - σ’ αυτή την περίπτωση ενήργησαν με σύνεση- άλλους δε τους ανέβασαν στον ουρανό (...) Απέδωσαν την δόξαν του Θεού σε άγρια θηρία, σε τετράποδα και ερπετά (...)· εγελοιοποίησαν έτσι τους  εαυτούς των τόσον, ώστε δύσκολα διακρίνει  κανείς ποιοί είναι περισσότερον αξιοκαταφρόνητοι, οι προσκυνηταί ή τα προσκυνούμενα. Ασφαλώς», προσθέτει ο Αγιος Γρηγόριος, «περισσότερον άξιοκαταφρόνητοι είναι αυτοί που λατρεύουν τα είδωλα. Διότι, ενώ είναι όντα λογικά, επροτίμησαν ως  καλύτερο το χειρότερο. Και τούτο είναι τέχνασμα του πονηρού, ο οποίος έκανε κατάχρηση του καλού για να επιτύχει το κακό»10.

ν.π.β.

 

Σημειώσεις

1.Βλ. άρθρο Βασ. Ξυδιά, Οι «Έλληνες» ξανάρχονται, στο Περιοδικό «Σύναξη», τεύχ. 69, Ιανουάριος - Μάρτιος 1999, σελ. 15-16.

2.Βασ. Ξυδιά, δ.π., σελ. 17. ΒΑ. επίσης Κώστα Πλεύρη, «Ελληνισμός και Χριστιανισμός», Περιοδ. «Δαυλός», τεύχ. 121, Ιανουάριος 1992, σελ. 6910.

«Η δυνατότης διαφοροποιημένης κοσμοθεωρίας από ομάδος εις ομαδά, ώστε άλλες να παρουσιάζονται καλύπτουσες ρατσιστές, έθνοκαθάρτες, φιλοδικτατορικούς και εθνικιστές και άλλες, αποκρυφιστές, ιδεολόγους, δημοκρατικούς, "ελληνόψυχους", φιλελεύθερους και αντιφασίστες δίδει την ευκαιρία καλύψεως ευρέος φάσματος οπαδών. Επίσης σπανίως συμβαίνει να ξεκαθαρίζεται η ταυτότης των ομάδων αυτών, ώστε να απαρτίζονται από συγκεκριμένης απόψεως άτομα. Έκτος ολίγων οι πλείστες αποκρύπτουν τον ακριβή τους χαράκτηρα» (Περιοδ. «Παρακαταθήκη», τεύχ. 15, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000, σελ. 8).

3. Περιοδ. «Δαυλός», τεύχ. 1, 1994, σελ. 27, εις Δελτίον «Ένημέρωσις», τεύχ. 6, Φεβρουάριος 2002, σελ. 42.

4. Έφημ. «Στόχος» 21.3.1991, άρθρο «Δεν ήσαν ειδωλολάτρες οι προγονοί μας που έβαλαν τις ρίζες του Χριστιανισμού », εις Δελτίον «Ένημέρωσις», ο.π., σελ. 42.

5.Σπ. Μόνικα, στην Ορθοδοξία διασώζονται πανάρχαιες Ελληνικές θρησκευτικές παραδόσεις, Περιοδ. «Τότε», τευχ. 48, 1994, σελ. 32-33, εις Δελτίον «Ένημέρωσις», ο.π. σελ. 42-43.

6.Για την ασύστατη αυτή θέση και κακόβουλη κατηγορία, όπως γενικά για τις κατηγορίες των νεοειδωλολατρών κατά της Παλαιάς Διαθήκης, βλέπε τεκμηριωμένη αναίρεση στο βιβλίο: Νικ. Π. Βασιλειάδη, η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν απάντησι στους κατηγόρους της, εκδ. «ο Σωτήρ», Αθήναι 2002.

7.Περιοδ. «Διιπετές», τεύχ. 4, 1993, σελ. 6, εις Δελτίον «Ένημέρωσις», ο.π., σελ. 43.

8.Βλ. άρθρο Βασ. Ξυδιά, ο.π., σελ. 17.

9.  Βλ. Περιοδ. «Διάλογος», τεύχ. 26, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2001, σελ. 5-6. Επίσης βλ. Περιοδ. «Παύλειος Λόγος», εκδ. Ί. Μητροπόλεως Βέροιας, Ναούσης και Κομπανίας, τεύχ. 40, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2001, σελ. 8-11.

10. Γρ. Θεολόγου, Λογ. ΚΗ' (Θεολογικός Β'), 14 και 15 Ι PG 36, 440-450.

 

Πηγή: Η Δράσις μας, τεύχος 407, ΜΑΡΤΙΟΣ 2003

 

11. Ο Χριστιανισμός δεν κατάστρεψε τη χαρά της ζωής!... Β΄

 

Η Εκκλησία τού Χριστού εσάρωσε κυριολεκτικά όλη την καταλυτική απαισιοδοξία, το φόβο και την απόγνωση τού αρχαίου κόσμου, για την οποία κάναμε λόγο στο προηγούμενο άρθρο. Ανακαινίζοντας τον άνθρωπο και τον κόσμο, γέμισε με ελπίδα, φώς και ζωή την ψυχή τού ανθρώπου, βεβαιώνοντάς τον ότι, μετά την Ανάσταση τού Σωτήρος Χριστού και τον θρίαμβό του κατά τού θανάτου και τού Άδου, «τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» και ότι καθένας που είναι ενωμένος με τον Χριστό είναι νέο δημιούργημα (Β΄ Κορ. ε΄ 17) και ζει σ ένα καινούργιο και αγιασμένο περιβάλλον. Τώρα μπορεί ν απολαμβάνει τη ζωή με τη δύναμη και την αγαθοποιό ενέργεια τού Παρακλήτου Πνεύματος. Μπορεί να καλλιεργεί τον αγιασμό του, να στολίζει την ψυχή του με τις άγιες αρετές τού Χριστού και να βαδίζει προς την κατά χάρη θέωση.

Μέσα στην Εκκλησία τού Χριστού υπερβαίνουμε την περί ιδεών θεωρία τού Πλάτωνος και δεν αποδεχόμαστε την απολυτοποίηση της παρούσης ζωής και την προσωρινή και ψεύτικη απόλαυση των ηδονών τού βίου. Στην Εκκλησία ζούμε τον άριστο συνδυασμό λογικής και συναισθήματος, νου και καρδιάς, χριστιανικής χαράς και λύπης - γι’ αυτό μιλούμε για χαρμολύπη (χαροποιών πένθος). Οι Ορθόδοξοι ζούμε την παρούσα ζωή εσχατολογικά, ως προστάδιο της αιωνίας και μακαρίας ζωής.

Κατά τους νεοειδωλολάτρες, «η θεοποίηση τού αισθητού κόσμου από τους Έλληνες κάνει το ανθρώπινο σώμα να είναι θεϊκό και ισάξιο της ψυχής, η οποία έχει επίσης υλική εκλεπτυσμένη ουσία (...). Αντιθέτως (πάντα κατ’ αυτούς) ο Χριστιανισμός καταδίκασε το κάλλος τού σώματος, απεμπολίσθη (!) της ηδονής και ευδαιμονίας σ’ αυτή τη ζωή, μεταφέροντας το ενδιαφέρον σ ένα μεταθανάτιο κόσμο (...). Για τους Χριστιανούς (προσθέτουν) δεν υπάρχει συνδυασμός Απόλλωνος και Διονύσου, αρνούνται τον λόγο και το πάθος, την φύση και τον έρωτα»1. Αλλά δεν είναι αληθής η άποψη των νεοειδωλολατρών ότι οι Έλληνες θεωρούσαν ότι «το ανθρώπινο σώμα... είναι θεϊκό και ισάξιο της ψυχής». Ο μύθος τού σπηλαίου τού Πλάτωνος και ο λόγος τού συγχρόνου του φιλοσόφου Φιλολάου (Ε΄ αι. π.Χ.) μαρτυρούν το αντίθετο. Γράφει ο Φιλόλαος (κατά τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα)· «Μαρτυρέονται δέ καί οἱ παλαιοί θεολόγοι τε καί μάντιες, ὡς διά τινας τιμωρίας ἁ(=ἡ) ψυχά (=ή) τῷ σώματι συνέζευκται καί καθάπερ ἐν σήματι (σῆμα=τάφος) τοῦτο τέθαπται»2.

Εξ άλλου ο Χριστός με την αγία Γέννησή Του, τη θεία ενανθρώπηση, την Ανάσταση και εν σώματι Ανάληψή Του δόξασε και «μεγάλυνε τό σῶμα ὑπεράνω τῶν ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων»3 και το κατέστησε πραγματικώς και κυριολεκτικώς «θεοφόρον»4. Για μας η παρουσία τού σώματος είναι δώρο Θεού, διότι αποτελεί βασική διάσταση της ανθρώπινης προσωπικότητας και στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή. Ο δε λόγος των Πατέρων «ὑψοῦ τήν ψυχήν» - «περιφρόνει τόν πηλόν» δεν σημαίνει περιφρόνηση τού σώματος. Αφορά στα πάθη της σαρκός, αναφέρεται σ’ αυτά και όχι στο σώμα αυτό καθ’ εαυτό5. Γι’ αυτό και ο μεγάλος διδάσκαλος της ερήμου, ο αββάς Ποιμήν, έλεγε· «Ημεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν (να γίνουμε) σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι»6. Για μας τους Χριστιανούς το σώμα είναι «ναός τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος», κατά τον απόστολο Παύλο (Α΄ Κορ. στ΄ 19), ναός τού αγίου Πνεύματος, που κατοικεί μέσα μας. Ποτέ η Εκκλησία δεν θεώρησε το ανθρώπινο σώμα ως πηγή τού κακού. Μόνο οι δαιμονοκίνητες αιρέσεις και κυρίως ο Μοντανισμός και ο Γνωστικισμός το διέβαλαν και το δυσφήμησαν.

Γι’ αυτό άλλωστε η Ορθόδοξος ανθρωπολογία είναι αισιόδοξη και καθόλου απαισιόδοξη. Γι’ αυτό η Εκκλησία τού Χριστού δεν μισεί τη ζωή· δεν αρνείται τον κόσμο. Το μέλος της χαίρεται τη ζωή, απολαμβάνει τα θεόσδοτα αγαθά και τις θεοφιλείς χαρές τού κόσμου. Υποστηρίζουν οι νεοειδωλολάτρες ότι «για τους Χριστιανούς δεν υπάρχει συνδυασμός Απόλλωνος και Διονύσου» κλπ. (βλέπε προηγούμενο άρθρο). Αλλά μήπως υπήρχε τέτοιος συνδυασμός για τους αρχαίους; Απλούστατα, από τους μελετητές αποδόθηκαν ρομαντικά όλες οι ιδανικές ωραιότητες. Οι αρχαίοι, ιδιαίτερα δε οι προκλασσικοί, άγευστοι της θείας Αποκαλύψεως, στάθηκαν ανίκανοι ν απαλλάξουν τον ωραίο θεό τους Απόλλωνα από τις βαρβαρότητες των Διονυσιακών ατασθαλιών· Τις απιστίες, τις εχθρότητες, τις φονικές ενέργειες, τις κάθε είδους κατωτερότητες...7.

Αυτά για τους αρχαίους. Στην Εκκλησία όμως τα πράγματα έχουν διαφορετικά. Ο Κύριος Ιησούς βεβαίωσε τους μαθητές του ότι τους προσφέρει χαρά, την οποία κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει, διότι κανείς δεν μπορεί να τους χωρίσει από την αγάπη Του (βλ. Ιω. ιστ΄ [16] 22). Ο δε απόστολος Παύλος τόνιζε σταθερά ότι όποιος ζει «ἐν Κυρίῳ» χαίρει πάντοτε τη χαρά που προέρχεται από τη μυστική ένωση και κοινωνία με τον Χριστόν, διπλασιάζοντας μάλιστα το λόγο του με τη φράση· «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλιπ. δ΄ 4). Ενώ στους Χριστιανούς της Γαλατίας υπογράμμιζε πώς η χαρά είναι ο δεύτερος από τους εννέα σπουδαίους καρπούς, που παράγει στην ψυχή το Άγιον Πνεύμα (βλ. Γαλ. ε΄ 22, 23). Σε μας τους Χριστιανούς η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη έχουν άλλο νόημα, και διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που έχουν στην κοσμική ορολογία και σκέψη. Για μας η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη έχουν άγιο βάθος. Γι’ αυτό και στη θλίψη υπάρχει χαρά, αφού ο απόστολος Παύλος έγραφε· «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου» (Κολασ. α΄ 24).

Όμως, εκτός τού ότι η χαρά που προσφέρει ο Χριστός δεν έχει καμιά σχέση με την κακή χαρά τού αμαρτωλού κόσμου, ο Χριστιανός ιεραρχεί πάντα το κάθε τι μη λησμονώντας ότι ο άνθρωπος στον κόσμο αυτό είναι «ὁδίτης»· δηλαδή διαβάτης, κατευθυνόμενος προς την «μέλλουσαν καί μένουσαν πόλιν», την οποία ζητεί με δυνατή, ασίγαστη νοσταλγία και άγιο πόθο (Εβρ. ιγ΄ [13] 14).

 

ν.π.β

 

Υποσημειώσεις

1. Δρος Τρύφωνος Ολυμπίου, Αναφορά-Υπόμνημα προς τον κ. Εισαγγελέα Αρείου Πάγου (18. 10. 2001), σελ. 6.

2. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Στρωματείς Γ΄, κεφ. ΙΙΙ ΒΕΠΕΣ 8,16 (31-33).

3.Ιουστίνου Πόποβιτς, Ανθρωπος και Θεάνθρωπος, μετφρ. ιερομ. Αθανασίου Γιέβτιτς (μετέπ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης), εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1969, σελ. 36.

4. Μ. Βασιλείου, Ομιλ. Εις Ψαλμ. 45, 4 PG 29, 424Β.

5. Βλ. Γρ. Θεολόγου, Επιστ. 32, Φιλαγρίω, PG 37, 69Β.

6. Αποφθέγματα Πατέρων, Αββάς Ποιμήν, 184 PG 65, 368Α.

7. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τόμ. Β΄, λήμμα «Απόλλων».

 

 

12. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Α΄

 

Οι νοσταλγοί τού δωδεκαθέου τού Ολύμπου στην προσπάθειά τους να υποτιμήσουν την Ορθοδοξία, ισχυρίζονται ότι αυτή αντέγραψε την αρχαία ελληνική θρησκεία. Ως αποδείξεις δε της θέσεώς τους αυτής αναφέρουν ότι π.χ. η χρήση από τους Χριστιανούς τού αρχιτεκτονικού ρυθμού της «βασιλικής» είναι δάνειο της ειδωλολατρικής θρησκείας. Όπως επίσης τα διάφορα είδη των σταυρών, οι παραστάσεις τού Χριστού ως καλού Ποιμένος, Ορφέως, Απόλλωνος, όπως επίσης οι λαμπάδες, τα δακτυλίδια των γάμων κ.ά. παρόμοια προέρχονται κατ’ ευθείαν από την ειδωλολατρική θρησκεία.

Πριν αναφέρουμε σε επόμενα άρθρα ξεχωριστά για κάθε χριστιανικό σύμβολο την πραγματική του προέλευση, η οποία ιστορικώς απορρίπτει τις θέσεις των νεοειδωλολατρών, τονίζουμε περιληπτικά τη θέση της Χριστιανικής τακτικής. Εν πρώτοις ήταν απόλυτα δικαιολογημένη η κίνηση αυτή της Εκκλησίας τού Χριστού. Διότι απευθυνομένη σ ένα κόσμο ειδωλολατρικό, ήταν φυσικό να τού μιλήσει στη γλώσσα του και να δανεισθεί στοιχεία από τη ζωή του. Έτσι είχε ένα σημείο επαφής και άμεσης επικοινωνίας μαζί του. Βέβαια, όπως θα αποδείξουμε στη συνέχεια των άρθρων, στα «δάνεια» αυτά η Εκκλησία έδωκε ένα καινούργιο νόημα βαθύτερο και άγιο.

Εξ άλλου, στους πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού, όπως ορθώς επισημαίνει ο αείμνηστος πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Ν. Καλλίνικος στο αξιολογότατο και μνημειώδες έργο του «Ὁ Χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ», οι σοφοί και μεγάλοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα εκείνοι της Αλεξανδρινής Σχολής, υπογράμμιζαν ότι όλη η προχριστιανική σκέψη ήταν «σκιώδης προπαίδεια καί προπαρασκευή τῆς ἐπιφανείας τοῦ Λόγου». Και «ὅτι καί οἱ παρ᾿ ῞Ελλησι καί βαρβάροις μετά λόγου καί σκέψεως φιλοσοφήσαντες ὑπῆρξαν πρόδρομοι καί παιδαγωγοί εἰς Χριστόν»1. Το επιχείρημα τούτο των Χριστιανών απολογητών το οικειοποιήθηκε και η Χριστιανική ζωγραφική τέχνη, και έτσι «οἱ Χριστιανοί τεχνῖται ἠδύναντο καί ἔξω τῆς θεοπνεύστου Βίβλου νά ἀναζητοῦν τούς τύπους των». Και προσθέτει ο Κωνστ. Καλλίνικος· «Δέν λέγω βέβαια ὅτι τοῦτο ἔγινεν ἐπί μακρόν καί εἰς δόσιν πολλήν. ᾿Αλλ᾿ ἔγινεν».

Και προχωρεί αναφέροντας τέτοιες περιπτώσεις. Γράφει (μεταφέρουμε το κείμενό του στη δημοτική για την καλύτερη κατανόηση των γραφομένων του)· Η παράσταση τού Ορφέως ήταν βεβαίως παράσταση ειδωλολατρική. Αλλ’ ας μη λησμονούμε ότι ο μυθικός Ορφεύς ήταν, όπως διδάξαν οι εθνικοί ποιητές, εκείνος που κατέβηκε στά βασίλεια τού Άδου, για να ελευθερώσει από εκεί την αγαπημένη του σύζυγο Ευρυδίκη. Ποια λοιπόν άλλη εικόνα, παρατηρεί ο Καλλίνικος, θα ταίριαζε καλύτερα να στολίσει τις πρώτες Χριστιανικές νεκροπόλεις «πρός παραμυθητικωτάτην ὁμολογίαν τῆς ὑπό τοῦ Λυτρωτοῦ ἀπολυτρώσεως τῶν ἐν τοῖς τάφοις πεπεδημένων;». Ακόμη ο Ορφεύς, πάντα κατά τους εθνικούς ποιητές, «ἔκρουε τήν λύραν» και λιοντάρια, φίδια, αρνιά, σκύλοι, χελώνες, παγώνια, άψυχα δένδρα, βράχοι αναίσθητοι «ἐτιθασσεύοντο καί συνεκινοῦντο καταμαγευμένα, διά νά ἐκφράσουν ζωηρῶς τήν ἐξημερωτικήν δύναμιν τοῦ Εὐαγγελίου ἐπί τῶν ἀγρίων ἠθῶν».

Εκτός όμως από την παράσταση τού Ορφέως βρέθηκαν και άλλες ειδωλολατρικές παραστάσεις στα Χριστιανικά κοιμητήρια με έννοια υψηλότερη· π.χ. ο Ηρακλής, ο οποίος τρέφει τον δράκοντα με παπαρούνα (αφιόνι), συμβολίζει τον Χριστό, ο Οποίος «κατακοιμίζει τά μηχανήματα (= τα τεχνάσματα) τοῦ διαβόλου». Το δελφίνι, που μεταφέρει τις ψυχές στο νησί των μακάρων, είναι τύπος τού φιλανθρώπου Κυρίου, ο Οποίος οδηγεί τους πιστούς στη λαμπρότητα της άνω Ιερουσαλήμ. Ο Οδυσσέας, που διασχίζει το αγριεμένο πέλαγος δεμένος στον ιστό τού πλοίου από φόβο μήπως ελκυσθεί και αφανισθεί από τις Σειρήνες, είναι τύπος τού Χριστιανού, ο οποίος κρατεί γερά τον Σταυρό τού Χριστού και έχει υψωμένο σταθερά το βλέμμα της ψυχής στον ουρανό, εξαρτώντας όλες του τις ελπίδες από τον Κύριον τού ουρανού, για να μη γίνει «παρανάλωμα τῶν μαγγανειῶν (= μαγειών και γοητειών) τοῦ κόσμου».

Εκτός αυτών έχει βρεθεί χαραγμένος πάνω σε χριστιανικές σαρκοφάγους, αλλά και στη βάση Χριστιανικού αγίου Ποτηρίου, ανιστορημένος ο μύθος τού «Ἔρωτος καί τῆς Ψυχῆς», που έχει περιγράψει ο Ρωμαίος ρήτορας και φιλόσοφος Λούκιος Απουλήϊος (Lucius Apuleius, γεννήθηκε το 125 μ.Χ.), τον οποίον όμως δανείστηκε από ελληνικές παραδόσεις. Κατά τον μύθο «ἡ φιλοπεριέργεια, τό πάθος καί ἡ μετριοφροσύνη ἀπέσπασαν τήν φιλοπαίγμονα καί χρυσαλιδοειδῆ Ψυχήν ἀπό τοῦ θείου Ἔρωτος»· και η Αφροδίτη, που εκπροσωπεί την φιληδονία, αποστέλλει την Ψυχή στον Άδη, «ὅπου περιπίπτει εἰς βαθύν ὕπνον». Αλλ’ ο ουράνιος Έρως, οπλισμένος με το τόξο και την φαρέτρα του, σύμβολα της υπερτάτης τού Χριστού δυνάμεως, κατέρχεται μέχρι των τού Άδου βυθών, την αφυπνίζει και συζεί πλέον μαζί της «συμβίωσιν αἰώνιον».

Ωστόσο ο Κωνστ. Καλλίνικος διατυπώνει την επιφύλαξη «ὅτι ὁ τοιοῦτος τρόπος τοῦ βλέπειν δέν πρέπει καθ᾿ ὑπερβολήν νά χρησιμοποιῆται καί νά ἀναζητῇ κάποιος καί εἰς τάς ἁπλουστέρας, φέρ᾿ εἰπεῖν, τοῦ Καλοῦ Ποιμένος ἐξεικονίσεις Νομίους (= ποιμενικούς) Ἀπόλλωνας καί Ἑρμᾶς Κριοφόρους (= που κρατούν στους ώμους τους κριούς), διότι τοῦτο ὑπερβαίνει τήν πραγματικήν ἀλήθειαν»2.

Πέραν αυτού είναι πολύ αφελής ο ισχυρισμός των νεοπαγανιστών ότι μπορεί να υπάρξει έστω και η ελάχιστη σύγκριση μεταξύ τού παναγίου προσώπου τού Χριστού, τού ιστορικού προσώπου τού Θεανθρώπου Κυρίου, και των νεκρών ειδώλων, διότι «πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. 95, 5)· όλοι οι θεοί των ειδωλολατρών είναι δαιμόνια, ψεύτικα πλάσματα και επινοήματα της φαντασίας και τού διαβόλου. Ορθώς ο ιερός ερμηνευτής Ζιγαβηνός παρατηρεί· Δαιμόνια και «δαίμονας οἱ Ἕλληνες ὠνόμαζον τούς θεούς αὐτῶν ὡς δαήμονας καί ἐπιστήμονας τοῦ καλοῦ· ἡμεῖς δέ (οι Χριστιανοί) προσαγορεύομεν αὐτούς δαίμονας ὡς ἐπιστήμονας τοῦ κακοῦ».

Ο δε Ευσέβιος Καισαρείας λέγει ότι οι Έλληνες (= οι ειδωλολάτραι), ενώ θεωρητικώς χωρίζουν τους «αγαθούς» από τους «πονηρούς δαίμονας», στην πράξη συγχέουν «τα πάντα», λατρεύοντας «μόνας τάς πονηράς δυνάμεις». Αντίθετα η Χριστιανική διδαχή δεν γνωρίζει να ονομάζει «ἀγαθόν δαίμονα», αλλά όλους τους θεωρεί «πονηρούς». «Τάς δέ ἀστείας καί ἀγαθάς δυνάμεις», δηλαδή τις γεμάτες χάρη, θαυμάσιες, εξαίρετες και αγαθές δυνάμεις, που είναι δημιουργήματα τού Θεού, υστερούν όμως πάρα πολύ έναντι τού αγέννητου και δημιουργού τους Θεού, είναι δε και χωρισμένες από «τοῦ τῶν δαιμόνων μοχθηροῦ γένους», απαιτεί να μη τις ονομάζουμε «οὔτε θεούς οὔτε δαίμονας». Αλλά να τις ονομάζουμε «ἀγγέλους Θεοῦ καί πνεύματα λειτουργικά, δυνάμεις τε θείας καί ἀρχαγγέλους» και με άλλες επωνυμίες. Διότι η ετυμολογία της λέξεως «δαίμων» δεν προέρχεται, όπως νομίζουν οι Έλληνες, από το «δαήμων» και «επιστήμων», αλλά από το ρήμα «δειμαίνειν», που σημαίνει «φοβεῖσθαι καί ἐκφοβεῖν»3.

Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος σαφώς διδάσκει ότι το «εἴδωλον» δεν είναι κάτι που εικονίζει πραγματικό θεό (βλ. Α΄ Κορ. ι΄ [10] 19). Επί πλέον ο Υιός και Λόγος τού Θεού, ο Κύριος Ιησούς, δεν έχει καμιά σχέση προς τον «Βελίαρ», τον σατανά και τις άτακτες ορδές του (βλ. Β΄ Κορ. στ΄ 15). Διότι ο ένας είναι ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο δε άλλος ο «ἄρχων» τού σκότους. Άλλωστε το ομολόγησε και αυτός ο διάβολος, διά στόματος των δύο δαιμονιζομένων των Γεργεσηνών, οι οποίοι εφώναξαν δυνατά και είπαν· Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ ημών και σού, Ιησού υιέ τού Θεού; Ήλθες εδώ πρόωρα, πριν από τον καιρό της παγκοσμίου κρίσεως, για να μας βασανίσεις; (Ματθ. η΄ 28, 29). Κατά συνέπια δεν μπορεί να υπάρξει καμιά σχέση μεταξύ Χριστιανών και ειδωλολατρών ή ορθότερα δαιμονολατρών!...

Αλλά θα συνεχίσουμε, διότι δεν εξαντλήσαμε την παράγραφο αυτή.

 

ν.π.β

 

Υποσημειώσεις

1. Γιά τή διδασκαλία περί «σπερματικού λόγου» των Χριστιανών Απολογητών της πρώτης Εκκλησίας θα κάνουμε λόγο σε άλλο άρθρο.

2. Κωνστ. Ν. Καλλινίκου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, έκδ. Εκθεσις Χριστιανικού Βιβλίου, Αθήναι 1958, έκδ. Β΄, σσ. 278-279.

3. Ευσεβίου Καισαρείας, Προπαρασκευής Ευαγγελικής, Βιβλ. Δ΄, κεφ. Ε΄, Ρύ 21, 2488έί.

 

 

13. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Β΄

 

Υποστηρίζουν οι νεοειδωλολάτρες ότι ο Χριστιανικός αρχιτεκτονικός ρυθμός της «βασιλικής» είναι αντιγραφή από την αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία. Ας δούμε όμως πώς έχουν τα πράγματα.

Χριστιανικοί ναοί ως αυτούσιες οικοδομές άρχισαν να κτίζονται από τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Το πιστοποιούν μαρτυρίες από τον Τερτυλλιανό1. Κατά τον Αίλιο Λαμπρίδιο (Aelius Lampridius), ένα από τους έξι συγγραφείς της «Historia Augusta», οι Χριστιανοί είχαν οικοδομήσει εκκλησία στη Ρώμη, στα χρόνια τού Αλεξάνδρου Σεβήρου (222-235), σε χώρο που χρησίμευε προηγουμένως ως καπηλειό, όπου μαζεύονταν στρατιώτες και μεθοκοπούσαν. Οι ειδωλολάτρες κάτοικοι διαμαρτυρήθηκαν στις αρχές, η Πολιτεία όμως έκλινε προς το μέρος των Χριστιανών και αποφάνθηκε ότι είναι προτιμότερο να λατρεύεται εκεί, «αδιάφορον πώς», ο Θεός, παρά να χρησιμεύει ο τόπος για μεθοκόπημα. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στον βίο τού αγίου Γρηγορίου επισκόπου Νεοκαισαρείας, τού θαυματουργού (213-270), αναφέρει ότι ο επίσκοπος Νεοκαισαρείας μάζεψε γύρω του, με τη βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος, τόσο λαό, ώστε ξεκίνησε την κατασκευή ενός ναού με την πρόθυμη συμμετοχή όλων, τον προσωπικό τους κόπο και τις εισφορές τους. Προσθέτει δε ότι όταν είχε πια διαδοθεί παντού το κήρυγμα τού Ευαγγελίου και η πόλη και η ύπαιθρος είχαν μεταστραφεί στην Χριστιανική πίστη, όλοι σε κάθε τόπο τού Πόντου ύψωναν με προθυμία ναούς προσευχής στο όνομα τού Σωτήρος Χριστού2. Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας διηγείται όσα συνέβησαν στον «οἶκον τῆς Ἐκκλησίας» της Αντιοχείας, από τον οποίον ο αιρεσιάρχης Παύλος ο Σαμοσατεύς δεν εννοούσε να αποχωρήσει, μέχρις ότου διώχτηκε από εκεί «μετά τῆς ἐσχάτης αἰσχύνης ὑπό τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς»3. Εξ άλλου το «Ἐδεσσηνόν Χρονικόν» κάνει λόγο για την καταστροφή Χριστιανικών ναών το 292. Γενικώς δε «ναοί δεν ήσαν άγνωστοι ως αυτοτελή κτίρια επί των χρόνων των διωγμών»4.

Μετά τους διωγμούς, όταν πια ειρήνευσε η Εκκλησία τού Χριστού, οι Χριστιανοί άρχισαν να κτίζουν ναούς με δικούς τους ρυθμούς. Μετετράπηκαν μεν κάποιοι ειδωλικοί ναοί σε Χριστιανικούς, όπως π.χ. το Βαλανείον, το Τυχαίον, το Αφροδίσιον κλπ., αλλά τα παραδείγματα αυτά, που φανερώνουν απλή μετατροπή ερειπωμένων ιερών σε ιερά άλλης θρησκείας, ήσαν ελάχιστα. Και τούτο για να φανερώσουν με την ολιγότητα και σπανιότητά τους ότι «τό Χριστιανικόν πνεῦμα οὐδόλως εἱλκύετο ἀπό τούς ρυθμούς τῶν εἰδωλικῶν ναοδομιῶν, ὅσο κομψοί καί ἔντεχνοι καί ἄν ἦσαν», διότι και από τα αγάλματα που βρίσκονταν σ αυτούς, έσταζαν αίματα. Εξ άλλου οι τόποι εκείνοι «ἦσαν ἀκατάλληλοι πρός πλήρωσιν τῶν λατρευτικῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Χριστιανισμοῦ, καθ᾿ ὅ (ήσαν) ἄστεγοι, στενόχωροι, πολλούς πλατυσμούς καί μεταρρυθμίσεις ἀπαιτοῦντες»5.

Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός στράφηκε σε αρχιτεκτονικά σχήματα «κοσμικωτέρας μέν χρήσεως», αλλά πολύ προσφορότερα προς τον σκοπό της Εκκλησίας. Στράφηκε προς το μαυσωλείο και την Βασιλική, από τα οποία, αφού τροποποιήθηκαν καταλλήλως, «ἐξεκολάφθη τό πρῶτον καί ἀρχαιότερον εἶδος τοῦ Βυζαντινοῦ ρυθμοῦ», που χαρακτηρίζει την προ τού Ιουστινιανού ναοδομία.

Πριν κάνουμε λόγο γι’ αυτά, υπενθυμίζουμε όσα έγραψε ο Leclercq σε άρθρο με τίτλο «Byzantin art»· «Ἡ Κωνσταντινούπολις, κλειδί τῆς Εὐρώπης καί τῆς Ἀσίας, θά καταστῇ ἡ μισγάγγεια (=χαράδρα) τῶν δύο τεχνικῶν ρευμάτων, τοῦ Ἀνατολικοῦ καί τοῦ Ἑλληνικοῦ. Δέν ὀφείλεται μόνον εἰς τόν θρίαμβον τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ νέα τέχνη, ἀλλά καί εἰς τήν θεμελίωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀξίζει ἄρα νά καλῆται Βυζαντινή ἀπ᾿ αὐτῶν τῶν πρώτων της βημάτων, καίτοι οὔπω ὁλοσχερῶς διαμορφωθεῖσα καί ἐκβυζαντινισθεῖσα. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἀπό τεχνικῆς ἀπόψεως δέν εἶναι Νέα Ρώμη, δέν ἀντιγράφει τήν παλαιάν· ἀλλ’ εἶναι τι αὐτούσιον καί πρωτότυπον. Ἡ βασιλική, ἡ κυκλοτερής οἰκοδομή, ἡ θολωτή βασιλική, ἡ σταυρωτή τε καί θολωτή βασιλική, πάντα ταῦτα τυγχάνουσιν αὐτόχθονα τῆς Μ. Ἀσίας γεννήματα»6.

Το μαυσωλείο, έχοντας σχήμα στρογγυλό και χρησιμοποιούμενο για τον ενταφιασμό επισήμων εθνικών της Ρώμης, το μιμήθηκε ο Χριστιανισμός για να φιλοτεχνήσει τα μεγάλα βαπτιστήρια. Σ αυτά προσερχόταν ο απόγονος τού παλαιού Αδάμ, για να θάψει τον παλαιόν άνθρωπο και να εξαναστεί σε νέα ζωή. Το κοσμικό μαυσωλείο επίσης το μιμήθηκε ο Χριστιανισμός στην κατασκευή των τρουλλωτών, θολωτών και κυκλοειδών μαρτυρίων, τα οποία ανύψωνε ως επιμνημόσυνες στήλες πάνω από τους τάφους των μαρτύρων, για να διαιωνίσει τη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για τον Σωτήρα Χριστόν. Με τέτοιο ρυθμό κτίστηκαν τα δύο Βαπτιστήρια στη Ραβέννα και ιδιαίτερα ο ναός τού αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (400 μ.Χ.) στη Θεσσαλονίκη, η Ροτόντα, «κυκλοτερής, θολοσκέπαστος, μέ ἱερόν βῆμα προεξέχον, μέ ἀρχαιότατα μωσαϊκά στρατηλατῶν καί μαρτύρων ἐν στάσει προσευχομένων ἐπί τοῦ θόλου, τό ἄριστον τοῦ κυκλικοῦ ρυθμοῦ ἀπομεινάριον»7.

 

Ένας αξιοθαύμαστος και εκπληκτικός ναός ήρθε στο φως με τις ανασκαφές του 1930 , που ονομάζονταν «Μαρτύριο» (από το μαρτύριο της Σελεύκειας) και ήταν πιθανότατα η Μητρόπολη της Αντιόχειας , πλήρης ψηφιδωτών και με θέματα από το ζωικό βασίλειο,. (Ch. Kondoleon)

 

Η βασιλική ήταν κτίριο επίμηκες, υπόστεγο και παραλληλεπίπεδο, περιοριζόμενο από κίονες, σύμφωνα με τον «δρομικόν ρυθμόν» και ανοιγόμενον από μπροστά σε ανοιχτή αυλή (το αίθριον), κατέληγε στό πίσω μέρος σε ημικυκλική κόγχη (το βήμα). Το είδος αυτό τού κτιρίου χρησιμοποίησε πρώτος ο «ἄρχων βασιλεύς» στην πόλη των Αθηνών για δικαστικούς σκοπούς, κατόπιν οι Ρωμαίοι για υποθέσεις δικαστικές και εμπορικές, αργότερα δε ο Χριστιανισμός, διότι, προσωρινά τουλάχιστον, βρήκε σ αυτό ό,τι ζητούσε. Χρησιμοποίησε όμως τη βασιλική, αφού έκανε ορισμένες μετατροπές.

Έτσι, εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε το δικαστικό βήμα, η Εκκλησία τού Χριστού έστησε το θυσιαστήριο, ώστε τα τελούμενα να είναι εύκολα ορατά από όλους. Το αίθριον το μετέβαλε σε νάρθηκα, που τον καθόρισε ως τόπον όσων δεν είχαν ακόμη βαπτισθεί ή όσων ανήκαν στην τάξη των «ἐκπεσόντων». Ο χώρος μεταξύ τού αιθρίου και τού βήματος απετέλεσε το καθολικό, τού οποίου οι από τα δεξιά και τα αριστερά στοές απετέλεσαν τα δύο κλίτη. Έτσι η τριπλή διαίρεση τού Ιουδαϊκού ναού των Ιεροσολύμων σε αυλή, άγια και άγια αγίων επανελήφθη και στην Εκκλησία τού Χριστού. Στο Χριστιανικό ναό κατηχούμενοι, πιστοί και κλήρος «διά τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῶν θέσεως ἐφανέρωναν τήν ἐγγυτέραν ἤ ἀπωτέραν συγγένειαν πρός τήν νέαν πίστιν». Στο άγιο βήμα τοποθετήθηκαν οι θρόνοι των κληρικών, μεταξύ των οποίων προεξείχε ο επισκοπικός. Στον κυρίως ναό τοποθετήθηκε ο άμβωνας και τα καθίσματα των πιστών. Στη γύρω δε από τον ναό αυλή κτίστηκαν σχολές, βαπτιστήρια, βιβλιοθήκες κλπ. Έτσι η στενόμακρη βασιλική, που έμοιαζε με μεγάλο πλοίο,8 είχε το ιερότερο μέρος της, σαν άλλη πρώρα, εστραμμένο προς ανατολάς, ώστε όσοι βρίσκονται στο πλοίο να ατενίζουν ως προς φάρον προς το φυσικό φως, το «ἔμβλημα τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης», τού Σωτήρος Χριστού, τού οποίου η γέννηση ανέτειλε «τό φῶς τό τῆς γνώσεως»9.

Λεπτομερή και διεξοδική περιγραφή βασιλικής μας παρέδωσε ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας, εκθέτοντας τα τού ναού της Τύρου, τον οποίον έκτισε ο επίσκοπος Παυλίνος10.

Δείγματα ναών ρυθμού βασιλικής υπάρχουν πολλά. Αναφέρουμε μόνο τον ναό της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, κτίσμα της αγίας Ελένης, που ανακαίνισε κατόπιν ο Ιουστινιανός, την Ωρσιανή βασιλική της Ραβέννας (396), τον ναό τού αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη (510) με τα διπλά κλίτη και ευρύχωρους υπερώους γυναικωνίτες, τον ναό της Αχειροποιήτου (αρχές 5ου αι.) πάλι στη Θεσσαλονίκη, και τον ναό της Ι. Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.

Για τον μοναδικό βυζαντινό ρυθμό, που εξεπήγασε από το λαμπρό και μεγαλόπρεπο καλλιτέχνημα της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως και καλλιεργήθηκε σε καθαρά Χριστιανικό έδαφος και εξυπηρέτησε χριστιανικές ανάγκες, δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε.

Στο επόμενο θα κάνουμε λόγο για κάποια άλλα δήθεν δάνεια τού Χριστιανισμού από την ειδωλολατρία.

 

ν. π. β.

 

Υποσημειώσεις

1. Tertullian de publicit. c. 4 ΡL 2, 1039

2. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον βίον τού αγίου Γρηγορίου τού Θαυματουργού PG 46, 924Β· 944ΑΒ

3. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστικής Ιστορίας Βιβλ. Ζ΄, κεφ. 30 PG 20, 717Α-720Α

4. Κωνστ. Καλλινίκου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, σελ. 34

5. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 36

6. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 39, υποσ. 11

7. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 39

8. βλ. Διαταγαί των αγίων Αποστόλων, Βιβλ. ΙΙ, κεφ. 57 PG 1, 724C

9. βλ. Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σελ. 40

10. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστικής Ιστορίας Βιβλ. Χ, κεφ. δ΄ PG 20, 848 εξ.

 

 

14. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Γ΄

 

Όταν η ειδωλολατρία κατέρρευσε, άφησε, όπως έγραψαν πολύ επιτυχημένα, τα σκεύη και τα λάφυρά της στον ισχυρότερό της, δηλαδή τον Χριστιανισμό. Και η Εκκλησία τού Χριστού, που σέβεται την ανθρώπινη φύση και έχει ως στόχο την ανακαίνιση και τον αγιασμό της, δεν παρέλειψε την καλλιέργεια της σκέψεως και τού στοχασμού τού ανθρώπου, ούτε παραθεώρησε τή δύναμη των αισθήσεων. Γι’ αυτό από τον πρώτο κιόλας αιώνα αναζήτησε στο ωραίο ευγενικές ωθήσεις και ανατάσεις. Έτσι στην ασφυκτική και σκοτεινή ατμόσφαιρα των κατακομβών συναντούμε τα πρώτα ψελλίσματα της αγιογραφίας (στην υπόγεια Ρώμη, στην Κυρηναϊκή), αργότερα δε στις νεκροπόλεις της Αλεξανδρείας. Ο Χριστιανισμός απέδειξε την εκτίμηση που απέδωσε ευθύς εξ αρχής στην εικόνα, με το ότι και σ αυτούς ακόμη τους φοβερούς διωγμούς βρήκε τρόπο να την καλλιεργεί.

Αλλ’ οι ζωγράφοι, που στόλιζαν τους τοίχους και τα αρκοσόλια των νεκροθηκών των κατακομβών είχαν μαθητεύσει στην εθνική τέχνη. Γι’ αυτό ζωγραφίζουν φυλλώματα, κλήματα, ψαράδες, καρπούς, θεριστές, τρυγητές, εικόνες γεμάτες χάρη, παρμένες από τον αγροτικό βίο. Ωστόσο, αν και η συγγένειά τους προς ελληνορωμαϊκά πρότυπα είναι εμφανής, οι δειλές εκείνες απαρχές της Χριστιανικής ζωγραφικής, παρ’ όλο ότι δεν παριστούν κάτι το εξωτερικώς Χριστιανικό, όταν μελετηθούν βαθύτερα φανερώνουν εργασία που γίνεται με πολλή μελέτη, προσοχή και δοκιμή. Διότι οι παραστάσεις αυτές δεν παρουσιάζουν τίποτε τα ακάθαρτο, το γυμνό και προκλητικό. Ενώ οι σύγχρονές τους τοιχογραφίες, π.χ. της Πομπηίας, είναι γεμάτες από άσεμνες σκηνές, που δικαιολογούν τα όσα γράφει ο απόστολος Παύλος στους στίχους 24-32 τού πρώτου κεφαλαίου της προς Ρωμαίους Επιστολής του, οι Χριστιανοί ζωγράφοι απορρίπτουν ό,τι είναι χυδαίο και κρατούν μόνο ό,τι είναι σεμνό και σύμφωνο με τη σωφροσύνη. Αλλά και κάτι άλλο· ενώ οι στολισμοί αυτοί για τον ειδωλολάτρη είναι κάτι το βουβό, το οποίο ευχαριστεί μόνο την όραση, στους νεκρικούς εκείνους υπόγειους χώρους αρχίζουν σιγά-σιγά να μιλούν γλώσσα, που μέχρι τότε ήταν άγνωστη και μυστηριώδης. Γλώσσα, την οποία κατανοούν μόνο όσοι έγιναν μέλη τού σώματος τού Χριστού διά τού αγίου Βαπτίσματος και σφραγίσθηκαν με τη σφραγίδα τού Αγίου Πνεύματος.

Έτσι, ενώ η τέχνη των ειδωλολατρών υπηρετούσε την τέχνη για την τέχνη, ο Χριστιανικός χρωστήρας καθιστούσε την τέχνη υπηρέτρια τού αγιασμού. Ο εθνικός ζωγράφος εικόνιζε σάρκα, αίμα, φύση... Ο Χριστιανός με λίγες ελαφρές γραμμές ανάγει τον νου τού μέλους της Εκκλησίας από τα φθαρτά και τα πρόσκαιρα στα άφθαρτα και αιώνια. Ο ειδωλολάτρης έβλεπε άμπελο, κλήματα· για τον Χριστιανό όμως αυτά τού υπενθύμιζαν τον Σωτήρα Χριστόν, την Αληθινή άμπελο, της οποίας κάθε Χριστιανός είναι το κλήμα. Ο ειδωλολάτρης έβλεπε βοσκό να παίζει φλογέρα δίπλα από το κοπάδι του, ή ψαρά ν ανασύρει ψάρι με το αγκίστρι του ή γεωργό να θερίζει. Για τον Χριστιανό όμως ο βοσκός εκείνος τού υπενθύμιζε τον Καλό Ποιμένα, ο οποίος θυσιάζεται για τα πρόβατά του - τα μέλη της Εκκλησίας. Τού υπενθύμιζε το Ψαλμικό «Κύριος ποιμαίνει με, καί οὐδέν με ὑστερήσει...» (Ψαλμ. κβ΄ [22] 1). Ιδιαίτερα η απεικόνιση τού μυθικού Ορφέως, που κάθεται πάνω σε βράχο, φορώντας χλαμύδα και «φρύγιον πίλον», και ο οποίος κρούει τη λύρα του μέσα σ ένα βουκολικό τοπίο περιστοιχιζόμενος από ζώα που ακούνε τη μελωδία της μουσικής του, έφερνε στη μνήμη των Χριστιανών τον Καλό Ποιμένα. Η απεικόνιση τού Ορφέως για τους Χριστιανούς ήταν σύμβολο τού απολυτρωτικού και διδακτικού έργου τού Σωτήρος Χριστού. Έτσι στο κοιμητήριο της αγίας Δομιτίλλης, όπως και σ εκείνο τού αγίου Καλλίστου συναντούμε απεικόνιση τού Ορφέως΄υπό την μορφή τού Καλού Ποιμένος με πρόβατα και περιστέρια. Στο κοιμητήριο των αγίων Μαρκελλίνου και Πέτρου ο Ορφεύς περιστοιχίζεται από έξι πρόβατα. Στο δε κοιμητήριο της Πρίσκιλλας ο Ορφεύς κάθεται στο μέσο τού ποιμνίου του. Εξ άλλου ο ψαράς υπενθύμιζε στο Χριστιανό Εκείνον, ο Οποίος αλιεύει με το δίκτυ τού Ευαγγελίου λογικούς ανθρώπους. Ο γεωργός τού υπενθύμιζε τον Δίκαιο Κριτή, ο οποίος κρατεί στο χέρι του το φτυάρι, που λιχνίζει. Με άλλα λόγια η δίκαιη κρίση του είναι έτοιμη να τεθεί σε ενέργεια και να καθαρίσει τελείως το αλώνι του, δηλαδή ολόκληρη την οικουμένη (βλ. Ματθ. γ΄ 12).

Είναι πάμπολλα τα παραδείγματα που δείχνουν ότι το πρώτο βήμα της Χριστιανικής τέχνης για την απαλλαγή της από τις παραδόσεις της ειδωλολατρίας, είναι ο συμβολισμός και η αναγωγή. Στο κοιμητήριο των αγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου στή Ρώμη απεικονίζεται συμπόσιο με χρώμα καθ’ αυτό κοσμικό. Όμως, αν αναγνωσθούν οι επιγραφές, που συνοδεύουν την εικόνα· Irene, da mihi calda (=Ειρήνη, δως μου νερό ζεστό)· Agape, misce mihi vinum (=Αγάπη, κέρασέ με κρασί) θα γίνει κατανοητό ότι η εικόνα περικλείει έννοια μυστική, η οποία υπαινίσσεται τις πνευματικές απολαύσεις των μελών της Εκκλησίας. Επίσης το κήτος στην ιστορία τού Ιωνά παριστάνεται με θαλάσσιο τέρας, που έχει αυτιά, μακρύ λαιμό, μακροτάτη ουρά· βλέποντάς το έρχεται στο νου σου ο μύθος της Ανδρομέδας. Ωστόσο με την παράσταση αυτή ο Χριστιανός ζωγράφος θέλει να υποδηλώσει, όσο το δυνατόν ρεαλιστικότερα, τον αρχέκακο δράκοντα, τον πάγκακο διάβολο, αδιαφορώντας αν παρεκκλίνει από την ιστορική αλήθεια.

Αλλά θα συνεχίσουμε, διότι δεν τελειώσαμε με την παράγραφο αυτή.

 

ν.π.β.

 

 

15. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Δ΄

 

Για τις συμβολικές παραστάσεις της Χριστιανικής τέχνης μιλούν οι αρχαιότατοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Τερτυλλιανός και Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο πρώτος, όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο, κάνει λόγο για τη γλυπτή παράσταση τού Καλού Ποιμένος σε άγια Ποτήρια. Ο δεύτερος παρατηρεί ότι τα κατάλληλα για Χριστιανούς συμβολικά χαράγματα πάνω σε δακτυλίδια και σφραγίδες είναι· Περιστέρι ή ψάρι ή πλοίο που ουρανοδρομεί ή μουσική λύρα ή ναυτική άγκυρα ή πρόσωπο που ψαρεύει, υπενθυμίζοντάς μας τους Αποστόλους και τα παιδιά που ανασύρουμε από τα νερά. Στον ύμνο του ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς προς τον Χριστόν λέγει· «Σῶτερ Ἰησοῦ, ποιμήν, ἀροτήρ (=ζευγά), οἴαξ (τιμόνι), στόμιον, πτερόν οὐράνιον, παναγνοῦς (=παναγίας) ποίμνης· ἁλιεῦ μερόπων (=ανθρώπων), τῶν σῳζομένων, πελάγους κακίας, ἰχθῦς ἁγνούς κύματος ἐχθροῦ, γλυκερῇ ζωῇ δελεάζων· ἡγοῦ, προβάτων λογικῶν ποιμήν»1.

Στα μεταγενέστερα χρόνια οι συμβολισμοί πληθαίνουν. Έτσι έχουμε στη βυζαντινή αγιογραφία την «Ἑτοιμασία τοῦ θρόνου», το «Τετράμορφο», «τάς ζώων μορφάς καί σχημάτων ἄλλων ἰδέας», διά των οποίων στολίστηκε επί Βασιλείου Μακεδόνος με πολύμορφες ψηφίδες το δάπεδο της Νέας Μεγάλης Εκκλησίας κλπ.2.

Παρόμοια σύμβολα μπορούσε να συναντήσει κανείς και στο ναό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, όπως π.χ. κέρας γεμάτο καρπούς, καλάθια, κοφίνια, φύλλα, κλώσσα καθισμένη με τους νεοσσούς κάτω από τα φτερά της κ.ά.3.

Αλλά σύμβολα είναι το Α και το Ω, που υπενθυμίζουν το λόγο της Αποκαλύψεως κβ΄ (22) 13 και αναφέρονται στην αϊδιότητα και θεότητα τού Κυρίου Ιησού. Επίσης διάφορα άνθη, μεμονωμένα ή σε ανθοδέσμες. Στην είσοδο π.χ. τού κοιμητηρίου της αγίας Αγνής ζωγραφίζονται «ἐρωτιδεῖς», που φέρουν στους ώμους τους κάνιστρα με λουλούδια για να τα σκορπίσουν στους τάφους των αγίων. Η δάφνη π.χ. συμβολίζει τη μαρτυρική δόξα, το δε ίον την παρθενική αγνότητα, γι’ αυτό και στην αγιογραφία ο άγγελος το προσφέρει στην Αειπάρθενο κατά τον Ευαγγελισμό. Ωστόσο το ρόδο δεν το συναντούμε, διότι ήταν αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Το συναντούμε μετά από αιώνες, αλλά εκχριστιανισμένο ως το «Ρόδον τό ἀμάραντον». Ο βάτραχος κοσμούσε Χριστιανικές λυχνίες, διότι οι διάφορες μεταμορφώσεις του συμβόλιζαν την από τα γήϊνα στα ουράνια Χριστιανική τελείωση. Το ελάφι, που πίνει νερό, συμβόλιζε τους εξ εθνών Χριστιανούς, που σπεύδουν να ξεδιψάσουν στα νάματα τού Ευαγγελίου. Ο ιχθύς, τού οποίου τα αρχικά γράμματα των λέξεων Ιησούς, Χριστός, Θεού, Υιός, Σωτήρ, αναπαριστούσαν τον Αρχηγό και Τελειωτή της πίστεως σε όλο το πλήρωμα της θεότητος. Είχε όμως και πολλούς άλλους συμβολισμούς. Το λιοντάρι, που κατά την πίστη τού λαού κοιμάται με ανοικτά μάτια, συμβολίζει τον Σωτήρα, που αν και κλείστηκε στον τάφο, δεν έδυσε ούτε υπέστη σκοτασμό. Η λύρα στα χέρια τού Ορφέως (Χριστού) συμβολίζει την ελκυστική δύναμη τού Ευαγγελίου. Ο όφις άλλοτε συμβολίζει τη δύναμη τού πονηρού και άλλοτε το χάλκινο φίδι, που ύψωσε ο Μωϋσής στην έρημο, προτυπώνοντας το σταυρικό πάθος τού Σωτήρος. Ο αλέκτωρ (κόκορας) συμβολίζει τη Χριστιανική εγρήγορση· ενώ δύο αλέκτορες μαχόμενοι συμβολίζουν την πάλη κατά των σαρκικών επιθυμιών. Το χέρι, που προβάλλει από τα νέφη, υποδηλώνει τον «φύσει ἀπερίγραπτον Θεόν».

Παραλείπουμε το σπουδαίο και κατ’ εξοχήν σύμβολο, τον Σταυρό, που αποτελεί το σφραγιστήριο σημείο των Χριστιανών, αλλά και το κατ’ εξοχήν διακοσμητικό σύμβολο. Και ενώ στον προχριστιανικό κόσμο ήταν όργανο σκληρότατο και αποτρόπαιο, που έκανε τους ανθρώπους να φρικιούν και μόνο στο αντίκρισμα ή το άκουσμά του, μετά το πάθος τού Κυρίου έγινε σημείο ομολογίας της Χριστιανικής ιδιότητος και καλλωπίζει τα πάντα μέσα στην Εκκλησία4.

Αλλά το θέμα με τα δήθεν δάνεια τού Χριστιανισμού από τους ειδωλολάτρες θα το ολοκληρώσουμε στο επόμενο.

 

ν.π.β.

Υποσημειώσεις

1. Κλήμ. Αλεξανδρέως, Παιδαγωγός Βιβλ. ΙΙΙ, κεφ. 11 και Υμνος τού Σωτήρος Χριστού, ΡG 8, 633Α· 681C.

2. Βιβλ. Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Εκφρασις τοίς εν τοίς βασιλείοις νέας εκκλησίας της υπεραγίας Θεοτόκου ΡG 102, 569Β.

3. Βλ. περισσότερα εις Κωνστ. Καλλινίκου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, σσ. 253-257.

4. Βλ. περισσότερα εις Κωνστ. Καλλινίκου, ό.π., σσ. 258-274.

 

 

16. Ο Χριστιανισμός δεν αντέγραψε την Ελληνική θρησκεία Ε΄

 

Επειδή οι νεοειδωλολάτρες επιμένουν ότι ο Χριστιανισμός παρέλαβε από τον εθνισμό και τα δακτυλίδια τού γάμου, σημειώνουμε τούτο. Πράγματι· ο Τερτυλλιανός αναφέρει ότι οι εθνικοί χρησιμοποιούσαν δακτυλίδια, η χρήση τους όμως δεν είχε καμιά σχέση με τη λατρεία των ειδώλων1. Από τους εθνικούς παρέλαβαν τη χρήση δακτυλιδιών οι Ιουδαίοι και από αυτούς οι Χριστιανοί. Ήδη ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (160-220) μας πληροφορεί ότι στις ημέρες του ο «δακτύλιος» δεν εδίδετο στις γυναίκες για στολίδι, «ἀλλ εἰς τό ἀποσημαίνεσθαι τά οἴκοι φυλακῆς ἄξια, διά τήν ἐπιμέλειαν τῆς οἰκουρίας»2. Το δακτυλίδι χρησίμευε κατ αρχάς ως σφραγίδα. Ο άνδρας λοιπόν έδινε από την πρώτη ημέρα των γάμων του στη σύζυγό του τη σφραγίδα του, για να σφραγίζει όσα αφορούσαν την «οἰκιακήν ἐπιμέλειαν». Με τον τρόπο αυτό την αναγνώριζε ως αντιπρόσωπό του και κυβερνήτη τού οίκου τους, της οικογενειακής τους εστίας. Αργότερα δόθηκαν από την Εκκλησία στο δακτυλίδι και άλλοι συμβολισμοί3.

Κλείνοντας με την παράγραφο ότι στον Χριστιανισμό συναντούμε στοιχεία πολιτιστικά και λατρευτικά που υπήρχαν στον εθνικό κόσμο, σημειώνουμε ότι τούτο ήταν μέχρις ενός σημείου φυσικό. Διότι οι Χριστιανοί, και μάλιστα όσοι προέρχονταν από τα ειδωλολατρικά λαϊκά στρώματα, δεν μπορούσαν να αποβάλουν εύκολα κάτι τέτοιες συνήθειες, οι οποίες όμως, και αυτό το τονίζουμε, δεν επηρέαζαν καθόλου την ουσία της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Γι αυτό και με το πέρασμα τού χρόνου έχασαν το πρωταρχικό τους νόημα και απέκτησαν καινούργιο, μέσα στην όλη λειτουργική ατμόσφαιρα και στο λειτουργικό ήθος της Εκκλησίας τού Χριστού. Άλλωστε αποφάσεις Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, αλλά και Κανόνες Πατέρων της Εκκλησίας επιτιμούν όσους συμμετέχουν σε χορούς και εορτασμούς με ειδωλολάτρες, στο άναμμα πυρών από επίδραση εθνική, στην προσφορά θυμιάματος, στη γεύση ειδωλοθύτων κλπ.

 Και τώρα προχωρούμε στο άλλο επιχείρημα των νεοειδωλολατρών, σύμφωνα με το οποίο ο Χριστιανισμός δανείστηκε δήθεν στοιχεία θεολογικά, κοσμολογικά, λειτουργικά τού Δωδεκαθέου. Σ αυτό απαντούμε·

Το ότι πάλι υπάρχουν κάποια στοιχεία αρχεγόνων θρησκειών, άρα και τού δωδεκαθέου, που φαίνονται ότι συμπίπτουν με στοιχεία σχετικά με την περί δημιουργίας τού κόσμου, τού κατακλυσμού κλπ. όπως τα διδάσκει η Εκκλησία τού Χριστού, αυτό δεν σημαίνει δάνειο τού Χριστιανισμού από την ειδωλολατρία. Οι διαφορές και οι ομοιότητες στις διηγήσεις της Π. Διαθήκης και των ειδωλολατρών περί δημιουργίας τού κόσμου, περί κατακλυσμού όπως π.χ. το έπος τού Γιλγκαμές ή ο κατακλυσμός τού Δευκαλίωνος κλπ. δεν σημαίνει ότι η Π. Διαθήκη αντιγράφει τις ειδωλολατρικές διηγήσεις. Απλούστατα όλες αυτές προέρχονται από πανάρχαια κοινή παράδοση, η οποία ιστορεί αληθινό γεγονός και προέρχεται από την περιοχή της Χαλδαίας, δηλαδή από τη χώρα καταγωγής τού Αβραάμ. Και εις μεν την Π. Διαθήκη η κοινή αυτή παράδοση διατηρήθηκε ανόθευτη και καθαρή, στην δε Βαβυλωνιακή διήγηση ή σε άλλες διηγήσεις αναμείχθηκε και παραμορφώθηκε από άφθονα μυθικά και εντυπωσιακά στοιχεία4.

Γενικά «αρχέγονες πανανθρώπινες μνήμες κατεγράφησαν από τους λαούς αναλόγως προς την παιδεία και τους στόχους τους (...). Οι αρχαϊκές πανανθρώπινες προσδοκίες περιγράφηκαν από τους λαούς ανάλογα και με τα πάθη των ανθρώπων». Και ενώ «ο Μωϋσής, έχοντας τον φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος περίγραψε τις πανανθρώπινες αρχαίες μνήμες με τρόπο αγιοπνευματικό, Χριστοκεντρικό, στις εξωπαλαιοδιαθηκικές θεογονίες ο διάβολος και οι δαίμονές του σφετερίζονται την θεία εξουσία και παρουσιάζονται να χειρίζονται τις τύχες τού κόσμου με τις μορφές τού Δία ή τού Όσιρι κλπ.». Άλλωστε όπως υποστηρίζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και όλοι οι θεοφώτιστοι Πατέρες της Εκκλησίας μας «πρώτος έγραψε για τα θέματα αυτά ο Μωϋσής (τον 15ο π.Χ. αιώνα), οι δε Ελληνες έγραψαν πολύ μεταγενέστερα (ο Όμηρος τον 8ο π.Χ. αιώνα)»5.

Επίσης δεν μπορεί να γίνει κανένας λόγος περί συγκρίσεως των εθνικών μυστηρίων και θυσιών με τη λογική λατρεία και τα μυστήρια της Εκκλησίας τού Χριστού, μάλιστα δε με την αναίμακτη θυσία της θ. Ευχαριστίας, που προσφέρει η Εκκλησία σε κάθε θ. Λειτουργία. Άβυσσος και χάσμα μέγα χωρίζει τις ειδωλολατρικές αιματηρές θυσίες - εκατόμβες αλόγων ζώων - με την «ἅπαξ προσφερθεῖσαν» σταυρική θυσίαν τού Σωτήρος Χριστού υπέρ των αμαρτιών όλων των ανθρώπων - όσων έζησαν προ Χριστού, όσων ζούσαν τότε και όσων θα ζήσουν μέχρι τα τέλη τού παρόντος αιώνος. Τη θυσία αυτή εικονίζει «η λογική και αναίμακτη λατρεία» που «προσφέρομεν»6 στον Κύριο, όταν τελούμε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Ούτε πάλι μπορεί να συγκριθεί ο Ναός τού Σολομώντος με το θυσιαστήριό του ή όποιος άλλος ειδωλολατρικός ναός με τον Χριστιανικό Ναό και τα όσα τελούνται σ αυτόν. Άλλωστε η μυθοποιία των εθνικών ποιητών, αλλά και οι σκιώδεις προκηρύξεις των προφητών της Π. Διαθήκης, η ιερατική στολή των ιερέων και τού Αρχιερέως, η περιτομή και γενικώς όσα είχαν διαταχθεί από τον Μωυσή ήσαν απλώς τύποι, σκιές, σύμβολα και εξαγγελίες των όσων έμελλαν να συμβούν στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστό, σ’ όσους επρόκειτο να πιστέψουν σ’ Αυτόν, αλλά και όσων επρόκειτο να εργασθεί ο Κύριος Ιησούς7.

Εξ άλλου αποδεικνύεται και εδώ πανηγυρικώς η πονηρία των παγκάκων δαιμόνων, όπως παρατηρεί ο άγιος Ιουστίνος, ο οποίος γράφει· Επειδή οι φαύλοι δαίμονες άκουσαν ότι διά των προφητών κηρύσσεται ότι θα έλθει ο Χριστός και ότι οι ασεβείς θα τιμωρηθούν «διά πυρός», προσπάθησαν να μιμηθούν όλα αυτά για να οδηγήσουν γρηγορότερα και ασφαλέστερα τους ανθρώπους στον αιώνιο θάνατο. Έτσι οι πονηροί δαίμονες διδάξαν τους ειδωλολάτρες να μιμηθούν στα μυστήρια τού Μίθρα τον Ιησούν, ο οποίος κατά τη νύκτα τού Μυστικού Δείπνου, αφού πήρε στα άγια χέρια Του «ἄρτον» και αφού ευχαρίστησε τον Θεό Πατέρα έδωκε στους Μαθητές του λέγοντας· «Αυτό που σάς δίνω να φάγετε είναι το σώμα μου, το οποίον ύστερα από λίγο παραδίδεται για να σταυρωθεί υπέρ της δικής σας σωτηρίας. Να πράττετε τούτο συνεχώς...» (Λουκ. κβ΄ [22] 19) και (Α΄ Κορ. ια΄ [11] 23). Γι’ αυτό και στις τελετές εκείνων που εμυούντο στα μυστήρια τού Μίθρα προσέφεραν «ἄρτον καί ποτήριον ὕδατος»8.

Μήπως όμως και σήμερα οι μάγοι, οι μάγισσες και οι κάθε λογής όμοιοί τους αγύρτες δεν χρησιμοποιούν σταυρούς, εικόνες, θυμίαμα, λόγια και φράσεις από την Αγία Γραφή ή τη λειτουργία της Εκκλησίας μας για να εξαπατήσουν τους αφελείς; Μήπως και αυτοί ακόμη οι σατανιστές δεν πίνουν αίμα ζώων ή ανθρώπων στις μυήσεις τους, μιμούμενοι, όπως νομίζουν, οι δύστυχοι το μυστήριο της Θ. Κοινωνίας;

Αλλ’ οι μεν Χριστιανοί κοινωνούντες αξίως με μετάνοια και συντριβή «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ» γίνονται «θεοφόροι» και «Χριστοφόροι» και «ἐξέρχονται τοῦ Μυστηρίου ὡς λέοντες πῦρ πνέοντες» κατά των αοράτων εχθρών, κατά την φράση τού ιερού Χρυσοστόμου· οι δε ειδωλολάτρες και σατανολάτρες «εξέρχονται» από τα δικά τους δαιμονοδίδακτα μυστήρια... δαιμονοφόροι και δαιμονοκρατούμενοι έτοιμοι να ενεργήσουν κατά τις εντολές των παγκάκων δαιμόνων τα σκοτεινά έργα τους κατά των ανθρώπων και της κοινωνίας9.

 

ν.π.β.

 

Υποσημειώσεις

1. Tertullianus, De Idololatria c. 16, ΡL 1,762.

2. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Παιδαγωγός Βιβλ.ΙΙΙ κεφ.11 ΡG 8, 632Α.

3. Βλ. περισσότερα εις Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τού τιμίου νομίμου γάμου, κεφ. 276-279, ΡG 155, 505-509.

4. Περισσότερα, ειδικότερα για τον κατακλυσμό, βλέπε εις· Νικ. Π. Βασιλειάδη Αρχαιολογία και Αγία Γραφή, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 19993, σελ. 35-37.

5. Νεο-ειδωλολατρικές περιπλανήσεις και η αληθής εμπειρία της Εκκλησίας μας, εκδ. Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγ. Ορος, 2002, σελ. 63-64.

6. Θεία Λειτουργία ιερού Χρυσοστόμου, βλ. Ευχή ιερέως μετά τον ύμνον «Σέ ὑμνοῦμεν, Σέ εὐλογοῦμεν, Σοί εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καί δεόμεθά Σου, ὁ Θεός ἡμῶν».

7. Βλ. για όλα αυτά εκτενώς εις· Ιουστίνου, Φιλοσόφου και Μάρτυρος, Απολογία Α΄ (κεφ. 54 και 66)· Απολογία Β΄ και Διάλογος προς Τρύφωνα ΒΕΠΕΣ, 3, 162-338.

8. Ιουστίνου, ό. π., σελ. 190-191 και 197-198.

9. Βλ. Sean Sellers, Ο σατανισμός της Νέας Εποχής, μτφρ. Αναστ. Δημητρίου, εκδ. «Στερέωμα», Θεσσαλονίκη.

 

 

17. Οι Ορθόδοξοι δεν είναι «μισέλληνες».

 

Στον άκρατο παραληρηματικό εθνικισμό τους οι νεοειδωλολάτρες, που έχουν εξαπολύσει ολομέτωπη επίθεση κατά τού Χριστιανισμού, τον κατηγορούν και «για εξοντωτική επίθεση κατά τού Ελληνισμού ως έθνος, ως πολιτισμού και ως ελληνικότητας». Έστειλαν και επιστολή στον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλο, την οποία κοινοποιούσαν και στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Κύριον κ. Χριστόδουλον. Με την επιστολή διαμαρτύρονταν ότι, «την Κυριακήν της Ορθοδοξίας (24 Μαρτίου 2002) ψάλθηκαν επτά αναθεματισμοί κατά τού Ελληνισμού!» και καλούσαν τον Αρχιεπίσκοπο να τοποθετηθεί σχετικά1.

Οι «αναθεματισμοί», περί των οποίων η αγανάκτηση τού Δρα Γ. Χατζηθεοδώρου από το Άαχεν της Γερμανίας, περιέχονται στους κατά των αιρετικών «αναθεματισμούς» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), οι οποίοι αναγινώσκονται την Κυριακή της Ορθοδοξίας μετά τη λιτάνευση των αγίων εικόνων ευθύς μετά το «Συνοδικόν». Στούς «αναθεματισμούς» αυτούς αποκηρύσσονται όσοι Ορθόδοξοι δέχονται «τά τῶν Ἑλλήνων δυσσεβῆ δόγματα»· όσοι «προτιμῶσι τήν τῶν ἔξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν «περί μετεμψυχώσεως»». Επίσης «οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοί καί πρῶτοι τῶν αἱρεσιαρχῶν»· όσοι «τά ῾Ελληνικά δεξιοῦσι (=δέχονται, τιμούν) μαθήματα» και πιστεύουν ως αληθινές «ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις»· όσοι δέχονται και διδάσκουν «τά μάταια καί Ἑλληνικά ρήματα» περί προϋπάρξεως των ψυχών και ότι ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε «ἐκ τοῦ μή ὄντος»· και τέλος, όσοι «φρονοῦσι καί λέγουσι κτιστήν εἶναι πᾶσαν φυσικήν δύναμιν καί ἐνέργειαν τῆς τρισυποστάτου θεότητος» και ακόμη όσοι πιστεύουν ότι είναι «κτιστή» η θεία ουσία, και επομένως κινδυνεύουν να περιπέσουν «εἰς ἀθεΐαν παντελῆ» και να δεχθούν την «Ἑλληνικήν μυθολογίαν» και οδηγηθούν εις «τήν τῶν κτισμάτων λατρείαν»2.

Είναι προφανές ότι οι νεοειδωλολάτρες είναι παντελώς αθεολόγητοι και έχουν πλήρη άγνοια της ορολογίας των θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Διότι όταν οι Πατέρες ομιλούν περί «Ελλήνων» σε τέτοια αντιαιρετικά ή δογματικά κείμενα ή κείμενα που ανασκευάζουν την εθνική πολυθεία δεν εννοούν τους προ Χριστού κατοίκους της Ελληνικής χερσονήσου, οι οποίοι σήμερα ονομάζονται Έλληνες, αλλά όλους τους ειδωλολάτρες, ανεξαρτήτως φυλής ή γλώσσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Λόγος κατά Ελλήνων» τού Μ. Αθανασίου, ο οποίος σε άλλες εκδόσεις τιτλοφορείται «Λόγος Α΄ Κατά ειδώλων»3, διότι στρέφεται κατά των ειδωλολατρών.

Στην Κ. Διαθήκη ορισμένα χωρία αναφέρονται στους «Ἕλληνας», αλλά η ονομασία «Έλληνες» δεν δίδεται πάντοτε σύμφωνα προς το θρήσκευμα και τη φυλή. Συχνά το «Έλληνες» χρησιμοποιείται προς δήλωση οιουδήποτε εθνικού, λόγω της μεγάλης διαδόσεως και μεταναστεύσεως της ελληνικής φυλής (βλ. π.χ. Α΄ Κορ. ι΄ 32· Γαλ. γ΄ 28· Κολ. γ΄ 11). Στην δε Π. Διαθήκη υπό το όνομα «Έλληνες» νοούνται και οι Φιλισταίοι (βλ. Ησ. θ΄ 12) και οι Φοίνικες (Ιωήλ δ΄ 6)4.

Εξ άλλου, τόσο ο Κύριος, όσο και οι μαθητές Του, μάλιστα δε ο απόστολος Παύλος, φέρθηκαν με αγάπη προς τους Έλληνες. Όταν π.χ. κάποιοι Έλληνες θέλησαν να ιδούν τον Κύριον, Αυτός εξέφρασε τη χαρά Του και είπε τον σπουδαίο λόγο· «Ελήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ιω. ιβ΄ [12] 23). Διότι η πνευματική βασιλεία τού Κυρίου Ιησού μεταξύ των Εθνικών «θά ἐγκαθιδρύετο ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς (θα) εἰσήρχετο εἰς νέαν ἔνδοξον μορφήν ὑπάρξεως», η οποία προϋπέθετε τον σταυρικόν του θάνατον5. Διότι ο Κύριος μετά την Σταύρωση και την Ανάστασή Του έμελλε να δοξαστεί σε όλα τα έθνη. Είναι δε χαρακτηριστικός ο προβληματισμός των Ιουδαίων, οι οποίοι, όταν ο Κύριος τους είπε «θα με ζητήσετε κάποτε, αλλά δεν θα με βρείτε», νόμισαν ότι ο Κύριος θα εγκατέλειπε τον ιερό τόπο τού Ισραήλ, και θα πήγαινε να διδάξει τους Έλληνες, όπως ερμηνεύουν ορισμένοι τη φράση «διασποράν τῶν Ἑλλήνων»6 (Ιω. ζ΄ 35-36). Ο απόστολος Παύλος εξ άλλου διεκήρυξε ότι είναι οφειλέτης και έχει υποχρέωση να κηρύξει το Ευαγγέλιο και στους Έλληνες και στους βαρβάρους και στους σοφούς και στους αμαθείς (Ρωμ. α΄ 14), γι’ αυτό και προσέφερε το λόγο τού Ευαγγελίου και στους Ιουδαίους και στους Έλληνες (Ρωμ. α΄ 14, 16). Δεν έπαυε δε να τονίζει ότι δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ Ιουδαίου και Έλληνα, διότι ο ίδιος Κύριος είναι Κύριος όλων - Ιουδαίων και εθνικών (Ρωμ. ι΄ [10] 12).

Το τι και πόσα προσέφερε η Εκκλησία τού Χριστού στον Ελληνισμό στην πιο κρίσιμη στιγμή της Ιστορίας του, τότε δηλαδή που κυριολεκτικά έπνεε τα λοίσθια όταν ο Κύριος Ιησούς ίδρυσε την Εκκλησία Του, και πώς ο Ελληνισμός «ολοκληρώθηκε μέσα στην Εκκλησία», θα το πούμε στη συνέχεια. Προς το παρόν υπογραμμίζουμε τούτο μόνο· Οι Ορθόδοξοι Έλληνες δεν υπήρξαν ποτέ μισέλληνες· πολέμησαν, επέτυχαν και προάσπισαν την ελευθερία της Ελλάδος, και καυχώνται για την καταγωγή τους αυτή, μη λησμονώντας όμως ποτέ ότι το «πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20)· ότι η δική μας πατρίδα, τα δικαιώματά μας, τα καθ’ αυτό άγια και αιώνια συμφέροντα και οι άριστοι φίλοι μας είναι στους ουρανούς, από τους οποίους με δυνατό πόθο περιμένουμε και τον σωτήρα μας, τον Κύριον Ιησούν.

Η Εκκλησία είναι εκείνη που ήδη από τους πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού ονόμασε διά στόματος των απολογητών της και μάλιστα τού αγίου Ιουστίνου, τού φιλοσόφου και μάρτυρος (110-165), τους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους «πρό Χριστοῦ Χριστιανούς». Έγραψε ο άγιος Ιουστίνος· Όσοι έζησαν σύμφωνα με τον Λόγο είναι Χριστιανοί έστω κι αν θεωρήθηκαν άθεοι, όπως στους Έλληνες μεν ο Σωκράτης και ο Ηράκλειτος και οι όμοιοι μ αυτούς7. Ο ίδιος άγιος δίδαξε ότι οι καθαρές φιλοσοφικές ιδέες των Ελλήνων οφείλονται στον «σπερματικόν λόγον»· δηλαδή στο φωτισμό τού Υιού και Λόγου τού Θεού, ο οποίος έλαμψε και στις καλοδιάθετες καρδιές των προ Χριστού Ελλήνων. Επεσήμανε ο άγιος Ιουστίνος· Τα διδάγματα τού Πλάτωνος δεν είναι ξένα προς τα διδάγματα τού Χριστού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και εντελώς όμοια (...). Όσα λοιπόν έχουν λεχθεί από όλους τους προ Χριστού φιλοσόφους, τους ποιητές, τους συγγραφείς «ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν ἐστι»· ανήκουν σε μας τους Χριστιανούς8.

 

 Οι Έλληνες «προφήτες» που αναπήδησαν από τον Εθνισμό έλαβαν τουλάχιστον και μια μορφή τιμής στην ελληνική Ορθοδοξία…αναρωτιέται κανείς ποιοι Χ.Ο. Έλληνες Άγιοι ή Πατέρες έλαβαν έστω και μια μορφή τιμής από τον νεοελληνικό Εθνισμό ή είναι όλοι άξιοι ύβρεων και συκοφαντίας από τους αρχαιολάτρες; (περισσότερα σχετικά με το θέμα βλέπε Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων φιλοσόφων εις εκκλησίας στην Ε.Ε. της Φιλ. Σχ. Του Παν. Αθηνών, τ. 14 , 1963/1964, σ. 386-458. Πρβλ. V. Grecu, Darstellungen altheidnischer Denker in der Kirchenmalerei des Morgenlandes) στο Bulletin de l‘ Academie Roumaine, sect. hist., XI, 1924. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου

 

Γι’ αυτό και η Χριστιανική εικονογραφία έχει εξεικονίσει στους εξωνάρθηκες Ορθοδόξων ναών, αλλά και στις Τράπεζες αγιορειτικών Μονών Έλληνες φιλοσόφους, όπως π.χ. στην Ι. Μονή των Φιλανθρωπηνών στο νησί των Ιωαννίνων, στην Ι. Μονή της Μεγίστης Λαύρας τού Αγ. Όρους κ.α. Επίσης και στον ωραιότατο ναό τού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο της Μόσχας υπάρχουν αγιογραφίες με τους «πρό Χριστοῦ Χριστιανούς», και συγκεκριμένα τον Όμηρο, τον Βιργίλιο και τον Αριστοτέλη. Στις Ι. Μονές της Βουλγαρίας συναντούμε εικόνες τού Γαληνού, τού Πυθαγόρα, τού Σωκράτη, και μάλιστα με φωτοστέφανο! Έτσι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει εξεικονίσει εκείνους οι οποίοι «κατά τούς ἕξ π.Χ. αἰῶνες προσεπάθησαν νά ὑπερβοῦν τήν πολυθεΐαν, νά διαμορφώσουν μίαν ὑψηλοτέραν ἰδέαν περί πνευματικοῦ Θεοῦ, νά καθάρουν τήν ἔννοιαν τοῦ θείου ἀπό ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα, τά ὁποῖα εἶχεν ἐπισωρεύσει ἡ μυθολογία, ἡ δεισιδαιμονία καί ἡ πρωτογονική μαγική σκέψις τῶν μαζῶν»9. Όπως δε παρατήρησε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκός, η διά της εξεικονίσεως προβολή και καθοσίωση των Ελλήνων κηρύκων των ιδεών αυτών ως προσώπων ιερών «δέν ἦτο ἄσχετος πρός τήν γνώμην τῶν ἀρχαίων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς ᾿Εκκλησίας περί τῶν φιλοσόφων»10.

 

ν.π.β.

 

Υποσημειώσεις

1. Βλ. Περιοδ. «Δαυλός», τεύχ. 247, Ιούλιος 2002, σσ. 15990, 15999-16005.

2. Βλ. Τριώδιον Κατανυκτικόν, Κυριακή της Ορθοδοξίας, Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, τού Ιταλού Ιωάννου, Κεφάλαιον ια΄ και τα κατά τού Βαρλαάμ και Ακινδύνου Κεφάλαια.

3. Βλ. ΡG 25, 5-96· Μ. Αθανασίου Εργα, ΕΠΕ 1, 72-224.

4. Βλ. Νικ. Π. Βασιλειάδη, Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν (απάντησι στους κατηγόρους της), εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 20032, σελ. 249-250.

5. Παν. Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Εύαγγέλιον, εκδ. «Ο Σωτήρ», σελ. 450 (σχόλια στόν στίχ. 23).

6. Παν. Ν. Τρεμπέλα, ό. π., σελ. 272 (σχόλια στόν στίχ. 35).

7. Ιουστίνου, Απολογία Α΄ 46,3 ΒΕΠΕΣ 3, 186 (1-3).

8. Ιουστίνου, Απολογία Β΄ 13, 2-4 ΒΕΠΕΣ 3, 207 (16-24).

9. Κ. Σπετσιέρη, Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων της Εκκλησίας, Αθήναι 1964, σελ. 75. Βλ. επίσης Ν. Ζία, Ελληνες φιλόσοφοι Ιστορημένοι σε Ορθόδοξες Εκκλησίες και Μονές, Περιοδ. «Τόλμη» τεύχ. 13, Νοέμβριος 2001, σσ. 40-41. Βλ. επίσης και τή μελέτη τού Δρος Θεοχάρη Μιχ. Προβατάκη, «Παραστάσεις φιλοσόφων, Σιβυλλών και εθνικών προφητών σε ναούς και μοναστήρια της Ορθοδόξου Ανατολής· Τέχνη και Συμβολισμός». «Σίβυλλες», ήσαν γυναίκες, που, όπως επίστευαν οι αρχαίοι Ελληνες εμπνέονταν από τον Απόλλωνα και εμάντευαν... «Εθνικοί», είναι οι μη Χρισταινοί, οι ειδωλολάτρες.

10. Χρυσ. Παπαδόπουλου, Η Ι. Μονή τού Σταυρού και η εν αυτή Θεολογική Σχολή, Περιοδ. «Ν. Σιών», έτος Β΄, Τόμ. Ε΄, Ιεροσόλυμα 1905, σελ. 652. Περισσότερα περί σπερματικού λόγου, βλ. εις· Νικ. Π. Βασιλειάδη, Χριστιανισμός και Ανθρωπισμός, έκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι, 19924, σσ. 42-43.

 

 

18.Ο ρατσισμός των νεοειδωλολατρών

 

Οι νεοειδωλολάτρες ή Ελληνοκεντρικοί, προκειμένου να πείσουν για τις θέσεις τους, κάνουν επίμονο λόγο για την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής, παρουσιάζοντάς την ως φυλή μοναδικής ευφυΐας. Γράφουν δε ότι το να είναι κανείς «Έλλην είναι βιολογική ανάγκη»1. Μ αυτόν όμως τον τρόπο καλλιεργούν έναν έντονο εθνικισμό, που, όπως παρατηρούν μερικοί, φθάνει τα όρια τού ρατσισμού.

Πριν απαντήσουμε στον ισχυρισμό τους αυτό, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες αγαπούσαν πολύ την πόλη ή την πατρίδα τους. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρονται στο θαυμάσιο κείμενο τού Επιταφίου τού Περικλέους. Τα δε κείμενα τού Θουκυδίδου δεν είναι παρά ένας ύμνος στην πόλη των Αθηνών των κλασσικών χρόνων. Αλλά και οι θαυμάσιοι λόγοι τού ρήτορα Δημοσθένους δεν είναι παρά ύμνος προς το μεγαλείο της πόλεως. Υπογραμμίζουμε και την παρατήρηση τού Ιω. Θ. Κακριδή, ο οποίος γράφει· ««Συγγραφή» τού Θουκυδίδη και Πλατωνική «Πολιτεία»· δύο έργα τόσο ανόμοια και όμως τού ίδιου πόνου γέννημα. Ούτε «φιλοσοφία» έκανε ο ένας, ούτε «ιστορία» ο άλλος, με το περιεχόμενο που οι έννοιες αυτές έχουν σήμερα. Την Αθήνα ζητούσαν να δουλέψουν και οι δύο με το λόγο τους, αφού δεν μπορούσαν και με το έργο τους· απλοί στοχαστές πάνω στα πράγματα της πολιτείας αναγκάστηκαν να γίνουν, με ανόμοιο τρόπο βέβαια, όμως με τον ίδιο καημό και με την ίδια αγάπη για την πόλη τους»2.

Στην επιμονή λοιπόν των νεοειδωλολατρών για τις εθνικιστικές τους ιδέες απαντούμε σύντομα τα ακόλουθα·

1. Είναι αστείος ο ισχυρισμός τους ότι για ν αποδεχθούμε τις πιο πάνω ιδέες τους πρέπει, εκτός των άλλων, «να τιμούμε τους αθάνατους Έλληνες θεούς», «να θεωρούμε κάθε αντιληπτή εκδήλωση της Μητέρας Φύσης ως Θεό και Θεά», «να γίνουμε ήρωες και ημίθεοι όπως εκείνοι», «να τιμούμε τον (θεό) Έρωτα». Να πιστεύουμε ότι τον «κόσμο κανένας δεν τον έφτιαξε ποτέ, αλλά πάντοτε υπήρχε, πάντοτε υπάρχει και πάντοτε θα υπάρχει, όπως δίδαξε ο Ηράκλειτος». Μάς συμβουλεύουν ακόμη· «αρκεί λιγάκι να ξεπλύνουμε τη θολούρα από το βλέμμα μας και... ιδού η Θεά Εστία, που φροντίζει το σπιτικό μας (...). Ιδού η Θεά Ηρα, που φροντίζει την οικογένειά μας (...). Ιδού ο ικανός τεχνίτης, ο Θεός Ήφαιστος, που κάνει πιο άνετη τη ζωή μας». Κοντά σ’ αυτά μας προτρέπουν να πιστεύουμε ότι «η ψυχή μας (είναι) αναμφίβολα η απόγονος της Θεάς Ψυχής», η οποία «είναι η μητέρα της Ηδονής». Και επιπλέον, ότι «Είναι Θεός το δέντρο», «και κάθε δέντρο το φρουρεί μια πεντάμορφη Δρυάδα»3.

Δεν χρειάζονται όμως πολλές γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς ότι η νεόκοπη ειδωλολατρία ζει ακόμη στην προ Χριστού εποχή. Τότε που οι άνθρωποι θεοποιούσαν τη φύση, ζούσαν με τις δοξασίες τού Ηρακλείτου, με θολωμένο το νου έβλεπαν θεούς και θεές παντού, ακόμη και μέσα στα δέντρα, ως μόνο δε σκοπό της ζωής είχαν την ηδονή. Οι νεοειδωλολάτρες σαν να μην άκουσαν ότι η επιστήμη δεν πιστεύει πια στην αϊδιότητα τού σύμπαντος και ότι ο κόσμος έχει αρχή και πορεύεται σταθερά προς ένα τέλος4.

2. Το ότι οι Έλληνες διακρίθηκαν ανέκαθεν για τη μοναδική τους προσφορά στην επιστήμη και στον πολιτισμό και ότι είναι ο λαός που έφθασε, με μόνη τη δύναμη τού λόγου και τον βαθύ στοχασμό του, ως εκεί που μπορεί να φθάσει ο λογικός άνθρωπος, είναι μια πραγματικότητα. Κανείς δεν αμφισβήτησε την ευφυΐα τους και τις φιλότιμες προσπάθειές τους να βοηθήσουν τον άνθρωπο. Ούτε μπορεί να τους αρνηθεί κανείς ότι θεμελίωσαν πράγματι ένα επιβλητικό οικοδόμημα πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής ηθικής. Ωστόσο, από τη στιγμή που έλαμψε στον κόσμο το φως τού Χριστού, φάνηκε πόσο αδύνατο ήταν το δικό τους φως, με το οποίο φώτιζαν το δρόμο τού οδοιπόρου των δύο κόσμων, τού ανθρώπου. Γι’ αυτό και δέχθηκαν το φως τού Χριστού ολοπρόθυμα.

Πέραν όμως αυτών, είναι λάθος να εξιδανικεύουμε τον αρχαίο ελληνισμό και ιδιαίτερα τη θρησκεία του, κριτική της οποίας θα κάνουμε στη σειρά των άρθρων αυτών. Άλλωστε κανένας λαός δεν μπορεί να εξιδανικευθεί στην ολότητά του.

3. Οι αρχαίοι Έλληνες ποτέ δεν υπήρξαν εθνικιστές, με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον εθνικισμό. Πέραν των γνωστών θέσεων τού Ισοκράτους, έχει παρατηρηθεί, και είναι ορθό, ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν έκανε διαχωρισμό «Ελλήνων» και «Βαρβάρων». Η πολιτική του ήταν «μία πολιτική πολυφυλετική, πολυπολιτισμική, πολυγλωσσική και, γενικώς ειπείν, ό,τι απεχθάνονται και αποστρέφονται οι σύγχρονοι εθνικιστές»5.

Γράφει σχετικά ο Πλούταρχος· «Ο Αλέξανδρος δε συμπεριφέρθηκε όπως τον συμβούλευσε ο Αριστοτέλης· στους Έλληνας να συμπεριφέρεται σαν ηγεμόνας και τους βαρβάρους να τους μεταχειρίζεται σαν δεσπότης και για κείνους να φροντίζει ωσάν για φίλους και συγγενείς, και τους άλλους να τους χρησιμοποιεί σαν ζώα και φυτά. Κι αν έκανε αυτά που τον συμβούλευσε ο Αριστοτέλης, θα γέμιζε το βασίλειό του πολέμους και εξορίες και επαναστάσεις και συνωμοσίες. Όμως ο Αλέξανδρος πίστευε, ότι είχε σταλεί από το θεό κοινός ρυθμιστής και διαιτητής όλων των εθνών, και γι’ αυτό, όσους δεν έπειθε με τα λόγια, τους ανάγκαζε με τα όπλα να προσέλθουν στην ένωση. Όλα από παντού τα έθνη τα συνένωσε σ ένα σώμα, αφού ανάμιξε, ωσάν σε κρατήρα φιλίας, τα ήθη και τα έθιμά τους, τους γάμους και τον τρόπο της δίαιτάς τους, και πρόσταξε όλους να θεωρούν την οικουμένη πατρίδα, κι ακρόπολη και φρούριο το στρατόπεδο, και πρόσταξε συγγενείς να θεωρούν τους καλούς και εχθρούς τους πονηρούς, κι ακόμα να ξεχωρίζουν τους Έλληνας από τους βαρβάρους, όχι από την χλαμύδα και την πέλτη (μικρή ελαφρή ασπίδα) και τον ακινάκη (γιαταγάνι) και την κάνδυ (περσικό πανωφόρι με μανίκια), αλλά να τεκμαίρουν τον Έλληνα από την αρετή και τον βάρβαρο από την κακία. Και καθόρισε να μην υπάρχει διάκριση στα ρούχα, στα τραπέζια στους γάμους και στη δίαιτα, αφού συναναμιγνυόντουσαν με τους δεσμούς τού αίματος και των τέκνων»6.

Ώστε η πολιτική τού Μ. Αλεξάνδρου δεν ήταν ρατσιστική ή εθνική. Ούτε είχε ως βάση τη φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων. Η ίδια η οικουμενική πολιτική συνεχίστηκε και στους Ελληνιστικούς χρόνους, αργότερα στους ρωμαϊκούς και στη συνέχεια στο βυζαντινό κράτος, που ήταν ένα πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό κράτος, το οποίο είχε ως στενό συνδετικό δεσμό των λαών την Ορθόδοξη πίστη. Άλλωστε όλος ο Μεσαιωνικός ελληνισμός «δεν στηρίζεται στην φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων, αλλά στην ελληνική γλώσσα και κουλτούρα και στην χριστιανική πίστη»7.

Είναι λυπηρό το ότι μερικοί αδιαφορούν για το φαινόμενο της νεοειδωλολατρίας, θεωρώντας το συγκυριακό και προσωρινό. Η αδιαφορία αυτή δεν λαμβάνει υπ’ όψη ότι οι αντιλήψεις που οι σύγχρονοι Ελληνολάτρες μεταφέρουν στην κοινωνία μας είναι ολοφάνερα οπισθοδρομικές, αντιεπιστημονικές και επικίνδυνες. Και σαν τέτοιες πρέπει να καταδικάζονται ανεπιφύλακτα.

 

ν.π.β.

 

Υποσημειώσεις

1. Βλ. Κ. Πλεύρη· Ρατσισμός, Από το ψεύδος στην αλήθειαν, έκδ. Κόκκινη Μηλιά,Αθήναι 1998, σελ. 9 και 15. Επίσης Γεωργ. Γεωργαλά, Κοσμοεξουσιαστές, Νέα Θέσις, Αθήνα 1997.

2. Θουκυδίδου Ιστορία· Εισαγωγή Ι. Θ. Κακριδή, μτφρ.-σχόλια Ελλης Λαμπρίδη, εκδ. Γκοβόστης, Τόμ. Α΄, σελ. 19.

3. Μάριος Βερέττας· Γεννήθηκα Έλληνας, εκδ. Μ. Βερέττας, Αθήνα 2000, σελ. 19, 22-25.

4. Βλ. Αρχιμ. Αστερίου Σ. Χατζηνικολάου· Ο άνθρωπος μέσα στό σύμπαν και Αρχή και Τέλος τού κόσμου, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι.

5. Φωτ. Σχοινά· άρθρο «Ελληνισμός και Χριστιανισμός· ρήξη ή ζεύξη;», στό Περιοδ. «Σύναξη» τ. 69/ Ιανουάριος-Μάρτιος 1999, σελ. 35.

6. Πλουτάρχου Ηθικά· Περί Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, Λογ. Α΄, § 6, μτφρ. Π. Στάθη, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων (102), Τόμ. Α΄ σελ. 38-39.

7. Φωτ. Σχοινά, ό.π., σελ. 36.

 

 

19. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΤΑΓΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΥΣ

 

Πέρα από τις αντιεπιστημονικές και ρατσιστικές θέσεις της νεοειδωλολατρίας, για τις οποίες μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο· πέρα από τη θεοποίηση της φύσεως ως δήθεν «αυτογέννητης, αιώνιας και γενέτειρας όλων των θεών»· πέρα από την περίεργη επιμονή των Ελληνολατρών ότι «κατ’ εξαίρεση για μας τους Έλληνες, οι θεοί μας εκτός από φυσικές δυνάμεις και ενέργειες είναι επίσης και ιδέες, δηλαδή υπαρκτές οντότητες, που απλώς προσλαμβάνονται από τον ανθρώπινο νού»1, οι νεοπαγανιστές καλούν τους Χριστιανούς να κάνουμε την... επιλογή μας. Ποια επιλογή; Ακούστε· Μάς καλούν να διαλέξουμε μεταξύ τού Παναγίου και Παντοκράτορος Θεού της αγάπης και τού ανύπαρκτου νεφεληγερέτη Δία. Μεταξύ τού ιστορικού προσώπου της Πάναγνης Θεοτόκου και της ερωτότροπης Ήρας τού μύθου. Μάς καλούν μ’ ένα τρόπο αφελή και ταυτόχρονα θρασύ, να διαλέξουμε μεταξύ τού Σωτήρος και Λυτρωτού τού κόσμου, τού Εσταυρωμένου Κυρίου και τού μυθικού Κρόνου, που κατέστησε τον Ουρανό άγονο μεταξύ των θεών, ενώ έδωσε τη δυνατότητα στα κύματα να γεννήσουν από τον αφρό τους θεό!... Να διαλέξουμε μεταξύ τού Αναστάντος Κυρίου Ιησού και τού έκφυλου Δία τού μύθου, που η ανηθικότητά του τον κατέστησε περίφημο στη Φρυγία. Να περιφρονήσουμε τον Θεόν της άπειρης αγάπης και να προτιμήσουμε τον Ηρακλή τον τριέσπερο, μιμούμενοι τον έκφυλο δέκατο τρίτο άθλο του. Μάς καλούν να παραμερίσουμε τον Θεόν της ειρήνης και να συνταχθούμε με τον πολεμοχαρή Άρη. Μάς συμβουλεύουν να λατρεύσουμε τον μελάμπυγα και βουθοίνα Ηρακλή, που αφού τυράννησε ένα γεωργό, έφαγε το βόδι, με το οποίο όργωνε ο δυστυχής το χωράφι του. Μάς καλούν να εγκαταλείψουμε τον μόνο ζωντανό και αληθινό Θεό και να προσκυνήσουμε τον περιπλανώμενο στις ερημιές και τα όρη τραγοπόδαρο Πάνα...2.

Αλλά είναι προφανές ότι μόνον άνθρωποι που έχασαν τα λογικά τους μπορούν να ανταποκριθούν σε ένα τέτοιο προσκλητήριο...

Όμως η σύγχρονη νεοειδωλολατρία δεν μπορούσε να μείνει έξω και από την έντονη και διάχυτη στις ημέρες μας μηχανιστική αντίληψη της ζωής. Με πολλή επιτυχία επισημαίνει τη στάση αυτή τού νεοπαγανισμού ο κ. Βασίλης Ξυδιάς στό κατατοπιστικό άρθρο του «Οι «Έλληνες» ξανάρχονται»3. Αναφερόμενος στους κυριότερους άξονες της σκέψεως των αρχαιολατρών, επισημαίνει ως τρίτο άξονα την «τεχνο-προφητεία των εξωγήινων θεών». Οι νεοειδωλολάτρες, γράφει, έχοντας μια απωθημένη σχέση με τον άκτιστο Τριαδικό Θεό, τον οποίο ονομάζουν «εξωκοσμικό», κατασκευάζουν με την αχαλίνωτη φαντασία τους «μια μηχανιστική συγγένεια και επικοινωνία με απτούς εξωγήινους θεούς και προστάτες ή με χαμένους πολιτισμούς», όπως π.χ. αυτόν της μυθικής Ατλαντίδος. Από τις σχετικές θεωρίες «η πιο διαδεδομένη» μεταξύ των Ελληνολατρών είναι η θεωρία ότι «οι Έλληνες έλκουν με κάποιο τρόπο την καταγωγή τους από τους εξωγήινους «θεούς», που», πάντοτε κατά την αρρωστημένη φαντασία των ελληνολατρών, «ήρθαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια στη Γη (από τον αστερισμό τού Λαγού ή από τον Σείριο ή από τέσσερις διαφορετικούς αστερισμούς)».

Και ύστερα απ’ αυτά τα διαζευκτικά ή (που μπορεί ένας ευφάνταστος να προσθέσει κι όσα άλλα θέλει), σημειώνει ο κ. Ξυδιάς· «Αυτή η εξωγήϊνη προέλευση εξηγεί, υποτίθεται, και την ανωτερότητα των Ελλήνων (sic) και τη διαχρονική σύγκρουσή τους με τους «άλλους», που κατευθύνονται από κακούς εξωγήινους ή από μυστηριώδη ανθρωποειδή, που κατοικούν στα έγκατα της Γης». Αλλά μη νομίσετε ότι σταματά έως εδώ η καλπάζουσα φαντασία της σύγχρονης ελληνολατρίας. Καθόλου· «εδώ ακριβώς επεμβαίνει η «Ομάδα Ε», η οργάνωση-φάντασμα, που από την αυγή της ιστορίας» δήθεν «προστατεύει και καθοδηγεί τους Έλληνες στον διαπλαν